ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Κατηγορία: Γενικά

Ομαδικός τάφος ή Η σιωπή είναι χρυσός

omadikos_tafos1480274732

Κάποιος κάπου κάποτε, μου είπε: ποτέ μη μένεις θεατής μπροστά στην αδικία ή την ανοησία, στον τάφο θα έχεις άφθονο χρόνο για να σιωπήσεις.

Διάσημοι και Μαχητές Ή Μαγειρεύοντας τήν ταξική σούπα

images-3

Η φωνή του διαφημιστή τελετουργική και μπάσα, εκθειάζει με ευφράδεια ένα καινούργιο μοντέλο αυτοκινήτου. Μοντέρνο, οικονομικό, ταχύτατο.

Ο Σολομών είπε κάποτε: Και ουδέν καινόν υπό τον ήλιον. Όπως λοιπόν ο Πλάτων φαντάστηκε ότι πάσα γνώσις δεν είναι παρά ανάμνησις, έτσι κι ο Σολομών αποφάνθηκε ότι παν καινόν δεν είναι παρά λήθη.

Ως γνωστόν, οι Λατίνοι χρησιμοποιούσαν την ίδια λέξη για το ανακαλύπτω και το επινοώ. Κι αυτό είναι σύμφωνο με την πλατωνική δοξασία, ότι δηλαδή το επινοείν, το ανακαλύπτειν, δεν είναι παρά ενθυμείσθαι.

Ο Φράνσις Μπέικον συμφωνούσε ότι η γνώση είναι ενθύμηση και η άγνοια είναι να ξέρεις να ξεχνάς. Όλα εδώ είναι, αρκεί να μπορούμε να τα δούμε. Μα οι άνθρωποι, οι θνητοί εμείς, χάνουμε την όρασή μας και νομίζουμε πως βλέπουμε αλλά είναι η τύφλα μας που βασιλεύει.

Και λέει ο Κάλβος που γίνεται εύκολα Κάβλος και Καβλός: «Πως, πως στο χώμα της ταλαιπώρου πατρίδος φύτρωσαν τόσα καρφιά και τυραννούν τα πέλματα».

Και βεβαίως το ερημικό σπέρμα των ποιητών δεν βρίσκει ποτέ την κατάλληλη σχισμή. Ο ποιητής ξέρει από καρφιά γιατί δεν πούλησε την όρασή του. Έχει πατήσει καρφιά και έχει δει να πατάνε καρφιά. Και σπασμένα γυαλιά και θρύψαλα.

Ο ποιητής που ξέρει μιλά, αλλά η μιλιά του χωνεύεται στις εγκαταστημένες επί πυγής, τουτέστιν στις κωλοτρυπίδες των Διάσημων και των Μαχητών.

Ο κόσμος είναι χωρισμένος στα δύο. Γιγάντιες διαφημίσεις ιδρωμένων κορμιών ως απόπτυσμα ενός χεσμένου ελληνικού Σταρ Σύστεμ.

Θέαμα για τα παιδάκια, τα ροδαλά υπερ-παιδιά ενός παιδοκεντρικού πλανήτη που θα καθίσουν ανακούρκουδα κατεβάζοντας το βρακάκι τους για να αφοδεύσουν την τελευταία πίτσα που τα έθρεψε. Το τελευταίο χάμπουργκερ και την τελευταία κόκα κόλα.

Κι ύστερα θα μεγαλώσουν ξαφνικά και απότομα. Θα πάρουν πτυχίο και θα συντάξουν βιογραφικά βίου ατέρμονου εσωτερικού αυνανισμού δεξιοτήτων. Θα πάρουν το όπλο του μπαμπά και θα βγούν για κυνήγι.

Θα καβαλήσουν τους τέσσερις τροχούς της αιωνιότητας και της μονότονης επανάληψης των πάντων. Εισπνοή και εκπνοή. Συνέχεια της ζωής με όλες τις εναλλασσόμενες μορφές του αφανισμού και της αναβίωσης.

Με την πάροδο του χρόνου η συνήθεια γίνεται μεταχειρισμένη βακέτα.

Σχηματιζόμαστε και διαμορφωνόμαστε απ’ αυτό που αγαπάμε, κι αν αυτό που αγαπάμε μας το επιβάλουν, τότε κάποια στιγμή θα το σκοτώσουμε.

Θα στουκάρουμε με όλα τα χίλια άλογα της μηχανής μας πάνω στην κοινωνία που αμέριμνη κατουράει στον καμπινέ, νομίζοντας πως το κακό είναι αλλού.

Θα γίνουμε βλήματα και υπερόπλα, πυρακτωμένα καυλιά από λαμαρίνα, τρέχοντας κατά πάνω στη φλεγόμενη μήτρα της μαμάς και την υπερπροστασία των υγρών της.

θα γίνουμε ένα με όλους. Η ταχύτητα μας φέρνει πιο κοντά. Ο κόσμος τρέχει. Τρέξτε παιδιά. Διάσημοι και Μαχητές. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε.

Δηλωσίας

dilosias

Θα γίνω ο γλείφτης σου.
Το έχω ξαναπεί.

Τα ερωτικά σου χείλη και οι μικροστεναγμοί
δεν αφήνουν περιθώριο για λόγια και κουβέντες.

Θα γίνω ο γλείφτης σου. Το έχω ξαναπεί.

Ορκίζομαι στα γογγύλια και στα ρεπάνια
στη ζεστούλα σου φωνή απ’ τα έγκατα
στις φτέρνες και στους χαρταετούς
στα κορίτσια και στις γάμπες τους.

Τρόπος του λέγειν ορκίζομαι
γιατί οι όρκοι
είναι μια τελείως μαραμένη και ζαρωμένη ζωή.
Της αχράντου ψωλής μου μόνο σέβομαι τη σκληρότητα.
Είμαι ευαίσθητος
ένα πληγωμένο πουλάκι, γι’ αυτό,
θα γίνω ο γλείφτης σου
και το ξέρεις καθώς κρατώ την κοιλιά σου
κι ακούω να γουργουρίζει η ψυχούλα των σπλάχνων σου
και κάνω να ξεριζώσω με τα ίδια μου τα χέρια
τόσες τσουκνίδες τόσες απελπισίες
και τόσους πλατωνικούς έρωτες
και τόσες σβουνιές νοσταλγίας.

Ο έρωτας μας κάνει κακούς και ανώριμους.
Κι ο ανεκπλήρωτος έρωτας βλαμμένους.

Θα γίνω ο γλείφτης σου.
Θα σου βυζάξω το δάχτυλα και τις ρόγες.
Θα σου διαβάσω το ποίημα
που έγραψα για σένα από γεννησιμιού.
Να με προστατεύει και πέραν του τάφου
η τόση προσήλωση στο μουνί σου.

Άλση σπηλιές και λιμνούλες με κύκνους
στους τεθλιμμένους προσφέρουν παρηγοριά.
Μα εγώ θα γίνω ο γλείφτης σου.
Το έχω ξαναπεί.

Η αλητεία είναι πρωτοπορία

alitia

Γινόμαστε συχνά σκλάβοι όσων αγαπούμε. Αλλά και σκλάβοι όσων μεγαλοποίησαν τη λατρεία των κοινών παθών μας. Είμαστε πιο κοντά στο μελόδραμα και τη συγνώμη παρά στη μυστική έξοδο και τη γαλήνη.

Είμαστε ρουφηγμένοι απ’ το χρέος που μας θέλει καλούς και συνοφρυωμένους αισθηματίες. Όλα τα αρχαία μαγικά βιβλία με τα ερωτικά δοκίμια και τις σεξουαλικές αιρέσεις τα έχουμε τοποθετημένα ως μοναχικά εκθέματα στο βιβλιακό μουσειακό κοιτώνα του νοικοκυριού μας.

Διάσπαρτοι σε διαμερίσματα και λεωφόρους, τίμιοι και φτωχοί και φιλόξενοι. Γινόμαστε συχνά σκλάβοι ακόμα και της πιο απίθανης συνήθειας.

Μεταμφιεσμένοι σε καθηγητές και ντοκτοράδες, βιδωμένοι στην καρέκλα της απεγνωσμένης υστεροφημίας μας βγάζουμε τα τελευταία λεφτούλια απ’ την εντροπία της εργατικής δύναμης άλλων.

Εντός της νέας μεταφυσικής που πλασάρει το συστημικό κονκλάβιο ακαδημαϊκών και παπάδων, υπαλλήλων και μη της δουλοφροσύνης στο κέρδος και στα κλασμένα μαρούλια που το συντηρούν, βλέπουμε πως ο χρόνος που τόσο μοχθήσαμε να δαμάσουμε, να γίνεται δύναμη περισσότερο επίβουλη και μυστηριώδη όσο ποτέ.

Ακούμε το βραχνό ψίθυρο των πραγμάτων γύρω μας κάνοντάς τα καλλιτεχνίες και φράσεις μέσα στις γλυπτές ατέρμονες ευλογίες μιας ανάπηρης ελευθερίας.

Μιας ελευθερίας που τα προνομιούχα υλικά της κάβλας δεν έχουν εξουσία.

Μιας ελευθερίας που υμνεί τον αιώνα της αναπαραγωγής και όχι τους επαναστατικούς πυρήνες της αλλαγής και τους φοβερούς γαμηστρώνες της ανάγκης μας για κοινή ζωή και κοινοβιακό βίο.

Αλλά βεβαίως πάλι, υπάρχουν και υπάρχουμε, όσοι διασώζουμε τους έξοχους ερωτικούς κάτω κόσμους με τις υγρές διακυμάνσεις τους, τις κοφτές μεταφορές πάθους και έκλαμψης, τα μαλάματα των ίσκιων μιας γυφτοπούλας που κατουρά την ερωτική βολεμένη μικροαστική πλήξη.

Και τι σημασία έχει η δειλία μας αν η γη έχει έστω κι ένα γενναίο, και τι σημασία έχει η άσφαιρη λύπη μας μέσα στους δύσκολους καιρούς αν κάποιος ή κάποια ένιωσε ευτυχισμένος ή ευτυχισμένη και καβλωμένος ή καβλωμένη και ευλογημένος ή ευλογημένη τόσο ώστε να γράψει όλες τις ευλογίες στ’ αρχίδια του ή στο μουνί της.

Είμαστε οι άλλοι. Είμαστε όλοι εκείνοι που περισώθηκαν απ’ τον πεισματικό μόχθο της ερωτικής πράξης. Ξέρουμε πια καλά πως η αλητεία είναι πρωτοπορία. Πως τα καλά παιδιά είναι βαρετά και κούφια. Και πως ψάχνουμε μόνο και μόνο για να’ χουμε τη χαρά να ψάχνουμε κι όχι να βρίσκουμε.

Eros Center

saco-de-boxe-concreto

Ο Ήφαιστος, πικραμένος και μοναχικός, ειδικεύεται στην κατασκευή μηχανών, κυρίως της περίφημης γυναίκας από χρυσό, και μηχανικών παγίδων, με τη βοήθεια των οποίων εκδικείται τα πρόσωπα που οπλίζει ο Έρως.

Ο Ήφαιστος με τη συναισθηματική φτώχεια που αναλογούσε σ’ ένα κουτσό θεό οργανώνει στο αμόνι του τις πιο βλάσφημες εκρήξεις εναντίον του έρωτα.

Ο Ήφαιστος είναι ένας ανάπηρος θεός, πλασμένος σιδεράς και μηχανολόγος, ένα αρχέτυπο του αντιερωτισμού που ο ξεψυχισμένος ηδονικός σφυγμός του συνοδεύει την πράξη της μεγάλης παραίτησης.

Όμως είναι ο θεός που απαρνιέται τη θεϊκή του φύση, γανωμένος, στο ολύμπιο μαγαζάκι του, δεν κυνηγάει τσούπες αλλά μηχανολογεί τη δαιμονική σταχτόμαυρη τύρφη.

Φτιάχνει σίδερα και σιδεριές, όπλα και οπλικά συστήματα, είναι ο προπομπός της κινητικής τέχνης και της βούλησης να ζήσει στη θαλπωρή της φωτιάς.

Οι λυγμοί του έχουν στερέψει μα οι άναρθροι πλέον κόμποι του ναυλοχούν στη μήτρα μιας ανεκλάλητης απώλειας.

Ο Ήφαιστος είναι ο αγάμητος θεός. Ο έκπτωτος και δοξασμένος που φέρει το στίγμα της πύρινης ρομφαίας ως το τέλος. Γι’ αυτό συχνά, συχνότατα, η κατάρρευσή του συντελείται εν ακαρεί. Τα όνειρά του για το μέλλον ζυγίζονται στην κόχη του εφιάλτη.

Τον Ήφαιστο τον καίει ένας ασίγαστος πυρετός. Κάθε του σκέψη ζαρώνει και αφανίζεται φλεγόμενη, όπως τα φτερά της πεταλούδας πάνω απ’ τη δυνατή φωτιά.

Τώρα ο Ήφαιστος μέσα στο τετραγωνισμένο και συμπαγές σύμπαν του τελειοποιεί τη μηχανή που διασυνδέει τους ανθρώπους. Φτιάχνει τα κυκλώματα αυτής της παράξενης και γλυκιάς ουτοπίας που γέννησε εσκεμμένα το δικό της ψηφιακό Eros Center.

Ο Ήφαιστος είναι ο μόνος θεός που γλύτωσε τη σάρκα του απ’ τα δόντια του χριστιανικού όχλου.

Ο Ήφαιστος είναι ένας επιστήμονας στη Μασαχουσέτη που κατασκευάζει την σεξουαλική μηχανή του μέλλοντος.

Μια μηχανή που μπορείς να βρεις την εμπειρία χωρίς να τη ζήσεις και τη γνώση χωρίς να την ανακαλύψεις.

Μια μηχανή αναζήτησης έρωτα εξ’ αποστάσεως που οδηγεί σ’ ένα στερέωμα πούτσων και μουνιών, σε μια προπατορική και κοινή αρχαιολογία των αποριών του σώματός μας.

Ο Ήφαιστος φέρνει απ’ τα χρόνια της πρώτης του νιότης την αγωνία του ανθρώπου να υπάρχει παντού και να βλέπει παντού μέσα στην σεξουαλική πλανητική Βαβέλ.

Απ’ τις ρακένδυτες αφρικανές που προσπορίζουν τον βιοπορισμό τους με αχαλίνωτο σεξ, προσφέροντας στο μπανιστήρι το μυθικό εξωτισμό του εξερευνητή, μέχρι τις γριές πουτάνες του Βερολίνου μεσολαβεί το πείραμα Cern.

Όλοι οι σπόνδυλοι του εφήμερου μέσου έχουν την πορνογραφία ως συγκολλητικό υλικό.

Ένας ψάλτης σερφάρει στις χριστιανικές του ιστοσελίδες και στις ηχογραφήσεις του ακάθιστου ύμνου απ’ τη Μονή Βαρλαάμ κάνοντας μια εικονική στάση στα μπούτια μιας αλόγας καλογραίας  που ανοίγει με τα δάχτυλά τα πορφυρά της μουνόχειλα.

Ο ερευνητής της Nasa μετά δεκάωρου επιστημονικού οίστρου ξαποσταίνει στα μεριά μιας παιδούλας απ’ το Καζακστάν.

Κι ο νοικοκύρης μετά το άσκοπο σερφάρισμα στην καλοζωία των αστών πορνουσιάζεται με μια ρετρό γαμησιάδα στο ιερό γιού πόρν.

Ο Ήφαιστος δουλεύει σκληρά. Από καταβολής αιδοίου.

Τα κορίτσια απόψε αντιστάθηκαν στον έρωτα

sleepparalysis_adambaker

Τα κορίτσια απόψε αντιστάθηκαν
στον έρωτα. Και τα κορίτσια
απόψε κοιμηθήκαν αγκαλιά με το
αρκουδάκι τους. Τρίφτηκαν σα
μοναχές τού Μαχαβίρα πάνω στις
φλοκάτες κι έψαξαν τον πρίγκιπα
ανάμεσα στους τρελούς μνηστήρες
που βούλιαξαν στον ύπνο τους.
Τα κορίτσια απόψε δε μπλέχτηκαν
σε αριθμούς μητρώου και γρανάζια
συγκινήσεως. Μονοκοπανιά εβγάλανε
τη νύχτα με το δάχτυλο, καθώς
φούσκωναν τις προβιές τους οι
ονειρώξεις. Καθώς ίσα με το ρέμα
της Ερμίτσας στο Βραχώρι εβγήκε
ο άρχων των βατράχων, να χυθεί
στ’ αργιλικά καλούπια τους. Καθώς
το σύμπαν γέλαε ένστολο. Καθώς
απ’ τις βαβαλικές κουίντες τού
κορμιού τους δεσμεύτηκαν
οι καύλες ν’ αρχηγέψουν.

Η Αγία Συμμορία

simoria

Όταν ο ολοκληρωτισμός τού αστικού κράτους καταφέρνει να μαζέψει όλα τα φυντάνια της αγίας συμμορίας ο κεφαλαιοκράτης τρίβει τα χέρια του.

Ο φασίστας ως ακοίμητος φρουρός τού πατριωτισμού και της φυλετικής καθαρότητας, μοστράρει δίπλα στον ορθόδοξο τράγο και σε κείνο το γύφτικο σκεπάρνι της απατεωνιάς και της κακομοιροσύνης που προεδρεύει στον κοινοβουλευτικό στάβλο.

Ο φασίστας κατάφερε να βγάλει ταμπελάκι εξουσίας και να βγει στο προσκήνιο της ιστορίας για να δείξει τα δόντια του.

Για να τρομοκρατήσει και να υποδαυλίσει άσχημα προαισθήματα. Για να επιβάλει το δεσποτισμό της φασιστικής του κραυγής που θέλει αίμα και λεφτά. Στρατιωτικούς νόμους και φάλαγγα.

Μέσα στην πολιτική σούπα ακροδεξιάς και μικροαστικής αριστεράς φυτρώνει ένα αγκάθι θανάτου πάνω στις συνειδήσεις των πιο λούμπεν κομματιών του λαού.

Των κομματιών τού λαού που έγιναν μπίλιες στο φλιπεράκι της κρίσης τού κεφαλαίου και τώρα ψάχνουν αγίους με τσαμπουκά και μπράτσα για προστασία.

Σήμερα που ο κοινωνικός αυτοματισμός έγινε άτυπος νόμος του κράτους επιβάλλοντας με αξιοσημείωτη σπουδή τους ληστρικούς οικονομικούς όρους του κεφαλαίου στις κατώτερες τάξεις.

Σήμερα που η μόρφωση και η προστασία των παιδιών πρέπει να περάσει απ’ το γραφείο πολέμου του χρυσαυγίτη.

Σήμερα που η αριστεροσύνη μετριέται με τον πήχη της χρησιμοθηρικής ελπίδας και η κυβερνώσα ψευτοαριστερά με ακροδεξιό πρόσημο προστατεύει την πιο σκληρή φασιστική οργάνωση της Ευρώπης. Την πιο δολοφονική συμμορία που υπολογίζει στα μυαλά των ηλιθίων ψηφοφόρων και στα πατριωτικά τους αρχίδια.

Σήμερα όπου η ενοίκηση του θηρίου μέσα μας καθιστά οικείους τους βρυχηθμούς του.

Συνηθίζοντας τη νεοφιλελεύθερη χούντα με τους φασίστες προστάτες της συνηθίζουμε το κακό. Χώνουμε στον κώλο μας για να το ζεστάνουμε, εμείς οι ίδιοι, το αυγό του φιδιού, περιμένοντας τους κασιδιάρηδες να ακονίσουν τις ξιφολόγχες τους στα πεζοδρόμια για ν’ αρχίσουν να ξεκοιλιάζουν.

Μα πάντα η ανοχή της κοινωνίας και η ανοχή όλων μας μάς καθιστά κι εμάς δολοφόνους.

Μας καθιστά υπεύθυνους του νεοφασισμού που διαμορφώνεται ξανά πάνω στις σάπιες δομές τού Πατρίς θρησκεία οικογένεια.

Μας κάνει θεατές σε μιαν αρένα όπου σφάζονται αθώοι.

Μας κάνει μάρτυρες των θεατρινισμών των πολιτικών αρλεκίνων που για να κρατηθούν στην εξουσία γλείφουν τα παπάρια του Γερμενή και την κλειτορίδα της Ουρανίας Μιχαλολιάκου.

Ζήτω!

zhtv

Έχω στην κατοχή μου λέξεις
σαν αυτές που εκτόξευε η Yvonne George:

Ζήτω!

Ζήτω οι κοπέλες της Ναντ
κι όλοι οι φυλακισμένοι!

Μα έχω και λαϊκά τραγούδια
-ω! φίλοι, σ’ αυτούς τους ερεβώδεις καιρούς-

κι έχω καβάτζα στο δάχτυλο
λίγη βρωμιά
απ’ την καθαρότητα της αγάπης μου για κείνη
ώσπου να πω:

Αντίο φτώχεια!
Αντίο πλοίο!

Αγάπες μου παιδούλες στα σπάργανα της έξαψης!

Και θα πάω στο Βαλπαραΐσο
που είναι οι λίμνες αλμυρές
να κυνηγάω φυσητήρες
Αχ! ναύτη, ε! χο! Βίρα! ε! χο!

Να κυνηγάω τσούπες
Να γίνω ο Μέγας Πανγαμίων

Μα ναι
όμως
δεν έχω ανάγκη να φύγω εις το Βαλπαραΐσο
που είναι οι λίμνες αλμυρές
να κυνηγάω φυσητήρες
Αχ! ναύτη, ε! χο! Βίρα! ε! χο!

Να κυνηγάω τσούπες
Να γίνω ο Μέγας Πανγαμίων

Αχ! ναι γιατί
έχω στην κατοχή μου λέξεις
σαν αυτές που εκτόξευε η Yvonne George:

Ζήτω!

Ζήτω οι κοπέλες της Ναντ
κι όλοι οι φυλακισμένοι!

Ζήτω!

Lovers in a field

loverz.jpg

[εγκάρδιος χαιρετισμός στον Loui Jover]

Να προλάβεις ν’ αλείψεις λίγη ζωή
πάνω στο ψωμί της πραγματικότητας
πριν το καταβροχθίσει ο χρόνος, να
προλάβεις στάρι απ’ τα μνημόσυνα
γλουτών, κατηφόρες με γελάδια,
Βαρδούσια τού Άδη κατηφοριές,
να προλάβεις βροχή σε περιβόλι και
κάτω απ’ τα φουστάνια της βατράχους
και ερπύστριες, να προλάβεις την
Αλόννησο με τα ποντίκια της
νυφούλα των μετασεισμών τού
Αιγαίου ρήγματος, να προλάβεις
της ψωλής την πιο έφηβη διάνοια,
τους Γότθους που μετοίκησαν στο
Πέραμα, τις ομιχλώδεις εσοχές τού
κάμπου της Λαρίσης, να προλάβεις
να μεθύσεις με κώνειο τη ματαιοδοξία σου,
να προλάβεις το μουνάκι της υγρό
σαν φρεσκογεννημένο μοσχάρι
μες στα αίματα της αιώνιας σφαγής

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με γκαυλώνει

opoy

[δοκίμιο για το Ρεαλισμό]

-απόσπασμα-

Όπως ο ήλιος και το φεγγάρι, όπως ο διάολος και το λιβάνι, όπως ο θεός και ο Μπέρτραντ Ράσελ, όπως το μουνί κι ο πούτσος, όπως η μαμά και ο μπαμπάς.

Όπως βλέπουν με φθόνο την ερωτική επίδραση της βαρύτητας πάνω στο νερό, όλα τα πλάσματα, όπως ο ήλιος και το φεγγάρι και προσπαθούν να την εξουσιάσουν πότε πότε παρακρατώντας έναν μεγαλύτερο και πιο άδικο φόρο.

Επιβάλλοντας στο νερό μια κυκλική κίνηση και στη ζωή μιαν επανάληψη, όπως τού σκίουρου στον τροχό κι όπως της φτερωτής που καταποντίζεται σαν αληθινός σκλάβος στη βοή του νερού, δυναμώνοντας το διαβρωτικό ρυθμό της επέκτασης του κόσμου.

Όπως περπατούσα δίπλα στη λίμνη ανακαλύπτοντας ένα ομιχλώδες ατέλειωτο πεδίο μες στην κακόγλωσση άβυσσο της υγρασίας είδα το Μαγγελάνο ποντοπόρο εραστή να βατεύει τις αποικίες.

Είδα τη χώρα μου καρφωμένη στην ψωλή του Χριστού και τα γρεντάλια στο Γράμμο να ψήνουν κομουνιστές.

Είδα το λαμπρό και φωτεινό Εωσφόρο που είχε καρφώσει τα φουγάρα του πάνω στις αρχαίες πέτρες να βγάζει δολάρια κι απ’ την πορδή τού λαγού.

Είδα δόντια απ’ τις μήτρες των κοριτσιών που τα καταγάμησε ο Ντόναλντ Ντακ.

Είδα τη χώρα μου τερατόμορφη γουρούνα, ένα μούλικο, ένα βιασμό πάνω στο όριο Δύσης Ανατολής, εδώ που οι ντομάτες φυτρώνουν δίπλα στα πολυβολεία και το κόκκινο τρυπά την πέτσα απ’ τις καρδούλες των θνητών κι όλοι μια μάζα γίνονται μες στην εμφύλια αναρχία τους και οι σκλάβοι αρχαιοσκάπτες ξερνούν χρυσά νομίσματα, κιθάρες και αδέξια φλερτ των αυτοκτόνων.

Μα πιο πολύ είδα κορίτσια καμωμένα από παράβαση και μουνόχυμα, τα πιο ηγεμονικά μπούτια, μια χώρα ολόκληρη από γλυκοθρεμμένες σχισμές και μια Πομπηία σκόρπια μαδημένη γριά σαν τα φτερά του τσαλαπετεινού που τον παράτησε ο θάνατος στα περιστέρια.

Είδα κορίτσια της φιλαρμονικής του Δήμου να ξεκαρφώνουν το όργανό τους μετά τον εθνικό ύμνο. Και τα λάτρεψα και μ’ αυτά ζω.

Στη Μεσόγειο τού Κύκλωπα που φορούσε περιδέραιο μιαν ερωτική φράση απ’ το μαρτύριο της τύφλωσης, αφήνοντας να γλιστρήσουν απ’ τα δάχτυλά του τα προβατάκια που παν τους καυλωμένους συντρόφους στη Ναυσικά στα λιμάνια και στις παρτούζες.

Είδα κορίτσια λουλουδάκια κομμένα τού αγρού στις ποιητικές ανθολογίες στρατηγών του μεσοπολέμου, στα κάτεργα της Φίνος Φιλμ να κατουράνε σε δώματα, σαν μικρές γοργόνες που περιμένουν τον πρίγκιπα και τον εργολάβο.

Σαν τις μηχανές τού εργοστασίου της ραπτικής αφήνοντας σφυροκοπώντας το πιο ανελέητο γαζί στα μελίγγια της μάνας μου.

Είδα τους γύφτους σαν χορδές από έντερο τεντωμένους και άμαχους, να φτύνουν τα χρυσά τους δόντια για ν’ αγοράσουν πρέζα και μανταρίνια.

Είδα την καταγωγή μου στο σκοτάδι της άγνοιας, εκεί που ρόδιζε η ρίγανη στα οργισμένα σούρουπα της Πίνδου, εκεί που μια κοπέλα δεκάξι χρονώ και πολλών αιώνων αναζητούσε τον πούτσο τον πολύτροπο και ζητιάνευε απ’ την ηδονή δικαιοσύνη και μέλλον, πατώντας πάνω στα θρυμματισμένα κλαδιά της καρδιάς.

Ποθοφορείον

pothoforion

Ω! δεσποσύνη, εσείς
με κάματε οδηγό Ποθοφορείου
και ιδού
φαντασιώνομαι πως οδηγώ το όχημά μου
εις την ερωτική σας τη γαστέρα
με τους συνεπιβάτες σπερματόζωα
να χύνονται εις τις οδούς των παρειών σας
από στύση σε στύση και τούμπαλιν.
Ω! δεσποσύνη, εσείς
είστε το γάντι
του μουνοδαχτύλου μου τού μουνογενούς
είστε η αρτοκλασία των όρχεών μου
η καπουλοφόρος κόρη των λογισμών μου
η γκέισα των αλύτρωτων οργασμών
η ζαχαρότευτλη Αρθούρα μου
η λιοπύρεια σκοτοδίνη μου
η θηλύτητα τού λεσβιασμού μου
η ιέρεια του οδοντωρύχου μου σπασμού.
Ω! εσείς
είστε η Χαρμίδεια μουνίτσα μου
η Καρχιδόνεια ευχαριστία τού πρωινού μου ψαλμού
η ζυθοφόρος στύσις μου
η αηδόνα τού ουρλιαχτού μου
η οσία Γαμησία μου
το έτερον κοψίδι της ψωλής μου.
Όλο για σας, το ποίημα το αθώο
που το νείρονται οι γεναριάτικοι οίστροι.
Ω! δεσποσύνη, εσείς
είστε η απόκρημνη φρακταλιανή μου κορασίς
καταμεσής εις τα τενάγη της διακορεύσεως.
Είστε ο Κώλος Όλος.
Ω! ρίξτε την αναστάσιμη πορδούλα σας Κυρά μου,
διότι πως αλλιώς
θενά ‘χει κλέος η Αττική και τα υπόλοιπά της!
Διότι πως θα αρχηγέψωμεν εμείς οι ηδονοθήρες
Διότι πως, η άνω τελεία τού ήλιου θα μας κάψει
Διότι πως, θα μας εχθρεύσουν οι αστερόεσσες
και πως θα μας μουσκέψουν οι ονειρώξεις!

Γεια σου Amedeo Modigliani

montiliani

Μια λεπτή και παλλόμενη μεμβράνη χωρίζει τον ζωγράφο από τον κόσμο του. Το δώμα του, μέσα απ’ το οποίο ασκεί την τέχνη του, έχει την εξώκοσμη υφή των πραγμάτων που τα φθείρει το άγχος, το πένθος, η ζήλεια, η κατάθλιψη.

Η μοναδική άμυνα της μεμβράνης τού καλλιτέχνη είναι η διαφάνειά της. Ο Μοντιλιάνι γνώριζε-πληρώνοντας ακριβά αυτή τη γνώση-πως η ραφιναρισμένη ομορφιά τού ανθρώπινου πυρήνα είναι ευάλωτη σαν χάρτινο παραπέτασμα.

Μεταξύ θυμού και απελπισίας δείχνει πως μπορεί να στρέφει κανείς τα μάτια του στην ομορφιά. Δείχνει πως η γύμνια των κορμιών δεν έχει κανένα φόβο, σα να ξέρουν αυτά τα ίδια πως θα έρχονται στον κόσμο ξανά και ξανά.

Αυτός ο ένθερμος ποιητής των χεριών και των σωμάτων, των γυναικείων προσώπων και των γυμνών θηλυκών κορμιών, που τα έχει γραπώσει σε φλογερές πόζες, θαρρείς μέσα σε ονειρώδεις παραμορφώσεις και συστροφές, με τα παραισθησιακά τους βλέμματα, με όλη τη δραστήρια ιταλική χάρη που αναδίδει η σάρκα τους.

Αυτός, ο Μοντιλιάνι, που άρχισε να ανασταίνει σε μακρόστενες μορφές και ποιητικές χλομές αρμονίες την σπουδαία ιταλική τέχνη, που την είχε αποσυνθέσει το σημιτικό φύραμα έπειτα από δυο αιώνων καλλιτεχνικό ύπνο, πέθανε νωρίς.

Μέσα σ’ αυτό το γαλλικό περιβάλλον, που συντηρούσε μόνο ατομικές εκδηλώσεις, αντανακλώντας την τέλεια αναρχία των πνευμάτων.

Σε μια εποχή όπου η κατεξοχήν ατομικιστική έκφραση της ζωγραφικής επανακινούσε την ευαισθησία της πάνω σε καινούργιες βάσεις, στην οποία το άτομο εμφάνιζε την τάση να υποταχθεί στο γενικό συμφέρον, περιμένοντας τον ριζικό μετασχηματισμό της οικονομικής τάξης πραγμάτων.

Ο Μοντιλιάνι ως ηρωικός πολεμιστής εναντίον ενός βάρβαρου ακαδημαϊσμού, πετάει την περικεφαλαία για να αδράξει σοβαρός το ταμ ταμ.

Κομίζει στην τέχνη αυτό το διαλυτικό πνεύμα, μεταφέροντας σ’ ένα άλλο επίπεδο τις ανάμεικτες εικόνες της διάρκειας και τού χώρου.

Οι γυναίκες του τόσο γήινα διαβολικές και τόσο γεωμετρικά απόκοσμες, στολισμένες με τις πυρόξανθες μουνότριχες και τα νεανικά βυζιά τους, αποτυπώνονται ως ειδώλια ενός αρχέγονου ερωτισμού, θαρρείς φρεσκοβγαλμένου απ’ την υγρασία των σπηλαίων στα βρώμικα αλλά ζεστά καλλιτεχνικά δώματα των επαναστατών της ζωής που με βιτριολικό βρόντο ξεσπά από μέσα τους η καύλα για ζωή.

Κι αν ο Μοντιλιάνι κατάφερε κάτι σπουδαίο αυτό είναι να μείνει στα μάτια μας ως εραστής και όχι ως έμπορος. Ως ποιητής που τού άρεσε ο καπνός και η παρέα χωρίς καπεταναίους και μάχες. Πάντα φυτεύοντας ένα μικρό σκάνδαλο στον κόρφο της ερωμένης του και στον κόρφο αυτού του μάταιου αλλά συναρπαστικού Κόσμου.

Κανένα κορίτσι δεν είναι χορτασμένο

degas

σπουδή στον Edgar Degas

Ακούστε! Ακούστε!
κανένα κορίτσι δεν είναι χορτασμένο
χορταριασμένα είναι τα κορίτσια
άνθη και σπινθηροβόλα σπαρτά.
Κύριε, συλαμβάνεστε μού λένε τα κορίτσια στο δρόμο.
Ελάτε να μας χορτάσετε
πήραμε το στραβό δρόμο της ατέρμονης πλήξης
που μας έδειξε ο μπαμπάς
Ελάτε όμως, εσείς
πέραν της φύσεως
όπως αρμόζει στην ποίηση για Δον Κιχώτες
ελάτε να σας αυτοκτονήσουμε
ελάτε να σας γαμήσουμε όπως γαμούν τα διαβολάκια
ελάτε στις δακρύβρεχτες παρειές
Ελάτε Κύριε Γαμίκο
Κύριε Ιησού Γαμιά
το σώμα και το αίμα σας θέλουμε.
Ακούστε! Ακούστε!
Ακούστε μας
σπλάχνα διαθέτομε αχόρταγα
και γλυκό τού κουταλιού από προηγούμενο βιβλίο σας.
Μεταμφιεζόμαστε για σας
σε απαγορευμένους καρπούς
εξοστρακίζουμε φιλιά
χοροπηδούμε
Ελάτε!
είναι χαρμόσυνες οι μέρες της ζωής
ελάτε στις αρτηρίες μας και στις πυροθηλές μας
ελάτε μουσαφίρης
-έχομε τράγο απόψε-
ερωτιάρικα αστέρια να μας κοιτούν.
Κύριε, ροδοκόκκινες είμεθα ως τα τρίσβαθα
κάμνομεν κωλοτούμπες
ιερογαμίες
γαυγίζουμε σαν πεταλούδες
και σαν φίδια τυλιγόμαστε
γύρω απ’ τους οργασμούς που καταφθάνουν
και χύνουμε χύνουμε χύνουμε
σαν μυροβλύτισσες
σαν θυελλοβροχές
σαν ξεκωλιάρες
σαν γαμιόλες
σαν Αγίες.
Ελάτε Κύριε
μετά το σεξ θέλουμε πάλι σεξ
αγκαλιές
σεξ
αγκαλιές
σεξ
ελάτε να δείτε
ελάτε να θαυμάσετε το μουνί μας
και το μουνάκι μας
ελάτε με τα δάχτυλα να ψαύσετε
το γεωλογικό μας θυρεό
την κλειτορίδα μας.
Ελάτε κύριε γλωσσοκοπάνε
λαγοκοιμάται η βία στα βυζιά μας
οι ρόγες μας ζητούν να απαγγείλουν ένα ποίημα σας.
Ελάτε
-ασέλγεια εστί τρομοκρατία-
τις πορνικές σας κοκαΐνες θέλουμε
ω! Κύριε
ελεήστε μας καθώς το αίμα εβρίσκετο σε κοχλασμό
οι αδένες μας καθώς τεντώνουνε
τη γέφυρα των στεναγμών.
Ελάτε Κύριε ποιητοτροφοδότα
ελάτε Κύριε μετασχηματιστή υγρών
ελάτε Κύριε ζουλάπι
ελάτε Κύριε
το μουνί μας είναι στομάχι που θέλει φαΐ.
Κανένα κορίτσι δεν είναι χορτασμένο Κύριε.
Τα κορίτσια δεν θέλουν μπίζνες και γόνδολες
τα κορίτσια θέλουν αγάπη.
Μόνον τα κορίτσια διαθέτουν μεγαλοφυία, Κύριε.
Προς αποφυγήν παρεξηγήσεως όμως
τελειώστε το ποίημα σας και ελάτε Κύριε.
Η νεύρωσις της τέχνης προηγείται
Μα, να τελειώσετε το ποιημάτιόν σας ως εξής:
Κανένα κορίτσι δεν είναι χορτασμένο, μαλάκες.

Terra Nuova

antre

στον Νάνο Βαλαωρίτη

Περνώντας το ποτάμι, ο Άγιος Αντρέας ο Εμπειρίκος, διαβαίνοντας το διάσελο, βρήκε ξαφνικά μπροστά του την πόλη Ελμπασάν, τις αλαβάστρινες πύλες της, διάφανες στο φως του ήλιου, τους κοραλλένιους της κίονες και τις γυάλινες κόγχες της, σαν ενυδρεία όπου κολυμπούν σκιές χορευτριών με τ’ ασημένια λέπια τους.

Βρήκε αθώα κοριτσάκια σε σχήμα μέδουσας και τυφλούς εραστές κάτω απ’ τις φούστες να ψάχνουν στ’ απόκοσμα ανάκτορα τη ρωγμή στη μέση του ματιού.

Βρήκε χρυσόδετα λεξικά της αρχαιότητος γεμάτα κώλους, βυζιά και μουνάκια.

Βρήκε στρατηγούς να μαλακίζονται με πτώματα και υγρά αγόρια να γαμούν τη μαμά τους.

Βρήκε επαύλεις Ρωμαίων και σκακιέρες με σπλήνες και συκώτια και σκατό με αίμα.

Βρήκε κυρίες της αυλής να ρουφάνε το τσάι τους στα σκοτεινά σπήλαια του οισοφάγου, όπως ρουφούσαν οι δούλες στις αποικίες το σπέρμα των γονιών τους.

Βρήκε ξύλα και βίδες για να φτιάξει την κιβωτό της λαγνείας και το πλοίο που θα μεταφέρει την άπληστη λειτουργία του γαμησιού στην αγκαλιά του θεού.

Βρήκε μαγνήτες για τις ερωτικές πυξίδες που οδηγούν τους αθώους στις αλμυρές Πλειάδες και βρήκε χείλη γυναικών δίθυρα, σχισμένα στα δύο σαν τους βολβούς που γλείφουν οι καυλωμένοι χοίροι στις Ακαρνανικές ακτές.

Βρήκε εικονίσματα του Στάλιν να τα κρατούν οι τρομαγμένοι σφιχτά για να περάσουν το βάλτο που οδηγεί στις στέπες.

Βρήκε το διάολο μες στις κοιλιές των γυναικών που ανακάτευαν τα χύσια των βιαστών τους όπως ο χτίστης ανακατώνει το γαρμπίλι του.

Βρήκε όλων των ειδών τα εγκλήματα κι ανακάλυψε πως κανείς άλλος δεν μπορεί να μας πληγώσει, παρά μόνο εκείνοι που αγαπάμε.

Περνώντας το ποτάμι, ο Άγιος Αντρέας ο Εμπειρίκος, διαβαίνοντας το διάσελο, βρήκε ξαφνικά μπροστά του την πόλη Ελμπασάν και κατάλαβε κιόλας ότι πόλεις σαν κι αυτή έχουν και την ανάποδη όψη τους, που τη λεν Ουτοπία και παλαιόθεν Νεόκαστρον και Νόβιγκραντ και Terra Nuova.

Amanita verna

amanita

(απόσπασμα)

Εγκλωβισμένη μέσα στο βασανιστικό παρόν της ορθοστασίας. Εγκλωβισμένη μέσα στις γκρινιάρες αυτοκρατορίες του μπαμπά, του συζύγου, του αφεντικού.

Είναι όμορφη σαν λουλούδι που σπαρταρά από χαρά μα οι ρίζες της είναι από πόνο.

Γύρω της τα τυριά βρωμοκοπούν. Πάνω στα ράφια, στο βάθος του μαγαζιού είναι τοποθετημένες τεράστιες πλάκες βούτυρο. Τα βούτυρα ξεχειλίζουν μέσα στα παρτέρια. Είναι καλυμμένα με τουλπάνι και μοιάζουν σαν προπλάσματα κοιλιών, που πάνω τους ένας γλύπτης έχει πετάξει βρεγμένα λευκά πανιά.

Είμαι αυτός που την κοιτά. Είμαι ο άνθρωπος που την παρακολουθεί. Είμαι ο ποιητής της. Ο ποιητής είναι ένας κατάσκοπος. Είναι ο κατάσκοπος του καθενός. Δουλεύει για τον καθένα και αναφέρει στον καθένα. Ο Keats διακήρυττε πως ήταν ο κατάσκοπος του θεού. Από τότε που άρχισα να πιστεύω στον άνθρωπο άρχισα να τον κατασκοπεύω.

Έγινα κατάσκοπος του ανθρώπινου είδους. Έγινα ένα μάτι τεράστιο μέσα στο τυροκομείο. Έγινα ένα μάτι τεράστιο μέσα στο κορμί της.

Βρίσκομαι στις φλέβες της. Αδέξιος και φοβισμένος. Σκαρφαλώνω στο μυαλό της. Βλέπω ότι βλέπει. Ακούω ότι ακούει. Νιώθω ότι νιώθει. Όταν καυλώνει, καυλώνω. Όταν κατουράει, κατουράω. Όταν κλαίει, κλαίω.

Τώρα τακτοποιεί τα κεφαλοτύρια, τεμαχισμένα και χαραγμένα με φαρδιά μαχαίρια, όπως οι βράχοι με τη σκαπάνη γεμάτοι με μικρές κοιλάδες και ρωγμές.

Tακτοποιεί τα ροκφόρ, κάτω από κρυστάλλινα σκεπάσματα και φαίνεται σαν να παίρνουν όψεις πριγκιπικές, πρόσωπα μαρμαρωμένα και παχουλά, αυλακωμένα με μπλε και κίτρινες φλέβες, σαν προσβεβλημένα απ’ την αρρώστια της ντροπής των πλουσίων ανθρώπων που παραέφαγαν μανιτάρια ενώ, σε μια πιατέλα στο πλάι φαίνονται τα κατσικίσια τυριά, μικρά σαν τη γροθιά ενός παιδιού, σκληρά και γκριζωπά, θυμίζουν βότσαλα και πετραδάκια σαν αυτά που κυλούν οι τράγοι στις γωνιές των μονοπατιών.

Ζω τη ζωή της στο τυροκομείο. Ζω την ορθοστασία της και τη βαρελίσια μπόχα. Ζω το ζεστό απόγευμα που μαλακώνουν τα τυριά. Βλέπω τους μύκητες στις κρούστες να λιώνουν και να βερνικώνονται με πλούσιους τόνους κόκκινου χαλκού και οξειδίου, όμοιες με κακοφορμισμένες πληγές.

Μια δυσωδία υγρού κελαριού που σου αφήνει στο λαρύγγι κάτι σαν ατμό από θειάφι.

Είμαι πάντα εδώ μαζί της. Κατάσκοπος και ποιητής. Ποιητής και κατάσκοπος. Η κατασκοπεία είναι ποίηση. Ένα θαυμάσιο πράγμα. Μονάχα όσοι κατασκοπεύουν δεν πλήττουν.

Τρυπώνουν μέσα σ’ αυτή την εργατική φόρμα της κοπέλας του τυροκομείου. Ψηλαφίζουν όπως εγώ, το χάος της. Χαϊδεύουν τα βυζιά της όπως τα χαϊδεύει αυτή. Μαλακίζονται όπως μαλακίζεται αυτή, με το δάχτυλο, αυτό το μαγικό ραβδί.

Όλα επικοινωνούν με τη σάρκα. Όλα ξεχτίζονται και ξαναχτίζονται. Πεταλούδες και μύγες και έντομα. Το αρπαχτικό αφεντικό. Ο αρπαχτικός άντρας. Ο αρπαχτικός ποιητής, εγώ. Ο κατάσκοπος. Εγώ, που την υπνωτίζω μες στην κοιλιά του εικονογραφημένου πολέμου, που τη γιατρεύω απ’ την ορθοστασία της, που στραγγαλίζω με τα χέρια της το αφεντικό της, που σπάω με τα χέρια της το κεφάλι του συζύγου της.

Εγώ που της προσφέρω ένα δείπνο απ’ το φάγωμα των νεκρών. Τις τρελές γλώσσες των ποιητών. Των κατασκόπων. Τα πλούσια δαιμονικά εδέσματα και τις αμέτρητες μικρές εκτυφλωτικές φλόγες των επαναστατών. Τα σπλάχνα των πουλιών και των ζώων.

Την τρομερή τίγρη του Μπλέικ. Τη χελώνα του Σαίξπηρ, την ακρίδα και το γρύλλο του Κητς, το σκουλήκι του Πόου, την αράχνη του Ουίτμαν, τους ασφόδελους του Ουόρντσουορθ και τον ιπποπόταμο του Έλιοτ.

Pleurotus ostreatus

eytixid

(απόσπασμα)

Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης πήγαν από πνιγμό, από ηλεκτρική καρέκλα, από καρκίνο, από γηρατειά, ο θάνατος ήταν μια έκπληξη μια ανακατωσούρα, ο Ευτυχίδης ήταν νεκροφάγος και ο Δυστυχίδης ήταν νεκροφάγος.

Ο Ευτυχίδης ήταν ευτυχής μες στη δυστυχία του και ο Δυστυχίδης ήταν δυστυχισμένος μες στην ευτυχία του. Και ήταν η ζωή που έχωσε ένα κουτάλι στο στόμα τους. Ένα μαχαίρι, ένα πιάτο, ένα νοικοκυριό.

Ήταν η ζωή μια γελαστή αρρώστια για τον Ευτυχίδη και μιαν άρρωστη γελοιότητα για τον Δυστυχίδη. Ο ένας άκουγε δοξαστικούς ψαλμούς μέσα στην πικρή καταραμένη νύχτα και ο άλλος κυλούσε σαν μοναχικός τροχός κάτω από λαμπρά φορέματα.

Ο ένας ήταν η νίκη της ζωής και ο άλλος πονούσε βαθειά μέχρι το κόκκαλο και τις πατούσες. Μέχρι την άκρη του πούτσου του. Πονούσε μέχρι το στομάχι και τον κώλο.

Ο Δυστυχίδης κληρονόμησε την ευτυχία του, όπως και ο Ευτυχίδης κληρονόμησε την δυστυχία του. Μα ο θάνατος είναι αισιόδοξος και τούτο τους βοηθούσε να προχωρούν εμπρός. Να ταΐζουν με τα χέρια τους ο Ευτυχίδης την ευτυχία του Δυστυχίδη και ο Δυστυχίδης την δυστυχία του Ευτυχίδη.

Η δυστυχία του ενός και η ευτυχία του άλλου συνεργάζονται πυρετωδώς. Μαζί ζευγάρωσαν χτίζοντας τους κίονες μπροστά στους νεκροθαλάμους των Φαραώ, τα βαβυλωνιακά τόξα πύλης, τα τζαμιά του Ισλάμ, τους ναούς των Ινδιών, τις πυραμίδες των Ίνκας, τα ανάκτορα από τις Χίλιες και μια Νύχτες, τις αλγερινές ακροπόλεις, τα προϊστορικά βάζα και τις υδρίες, τα προκατακλυσμιαία σαλιγκάρια και τα εξωτικά ζώα, τα τροπικά φυτά και τα μαντζούνια, τους ειδωλολατρικούς θεούς και τους ομίλους προφητών και ευαγγελιστών, τους προσκυνητές στον Πανάγιο Τάφο, τους λαβύρινθους και τις κατακόμβες.

Η ευτυχία και η δυστυχία παίζουν το φλάουτο που γιορτάζει τη βεβήλωση της δημιουργίας. Τρομερές σκούπες αγάπης και μίσους. Τρομερές γαλιάντρες πάνω απ’ το μακρύ νεκρό σώμα του Τίποτε.

Φωλιάζουν στα σπυριασμένα κορμιά των δαιμόνων. Αλωνίζουν μέσα στις μήτρες. Επιστρέφουν ξανά και ξανά. Εδώ ως Εύα με τον όφι του παραδείσου, εκεί ως βασίλισσα του κόσμου, εδώ ως κυρίαρχος των σπηλαίων, εκεί ως άγγελος του πύργου, εδώ ως Αφροδίτη, εκεί ως Σφίγγα με φτερά, εδώ ως παρθένος Μαρία, εκεί ως αρχέτυπο ιέρειας ναού.

Σκυλιά γαβγίζουν, κότες κακαρίζουν. Γύρω η κίνηση της καθημερινής ζωής. Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης ζουν για τον εαυτό τους, ο καθένας στην απομόνωσή του, ο ένας συντηρώντας αυτό που έχει ο άλλος, περιμένοντας να τους ξεμπροστιάσει η κρύα σκοτεινιά.

Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης σηκώνουν τα χέρια τους στον ουρανό, σα να ζητούν να χαιρετήσουν τον αρχιμάστορα ή να υποδεχτούν τα χάδια του.

Σκυλιά γαβγίζουν, κότες κακαρίζουν.

Amanita phalloides

hannah

(απόσπασμα)

Έφτασα στην αίθουσα των Φωτογραφίσεων. Φόρεσα ένα φράκο. Μου ταίριαζε. Υπήρχαν εκεί στρατιωτικές στολές, αθλητικά ρούχα, χειμωνιάτικα και καλοκαιρινά, ρόμπες σπιτιού και μπάνιου, πουκάμισα με κοκοφοίνικες, φράκα, ρούχα περιπάτου, μα εγώ διάλεξα ένα φράκο. Μου ταίριαζε.

Στη μέση της αίθουσας υπήρχε μια φωτογραφική μηχανή. Πήγα να φωτογραφίσω. Τι πράγμα; Το πράμα. Ένα ωραίο ζουμερό πράμα. Ένα πράμα που δεν είναι πράγμα, αλλά κάποιοι νομίζουν πως είναι πράγμα.

Εκείνο που είδα αμέσως σαν αντικείμενο φωτογράφησης ήταν μια φωτογραφία που έδειχνε ένα μουνί. Μια απ’ τις πολλές που κρεμόταν στους τοίχους. Όμως, σαν πρόσεξα το υγρό φιλμ, είδα κάτι που δεν είχα φωτογραφίσει. Είδα το ίδιο το μουνί κι όχι τη φωτογραφία της φωτογραφίας του στον τοίχο. Μου φάνηκε ζωντανό. Μου φάνηκε σα να με φίμωνε και σα να μ’ έδενε.

Πήρα κι άλλη φωτογραφία. Πάλι το μουνί στο φιλμ. Αυτή τη φορά φάνηκε να απαιτεί να φιμωθώ και να δεθώ μόνος μου. Έκανα και τρίτη λήψη. Πάντα ξεφύτρωνε το μουνί στη φωτογραφία.

Έτρεξα έξω από την Αίθουσα Φωτογραφήσεων. Φοβόμουν. Έτρεμα. Πνίγηκα στον ιδρώτα. Ίδρωσα τόσο πολύ, όσο ποτέ άλλοτε. Παραμιλούσα, χωρίς να το θέλω. Προσπάθησα να σταματήσω, αλλά δεν τα κατάφερα. Παραμιλούσα συνεχώς. Έλεγα την ίδια λέξη. Ύστερα δεν ήξερα τι είδους λέξη ήταν. Σαν να ήταν η λέξη «μουνί» που έλεγα. Αυτή τη λέξη κι έπειτα μιαν άλλη.

Καθώς ήμουν στο κατώφλι για την επόμενη αίθουσα που βρισκόταν παραπλεύρως της Αίθουσας Φωτογραφίσεων άκουσα ξαφνικά φωνές. Ήσαν αντρικές. Φώναζαν. Κάτι έλεγαν. Μου φάνηκε πως φώναζαν εμένα. Αλλά δεν καταλάβαινα καλά. Με καλούσαν. Με φώναζαν. Έπαιζαν χαρτιά. Τώρα μπορούσα να τους δω. Καθένας τους ήταν ένα μουνί. Όλοι έμοιαζαν μεταξύ τους. Μου έμοιαζαν. Έμοιαζα με όλους τους. Ήμουν ένα μουνί σαν κι αυτούς.

Με καλούσαν ξανά και ξανά.
-Έλα, έλα.
-Λοιπόν, τι κάνω; ρώτησα.
-Να παίξεις μαζί μας, απάντησαν.
-Ποιοι είστε; ρώτησα.
-Εγώ, είπε ο πρώτος, είμαι το μουνί.
-Και ποιος είναι ο δεύτερος; ρώτησα.
-Το μουνί, επίσης, απάντησαν.
-Κι ο τέταρτος, ο πέμπτος, ο έκτος;
-Όλοι είμαστε μουνιά.
-Και τότε εγώ ποιος είμαι;
-Κι εσύ είσαι ένα μουνί, μου απάντησαν.
Κάθισα δίπλα τους. Ένα παιχνίδι τέλειωσε.
-Εμπρός, είπαν. Είσαι μέσα.

Ανακάτεψα τα χαρτιά και μοίρασα. Παίξαμε.

-Είμαι το μουνί για τη Δικαιοσύνη, είπε ο ένας τους.
-Είμαι το μουνί για την Εκπαίδευση, είπε ο δεύτερος.
-Είμαι το μουνί για τη Βιομηχανία και το Εμπόριο, είπε ο τρίτος.
-Είμαι το μουνί για τα Πολιτικά, είπε ο τέταρτος.
-Είμαι το μουνί για την Άμυνα και την Πολεμική, είπε ο πέμπτος.
-Είμαι το μουνί για τα Εκκλησιαστικά, είπε ο έκτος.
-Και τότε τι είμαι εγώ; ρώτησα.
-Είσαι το μουνί για την Αστυνόμευση, μου απάντησαν.
-Εντάξει, φώναξα. Που είναι το τηλέφωνό μου;
-Μπροστά σου, απάντησαν.
Ναι, εκεί ήταν. Σήκωσα το ακουστικό και πήρα το νούμερο.
-Εμπρός, είπε κάποιος στην άλλη άκρη της γραμμής.
-Το μουνί, είπα, βρίσκεται στο ακραίο και βαθύτερο δωμάτιο, στις κατακόμβες. Μετά την Αίθουσα Φωτογραφήσεων. Τρέξτε γρήγορα, αλλιώς θα πεθάνει. Περιμένετε, θα σας δείξω το δρόμο. Έρχομαι….

A la maniere de la mort

mynix

στο Βάσο

(σαράντα ημερονυχτίων κοίμησις Θάνου Α.)

 

Ο ετοιμοθάνατος χτύπησε το κουδούνι.
Ήρθαν οι χλωμές νοσοκόμες
-με όλη την κάθυγρη σεμνότητά τους-
να πιάσουν τον τελευταίο σφυγμό.
Μπήκαν οι φίλες και οι γυναίκες
οι ερωμένες και τα κορίτσια
και ο ιεροκήρυκας έγινε μες στις αγκαλιές τους
ένας άνθρωπος διεφθαρμένος απ’ τη φύση
αφού, δεν είχε καταφέρει να εξηγήσει τι εστί
διεφθαρμένη φύση του θανάτου.

Ω! Συγχώρεσέ μας Μαρκήσιε Ντε Σαντ.

Devil Got My Woman

eikonisma

Ερχόμαστε κατεβαίνοντας από τη Σκλάβαινα και από τα Ακαρνανικά όρη.

Σταματήσαμε στο δρόμο μας για να πιούμε λίγο νερό.

Υπήρχε ένα μικρό λευκό μνημείο δίπλα στη βρύση στην άκρη του δρόμου. Πάνω στη στροφή. Προχώρησα προς το εικόνισμα για να δω.

Το τζαμένιο πορτάκι του ήταν μισάνοιχτο και τα καντήλι φρεσκοαναμμένο. Ακουγόταν το λάδι που τσιτσίριζε. Στο κέντρο υπήρχε πάνω στο μάρμαρο μια φωτογραφία.

Ήταν η κλασική φωτογραφία ενός ζευγαριού μπροστά στο κατώφλι ενός σπιτιού της Αμερικής.

Ο άντρας έμοιαζε με κάποιον αμερικάνο εφευρέτη και η γυναίκα που στεκόταν δίπλα του ήταν κουλουριασμένη πάνω του, αφοσιωμένη σ’ αυτόν, με λευκό δέρμα και πλατύ χαμόγελο.

Ήταν μια από κείνες τις μεγαλόσωμες χαδιάρες γυναίκες του παρελθόντος που φορούσαν αυτές τις μεγάλες φούστες κι αυτές τις ψηλές, γεμάτες σιρίτια μπότες.

Πάνω στο μνημείο υπήρχαν μερικά λόγια και ένα ποίημα στα αγγλικά.

I’d rather be the devil, to be that woman man
I’d rather be the devil, to be that woman man
Aw, nothin’ but the devil, changed my baby’s mind
Was nothin’ but the devil, changed my baby’s mind

I laid down last night, laid down last night
I laid down last night, tried to take my rest
My mind got to ramblin’, like a wild geese
From the west, from the west

The woman I love, woman that I loved
Woman I loved, took her from my best friend
But he got lucky, stoled her back again
And he got lucky, stoled her back again

Ευχές Και Άλλες Ωμότητες

eyxew

Εύχομαι συνήθως, στις φίλες και στους φίλους μου καλό Πεθαμό και στους θεούς Καλή Ανάσταση. Οι άνθρωποι είναι ζωντανοί ενώ οι θεοί πεθαμένοι και δια παντός ανύπαρκτοι.

Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη έναν αξιοπρεπή θάνατο, δηλαδή μιαν ουσιαστική και αληθινή ζωή. Τη συνένωση του γίγνεσθαι με το Είναι, διότι ο άνθρωπος ζει μια και μοναδική φορά αλλά αν το κάνει σωστά μια φορά είναι αρκετή.

Ξέρουμε πως η ζωή είναι τέχνη κι εμείς οι καλλιτέχνες του βίου μας. Και ξέρουμε πως δεν πρέπει να παίρνουμε τη ζωή στα σοβαρά αφού έτσι κι αλλιώς κανείς δεν βγαίνει απ’ αυτήν ζωντανός.

Το να μην παίρνουμε όμως τη ζωή στα σοβαρά δεν σημαίνει ελαφρότητα, αλλά πάθος. Δεν σημαίνει βόλεμα και κωλοτρίψιμο με την εξουσία, αλλά άρνηση της εξουσίας και του βλοσυρού ιερατείου που την διακονεί.

Κοιτάξτε αυτούς που εγκαταλείπουν την οδό της Αρετής και μπήγουν τα γέλια σαν κοκόρια. Και μιλάω για κοκόρια γιατί αυτά τα όντα δεν βγαίνουν με κανέναν τρόπο απ’ τη φύση τους, όχι τόσο από αδυναμία όσο από περηφάνια.

Και μιλάω για κοκόρια αφού δεν μπορώ να φανταστώ αυτά τα πλάσματα να εκστασιάζονται μπροστά στην ίδια τους την αδυναμία και την αμάθεια όπως ο άνθρωπος, ο ευλογημένος και θεϊκά παραμυθιασμένος από κάθε μισαλλόδοξη σκατούλα.

Μες στο φριχτό και απαίσιο ασκήμισμά του απ’ τις πατρίδες και τις θρησκείες ο ανθρωπάκος κάθεται δυστυχισμένος και καταθλιπτικός πίνοντας καφέδες και κλαίγοντας τη μοίρα του. Αλλά κυρίως μοιράζοντας ευχές.

Οι ευχές είναι τζάμπα και ξεστομίζονται εύκολα. Οι άνθρωποι εύχονται βλακωδώς και συνεχώς. Ευχές όλο ευχές. Μαλακισμένες ευχές. Χαζοχαρούμενες ευχές. Ευχές τηλεφωνικές, ομαδικές, διαφημιστικές. Ευχές του κώλου, άσχετες και ψεύτικες. Υποκριτικές.

Σας εύχομαι χρόνια πολλά, υγεία με την οικογένειά σας μου λένε και μου γράφουν. Μα εγώ θέλω να τους ευχηθώ την πιο αληθινή και ουσιαστική ευχή. Σας εύχομαι καλά γαμήσια. Ουσιαστικά και φυσικά και αβίαστα. Και σε σας και στην οικογένειά σας.

Veni, vidi, vici

A Syrian boy holds a bird in his hand that he said was injured in a government airstrike hit the neighborhood of Ansari, in Aleppo, Syria, Sunday, Feb. 3, 2013. The Britain-based activist group Syrian Observatory for Human Rights, which opposes the regime, said government troops bombarded a building in Aleppo's rebel-held neighborhood of Eastern Ansari that killed over 10 people, including at least five children. (AP Photo/Abdullah al-Yassin)

Είναι αυτή η ηλεκτρισμένη αυγή. Γύρω στα χωράφια τσόφλια από αυγά. Κονσέρβες και μυρουδιά από κάτουρο. Ωχρά και ζαρωμένα παιδιά στα περίχωρα του κόσμου των ανθρώπων.

Εδώ νοιώθεις την μυρουδιά και τον ήχο του ταξιδιού. Κοιμόμαστε σε χωράφια και χαντάκια, δίπλα σε στάσεις λεωφορείων και χορταριασμένες καντίνες στην άκρη του γκρεμού αυτού του κόσμου.

Μας ξυπνάει αυτός ο παράφορος ήλιος της πατρίδας. Ο ήλιος της ανατολής. Σαν το σινιάλο που ειδοποιεί για το τέλος των πρόσκαιρων ονείρων της κούρασης.

Όσες ελπίδες είχαν απομείνει τις μάζεψαν με τις σφουγγαρίστρες. Ήγγικεν η ώρα τις ύστατες σκέψεις ν’ αδειάσουμε. Η μέρα στο προσκήνιο εισέρχεται σαν το λεπρό.

Κοπέλες για όλες τις δουλειές. Λαμπάδες από αίμα. Τραγουδήστε μας ένα παλιό τραγούδι γιατί εδώ έχει μονάχα σιωπή. Για να σας φέρω πιο κοντά κλείνω τα μάτια ευτυχισμένες μέρες. Λειαίνω μέρα νύχτα τα ξόανά σας.

Έγγραφα βρεγμένα και στρατηγοί σαν στρείδια κολλημένα στο θρόνο της αιώνιας σφαγής.

Ένα δόντι που λείπει, μια καταφαγωμένη μύτη, μια χαλασμένη μήτρα. Οποιαδήποτε φυσική ασχήμια ή ατυχία επιδεινώνει την τραγωδία, είναι μια πρόσθετη νοστιμιά που θα διεγείρει τις πρόστυχες ορέξεις των ευρωπαίων. Αυτές τις μάζες από οστά και άκαμπτα σφιχτοκουμπωμένα κολάρα.

Ο αιώνιος κύκλος. Κατσαρίδες και μύγες. Γηραιά ήπειρος. Η σανίδα απ’ το θλιβερό ναυάγιο του διαφωτισμού.

Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, μην ασχολείσαι πια μαζί μας. Έχει αναλάβει ο διάολος. Τα δαιμόνια με τη σταχτωμένη ράχη που χασμουριούνται σαν πλανόδιοι πωλητές αντισηπτικών.

Οι κύβοι έχουν ριφθεί. Οι σοφοί που τους φάγαν τα ποντίκια σαπίζουν στα υπόγεια της ακαδημίας.

Ο εφαρμοσμένος ανθρωπισμός είναι οι φράχτες και τα παλούκια. Η αειπάρθενη φιλεύσπλαχνη Μαρία που ξέχασε να μας ευλογήσει. Για να κερδίσουμε ένα ανελέητο καρβέλι, ξερό όπως το μούτρο του πλουτοκράτη που έχει τη γεύση του αίματος και της σφαγής.

Παιδιά που σας κατέστρεψα παραδίδοντάς σας μαθήματα που δεν πιάνουν τόπο. Ο χάρτης της Συρίας που σας έδειξα. Φρικιαστικές βαθιές ρυτίδες. Αδέσποτα δηλητηριασμένα απ’ τους κερατάδες. Θα χρειαστείτε όπλα για να καταφέρετε να πεθάνετε σαν άνθρωποι κι όχι σαν ταλαίπωρα ζώα.

Μα εγώ δεν έχω να σας προσφέρω τίποτε εκτός απ’ τη φωνή σας. Γιατί το μεγάλο μου όπλο είναι η φωνή σας.

Μιλώ με τη φωνή σας μες απ’ τις χαραμάδες και τις σχισμές, μες απ’ τη ναρκωτική λευκότητα που οι κυματιστές σημαίες των κρατών προσφέρουν ληθαργικά στους συμπολίτες μου. Στους εν Χριστώ και εν Φθόνω αδερφούς σας.

Είμαι καθηγητής σ’ ένα σκοταδερό λύκειο. Έχασα τη φωνή μου παραδίδοντας μαθήματα.

Victoria Secret

apollonia

Μυρουδιές από εχθρούς και φίλους. Μυρουδιές από ποιήματα και παιδική ηλικία. Σκυλιά και γάτες που οριοθετούν την κυριότητα της κτήσης τους κατουρώντας. Θαμμένες τρούφες που μυρίζουν σαν ξαναμμένοι χοίροι προσκαλώντας τα θηλυκά γουρούνια για ζευγάρωμα. Χημικά ερεθίσματα, οσμές απ’ τους αστρικούς βάλτους της προϊστορίας.

Αρσενικά και θηλυκά, μέσα στην ανεπαίσθητη και αφροδισιακή κοσμογονία, περιμένουν το ζευγάρωμα. Τον αλληλοσπαραγμό. Μυρμήγκια που βρίσκουν το δρόμο τους για τα ψίχουλα. Μέλισσες εργάτριες, χρήσιμες αποδοτικές υπηρέτριες. Σφήκες και τερμίτες δεμένα από έναν αόρατο σπάγκο οσμών στρατευμένα στη συλλογική εργασία και την άμυνα. Ορμόνες των θηλυκών.

Σωματικές διακηρύξεις. Έτοιμες δεσιές για τα φαλλικά μελτέμια. Μιαν αυτοκρατορία επιθυμιών και πόθων. Καλέσματα για γάμους μέσα στον πελώριο ερωτικό αντιδραστήρα του σύμπαντος. Ένα κύκλοτρο που το γυρνά η απαράγραπτη νύξη της χαράς.

Με τις μυρουδιές σου χαίρομαι και καυλώνω. Με πολιορκείς και σε πολιορκώ. Σε μυρίζω και με μυρίζεις εκεί στο δέλτα της ποιητικής κοίτης και της θάλασσας του οργασμού. Ακατάσχετοι και οι δύο προκαλώντας χτυποκάρδια και υγρά. Μια ζέστα απ’ τα έγκατα, μια σπερματική πλημμυρίδα παραδομένη στην ενεδρεύουσα τυχαιότητα.

Εντομολόγοι και στοργικοί πατεράδες που έχουν κλεισμένα θηλυκά στο κλουβί. Αρσενικά που χτυπιούνται πάνω στα κάγκελα του κλουβιού και πάνω στα παραθυρόφυλλα, παρασυρμένα από μυρουδιές και ορμονικά σήματα. Πλάσματα μαγεμένα απ’ το φλάουτο κάποιου αόρατου αυλητή.

Οι ξελογιάστρες του Μεσαίωνα που έβαζαν καθαρισμένα μήλα στις μασχάλες τους μέχρι να ποτιστεί απ’ τον ιδρώτα τους, για να το προσφέρουν στους εραστές τους. Αγόρια και κορίτσια που χαϊδεύουν τα τρυφερά τους αιδοία πλησιάζοντας τα δάχτυλα στα ρουθούνια.

Παράγοντας καύσιμη ύλη και σπινθήρες χαράς μέσα στο καζάνι του κορμιού. Εκεί που βράζουν όλα τα εκρηκτικά και αρχέγονα αισθήματα. Η οργή, ο πόθος, ο φόβος. Πρόγονοι και απόγονοι εις σάρκαν μία. Μέσα στα δίχτυα των οσμών. Έτοιμοι για μετάληψη μετά τις υπερούσιες μάχες και τον υπαρξιακό σπασμό.

Ο Ναπολέων μετά τη μάχη στο Μαρένγκο που στέλνει μήνυμα στην καυλωμένη Ιωσηφίνα: «Επιστρέφω σε τρεις μέρες. Μην πλυθείς»

Femen

fem

Όταν διαολίζομαι με τους συμπολίτες μου καταφεύγω στους μεγάλους συγγραφείς. Αυτούς δηλαδή που αγαπώ όχι γιατί ήτο ρομαντικοί, λυρικοί, ποιητικότατοι, αλλά γιατί το έργο τους είναι ένα κριάρι της αρβανιτιάς που το ’σκασε απ’ το μεγάλο μαντρί για να ζήσει ελεύθερο και πεισματάρικο σ’ ένα κατσάβραχο. Είναι αυτοί που τα βάλαν με τους θεούς, δηλαδή τους πρόστυχους ανθρώπους που επινοούν θεούς και δαίμονες για να ευνουχίσουν τον καυλωμένο όχλο. Ο αδελφός εν Αληθεία Αντρέας Λασκαράτος βάζει έναν πατέρα να ορμηνεύει το παιδί του ως εξής:

Ο φρόνιμος άνθρωπος παιδί μου, έτσι κάνει τις δουλειές του. Ο όχλος είναι ένας γάιδαρος όπου πρέπει να ξέρεις να τον καβαλικέψεις για να προβατείς με τα πόδια του και να μη χαλάς τα δικά σου. Η κυβέρνηση είναι ένα μεγάλο τυρί, που, για να μπεις μέσα και να το φας πρέπει να πας κωλοσυρτά και γλυφτά να κάμεις την τρύπα αρχίζοντας απ’ τη μούργα.

Και φυσικά εσύ που θέλεις να γίνεις κυβέρνηση αφήνεις το λαό στις πλάνες του. Βυθισμένο στα σκατά της ορθοδοξίας και μισοπνιγμένο στο βόθρο των εθνικών συμβόλων. Και φυσικά στη σκοταδιστική μας πολιτεία κανένας σύλλογος δεν καταδικάζει το σκοταδισμό. Την εκμετάλλευση από τους αγύρτες που κάθε τόσο περιφέρουν πόδια, χέρια, νεφρά και κεφάλια αγίων εις την αχόρταγη δια παραμύθια της Χαλιμάς επικράτεια. Στην μικρή μας σκατούπολη ο σύλλογος εμπόρων και ο σύλλογος ιατρών και ο σύλλογος καθηγητών και ο σύλλογος δικηγόρων και ο σύλλογος λοιπών άλλων, δεν βγάζουν άχνα για την απατεωνιά των παπάδων που περιφέρουν πριονίδια του τιμίου ξύλου για να σνιφάρουν οι πιστοί.

Διαβάζω συχνά τους αγαπημένους μου συγγραφείς που πολέμησαν απροκάλυπτα την ιδιοκτησία και τον πουλημένο γάμο. Τη θρησκεία και τους κλαψομούνηδες νομπελίστες. Όταν ο Ηλίας Πετρόπουλος επισκέφτηκε τον Γιάννη Σκαρίμπα στην Χαλκίδα έγραψε:

Ήταν άνοιξη. Το δρομάκι και το σπίτι του Σκαρίμπα
γεμάτα αυτοφυείς ανθισμένες κίτρινες μαργαρίτες.
Το σπίτι δίπατο. Ανέβηκα στο πάνω πάτωμα.
Μια μεγάλη ταράτσα και το μικρό διαμέρισμα
του Σκαρίμπα, με θέα προς την πόλη.
Η πόρτα ανοιχτή. Ο Σκαρίμπας, όπως πάντα,
καθότανε διπλοπόδι στο ντιβανάκι του, ανάμεσα
στο παράθυρο και στο τραπέζι.
Στάθηκα στο κατώφλι και του είπα ποιος είμαι.
Πετάχτηκε όρθιος. Ήταν κοντούλης και μικροκαμωμένος.
Μα όταν άρχισε να μιλάει. μεταμορφώθηκε σε θεό.
Του είπα ότι μου αρέσει ο μαχαλάς του και ρώτησα
πότε αγόρασε το σπίτι. Αμέσως ξέσπασε.
Θα ήτο σκάνδαλον! – μου απάντησε – δεν έχω σπίτι,
μένω με ενοίκιο. Και λίγο αργότερα, προσέθεσε:
μισώ την ιδιοκτησία, τι με πέρασες Σεφέρη;»

Καλός Λύκος

antonakos-cortasar

Την Παρασκευή 22 Μαΐου στις 9:30 μ.μ οι εκδόσεις Bibliothèque σας καλούν στη πρώτη παρουσίαση των ποιητικών συλλογών

Α Ν Τ Ω Ν Η Α Ν Τ Ω Ν Α Κ Ο Υ
“Καλός Λύκος

και

Χ Ο Υ Λ Ι Ο Κ Ο Ρ Τ Α Σ Α Ρ
“H σύνθλιψη των Σταγόνων”
σε μετάφραση
ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ

Θα μιλήσουν οι Βασίλης Λαλιώτης, Γιάννης Ζελιαναίος και ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος.

Ποιήματα του Κορτάσαρ θα διαβάσει η Θέκλα Τσελεπή.

Ποιήματα του Αντώνη Αντωνάκου θα διαβάσει ο Δημήτρης Πουλικάκος.

Μετά τη παρουσίαση θα ακολουθήσει πάρτι με μουσικές διαλεγμένες απ΄τα χεράκια του Bill Hunchback.

είσοδος ελεύθερη :
Όλοι οι καλοί λύκοι χωράνε, καμμιά φορά χωράνε και οι κακοί λύκοι

https://www.facebook.com/events/466006823563380/

Εορταστικόν

pomp5-271x300

Τι αχρεία δουλειά κι αυτή
λέξεις να ψάχνεις για να υμνήσεις το μουνί
-γιατί πολλές φορές οι λέξεις
ενοχλούν τους κακογάμητους-
αχ, όταν εσύ θεά μού ξεσηκώνεις την ψωλή
κι εγώ ζητώ το δίκιο μου

Το παστίτσιο της αρχιεπισκοπής

to pa

Άλλοι πολεμούν κι άλλοι λιβανίζουν τους πεθαμένους.
Κάποιοι αύριο θα έχουν βγει ήδη στην παρανομία της αιωνιότητας.
Με το βαζάκι τους και τα κέρματα να βροντούν.
Άλλους θα τους μαζέψει ο μπόγιας. Το Αλλοδαπών.
Η Κική Δημουλά θα τους εντοιχίσει στο ποίημα της.
Και στη φτωχή αστική της μοναξιά.
Ο Τίτος Πατρίκιος θα απαγγέλει στεντόρεια στην Κοτζιά.
Ποιήματα της ήττας.
Γέροι ετοιμοθάνατοι απ’ τα ιδιωτικά τους θεραπευτήρια
θα αγναντεύουν εξωγήινους Πακιστανούς.
Την ορθοδοξία να κατουρά το Ισλάμ.
Την αρχιεπισκοπή να μοιράζει παστίτσιο.
Γεύματα αγάπης και επιδόρπια μίσους.

Ω μη λησμονάτε τη χώρα μου βροχούλες.
Το λιοστάσι μου.
Να βγάλω και φέτος το λαδάκι της χρονιάς.

Ο Θεοχάρης και η Θεία Χάρις

o ueoxariw

Την ώρα που η ελληνική επικράτεια βυθιζόταν στο πένθος, διότι τα άτιμα συμφέροντα καρατομούσαν τον αδιάφθορο φοροεισπράκτορα και πουτσαρά Θεοχάρη, η Ντέμπορα Ντε Ρομπέρτις, καλλιτέχνης απ’ το Λουξεμβούργο, έδειχνε το μουνί της στους επισκέπτες του μουσείου Ορσέ, όπου βρίσκεται ο πίνακας του Γκυστάβ Κουρμπέ, Η προέλευση του κόσμου. Φορώντας ένα χρυσό φόρεμα, κάθισε στο πάτωμα και φανέρωσε στους πιστούς φιλότεχνους την προέλευση του κόσμου. Έδειξε τη σάρκα, τη σχισμή και τις τρίχες του μοντέλου. Φανέρωσε μπροστά στον καλυμμένο καπιταλιστικό σεξισμό, αυτό που η αλήθεια της γύμνιας της δεν μπορεί να κρύψει. Αυτό που οι προτεστάντες της οικονομίας το μοσχοπουλάνε, αφού πρώτα το καλλωπίσουν με τα νυστέρια τους. Αφού το κλαδέψουν με θεοκρατική προσήλωση και το λιντσάρουν με ισλαμική εμμονή. Μέσα στη βαθειά παρακμή και την κατάρρευση, η γυναίκα αντιμετωπίζεται με βιβλική αυτοταπείνωση και μαζοχισμό. Η κινητήριος δύναμη όλων των παραδείσων γίνεται μανταρίστρα ευνουχισμένων αρσενικών στην κόλαση του νέου εργασιακού μεσαίωνα. Γίνεται μηχανή που κόβει κρέας για τα πεδία των μαχών της ανάπτυξης. Της Ευρώπης των λαών που πολτοποίησε ο τραπεζίτης για να μπορεί να ελέγχει τη μελλοντική χασούρα. Μέσα στα εργαστήρια των κρίσεων ο πρώτος που μαχαιρώνεται και σφάζεται είναι ο κουμουνιστής Έρως. Ο επικίνδυνος οπαδός της ελευθερίας. Αυτός που δεν δολοφονεί παιδιά στις φαβέλες για να απολαύσουν ανενόχλητοι οι διεφθαρμένοι μικροαστοί της δύσης κρύα μπύρα και μουντιάλ. Αυτός, ο αληθινός έρωτας για ζωή και ποίηση που βάζει μπουρλότο στα καθεστώτα. Αυτός ο Έρωτας που δεν έχει αρβύλες και ράσα και ψυχοφάρμακα. Αυτός ο Έρως-Ήλιος που όταν μιλά τα σκοτάδια σιωπούν. Ω πιστοί, όλων των θρησκειών κι όλων των μαγαρισμένων εθνών, δείτε σε ζωντανή μετάδοση την προέλευση του κόσμου. Δείτε τη μεγάλη έκρηξη μέσα στη μήτρα και νιώστε αυτό το σφυροκόπημα του φαλλού-δημιουργού. Μην ψάχνετε θεούς και δαίμονες. Η θεία χάρις βρίσκεται μέσα στο μουνί της γυναίκας. Κι εσείς δυστυχισμένοι ραχιτικοί επιστήμονες που εργάζεστε νυχθημερόν μέσα στο σκανδαλώδες υπερτροφικό εγώ του καπιταλιστή, μην ψάχνεται για σωματίδια του θεού και κολοβακτηρίδια της παναγίας. Γυρίστε την επιστήμη σας για να ανακουφίσετε τα δισεκατομμύρια μισοπεθαμένων υπάρξεων του πλανήτη. Γυρίστε την επιστήμη σας σε δροσερή πηγή με καθαρό νερό κι όχι στη χαβούζα της ελεύθερης αγοράς. Βάλτε το βασιλιά ήλιο κορώνα πάνω απ’ τους απάνθρωπους βωμούς. Ψηλαφήστε με τα γυμνά σας δάχτυλα, αυτή την υγρή αιωνιότητα της προέλευσης του κόσμου.

Με τα υλικά της κρίσης

me ta ulika

Με τα υλικά ετούτα φτιάχνεις ένα
δύστροπο μέλλον. Ένα στραβό
καλυβάκι σε μια πλαγιά. Χτίζεις
ένα στάβλο, για να σταβλίσεις τόσο
πόνο που εβγήκε μονοκοπανιά στο
αναγνωστικό κοινό και αναστέναξε
κι έκανε ένα βήμα πίσω και σκόρπισε.
Κι οι ηδονές του πέρασαν απ’ το
συμβούλιο της Επικρατείας και τον Άρειο
πάγο. Και οι καύλες του χώρεσαν στη
σχισμή απ’ το παγκάρι και οι κόποι μιας
ζωής εγίναν φευγαλέα απροσδιόριστη
ανάμνηση. Με τα υλικά ετούτα μπορείς
να εξαχνώσεις τις περίλυπες υπάρξεις
να λαδώσεις το εντεράκι του εθνικισμού,
να βοηθήσεις τα περήφανα κόπρανα
κάθε αυταπάτης να γίνουν λίπασμα στο
χωραφάκι του θεού, να γίνουνε γαρούφαλλα
στο πέτο του διαβόλου.

Τα περί εαυτού πάθη

ta peri

Είναι ζήτημα αν θα πιάσουν τόπο οι τόσες μου προβοκάτσιες.
Ο βαθύς λυρισμός που μου βγαίνει σαν έκκριση.
Σαν θείο υπόλειμμα κάθε πόνου που πέρασα.

Είναι ζήτημα αν θα τεκνοποιήσουν τόσα γραφτά.
Είναι ζήτημα αν βγαίνει ζουμί.
Κι αν τα γηροκομεία ποιητών έχουν θέση για μένα.
Μια θέση στον ήλιο.
Στο μπαλκόνι που έχει θέα στο ακάλυπτο μέλλον.
Μια θέση για τον κραταιό αμετανόητο λύκο
που πέρασε μια ζωή ξεροσφύρι.
Χωρίς να ρίξει μια δαγκωνιά σ’ ένα αρνί.

Ο μεσάζων

o mesazon

Αυτός που τραγουδά είναι ο εαυτός μου.
Είναι αυτός που στύβει τις πέτρες.
Ο μεσάζων που ξέρει πόσο άγρια είναι
η αγάπη. Αυτός που ανεβαίνει ένα
βουνό και κατεβαίνει μια θάλασσα.
Αυτός που υπήρξε σκυλί ολόγυρα
στα φιλιά της. Που υπήρξε νύχτα
στον κόρφο της και ποταμάκι στην
ωμοπλάτη της. Αυτός που δεν έστερξε
σε καμιά φαντασία. Αυτός που δεν
είχε ταξιδιωτικά έγγραφα κι έβγαζε
μεροκάματο απ’ τη χαρά της ζωής.
Και ξεζούμιζε τα υπέροχα στητά
βυζάκια της αιωνιότητας. Και τώρα
είναι αυτός που τραγουδά, περιμένοντας
ανταπόκριση. Περιμένοντας να γίνει ξανά
ο αγαπητικός της βοσκοπούλας κι ο
εραστής της Λαίδης Τσάτερλυ.
Περιμένοντας τον υπερσιβηρικό
να τον πάει ξανά σε εκείνο το
κακόφημο Βλαδιβοστόκ της ουτοπίας.

Στα δάχτυλά της

sta daxtyla

Βρέθηκα σ’ ένα χολ όπου το πράσινο χρώμα των τοίχων έδινε την εντύπωση ενυδρείου. Όλα εκεί μέσα ήταν σταματημένα, συγκρατημένα μέσα στον απογευματινό λήθαργο. Τη σκληρή αντηλιά έκοβαν κουρτίνες που τις συγκρατούσαν πιάστρες στολισμένες με φούντες. Ένας αχνιστός αέρας ερχόταν από κοντινούς ή απόμακρους χυμούς της πόλης. Ζεστός, ώριμος και λίγο σάπιος. Τα απογεύματα του καλοκαιριού κρύβουν μια μαγεία που είναι αφόρητο να υποφέρεις μόνος. Μυρουδιές από κλειστές ντουλάπες, μηχανές, υφάσματα και κορμιά ανθρώπων. Κραυγές ανάστατες, αναπνοές ή ψίθυροι. Προχώρησα στο δωμάτιο και τη βρήκα ολόγυμνη στο κρεβάτι, σαν να είχε βγει από κάποιο λουτρό, υγρή παρουσία. Ιδρώτας και άρωμα μαζί. Τα μόνα φάρμακα στην πλήξη. Της άρεσε ο αιφνιδιασμός. Να χουφτώνω τα βυζιά της ή να εξερευνώ κάποια εσοχή της κι εκείνη ανέμελη να απλώνει τα χέρια ή να τεντώνει το λαιμό. Μ’ άφηνε να γλιστρώ αιφνιδίως ανάμεσα στα σκέλια της και μ’  άρπαζε με τα δόντια της δαγκώνοντάς με. Άλλοτε μ’ άφηνε να της φιλώ τα πόδια στις πατούσες ή να την καθίζω διχαλωτά επάνω στους μηρούς, πιπιλίζοντας τρυφερά τις ρόγες της σαν βρέφος. Άλλοτε πάλι έμενε ξαπλωμένη ολόγυμνη στο κρεβάτι με τα μάτια της κλειστά. Έβαζε το χέρι της ανάμεσα στα σκέλη και με τα δάχτυλά της έπαιζε τις χορδές της φοβερής άρπας. Πότε πότε με ζητούσε ξανά και μοιάζαμε έτσι, σαν μια μικρή ορχήστρα δωματίου. Το δέρμα της εξαίσιο και σχεδόν λιποθυμικό μ’  αυτή την έλξη και την αίσθηση που δίνει στα δάχτυλα των ανδρών την επιθυμία στραγγαλισμού ή άλλες παρόμοιες λαχτάρες. Ναι, η σύντομη συνουσία μας δεν ήταν παρά μια μικρή καλοκαιρινή συνωμοσία. Ενίοτε συλλογίζομαι πως μόνο ο έρωτας θα μπορούσε να σώσει τον κόσμο. Κι ο θεός αν υπήρχε θα ήταν υποδουλωμένος πλήρως σ’  αυτόν. Ανίκανος για θαύματα και παραδείσους. Αλλά πως θα γίνει αυτό; Από πού και πώς; Δεν ξέρω. Αν ήξερα θα ήμουν ήδη ένας θαυματοποιός, ενώ δεν είμαι παρά ένας σκευωρός γι’ αυτούς που σκέφτονται στα σκοτεινά. Ένας ταχυδακτυλουργός γι’ αυτούς που τους αρέσουν τα παιχνίδια.    

Σκύλοι

skyloi

Γύφτοι με τα κιλίμια τους
ανεμίζουν
και φοβερές κοπέλες
στις καρότσες.
Λάμπες φωταερίου.
Τρεμάμενες σκιές.
Στα δάχτυλα των Μουσών
τα δαχτυλίδια.
Μυρουδιά της αμαρτίας
και παστίλιες για κουνούπια.
Κοντέινερ στα Λιόσια
ιαγουάροι
σκύλοι λοξοί
τρίβουν τις ράχες στα μπουριά.
Σκύλοι που περιμένουνε για χάδι
την κλωτσιά.
Σκύλοι στο παραπέτασμα
που τραυλίζουν.
Και λιμοκτονούν
για λουλούδια και κρέας.
Σκύλοι που φυτρώνουν
στις λάσπες.
Δίπλα στα γλέντια
και στα πένθη.
Κυκλάμινα χλομά.
Στις λυσσασμένες λέξεις
δίπλα.
Σκύλοι με τα δοξάρια τους
με πρησμένο μάτι και
δανεικό κουστούμι.
Σκύλοι που έχουν
στα συρτάρια τους τον ήλιο
και στα κλουβιά τους τον ουρανό.
Το πάθος τους κεντημένο
στα υφαντά των κοριτσιών.
Τα δάχτυλά τους στις σχισμές
στα πλήκτρα της Αβύσσου.
Γάμος φτωχός
λάβαρα εξαπτέρυγα λευκά
για να γραφτεί η παρθενιά
το κόκκινο
το αίμα.
Σεντόνι τρόπαιο του γανωτή
ο λόφος
το βουνό
η λαμαρίνα πίσω να πυρώνει
κανίβαλη ηδονή
λεηλασία.

Το κόλπο

kolpo

Το κόλπο ελέγετο δημιουργική γραφή. Να σκεπάζεις την αγραμματοσύνη τόσων και τόσων που προτάσσουν μαυροζούμι ερμηνείας κάθε που απαιτούν να κλονιστεί ο κόσμος απ’ το νόημα και την κεντρική ιδέα κι απ’ το τι ήθελε να πει ο ποιητής, ο πεζογράφος ή ο σαμάνος τάδε. Οι κολπαδόροι είναι κατηραμένοι τύποι που επάθαν κάποτε συντριβή και επιάσαν έκτοτε πνευματικό ρετιρέ. Άλλοι πόστο σε εφήμερη γραφή αρκούντως μνησίκακοι και ριψοκίνδυνα ενδοσκοπικοί κι άλλοι πρώην μπετατζήδες της εκπαίδευσης που οπισθοχώρησαν ως σύμβουλοι ή εταίρες στα σκαμπό του μπαρ ενός αεί με λάμπες γάλακτος και μουνάκια εργόχειρα. Θίασοι του πάλαι ποτέ εκεβί που όργωσαν την επαρχία και τα θανατάδικα με ράφια βιβλία και περισυλλογή. Καπάτσοι κονκισταδόροι, πρώην πολλά υποσχόμενοι που τώρα χορεύουν το βαλς της αρπαχτής μπροστά στους χάνους που μαζεύουν τραγωδίες της φτώχιας για να τις κάνουν βιβλίο. Που θέλουν να μάθουν να γράφουν αστραφτερά και ξάστερα με τους χυμούς απ’ τα σκοτεινά φεγγάρια της σαλέμπριτι διανόησης και της αποδεκτής κοινωνικής γραμματικής. Με ολίγον κουλτούρα από μικρή Αθηναία έμπειρη και παστρικιά που ρούφηξε τις κακοτοπιές και τις έκανε τέχνη λαγαρή και ανθηρή για ανθολογίες ατέλειωτης σχολικής βαρεμάρας. Όταν διαμορφώνεις ορίζοντα χρηματοδοτούμενο απ’ την επιχώρια θεότητα του Κράτους που υπήρξε και υπάρχει ως προνύμφη-λιμπελούλα χορηγών και μη κυβερνητικών τότε πουλιέσαι σωστά και φτερουγίζεις πρίμα. Εδώ δυο καλά. Το ένα είναι η δημιουργία στάνης και πιστών που σε θαυμάζουν και βάζουν το χέρι τους για σένα στη φωτιά της φωτιάς και το άλλο είναι η ακαδημαϊκή γραμμή, ο κόμπος του σκεπτικιστή που ηδονικά διάγει κουλτουριάρικο βίο εκτός πλέμπας. Διότι στη δημιουργική γραφή δε σε μαθαίνουνε πως βία είναι η ανεργία και άγρια πολιτική βία είναι το συσσίτιο και πως θα πέθαιναν από πείνα οι παπάδες κι οι θρησκείες και οι πρόεδροι των κρατών αν δε δούλευε ο εργάτης τη μηχανή του κι ο ποιητής τη ροκάνα του κι οι πουτάνες της οικουμένης αν δε ρουφούσαν τον τυμπανιαίο ανδρισμό ενός στερημένου κόσμου.

Φλίππερ

flipper

Στα σύγχρονα σχολεία κανείς δεν πηγαίνει για τη χαρά της γνώσης ή για να διδαχθεί την τέχνη της ζωής. Κυρίως πηγαίνει για να εξοικειωθεί με αφηρημένες έννοιες όπως εξουσία, δύναμη, φήμη, λεφτά, αποκατάσταση.

Μπορείς ν’ αποκτήσεις οφέλη απ’ την εργατική δύναμη κάποιου μόνο αν τον αποθαρρύνεις, απ’ το να ζει όπως εσύ, που τον εκμεταλλεύεσαι.

Οι άνθρωποι πεθαίνουν από πλήξη είτε ως άνεργοι είτε ως εργαζόμενοι. Η πλήξη δεν δείχνει έλεος.

Ο αδιάφορος δάσκαλος μας αφήνει στα όνειρά μας. Ο έξυπνος δάσκαλος τα διορθώνει κι ο κακός δάσκαλος τα ποδοπατά.

Η δύναμη του φασισμού δε βρίσκεται σ’ αυτό που λέει αλλά σ’ αυτό που κάνει.

Πνίγομαι στις αντιφάσεις όπως άλλοι πνίγονται στις βεβαιότητες.

Ο τρελός εισπράττει την ηχώ απ’ τη φωνή της λογικής των άλλων.

Στο σεξ είναι προτιμότερο να έχεις κραυγαλέα ελαττώματα παρά μικρά και διακριτικά προτερήματα.

Μετά από κάθε σφαγή ο διάολος προσθέτει υποσημειώσεις στη Βίβλο.

Αυτοί που μας αγαπάνε είναι αδίστακτοι.

Οι συμβουλές είναι τα εμπορικά κόλπα των ηθικολόγων.

Ο μισογυνισμός είναι για τους ανέραστους ηδονή υψηλής αισθητικής.

Τα άκρως συντηρητικά νιάτα καταλήγουν σε άκρως απελπισμένα γηρατειά.

Οι γυναίκες παντρεύονται με την ισχυρή πεποίθηση πως θα αλλάξουν τους άντρες ενώ οι άντρες με την βεβαιότητα πως οι γυναίκες δεν θα αλλάξουν ποτέ. Βεβαίως οι άντρες παραμένουν ίδιοι ενώ οι γυναίκες αλλάζουν δραματικά.

Το να υπάρχεις είναι πιο κουραστικό απ’ το να σκέφτεσαι ενώ το να σκέφτεσαι πιο επικίνδυνο απ’ το να υπάρχεις.

Το να έχεις άλλη γνώμη πέρα απ’ αυτή της κοινής γνώμης είναι πάντα μια ηθική στραβοτιμονιά.

Όταν η έλλειψη ταλέντου ζευγαρώνει με την έλλειψη γούστου γεννιέται ο μέσος όρος.

Διδασκαλία είναι η τέχνη τού να κάνεις τους άλλους να βαριούνται χωρίς να το καταλαβαίνουν.

Η μεγάλη επιτυχία κάθε δημιουργού είναι να πείσει για την ύπαρξή του.

Το πνεύμα είναι η κωλοτρυπίδα της διανόησης.

Χωρίς φώτα τη νύχτα μπορεί να φτάσουμε κάπου. Χωρίς ρόδες πουθενά.

Μεταξύ ενός δέντρου κι ενός κλουβιού μεσολαβεί ο πολιτισμός.

Όποιος δεν κρατάει αποστάσεις απ’ τον εαυτό του παραγνωρίζεται μαζί του.

Ανθρωπιά αποκτάς όταν δεν έχεις αυτό που επιθυμείς όταν το χρειάζεσαι.

Ρήτορας είναι αυτός που σ’ εμποδίζει να μιλάς χωρίς να σου κλείνει το στόμα.

Οι εκκλησιαστικοί επίτροποι συνεργάζονται άψογα με το θεό όταν κάνουν ταμείο.

Όταν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στο Μωάμεθ. Αλλά δεν τον βρίσκει ποτέ εκεί.

Τσιγκέλια

tsiggelia

Διαθέτουμε μια τεράστια δύναμη ηθικών αισθημάτων μέσα μας αλλά δεν διαθέτουμε σκοπό. Ο σκοπός πάει περίπατο. Και τα ηθικά αισθήματα δίχως σκοπό είναι βλαβερά σαν την ψώρα. Γιατί οι αντίπαλοι έχουν σκοπό. Γι’ αυτό νικούν. Κι ο σκοπός τους είναι να νικήσουν. Και δεν ξεφυσάνε και δεν έχουν ιδιορρυθμίες. Κοιτάζουν μπροστά. Τα χέρια μας, τα μυαλά μας, οι ψωλές και τα αιδοία μας είναι το βασίλειο που πρέπει να κατακτήσουν. Κι αυτό το βασίλειο το παραδίδουμε μέσα σ’ έναν δίσκο κι αυτοί ετοιμάζονται να το καταβροχθίσουν. Υπάρχει μια δόλια απόχρωση στη λέξη αφεντικό και στη λέξη άρχων και στη λέξη πλούτος. Η καθεστωτική διανόηση τις υπερασπίζεται λαίμαργα παίρνοντας το ύφος του Φαύνου. Έπαρση και ανελέητη ειρωνεία. Μια τοιχογραφία που έχει τη μυστική λάμψη των διεφθαρμένων πραγμάτων. Ένας υπεράνω πάσης υποψίας πατριωτισμός φορεμένος με σαρκασμό πάνω στη γαϊδουρινή μας ανέχεια. Σου πουλάνε ελπίδα και λησμονιά. Σου πουλάνε ελεημοσύνη και σου κρατούν το χέρι λίγο πριν ξεψυχήσεις. Εκεί που το μόνο που περισσεύει είναι ο χρόνος για να αποδειχθεί η αδικία των πραγμάτων και το παράλογο γλίστρημα στο μηδέν.

Οι παλιοί

Οι παλιοί ήτο δουλευταράδες, αλλά και αγιάτρευτοι μαχμουρλήδες, γνωστοί εις τα πέρατα της οικουμένης. Μάλιστα έφτιαξαν τόσα πολλά, ώστε οι νέοι σήμερα να μην έχουν δουλειά. Οι παλιοί κάναν αυτοκριτική, είχαν θάρρος, κουράγιο. Έγιναν εικαστικοί κριτικοί της πραγματικότητας. Οι παλιοί ήταν αρχαίοι άνθρωποι, ξεχρέωτοι. Τραγούδησαν τη μούσα τους και μετά την άφησαν αποσβολωμένη, όταν της ζήτησαν να τους πλύνει τις κάλτσες και να φτιάξει κάνα παστίτσιο. Οι παλιοί είχαν πιάσει το νόημα και κορόιδευαν όσους πάθαιναν εγκεφαλικά και μελαγχολίες. Έκαναν παύσεις, σιωπούσαν. Έγραφαν σενάρια για μιούζικαλ της υπαίθρου, κρύβοντας τις διαστροφές κάτω απ’ τις θηλές και τον αφαλό της τραγωδίας. Οι παλιοί συμφώνησαν, πως μεταξύ των νικητών δεν υπάρχουν εγκληματίες πολέμου. Η επιτυχία τους, ήταν ότι πέθαναν σωστά, μέχρι και το τελευταίο βαθύ φιλί. Ότι υπήρξαν νέοι ως τα βαθιά γεράματα. Ότι η απανθρωπιά τους ήταν η μαμή της ιστορίας και η περιέργειά τους το γράσο αυτής της ξεχαρβαλωμένης μηχανής της ανθρωπότητας. Οι παλιοί άφησαν πίσω τους τεχνολογία, επιστήμη, μίση και αναβρασμούς. Άφησαν τη λασπώδη ζύμη της θρησκείας και το νεκρό κοπρόχωμα της μεταφυσικής, ζυμωμένα με την αδρανή σκωρία της πατρίδας. Άφησαν έγκλημα, λαγνεία, αγιότητα, μεγενθυμένα μέσα στη μήτρα της ματαιοδοξίας. Οι παλιοί έφτιαξαν έναν κόσμο που όταν θέλει να κρυφτεί κρύβεται στα πληκτρολόγια και τις οθόνες κι όχι στις λαγκαδιές και τα σπηλαιώδη μετερίζια. Η σημερινή ανθρωπότης ζει τα γηρατειά της. Γύρω από ένα καλοστρωμένο τραπέζι με φασιανούς, πλούσια φαγιά και μεμψιμοιρίες. Διαβάζει τούς παλιούς, τούς κλασικούς, αντιγράφει τη δουλεία της παλιάς εποχής. Γελά με ηλεκτρόδια, δεν έχει φωνή μάτια σώμα. Έχει συσκευές που μαντεύουν τον κυκλώνα, τη βροχή και την υγράδα στα τρομώδη χείλη του αιδοίου. Έχει τράπεζες σπέρματος και χώρες ολόκληρες με τις κόρες των ματιών της διεσταλμένες απ’ την ασιτία. Οι σημερινοί άνθρωποι γεννιούνται γέροι. Σοφοί απ’ τα γεννοφάσκια τους. Πάντα τρώγοντας γερό πρωινό. Γάλα, αυγά, φρυγανιές, μαρμελάδα βερίκοκο, ζαμπόν, καφέ, ψωμί και βούτυρο και τηγανίτες με σταφίδες ξανθιές.

Θυσίες και κόλλυβα

Από αρχαιοτάτων χρόνων η Ελλάς έτρεφε ρήτορες και δημαγωγούς. Ξόμπλια του μπαλκονιού και της καφενόβιας κουβέντας. Ο δημαγωγός παρουσιάζει τον εαυτό του τόσο ανόητο όσο είναι οι ακροατές του, ώστε να πιστέψουν ότι είναι τόσο έξυπνοι όσο κι αυτός. Αυτή τη στιγμή η χώρα είναι στραβή κουφή και άλαλη. Απ’ το εικοσιένα και μετά πλειοψηφούν στην κεντρική πολιτική σκηνή κλέφτες ανεπάγγελτοι και παπατζήδες. Από τη μία ο μεσαίος χώρος που χτίστηκε με την κοπριά της αριστεράς στο θερμοκήπιο του συντηρητισμού και της φασιστικής δεξιάς αγκαζέ με τον κούφιο μεγαλοϊδεατισμό, την σάπια ελληνικότητα και την ανέραστη ορθοδοξία κι απ’ την άλλη ο ξένος παράγων που εποπτεύει με τις ντόπιες εφεδρείες του, τους βαπτισθέντες στην κολυμπήθρα της αγοράς.

   Στη θέση της μνήμης το μνημόνιο και ο αντιπρόεδρος που πασαλείβει σβουνιές τον ένδοξο ελληνικό λαό που ξέπεσε στο <<όσα πάνε κι όσα έρθουν>>, κακομοίρης , μαζοχιστής και βολεψίας. Λέξεις, νοήματα, έννοιες έχουν ρευστοποιηθεί βάζοντας στον ντορβά της ενημέρωσης μια κυνική καταστροφολογία που διαχέει την άποψη πως, εάν δεν υπακούσουμε στο ευαγγέλιο της αγοράς και τις κάψες του κεφαλαίου που χρειάζεται εργασιακά ανασφαλή υποκείμενα για να διατηρήσει την κυριαρχία του, θα μας φάει η μαρμάγκα και το μαύρο σκοτάδι.

   Η αποστολή που έχει το σημερινό σκυλολόι είναι η λοβοτομή της μνήμης, η επιβολή της συλλογικής αμνησίας. Παλιάτσοι και σκέλεθρα του κομματικού σωλήνα  μας προτρέπουν να εργαστούμε περισσότερο για την πατρίδα γιατί <<όλοι μαζί προσπαθώντας μπορούμε>>. Όπως τα φάγαμε, αλώστε, όλοι μαζί και τώρα πρέπει να τα γυρίσουμε πίσω. Με ανοησίες του τύπου: ο κλητήρας στην τάδε ΔΟΥ ή η καθαρίστρια στον δείνα οργανισμό   παίρνει διακόσιες χιλιάδες ευρώ το χρόνο, που μόνο ένας ηλίθιος μπορεί να εκστομίσει κι ακόμα ένας πιο ηλίθιος να πιστέψει, προσπαθούν να ξεχαρβαλώσουν την έννοια του δημόσιου αγαθού αλλά και του δημόσιου συλήβδην φτιάχνοντας υβρίδια δημόσιου και ιδιωτικού, όπως επιτάσσουν οι συνθήκες που υπέγραφαν χειροπόδαρα τα μειράκια του λούμπεν αστισμού με τους ευρωπαϊστές του συνασπισμού.

   Από την γραφειοκρατική πατρωνία του παπαντρεϊσμού που συστηματοποίησε οργανωμένα και μαζικά το εξατομικευμένο ρουσφέτι της παρακμασμένης νοικοκυραίικης δεξιάς περάσαμε στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των αγορών. Φτάσαμε στον μετα-νεωτερικό ηγέτη, μισθοφόρο των αγορών, που καταργεί τη μνήμη και κατά συνέπεια την πολιτική, αφού αυτή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μνήμη.

   Οι σημερινοί τσολιάδες της ανάπτυξης έχουν καρτελάκι στο πέτο που γράφει << έγκυρος συνομιλητής των αγορών>>. Άξια παιδιά, που έπιασαν τόπο τα λεφτά των μπαμπάδων τους και τα ξενύχτια στις κλαδικές και τα σκυλάδικα. Άξια παιδιά διότι από πρασινοφρουροί και κομματόσκυλα μεταμορφωθήκαν εν μια νυκτί σε υπαλλήλους που πειθαρχούν χωρίς δισταγμό γιατί δίνουν εξετάσεις στους αρχιερείς των αγορών που δεν δέχονται δισταγμούς και δεύτερες σκέψεις.

    Άραγε γιατί το τσακάλι της παγκόσμιας τοκογλυφίας διατυμπανίζει πως οι έλληνες κολυμπούν στα σκατά; Μα γιατί η ανάπτυξη που έρχεται είναι τα λύματα της Ευρωπαϊκής χωματερής, τα ραδιενεργά κατάλοιπα της ευρωπαϊκής ανάπτυξης, τα τοξικά απ’ τα γερμανικά σιφώνια, το υγροποιημένο αέριο στον Αστακό, οι πετρέλαιο- εξέδρες στο Ιόνιο, η υπεροπλία των βάσεων. Η Ελλάδα προορίζεται να γίνει ο σκατώνας της Ευρώπης. Κανείς δεν παίρνει χαμπάρι την επερχόμενη καταστροφή που θα είναι η συνέπεια της εθελοδουλίας. Υπουργοί και παρα-υπουργοί, διοικητές, νομάρχες, δεσποτάδες, στρατηγοί, δήμαρχοι και τσόλια του δημόσιου βίου είναι οι δήμιοι των όποιων κατακτήσεων.

   Αν δεχτούμε πως ο περήφανος ελληνικός λαός υπέστη κλύσμα η νεολαία του βρίσκεται σε χειρότερο χαντάκι. Η βλαχιά και η μαλακία των πατεράδων έχει περάσει δραματικά στα τέκνα εγκαθιδρύοντας σε αυτονόητα έλλογο άρα και απαραβίαστο κανόνα της κοινωνικής συμβίωσης το << πόλεμος όλων εναντίον όλων>>. Κυριαρχεί η κλάψα, η ανέξοδη καταγγελία προσώπων και όχι πολιτικών που διαχέονται απ’ τα πρόσωπα στο κοινωνικό σώμα.

   Οι νέες τεχνολογίες και η πράσινη ανάπτυξη είναι το νερό του καματερού για τους φοβισμένους πολίτες που όταν αντιδρούν το κάνουν σπασμωδικά με δήθεν κινήματα των οποίων η απολίτικη ρητορεία του <<δεν πληρώνω>> παίρνει μια χαβαλέδικη και κωμικοτραγική πόζα σε επετειακές εκδηλώσεις χαρίζοντας στην εξουσία επιχειρήματα περί τζαμπατζήδων.

   Το μνημόνιο ήρθε να υπογραμμίσει δραματικά το πλαδάρεμα των νεοελλήνων που απεμπόλησαν το δικαίωμα σε έναν δικαιότερο κόσμο αλλά και την υποχρέωση να παλαίουν γι’ αυτόν συλλογικά. Κανείς δε μιλάει για το δικαίωμα στην εργασία αλλά και την υποχρέωση της πολιτείας να την εξασφαλίσει στα μέλη της. Ο στόχος είναι η μείωση των εξόδων. Δηλαδή νοσοκομεία χωρίς γιατρούς, σχολεία χωρίς δασκάλους, εργαζόμενοι χωρίς ασφάλιση, απόμαχοι χωρίς σύνταξη, νέοι χωρίς δουλειά.

   Η κρίση είναι ευκαιρία μόνο για αυτούς που τη δημιούργησαν και τη διαχειρίζονται. Η δια βίου εξάντληση του ατόμου, το ένστικτο της επιβίωσης που ταυτίζεται πλέον με την αέναη ψυχαναγκαστική συμμετοχή στο ελεύθερο παιγνίο μιας ριζικά ανταγωνιστικής ζωής, αφήνοντας κοινώς τον εργαζόμενο έρμαιο της παντοδυναμίας του εργοδότη.

    Δημιουργώντας μια νέα βιοπολιτική πειθαρχία στην οποία ο μη απασχολήσιμος δεν θα στιγματίζεται μόνο ως άχρηστος αλλά θα αυτοστιγματίζεται, ως ανάξιος να τύχει οποιασδήποτε θεσμικής κατοχύρωσης εκτός ίσως απ΄ την προσωρινή αναβολή του θανάτου του από ασιτία. Όσοι διεκδικούσαν μέχρι πρόσφατα ψιχία αλληλεγγύης δίχως να χάνουν της αξιοπρέπειά τους μετατρέπονται πλέον σε επαίσχυντους επαίτες. Η αποτυχία και η φτώχεια ενεργοποιούν αισθήματα τόσο αιδούς όσο και ενοχής. Το μνημόνιο λοιπόν ήρθε να πετύχει μιαν αποτελεσματική σύνθεση ανάμεσα στις δυο αυτές μορφές κοινωνικού έλεγχου. Ήρθε ως ταφόπλακα στην όποια συλλογικότητα. Το μνημόνιο είναι η θεσμική κατοχύρωση της τοκογλυφίας, η αποδοχή της από τις μάζες και η πολιτική πράξη που σηματοδοτεί την κυριαρχίας της. Ο Ezra Pound  έγραψε:

Κάντο XLV – Με την Τοκοφλυφία (μτφρ: Γιώργος Μπλάνας)

Με την τοκογλυφία,
δεν φτιάχνουν σπίτια οι άνθρωποι γερά:
η κάθε πέτρα λαξεμένη και βαλμένη στη θέση της σωστά
να στρώσει απάνω ο σοβάς, να δέσει
ο σκελετός, να κάτσουν τα στολίδια.

Με την τοκογλυφία
δεν ζωγραφίζουν οι άνθρωποι
παράδεισους στις εκκλησίες
μετά βαΐων και κλάδων,
την παναγιά να δέχεται τον άγγελο εξ ουρανών
κι απάνω εκεί στο πρόχειρο μολύβωμα να λάμπει
το φωτοστέφανό της.

Με την τοκογλυφία
δεν αξιώνονται οι άνθρωποι Γκονζάγα,
κληρονόμους, παλλακίδες,
δεν φτιάχνονται οι εικόνες για νʼ αντέξουν
στον χρόνο και να μας αντέξουν
φτιάχνονται για να πουληθούν αμέσως
και πουλιούνται

Με την τοκογλυφία,
κρίμα μεγάλο κι άδικο ενάντια την φύση,
κάτι μπαγιάτικα αποφάγια το ψωμί σου
χάρτινο το ψωμί σου,
χωρίς το στάρι των βουνών και το σκληρό αλεύρι.

Με την τοκογλυφία χοντραίνει η μολυβιά.

Με την τοκογλυφία ξεχαλινώνονται οι γραμμές
κι οι άνθρωποι δεν βρίσκουν τόπο να φωλιάσουν.
Η πέτρα τρώει το λιθοξόο
κι ο αργαλειός τον υφαντή.

Με την τοκογλυφία

δεν φτάνει το μαλλί στην αγορά
και δεν αφήνει κέρδος το κοπάδι με την τοκογλυφία.
Μάστιγα, μάστιγα μεγάλη αυτή η τοκογλυφία
στομώνει τη βελόνα στο χέρι της κυράς
και σταματά το ακούραστο αδράχτι.
Δεν γίνεται Πιέδρο Λομπάρδο
ούτε κρασί με την τοκογλυφία.
Ντούτσιο δεν γίνεται ούτε Πιερ ντελά Φρανσέσκα
και Χουάν Μπελίν και Λα Καλούνια
ζωγραφιστή με την τοκογλυφία.
Αντζέλικο δεν γίνεται, δεν γίνεται Αμπρότζιο Πρέντις,
ούτε εκκλησία πέτρινη,
κι απάνω από την πύλη σμιλεμένο: Αγαπάτε Αλλήλους.

Άγιο Τρόφιμο… όχι, ασφαλώς, με την τοκογλυφία.

Και Άγιο Ιλαρίωνα… όχι, βεβαίως, με την τοκογλυφία.

Σκουριάζει η σμίλη με την τοκογλυφία.
Σκουριάζει η τέχνη κι ο τεχνίτης,
τρώει το νήμα ο αργαλειός,
κανείς δεν ξέρει πια να κάνει τα χρυσοκεντητά ,
έχει λεκέδες το γαλάζιο, σκορπίζεται το κρεμεζί,
Μέμλινκ δεν βρίσκει πια το σμαραγδί.

Έσφαξε η τοκογλυφία μες τη μήτρα το παιδί,
στόμωσε του νέου την ορμή,
την άνοια, την παράλυση έφερε στο κρεβάτι,
πήγε και ξάπλωσε ανάμεσα στη νύφη
και τον γαμπρό της

ΠΑΡΑΦΥΣΗ

Έφεραν πόρνες στην Ελευσίνα,
σερβίρουν πτώματα…
έτσι προστάζει η τοκογλυφία.

Σύντομη ιστορία της ανθρωπότητας

Το πρωί που ξυπνήσαμε ο τραπεζίτης είχε γίνει πρωθυπουργός. Είχαμε δει ένα φριχτό όνειρο το προηγούμενο βράδυ. Ο τραπεζίτης έσπρωχνε ένα χειραμάξι γεμάτο γεννητικά όργανα, μπροστά στο κοινοβούλιο. Ο τραπεζίτης καταγόταν από διεφθαρμένη οικογένεια. Από πατέρα ευρωπαίο τυχοδιώκτη, από μάνα καταγαμημένη από βαυαρούς και από νονό Οθωμανό. Είχε ένα γυναικείο εσώρουχο πρόχειρο στην κωλότσεπη για να αυνανίζεται με τους φίλους του. Ο διευθυντής των εφημερίδων υποστήριζε πως ο τραπεζίτης είναι πορφυρογέννητος. Θα σταματήσει την αναπαραγωγή των κατωτέρων στρωμάτων. Τόσα πλάσματα που μολύνουν με την ύπαρξή τους τη γη.

Κάποιοι ουρλιάζουν. Μέσ’ το πηγάδι είν’ το κρυφό ψοφίμι και βγαίνει μαγαρισμένο νερό. Πέτρες σπασμένες και πέτρες κακορίζικες ο δρόμος. Μήτρες πουλημένες στον έμπορα. Τρόφιμες ψυχές που εκτίουν την ποινή τους στην εργασία. Βωμός στημένος απ’ τα καθεστώτα. Ιερωμένοι, υπουργοί, ξόανα με τήβεννο, συγκλητικοί εν απαρτία που διώχνουν τα πουλιά. Παλουκωμένοι σοφοί, βαλσαμωμένοι τηρητές των αποφάσεων. Λίγδα και πρησμένα στόματα και γλώσσες στρατηγών. Μουνιά πετσοκομμένα και πλανώμενα, συνέδρια, υγρές εικόνες, φλύκταινες και χέρια τριχωτά βιομηχάνων. Φήμες κι αποφθέγματα και πομπές αξιωματούχων. Επιτροπές, ο μέγας αντιπρόσωπος, τα λεξικά, οι γλώσσες και οι κώδικες. Παίγνια μέσα στα μυαλά, εκατόμβες, μαύρα σύννεφα, σκορπιοί κι ο σφραγισμένος τόπος η σπηλιά. Του κύκλωπα το αμπρί.

Η μάνα μου εργάζεται σε μια βιοτεχνία. Υπόγειο. Μαγειρεύει και κοιμάται στο πάτωμα της κουζίνας. Δεν έχει χαρτιά. Κάνει κρύο κι έχει χιόνι πάνω στη γη. Το πάτωμα είναι σκληρό. Η μάνα μου ξυπνά απ’ τους πόνους. Φεύγει νύχτα για τη δουλειά, γυρνά νύχτα. Εγώ κάθομαι σαν φρύνος πάνω σ’ ένα κούτσουρο δέντρου κι ελπίζω.

Ακρωτηριάζω τα μέλη μου. Βγάζω τα μάτια μου. Αφήνω τους όρχεις μου βορρά των όρνεων, των αγορών και θρέφω τις πληγές μου με σκατά. Θα σταυρωθώ, θα λάμψει μέσα μου η αγάπη. Τον πίθηκό μου και τον πίθηκό σας κι όλους τους θλιβερούς προγόνους μας έως την εποχή των δεινοσαύρων συγχωρώ.

Από τι πάσχουμε;

 

 

 

 

 

 

 

Από σοφούς.
Από σπουδαίους που μας μαγαρίζουν με τη γνώμη τους.
Από όσους αναπάντεχα μας ρίχνουν στάχτη στα μάτια.
Απ’ την κατάθλιψη του διάσημου.
Απ’ την αγαμησιά του δημοσιογράφου.
Από τόσους χιλιάδες μαλάκες που φωτογραφίζουν προέδρους.
Από βιομηχανίες όπλων.
Από παπάδες.
Από ρούχα που μας κρύβουν.
Από βιοπάλη.
Από σκυλάδικα σε λεωφορεία σε γιωταχή σε κομμωτήρια.
Από χριστιανές πουτάνες με ψηφιακό μουνί.
Από αγανάκτηση που αν της βγάλεις την πρίζα γίνεται γελάδι του καναπέ.
Από σκουπίδια.
Από μανία για δουλεία.
Από χλιδή άλλων.
Από τράπεζες σπέρματος.
Από τεχνητά δόντια βραχιόλια και βέρες.
Από κίβδηλη αλεξανδρινή σοφία.
Από ορυχεία χρυσού.
Απ’ τον εθελοντισμό των ηλιθίων.
Απ’ τα θαύματα και τα νύχια των αγίων.
Από αναλύσεις και αναλυτές που γουργουρίζουν σαν οχετοί.
Από αντισυστημικούς σπιούνους.
Από αντιεξουσιαστές με σχιζοφρενική ορμή και κοντίσιονερ.
Από τρυφερότητα σ’ έναν πολεμοχαρή κόσμο.
Από πράκτορες τραπεζίτες πιστωτές.
Από τρίτο δρόμο.
Από ψηφοφόρους.
Από ευρωκομουνισμό.
Από ανταγωνισμό.
Από δημοκρατία.
Από τσούλες όλο γλύκα και βασανιάρικες χίμαιρες.
Από τροχαία και πηχτό αίμα.
Από βιντεάκια με τον πόνο των άλλων.
Από μουσεία πολέμου.
Από οστεοφυλάκια.
Από γυμνές χωρίς γύμνια.
Από σκάνδαλα χωρίς σκανδάλη.
Από σκούξιμο χωρίς ηδονή.
Από ανταλλάξιμους οργασμούς.
Από ορολογίες και ηθική.
Από κέρδος αποταμίευση εγκράτεια πλούτο φτώχια στέρηση πολυτέλεια σπατάλη.
Από χείλη δαγκωμένα για την απόλαυση των άλλων.
Από ντροπή.
Από τύψεις.
Από γαστρική παλινδρόμηση.
Απ’ το φερμουάρ των ονείρων μας που’ χει σκαλώσει στα κέρδη των άλλων.

Ειδύλλια

[απόσπασμα]

Έχω γυρίσει ανάποδα τον κόσμο και τον κοιτώ. Κοιτώ αυτή τη βαθιά σχισμή που οι ρίζες της βρίσκονται στο μακελειό. Αυτή τη σπορά από φόβους αιδοία και ιερή βλέννα. Κοιτώ αυτή την εξοργισμένη σχισμή, το πεινασμένο βλέμμα της ψυχής που θα φαγωθεί απ’ το σκόρο των αναμνήσεων. Κοιτώ τα σκέλια της που αλυχτούν. Την άβυσσο που κατάγομαι. Κύτταρα που ξεμυτίζουν απ’ τα χώματά τους και καρδούλες που σφαδάζουν. Κοιτώ στον καθρέφτη τον πυρήνα μου, τη γύμνια μου που σαν αστραπή φωτίζει τις αντιφάσεις. Γιατί η λύση όλων των αινιγμάτων είναι η σάρκα. Αυτή η ζύμη κάθε σκευωρίας που την πλάθει ο όλεθρος των παρορμήσεων. Όπως θρέφει το νταούλι την αγχόνη του γύφτου. Κοιτώ τις πείνες και τις κοπριές. Μυρίζω το βαθύ ύπνο που βλασταίνει στις κόγχες του θηλυκού, όλο στριγκλιές ανυπακοής και Μήδειες φαρμακωμένες απ’ τη μητρότητα. Όλο βυζιά ολοκαυτώματα αιμομιξίες. Ένα κάρο με κόκκαλα για το χαντάκι. Τραγωδία διακονιά και κραιπάλες. Κοιτώ αυτό το ποίμνιο που το περιμένουν τα όρνια. Τις γυναίκες που κρύβουν έναν καθεδρικό ναό πρόστυχο και ζοφερό μια θάλασσα ολόκληρη των Σαργασών. Ένα σπουδαίο μουνί. Μια ληθαργική αποχαυνωμένη θεότητα. Χέλια λιώμα στο ζευγάρωμα. Κουλούρες αλγοριθμικές την αυγή στους βάλτους του Άδη. Στόματα κακόφημα γυρολόγοι που φουσκώνουν το κρεμασμένο πρόβατο για να του πάρουν την προβιά. Κοιτώ τους Δελφούς βάζω το δάχτυλο στην πληγή. Τους ύπουλους χρησμούς. Τα γρασωμένα μου άρβυλα φορώ για έναν αιματηρό περίπατο στο Γράμμο του κορμιού σου. Κανένας ήλιος. Κανένας βρυχηθμός. Στη γούβα ανάμεσα στους χιονόλευκους λόφους η μακάβρια κι ασπόνδυλη πατρίδα μου κοιμάται.

Παρακλητικός κανών

Είναι συνήθεια παλαιά των καλογέρων
εκεί, κατά την κόκκινη δύση όπου αρχίζουν
να χορεύουν οι διαβόλοι και δεν υπάρχει
ελπίδα για αρμονία και έρωτα, με τρομερές
προσευχές στο χείλος του γκρεμού της
αγαμίας τους, εν φαντασία και λόγω
διαβάζουν παρακλητικό κανών απ’ τα
σπασμένα τους έγκατα, λουκούμι
προσφέροντας στα θηλυκά για να
γλυκάνουν το σάλιο των φιλιών
τη γύρη που αφήνουν οι χλομάδες τους
στα τέμπλα.

 

Η σοφία των παιδιών

Από τότε που κατάλαβα το ακριβές νόημα της λέξης έρωτας, νιώθω μια ξινίλα όταν την ακούω ή ακόμη κι όταν τη βλέπω γραμμένη στα βιβλία ή τις εφημερίδες. Ο έρωτας είναι η ρομαντική έκφραση της πολεμοχαρούς συνουσίας. Ο άνευ όρων και ορίων σαρκικός κανιβαλισμός. Με λίγο ή με πολύ πάθος. Κατά μόνας κατά ζεύγη ή κατά γκρουπάκια.
Τι κάνουν πατέρα αυτοί οι δύο άνθρωποι στην τηλεόραση;
Έρωτα παιδί μου, έρωτα!
Τι έρωτα ρε πατέρα, αυτοί γαμιούνται, ξεκωλιάζονται. Είναι δυνατόν αυτό το πράγμα να λέγεται έρωτας; πόλεμος ναι, έρωτας όμως! Είναι δυνατόν αυτός ο τύπος που της δαγκώνει τα βυζιά και της ρουφάει το λαιμό σα βρικόλακας διψασμένος για αίμα να κάνει έρωτα; Κι αυτό το παλούκι στο μέγεθος χειρολαβής ποδηλάτου που τη διαπερνά εκατοντάδες φορές και μάλιστα ορμητικά βίαια σα να θέλει να τη σχίσει στα δύο είναι έρωτας;
Ο πατέρας έξυσε το μούσι του σοφού που βρισκόταν κολλημένο στο πηγούνι του και είπε στο φιλομαθές τέκνο του: Ναι! ναι παιδί μου ίσως να έχεις δίκιο.

Το γράψιμο

  

    Κάποτε ένας φίλος συγγραφέας μου εκμυστηρεύτηκε σε μια πλατεία του Χαλανδρίου, της οποίας αυτή τη στιγμή ξεχνώ το όνομα, πως ευτυχώς υπάρχει και το γράψιμο για να πνίγει το σάτυρο που κρύβει μέσα του.

    Βέβαια, και το γράψιμο και το διάβασμα πολλές φορές είναι μαρτύρια αφού, μου είπε, όταν διαβάζω Αντρέα Εμπειρίκο ή μαρκήσιο ντε Σαντ αντί να ερεθιστώ απ’ τα ξεσχισμένα ρετάλια της μπουρζουαζίας ερεθίζομαι απ’ τα γαμήσια και τα όργια και πάει περίπατο ο θυμός κι η επανάσταση. Λέξη δεν μπορώ να αρθρώσω. Η γλώσσα γίνεται κομμάτια. Τα μάτια θαμπώνουν. Τ’ αυτιά βουίζουν. Χλομιάζω. Όταν βλέπω ένα κορμί παραδομένο στον ύπνο, χείλη μισάνοιχτα, σάρκα ν’ αχνοφαίνεται κάτω απ’ τη φούστα θα’ θελα να’ χω τη δύναμη να χιμήξω.

    Τη στιγμή εκείνη κατέφθασε η γκαρσόνα με το μπλουτζίν και το ανοιχτό μπλουζάκι της μα ο φίλος δε χίμηξε.

Αθόρυβα και σεμνά

 

 

 

 

 

 

Αθόρυβα και σεμνά θα φύγεις
για τον άλλο κόσμο αφήνοντας
πίσω κουρτίνες αμπαζούρ καθρέφτες
ανθοδοχεία εταζέρες και τέτοια.
Δάνεια που φόρεσες κατάσαρκα
και σε πήγαν μέχρι τέλους
τηλεκάρτες συλλεκτικές με τα
ερείπια της Ακροπόλεως και
τα μπάζα του ιερού βράχου
ράτσες διάφορες που λιώσαν
σα σβήστρες σε πρώην ασβεστωμένα
καφενεία που αναπολούν οι αστοί.
Εσύ που είχες ψυχή τζογαδόρου
και θαύμασες τσούπα που σάλιωνε
έγγραφα στο πρωτόκολλο με το δάχτυλο
αφήνοντας βλεμματάκι σαθρό
να γλιστρήσει ανάμεσα απ’ τα
χρυσά μποτιτσέλια με στρατηγικές
ταχτικές και σχέδια μάχης. Εσύ
που είχες κάρτα απεριορίστων διαδρομών
για έναν και μοναδικό προορισμό.
Εσύ που υπήρξες απεργοσπάστης
και γλείφτης πιστός παλαίμαχος
όπου να’ ναι θα σου κλείσουν τα μάτια
θα σε πλύνουν θα σε θάψουν
θα σε νεκροφιλήσουν μαλάκα μου.

Σχέδια

Στάσου να σου διορθώσω λίγο την ύπαρξη να μην κλαίγεσαι, να σου βγει παρακμή στο γραπτό. Διότι οι παρακμές ζυμώνονται και το ένζυμο των παρακμών οικοδομεί μελλοντικό έργο για ακαδημίες.

σχέδια για λίγη τέχνη στο μειωμένο φως
ιδιοτροπίες βεβαιότητες ενώ της αρέσει
να κοιμάται γυμνή στα σκοτάδια

Ως και ο Διόνυσος αγρότης αξύριστος
από κάποια Λεχαινά Ηλείας.
Νυχτιάτικα με τις ορμές του
μαγειρεύει μανιτάρια με βούτυρο
στο τηγάνι. Όμορφη νυφούλα
τον κοιτά μέσα απ’ το νυφικό της
με το λειρί του κόκορα
να σπαρταρά
στα σκέλια ματωμένο.

γλυκέ μου έλληνα που άνθησες στη μακροπόδα αττική
με θάρρος βλέπεις βόρειες ζέστες. το ειδύλλιο όμορφης
νύφης παχουλής των Ουραλίων που κελαρύζει πάθος
ρέμπελης καρδιάς και βότκα απανωτή. όπως σφηνάκια
σε πενταήμερη σχήματα ρητορικά ωσάν τα σύκα
που χάσκουν σε κάποια εξοχή. δύσκολα χρόνια
έρχονται και θα σε πιάσουν στον ύπνο και το συνάχι

 

Ωδή στην αδολεσχία του μικροαστού

Της πίστεως εσείς ρεμπεσκέδες και
παλικαράκια του δεκατιανού έτοιμοι
για μαλακίες και ανέκδοτα με φίλλους
και ξέκωλλα τυχαία που είναι στον
κόσμο τους και σου χυτεύουν χαζομάρα
γλυκιά απ’ τα παιδικά παραμύθια που δεν
διάβασαν. Ανασούμπαλες σαν ινδιάνες που
κακογέρασαν στα χόντος με μαλλί τσιγαρόχαρτο
που δε σαλεύει. Έχοντας λίστα στο μπλοκάκι
για γενέθλια οργασμούς και μπινελίκια.
Εσείς που συμβολίζετε τη φάση του πατσά
που χνώτισε ρουθούνια αγγέλων μετά το
τσίπουρο παίρνοντας μάτι αθλήτριες στους
ολυμπιακούς. Εσείς που σκουντουφλήσατε
δήθεν σε κυλιόμενες χουφτώνοντας αβέρτα
γερμανίδες που δε φορούσαν απο μέσα βρακί.
Εσείς που ψηφίσατε σημίτη και γαλακτερές
φράπες πασόκων που πήραν χορηγίες και
ξανθά μελανούρια. Εσείς εθελοντές στον
αποσταχτήρα του αντέννα οικόσιτοι
σε ξυρισμένα μουνάκια που συμβάλουν
στη ρέψη αποθέτοντας στη σπιναλόγγα του
μέγκα δακρυάκι ηθογραφίας μιας και
δε σας επηρεάζουν τα επίκαιρα οι εξελίξεις
αφού τώρα έχουν αναλάβει δουλειά οι ατσίδες.

Εμείς, τα μανεκέν

Θυμάμαι πως έγραφα πάντα κυνηγημένος. Το γράψιμο δεν θεωρείται εργασία απ’ την επίσημη εκκλησία γιατί δε φέρνει φράγκα όπως η αντιπροσωπία αυτοκινήτων ή το χαμαλίκι στην οικοδομή. Όποιος γράφει είναι συνήθως ύποπτος ή πούστης. Το γράψιμο είναι για χασομέρηδες αστούς, για νοικοκυρές που στα διαλλείματα της συζυγικής ανίας γράφουν στιχάκια για τις σκόνες, για συνταξιούχους δασκάλους και ψώνια με μούσι. Οι σχέσεις της οικογένειας με την κοινωνία, μολονότι έχουν γίνει λιγότερο συνεκτικές, εξακολουθούν παρ’ όλα αυτά να αποτελούν το μέσο για να δούμε λιγάκι πιο καθαρά αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Η μαμάκα κι ο μπαμπάκας στην αρχή θα σε στοιχίσουν με το μέσο όρο κι ύστερα η γυναικούλα και τα ντουβάρια της εστίας θα σε κάνουνε κοινωνικό σκατό. Επικίνδυνος είναι αυτός που έρχεται ως απόλυτος άρχοντας να επινοήσει, να κατασκευάσει και να δώσει ζωή στις ιδέες. Αυτός που αβγατίζει τις απροσδιοριστίες του αποδεκτού.

Στο τέλος της δεκαετίας του ογδόντα υπήρχαμε ουκ ολίγοι νεαροί ρομαντικοί που το επάγγελμα του ποιητή σήμαινε για μας να φουμάρουμε ναργιλέδες και να πίνουμε βότκες κοιτάζοντας σκεπτικοί τις λευκές σελίδες όπως ο ζωγράφος το γυμνό μοντέλο με μια απληστία όχι πάντα αισθητικής τάξεως, σ’ ένα δώμα επιπλωμένο ανατολίτικα όπου οι φίλοι το έριχναν στους διαξιφισμούς ανάμεσα στην αναχώρηση του ποιητή που έγραφε δημοφιλή μανιφέστα και στην άφιξη του δεξιοτέχνη του συρμού.

Οι πατεράδες μας ήταν ιδιοκτήτες νεοτερισμών αγρότες εμπορικοί αντιπρόσωποι ψήστες κουρείς αρτεργάτες. Θα έπρεπε άραγε να ξέρουν πως τα αδέξια αγόρια τους τα συνεσταλμένα σαν παρθένες που ανακάλυπταν τον ηδονισμό και την καλοζωία, πράγμα που αποτελεί κατάλληλο υπόβαθρο για μια ζωή εμπόρου, ήταν γεννημένοι ποιητές; Κι είχαν τόσο άδικο να μας απαγορεύσουν να ασκήσουμε το επάγγελμα του ποιητού; Μήπως δεν γνώριζαν στις συναναστροφές της αγοράς πενήντα πατεράδες που είχαν ενεργήσει όπως κι εκείνοι και των οποίων τα ιδιοφυή τέκνα επέστρεφαν έπειτα από μερικούς μήνες να μετράν με τον πήχη υφάσματα, να ζυγίζουν αλατοπίπερα, να κρατάνε λογαριασμούς , να τυλίγουν πίτες με γύρο ή να ξουρίζουν το χωροφύλακα της γειτονιάς;

Ο μικροαστός της δεκαετίας του ογδόντα ήταν ένας καλός πολίτης. Κι οι πατεράδες μας ήταν οι καλλίτεροι απ’ όλους. Χρειάζεται να αποτρέπουμε απ’ την ποίηση όποιον δεν είναι γεννημένος να γίνει ποιητής. Όποιος είναι γεννημένος να γίνει ποιητής θα ασχοληθεί με την ποίηση παρά την αντίδραση των πάντων και εναντίον τους. Και ίσως να γίνει ακόμη καλύτερος ποιητής αφού το ζωντανό του ένστιχτο θα έχει καταπιεστεί για περισσότερο καιρό και με μεγαλύτερο πείσμα.

Σκόρπια ελληνικά

Σε κρατάει το σεντονάκι ζεστή
όταν πέφτει ψυχρούλα στις τέσσερις
και παραμιλάς σκόρπια ελληνικά
φουλάροντας το σκοτάδι σκέψεις
βαθιές τσιτώνοντας τις ρόγες
σε απόσταση αναπνοής απ’ το σύμπαν.

το ειδεχθές

Πολλές φορές μένω χωρίς επιχειρήματα
σαν τους μαχητές της αλ κάιντα ή σαν
θεούσα μπροστά σε φαλλό υπονοώντας
το ειδεχθές της βασανιάρικης τέχνης
του ν’ αντιγράφεις κουβέντες που ψέλλισαν
σπαρταριστά χειλάκια πιπιλίζοντας
το μαλλί της γριάς.

το νόμισμα

το νόμισμα που κύλησε στον υπόνομο
θα φτάσει κάποτε στη θάλασσα
κάνοντας μια φανταστική κούρσα

θα ταράξει τον ύπνο των ψαριών
κι ένας ιππόκαμπος θ’ ανάψει τη λάμπα του βυθού
για να δεί καθαρά τον τροχό που
κινεί τον πάνω κόσμο