ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Κατηγορία: Βιβλία

Amanita verna

amanita

(απόσπασμα)

Εγκλωβισμένη μέσα στο βασανιστικό παρόν της ορθοστασίας. Εγκλωβισμένη μέσα στις γκρινιάρες αυτοκρατορίες του μπαμπά, του συζύγου, του αφεντικού.

Είναι όμορφη σαν λουλούδι που σπαρταρά από χαρά μα οι ρίζες της είναι από πόνο.

Γύρω της τα τυριά βρωμοκοπούν. Πάνω στα ράφια, στο βάθος του μαγαζιού είναι τοποθετημένες τεράστιες πλάκες βούτυρο. Τα βούτυρα ξεχειλίζουν μέσα στα παρτέρια. Είναι καλυμμένα με τουλπάνι και μοιάζουν σαν προπλάσματα κοιλιών, που πάνω τους ένας γλύπτης έχει πετάξει βρεγμένα λευκά πανιά.

Είμαι αυτός που την κοιτά. Είμαι ο άνθρωπος που την παρακολουθεί. Είμαι ο ποιητής της. Ο ποιητής είναι ένας κατάσκοπος. Είναι ο κατάσκοπος του καθενός. Δουλεύει για τον καθένα και αναφέρει στον καθένα. Ο Keats διακήρυττε πως ήταν ο κατάσκοπος του θεού. Από τότε που άρχισα να πιστεύω στον άνθρωπο άρχισα να τον κατασκοπεύω.

Έγινα κατάσκοπος του ανθρώπινου είδους. Έγινα ένα μάτι τεράστιο μέσα στο τυροκομείο. Έγινα ένα μάτι τεράστιο μέσα στο κορμί της.

Βρίσκομαι στις φλέβες της. Αδέξιος και φοβισμένος. Σκαρφαλώνω στο μυαλό της. Βλέπω ότι βλέπει. Ακούω ότι ακούει. Νιώθω ότι νιώθει. Όταν καυλώνει, καυλώνω. Όταν κατουράει, κατουράω. Όταν κλαίει, κλαίω.

Τώρα τακτοποιεί τα κεφαλοτύρια, τεμαχισμένα και χαραγμένα με φαρδιά μαχαίρια, όπως οι βράχοι με τη σκαπάνη γεμάτοι με μικρές κοιλάδες και ρωγμές.

Tακτοποιεί τα ροκφόρ, κάτω από κρυστάλλινα σκεπάσματα και φαίνεται σαν να παίρνουν όψεις πριγκιπικές, πρόσωπα μαρμαρωμένα και παχουλά, αυλακωμένα με μπλε και κίτρινες φλέβες, σαν προσβεβλημένα απ’ την αρρώστια της ντροπής των πλουσίων ανθρώπων που παραέφαγαν μανιτάρια ενώ, σε μια πιατέλα στο πλάι φαίνονται τα κατσικίσια τυριά, μικρά σαν τη γροθιά ενός παιδιού, σκληρά και γκριζωπά, θυμίζουν βότσαλα και πετραδάκια σαν αυτά που κυλούν οι τράγοι στις γωνιές των μονοπατιών.

Ζω τη ζωή της στο τυροκομείο. Ζω την ορθοστασία της και τη βαρελίσια μπόχα. Ζω το ζεστό απόγευμα που μαλακώνουν τα τυριά. Βλέπω τους μύκητες στις κρούστες να λιώνουν και να βερνικώνονται με πλούσιους τόνους κόκκινου χαλκού και οξειδίου, όμοιες με κακοφορμισμένες πληγές.

Μια δυσωδία υγρού κελαριού που σου αφήνει στο λαρύγγι κάτι σαν ατμό από θειάφι.

Είμαι πάντα εδώ μαζί της. Κατάσκοπος και ποιητής. Ποιητής και κατάσκοπος. Η κατασκοπεία είναι ποίηση. Ένα θαυμάσιο πράγμα. Μονάχα όσοι κατασκοπεύουν δεν πλήττουν.

Τρυπώνουν μέσα σ’ αυτή την εργατική φόρμα της κοπέλας του τυροκομείου. Ψηλαφίζουν όπως εγώ, το χάος της. Χαϊδεύουν τα βυζιά της όπως τα χαϊδεύει αυτή. Μαλακίζονται όπως μαλακίζεται αυτή, με το δάχτυλο, αυτό το μαγικό ραβδί.

Όλα επικοινωνούν με τη σάρκα. Όλα ξεχτίζονται και ξαναχτίζονται. Πεταλούδες και μύγες και έντομα. Το αρπαχτικό αφεντικό. Ο αρπαχτικός άντρας. Ο αρπαχτικός ποιητής, εγώ. Ο κατάσκοπος. Εγώ, που την υπνωτίζω μες στην κοιλιά του εικονογραφημένου πολέμου, που τη γιατρεύω απ’ την ορθοστασία της, που στραγγαλίζω με τα χέρια της το αφεντικό της, που σπάω με τα χέρια της το κεφάλι του συζύγου της.

Εγώ που της προσφέρω ένα δείπνο απ’ το φάγωμα των νεκρών. Τις τρελές γλώσσες των ποιητών. Των κατασκόπων. Τα πλούσια δαιμονικά εδέσματα και τις αμέτρητες μικρές εκτυφλωτικές φλόγες των επαναστατών. Τα σπλάχνα των πουλιών και των ζώων.

Την τρομερή τίγρη του Μπλέικ. Τη χελώνα του Σαίξπηρ, την ακρίδα και το γρύλλο του Κητς, το σκουλήκι του Πόου, την αράχνη του Ουίτμαν, τους ασφόδελους του Ουόρντσουορθ και τον ιπποπόταμο του Έλιοτ.

Pleurotus ostreatus

eytixid

(απόσπασμα)

Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης πήγαν από πνιγμό, από ηλεκτρική καρέκλα, από καρκίνο, από γηρατειά, ο θάνατος ήταν μια έκπληξη μια ανακατωσούρα, ο Ευτυχίδης ήταν νεκροφάγος και ο Δυστυχίδης ήταν νεκροφάγος.

Ο Ευτυχίδης ήταν ευτυχής μες στη δυστυχία του και ο Δυστυχίδης ήταν δυστυχισμένος μες στην ευτυχία του. Και ήταν η ζωή που έχωσε ένα κουτάλι στο στόμα τους. Ένα μαχαίρι, ένα πιάτο, ένα νοικοκυριό.

Ήταν η ζωή μια γελαστή αρρώστια για τον Ευτυχίδη και μιαν άρρωστη γελοιότητα για τον Δυστυχίδη. Ο ένας άκουγε δοξαστικούς ψαλμούς μέσα στην πικρή καταραμένη νύχτα και ο άλλος κυλούσε σαν μοναχικός τροχός κάτω από λαμπρά φορέματα.

Ο ένας ήταν η νίκη της ζωής και ο άλλος πονούσε βαθειά μέχρι το κόκκαλο και τις πατούσες. Μέχρι την άκρη του πούτσου του. Πονούσε μέχρι το στομάχι και τον κώλο.

Ο Δυστυχίδης κληρονόμησε την ευτυχία του, όπως και ο Ευτυχίδης κληρονόμησε την δυστυχία του. Μα ο θάνατος είναι αισιόδοξος και τούτο τους βοηθούσε να προχωρούν εμπρός. Να ταΐζουν με τα χέρια τους ο Ευτυχίδης την ευτυχία του Δυστυχίδη και ο Δυστυχίδης την δυστυχία του Ευτυχίδη.

Η δυστυχία του ενός και η ευτυχία του άλλου συνεργάζονται πυρετωδώς. Μαζί ζευγάρωσαν χτίζοντας τους κίονες μπροστά στους νεκροθαλάμους των Φαραώ, τα βαβυλωνιακά τόξα πύλης, τα τζαμιά του Ισλάμ, τους ναούς των Ινδιών, τις πυραμίδες των Ίνκας, τα ανάκτορα από τις Χίλιες και μια Νύχτες, τις αλγερινές ακροπόλεις, τα προϊστορικά βάζα και τις υδρίες, τα προκατακλυσμιαία σαλιγκάρια και τα εξωτικά ζώα, τα τροπικά φυτά και τα μαντζούνια, τους ειδωλολατρικούς θεούς και τους ομίλους προφητών και ευαγγελιστών, τους προσκυνητές στον Πανάγιο Τάφο, τους λαβύρινθους και τις κατακόμβες.

Η ευτυχία και η δυστυχία παίζουν το φλάουτο που γιορτάζει τη βεβήλωση της δημιουργίας. Τρομερές σκούπες αγάπης και μίσους. Τρομερές γαλιάντρες πάνω απ’ το μακρύ νεκρό σώμα του Τίποτε.

Φωλιάζουν στα σπυριασμένα κορμιά των δαιμόνων. Αλωνίζουν μέσα στις μήτρες. Επιστρέφουν ξανά και ξανά. Εδώ ως Εύα με τον όφι του παραδείσου, εκεί ως βασίλισσα του κόσμου, εδώ ως κυρίαρχος των σπηλαίων, εκεί ως άγγελος του πύργου, εδώ ως Αφροδίτη, εκεί ως Σφίγγα με φτερά, εδώ ως παρθένος Μαρία, εκεί ως αρχέτυπο ιέρειας ναού.

Σκυλιά γαβγίζουν, κότες κακαρίζουν. Γύρω η κίνηση της καθημερινής ζωής. Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης ζουν για τον εαυτό τους, ο καθένας στην απομόνωσή του, ο ένας συντηρώντας αυτό που έχει ο άλλος, περιμένοντας να τους ξεμπροστιάσει η κρύα σκοτεινιά.

Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης σηκώνουν τα χέρια τους στον ουρανό, σα να ζητούν να χαιρετήσουν τον αρχιμάστορα ή να υποδεχτούν τα χάδια του.

Σκυλιά γαβγίζουν, κότες κακαρίζουν.

Εφτά λογάκια για τον Καλό Λύκο

ΚΑΛΟΣ ΛΥΚΟΣ

Αφιερωμένο στους ανθρώπους που με αγκάλιασαν και τους αγκάλιασα στη Βραδιά παρουσίασης του Καλού Λύκου στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη στα μακρινά Εξάρχεια

1
Ισχυρίζομαι πως ο Καλός Λύκος είμαι εγώ. Όταν έχεις προσχωρήσει από μικρός στην τέχνη της δημιουργικής καταστροφής όλων των βεβαιοτήτων που σε φόρτωσε η ανθρώπινη μανία, για να σε κάνει εξουσιαστή ή εξουσιαζόμενο ή και τα δυο μαζί, ε, τότε αρχίζεις τις μεταμορφώσεις. Και συνήθως μεταμορφώνεσαι σ’ αυτό που είσαι. Ένας Λύκος που δεν έχει ρίξει ούτε μια δαγκωνιά σ’ ένα αρνί.

2
Η αθωότητα είναι αποτέλεσμα μέθης με αυτό που αποκαλούμε ζωή. Αν δε χαρείς τη ζωή και το παιχνίδι δεν μπορείς να είσαι αθώος. Δεν μπορείς να αγκαλιάσεις σωστά. Να γαμήσεις σωστά. Να κάνεις φίλους και παιδιά αλλά και σπουδαίους εχθρούς που θα βλέπουν πάντα την αθωότητά σου σαν κουσούρι. Γιατί η αθωότητα είναι κουσούρι σ’ έναν κόσμο απαγορεύσεων και φανατισμών. Ο φανατικός σε θέλει και σένα φανατικό. Αλλιώς θα σε λιώσει. Ο θρησκόληπτος μικροαστός θα σε πει πορνογράφο για να σε πετάξει στο περιθώριο. Κι ο λιανισμένος φιλελεύθερος θα σε βάλει στο περιθώριο για να μη του ξυπνήσεις τα παιδιά.

3
Κι όταν όλη την αγοραία γλωσσική ύλη τη στοιχίσεις μέσα στο ποίημα τα κοκοράκια της κριτικής παθαίνουν γλωσσικές κράμπες. Μιαν ύποπτη αμηχανία βρίσκει περίπλοκες αναλογίες και διαφορές μ’ αυτό που δεν είσαι. Και θέλει να σε ταξινομήσει και να σου κάνει περιτομή. Και θέλει όλο το στρατευμένο οργασμό υπέρ της ζωής να τον κάνει χάπι για τις αιμορροΐδες των σελίδων κριτικής βιβλιοπολτού. Να τον κάνει εξυπνάδα για κοράκια που αυτοσαρκάζονται μαδώντας σάρκες και κουφάρια λογοτεχνικά.

4
Ο Καλός Λύκος είναι η αγωνία ενός λαού να προσδιοριστεί μέσα από κοκαλάκια προγόνων και προσευχές αλλά και ποίηση σκληρή και αληθινή. Ενός λαού που φαίνεται πολλές φορές να μην αντέχει την ομορφιά και να τραβάει δυνατές μαχαιριές για να του φέρει ο πόνος όσα του στέρησε η χαρά που βίωσε με λάθος τρόπο. Και ο λάθος τρόπος είναι ο τρόπος της εξουσίας και του μαντριού. Ο τρόπος ενός κράτους όχι των ανθρώπων και του έρωτά τους για τον άνθρωπο, αλλά ενός κράτους των συνταγών μαγειρικής εργατικής δύναμης για να βγάλει λεφτά ο γνωστός φαρισαίος.

5
Γράφω για μια Σούλα που εισβάλει πάντα εκεί όπου εμείς διαβάζουμε ποιήματα, για να απαγγείλει τον δικό της Καβάφη και το δικό της παιδικό λεύκωμα που το κατάπιε ο υπόνομος της πρωτευούσης των ανταγωνισμών και της πρωτευούσης των χεσμένων πεζοδρομίων από σκύλους με λαιμαριά. Από σκύλους αιχμάλωτους της απόγνωσης. Της μοναξιάς με μπετό και χριστιανοχουντικό κυνισμό. Ω! άπλυτη Σούλα, η μυρουδιά σου αθωώνει όλη την πλυμένη μας βρωμιά, όλο τον οίστρο του πολιτισμού της πανούκλας που μας θρέφει. Άστεγη Σούλα παλεύουν για σένα πολλοί. Μαχαιρώνονται για σένα πολλοί. Αυτοκτονούν για σένα πολλοί. Κι εγώ ο ακαθοδήγητος χαφιές των ηδονών τόσων και τόσων, εγκαταλείπω τον εαυτό μου για να σε συναντήσω. Να σου προσφέρω εκείνο το μπλε παγωτό που ζήτησες. Με γεύση τσιχλόφουσκας. Με γεύση ένδοξης παιδικής ύλης που κουβαλάς στις πλαστικές σου σακούλες. Μαζί με ψωμάκι ξερό, κερατιάτικα κεσεδάκια από βλοσυρό συσσίτιο, κόλες άλφα τέσσερα και μπικ στυλό για να μου γράψεις όλα τα ερωτικά γράμματα που άφησαν στη μέση οι δολοφονημένοι ποιητές.

6
Όσοι με νιώθουν καταλαβαίνουν πώς βγαίνει ζουμάκι απ’ τα γραπτά. Καταλαβαίνουν πως όταν η γεώτρηση του ποιητικού οίστρου πέφτει πάνω στο γρανίτη της αλήθειας ο μάστορας ξεσπά με χριστοπαναγίες. Κι ίσως αυτό είναι το συμπλήρωμα της ποιητικής πράξης. Εν πλήρη αθωότητι αισχρός να εισχωρείς μες το κορμάκι του άλλου. Μες το μυαλό του αδερφού σου άνευ όρων. Μες της πατρίδας σου το υγρό μουνί.

7
Ο Καλός Λύκος δεν γράφει ποιήματα με το χέρι του θεού αλλά με τα αρχίδια του διαβόλου. Όχι άλλη ήττα αδέρφια! Όχι άλλη κλαψομουνίαση για να μας συμπονέσει η Κυρία Κατεστημένου και να μας φορέσει το φερετζέ της παρηγοριάς και την τήβεννο της πλαδαρής ματαιοδοξίας.

————–

Θερμές ευχαριστίες στους συνδαιτυμόνες Γιάννη Ζελιαναίο, Βασίλη Λαλιώτη, Θέκλα Τσελεπή, Βαγγέλη Ραπτόπουλο και Δημήτρη Πουλικάκο

Καλός Λύκος

antonakos-cortasar

Την Παρασκευή 22 Μαΐου στις 9:30 μ.μ οι εκδόσεις Bibliothèque σας καλούν στη πρώτη παρουσίαση των ποιητικών συλλογών

Α Ν Τ Ω Ν Η Α Ν Τ Ω Ν Α Κ Ο Υ
“Καλός Λύκος

και

Χ Ο Υ Λ Ι Ο Κ Ο Ρ Τ Α Σ Α Ρ
“H σύνθλιψη των Σταγόνων”
σε μετάφραση
ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ

Θα μιλήσουν οι Βασίλης Λαλιώτης, Γιάννης Ζελιαναίος και ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος.

Ποιήματα του Κορτάσαρ θα διαβάσει η Θέκλα Τσελεπή.

Ποιήματα του Αντώνη Αντωνάκου θα διαβάσει ο Δημήτρης Πουλικάκος.

Μετά τη παρουσίαση θα ακολουθήσει πάρτι με μουσικές διαλεγμένες απ΄τα χεράκια του Bill Hunchback.

είσοδος ελεύθερη :
Όλοι οι καλοί λύκοι χωράνε, καμμιά φορά χωράνε και οι κακοί λύκοι

https://www.facebook.com/events/466006823563380/

Εφτά Λογάκια Για Τη Μουσική Των Αγρών

Page_1-620x933

1

Αυτή τη στιγμή ακούω τζιτζίκια. Γράφω απ’ τους αγρούς. Ο αγρός μου δεν μπορεί να χωρέσει στο φέισμπουκ. Εδώ μέσα έχει σοδειές ποιημάτων και τεκμήρια ζευγαρώματος. Έχει φίδια, αρουραίους, υγρασία, λάσπη, σκουλήκια. Έχει τη μάνα και την ερωμένη. Έχει ζεματιστά μουνάκια πλήρους αθωότητος. Περιέχει εμένα που δεν έχω φιλοδοξίες να γίνω σατράπης γραφείου ή γραφειοκράτης σατραπείας. Αυτός ο αγρός παλεύει να μη γίνει τσιμέντο ή ακαδημία. Έχει θηλαστικά που δεν καταδικάζουν τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται. Αυτός ο αγρός έχει λαμπερή γύμνια. Είναι μαυσωλείο εξέγερσης και αλλαγής. Είναι η μήτρα μας που δε θέλει σοβάτισμα αλλά αγάπη.

2

Εμείς που αγαπάμε τα άστρα, το φεγγάρι, τη συντροφιά των γυναικών που δε τις μαγάρισε η υστερία, κατοικούμε στους αγρούς. Είμαστε άγριοι. Εξ’ Αγρινίου ορμώμενοι. Αγαπούμε τα κορίτσια, αυτά τα αγγεία των μυστηρίων. Αγκαλιάζουμε τα δέντρα κι ακούμε τη δυνατή βροχή να ξεχώνει τις αδύναμες ρίζες.

3

Εδώ λαμβάνουν χώρα περιστατικά ουτοπίας. Εδώ το αιώνιο κάλεσμα επιστροφής. Ω Αθηναίε και ω πρωτευουσιάνε τόσων κακών γιατί φοράς κλουβί; Χρόνια σου το γράφω στους τοίχους μα εσύ κοιτάς αλλού.

4

Όσοι δεν έχουμε ιερά και όσια και ξέρουμε τι μας περιμένει μας τρέχουν τα σάλια για έρωτες και φυσικές καταστροφές. Περιφέρουμε αυτό το πάθος για ζωή υπάρξεων που δεν έχουν ταυτότητα και λογαριασμό τραπέζης. Βγάζουμε έξω απ’ το κορμάκι τη ζούρλια μας. Την καύλα μας αντί ευτελούς αμοιβής. Κι ας μας λυπούνται φίλοι, συγγενείς και δημογέροντες.

5

Εμείς δεν έχουμε αφεντικά και δεν θέλουμε αφεντικά για κανένα. Η αναρχία μας είναι ο έρωτας για τη μουσική των αγρών. Για τα μυστικά περάσματα στον ζεστό κόρφο της κυράς μας. Εκεί που δεν έχει μεγαλόσχημους κριτικούς λογοτεχνίας ,πόζα, στρουκτουραλισμό, υπεραξία, αλλά υγρασία ερωτικών βοσκοτόπων. Εκεί που τα παράθυρα είναι μονίμως ανοιχτά στις δροσερές ψιθυρίζουσες καμπάνες. Σε φοβερά γέλια χαράς. Σ’ αυτό το κυκλικό σκίρτημα της αιώνιας στιγμής.

6

Αν ξύσεις κάτω απ’ το τσιμέντο, κάτω απ’ τους ανθρώπους που κοιμούνται σε κοντέινερς, κουβάδες, καρότσια, παγκάκια, θα βρεις τους αγρούς. Κάτω απ’ το σφαγείο της εθνικής τράπεζας θα βρεις αμμουδιές και χώμα γόνιμο. Θα βρεις ευτυχισμένα στομάχια όχι απ’ τη βαρβαρότητα της κοιλιοδουλείας αλλά απ’ την πληρότητα της γευστικής ευδαιμονίας των καρπών.

7

Ιδού η λύση εδώ. Βγάλτε τα ρούχα σας, τις πανοπλίες σας, τις αυταπάτες σας, τις αλυσίδες σας και βουτήξτε σ’ αυτό το απέραντο γαλάζιο της μίας και μοναδικής ζωής. Λέω, ποτέ δε θα περάσουν δίπλα σου ξανά ετούτα τα κορμάκια κι ετούτη εδώ η απλόχερη ομορφιά, μικροαστέ μου εαυτέ. Και γράφω. Ιδού:

unnamed-620x469

*
Ακούω τη μουσική των αγρών.
Το τσέμπαλο των μυστικών περασμάτων.
Στα σχολεία των αρουραίων
και στις σωλήνες του νερού. Ακούω
να ροκανίζουν διαφημιστικά φυλλάδια υπνωτισμένες νοικοκυρές.
Όμορφες πάντα στο βαθύσκιωτο κουζινάκι τους.
Μαγειρεύοντας γλυκόλογα με νερό βροχής.

*
Εδώ βυθίζονται τ’ άστρα.
Εδώ συγκλίνουν τα θηλυκά.
Θυμάμαι τον χάρτη στον τοίχο της τάξης.
Τον αλαφροΐσκιωτο Ιησού να κοιτάζει απ’ το παράθυρο
τα λιοστάσια. Να βάζει λατινικούς αριθμούς η δασκάλα
μπροστά στα γεγονότα.
Να βάζει τις σφαγές στη σωστή σειρά.
Να ισιώνει σκύβοντας τις κάλτσες της.
Να βαθμολογεί τα νυμφομανή μας μάτια.

*
Αράχνες μαζεύονται στα μαγαζιά των μυρμηγκιών.
Κι έτσι ανεξήγητα και αναίτια τα καταβροχθίζουν.
Κι όταν έχει φεγγάρι γεμάτο μαζεύονται οι ληστές
και μοιράζουν τον κλεμμένο κόσμο. Μαζεύονται
οι εφτάψυχες μαύρες γάτες στους λειμώνες των άστρων.
Μαζεύονται οι κλέφτες των ψυχών
για να ζυγίσουν την πραμάτεια τους. Εμείς όλοι
που αντιγράφουμε την ομορφιά στα χαρτιά μας.
Τα άπιστα σκυλιά. Εμείς.

*
Μια πλάκα σαπούνι στο νεροχύτη δίπλα στη λιάστρα.
Το πουκάμισο του φιδιού σχεδόν τριμμένο απ’ τον ήλιο.
Σ’ έπαιρνα μάτι ο διάβολος στο ντούζ
το σώμα σου φολιδωτό οχτώ
και να βακχεύεται
χάλκινος αφαλός τουρκόσπορος
κατά Αχερουσία
το μέγα δάχτυλο
τραβούσε την περόνη
πιο κάτω άφηνα την τελευταία μου πνοή.

*
Την ξάπλωσα στον αγρό, στα λουλούδια.
Στο υπερπέραν της νοθείας των ονείρων.
Τη γύμνια της κατάσαρκα φορούσε.
Το περιφραστικό σουτιέν ως πανοπλία.
Σφάδαζε ανακούρκουδη, χτυπιόταν.
Μηροί, λευκά φτερά που ανοιγοκλείνουν.
Δείχνοντας κάθε τόσο αυτό που κρύβουν.

*
Η μούσα μου ψόφησε.
Όπως θα ψοφήσω κι εγώ.
Όμως πρόλαβα να της φτιάξω στο καμινέτο ένα φαγάκι.
Να της πω δυο λόγια αγάπης.
Να της κρατήσω το χέρι.
Εγώ ο νυμφομανής.
Εγώ ο χιλίαρχος φαλλοκράτης.
Εγώ ο εκατόνταρχος μουνάκιας.
Ο παρείσακτος της ελληνικής γραμματείας.
Εγώ.

 

 

[Η συλλογή «Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΓΡΩΝ»
μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Bibliotheque
και μπορείτε να το προμηθευτείτε εδώ]

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΓΡΩΝ

ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 26 ΙΟΥΝΙΟΥ ΣΤΙΣ 7 ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ
ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΒΟΛΑΝΑΚΗ ΣΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ (ΣΤΟΥΡΝΑΡΑ 11)

Ο ΤΕΟΣ ΡΟΜΒΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΤΣΩΝΗΣ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ
ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΓΡΩΝ

ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΣΕΙΡΑΣ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ, ΒΑΣΟΣ ΓΕΩΡΓΑΣ

mousiki

Γιατί οι φτωχοί ψηφίζουν δεξιά

GI

Αν κάνουμε μια σούμα των απόψεων που απαντούν στο ακανθώδες ερώτημα: γιατί οι φτωχοί ψηφίζουν δεξιά, θα διαπιστώσουμε πως νεωτερικοί κρυπτοπασόκ φιλόσοφοι, που υπήρξαν λάγνοι στα νιάτα τους και ζεμάτισαν κότα σε νεροχύτη μαδώντας τη τελετουργικά για ν’ αποκτήσουν εμπειρία, δίνουν απαντήσεις περί θηλαστικών που σκιάζονται από άλλα και μια βιβλιογραφία θεά, για να’ χει το παρδαλό κατσίκι στις ραχούλες λόγο να γελά. Βεβαίως οι σκληρόπετσοι που υπάρχουν ως μοναχικοί παρίες στο σκάμμα λιλιπούτειας πολίχνης, με άποψη για τη ντεκαντάνς κουλτούρα νεολαίων, που κόβουν με σιδηροπρίονο την εξάτμιση αποθεώνοντας τα μανιφέστα του Μαρινέτι, ομιλούν περί ανακατανομής πλούτου. Ο φτωχός που γεννιέται φτωχός κι ονειρεύεται να πεθάνει πλούσιος στριμώχνεται στα στρογγυλά οπίσθια της δεξιάς για να απολάψει ανύποπτη κόρη που ελούζετο στην ακροποταμιά και να ξεχαστεί μαζί της. Η δεξιά εμεταλλάχθει σε πασόκ και σε ψευδαίσθηση κράτους που παρέχει στον αγρότη επιδότηση και ζεστό μουνί ορμώμενο απ’ την Ουκρανία ή τις αποικίες. Ο Έλλην παλαιός των ημερών τέκνο της πλάνης και της κυριακάτικης λειτουργίας έφτασε μέχρι Σαγγάριο για να ξεθάψει τη νεκρωμένη οχιά του μεγαλοϊδεατισμού. Για να μαζέψει χόρτα και να βοσκήσει πρόβατα αντικριστά με τον προλετάριο της αυτοκρατορίας που λύγισε απ’ τους πολέμους και την πολυγαμία των ηγετών της. Ο φτωχός πρωταγωνιστεί στις περιπέτειες των πλουσίων. Του μεγαλώνει τα παιδιά. Του καλλιεργεί το χωράφι. Του παίζει μουσική και του γράφει ερωτόκριτους. Ο φτωχός συνήθως επαναστατεί για να συνεχίσει να είναι φτωχός με αξιοπρέπεια. Ο φτωχός μυείται στην ταπεινοφροσύνη απ’ τα σπάργανα. Ο φτωχός του δυτικού κόσμου διαθέτει φωτογραφική μηχανή, κάμερα, κινητό για να καταγράφει τη φτώχεια του ως ντοκουμέντο προορισμένο για την ψηφιακή αιωνιότητα. Ο φτωχός του μοντέρνου κόσμου είναι διασωληνωμένος με τις οθόνες. Δεν ζει χωρίς διαφημίσεις. Χωρίς μπριζωμένα ενδιαφέροντα.

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ

Η κατσαρόλα του ποιητή

katsarola

Θα’ λεγα πως η ποίηση με προφυλάσσει απ’ την κοσμικότητα. Κλίκες, φιλοδοξίες, προαγωγές, ραδιουργίες, ρόλοι, συμμαχίες, εξουσίες, παραχωρήσεις. Η ποίηση μ’ έχει μεταβάλει σε κοινωνικό απόβλητο. Επικαλούμαι την αλήθεια της ή την αίσθηση της αλήθειας που μου παρέχει. Την ανακαλώ μέσα μου για να συγκρατήσω αυτή την κοσμική φιλαρέσκεια που παραμονεύει. Ο καιρός, η εποχή, το φως, ο δρόμος, το περπάτημα. Όλα συγκεντρωμένα μέσα σε κάτι που είναι ήδη έτοιμο να αποτελέσει ανάμνηση. Το ιερογλυφικό της ευμένειας και η ευδιαθεσία του πόθου. Η ποίηση που εκφράζει το πάν δηλώνει ταυτόχρονα κι αυτό που λείπει απ’ το πάν. Θέλει να ορίσει αυτό που δεν ορίζεται και στο οποίο αγκιστρώνεται η ύπαρξη. Ένας τόπος απροσδιόριστος που δε θα μάθουμε ποτέ τίποτε γι’ αυτόν. Η γλώσσα προσπαθεί να εκφράσει, ψηλαφεί, τραυλίζει αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να αρθρώσει μια λέξη κενή που περιγράφει το βαθμό μηδέν όλων των τόπων. Αφού η ποίηση δε μπορεί να γίνει ποτέ αυτό που παλεύει να εκφράσει. Ένα δέντρο, η στάχτη που καμπυλώνει μπροστά απ’ την καύτρα, η κοψιά ενός νυχιού, μια τούφα μαλλιά. Ο τρόπος που ανοίγουν τα δάχτυλά της τα χείλη του αιδοίου. Η περιγραφή της γοητείας ή της καταστροφής δεν μπορεί να υπερβεί τη γοητεία ή την καταστροφή. Η ποίηση είναι το ένδοξο τέλος του λογικού διαβήματος. Η αισχρότητα της επιθυμίας. Την επιθυμία που ο Μαρκήσιος την έφτασε στο φόνο και τη σκατοφαγία. Πλάθω νόημα από το τίποτε. Κι αυτό ακριβώς μου φέρνει ρίγος. Να κατοικώ μέσα στο καμίνι του νοήματος. Να βάζω στην κατσαρόλα μου την πραγματικότητα. Να την μαγειρεύω ανάλογα με τη διάθεση. Να επινοώ καινούργιες συνταγές. Να δοκιμάζω κάθε τόσο με την κουτάλα τις λέξεις που βράζουν. Επαναστάσεις, σεισμοί, καταποντισμοί, γεράματα, νεότητες και γαμήσια κοχλάζουν στην κατσαρόλα μου.

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ

Η μυθολογία των ανώνυμων κοριτσιών

out1.jpg

 

***

 

a111.jpg

 

***

 

a211.jpg

 

***

 

a311.jpg

Το Φθινόπωρο του Στρατιώτη

Το Φθινόπωρο του Στρατιώτη