ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Κατηγορία: Κείμενα

Ήταν χθες, ήταν αύριο

eklici

Ταξιδεύω πάνω σ’ ένα πλοίο για τη νήσο της Ηδονής. Τη νήσο Νυχτέρι των χαροκαμένων και τη νήσο Σπλάχνα μιας Σούλας κομμώτριας πεταμένα σε κάδο. Κι εσείς φαρμακόγλωσσοι, να ξέρετε, μόλις που ανασαίνω. Μόλις που ψιθυρίζω στα κορίτσια λαδερά φαγητά και λαδερά λόγια. Ταξιδεύω πάνω σ’ ένα πλοίο. Το πλοίο είναι η κατεξοχήν ετεροτοπία. Στους πολιτισμούς δίχως πλοία στερεύουν τα όνειρα. Η κατασκοπεία αντικαθιστά την περιπέτεια και ο καταναλωτισμός αντικαθιστά την ηδονοβλεψία. Η αστυνομία αντικαθιστά τους πειρατές και ο στρατός τους ιχνηλάτες. Βρίσκομαι στο χωριό Χελιδώνα, εδώ που προσάραξε το πλοίο μου την εποχή του κατακλυσμού. Ακροκέραμα στη βαθιά κρήνη λιωμένα απ’ τα άλατα των βουνών. Σπαθιά γυαλισμένα με λάδι κρεμασμένα στην ψησταριά του χωριού. Γυαλισμένα κορμιά. Εις έσχατον όριο. Διψασμένα για αίμα. Λάμες. Ζόφος των νικητών. Συνουσία. Αγάπη. Μέτρον άριστον. Καραβάνια τρελών πιερότων με αφράτα σαρίκια μες στο πένθος της σκόνης ενός χαμού δίχως τέλος. Μαύρη σελήνη ξανά και τοπία θολά με διαβάτες. Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος τρόπαιο Φλωρινιώτη ζωγράφου. Αγαπούμε δια τού βλέμματος τις ολόγυμνες που δεν έχουν ονόματα. Οι χλοερές μασχάλες μάς συγκινούν. Κι η σωτηρία παραμένει πάντα μια σκοτεινή πόρτα, αφού η ελπίδα κατέστη το δέλεαρ της αδράνειας.

 

Μεγάλη Παρασκευή Ή Μουνί με ακάνθινο στεφάνι

moniaknthod

Μη διστάζεις να αντιμετωπίσεις τα υγρά σου σαν μια αγέλη ζώα.

Ζούνε εντός σου σε άγρια κατάσταση.

Αλληλοσπαράσσονται, αυτοακρωτηριάζονται, πολλαπλασιάζονται στην τύχη.

Ποίμαινε το κοπάδι των υγρών σου.

Γίνε ποιμένας σ’ ένα κοπάδι ζώα που ζούσαν άσκοπα ως τώρα, σε αταξία.

Χάρη στα μάγια σου κάντα να υποταχθούν στην ερωτική γνώση.

Χάρη στα μάγια σου κάντα να συνειδητοποιήσουν ότι υπάρχουν, υπάρχουν σαν καθρέφτες τού εαυτού σου.

Κάθε ερωτική μπουκιά έχει τη γεύση των προγόνων μας.

Μουνί ονειροπόλο, αναρτημένο απ’ τα τσίνορα του ήλιου, με τα υγρά σου χείλη και τα τονωτικά σου χαμόγελα, γονιμοποίησε με το σπέρμα μου τη μήτρα του πυραχτωμένου σου μυαλού.

Ξεγέννα ένα βρέφος με τη μυρουδιά της ελευθερίας που είναι από αίμα και τη μυρουδιά της δικαιοσύνης που είναι από φρέσκο χώμα.

Ξεγέννα ένα βρέφος που θα είναι ο γιός και η κόρη μου, ευτυχισμένο μες στην απανθρωπιά των παιδιών.

Ξεγέννα ένα βρέφος απληροφόρητο από θάνατο και φρίκη, ωστόσο ζωντανό.

Ένα βρέφος που θα λαχταράει να ξαναγίνει άστρο και ασφόδελος.

Ηλίθιο χαμομήλι που κοιτάζει τον ήλιο καθώς ξεμπουκάρει μες απ’ τα κρανία όσων σακάτεψε η γλυκιά οιμωγή της φθοράς.

Αγκαλιά κάτω απ’ το ντουζ

ntoyz

Η φιλία και ο έρωτας είναι ετεροθαλή αδερφάκια. Όταν κάποτε ρώτησαν τον Breton και τους υπερρεαλιστές γιατί γράφουν, αυτοί απάντησαν «Γράφουμε για να βρούμε φίλους».

Το βέβαιο είναι πως όταν γράφεις βρίσκεις καινούργιους φίλους, μα αρκετές φορές χάνεις τους παλιούς.

Και είναι συνήθως αυτό το μέλημα για την ύπαρξη, που πολλές φορές γίνεται καθαρός πόνος και ζουλάπι που ενδίδει στην παράβαση για να βρει τη λύτρωση που δεν υπάρχει.

Αυτά τα μυστηριώδη υποκείμενα που τριγυρνούν ασκόπως στα θολά κοσμικά νερά της λαγνείας έχουν έναν κρυφό σκοπό. Να εξαπολύσουν τον έρωτα εκεί που καταπιέζεται, παραμερίζεται ή απλώς ετοιμάζεται να εκραγεί σ’ όλη του τη δόξα.

Η φιλία και ο έρωτας είναι το αντίβαρο της πραγματικότητας που οι ρομαντικοί το βάφτισαν ουτοπία.

Η φιλία και ο έρωτας για να βγάλουν ρίζα πρέπει να ποτιστούν απ’ τις ποιητικές ιδέες που ποτέ δεν ολοκληρώνονται και μένουν ανοιχτές, μετέωρες, όπως η αρχέτυπη σπηλιά που η πόρτα της είναι μια μαύρη τρύπα, ένα αόρατο παραπέτασμα όπου όποιος μπαίνει πρέπει να γδυθεί από τις έτοιμες ιδέες και τις προκαταλήψεις και να οδεύσει γυμνός προς το σατανά, που όλα τα θέλει αλλιώτικα, στρεβλά, αλλαγμένα, υποψιασμένα και καταδιωγμένα.

Η φιλία και ο έρωτας σε οδηγούν από μια βαρετή καθημερινότητα σ’ έναν κόσμο θαυμάτων.

Μα είναι φορές που αυτός ο κόσμος των θαυμάτων κατρακυλά στην απόλυτη αποξένωση και στην αποστέρηση κάθε φυσικής ωραιότητας.

Αν δεις βαθιά το μεδούλι, κάτω απ’ το σπλάχνο της γραμματοσειράς, θα βρεις έναν εαυτό ψυχολογικά κλονισμένο, συναισθηματικά και πνευματικά ασταθή, που σχεδόν πάντα ταλαιπωρείται από υπαρξιακές και καλλιτεχνικές αγωνίες.

Θέλουμε να γίνουμε θεοί-γαμώ την παναγία σας- δηλαδή παντοδύναμοι σκύλοι.

Οι μυθικές φιγούρες των αρχαίων κυνικών που σουλατσάραν και πηδούσαν εδώ κι εκεί όπως τους έσκαγε στην κούτρα επιζητώντας τη συνουσία και το σκάνδαλο.

Ο σκύλος κοροϊδεύει τον πολιτισμό, αυτόν τον πολιτισμό που σκέφτεται με τα λεφτά του και γαμάει με τα λεφτά του κι απ’ την ευωδιά της ερωτικής κλίνης ξεπέφτει στο γρασάρισμα των μεντεσέδων του μπουρδέλου.

Όμως αυτός ο σκύλος, ο ανυπόταχτος, είναι επίσης και ένα ζώο που υποτάσσεται, εκγυμνάζεται, μαθαίνει να δίνει το χέρι.

Είναι το ζώο που κυρίως αγαπούν και κυρίως φοβούνται οι άνθρωποι, ταυτόχρονα.

Ο ποιητής είναι ο σκύλος που πότε δίνει το χέρι του και πότε δαγκώνει.

Υπάρχουν ποιητές σκυλάκια του καναπέ που πιπιλίζουν με τη γλωσσίτσα τους την ανία της άρχουσας τάξης και το τσουτσούνι του μεγάλου Ποσάδα των ποιητικών επετηρίδων περιμένοντας μιαν ανταμοιβή, ένα κόκκαλο με φιόγκο ή μιαν επιδότηση για να ανοίξουν μαγαζί πουλώντας τα πνευματικά περιττώματα των φίλων και των εραστών τους που αύριο θα είναι εχθροί τους.

Υπάρχουν ποιητές που ουρλιάζουν κλαίγοντας με αναφιλητά, που μέσα στον παροξυσμό τους ξεσπά πολλές φορές ένα γέλιο ασυγκράτητο.

Κι αυτό είναι που μας κάνει να ξαναβρίσκουμε το θάρρος μας.

Εραστές και φίλους, πληγωμένα πουλιά που ψάχνουν την αγκαλιά μας σ’ αυτόν τον αεροκρέμαστο κόσμο.

Ερωτική μηχανική πάνω και κάτω άκρων

dio

Ο άνθρωπος πουλάει το κορμί του για να αγοράσει χρόνο, γλώσσα, εργαλεία, όπλα, κυριαρχία.

Σ’ έναν κόσμο όπου η επιβίωση δεν επιτρέπει ανάπαυλα, η τεμπελιά δεν έχει καμία θέση. Και μένει εκείνη η μελαγχολία στη μνήμη του ματιού που πάντα λυσσάει από επιθυμία και για στιγμές έξω απ’ το χρόνο.

Μας εξαπατούν λέγοντάς μας πως για να χορτάσουμε πρέπει να καταβροχθίσουμε τη Φύση, μα καταβροχθίζοντας τη Φύση καταβροχθίζουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.

Η ανθρωπότητα εξαπατήθηκε από τις μάσκες των θεών που έφτιαξε για να τρομάζει το Χρόνο, πέφτοντας στην παγίδα.

Τίποτε δεν είναι πιο δύσκολο απ’ το να σπάσεις τα καλούπια. Μα δυο γυμνά κορμιά μπορούν να σπάσουν τα κούφια καλούπια.

Οι εξαρτημένοι πολιτικοί απ’ τα σκατούλια των πλουσίων, οι μαφίες, οι πράκτορες της δίωξης, η αστυνομία, οι εκκλησίες και τα μήντια δεν θέλουν ανθρώπους αλλά εργαλεία και πιστούς.

Οι λέξεις τους δεν μπορούν να πουν όσα λέει ένα σώμα.

Οι λέξεις τους είναι μαγαρισμένες από πετρέλαιο, απόδοση, αριστεία. Μα δυο γυμνά κορμιά γνωρίζουν περισσότερες λέξεις, τρίβονται το ένα πάνω στο άλλο, αναγνωρίζοντας το μεγάλο και ρυθμιστικό χέρι της Φύσης που δεν έχει αρχές και εξουσίες, ανακαλύπτοντας ένα δράμα επιβίωσης όπου τίποτε δεν προκαθορίζεται.

Δυο γυμνά κορμιά γνωρίζουν ότι το πρόσωπο της Φύσης λάμπει από χαρά παρακολουθώντας τον αγώνα για επιβίωση, διασκεδάζοντας μπρος στις τόσες συσσωρευμένες αντιφάσεις.

Γνωρίζουν πως καμιά θεολογική ρύθμιση δεν καθορίζει τις πράξεις και το ήθος των ειδών, παρά μιαν αιωνίως ατέρμων μεταβολή ωθεί κάθε ζώο σε προσαρμογή, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε αφανισμό ή σε μεταμόρφωση.

Δυο γυμνά κορμιά λιώνουν μέσα στην ανακουφιστική σχάση της συνουσίας, αναγνωρίζοντας άφθονα νοητικά σπέρματα στα ερωτικά ήθη, χωρίς να πολυσκοτίζονται για την αρχέτυπη καταβολή τους.

Όπως η γλώσσα δεν σχεδιάστηκε για να μεταδίδει πληροφορίες έτσι και ο λόγος δεν δημιουργήθηκε για να φυλακίσει το ένστιχτο.

Το άνοιγμα ή η σχισμή ανάμεσα στα δυο ημισφαίρια του ανθρώπινου οργανισμού είναι ο τόπος στον οποίο οδηγούμαστε τυφλά.

Εκεί θέλουμε να χώσουμε τη μουσούδα μας, βυθίζοντας όλο μας το Είναι κάθε φορά στα ερωτικά όργανα, που περιμένουν τη βουκέντρα τού βλέμματος για να ερεθίσουν και να ερεθιστούν.

Τώρα τραβάω μια χαρακιά, έναν μεσημβρινό πάνω στο φλοιό της γης, ανάμεσα σ’ αυτή τη σχισμή που χωρίζει τις δυο πλευρές του σώματος και το άνοιγμα που χωρίζει τη Μαδαγασκάρη απ’ την Αφρική.

Γράφω τις λέξεις που θα σπάσουν το κούφιο καλούπι, βυθισμένος στη μαγεμένη άχρονη αθωότητα που στέκεται απέναντι στην εκμετάλλευση και στη σκλαβιά.

Γράφω ανακαλύπτοντας τη μυστική τοπολογία των πραγμάτων.

Τα ψηλαφώ, τα χαϊδεύω, τα οδηγώ σε οργασμό.

Ξέρω πως δυο γυμνά κορμιά ενδίδουν στη σεξουαλική φρενίτιδα που διακλαδίζεται στον κανιβαλισμό, προκειμένου να διατυμπανίσουν πως είναι απαράδεκτος ο θάνατος.

 

Κλειδώνω, μανταλώνω μα ο κλέφτης μέσα είναι

mandalo

Στα κρυφά σταυροδρόμια της γλώσσας με τη φαντασία και την ηδονή, ξεπετάγονται τα αινίγματα.

Κλειδώνω, μανταλώνω μα ο κλέφτης μέσα είναι. Δεν σφίγγω τίποτε στη χούφτα μου, μα ιδού ο κλέφτης του Πύργου των ιδεών και των αχαμνών.

Ο αντίχειρ ως δαχτυλοσκόπος οραμάτων, το πέος και η βάλανος συνώνυμα του μάνδαλος.

Στο παιδικό παιχνίδι-αίνιγμα μπορείς να ανακαλύψεις πως ο Δούρειος Ίππος ήτο φοράδα της γειτονιάς, έτοιμη για την ιερή και θεία τέχνη της διείσδυσης.

Μπορείς να καταλάβεις τι εστί Μάνδαλα όταν βρεθείς στον κύκλο ή τη σφραγίδα που σε περιέχει, που είναι ασφαλώς ένα προγεννητικό ή θηλυκό αρχέτυπο ή κλείστρο.

Φίλημα μανδαλωτό, γινόμενον με τη γλώσσα προέχουσαν εις τις παρειές των οδόντων. Αιδοίον μέλος κατεγλωτισμένον και μανδαλωμένον.

Μες στη σαγήνη της επανάληψης, την τόσο αποχαυνωτικά ερωτική, μια τρύπα βουλώνει και ξεβουλώνει με διάφορους τρόπους.

Μια τρύπα όμως που ξεκλειδώθηκε σαν Λόγος, με την οντολογία που άρχισε απ’ τον Παρμενίδη και τους άσωτους υιούς, τους γραφομανείς που θέλαν να υπολογίσουν το εμβαδόν της ποίησης που χωρά στο κορμί.

Το αόριστο ολοκλήρωμα της ελληνικής γλώσσας και σκέψης, στην οποία δεν υπάρχει πολύς τόπος για μαγείες και μεταφυσικές, παρά ερωτήματα και αποκρίσεις, διαλεκτική, Έρως, Λόγος, Υγρά.

Σύμφωνα και φωνήεντα που οι χριστιανοί, οι γνωστικοί και οι ψυχαναλυτές τα μάντρωσαν στο παχνί της πίστης και της υποταγής.

Λέξεις που δε θα τις βρεις στα λεξικά, μονάχα στο σπασμό πάνω τού σώματος που τις γεννά.

Λέξεις όπλα από ήλιο στροβιλίζονται και η φωτιά θα καταπιεί τη φωτιά, δείχνοντας τον έσχατο δρόμο της επιθυμίας γεμάτο θηρία φυτά και πέτρες.

Θάλασσες από αλάτι και εκκλησιαστικά όργια, όντα που θα γεννήσουν τις θυγατέρες τους στο βυθό μέσω πέους και ορθού εντέρου, μέσω του ατέλειωτου αριθμού εξόδων του δέρματος, όπου ως δρόσος πρωινή μαζεύονται οι εμπύρετες σταγόνες, ο ιδρώτας της δουλειάς, η αγωνία κι οι ευωδιές του έρωτα που μας συνδέουν με τον κόσμο.

Κάτω απ’ το ακάθεκτο φως λύνουμε αινίγματα. Η άνοιξη είναι θανατηφόρα. Κανείς δεν της δίνει σημασία.

Ακόμα κι εγώ ο μισοκοιμισμένος μηχανικός, δειλός και βαρύς απ’ τον ύπνο μες στη χλωμή πρωινή αχλή με όσο πορνικό λυρισμό μου προσάπτουν οι γραφειοκράτες, καρφιτσώνω λέξεις στο υπερπέραν απ’ την άσκοπη περιπλάνησή μου στις μυρουδιές σου.

Στο μανταλωμένο σου μουνί, όπου μέλλων και παρελθών χρόνος αλλάζουν διαρκώς μορφή. Κι η ζωή συμμετέχει στην παράλογη μεταμφίεσή της, κι η λέξη διασπάται μες στην απατηλή μνήμη της και το άγνωστο σε κρατά απ’ το αυστηρό του χέρι και ο έρωτας σε ζαχαρώνει με τις υποσχέσεις του.

 

Κινίνα Εξαρχείων

exarxeia

Αυτή η περιοχή ήταν κάποτε γεμάτη ρωμαλέα παιδιά. Το γυναικείο Σώμα έβρισκε εδώ μια καυτερή πιπεριά για να τρίψει στις ρόγες του.

Η λαϊκή του Σαββάτου, σχεδόν με μιαν αφέλεια παιδική, διατηρούσε τα σεξουαλικά υπονοούμενα των βλάχων που ροβολούσαν απ’ της Λαρίσης το ποτάμι και τα γλυκά αγγουράκια των Θηβών.

Η οδός Καλλιδρομίου μύριζε γιασεμί και πληθυντικό ευγενείας.

Τα ερωτικά παγοθραυστικά της επαρχίας πρόσφεραν τα ερωτικά τους όργανα σε λογοτέχνες και μπακάληδες, χωρίς υπεροψία αλλά βουτηγμένα στη μέθη, ανωνύμως πάντα, χοροστατούντων κάποιων μητροπολιτών, μεταμφιεσμένων σε κορίτσια με πονηρούς σκοπούς.

Οι κρανοφόροι δεν είχαν αγοράσει ακόμα γκαρσονιέρα στην περιοχή και ο λόφος του Στρέφη ήτο γεμάτος ανωμάλους λογίους και βρετανικό LSD, ενισχύοντας τα φωναχτά ή αντιθετικά χρώματα της μικροαστικής πλήξης.

Η αναρχία ήταν περισσότερο ποίηση και στύση του αυθορμητισμού.

Οι βρικόλακες αγόραζαν τα ρετιρέ τους έχοντας άλλοθι καλλιτεχνικόν και λεφτά στην άκρη για δεύτερη μπριζόλα.

Κάτι γκαρσόνια με χιούμορ αφήναν χρυσόσκονη πάνω στους τοκετούς της διανόησης που φλίπαρε ανάμεσα σε ούζα και χαβαλέ, ψάχνοντας καινούργιες χορηγίες Φορντ και ευκαιρίες στα μεταχειρισμένα αυτοκινητάκια που κουβαλούσαν κάθε Κυριακή οι μαντράδες στο Σχιστό.

Η ακολασία διαβιούσε σιδερωμένη και κολλαριστή, λίγο πριν φτάσουν τα καράβια με την πρέζα και την κάνουν αγνώριστη.

Η Τρικούπη και η Σόλωνος άρχισαν να οριοθετούν ένα ερωτικό ντελίριο του πεζοδρομίου. Πιάτσες τού μέσα κόσμου που εβγάζαν το μέγα και αόρατον ηθικόν τους στον ήλιο, που, τον έκρυβε η νύχτα των ντροπαλών αρσενικών.

Όμορφοι επαρχιώτες αθεράπευτα νυμφομανείς, αφήναν πίσω τη μανούλα και τα χωράφια για να κερδίσουν λίγη αιωνιότητα, σχηματίζοντας ένα μοχθηρό πρόσωπο μέσα στη ζούγκλα του ανταγωνισμού, σαν πιθήκου, χαραγμένο με μίσος, κακία και απόγνωση στα ανήλιαγα στενά από κάτουρα και αμμωνιακή σήψη.

Εκδότες και πιστολάδες μέσα σε σουβλατζίδικα που θεράπευαν λοξούς γόηδες απ’ το ξενύχτι.

Επαναστάτες αγκιστρωμένοι στο θαυμασμό τού εαυτού τους πετούσαν τις μπροσούρες τους στον ακάλυπτο, σουρωμένοι και δυστυχισμένοι που δε γεννήθηκαν στην Αμερική.

Το Rock έγινε το κινίνο για όλες τις παθήσεις μαζεύοντας Τάταρους της Κριμαίας και πιστολάδες του Τέξας σε γιαπιά, γιορτάζοντας τα κούλουμα της αναρχίας που γινόταν καθεστωτική και αφόρητη αφού με τα πρώτα φράγκα δραπέτευε στην οδό Σκουφά και στα Κολωνάκια με όση αυτοδηλητηρίαση και αυτοσαρκασμό απαιτούσαν οι περιστάσεις.

Οι υγιείς δραπέτευαν στα νησιά κάνοντας τον αντικομφορμισμό τους ιδεολογία απλώνοντας πάνω στο εθνικό πτώμα το έμπλαστρο της πολιτικής οικολογίας.

Οι έμποροι ναρκωτικών άλλαξαν μάσκα, αγκαλιάζοντας τον Καστοριάδη και τον Στίνα, φυτεύοντας ολλανδική μαριχουάνα στους φαντασιακούς ντενεκέδες τού καπιταλιστικού παραδείσου.

Οι χιπστεράδες αγόραζαν με τα λεφτά τού μπαμπά ξύλινα σπαθιά κυνηγώντας ψυχεδελικές πεταλούδες στα ρουμάνια της Ζωοδόχου πηγής, σκορπώντας την τέφρα φιλελεύθερων ραβίνων στα μουστάκια νεαρών παιδιών που τα ξεπάστρεψε η πατρική αγάπη.

Τώρα σήμερα εδώ οι αναρχίζοντες αστοί χτυπάνε τα κουταλοπίρουνά τους στα πιάτα, με τον κυνισμό τού επίτιμου πράκτορα της περιοχής, περιμένοντας τα ψίχουλα της αμερικάνικης πρεσβείας για τα τελευταία πληρωμένα άρθρα στην εφημερίδα των συντακτών, κατατροπώνοντας τον Λένιν και τους μπολσεβίκους, δίπλα σε υπόγεια με μισότρελους πρόσφυγες, αποθεώνοντας τη φολκλόρ ιδεολογία τους που καταδικάζει τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Η Θεά και ο Βοσκός

pnevma

Επειδή οι εραστές πιστεύουν στην πραγματικότητα αυτού τού ζωτικού ψεύδους που τούς κάνει να γενιούνται ξανά και ξανά, ξεχνώντας για λίγο το θάνατο και την επιστροφή στη λάσπη, φτάνουν πιο γοργά στην αλήθεια.

Η τέλεια ανθρωπιά τους διαθέτει έναν τερατώδη τόνο.

Χοντρές γριές με κίτρινα φουστάνια και σχισμένα καλσόν λικνίζονται πάνω από τριαντάφυλλα που λάμπουν.

Μνήμες απ’ το χάδι της σμίλης του δημιουργού που περνά πάνω απ’ τις μορφές όπως τα χείλη που ακραγγίζουν έναν κλειστό κάλυκα.

Όταν εμείς, οι δια παντός θνητοί, γίνόμαστε εραστές δηλαδή δημιουργοί χρειάζεται να κοιτάξουμε βαθιά και να ψάξουμε στα σκοτεινά πηγάδια του εαυτού μας τον αντίλαλο των βουβών εκμηστηρεύσεων του Άλλου.

Διότι δίχως τον Άλλο δεν μπορούμε να γίνουμε δημιουργοί.

Να γράψουμε και να ξεγράψουμε ύμνους στις προστυχιές που μας γέννησαν.

Να στήψουμε πάνω απ’ το φόβο το μελάνι που πετάγεται στους τοίχους και την ανία τού ζην που σκεπάζει αργά αργά τις καρδιές μας μέσα στη μοναξιά τού ουρανού των ηδονών που μοιράζονται απλόχερα στους μελλοθάνατους.

Η επιστήμη της ηδονής, η θρησκεία του έρωτα, η απελπισία του και η ανάγκη του για αιωνιότητα, αυτή η πελώρια βοή των υγρών και των σάλιων βρίσκεται ολόκληρη στην πνοή της σάρκας που βγάζει ο σπασμός τού μουνιού όταν ανατέλλει ο ήλιος.

Όταν τα στόματα δεν ομιλούν αλλά συνευρίσκονται για να γεννήσουν καινούργιες λέξεις και ποιήματα.

Καύλες που τα δεσμά των ομφαλών τους λύνονται σαν φρεσκοχυμένοι χάλυβες. Αφήνοντας μες στο σύμπαν τις σεξουαλικές σαύρες να τρυπώνουν με την ακατανόητη δεξιότητά τους στα μυαλά των ανθρώπων.

Εκεί που γεννήθηκε ο έρωτας, στις πρώτες λέξεις που χαράχτηκαν πάνω στους βράχους και στην υγρασία που άφηνε ο χρόνος πάνω στην πέτσα της λάβας.

Εκεί που ένας βοσκός Σουμέριος έλεγε: Ας πλέξει σε τραγούδι ο ποιητής αυτό που θα διηγηθώ. Τον έρωτά μου με μια θεά. Το ζευγάρωμα μιας θεάς και ενός βοσκού.

Της θεάς που αγάπησε εκείνη τη νύχτα σα να ήταν θνητή και του βοσκού που έγινε αθάνατος όσο κράτησε η νύχτα.

Hannah Hoch and the Dadas

Hannah-Hoch-Self-portrait-in-Mirrors-1931-Image-via-artblastcom-770x466

Hannah Hoch in A Self-Portrait in Mirrors (1931)

 

Το μόνο που διαθέτουμε είναι το ύφος. Ύφος χαμαιλέοντα ή μικρής καμαριέρας.

Ύφος στεναγμού όταν ανοίγουμε το παράθυρο και δεν βλέπουμε τη θάλασσα.

Ύφος εξομολόγου που δρέπει δάφνες απ’ το λογοτεχνικό αφήγημα της αμαρτίας, που, αν δεν ειπωθεί θα γίνει καρκίνωμα στις ζωηρές φαντασίες των καλλιτεχνών.

Ο νοικοκύρης άνθρωπος πάει να γαμήσει πασαλειμμένος με μια παχιά λίγδα συμβόλων και παραγεμισμένος ως το μεδούλι με θεολογικά περιττώματα, μα και τούτος ο σκιτζής των ηδονών διαθέτει ύφος.

Εκείνος ο καλόγερος και θεατρίνος μπροστά σε κάθε δασύτριχο γεννητικό όργανο διαθέτει ύφος.

Είναι ο πιστός που αφουγράζεται τη συμπαιγνία των μαλθακών λέξεων, τη συμπλοκή αυτού τού ανείπωτα ερεθιστικού λόγου με τις ονειρώξεις και τα βαρβάτα περιστατικά οραμάτων τού βίου που πορεύεται εν σιωπή και φθόνω.

Ο έρωτας είναι η λοξή γραμμή, το τίμημα τού ύφους που υπηρέτησαν οι λέξεις και σου λένε κάποια στιγμή: Αφουγκράσου! ξανά και ξανά. Την όμορφη κοιλιά της και τα σπλάχνα της, τον ιδρώτα απ’ τη μασχάλη της και την ερωτική της ανατριχίλα που την κυβερνούν οι εστιάτορες και οι ποιητές.

Καιρό πολύ τώρα ξέρουμε για τον έρωτα σε κρεβάτια και τον έρωτα σε ντιβάνια.

Για την πελώρια γκρίζα πλαδαρή πλήξη του μυαλού, αφού δε μάθαμε να φυλαγόμαστε από τις λέξεις, κι έτσι έρχεται η συμφορά.

Το συμφέρον τού Εαυτού να στίψει ένα τρυφερό σεξουαλικό λεμόνι πάνω απ’ το μάταιο άνεμο των λέξεων και των λυγμών.

Σε κάθε ευαίσθητο σημείο που οδηγεί στο μηδέν τη στιγμή που μιλάει μέσα μας πλουσιοπάροχα και πριγκηπικά η αιωνιότητα τού χώρου και τού χρόνου, που όμως, κάποια στιμή δεν μας χωρά, γιατί γινόμαστε παλώριοι, πρησμένοι απ’ το εγκόσμιο άγχος της ενοχής.

Απ’ το πυρ το εξώτερο μιας παράβασης που κάνει τη γλώσσα ένα κομψό μυστρί που πασαλείβει σπέρμα και σάλια το βίο των καλών ανθρώπων που σφαδάζουν σαν τα πατημένα σκυλιά στην άσφαλτο.

Ποντικάκια που πάσχουν απο λεπτοσπείρωση και γουρουνάκια ηλίθια.

Ματιασμένες παρθένες με την υδραργιρική και ψυχρή παραφροσύνη τους, που θέλουν να καβαλήσουν πούτσους και συννεφάκια, που, θα τις οδηγήσουν στη συνουσία και στα χαντάκια βίου ανθόσπαρτου από απαγορεύσεις.

Ω ναι! διαθέτω ύφος και το ξετυλίγω.

Ήδη η ιερά σχισμή δεν κοιτάζει πια τη γη αλλά τον ουρανό, δηλαδή την Ουτοπία.

Σχολή Καβλών Τεχνών

sxoli

Υποκύπτουμε τελικά στο Χώρο και στο Χρόνο. Στις σωματικές μας ανάγκες που μας εξουσιάζουν.

Ακόμη και η πιο άναρχη εποχή, είναι πάντα μια συναρπαστική εποχή, γιατί τρέχει μέσα στην κίνηση της ζωής, της οποίας η γλώσσα του ανθρώπου είναι μόνο το ένδυμα.

Η πραγματικότητα βρίσκεται πολύ περισσότερο μέσα στη φύση μας παρά στη φύση των πραγμάτων που μας περιβάλουν.

Το λεγόμενο πνεύμα είναι τόσο αλαφροίσκιωτο που αν το εμπιστευτείς αποκλειστικά γίνεσαι δέσμιος της υλιστικής Χίμαιρας που το θέλει εξουσιαστικό και αιμμοβόρο.

Όμως το Σώμα και μόνο αυτό μπορεί να συνομιλήσει απ’ ευθείας με την ύλη και την συμπαντική ουσία που πλάθεται ολοσχερώς απ’ τις μεγάλες ταχύτητες.

Τις σκληρές θεόρατες πέτρες που πλανούνται στο στερέωμα, γλυπτά σμιλεμένα στην αιώνια ζέστη και στο ατέρμον ψύχος, που θρύπτονται πάνω απ’ τις ασάλευτες πηγές και τα κοιμισμένα ζωάκια.

Πάνω απ’ τις λαμπερές κοιλιές και τα σκληρά στήθη που ανασαίνουν εκεί, ανάμεσα στους λευκούς βραχίονες και στα αραιά κοκκινόξανθα μαλλιά, μαζί με την ηρεμία μιας ορεινής παιδιάδας που κοιμάται ξαπλωμένη πάνω στο δέρμα του διαβόλου.

Του διαβόλου που κυβερνά την αταξία με τάξη, αλέθοντας κάθε τόσο πεποιθήσεις και πολιτισμούς με τα δόντια του.

Μα η αγνότητα ανήκει στα ζώα!

Grasp+18x22

Την αγνότητα μόνο να την κατακτήσεις μπορείς. Κανείς δεν γεννιέται αγνός και αμόλυντος και παρθένος. Γίνεσαι αγνός όταν πραγματικά απαλλαχτείς από κάθε δυστυχία που προκαλείς εσύ στον εαυτό σου και στους άλλους.

Η αγνότητα δεν επινοεί και δεν μπορεί να επινοήσει. Μόνο ξέρει να κάνει αφαίρεση και απλούστευση ως το ακρότατο δυνατό όριο της αφαίρεσης και της απλούστευσης.

Δανείζει στον άνθρωπο την πιο συνειδητή γλώσσα της βούλησης για να αποκτήσει τη μεγαλοπρέπεια και την ισχύ των μηδαμινών, που, είναι απαλλαγμένοι από κάθε φιλοδοξία.

Ίσως συμφιλιώνοντας ολοκληρωτικά τον άνθρωπο με το υλικό των πραγμάτων που τον γέννησαν.

Με την ουσία που την ορίζεις σιγά σιγά κερδίζοντας απ’ τον πλούτο της φθοράς σου κι απ’ τη βαριά μητρότητα της ερωτικής κραιπάλης που ξεγεννά τα βλέμματα.

Αυτά που λατρεύουν την ομορφιά, κατορθώνοντας να αποσπάσουν απ’ το μυστήριο μια απ’ αυτές τις σκοτεινές αρμονίες που είναι αρχιτεκτονικά δομημένες σαν ένας ναός που αποκαλύπτει τη ζωή σ΄ όσους είναι άξιοι να την αγαπούν και να την λατρεύουν.

Hell-as(s) Ή η κωλοτρυπίδα της κολάσεως

helas

Σέβομαι ιδιαίτερα τους λαούς που δεν διαθέτουν ιστορία. Που τρώνε όταν πεινάνε και γαμιούνται όταν υγραίνονται. Που γυρνούν σχεδόν γυμνοί μέσα στις στέπες πιστεύοντας στις πέτρες και στον ήλιο, στο νερό και στο σπέρμα, στα βραστά μπιζέλια και στο ρυζόγαλο.

Λαούς που δεν έχουν αρχηγούς αλλά σοφούς φτωχούς γέρους που γιατρεύουν πληγές μες στη ζεστασιά της χειμωνιάτικης καλύβας.

Οι μύθοι τους μιλούν για σύννεφα και κορυδαλλούς, για βοσκοτόπια και μονοπάτια των μυρμηγκιών, για φεγγάρια και ομίχλες.

Τα δόντια τους τα ακονίζουν πάνω στο ουράνιο τόξο που μετά τη βροχή γέρνει τα λαμπρά καθαρά χρώματά του στον κόσμο.

Καμία ένδοξη νεκρόπολη. Καμιά Βεργίνα λουσμένη στο χρυσό αποδιοπομπαίο λήθαργο της σφαγής. Κανένας θάλαμος αερίων και κανένα εργοστάσιο όπλων. Καμιά πατρίδα, μονάχα ουρανός και γη. Καμία κτήση εκτός από ένα στρώμα και μια στέγη.

Κανένας ανθρωπόμορφος ιαγουάρος στο προεδρικό μέγαρο να παίρνει αποφάσεις τινάζοντας τις τελευταίες σταγόνες κάτουρο απ’ το πουλί του.

Οι λαοί που δεν διαθέτουν ιστορία κοιμούνται με ήσυχη συνείδηση. Τρώνε φρούτα και πίνουν γάλα, ακούγοντας το τραγούδι του κοκκινολαίμη. Δεν αλείφουν τον πόνο τους σ’ ένα βελούδινο ντιβάνι φλυαρώντας ακατάσχετα για να καταφέρουν κάποτε να ξεχάσουν. Δεν έχουν νευρώσεις και ζάναξ, καπότες και άλλους χρυσοποίκιλτους ζουρλομανδύες της ηδονής.

Είναι οι λαοί που διαθέτουν αληθινή σοφία αφού δεν τους ενδιαφέρει πόσο θα ζήσουν αλλά πως θα ζήσουν.

Είναι οι λαοί που αφήνουν ελεύθερα τα παιδιά τους να μάθουν παίζοντας και να καταλάβουν νιώθοντας.

Είναι οι λαοί που δε συσκευάζουν τα βότανα και τις ουσίες για να τα κάνουν ακριβά υπόθετα για ευκατάστατους κώλους.

Είναι οι λαοί που δεν διαθέτουν ψυχοθεραπευτές και γελοίους φιλόδοξους νέους. Αναρχικούς δεξιών αποκλίσεων που μυρίζουν την κλανιά τους σε σκοτεινά δωμάτια, γράφοντας και ξεγράφοντας για τα αιματόβρεχτα ποδοβολητά της ελευθερίας.

Δασκάλους δασκαλεμένους απ’ τον αποικιοκράτη και τον καπιταλιστή, που κρεμάν στα τσιγκέλια τις καύλες των εφήβων για να αφήσουν πίσω τους πετσιά καμωμένα από δουλοφροσύνη και σοβινισμό.

Πατριώτες γουρούνια με λιλιπούτειο μυαλό και βραχυκυκλωμένους ποιητές απ’ τα παχιά λόγια, τα βραβεία και τα κωλοδάχτυλα της εξουσίας.

Αν οι λαοί δεν δραπετεύσουν απ’ τις πόλεις και τα συμπλέγματα είναι χαμένοι από χέρι.

Αν οι λαοί δεν θάψουν την ένδοξη ιστορία τους που δεν είναι δική τους αλλά των αφεντάδων τους θα αργοπεθαίνουν βαυκαλισμένοι σ’ ένα γιοταχί ή σ’ ένα θλιβερό διαμέρισμα, απλώνοντας το χέρι στον καπιταλιστή για ένα επίδομα ή μια χορηγία παράτασης της μίζερης ζωής.

Οι λαοί που δεν γκρεμίζουν τους Μεγαλέξανδρους είναι καταδικασμένοι στη δυστυχία.

Ω ναι! οι Αλβανοί θέλουν να φτάσουν στη Λακωνία. Οι Έλληνες θέλουν πίσω την αγιασοφιά. Οι Βούλγαροι θέλουν να βγουν στο Θερμαϊκό. Οι Τούρκοι θέλουν να κατακτήσουν το Αιγαίο. Οι Αμερικάνοι τα θέλουν όλα.

Ο πατριωτισμός είναι το πιο προσοδοφόρο επάγγελμα. Μα, υπάρχουμε και μείς που δεν είμαστε πατριώτες. Εμείς που δε σεβόμαστε τις σκατωμένες σημαίες των κρατών αλλά τις πούτσες και τα μουνιά μας.

Ω ναι! κυρίες και κύριοι, σεβαστείτε τις πούτσες και τα μουνιά σας και τότε ο Φράγκος Φραγκούλης θα μπουκώσει το στόμα του με τ’ αρχίδια του Βουκεφάλα, θαμμένος για πάντα στο βόθρο της ιστορίας που τον γέννησε.

Κόκκινο ανάμεσα

podia

Τόσες ορφανές ηρωίδες της ηδονής γύρω, ξέρουν καλά, πως, αν υπάρχει ένα θαύμα αυτό το γνωρίζουν μόνο οι λουώμενες καλλονές. Αυτές που άνθισαν δίπλα στα τριαντάφυλλα και τους σκώρους.

Κατσίκες στο Άγιον Όρος που θα τις αρμέξουν οι καλόγεροι με τα αποτρόπαια δάχτυλα, τα σμιλεμένα από προσευχές και κρυφή μαλακία.

Κατορθώματα της ονείρωξης κυκλωμένα με κιμωλία, ροή της παιδικής αφέλειας, ρεύσις χαράς πάνω στην επιδερμίδα-την απροσδιόριστα μοχθηρή με τη χρυσόσκονη του ηδονοβλεψία τριμμένη πάνω στα κόκκαλα-.

Ερπετική. Σχεδόν γαλάζια.

Φλέβες του λαιμού φουσκωμένες γύρω απ’ το μήλο του Αδάμ και το μουνί της Εύας θυμωμένο, πρησμένο απ’ την αφθονία και τη στέρηση.

Αυτό το κόκκινο που σφηνώνεται και σκοτεινιάζει μες στη σφαγή κι αυτό το ρόδινο που γελάει σαρδόνια μέσα σ’ αυτές τις σκοτεινές τρίχες και το κυανό που μπαλώνει πάνω στις εξεγερμένες καρδιές τον αντικατοπτρισμό των παραδείσων.

Εδώ Συρία Ή Ο καλλιτέχνης είναι υποχρεωμένος να είναι αφόρητος

gettyimages-458903556

Είναι που αρχίζει να ακούγεται το μουρμουρητό μιας πηγής, σα να τροχίζει μια γριά δράκαινα τα δόντια της πάνω στις πέτρες και οι αληθινοί ήρωες να παίρνουν θέση κάτω απ’ αυτό τον ουρανό που τον γαβγίζουν τα σκυλιά.

Η εμφάνισή τους δεν είναι ηρωική. Δεν εντυπωσιάζουν και δεν βγαίνουν ποτέ στην τηλεόραση.

Ο Ντοστογιέβσκι θα κοιτούσε με τις ώρες τα ερείπια. Θα κρατούσε σημειώσεις στο διαβολικό του στήθος για μια πόλη γεμάτη δρόμους και υπονόμους, γεμάτη καλώδια και σωρούς από λευκά ανθάκια πάνω απ’ την καταστροφή, ακούγοντας αυτό το περιπαθές τραγουδάκι τού αισιόδοξου μηδενιστή.

Μια πόλη γεμάτη μικρούς αόμματους αγίους. Αλήτες που κάνουν πλιάτσικο στα λατομεία, βίδες και σίδερα για να μοντάρουν μιαν αυτοσχέδια σκεπή, τακτοποιώντας τις πληγές τους.

Εργαστήρια αυτοσχέδια που βαλσαμώνουν με γύψο τους ανάπηρους ζωντανούς.

Μια γυναίκα που ψάχνει κουρέλια για πάνες.

Μικροί μελαμψοί σατανάδες που κόβουν απ’ τα λάστιχα με το μαχαίρι κομμάτια για να φτιάξουν παπούτσια και σόλες για τα ξυπόλητα τάγματα.

Οι λαθρέμποροι που φέρνουν τα καύσιμα κι ο ταχυδρόμος που ψάχνει αριθμούς στο μέσο της κόλασης.

Πόλη γεμάτη βροχές και αστραπές κι ανεμοθύελλες.

Πόλη κρεμασμένη ανάποδα απ’ τα ρολόγια των μελαγχολικών εραστών και ιστορίες αδάκρυτα σπαρακτικές που τις ξεκοκαλίζουν ηλίθιοι χοντροί εκδότες στα γκέτο της διανόησης της δύσης, τρέφοντας με κάλπικο εμπορικό συναίσθημα αυτά τα λεφούσια των γελοίων σμπαραλιασμένων αστών.

Μετά τις οδομαχίες καταφθάνουν οι τζαμάδες με τις πένσες και οι μανταρίστρες με τα βελόνια. Εφημερεύοντες γιατροί δουλεύουν μέρα νύχτα σε αυτοσχέδιες κλινικές για να σώσουν τους επιζώντες.

Σάρκες και βλέμματα ανασταίνονται αφού τα είχε αποσυνθέσει το θρησκευτικό φύραμα έπειτα απ’ τον εμφύλιο λήθαργο της σφαγής.

Φαίνεται πως κανείς δεν μπορεί να βάλει τάξη σ’ αυτό το χάος, μόνο μια γωνίτσα καθαρή, αφού ξέρουν ότι οι δολοφόνοι θα επανέλθουν την επόμενη δεκαετία ή την επόμενη βδομάδα.

Ακούν τα κορίτσια την ηχώ των ορέων και την ηχώ των ωραίων. Με τα σκέλια διπλωμένα στις ομοηχίες τού πολέμου και της ζωής, δίπλα σε κατουρημένους γέρους που τους βομβάρδισαν οι Αμερικάνοι και δίπλα σε βρέφη που τους δάγκωσε το τρυφερό κρέας ο Αλλάχ για να πάρει δύναμη.

Μα, ένα σμάρι από μικρούς σοφούς Σίσυφους θα ξαναχτίσει τη ζωή απ’ τα ερείπιά της.

θα ανέβουν απ’ το χώμα και τη σάρκα για να συναντηθούν στα μισά του δρόμου, εκεί, που η επιστήμη και η μεταφυσική σαν σιαμαία αδερφάκια διδάσκουν την απελπισία και το όργιο της σφαγής.

Θα καταφέρουν για λίγο να ρίξουν στα δεσμά τον χάροντα, θα καταφέρουν να κάνουν τις μήτρες γόνιμες και θα γράψουν ποιήματα για το θεό που ιππεύει γυμνός στους δρόμους σαν τη Λαίδη Γκοντίβα, με τα σκυλιά να τρέχουν πίσω γαυγίζοντας, μέσα στη νύχτα, κυνηγώντας την καμένη σημαία της Συρίας που την πυρπόλησε ο παρδαλός δράκος καπιταλιστής με τα χνώτα του.

Εγκώμιον Λειχίας

lixian

Ο Φαλλός σφαδάζει μέσα στο φαρδύ πνευματικό ιστό της διανόησης που έχασε όλα τα μονοπάτια της ψυχής της. Της διανόησης που συγκάηκε απ’ το εμπόρευμα και τα φώτα που ανάβουν για να δείξει λίγο το πουλί της στο χριστεπώνυμο πλήθος.

Αν μπορώ εδώ να καυχηθώ για κάτι είναι πως η μνήμη μου θα σβηστεί απ’ τα μυαλά των ανθρώπων.

Η δειλία και η προχειρότητα με την οποία ξεγλίστρησα σ’ αυτόν τον κόσμο θα βγάζουν πάντα ένα άρωμα εξευγενισμένης τεμπελιάς, δηλαδή ποίηση ανυποχώρητη στην ερωτική φαντασία και στον πειναλέο οίστρο.

Η πραγματική ισότητα θα μας σκεπάσει με το λαμπρό της πέπλο μόνο όταν ελευθερώσουμε την ερωτική φαντασία απ’ τα ίδια της τα δεσμά.

Όταν αυτό το αυλάκι από αίμα και σπερματόσπορο θα υπάρχει μόνο και μόνο για να καλλιεργεί την τελειότητα των πιο ντελικάτων καμπυλών κι ο πόνος δε θα χρησιμεύει παρά για να κάνει να τρέμει το τρυφερό ρέλι των χειλιών και να λάμπει η γλώσσα μέσα στο στόμα αφήνοντας στο σάλιο μας τη γεύση απ’ τις άγριες θεότητες της γκάβλας που μας κρατάει ζωντανούς.

Οι κακογαμημένοι γίνονται κανίβαλοι της ζωής των άλλων και έμποροι τού πάθους τους που το κατασπάραξε ο ζαχαρώδης διαβήτης τού ανταγωνισμού και της αυτοπροβολής. Και πάντα με κείνη τη δήθεν φιλάνθρωπη πρόθεση συγκαλύπτουν μονοφωνικά τον ακρωτηριασμό τους με την παρηγοριά του.

Η αυτολύπηση και το ψυχορράγημά τους στα γκέτο της μιζέριας φωτογραφίζεται ως πειστήριο ευτυχίας, μα η ευτυχία δεν λογαριάζει τη ζωή με όρους δοσοληψίας και με όρους κέρδους και αποδόσεων, καταχωρώντας τους άθλους ή τις αθλιότητες τού καθενός στον λεξιακό κοπρώνα της κοινής χωματερής των φίλων που δεν είναι φίλοι αλλά κανίβαλοι και καλοθελητές.

Την αλήθεια την φτιάχνει η συνείδηση τού καθενός που θέλει να λάμψει αρτιμελής και σώος μέσα στην κοινότητα που ζει.

Όμως μιαν άρρωστη και παρασιτική κοινότητα μαγαρισμένη απ’ τον ολοκληρωτισμό της μπουρζουάδικης ατομικότητας, πότε πασπαλισμένη με φαντασιακό αμοραλισμό αλά Καστοριάδη και πότε με πληρωμένο αντικομουνισμό στις φυλλάδες των συντακτών και των ασύντακτων πρακτόρων, δεν στηρίζει παρά την ψευδαίσθηση της δύναμης τού δυνατού και την προσφυγή στην απάτη για να πουλήσει ένα αντίτυπο των σωθικών της σε μεσήλικες απαρηγόρητες υπάρξεις που δε γαμηθήκαν στην ώρα τους και τώρα καταδυναστεύουν τους άλλους με τη σοφία που αγόρασαν στα νιάτα τους στα Παρίσια και τις Λόντρες με τα λεφτά του μπαμπά.

Όξω από δω λοιπόν πνεύμα παλιόσκυλο. Φάε τη γλώσσα σου, μου φωνάζουν. Ξερίζωσε τον πούτσο σου βρωμερέ πορνογράφε για να φαίνονται μόνο τα απότομα τινάγματα της δικής μας ανικανότητας καταγραμμένα λεπρομερώς κι όχι το δικό σου χύσιμο στα μούτρα των πλασμάτων που θέλουν το φαλλό για θεό τους, αρνούμενα τα πλήκτρα μιας ταμειακής μηχανής που πουλά πανάκριβα τον πολτό της παρακμής στην πλατεία των Αχρείων.

Αναμνήσεις ενός εξομολόγου

anamnisis

Εργαζόμουν ως εξομολόγος σ’ ένα χωριό στην επαρχία.

Τα κόκαλα και οι πέτρες τού τοπίου ήτο γυμνά και συφοριασμένα.

Οι χειμώνες έφταναν απ’ τη θάλασσα με το στόμα γεμάτο κρέας και οι νύχτες ήταν αχόρταστες και κακοφορμισμένες, όλο δαιμόνια και μισοκοιμισμένα καβούρια.

Τα καλοκαίρια όμως ήταν γεμάτα λυγμούς και κορμιά εκφυλισμένα απ’ τον πυρετό των ονειρώξεων και της τρέλας.

Ο καύσων της Μεσογείου τρυπά τις κοιλιές και σουβλίζει, σκοτώνει, γελά. Η λίγδα και το λίπος που φέρνει ο αέρας μοιάζουν αλειμμένα πάνω στις σάρκες, στίλβοντας κάθε βραδυφλεγή πόρο καθώς ίπτανται αυτές γυμνές στ’ απολιθωμένα όνειρά τους.

Πίθηκοι που αμαρτάνουν, φτωχοί και άμυαλοι, μέχρι ο μπόγιας να τους σπάσει το λαιμό.

Κάθε παραθαλάσσιο χωριό το θέρος μεταμορφώνεται σε παλλάδιον τού κήπου των ηδονών, με τη μυστηριώδη σημασία που αφήνουν οι ξερολιθιές με τα ξερόχορτα και τα αγκάθια στ’ αυλάκια τού κύκλου αυτού που οδηγεί στην αποχαύνωση και την αμαρτία.

Μες στο εξομολογητήριο στεκόμουν καθιστός με το κεφάλι σκυφτό και το μέτωπο ιδρωμένο, περιμένοντας να εκφωνήσω τον συμβατικό επικήδειο της συχώρεσης σε όντα φτιαγμένα από λάσπη και χρυσάφι, από τέλμα και αδιανόητες συμφορές.

Μα εκείνη τη μέρα έφτασε στο πένθιμο κουβούκλιό μου το πιο άσπιλο πλάσμα, ολόκληρο θηλυκό και παρθένο, με τη διαστροφή και τη βλασφημία σκορπισμένες μέσα στην αθωότητα που αναδίδει ζεστασιά και μαγεία.

Η ομορφιά ολόκληρη που τη νιώθεις να σκιρτά δίπλα σου εκεί ανάμεσα στο ξύλινο παραπέτασμα που χωρίζει την αγιότητα με τα γαμψά νύχια της τιμωρίας απ’ το χνούδι που ξεπροβάλει στις γενετήσιες σχισμές ανάμεσα απ’ την καρδιά και τα χείλη.

Ακουγόταν σχεδόν το βλέμμα της και τα μάτια της απρόσμενα μαύρα και γλυκά θαρρείς σα να θέλαν να δραπετεύσουν απ’ το καγκελόφραχτο παραθυράκι.

Πάντα η πρώτη στιγμή είναι σιωπή και μοναξιά μα ο εξομολόγος είναι ο οραματιστής που πρέπει να ξεκλειδώσει τα σεντούκια με τις θύελλες και τα πιθάρια με τους διαβόλους.

Η παιδούλα δίπλα μου φαινόταν συνεσταλμένη και ακόρεστη σαν άγγελος που κοίταξε κατάματα το θάνατο.

Ίσως γύρω η τόση σιωπή να με έκανε να ακούω ως και το αίμα στις φλέβες, τις κνήμες και τους μηρούς.

Άκουγα ήχους απ’ το κορμί της κι ένοιωθα τα νύχια της να θέλουν να χορέψουν μ’ ένα αρσενικό τέρας καμωμένο από ατσάλι και σπέρμα.

Άκουγα σιγά σιγά να χαϊδεύει τα μπούτια της και να κουνάει τα πόδια της. Τέντωνε δεξιά αριστερά τα γόνατα όλο και περισσότερο αφήνοντας αυτό τον ήχο που βγάζουν τα κόκαλα όταν χτυπούν στο κούφιο ξύλο.

Τα δάχτυλα σα να προχωρούσαν για να φτάσουν στα χρυσαφένια κρόσσια και την αρμονική τελειότητα τού υμένα που περιμένει κάποιο βράδυ για να ξηλωθεί και να ξεσχιστεί, αρχίζοντας το χορό του αίματος και του υπεροπτικού σφρίγους της νεότητας.

Ήμουν σιωπηλός σχεδόν με τη μισή ανάσα τού πλήθους που περιμένει στην αρένα τον ταύρο να σκίσει με τα κέρατα το παντελόνι τού ταυρομάχου.

Πλησίασα το μάτι εκεί στη μικρή τρύπα που μπορείς να δεις τα κομμάτια τού άλλου σπαρμένα εδώ κι εκεί στο ημίφως και είδα το κορίτσι να αυνανίζεται με το πρόσωπό της κολλημένο στο διχτυωτό πλάι μου και τα μέλη της όλα τεντωμένα και τα μπούτια της ανοιγμένα και τα δάχτυλα χωμένα βαθιά μέσα στο τρίχωμα να ψάχνουν.

Φαινόταν σα να μπορούσα να την αγγίξω κι έβλεπα πως λίγο λίγο ξεγύμνωνε τον κώλο της ψιθυρίζοντας με υγρή φωνή.

-Πάτερ μου, θέλω να σας πω τη μεγαλύτερη αμαρτία μου, αυτή που δε σας ψιθύρισα ακόμα.

Ακολούθησαν δευτερόλεπτα σιωπής, με το καρδιοχτύπι να σχοινοβατεί πάνω στο συρματόσχοινο της κοινής μας αμηχανίας.

Το κορίτσι σα να πρόσταξε σε μένα τον ηδονοβλεψία εξομολόγο ψυχών, λόγια που απαιτούν αγιοσύνη και βαραίνουν πάνω στα σαγόνια και τις χαρακιές της γης που κρατά στη ζωή το σάρκινο λουρί μας δεμένο στο ερωτικό σκίρτημα και στον καυτό άνεμο.

-Η μεγαλύτερη αμαρτία μου Πάτερ, είναι πως αυτή τη στιγμή που σας μιλώ τραβάω μαλακία, έχω τα δάχτυλά μου στο μέλι αυτό που γεύονται οι γλώσσες των αντρών και των γυναικών, στο μουνί μου που δε θέλει σπόρους και βροχή μα δυνατά αλέτρια, δάχτυλα να οργώσουν όλα τα κύτταρα και τις αφρισμένες μου χαίτες, να τεντώσουν και να ξεχαρβαλώσουν το κορμί μου που θέλει να γίνει απέραντο και να απλωθεί μες στο βδελυρό τρούλο της αγκαλιά του θεού.

Πέρασαν τότε, ακόμα μερικές στιγμές με ψιθύρους και βογκητά και σαλεύοντας σα μια δαιμονισμένη που την εξάρθρωσαν ηδονές που αναβλύζουν και φιλονικούνε στην αιωνιότητα, σχεδόν με δυνατή και καθαρή φωνή όλο θέληση και υπεροψία μού είπε.

-Πάτερ, αν δε με πιστεύετε ελάτε να σας δείξω.

Κι αμέσως σηκώθηκε πλατσουρίζοντας μέσα στους γλυκούς χυμούς της ανθρώπινης ζωής, τραβώντας το μαύρο παραπέτασμα που μας χώριζε, ανοίγοντας τα σκέλια της μπροστά σε μένα τον Ιούδα, ενώ με χέρι σταθερό και γρήγορο μαλακιζόταν ακόμα συνεχίζοντας να κρεμάει στα τσιγκέλια των τρούλων οργασμούς σαν σφαγμένους πετεινούς, με το αίμα τους να στάζει πάνω στην αναισχυντία της στέρησης τόσων πιστών που φαρμακώνονται για να κοιμίσουν τη φύση μέσα τους.

Holy Diver

holy

Ένοιωθα σα να με κυνηγούσαν οι όχλοι του Ιησού στον παράδεισο για να μου καρφώσουν στα πλευρά τα φτερά της αγνότητας. Όσο πιο γρήγορα μπορούσα έτρεχα να κρυφτώ πάνω στις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων του παραδείσου. Έριξα γύρω μια ματιά και τη στιγμή εκείνη είδα μια κοπέλα γυμνή να φεύγει τρέχοντας προς μια συστάδα τσουκνίδες. Κατέβηκα απ’ το δέντρο σαν βαθμούχος ευγενής, μα ήμουν ο βασιλέας και ο δαίμονας όλης της πλάσης κι ο εραστής ετούτης εδώ της κοπέλας που έτριβε τις τσουκνίδες στο μουνί της βγάζοντας δάκρυα πόνου αλλά όχι χαράς. Ποιητής ουρανού και γης. Ένα τέρας. Ένα πλάσμα διφορούμενο. Ένας θεός που κανείς δεν προσευχήθηκε σ’ αυτόν παρά μονάχα θηλυκές υπάρξεις με κάθε λογής θρασύτητα με τη γλώσσα και τα χείλη και το στόμα αφήνοντας πάνω μου σάλια, αφηνιασμένες ουρλιάζοντας-Δόξα τω θεώ-Δόξα τω θεώ. Με την καύλα να κλυδωνίζεται ανάμεσα στη ζωή και στην ερημιά του θανάτου σε τούτον εδώ τον παράδεισο που φουσκώνουν τ’ αρχίδια μου κι ανεμίζουν οι όμορφες χρυσές κεντημένες πούλιες κι οι κορδέλες κάτω απ’ τα κοριτσίστικα γόνατα ανάσκελες καθώς τις βρίσκει ο σπερματόσπορος απ’ τους μηρούς στο υπογάστριο κι ο ήλιος απ’ άκρη σ’ άκρη σαν θεριό ανήμερο, ο μέγας εξεταστής ο κόκορας που ψιθυρίζει όπως ο μπέης της Αλγερίας στα κορίτσια ερωτόλογα και αινίγματα για την ολάνοιχτη εξοχή της σάρκας και τους αλλόφρονες εφιάλτες. Τη στέρηση που σε φτάνει στο έγκλημα και στον τάφο. Ωστόσο δια παντός θα ακτινοβολείτε κορίτσια ζέστα απ’ τα έγκατα και να ξέρετε πως έχει μια κρεατοελιά ο θάνατος στα κωλομέρια. Σφάξτε τον λοιπόν, την ώρα που σας γαμεί μες στη λάσπη της νύχτας κι ελάτε άσπιλες με τις οσμές σας στο δρόμο μου. Στο δρόμο του θεού. Εκδηλώσεις υποταγής δεν θέλω.

Ο ήλιος στη γυμνή πλάτη

sarkagimno

Μόνο όταν ένα κείμενο ενοχλεί πιάνει τόπο. Αλλιώς είναι άνευρο, άχρωμο, άχρηστο. Έτοιμο να το παρασύρουν τα νερά της συμπαντικής λήθης και τα απόνερα της ανθρώπινης κατάστασης.

Γιατί η καρδιά της αλήθειας χτυπά εκεί που οι άνθρωποι υποφέρουν, εκεί που στερούνται τη χαρά για να τη γεύονται σε περίσσια άλλοι δυνατοί μαστραπάδες γεμάτοι με όλη τη δύναμη της τσιφλικάδικης αριστείας.

Το μάντρωμα των ανθρώπων και η ανθρωποβοσκή που έπεσαν απ’ τον ουράνιο θόλο ως κληρονομικό δικαίωμα είναι κοινωνική συνθήκη και νόμος του συντάγματος.

Το κατηχητικό και η κερδοσκοπία συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα μα η ανυπακοή στο κακό είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος της εμπορικής επιχείρησης που οι αστοί ονομάζουν δημοκρατία, κωλοτρίβοντας πάνω της μέχρι και τα τελευταία σιχαμένα μουνόπανα του ναζισμού.

Ο αιώνας που πέρασε όμως ρίζωσε για τα καλά μέσα στο γήινο ανθρώπινο κύτταρο το φαρμάκι που θα κάψει τα σπλάχνα του γραφειοκράτη, που είναι το στήριγμα και η θεραπαινίδα του καπιταλιστή.

Το φαρμάκι αυτό που είναι γραμμένο στα βιβλία και στις κοριτσίστικες θηλές.

Μα που βρίσκεται η πληγή σου;

andr

Η σκέψη και ο λόγος δεν μπορούν να χωρέσουν τα σωματικά υγρά και την αιχμηρή σκληρότητα του θανάτου που τα κάνει να λάμπουν.

Το Σώμα βρίσκεται εκτός λόγου, αφού η ένδοξη προστυχιά του παραδέρνει ανάμεσα στις εκκρίσεις και τις κρίσεις του.

Η ληθαργική μας φύση, πότε μαγεμένη απ’ την εκτυφλωτική γοητεία του ήλιου και πότε έκθετη στα μυρωδάτα σκοτάδια της διοχετεύει μέσα στον ιδιόρρυθμο κοσμικό πανζουρλισμό την αλήθεια της και τα μυστικά της.

Μιαν αλήθεια καμωμένη από σουβλερή γλώσσα και θριαμβευτικό σάλιο έτοιμη για το πιο διεστραμμένο τσαλαπάτημα, πάντα στοιχισμένη με την ποίηση που πορνεύεται και αιμάσσει όταν το απαιτούν οι περιστάσεις και οι δολιότητες.

Όταν προσπαθούν να μας κλείσουν το στόμα τα κουτορνίθια και οι φασίστες, με όλη την αναισχυντία της βρωμερής τους φύσης για εξουσία, το Σώμα κυρτώνεται φορτισμένο και δυνατό έτοιμο να μεταμορφωθεί σε Σύμπαν.

Παλεύει δηλαδή να κερδίσει τον εαυτό του και τη δυνατότητα να μεταμορφωθεί ο λήθαργος των πολλών σε εγρήγορση.

Οι ποιητές και οι καλλιτέχνες-που μοιάζουν με μύγες που στριφογυρνούν και φυτοζωούν μες στο θαμπό γυαλί της κοινωνίας των άρτων και των θεαμάτων-είναι αυτοί που ζητούν συνδαιτημόνες και συντρόφους μακριά απ’ τις προκατασκευασμένες και ασφαλείς απόψεις.

Είναι αυτοί που πρέπει να προχωρήσουν γυμνοί και παθιασμένοι μέσα στο κουζινάκι του διαβόλου που αποφάσισε να εκτεθεί, παίρνοντας πολύ στα σοβαρά την ανθρώπινη υπόσταση, βιώνοντάς τη άκρως σπαραχτικά και εξουθενωτικά.

Ο ποιητής δεν θέλει τίτλους στην αγορά και πελάτες, αλλά απαιτεί συνάντηση ανθρώπων για γιορτή και κραιπάλη.

Μια κραιπάλη ερωτικής φύσεως όπου τα πλάσματα ως επαναστατημένα όντα γίνονται δάσκαλοι και μαθητές, δηλαδή εραστές.

Μακριά απ’ το τραύλισμα του διαμορφωμένου κατεστημένου λόγου και τους ξύλινους κόπανους της ακαδημίας που φτιάχνουν ζωές ρημαγμένες από τα άγχη της αποδοτικότητας και της αποτυχίας, υπάρχει πάντα αυτός που θα σηκώσει τον εραστή του αναφλέγοντάς τον χωρίς διδακτισμούς και ιερές βέργες, αποδιώχνοντας το φόβο του θανάτου, προβάλλοντας την αρχέγονη ομορφιά του Σώματος.

Ω γλυκιά μου Ιερουσαλήμ!

Democratic Nominee for President of the United States former Secretary of State Hillary Clinton

Βαρβάτοι μεσαιωνικοί Σπανιόλοι, ερασιτέχνες ταυρομάχοι οι περισσότεροι όταν τυχαίνει, το έχουν συνήθειο να παραγγέλνουν στον πορτιέρη της αρένας τα φρεσκοκομμένα και ψημένα στη σχάρα αρχίδια ενός απ’ τους πρώτους ταύρους που σκοτώνονται. Δίνουνε διαταγή να τους τα φέρνουν εκεί που κάθονται, δηλαδή στην πρώτη σειρά της αρένας, και τα τρώνε αμέσως κοιτάζοντας τους υπόλοιπους ταύρους να σκοτώνονται. Κι όταν πέρνουν δύναμη απ’ τα γλυκάδια του σκοτωμένου ζώου τραβιούνται στα παστρικά τους χοιροστάσια στις χρυσόφτερες νυφικές παστάδες από βούρκο και κατρουλιά, κάτω απ’ τις κοιλιές των γουρουνιών που γρυλίζουν τρίβοντας τις ρόγες τους στις πέτρες, κι έτσι αρπάζοντας την πρώτη τρισχαριτωμένη πεταλουδίτσα την στήνουν μπροστά στο παράθυρο που βλέπει στις κτήσεις, με τον λαϊκό της κώλο μες στη χρυσή λάσπη γαμώντας τη πολλές φορές ενώ πέφτει μια ψιλή βροχή κι ο θεός τραβάει μαλακία.

In extremis

dago

Υπάρχουν δυο ειδών ποιητές. Οι ποιητές που ακονίζουν τα νύχια τους στις λέξεις και οι ποιητές που λιμάρουν τα νύχια τους με λέξεις, για να δείχνουν στη μικρή αγορά που τους αναλογεί τα όμορφα δάχτυλά τους που καταλήγουν σε στρογγυλεμένα ακίνδυνα νύχια. Αν δεν ακονίσεις τα νύχια σου πάνω στα ποιήματα που γράφεις δεν θα γίνεις ποτέ αυτός ο μάγος που μαυλίζει τους τελευταίους μεγάλους έρωτες, ξαγρυπνώντας πάντα, καθαρίζοντας τα περίστροφα της έμπνευσης, ξεριζώνοντας τα γλοιώδη φλέματα απ’ τα στόματα όσων πουλάνε τα οπίσθιά τους σε αρχοντογαϊδάρους για ένα βραβείο κρατικό, για ένα κλύσμα εκδοτικό, για ένα πουκάμισο γεμάτο ναφθαλίνη και αυταπάτες.

Πορτρέτο τού καλλιτέχνη με περίστροφο

streetart-o4

Ο καλλιτέχνης, την ώρα που αγγίζει το θάνατο με το σεξουαλικό του ραβδί φτάνει την τελειότητα και την τόλμη, εκμηδενίζοντας την αγένεια του κοινού που κλείνει τα μάτια μπροστά στο κτήνος. Ο καλλιτέχνης καλεί σε δείπνο το κτήνος για να το φάει στο τέλος. Όμως κανείς δεν μπορεί να φάει μόνος του ένα κτήνος. Οι θεατές και οι αναγνώστες είναι αυτοί που θα πρέπει να μασήσουν πρώτοι το κρέας του. Διότι αν δε φαγωθεί το κτήνος απ’ τον καλλιτέχνη και το κοινό του θα φαγωθεί ο καλλιτέχνης και το κοινό του απ’ το κτήνος. Και τότε ο καλλιτέχνης θα γίνει ένα κτήνος που θα βγάζει λεφτά, τριγυρνώντας χεσμένος στο τάλιρο, με όλο το βρώμικο χρήμα που μπορεί να διαφθείρει και την πιο αγγελική ψυχή. Να κόβει μονέδα. Τρελά διεφθαρμένα λεφτά. Να τα μαζεύει σε μια γωνιά της θλιβερής του τρώγλης και να μην τ’ αγγίζει παρά μονάχα για να σκουπίζει τον κώλο του.

Το μεσαίο δάχτυλο

hand

Αρκετοί άνθρωποι αγαπούν το κουτσομπολιό και τρέφονται απ’ αυτό.

Η ίδια η λογοτεχνία είναι πολλές φορές τροφή για κουτσομπολιό, αφού το συγκροτημένο σύνολο των αναγνωστών θέλει να βρει πίσω απ’ τις λέξεις τα βίτσια του συγγραφέα εν ονόματι της κοινής περιέργειας.

Κάθε φορά που ακούγεται η προσωπική φωνή μέσα στα έργα προκαλεί την επιθυμία του κοινού να γνωρίσει το δημιουργό.

Η άνοδος της αστικής τάξης στο προσκήνιο της ιστορίας ήταν στην ουσία η άνοδος των ατόμων και λιγότερο η επικράτηση μιας τάξης συμπαγούς και αδελφωμένης κάτω απ’ την ίδια σημαία ευκαιρίας.

Οι αστοί έβαλαν τις βάσεις για την προστασία κάθε συνθήκης που συνδέεται με το άτομο.

Ατομική ιδιοκτησία, ατομική ελευθερία, ατομική έκφραση, ατομική πρωτοβουλία. Αρχές που αποτελούν στοιχεία ενός πλέγματος προστασίας των αστών απ’ την ίδια τους την τάξη.

Οι αστοί χώρισαν τον καλλιτέχνη απ’ την τέχνη του. Τον αποξένωσαν απ’ το παραγόμενο αποτέλεσμα, αφού, η πνευματική δημιουργία έγινε ιδιοκτησία οικειοποιημένη απ’ τον χορηγό ή τον μαικήνα που θέλει τον καλλιτέχνη άτομο αποκομμένο απ’ την κοινωνία.

Η αυθαίρετη οικειοποίηση του έργου τέχνης προηγείται του δημιουργού.

Οι μεγάλες συλλογές εικαστικών έργων ανήκουν σε εφοπλιστές.

Τα εκδοτικά συγκροτήματα ανεβάζουν και κατεβάζουν μαζί με τις κυβερνήσεις και τους συγγραφείς.

Άλλοι φιμώνονται και άλλοι αποκλείονται και άλλοι θάβονται και άλλοι πατικώνονται στα ένθετα των εφημερίδων ως δύστροπες καλιακούδες που μαγειρεύονται στις κατσαρόλες της εξυπνάδας και της πνευματικής νοστιμιάς που απιθώνεται ως εύπεπτος χυλός για το χριστεπώνυμο αναγνωστικό πλήθος.

Απ’ την άλλη, οι ίδιοι οι δημιουργοί υποθάλπουν με κάθε τρόπο αυτό το διαχωρισμό καλλιτέχνη και τέχνης. Προσώπου και προϊόντος.

Ξεγελασμένοι απ’ το δήθεν αβίαστο ενδιαφέρον του κόσμου και το δήθεν γούστο του κοινού-που στην πραγματικότητα είναι παζάρι και διαφήμιση- επιδεικνύουν σαν τα παγώνια την παρδαλή τους ουρά αδιαφορώντας για τα απαίσια πόδια τους.

Η αστική τάξη υπήρξε έως σήμερα η πιο αναρχική τάξη. Τα ξεχωριστά άτομα κυβερνούν τον κόσμο και τα ξεχωριστά άτομα υπηρετούν το αξίωμα που λέει πως, αν δεν είσαι εσύ θα είναι κάποιος άλλος.

Παλαιότερα υπήρχαν σκοτωμοί για να πάρεις λίγο χώρο σε λογοτεχνικό περιοδικό, ακολουθούντας μιαν επετηρίδα υποτέλειας. Καλά λόγια για το σύστημα και χάιδεμα στ’ αρχιδάκια του άρα κρατικό βραβείο, αφιερώματα, χορηγίες για φήμη.

Αριστεροί που γίναν εν μια νυκτί αντικομουνιστές, σαρώνουν βραβεία και χορηγίες.

Κάθε ταλιράκι υπακοής και κάθε δήλωση μετανοίας πριμοδοτείται με πόντους. Απ’ τον μισάνθρωπο υπάλληλο του ΟΟΑΣΑ και ψετοφιλόσοφο Καστοριάδη μέχρι το Ράμφο και τα πνευματικά τους κουτάβια καλλιτέχνες ζωσμένοι το Εγώ τους κατασκευάζουν μυθολογίες που εξυμνούν τα αμφίβολα ήθη ενός κόσμου σπεκουλαδόρων και μπακάληδων.

Νοικοκυραίων και αστών που φτιάχτηκαν από ένα κρατικό δάνειο-δανεικό κι αγύριστο-ή απ’ τη μαυραγορίτικη πατρική περιουσία, βλέποντας κάτω απ’ τον αριστοκρατικό βελούδινο μπερέ τους να ενεδρεύει το πεινασμένο βλέμμα και το αρπαχτικό στόμα του επαγγελματία νταβατζή.

 

Συνωμοσία των πυρήνων της άσβεστης φωτιάς

sklavos

Όσες φορές κι αν βάλεις τα δάχτυλά σου πάνω στο χαρτί της φωτογραφίας για να δεις και να καταλάβεις με την αφή τον πόνο των ανθρώπων, τόσες φορές θα χρειαστεί να γεμίσεις το όπλο σου.

Κι όσοι από μας δεν διαθέτουμε όπλο θα πρέπει να οπλίσουμε τα λαρύγγια μας για να ουρλιάξουν ώστε να σπάσει η πούστικη συνωμοσία σιωπής.

Σήμερα, που οι κωλοτρυπίδες της πολιτικής ορθότητας καταδικάζουν τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται ανθεί και βασιλεύει το άγιο δουλεμπόριο.

Σε ορυχεία, σε σπίτια, σε μαγαζιά, σε πλοία, σε βιομηχανίες και σε θερμοκήπια, άνθρωποι ξεψυχούν και σακατεύονται.

Ευυπόληπτοι επιχειρηματίες αγοράζουν κορμιά για να προχωρήσουν τον κόσμο μπροστά και να προοδεύσει η οικουμένη.

Ελευθερία τού επιχειρείν και ελευθερία ο δυνατός να μας γαμεί όλους έχοντάς μας ως πολύτιμα τιμαλφή στην κοιλιά τού καπιταλιστικού επιταφίου, με όλα τα χρώματα και τα αρώματα της δουλείας.

Ως τα ψηλά κάστρα των ερειπίων, μέχρι εκεί που τα χιόνια των προβάτων κελαρύζουν λιώνοντας πάνω στις πέτρινες στέγες, αλλά και μέχρι τα πυρωμένα αγκάθια τού αφρικανικού ήλιου η βαρβαρότητα ως ταύρος αχόρταγος και αδίστακτος κερατίζει την κόκκινη σημαία του θανάτου.

Μανάδες με μαύρα μαντήλια στα λευκά τους μαλλιά και κόρες με όλες τις πληγές του πόνου αφορμισμένες στα ηλιοτόπια του λαιμού και της πλάτης.

Η ανάδυση του νέου φασισμού που πότε αναρχίζει μέσα στο νεοφιλελεύθερο οικονομικό στρατώνα και πότε συντηρεί με στρατό και αστυνομία την εκμετάλλευση.

Ο λυσσασμένος αντικομουνισμός που βλέπει φαντάσματα στους κόκκους τού αέρα και στις αχτίδες τού ήλιου κουνάει το δάχτυλο στην εργατική τάξη λέγοντάς της πως μια παστρική μαλακία και μια φασολάδα απ’ τα χέρια του παπά είναι αρκετή.

Μα υπάρχει πάντα η στιγμή όπου οι κολασμένοι της γης έρχονται με ποδοβολητά για να βάλουν το σταυρό στον κώλο του παπά και να στείλουν στα υπέροχα Γκουλάνγκ κάθε φθονερό κάθαρμα που θέλει λεφτά και εξουσία.

Κι αυτό δεν είναι θεία δίκη μα επανάσταση. Μια επανάσταση που θέλει οργάνωση και πίστη στον κοινό σκοπό. Μια επανάσταση μακριά απ’ τους ρουφιάνους της αριστερής μελαγχολίας και τους μαγαρισμένους αναρχίζοντες αστούς.

 

Σκωπτικόν ανάγνωσμα περί ασυμμετρίας

ladylyingdown

Κάθε πράγμα αξίζει επειδή είναι μοναδικό. Ο σφιχτοκούραδος χριστιανισμός χώρισε τη σάρκα από το πνεύμα, μα ο ρομαντισμός ανήκει εξολοκλήρου στον κόσμο της σάρκας. Κι αυτή τη μοναδικότητα της σάρκας τη διυλίζει με μιαν άκρως φυγόκεντρη δύναμη.

Το ερωτικό φρόνημα μέσα στην άπειρη έκτασή του γίνεται μελαγχολικό, άρα επαναστατικό, αφού, η μελαγχολία το οδηγεί στη δίνη της εξέγερσης.

Μιας εξέγερσης κοινωνικής, όπου ο ανθός του κύματός της είναι παροξυσμικός και βίαιος απέναντι στα μεταφυσικά ερείσματα κάθε ανέραστης θεολογίας.

Σήμερα που η τρυφερή σάρκα των εραστών φαγώνεται λίγο-λίγο απ’ τα σκουλήκια της αγοράς και τους δαιμόνους της αριστείας που εμπορεύονται ακόμα και την πορδή τους, ο ρομαντισμός μοιάζει δυσοίωνος και ακατέργαστος στα χέρια τού ψηφιακού τελάλη.

Νοσταλγία για τα ονόματα που αμίλητα πορεύονται μακριά μας και πόνος ψυχής, τουτέστιν, ο πιο ανερυθρίαστα απόλυτος σωματικός πόνος.

Μα ούτε μια σταγόνα από το αίμα τού έρωτα δεν πάει χαμένη.

Ξέροντας πως, το σιωπηρό του βάθρο, όπου εναποθέτουν τις ελπίδες τους οι ανθρώπινες σάρκες, είναι καταβαραθρωμένο απ’ την αρχή, πλημμυρισμένο από ένα κύμα μοχθηρής αδυναμίας κι από μια μελέτη θανάτου.

Κάθε σώμα-μέχρις εξαντλήσεως-ζητάει να δαπανήσει όλη του την περιουσία για να ελευθερωθεί απ’ τα δεσμά της βίας.

Η πάλη πάνω στα κρεβάτια του κόσμου ετούτου είναι μια ιεροσυλία που διαπράττεται σ’ ένα σύμπαν όπου δεν υπάρχει θεός και Αρχή, αλλά η Θεά Αναρχία.

Η άρνηση της Αρχής, δηλαδή ο αντίποδας και η αναίρεση του καθωσπρεπισμού, ως η μόνη οδός αληθείας και ηδονής που αναλογεί στον άνθρωπο για να μην ξεπέσει ως πλάσμα πουλημένο στο χρήμα και στη χρησιμότητα.

Σε μια ηθική που κάνει το σώμα να χάνει την αξιοπρέπειά του και σε μια θρησκεία που κάνει το σώμα να χάνει την ιερότητά του.

 

Ο έρωτάς σου έχει το σχήμα των χεριών μου

soman

Η ψευδαίσθηση ελευθερίας που μας προσφέρει ο έρωτας αποτελεί μέρος της ίδιας της φύσης του. Είναι αποτέλεσμα της ιδιόμορφα υπερκαθορισμένης σχέσης του με την πραγματικότητα.

Κανένας έρωτας δεν μπορεί να υπάρξει έξω από την πραγματικότητα.

Με όση καταναλωτική βουλιμία επιτάσσει το πάθος αρκούμαστε στα γλυκόπικρα αθύρματα μιας επηρμένης αίσθησης, που, συνωθεί γύρω απ’ το πτώμα του ενικού αριθμού τον πληθυντικό των μικρών δεσποτειών.

Η ερωτική ατμόσφαιρα δονείται από την κίνηση του απορυθμισμένου εγωισμού, που ξαναβρίσκει μετά την προσωρινή διαταραχή μια νέα ισορροπία στις συνθήκες και στις συμβάσεις που ακολουθούν το σφετερισμό.

Διότι κάθε ερωτική χειρονομία συνίσταται στο να σφετερίζεσαι μαζί με το σώμα και την ταυτότητα τού άλλου, πράξη κανιβαλική και αποτρόπαια.

Μα ο κανιβαλισμός είναι η δεύτερη φύση μας σκορπισμένη μες στην πολυώνυμη επικράτεια των βλεμμάτων, παροχετεύοντας την αρχική επιθυμία σε μια πληθώρα γεύσεων χωρίς ούτε μια ανάμεσά τους να χάνει το δριμύ της άρωμα.

Όπως όλα τα ειδεχθή και χαρμόσυνα πράγματα που μας συμβαίνουν έτσι κι ο έρωτας αρχικά τοποθετεί το ομοίωμά του στη φαντασία μας.

Η φαντασία μας τον ζεσταίνει και τον κάνει να ζήσει δίνοντάς του μια προσωπικότητα.

Και φαντάζει ολωσδιόλου φυσικό το ότι ο έρωτας είναι εγγεγραμμένος στη μοίρα του. Πότε νέος που κόβει τις φλέβες του και πότε γέρος χεσμένος και ασθενής.

Μα ο έρωτας δεν πεθαίνει ποτέ αλλά ζει δια της θανατώσεώς του.

Είναι ο μεγαλειότατος τσαρλατάνος που απ’ το χαρούμενο ηδονισμό και την κραιπάλη των ενστίκτων ξεπέφτει στη μοναξιά, στην αγωνία και στον τρόμο.

Μες στο αβυσσαλέο βάθος των αποθεμάτων του ο έρωτας είναι το απόλυτο και απεριόριστο ξόδεμα όλων των δυνάμεων. Το σημείο μηδέν, όπου ο άνθρωπος ξεσχίζεται και μένει μόνος με το ξέσχισμά του.

 

Εγκώμιο του βιογραφισμού

eklonm

Ένας ψευδοπροφήτης είμαι των αγρών και λιμασμένος σκύλος. Ένα φλεγόμενο φάντασμα. Το φεγγαράκι του Οκτωβρίου αγαπώ, υπέροχο στο όρος Πουθενά των ερωτικών αδένων και των Άνδεων το ξεπαρθενεμένο υπογάστριο. Λιανισμένος απ’ τα χέρια σκληρών γονιών επιστρέφω στους βωμούς που δε στέγνωσαν απ’ το αίμα, τα χέρια τους που πνίγουν όνειρα, οι γλώσσες τους που βγάζουν αγκάθια και εχθρούς, σφαγμένα μοσχαράκια και μισθοφόρους να περιδιαβαίνουν στις πόλεις, άτεγκτοι, μελαγχολικοί, φορώντας το πρόσωπό μας στο βάθος του εφιάλτη, παραμονεύοντας με τα μαύρα σπαθιά και την άπειρη απληστία να κόψουν σύκα και ομφάλιους λώρους, γλυκομίλητα κορίτσια και φαλλούς του Διονύσου, γύφτικα σκεπάρνια και αίμα απ’ το μουνί της νύφης, δονητές για τα μουσεία του Βερολίνου, στύσεις και καταιγίδες φιλιών, βασίλεια παιδικότητας μες στη γουργουριστή κοιλιά του Jumbo από χάλυβα και κινέζικο οργασμό. Εκεί στην κοιλάδα των ονείρων και τη φαραωνική λάμψη των παλαιών ένδοξων ημερών με τα διαμελισμένα κουτάβια και τις πτοημένες κραυγές και τις ατελείωτες αδηφάγες αράδες διαταγμάτων, με τα σκατά της διάνοιας φυτρωμένα στα πεδία των μαχών και στα άσυλα, λουλουδάκια της βίας αδιάφορα στ’ αμυδρά παραγγέλματα του αυγινού φωτός.

Οδόντων και Μαστών

mastos

Ολόκληρο το βάρος του κόσμου πέφτει πάνω στους μαστούς. Λίγο μετά την κρίση τρέλας των σωμάτων οι μαστοί γίνονται σκληροί και αποτρόπαιοι, κουβαλώντας όλες τις παράδοξες ιδέες στα χείλη του θεού.

Όσοι γευτήκαμε το μαστό κι όσοι γευόμαστε το μαστό είμαστε θεοί.

Το δεινό και το αβρό κορυφώνονται στην ίδια ιερή στιγμή. Με μια διαφορετικής ποιότητας απεραντοσύνη κι ένα θυμό δημιουργικό που χρησμοδοτεί ως τα όρια της ερωτικής απόλαυσης.

Μέχρι η αφωνία της καρδιάς να γίνει έξαρση των αποχρώσεων που γκρεμίζονται στο υπεριώδες φως των μακρινών οριζόντων.

Όμως ο γεμάτος μαστός με γαλαξιακή ουσία απορροφιέται από τις κοσμικές έγνοιες και ξαναγυρίζει νυσταγμένος στην αργή πτώση του, θρέφοντας όμως πάντα το πολυπρόσωπο αδημιούργητο Είναι μας.

Στο χείλος του μαστού στέκεται η σταγόνα της αλήθειας, μετέωρη στην αποτρόπαιη ηρεμία της συνήθειας που ο μαγνητικός της θάνατος είναι πιο δυνατός απ’ όλα τα πεπρωμένα.

Αγαπώ τους μαστούς, αυτά τα τεθλασμένα βυζάκια κι αυτά τα θαυμάσια στήθια που τραμπαλίζονται μες στη βαρυτική υπεροψία ενός χωροχρόνου που μας θέλει δεμένους σφιχτά, σεξουαλικούς μέχρι το μεδούλι και δυνατούς τόσο μέχρι να περάσουμε το ζεστό μας πτώμα στην αντίπερα όχθη.

Συναντιέμαι με τους μαστούς όπως συναντιούνται οι πειρατές και οι ξιφομάχοι σ’ ένα πεδίο τιμής όπου η ατιμία έχει τον πρώτο λόγο και η γλώσσα, οι ρόγες, οι σχισμές περιτριγυρίζονται απ’ τα φαντάσματα της νίκης και της ήττας.

Lowers Revolution

 

flowers-revolution_300_300_2

Το πιο φυσικό παυσίπονο του κόσμου είναι ο έρωτας. Όχι απωθημένος στην πετρωτή σιωπή της συνήθειας, αλλά βγαλμένος στην άμπωτη της φθινοπωρινής ισημερίας.

Με το πρώτο αίμα που έβγαλε η στάχτη, με τον ερωτικό αντίλογο της πρώτης στιγμής. Της πιο μαγικής στιγμής συνάντησης δυο πλασμάτων.

Το πιο ισχυρό κράτος, αυτό της ανθρώπινης ύπαρξης με τις απέραντες πεδιάδες του, περιμένει τη συνάντηση και τη σχέση, δηλαδή τη λιποταξία απ’ το Εγώ, εκεί στις πρώτες ιερές στιγμές, που γεννιέται στο καμίνι της ερωτικής πανουργίας η δίψα που θα ρουφήξει απ’ την αδαμική μας πηγή όλο το νεράκι της αθωότητας.

Τίποτε ποτέ δεν φτάνει και τίποτε ποτέ δεν είναι αρκετό.

Κανένα όριο για την εμπειρία και τη γνώση, τη σοφία και το ερωτικό παρανάλωμα.

Δεν υπάρχει ιερό δισκοπότηρο και δεν υπάρχει αιώνια ζωή. Μόνο σύγκρουση. Το ιερό ξετύλιγμα της ύλης που η φυσιογνωμία της καθρεφτίζει το είδωλο της ζωής που τη γέννησε.

Το ποιητικό αίτιο, που, ο λόγος συναρθρώνει μες στην καρδιά του έρωτα, που είναι δρεπάνι και σφυρί, η δίκαιη βροντή των όπλων της επανάστασης.

Ιδού η πρόοδος, ιδού το οίδημα.

lik

Τα έχει όλα ο αδίστακτος λόγος των ποιητών. Ο Κοπέρνικος, ο Δαρβίνος, ο Φρόυντ απετέλεσαν τις τρείς μεγάλες «ταπεινώσεις» του ανθρώπου, οδηγώντας τον από τον μυθικό εγωκεντρισμό του στις εσχατιές του σύμπαντος.

Κι ίσως μπορούμε και μιλάμε ακόμη χάρη στη μεγαλοφυή εξορία της ποίησης που άφησε ο Πλάτων μαζί με τους θνητούς εκτός των τειχών της Ιδανικής του Πολιτείας.

Η ποίησις δεν πείθει, το ξέρουν και οι νερόκοτες και οι τσαλαπετεινοί. Μα ετούτη η τροχιά του αρχέγονου τραυματικού συμβάντος, το ξεγλίστρημα σ’ αυτό το μοναδικό κόσμο των αντιηρώων που τρέφουν τα πάθη τους νανουρισμένοι από το ρόχθο της επανάληψης, είναι, που μας κρατά ζωντανούς.

Αποτυχίες των μισόχτιστων στίχων, οικοδομές ολόκληρες που η ποιητική αιτιοκρατία τις άφησε παρατημένες στον εγκέλαδο της ερμηνείας.

Οργισμένα σβησίματα, και το δειλό κάποτε γράψιμο στα περιθώρια.

Προσχέδια που πήγαν άκλαυτα και δοκιμές που δεν τελεσφόρησαν. Ξεσπάσματα θυμού έτοιμα να κεντρίσουν οδυνηρά τη ζηλοτυπία των πληγωμένων. Έρωτες και κλάψα.

Η ακαδημαϊκή αστυνομία ξεπλένει τις αμαρτίες των ποιητών. Πάρτε Κύριε λαχεία, μέτρα αυστηρά και τιμωρίες για τους αθώους. Και για τους σακατεμένους εξίσου λόγια παρηγορίας.

Μαζί τα φάγαμε, μαζί καταβροχθίσαμε τη γραμματική και το συντακτικό. Μαζί κατάπιαμε φράσεις και κινίνα φιλολογικά, υγρά και βολβούς οφθαλμών, χείλη, δόντια, γλώσσες.

Ας ξεράσουμε τώρα απ’ τα πορνογραφικά μας έγκατα ηρωικές σκιές και θανατογραφικά σημειώματα. Ιδού η πρόοδος, ιδού το οίδημα.

Κερατομαχίες ευγενών όντων

beardeers

Μέσα στο άναρθρο ζώο παρεπιδημεί μιαν ατροφική εκδοχή της ανθρώπινης ευαισθησίας.

Ότι γρυλίζει κι ότι βρυχάται θέλει να μιλήσει. Κι αυτή η αινιγματική απαίτηση των πλασμάτων για λόγο και συνουσία είναι η φυσική ροπή της ίδιας της ύπαρξής μας που χρειάζεται κοινωνία για να υπάρξει.

Όλα εμείς τα ζώα, έναρθρα και άναρθρα, πάσχουμε από μνήμες ηδονής, γι’ αυτό και οι λειψές αισθήσεις μας παρασύρονται απ’ τη συγκίνηση, το φόβο δηλαδή μπροστά στο θάνατο και την απώλεια, αφήνοντας το Εγώ να προχωράει μπροστά κουβαλώντας τα ματωμένα σκήπτρα του.

Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε τραγικά μόνοι. Κανένας απ’ τους έρωτές μας δεν μας ακολουθεί στον τάφο. Μονάχα ένα πιστό σκυλί τρίβεται πάνω στη μοναξιά όσων από μας παίρνουμε την εκδίκησή μας με το να υποτάσσουμε ερωτικά αυτό τον μελαγχολικό κόσμο που μας είναι ενάντιος.

H dada καταγωγή μου

ernst-maks_-fatagaga-1920

Σήμερα έμαθα από πού κατάγομαι. Και δε χρειάζομαι ωροσκόπο, γενεαλογίες και τέτοια.

Τίποτε δεν ξέρω και τίποτε δεν πρόκειται να μάθω για όσα είναι γραμμένα στο αίμα μου και όσα είναι χαραγμένα στα πυρωμένα άστρα που κηδεμονεύουν το κεφάλι μου.

Βλέπω όσα δεν μπορούν να δουν τα μάτια μου.

Τα τρελαμένα τέρατα που ξεσκίζουν και ξεκοιλιάζουν, το δίκαιο και το σωστό που ξεπετάγεται απ’ τα σπλάχνα με το πηχτό αίμα της τρέλας να χορεύει με τους κεραυνούς στα χέρια.

Τα κίβδηλα και τα ανθρώπινα που μετατρέπουν αυτή τη λασπώδη ζύμη της ζωής σε υποχθόνια πάθη της σάρκας.

Το σάλιο του ιεροκήρυκα και την τέχνη των εντέρων, αφήνοντας πίσω απ’ την αβρότητα των καλών τρόπων να ελλοχεύει το φάντασμα της γελοιοποίησης των πάντων.

Είμαι τόσο ανθρώπινος όσο και απάνθρωπος όταν ψάχνω να βρω στα κουφάρια τον Λόγο και τη Λέξη, γονατίζοντας εκεί μπροστά στα χείλη της παράβασης, στου αιώνιου θηλυκού δηλαδή την ιερά σχισμή, για να ακούσω απ’ τους ερωτικούς ιστούς του κορμιού της όλα αυτά που παράγουν την σύγχυση και την έκστασή μου.

Μαθήματα Δημιουργικής Ταφής

NA_Marvellous-Tales-of-Black-Ink_005_1994

Ένα παιδί απ’ την Κομποθέκλα, που αργότερα πρόκοψε και έγινε Κύριος Κυρίου, με κάπα κεφαλαίο, διδάσκει σήμερις μαθήματα δημιουργικής ταφής και ερωτικής ψευδολογίας.

Απαγορεύει τη χρήση λέξεων κακών σαν αυτές που χρησιμοποιούν οι πατριάρχαι εις τα ιδιαίτεράν τους όταν με νεαρούς καλογέρους εξοκείλουν εις τις μιαρές των επιθυμίες.

Προπαγανδίζει την πληθωρική χρήση της λέξεως Λαγνεία, αντί της φράσεως, Χύνω αβέρτα μάνα μου!, μιλώντας για πράγματα κάθε άλλο παρά λάγνα, όπως το να φιλήσεις στο στόμα κάποιον που έχει χαλασμένα δόντια ή να μασουλήσεις ένα έμβρυο σαν να ήταν φρέσκια σαρδέλα.

Λάτρης της αριστερής όχθης του Σηκουάνα, ένα σύμπλεγμα ασφαλίτη θείου και ελευθεριακού κηδεμόνα, πιστός ιδεολογικός κύων του Κορνούτιο Καστροσυκιάδη και λογοτεχνικός αγκιτάτωρ όλων των ανήσυχων δεσποινίδων που έχουν ως βασικό τους μέλημα να εξυφαίνουν ολημερίς και ολοβραδίς-συγγράφοντας-νέα συμπλέγματα προς χρήση θρησκευόμενων νεαρών κορασίδων.

Οι πρόσκοποι, οι οργανώσεις της αγέρωχης νεολαίας που κάνει όνειρα για βελούδινες παντόφλες οικογένεια και εξοχικά, οι σύλλογοι γονέων στα σχολεία, οι Αμερικανοί προαγωγοί του κινηματογράφου, οι φύλακες δημοσίων κήπων, η αστυνομία, οι αρχιλοχίες και άλλοι πολλοί είναι οι πελάτες του.

Φυσικά τα μαθήματα δημιουργικής ταφής επαραδίδοντο με το αζημίωτο. Πατώντας πάνω στη ματαιοδοξία των σπουδαστών που θέλουν να σκαρφαλώσουν εις τις παριές του Παρνασσού εντός εξαμήνου.

Άλλοι λιώνουν σε χυτήρια τα χρυσά δόντια των προγόνων τους κι άλλοι τρέχουν στο Ριχάρδο για να ανταλλάξουν τα τιμαλφή τους με τα ευλογημένα σεντς.

Ο ποιητής Βυζάντιος Αμαναρχίδης περιμένει τα νέα ψώνια στο εργαστήριο δημιουργικής ταφής.

Αιωνίως η μνήμη σας αριστουργήματα που δεν θα γραφτείτε ποτέ!

Άνθη ευλαβείας

loyloy

Όταν αποφασίσεις να κάνεις όλα τα εμβόλια απέναντι σε κάθε συμφορά, σε κάθε λύπη και σε κάθε δυστυχία ξέρεις καλά πως η ευτυχία σου θα είναι μια ψευδαίσθηση.

Η διατυμπανιζόμενη πυρηνική ανοησία του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού, που, λέει πως, για να αλλάξουμε τον κόσμο πρέπει πρώτα να αλλάξουμε τον εαυτό μας είναι μια μεγαλειώδης απάτη, διότι, όχι μόνο δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας αλλά η όποια αλλαγή θα είναι απλώς και μόνο μια παραλλαγή αυτού που είμαστε ήδη. Και συνήθως είναι μια κακή παραλλαγή.

Γινόμαστε κακέκτυπα άλλων, υπερφίαλοι μέσα στην πλασματική ελευθεριότητά μας και γομάρια που κοιτάνε τη σούφρα τους.

Ένα ερώτημα που πρέπει απαραίτητα να απευθύνουμε στον εαυτό μας αλλά και στους άλλους είναι το εξής: Μπορώ να είμαι ευτυχής σ’ έναν κόσμο δυστυχίας και εκμετάλλευσης;

The Living Room War

photo_op_sz

Είναι στιγμές που χάνω ολωσδιόλου την αίσθηση του χώρου και του χρόνου.

Περιφέρομαι ανάμεσα στις καθημερινές κοινοτοπίες με τον πόνο μου στα νεφρά, ίσως μόνο σκεπτόμενος κάποιους σαν εμένα. Αυτόν που έκοψε το αυτί του και το χάρισε σε μια πουτάνα, αυτόν που πήρε ποντικοφάρμακο κι αυτόν που πήδησε στην προπέλα του καραβιού.

Περιφέρομαι ανάμεσα σε θαύματα που δεν τα βλέπει κανείς. Βλέπω συνοφρυωμένους ερωδιούς γύρω από μια λακκούβα να πίνουν λάσπη και να ξύνονται γαλήνια.

Χωνεμένος σ’ αυτό το είδος αλλόκοτης ονειροπόλησης βλέπω τον κόσμο να ξεδιπλώνει το δράμα του. Γίνομαι ένα με τον κόσμο που ξεδιπλώνει το δράμα του. Ψάχνω τις λέξεις που μου κλέψαν απ’ το στόμα, σαν τον τρελό που κατεβαίνει στον όρμο για να βρει τα απομεινάρια του ναυαγίου και τα κουφάρια των γλάρων, τα βότσαλα με την πίσσα και τα σκεβρωμένα κλαριά.

Ψάχνω τις εικόνες στην πλωτή όαση των θαυμάτων γύρω μου και αίφνης γίνομαι ο δαίμων που γράφει το ποίημα της λαγνείας.

Τα βλέμματα γύρω ομολογούνε πάντα την λαγνεία και ας παραμένουνε μουγκά. Και γίνομαι ο ιεροκήρυξ αυτής της υπερευαίσθητης και τόσο εύθραυστης αιωνιότητας, αισθανόμενος μέσα μου πολέμους και ολέθρους και εκστρατείες.

Όλα τα εγκλήματα του Μεγαλέξανδρου και του Χίτλερ, τους αμερικάνους να βάζουν στον κώλο τού Βιετνάμ φλεγόμενους αρουραίους, τους άντρες αθηναίους να σφάζουν βρέφη στη Μήλο και τους γάλλους στρατηγούς να κατουράνε στα λαρύγγια των αλγερινών.

Αισθάνθηκα μέσα μου όλους τους πολέμους και τα δράματα που έχουν αφήσει πίσω τους αυτό τον πολτό από ρήτορες, μίσος και ερείπια.

Αισθάνθηκα μέχρι το κόκκαλο όλα τα εγκλήματα που κόχλαζαν γύρω μου, βλέποντας να αναδύονται σε κραυγαλέους τίτλους εφημερίδων κι αισθάνθηκα τη δυστυχία που αλέθονταν με το γουδοχέρι και την παρατεταμένη μουγκή συνήθεια να στάζει πάνω σε λερά μαντηλάκια, σε λευκές σελίδες.

Ατίμωση, εξευτελισμός, ένδεια, πλήξη. Πορεία μέσα στο αίμα. Ιδέες ωχρές και λιπόσαρκες που πρέπει να παχύνουν για το σφαγείο.

Είναι στιγμές που χάνω ολωσδιόλου την αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Περιφέρομαι ανάμεσα στις καθημερινές κοινοτοπίες με τον πόνο μου στα νεφρά, ίσως μόνο σκεπτόμενος κάποιους σαν εμένα.

Miss American Dream Ή Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών

missamarica

Βλέπω νέους και γέρους και κόρες της ντροπής να διαβάζουν τη γραπτή τους ύλη σε ιδρύματα πλουσίων, σε καφέ της πόλεως των Αθηνών κουλτουριάρικα και νεοφιλελέ.

Βλέπω το τελετουργικό της δημιουργικής ασάφειας όσων θέλουν τη μούρη τους μπροστά απ’ τα ποιήματα, σ’ ένα περιβάλλον μικροανταγωνισμού και αυτολύπησης στολισμένο με καταραμένους της οκάς που διαθέτουν χοντρούς μικρούς ποιητικούς αδένες, φυτρωμένους κάτω απ’ το λαιμό σαν αρχίδια σκύλου.

Έχουν μια μούρλια σχέση όλοι αυτοί, με τη θεότητα που ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις στα εκδοτικά σαλονάκια, ξέροντας ακριβώς πώς να την καλοπιάσουν με γαλιφιές και μαλαγανιές και ξέροντας ακόμα πώς να της αποσπάσουν με κολακείες μερικές πενταροδεκάρες. Σε αντάλλαγμα για τις γαλιφιές τους, μπροστά στο φιλολογικό ερμάρι, παίρνουν τη μερίδα τους από αναγνώριση πολλά υποσχόμενης ποιητικής φωνής.

Ο ντενεκές αρχίζει να βγάζει ήχο από σαξόφωνο, στριτζώνεται και συσπάται, παίρνει πόζα νομπελίστα διαβάζοντας με συγκατάβαση το αλήτικο ποίημα του που είναι σίγουρα πασπαλισμένο με Λακάν και κορακίστικο στόμφο.

Οι τοίχοι των μεγάρων είναι κατάμεστοι από φωτογραφίες ποιητών. Κάθε φιλημένος από ματαιοδοξία ανήρ περιμένει τη σειρά του.

Ω! διάβολε, τα μέλη του γενεαλογικού δέντρου των ποιητών που δείχνουν την προίκα τους και τα κάλλη τους στην αγορά μοιάζουνε με μαραμένα φύλλα.

Οι γυναίκες φαίνονται ασθενικές με τρομαγμένο βλέμμα και οι άντρες μαγκωμένοι στον αρπαχτικό τους λήθαργο, σαν καλοεκπαιδευμένοι χιμπατζήδες.

Κλείνονται δουλειές και συμφωνίες. Υπογράφονται συμβόλαια έρωτος και ανακωχής.

Είναι όλοι τους εδώ, με τις σβουνιές τους και τα κοκαλιάρικα πόδια τους. Με τα παλιομοδίτικα ματογυάλια τους και τις γκομενοπαγίδες τους.

Στο βάθος διακρίνεις τα απομεινάρια ενός αετώματος, αγάλματα με στρεβλωμένα χέρια, ανθρώπους από άλλους τόπους σπασμένους στην πλατεία Ομονοίας, τεχνουργήματα του γερμανικού ιμπεριαλισμού και του αμερικάνικου κλιματιζόμενου εφιάλτη, σαν ανθρώπινες σαρανταποδαρούσες που ξερνάνε.

Λεπτομέρειες μέλλοντος και ερωτικών καλπασμών

legs

Αυτή η φυσική ορμή που μας σπρώχνει στην πράξη είναι η μεγάλη μας τραγωδία. Αυτή όμως είναι η απερίφραστη μοίρα μας και ο πιο χαρωπός μας εχθρός.

Πράττουμε εναντίον της υποταγής που μάς θέλει μόνους με τον πόνο μας να υποφέρουμε και να μυξοκλαίμε, στριμωγμένοι στα μεγαλοπρεπώς μίζερα ενδιαιτήματα της μισθωτής σκλαβιάς, που, τις αλυσίδες της καθορίζει με φουτουριστικό πάταγο η αγορά.

Ως εραστές των φαινομένων παρατηρούμε τους πιο τρυφερούς βλαστούς ν’ ανοίγουν τα λευκά άνθη τους πάνω στον άγονο βράχο.

Κι όταν πέρα απ’ τα βιβλία και πέρα απ’ την τέχνη, όταν η μέρα θα έχει σβήσει και το μάθημα θα έχει τελειώσει, θα ομιλούμε γυμνοί-με τις κλειτορίδες και τις ψωλές μας ορθωμένες-για τη νύχτα, τον ύπνο, το θάνατο και τ’ άστρα.

Ως ροδαλοί σαρκώδεις χαρακτήρες, λυτρωμένοι για μια στιγμή απ’ την κακία και τον ανταγωνισμό, θα απαγγέλουμε με νεανική έπαρση το κομουνιστικό μανιφέστο στις χρυσές κερήθρες της οικουμένης.

Σπάζοντας τα καρβουνιασμένα φλούδια της συνήθειας, βαρώντας δαιμονικά τις θλιβερές καμπάνες που θα ξεσηκώσουν τα μουγκρητά των ταύρων.

Η πράξη που σε θέλει ν’ αρπάζεις το ποιητικό όραμα αιώνων συνταιριάζοντάς το με τη μουσική μιας απρόσιτης ουτοπίας, με το βλέμμα του γερακιού που συνοψίζει την ανήσυχη όραση με την ορμητική βία της φαντασίας.

Παρατηρούμε τον ουρανό και τα σύννεφα. Το χώμα και τα αγκάθια. Τις γυναίκες και τους άντρες, τα μουνιά και τους πούτσους.

Παρατηρούμε την εκμετάλλευση. Τον ιμπεριαλισμό και τον κτηνώδη του πατερούλη. Παρατηρούμε όσους τραβάνε κουπί. Όσους καίγονται και όσους σφάζονται. Την εργατική τάξη. Το Άουσβιτς. Το Ισραήλ.

Παρατηρούμε όσους τραβάνε κουπί, ξέροντας πως, μόνο αυτός που δεν τραβάει κουπί έχει χρόνο να ταρακουνήσει τη βάρκα.

Ο διαφωτιστής του Κράτους των Ηδονών

diafot

Ο διαφωτιστής του Κράτους των Ηδονών αρχίζει να μιλά για την Αγάπη μ’ έναν τρόπο ζωντανό και γόνιμο, δηλαδή αναφέροντας τα μικρά πράγματα της καθ’ ημέραν ζωής που μας καθορίζουν, κάνοντάς μας λίγο πιο ανόητους ή λίγο πιο σοφούς, μαθαίνοντάς μας ακόμα και να γελάμε με τα παθήματά μας.

Ο διαφωτιστής του Κράτους των Ηδονών γνωρίζει πως η ολότητα της ζωής είναι συνδεμένη με την τραγωδία που την ολοκληρώνει.

Είναι αυτός που μέχρις εσχάτων έχει πλαστεί μέσα στο στοχασμό της ανθρώπινης περιπέτειας κάνοντας την Αγάπη πράξη, διδάσκοντας δηλαδή σε όσους τού μοιάζουν τη συνέπεια στην πράξη και όχι στη συμβολική της έκφραση.

Ο διαφωτιστής του Κράτους των Ηδονών με το πείσμα και τη σταθερότητά του μας οργανώνει για να πάψουμε να είμαστε, όπως οι λούμπεν φασίστες και οι μικροαστοί χριστιανοί, κουρέλια που τα περιφρονούν και τα εκμεταλλεύονται οι αντίπαλοί τους.

Ο διαφωτιστής του Κράτους των Ηδονών μας μαθαίνει πως Αγάπη σημαίνει το καθήκον που έχουμε να επιβάλουμε το πεπρωμένο στη μάζα εκείνων που απαιτούν από τους ανθρώπους ένα δουλικό τρόπο ζωής.

Αγάπη είναι η ενσαρκωμένη ανθρώπινη σκέψη που θέλει το ψωμί και την ηδονή για όλους, στήνοντας μια γιορτή όπου η μέθη και η ελευθερία της δεν θα είναι λιγότερο αποχαλινωμένες από το αίσθημα της τραγωδίας και της αγωνίας.

Αγάπη είναι η επιθυμία μας για αληθινή ζωή. Και αληθινή ζωή σημαίνει μοίρασμα των κόπων.

Αν δεν μοιράσεις τον ανθρώπινο κόπο σωστά τότε η αγάπη γίνεται εμφύλιος. Όλοι οι πόλεμοι είναι εμφύλιοι. Γεννήματα της στείρας χριστιανικής αγάπης που μας θέλει υπάκουους και δουλικούς μέσα στο μαντρί παραγωγής και εξυπηρέτησης των αναγκών του Κυρίου.

Ο διαφωτιστής του Κράτους των Ηδονών έδειξε με το δάχτυλο τους μικροαστούς ποιητές που αποζητούν τον έπαινο των σοφιστών και τους συνοφρυωμένους πότες που θέλουν να εγγραφούν στον μακρύ κατάλογο των καταραμένων, λέγοντας πως, αυτός που επιθυμεί αλλά αδρανεί τρέφει την πανούκλα.

Η άστατη πεταλούδα

Processed with MOLDIV

Το σώμα μας επιτρέπει να γνωρίσουμε τον κόσμο. Η ηδονή είναι εμπειρία αλλά και αντικείμενο γνώσης.

Μια φυσική επιστήμη της οποίας ο υπαρξιακός δόλος φανερώνει όλα τα ερωτικά ορνιθοσκαλίσματα που ξεθάβονται τις νύχτες στους υγρούς κήπους της αιωνιότητας που μας αναλογεί.

Η ηδονή ήταν πάντα ανατρεπτική, πλέκοντας νέους κοινωνικούς δεσμούς.

Η ηδονή ως κοινωνικό αγαθό και ως προνόμιο των μαζών. Ο κομουνισμός της ευχαρίστησης που ίδρυσε τα πιο ισχυρά σοβιέτ, ανοίγοντας την εποχή της ειρωνείας ενός βλακώδους και θρησκόληπτου κόσμου και την εποχή της κριτικής των πιο αναχρονιστικών αντιλήψεων και συμπεριφορών.

Η κοινωνικότητα, η ελευθεριότητα, η λογοτεχνία και η φιλοσοφία θεμελιώνουν τους νέους κώδικες και υποσκάπτουν την εξουσία για να τη θάψουν όσο γίνεται καλύτερα.

Η ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία της ηδονής και των δακρύων.

Αυτό το αμήχανο κάλος της ανακάλυψης του κορμιού μας που φέρνει τον Άλλο πιο κοντά, με όλα τα αργυρόηχα κουδουνάκια του οργασμού πέραν των οποίων δεν εκτείνεται παρά η άβυσσος της εξορκισμένης ασυνέχειας του ερωτικού παραληρήματος.

Η άστατη πεταλούδα κάθε ανήσυχου πνεύματος που ξέρει, πως, ο πιο άγριος πόλεμος είναι ο πόλεμος των ιδεών, αφήνει τ’ αυγά της μες στα βιβλία που καθιστούν την ασέβεια ιερή πράξη, καταγγέλλοντας με τον πιο κοφτερό τρόπο την μισαλλοδοξία και τις απαγορεύσεις.

Η ηδονή βρίσκεται πάνω απ’ τους νόμους. Γι’ αυτό υπάρχει ειδικό δικαστήριο γι’ αυτήν και ψυχιατρικό άσυλο με όλα τα κομφόρ της κακογαμίας.

Γυναίκες που πενθούν τη νιότη τους με σπασμούς και παράπονο, ακουμπώντας την κυρτωμένη τους ράχη στον εχθρικό τοίχο της πορνείας του γάμου.

Κορίτσια του κόσμου που μέσα απ’ το κλειστό τους μάτι αναρριχώνται στον τρομαχτικό τοίχο της αγρύπνιας και των ονείρων που βγάζουν αφρό απ’ τα έγκατα και σπασμούς απ’ τους χίλιους λόξυγκες του αιδοίου.

Άνθρωποι, εμείς, με σάρκα και οστά που θέλουμε να φτάσουμε στο πύρωμα, ξαναγυρίζοντας στο χάος που μας γέννησε όπου το κάθε τι δαγκώνει, γδέρνει, πορνεύεται και αιμάσσει.

Πέντε συν μια τύψεις για τον οργασμό

Stalin_468

1
Η γνήσια φιλελεύθερη πολεμική ασχολείται μ’ έναν και μόνο άνθρωπο, με αγάπη τόση όση νιώθει ένας κανίβαλος όταν κομματιάζει ένα βρέφος για να το φάει.

2
Ο αληθινός κουμουνιστής είναι ένας κυνικός αναρχικός.

3
Ο μικροαστός αναρχικός δέχεται τον ταξικό αγώνα και την αμφισβήτηση της ιδιοκτησίας θεωρητικά αλλά δεν μπορεί να δεχτεί τις πρακτικές πολιτικές τους συνέπειες.

4
Ο συνδικαλισμός είναι από τη φύση του ρεφορμιστικός. Οι επαγγελματικές σέχτες ήταν πάντα ο καρκίνος των κινημάτων. Ο θεμέλιος λίθος της σοσιαλδημοκρατίας που παραπαίει ανάμεσα στην υποκρισία και τη βαρβαρότητα.

5
Σε μια μη-καπιταλιστική κοινωνία, δηλαδή σε μια κοινωνία που δε στηρίζεται ολοκληρωτικά στο κέρδος και στη διαφύλαξη των κεκτημένων όσων κατέχουν τον πλούτο, η παράβαση και η παραβίαση των ορίων θα αποτελούσε την πυρηνική της λειτουργία, το γόνιμο πεδίο των αναγεννήσεών της.

6
Ούτε ικεσίες, ούτε νύχτες απελπισίας δίχως τέλος. Μόνο γέλιο. Το γέλιο του νικητή που είναι ο θρίαμβος του ανθρώπου πάνω στην ίδια του την ανικανότητα να φτάσει στον υπέρτατο στόχο του.

Ο Παν είναι ένας ζωντανός θεός

opan

Ο θεός Παν είναι εδώ ζωντανός. Πανταχού παρόν και τα πάντα πληρών. Τον βλέπω στον καθρέφτη μου και στους αντίποδες της γραφής που με θέλει σκυμμένο και υποτελή.

Γράφουμε έτσι κι αλλιώς για να αρέσουμε, μα ο Παν κατοικεί στη χώρα της ερωτικής λαλιάς.

Η βαθιά ανάγκη μας να αρέσουμε είναι πράξη υποταγής. Ο Παν δεν θέλει να αρέσει αλλά να Είναι.

Ο Παν δεν έχει φίλους ή εχθρούς, κοιμάται ήσυχος κι ακμαίος μέσα στο εξαίσιο σφρίγος της διάθεσής του για ζωή. Επισκοπεί τη φύση του ανθρώπου, γνωρίζοντας πως το μηδέν και το άπειρο είναι πλασμένα απ’ τα ίδια υλικά.

Ο θρίαμβός του είναι συριστικός ως επί το πλείστον, προσλαμβάνοντας αυτόχρημα τελετουργικό χαρακτήρα, κάθε που, η ιδιότροπη φύση της ομορφιάς θέλγει ολόκληρη την ύπαρξή του.

Ο Παν ρυπαρός και εξωλέστατος για τους υπαλλήλους ηθικολόγους του Κυρίου ημών ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής και θλίψης του ερωτικού σφρίγους των καυλωμένων σαρκίων, στέκεται στη μέση της ποιητικής φράσης ως εξόριστος ηγεμών, άρτι παραδοθείς στην αλγεινή βακχεία της καθημερινής ανθρώπινης επαφής.

Ο Παν βρίσκεται στον αντίποδα της διδασκαλίας του Χριστού. Ο Χριστός έστησε ένα μονοπώλιο θαυμάτων και ένα μονοπώλιο μεταφυσικής του καλού και του κακού.

Ο Παν γνωρίζει από τι πάστα είναι φτιαγμένοι οι προφήτες που αμολά ο εξουσιαστής-πλούτος στις μάζες μαζί με τα σκυλιά του.

Γνωρίζει πως οι διδασκαλίες του Χριστού θα συντριβούν μες στην αθώα τέρψη της καλοζωίας του εκμεταλλευτή.

Γνωρίζει πως οι δέκα εντολές είναι η μαστροπία της ανθρώπινης φύσης και πως οι κανόνες αυτοί, φτιαγμένοι θαρρείς απ’ τον πυρωμένο ήλιο, θα λιώσουν το κερί των φτερών κάθε ανάγκης.

Ο Παν γνωρίζει πως οι διδασκαλίες αυτές σ’ έναν κόσμο ανταγωνισμού και εκμετάλλευσης είναι κάτι σαν βιολογική αυτοκτονία.

Η άλλη όψη του ολέθρου, όπου το ελάφι ψάχνει τη λεοπάρδαλη για να προσφέρει το λαιμό του στα κοφτερά της δόντια και τα πουλιά ψάχνουν την τρύπα της κάνης για να ξεψυχήσουν μπροστά στις μπότες του κυνηγού.

Η άλλη όψη του ολέθρου όπου ο τρίτος κόσμος ξεσκατίζει τον πολιτισμό που τον κρατά στα σκοτάδια και τη χολέρα για να βγάζει λεφτά και φιλάνθρωπες σέλφις μακρινού ματωμένου μέλλοντος.

Κανένα είδος ζώου δεν θα μπορούσε να επιζήσει αγαπώντας τους εχθρούς του. Ο δούλος που αγαπά τον αφέντη του είναι σάπιος και εκφυλισμένος μέχρι το κόκκαλο. Ο Παν το ξέρει αυτό καλά, γι’ αυτό είναι επαναστάτης.

Ο Παν είναι ο μπολσεβίκος της ανθρώπινης ανάγκης για χαρά και ελευθερία. Μιας ανάγκης αδιαπραγμάτευτης.

Κεφαλάκια σπίρτων μέσα σ’ ένα κουτί. Έτοιμα να πυρακτωθούν δια της τριβής, έλκοντας με όλη τους τη σπιρτάδα τη γενναιόδωρη λαχτάρα της συντριβής από έρωτα και δικαιοσύνη.

Σώματα ασφαλείας Ή Έρως Πλατωνικός

erosplato

Ο Πλάτων είχε ψυχολογία ιδιοκτήτη σκλάβων. Οι ιδιοκτήτες σκλάβων είχαν ανάγκη από συγγραφείς, όμως τους μετέτρεπαν σε σκλάβους (πολλοί συγγραφείς είχαν πουληθεί στη σκλαβιά, στην ιστορία υπάρχουν πολλά παραδείγματα), ή τους κυνηγούσαν όταν οι συγγραφείς δεν υπηρετούσαν καλά το σύστημα της δουλείας.

Μετά τον Πλάτων ανέλαβαν οι χριστιανοί αυτή την υπηρεσία.

Ο απόστολος Παύλος διατυμπάνιζε πως η ανθρώπινη φύση φέρει ανεξάλειπτα μέσα της το στίγμα της έκπτωσης και του κακού, διαμορφώνοντας μια γραμμική αφήγηση κατά το ιουδαϊκό πρότυπο, οδηγώντας σ’ έναν έσχατο σκοπό εκτός ιστορίας. Τη λύτρωση.

Μια λύτρωση που επεδίωξε με τις απαγορεύσεις το καχύποπτο μάτι του χριστιανού ηθικολόγου που διέβλεπε πάντα μέσα στα αθώα σκιρτήματα της ανθρώπινης ψυχής, το στίγμα των άγριων παθών και τη ζοφερή κληρονομιά του προπατορικού αμαρτήματος.

Ο Αυγουστίνος προχώρησε ακόμα πιο πέρα αναγνωρίζοντας πως ο άνθρωπος είναι πρωτίστως Επιθυμία, η οποία εμφανίζεται με τρεις αποτρόπαιες όψεις.

Αισθησιακός πόθος, δίψα για γνώση, βούληση κυριαρχίας.

Την αγία φροϋδική τριάδα που επηρέασε συθέμελα την δυτική σκέψη καρφώνοντας το ανθρώπινο σώμα πάνω στον καμβά μιας απαισιόδοξης ανθρωπολογίας.

Στόμα, τουτέστιν δίψα για γνώση, άρα μετουσίωση της στοματικής απληστίας. Κωλοτρυπίδα, δηλαδή βούληση κυριαρχίας συνδεόμενη άμεσα με τον πρωκτικό χαρακτήρα, δηλαδή με τον κωλοπαιδισμό. Πούτσος, δηλαδή πόθος.

Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα.

Η Ζωίτσα και ο λεοντόκαρδος Θανατούλης

laskari.jpeg

Ο παλιός καλός ελληνικός κινηματογράφος δεν ήταν ούτε παλιός ούτε καλός. Ήταν απλά αντιδραστικός.

Τα μετεμφυλιακά δόγματα της κομμουνιστοφάγου δεξιάς έλαβαν σάρκα και οστά στο σινεμά που πιπίλιζε την επιθυμία της μεσαίας τάξης για μεγαλεία.

Καρικατούρες ανθρώπων, σπίτια με δούλες και υπηρέτες, αφεντικά δύστροπα αλλά με κρυμμένη ανθρωπιά και ευαισθησίες, σεμνοκαυλωμένες κοπέλες και άλλα σημεία και τέρατα της εποχής.

Στο πανί έπαιζε δράμα ή κωμωδία μα στο διπλανό δρόμο γινόταν μια δολοφονία. Ο λαός γελούσε ή έκλαιγε, διασκεδάζοντας την φτώχεια του με λατέρνα και φιλότιμο μα στην ασφάλεια βασάνιζαν ανθρώπους.

Ήταν η εποχή που το πρωτόγονο λάιφ στάιλ με τους χασάπηδες παραγωγούς και τους παρδαλούς σκηνοθέτες τρύπωνε μια και καλή στη λαβυρινθώδη λαϊκή συνείδηση που δεν μπορούσε να συνέλθει απ’ τις φονικές σφαλιάρες και τη βαρβαρότητα των πολέμων.

Ο κόσμος και ο κοσμάκης ξαναγινόταν νοικοκύρης και το πρότυπο του πρωτευουσιάνου μεσουρανούσε στον καθημερινό μπερντέ κάτω απ’ τον οποίο κάποιοι έκρυβαν και ξέπλεναν τα εγκλήματά τους.

Έκτατα στρατοδικεία και πολιτικές δολοφονίες, φτώχεια και κακομοιριά. Χωριά παρατημένα στους χίτες κι ένας κρατικός μηχανισμός παραδομένος στην αναίσχυντη ελληνική αστική τάξη.

Ο φτωχός, πλην τίμιος νέος, που με τη δουλειά θα προχωρήσει μπροστά. Ο καλός και ο κακός. Ο όμορφος και ο άσχημος. Τα δίπολα της συμφοράς και της χαζοχαρούμενης αμερικανιάς που φυσούσαν μέσα απ’ τα κλιματιζόμενα επιχορηγούμενα πάνσεπτα δώματα.

Χορηγίες και ιδρύματα που ο θείος Σαμ με άκρως χειρουργικό τρόπο διακονούσε στην ελληνική μπανανία.

Το δολάριο και τα ναυτάκια. Η πουτανιά σε όλο της το μεγαλείο. Οικογένειες, παπάδες και χωροφύλακες.

Ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος υπήρξε το κινίνο του λαού στα χρόνια της χούντας. Το μεγάλο σχολείο που έθρεψε γενιές νεοελλήνων που τα’ χουν παντελώς χαμένα. Τέκνα της κλαδικής του πασόκ, νοσταλγοί του Μεταξά, αριστεροί που αυτομόλησαν στο κέντρο, κεντρώοι που γέμισαν τη μπάκα τους και έγιναν στρατιώτες της ελεύθερης αγοράς, σάπιοι διανοούμενοι νεοορθόδοξοι έτοιμοι να πουλήσουν τη μάνα τους για τα μαγαρισμένα φράγκα.

Σαββόπουλοι και λοιποί που πουλούσαν με την οκά επαναστατικό ρομαντισμό σε νέους που νόμιζαν επανάσταση το να μη φοράς σουτιέν.

Σαββόπουλοι και Δοξιάδηδες που μπορούσαν εν μια νυκτί να εκτελέσουν καλλιτεχνικά και ηθικά μια Φρίντα Λιάπα ή ένα Θόδωρο Αγγελόπουλο.

Μα στο τέλος, οι εργάτες αυτού του σινεμά ξεψυχούν μες στα καθιστικά μας.

Ζωίτσες πρησμένες απ’ τα μπότοξ, Αλίκες βυθισμένες στην κατάθλιψη, Δημήτρηδες αλκοολικοί κι οι Μπάρκουλοι εκμηδενισμένοι, μακριά απ’ τα κορίτσια, ξερνάνε μέσα στην χέστρα της τηλεόρασης όλη τους την κακοζωία και όλους τους κλασμένους μύθους και τα παραμύθια της παραμυθιασμένης μας ζωής.

American dream

trumpusa

Τα θαύματα κοστίζουν. Κοστίζουν σε ζωή, σε ομορφιά, σε νιότη, σε αθωότητα, σε χαρά και ελπίδα.

Οι επαγγελματίες θαυματοποιοί ξέρουν πόση εργατική δύναμη χρειάζεται για την υπέρβαση των ορίων. Για να φτάσεις το θαύμα πρέπει να λιώσεις την τάξη εκείνη που δεν έχει συνείδηση της δύναμής της.

Τα οικονομικά, τα πνευματικά και τα άλλα λοιπά θαύματα έχουν πόνο και αίμα. Στηρίζονται πάνω σε μια νοσηρή αντίληψη περί ανθρωπισμού και σε μια ηθικολογία της στάνης.

Πόσα τράβηξε άραγε ο άνθρωπος στο όνομα του ανθρωπισμού απ’ τους ανθρώπους, ανατινάζοντας πολλές φορές το Είναι του μέσα σ’ ένα ανυποχώρητο και αμείλιχτο σπάραγμα, όπου, χάνει τον έλεγχο του μυαλού και του κορμιού του σφαδάζοντας και ουρλιάζοντας!

Πόσες φορές οι βρωμερές θρησκείες δεν εξέθρεψαν απέχθεια για τη σεξουαλικότητα, εκφυλίζοντας την ανθρώπινη φύση, φτιάχνοντας μηχανές παραγωγής θαυμάτων και υπάκουους καταναλωτές μεταφυσικής βλακείας!

Μα όταν ο κοινωνικός εμφύλιος φτάνει στο αποκορύφωμά του, διαπιστώνει κανείς, πως, η πλειοψηφία δεν τον ήθελε.

Η πλειοψηφία είναι βουβή. Σμιλεμένη απ’ τους θαυματοποιούς του τηλεοπτικού άμβωνος. Πολίτες που έχουν υποστεί λοβοτομή κάθονται μέσα στα οικογενειακά ενδιαιτήματα εγκλεισμού παρακολουθώντας άλλους ανθρώπους, αλλού, μέσα σε κελάρια, ενώ οι βόμβες μεταμορφώνουν τις πόλεις σε ωκεανούς φωτιάς.

Ο Φύρερ που δεν απέκρυβε τους σκοπούς του μιλούσε για μια γιγαντιαία πάλη που δεν έχει υπάρξει ποτέ άλλοτε.

Οι καπιταλιστές ξέρουν πως τα μεγάλα εργαλεία πολέμου και οι υποκινητές του ολέθρου αναδύονται μέσα από θριαμβευτικές πλειοψηφίες με εκλογές και δημοκρατίες. Και στον επίλογο γράφονται οι ιστορίες και οι λογοτεχνίες.

Μελωμένα δράματα των λεγόμενων αθώων πολιτών που θα διαβάζονται αργότερα στην παραλία.

Εκεί όπου θα λούονται οι απόγονοι των νικητών και των νικημένων.

Μόνο κάποιες γυναίκες θα μένουν πίσω, αβοήθητες, αναζητώντας στα ερείπια μια χούφτα αλεύρι και λίγες πατάτες. Γέροι που σκαλίζουν τα αποκαΐδια των σπιτιών τους. Άντρες εξαντλημένοι, σαν τα σαλιγκάρια που έχασαν τον προορισμό τους και θάβουν τώρα μέσα στους υγρούς λάκκους τους νεκρούς τους.

Το περιβόλι της Παναγίας Ή Ο οργασμός είναι γλυκύτερος απ’ το θάνατο

hieronymus-bosch-touched-by-the-devil-review

Όλες οι μανούλες που χαϊδεύτηκαν απ’ τον θεσπέσια καταναγκαστικό ολοκληρωτισμό της αγάπης, πιστεύοντας το κήρυγμα ως το καρπώδες προϊόν της αλήθειας μες στην αδυσώπητη αξίωση του χρόνου για αναπαραγωγή και μόνο, τώρα, δεν μπορούν να κόψουν ούτε ένα φυλλαράκι δυόσμου απ’ το περιβόλι της Παναγίας.

Η μεγαλύτερη απρέπεια και η μεγαλύτερη προσβολή της χούντας των αντρών είναι η απαγόρευση που επιβλήθηκε στα όντα αυτά που φέρουν σχισμή και αλλόκοτα υπερφυή μύστακα.

Η σχισμή των γυναικών ήτο πάντα επικίνδυνη αφού απ’ αυτήν ξεμπουκάρουν εν αφθονία, όντα που δεν γουστάρουν τις απαγορεύσεις και όντα που χαίρονται τα κορμάκια και τα μυαλά τους.

Ο τράγος δυνάστης του κατηχητικού και της ανθρώπινης αγωνίας έχει φτιάξει μια σιδερόφραχτη περιφέρεια γύρω απ’ την κτήση που του πρόσφερε ο αυτοκράτορας για τις δουλικές του υπηρεσίες.

Έφτιαξε έναν τόπο του θεού απ’ τον οποίο απαγόρευσε το θεό.

Δεχόμεθα εδώ, λένε οι βιβλικοί ατσίδες της μόνωσης και της προσευχής, δολοφόνους, καταδότες, αεριτζήδες, αλλά δε δεχόμεθα γυναίκες.

Όποιο ανθρώπινο ον έχει μουνί είναι εξ’ ορισμού εξόριστο κι ανεπιθύμητο εδώ εις την παριά των φληναφημάτων της δήθεν κοινής ζωής και συμβίωσης.

Η παρείσακτη γυνή δεν αναγνωρίζεται ως άνθρωπος στην κοινωνία των μαϊμούδων του ιερατείου που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η υγεία του σφιγκτήρα της.

Σπαταλημένες ανεμώνες και καμένα χωράφια, ηλιοτρόπια και παραβολές, Άδης ατέρμων για τα αδρά στήθια της μητρότητας.

Ο ευνούχος μιλά από άμβωνος για τη συνουσία. Ο αέρας και το νερό γίνονται συστατικά ενός κατά παραγγελία θαύματος. Λύπη και πόνος.

Με όλο τον ποιητικό ντετερμινισμό της μεταφυσικής η θρησκεία χώρεσε τους πλούσιους και τους φτωχούς στον ίδιο ντενεκέ ηθικού βίου και συνύπαρξης.

Μαγάρισε τις λέξεις και το ψωμί που δαγκώνεις όταν λες τη λέξη ψωμί. Απέβαλε τη γυναίκα απ’ την αποστειρωμένη αντρική κυριαρχία κι αντί το περιβόλι της Παναγίας να γίνει τόπος του θεού, δηλαδή τόπος ερωτικός και μακάρια οργασμικός, έγινε τόπος δολοπλόκων γερόντων και ακραίως ψυχικά νοσούντων υπάρξεων, μαζί πάντα, με τις φαλλικές κεφαλές που φέρουν αυτοκρατορικές μήτρες και χρυσά μολυσμένα κτερίσματα απ’ τις αποικίες που βεβήλωσε ο σταυροφόρος.

Μια σπουδαία εκδήλωση αγάπης προς το θεό θα ήταν η μαζική εισβολή γυμνών γυναικών στην χερσόνησο του Άθω.

Να μπούμε όλοι εκεί και να εισβάλουμε μαζί τους, ως ζεύγη και ζευγολάτες της ερωτικής χαράς.

Να δούμε τι είδους μουσική γεννούν τα κορμιά μας μέσα στον παράδεισο από λουλούδια και πεταλούδες.

Να ψάλουμε την αιώνια κίνηση απ’ τα ιερά των νυμφών. Την τρομερή θεϊκή ορμή του σπερματόσπορου μέσα στην γόνιμη θηλυκή γη.

Μαριονέτες και κατοικίδια

kefalia

Η ποίηση είναι η γενετήσια ορμή της γλώσσας. Τα θλιπτά όρια μεταξύ γλώσσας και πράξης. Η πιο κρυφή αλήθεια που φανερώνεται μέσα στις ανθρώπινες επαναστάσεις, των οποίων, το φυτίλι, πυροδοτεί ο ποιητικός λόγος.

Οι επαναστάσεις στηρίζονται στο Λόγο διότι μόνο ο λόγος είναι ικανός να οργανώσει την ανατροπή μιας δομημένης εξουσίας. Απ’ την άλλη, η εξουσία αναπτύσσεται και τείνει πάντοτε να δρα εκτός Λόγου.

Η εξουσία δεν είναι μόνο κάτοχος της δύναμης, δεν παριστά μόνο την απτόητη βούληση που υπερασπίζει τα συμφέροντά της με κάθε μέσο, αλλά μπορεί όλα τούτα και τα κρύβει κάτω από ένα πέπλο μυστηρίου.

Ιστορικά φαντάσματα, σύμβολα, θρησκευτικοί δογματισμοί, περιδινούνται όλα ώστε να σχηματίσουν στο τέλος μια δύναμη που υποδύεται χίλιες μορφές και εκφράζεται με αναρίθμητους τρόπους.

Ότι δεν μπορεί να ξεριζώσει ή να το αλλοιώσει η εξουσία το κάνει όργανό της.

Η εξουσία όμως σαγηνεύει και σαγηνεύεται. Χρειάζεται απαραίτητα ένα ιδεολόγημα που θεωρεί τις πολύχρωμες αποχρώσεις της επιφάνειας πιο σημαντικές απ’ την ουσία που κρύβεται στο βάθος των πραγμάτων.

Προτιμά να συναγελάζεται με ηθοποιούς, χορευτές, μάγους της επικοινωνίας και του θεάματος, καλλιτέχνες γενικότερα, επειδή της αρέσουν πάντα τα σκληρά παιχνίδια.

Όσο για τους συγγραφείς, τους ποιητές και τους στοχαστές που αντλούν απ’ τον πολτό των ανθρώπινων αδυναμιών, ένοχοι πάντα μιας παρεξηγημένης ευαισθησίας, η εξουσία γνωρίζει καλύτερα απ’ αυτούς ότι η διανοητική σκέψη και τα παρελκόμενά της είναι ο πιο επικίνδυνος αντίπαλός της και την τρέμει όπως ο διάολος το λιβάνι.

Απ’ την άλλη, οι ποιητές ιδίως στην σημερινή εποχή της τρεχάλας και της φρενόπλυσης, υποτιμούν συνήθως, την μακροπρόθεσμη δύναμη της γλώσσας τους και γι’ αυτό έχουν την τάση να συγκατανεύουν και να παλινδρομούν.

Η εξουσιαστική γλώσσα παρότι διαθέτει αρκετές σειρήνες σημαίνει αναποφεύκτως την αποδυνάμωση και την εξουδετέρωση του ποιητή.

Όπως στον ψυχισμό του ανθρώπου υπάρχει η παρόρμηση του θανάτου, ως αντανάκλαση της φυσικής φθοράς που συντελείται γύρω του, έτσι και η εξουσία μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον μαγνητίζεται και τελικά ταυτίζεται με τον θάνατο και την καταστροφή.

Η εξουσία κατέστησε τους καταραμένους ποιητές παιδιά της. Έφτιαξε μύθους και έστησε μουσεία. Παραχάραξε το ποιητικό θαρραλέο Εγώ, όσων κατάπιε το μαύρο σκοτάδι, κάνοντάς το αδύναμο τυφλοπόντικα κρυμμένο στα υπόγεια του περιθωρίου.

Έφτιαξε τους δήθεν προνομιούχους, οι οποίοι ομφαλοσκοπούν και ομφαλοσκοπούνται, έχοντας το ρόλο του θεατή, παίζοντας με την υστερική τους τύφλωση μέσα στα στεγανά της ψευδούς μαρτυρίας και της αυταπάτης που προσφέρουν παντοιοτρόπως οι τυραννίες και τα δεινά κάθε πίστης.

Αν η μόνη πίστη ήταν η έρευνα, τότε η πίστη θα ήταν απελευθερωτική και η ποιητές τους οποίους μουμιοποιεί το κατεστημένο ως προφήτες του θα ήταν σπερματόσποροι του δαίμονα της αλλαγής.

Της αλλαγής που πλανιέται σαν λυσσασμένο κόκκινο φάντασμα, όχι πάνω απ’ τη γηραιά και κουρασμένη Ευρώπη, αλλά πάνω απ’ ολόκληρο τον κόσμο.

The show must go on!

saumast

Ο άντρας υπήρξε πάντα ο εγγυητής της ωμότητας. Πιο ισχυρές, απ’ όλα τα στρεβλωτήρια και τους τροχούς, υπήρξαν οι πράξεις του.

Δούλεψε την επιστήμη της Κυριαρχίας με σπουδή καταφέρνοντας να τσακίσει το θαύμα της προσωπικότητας.

Έφτιαξε τη γραμμή και την πειθαρχία, τον έλεγχο και το εύκολο χρήμα. Χωνεμένος από μια βρομερή πάστα δουλείας, τυραννίας, φετιχισμού, φόβου, ματαιοδοξίας -και άγνοιας.

Ο άντρας είναι το πολυκερματισμένο όν. Πάντα καταβυθίζεται, πάντα βουτάει εκεί, στην ανοιχτή πληγή. Στην κακοφορμισμένη αισχρή φρίκη. Δουλικός και βλαμμένος. Κάνει αυτό τον τρελό πολιτισμό να μοιάζει με κρατήρα.

Όλα τα πεινασμένα, απεγνωσμένα πνεύματα που ξεφύτρωσαν απ’ τα αντρικά κορμιά ξεσηκώνοντας τους φτωχούς και τους καυλωμένους λύγισαν απ’ την άγρια κατάρα, τη βρισιά και την ηθική παράλυση.

Η ιστορία τού άντρα έχει τις ρίζες της στο μακελειό. Ο Ιησούς των εβραίων και των θρησκόληπτων σκλάβων ήταν άντρας. Ένας θεός σε απόγνωση, δηλαδή η απόγνωση του άντρα.

Αυτός που σταυρώθηκε απ’ τους άντρες γεννήτορές του μέσα σ’ έναν ήδη φθαρμένο και γυαλισμένο κόσμο, πεταμένο σαν το κρανίο ενός λεπρού στην έρημο της ανθρώπινης εγκατάλειψης.

Αυτός που δίδαξε την αγάπη που δεν διδάσκεται. Γιατί η αγάπη που σου δείχνει με το δάχτυλο ο ισχυρός ανήρ και ο τραγόμορφος κατηχητής μετατρέπεται σε χολή και ο ίδιος γίνεται μάστιγα και φραγγέλιο, απλώνοντας στην Αγορά όλων των συναντήσεών μας το πέπλο τού πένθους και της απαγόρευσης.

Κι είναι ο ισχυρός αυτός άντρας που έπλασε μέσα στους σκοτεινούς αιώνες τη γυναίκα. Το πιο βάναυσο απ’ τα υποδουλωμένα θηρία.

Ναι, βλέπω γυναίκες με χοντρούς εκδικητικούς πούτσους γύρω μου. Γυναίκες που ξέρασαν τα μουνιά τους απ’ το στόμα και άλλαξαν το φύλλο τους, γυναίκες σπουδαγμένες στην αντρική Κυριαρχία και την φθονερή μισανθρωπία τού « ἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων».

Γυναίκες που στέγνωσαν τη φύση τους στους κοινούς τόπους δουλείας με τον άντρα, ακούγοντας απ’ τα κοινωνικά μεγάφωνα ιαχές. Η ταχύτητα είναι εξουσία. Παίξτε το παιχνίδι. Κόψτε των παιδιών σας τα τσουτσουνάκια. Αντιστέκονται στον αέρα και την ταχύτητα. Στην αριστεία και στο κέρδος που σέρνει πίσω της. Παίξτε μανούλες το παιχνίδι των αντρών. The show must go on!

Rest in Peace

rest

Μόνο ένα πράγμα είναι τόσο ενθουσιαστικό σ’ αυτόν τον απαράμιλλα μάταιο κόσμο. Η επαφή με τις δυνατότητες του μυαλού.

Το αίσθημα της απέραντα σπλαχνικής ύπαρξής μας που διαπερνά τη συγκίνηση της γνώσης και φτάνει στη δράση. Εκεί που η ζωή και η συνείδηση ταυτίζονται απόλυτα κι λύκος κι η αρκούδα συμμετέχουν στο γίγνεσθαι όπως συμμετέχω κι εγώ.

Η σάρκα σας, Κυρίες μου, περιμένει πάντα σε μια υγρή ακτή από γέλιο και πόνο. Τον άρτο τον επιούσιο περιμένει και το σπασμό.

Θα με συντρέξετε εσείς ν’ απανθρακώσω τις λέξεις. Να βρω το νόημα που έχασα όπως η θλιμμένη κατσαρίδα βρίσει ένα αμύγδαλο και το μασουλά.

Είναι ο ουρανός που πρέπει να τον μάθουμε ψηλαφώντας με τα δάχτυλα την άοκνη απεραντοσύνη του και τ’ αποφάγια της χθεσινής νύχτας. Τους μετέωρους αστέρες που τυλίγω με το μαντηλάκι του θανάτου.

Ιδιότροπες πένες στο συμπαντικό μελανοδοχείο και λίγη σοκολάτα με κονιάκ για τη θλίψη που φτάνει στο μεδούλι.

Και διαβάζω με τα χείλη εσένα, θύελλα ζωντανό ζώο, ξέσπασμα της πιο χαζούλας ξανθιάς Αφροδίτης που κάνεις τη σκληρή μελλοντική γραφή μου αφρό πάνω στο στιλπνό δέρμα του κόσμου που ψάχνει το αληθινό του πρόσωπο.

Τα πάντα είναι στοιβαγμένα μέσα σε μια στιγμή. Όχι ένα άνυδρο πεδίο υγείας και ανέσεων, αλλά ένας γαλαξίας με γενναιόδωρα μεγαλιθικά μαστάρια που ταΐζει τις τρυφερές μας ψωλές για να σχηματίσουμε τον κόσμο μες στο μενεξεδένιο φως των άστρων, αναδίδοντας μιαν άγρια φιλήδονη φλόγα.

Ένα λυρισμό από αίμα και πύον.

Αγάπη για να συνάξεις τα κομμάτια των βασανισμένων, σφάζοντας μια για πάντα αυτό το ψευδόμενο μένος της αριστείας.

Κυρίες του καλού κόσμου και του παστρικού χαμού, στα πιο μύχια σωθικά σας εναπόθεσα την κακοφορμισμένη αισχρή φρίκη. Νόμους, κυβερνήσει, κώδικες, αρχές, τοτέμ, ταμπού, ορθοδοξίες.

Εγώ ξέρω σε πιο καθαρτήριο θα σας ξαναβρώ!

Κάτω απ’ τον ήλιο

venus

Στη γλωσσική μας δραστηριότητα υπάρχει μια παρόρμηση θανάτου, ή αλλιώς, μια σιωπηλή δύναμη η οποία διαρθρώνει τον παρορμητισμό μας προς έναν κώδικα κοινωνικώς αποδεκτό.

Οι μηχανισμοί αυτολογοκρισίας είναι δεμένοι στους τροχούς των αισθημάτων μας και στην τελειωτικά φθαρμένη μας φύση απ’ τον εκφυλισμό του σεξουαλικού ενστίχτου.

Οι αυτοαποκαλούμενοι ποιητές νοιάζονται αποκλειστικά και μόνο για το πώς θα αρέσουν κι όχι για το πώς θα ευχαριστήσουν ή για το πώς θα ευχαριστηθούν.

Η ηδονή αποστειρώθηκε με χειρουργικό τρόπο απ’ την ακαδημία και το κατεστημένο της βιομηχανίας του θεάματος.

Η καύλα θα εκφραστεί με αρλούμπες και θα πιαστεί στα δίχτυα μιας βίωσης αναμφισβήτητα αγχογόνου και καταθλιπτικής.

Οι λέξεις αντί να γίνουν πνοή για τα αγγελικά φλάουτα της συνουσίας και της βίας που έχουν ανάγκη τα κορμιά για να υπάρξουν, γίνονται φίμωτρα των συν-θλιμμένων και αποδιοπομπαίων ζωντανών.

Ο Βιτγκενστάιν τελειώνει το «Tructatus logico-philosophicus» με μιαν αντιδραστική αποστροφή που λέει: «Για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς γι’ αυτά πρέπει να σωπαίνει».

Όμως η επαναστατική σκέψη που μαθαίνει απ’ τη ζωή των μυρμηγκιών και των σκύλων, έχοντας μιαν άκρως φυσιοκρατική θέαση των πραγμάτων, λέει χωρίς περιστροφές: «Για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς γι’ αυτά πρέπει να μιλάει».

Ο Βολταίρος μπορούσε να εκφράζει μερικές από τις πιο προχωρημένες ιδέες του στέλνοντας επιστολές στη Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας, τουτέστιν μιαν από τις πιο δυνητικές του αντιπάλους και φαντασιωτικές ή πραγματικές ενδεχομένως δημίους των απόψεών του και της ίδιας του της κεφαλής.

Ο Λένιν ανέπτυσσε εντατικές επαναστατικές δραστηριότητες στη Βέρνη της Ελβετίας, την πρωτεύουσα του διεθνούς καπιταλισμού, μέχρις ότου οι συνθήκες του επιτρέψουν δι’ ερυθρού τάπητος, να περάσει τα σύνορα της Φινλανδίας και να μετατρέψει την Αγία Πετρούπολη σε Λένινγκραντ.

Ο Αντρέας Εμπειρίκος κάτω απ’ τη μουσούδα του καθεστώτος των Σεφέρηδων έγραφε για ψωλίτσες και μουνάκια και παγκόσμια ερωτική δικαιοσύνη, χαράσσοντας πάνω στα φλεγόμενα όνειρα-που η σκουριά και η τεφρώδης άμμος του μεγάλου πολέμου κιτρίνιζε δια παντός-την ουτοπία του και την προσωπική του μυθολογία.

Και δεν πρέπει ακόμα να παραλείψω να πω, πως, τα πάντα σ’ αυτή την πόλη των ιδεών, της αποχαύνωσης και του καύσωνα, συμβάλουν στο να δώσουν στη λάμψη της κάτι το τόσο αισθησιακό ώστε, όταν περνούν απ’ τους πυρακτωμένους δρόμους τα κορίτσια, οι γυναίκες και τα θηλυκά, σαν κύκνοι που διασχίζουν τον αέρα, πολλές φορές βλέπουν τους πούτσους μας να σηκώνονται μες στα παντελόνια.

Τριβείον Ελαίου και Μούργας

trivion

-απόσπασμα –

Η σχισμή της ήτο έξαλλη και αινιγματική. Σχεδόν μια γεωμετρική πυράκτωση, που τα ούρα και οι τριχούλες αυτού του γλυπτού ερωτικού βούρκου, έμοιαζαν με σημείο σύμπτωσης της ζωής και του θανάτου.

Άμεσα αναγνωρίζω τη ζωή απ’ τις μυρουδιές της, χωρίς να υπάρχει μύηση ή φώτιση στο γυμνό ουρανό νιώθω την εσώτερη οδύνη και τη στύση μου να ψηλαφούν τις εσοχές και τα κειμήλια της αβύσσου.

Μέσα σε κείνη τη σχισμή είμαι ένα ον μοιρασμένο ανάμεσα στην ομορφιά και την ασχήμια, το καλό και το κακό, ιδρωμένος δράκος ως το μεδούλι και ξαναμμένος, ένας μικρός θεός που όταν καθρεφτίζομαι στο μουνί της είμαι ο Μέγας Σατανάς αυτοπροσώπως και το πελώριο σεξουαλικό καντήλι που θα το σβήσει κάποτε το αεράκι της φθοράς.

Με σκέφτεται η σχισμή της κι ο κώλος της κοιμάται.

Αυτή η βλάσφημη τρύπα με το απέραντο σφρίγος της και τα λυρικά της τρυφερά μέρη γύρω απ’ το κρατήρα που τραντάζει τον κορμό της και με παροξυσμική παραφορά ταρακουνάει τον κόσμο ολόκληρο.

Αγάπη και μίσος, έλεος και οργή, αίμα και πύον. Σύνοδοι πλανητών και συνουσίες αδέσποτων σκύλων.

Τι είναι ο πόλεμος, η σφαγή, ο τρόμος όταν η νύχτα προβάλει πάνω στη μαύρη τσόχα της απεραντοσύνης την έκσταση μυριάδων ήλιων εκτυφλωτικών;

Και τι είναι το σάλιο που στάζει στον ύπνο μου και τα υγρά κι η ασυντόνιστος ρεύσις, αν όχι η ανάμνηση των σπειρωμάτων των άστρων που με εξώθησαν στη μουσούδα αυτής της σχισμής;

Αυτής της σχισμής που ακόμα κι όταν γίνει χαίνουσα πληγή, αποσχηματίζοντας την υγρασία του ερωτικού ενστίχτου, ακόμα κι αν δε γεννά τίποτε, παρά μόνο βατράχια, νυχτερίδες, σκότη και κατακλυσμούς.

Terra Nuova

εμπειρικος-

στον Νάνο Βαλαωρίτη

Περνώντας το ποτάμι, ο Άγιος Αντρέας ο Εμπειρίκος, διαβαίνοντας το διάσελο, βρήκε ξαφνικά μπροστά του την πόλη Ελμπασάν, τις αλαβάστρινες πύλες της, διάφανες στο φως του ήλιου, τους κοραλλένιους της κίονες και τις γυάλινες κόγχες της, σαν ενυδρεία όπου κολυμπούν σκιές χορευτριών με τ’ ασημένια λέπια τους.

Βρήκε αθώα κοριτσάκια σε σχήμα μέδουσας και τυφλούς εραστές κάτω απ’ τις φούστες να ψάχνουν στ’ απόκοσμα ανάκτορα τη ρωγμή στη μέση του ματιού.

Βρήκε χρυσόδετα λεξικά της αρχαιότητος γεμάτα κώλους, βυζιά και μουνάκια.

Βρήκε στρατηγούς να μαλακίζονται με πτώματα και υγρά αγόρια να γαμούν τη μαμά τους.

Βρήκε επαύλεις Ρωμαίων και σκακιέρες με σπλήνες και συκώτια και σκατό με αίμα.

Βρήκε κυρίες της αυλής να ρουφάνε το τσάι τους στα σκοτεινά σπήλαια του οισοφάγου, όπως ρουφούσαν οι δούλες στις αποικίες το σπέρμα των γονιών τους.

Βρήκε ξύλα και βίδες για να φτιάξει την κιβωτό της λαγνείας και το πλοίο που θα μεταφέρει την άπληστη λειτουργία του γαμησιού στην αγκαλιά του θεού.

Βρήκε μαγνήτες για τις ερωτικές πυξίδες που οδηγούν τους αθώους στις αλμυρές Πλειάδες και βρήκε χείλη γυναικών δίθυρα, σχισμένα στα δύο σαν τους βολβούς που γλείφουν οι καυλωμένοι χοίροι στις Ακαρνανικές ακτές.

Βρήκε εικονίσματα του Στάλιν να τα κρατούν οι τρομαγμένοι σφιχτά για να περάσουν το βάλτο που οδηγεί στις στέπες.

Βρήκε το διάολο μες στις κοιλιές των γυναικών που ανακάτευαν τα χύσια των βιαστών τους όπως ο χτίστης ανακατώνει το γαρμπίλι του.

Βρήκε όλων των ειδών τα εγκλήματα κι ανακάλυψε πως κανείς άλλος δεν μπορεί να μας πληγώσει, παρά μόνο εκείνοι που αγαπάμε.

Περνώντας το ποτάμι, ο Άγιος Αντρέας ο Εμπειρίκος, διαβαίνοντας το διάσελο, βρήκε ξαφνικά μπροστά του την πόλη Ελμπασάν και κατάλαβε κιόλας ότι πόλεις σαν κι αυτή έχουν και την ανάποδη όψη τους, που τη λεν Ουτοπία και παλαιόθεν Νεόκαστρον και Νόβιγκραντ και Terra Nuova.