ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Κατηγορία: Διηγήματα

Ο Σφαλιάρας και ο Πετσοκοκεφτές

sfaliar

1η δημοσίευση στο γερμανικό περιοδικά DADA

Εδώ αρχίζουν τα έργα της Ιεχωβάδικης λογικής. Αυτή η φουσκονεριά, αυτή η ναυτία. Αυτοί οι ιμάντες από θέαμα και υγρασία και μοναξιά. Δυο άντρες στο άντρο τους, μοιράζουν φυλλάδια με λόγια του Χριστού.

Ο Χριστός είπε πως η αγάπη είναι το εσώρουχο της ψυχής. Μα η ψυχή μου είναι θηλυκιά κοπέλα χριστούλι μου και το σουτιέν της και το βρακί της είναι αγάπη. Είναι το άρωμά μου σα να λέμε και το κλειδί της ύπαρξής μου. Είναι αυτό που με κορώνει και με διαπερνά.

Καμιά λογοτεχνία και καμιά λογική. Οι κομψοί φραμπαλάδες απλωμένοι εκεί στα σχισμικά έγκατα και τα βυζιά και τις ρόγες. Πηδάλια εκσπερμάτωσης και βυρσοδεψία. Κιλότες σχεδιασμένες απ’ τις διάνοιες της ανελέητης Ορθοδοξίας των συμπαντικών υγρών.

Ανελέητα πένθη του Γιαχβέ κεντημένα με τις κλωστούλες της ανάσας μου. Ένστολοι φρύνοι εμείς οι κατά βούλησιν γαμιάδες. Εμείς που απ’ τ’ αυγό μας όταν βγαίνουμε μυρίζουμε κρίνους και πούτσους και μουνάκια.

Ω! ψυχή μου εσύ, ένας αχερώνας γεμάτος καλοξεραμένο άχερο και χόρτο, και μες στη μέση μια μεγάλη φωτιά από ξύλα που πετά σπίθες και φλόγες σ’ όλο τον αχερώνα.

Με καίει, με πυρπολεί, με ποθεί. Η παρουσία της με σάρκα και οστά φωτίζει τα εκθέματα. Κομπινεζόν, κολάν, κάλτσες, σλιπ και φανελάκια. Αντικείμενα ορφανά χωρίς αυτήν. Χωρίς την ψυχούλα και την ψίχα της.

Ο Σφαλιάρας και ο Πετσοκοκεφτές μοιράζουν φυλλάδια στο Μοναστηράκι. Το ιερό καθήκον τους είναι να με κάνουν να πιστέψω. Μα ο Χριστός είπε, δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ, ή σώστε με αμέσως ή σταυρώστε με.

Και τότε ξεσπάει μια θύελλα ντανταϊστική στην αρχαία αγορά. Τουρίστριες αμερικάνες, γυναίκες μαλλιαρές. Η πτώσις της τιμής των εσώρουχων αμέσως προκαλεί το διπλασιασμό των οργασμών. Ντύστε καριόλες τις ψυχές σας. Βρακάκια και βρακιά λογιών-λογιών.

Ω! ψυχούλα μου βρακώσου, για να’ ρθει ο εραστής σου ο Ιησούς. Εδώ πωλούνται κιλότες για σκίσιμο, ερωτικές κασέτες με παρτούζες και πιπίλες. Εδώ ο Γιαχβέ μιλά με τσιτάτα και ρητά. Λίγο πριν μπει ο κοσμάκης να ψωνίσει με τα μάτια έρωντα και λουλουδιασμένη Ιτιά. Λίγο πριν περάσουν ανάμεσα απ’ τον Σφαλιάρα και τον Πετσοκοκεφτέ. Και εις την πλατεία Αβυσινίας δουν από δεύτερο χέρι χάντρες και φυλαχτά.

Εκεί που ο Γιαχβέ θα με κάνει αρχηγό του κράτους των ψυχών. Μόδιστρο κάθε ψυχούλας. Εκεί που θα με ονομάσει πρόεδρο του Σώματος πυροσβεστών της καυλωμένης οικουμένης, εκεί που θα με κάνει Λυκειάρχη και Λύκο, εκεί που θα με διορίσει επόπτη του Νεκροτομείου Οργασμών.

Εκεί που θα μ’ αφήσει να βλέπω τις ψυχούλες να στριφογυρίζουν σ’ έναν φαύλο κύκλο. Και θα τους κάνω κήρυγμα εγώ. Εγώ ο μετεμψυχωτής κάθε διάνοιας. Εγώ, που θα τους λέω: Ψυχούλες, μες στο κλουβί έχει τροφή. Λίγη, ωστόσο έχει τροφή. Έξω όμως απ’ αυτό έχει απέραντη μονάχα ελευθερία.

Σαλώμη

salomi

(απόσπασμα)

Ακόμα φέγγει. Άλλοτε τ’ όνομά μου ήταν Σαλώμη και τώρα Εβραϊκά γρανάζια Α.Ε. Αισθάνομαι να περιστρέφονται οι τροχοί. Τα μικροδευτερόλεπτα με ρυθμίζουν.

Μες στο κεφάλι μου έχω αυτό που πρέπει να βγει. Ο σταυρός στο στήθος μαύρος. Όταν βυθίζομαι στον ύπνο είναι το φως πιο δυνατό απ’ ότι όταν ξυπνάω.

Το όνομά μου ήταν Σαλώμη μα δεν υπήρξα ευτυχισμένη. Η ευτυχία μου ήταν μια γλώσσα που ζητούσε αίμα. Ένα μικρό κουβάρι γλώσσας που ήθελε να τυλιχτεί χορεύοντας γύρω απ’ το λαιμό του Βαπτιστή.

Έβγαζα σχεδόν ετοιμοθάνατη τα πέπλα μου ένα ένα.

Κάθε που ο πόνος ακουγόταν στην καρδιά μου, ψιθύριζα στον Βαπτιστή τον έρωτα της μάνας μου, την καύλα της να γαμηθεί όπως εγώ σκληρά έως θανάτου, να νιώσει τι εστί ηδονή μέσα απ’ την ομορφιά μου.

Το βράδυ εκείνο ζήτησα στ’ αλήθεια, ο ένας από μας να δει τον άλλον. Τα μάτια είχε ο προφήτης ορθάνοιχτα κάτω απ’ τους επιδέσμους.

Ο θεός ήταν στα μάτια του σαν σκεπασμένο θρεφτάρι για θυσία.

Ο πούτσος του μια κρύα μάζα που όρμησε μέσα μου απ’ τη μύτη και το στόμα. Έφεραν ένα λευκό πιάτο. Ο άντρας της μητέρας μου σαν υπνοβάτης μέσα μου, σαν δήμιος εραστής. Όλο έδενε τα πέπλα μου ένα ένα απ’ το σπασμένο χέρι της πίστης του.

Αυτή η σάρκα μου τού σκοταδιού από στάχτη και γλυκό μουνί, από ίχνη ζώου που ξεμπούκαρε απ’ το στόμα τού διαβόλου, ζητούσε ένα μαχαίρι για το σφαχτό.

Ζητούσε να οξύνει την ακοή του απογυμνωμένου που αφουγκράζεται έναν ήχο.

Τώρα, που τόσο απογυμνώθηκα σκαρφάλωσα στο λαρύγγι του την ώρα του οργασμού κι είδα το αίμα να πετάγεται τόσο που δε διέκρινα ουρανό και γη, τόσο που έμεινα σαν άνοιξη υγρή μετά το φόνο απ’ τα μαλλιά να κρατώ τον εραστή της φωνής του θεού.

Απ’ τις κομμένες φλέβες του έβλεπα να στάζει αίμα, ένα τσόφλι παχύ από σκληρό πόθο. Ν’ αφήνει πίσω μια γραμμή τρυφερότητας και καταφρόνιας. Ν’ αφήνει την οσμή απ’ τα τελευταία κόπρανα το λιανισμένο κορμί.

Και το κεφάλι του στα σκέλια μου. Ένας βρόμικος αχνός από άνθρακα και ιδρώτα. Το κεφάλι του άρχισα να βυθίζω στραγγαλισμένο μέσα μου. Να νιώθω τη σιωπή του θανάτου στο πετσί μου.

Μητέρα εγώ τού θανάτου και χασάπισα, τύλιξα με τα πέπλα μου το κεφάλι του Βαπτιστή, να το πετάξω στα σκυλιά. Να χορτάσουν.

Τηλεγράφημα

tile

Ο συνάδελφος στο γραφείο ήταν παλαβός. Θεοπάλαβος. Έγινε παλαβός. Έλεγε παλαβά πράγματα με παλαβό τρόπο. Κάθε πρωί ακούγαμε τις παλαβομάρες του και νιώθαμε πόσο παλαβός είναι. Πόσο παλαβός γίνεται μέρα με τη μέρα. Αποφασίσαμε να ενημερώσουμε τη διεύθυνση για τον παλαβό συνάδελφο που έλεγε παλαβά πράγμα. Αμέσως με συνοπτικές διαδικασίες ο παλαβός συνάδελφος οδηγήθηκε στο τρελοκομείο. Επιστρέψαμε σιγά σιγά στους κανονικούς ρυθμούς. Ο παλαβός συνάδελφος δεν μπορούσε πια να μας παλαβώνει με τις παλαβομάρες του. Ύστερα από μερικές μέρες έφτασε στο γραφείο ένα τηλεγράφημα απ’ το φρενοκομείο. Το τηλεγράφημα έγραφε: Από Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι Στοπ υπάλληλο της ανθρώπινης ψυχής Στοπ αγαπητοί συνάδελφοι να ξέρετε πως δεν μπορείτε να είστε βέβαιοι ότι έχετε σώας τας φρένας κλείνοντας το συνάδελφό σας στο φρενοκομείο Στοπ

Παραλία Λούρου ή Ανάμνησις Καύσωνος

anamnisi

Ο ήλιος μύριζε προβατίλα. Ο πρωινός ήλιος. Ο πρώτος ήλιος που κάνει τον πόθο να αδρανεί.

Τα βλέμματα γύρω που ξεπετιούνται σαν ναρκωμένες οχιές απ’ τον υπνόσακο και τα ενδότερα.

Είναι η ώρα που έχεις δύσκολη διάθεση ερπετοειδή. Κολλώδες και παγωμένο σώμα. Μα ο ήλιος και η θάλασσα είναι εκεί, με όλες τις μυρουδιές τους.

Οι χίλιοι σατανάδες αγουροξυπνημένοι με τα σκέλια ανοιχτά και οι πρώτες σιγανές κουβέντες σαν να κυλούν απ’ τα κρινάκια που μπλέχτηκαν βραδιάτικα γύρω απ’ τα κορδόνια των παπουτσιών.

Κορίτσια με διάθεση εικοστού αιώνος φορούν τα κυνηγετικά τους καπέλα και τρυπώνουν πίσω απ’ τις καλαμιές για να κατουρήσουν.

Εμείς τα αδιάφορα αρσενικά σέρνουμε το κορμί μας σαν υνί μέσα στην άμμο περιμένοντας να δούμε από τύχη λίγη έστω τη ρεματιά του παραδείσου.

Σκέλια θηλυκά, σαρκώδη, που ξεσπούν ανάμεσά τους τα σπλάχνα κάτουρο αχνιστό.

Μακριά απ’ όλες τις αγριότητες του σύμπαντος, τις συγκρούσεις κομητών κατά μέτωπο, εμείς τρυπωμένοι εδώ σαν πτωματοφάγα σκουλήκια, ανάμεσα από αγριόχορτα και λαχανίδες, πλαστικά μπουκαλάκια με νερό και κονσέρβες με φασόλια και ντολμαδάκια.

Εμείς παιδιά απλωμένα στο ταψί της άμμου, όντα ακίνδυνα σαν φρεσκογεννημένα κουτάβια, με τις πατούσες μας να έχουν πιάσει μαύρη πέτσα, ξυπόλητοι και ηλιοκαμένοι, αφημένοι εκεί που η στεριά γίνεται αλάτι και ιώδιο.

Και οι άνθρωποι επιπλέουν και βυθίζονται γυμνοί και μόνοι. Απροστάτευτοι, χωρίς εξουσία, παραδομένοι στα ρεύματα, στον κόσμο των ψαριών, στα μάτια και τις γλώσσες που παραμονεύουν στο βυθό.

Και έξω απ’ τη θάλασσα, γύρω, κατσίκια και αλμυρίκια και πάλι μυρουδιές απ’ το αρχαίο παρελθόν και τα καταποντισμένα προάστια.

Και πάλι εμείς με τα γεννητικά μας όργανα απλωμένα στις πετσέτες. Να μας κλώθει ο ήλιος έξω απ’ το θάνατο και το σεξ.

Να μας μαγαρίζει με χαρά και ιδρώτα, αυτό το παράδοξο άστρο που μαγείρεψε ο άπειρος χρόνος στο συμπαντικό καζάνι.

Να κεντάει πάνω στη γύμνια μας επιθυμίες, σε κάθε πόρο του κορμιού μας να βυθίζει τα δάχτυλά του και να μας καρφώνει με τις ακτίνες του.

Εμείς αγόρια και κορίτσια έκθετα στην ηρωική ηλιθιότητα της εφηβείας, με το μέσα γυρισμένο έξω, σπαρμένο εκεί δίπλα στα μπάζα και τις τσουκνίδες, στις πεταμένες καπότες, στα φτερά και τα πούπουλα των γλάρων.

Λίγο μακριά απ’ τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία.

Αποχαυνωμένοι μες στο σκληρό και ρεαλιστικό αριστούργημα της αμμουδιάς. Μακάριοι με τις στύσεις μας και τα τσιμπήματα από κουνούπια.

Αρσενικά και θηλυκά ένα κουβαράκι που κύλησε ολοσχερώς στον καλοκαιριάτικο οίστρο.

Σάρκες κοιλιές γλουτοί αιδοία και πρόσωπα. Σαν τα ψάρια που πιάναμε κι έπειτα τα πετούσαμε στη θάλασσα και μόλις άγγιζαν το νερό οι άσπρες κοιλιές τους γύριζαν προς τα πάνω και κυλούσαν νεκρά επιπλέοντας πάνω στο ζεστό νερό.

Μεγαλοβδόμαδο

stratos-kalafaths

Ανεβήκαμε στην Αθήνα μ’ ένα παλαιότατο στέισον βάγκον. Οδηγούσε ο Ήβος. Θα διαβάζαμε ποιήματα στη φιλολογική λέσχη Παρνασσός. Στο δρόμο σταματήσαμε στον Ισθμό. Ανάψαμε τσιγάρο και ρίξαμε πέτρα απ’ τη γέφυρα στο χαντάκι. Φτάσαμε στη Αθήνα μεσημέρι. Κατηφορίζοντας στην 3ης Σεπτεμβρίου στρίψαμε στη Βερανζέρου και χωθήκαμε σ’ ένα οβελιστήριο του παλιού καιρού με το καμένο λίπος και τους υδρατμούς να’ χουν κάνει στα τζάμια ψυχεδελικά σχέδια. Στον τοίχο είχε σε περίοπτη θέση κρεμασμένη τη φωτογραφία ενός τύπου που έμοιαζε με διοικητή χωροφυλακής κι ένα ημερολόγιο με θερμόμετρο. Ο Ήβος μου έδειξε με τα μάτια ένα γέρο απέναντι που έξυνε τ’ αρχίδια του με μανία. Πάνω απ’ το κεφάλι του η τηλεόραση έδειχνε τον πατριάρχη Ιεροσολύμων να πλένει τα πόδια ενός παπά σε μια λεκάνη. Ο γέρος μας είδε που τον καρφώναμε κι ήρθε κάθισε δίπλα μας. Χαμογελάσαμε και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια. «Σημαδεύω γλόμπους» μας είπε, «όταν τους σπάσω όλους θα πέσω να κοιμηθώ». Του είπαμε ένα ανέκδοτο που ακούσαμε στο ραδιόφωνο, τον κεράσαμε και φύγαμε. «Αυτός είναι ποιητής» λέω στον Ήβο φεύγοντας. «Παλαβός είναι» μου λέει.

Στην είσοδο του Παρνασσού μας περίμενε η κυρία Τασούλα Καραπάνου φιλόλογος και εκδότρια του περιοδικού Ασφόδελος. Μας είπε, θα διαβάστε το πολύ τρία ποιήματα ανέκδοτα και όχι πάνω από μια σελίδα άλφα τέσσερα. Ο Ήβος μου ψιθύρισε, «καλά ρε μαλάκα κάναμε εξακόσια χιλιόμετρα για τρία ποιήματα;». Καθίσαμε στην τρίτη σειρά εκεί που τέλειωνε το πλήθος. Οι ακροατές διάβασαν σχεδόν όλοι. Μια κοπελίτσα με ψιλή φωνή διάβαζε τα βιογραφικά των ποιητών. Φορούσε ένα κόκκινο παντελόνι και περπατούσε σα χήνα. Κάποια στιγμή σηκώθηκε ένας παππούς κι άνοιξε το παράθυρο. Τον κοιτάξαμε όλοι απότομα κι αυτός με στεντόρεια φωνή γύρισε και είπε, «μυρίζει ξινίλα διάολε».

Μετά κάνα τέταρτο άνοιξαν οι πόρτες και μπήκε στην αίθουσα υποβασταζόμενος από δυο κυρίες ένας παπούκας που είχε στο λάρυγγα ένα μηχανάκι. Τον προσφώνησαν ως επίτιμο. Χρύσανθος Καμχής, πρέσβης επί τιμή. Πατούσε το κουμπί και απήγγειλε σαν μέσα σε ντεπόζιτο. Μου θύμισε έναν ανάπηρο στην Αγία Ελεούσα που πουλάει λαμπάδες. Μετά σηκώθηκε έβγαλε έναν αναστεναγμό κι έφυγε απ’ την ίδια πόρτα. Σα να’ λεγε «άντε καλή αντάμωση στα θυμαράκια».

Ήρθε η σειρά μου. Η κυρία Τασούλα έκανε ειδική μνεία μιας κι ερχόμασταν απ’ την επαρχία ζητώντας απ’ τους παρευρισκόμενους να γίνει για μας μιαν εξαίρεση και να διαβάσουμε τέσσερα ποιήματα. Το πλήθος συναίνεσε με μιαν ελαφριά κλίση του κεφαλιού αλλά πετάχτηκε ο κύριος με το παπιγιόν λέγοντας «όχι, όχι τρία όπως και μείς, τι πάει να πει ήρθαν απ’ την επαρχία, κι εγώ απόδημος Έλλην είμαι». Ο κύριος κάθισε πάλι στη θέση του κι άρχισα τότε να διαβάζω τα τρία μου. Το δεύτερο ποίημα ελέγετο λαμπάδες για τάματα. Φάνηκε πως ο τίτλος ενθουσίασε το ακροατήριο. Άρχισα να διαβάζω.

Αλίμονο, θα’ ρθει καιρός, που
οι άνθρωποι θα χαίρονται τον έρωτα
και θα προσεύχονται μονάχα στα βυζιά και το φαλλό.
Οι κακογαμημένοι θα κλειστούν στα μοναστήρια τους
και θα τη βρίσκουν με νηστεία κι αυνανισμό.

Αλίμονο θα’ ρθει καιρός, που
οι άνθρωποι θα νιώσουνε βαθειά, πως
το μέγα θαύμα της ζωής
το ιερό αιδοίον το γεννά.

Τόποι λατρείας θα’ ναι τα κορμιά
και οι πιστοί για τάματα
θ’ αφήνουνε καυλιά
στο εικονοστάσι πάνω εκεί
στων γυναικών τα σκέλια τα γλυπτά
εκεί, που κατοικεί
η πάναγνη αγία ηδονή.

Πριν τελειώσω το διάβασμα καλά καλά μια κυρία που μισοκοιμότανε λίγο πριν πετάχτηκε σα να τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. «Ντροπή σας κύριε, μεγαλοβδόμαδο, ντροπή σας κι είστε κι από επαρχία».

Η σοφία των παιδιών

Από τότε που κατάλαβα το ακριβές νόημα της λέξης έρωτας, νιώθω μια ξινίλα όταν την ακούω ή ακόμη κι όταν τη βλέπω γραμμένη στα βιβλία ή τις εφημερίδες. Ο έρωτας είναι η ρομαντική έκφραση της πολεμοχαρούς συνουσίας. Ο άνευ όρων και ορίων σαρκικός κανιβαλισμός. Με λίγο ή με πολύ πάθος. Κατά μόνας κατά ζεύγη ή κατά γκρουπάκια.
Τι κάνουν πατέρα αυτοί οι δύο άνθρωποι στην τηλεόραση;
Έρωτα παιδί μου, έρωτα!
Τι έρωτα ρε πατέρα, αυτοί γαμιούνται, ξεκωλιάζονται. Είναι δυνατόν αυτό το πράγμα να λέγεται έρωτας; πόλεμος ναι, έρωτας όμως! Είναι δυνατόν αυτός ο τύπος που της δαγκώνει τα βυζιά και της ρουφάει το λαιμό σα βρικόλακας διψασμένος για αίμα να κάνει έρωτα; Κι αυτό το παλούκι στο μέγεθος χειρολαβής ποδηλάτου που τη διαπερνά εκατοντάδες φορές και μάλιστα ορμητικά βίαια σα να θέλει να τη σχίσει στα δύο είναι έρωτας;
Ο πατέρας έξυσε το μούσι του σοφού που βρισκόταν κολλημένο στο πηγούνι του και είπε στο φιλομαθές τέκνο του: Ναι! ναι παιδί μου ίσως να έχεις δίκιο.

Θαυμαστικά

Το βλέμμα της έχει θολώσει. Βάζει στις προτάσεις θαυμαστικά. Ένα τσούρμο γραμμούλες πάνω απ’ τις τελείες. Σέρνει μερακλίδικα το μολύβι πάνω στο χαρτί. Τονίζει λίγο νευρικά τις οξείες. Στέκεται συνήθως δίπλα στο παράθυρο. Σκυμμένη πάνω στο γραπτό της. Με την προσήλωση νηπίου στο μαστό της έμπνευσης. Εγωισμός αναμεμιγμένος με οκνηρία. Ένα τρομαγμένο ζώο που απλώς υπάρχει. Γράφει για την τραγωδία του να πιστεύεις στην ανθρώπινη τελειότητα αλλά και την τραγωδία του να μην πιστεύεις σ’ αυτή.

Στις καλαμιές

 

c11.jpg

 

c21.jpg

 

c31.jpg

Αγριοβατόμουρα πικρά

 

b1111_.jpgb2111_.jpg

b3111_.jpg

Τα κουκούλια

Ανέβαινα στο φυλάκιο 178 στο ύψωμα Προφήτη Ηλία πάνω απ’ το Σουφλί. Ηταν μεσημέρι, κατακαλόκαιρο. Με είχαν στείλει κακήν κακώς στο χωριό για κούρεμα. Το απόγευμα είχαμε επιθεώρηση από τον διευθυντή του θρησκευτικού επιτελείου και κάποιος καραβανάς του πυροβολικού διαπίστωσε πως ήμουν ακούρευτος. Ο σβέρκος μου ήταν ιδρωμένος. Τρίχες είχαν κολλήσει σε όλο μου το κορμί. Δεν ήξερα τι μου έφταιγε. Αρχισα να ξύνομαι με μανία. Ο ανηφορικός δρόμος ήταν ένα μαρτύριο. Μεταφορικό μέσο δεν υπήρχε κι έτσι ανέβαινα με τα πόδια ασθμαίνοντας.

Στα τελευταία σπίτια υπήρχε ένα χαμηλό σπίτι. Τον πρώτο καιρό που είχα ανέβει με μετάθεση και ήμουν εξοδούχος είδα στο παράθυρο μια γριά. Στεκόταν η μισή πίσω απ’ το παντζούρι. Στο πρόσωπό της διαγράφονταν λουρίδες απ’ τις γρίλιες. Η γριά πρόσεξε τα τσιγάρα που κρατούσα και καθώς πλησίαζα, άπλωσε το χέρι. Με φωνή ξεψυχισμένη μου είπε: «Δώσε μου ένα τσιγάρο, έχω μέρες να καπνίσω».

Απέναντι υπήρχε ένα μικρό καφενείο. Ημουν σίγουρος ότι μας παρακολουθούσαν. Με κοιτούσαν με μισό μάτι, έτσι καθώς είχα σταθεί κάτω απ’ το παράθυρο κοιτάζοντας αποσβολωμένος τα κοκαλιάρικα χέρια της γριάς. Δεν ξέρω ακόμα τι φοβήθηκα, αλλά δεν της έδωσα τσιγάρο. Της χαμογέλασα μάλλον αμήχανα και συγκαταβατικά, όπως χαμογελάνε στα επισκεπτήρια στους αρρώστους. Από τότε, όταν περνούσα μπροστά από κείνο το σπίτι, έβλεπα πίσω απ’ τις γρίλιες τις κόρες των ματιών της να γυαλίζουν και τα χείλη της να τρεμοπαίζουν. Ημουν σίγουρος πως μ’ έβριζε. Περνούσα πάντα απ’ αυτό το σπίτι αρκετά φοβισμένος, γεμάτος ενοχές για τη συμπεριφορά μου.

Τη μέρα της επιθεώρησης όμως δε σκεφτόμουν τίποτε απ’ όλα αυτά. Ανέβαινα βαριανασαίνοντας, περισσότερο πικραμένος για τα καψώνια που μας κάνανε, βλέποντάς τα όλα τόσα μάταια και θλιβερά. Ξεχάστηκα κι έκατσα στο πεζούλι κάτω απ’ το παράθυρο της γριάς. Είχα λαχανιάσει τόσο που με πονούσαν τα πνευμόνια μου. Προσπαθούσα να φανταστώ κάτι ευχάριστο, μα οι κακές σκέψεις έρχονταν με περισσότερο ζήλο. Τα πόδια μου πονούσαν και το στόμα μου είχε στεγνώσει. Ούτε σάλιο δεν είχα για να βλαστημήσω την τύχη μου. Κάποια στιγμή βλέπω τη γριά να βγαίνει από την πίσω πόρτα του σπιτιού. Μέσα φαινόταν το κουζινάκι. Στα χέρια της κρατούσε ένα ποτήρι με νερό. Πλησίασε και μου το πρόσφερε δίχως να πει κουβέντα. Οση ώρα έπινα το νερό κοιτούσα χαμηλά. Δεν ήθελα να την κοιτάξω στα μάτια. Αυτή από πάνω μου κρατώντας τη μέση της, κοιτάζοντας με κάθε λεπτομέρεια τις κινήσεις μου. Καθώς τελείωσα το νερό, κάτι ψιθύρισε κάνοντάς μου νόημα να την ακολουθήσω στο εσωτερικό του σπιτιού. Δίστασα αλλά από ντροπή και μόνο τη συνόδευσα μες στο σπίτι. Θα ήταν ασυγχώρητο να κάνω την ίδια γκάφα για δεύτερη φορά. Στο κάτω κάτω μπορεί να χρειάζεται κάτι, σκέφτηκα. Γριά γυναίκα είναι. Ισως θέλει να τη βοηθήσω να σηκώσει κάτι βαρύ. Ισως να τις κάνω τίποτε ψώνια.

Προχωρήσαμε αρκετά αργά προς το εσωτερικό του σπιτιού. Διασχίσαμε την κουζίνα με το αναμμένο πετρογκάζ. Σ’ έναν τοίχο απέναντι υπήρχε φωτογραφία της Βουγιουκλάκη, μικρό κοριτσάκι διαφήμιζε τις πορτοκαλάδες ΕΨΑ. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε ένα βαζάκι ρίγανη. Το ανθοδοχείο ήταν γεμάτο μουχλιασμένο νερό μ’ ένα μπλε λουλούδι στην επιφάνεια. Το σπίτι είχε μια περίεργη βαριά αποφορά.

Γύρισε προς το μέρος μου και μου είπε: «θέλω να σου δείξω τα κουκούλια μου, γι’ αυτό σ’ έφερα μέχρι εδώ». Μιλούσε αργά, με μεγάλη δυσκολία. Ο λαιμός της ακουγόταν γδαρμένος.

Σ’ ένα δωμάτιο του σπιτιού υπήρχαν μαζεμένα κλαδιά λυγαριάς. Το πάτωμα ήταν γεμάτο αυτοσχέδιες ψάθες από κομμένα καλάμια. Οι ψάθες ήταν καλυμμένες με φύλλα μουριάς. Αρχισε να μου λέει τότε πώς βγαίνουν οι κάμπιες απ’ τα αυγά, με τι λαιμαργία τρώνε τα φύλλα της μουριάς, πώς ακούγονται τα βράδια να μασουλάνε. Επειτα μου είπε πώς σκαρφαλώνουν πάνω στα κλαδάκια κι εκεί υφαίνουν το κουκούλι γύρω τους. Κλείνονται εκεί μέσα, ώσπου να μεταμορφωθούν από κάμπια σε χρυσαλλίδα κι από χρυσαλλίδα σε έντομο. Μετά από είκοσι μέρες ανοίγει το κουκούλι και βγαίνει η πεταλούδα. Είναι βαριά και δεν μπορεί να πετάξει. Ζει μερικές μέρες μονάχα. Γεννάει τα αυγά της και πεθαίνει.

Περιέγραψε τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια. Βρήκε έπειτα ένα κομμένο τσιγάρο, το άναψε κι άρχισε να καπνίζει. Επιασε κουβέντα με τα φρέσκα κουκούλια. Γύρισε τότε προς το μέρος μου και μου είπε: «έχω παλιαρρώστια στο φάρυγγα, αλλά τι τα θες, έτσι και οι δικές μας ψυχές γίνονται πεταλούδες και θέλουν να πετάξουν, μα είναι τόσο φορτωμένες, τόσο τυραννισμένες που βαραίνουν απότομα και γκρεμίζονται». Εσκισε ένα χαρτί από εφημερίδα και μου τύλιξε μερικά άδεια κουκούλια. «Να τα πάρεις σπίτι σου για ενθύμιο», μου είπε.

Βγήκα απ’ το δωμάτιο κρατώντας στα χέρια μου τα τυλιγμένα κουκούλια. Εβγαλα απ’ την τσέπη το πακέτο με τα τσιγάρα και το απίθωσα στο μάρμαρο της κουζίνας. Δεν το πρόσεξε. Οταν απομακρύνθηκα αρκετά, γύρισα πίσω και την είδα στο παράθυρο να φουμάρει.

Εφτασα στο φυλάκιο χωρίς να το καταλάβω. Η ώρα είχε περάσει. Τα …καντήλια και οι βρισιές έδιναν κι έπαιρναν. Ετρεξα να βάλω τη φόρμα παραλλαγής, αφού πρώτα τοποθέτησα τα κουκούλια μέσα στον πολιτικό μου σάκο.

Ημασταν όλοι τόσο ιδρωμένοι που νόμιζες ότι βρωμάει ολόκληρη η περιοχή. Μας έστησαν για αρκετή ώρα μες στον ήλιο, κάνοντας οπλασκήσεις μέχρι την άφιξη του στρατηγού. Καθώς χτυπούσα την κάννη του όπλου στον ώμο μου, πονούσα φρικτά.

Ο στρατηγός ανέβαινε στο φυλάκιο εν πομπή συνοδευόμενος από δύο στρατιωτικά τζιπ.

Μόλις κατέβηκε διαπίστωσα με έκπληξη ότι φορούσε ράσα. Μου ήρθε περίεργο, στρατηγός με ράσα. Πλησίασε προς το μέρος μας. Ο αξιωματικός που έδινε τα παραγγέλματα μας έκανε νόημα να του φιλήσουμε το χέρι. Σκύψαμε και του φιλήσαμε το χέρι. Είχα να κάνω κάτι τέτοιο απ’ το Δημοτικό, όταν μας στριμώχνανε κάθε Παρασκευή πρωί στην εκκλησία. Ο στρατηγός μας χαιρέτησε εγκάρδια. Μας ρώτησε αν είμαστε ευχαριστημένοι, τον τόπο καταγωγής κι άλλα τέτοια. Φυσικά, όλοι βρεθήκαμε ευχαριστημένοι.

Κάποια στιγμή έστρεψε το βλέμμα του απέναντι στα βάθη της Τουρκίας. Βαριαναστέναξε και γυρίζοντας συγκινημένος προς το μέρος μας, είπε «έχουμε κι ένα καμπαναριό απέναντι μην το ξεχνάτε».

Τα χρώματα στα βάθη της Τουρκίας ήταν πορφυρά. Ο ήλιος άρχισε να δύει. Τα πρώτα χωριά απέναντι άναβαν τα φωτάκια τους. Εγώ σκεφτόμουν τη γριά πάνω απ’ τα κουκούλια της να καπνίζει και να τους μιλά. Στην πίσω ακριβώς σειρά ακούστηκε ένας εθελοντής απ’ την Κατερίνη να ψιθυρίζει «να πας στο διάολο τραγόπαπα και συ και το καμπαναριό σου».

Του Αντώνη ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ

Εφημερίδα Ριζοσπάστης