ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Κατηγορία: Κείμενα

Φωτορομάντζο για σεμνές Κυρίες

variations1.jpg

Αλλά τον έρωτα δεν τον παραγγέλνει κανείς. Ο έρωτας είναι ένα καλάθι με φρούτα μπροστά από δυο κορμιά που περιμένουν να έρθει ο έρωτας. Να έρθει η πρώτη δαγκωνιά και το δάχτυλο για να σμίξει τις σάρκες εις σάρκαν μια. Για να σαρκωθεί ο άσαρκος χρόνος. Να έρθει ο γάμος παραμερίζοντας βίαια τη σιωπή.

variations2

Ο πρώτος χαιρετισμός εραστών. Η γνωριμία με τους χυμούς και τις χλωμές μέρες που τελειώνουν γρήγορα. Οι ερωτικές επιστολές που γράφω καθημερνώς. Δεν υπάρχει όμως το ωραίο συζυγικό κρεβάτι, με τα δαντελένια λευκά σεντόνια και τις γάργαρες υποσχέσεις του λυρισμού που αφήνουν τα βλέμματα πάνω στα γυμνά αιδοία. Είμαστε τα αιδοία μας. Εδώ αρχίζουν οι ερωτικές χειραψίες.

variations3

Εσύ κρατάς τον καθρέφτη κι εγώ τα λουλούδια. Ζω, λέει, κάτω απ’ τη φούστα σου. Όχι σε έγχρωμη τηλεόραση με ζόμπι γελαστά, με εικονικά σώματα που κινούνται στον κυβερνοχώρο. Ζω γλείφοντας με περιέργεια και δέος, σε στάση προσευχής. Εσύ κοιτάς το πρόσωπό σου στον καθρέφτη τη στιγμή που η γλώσσα μου και η κλειτορίδα σου γίνονται ένα. Εν το παν.

variations4

Εις το ανάκλιντρο η γραφή γίνεται ονειροπαγίδα. Σε καρφώνω όπως περνούν οι νυχτερίδες στις στοιχειωμένες πολεμίστρες, όπως μέσα στα ρήγματα βυθίζονται ασθένεια και θάνατος για να βγει σπέρμα και ζωή. Για να χύσω ξεδιάντροπα, πέραν κάθε συγκινήσεως. Σε αποπλανώ με δάκρυα στα μάτια. Σε καρφώνω. Παλινδρομώ. Η κόρη του ματιού σου μέσα στην κόλαση της άγνοιας. Ηδονή σαν μισοβγαλμένη απ’ το χώμα. Σαν βολβός ο πούτσος που ψάχνει το οξυγόνο του.

variations5

Ο κύριος που σε κρατάει αγκαλιά είμαι. Ο Κυρίαρχος ανίσχυρος σερνικός. Πάνω στα πόδια μου είσαι ένα θηλυκό χωρίς σχήμα, χωρίς ηλικία, θα μπορούσες να είσαι μια γριά ή ένα κοριτσάκι. Άνθρωποι πρωτόγονοι είμαστε. Θεατρίνοι με τρομαχτικές φωνές. Γουστάρουμε τον Απόλυτο Άλλο. Το Γαμήσι. Ουρλιάζουμε, ενώ τα άκρα μας τραντάζονται σα να έχουμε πάθει επιληπτική κρίση. Συνομιλούμε με Σφίγγες, Οιδίποδες και Πυθίες. Είμαστε Φύση. Δια παντός.

Ιερή σχισμή Ή Ο Λόγος του θεού

courbe

Αν ο καλλιτέχνης δεν καταφέρει να κάνει τον θεατή ηδονοβλεψία, δηλαδή καλλιτέχνη, είναι σκέτος μπάμιας και αποτυχημένος όσο καλός ελαιοχρωματιστής ή φιλολογικάριος κι αν είναι.

Αν ο ποιητής ή ο επίδοξος γραφολάγνος δεν θέτει ερωτήματα στο ίδιο το βλέμμα του αναγνώστη, ε, τότε ας πασαλειφτεί σκατό και καρπούζι κατά τη Σαχτούρεια ακρίβεια της ποιητικής σύγχυσης.

Ξαναβάζοντας το ποιητικό μονόκλ του ρομαντισμού οι ύστεροι μαλακάσηδες ξέχασαν τα ερωτικά όργανα του ανθρώπου έξω απ’ το ποίημα και τον έρωτα έξω απ’ το φωταγωγό της συμβίωσης και της κοινής ζωής.

Όλα τα κινήματα απ’ τον Αρχίλοχο μέχρι τον σουρεαλισμό που του φόρεσαν καπότα οι ντόπιοι ελληνορθόδοξοι εκδότες, φέραν στο προσκήνιο την ανθρώπινη ανάγκη για ψωμί και γαμήσι, εκφρασμένη έξω από γραμματικούς κανόνες και ακαδημαϊκούς καθετήρες.

Ο τούρκο-αιγύπτιος διπλωμάτης Χαλίλ-Μπέης παρήγγειλε απ’ τον Κουρμπέ ένα απίθανο γυμνό, ζητώντας του να στιγματίσει τα αίτια της σύφιλης που είχε κολλήσει λίγο καιρό νωρίτερα στην Πετρούπολη.

Η Καταγωγή του Κόσμου του Κουρμπέ είναι στην πραγματικότητα ένα είδος τάματος για τη συμφιλίωση του Έρωτα και του Θανάτου. Των θετικών δυνάμεων του σεξουαλικού πόθου και της ηδονής και των αρνητικών δυνάμεων του θανάτου.

Η καταγωγή του Κόσμου δείχνει και την καταγωγή της τέχνης. Τον τρόπο με τον οποίο το ζωντανό και το νεκρό ανταμώνουν, αποδίδοντας καλλιτεχνικά την ίδια αρχή της αμφισημίας που χαρακτηρίζει τη σχέση μας με τη σεξουαλικότητα και τον πόθο.

Η έκφραση Καταγωγή του Κόσμου παραπέμπει ευθέως στη μητρική γονιμότητα και καταλήγει αποδίδοντας τιμή στο Αιώνιο Θηλυκό ως αμετάλλακτο παρελθόν και μέλλον όχι μόνο του ανδρός, αλλά του ανθρώπου.

Σε όλες τις ανθρώπινες γλώσσες δεν υπάρχει ούτε μια πρόταση που να μην περικλείει το σύμπαν.

Όταν λες «ο άνθρωπος», λες για τις μάνες που τον γέννησαν, τα πουλιά και τα κατσίκια που κατασπάραξε, τα χόρτα που έτρωγαν αυτά τα κατσίκια, τη γη που βλάστησε αυτά τα χόρτα, τον ουρανό που φώτισε αυτή τη γη.

Στη γλώσσα ενός ποιητή, κάθε λέξη θα πρέπει όχι απλώς να εκφράζει αυτή την άπειρη αλληλουχία των γεγονότων, αλλά να την εκφράζει μ’ έναν τρόπο απερίφραστο και ακαριαίο.

Οι φιλόδοξες και φτωχές ανθρώπινες λέξεις όπως σύμπαν, κόσμος, άπειρο, δεν είναι παρά απόηχοι της καύλας μας να ψαύσουμε την αιωνιότητα. Να γίνουμε αθάνατοι, δηλαδή θεοί. Μα ο λόγος του θεού των ανθρώπων είναι ο λόγος του ποιητή. Είναι ο λόγος που γίνεται ένα βουνό ή ένας ποταμός ή η διάταξη των άστρων.

Όμως στο πέρασμα των αιώνων τα βουνά ισοπεδώνονται και η πορεία ενός ποταμού εκτρέπεται και οι αυτοκρατορίες αλλάζουν και συντρίβονται και η διάταξη των άστρων μεταβάλλεται μεγαλειωδώς.

Όλα αλλάζουν στο στερέωμα. Κι όταν αυτό ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να το δείξει είναι ανάπηρος. Κι όταν ο ποιητής δεν μπορεί να το πει είναι μουγκός δεσμοφύλακας λέξεων. Κρέας για πούλημα ή σάπιο κρέας για τα σκυλιά.

Φεστιβάλ ποίησης Ή Πού χέζουν οι παίχτες στο σαρβάιβορ;

buk-3

Τα φεστιβάλ ποίησης και οι αναγνώσεις ποίησης κατάντησαν η πιο χυδαία πνευματική νεκροφάνεια ποιητών εκδοτών και μικροεμπόρων.

Μέσα στον ετερότροφο παρασιτισμό τους, οι κλίκες που επιφανώς έχουν διαπρέψει ως οπισθοαβανγκάρντ καλόγεροι του καταραμένου κέντρου των Αθηνών-βλέπε κωλόμπαρα και εναλλακτικά βιβλιοπωλεία-αυτά που, πρώην κνίτες που εγίναν αντικνίτες εν μια νυκτί αναγνώσεως Δημουλά, τώρα κονσερβοποιούν το σκατούλι τους και το βάζουν στο ράφι της καθημερινής μπανιστηρτζίδικης ουτοπίας.

Ψιλικατζήδες και γερογαμιάδες, κόμισες και κομισάριοι, γυρολόγοι με άποψη και λίμπιντο, κόρες βιοτεχνών και φιλάργυροι γαστρονόμοι, πυκνοπόγονοι νεολαίοι με πρόωρο γήρας-ακαύλωτοι διαχειριστές του εαυτού τους-,πλάνητες και πλανεμένοι καρβουνιάρηδες-μαυρισμένοι απ’ το υπερφίαλο τίποτα-αεροπτεριστές της εφήμερης πλην καθεστωτικής Αυγής, χρυσόφτερνοι κλακαδόροι, χοντρόκωλοι ακαδημαϊκοί σπεσιαλίστες τού κόπυ πέιστ, φιλόλογοι που σπούδασαν γηρατειά στα δεκαοχτώ, πρώην διευθυντές εκπαιδεύσεως παιδεραστικής κοπής, περιφερειάρχες και θυμωμένοι κομμωτές, ζεσταίνουν το πλεμόνι της ποίησης στο μεγάλο τσουκάλι της μαλακίας, ξαναγυρίζοντας στη μισοντυμένη αίσθηση ενός θαυμαστού εσωτερικού αυνανισμού πασπαλισμένου με τη διάφανη αχλή του βρωμοαρώματος του καταλυτικού τους γιοταχί που θα τους πάει στην ποιητική πλατφόρμα.

Παίχτες όλοι ενός ποιητικού σαρβάιβορ έτοιμοι για τρελές πιπίλες. Για αναγνώριση και χειροκρότημα την στιγμή που η εκσπερματική μοναξιά τους πιτσιλίζει τα πλήθη.

Το έπαθλον είναι εκατό χιλιάδες δάφνινα στεφάνια πασπαλισμένα με τσουτσουνόσκονη απ’ το Λίγο Του Κώλου. Ω! σύντροφοι, που δεν έχουμε συμφάγει ποτέ μαζί, πού χέζουν τελικά οι παίχτες του σαρβάιβορ;

Αγκαλιά

pasion

Ο εγκέφαλός μας είναι η παρωδία της ίδιας της ζωής. Ζούμε, αναπνέουμε, συνουσιαζόμαστε, παρωδώντας την περιστροφική κίνηση της γης.

Η σεξουαλικότητά μας πραγματώνει πεισματικά τη λήθη του θανάτου. Η αγκαλιά μας παίρνει το σχήμα του έρωτα και γίνεται κινητήριος δύναμη της συνεχούς μεταμόρφωσης.

Πεθαίνουμε για να ξαναγεννηθούμε. Χωρίζουμε για να ξανασμίξουμε. Κλαίμε για να μπορέσουμε να ξαναγελάσουμε.

Απλωμένοι μες στην ερωτική φρενίτιδα των αλλαγών γύρω μας παρωδούμε καθετί ιερό με τη σεξουαλικότητά μας.

Απ’ τον παιδικό θυμό και τη ματαιοδοξία της εφηβείας γλιστράμε στη γενεσιουργία της ενήλικης ζωής, τρέφοντας τις ρίζες και τους βολβούς, τα μάτια των νεκρών που η κυκλική κίνηση σπέρνει κάθε φορά στα πατρικά μας χωράφια.

Κομμουνιστικό Μανιφέστο Ή Ποίημα γραμμένο από τον Άνθρωπο

marx

Το σύστημα γραφής μου βασίζεται στον ομοιόμορφο χαρακτήρα όλων των ανθρώπων. Αν όλοι οι ποιητές υπέγραφαν τα έργα τους με μια και μόνη υπογραφή, «Ποίημα γραμμένο από τον Άνθρωπο», το πρόβλημα της διαφοροποίησης, της κατάταξης, της αξιολόγησης των ανθρώπων με βάση διάφορα μέτρα και σταθμά δεν θα είχε νόημα. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι το ψωμί κι όχι το παντεσπάνι.

Αιρέσεις και Έρως

filim

Η ερωτική αλληλογραφία καθίστατο πολλές φορές ένα σπουδαίο σεξουαλικό μέσο. Ασφαλώς πρόκειται για μια λογοτεχνική μέθοδο, υπαγορευμένη απ’ τους κανόνες της λογοκρισίας αλλά και της ορθότητας που υπαγορεύει η κοινωνική υποκρισία.

Θα μπορούσε κάποιος εξωγήινος αρχαιολόγος στο μέλλον να καταλάβει, πως, τελικά κάθε αλληλογραφία-εκτός απ’ την επαγγελματική και την οικογενειακή-είναι δυνητικά πορνογραφική.

Όλες οι μακροσκελείς εκμυστηρεύσεις που ποντάρουν στην εχεμύθεια αποζητούν να οπλίσουν τις ορμές του κορμιού αφού αποτελούν συνήθως τα προκαταρκτικά της σεξουαλικής πράξης.

Ο γλωσσικός πλούτος του πορνογραφικού ασέμνου συνιστά την πιο σπουδαία διάσταση της πορνογραφικής αλληλογραφίας, την οποία ανακαλύπτουμε, συχνά μετά θάνατον, ακόμα και σε συγγραφείς με ελάχιστη σκανδαλιστική φήμη.

Κάθε ερωτευμένος μπροστά στο λευκό χαρτί και τις καύλες του γίνεται ποιητής. Αληθινός ποιητής και όχι ματαιόδοξος μαλακοκαύλης.

Η ίδια η αλληλογραφία γίνεται σεξουαλική πράξη που αυτονομείται. Το βασικό της εύρημα είναι οι ερωταποκρίσεις εν κενώ χώρο. Πάνω στο λευκό χαρτί ή πάνω στο λευκό πινάκιο της οθόνης βάζεις μιαν ερώτηση στα χείλη του άλλου και την απαντάς αυτοστιγμεί.

Ένας μυγιάγγιχτος αναγνώστης θα εξανεμίσει με φρίκη την ερωτική επιστολογραφία αλλά ένας εραστής θα την εκτιμήσει περισσότερο κι απ’ τη ζωή του.

Αυτή η αμιγώς παιγνιώδης ενασχόληση μας κάνει να πειραματιζόμαστε ελεύθερα και να παίζουμε με τον άλλο εντελώς ατιμώρητα.

Πάντα όταν γράφουμε απευθυνόμαστε σε κάποιον. Το γράψιμο εάν δεν έχει βάση τον ερωτισμό είναι γραφειοκρατία. Κι από γραφειοκράτες έχει γεμίσει το βρακί μας.

Ο Τζόυς υπερθεματίζει υπέρ αυτής της ηδονής που προσφέρει η γλώσσα στην άσεμνη εκφορά της.

Νόρα γλυκιά μου πουτανίτσα, γράφει, δίπλα απ’ αυτό τον πνευματικό έρωτα που τρέφω για σένα υπάρχει ένας άγριος και ζωώδης πόθος για κάθε εκατοστό τού σώματός σου, για κάθε απόκρυφο και αισχρό μέρος του. Θα ήθελα ν’ ακούσω τα χείλη σου να ψελλίζουν βρομόλογα εξαισίως ερεθιστικά, να δω το στόμα σου να βγάζει βρώμικους ήχους και θορύβους, ν’ ακούσω και να μυρίσω τις χοντρές και βρομερές κοριτσίστικες πορδές να αναβλύζουν από το όμορφο κωλαράκι σου, κοριτσάκι, και να γαμήσω να γαμήσω να γαμήσω δια παντός το μουνί σου φλογερό και γαμιόλικο πουλάκι μου.

Το φλουρί του διαβόλου

lefto

Την άφησα εκεί, άκαμπτη, μες στα λουλούδια, με την αλαζονεία της σμιλεμένη απ’ τον οργασμό.

Απ’ όλες τις εκδοχές αυτού τού κορμιού που τόσο αναστάτωσε τη ζωή μου καμιά δεν είναι τόσο άξια να την θυμάμαι όσο ετούτη εδώ η έσχατη εκδοχή.

Όταν τ’ απλουστεύει όλα το σκοτάδι κι η σιωπή οι μνήμες γίνονται συγκεχυμένες και οξύμωρες. Με το οξύμωρον σχήμα να αντιφάσκει μες στην οξύτητα και τη μωρία του. Σχεδόν πατικωμένο απ’ το σκοτεινό φως των γνωστικών και των αλχημιστών τον μαύρο ήλιο.

Και σκέφτομαι πως κάθε έρωτας και κάθε ερωτοτροπία είναι σύμβολο όλων των ερώτων που έλαμψαν κατά καιρούς στο στερέωμα της Ιστορία και του Πόθου.

Μέσα στον αμείλικτο και απρόβλεπτο χρόνο, που μπορεί να γίνουμε στάχτη ή χρήμα, ο έρωτας δεν παύει να συμβολίζει το δικαίωμα της ελεύθερης εκλογής μας.

Βγάζει τη γλώσσα σε όσους ζουν τα κουσούρια τους δραματικά, διογκώνοντάς τα και χορδίζοντάς τα, κάνοντας το βίο γελοίο και τερπνό.

Χαϊδευτείτε αντί να σκέφτεστε τον οβολό για το Χάροντα και τα τριάκοντα αργύρια του Ιούδα και τις δραχμές της Λαΐδος και τα νομίσματα με τους ανάγλυφους κοιμωμένους της Εφέσου και τ’ ασημένια φλουριά και τα χρυσά φιορίνια.

Δεν είμαστε σε θέση ν’ αγοράσουμε τίποτε. Μόνο το απόλυτο της κάθε στιγμής μας ανήκει, αυτή η άμεμπτη ορθότητα της δαιμονικής αναρχίας που μας αναλογεί.

Κι αποκοιμήθηκα καυλωμένος, μέσα σε δαιδαλώδεις διαλογισμούς, κι ονειρεύτηκα πως ήμουν εγώ το φλουρί που φύλαγε ο διάβολος κάτω απ’ το δέρμα του.

Λαγνεία πάρε τ’ όπλο σου

lagnia pare toplo soy

Όταν πάψουμε να ανανεώνουμε την εμπειρία γινόμαστε συμπαθείς καρικατούρες συσσώρευσης πόνου και συνήθειας. Καθιστόζωα που οδεύουν θριαμβευτικά προς τα απώτερα όρια της σπατάλης.

Οι αγάπες μας και οι έρωτές μας γίνονται εικονικά κτερίσματα μέσα στο λήθαργο των εξαρτήσεων. Τα μάτια ψιθυρίζουν και τα χείλη κοιτούν. Ζούμε με τις εμπειρίες των άλλων.

Οι ενορμήσεις του Έρωτα και του θανάτου, οι βυθισμένοι πόθοι, οι ανομολόγητες ενοχές, οι πικρές επιθυμίες γίνονται άφαντες λέξεις που σβήνουν μέσα στο μηχανικό οίστρο της επικοινωνίας εξ’ αποστάσεως.

Ανανέωση της εμπειρίας σημαίνει ακολουθώ κατά πόδας την ηδονή. Σημαίνει πως ο κόσμος είναι ο εαυτός μου και πως ο εαυτός μου πλάθει τον κόσμο των άλλων και πλάθεται απ’ αυτόν. Αφοριστική αθωότητα και αφορισμένη λαγνεία.

Λαγνικά πλησιάζουμε στα ρουθούνια μας τις κορφές των λουλουδιών και τις καύλες. Λαχταρούμε και η λαχτάρα μας λαχταρά. Η εμπειρία ζητά τροφή, αλλά και αίμα. Ζητά τη συνέχεια όπως μέσα στο ποίημα ο δαίμων εαυτός ζητά τη ζωή και τον μελωδικό της απόηχο.

Η εμπειρία είναι ένα αίτημα του Εγώ. Το Εγώ ζητάει την εμπειρία για να μη σβήσει ή για να μην πυρποληθεί απ’ την υποκρισία της ηθικής ορθότητας του μέσου όρου.

Όταν το σώμα απορφανιστεί απ’ τις ηδονικές του χρήσεις ξεπέφτει στα υποκατάστατα και την μαλακία. Ο καθήμενος άνθρωπος βαριέται να γαμήσει. Γαμάει στο τηλέφωνο ή στο μήνυμα. Έχει βαλσαμώσει τη μια και μοναδική εμπειρία και την έχει βάλει στο μουσείο της μνήμης.

Όλες οι ηδονές και οι λαγνείες πολτοποιούνται στα βιβλία και τις εικόνες. Οδηγούνται στην εξορία της αναπαράστασης και στις γεωγραφικές επικράτειες μιας αυτιστικής καλλιτεχνίας. Μιας έκφρασης των επινοήσεων και των διανοημάτων και όχι των αναγκών. Ενός ρομαντισμού της παραφροσύνης.

Εμπειρία σημαίνει αποδέσμευση από τη μια και μοναδική πραγματικότητα. Σημαίνει πως κάνω τη γλώσσα να βλέπει και να ποιεί. Να δημιουργεί ένα παρόν τελειούμενο, μιαν ανταμοιβή έρωτος μέσα στην ανίατη πενία της ζωής.

Μιλώ για ξεμοντάρισμα εδώ, των αξιών που μας καθορίζουν. Τον αξιών που μας βάζουν να πουλάμε τον εαυτό μας. Μακριά από κάθε νέα σκλαβιά, σαν να ορμά μέσα μας ο ήλιος, έκθαμβος και εκθαμβωτικός.

Γέλιο Κονσέρβα

gelion

Υπάρχει ένα σημείο καμπής στην αρχαία θεατρογραφία, εκεί όπου το γέλιο εξορίστηκε από την τραγωδία και ο θρήνος από την κωμωδία.

Εκεί που ο πολιτισμός μπλέχτηκε σ’ έναν δυισμό μεροληψίας υπέρ του νοικοκυριού. Σε μια απόχη σύγχυσης και σιωπής κεντημένη με το μελόδραμα της άρχουσας τάξης.

Οι βασιλιάδες και οι βασίλισσες, οι κακορίζικες ψυχές και τα ανεξήγητα συμπλέγματα που παλαιόθεν προκαλούσαν γέλιο τώρα μασκαρεύονται την πονετική μουζικούλα της μελαγχολίας του θεατή.

Η τραγωδία που ήτο τρυγωδία και γιορτή την εποχή του τρύγου και του ερωτισμού έγινε μια τέχνη αυτόνομη και κερδοφόρος για τηλεθέαση και διοπτροφόρους μύωπες κριτικούς θεάτρου. Από λαϊκή τέχνη του αγροβουκολικού αισθήματος έγινε προίκα των ακαδημαϊκών και των τσαρλατάνων.

Άρχισε να εκλογικεύει τις συγκινήσεις, να χειραγωγεί και να ταμιεύει θραύσματα κυριαρχίας στα ανοιχτά μυαλουδάκια των θεατών που θέλαν αίμα, δάκρυα και ιδρώτα για να διαβούν το Ρουβίκωνα της ψευδαίσθησης.

Εκεί που πρώτα όλοι ήταν ηθοποιοί και θεατές μαζί, υπακούοντας στον οργασμικό ρεαλισμό της φυσικής ζωής τώρα το μελόδραμα της κυρίαρχης τάξης κούμπωνε πάνω στο διψασμένο πνεύμα για συγκινήσεις.

Όλοι οι δαίμονες της συνείδησης ξυπνούσαν για να αποδώσουν δικαιοσύνη. Αντί για τη γελοιοποίηση της δικαιοσύνης που μεροληπτούσε υπέρ του δυνατού έφτασε η θεία δίκη και ο από μηχανής θεός.

Η τέχνη γινόταν τότε το πρώτο οχυρό εναντίον κάθε εξωτερικού εχθρού. Οι πολίτες τότε και οι εθνικοί σήμερα αντί για σπαρταριστά γέλια ζητούσαν έπος και καταστροφή. Δύναμη και επίδειξη δύναμης.

Η κωμωδία και το ευτράπελο θαφτήκαν κάτω απ’ τη λάσπη της Αθηναϊκής δημοκρατίας για να έρθει μια και καλή ο Βυζαντινός βόθρος και να την εκφυλίσει ακόμα περισσότερο.

Όλα τα επιτεύγματα της μεγάλης τέχνης του θεάτρου της αρχαιότητας ήταν η παράγωγη λαϊκή κουλτούρα, χωνεμένη στα λαμπρά μυαλά των ποιητών.

Την εποχή που όλοι οι δημοκράτες-όπως και σήμερα άλλωστε-διέθεταν τη σαπιοκοιλιά της μνησικακίας, το θέατρο διαμόρφωνε τη νέα ηθική και την νέα τάξη πραγμάτων.

Απ’ τους κυνικούς που διακήρυσσαν πως ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα όρθιο έντερο που απ’ τη μια τρώει κι απ’ την άλλη χέζει περάσαμε στον εσωτερικό κόσμο και τον ψυχολόγο. Κάθε μαλάκας έχει ψυχολογικά προβλήματα. Και κάθε κόπανος μανιοκατάθλιψη.

Οι αμερικάνοι ως συμπαθητικοί βλαχοφασίστες εκτός τού ότι καυλώνουν τη Σώτη Τριανταφύλλου επινόησαν το τρομερό γέλιο κονσέρβα.

Μια μνημειώδη ιδέα που καταδεικνύει τον ιλαρό κονστρουκτιβισμό της διασκέδασης του σύγχρονου κόσμου. Γελάστε γιατί γελάνε. Διασκεδάστε γιατί διασκεδάζουν.

Το συλλογικό αυτεξούσιο φαιδρύνεται σε βαθμό παροξυσμού.

Μα το γέλιο έχει να κάνει με σπλάχνα και αρτηρίες. Με εισόδους και εξόδους αέρα.

Το γέλιο βγαίνει από τ’ άντερα, γι’ αυτό και η Συλβί Πλάθ στο γερό-Πανικό της, ακούει το γέλιο του Διευθυντή της κλινικής να σφυρίζει ανεβαίνοντας απ’ τα βάθη του εντέρου που είναι διπλωμένο σαν τις φέτες του ακορντεόν.

Διάσημοι και Μαχητές Ή Μαγειρεύοντας τήν ταξική σούπα

images-3

Η φωνή του διαφημιστή τελετουργική και μπάσα, εκθειάζει με ευφράδεια ένα καινούργιο μοντέλο αυτοκινήτου. Μοντέρνο, οικονομικό, ταχύτατο.

Ο Σολομών είπε κάποτε: Και ουδέν καινόν υπό τον ήλιον. Όπως λοιπόν ο Πλάτων φαντάστηκε ότι πάσα γνώσις δεν είναι παρά ανάμνησις, έτσι κι ο Σολομών αποφάνθηκε ότι παν καινόν δεν είναι παρά λήθη.

Ως γνωστόν, οι Λατίνοι χρησιμοποιούσαν την ίδια λέξη για το ανακαλύπτω και το επινοώ. Κι αυτό είναι σύμφωνο με την πλατωνική δοξασία, ότι δηλαδή το επινοείν, το ανακαλύπτειν, δεν είναι παρά ενθυμείσθαι.

Ο Φράνσις Μπέικον συμφωνούσε ότι η γνώση είναι ενθύμηση και η άγνοια είναι να ξέρεις να ξεχνάς. Όλα εδώ είναι, αρκεί να μπορούμε να τα δούμε. Μα οι άνθρωποι, οι θνητοί εμείς, χάνουμε την όρασή μας και νομίζουμε πως βλέπουμε αλλά είναι η τύφλα μας που βασιλεύει.

Και λέει ο Κάλβος που γίνεται εύκολα Κάβλος και Καβλός: «Πως, πως στο χώμα της ταλαιπώρου πατρίδος φύτρωσαν τόσα καρφιά και τυραννούν τα πέλματα».

Και βεβαίως το ερημικό σπέρμα των ποιητών δεν βρίσκει ποτέ την κατάλληλη σχισμή. Ο ποιητής ξέρει από καρφιά γιατί δεν πούλησε την όρασή του. Έχει πατήσει καρφιά και έχει δει να πατάνε καρφιά. Και σπασμένα γυαλιά και θρύψαλα.

Ο ποιητής που ξέρει μιλά, αλλά η μιλιά του χωνεύεται στις εγκαταστημένες επί πυγής, τουτέστιν στις κωλοτρυπίδες των Διάσημων και των Μαχητών.

Ο κόσμος είναι χωρισμένος στα δύο. Γιγάντιες διαφημίσεις ιδρωμένων κορμιών ως απόπτυσμα ενός χεσμένου ελληνικού Σταρ Σύστεμ.

Θέαμα για τα παιδάκια, τα ροδαλά υπερ-παιδιά ενός παιδοκεντρικού πλανήτη που θα καθίσουν ανακούρκουδα κατεβάζοντας το βρακάκι τους για να αφοδεύσουν την τελευταία πίτσα που τα έθρεψε. Το τελευταίο χάμπουργκερ και την τελευταία κόκα κόλα.

Κι ύστερα θα μεγαλώσουν ξαφνικά και απότομα. Θα πάρουν πτυχίο και θα συντάξουν βιογραφικά βίου ατέρμονου εσωτερικού αυνανισμού δεξιοτήτων. Θα πάρουν το όπλο του μπαμπά και θα βγούν για κυνήγι.

Θα καβαλήσουν τους τέσσερις τροχούς της αιωνιότητας και της μονότονης επανάληψης των πάντων. Εισπνοή και εκπνοή. Συνέχεια της ζωής με όλες τις εναλλασσόμενες μορφές του αφανισμού και της αναβίωσης.

Με την πάροδο του χρόνου η συνήθεια γίνεται μεταχειρισμένη βακέτα.

Σχηματιζόμαστε και διαμορφωνόμαστε απ’ αυτό που αγαπάμε, κι αν αυτό που αγαπάμε μας το επιβάλουν, τότε κάποια στιγμή θα το σκοτώσουμε.

Θα στουκάρουμε με όλα τα χίλια άλογα της μηχανής μας πάνω στην κοινωνία που αμέριμνη κατουράει στον καμπινέ, νομίζοντας πως το κακό είναι αλλού.

Θα γίνουμε βλήματα και υπερόπλα, πυρακτωμένα καυλιά από λαμαρίνα, τρέχοντας κατά πάνω στη φλεγόμενη μήτρα της μαμάς και την υπερπροστασία των υγρών της.

θα γίνουμε ένα με όλους. Η ταχύτητα μας φέρνει πιο κοντά. Ο κόσμος τρέχει. Τρέξτε παιδιά. Διάσημοι και Μαχητές. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε.

Τόποι ηδονής Ή Το αβγό του κόκορα

erotipo

Η ιστορία των τόπων ηδονής δεν είναι παρά αποδημία στους τέσσερις ορίζοντες της πόλης. Η λογοτεχνία και οι διαδόσεις εξασφαλίζουν τη μεταβίβαση της φήμης.

Πόλεμοι, οικονομικές κρίσεις, μεταναστευτικά κύματα, επέκταση συνοικιών, εκβιομηχάνιση, ανοικοδόμηση. Μπροστά σ’ αυτούς τους ισοπεδωτικούς μηχανισμούς η ηδονή επιδεικνύει μια σατανική μακροβιότητα.

Η πόλη αποτελούσε πάντα το φόντο των τόπων ηδονής. Πότε μασκαρεμένη και πότε αφτιασίδωτη η ανάγκη για έρωτα τρύπωνε στην αγκαλιά ενός καθ’ ολοκληρίαν αγνώστου σύμπαντος.

Η νυχτερινή συλλογική συνείδηση της ύπαρξης της πόλης τρέφεται από τη γοητεία και το φόβο ύποπτων ατόμων. Πουτάνες και αδερφές, μαστροποί και νταβατζήδες, νυχτόβιοι, καθάρματα, κακοποιοί. Μια παρέλαση από μυθικές αλλά και αισθητικές φιγούρες της πόλης.

Απ’ το διακανονισμό της εργατικής δύναμης υπό το φως της μέρας περνάμε στην αγορά και την πώληση της ηδονής κάτω απ’ το ισχνό ατμοσφαιρικό φως της αμαρτίας.

Η ηδονή της πόλης εξαρτάται από τη μίξη των ταυτοτήτων, των ρόλων και των κοινωνικών θέσεων. Δεν θα μπορούσε να είναι ατομική ή ιδιωτική υπόθεση διότι τη χωρίζει μεγάλη απόσταση από τη σεξουαλικότητα κι ακόμη μεγαλύτερη απ’ το σεξ.

Η ηδονή της πόλης είναι πρωτίστως πολιτικό ζητούμενο προς εκμετάλλευση. Ο συνδυασμός της ηδονής με το έγκλημα και της σεξουαλικότητας με τη βία αποκτά ποικίλες μορφές.

Υπάρχει πάντα μια περιοχή ενδιάμεση, διάτρητη, εκεί που συναντιούνται οι πλούσιες συνοικίες με τις λαϊκές γειτονιές. Είναι τα κέντρα όπου αυτές οι επικίνδυνες γειτνιάσεις προξενούν ανακατέματα και εξαπατήσεις.

Εκεί όπου η καλή κοινωνία φτιασιδώνεται και φοράει μάσκα όταν κατεβαίνει στον υπόκοσμο της λαϊκής ηδονής. Η εισβολή στο έδαφος του Άλλου προς αναζήτηση ηδονής, επιτρέπει ν’ αλλάξεις δέρμα.

Να περάσεις προσωρινά από τη σκοτεινότητα της παρανομίας στα γιορτινά φώτα, από τα εγκλήματα της νύχτας στις καθησυχαστικές δραστηριότητες της μέρας.

Αλκοολικοί ποιητές του ενός ποιήματος, καταπιεσμένοι ομοφυλόφιλοι, διάσημοι λογοτέχνες που βγήκαν στην πιάτσα, μεταμφιεσμένοι όπως ο κακόμοιρος Ταχτσής που πνίγηκε πάνω στο τσιμπούκι, επαρχιώτες μαστροποί της δεκάρας, ομορφόπαιδα που τα κάρφωσαν πλούσιοι των Βορείων προαστίων, κοπέλες ξεζουμισμένες από ηθικούς νοικοκυραίους, στριμωγμένοι όλοι μέσα στην ερωτομηχανή της πόλης.

Σ’ αυτό το ανθρωπολογικό μουσείο όπου η κάβλα εκχωρείται στο κέρδος. Εδώ σ’ αυτό το πολυεθνικό πάρκο με τις άπειρες ανθρώπινες ιστορίες για τη φθίνουσα ερωτική ανθρώπινη πανίδα.

Εδώ όπου ο ορυμαγδός της ηδονής και της κάβλας, συνεχής και αδιάπτωτος, δεν αφήνει καμιά πιθανότητα για τη λαλιά.

Η αλητεία είναι πρωτοπορία

alitia

Γινόμαστε συχνά σκλάβοι όσων αγαπούμε. Αλλά και σκλάβοι όσων μεγαλοποίησαν τη λατρεία των κοινών παθών μας. Είμαστε πιο κοντά στο μελόδραμα και τη συγνώμη παρά στη μυστική έξοδο και τη γαλήνη.

Είμαστε ρουφηγμένοι απ’ το χρέος που μας θέλει καλούς και συνοφρυωμένους αισθηματίες. Όλα τα αρχαία μαγικά βιβλία με τα ερωτικά δοκίμια και τις σεξουαλικές αιρέσεις τα έχουμε τοποθετημένα ως μοναχικά εκθέματα στο βιβλιακό μουσειακό κοιτώνα του νοικοκυριού μας.

Διάσπαρτοι σε διαμερίσματα και λεωφόρους, τίμιοι και φτωχοί και φιλόξενοι. Γινόμαστε συχνά σκλάβοι ακόμα και της πιο απίθανης συνήθειας.

Μεταμφιεσμένοι σε καθηγητές και ντοκτοράδες, βιδωμένοι στην καρέκλα της απεγνωσμένης υστεροφημίας μας βγάζουμε τα τελευταία λεφτούλια απ’ την εντροπία της εργατικής δύναμης άλλων.

Εντός της νέας μεταφυσικής που πλασάρει το συστημικό κονκλάβιο ακαδημαϊκών και παπάδων, υπαλλήλων και μη της δουλοφροσύνης στο κέρδος και στα κλασμένα μαρούλια που το συντηρούν, βλέπουμε πως ο χρόνος που τόσο μοχθήσαμε να δαμάσουμε, να γίνεται δύναμη περισσότερο επίβουλη και μυστηριώδη όσο ποτέ.

Ακούμε το βραχνό ψίθυρο των πραγμάτων γύρω μας κάνοντάς τα καλλιτεχνίες και φράσεις μέσα στις γλυπτές ατέρμονες ευλογίες μιας ανάπηρης ελευθερίας.

Μιας ελευθερίας που τα προνομιούχα υλικά της κάβλας δεν έχουν εξουσία.

Μιας ελευθερίας που υμνεί τον αιώνα της αναπαραγωγής και όχι τους επαναστατικούς πυρήνες της αλλαγής και τους φοβερούς γαμηστρώνες της ανάγκης μας για κοινή ζωή και κοινοβιακό βίο.

Αλλά βεβαίως πάλι, υπάρχουν και υπάρχουμε, όσοι διασώζουμε τους έξοχους ερωτικούς κάτω κόσμους με τις υγρές διακυμάνσεις τους, τις κοφτές μεταφορές πάθους και έκλαμψης, τα μαλάματα των ίσκιων μιας γυφτοπούλας που κατουρά την ερωτική βολεμένη μικροαστική πλήξη.

Και τι σημασία έχει η δειλία μας αν η γη έχει έστω κι ένα γενναίο, και τι σημασία έχει η άσφαιρη λύπη μας μέσα στους δύσκολους καιρούς αν κάποιος ή κάποια ένιωσε ευτυχισμένος ή ευτυχισμένη και καβλωμένος ή καβλωμένη και ευλογημένος ή ευλογημένη τόσο ώστε να γράψει όλες τις ευλογίες στ’ αρχίδια του ή στο μουνί της.

Είμαστε οι άλλοι. Είμαστε όλοι εκείνοι που περισώθηκαν απ’ τον πεισματικό μόχθο της ερωτικής πράξης. Ξέρουμε πια καλά πως η αλητεία είναι πρωτοπορία. Πως τα καλά παιδιά είναι βαρετά και κούφια. Και πως ψάχνουμε μόνο και μόνο για να’ χουμε τη χαρά να ψάχνουμε κι όχι να βρίσκουμε.

Glory Hole

glory-hole

Ο ποιητής Λένιν ονόμαζε την επανάσταση πανηγύρι των καταπιεσμένων. Πόσο καλά, αλήθεια, ξέρουμε αυτή την πηγή που μας γεμίζει και μας ξεδιψά! Αυτό το καρναβάλι της μη βίας που κληροδότησε στους ελεγειακούς το λυρισμό και την ευφυΐα.

Μια οιονεί εξέγερση που καταλύει προσωρινά κάθε ισχύουσα ηθική απαγόρευση επιτρέποντας στους απόκληρους να κηρύξουν κι αυτοί απ’ το βυθό της κοινωνίας μιαν επίθεση.

Με όπλο τη σεξουαλικότητα το καρναβάλι είναι η γιορτή της Παράβασης και της ρήξης, η μετατόπιση των ορίων έως τα έσχατα και τα ευτράπελα.

Η πανήγυρις των σωμάτων και η αποχαλίνωση του ηφαιστειακού ερωτισμού τους.

Τα σώματα ζητούν ερωτική δικαιοσύνη, μεταμορφώνουν τη φλούδα τους ταριχεύοντας τα βλέμματα των άλλων μες στην ερωτική οδύνη και την υπαρξιακή απόγνωση.

Ανάμεσα στο Λόγο της Αποκάλυψης και το καρναβάλι μια κοινότητα ονείρων και παραισθήσεων ξεδιπλώνεται φορώντας πότε πότε τη μάσκα που θα καλύψει το πρόσωπο που γίνεται άσεμνο και το σώμα που ζητά την ακριβέστατη εκδίκηση του ξεσαλώματος και του ξεκαυλώματος.

Οι Απόκριες ζητούν απόκριση και η απόκρυψη αποκρίνεται παρουσία αντιμετωπίζοντας τη σεξουαλικότητα με ότι πιο σχιζοφρενικό τη χαρακτηρίζει.

Διχασμένη ανάμεσα στον ανδρισμό και τη θηλυκότητα, ανάμεσα στη βία και το φαλλοκρατισμό, το δεσποτισμό και την άκρα επιτήδευση, την αβρότητα και τη γενναιοδωρία.

Πάντα μες στην ταραχή και την απορύθμιση των αισθήσεων, παραμονεύοντας για μιαν αλλαγή στον τόνο της φωνής, μια χειρονομία που λέει πολλά, μια μυρουδιά που αναδίδει το σώμα, ένα αφύσικο φούσκωμα στο παντελόνι.

Αποκρεύω, τουτέστιν διαπνέομαι ολόκληρος από πόθο και σεξουαλική διέγερση. Είμαι καυλωμένος για επανάσταση και ζωή. Δεν είναι λόγια του αέρα τα λόγια μου, ούτε παραξενιές και κατουρόκαυλες του Διόνυσου.

Απ’ τις αρχαίες νύχτες μέχρι σήμερα εμείς οι λαοί ποτίζουμε την κόλαση και τον παράδεισό μας με φαντασιώσεις και καύλες.

Καυλοπεριούσιοι, μιάσματα του χυμένου αίματος των προγόνων μας.

Εμιγκρέδες και φλεγόμενα λαρύγγια. Μασκαράδες και μπούλες.

Θέλουμε μιαν αγκαλιά κι έναν τόπο που δεν θα μυρίζει καψαλισμένη σάρκα και πατρίδα.

Μιαν ουτοπία στο χείλος των αιώνων που μας απομένουν.

Eros Center

saco-de-boxe-concreto

Ο Ήφαιστος, πικραμένος και μοναχικός, ειδικεύεται στην κατασκευή μηχανών, κυρίως της περίφημης γυναίκας από χρυσό, και μηχανικών παγίδων, με τη βοήθεια των οποίων εκδικείται τα πρόσωπα που οπλίζει ο Έρως.

Ο Ήφαιστος με τη συναισθηματική φτώχεια που αναλογούσε σ’ ένα κουτσό θεό οργανώνει στο αμόνι του τις πιο βλάσφημες εκρήξεις εναντίον του έρωτα.

Ο Ήφαιστος είναι ένας ανάπηρος θεός, πλασμένος σιδεράς και μηχανολόγος, ένα αρχέτυπο του αντιερωτισμού που ο ξεψυχισμένος ηδονικός σφυγμός του συνοδεύει την πράξη της μεγάλης παραίτησης.

Όμως είναι ο θεός που απαρνιέται τη θεϊκή του φύση, γανωμένος, στο ολύμπιο μαγαζάκι του, δεν κυνηγάει τσούπες αλλά μηχανολογεί τη δαιμονική σταχτόμαυρη τύρφη.

Φτιάχνει σίδερα και σιδεριές, όπλα και οπλικά συστήματα, είναι ο προπομπός της κινητικής τέχνης και της βούλησης να ζήσει στη θαλπωρή της φωτιάς.

Οι λυγμοί του έχουν στερέψει μα οι άναρθροι πλέον κόμποι του ναυλοχούν στη μήτρα μιας ανεκλάλητης απώλειας.

Ο Ήφαιστος είναι ο αγάμητος θεός. Ο έκπτωτος και δοξασμένος που φέρει το στίγμα της πύρινης ρομφαίας ως το τέλος. Γι’ αυτό συχνά, συχνότατα, η κατάρρευσή του συντελείται εν ακαρεί. Τα όνειρά του για το μέλλον ζυγίζονται στην κόχη του εφιάλτη.

Τον Ήφαιστο τον καίει ένας ασίγαστος πυρετός. Κάθε του σκέψη ζαρώνει και αφανίζεται φλεγόμενη, όπως τα φτερά της πεταλούδας πάνω απ’ τη δυνατή φωτιά.

Τώρα ο Ήφαιστος μέσα στο τετραγωνισμένο και συμπαγές σύμπαν του τελειοποιεί τη μηχανή που διασυνδέει τους ανθρώπους. Φτιάχνει τα κυκλώματα αυτής της παράξενης και γλυκιάς ουτοπίας που γέννησε εσκεμμένα το δικό της ψηφιακό Eros Center.

Ο Ήφαιστος είναι ο μόνος θεός που γλύτωσε τη σάρκα του απ’ τα δόντια του χριστιανικού όχλου.

Ο Ήφαιστος είναι ένας επιστήμονας στη Μασαχουσέτη που κατασκευάζει την σεξουαλική μηχανή του μέλλοντος.

Μια μηχανή που μπορείς να βρεις την εμπειρία χωρίς να τη ζήσεις και τη γνώση χωρίς να την ανακαλύψεις.

Μια μηχανή αναζήτησης έρωτα εξ’ αποστάσεως που οδηγεί σ’ ένα στερέωμα πούτσων και μουνιών, σε μια προπατορική και κοινή αρχαιολογία των αποριών του σώματός μας.

Ο Ήφαιστος φέρνει απ’ τα χρόνια της πρώτης του νιότης την αγωνία του ανθρώπου να υπάρχει παντού και να βλέπει παντού μέσα στην σεξουαλική πλανητική Βαβέλ.

Απ’ τις ρακένδυτες αφρικανές που προσπορίζουν τον βιοπορισμό τους με αχαλίνωτο σεξ, προσφέροντας στο μπανιστήρι το μυθικό εξωτισμό του εξερευνητή, μέχρι τις γριές πουτάνες του Βερολίνου μεσολαβεί το πείραμα Cern.

Όλοι οι σπόνδυλοι του εφήμερου μέσου έχουν την πορνογραφία ως συγκολλητικό υλικό.

Ένας ψάλτης σερφάρει στις χριστιανικές του ιστοσελίδες και στις ηχογραφήσεις του ακάθιστου ύμνου απ’ τη Μονή Βαρλαάμ κάνοντας μια εικονική στάση στα μπούτια μιας αλόγας καλογραίας  που ανοίγει με τα δάχτυλά τα πορφυρά της μουνόχειλα.

Ο ερευνητής της Nasa μετά δεκάωρου επιστημονικού οίστρου ξαποσταίνει στα μεριά μιας παιδούλας απ’ το Καζακστάν.

Κι ο νοικοκύρης μετά το άσκοπο σερφάρισμα στην καλοζωία των αστών πορνουσιάζεται με μια ρετρό γαμησιάδα στο ιερό γιού πόρν.

Ο Ήφαιστος δουλεύει σκληρά. Από καταβολής αιδοίου.

Η Αγία Συμμορία

simoria

Όταν ο ολοκληρωτισμός τού αστικού κράτους καταφέρνει να μαζέψει όλα τα φυντάνια της αγίας συμμορίας ο κεφαλαιοκράτης τρίβει τα χέρια του.

Ο φασίστας ως ακοίμητος φρουρός τού πατριωτισμού και της φυλετικής καθαρότητας, μοστράρει δίπλα στον ορθόδοξο τράγο και σε κείνο το γύφτικο σκεπάρνι της απατεωνιάς και της κακομοιροσύνης που προεδρεύει στον κοινοβουλευτικό στάβλο.

Ο φασίστας κατάφερε να βγάλει ταμπελάκι εξουσίας και να βγει στο προσκήνιο της ιστορίας για να δείξει τα δόντια του.

Για να τρομοκρατήσει και να υποδαυλίσει άσχημα προαισθήματα. Για να επιβάλει το δεσποτισμό της φασιστικής του κραυγής που θέλει αίμα και λεφτά. Στρατιωτικούς νόμους και φάλαγγα.

Μέσα στην πολιτική σούπα ακροδεξιάς και μικροαστικής αριστεράς φυτρώνει ένα αγκάθι θανάτου πάνω στις συνειδήσεις των πιο λούμπεν κομματιών του λαού.

Των κομματιών τού λαού που έγιναν μπίλιες στο φλιπεράκι της κρίσης τού κεφαλαίου και τώρα ψάχνουν αγίους με τσαμπουκά και μπράτσα για προστασία.

Σήμερα που ο κοινωνικός αυτοματισμός έγινε άτυπος νόμος του κράτους επιβάλλοντας με αξιοσημείωτη σπουδή τους ληστρικούς οικονομικούς όρους του κεφαλαίου στις κατώτερες τάξεις.

Σήμερα που η μόρφωση και η προστασία των παιδιών πρέπει να περάσει απ’ το γραφείο πολέμου του χρυσαυγίτη.

Σήμερα που η αριστεροσύνη μετριέται με τον πήχη της χρησιμοθηρικής ελπίδας και η κυβερνώσα ψευτοαριστερά με ακροδεξιό πρόσημο προστατεύει την πιο σκληρή φασιστική οργάνωση της Ευρώπης. Την πιο δολοφονική συμμορία που υπολογίζει στα μυαλά των ηλιθίων ψηφοφόρων και στα πατριωτικά τους αρχίδια.

Σήμερα όπου η ενοίκηση του θηρίου μέσα μας καθιστά οικείους τους βρυχηθμούς του.

Συνηθίζοντας τη νεοφιλελεύθερη χούντα με τους φασίστες προστάτες της συνηθίζουμε το κακό. Χώνουμε στον κώλο μας για να το ζεστάνουμε, εμείς οι ίδιοι, το αυγό του φιδιού, περιμένοντας τους κασιδιάρηδες να ακονίσουν τις ξιφολόγχες τους στα πεζοδρόμια για ν’ αρχίσουν να ξεκοιλιάζουν.

Μα πάντα η ανοχή της κοινωνίας και η ανοχή όλων μας μάς καθιστά κι εμάς δολοφόνους.

Μας καθιστά υπεύθυνους του νεοφασισμού που διαμορφώνεται ξανά πάνω στις σάπιες δομές τού Πατρίς θρησκεία οικογένεια.

Μας κάνει θεατές σε μιαν αρένα όπου σφάζονται αθώοι.

Μας κάνει μάρτυρες των θεατρινισμών των πολιτικών αρλεκίνων που για να κρατηθούν στην εξουσία γλείφουν τα παπάρια του Γερμενή και την κλειτορίδα της Ουρανίας Μιχαλολιάκου.

Καρότσα

karotsa

Ήμασταν όλοι εκεί, στοιβαγμένοι σαν κοκόρια στην καρότσα του γύφτου. Απ’ το κασετόφωνο μπορούσες να ακούσεις μια γενιά άκαμπτη σαν παλούκι, και υπερήφανη. Μακριά από καλλιτεχνίες και κατρουλιά με δυο χερούλια κι ένα καπάκι σα χύτρες. Μακριά από παπαδίστικα καπέλα και αλλήθωρες γεροντοκόρες που δαγκώνουν το ξερό ψωμί απ’ τα χέρια της μνήμης. Τα μνήματα ανασκαλεύοντας και τα ποιήματα που σε κάνουν να νιώθεις περισσότερο νεκρός παρά ζωντανός.

Μινώταυρος

Minotaure attaquant une amazone

Ο Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε καθόλου. Αυτοί που διέδωσαν πως ήταν φαντασμένος και μισάνθρωπος και τρελός έχουν βασιλέψει πια. Έτσι η σοφία του τέρατος εξευτέλισε την ανθρώπινη αλαζονεία. Το όνομά του χάθηκε και έσβησε. Όμως περπατά ακόμα αυτός εδώ, στους δρόμους, ολόγυμνος ή σκεπασμένος με κουρέλια, μετρώντας τα τερατώδη του δάχτυλα με τον αντίχειρα, πίνοντας μαγαρισμένο νερό για να ξεχάσει πως αφέθηκε στην κρίση ενός προικοθήρα. Κι είναι τα πράγματα που με κάνουν και κλαίω. Κι αυτός ο επίμονος τρόπος να αγαπήσω το τέρας που υπήρξα κάποτε.

Mein Kampf

fisas

Ήταν στασιαστής, ταραχοποιός, συκοφάντης, αγύρτης, ανήθικος, μεγάλος φαρσέρ και επικίνδυνος αχρείος.

Κατείχε την τέχνη να επιβάλλεται στο λαό και στους νέους με τον πιο ατιμωτικό λυρισμό εναντίον μας και γινόταν άξιος τιμωρίας μέσα σ’ ένα βασίλειο καθαρότητας και πειθαρχίας, υποταγής και τυφλής πίστης.

Ήταν λοιπόν πολύ σοφό να τον ξεκάνουμε και να τον καρφώσουμε εκεί στη ρίζα της καρδιάς και να τού κόψουμε τα δάχτυλα με τις φαγωμένες πέτρες και τους λοστούς.

Όταν το ένα χέρι γίνεται μέγγενη το άλλο γίνεται τανάλια.

Συγχωρώ όλα τα λάθη εκτός από κείνα που μπορούν να γίνουν επικίνδυνα μέσα στο κράτος που ζούμε.

Οι βασιλείς και οι μεγαλειότητές τους είναι τα μόνα πράγματα που μου επιβάλλονται, τα μόνα που σέβομαι, κι εκείνος που δεν αγαπά το κράτος και το βασιλιά του δεν αξίζει να ζει.

H Mαντάμ Χούφτα και ο Άγιος Βαλεντίνος

mantam

Η σωτηρία της ανθρωπότητας κρέμεται από μια μουνότριχα.

Ξέρουμε καλά πλέον, πως η πραγματικότητα που μας επιβάλουν οι αρχιεπίσκοποι των αγορών και οι γλίτσες της πολιτικής ορθότητας, βίου και πράξεων, έχει έναν ξέφρενο ρυθμό συναλλαγής ώστε να μην αμφιβάλουμε διόλου για την τερατωδία της.

Ετούτη η πραγματικότητα που μας έρχεται φυτευτή απ’ το γραφείο τύπου της Νέας Αγαμίας ομιλεί εντός μας με την ίδια ρυπαρότητα που ο ανταγωνισμός και η ιερή αριστεία απλώνει τα πλοκάμια της φρίκης, στο μητρικό σπασμό της ανθρωπότητας που θάβεται κάτω απ’ τα ερείπια της καλοζωίας των λίγων.

Η σωτηρία της ανθρωπότητας κρέμεται από μια μουνότριχα. Απ’ την ανταρσία της γυναίκας απέναντι στην πολεμική έγνοια των αντρών.

Όταν η χυδαία ανδροκρατία της Κυριαρχίας υποπτευόταν τη συμμετοχή των γυναικών στο διονυσιακό υπέδαφος της κοινωνικής ζωής και τις οργιαστικές τελετές υπέρ του Άδωνι και υπέρ του φαλλού άρχιζε να πετσοκόβει κλειτορίδες για να σταματήσει την εκτροφή της εξέγερσης και την επέλαση των γυναικείων υγρών, που, ορμητικά έρχονται να καταλύσουν την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.

Η ερωτική επιθυμία των γυναικών πηγαίνει πέρα απ’ τους θεσμούς και τα καρναβάλια που απελευθερώνουν προσωρινά αλλά λειτουργούν ως δικλίδες ασφαλείας για τους κρατούντες.

Η ερωτική εξέγερση των γυναικών ήταν είναι και θα είναι επαναστατική πολιτική πράξη.

Μέσα στις πολιτείες των ανθρώπων η Φύση και ο Έρωτας παραμένουν ασυμφιλίωτες δυνάμεις που βράζουν μέσα στη χύτρα της εξομολόγησης και στο καταναλωτικό όργιο.

Απ’ τους τράγους παπάδες μέχρι τα πολιτικά τσόλια που κηδεμονεύουν το μουνί της γυναίκας ίπταται ο πιστός μαλακοκαύλης κάθε αυταπάτης.

Ο νοικοκύρης που γαμεί με προφύλαξη και ο νοικοκύρης που κάνει μια ευχή και δίνει ένα απατηλό νόμισμα στο στόμα του λύκου για να σώσει έναν άστεγο ή ένα παιδί στην Αφρική.

Ο νοικοκύρης που γιορτάζει τα εννιάμερα της χούφτας του τραβώντας ακροποδητί μιαν ένδοξη μαλακία υπέρ Αγίου Βαλεντίνου.

Ο νοικοκύρης που θα ψηφίσει στις εκλογές έρεβος και ελπίδα μαγαρισμένη άλλα όχι γαμήσι και ελεύθερη επιλογή.

Ο νοικοκύρης που σαν τα ερπετά στους θάμνους και στα χορτάρια θα χαθεί στο πένθος και στην κατάθλιψη. Στην τιμή της αδερφής του και της πατρίδας του.

Εκεί που οι αυταπάτες θα σιγοντάρουν την ιερά φρουρά της τραυματισμένης του μνήμης, μακριά απ’ τα υγρά πλοκάμια της Ουτοπίας. Μακριά απ’ τις ζωοφόρες μήτρες και το κλέος τους.

Ο ύπνος του έρωτα γεννά τέρατα

h-texni

Η τέχνη τού να κοιμάσαι στον κόρφο της και να σε λικνίζει το υπόγειο ρεύμα των μαστών σε κάνει δόκιμο καλλιτέχνη που όταν βγει στα μαγνητικά πεδία τού πολιτισμού αναζητά μορφές.

Μορφές ανερμάτιστες αλλά καθαρές μες στον τερατομορφισμό τους και στην αφηρημένη τους έγνοια για το παρόν.

Μορφές από ντενεκέδες και σύρματα και αγκαθωτή κόμη.

Κορμιά από βαρέλια που τα φόρτωσαν αυτόματες μηχανές σε πλατφόρμες για να τα ρουφήξει ο ευρωπαίος κι ο αμερικάνος, κινώντας το σύμπαν τους από αεροπλάνα και κούρσες, από πειράματα σωματιδίων που ξετυλίγουν οι κλαψιάρικες προσευχές της επιστήμης στο μαλακό υπογάστριο των λαών.

Η τέχνη τού να κοιμάσαι στον κόρφο της σε κάνει να ξυπνάς αντάρτης τού λυρισμού και φτασμένος αλητήριος ειδικός στο ανεμογκάστρι Ανατολής και βαθειάς Δύσης.

Σε κάνει διαιτητή της δυαδικότητας ζωής και θανάτου, διαλύοντας τη λέξη Τέλος μ’ ένα βάναυσο χτύπημα.

Σε κάνει τελάλη μιας δίψας πάνω απ’ το μεγαλειώδη σκελετό τού πλήρους έργου.

Σε κάνει χειροτέχνη που υλοποιεί απ’ την αρχή κάθε σκουπίδι για να ξανακερδίσει ακέραιο το σώμα του.

Να κάνει αυτό που προϋπήρξε μες στην εκρηκτική ονείρωξη της χρηστικής του αξίας, ένα κομμάτι απ’ το κορμί του τέρατος κι ένα κομμάτι ανίερο που θα φέρει εγγενώς το στίγμα της απώλειας της φαντασμένης ολότητας.

Η τέχνη τού να κοιμάσαι στον κόρφο της σε κάνει παιδί που βγάζει το θυμό απ’ τα σπλάχνα κι όχι απ’ το λαρύγγι, αμήχανο και αδέσποτο υποκινητή μιας γενικευμένης ανταρσίας.

Εμείς που δεν έχουμε φύλλο δεν μας ενδιαφέρουν οι έμφυλες ταυτότητες και οι ταξινομήσεις τού Μένγκελε, εμείς που δεν έχουμε πατρίδα μέσα στο φιλανθρωπικό σφαγείο των εταιριών κάνουμε τις σημαίες ωραία πολύχρωμα μουνόπανα.

Εμείς, τα αλητάκια τού πολιτισμού, ορθώνουμε τη νέα τέχνη και τη σπουδή τού ερωτικού μακελειού και τους δράκους από σίδερο και σκουριά.

Βάνδαλοι εκεί που ο ήλιος ματώνει κι εκεί που τα κορμάκια γουργουρίζουν σκλαβιά κι εκεί που η ομόκεντρη λαχτάρα όλων μας είναι η χαρά.

Εμείς κάνουμε τέχνη την πράξη της καθημερινής ζωής.

Ακροβάτες και ταχυδακτυλουργοί, γλύπτες της πιο φτηνής φθοράς και χαρτογράφοι, χαράσσουμε γραμμές πλεύσεις, διαγράφουμε τόξα που σχίζουν τα Βόρεια Στενά και τα Δυτικά περάσματα.

Αρματωμένοι εκείνη την υγράδα τού τεθλασμένου ερωτισμού προς τον κομουνισμό τού μέλλοντος και την αναρχία της στιγμής.

Love and deαth Ή Σημειώσεις μετά τη συσκότιση

love-and

Πεθαίνουμε πρόωρα τη στιγμή που χάνουμε την ερωτική μας όραση. Τη στιγμή που η ερωτική μας όραση αποκτά μια προβληματική σχέση με τη ζωή και τη στιγμή που το ανθάκι με την ομορφιά και τις μυρουδιές του πνίγεται άταφο μπροστά στο οπτικό μας πεδίο.

Πριν φτάσουμε στο χώμα και στην τέφρα και πριν αποθέσουμε τον πρώτο μεταθανάτιο ρόγχο μας κάτω απ’ το παγερό μάρμαρο, εντρυφούμε ασύδοτα στις λύπες και στους φόβους που μας έρχονται απ’ τα κεντρικά γραφεία του κυβερνώντος κόμματος της απελπισίας.

Σκεφτόμαστε μόνο το λιώσιμο, με όλους τους άδηλους ειρμούς του, ξέροντας πως η φθορά θα καταλύσει κάθε πέπλο της γύμνιας μας μες στους πικρούς αγρούς.

Μα, αν καταφέρουμε να διατηρήσουμε την ερωτική μας όραση μέχρι τέλους θα έχουμε νικήσει πραγματικά το θάνατο.

Γιατί ο θάνατος είναι η ιδέα τού θανάτου που αν σε καταβάλει και σε πασαλείψει με την πυκνή μαύρη μούτελι της απελπισίας θα σε περιφέρει άταφο και δυστυχή έως λύχνου.

Η ερωτική ματιά μπορεί να φονεύσει όλους τους σοφιστές και τις σοφιστείες τους. Όλους τους υπαλλήλους εφαρμοσμένης θλιβερής ζωής και όλους τους κερατάδες δια βίου πένθους που κονομάνε γρόσια και ευροδολάρια απ’ την έλλειψη ερωτικής ματιάς των ανθρώπων.

Μέσα στα μνησίκακα ρίγη κάθε ρητορείας φόβου και μισανθρωπίας βρίσκεις τα ίχνη της ακατάβλητης σκατολογικής φύσης όσων εξουσιάζουν και όσων πιστεύουν πως πρέπει αυτοί και μόνο να εξουσιάζουν.

Βρίσκεις τους σοφιστές που είχαν πάντα πολλούς πελάτες, διότι η επιτυχία στις πολιτείες τού αρχαίου και τού νέου κόσμου εξαρτιέται απ’ τη ρητορική δεινότητα.

Η βαρύγδουπη ομιλία κάθε αχυράνθρωπου που κοκορεύεται τον ηγέτη, δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για την αλήθεια, παρά μόνο για τα δημιουργικά τεχνάσματα που θα εκτοξεύσει για να κρατηθεί στην εξουσία.

Οι ηγέτες και οι φωτισμένοι και οι παντός είδους ηγεμόνες είχαν ως πρώτο μέλημα το να κατουρήσουν την ερωτική όραση των ανθρώπων.

Να τους κάψουν τα μάτια με το ζεστό τους κάτουρο για να μη βλέπουν στις επιφάνειες της ομορφιάς τα ερωτικά βάθη και τις αλήθειες.

Οι εξουσιαστές μπαμπάδες μαζί με τους παπάδες και τους ψυχολόγους κατάλαβαν νωρίς τη σπουδαιότητα της αγαμησιάς και της κακογαμίας.

Κατάλαβαν πως κοινωνικός έλεγχος σημαίνει ταριχευμένα πουτσάκια και μουνάκια σκόρπια στον καταναλωτικό όλεθρο.

Κατάλαβαν πως όσο τα κορμιά είναι μακριά και η επικοινωνία είναι εφαρμοσμένος αυτισμός εξ’ αποστάσεως, ο άνθρωπος είναι σαρκίο περιφερόμενο, σμιλεμένος απ’ τα πιο θεατρινίστικα εξαρτήματα της φασιστικής αρματωσιάς.

Χωρίς την ερωτική μας όραση γινόμαστε άκαμπτοι και βλαμμένοι τόσο όσο χρειάζεται η σοφή κορούλα υπεραξία της Κυριαρχίας για να βγάζει ζουμί καλοζωίας για τα δικά της τέκνα απ’ τον ακρωτηριασμένο μας πόθο. Απ’ τις καύλες μας που πάνε άκλαυτες σε μνημόσυνα και διατριβές λαμπρού μέλλοντος στα θυμαράκια.

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με γκαυλώνει

opoy

[δοκίμιο για το Ρεαλισμό]

-απόσπασμα-

Όπως ο ήλιος και το φεγγάρι, όπως ο διάολος και το λιβάνι, όπως ο θεός και ο Μπέρτραντ Ράσελ, όπως το μουνί κι ο πούτσος, όπως η μαμά και ο μπαμπάς.

Όπως βλέπουν με φθόνο την ερωτική επίδραση της βαρύτητας πάνω στο νερό, όλα τα πλάσματα, όπως ο ήλιος και το φεγγάρι και προσπαθούν να την εξουσιάσουν πότε πότε παρακρατώντας έναν μεγαλύτερο και πιο άδικο φόρο.

Επιβάλλοντας στο νερό μια κυκλική κίνηση και στη ζωή μιαν επανάληψη, όπως τού σκίουρου στον τροχό κι όπως της φτερωτής που καταποντίζεται σαν αληθινός σκλάβος στη βοή του νερού, δυναμώνοντας το διαβρωτικό ρυθμό της επέκτασης του κόσμου.

Όπως περπατούσα δίπλα στη λίμνη ανακαλύπτοντας ένα ομιχλώδες ατέλειωτο πεδίο μες στην κακόγλωσση άβυσσο της υγρασίας είδα το Μαγγελάνο ποντοπόρο εραστή να βατεύει τις αποικίες.

Είδα τη χώρα μου καρφωμένη στην ψωλή του Χριστού και τα γρεντάλια στο Γράμμο να ψήνουν κομουνιστές.

Είδα το λαμπρό και φωτεινό Εωσφόρο που είχε καρφώσει τα φουγάρα του πάνω στις αρχαίες πέτρες να βγάζει δολάρια κι απ’ την πορδή τού λαγού.

Είδα δόντια απ’ τις μήτρες των κοριτσιών που τα καταγάμησε ο Ντόναλντ Ντακ.

Είδα τη χώρα μου τερατόμορφη γουρούνα, ένα μούλικο, ένα βιασμό πάνω στο όριο Δύσης Ανατολής, εδώ που οι ντομάτες φυτρώνουν δίπλα στα πολυβολεία και το κόκκινο τρυπά την πέτσα απ’ τις καρδούλες των θνητών κι όλοι μια μάζα γίνονται μες στην εμφύλια αναρχία τους και οι σκλάβοι αρχαιοσκάπτες ξερνούν χρυσά νομίσματα, κιθάρες και αδέξια φλερτ των αυτοκτόνων.

Μα πιο πολύ είδα κορίτσια καμωμένα από παράβαση και μουνόχυμα, τα πιο ηγεμονικά μπούτια, μια χώρα ολόκληρη από γλυκοθρεμμένες σχισμές και μια Πομπηία σκόρπια μαδημένη γριά σαν τα φτερά του τσαλαπετεινού που τον παράτησε ο θάνατος στα περιστέρια.

Είδα κορίτσια της φιλαρμονικής του Δήμου να ξεκαρφώνουν το όργανό τους μετά τον εθνικό ύμνο. Και τα λάτρεψα και μ’ αυτά ζω.

Στη Μεσόγειο τού Κύκλωπα που φορούσε περιδέραιο μιαν ερωτική φράση απ’ το μαρτύριο της τύφλωσης, αφήνοντας να γλιστρήσουν απ’ τα δάχτυλά του τα προβατάκια που παν τους καυλωμένους συντρόφους στη Ναυσικά στα λιμάνια και στις παρτούζες.

Είδα κορίτσια λουλουδάκια κομμένα τού αγρού στις ποιητικές ανθολογίες στρατηγών του μεσοπολέμου, στα κάτεργα της Φίνος Φιλμ να κατουράνε σε δώματα, σαν μικρές γοργόνες που περιμένουν τον πρίγκιπα και τον εργολάβο.

Σαν τις μηχανές τού εργοστασίου της ραπτικής αφήνοντας σφυροκοπώντας το πιο ανελέητο γαζί στα μελίγγια της μάνας μου.

Είδα τους γύφτους σαν χορδές από έντερο τεντωμένους και άμαχους, να φτύνουν τα χρυσά τους δόντια για ν’ αγοράσουν πρέζα και μανταρίνια.

Είδα την καταγωγή μου στο σκοτάδι της άγνοιας, εκεί που ρόδιζε η ρίγανη στα οργισμένα σούρουπα της Πίνδου, εκεί που μια κοπέλα δεκάξι χρονώ και πολλών αιώνων αναζητούσε τον πούτσο τον πολύτροπο και ζητιάνευε απ’ την ηδονή δικαιοσύνη και μέλλον, πατώντας πάνω στα θρυμματισμένα κλαδιά της καρδιάς.

Καντηλάκια

%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%b9%ce%bd%ce%b9%ce%b1

Πάντα θυμάμαι μεσόκοπες γυναίκες να συντηρούνται υπαρξιακά ανάβοντας καντήλια στα νεκροταφεία και να αποθέτουν τους ερωτικούς κροτάφους τους δια παντός στο μαρμάρινο παραπέτασμα που περικλείει άφαντα κορμιά και ασκέπαστα από μυστικά και εκπλήξεις.

Νεκροβατούμε στον σταυρικό νυμφώνα ενός μαυσωλείου που το μεγεθύνουν οι θρησκευτικοί φραμπαλάδες και τα στέφανα από καύσιμη ύλη ανοιξιάτικης εσπέρας.

Με τα πορτοφόλια των πιστών να κλωσάνε τις συγκινήσεις, δίκην ερωτικού σπασμού και δίκην σφυροκοπώδους γαμεύσεως.

Κάθε ερωτική επιθυμία τοποθετήθηκε όπως όπως στην κωλότσεπη της φαντασίας και στο πίσω μέρος τού μυαλού και δεν είναι όπως παλιά ένα φτερούγισμα καύλας και μιαν υγράδα που έχει εκκολαφτεί στη ζεστασιά της μασχάλης, εκεί όπου αν μετρήσεις με το ερωτικό θερμόμετρο θα βρεις πυρετούς ανίατους και σακατεμένες ψυχές απ’ την κακή σεξουαλική εκπαίδευση.

Οι δυστυχίες όλες μαζεύονται πάνω απ’ τους τάφους.

Κουφές γυναίκες και κουτσές και στραβές, παραμορφωμένες, που διαθέτουν στιλπνό ξύγκι έγγαμου βίου ή ζωή θρίλερ, καμωμένη από δουλική πρώτη ύλη υπηρεσίας στο σύζυγο στον πατέρα ή στον αδερφό.

Κεντημένες με την ούγια της αποδοχής τού θανάτου φτασμένες εκεί που η φετιχοποίηση της απώλειας φέρνει φράγκα στον παπά και στο δήμαρχο.

Στους ιθύνοντες της προστασίας μιας απονεκρωμένης ζωής και ενός αβίωτου βίου.

Ανάβουν το καντηλάκι τους οι μαυροφορεμένες και οι χαροκαμένες με το σπίρτο που αρπάζει φωτιά απ’ τα μετόπισθεν της ζωής, απ’ την τρέλα που λαγάρισε σαν πειρατική σημαία και σαν λευκό εσώρουχο ερωτικής ανακωχής που θριαμβεύει φυλακισμένο στα μαύρα ρούχα τού πένθους.

Happy Eyes

xapi-aiz

Η ευπρέπεια σχετικοποιεί το συναίσθημα. Θέλγεται από μιαν αγνότητα χωρίς λάμψη και μια σταθερότητα με καταργημένη τη βία της αλλαγής.

Τα επιβλητικά και καμιά φορά στολισμένα λογάκια της, ηχούν όπως το χαλάζι στο ντενεκέ, αφήνοντας ένα υπόκωφο τιποτένιο αλγόριθμο συναλλαγής.

Μπορούμε πάραυτα να τα εκλάβουμε ως πολύ διακοσμητικά όλα ετούτα τα πολύτροπα ανθρωπάκια που μόλις βγάλαν τη χλαμύδα της ορθόδοξης χριστιανικής ευπρέπειας φόρεσαν τη λαιμαριά της εταιρίας που τους αγόρασε απ’ τη μαμά και το μπαμπά.

Ποικιλοτρόπως σκέφτομαι πως μπορεί κάποιος να διδάξει ως αποτυχημένος μαθητής στον επιτυχημένο του δάσκαλο την απρέπεια ως δημιουργική αντίφαση στον κρατικό καπιταλισμό που ευπρεπώς απρεπεί.

Σκέφτομαι πως η διανοητική απρέπεια είναι ο μονόδρομος που μας οδηγεί στην ελευθερία. Σε μιαν ελευθερία όμως που κρατά μέχρι το θάνατό μας, θυμίζοντάς μας πάντα την έξοδό από τον άρρωστο κόσμο.

Η ελευθερία που κατακτάμε είναι να βλέπουμε τα πράγματα αλλιώς.

Να περνάμε με το δάχτυλο ως ζαβολιάρικα γυμνασιόπαιδα το σκατούλι της μύτης κάτω απ’ το θρανίο.

Να σκιαγραφούμε κάθε ομορφιά και κάθε διερχόμενη καύλα. Άνευ ευπρεπείας να ακούμε τη μέσα φωνή του σαρκικού ποιήματος τη στιγμή που αποπνευματικοποιείται κάθε ιδεοληπτικός μηχανισμός περί κοινωνικότητος και επέρχετο στύσις.

Ηρωική στύση, υπερφίαλα υγρή, συνοψισμένη στο σάλιο μιας ανθισμένης πλαγγόνας, που όλα τα συναισθήματα τραγουδούν γι’ αυτή και οι ανεμώνες λιποθυμούν απ’ τη λυρική επιθυμία τού ανέμου να υποτάξει τα νερά και τα μήλα, την ηδονοβλεψία και το λιτό βίο της άδολης αγάπης και της πυγής των δακρύων μας.

Ο ίδιος δεν ξέρω τίποτε γι’ αυτά, με μιαν απόλυτη μόνο εσωτερική ελευθερία που ανακατεύει το αυθόρμητο με το φλογερό, ξαναπερνώντας την άμεση αίσθηση στο ανάπηρο χέρι της πραγματικότητας, όπως οι Βελέσκεθ και οι Ρούμπενς ζωγράφισαν κνήμες και βραχίονες, μαστούς που βαραίνουν και πρήζονται σαν οπώρες που ωριμάζουν και σαν αστροπελέκια που χοροπηδούν στη ρεματιά που βγάζει στο φαλλικό αποτύπωμα της κλειτορίδος πάνω στα ανθρώπινα μυαλά και που εμείς με τις φευγαλέες σωματικές κινήσεις παίζουμε με τον ήλιο και τα χορτάρια και τις φουρτουνιασμένες θάλασσες της μητρότητας, του έρωτα και των παιδικών μας χρόνων.

Φιλί με γλώσσα

fili

Μαθαίνουμε να μιλάμε στα όρια της φθοράς, προτού πέσει η νύχτα. Βρισκόμαστε στους κρημνούς της γλώσσας των λεξικών.

Νιώθουμε σαν έλλειψη τη γλώσσα και γινόμαστε ελλειπτικοί γιατί μας λείπει η γλώσσα, αισθανόμενοι ότι την χάνουμε κάθε στιγμή στην καθημερινή συναλλαγή και έκφρασή της.

Η γλώσσα της καθημερινότητάς μας είναι γλώσσα συναλλαγής και γλώσσα μιας παράξενης ελευθερίας που μας δεσμεύει ακόμα περισσότερο μες στον λαβύρινθό της.

Τούτη η γλώσσα είναι που μας έχει τραυματίσει από πολύ μικρή ηλικία. Οι φωνές των ανθρώπων, οι παροτρύνσεις, η αγάπη και ο θυμός τους είναι Λόγος που μας συντρέχει απ’ τα γεννοφάσκια.

Μέσα στην αγωνία μας να ξεπεράσουμε τον παιδικό αυτισμό της επικοινωνίας με το περιβάλλον μας, η γλώσσα αποκτά μιαν εντελώς ιδιαίτερη σωστική σημασία και υποσυνείδητα τη θεωρούμε σαν το μοναδικό σωσίβιο που γλίτωσε την προσωπικότητά μας απ’ τα δόντια τού υπαρξιακού χάρου που καιροφυλαχτεί.

Νιώθουμε μια παράξενη ευτυχία και μια γλυκιά ευγνωμοσύνη γι’ αυτό το πανδαιμόνιο σπινθήρων απ’ τις φλεγόμενες σημασίες.

Η γλώσσα μάς καυλώνει και την καυλώνουμε, γιατί την βρίσκουμε πάντα εκεί στις ερωτικές εστίες των πραγμάτων.

Γιατί η ποιητική γλώσσα είναι η μόνη δυνατότητα που μπορεί να απόρυπάνει τον κόσμο απ’ τα υποπροϊόντα του και τα δηλητήριά του.

Είναι η μόνη καθαρτική δύναμη στον κόσμο που διαθέτει ο κάθε άνθρωπος απέναντι στη σκλαβιά και τη ματαιοδοξία.

Τα ποιητικά λόγια μπορεί να σου τα ψιθυρίσει μια γύφτισα πάνω στις χαρακιές τού χεριού σου, φτιάχνοντας ένα οργασμικό μείγμα από τη λοιμική των θαυμάτων ή μπορεί η ερωμένη σου με τον πιο κακόφημο γλωσσικό σπασμό να σε κάνει τόσο ποιητή όσο δε μπορούν να σε κάνουν μια ντουζίνα δημιουργικές γραφές.

Τα ποιητικά λόγια είναι η παρόρμηση που αντιστοιχεί στους πρωτόγονους λαούς. Μα οι πρωτόγονοι λαοί είμαστε εμείς που ψάχνουμε με τη γλώσσα την πηγή της ζωής, ακούγοντας τη μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων.

Είμαστε όλοι όσοι δεν έχουμε πατρίδα και ζητάμε-ως πρόσφυγες απ’ την παιδική ηλικία της ανθρωπότητας-φιλοξενία στις πτυχές της. Στις πτυχές μιας γλώσσας που μας προσφέρει τα πιο συναρπαστικά επιφωνήματα απ’ τη γέννηση ως το θάνατο. Τα Αχ! και τα Ωχ! που με την εν δυνάμει κρυμμένη ποιητική τους υπόσταση μας κρατούν ζωντανούς.

Πολιορκία κοντινού μέλλοντος

baron

Όταν το πρώτο βιολί στα εκδοτικά χαρακώματα το παίζει κάποιος άνευρος ειδικός, τακτοποιημένος στο γεωγραφικό μήκος και πλάτος των ιδεών τού αφεντικού του, στους υπόλοιπους, τότε, δεν μένει παρά να χρησιμοποιήσουν το πληκτρολόγιο, ως το ακορντεόν τού τρομοκράτη που καιροφυλαχτεί μαζί με τις μελωδίες του να ρίξει και μια κροτίδα. Όχι τόσο για να τρομάξει την υπνωτισμένη κοινή γνώμη αλλά για να την ξυπνήσει.

Κάθε σκέψη που αναδύεται απ’ τον αφώτιστο εσωτερικό μας κόσμο αγοράζεται φτηνά απ’ τον αρμόδιο νταβατζή για να πουληθεί πανάκριβα ως βασιλικός πολτός ή βουβαλίσιο γάλα.

Οι βιβλιομπακάληδες τού κέντρου των Αθηνών και της περιφέρειας, κάτι φιγούρες που σφιχταγκαλιάζουν τον εαυτό τους, κάτι πρόσωπα χωρίς εξωτερική φυσιογνωμία, πασπαλισμένοι θραύσματα εκφράσεων αυτολύπησης και κακομοιριάς, εγίναν χρυσές σκατόμυγες που εμπορεύονται ως επί το πλείστον την αγωνία τού ψώνιου να δείξει τη φάτσα του στη μαμά, μέσω του κοινωνικού καθρέφτη.

Αρωστούληδες νεογέροντες, αποτυχημένοι καλλιτέχνες αλλά βαρβάτοι εμπορόμυαλοι, καρφωμένοι σε καρέκλες βγάζουν φράγκα απ’ τα ψηφιακά τους μετερίζια με την απλήρωτη εργασία των άλλων.

Ζώντας διαρκώς τον εαυτό τους ως εσωτερική ένταση, αδυνατούν να δεχτούν πως όλο αυτό το σάρκινο τσουβάλι από ράκη και λειψές αισθήσεις και παράταιρους ερεθισμούς καλύπτεται απ’ αυτό το ψέμα της ευπρεπούς δερματόδετης επιφάνειας.

Μα το ψέμα τους είναι και το αλάτι της αλήθειας, είναι η αίσθηση της μοναδικότητας που κουβαλάει σαν σκήπτρο το Εγώ. Και καθώς αυγατίζει μέσα στο χρόνο η κατάσταση αυτή, οι επαναλαμβανόμενες συγκινήσεις και εμμονές αποβαίνουν ναρκωτικά και δηλητήρια.

Η προσωπική ζωή και η προσωπικότητα εξαχρειώνονται και δουλεύουν μονάχα με τις υποψίες που γενούν οι κακοφορμισμένες σκέψεις.

Μικροαπατεώνες που εγίναν εκδότες και εκδιδόμενοι, μεταμφιεσμένοι με τα κωμικά τσαλίμια τού έμπειρου κοσμογυρισμένου που το μόνο που κοσμογύρισε είναι το καπάκι της χέστρας του.

Μεταμφιεσμένοι σακατιλίκια και προσωπικότητα καταραμένου β’ διαλογής απ’ τα λίντλ, όλο πόζα θαρρείς καμωμένη απ’ τις σκιές των ανεμόμυλων, περιμένουν τον πελάτη τους πίσω απ’ τον πάγκο του ταμείου.

Σαν γανωμένα λευκά κουνέλια και σαν μισοτελειωμένες οντότητες που παλεύουν να ξεχάσουν την τιποτένια τους καταγωγή σέρνουν πίσω τους έναν αχό ανισορροπίας και κλονισμού.

Μακριά από κάθε έννοια συλλογικότητας αλλά με όρους κακιασμένου αποκλεισμού λαδώνουν την μηχανή της παρακμής.

Κι όταν το βράδυ, εκεί, στο μισοσκόταδο κατεβάζουν τα ρολά, τινάζονται ψηλά οι μαύρες σκέψεις κι ένα στριγκό παράφωνο ποίημα ξεχύνεται στη λευκή οθόνη, στο κάτεργο της απλήρωτης εργασίας όλων μας.

Κωλογραφία σε κυρτό κάτοπτρο

Captured 2/17/2015. UNVARNISHED. For press ONLY, not for catalog.

Κοιταζόμαστε γυμνοί στον καθρέφτη. Κοιταζόμαστε γυμνοί στον καθρέφτη τού κόσμου. Κοιτάζουμε αυτούς που μας κοιτάζουν. Κοιτάζουμε τα μάτια και τα αιδοία μας.

Είμαστε το θαύμα που βγαίνει από το θέαμα και είμαστε το θέαμα που θαυμάζουμε και είμαστε το θέαμα που γίνεται θαύμα κατ’ αναφοράν.

Είμαστε η εικόνα της εικόνας μας και ο καθρέφτης είναι ο μοχλός της συνείδησης της γύμνιας μας.

Μες στις διάχυτες αντανακλάσεις τού καθρέφτη, μεγαλουργεί η ολότητα της γυμνότητάς μας. Εκεί όπου δεν βλέπεις καθαρτήρια και μετενσαρκώσεις, τυλιγμένος άμφια και λιβανισμένους παραδείσους, εκεί που βλέπεις μόνο αυτό που βλέπουν τα μάτια.

Η ορατή αλήθεια είναι η πιο βαθειά Ποιητική που αγκομαχεί ξέφρενα με περισσό ζήλο σε κάθε σεξουαλικό γαργαλητό.

Όταν πάψουμε να καθρεφτιζόμαστε στα χαρτιά των λογαριασμών και στα σκουπίδια μας θα επιστρέψουμε στον κοινό παρανομαστή του ερωτικού μας καθρέφτη.

Θα περάσουμε ξανά αυτό το θαύμα τού καθρεφτίσματος, όπου το σώμα μας γίνεται μια οντότητα διαφορετική από τα άλλα σχήματα που μας περιτριγυρίζουν, βλέποντας τα πόδια και τα χέρια μας, ανακαλύπτοντας τους λαιμούς και τις κοιλιές μας μες στις πτυχές τού σαρκικού χωροχρόνου.

Ανακαλύπτοντας τον Άλλον σχεδόν ταυτόχρονα με τον εαυτό μας. Και πρώτα απ’ όλα ανακαλύπτοντας ξανά την αρχέγονη μήτρα που μας γέννησε, την μανούλα αυτή που ικανοποιούσε τις ανάγκες μας με το στήθος της, την αγκαλιά της και την ανάσα της.

Το φλούδι αυτό που μας προστάτεψε όταν ήμασταν απροστάτευτοι κι αδιαμόρφωτοι και λιγότερο φοβισμένοι όσο ποτέ, άρα κι επικίνδυνα έκθετοι στους κινδύνους.

Και βεβαίως ανακαλύπτοντας τα υποκατάστατα της μανούλας, αυτά που διαισθανόμασταν στην ατμόσφαιρα ενώ εξελίσσονταν οι ερωτογενείς μας ζώνες.

Όλα τα σκιρτήματα της αρχέγονης βίας και όλες τις ανεξιχνίαστες τρέλες τού γενετήσιου οίστρου και της μνήμης.

Στοματική, πρωκτική, γεννητική, όλες αυτές τις νοστιμιές και τις μιζέριες του παιδικού ερωτισμού, ώσπου να αρχίσει τέλος η μεγάλη τραγωδία, εκεί όπου εμείς οι μικροί Οιδίποδες θα τρέξουμε να συναντήσουμε τη μοίρα μας.

Ραντεβού στο νεροχύτη

rantebou

Ο κοινωνικός παρατηρητής πρέπει να είναι ξεροκέφαλος και τραχύς, να τα βλέπει όλα και να τα κρίνει όλα. Αρκεί να μην είναι μπίλια σε κομματικό φλιπεράκι ή μέλος σέχτας συναξαριστών ορθοδόξων ή μη.

Αν μάλιστα η γλώσσα του συνιστά απόσταση από τα αφηγούμενα δεν παύει να συνεπάγεται μια πολύεδρη ειρωνεία.

Χωρίς την ειρωνεία ο κοινωνικός παρατηρητής είναι λευίτης οίκτου και συμπαθείας, ένα παπαγαλάκι που αντιγράφει όλα τα ευνόητα ελαττώματα που παρατηρεί, προβάλλοντάς τα στο καθρεφτάκι που ορθώνεται δίπλα στον πρόσφορο κρόκο του αφεντικού του.

Μέσα στο πλήθος των σκυφτοκέφαλων ανθρώπων, που νηστεύουν τη χαρά και την απόλαυση για να συμμορφωθούν με την προειλημμένη απόφαση του δυνάστη τους, ο κοινωνικός παρατηρητής πλάθει εκατοντάδες παραλλαγές τού εαυτού του.

Κάνει τέχνη την εκλεπτυσμένη πουστιά της σαγήνης για να προκαλέσει πάνω απ’ τις αράδες του το ιλαροπαθές ξέσπασμα.

Για να βαθύνει μέσα στην ψυχική του κηδεμονία το ιδεολογικό υπόβαθρο των λόγων του.

Κατ’ ουσίαν ακολουθεί αναλυτική μέθοδο και όχι σώρευση συμπεριφορών. Και ίσως με άκρα σοβαρότατα πολλές φορές μελετά τη γελοιότητα των κοινωνικών θεμάτων. Μια γελοιότητα που η ανθρωπότητα κουβαλά στην αυτοκρατορική μήτρα τού δεσπότη ή στις γκέτες των ηλίθιων δικαστών.

Μια γελοιότητα σπαρμένη σε κάθε οργανωμένη κοινωνία που καταδυναστεύει ο κρατικός συγκεντρωτισμός και οι παράγωγες δομές τού κεφαλαιοκράτη.

Ο κοινωνικός παρατηρητής τρέφεται κυρίως απ’ το λογοτεχνικό ψωμάκι που φουρνίζει καθημερινώς μέσα στη νεωτερική καρναβαλική πραγματικότητα.

Βλέπει την κακία που χαιρεκακεί, την αδικημένη ψυχή που μάχεται τους άλλους, όλες τις αποχρώσεις της μνησικακίας που κυκλοφορούν μέσα στις νεοφιλελεύθερες δυτικές κοινωνίες.

Δείχνει με το δάχτυλο ένα πιο ανθρώπινο και πιο φυσικό τρόπο ζωής σε όσους αναμένουν πάνω στις αποσκευές τους το φτερωτό λεωφορείο που θα τους οδηγήσει στον πληρέστερο όλων των παραδείσων.

Δείχνει πως ο παράδεισος είναι έξω απ’ το παράθυρο, εκεί όπου η λαγνεία και ο λιτός βίος είναι φυσική ροπή και όχι διαστροφή του γραφειοκράτη.

Εκεί όπου αποφασίζεις την ανυπακοή και την απελευθέρωση, παύοντας να ξεσκατίζεις τα παιδάκια των εφοπλιστών και να σενιάρεις την κόκα στα καθρεφτάκια τού συνδέσμου βιομηχάνων και του συνδέσμου Σας γαμώ όλους με τα λεφτά μου.

Η καυλωμένη Λεμονιά

lemon

Στο λογοτεχνικό καμβά πλανάται σχεδόν κελαριστά μια σχάση μεταξύ λέξης και σκέψης.

Στα δύσκολα έργα που παράγονται απ’ την αξιοθαύμαστη ανθρώπινη μηχανή της παρατήρησης, η λέξη και η σκέψη συγκρούονται σε βαθμό που η γραφή να λειτουργεί ως πριονοκορδέλα από ατσάλι.

Μέσα σε κάθε νοσηρή και αφιλόξενη πατρίδα, ένα μαγικό ραβδί καμωμένο από λέξεις, τρεμοπαίζει στο χέρι όσων δεν αγαπούν τα περίστροφα και τις ξιφολόγχες.

Πάνω από μνημεία και τάφους έως εκεί όπου η τρέλα παραληρεί, προχωρεί ατρόμητος μπροστά σε κάθε εφιάλτη ο καυλιάρης ποιητής.

Διότι ο καυλιάρης ποιητής είναι αυτός που ανοίγει δρόμους, για να έρθουν έπειτα με τα παλιά βαφτιστικά τους κουτάλια και το ψαλίδι των δημοσίων σχέσεων, να κόψουν την κορδέλα και να περπατήσουν σ’ αυτούς τους δρόμους που αυτός άνοιξε.

Δεν χρειάζεται ν’ αυτοκτονήσεις για να γίνεις Καρυωτάκης γιατί απλά ο Καρυωτάκης δεν αυτοκτόνησε αλλά τον αυτοκτόνησαν. Κι αν πράγματι είχε να διαλέξει ο Καρυωτάκης μεταξύ ζωής και θανάτου να είναι σίγουροι όσοι κονόμησαν απ’ τη θανατολαγνεία που πούλησαν για λογαριασμό του, πως αυτός θα διάλεγε τη ζωή.

Ένα απλό βήμα πολλές φορές αρκεί για να ξεκινήσει η χιονοστιβάδα και για να γίνεις χιονοστιβάδα πρέπει να τολμήσεις αυτό το απλό βήμα.

Ένας φλώρος που παραδίδει οικιοθελώς μαθήματα δημιουργικού ευνουχισμού της φαντασίας δεν μπορεί να κάνει ετούτο το απλό βήμα.

Ετούτο το απλό βήμα το επιχειρούν οι καυλωμένοι άνθρωποι γιατί γνωρίζουν πως το να συντηρείς την καύλα σου σημαίνει πως η ζωή προχωρά ακόμα και μες στα ερείπια.

Σημαίνει πως η ζωή θαμμένη ακόμα και κάτω απ’ τα φθαρμένα παραπήγματα κάθε αυταπάτης, παίρνει την εκδίκησή της και ακτινοβολεί και αμύνεται και προχωρά. Διότι κατά βάθος το θέμα είναι ένα. Να προχωρήσουμε τη ζωή ένα βήμα πιο κάτω. Γιατί η ζωή δε σταματά στο λάκκο που θα θάψουν το Εγώ μας.

Γιατί η ζωή είναι μια καυλωμένη λεμονιά που μαζί με τους χυμούς έχει και δολοφονικά αγκάθια, έτοιμα να τρυπήσουν την αλαζονεία της σάρκας, ματώνοντας τα δάχτυλα, κάνοντας το ανθρώπινο πνεύμα να αφήσει τις ματωμένες του δαχτυλιές πάνω στα καπούλια της πραγματικότητας, της πιο δύστροπης ερωμένης.

Λουκάνικα Φρανκφούρτης

stomas

Αν δεν καταλύσεις τη λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, ανάμεσα στη λαγνεία και την αγνότητα, ανάμεσα στην κόλαση και την αγιότητα, δεν θα δεις το φως το αληθινό και δεν θα γευτείς τις οδύνες της ανθρώπινης φύσης και τις παραφυάδες των αισθησιακών της εκβλαστήσεων.

Αν δεν αποτυπώσεις στο βλέμμα σου την ανταρσία των πλασμάτων που ζουν στο υπόγειο είναι σα να πέρασες απ’ τον μισό κόσμο, μισός κι εσύ και διαμελισμένος.

Αληθινή πατρίδα μας είναι η γήινη περιοχή μεταξύ πνεύματος και σώματος, εκεί όπου εμείς οι άνθρωποι μανιωδώς εγγράφουμε τις μικρές και ασήμαντες ιστορίες μας.

Όντα με σάρκα και οστά και φλεβώδεις σκέψεις που με μια συγκινητική αδημονία υπογραμμίζουμε τα πρωτόλεια αισθήματά μας. Άνθρωποι όλοι μας εκτεθειμένοι σε άνισες καταστάσεις τραγωδίας και μεγαλείου, πάθους και σοφίας, παραφροσύνης και αθλιότητας.

Αναβαπτιζόμαστε διαρκώς και αδιαλείπτως στην ποθητή μήτρα της εξιλέωσης που προσφέρει ο λόγος και τα λόγια.

Μέσα μας παφλάζει ένα πελώριο άγριο ζώο που ξεχειλίζει από χυμούς και συστρέφεται κάνοντας τις θύελλες της καρδιά μας να κατεβαίνουν στα δάχτυλά μας. Και τότε ξεσχίζουμε άλλα κορμιά και άλλες σάρκες με τη μέθοδο τού πολέμου ή τη μέθοδο τού έρωτα.

Ζούμε τον ακρωτηριασμό τού μνημονικού μας Είναι. Η μνήμη μας αδυνατεί να συλλάβει πως υπήρξαμε κάποτε αδιαχώριστοι, τόσο πολύ, τόσο Ένας. Η μνήμη μας επανέρχεται στιγμιαία πάνω στο γαμήσι, εκεί όπου, θέλοντας ή μη, γινόμαστε ο Ένας, εκπληρώνοντας τόσο τραγικά τον ισόβιο πόθο μας για αθανασία.

Μα η μνήμη ετούτη πολλές φορές χάνεται μέσα στις πυρετικές κραυγές μιας ψεύτικης απόγνωσης, δημιουργώντας ένα παραπέτασμα πλουμιστής απελπισίας που γίνεται ρομαντισμός των καλοθρεμμένων.

Πολλές φορές η μνήμη τού έρωτα όταν ο έρωτας έχει αποδημήσει και τα αιδοία έχουν στεγνώσει σαν γύφτικοι τεντζερέδες μένει μια κοπρόλαλη βαναυσότητα που θέλει να περάσει για αγέρωχη στάση ή για λυγμός, πάντα στολισμένη με ποιητικούς φραμπαλάδες.

Αλλά στον υπόνομο της μνήμης που έγινε ανάμνηση ισχύσει ο ρεαλισμός των αρουραίων. Ο άνθρωπος γίνεται ανθρωπάκι υπονομεύοντας τη λαλιά του, χάνοντας δια παντός τον έρωτα, στήνοντας ταυτόχρονα το μνημειακό του κενοτάφιο υποταγμένο στη θλιβερή υπεροψία του.

Γίνεται ένα χοντρό πλάσμα που κάθεται σε μια καρέκλα νυχθημερόν γράφοντας τον πόνο του. Ένα πλάσμα επικίνδυνο και βίαιο. Επικίνδυνο γιατί είναι τυφλό και βίαιο γιατί παθαίνει.

Τα δύο όλα

ta-dio-ola

Ο μαρξισμός προσπάθησε αγωνιωδώς να δώσει μιαν ανθρωπολογική έμφαση στο εξωτερικό εργαλείο και κατά συνέπεια στην εξέλιξη και τις προεκτάσεις του χεριού, υπογραμμίζοντας την αλλοτριωτική μηχανοποίηση του ανθρώπου, συγκεντρωμένη στα χέρια του Κυρίαρχου της υπεραξίας.

Ο φροϋδισμός έδωσε έμφαση στη νατουραλιστική προπέτεια του φαλλού, σαν σύμβολο παντοκρατορικό και κυρίαρχο, σημαίνον τού ασυνειδήτου, άρα και του Λόγου, ταυτίζοντας έτσι τη γνώση άρα και τη γλώσσα με την επιχείρηση αλλοτρίωσης και εκμετάλλευσης τού Κυρίαρχου της υπεραξίας κάτω από οποιεσδήποτε κοινωνικές συνθήκες.

Η ποιητική γλώσσα απ’ την άλλη, συνιστά τον βαθμό μηδέν της γλώσσας που αμφισβητεί κάθε κυρίαρχη ομιλία, αφού στην πραγματικότητα εισάγει τον αναλυτή απ’ την κρυφή πύλη των δομών ως εντεταλμένο του Κυρίαρχου της υπεραξίας και μάλιστα ως ένα πρότυπο κεκαθαρμένου όντος που ανεξάρτητα απ’ τις κοινωνικές δομές μπορεί να παίξει το ρόλο του απελευθερωτή. Κατά βάθος όμως παραμένει ο κληρικός των υφιστάμενων ιεραρχήσεων.

Η Νύμφη Καύλα

nifoyla

Η ποίηση ξυπνά μέσα μας το σεξουαλικό ένστικτο κάνοντάς το χαρά της δημιουργίας και γραμματική βίου ανθόσπαρτου και ανοιχτού στις εκπλήξεις.

Ζωή με εκπλήξεις σημαίνει σπάσιμο τού ρυθμού της επανάληψης μιας καθημερινότητας που την καταπίνουμε αμάσητη σαν λουκάνικο μέχρι να πνιγούμε.

Αν δεν υπάρχει όμως αυτό το αγκάθι μέσα στη γλώσσα να προκαλεί αντιδράσεις, να γρατζουνά, να κεντά, να τραυματίζει, οι εκπλήξεις θα περνούν δίπλα σου κι εσύ θα κοιτάς στον καθρέφτη να βρεις στο νάρκισσο χαμαιλέοντα μια ρυτίδα.

Είναι σπουδή το να μπορείς να βγεις κάθε φορά απ’ το χώρο που έχουν ορίσει άλλοι για σένα αρχίζοντας το ξέφρενο παιχνίδι με το χρόνο.

Αρχίζοντας να παίζεις με το τόπι της Ναυσικάς και την οσμή της αγάπης, όταν τα σώματα αγκαλιάζονται και τυλίγονται στην αγωνία της μικρής παύσης της ανάσας ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο.

Ο προστατευτικός και εκδικητικός μας άγγελος είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Ο χρόνος μας είναι απειροελάχιστος όταν περνάει μέσα στη συντήρηση και τη γκρίνια.

Όταν εξατμίζεται σε μια κοινωνικότητα χαζοχαρούμενη και βλαμμένη.

Όταν μια σταλιά υγρασίας τού απέναντι βλέμματος του Άλλου την αφήνουμε να εξατμιστεί και να χαθεί στον υπόνομο των καλών τρόπων και της ορθότητας που επιτάσσει η γραφειοκρατία του συναισθήματος.

Όταν ζούμε μέσα στην ανεκπλήρωτη ανάμνηση των πόθων και την κατάθλιψη, μοιρολάτρες και δυστυχείς, κάνοντας το θυμό και το θράσος μας βιτριολική κακία και βία.

Είμαι ξαπλωμένος στην όχθη της λίμνης. Είμαι υπερήφανος κι ευτυχισμένος ξέροντας πως στην πραγματικότητα οι δύο αυτές λέξεις είναι υβριστικές λέξεις.

Είναι λέξεις επαναστατικές και εκστατικές. Διότι απ’ τη μια η υπερηφάνεια δεν σε αφανίζει απ’ τον κόσμο αλλά σε κρατά μέσα εκεί στο κουκούλι της αλήθειας και της ζωής, κάτω απ’ το γαλανό ουρανό και τα ευρηματικά πλάσματα.

Διότι η ευτυχία σού υπογραμμίζει πως δεν υπάρχει κανένα φόβος να αντιπαλέψεις, παρά ο φόβος και η ανθρώπινη ματαιοδοξία που γεννά αυτό το αιωρούμενο μακρινό βουητό του θανάτου.

Διότι η ευτυχία σε κεντρίζει πάντα να δεις, πως, όσο και αν όλα τα αισθήματα εκποιούνται από τη δύναμη και το χρήμα, πως, όσο κι αν η αγάπη διαβρώνεται συχνά από την αμφιθυμία και το βίτσιο ή το μίσος, η δόξα της αγάπης και η καύλα για έρωτα και ανταπόκριση παραμένει το πιο μονοδιάστατο και κάθετο συναίσθημα.

Κάθομαι εδώ στην όχθη της λίμνης. Κι είναι τούτος ο φοβερός καημός της «αθανασίας» που με χτυπά κατακέφαλα. Και με χτυπά στο πουτσοκέφαλο. Και σκέφτομαι πως η υπέρτατη στιγμή που ο άνθρωπος είναι άνθρωπος γιατί γίνεται ζώο, πλάσμα του κοσμικού ρυθμού, είναι η στιγμή του γαμησιού.

Αυτή η πιο μυστηριώδης στιγμή. Η πιο συναρπαστική απ’ τις ανθρώπινες λειτουργίες. Απ’ την μνήμη, την ηθική, την παλινδρόμηση, την λήθη. Ακόμα κι απ’ τους μηχανισμούς άμυνας και καταστροφής.

Κάθομαι εδώ στην όχθη της λίμνης. Αιωνίως καυλωμένος. Και δε ζητώ συγνώμη γι’ αυτό.

Σαλώμη

salomi

(απόσπασμα)

Ακόμα φέγγει. Άλλοτε τ’ όνομά μου ήταν Σαλώμη και τώρα Εβραϊκά γρανάζια Α.Ε. Αισθάνομαι να περιστρέφονται οι τροχοί. Τα μικροδευτερόλεπτα με ρυθμίζουν.

Μες στο κεφάλι μου έχω αυτό που πρέπει να βγει. Ο σταυρός στο στήθος μαύρος. Όταν βυθίζομαι στον ύπνο είναι το φως πιο δυνατό απ’ ότι όταν ξυπνάω.

Το όνομά μου ήταν Σαλώμη μα δεν υπήρξα ευτυχισμένη. Η ευτυχία μου ήταν μια γλώσσα που ζητούσε αίμα. Ένα μικρό κουβάρι γλώσσας που ήθελε να τυλιχτεί χορεύοντας γύρω απ’ το λαιμό του Βαπτιστή.

Έβγαζα σχεδόν ετοιμοθάνατη τα πέπλα μου ένα ένα.

Κάθε που ο πόνος ακουγόταν στην καρδιά μου, ψιθύριζα στον Βαπτιστή τον έρωτα της μάνας μου, την καύλα της να γαμηθεί όπως εγώ σκληρά έως θανάτου, να νιώσει τι εστί ηδονή μέσα απ’ την ομορφιά μου.

Το βράδυ εκείνο ζήτησα στ’ αλήθεια, ο ένας από μας να δει τον άλλον. Τα μάτια είχε ο προφήτης ορθάνοιχτα κάτω απ’ τους επιδέσμους.

Ο θεός ήταν στα μάτια του σαν σκεπασμένο θρεφτάρι για θυσία.

Ο πούτσος του μια κρύα μάζα που όρμησε μέσα μου απ’ τη μύτη και το στόμα. Έφεραν ένα λευκό πιάτο. Ο άντρας της μητέρας μου σαν υπνοβάτης μέσα μου, σαν δήμιος εραστής. Όλο έδενε τα πέπλα μου ένα ένα απ’ το σπασμένο χέρι της πίστης του.

Αυτή η σάρκα μου τού σκοταδιού από στάχτη και γλυκό μουνί, από ίχνη ζώου που ξεμπούκαρε απ’ το στόμα τού διαβόλου, ζητούσε ένα μαχαίρι για το σφαχτό.

Ζητούσε να οξύνει την ακοή του απογυμνωμένου που αφουγκράζεται έναν ήχο.

Τώρα, που τόσο απογυμνώθηκα σκαρφάλωσα στο λαρύγγι του την ώρα του οργασμού κι είδα το αίμα να πετάγεται τόσο που δε διέκρινα ουρανό και γη, τόσο που έμεινα σαν άνοιξη υγρή μετά το φόνο απ’ τα μαλλιά να κρατώ τον εραστή της φωνής του θεού.

Απ’ τις κομμένες φλέβες του έβλεπα να στάζει αίμα, ένα τσόφλι παχύ από σκληρό πόθο. Ν’ αφήνει πίσω μια γραμμή τρυφερότητας και καταφρόνιας. Ν’ αφήνει την οσμή απ’ τα τελευταία κόπρανα το λιανισμένο κορμί.

Και το κεφάλι του στα σκέλια μου. Ένας βρόμικος αχνός από άνθρακα και ιδρώτα. Το κεφάλι του άρχισα να βυθίζω στραγγαλισμένο μέσα μου. Να νιώθω τη σιωπή του θανάτου στο πετσί μου.

Μητέρα εγώ τού θανάτου και χασάπισα, τύλιξα με τα πέπλα μου το κεφάλι του Βαπτιστή, να το πετάξω στα σκυλιά. Να χορτάσουν.

Λογοθεραπεία

logon

Η στιγμή της συνομιλίας ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα σημαίνει το τέλος των Λόγων.

Ο Λόγος προηγήθηκε για να συναντηθούν τα κορμιά. Αφού η συνάντηση επετεύχθη δεν υπάρχει Λόγος αλλά η αποκαλυπτική σκηνή της σεξουαλικής συνεύρεσης των σωμάτων που παγώνει μέσα στη σιωπή.

Το σώμα κατεχόμενο από πόθο καθίσταται ο τόπος μιας παράξενης συνάντησης.

Καθώς, η πραγματική συνομιλία είναι σιωπηρή, ένα θέαμα εκτυλίσσεται μπροστά στο βλέμμα των συζύγων. Με τη σιωπή ανοίγει το παράθυρο της φαντασίωσης.

Με τη σιωπή όλα μας δείχνουν ότι ζυγώνει μια κάποια μεγάλη συμφωνία μεταξύ του ζεύγους, που ένα αρχέγονο κάλεσμά της είναι αυτές οι διάσπαρτες μορφές που επιδιώκουν να ξανασμίξουν.

Το γαμήσι κάνει το ζεύγος να γεννιέται και να πεθαίνει, να ξαναγεννιέται και να ξαναπεθαίνει εν νέου μπροστά στα ίδια του τα μάτια, καθώς κατακρημνίζεται στην αντίστιξη της οικουμενικής και συνεχούς κίνησης.

Ασφαλώς υπάρχει μια καινούργια άνοιξη για του ανθρώπους όταν αποφασίζουν να τρίψουν τα σώματά τους. Όταν αποφασίζουν μαζί με τα βρακιά τους να κρεμάσουν στα τσιγκέλια της σιωπής και τις αναστολές τους.

Άνοιξη τραγική, όπως όλες οι ανοίξεις, τότε που ενεργούν ο φόνος και ο οργασμός για να αυξήσουν και να πολλαπλασιάσουν την ενέργεια για γονιμοποίηση.

Άνοιξη που μέσα της όλα ξεχειλίζουν για να φέρουν στο χείλος της δαιμονικής κίνησης τα κορμιά.

Θαρρείς πως η ερωτική μανία έχει βγει από ένα υπόγειο καμίνι, στο οποίο μια κάποια φλογερή λάβα απ’ τα ανθρώπινα έγκατα ανάμεικτη με τη φυσική ομορφιά και τη δύναμη των σωμάτων παίρνει κάτω απ’ το χτύπημα των σωματικών σφυριών τη συνοπτική και συμπαγή μορφή που είναι αδύνατο να τη διαλύσει το οποιοδήποτε τυχαίο στοιχείο.

Τίποτε δεν μπορεί να διακόψει την ερωτική μανία και τη στιγμή της ερωτικής σιωπής. Ακόμα και την ώρα του σεισμού ή της πυρκαγιάς ο έρωτας βγάζει τη γλώσσα του με όλη τη θριαμβευτική και αυθάδη ακινησία του.

Ένα υπόκωφο κύμα ζωτικής ορμής θέλει να χορτάσει αυτό τον ώμο, αυτό το λαιμό και αυτό το μέτωπο, να φωτίσει το μάτι με μια λάμψη θεϊκής τρέλας, να διατρέξει τα στρεβλωμένα αιδοία με χυμούς και σπέρματα ζυμωμένα στην παραδείσια αρμονία της συνεύρεσης.

Πάντα μέσα στην καθαρότητα και την αθωότητα της ερωτικής μηχανικής που αδιαφορεί για το καλό και το κακό.

Πάντα με μια άγρια, ακόρεστη και χαρωπή όρεξη. Εκεί όπου ο στροβιλισμός των κορμιών δίνει την αίσθηση μέθης και ιλίγγου και απελπισίας βαθειάς, κεντημένης πάνω στη φθοροποιό συνείδηση του οργασμού.

Πάνω στην επιληπτική στιγμή της εκσπερμάτωσης που στοιχειώνει όλους τους εγκεφάλους.

Οι ομορφιές του τόπου μας Ή Οργασμός στην Τριχωνίδα

didaktvr

Σε βρήκα τσούπα μου,
πικρούς καφέδες να σερβίρεις
σε μνημόσυνα γλυκόζης.
Σε βρήκα στη διχάλα μιας ελιάς
να ξύνεις με το νύχι σου το μέλλον.
Σε βρήκα ως καρπό ελαίου
και σε άλειψα στα μπούτια μου
για να γλιστρούν απ’ τις ανάσες τα φωνήεντα
να ορτσάρουν κόντρα στο λαιμό
τα λυγερά λιοπύρια,
τα βυζάκια σου.
Αχ! σε τι υψόμετρο κορίτσι μου ν’ ανέβω
στο όρος Παναιτωλικόν για να σε ξεφλουδίσω!
Στον Κατελάνο
που φοράει φωτοστέφανο λουλούδι μυγδαλιάς
ή εκεί
στη μπουκαπόρτα του μυελού της Τριχωνίδος
που όσο να πεις
μας αγκαλιάζει όλους τους ελάσσονες
και μας κρατά ζεστούς μες στα υγρά της.
Εκεί, στη θέση Πόρτο Κάβλα
και στη θέση Πισωκολλητό των θυγατέρων της Μυρτιάς
στη θέση Ράμφη εραστών ερωτοφαγωμένα
στη θέση Κιλοτάκια Μουσκεμένα
αχ! πάρτε με κι εμένα
που είμαι διδάκτωρ υγροτόπων
που είμαι διδάκτωρ οργασμών
αχ! πάρτε με. Ιδού!
Περνάει το λεωφορείο των εννιά
από το Θέρμο για τον Άδη.
Περνάει ο εισπράκτωρ να τσεκάρει
τα κολπικά υγρά τού βλέμματός μου.

Ο Λαγός και τα πετραχήλια

xrisi_avgi_heil

Το ποίημα είναι η κραυγή μας αλλά και πάλι είναι ο τρόπος που έχουμε να κρατάμε σημειώσεις πάνω στις ψηφιακές πλέον, χαρτοπετσέτες αυτού του σκυλάδικου που λέγεται Κόσμος.

Το ποίημα είναι ίσως η λάμα με την οποία λίγο-λίγο προσπαθούμε να κόψουμε την αλυσίδα που μας δένει με το ξερατό μας.

Ως σκυλιά δεμένα σε κάποια αυταπάτη στοιχίζουμε τις απόψεις μας ανάμεσα στο διπολισμό που μας έχουν επιβάλει οι θεσμοί της Υπεραξίας.

Η μαμά Υπεραξία και ο μπαμπάς Κεφαλαιοκράτης έχουν δυο σπουδαία παιδιά που τα φροντίζουν με περισσή αγάπη. Το Κράτος και η αδερφούλα του η Εκκλησία είναι εδώ δίπλα μας και κοντά μας.

Ο Λαγός, ο Αμβρόσιος, ο Άνθιμος, οι ΜηΚυΟ. Με τον Καμμένο ή με τον Πετρουλάκη, με τον Τσίπρα ή με το Μητσοτάκη;

Διλλήματα βγαλμένα απ’ τα σπλάχνα της Σκύλας που γεννά εκμετάλλευση και βομβαρδισμούς. Απλήρωτη εργασία και πληρωμένους οργασμούς.

Μα, το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο το πρόσωπο.

Μα, εδώ καταφθάνει το ποίημα με τα πιστόλια του.

Ένα μεγάλο μέρος του ποιητικού αγώνα-όσο κι αν αυτός φαίνεται μάταιος-είναι να μην εξαιρούμε τίποτε απ’ τη γλωσσική ύλη που είναι και σκέψη και πράξη με όλη την εξωστρεφή της επιθετική σημασία.

Για να μην καταντήσει ο λόγος μας μια περισπούδαστη περιττολογία που την περιφέρουν δόκιμοι νεανίες και μη στις ματαιόδοξες αυτοαναφορές τους, θα πρέπει να δείξουμε το Κακό με το δάχτυλο.

Γιατί το Κακό δεν βρίσκεται εκεί που μας δείχνουν. Γιατί το Κακό και τα αυγά του τα απιθώνουν στη συνειδησιακή μας μήτρα κι εκεί γενούν και γίνονται τέρατα.

Γνωρίζουμε την «κρίσιμη μέρα» της αρρώστιας που μνημονεύει ο Ιπποκράτης. Η λέξη Κρίση συνορεύει πάντοτε με το θάνατο, η δε ημέρα της Κρίσης προϋποθέτει μάλιστα το θάνατο, τον κτόνο.

Η Κρίση είναι ανθρωποκτόνος. Σκοτώνει όχι αόριστα ανθρώπους, αλλά τους ανθρώπους μιας συγκεκριμένης τάξης.

Αντίθετα απ’ τους δογματικούς που στενεύουν και διαστρέφουν την πραγματικότητα, έχουμε χρέος να αγκαλιάσουμε την ολότητα και να διευρύνουμε όσο μπορούμε τα όρια του Σημαντικού.

Γιατί το Σημαντικό είναι αυτό που πάντα μας ξεφεύγει πάνω στην αδυναμία μας να περιφρουρήσουμε τις επαναστάσεις που κάναν άλλοι για μας.

Πάνω στην αδυναμία μας να γίνουμε εμείς η αλλαγή αλλά και ο πόθος για αλλαγή.

Όχι να καούμε αλλά να κάψουμε την ψευτοανάγκη του ανθρώπου για Εξουσία και μαστίγιο. Την ανάγκη τού Λαγού και των συνοδοιπόρων του για κωλοδάχτυλα και βρισιές στους πιο αδύναμους ανθρώπους του κόσμου. Στα παιδιά.

Σεμινάρια πολέμου για ιεροκήρυκες

seminaria

Πολλές φορές, μια ισχυρή και εύθυμη μελωδία παρασύρει και λικνίζει όλες τις απελπισμένες κινήσεις μας. Μια μελωδία που ξεγλιστρά απ’ τα έγκατα του σώματος και φτάνει να γίνει φωνή.

Μια φωνή που έχει στην ανάσα της την ελπίδα και μια φωνή που σωματοποιεί την βαθιά ανάγκη τού να είμαστε ανθρώπινοι.

Μια φωνή που δουλεύει ενάντια στους ανθρώπους του Κράτους και των συνενόχων του.

Μια φωνή που δε χρησιμοποιεί τη σύγχυση, τη βία και τους μύθους για να διαιωνίσει τις συνθήκες Κυριαρχίας.

Μια φωνή που αντανακλά τη συνείδηση της επιθυμίας μας που αγωνιά να ορίσει εκ νέου τα πράγματα, παλεύοντας με νύχια και με δόντια για να μην καταλήξει εμπόρευμα που αυτοθαυμάζεται.

Για να μην καταλήξει γελωτοποιός στην αυλή των ποιητικών οραμάτων που έθρεψε η αφέλεια της κοινωνίας τού θεάματος.

Ανάμεσα στην εξέγερση και στην ποταπότητα παλεύουμε για την αυτοεκτίμησή μας.

Παλεύουμε να πάρουμε την εξουσία που διαμορφώνει συνειδήσεις βαδίζοντας με προσοχή στο ναρκοθετημένο πεδίο της αποδοχής που αποτελεί την έσχατη παγίδα για την προμηθεϊκή λογοτεχνία και την επαναστατική προοπτική.

Αυτό που κάνουν σήμερα οι μηχανισμοί εξουσίας είναι να ενσωματώνουν το διαφορετικό. Να υιοθετήσουν τους καταραμένους και τους περιθωριακούς προσφέροντάς τους δείχτη ασφαλείας και ένσημα αποδοχής.

Αυτοί, που γράφοντας δεν κατασκευάζουν τραμπούκους ή θαυμαστές δεν μπορεί να γράφουν παρά με το συκώτι τους έκθετο στο γύπα της εξουσίας.

Αυτοί, που ακόμα μπορούν και υπογραμμίζουν στην ιδεολογική τους ιχνογραφία τον υποβιβασμό τού Είναι σε Έχειν και τη διολίσθηση τού Έχειν στο Φαίνεσθαι μπορούν και διαβάζουν σωστά την ολοκληρωτική κατοχή της κοινωνικής ζωής απ’ τα συσσωρευμένα αποτελέσματα της οικονομίας.

Αν κατανοήσουμε βαθειά, πως, μας επιτρέπεται το Φαίνεσθαι μονάχα όταν παύουμε να υπάρχουμε, τότε θα νιώσουμε την ανάγκη για δράση και την ανάγκη να υπάρξουμε ξανά μέσα στην ερωτική μέθη που προσφέρει η συλλογικότητα.

Σήμερα που η επιτυχία και η αριστεία είναι συνυφασμένες με το να επιτρέπουμε στον εαυτό μας μιαν απόλυτη αφαίμαξη για χάρη της εμφάνισης το σχοινί ενός ψεύτικου εαυτού σφίγγει γύρω από το λαιμό της κοινωνίας που θεωρεί κρίση την επίθεση του καπιταλιστή.

Όλες οι σκωπτικές παρηχήσεις περί ελευθερίας που εκτοξεύουν οι ιεροκήρυκες του φιλελευθερισμού είναι στην πραγματικότητα χυδαία καλέσματα ανελευθερίας.

Από τα τρίσβαθα των σπλάχνων μας αποβλέπουμε όχι στην ελευθερία αλλά στην απελευθέρωση.

Ξαναβρίσκουμε το υπέρτατο σύμβολο που είχε επινοήσει ο Αισχύλος για να δυναμώσει το θάρρος μας, όταν είδε να πετά γύρω από τον Προμηθέα το σμήνος των Ωκεανίδων.

Πρωτοπορία ή Θάνατος

A man wearing a traditional carnival mask dances during Shrovetide celebrations, in the Rumsiskes village, some 89 kilometers (56 miles) north of Vilnius, Lithuania, Saturday, Feb. 6, 2016. Shrovetide is a traditional Lithuanian holiday marking the end of winter, one of the merriest events in Lithuania. (AP Photo/Mindaugas Kulbis)

Γυρνάμε κουρασμένοι από τις άγονες δοξασίες και τις περίπλοκες ερμηνείες του κόσμου.

Στρέφουμε την προσοχή μας προς την καθαρή στιγμή της ύπαρξης με όλο το διαβολικό ζωηρό Εγώ μας. Μα ο νους δε βρίσκει ανάπαυση.

Η πραγματικότητα, ακόμα και στις πιο όμορφες και ευνοϊκές της εκφάνσεις, δεν ικανοποιεί στο βάθος, την ανήσυχη φύση μας.

Η αντιπαλότητα μεταξύ των φυσικών πραγμάτων και του ανθρώπου αφήνει το αίμα της στο καθιστικό μας. Απέναντι στο απύλωτο στόμα του καλλιτέχνη, δεν κατορθώνει να σταθεί παρά το αδηφάγο στόμα του θεατή.

Στη χαώδη και θεολογικά ανυποστήρικτη ζωή μας έχουμε την υποχρέωση να βρούμε τη δική μας φωνή και να εφεύρουμε τα δικά μας άσματα σωτηρίας. Θα πρέπει να γίνουμε οι ιερείς της δικής μας ανάστασης και οι καταστασιακοί που δεν παπαγαλίζουν το παρελθόν αλλά προεκτείνουν την καύλα τους στο μέλλον.

Ακόμα κι όταν γινόμαστε ποιητές τεράτων, μονόφθαλμοι διαμορφωτές μορφών και πραγμάτων που ζευγαρώνουν το ψεύτικο και το αληθινό σε ένα.

Σε καιρούς πολέμου και κοινωνικής βίας οι μεγάλοι καλλιτέχνες ξεπηδούν μέσα απ’ τη συστημική συναγωγή.

Είναι αυτοί που έχουν τον πλούτο και τα εργαλεία, αλλά και το καλλιτεχνικό θράσος να κατουρήσουν τον υπουργό του πολιτισμού που κάθεται στα μπροστινά καθίσματα.

Να ανακατέψουν τα γιδόσκατα του μαντριού με τα Τέσσερα Κουαρτέτα του Έλιοτ.

Να πάνε τον ερωτισμό ως την τελευταία λάμψη της μεμψιμοιρίας που υπαγορεύουν οι οικονομικές σχέσεις.

Αν δεν ξαναγίνουμε διαλεκτικοί ξεφεύγοντας απ’ τις διπολικές διαταραχές του καλού και του κακού, του όμορφου και του άσχημου, είμαστε καταδικασμένοι να ξεπέσουμε στην παραμυθία και την ύπνωση.

Αν δεν προβάλουμε τους σαρκώδεις χαρακτήρες μας πάνω στα κείμενα, εξωθημένοι στην πιο οργιαστική τελετουργία, θα χάσουμε τη μια και μοναδική ευκαιρία να δημιουργήσουμε σχέσεις αμοιβαιότητας και χαράς.

Η χαρά και η ευχαρίστηση δεν εγγράφονται σε καμιά οιδιπόδεια κατάσταση προεφηβικού κλαυθμού αλλά είναι πάντα τα ζητούμενα της πρωτοπορίας. Της ερωτικής μας νιότης που απ’ τις κρυφές εκλάμψεις της δραπετεύει στην καθημερινότητα.

Η τέχνη ή θα γίνει καταστασιακή ή θα πεθάνει και μαζί της θα πεθάνουμε κι εμείς.

Οι καλλιτέχνες είναι καλλιτέχνες κάθε μέρα στην πορδή και στο σάλιο τους. Στον τρόπο που βλέπουν και στον τρόπο που οδηγούν τους άλλους να βλέπουν.

Πέρασε ο καιρός της διακόσμησης και ο καιρός των αναλλοίωτων πραγμάτων. Τώρα, εν πικρία και ζόφω, περιμένουμε τη γενιά που θα πάρει το μπαλτά και θα εισβάλει στα μουσεία, σπάζοντας τις συμπαγείς μορφές από μάρμαρο ή πορσελάνη.

Κομματιάζοντας τα μπιμπελό της αναγέννησης και τα μαυσωλεία της Κυριαρχίας.

Θρυμματίζοντας κάθε αναπαράσταση και κάθε μορφή. Ανθρώπους, καμήλες, κριάρια, φίδια, ελέφαντες, αγγέλους και διαβόλους, θεούς και δαίμονες και υπάκουες θεραπαινίδες, όρθιες ή ξαπλωμένες, ασάλευτες μορφές που φρουρούσαν τον ύπνο των αυτοκρατόρων.

Lovers and other dreams

lovers

Ονειρευόμαστε, βουτώντας μέσα στην πιο γόνιμη ασυνειδησία, για να αποκομίσουμε αυτό το πολύτιμο αίσθημα ανάλγητης νοσταλγίας για την ερωτική πράξη.

Όλα μας τα όνειρα είναι όνειρα έρωτος και αφροδισίας. Ρεύσεις που η αγωγιμότητά τους οξύνει την παράφορη σύγχυση που έχουμε για τα κορμιά που ποθούμε.

Στο όνειρο ξεδιπλώνεται η μαστοφόρος φύση των αισθήσεων, μες σ’ ένα αφωτοσκίαστο φως, φανερώνοντας το βάραθρο κάθε χαδιού που παράπεσε.

Στο όνειρο η οικεία ηδονή της απόλαυσης τού εαυτού συναντά τον Άλλο, εκμηδενισμένο και απόβλητο, ενσωματωμένο στα νύχια μας και στα δόντια μας.

Επιθυμούμε πάνω στην κόψη της ανεκπλήρωτης ηδονής να περπατήσουμε ξυπόλυτοι και να χορέψουμε τόσο γυμνοί όσο στο θάνατό μας. Τόσο ελεύθεροι όσο τη στιγμή που γλιστράμε απ’ την κοιλιά της μάνας μας.

Ονειρεύομαι. Εκείνη κι εγώ. Εγώ κι εκείνη. Είμαστε πραγματικά εδώ. Την κρατώ. Την φιλώ. Την κατέχω και με κατέχει τόσο αληθινά που η αλήθεια μοιάζει ψεύτικη.

Τόσο ζωντανά που αναβρύζει αφρός απ’ τα βαθιά κι ακτινοβόλα τοιχώματα του ύπνου. Αχ! εκεί νιώθω πια πως είμαι όλος σπλάχνα. Ένα βρέφος που βλάστησε μες στην αγνότητά του ο ερωτικός χωροχρόνος και ρίζωσε σε μια μυστική ζωή αμετάφραστη για όσους δεν κάνουν όνειρα.

Για όσους ψάχνουν στους ονειροκρίτες αυτό που έχουν στα σκέλια τους κι αυτό που θέλουν τα σκέλια τους. Για όσους ψηφίζουν πρώιμο θάνατο και αιώνιο γήρας.

Τα όνειρά μας τα εκσφενδονίζουμε στην πραγματικότητα και πολλές φορές τα ζούμε με βρόντο και σπασμό.

Τα όνειρά μας τουρτουρίζουν στο σκοτάδι της αρχέγονης βίας και γίνονται εφιάλτες και ένταση και νερό και πάγος. Σχεδόν τα σβήνουμε για να φτιάξουμε απ’ την αρχή τις ερωτικές μας πλεκτάνες, για να σπάσουμε πλάκα με τη λαλιά του μέσα Εαυτού, που μες στο σηραγγώδες εργοστάσιο του εγκεφάλου δουλεύει νυχθημερόν χορδίζοντας τη φιλαρμονική μας συνείδηση.

Τα όνειρα είναι μουσική και λόγος και εικόνες. Είναι οι κολοσσιαίοι εραστές που κολυμπούν ευτυχισμένοι στις σεξουαλικές μας δεξαμενές.

Τα όνειρά μας είναι ολοκληρωτικά, αλλά ο ολοκληρωτισμός τους έχει κάτι απ’ τα πιο φευγαλέα αριστουργήματα και κάτι απ’ τις πιο αέναες περιπλανήσεις μας.

Η ονειροπόληση είναι μια αγγελική επιστήμη που σε περίπτωση θυμού ή απελπισίας συνιστά να στρέφουμε τα μάτια προς τον ουρανό.

Ανάμεσα στους μηρούς μου τώρα νιώθω την Εκκλησία και το Κράτος να με φρενάρουν. Τη βλακεία των συνανθρώπων μου να μού παραπονιέται και να μου γκρινιάζει. Μα η γλύκα του ύπνου θα με παραλύσει σιγά-σιγά. Θα με οδηγήσει εκεί που θέλει το κορμί μου να πάει.

Ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης που φρουρεί το φύλλο μου θα παραμερίσει. Η Αγία Θηρεσία μου ξεκουμπώνει το παντελόνι. Ο Όσιος Ποτάπιος μου βγάζει τα πουκάμισο. Η Αγία Μαρκέλα ναρκώνει το θεό για να μη βλέπει και να μην ακούει τα προκλητικά δημιουργήματα του ονείρου.

Πάει τέλειωσε η πραγματικότητα. Η αϋπνία έδωσε τη γλύκα της στην παγκόσμια τρέλα του ύπνου. Ανεβάζω την ηδονή μου στην ψηλότερη κορυφή. Ονειρεύομαι άρα υπάρχω.

De Profundis

depro2

Καμιά καρδιά ανθρώπινη δε γλυτώνει απ’ τα φυσικά φαινόμενα. Κι υπάρχουν καρδούλες που λαχταρούν από αιώνες τον εμπρησμό και αγαλλιάζουν με την ξαφνική ικανοποίηση της αμνημόνευτης δίψας τους για εκπύρωση.

Αυτός ο κόσμος, δαμασμένος αλλά και εχθρικός όπως είναι, υποχρεώνει τη συναγωγή των ανθρώπινων σχέσεων σε αυτοοργάνωση εναντίον του.

Όταν τα γραπτά μας δεν είναι αλοιφές για υπαρξιακές πληγές και γρίνιες, αλλά ερωτικές επιστολές, σκορπισμένες γύρω απ’ τις αιχμές του σεξουαλικού ενστίκτου, τότε η ποιότητα αυτής της συναλλαγής υπονομεύει την τάξη του κόσμου.

Αν δεν οδηγούμαστε κάθε στιγμή στην πυρά μ’ αυτά που γράφουμε καλύτερα να σταματήσουμε να γράφουμε.

Αν δεν προσεγγίζουμε την αψηλάφητη γραμμή της ερωτικής συγκίνησης τότε δεν μας θέλει κανένας έρωτας και καμιά σπάταλη ύπαρξη που ζητά ανταπόκριση. Που ζητά έναν πύρινο λόγο, καυλωτικό μες στην ιερότητά του. Μες στα ζωντανά και παραβιασμένα σωθικά.

Εκεί που αγωνιωδώς προσπαθούμε να αποστρέψουμε μια στιγμή το βλέμμα απ’ τον έρωτά μας για να γευτούμε τον ήχο του. Το γδούπο του ερωτικού εμβόλου και τον μακρύ λυρικό μονόλογο της μηχανικής των σωμάτων.

Η ποίηση γίνεται ένα απέραντο θέατρο των κορμιών που χρειάζονται το λόγο ως εργαλείο για να γαμηθούν σωστά.

Και τα θηλυκά και τα αρσενικά έχουμε το σημείο διέγερσης στο ακουστικό νεύρο. Όλη μας η φυσιολογία εξαρτάται απ’ το πνεύμα που γίνεται χέρι για τα χάδια και δάχτυλα που διαβρώνουν το πνεύμα εισβάλοντας στις σχισμές του κορμιού.

Εκεί που η φύση φρόντισε να φτάσουν οι απολήξεις των ακουστικών νεύρων. Εκεί που η ερωτική πράξη είναι αποτέλεσμα κάθε λόγου και κάθε ποιήματος, που είναι λόγος και ποίημα και όχι πίτουρα για οικόσιτες καρακάξες.

Αν ο λόγος δεν σε ερεθίζει είναι λόγο βλαμμένος και λόγος μαγαρισμένος απ’ το ναρκισσισμό του γραφιά. Αν όμως ο λόγος σε ερεθίζει τότε σε οδηγεί σε ακατονόμαστε πράξεις.

Σε οδηγεί εκεί, στο λίχνισμα της διέγερσης και στον μελωδικό αναβρασμό της σάρκας που ανακινεί τη λεπιασμένη λάσπη της συνήθειας.

Τίποτε δεν μένει όπως το βρήκα. Τίποτε δεν αφήνω όπως το βρήκα.

Στα χέρια μου φυτρώνουν κρατήρες κορμιών που έχουν στα χείλη τους τη λάβα απ’ τις πνευματικές μου προστυχιές. Που έχουν τον οργίλο σπασμό του ζώου μες στον θηριώδη ερωτικό αδένα του κόσμου. Τους στεναγμούς και τα άλμπουμ φωτογραφιών. Τα κόλλυβα και τα πιεσόμετρα και τους απάνθρωπους πυρετούς.

Και βροντοφωνάζω στα καθάρματα, πως, μέχρι να πεθάνω θα ζω. Θα ζω εν υγεία και ηδονή και όχι στο κελάρι του κλαυθμού μου για να με λυπούνται πετώντας μου κέρματα αποδοχής στην ταμειακή μηχανή αυτολύπησης που έστησα με δανεικά.

Πριν πω το αντίο και θρονιαστώ στις βασιλικές βλεφαρίδες της αιωνιότητας και πριν γίνω απειροελάχιστη στάχτη που θα θρέψει τους μολυντικούς σπόρους, αφήνω να φυτρώσουν πάνω στο δέρμα μου οι εκρηκτικοί έρωτες. Αυτοί οι έρωτες που τους κερδίζει η ζωή μου εις βάρους του ύπνου μου.

Όταν οι γκαστρωμένοι καιροί οδηγούνται στην έκτρωση

an2_0011

Όταν η βεβήλωση χάνει την τερατόμορφη ιερότητά της και γίνεται φάρμακο για την ανία των γερασμένων παιδιών, φαίνεται πως, η λογοτεχνία ανασηκώνεται για το τελευταίο της τούρλωμα.

Η ποιότητα της λογοτεχνίας που φτάνει στ’ αυτιά και τα μάτια μας απ’ τις κυνηγητικές σάλπιγγες των ευρωπαίων εκδοτών, κακοχωνεύεται απ’ τους εγχώριους μεγαλοπρεπείς Αγιατολάχ της εσπερίας.

Φαίνεται πως γράφουμε πολύ αλλά δεν εξάγουμε τίποτε. Και φαίνεται πως η ξενομανία των αθηναίων επαρχιωτών έχει ένα ατσαλένιο περίβλημα πάνω απ’ την ανυποχώρητη και γλοιώδη εμμονή της.

Τα μηρυκαστικά των εφημερίδων και οι θεματοφύλακες της λογοτεχνικής επετηρίδας όχι μόνο έχασαν κάθε δριμύτητα αλλά γυρίζουν αναιδέστατα τις μαλακές εύτρωτες κοιλιές τους στον αναγνώστη.

Η γλώσσα τού ανθρώπου χωρίς ιδιότητες γυρίζει στη φυλακή που έχτισαν γι’ αυτόν οι ειδικοί και οι επαΐοντες. Κι εκεί συστρέφεται σαν κολοβωμένο φίδι.

Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων δεν φανερώνεται στον καθρέφτη ούτε με τη βαθύτερη εκπνοή.

Οι μεγαλοεκδότες και οι μεγαλοτσολιάδες της διανόησης φρόντισαν να ομογενοποιήσουν τις φωνές και να φτιάξουν γραφιάδες που μοιάζουν με πέστροφες ενυδρείου.

Τα τινάγματα και οι συστροφές τους είναι πίσω απ’ το κρύσταλλο. Η νομιμότητα της εξόδου απ’ το ενυδρείο απαιτεί ένα κρυμμένο αγκίστρι στα σαγόνια.

Η αποτίμηση κάθε βέβηλου σπασμού και κάθε αχαρτογράφητης απόκλισης επαφίεται στα συνεργεία των εκδοτών και των ακαδημαϊκών εμπόρων.

Τις κινεζούλες της αριστοκρατίας τις φυλάκιζαν σε σιδερένια παπούτσια. Η στρέβλωση των οστών τους ήταν το αντίτιμο της καθεστώσας αισθητικής και ιδεολογίας.

Δημιουργική γραφή και σεμινάρια. Απόψεις που οι νευρικοί σκαντζόχοιροι εναποθέτουν πάνω στις μικροαστικές χίμαιρες. Συνεντεύξεις, αρθράκια και κωδωνοκρουσίες ως πλεόνασμα διανοητικής σκόνης πάνω στο σαλεμένο βίο του ανταγωνισμού.

Το ιδεολογικό φόντο μιας χιονοστιβάδας που φαίνεται πως δεν διαθέτει κουδουνάκια κινδύνου.

Ο κομφορμισμός των καλών παιδιών του συστήματος-που προσαρμόζονται οικειοθελώς σε κάθε σύστημα-φοράει το επίσημο ένδυμά του για να προσέλθει στο βασιλικό δείπνο της μοιρασιάς των βραβείων.

Τα δικά μας παιδιά φέτος, του χρόνου εσείς και του παραχρόνου οι άλλοι.

Μιαν ανικανοποίητη ορδή από χωριαταραίους της πρωτευούσης και των περιχώρων της εκτρέπεται σε διαρπαγές και λεηλασίες, χωρίς τίποτε να θολώνει τη λίμνη του κύκνειου ναρκισσισμού της.

Προσωπολατρεία

prosopolatria

Η πιο επιδραστική γύμνια στο βλέμμα του άλλου είναι η γύμνια του κεφαλιού.

Πόσο λαίμαργες άραγε είναι οι κεραίες της απόλαυσης που εκπέμπουν τα πρόσωπα;

Πόσο συγκατανεύει ο έρωτας σ’ αυτό το μαγνητικό πεδίο των προσώπων;

Παρά τους περιορισμούς που αποσκοπούσαν στην απόκρυψη του σώματος, οι διάφορες κουλτούρες επέτρεψαν στο κεφάλι να αναδύεται γυμνό.

Η κοινωνία ανέχτηκε αυτή τη ρωγμή στον ηθικό της κώδικα, αφήνοντας τα μάτια να διαπεράσουν το πέπλο και τα χείλη να ξεχειλίσουν στο τέλος σαν φράγματα.

Ανέχτηκε αυτή τη ρωγμή για την οποία οι ποιητές δεν έπαψαν να χαίρονται, βλέποντας άφοβα να αντανακλάται στη γυναικεία ματιά το γεννητικό της όργανο.

Και το ερωτικό της χείλος με την υγράδα του και τα μάγουλα με τις άσεμνες καθεδρικές τους καμπύλες. Και τα τοξωτά φρύδια τόσο διαβολικά μες στον ερωτισμό τους. Και τα ρουθούνια και οι λοβοί του αυτιού.

Το κεφάλι περιέχει περισσότερες οπές απ’ ότι το υπόλοιπο σώμα, ισάριθμα καλέσματα σε ποιητικές και αισθησιακές εξερευνήσεις.

Η ερωτόστομη φύση μας γνωρίζει πως η γύμνια του κεφαλιού, όταν αυτή αποκαλύπτεται πλήρως, είτε στη φυσική της κατάσταση, είτε στολισμένη και μακιγιαρισμένη, εξάπτει τις πιο σκανδαλώδεις φαντασιώσεις.

Είναι ένας ουρανός που κατέχει όλες τις λύσσες του Έρωτα, εκεί που η ομορφιά παίρνει τη μορφή της, σαν άγγελος ή σαν γλυκιά δράκαινα κι όλοι οι σάλιαγκες του πνεύματος σκεβρώνουν τα κορμιά τους και συστρέφονται για να της γράψουν το πιο καυλιάρικο ποίημα.

How to draw A pussy cat!

xaoy

Ολόκληρος ο κόσμος της γραφής είναι μια σπηλιά εντοσθίων απ’ όπου ξεχειλίζει εκείνη η αντι-μεταφυσική διάσταση που περιέχει ολόκληρη τη γλώσσα ως ενέργημα.

Ακόμα και με κομμένη τη γλώσσα η γραφή μού επιτρέπει να μιλάω. Να γράφω ερωτικές επιστολές, μανιφέστα και μπροσούρες, εγγράφοντας στον κόσμο της ανθρώπινης παρουσίας μια διαλεκτική της επικοινωνίας των σωμάτων.

Έναν ψίθυρο που σφυρίζει ένα ένα τα γράμματα της εμμονής μου.

Ως λεξιπότης και ως λεξίκαυλος αποφασίζω να γράψω εξαρχής παραδομένος στο ντελίριο της ζωτικής ορμής που κατακαίει τα σωθικά.

Δεν αγνοώ φυσικά τους συσχετισμούς ανάμεσα στον πούτσο και τη γραφίδα, ανάμεσα στη λογοτεχνική ρομφαία και το σφυροδρέπανο, ανάμεσα στο μοναχικό λύκο και στο καταφύγιο της ήττας του.

Και ξέρω πως επειδή η εποχή του κονδυλοφόρου έχει περάσει μαζί με τον κούφιο αστικό ρομαντισμό, για να μη χάσω τη σεξουαλική μου γείωση γράφω πάντοτε με το ένα χέρι. Με το άλλο κρατάω τ’ αρχίδια μου.

Ερωτόλακκος ή Η Μόσχα τη νύχτα

erotolak

Η σάρκα είναι περιτύλιγμα και συνάμα μάζα, μύες και υγρά, με πρώτο το αίμα που τραβάει το βλέμμα και ερεθίζει την όσφρηση.

Στη ζωγραφική είναι ένα χρώμα που δείχνει την επιδερμίδα του ζωντανού ανθρώπου.

Είμαστε σαρκοβόροι και σαρκαστικοί. Είμαστε αλλαντικά για τα στομάχια των εραστών μας.

Ο έρωτας θέλει το σώμα, τη σάρκα τού σώματος την οποία αποκαλύπτει γδύνοντάς το.

Αναζητά πυρετωδώς το πιο σαρκώδες σημείο με μικρές δαγκωματιές. Το σαρκώδες επίκεντρο τού πόθου που φέρει σχισμάδα στη μέση. Το θεϊκό καρπό που θα βαπτιστεί στην ατέλειωτη λεηλασία, εγγράφοντας έτσι στην καθαρή ανατομική γεωγραφία την πορνογραφική αναγνωσιμότητα.

Αυτά τα άδολα παρθενικά λουλούδια που φυλλοροούν, γρήγορα εκφυλίζονται κάτω απ’ την οικεία σκέπη του ερωτισμού σε μαστόρισσες που πάλλονται υγρές και καυλωμένες σαν θηρία, μουγκρίζοντας και χύνοντας ένα κομμάτι φωτεινότητας πάνω στην κοσμική παστάδα.

Λαλιές αντρών και γυναικών, καλυμμένες απ’ τον αφρό που φέρνει απ’ τα έγκατα του σπλάχνου η καύλα, τυλίγοντας γύρω από κνήμες και μηρούς τα μακρόσυρτα φύκια της αγάπης.

Η σαρκική σχέση εγγίζει ασταμάτητα τα όρια ριζικών παραβιάσεων. Τα όνειρα τεμαχίσματος και λιανίσματος, τα βασανισμένα σώματα και τα σώματα που είναι ντυμένα με το βλέμμα τού άλλου που είναι συχνά φονικό.

Δεν υπάρχει ήρεμος, νηφάλιος διαχωρισμός ανάμεσα στις σάρκες στην άκρα συνουσία.

Η σάρκα βρίσκεται πάντα στο χείλος του βιασμού της. Γρατσουνίσματα και δαγκώματα. Και σουβλισμένες καρδιές και στήθη μωλωπισμένα και λαιμοί σχεδόν ολοκληρωτικά τυλιγμένοι στη γλυκιά βία που ξεσπά απ’ τους βρυώδεις τόπους μέχρι το λοβό και το λάρυγγα, μέχρι τη δασώδη σχισμή και το στόμα, μέχρι το στόμα και το αυτί.

Ο κανιβαλισμός μας γυροφέρνει. Μες στην τρυφερή βρώση της ερωτικής νομής, όλοι οι εραστές του κόσμου, ακόμα κι οι πιο εγκρατείς γνωρίζουν ότι το όριο ανάμεσα στο Αγαπώ και το Τρώγω τον άλλο είναι δυσδιάκριτο.

Χωνεμένοι μέσα στη βιβλική και μυθώδη θεοφαγία μας, κάτω απ’ τους σωρούς της κοπριάς των απαγορεύσεων χαρτογραφούμε τη σάρκα μας.

Ετοιμάζουμε την επίθεση εναντίον της βαρβαρότητας με τα ίδια της τα όπλα.

Μετά τον πειρασμό

meta

Γυμνές γυναίκες και αποχαλινωμένα θηρία ταράσσουν τα όνειρα του Αγίου Αντωνίου, τον οποίο βασανίζει το κεντρί της σάρκας.

Ακόμα και στον ερημότοπο είναι σπαρμένη η δυναμική φύση της ακόρεστης νύφης.

Η απομόνωση τού ερημίτη στην έρημο δεν τον προστατεύει απ’ τον πειρασμό και τις εφόδους του διαβόλου, όπως δεν τον προστατεύει ούτε η σοφία που θα ανέμενε κανείς από ένα θεοσεβές γερόντιο.

Χώμα μηρυκαστικό και μνήμες που ξυπνούν τα έγκλειστα μυστικά.

Είμαι ο Άγιος Αντώνιος με το άφραχτο στόμα. Είμαι ο επιτήδειος ηδονοβλεψίας και ο σταυρός μου είναι καμωμένος απ’ τα αμέτρητα κοκαλάκια της στέρησης.

Μες στις καλύπτρες οι προδότριες αδερφές μου με τα στήθη τους σείουν το εύθραυστο καύκαλο του ερωτισμού.

Βλέπω την Εύα με τις δυο τρύπες ανάμεσα στα σκέλη. Βλέπω το χνούδι της να ζυγιάζεται ανάμεσα στη φρίκη και την ομορφιά.

Μόνο ο ρόλος της ως μητέρας, υπό την προϋπόθεση ότι θα τον υποδυθεί με γενναιότητα υπό το βλέμμα της Παρθένου, της επιτρέπει να εξαγοράσει την αμαρτία της και να σωθεί.

Και μόνο μια θρησκεία έφτασε στο σημείο να επινοήσει την Ευχαριστία, ένα τελετουργικό αμιγώς κανιβαλικό. Λάβετε φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και τούτο εστί το αίμα μου, πιείτε εξ’ αυτού πάντες.

Μόνο μια θρησκεία βασανιστών και ιεροεξεταστών μπορούσε να στρεβλώσει τόσο την ερωτική πρακτική μετατρέποντάς τη σε κάτι τερατωδώς άσεμνο.

Είμαι ο Άγιος Αντώνιος που ξυπνά απ’ το λήθαργο τού θανάτου και του μηδενισμού της σάρκας.

Από μάρτυρας που απολαμβάνει τον πόνο και το θάνατο για να κερδίσω μια θέση στον παράδεισο γίνομαι η ερωτική μονάδα που κραδαίνει το φαλλό αντί για το σταυρό.

Γίνομαι ο προφήτης του Κάμα-Σούτρα. Κάτω απ’ τον ήλιο της Ινδίας και κάτω απ’ τον ήλιο της ζωής είμαι, ο ίδιος, άντρας και γυναίκα, αρσενικό και θηλυκό, ένα ακτινοβόλο σώμα για μια χαρούμενη ύπαρξη.

Από την συνθλιμμένη, διακορευμένη, λιανισμένη σάρκα κυλάει, το αίμα της ανθρώπινης μοίρας.

Είμαστε ζωή και ηδονή, σήψη και θάνατος. Η αγιότητά μας είναι η εμπιστοσύνη στο μουνί και στον πούτσο. Στις υπέροχες μέρες που θα περάσουμε γυμνοί στο κρεβάτι το χειμώνα και γυμνοί στην αμμουδιά το καλοκαίρι.

Είμαι ο Άγιος Αντώνιος που ξεπέζεψε απ’ το σταυρό του μαρτυρίου. Τι να απέγινα άραγε, δεν έμαθε ποτέ κανείς.

Περιμένοντας τον Οργασμό

monastirion

Ας μου επιτρέψουν οι μικρολόγοι αναγνώστες και οι εφαψίες των ερωτικών χαρακωμάτων μια παρέκκλιση εις τα χοϊκά φρονήματα της ηθικής των απολαύσεων.

Ας μου επιτρέψουν οι στασιαστές της ερωτικής φυσιολογίας ένα γλωσσικό σπασμό μες στο ερωτοθρεμμένο ποιητικό γίγνεσθαι του βίου.

Ας μου επιτρέψετε να γαργαλήσω το ανθρώπινο πνεύμα που εκατάντησε χιμαιρικό και φαντασμένο. Να βγάλω έναν αναστεναγμό χαράς, που η αρμαθιά των λέξεων θα τον σκορπίσει στους κοριτσίστικους κόρφους.

Γιατί η πίστη μου μένει χωρίς δύναμη εκεί που οι αισθήσεις σταματούν.

Γιατί η αγάπη μου για τον κόσμο είναι το μέτρο της σχέσης μου με τη Φύση. Την ύλη που γλιστρά μαζί με το σάλιο της στο λαιμό μου.

Την ύλη που κραυγάζει και λέει πως αν η ευτυχία σου εξαρτάται απ’ την απόφαση κάποιου άλλου πρέπει να του σπάσεις του κεφάλι.

Την ύλη, που, στις χίλιες δυο μεταμορφώσεις της συντονίζεται με την ανεξίτηλη μυθική αιωνιότητα που κουβαλάμε μέσα μας.

Κανείς δεν μπορεί να μας στερήσει τις απολαύσεις. Να μας κάνει μοναχικά ζώα και παρηκμασμένους μποέμ. Διανοούμενους ελευθέρας βοσκής και πλανόδιους γραφιάδες.

Είναι μέρος της ηθικής μας ιδιοσυγκρασίας το να μη νιώθουμε άνετα στο σπίτι μας. Να μη θέλουμε ένα καταφύγιο ή μια αστική τρύπα για να τρυπώσουμε αγκαλιασμένοι με τις πνευματικές μας κουράδες.

Είναι μέρος της ηθικής μας ιδιοσυγκρασίας το να βρισκόμαστε στα άκρα του φάσματος, συντηρώντας τη διαβρωτική οξύτητα της ερωτικής γλώσσας. Όχι την ψόφια καθεστωτική κουταμάρα και την κλαψομούνικη παραφιλολογία της αυτοεξομολόγησης και της αυτολύπησης.

Ο θρίαμβός μας είναι συριστικός και εξωθημένος εκεί όπου αξία έχει η ανυπακοή στις αξίες.

Εκεί που το ιερό είναι η κομουνιστική λαμπρότητα του μέλλοντος που έρχεται.

Εκεί όπου η διαλεκτική υπογραμμίζει κάθε στιγμή, πως, απόλαυση σημαίνει γνωρίζω εν απολαύσει και απολαμβάνω εν οργασμό.

Μέσα στη μέθη ξεκουράζομε απ’ τη δούλεψή της. Διότι βίος χωρίς δημιουργική μέθη είναι βίος φυλακή και βίος αβίωτος με μικροκακίες, υστερίες και αποκλεισμούς.

Διότι η μια και μοναδική ζωή μας είναι μια και μοναδική.

Μανιφέστο Των Αγρών

maiest

Αγαπητέ ανάλγητε φθοροποιέ Χρόνε, που αδράχνεις τις καρδούλες μας και οδηγείς τα αιδοία μας σε παραληρηματικές παραισθήσεις, σου γράφω με το Πνεύμα μου τουρλωμένο και τα νεφρά μου κυρτωμένα πάνω στο βάθρο της καρέκλας.

Παρακολουθώ το ανθρώπινο είδος που συνεχίζει το δρόμο του ως τα σύνορα της γραφής. Που αλληλοαγαπιέται και αλληλοσφάζεται. Που μανιωδώς ξοδεύεται στην επιτηρημένη επιτάχυνση που το κάνει πιο υπάκουο και πιο υποταγμένο.

Παρατηρώ τους σκοπευτές με τα μικρόφωνα που εμφανίζονται στο γυαλισμένο τζάμι, εκείνο το βαθειά ραγισμένο γυαλί που ο Ντυσάν περιέφερε στην γηραιά Ευρώπη.

Παρατηρώ το γουργουρητό της νεκροφόρας και το θάνατο που δουλεύει για τον καπιταλιστή.

Παρακολουθώ τον τραπεζίτη που γκρινιάζει για τη φτωχή ψαριά από σάρκες παιδιών και διαμελισμένους άραβες.

Κοιτάζω στα μάτια τον κεφάτο καπνό της παρέας που ελπίζει αλλά δεν αισθάνεται την επέλαση της ωμής σιωπής.

Κοιτάζω το σκυλολόι των παπάδων με τις μακριές μαύρες φασκιές, που φιλοδωρούν τα ανθάκια για να μη βγάλουν αγκάθια και τους πεταμένους ανθρώπους για να μη δαγκώσουν.

Αγαπητέ ανάλγητε φθοροποιέ Χρόνε, οι άνθρωποι συνεχίζουν να αυτολογοκρίνονται, φανερώνοντας τη δειλία τους να μην μπορούν να αντιμετωπίσουν το Είναι τους.

Ο ερωτισμός καλυμμένος απ’ το πέπλο της κοινωνικότητας απ’ τη μια κι απ’ την άλλη σάρκες σερβιρισμένες στο πιάτο τού μικροαστού, που την ερωτική του ύπαρξη την προστατεύει ηθικά η παστρική μαλακία.

Η επανάσταση και η καύλα για αλλαγή βυθισμένη μες στο βούρκο της γκρίνιας, απλωμένη σαν φρέσκο βούτυρο πάνω στις σβουνιές τού κοινοβουλευτικού στάβλου.

Επαναστάτες διορισμένοι στο κόμμα και ερωτογράφοι παρασάνταλοι νεροκουβαλητές και βαστάζοι εφοπλιστών που αισίως εγίναν εκδότες και διορθωτές τού μέλλοντος.

Αγαπητέ ανάλγητε φθοροποιέ Χρόνε, είσαι ο μόνος σύμμαχός μου που διαθλάς αντικατοπτρικώς τον πρωτόγονο ναρκισσισμό των συνανθρώπων μου εκεί όπου ανήκει.

Μέσα στο βόθρο του άγχους και της παθολογικής αυτοανάλυσης.

Εκεί στο πανοπτικό έρεβος της εξομολόγησης σε κοινή θέα, όπου συντελείται η αποσύνθεση της διαλεκτικής, εκεί όπου ο λόγος χάνει τη σωματικότητα της γλώσσας και από-λογοποιείται και διαμελίζεται απ’ την προσπάθεια τού τραυματισμένου όντος να κρατηθεί απ’ ότι κυρίως γενετικά το χαρακτηρίζει, προτού περάσει στο λυκόφως της απόσυρσης.

Αγαπητέ ανάλγητε φθοροποιέ Χρόνε, το πρώτα μας μέλημα είναι να καταργήσουμε το υπουργείο τρόμου και το υπουργείο κακογαμίας και το υπουργείο κλαψομουνίασης, όταν θα γίνουμε κυβέρνηση τού βουνού και των ρεμάτων.

Των αγρών και της αμμουδιάς που μας θέλει ζεστούς και ανθρώπινους. Γυμνούς και καυλωμένους, με τυρί ψωμί κι ελιές και βασιλικό πολτό απ’ τον καλοκαιρινό μας τρύγο.

Καζαμίας 2017 Ή Εναντίον τού χάμπουργκερ

xamb

Κάθε μέρα φυτεύω ένα μικρό σκάνδαλο στο λογοτεχνικό χωραφάκι της χώρας μου.

Πρώτα απ’ όλα είμαστε μεγαλομανείς και μετά τρελοί. Αν δεν περάσεις γρήγορα στην τρέλα θα σβήσεις μες στη μεγαλομανία σου.

Η τρέλα μας είναι η δόξα μας. Είμαστε οι τρελοί που δεν τους υποψιάζεται κανείς. Στα απόνερα της κατανόησης βυθίζουμε την χωρίς τέλος ματαιότητα των πάντων.

Απ’ τον φαύλο επαναστατικό ρομαντισμό και τη δυστυχία της συλλογικής συνείδησης περνάμε στην επώδυνη ένταση της πράξης.

Δείχνουμε με το δάχτυλο το θεό και τον αφέντη που οικειοποιήθηκαν το παρόν της τάξης και της αταξίας.

Με τον πιο προβοκατόρικο τρόπο δείχνουμε στα θύματα της εκμετάλλευσης, πως οφείλουν σήμερα να αναμετρηθούν με τους θεούς και τις πατρίδες τους και με τους πιο καταναγκαστικούς αφέντες που τους υποδούλωσαν από καταβολής κόσμου.

Και συνάμα δείχνουμε με τον πιο πνευματώδη τρόπο πως πρέπει να υποψιάζεται ο ένας τον άλλον. Γιατί αυτοί που σε οδηγούν στον αγώνα υπάρχει φόβος μήπως με τη σειρά τους γίνουν κι αυτοί αφέντες.

Μήπως πάλι όμως η πρώτη αμαρτία μας ενάντια στο Πνεύμα δεν είναι να είμαστε πνευματώδεις;

Κυρίες και Κύριοι στο τραπέζι μας ακόμα κι ο Όσκαρ Ουάιλντ θα γινόταν βαρετός.

Είμαστε παιδιά της ταχύτητας και τις αμφιβολίας. Χωρίς την αμφιβολία φαίνεται πως είμαστε το δείγμα ενός είδους υπό εξαφάνιση.

Η ταχύτητα αποτρέπει την προσκόλληση στην προσωπολατρεία και η αμφιβολία αποτρέπει την ιδεολατρεία ποντάροντας στη ζωή.

Τώρα θέλω να ζήσω. Δεν είμαι μια μηχανή που κατεβάζει χρησμούς. Δεν είμαι μιαν ομιλούσα προτομή που γράφει προφητικά βιβλία.

Ετοιμάζω τα μικροσκάνδαλα της νέας χρονιάς. Αναδιφώ.

Κι ίσως ετοιμάζω και το μεγάλο σκάνδαλο. Γράφω, κάνω τις ταχύτητες να επιταχύνονται με την ακινησία.

Κάθε μέρα φυτεύω ένα μικρό σκάνδαλο στο λογοτεχνικό χωραφάκι της χώρας μου.

Βίοι Αγίων

bioi

Όλοι εμείς, τα θνητά όντα, που περιφερόμαστε μέσα σ’ ένα σύμπαν που μας γεμίζει πλήξη, έχουμε την αγωνία να μιλήσουμε, αφού νιώθουμε πως ο καιρός μας λιγοστεύει.

Έχουμε την αγωνία, μέσα στην νεκρούπολη της ανθρώπινης καρδιάς να φυτέψουμε ένα λουλουδάκι απ’ το πάθος μας. Να δείξουμε τις κακοτοπιές και την ηλιόφωτη στύση μας που σκανδαλίζει τους καλούς νοικοκυραίους.

Να ξεσπάσουμε με όλη την αδηφαγία της ερωτικής διάθεσης πάνω στους ανθρωποκτόνους μηχανισμούς όπως οι σφήκες στους ατρύγητους ελαιώνες.

Να σκανδαλίσουμε με όλη την οργανική συνουσία των ιδεών, μυαλά και κορμάκια και να ξεσηκώσουμε ζαλάδες με όλες τις γενναιόδωρες ποιητικές μεταφορές. Με τη φρενίτιδα που σείονται οι ερωτότροπες μήτρες όταν δραπετεύουν απ’ την εξορία της γονιμότητας.

Ξέρουμε πως το σώμα μας είναι διάτρητο, ρουφηγμένο πολλές φορές μέσα στην μικρή υγρή εστία των ανθρώπινων σχισμών.

Ξέρουμε πως το ανθρώπινο σώμα, αυτό το μελλοντικό λείψανο που ευωδιάζει τώρα ερωτική αποφορά και μόχθο, μας είναι γνωστό περισσότερο απ’ τη λογοτεχνία παρά από την ιστορία της ιατρικής.

Και ξέρουμε πως χωρίς τις δικές μας αρρώστιες, η λογοτεχνία θα είχε διαφορετική μορφή. Χωρίς τις δικές μας καύλες η λογοτεχνία θα ήταν φτωχή πεθερά της γραφειοκρατίας.

Οι αρρώστιες και οι καύλες μας συνθέτουν την αρτιμέλεια της λογοτεχνίας.

Οι μεγάλοι κλασικοί πόνταραν στις αναπηρίες και τα πάθη τους, στους φόνους και στους ακραίους έρωτες, στα υπερούσια γαμήσια που η πνιγμένη τους κραυγή έσμιγε με τη λευκότητα των κύκνων.

Εκεί όπου κάθε άσμα γεννοβολούσε στο μέλλον μια επανάσταση.

Ένα καμπανάκι χτυπά φρενιασμένα κάθε φορά πάνω απ’ την υπονομευμένη ζωή του δημιουργού και τον παροτρύνει να βιαστεί γιατί δεν μένει πλέον καιρός.

Ο φυματικός Τσέχωφ γράφει φρενιασμένα για να προλάβει τις αιώνιες αναλαμπές της ανθρώπινης ψυχής που ξεριζώνεται μέσα στο ίδιο μας το σώμα.

Ο Φλομπέρ παθαίνει κρίσεις επιληψίας νιώθοντας να αιμορραγεί το νευρικό του σύστημα, κάνοντας το μόχθο του για τη μορφή να παίρνει το χαρακτήρα εξιλέωσης απέναντι στην αρρώστια του.

Και η οξύτατη διαπεραστική ματιά του Μπόρχες δεν θα έφτανε σε μας ποτέ, χωρίς την ολοκληρωτική του τύφλωση.

Γράφουμε κάνοντας τις πλάνες μας-αυτές τις λατρευτές και δύστροπες ερωμένες μας-διαδοχικές αποπλανήσεις σωμάτων που πασχίζουν να γλυτώσουν απ’ τη πιο σκοτεινή μήτρα του θανάτου εν ζωή, δηλαδή τη σιωπή.

Παραμυθάνατος

szymborska8

Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, μα το παραμύθι δεν τελειώνει ποτέ.

Ο παραμυθάς είναι ο μονάρχης της θαλπωρής τού βίου μας, όπως οι νέγροι στα παρθένα δάση είναι οι φύλακες της νιότης της ανθρωπότητας.

Όπως οι φυσαλίδες της γκαζόζας στο στομάχι μια θηλυκιάς αλεπούς είναι οι εξαίσιες άπειρες φυσαλίδες του χρόνου.

Τα πράγματα είναι όπως είναι, λέει το παραμύθι.

Η λογική είναι τόσο παράλογη και βίαιη και καταστροφική που βρίσκει γαλήνη όταν πλάθει το ζυμαράκι της πανάρχαιας τροφής των ηρώων και των διαβόλων.

Η λογική τού παραμυθιού τρυπά τους τοίχους της ερμηνείας, εκεί όπου ξεμυτίζει κάποιος ποντικός απ’ το ρουθούνι ενός πρίγκιπα για να διακοσμήσει το φιλί του θανάτου.

Αφού ο θάνατος μας στέλνει τηλεγραφήματα ολημερίς, ταχυδρομικές κάρτες με τη φάτσα τού πατέρα που πέθανε και τα χαμόγελα φίλων που τώρα ταξιδεύουν με την αθόρυβη βάρκα τους στο στερέωμα της αιώνιας φθοράς.

Όταν θελήσω θα περάσω απ’ το σπίτι σου, μου ψιθυρίζει ο θάνατος. Κι έπειτα νάτος, μ’ ένα πελώριο αντικλείδι ανοίγει την πόρτα και μου λέει, έλα, ώρα να πηγαίνουμε.

Μα την ίδια στιγμή ο παραμυθάς έρχεται και μου μιλά και με κοιτάζει στα μάτια. Δεν πρόκειται να πονέσεις καθόλου, μωρό μου, λέει. Απλώς ήρθε η ώρα σου, κι αυτό που σου χρειάζεται είναι ένας μεγάλος ύπνος. Υπάρχει απ’ τον ύπνο τίποτε καλύτερο;