ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Κατηγορία: Κείμενα

Η Ζωίτσα και ο λεοντόκαρδος Θανατούλης

laskari.jpeg

Ο παλιός καλός ελληνικός κινηματογράφος δεν ήταν ούτε παλιός ούτε καλός. Ήταν απλά αντιδραστικός.

Τα μετεμφυλιακά δόγματα της κομμουνιστοφάγου δεξιάς έλαβαν σάρκα και οστά στο σινεμά που πιπίλιζε την επιθυμία της μεσαίας τάξης για μεγαλεία.

Καρικατούρες ανθρώπων, σπίτια με δούλες και υπηρέτες, αφεντικά δύστροπα αλλά με κρυμμένη ανθρωπιά και ευαισθησίες, σεμνοκαυλωμένες κοπέλες και άλλα σημεία και τέρατα της εποχής.

Στο πανί έπαιζε δράμα ή κωμωδία μα στο διπλανό δρόμο γινόταν μια δολοφονία. Ο λαός γελούσε ή έκλαιγε, διασκεδάζοντας την φτώχεια του με λατέρνα και φιλότιμο μα στην ασφάλεια βασάνιζαν ανθρώπους.

Ήταν η εποχή που το πρωτόγονο λάιφ στάιλ με τους χασάπηδες παραγωγούς και τους παρδαλούς σκηνοθέτες τρύπωνε μια και καλή στη λαβυρινθώδη λαϊκή συνείδηση που δεν μπορούσε να συνέλθει απ’ τις φονικές σφαλιάρες και τη βαρβαρότητα των πολέμων.

Ο κόσμος και ο κοσμάκης ξαναγινόταν νοικοκύρης και το πρότυπο του πρωτευουσιάνου μεσουρανούσε στον καθημερινό μπερντέ κάτω απ’ τον οποίο κάποιοι έκρυβαν και ξέπλεναν τα εγκλήματά τους.

Έκτατα στρατοδικεία και πολιτικές δολοφονίες, φτώχεια και κακομοιριά. Χωριά παρατημένα στους χίτες κι ένας κρατικός μηχανισμός παραδομένος στην αναίσχυντη ελληνική αστική τάξη.

Ο φτωχός, πλην τίμιος νέος, που με τη δουλειά θα προχωρήσει μπροστά. Ο καλός και ο κακός. Ο όμορφος και ο άσχημος. Τα δίπολα της συμφοράς και της χαζοχαρούμενης αμερικανιάς που φυσούσαν μέσα απ’ τα κλιματιζόμενα επιχορηγούμενα πάνσεπτα δώματα.

Χορηγίες και ιδρύματα που ο θείος Σαμ με άκρως χειρουργικό τρόπο διακονούσε στην ελληνική μπανανία.

Το δολάριο και τα ναυτάκια. Η πουτανιά σε όλο της το μεγαλείο. Οικογένειες, παπάδες και χωροφύλακες.

Ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος υπήρξε το κινίνο του λαού στα χρόνια της χούντας. Το μεγάλο σχολείο που έθρεψε γενιές νεοελλήνων που τα’ χουν παντελώς χαμένα. Τέκνα της κλαδικής του πασόκ, νοσταλγοί του Μεταξά, αριστεροί που αυτομόλησαν στο κέντρο, κεντρώοι που γέμισαν τη μπάκα τους και έγιναν στρατιώτες της ελεύθερης αγοράς, σάπιοι διανοούμενοι νεοορθόδοξοι έτοιμοι να πουλήσουν τη μάνα τους για τα μαγαρισμένα φράγκα.

Σαββόπουλοι και λοιποί που πουλούσαν με την οκά επαναστατικό ρομαντισμό σε νέους που νόμιζαν επανάσταση το να μη φοράς σουτιέν.

Σαββόπουλοι και Δοξιάδηδες που μπορούσαν εν μια νυκτί να εκτελέσουν καλλιτεχνικά και ηθικά μια Φρίντα Λιάπα ή ένα Θόδωρο Αγγελόπουλο.

Μα στο τέλος, οι εργάτες αυτού του σινεμά ξεψυχούν μες στα καθιστικά μας.

Ζωίτσες πρησμένες απ’ τα μπότοξ, Αλίκες βυθισμένες στην κατάθλιψη, Δημήτρηδες αλκοολικοί κι οι Μπάρκουλοι εκμηδενισμένοι, μακριά απ’ τα κορίτσια, ξερνάνε μέσα στην χέστρα της τηλεόρασης όλη τους την κακοζωία και όλους τους κλασμένους μύθους και τα παραμύθια της παραμυθιασμένης μας ζωής.

American dream

trumpusa

Τα θαύματα κοστίζουν. Κοστίζουν σε ζωή, σε ομορφιά, σε νιότη, σε αθωότητα, σε χαρά και ελπίδα.

Οι επαγγελματίες θαυματοποιοί ξέρουν πόση εργατική δύναμη χρειάζεται για την υπέρβαση των ορίων. Για να φτάσεις το θαύμα πρέπει να λιώσεις την τάξη εκείνη που δεν έχει συνείδηση της δύναμής της.

Τα οικονομικά, τα πνευματικά και τα άλλα λοιπά θαύματα έχουν πόνο και αίμα. Στηρίζονται πάνω σε μια νοσηρή αντίληψη περί ανθρωπισμού και σε μια ηθικολογία της στάνης.

Πόσα τράβηξε άραγε ο άνθρωπος στο όνομα του ανθρωπισμού απ’ τους ανθρώπους, ανατινάζοντας πολλές φορές το Είναι του μέσα σ’ ένα ανυποχώρητο και αμείλιχτο σπάραγμα, όπου, χάνει τον έλεγχο του μυαλού και του κορμιού του σφαδάζοντας και ουρλιάζοντας!

Πόσες φορές οι βρωμερές θρησκείες δεν εξέθρεψαν απέχθεια για τη σεξουαλικότητα, εκφυλίζοντας την ανθρώπινη φύση, φτιάχνοντας μηχανές παραγωγής θαυμάτων και υπάκουους καταναλωτές μεταφυσικής βλακείας!

Μα όταν ο κοινωνικός εμφύλιος φτάνει στο αποκορύφωμά του, διαπιστώνει κανείς, πως, η πλειοψηφία δεν τον ήθελε.

Η πλειοψηφία είναι βουβή. Σμιλεμένη απ’ τους θαυματοποιούς του τηλεοπτικού άμβωνος. Πολίτες που έχουν υποστεί λοβοτομή κάθονται μέσα στα οικογενειακά ενδιαιτήματα εγκλεισμού παρακολουθώντας άλλους ανθρώπους, αλλού, μέσα σε κελάρια, ενώ οι βόμβες μεταμορφώνουν τις πόλεις σε ωκεανούς φωτιάς.

Ο Φύρερ που δεν απέκρυβε τους σκοπούς του μιλούσε για μια γιγαντιαία πάλη που δεν έχει υπάρξει ποτέ άλλοτε.

Οι καπιταλιστές ξέρουν πως τα μεγάλα εργαλεία πολέμου και οι υποκινητές του ολέθρου αναδύονται μέσα από θριαμβευτικές πλειοψηφίες με εκλογές και δημοκρατίες. Και στον επίλογο γράφονται οι ιστορίες και οι λογοτεχνίες.

Μελωμένα δράματα των λεγόμενων αθώων πολιτών που θα διαβάζονται αργότερα στην παραλία.

Εκεί όπου θα λούονται οι απόγονοι των νικητών και των νικημένων.

Μόνο κάποιες γυναίκες θα μένουν πίσω, αβοήθητες, αναζητώντας στα ερείπια μια χούφτα αλεύρι και λίγες πατάτες. Γέροι που σκαλίζουν τα αποκαΐδια των σπιτιών τους. Άντρες εξαντλημένοι, σαν τα σαλιγκάρια που έχασαν τον προορισμό τους και θάβουν τώρα μέσα στους υγρούς λάκκους τους νεκρούς τους.

Το περιβόλι της Παναγίας Ή Ο οργασμός είναι γλυκύτερος απ’ το θάνατο

hieronymus-bosch-touched-by-the-devil-review

Όλες οι μανούλες που χαϊδεύτηκαν απ’ τον θεσπέσια καταναγκαστικό ολοκληρωτισμό της αγάπης, πιστεύοντας το κήρυγμα ως το καρπώδες προϊόν της αλήθειας μες στην αδυσώπητη αξίωση του χρόνου για αναπαραγωγή και μόνο, τώρα, δεν μπορούν να κόψουν ούτε ένα φυλλαράκι δυόσμου απ’ το περιβόλι της Παναγίας.

Η μεγαλύτερη απρέπεια και η μεγαλύτερη προσβολή της χούντας των αντρών είναι η απαγόρευση που επιβλήθηκε στα όντα αυτά που φέρουν σχισμή και αλλόκοτα υπερφυή μύστακα.

Η σχισμή των γυναικών ήτο πάντα επικίνδυνη αφού απ’ αυτήν ξεμπουκάρουν εν αφθονία, όντα που δεν γουστάρουν τις απαγορεύσεις και όντα που χαίρονται τα κορμάκια και τα μυαλά τους.

Ο τράγος δυνάστης του κατηχητικού και της ανθρώπινης αγωνίας έχει φτιάξει μια σιδερόφραχτη περιφέρεια γύρω απ’ την κτήση που του πρόσφερε ο αυτοκράτορας για τις δουλικές του υπηρεσίες.

Έφτιαξε έναν τόπο του θεού απ’ τον οποίο απαγόρευσε το θεό.

Δεχόμεθα εδώ, λένε οι βιβλικοί ατσίδες της μόνωσης και της προσευχής, δολοφόνους, καταδότες, αεριτζήδες, αλλά δε δεχόμεθα γυναίκες.

Όποιο ανθρώπινο ον έχει μουνί είναι εξ’ ορισμού εξόριστο κι ανεπιθύμητο εδώ εις την παριά των φληναφημάτων της δήθεν κοινής ζωής και συμβίωσης.

Η παρείσακτη γυνή δεν αναγνωρίζεται ως άνθρωπος στην κοινωνία των μαϊμούδων του ιερατείου που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η υγεία του σφιγκτήρα της.

Σπαταλημένες ανεμώνες και καμένα χωράφια, ηλιοτρόπια και παραβολές, Άδης ατέρμων για τα αδρά στήθια της μητρότητας.

Ο ευνούχος μιλά από άμβωνος για τη συνουσία. Ο αέρας και το νερό γίνονται συστατικά ενός κατά παραγγελία θαύματος. Λύπη και πόνος.

Με όλο τον ποιητικό ντετερμινισμό της μεταφυσικής η θρησκεία χώρεσε τους πλούσιους και τους φτωχούς στον ίδιο ντενεκέ ηθικού βίου και συνύπαρξης.

Μαγάρισε τις λέξεις και το ψωμί που δαγκώνεις όταν λες τη λέξη ψωμί. Απέβαλε τη γυναίκα απ’ την αποστειρωμένη αντρική κυριαρχία κι αντί το περιβόλι της Παναγίας να γίνει τόπος του θεού, δηλαδή τόπος ερωτικός και μακάρια οργασμικός, έγινε τόπος δολοπλόκων γερόντων και ακραίως ψυχικά νοσούντων υπάρξεων, μαζί πάντα, με τις φαλλικές κεφαλές που φέρουν αυτοκρατορικές μήτρες και χρυσά μολυσμένα κτερίσματα απ’ τις αποικίες που βεβήλωσε ο σταυροφόρος.

Μια σπουδαία εκδήλωση αγάπης προς το θεό θα ήταν η μαζική εισβολή γυμνών γυναικών στην χερσόνησο του Άθω.

Να μπούμε όλοι εκεί και να εισβάλουμε μαζί τους, ως ζεύγη και ζευγολάτες της ερωτικής χαράς.

Να δούμε τι είδους μουσική γεννούν τα κορμιά μας μέσα στον παράδεισο από λουλούδια και πεταλούδες.

Να ψάλουμε την αιώνια κίνηση απ’ τα ιερά των νυμφών. Την τρομερή θεϊκή ορμή του σπερματόσπορου μέσα στην γόνιμη θηλυκή γη.

Μαριονέτες και κατοικίδια

kefalia

Η ποίηση είναι η γενετήσια ορμή της γλώσσας. Τα θλιπτά όρια μεταξύ γλώσσας και πράξης. Η πιο κρυφή αλήθεια που φανερώνεται μέσα στις ανθρώπινες επαναστάσεις, των οποίων, το φυτίλι, πυροδοτεί ο ποιητικός λόγος.

Οι επαναστάσεις στηρίζονται στο Λόγο διότι μόνο ο λόγος είναι ικανός να οργανώσει την ανατροπή μιας δομημένης εξουσίας. Απ’ την άλλη, η εξουσία αναπτύσσεται και τείνει πάντοτε να δρα εκτός Λόγου.

Η εξουσία δεν είναι μόνο κάτοχος της δύναμης, δεν παριστά μόνο την απτόητη βούληση που υπερασπίζει τα συμφέροντά της με κάθε μέσο, αλλά μπορεί όλα τούτα και τα κρύβει κάτω από ένα πέπλο μυστηρίου.

Ιστορικά φαντάσματα, σύμβολα, θρησκευτικοί δογματισμοί, περιδινούνται όλα ώστε να σχηματίσουν στο τέλος μια δύναμη που υποδύεται χίλιες μορφές και εκφράζεται με αναρίθμητους τρόπους.

Ότι δεν μπορεί να ξεριζώσει ή να το αλλοιώσει η εξουσία το κάνει όργανό της.

Η εξουσία όμως σαγηνεύει και σαγηνεύεται. Χρειάζεται απαραίτητα ένα ιδεολόγημα που θεωρεί τις πολύχρωμες αποχρώσεις της επιφάνειας πιο σημαντικές απ’ την ουσία που κρύβεται στο βάθος των πραγμάτων.

Προτιμά να συναγελάζεται με ηθοποιούς, χορευτές, μάγους της επικοινωνίας και του θεάματος, καλλιτέχνες γενικότερα, επειδή της αρέσουν πάντα τα σκληρά παιχνίδια.

Όσο για τους συγγραφείς, τους ποιητές και τους στοχαστές που αντλούν απ’ τον πολτό των ανθρώπινων αδυναμιών, ένοχοι πάντα μιας παρεξηγημένης ευαισθησίας, η εξουσία γνωρίζει καλύτερα απ’ αυτούς ότι η διανοητική σκέψη και τα παρελκόμενά της είναι ο πιο επικίνδυνος αντίπαλός της και την τρέμει όπως ο διάολος το λιβάνι.

Απ’ την άλλη, οι ποιητές ιδίως στην σημερινή εποχή της τρεχάλας και της φρενόπλυσης, υποτιμούν συνήθως, την μακροπρόθεσμη δύναμη της γλώσσας τους και γι’ αυτό έχουν την τάση να συγκατανεύουν και να παλινδρομούν.

Η εξουσιαστική γλώσσα παρότι διαθέτει αρκετές σειρήνες σημαίνει αναποφεύκτως την αποδυνάμωση και την εξουδετέρωση του ποιητή.

Όπως στον ψυχισμό του ανθρώπου υπάρχει η παρόρμηση του θανάτου, ως αντανάκλαση της φυσικής φθοράς που συντελείται γύρω του, έτσι και η εξουσία μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον μαγνητίζεται και τελικά ταυτίζεται με τον θάνατο και την καταστροφή.

Η εξουσία κατέστησε τους καταραμένους ποιητές παιδιά της. Έφτιαξε μύθους και έστησε μουσεία. Παραχάραξε το ποιητικό θαρραλέο Εγώ, όσων κατάπιε το μαύρο σκοτάδι, κάνοντάς το αδύναμο τυφλοπόντικα κρυμμένο στα υπόγεια του περιθωρίου.

Έφτιαξε τους δήθεν προνομιούχους, οι οποίοι ομφαλοσκοπούν και ομφαλοσκοπούνται, έχοντας το ρόλο του θεατή, παίζοντας με την υστερική τους τύφλωση μέσα στα στεγανά της ψευδούς μαρτυρίας και της αυταπάτης που προσφέρουν παντοιοτρόπως οι τυραννίες και τα δεινά κάθε πίστης.

Αν η μόνη πίστη ήταν η έρευνα, τότε η πίστη θα ήταν απελευθερωτική και η ποιητές τους οποίους μουμιοποιεί το κατεστημένο ως προφήτες του θα ήταν σπερματόσποροι του δαίμονα της αλλαγής.

Της αλλαγής που πλανιέται σαν λυσσασμένο κόκκινο φάντασμα, όχι πάνω απ’ τη γηραιά και κουρασμένη Ευρώπη, αλλά πάνω απ’ ολόκληρο τον κόσμο.

The show must go on!

saumast

Ο άντρας υπήρξε πάντα ο εγγυητής της ωμότητας. Πιο ισχυρές, απ’ όλα τα στρεβλωτήρια και τους τροχούς, υπήρξαν οι πράξεις του.

Δούλεψε την επιστήμη της Κυριαρχίας με σπουδή καταφέρνοντας να τσακίσει το θαύμα της προσωπικότητας.

Έφτιαξε τη γραμμή και την πειθαρχία, τον έλεγχο και το εύκολο χρήμα. Χωνεμένος από μια βρομερή πάστα δουλείας, τυραννίας, φετιχισμού, φόβου, ματαιοδοξίας -και άγνοιας.

Ο άντρας είναι το πολυκερματισμένο όν. Πάντα καταβυθίζεται, πάντα βουτάει εκεί, στην ανοιχτή πληγή. Στην κακοφορμισμένη αισχρή φρίκη. Δουλικός και βλαμμένος. Κάνει αυτό τον τρελό πολιτισμό να μοιάζει με κρατήρα.

Όλα τα πεινασμένα, απεγνωσμένα πνεύματα που ξεφύτρωσαν απ’ τα αντρικά κορμιά ξεσηκώνοντας τους φτωχούς και τους καυλωμένους λύγισαν απ’ την άγρια κατάρα, τη βρισιά και την ηθική παράλυση.

Η ιστορία τού άντρα έχει τις ρίζες της στο μακελειό. Ο Ιησούς των εβραίων και των θρησκόληπτων σκλάβων ήταν άντρας. Ένας θεός σε απόγνωση, δηλαδή η απόγνωση του άντρα.

Αυτός που σταυρώθηκε απ’ τους άντρες γεννήτορές του μέσα σ’ έναν ήδη φθαρμένο και γυαλισμένο κόσμο, πεταμένο σαν το κρανίο ενός λεπρού στην έρημο της ανθρώπινης εγκατάλειψης.

Αυτός που δίδαξε την αγάπη που δεν διδάσκεται. Γιατί η αγάπη που σου δείχνει με το δάχτυλο ο ισχυρός ανήρ και ο τραγόμορφος κατηχητής μετατρέπεται σε χολή και ο ίδιος γίνεται μάστιγα και φραγγέλιο, απλώνοντας στην Αγορά όλων των συναντήσεών μας το πέπλο τού πένθους και της απαγόρευσης.

Κι είναι ο ισχυρός αυτός άντρας που έπλασε μέσα στους σκοτεινούς αιώνες τη γυναίκα. Το πιο βάναυσο απ’ τα υποδουλωμένα θηρία.

Ναι, βλέπω γυναίκες με χοντρούς εκδικητικούς πούτσους γύρω μου. Γυναίκες που ξέρασαν τα μουνιά τους απ’ το στόμα και άλλαξαν το φύλλο τους, γυναίκες σπουδαγμένες στην αντρική Κυριαρχία και την φθονερή μισανθρωπία τού « ἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων».

Γυναίκες που στέγνωσαν τη φύση τους στους κοινούς τόπους δουλείας με τον άντρα, ακούγοντας απ’ τα κοινωνικά μεγάφωνα ιαχές. Η ταχύτητα είναι εξουσία. Παίξτε το παιχνίδι. Κόψτε των παιδιών σας τα τσουτσουνάκια. Αντιστέκονται στον αέρα και την ταχύτητα. Στην αριστεία και στο κέρδος που σέρνει πίσω της. Παίξτε μανούλες το παιχνίδι των αντρών. The show must go on!

Rest in Peace

rest

Μόνο ένα πράγμα είναι τόσο ενθουσιαστικό σ’ αυτόν τον απαράμιλλα μάταιο κόσμο. Η επαφή με τις δυνατότητες του μυαλού.

Το αίσθημα της απέραντα σπλαχνικής ύπαρξής μας που διαπερνά τη συγκίνηση της γνώσης και φτάνει στη δράση. Εκεί που η ζωή και η συνείδηση ταυτίζονται απόλυτα κι λύκος κι η αρκούδα συμμετέχουν στο γίγνεσθαι όπως συμμετέχω κι εγώ.

Η σάρκα σας, Κυρίες μου, περιμένει πάντα σε μια υγρή ακτή από γέλιο και πόνο. Τον άρτο τον επιούσιο περιμένει και το σπασμό.

Θα με συντρέξετε εσείς ν’ απανθρακώσω τις λέξεις. Να βρω το νόημα που έχασα όπως η θλιμμένη κατσαρίδα βρίσει ένα αμύγδαλο και το μασουλά.

Είναι ο ουρανός που πρέπει να τον μάθουμε ψηλαφώντας με τα δάχτυλα την άοκνη απεραντοσύνη του και τ’ αποφάγια της χθεσινής νύχτας. Τους μετέωρους αστέρες που τυλίγω με το μαντηλάκι του θανάτου.

Ιδιότροπες πένες στο συμπαντικό μελανοδοχείο και λίγη σοκολάτα με κονιάκ για τη θλίψη που φτάνει στο μεδούλι.

Και διαβάζω με τα χείλη εσένα, θύελλα ζωντανό ζώο, ξέσπασμα της πιο χαζούλας ξανθιάς Αφροδίτης που κάνεις τη σκληρή μελλοντική γραφή μου αφρό πάνω στο στιλπνό δέρμα του κόσμου που ψάχνει το αληθινό του πρόσωπο.

Τα πάντα είναι στοιβαγμένα μέσα σε μια στιγμή. Όχι ένα άνυδρο πεδίο υγείας και ανέσεων, αλλά ένας γαλαξίας με γενναιόδωρα μεγαλιθικά μαστάρια που ταΐζει τις τρυφερές μας ψωλές για να σχηματίσουμε τον κόσμο μες στο μενεξεδένιο φως των άστρων, αναδίδοντας μιαν άγρια φιλήδονη φλόγα.

Ένα λυρισμό από αίμα και πύον.

Αγάπη για να συνάξεις τα κομμάτια των βασανισμένων, σφάζοντας μια για πάντα αυτό το ψευδόμενο μένος της αριστείας.

Κυρίες του καλού κόσμου και του παστρικού χαμού, στα πιο μύχια σωθικά σας εναπόθεσα την κακοφορμισμένη αισχρή φρίκη. Νόμους, κυβερνήσει, κώδικες, αρχές, τοτέμ, ταμπού, ορθοδοξίες.

Εγώ ξέρω σε πιο καθαρτήριο θα σας ξαναβρώ!

Κάτω απ’ τον ήλιο

venus

Στη γλωσσική μας δραστηριότητα υπάρχει μια παρόρμηση θανάτου, ή αλλιώς, μια σιωπηλή δύναμη η οποία διαρθρώνει τον παρορμητισμό μας προς έναν κώδικα κοινωνικώς αποδεκτό.

Οι μηχανισμοί αυτολογοκρισίας είναι δεμένοι στους τροχούς των αισθημάτων μας και στην τελειωτικά φθαρμένη μας φύση απ’ τον εκφυλισμό του σεξουαλικού ενστίχτου.

Οι αυτοαποκαλούμενοι ποιητές νοιάζονται αποκλειστικά και μόνο για το πώς θα αρέσουν κι όχι για το πώς θα ευχαριστήσουν ή για το πώς θα ευχαριστηθούν.

Η ηδονή αποστειρώθηκε με χειρουργικό τρόπο απ’ την ακαδημία και το κατεστημένο της βιομηχανίας του θεάματος.

Η καύλα θα εκφραστεί με αρλούμπες και θα πιαστεί στα δίχτυα μιας βίωσης αναμφισβήτητα αγχογόνου και καταθλιπτικής.

Οι λέξεις αντί να γίνουν πνοή για τα αγγελικά φλάουτα της συνουσίας και της βίας που έχουν ανάγκη τα κορμιά για να υπάρξουν, γίνονται φίμωτρα των συν-θλιμμένων και αποδιοπομπαίων ζωντανών.

Ο Βιτγκενστάιν τελειώνει το «Tructatus logico-philosophicus» με μιαν αντιδραστική αποστροφή που λέει: «Για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς γι’ αυτά πρέπει να σωπαίνει».

Όμως η επαναστατική σκέψη που μαθαίνει απ’ τη ζωή των μυρμηγκιών και των σκύλων, έχοντας μιαν άκρως φυσιοκρατική θέαση των πραγμάτων, λέει χωρίς περιστροφές: «Για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς γι’ αυτά πρέπει να μιλάει».

Ο Βολταίρος μπορούσε να εκφράζει μερικές από τις πιο προχωρημένες ιδέες του στέλνοντας επιστολές στη Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας, τουτέστιν μιαν από τις πιο δυνητικές του αντιπάλους και φαντασιωτικές ή πραγματικές ενδεχομένως δημίους των απόψεών του και της ίδιας του της κεφαλής.

Ο Λένιν ανέπτυσσε εντατικές επαναστατικές δραστηριότητες στη Βέρνη της Ελβετίας, την πρωτεύουσα του διεθνούς καπιταλισμού, μέχρις ότου οι συνθήκες του επιτρέψουν δι’ ερυθρού τάπητος, να περάσει τα σύνορα της Φινλανδίας και να μετατρέψει την Αγία Πετρούπολη σε Λένινγκραντ.

Ο Αντρέας Εμπειρίκος κάτω απ’ τη μουσούδα του καθεστώτος των Σεφέρηδων έγραφε για ψωλίτσες και μουνάκια και παγκόσμια ερωτική δικαιοσύνη, χαράσσοντας πάνω στα φλεγόμενα όνειρα-που η σκουριά και η τεφρώδης άμμος του μεγάλου πολέμου κιτρίνιζε δια παντός-την ουτοπία του και την προσωπική του μυθολογία.

Και δεν πρέπει ακόμα να παραλείψω να πω, πως, τα πάντα σ’ αυτή την πόλη των ιδεών, της αποχαύνωσης και του καύσωνα, συμβάλουν στο να δώσουν στη λάμψη της κάτι το τόσο αισθησιακό ώστε, όταν περνούν απ’ τους πυρακτωμένους δρόμους τα κορίτσια, οι γυναίκες και τα θηλυκά, σαν κύκνοι που διασχίζουν τον αέρα, πολλές φορές βλέπουν τους πούτσους μας να σηκώνονται μες στα παντελόνια.

Τριβείον Ελαίου και Μούργας

trivion

-απόσπασμα –

Η σχισμή της ήτο έξαλλη και αινιγματική. Σχεδόν μια γεωμετρική πυράκτωση, που τα ούρα και οι τριχούλες αυτού του γλυπτού ερωτικού βούρκου, έμοιαζαν με σημείο σύμπτωσης της ζωής και του θανάτου.

Άμεσα αναγνωρίζω τη ζωή απ’ τις μυρουδιές της, χωρίς να υπάρχει μύηση ή φώτιση στο γυμνό ουρανό νιώθω την εσώτερη οδύνη και τη στύση μου να ψηλαφούν τις εσοχές και τα κειμήλια της αβύσσου.

Μέσα σε κείνη τη σχισμή είμαι ένα ον μοιρασμένο ανάμεσα στην ομορφιά και την ασχήμια, το καλό και το κακό, ιδρωμένος δράκος ως το μεδούλι και ξαναμμένος, ένας μικρός θεός που όταν καθρεφτίζομαι στο μουνί της είμαι ο Μέγας Σατανάς αυτοπροσώπως και το πελώριο σεξουαλικό καντήλι που θα το σβήσει κάποτε το αεράκι της φθοράς.

Με σκέφτεται η σχισμή της κι ο κώλος της κοιμάται.

Αυτή η βλάσφημη τρύπα με το απέραντο σφρίγος της και τα λυρικά της τρυφερά μέρη γύρω απ’ το κρατήρα που τραντάζει τον κορμό της και με παροξυσμική παραφορά ταρακουνάει τον κόσμο ολόκληρο.

Αγάπη και μίσος, έλεος και οργή, αίμα και πύον. Σύνοδοι πλανητών και συνουσίες αδέσποτων σκύλων.

Τι είναι ο πόλεμος, η σφαγή, ο τρόμος όταν η νύχτα προβάλει πάνω στη μαύρη τσόχα της απεραντοσύνης την έκσταση μυριάδων ήλιων εκτυφλωτικών;

Και τι είναι το σάλιο που στάζει στον ύπνο μου και τα υγρά κι η ασυντόνιστος ρεύσις, αν όχι η ανάμνηση των σπειρωμάτων των άστρων που με εξώθησαν στη μουσούδα αυτής της σχισμής;

Αυτής της σχισμής που ακόμα κι όταν γίνει χαίνουσα πληγή, αποσχηματίζοντας την υγρασία του ερωτικού ενστίχτου, ακόμα κι αν δε γεννά τίποτε, παρά μόνο βατράχια, νυχτερίδες, σκότη και κατακλυσμούς.

Terra Nuova

εμπειρικος-

στον Νάνο Βαλαωρίτη

Περνώντας το ποτάμι, ο Άγιος Αντρέας ο Εμπειρίκος, διαβαίνοντας το διάσελο, βρήκε ξαφνικά μπροστά του την πόλη Ελμπασάν, τις αλαβάστρινες πύλες της, διάφανες στο φως του ήλιου, τους κοραλλένιους της κίονες και τις γυάλινες κόγχες της, σαν ενυδρεία όπου κολυμπούν σκιές χορευτριών με τ’ ασημένια λέπια τους.

Βρήκε αθώα κοριτσάκια σε σχήμα μέδουσας και τυφλούς εραστές κάτω απ’ τις φούστες να ψάχνουν στ’ απόκοσμα ανάκτορα τη ρωγμή στη μέση του ματιού.

Βρήκε χρυσόδετα λεξικά της αρχαιότητος γεμάτα κώλους, βυζιά και μουνάκια.

Βρήκε στρατηγούς να μαλακίζονται με πτώματα και υγρά αγόρια να γαμούν τη μαμά τους.

Βρήκε επαύλεις Ρωμαίων και σκακιέρες με σπλήνες και συκώτια και σκατό με αίμα.

Βρήκε κυρίες της αυλής να ρουφάνε το τσάι τους στα σκοτεινά σπήλαια του οισοφάγου, όπως ρουφούσαν οι δούλες στις αποικίες το σπέρμα των γονιών τους.

Βρήκε ξύλα και βίδες για να φτιάξει την κιβωτό της λαγνείας και το πλοίο που θα μεταφέρει την άπληστη λειτουργία του γαμησιού στην αγκαλιά του θεού.

Βρήκε μαγνήτες για τις ερωτικές πυξίδες που οδηγούν τους αθώους στις αλμυρές Πλειάδες και βρήκε χείλη γυναικών δίθυρα, σχισμένα στα δύο σαν τους βολβούς που γλείφουν οι καυλωμένοι χοίροι στις Ακαρνανικές ακτές.

Βρήκε εικονίσματα του Στάλιν να τα κρατούν οι τρομαγμένοι σφιχτά για να περάσουν το βάλτο που οδηγεί στις στέπες.

Βρήκε το διάολο μες στις κοιλιές των γυναικών που ανακάτευαν τα χύσια των βιαστών τους όπως ο χτίστης ανακατώνει το γαρμπίλι του.

Βρήκε όλων των ειδών τα εγκλήματα κι ανακάλυψε πως κανείς άλλος δεν μπορεί να μας πληγώσει, παρά μόνο εκείνοι που αγαπάμε.

Περνώντας το ποτάμι, ο Άγιος Αντρέας ο Εμπειρίκος, διαβαίνοντας το διάσελο, βρήκε ξαφνικά μπροστά του την πόλη Ελμπασάν και κατάλαβε κιόλας ότι πόλεις σαν κι αυτή έχουν και την ανάποδη όψη τους, που τη λεν Ουτοπία και παλαιόθεν Νεόκαστρον και Νόβιγκραντ και Terra Nuova.

Ο Αύγουστος και η Αυγούστα

august

Ας επανέλθουμε όμως στον μήνα Αύγουστο. Δεν εμπεριέχει άραγε μια ενδόμυχη ένδειξη αυτάρεσκης επαφής με τη σωματική μας ταυτότητα! Με τη γύμνια μας, ίσως, σε όλη την κλίμακα των πτήσεών της.

Κάνοντας τον ιερόσυλο σκεπτικισμό του φόβου τριμμένη πλαστική σακούλα υπό του καύσωνος τις μαγγανείες, τη φιλοσοφία και την ηθική ντροπαλές γεροντοκόρες που τρυπώνουν στις βίβλους των παντοειδών αδιεξόδων!

Πώς να μιλήσει ο λόγος εκεί που δεν μπορεί να πει πια τίποτε κανείς και πώς να ασκήσει την εξουσία της η ηθική εκεί όπου το σώμα δραπετεύει απ’ όλες τις προπατορικές κατηγορίες, υπακούοντας μονάχα στην ολοσχερή δαπάνη του;

Ετούτο το ακραίο όριο της φύσης μας πηγαίνει στις ακρότητες με τον πιο απόλυτο τρόπο.

Η άμμος και το πυρωμένο χώμα φουρνίζουν τη διάθεσή μας για τρυφερότητα. Θάνατος μαζί και αδυναμία θανάτου. Πλάσματα της ερήμου που γινόμαστε ένα με τη διάθεση του ήλιου και την ταντρική μας όσφρηση που ξαγρυπνά στο ερωτικό σαφάρι.

Στη σεξουαλική μας θρησκεία που αποκαλύπτεται επωάζοντας μες στα κορμιά την επικράτηση των αντίθετων δυνατοτήτων, που είναι οι δυνατότητες της ιεράς πορνείας, δηλαδή της ακατάσχετης προσφοράς μέχρις εσχάτων, μέχρι εξαντλήσεως όλων των δυνάμεων που υπάρχουν μέσα μας για να ξοδεύονται ακατάσχετα.

Καυλώνουμε, τα ερωτικά μας όργανα δεν γονιμοποιούν αλλά πλάθουν και με αυτή την υπέροχα ζωώδη τους ορμή αλληλοσυγχαίρονται για το σμίξιμό τους.

Τρίψιμο, χάιδεμα, άγγιγμα. Νευρικές λειτουργίες που οδηγούν στο σπασμό ή τον οργασμό.

Πλάσματα που για να ολοκληρωθούμε πρέπει να δείξουμε ασμένως αυτό που είμαστε, εν ολίγοις να αυτοκαθοριστούμε.

Μπορεί άραγε κάτι άλλο έξω απ’ την ερωτική καθαρότητα να μας κάνει να συλλάβουμε την ταυτότητά μας, να την απαλλάξει από καθετί αλλότριο, να την καθαρίσει και να την ξεσκουριάσει;

Αυτός ο μήνας της παραβίασης των ορίων και των οργίλων μουγκρητών, των διαβόλων που τρώνε τα σύκα καβαλώντας τα μπράτσα της συκιάς που καταράστηκε ο άγαμος κύρης του σύμπαντος, είναι ο μήνας που οι αδένες μας καταβροχθίζουν νέκταρ απ’ τα ερωτικά καρδιοχτύπια για να αντέξουν τους καρκίνους της χειμερίας νάρκης του κορμιού που επιτάσσουν η κοινωνικότητα και η ντροπαλοσύνη του υλικού κόσμου που μας καταδυναστεύει με τα εξουσιαστικά του σύμβολα και τα ερείσματά τους.

Τώρα όμως, είναι τα εκκρίματα αυτά που μας αναλογούν.

Το δέρμα και τα κόκκαλα που διαλύονται απορροφώμενα μέσα σε όρχεις έτοιμους να εκραγούν.

Μια χρυσαλίδα προσκολλημένη σ’ ένα τεράστιο φαλλό με μια γιρλάντα από ηβικό τρίχωμα που όλο σφίγγει το ζεστό λαιμό του καλοκαιριού.

Ο Αύγουστος πριν ξεψυχήσει μες στο εξουθενωτικό παιχνίδι των αμοιβαίων καταχρήσεων θα μας χαρίσει κάτι απ’ την τερατωδία του.

The Sperm Harvesters

sperma

Lydia Holmes, The Sperm Harvesters, 2012. Graphite on paper, 51 x 55 cm.

Συνήθως, μετά την καταδίκη της δωδεκαετούς σχολικής εκπαιδεύσεως βλέπουμε τον κόσμο αλλιώς.

Ασφαλώς μερικοί δραπετεύουν πριν εκτίσουν το σύνολο της ποινής. Ο στόχος πάντα είναι το φευγιό απ’ το σπίτι.

Όσοι έμειναν στα σπίτια τους-μεταφορικώς και κυριολεκτικώς-γερασμένοι πρόωρα από μια γενική και υποχρεωτική απολιθωμένη μόρφωση, που τους απορρόφησε πλήρως, δεν βρήκαν το χρόνο και το χώρο να μάθουν ενδελεχώς τις υποχρεώσεις τους απέναντι στο σώμα τους κι απέναντι στο σώμα του άλλου.

Ασχολήθηκαν με τον κοινωνικό πόλεμο και τον θυμό και τις πομφόλυγες της οικογενειακής άρρωστης συνύπαρξης.

Έμαθαν από νωρίς να αγωνίζονται, δηλαδή να συναγωνίζονται και να ιδροκοπούν σε άθλιες δουλειές ή χρυσοποίκιλτα κάτεργα, ευνοώντας μέσα τους την ανάπτυξη του σαδισμού που είναι ο χειρότερος εχθρός του ερωτισμού.

Βουτηγμένοι μέσα στη λογική του πολέμου μαθαίνουν εύκολα να καθαρίζουν ένα πολυβόλο ή να λύνουν ένα μυδραλιοβόλο.

Κι αν κάποιος δυστυχής συγγραφέας τούς περιγράψει με λεπτομέρειες τις καμπύλες των γοφών μιας κυράς ή το μοναδικό εξαίσιο μουνί της, αποκαλύπτοντας συνάμα κάποιες ενδιαφέρουσες και δελεαστικές ιδιαιτερότητες της παρορμητικής ανατομίας του, τότε θα τον πάρουν απ’ τα μούτρα και θα του επιτεθούν.

Τα αρχιδάκια και τα μουνάκια είναι καταδικαστέα. Ο λαός μπορεί να χρησιμοποιεί τη σεξουαλικότητα μονάχα ως εκτόνωση μέσα στο ιδιωτικό του ενδιαίτημα, αλλά όχι ως πράξη ζωής και έκφρασης.

Γνωρίζω ανθρώπους που βρίσκονται στα πρόθυρα κύρωσης του ήπατος απ’ το άφθονο καθημερνό αλκοόλ γιατί δυσκολεύονται να δραπετεύσουν απ’ το μαντρί της μονογαμικής τους θαλπωρής που τους επέβαλε η θεοκρατία.

Κι άλλους που κάνουν τζούντο, βάδην, δίζυγο, κολύμπι, μόνο και μόνο για να εξαναγκάσουν το σώμα τους να ξεχάσει το γαμήσι.

Με την ηθική που επιβάλει στον άνθρωπο να υπηρετεί την παραγωγή-κι όχι στην παραγωγή να υπηρετεί τον άνθρωπο-το σώμα έχει χάσει την αξιοπρέπειά του.

Με τις θρησκείες- που το πρώτο μέλημά τους είναι πως θα φασκιώσουν τον άνθρωπο-το σώμα έχει χάσει την ιερότητά του.

Η κοινωνία του θεάματος και της υπεραξίας του ανθρώπινου κόπου, έχει δεσμεύσει το σώμα στις δικές της αναγκαιότητες.

Το σώμα προστατεύεται και αποστειρώνεται, αποκλείεται απ’ τους κινδύνους της σεξουαλικής παγανιάς με τελικό προορισμό τον ακρωτηριασμό του και τη μετατροπή του σε μια ενσαρκωμένη ανοησία που παραδέρνει ανάμεσα στις εκκρίσεις και τις κρίσεις του.

Ψυχολόγοι και κρίσεις πανικού και ψυχίατροι και χάπια και αλκοόλ και πρέζα νόμιμη και παστρικιά.

Κι όλα αυτά για να σπρώξει, κάτω απ’ το χαλί της πραγματικότητας, με το σκουπάκι της βιομηχανικής χημείας και της παντοδύναμης ψευτοεπιστήμης της ψυχής όλες τις σφοδρές λειτουργίες του σώματος.

Το χύσιμο του αίματος, του σπέρματος, των ούρων, των δακρύων, των σάλιων. Το λυγμό και το ερωτικό μουγκρητό. Το ουρλιαχτό, την παράκληση, τους χτύπους της καρδιάς, τις στύσεις και τα ξέφρενα χτυπήματα. Τις αισθήσεις και τις λιποθυμίες, τα δαγκώματα και τους τραυματισμούς, τα ερωτόλογα και τις βρισιές. Την ερωτική πράξη και τη φρενίτιδα των εντάσεων της καύλας.

Μια τακτοποιημένη, μετρημένη και σιγουρεμένη ζωή σε βολεύει πάντα σε κάποιο αυτοματισμό του μυαλού και του σώματος.

Γίνεσαι μοιραία ένα εκφυλισμένο πλάσμα που λογαριάζει τον ερωτισμό με όρους συμφέροντος, μη τολμώντας το παραμικρό μετέωρο βήμα στα ερωτικά σπλάχνα του κόσμου που ξεδιπλώνεται γύρω σου.

Περιορίζεσαι φιλάρεσκα σε ρητορείες και διακηρύξεις, που είναι η χειρότερη μορφή σεξουαλικού και πνευματικού θανάτου.

Κι ύστερα ξεπέφτεις στην αγχωμένη μαλακία και στο αγχωμένο γαμήσι και σε μια ευχαρίστηση του καθήκοντος, εγκεκριμένη απ’ την Κακαδημία Αθηνών και την Μητρόπολη των Τράγων.

Ο σκύλος που κατουράει το γρασίδι του γκολφ

skilos

Υπάρχει ένας σκύλος ο οποίος τυχαίνει να διαθέτει τη μαγική ιδιαιτερότητα να αντλεί από κάθε πηγή, ακόμα κι απ’ τη δίψα του.

Κι είναι αλήθεια πως αυτός ο σκύλος έχει μια προτίμηση προς το παράλογο και το ακραίο. Το περίεργο, το ασυνήθιστο, το απαγορευμένο.

Είναι αισθησιακός και νοητικός. Σχεδόν αλυσοδεμένος στη βουλησιαρχία των παθών του, αλλά οι αλυσίδες του είναι τα σύρματα της πλήξης όσων τον εκδίωξαν απ’ την κατοικίδια μοναξιά στην αδέσποτη χαρά της τυχαίας συναναστροφής.

Γαυγίζει όταν οσφραίνεται γύρω του τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων, αναμιγνύοντας με όση αναισχυντία διακρίνει ένα τετράποδο του δρόμου, τον Έρωτα με τον Θάνατο.

Ψηλαφεί και χαϊδεύει και χαϊδεύεται. Δεν έχει σκύλα δική του, ιδιοκτησία, συγγενείς και έρωτα ενταγμένο στους κώδικες της αναπαραγωγής. Αν συναντήσει στο δρόμο του ένα αδέσποτο μουνί θα το μυρίσει έως παροξυσμού με όλη τη σεξουαλική φρενίτιδα που διακλαδίζεται στον κανιβαλισμό και τη λαγνεία. Στο λεσβιασμό, στο βίτσιο, στη διαστροφή.

Τρώει όταν έχει όρεξη και κοιμάται όταν νυστάζει. Τρώει όταν βρίσκει να φάει και κοιμάται όταν χορταίνει απ’ τις φιλοζωίες και τις κλοπές.

Ο σκύλος αυτός κατάφερε να βρει την τρύπα στο φράχτη του πλούτου.

Τις νύχτες τρυπώνει εκεί ψάχνοντας στα σκουπίδια τους κόκαλα με πολύ κρέας και μεζέδες απείραχτους.

Απ’ τους ζεστούς λασπωμένους λάκκους πίνει νερό κι ευχαριστιέται το τρίψιμο και το κατούρημα στο γρασίδι του γκολφ.

Voyage Privé

boyagiaz

Δουλεύουμε ή εργαζόμαστε για να καταφέρουμε να αποκτήσουμε μονάδες εξαργύρωσης κόπου και μόχθου ώστε να χαρούμε τον αχαρτογράφητο χωροχρόνο της τεμπελιάς.

Για να κατακτήσουμε όλο και περισσότερο χρόνο ελευθερίας, δηλαδή μια πιο ερωτική ζωή, αφού εμείς θα είμαστε οι κύριοί της και όχι το ωράριο, η κοινωνία, ο καπιταλιστής, το καθήκον.

Η έκφραση Εργασία και Χαρά είναι επιλεγμένη με άκρα δολιότητα και υστεροβουλία με σκοπό να μας οδηγεί κάθε φορά ανώδυνα σ’ έναν απογοητευτικό βίο. Σ’ έναν βίο δίχως τεμπελιά.

Διότι, αν χαθεί η χαρά απ’ την αγκαλιά της τεμπελιάς και τρυπώσει στην αγκαλιά της εργασίας το εκφυλισμένο νέο είδος θα κάνει στο μέλλον τα γενέθλιά του σε ψυχιατρικές κλινικές.

Η ταλαιπωρία του σώματος και του μυαλού επί οχταώρου και βάλε, είχε πάντοτε κάτι το άσεμνο και το προγραμματικά δουλικό.

Η προγραμματισμένη δουλεία της εργασίας είναι έξω απ’ την ανθρώπινη φύση που αν καταντήσει να ψάχνει το νόημα αποκλειστικά και μόνο στην εργασία θα χάσει το νόημα της ζωής.

Η τεμπελιά δεν αναγνωρίζει αποστάσεις από την ευχαρίστηση της ζωής αλλά προικίζει την έλκουσα μάζα των νέων στιγμών με δύναμη και ομορφιά.

Φανερώνει την βουβή κλεψύδρα του χρόνου και μαζί της την έσχατη ωχρότητα των διωγμένων εικόνων που ανακαλεί η μνήμη.

Το χρήμα δεν είναι παρά μια επιταγή εξαργύρωσης στιγμών τεμπελιάς. Όσο περισσότερο χρήμα διαθέτεις τόσο περισσότερο χαίρεσαι την ευδαιμονία της χαλαρής ζωής.

Οι πόλεμοι, οι συγκρούσεις, οι τάξεις, είναι αποτέλεσμα της σφοδρής ανάγκης της ανθρώπινης φύσης για τεμπελιά. Μα πάντα κάποιοι απαιτούσαν το δικαίωμα στην τεμπελιά αποκλειστικά και μόνο γι’ αυτούς.

Το κατώτερο είδος-δηλαδή οι άνθρωποι της δουλειάς και της εργασίας-δεν έχει δικαιώματα πάνω στην τεμπελιά. Η τεμπελιά του είναι ανάλογη της περίσσιας που επιτρέπει η μισθωτή σκλαβιά ή το κρατικό επίδομα ελεημοσύνης.

Η συσσώρευση πλούτου ως εγγύηση τεμπελιάς για το μέλλον πέρασε από τα παλάτια στις φτωχές κάμαρες και στα κουζινάκια που παλεύουν μέρα παρά μέρα με την πείνα.

Ο φτωχός αποταμιεύει για να τεμπελιάσει κάποτε στο μέλλον. Ο πλούσιος ζει απ’ τη σπατάλη και τις αποταμιεύσεις των φτωχών, ο πλούσιος έχει κάνει σπουδή την τεμπελιά.

Ο πλούσιος δεν τρώει σε φαστ φούντ και δεν γαμεί αγχωμένος και δεν στριμώχνεται ιδρωμένος σε άθλια ρούμς του λετ εκτίοντας την ποινή των διακοπών.

Η μεγάλη επανάσταση των φτωχών ήταν πάντα η κλοπή της τεμπελιάς απ’ τα κορμιά των πλουσίων.

Η κλοπή όλων όσων οφείλει να δώσει στον εαυτό του ένα ανθρώπινο πλάσμα που πατάει το χώμα αυτού του πλανήτη. Διότι μόνο η κλοπή της τεμπελιάς απ’ τα σεντούκια όσων την κατέχουν θα ενορχηστρώσει τους κραδασμούς της ανθρώπινης ύπαρξης με το σύμπαν, κάνοντας εμάς, τα πλάσματα από εκκρίσεις αστρικής ύλης, να εργαζόμαστε πυρετωδώς πάνω σε μια παρτιτούρα αποσιωπημένης αρμονίας.

Σημείωμα για τον Άσγκερ Γιόρν

γιορν

Η απροσδόκητη, άγρια έλευση της διάθεσης για τέχνη συμβαίνει πάντα με όρους καταστροφής.

Υπάρχει ένα αξίωμα ανθρωπολογικής κοπής που λέει, πως, δεν θα σκοτωθούμε πριν δοκιμάσουμε τα πάντα.

Ο Γκυ Ντεμπόρ κραυγάζει με τον πιο ψιθυριστό τρόπο: Όμορφα παιδιά, η περιπέτεια πέθανε, καταγγέλλοντας τη γλώσσα σαν ερμαφρόδιτη χώρα του ανθρώπινου Είναι.

Ότι νομίζαμε αινιγματικό αποκάλυψε μια πλαστή ταυτότητα. Ακολούθησε η αγιοποίηση των καταραμένων. Κανείς δεν βρέθηκε να ανατινάξει τον Παρθενώνα, μόνο ίσως να χαράξει με μια πρόκα τ’ όνομά του πάνω στο μάρμαρο.

Ένα παιδί που η αθωότητά του γίνεται βεβήλωση της τερατόμορφης ιερότητας ενός παρελθόντος που έπνιξε την ανάσα του μέσα στους ψυχεδελικούς μας κήπους.

Η σχέση της τέχνης με τα προβλήματα του ανθρώπου είναι σχέση τρόμου, την οποία δεχόμαστε με αγαλλίαση και βουλιμική αγωνία, αφού κατά βάθος είναι σχέση ποιητική.

Η ποιητική της καταστροφής του παρελθόντος για να βιώσουμε το παρόν με όρους χαράς και ελευθερίας.

Ολικοί αρνητές στράτευσης σε αυταπάτες και αιματόβρεχτες θεολογίες.

Ηριάννα σ’ αγαπώ, φιλάω σταυρό

tsip

Την εποχή που το κυνήγι των μαγισσών βρισκόταν στο αποκορύφωμά του, από τα τέλη του 16ου μέχρι και τον 17ο αιώνα, δεκάδες χιλιάδες θύματα οδηγήθηκαν στην πυρά, ως επί το πλείστον γυναίκες.

Το ένα διάταγμα τυπωνόταν μετά το άλλο και οι καρδινάλιοι με τους πάπες έβγαζαν τις ψείρες απ’ τα φτερά των αγγέλων με τη χριστιανική λαβίδα τους.

Οι επίδοξοι κυνηγοί μαγισσών είχαν στα χέρια τους σπουδαία εγχειρίδια, θεωρημένα απ’ τους επιθεωρητές της ηθικής, που ήξεραν καλά από μαγείες και διαβόλους.

Η καύση των ασεβών έγινε παράδοση και ο λαός απολάμβανε το θέαμα με την ήσυχη κοιλιά του και τον ήσυχο κώλο του.

Ο παραδειγματισμός-αυτό το αρχαίο εφεύρημα-λειτουργούσε ως καταπέλτης κάθε αντίστασης, ορθώνοντας μπροστά στα μάτια των νοικοκυραίων την αγωνία των βασανισμένων ανθρώπων που σπρώχνονταν σωρηδόν στις μεγαλόπρεπες πύλες της νοσηρότητας που η θρησκευτική και πολιτική συμμορία είχαν θεσμοθετήσει.

Ανατριχιαστικές και ρεαλιστικές λεπτομέρειες των διαταγμάτων περιγράφαν όλη τη διαδικασία έκδυσης και εξευτελισμού.

Την εξέταση, την ανάκριση, το βασανισμό και την εκτέλεση, μαζί με βοηθητικά σχόλια για τους δικαστές ως προς τον τρόπο που θα απευθύνονται στους φυλακισμένους.

Οι δικαστές ήταν πάντα ακριβοπληρωμένοι υπηρέτες της εξουσίας που έκαναν το καθήκον τους. Ψυχροί και αμερόληπτοι, στηριγμένοι πάνω στα νομικά δεκανίκια, ουραγοί της διαφθοράς των αρχόντων που κατοικοέδρευαν στο μέγαρο Μαξίμου και το προεδρικό μέγαρο της εποχής.

Μια μέρα, ο πάπας Ιννοκέντιος μάζεψε απ’ τους δρόμους μια μικρή και τρισχαριτωμένη πεταλουδίτσα, κόρη μιας μάγισσας που κάηκε στην πυρά γιατί δεν πίστευε στο θεό.

Την κλείδωσε σ’ ένα πολύ στενό και τυφλό χοιροστάσιο, όπου αυτή κυλίστηκε με το βρακί σ’ ένα βούρκο από κατρουλιά αφού σύρθηκε κάτω απ’ τις κοιλιές των γουρουνιών που γρύλιζαν. Μόλις η πόρτα έκλεισε ένας καθολικός καυλωμένος διάκος, την άρπαξε και την έστησε μπροστά στην πόρτα, και τη γάμησε πολλές φορές, ενώ έπεφτε μια ψιλή βροχή κι ο Ιννοκέντιος τραβούσε μαλακία.

Ο ανθρωπολόγος Μάρβιν Χάρις στο βιβλίο του Αγελάδες, γουρούνια, πόλεμοι και μάγισσες, γράφει πως, η εκκλησία και το κράτος ενθάρρυναν με ορμητική χαρά και πάθος την ευρωπαϊκή μανία κατά των λεγόμενων μαγισσών, με σκοπό να αποσπάσουν την προσοχή της τάξης των χωρικών από την πραγματικότητα της μεσαιωνικής πολιτικής.

Καλύτερα ο κόσμος να ρίχνει το φταίξιμο σε κακόβουλες μάγισσες και έφηβους ερασιτέχνες τρομοκράτες για τα κοινωνικά και οικονομικά του προβλήματα, αντί να στρέψει την προσοχή του σε διεφθαρμένους επισκόπους και ανίκανους πρίγκιπες.

Στην τάξη που νυχθημερόν ξεσκατίζει δουλικά, με σέβας και υποταγή.

Απαγορεύεται στους ποιητές ο θάνατος

apago

Αναζητούμε το αναπόδεικτο και το σκοτεινό. Γι’ αυτό βουτάμε μέσα στην ασυνέχεια της ερωτικής νύχτας, στα δώματα όπου εξαγνίζεται η ακροβασία και ο αγγελικός οίστρος των αιμοβόρων νοσοκόμων που περιθάλπουν τα σεξουαλικά μας οράματα.

Απ’ τους βακχεμένους σπηλαιώνες της Ελλάδας μέχρι τα ρήγματα και τις πλάνες της ερμηνείας ορμούν οι πράξεις που διαλαλούν μια ποίηση εξόχως καταστασιακή.

Μια ποίηση όπου η περηφάνια ταυτίζεται με τη δόξα, την πιο συναρπαστική από τις ψυχικές μας λειτουργίες, την πιο μυστηριώδη ακόμα κι απ’ τη μνήμη, την ηθική, την λήθη και οποιοδήποτε μηχανισμό άμυνας ή καταστροφής.

Αγαπώ τα λυμένα χείλη και τους λυμένους αφαλούς και τους αφρούς από τις λέξεις που στάζουν στ’ αυτιά μας καθώς καταργούμε τις διαστάσεις δίνοντας νόημα στις μορφές που τις κατοικούν.

Απαγορεύεται στους ποιητές ο θάνατος, καθώς η γραφή αναδεύει όλες τις επιθυμίες και πρώτα απ’ όλα την άρνησή τους.

Τα ζεματιστά κορμάκια παραδίδουν τους αδένες τους σ’ αυτό το εικονογραφικό μακελειό μιας τέλειας οιδιπόδειας διευθέτησης.

Αγροί και κρεβάτια πέρα απ’ την καταγωγή του αισθήματος του Κακού.

Λαγνεία εξορισμένη απ’ τις σκαμμένες κοιλιές της δυσπιστίας για τη σαρκική επαφή.

Το ερωτικό ποιηματάκι αν δεν είναι τροφοδότης της ερωτικής πράξης τότε είναι αέρας κοπανιστός και οι ποιητές καταλήγουν ακριβοπουλημένα τομάρια και αποθηκάριοι συναισθημάτων.

Ω! καύσωνα δίπλα σε άδεια τσόφλια καρύδας, τράπουλα του καλοκαιριού και γάμπες κοριτσιών, περιοχές πλημυρισμένες απ’ το διαβολικό ζουμάκι που ποτίζει την κρύα γη, όλο ρωτώ τους απυρόβλητους αμάχους γύρω μου.

Εγώ είμαι που συντηρώ τα φίλτρα του εγκεφάλου σας, αυτά που περιέχουν πολύ σεξ και παράγωγα της πυράς και της βίας.

Εγώ είμαι και ομολογώ πόσο αγαπώ τα στήθη και την αγκαλιά.

Γράφω καυλιάρικα ποιήματα, εξελίσσω τις ερωτογενείς μου ζώνες.

Στοματική, πρωκτική, γενετική. Όλες αυτές τις νοστιμιές και τις άδολες μιζέριες του παιδικού ερωτισμού.

Κάθομαι στα κλαδάκια των ερωτικών συνειρμών κι αγναντεύω τον πληθυντικό οργασμό της ομορφιάς ώσπου ν’ αρχίσει η μεγάλη τραγωδία, όπου εγώ ο μικρός Οιδίπους, θα πάω να συναντήσω τη μοίρα μου.

2 ευρώ την ώρα, το ξεσκάτισμα στις αμμουδιές του Ομήρου

2eyr

Υπάρχει μιαν αισχρότητα στο να δουλεύεις για κάποιον άλλο. Το υπαλληλίκι στον ιδιώτη, που πλέον είναι δουλεία νόμιμη και παστρική, άπτεται του ψυχαναλυτικού διαφορισμού.

Οι καθαρίστριες στα ξενοδοχεία του Αγρινίου, της Καλαμάτας, της Λευκάδας, του Πλαταμώνα αλλά και κάθε φανταχτερής πλαστικοποιημένης λουτρόπολης, πληρώνονται με δυο ευρώ την ώρα, άνευ συμβάσεως και γραπτής συμφωνίας.

Το να ξεσκατίζεις τους κυρίους στις μέρες μας για δυο ευρώ είναι κοινωνική κατάκτηση μιας αριστεράς που αναθεώρησε την επιστημονική επαναστατική σκέψη κρατώντας μόνο στο προσκήνιο τον υποχθόνιο ναρκισσισμό της.

Τη θέση του Εμείς καταλαμβάνει μια τερατώδη αντίληψη του Εγώ, ενός ατομικού Εγώ χωρίς Κόσμο και χωρίς Έρωτα, δηλαδή χωρίς ερώτηση και ερώτημα για την πορεία της κοινής μας μοίρας.

Τα δυο πρόσωπα του διαλόγου διαφοροποιούνται. Αντί για πρόσωπα έχουμε απρόσωπες φιγούρες, εκπροσώπους και διαπραγματευτές, αρνούμαστε δηλαδή τη συνταύτιση του διαλόγου και της αγάπης. Κατάσταση που έχει δημιουργήσει η δύναμη και η ισχύς.

Ο ισχυρός όταν μιλάμε μαζί στο ίδιο τραπέζι ξέρει πως η ισχύς του είναι ο λόγος του και ο λόγος αυτός κηδεμονεύει την κοινωνία που συγκεντρώνει όλες τις δυνατότητες του άγχους και της εμπιστοσύνης, σε μια δύναμη του ξυπνήματος και της αγρύπνιας, δηλαδή στη φροντίδα που θεμελιώνει την Αγορά όλων των συναντήσεών μας.

Οι άνθρωποι αναγκάζονται να ξαναγίνουν σκλάβοι γιατί έπαψαν να συναντιούνται ουσιαστικά.

Οι συναντήσεις των ανθρώπων συμβαίνουν στον Οργουελικό κόσμο όπου λειτουργεί η παλιμπαιδική εικονογράφηση της πραγματικότητας και η αντιστροφή της σημασίας των λέξεων και των φράσεων.

Αν οι σύγχρονοι δούλοι δεν συναντηθούν κάτω απ’ τον ουρανό της κοινής τους γλώσσας, δηλαδή των συμφερόντων τους, είναι ήδη αμετάκλητα καταδικασμένοι.

Αν οι σύγχρονοι δούλοι δεν κατανοήσουν πως η ιστορία τους δεν είναι η ιστορία των κυρίων τους αλλά η δικής τους και πως δεν θεωρείται εργασία το να ξεσκατίζεις μεσοαστούς που απολαμβάνουν τη μίζερη καλοζωία τους ή να μεταφέρεις με το μηχανάκι-κινδυνεύοντας να σκοτωθείς- σουβλάκια και καφέδες σε δίποδα γουρούνια, τότε είναι ήδη αργά.

Όταν ένας πολιτισμός βρίσκεται στα τελευταία του, φωνάζουν τους παπάδες.

paterypoyrgos

Οι άγιοι πατέρες μοιράζονται στα κρυφά τα δώρα της φύσης. Τις υγρασίες που λυμαίνονται τους ιερούς τόπους κάτω απ’ τα ράσα και τις τούρλες που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια της φαρσοκωμωδίας των μυστηρίων.

Η αχίλλειος πτέρνα των δεσποτάδων ήταν και είναι ο κρυφός έρωτας για τα αγοράκια. Απ’ τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα οι ιερείς έκρυβαν κάτω από κελεμπίες και ράσα την τραγίσια τους στύση.

Απ’ την παιδεραστία και το βιασμό της αρχαίας Ελλάδας που αποτελούσαν πολιτισμικές σταθερές περάσαμε στη βυζαντινή λατρεία της παράβασης που ελάμβανε χώρα στις αυτοκρατορικές αυλές.

Το όργιο ήταν κλειδωμένο στα βασιλικά πάνσεπτα δώματα.

Περνώντας απ’ τον αρχαίο πληθυντικό στον σημερινό ενικό η έννοια του οργίου γνώρισε μεγάλες δόξες στους δεσποτικούς καθεδρικούς ναούς της Ευρώπης των καθολικών και τα μοναστήρια.

Από μιαν ανοδική πορεία, τείνουσα προς μια απελευθερωτική υπέρβαση, στα διονυσιακά ή ταντρικά τελετουργικά, η έννοια του οργίου διολισθαίνει προς τη διαφθορά.

Δηλητηριώδης ίλιγγος που συνδυάζει όλες τις ακρότητες της ακολασίας. Προϊόν της ιστορίας των μονοθεϊστικών θρησκειών και του εβραϊκού χριστιανισμού που λειτούργησε ως ιστορικό αφήγημα του περιούσιου λαού.

Οι εκκλησίες των θρησκειών αυτών πολέμησαν με σφοδρότητα την ιαματική πρακτική των ειδωλολατρικών οργίων που ψυχορραγούν μέχρι σήμερα σε διάφορα μέρη του κόσμου, κηρύσσοντας μιαν αντίληψη περί πνευματικότητας θεμελιωμένη στην καταστολή κάθε φιληδονίας, ενοχοποιώντας τη σάρκα και κατ’ εξακολούθηση την ηδονή.

Τα κορμιά των ανθρώπων αγοράστηκαν για να σκλαβωθούν και να παράγουν υπεραξία γι’ αυτούς που κράτησαν το όργιο αποκλειστικά και μόνο για την παρέα τους και το πνευματικό τους κονκλάβιο.

Οι ανθρωποβοσκοί του θεού σε αγαστή συνεργασία με τα αδίστακτα γρεντάλια της εξουσίας έβαλαν τις τσουτσούνες και τα μουνάκια σε κουτάκια, πουλώντας θεολογικό σανό και μετάνοια.

Με τον οβολό των σκλάβων, που με σπουδή κατάφεραν να δημιουργήσουν, έφτιαξαν τους δικούς τους απόρθητους γαμηστρώνες και τα δικά τους ενδιαιτήματα όπου η νηστεία κι η προσευχή πάνε σύννεφο.

Μητροπολίτες που εντύνοντο σαδομαζό σκλάβες χτυπούν τα μαστίγιά τους πάνω στα κρατικά κωλομέρια που μοιράζουν τον πλούτο και κόβουν την ματωμένη πίτα της εργασίας.

Έχουν λόγο για τα κύτταρα της κατσαρίδας και τη στύση των γαϊδουριών.

Με γλυκό χριστιανικό τρόπο κηδεμονεύουν τους σάπιους πολιτικάντηδες για να μπορεί η κάστα τους να έχει αφθονία εις το διηνεκές, αλλά κυρίως να φτάνει τους υποτελείς στη σεξουαλική απελπισία, την ώρα που το αχαλίνωτο ιερό αδερφάτο χτυπάει δυνατά τις καμπάνες, για να μην ακούγονται τα ουρλιαχτά απ’ τους πνευματικούς και μη βιασμούς.

Ένας πολιτισμός που φτάνει στο τέλος του, θαυμάζοντας την αχαλίνωτη ανάπτυξη, δηλαδή την άνευ όρων και ορίων καταστροφή της φύσης άρα και τού ζωτικού μας χώρου, μαγαρίζει πρώτα τον ερωτισμό και τη σεξουαλικότητα.

Στερεί απ’ τους ανθρώπους τον ελεύθερο χρόνο και τον ελεύθερο χώρο και την ελεύθερη ανάπτυξη.

Για την πλειοψηφία των ανθρώπων η στάνη της εκκλησίας κρύβει τα όργια των υπαλλήλων του θεού της αρπαγής του πλούτου.

Διότι οι ιερείς υπήρξαν πάντα οι εγγυητές της ανακωχής του κοινωνικού πολέμου που είναι δίκαιος και ταξικός και αυτονόητος πόλεμος.

Οι ιερείς συντηρούνται μισθολογικά απ’ τη διατήρηση της κυριαρχίας των πλουσίων.

Περιμένουν κάθε εποχή τους πλούσιους κυρίους να τους φωνάξουν για να αναλάβουν δράση.

Ο Karl Kraus έγραψε κάποτε πως: Όταν ένας πολιτισμός βρίσκεται στα τελευταία του, φωνάζουν τους παπάδες.

Βίπερ

two_prostitutes_by_cellar_fcp

Οι δυο κοπέλες ήτο όμορφες και αγουροξυπνημένες.

Με μια μυρωδάτη λάμψη και με ακατάστατα μαλλιά, έμοιαζαν με πρόσωπα γκραβούρας του δεκάτου ογδόου αιώνος κι έμοιαζαν έτσι με τη γύμνια τους φρέσκια σαν να περιμένουν τον επόπτη παγοδρόμων ή σαν να περιμένουν έναν εραστή μεταξοσκώληκα στις γάμπες τους.

Ξαφνικά χωρίς προειδοποίηση ένας άντρας ολόγυμνος μπήκε απ’ το παράθυρο κι έτρεξε να κρυφτεί πίσω απ’ την κουρτίνα.

Οι δυο κοπέλες ήτο όμορφες και αγουροξυπνημένες. Άκουγαν τα Αχ! και τα Ωχ! του άντρα να πέφτουν στο πάτωμα και να σπάνε, άκουγαν από μέσα του λέξεις και ακατάσχετη σπερματορροία.

Άκουγαν το σαλεμένο μυαλό και το αίμα της ψωλής του, τα «σώστε με, σώστε με».

Σαν σκύλες τότε άρχισαν να του γαυγίζουν. Τράβηξαν την κουρτίνα κι άρχισαν τα κρυφομιλήματα και τα ξόρκια. Δούναι και λαβείν. Οι ασέλγειες με τη γλώσσα.

Νυφούλες αυτές, μάχιμες κι αθάνατες, που και που γονάτιζαν σαν να προσεύχονταν, και έσμιγαν και οι τρεις, ο εισβολέας μέσα τους σκόρπιζε σπερματόσπορο και τρυφερά λογάκια.

Έξω η πλάσις ήτο μιαρή, οι παπάδες πριόνιζαν δέντρα και τσουτσουνάκια, οι δάσκαλοι θυροκολλούσαν κούφιους οργασμούς στις πόρτες των εφήβων, η πατρίς αναιμική κατουρούσε γάλα, φίδια μαζεύονταν, μέρες της κρίσης.

Και το στοίχημα ήταν ποιος θα χάσει τον ήλιο.

Το τέλος της ιστορίας

ladi

Η τέχνη γύρω μας έχει το σχήμα γωνίας. Εγκλωβισμένη στη γωνία της προοπτικής, κόσμος ειδωμένος από μια και μοναδική οπτική γωνία.

Η γωνία είναι ο πρωταγωνιστής. Αυτό που σπάει όμως τη γωνία και την ακινησία είναι η αλληλεπίδραση των σωμάτων που για να ισορροπήσουν και να βρούνε το κέντρο τους πρέπει να γίνουν ένα.

Να χαθεί το στερεομετρικό αντίβαρο μέσα στο φουτουρισμό και την ανταρσία, κατακτώντας τον κόσμο τού απείρου, δηλαδή την επιστροφή στο μηδέν.

Από τις γωνίες των ιδεατών πραγμάτων και τη σταθερότητα ο τρόπος παραγωγής μας οδηγεί στην ψυχεδελικά καθησυχαστική εικονολατρία.

Η κοινωνική μας πραγματικότητα γίνεται δημιούργημα της σκέψης των άλλων, καθρεφτίζοντας εκδοχές της κόλασης και του παραδείσου, θεσπίζοντας μεταφορικά την ζωώδη μας βουλιμία.

Η κατανάλωση μας ερεθίζει ενισχύοντας την αυταρέσκεια της ισχύος που μας δόθηκε απ’ το περίσσευμα της υπεραξίας μιας κάποιας εργατικής δύναμης.

Όλα μετατρέπονται σε σκουπίδια. Τα χωνεύει ο χρόνος όσα χωνεύονται και τα άλλα τα μνημειώνει ανταποκρινόμενος στην εσπευσμένη τους ανάγκη να επιβάλουν σιωπή.

Φθορά και φθορά και μπόχα. Τα γάγγλια νεύρα ενός δυναμικού συστήματος εκκαθάρισης του περιττού.

Μιαν άκαμπτη ιεραρχία κραδάνει ράβδους νουθεσίας στην ανορθοδοξία της νεότητας, που είναι η μόνη επαναστατική ορδή. Μιαν ιεραρχία του κρατικού συρφετού, δηλαδή του Κράτος που ορίζεται ως Ωμή Βία.

Μιαν ιεραρχία που διατηρεί δυναμικά την αβάσταχτη ταλάντωση από την ευτυχία στην απάρνηση και από την απάρνηση στην ευτυχία. Στα κενά βίου ανθόσπαρτου από συσκευασμένα προϊόντα και πλαστικά κτερίσματα χαράς.

Ξέρουμε πως εμείς είμαστε τα σκουπίδια, οι ποιητές της επιθυμίας που λιποτακτήσαμε στα απορρίμματα.

Ο τρελός τρεχάτος κόσμος δεν μας έχει ανάγκη. Θα ψοφήσει αβοήθητος κάποτε χωρίς να νιώσει τη βαθύτατη ηδονή της βραδύτητας που επιτάσσει ο λαθραίος λυρισμός τού αλλήθωρου ποιητικού βλέμματος πλασμάτων εξωστέων απ’ την πλατωνική πολιτεία.

Οι διωγμένοι εμείς, κρατάμε για τον εαυτό μας το ρόλο του αυτοεξόριστου από μια τέτοια πολιτεία, όπου οι ζωές μας αποτιμώνται λιγότερο από κείνες των εμπόρων.

Αναπνοές και βογγητά

anapnoew

Το ποίημα γράφεται με παρδαλό τρόπο. Λειτουργεί ως εκκρεμές της ανέκφραστης προσέγγισης της ερμηνείας. Ερμηνεύω το ποίημα σημαίνει καταδυναστεύω το εύρος των νοηματικών του αποθεμάτων.

Τα ίχνη χιούμορ αυτής της λαϊκής τέχνης κι αυτής της φόρμας που διαθέτει απειρία στάσεων και υπαρξιακών χειρονομιών πρέπει να καταλήγουν στο στομάχι του ανυποψίαστου εραστή-αναγνώστη.

Στην αρχαία αυτή τέχνη έχουν την τιμητική τους οι θάνατοι και οι καταστροφές.

Τα ερωτικά ποιήματα έρχονται δεύτερα και πολλές φορές οδηγούνται στην εξορία από μια κοινωνική ρητορική που μας θέλει άριστους, αποτελεσματικούς, μα κυρίως ανταγωνιστικούς.

Η σεξουαλική χροιά των ποιητικών γραφών έχει ρητορική μη βίας, δηλαδή τεμπελιά και μεταερωτικό ραχάτι σε κάποια αμμουδερή κλίνη ηλιότροπη και γουργουριστή.

Οι αισθήσεις μας είναι τόσο βομβαρδισμένες με τεχνητές και ψεύτικες συγκινήσεις από πολιτικούς λόγους και σαπουνόπερες που δύσκολα αντέχουν την αλήθεια του σωματικού ερωτισμού μετά το συναισθηματικό μας ξυλοδαρμό.

Η αγωνία μας επιδρά στις αόρατες σμικρύνσεις κάθε στοιχείου εμπλοκής των πραγμάτων που μας ερεθίζουν.

Αν δεν ερεθιστείς δεν παράγεις το υπονοούμενο και την αντιλογία, δεν δημιουργείς σπινθήρες και συγκρούσεις.

Δεν βάζεις τα δάχτυλα των χεριών σου πάνω στην τραμπάλα των αγκομαχητών απ’ το αναβρυτό παράδομα της σάρκας στην ταραχή και τη λιποθυμία.

Το αίμα του θεού

to aima

Η αληθινή φύση της ηθικής δεν είναι παρά ένα σύμπλεγμα δονήσεων των νευρικών μας χορδών.

Από την άκρα ευαισθησία έως την πιο αδιαπέραστη απάθεια, εν μέσω ενός παιγνίου αφαιρέσεων, κυριαρχεί το «σκέπτομαι, άρα απολαμβάνω». Η αναγνώριση και η σημασία του ηθικού κραδασμού που είναι απόλυτα υποταγμένος σ’ εκείνον των αισθήσεων.

Οι ανθρώπινες αρετές που συσσωματώνουν την καρδιά και το πνεύμα, δίνουν το ρυθμό μες στο κοχύλι της υπαρξιακής μας σιωπής. Μας επιτρέπουν να ζούμε λιγότερο χιμαιρικά, συνθέτοντας την αταξία και τον παραλογισμό, κάνοντάς μας δημιουργούς δηλαδή ολοκληρωτικά εγωιστές.

Η φύση μας γίνεται θεϊκή, δηλαδή δημιουργική, μέσω της γνώσης και της έρευνας. Η φιλοδοξία της δικαιώνει τον εγωισμό μας που θέλει να μεταστρέψει τα πάντα και να μεταβάλει τις απέχθειες σε ηδονές και τις δυστυχίες σ’ ευτυχίες.

Ο προσδιορισμός όμως αυτός της ανθρώπινης φύσεως οδηγεί στην άρνηση των νόμων, στην άρνηση του θεού και στην άρνηση της ηθικής.

Οι νόμοι, ο θεός και η ηθική είναι τα αποτελέσματα ταξικών συμφερόντων και ταξικών συγκρούσεων που διαμορφώθηκαν μες στη ροή του ιστορικού χρόνου.

Τα άτομα χάνονται. Εγκαταλείπονται στον καρτεσιανό αγνωστικισμό τους, επιδιώκοντας εξουσίες και προνόμια. Όταν στο δρόμο τους βρίσκουν το παραμικρό υπόλειμμα του θεού τότε ξυπνάει άμεσα η βία και η περιφρόνηση και η ένταση της υπερηφάνειας, όπως και ο ίλιγγος της δύναμης και της άνευ όρων αρπαχτικής επιθυμίας.

Οι νόμοι, ο θεός και η ηθική ενσαρκώνουν σε κάθε κοινωνία το όχημα του μίσους. Κατασκευάσματα που πλήττουν αιώνες τώρα την οικουμενική ζωή. Μιαν οικουμενική ζωή που σήμερα θα γιόρταζε τον πανσεξουαλισμό της ψυχορραγεί τώρα αποσυρμένη στα εθνικά της διαμερίσματα και στις φαντασιώσεις που έπλασε μέσα στον ιστορικό χωροχρόνο.

Δυστυχείς γυρνούμε έξω απ’ τη Φύση μας. Έξω απ’ τη μήτρα της μητέρας. Έκθετοι στην καταστροφή και τον εκμηδενισμό.

Γινόμαστε στρατιώτες δηλαδή εγκληματίες. Γινόμαστε κατηχητές δηλαδή διαστροφείς της ελεύθερης βούλησης.

Μέσα στο κοιμισμένο κουκούλι των παθών μας φυτρώνουν όμως οι σπόροι της εξέγερσης.

Η νοημοσύνη μας εξελίσσεται και τα ερωτικά μας όργανα, εσαεί εύθραυστα και θνητά, υπακούουν στην άπειρη μουσικότητα των κυμάτων του νευρικού μας συστήματος.

Σε μια βιολογία ανασυγκρότησης των ευάλωτων κυττάρων της παιδικότητάς μας. Εκεί όπου ο θάνατος εμφανιζόταν ως αστέρευτο ανάβρυσμα αναστάτωσης, οδηγώντας μας στην ενότητα της ζωής που ήταν σφόδρα εμποτισμένη από μια τέλια καρποφόρα αιώνια γνώση της εμπειρίας και του παιχνιδιού.

Ο νέος άμβωνας Ή Όταν η επιστήμη ανασταίνει τη θεοκρατία

daskalakis

Ως παιδιά της ψωροκώσταινας αγαπάμε τους μύθους και το παραμύθιασμα. Ο ίδιος ο άνθρωπος που κατασκεύασε τους θεούς, τους έχρισε τελικά κατασκευαστές του και αφέντες της ζωής του.

Η επιστήμη ενώ χρησιμοποιήθηκε από την αστική τάξη για την εκθρόνιση της φεουδαρχίας και της θρησκείας που τη στήριζε, όταν ανέβηκε στη θέση της μετατράπηκε η ίδια σε θρησκεία και ιδεολογία της αστικής τάξης, κάνοντας αυτή τη συγκεκριμένη τάξη να αποκτήσει μια ψευδή άρα ευάλωτη συνείδηση.

Η τεχνολογία από την άλλη, υποταγμένη στις επιταγές του θετικισμού και της καπιταλιστικής λογικής της «απόδοσης» και της «αποτελεσματικότητας», δε θα μπορούσε παρά να αντανακλά αυτή την ιδεολογία.

Αφήνοντας τη σημασία των οικονομικών αιτιών του πολέμου, μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος καθορίζεται στον πιο σκληρό και ολέθριο πυρήνα του από το χάσμα ανάμεσα στα γιγαντιαία μέσα τεχνολογίας από τη μια μεριά και την ελάχιστα ηθική ανταύγειά τους από την άλλη.

Η αστική τάξη απομονώνει οτιδήποτε τεχνολογικό απ’ το επονομαζόμενο πνευματικό, αποκλείοντας αποφασιστικά την τεχνολογική σκέψη από τη δυνατότητα να συνδιαμορφώνει την κοινωνική οργάνωση.

Κάθε μελλοντικός πόλεμος θα είναι ταυτόχρονα μια εξέγερση των σκλάβων της τεχνολογίας.

Πάνω στα «ερείπια» των παλιών μεταφυσικών πεποιθήσεων ανεγέρθηκε ο «άυλος» άμβωνας της μαζικής κουλτούρας ως ένας προνομιακός χώρος έκφρασης κηρυγματικού λόγου σχετικά με τα επιτεύγματα της τεχνολογίας ή με τα δεινά που η εξέλιξή της μπορεί να επιφέρει.

Το πρότυπο για το Εγώ του αστού πολίτη και επιστήμονα διαμορφώθηκε πάνω στη βάση ενός εσωτερικού χάσματος ανάμεσα σε ανώτερες πνευματικές-δηλαδή μαθηματικές-και νομοκανονιστικές λειτουργίες και σε κατώτερες σωματικές.

Είναι αυτός ο διανοητικά υπερτροφικός κι εσώτερος «Θεός» που καλείται τώρα να καθυποτάξει τόσο τη Φύση-δηλαδή να την ανακρίνει, όπως σημειώνει ο Kant-όσο και την Ιστορία, σε μια πορεία τελείωσης του ανθρώπου.

Ο επιστημονικός ναρκισσισμός γίνεται εταίρος της θεοκρατίας χαράσσοντας τις συντεταγμένες της νέας μεταφυσικής.

Δίπλα στον παπά στέκεται πλέον ο νέος επιστήμων, μεταγράφοντας στις αόρατες γωνίτσες της επιστημολογικής πρόζας-του νέου δηλαδή υπερούσιου αφηγήματος-την απαίτηση για τον έλεγχο της παρέκκλισης. Του επαναστατικού και του διαφορετικού, που δεν διαμορφώνεται μέσα σ’ αυτούς τους ταξικά αποστειρωμένους χώρους.

Εδώ λαμβάνει χώρα η αναλγητική εσωτερίκευση των όρων Κυριαρχίας του δυνατού και συνακόλουθα η παραγωγή μιας ρητορικής που απειλώντας και καθησυχάζοντας ταυτόχρονα, θα στηρίξει το κοινωνικό σώμα στη βουλητική του απάθεια.

Οι συναντήσεις και οι συνυπάρξεις αυτές, συνιστούν τις καθόλου αθώες όψεις ενός εκλεπτυσμένου όσο και βορβορώδους πνεύματος καθυπόταξης.

Μια νέα πατρωνία βασιλεύει στο δημόσιο χώρο, απορφανισμένη πια, απ’ τις αληθινές ανθρώπινες ανάγκες,

Η μεγαλύτερη φιλοδοξία μου είναι να ζήσω τη ζωή μου

imegaliteri

Η μεγαλύτερη φιλοδοξία μου είναι να ζήσω τη ζωή μου. Εδώ αρχίζουν όμως οι συμφορές. Γιατί το να θες να ζήσεις τη ζωή σου είναι μια προκλητική φιλοδοξία.

Πρέπει να διαθέτεις ένα πνεύμα τέλεια διαυγές, το οποίο όμως να στερείται του ενστίκτου της κυριαρχίας.

Αν δεν πολεμήσουμε οργανωμένα την ανάγκη του άρχειν δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ζήσουμε τη ζωή μας.

Εφτά αιώνες πριν ένας διάβολος ονόματι Τζελαλουντίν Ρουμί άφησε το χνάρι της φωνής του απευθυνόμενος στ’ αδέρφια του, δείχνοντάς τους την αληθινή του ταυτότητα.

Την ταυτότητα του πλάσματος που η μόνη του φιλοδοξία είναι να ζήσει τη ζωή του, αφήνοντας πίσω ολίγα σκύβαλα κάτω απ’ τ’ αγριολούλουδα και τις μαργαρίτες:

Aδέρφια Μουσουλμάνοι δεν ξέρω τι να κάνω.
Δεν ξέρω τι να πω.
Δεν είμαι Χριστιανός ούτε Εβραίος.
Δεν είμαι Μουσουλμάνος ούτε και Ινδουιστής.
Δεν είμαι Βουδιστής ούτε και Σούφι.
Δεν είμαι και διόλου Ζεν.
Δεν έχω μια θρησκεία ή παράδοση.
Δεν είμαι απ’ την ανατολή μήτε τη δύση
ούτε από θάλασσα ούτε κι απ’ τα βουνά.
Δεν είμαι στοιχειωμένος ή αιθέριος
αλλά δεν είμαι ούτε και φυσικός.
Δεν είμαι οντότητα και δεν υπάρχω
ούτε σ’ αυτόν μηδέ στον κόσμο τον επόμενο.
Δεν έρχομαι από την Εύα τον Αδάμ
ή κάποιαν άλλην ιστορία.
Ο τόπος μου είναι άτοπος
χνάρι δεν έχει το χνάρι μου.
Ούτε σώμα ούτε ψυχή.
Ανήκω στον Αγαπημένο.
Είδα τους δύο κόσμους σ’ έναν και γνωρίζω
τον πρώτο και τον τελευταίο
που αναπνέει μ’ ανθρώπινη αναπνοή.

Κλινοπάλη

klinopali

Πολλές φορές δεν μπορούμε να συμφιλιωθούμε με την ιδέα ενός χωροχρόνου που εξουσιάζει τις σωματικές μας ανάγκες.

Η σχέση μας με τα γεγονότα γίνεται ποίηση, πολλές φορές τραχιά και μονοσήμαντη, αλλά εξόχως εικαστική, φανερώνοντας τις διαθέσεις μιας παρορμητικής ενόρασης.

Μας περιβάλει το ίδιο εκτεθειμένο κενό ανάμεσα στα πράγματα. Σώματα και πρόσωπα που τα παρακολουθούμε ως τοπία, ντυμένα με τις ιδιότροπες έγνοιες ενός πολιτισμού των ανταγωνισμών και των τύψεων.

Όλα τα σαλιγκάρια του πνεύματος που τα προγυμνάζουν οι αυταπάτες της συνεχούς ροής ερεθισμάτων και πληροφοριών.

Η συνήθεια καταβροχθίζει σχέσεις, ανθρώπους, ρούχα, έπιπλα, τόπους. Μα υπάρχει πάντα η τέχνη γύρω μας για να μπορούμε να ανακτήσουμε την αίσθηση της ζωής. Να βιώσουμε την καλλιτεχνικότατα μιας κατάστασης, ακόμα κι αν η κατάσταση αυτή είναι ασήμαντη και μηδαμινή.

Χαίρομαι και αγαπώ τη ζωή γύρω μου. Όχι απαραίτητα τη δική μου ζωή. Χαίρομαι την πραγματικότητα που αποτελεί το ουσιαστικό στοιχείο κάθε μεταφοράς.

Ο υπερτροφικός ναρκισσισμός της σύγχρονης επιστήμης μας θέλει παράγωγα παράλληλων κόσμων και κβαντικά απολειφάδια της συμπαντικής διάνοιας.

Μα όλα αυτά τα περίφημα και θαυμαστά, χάνουν την ουσία τους χωρίς την καρδιά που χτυπά εκεί, που βρίσκει κανείς την αλήθεια της ευχαρίστησης.

Όλες οι χημικές ουσίες μες στα κορμιά μας ζυμώνονται πάνω στον πάγκο των αισθήσεων με τα υλικά της φερτής ύλης απ’ τα βάθη των προγονικών αιώνων.

Ένας έφηβος που παίζει το πουλί του για να ευχαριστηθεί, μας θυμίζει πως η ποίηση είναι ένα είδος υγείας.

Ακούω το κορμί μου, κι όταν το ακούω σωστά ακούω και το κορμί του άλλου. Συνομιλούμε ερωτικά, δηλαδή ερωτάμε για να φτάσουμε κάποτε στο σημείο εκείνο που δεν θα είναι πλέον αναγκαίο το να ρωτάμε.

Οι επιπόλαιες ερωτήσεις δέχονται επιπόλαιες απαντήσεις. Μόνο ένας ευγενής έρως καλλιεργεί έναν ευγενή λόγο. Και μόνο ένας ευγενής λόγος χαίρεται την ουσία των πραγμάτων.

Η αληθινή ευγένεια στον έρωτα είναι η ισχύς των μηδαμινών έναντι του θανάτου που πλασάρουν όσοι ξεχαρβαλώνουν την ύπαρξη. Προφήτες και αρχηγοί και οδηγοί προβάτων. Κερδοσκόποι της ανάγκης των πλασμάτων για ψωμί και ελευθερία.

Μα κάθε φορά η απώλεια πίστης στις ανθρωποκτόνες αξίες συνεπάγεται εξέλιξη.

Μοιραζόμαστε την κραυγή απ’ τα βάθη των επαναστάσεων και των καταιγίδων.

Ξέρουμε πως η παρουσία του έρωτα μας προσφέρει τόση αγωνία όση και η στέρησή του.

Είμαστε πλάσματα που αλλάζουμε συνεχώς απ’ τις θανάσιμες μάχες γύρω μας.

Αυτό, στο οποίο πολλές φορές δεν συμμετέχουμε μας επηρεάζει βασανιστικά. Κάνει την αδαμική μας αθωότητα ευάλωτη στο ζόφο που έσπειρε η ηθική ελονοσία του κερδώου εγωισμού ενός κόσμου εμπόρων και στρατηγών.

Ενός κόσμου που θεσμοθέτησε την κοινωνική λιποταξία εκφυλίζοντας το λόγο σε φλυαρία και τον έρωτα σε νερόβραστο θέαμα καλωδιωμένων ευνούχων.

Αριστοτελικός ή Πλατωνικός;

aristo

Ζούμε μέσα στην επανάληψη των κύκλων της φύσης. Δεν είμαστε τα έξοχα τέρατα της φαντασίας μας, αλλά οι αυθεντίες της επανάληψης.

Στρατευμένοι στην απογύμνωση παθών και προαιρέσεων, στην εύθραυστη σχέση μεταξύ του ανθρώπου και του κόσμου.

Στρατευμένοι στη θεραπευτική ενέργεια της ερωτικής επαφής. Μια επαφής που γυρεύει τα αγαθά της αγιότητας. Μιας επαφής που δίνει έναν πνευματικά καινούργιο ορισμό στην έννοια της επανάληψης.

Η σάρκα και η φαντασία δηλαδή, σε μια σχέση αμοιβαιότητας και χαράς.

Κάθε ποιητική σκέψη είναι σαν αιμορραγία του νευρικού συστήματος. Ένα φυσικό φαινόμενο μέσα μας που υπογραμμίζει την άστατη φύση μας. Που ξυπνά το ίδιο μας το σώμα με ολόκληρο τον συμπαντικό υλισμό που κουβαλά.

Ως βασιλιάς στα νησιά της Βαβυλωνίας και στα όρη των Αιτωλών, μαζεύω κάθε τόσο τους αρχιτέκτονες και τους μάγους μου παραγγέλνοντας να μου χτίσουν έναν λαβύρινθο, τόσο περίπλοκο και τόσο αριστοτεχνικό, ώστε κανένας γνωστικός να μην μπορεί να διασχίσει το κατώφλι του.

Ώστε μονάχα οι τρελοί, δηλαδή οι ελεύθεροι άνθρωποι και τα παιδιά, να μπορούν να τον διαβούν. Αυτοί που δεν ντρέπονται για το κορμί τους και για τις ιδέες τους.

Αυτοί που περνούν μέσα απ’ τους ατρύγητους αμπελώνες του ερωτισμού και της ομορφιάς σαν διψασμένες σφήκες, για να τρυπώσουν έπειτα στις στέρνες της λογοτεχνίας.

Μιας λογοτεχνίας που αν δεν μυρίζει εξέγερση ζέχνει ματαιοδοξία και ποιητικό μνημόσυνο θλιβερών υπάρξεων, που, επειδή δεν βρίσκουν να γαμήσουν μας σκοτίζουν τ’ αρχίδια επανειλημμένως και επαναληπτικώς.

Ηθικόν Ακμαιότατον

iuikon

Η διαφορά μου με τους ατάλαντους, είναι πως, εγώ δεν πιστεύω στο ταλέντο που έχω, ενώ αυτοί πιστεύουν στο ταλέντο που δεν έχουν.

Αφού η ατέλεια τόσο κυριαρχεί μέσα μας δεν μπορεί να αναγνωρίζουμε εμείς στον εαυτό μας τελειότητες.

Όσοι παρακολουθούμε την αντιπαλότητα μεταξύ των φυσικών πραγμάτων και του ανθρώπου, σκεπάζουμε το διαβολικό ζωηρό Εγώ μας με σημαίες ευκαιρίας γραπτής ύλης, που στρίφωσε πάνω στα πλοκάμια της φαντασίας η επιθυμία για αληθινή ζωή.

Αρωματικές νιφάδες ιδεών πάνω στο δέρμα αυτού του κόσμου της αιώνιας αλλαγής και της άπειρης άφθαρτης φθοράς.

Αν απογυμνωθείς από κάθε προκατάληψη, συντάσσοντας τα ποιηματάκια και τις βιογραφίες παράξενων πλασμάτων, υπό το μάτι του ήλιου που ερευνά και φωτίζει και επιδρά πάνω στα πράγματα, τότε θα έχεις κερδίσει τα ζουμιά μιας κυράς που ελέγετο δικαιοσύνη, που ελέγετο αφέντρα της όρασης των ανθρώπων που θέλουν να βλέπουν και όχι να νομίζουν πως βλέπουν.

Όταν ξέρεις, πως, το ψεύτικο και το αληθινό είναι ένα, ξέρεις πως, ο ήλιος είναι ποιητής τεράτων. Και ξέρεις πως η πραγματικότητα, ακόμα και στις πιο όμορφες και ευνοϊκές της εκφάνσεις, δεν ικανοποιεί στο βάθος την ανήσυχη φύση μας.

Και τότε ξεσπά η βία της γραφής για να περιγράψει την ποίηση που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αθωότητα της φύσης, άδολη και ιαματικά πανούργα μέσα μας. Δουλεύοντας για το καλό και το κακό που είναι Ένα. Βοηθώντας μας να βρούμε τη δική μας φωνή και να εφεύρουμε τα δικά μας άσματα σωτηρίας.

Αν υπάρχει ταλέντο αυτό είναι μόνο ο διάβολος που φέρουμε μέσα μας.

Αν καταφέρεις λοιπόν να ξυπνήσεις το διάβολο που κοιμάται μέσα σου, θα έχεις καταφέρει να ξυπνήσεις το διάβολο που κοιμάται μέσα σου. Κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο κατόρθωμα. Να ξυπνήσεις το διάβολο που κοιμάται μέσα σου.

Ξανά και ξανά να ανατινάξεις τις γέφυρες της παρηγοριάς και να σπάσεις τα δεσμά της συνήθειας.

Ξανά και ξανά να ανακαλύψεις τους πιο παράφορους εαυτούς σου, περπατώντας σαν βασιλιάς ανάμεσα σε μια προβλέψιμη και κουρδισμένη ανθρωπότητα. Αφήνοντας το ισχνό σου ίχνος. Το σάλιο και το σπέρμα σου που μπόλιασαν την ερωτική αναρχία του μέλλοντος, δηλαδή του άπειρου παρόντος.

Να λένε οι άνθρωποι, πως, εδώ ζούσε κάποτε ένας βασιλιάς. Ένας βασιλιάς όμως αληθινός, που διάβαινε στο δρόμο του μονάχος, δίχως ακολουθίες και τούμπανα, όχι σαν αυτούς που φοράνε στο κεφάλι τους κορώνες και βαστάνε στα χέρια πατερίτσες και ορίζουν τους λαούς σαν κοπάδια.

Γη, χωρίς ψωμί

Luis Bunuel shooting Robinson Crusoe

Έχουμε μια δυσκολία σήμερα να κοιτάξουμε όπως πρέπει το παρελθόν για να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και πως φτάσαμε μέχρι εδώ.

Ξεχνάμε πως το λίγο ή το πολύ που μας δόθηκε το οφείλουμε σε κάποιους διαβόλους που δεν συμβιβάστηκαν με τη μιζέρια, την αθλιότητα και την αδικία. Ένας τέτοιος διάβολος υπήρξε ο Ισπανός σκηνοθέτης Λουί Μπουνιουέλ.

Ο παραβατικός αυτός κινηματογραφιστής έφτιαξε την ταινία «Γη, χωρίς ψωμί» δείχνοντας με την οξυμένη καλλιτεχνική του όραση τις άθλιες συνθήκες στις οποίες ζούσαν οι άνθρωποι σε μια περιοχή της Ισπανίας κοντά στη Salamanca.

Μια περιοχή που είχε μείνει μακριά από κάθε έννοια προόδου και ευημερίας.

Ο Bunuel άκουσε και διάβασε γι’ αυτήν και όταν την επισκέφθηκε αποφάσισε να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ.

Το Las Hurdes είναι μια κοιλάδα με πενήντα χωριά που δεν ξέρουν τι θα πει ψωμί, που ζουν σε σπίτια χωρίς καμινάδες, που το καλοκαίρι τρέφονται μόνο με άγουρα κεράσια, που μετακινούνται χιλιόμετρα για να βρουν μια δουλειά ή για να θάψουν τους νεκρούς τους, που δεν τραγουδάνε ποτέ, που πεθαίνουν από δυσεντερίες ή από ελονοσία, που μαθαίνουν στο σχολείο ότι πρέπει να σέβονται την ιδιοκτησία, όταν οι ίδιοι δεν έχουν ιδιοκτησία και ζουν στην πιο έσχατη εξαθλίωση.

Ο λόγος ο οποίος εκφέρεται από αόρατο ομιλητή είναι στεγνός και περιγραφικός, όπως θα συνέβαινε σε ένα επιστημονικό ντοκιμαντέρ.

Η ταινία συνοδεύεται από την 4η συμφωνία του Brahms, μουσική ρομαντική, σε προφανή αντίθεση με το περιεχόμενο και την εικόνα.

Η Ισπανική κυβέρνηση απαγόρευσε την ταινία ως προσβλητική για την χώρα.

Χρηματοδότης του εγχειρήματος ήταν ένας φίλος του Bunuel, καθηγητής σχεδίου, ο οποίος του είχε πει πως αν κερδίσει το λαχείο, θα του δώσει χρήματα να κάνει μια ταινία. Όταν το κέρδισε, κράτησε το λόγο του, δίνοντας την ευκαιρία στον Bunuel να γυρίσει την τρίτη μόλις ταινία του (μετά τον Ανδαλουσιανό σκύλο και τη Χρυσή εποχή), αποτυπώνοντας πάνω στο φιλμ πάνω από 27 λεπτά ανθρωπογεωγραφίας του απόλυτου περιθωρίου.

Αιμομιξία, δυστυχία, χάσμα ανάμεσα στην εκκλησία και την εκπαίδευση από τη μία και τον κόσμο από την άλλη. Τα όσα μαθαίνουν τα παιδιά στο σχολείο έρχονται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα γύρω τους.

Η ταινία δημιουργεί τριπλό σοκ: με την εικόνα της φτώχειας, ασιτίας, αρρώστιας, με το ξερό ρεαλιστικό σχόλιο της (ο ήχος γράφτηκε το 1937) και με τη μουσική του Brahms.

Δυο χρόνια πριν το θάνατό του ο Μπουνιουέλ κυκλοφόρησε ένα είδος αποκαλυπτικών απομνημονευμάτων με τίτλο «Η τελευταία μου πνοή». Εκεί αναφέρει τα εξής:

«Ο δάσκαλος Ραμόν Αθίν που ήταν αναρχικός χρηματοδότησε το γύρισμα της ταινίας, αφού είχε κερδίσει χρήματα από ένα λαχείο. Είχε μαζευτεί ένα γκρουπ γύρω από τον ποιητή Πιέρ Υνίκ και τον οπερατέρ Ελί Λοτάρ και πήγαμε στον καταραμένο τόπο Λας Χούρντες όπου είδαμε την ανικανότητα της Δυτικής Χριστιανικής Παιδείας και του αστικού ανθρωπισμού μεσ’ απ’ την αιμομιξία. Δυστυχία, χάσμα ανάμεσα στην εκπαίδευση και την εκκλησία από τη μια μεριά και τoν κόσμο από την άλλη. Τα γυρίσματα έγιναν βουβά και ο ήχος μπήκε το 1937 ενώ η μουσική ήταν από την Τέταρτη Συμφωνία του Μπραμς. Όταν τέλειωσα την κόπια εργασίας την έδειξα στο Παρίσι σε μερικούς φίλους, που ανάμεσά τους ήταν και ο Ζαν Κοκτώ, που με συμβούλεψε να την ¨μαζέψω¨. Τέλειωσα την κόπια όταν τέλειωσε και ο Εμφύλιος στην Ισπανία.»

Άγιον Πνεύμα Ή Η μαλακία ως συμπλήρωμα διαστροφής

malakantreas

Θυμάμαι τον πατέρα μου, παλαιόθεν, να με συμβουλεύει να μην παίζω συχνά το πετσάκι μου. Καταλάβαινα τότε πως η συχνότις της πράξεως ταύτης είναι που την καθιστά κατάπτυστη και διαστροφική.

Πολλοί συμμαθητές μου κρατούσαν το ημερήσιο σκορ σε χαρτάκια ή σε λευκώματα, αντίστοιχα με κείνα των κοριτσιών που επιδαψίλευαν καρδούλες και φωτογραφίες από μπογιατισμένους ηθοποιούς που το πρόσωπό τους προσομοίαζε με γυαλισμένο κώλο γουρουνόπουλου.

Όταν η φύσις μού χτυπούσε το καμπανάκι και οι όρχεις εγίνοντο σκληροί σαν φρεσκοκομμένα καρύδια και στο μυαλό μου εβούιζαν μελισσούλες απ’ τα βάθη και τα λαγκάδια της θηλυκής επικράτειας, η δεξιά ευλογημένη χειρ επλησίαζε στα σκέλια σχεδόν αυτόματα και σχεδόν απειλητικά.

Έκλεινα τα μάτια τότε για να ακούσω τα γλαφυρά μηνύματα απ’ το ερωτικό υπερπέραν και να αφουγκραστώ τους χυμούς του σεξουαλικού όρθρου μιας Δήμητρας τότε, που ανάμεσα στα ανθισμένα σκέλια της φαντασιωνόμουν πως θρόιζαν μαύρες Κίχλες.

Μειράκιον βεβαίως εγώ, αλλά και ποιητής απ’ τα γεννοφάσκια, προσέφερα ανεκτίμητες υπηρεσίες εις την τέχνη της μαλακίας, βάζοντας το όνομά μου δίπλα στους σημαντικότερους σκαπανείς και καινοτόμους συναθλητές αυτού του συμπαντικού ολυμπιακού αθλήματος.

Σκεφτείτε όλα αυτά τα σπουδαία πρόσωπα του τηλεοπτικού άμβωνος να επιστρέφουν στην αθωότητα της πρώτης χυσιάς.

Σκεφτείτε τον καθηγητή κύριο Θάνο Βερέμη να τον παίζει στους μετανεωτερικούς καμπινέδες του Σκάι, σκεπτόμενος την κωλοχαράδρα της θεσπεσίας αφέντρας, δημοσιογράφου και ψυχαναλύτριας Σίας Κοσιώνη ή τον εθνικιστή ναζί και μπουρδελομαγαζάτορα Νικόλαο Μιχαλολιάκο να εκσπερματώνει πάνω στα μούτρα του πνευματικού του μπαμπά Αδόλφου Χίτλερ.

Σκεφτείτε πως η αλήθεια και η πραγματικότητα των ανθρώπων είναι η ευχαρίστησις και πως όλα αυτά τα ανθρώπινα σκατολοΐδια της ανθρωποβοσκής, αυτό που κατά βάθος θέλουν είναι να τον παίξουν.

Αν σας πει κάποιος ανήρ, φιλεύσπλαχνες αγαπημένες μου ερωτικές μαινάδες, ότι έκοψε τη μαλακία θα σας πει ένα οικτρό ψέμα.

Ναι! ο Αλέξης Τσίπρας βαράει μαλακία. Ο Σόιμπλε βαράει μαλακία. Ακόμα και ο Σταύρος Θεοδωράκης βαράει μαλακία έστω με το γαλλικό μαλακιστήρι petit tsoutsoun.

Ω ναι! αυτή τη στιγμή ο Θάνος Τζήμερος τον παίζει στο εξοχικό του στο Πικέρμι και ο Κώστας Σημίτης σφουγγίζει με εκσυγχρονιστική δεξιοτεχνία τις ρανίδες άνυδρου σπόρου που εκτόξευσε εις τα σοκολατάκια τζιοκόντα.

Η μαλακία είναι υγεία, υποστηρίζουν σήμερις αρκετοί απενοχοποιημένοι επιστήμονες, αλλά και πολλοί άγιοι αγιορείτες μοναχοί έχουν αναθεωρήσει τις ποινές του θεού όταν δικάζουν την αθώα μαλακία.

Σπεύδω εδώ να σημειώσω και να αναφέρω αρκετές σπουδαίες πληροφορίες που αρκετοί δάσκαλοί μας και χωροφύλακες των σωματικών μας υγρών είχαν αντλήσει από το ευσεβές πόνημα που έφερε τον ερωτόστροφο τίτλο: Πηδάλιον.

Μιαν ανεκτίμητη συλλογή ιερών κανόνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Συγγραφείς του αναφέρονται οι μοναχοί Νικόδημος Αγιορείτης και Αγάπιος, το κείμενο είναι σε δημώδη γλώσσα και υποτίθεται πως περιέχει μια συνοπτική συλλογή των κανόνων των αποστόλων, των πατέρων, των οικουμενικών και τοπικών συνόδων, προς χρήση για όλους τους, κληρικούς και λαϊκούς, χριστιανούς ορθόδοξους.

Το βιβλίο συντάχθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα και τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1800 στη Λειψία.

Αναφέρει για τα είδη που υπάρχουν: «Η μαλακία γίνεται τριών λογιών, ή με το χέρι το ίδιον του ανθρώπου, ή με το χέρι άλλου, ή με το κοπάνισμα και κτύπημα εις τα μηρία.»

Και βεβαίως τεκμηριώνει με ακράδαντα θεολογικά επιχειρήματα τα παρακάτω αληθή που έφεραν την ανθρωπότητα στο χείλος της παρακμής.

«Καθώς όλοι κοινώς λέγουσιν, οι τε παλαιοί και νεώτεροι ιατροί, οι μαλακοί (οι μαλάκες δηλαδής) είναι άθλιοι και ελεεινοί, διατί:
Α΄ κιτρινίζουσι,
Β΄ αδυνατεί ο στόμαχός των και να χωνεύσουν δεν ημπορούν,
Γ΄ ασθενεί η όρασις των οφθαλμών τους,
Δ΄ χάνουσι την φωνήν,
Ε΄ χάνουσι την ευφυΐαν και οξύτητα του νοός,
ΣΤ΄ χάνουσι την μνήμην,
Ζ΄ χάνουσι τον ύπνον, με κάποια ταραχώδη ενύπνια,
Η΄ τρέμει το σώμα των,
Θ΄ χάνουσιν όλην την ανδρείαν του σώματος και της ψυχής και γίνονται άνανδροι ωσάν γυναίκες,
Ι΄ ακολουθεί εις αυτούς η αποπληξία, ήτοι ο ταμπλάς,
ΙΑ΄ ακολουθεί εις αυτούς συχνάκις η καθ’ ύπνους ρεύσις, πολλάκις δε και όταν είναι έξυπνοι διά το πολύ άνοιγμα των σπερματικών τους πόρων, και
ΙΒ΄ τέλος πάντων γηράσκουσιν ογλίγωρα και αποθνήσκουσι κακώς.»

Βεβαίως η αρχιεπισκοπή Αθηνών έχει αναθεωρήσει τα άνωθι επιτρέποντας στους ιεράρχες μας την αποσυμπίεσιν μετά το θεάρεστο έργο κατάποσης αστακομακαρονάδων, σπληνάντερων και μπακλαβάδων απ’ την Κωνσταντινούπολη.

Η ακαδημία Αθηνών έχει θεσπίσει ειδικό κονδύλι για τη μαλακία με διαχειριστή τον Λουκά Παπαδήμο.

Οι έλληνες εκδότες υποστηρίζουν εμπράκτως τη μαλακία εκδίδοντάς τη.

Οι έλληνες ιατροί συνταγογραφούν τη μαλακία.

Οι έλληνες βουλευταί τον παίζουν κάτω απ’ τα έδρανα της βουλής, άλλοι διαβάζοντας Τεν Τεν και Τιραμόλα κι άλλοι ξεφυλλίζοντας το τελευταίο τεύχος της επιθεώρησης για τα μπαζούκας και τα περίστροφα.

Η μαλακία πλέον είναι από όλους σεβαστή.

Σήμερις που η ελληνική διανόησις γιορτάζει το ιερόν Άγιον Πνεύμα ας τιμήσουμε τη θεία φώτιση με μιαν ομαδική μαλακία.

Ας κατεβούμε στις πλατείες συντονισμένοι μες sms. Ας φαντασιωθούμε την Ζαν ντ’ Αρκ, τη Μπουμπουλίνα, τη Μιμή Ντενίση, τα μάτια της Έλλης Στάη, τη Μελίνα Μερκούρη και τη Σοφία Βέμπο, την Αγία Τερέζα και τη δούκισσα του Ουίνδσορ.

Ας φαντασιωθούμε όλα αυτά τα θεσπέσια θηλυκά, που ως παρηγορήτρες γαλούχησαν τόσους σπερματοφόρους αδένες ανδρών με τη συνδρομή του αγίου πνεύματος και του γιουπόρν.

Ω! μαλακία ανδρών επιφανών και μη, ας είναι ελαφρύ το σιφόνι που σε σκεπάζει.

Συζυγή αρμονικά σημεία

dean-wareham-hey-paula

Η σημερινή θεματολογία της λογοτεχνίας τρέφεται απ’ την αποκάλυψη της ιδιωτικής ζωής.

Η καθημερινή, πεζή και ασήμαντη ιδιωτική ζωή γίνεται ένα σφιχτοπλεγμένο κείμενο με πλήρη συνείδηση να αποσβέσει οριστικά τον εαυτό της υπέρ του έργου.

Απ’ τις Φροϋδικές ενορμήσεις της βιοφυσιολογίας και τους κοινωνικούς περιορισμούς, τις οικογενειακές δομές και τους τρόπους παραγωγής, περνάμε αισίως στη χλαπάτσα της αυτοεξομολόγησης.

Ότι ζούμε προορίζεται να καταγραφεί. Ότι καταγράφεται υπό το φως του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, προορίζεται να διαβαστεί διαγωνίως. Να τυπωθεί και να μοιραστεί ως ενθύμιο στους φίλους και τους συγγενείς που προσπορίζουν τις παρουσιάσεις και τις εμπορικές εκδηλώσεις άχρηστης γραπτής ύλης.

Απ’ την εμπορευματοποίηση της ιδιωτικότητας, που έφερε λεφτά στα ταμία, περάσαμε στην εκποίηση του χρόνου της σχόλης των κατοίκων του παγκόσμιου ψηφιακού χωριού.

Ότι δεν μπορεί να επενδυθεί ως χρησιμοθηρική ελπίδα φαίνεται πως δεν έχει κερδοφόρο αποτέλεσμα.

Ότι γράφεται σήμερα μέσα στο ευρύτερο εμπορικό κύκλωμα γράφεται για να καταναλωθεί αυτοστιγμεί.

Ένα κείμενο σήμερα γίνεται μπαγιάτικο την ίδια τη στιγμή της δημοσίευσής του. Συνήθως αποσυντίθεται νοηματικά μέσα σ’ ένα πανδαιμόνιο λεξιακών κρότων και συναισθηματικών βορβορυγμών.

Τα μυγιάγγιχτα κορίτσια και τα αγόρια-κυνηγοί τρυπώνουν πίσω απ’ τη φιλολογία της κραιπάλης, σαν το σπέρμα που σημαδεύει όχι τη μήτρα αλλά τον εαυτό του. Ο ίδιος ο γονιμοποιητής προσπαθεί αυτιστικά να γονιμοποιήσει τον εαυτό του.

Μέσα στις καθεστωτικές χρήσεις του λογοτεχνικού υλικού, η ατομικότητα, φαίνεται πως αισθητικοποιεί την πολιτική αντί να πολιτικοποιεί την τέχνη.

Απ’ τις πολιτικές ιδέες μέχρι τις γενετήσιες ορμές ένα πέπλο στειρότητας σκεπάζει τις ανθρώπινες σχέσεις, συνοδεύοντας την ακατάσχετη ροή της εξομολόγησης και του φτηνού προσωπικού βιώματος.

Υπάρχει πολιτική σκέψη, αλλά κλεψιμαίικη απ’ το συστημικό ιδεολόγημα που σε θεωρεί υγιή όταν πουλάς τον εαυτό σου πακέτο με τις δεξιότητες που αγόρασαν για σένα η μαμά και ο μπαμπάς.

Υπάρχει σεξουαλικότητα, μόνο που οι περισσότεροι τη βλέπουν γυάλινη, υδραργυρική και ψυχρή σαν τον αιθέρα.

Υπάρχει χαρά, αλλά μια χαρά σαν στενός κορσές, ίδιο νούμερο, που προσπαθούν να τη φορέσουν όλοι.

Κάλεσμα για έναν ριψοκίνδυνο ρομαντισμό

kalesma

Ταξιδεύω χρόνια μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο. Θα ήθελα με όλη μου την καρδιά, να σε κάνω να το περιεργαστείς.

Να διανύσουμε μαζί την απόσταση ανάμεσα στην καρδιά του κόσμου και τα δάχτυλά μου. Να φτάσουμε στο γραφείο μου. Να βγάλουμε τη φλούδα των πραγμάτων που συναντά το βλέμμα.

Να ξεσκεπάσουμε τις αγωνίες της μάταιης και απαρηγόρητης αγάπης που είναι αποτυπωμένη στα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω μας.

Πόσες φορές δεν επιχείρησα να σπάσω αυτό τον τοίχο ανάμεσα σε μένα και τον κόσμο, να τον κάνω κομμάτια, να τον ποδοπατήσω! Μα σπάω πάντα τα δάχτυλά μου. Τι ξεροκέφαλος!

Καλώ τους φίλους μου και τις φίλες μου για να μοιραστούμε τις γλυκές συγκινήσεις της καρδιάς και τις ορμές της φαντασίας.

Καλώ τα διαβολάκια, στις αλύγιστες ραχούλες και τους αγρούς.

Καλώ την παιδική ηλικία που ξέμεινε στους ευσπλαχνικούς θεατρινισμούς, άνευ χορδών και άνευ όρων.

Σπερματόσπορος

sperm

Για να βρει ένας άνθρωπος το σθένος του πρέπει ν’ αψηφήσει όλες τις συμβάσεις. Να κάνει τις πιο μύχιες σκέψεις του πράξεις, με μιαν υπερφυσική ιταμότητα, όπως θα έκανε ένας θεός της γνώσης, λιβιδικός και συνάμα αγνός.

Όπως η δυσλεξία οδήγησε το Δημοσθένη στην άσκηση της ρητορικής, έτσι τα κουσούρια μας πλάθουν δεξιότητες βλέμματος και θέασης του παρδαλού κόσμου που εξάπτει κάθε κλιμακούμενη αντιμαχία μέσα μας.

Μιλάμε με ευκολία για καταστροφές, εγκωμιάζουμε τους γαμήλιους δεσμούς της οντολογίας με τη μεταφυσική, λαχταρούμε την κάβλα για να μπορέσουμε να ψηλαφίσουμε όλες τις μεθυστικές εκδοχές του βίου μας.

Απέναντι στον ξέφρενο χορό ενός σύμπαντος, του οποίου η βιαιότητα εκπορεύεται απ’ την απειλητική του αδράνεια, ξεσπά αυτή η ακατάσχετη ροή προς το έτερον ήμισυ.

Τρυπώνουμε στις σχισμές του άλλου, γλείφουμε σαν τα σκυλιά το σώμα που μας δίνεται, επιστρέφοντας στη μήτρα της αθωότητας.

Ξέρουμε πια, πως, κατοικούμε ένα περιθωριακό αστεράκι στην άκρη του Γαλαξία.

Ζούμε την εξαΰλωση του μαθηματικού σύμπαντος, το θρίαμβο και την πτώση της οικονομίας, την ανταρσία της βιολογίας, τα αδιέξοδα της ανθρωπολογίας, την αποβλάκωση της φιλοσοφίας μες στις ακαδημίες.

Ζούμε τη μελαγχολία ενός κόσμου γύρω μας που βουτά νυχθημερόν το πνεύμα του σε πράξεις απεγνωσμένης υστεροφημίας.

Ζούμε τα άτεγκτα πολιτικά μορφώματα της νέας δουλείας. Μα εδώ σε μας φτάνει και ο σκόρπιος σπερματόσπορος αυτής της γης.

Οι ανάσες των εραστών που κατατρώγουν τις πλαστικές αυταπάτες ευτυχίας.

Εδώ φτάνουν οι αχτίδες ενός ήλιου ειλικρίνειας και διαύγειας.

Εδώ φτάνουν τα ζεματιστά κορμάκια, μακριά απ’ την εκπαίδευση και την υποκρισία που χαλιναγωγούν τις επιθυμίες και τα νεύματά μας.

Μακριά απ’ τις ουράνιες τοξίνες και τους θεούς. Μακριά απ’ τους λυγερόκορμους στρατηγούς και τους τραμπούκους που η πονεμένη ανθρωπότητα διόρισε υπαλλήλους στο βρακί της.

Τι είναι ποιητής;

scan 43_6985675

Εν αρχή είναι η ματαιοδοξία, που συμπορεύεται πολλές φορές με τον πόνο και την απελπισία.

Αυτό το γηραλέο δίδυμο ερανίζεται από τους σπόρους των διαδοχικών μας αποτυχιών. Από την αμαρτύρητη εμπειρία που κυριαρχεί ως μοναδικό λίκνο της ολότητας, τα ανθρωπάκια που είμαστε ξεπέφτουμε στις κολοβωμένες μνήμες.

Φτιάχνουμε έναν ψευδέστατο μύθο για να κρύψουμε μέσα του τα τραγελαφικά μας αδιέξοδα.

Με σχεδόν μανιακή εμμονή τοποθετούμε τον εαυτούλη μας στο κέντρο του σύμπαντος. Τον φωτογραφίζουμε νομίζοντας πως έτσι δεν πρόκειται να εκμηδενιστεί. Τον διαστρεβλώνουμε για να χωρά στις διατυπώσεις των άλλων. Τoν περιχαρακώνουμε για να αρέσει.

Μέσα στο δαιμονικό σύμπαν ειδών εν εξελίξει, εν ατελεία και αλληλοσπαραγμώ, υπονομεύουμε αυτό που είμαστε με χειμαρρώδη ευκολία, ζητάμε επαίνους, αφήνοντας την καρδιά να αποκοιμηθεί απ’ τη μέθη της ματαιοδοξίας.

Όπως οι επικήδειες πομπές ενδιαφέρουν περισσότερο τη ματαιοδοξία των ζωντανών παρά τη μνήμη των πεθαμένων, έτσι τα έργα μας συνιστούν μια θαμπή κόκκινη γραμμή απελπισίας.

Τι είναι ποιητής; Ξεχασμένη γυναίκα, πεινασμένα παιδιά και ματαιοδοξία.

Εικονογραφία ζεύγους εν ηδονή

topor-souffle

Καταναλώνουμε σαν ξόανα αυτή τη γραφή της καταχνιάς των σοφών πάνω στους αιώνες και τιναζόμαστε αλαφιασμένοι μες στον ύπνο μας, έχοντας την αίσθηση του ροκανίσματος του ανθρώπου μες στο ίδιο μας το στόμα.

Συναντιόμαστε στο αρχέγονο δάσος της καταβρόχθισης. Εξολόθρευση αντί για απόλαυση. Πόλεμος αντί για έρωτα. Ελεύθερη πτώση και αυτοκτονικές τάσεις αντί για κωλοτούμπες και παιχνίδι.

Ακολουθώντας τα χνάρια της ανθρώπινης ματαιοδοξίας θα βρούμε μέσα στην τυπική θεατρική ατμόσφαιρα της συμβίωσης ανθρώπους που για το συμφέρον τους ακολουθούν τους ίδιους νόμους και φορούν με πάσα ειλικρίνεια τη μάσκα τους.

Η ζωή που κυλά ανάμεσα στο ζεστό ψιθύρισμα των ηδονών και στο άρρωστο κενό της συγκομιδής των θανάτων γύρω μας, διαθέτει πάντα ένα γερό χαρτί για να διαιωνίσει το τετραπέρατο ανθρώπινο ον.

Αυτό το πλάσμα που μπορεί και σκέφτεται άρα και να επαναστατεί. Που μπορεί να γίνει ποιητής, δηλαδή τρελός χωρίς το ζουρλομανδύα του.

Υπάρχει πάντα μια εποχή που ένας καλόγερος ξυρίζεται. Δε διαρκεί όμως για πολύ. Σε λίγο επιστρέφει στη γενειάδα του. Όλοι οι σοφοί κάποια στιγμή επιστρέφουν στη γενειάδα τους.

Γι’ αυτό υπάρχει το ποίημα. Γι’ αυτό υπάρχει ο εραστής και με μια κραυγή μέσα στους αιώνες επιβεβαιώνει τον αντιφατικό του βηματισμό.

Βροντοφωνάζει πως: Αυτό το ποίημα κι αυτός ο έρωτας είναι μονάχα μια πρόφαση. Με σώζει απ’ το θάνατο. Εδώ υπάρχω εγώ!

Εδώ είναι το βασίλειο της ελευθερίας μου. Εδώ βιώνω την εμπειρία της ηδονής που όποιος την καταναλώνει με μέτρο και νόμους δεν την φτάνει ως τα κατάβαθα του εαυτού.

Εκεί όπου η μηδαμινή στιγμή νικά την αιωνιότητα του θανάτου κι εκεί που ο σοφός είναι σοφός γιατί ανοηταίνει όταν το απαιτούν οι περιστάσεις.

Γίνεται έφηβος και νεολαίος και μαλάζει ερωτικά με τη χούφτα του την ψωλή του και το ροδαλό αιδοίο, γνωρίζοντας τα πάντα για μια στιγμή, μέσα στους αστρικούς βάλτους που αιμορραγεί ακόμα και η πιο αλαφροΐσκιωτη παρθενιά.

Tattoo

salvador-dali-tattoo

Τα σύντομα πάθη μας είναι πάθη γηροκομείου. Όμως τα πάθη της μέθης, το να τρως δηλαδή, λυσσωδώς, τα νύχια σου μέχρι το κόκκαλο και να σκορπίζεις το σώμα σου στην εξαγνιστική γενετήσια ανάγκη των πάντων είναι πάθη άλλων υπάρξεων που είναι πιο κοντά στο λιασμένο ένστιχτο και όχι σε κάποιο προθανάτιο Νενικήκαμεν.

Σ’ ένα παραμύθι για το Βούδα, ένας νεαρός πρίγκιπας ταξιδεύει μέσα στο δάσος. Μια άσχημη ξηρασία είχε στερέψει τις πηγές και οι όχθες δεν ήταν τίποτε άλλο παρά άμμος και πέτρες και φύλλα αποτεφρωμένα απ’ το σάτυρο ήλιο και την αναβροχιά.

Εκεί στη μέση της ερημιάς, ο πρίγκιπας βλέπει κοντά του σε μια απόμερη συστάδα μια πεινασμένη τίγρη να αργοπεθαίνει περιτριγυρισμένη απ’ τα μικρά της.

Η τίγρη τον βλέπει και τα μάτια της λάμπουν με τη φοβερή επιθυμία να ορμήσει πάνω του σχίζοντας τη σάρκα του στο μέρος της καρδιάς, ταΐζοντας μ’ αυτή τα μικρά της που δεν μπορεί πια να θηλάσει και τα οποία όπως κι εκείνη, θα πέθαιναν της πείνας.

Όμως είναι αδύναμη και κοκαλιάρα, ανίκανη να σηκωθεί και να του ορμήσει. Ξαπλωμένη, αξιολύπητη στη μητρική της απελπισία και στην επιθυμία της για ζωή.

Τότε ο νεαρός πρίγκιπας, με ατάραχη συμπόνια, βγαίνει απ’ το δρόμο του και πλησιάζει την τίγρη, που δεν μπορούσε να τον φτάσει και της δίνεται σαν τροφή.

Χιμά εκεί στα κοφτερά ακόμα δόντια για να ξεσχίσει τις σάρκες απ’ τα κόκκαλα, με μιαν απόκοσμη δόνηση που μοιάζει με ολοκληρωτική αποσάθρωση των αρμών της ανθρώπινης δέσης.

Ο νεαρός πρίγκιπας θα ομοιωθεί με το κρώξιμο ενός κοράκου, ο ίδιος ένα πάθος που ολοφύρεται στους αδένες μιας φύσης που αναρριχάται πάνω της η τίγρη.

Ο νεαρός πρίγκιπας ως παντεπόπτης οφθαλμός, έτοιμος να καταβροχθιστεί για να θρέψει το ανυπόταχτο κωδωνοστάσιο μιας άγριας μητέρας φύσης.

Η νεότητα και το πάθος για ζωή που θα αναστήσει τα αυριανά τέρατα.

Μακριά απ’ τα σύντομα πλαστικά μας πάθη ο νεαρός πρίγκιπας δίνεται στο ένα και μοναδικό του πάθος. Στη ζωή, που θα τον κατασπαράξει, αυτή την άγρια τίγρη που θα της χαριστεί ως μανιακός εραστής μέχρι να γίνει αφρός και ξύγκι στα σπλάχνα της.

Εξηγώντας στην κόρη μου γιατί οι άνθρωποι γαμάνε καρπούζια

karpoyzogamia

[Ο καλλιτέχνης Τότσικας επί το έργον] 

Οι άνθρωποι, εμείς, κατασκευάζουμε νυχθημερόν δράματα και ιστορίες γεμάτες θυμό, αμηχανία, ευθυμία, σπέρμα, αίμα και λοιπά.

Απ’ τους αρχαίους δασκάλους των κοινωνιών, που τις ξεσκάτιζαν καραβιές δούλων, μέχρι σήμερα έχει χυθεί πολλών κουβάδων νερό στον ιδιωτικό μύλο της συναισθηματικής ανάγνωσης.

Η κριτική της πίστης στο υποτιθέμενα αμετάβλητο αυτό σύστημα, που απ’ τους νόμους και τα συντάγματά του υπέρ του ανθρώπου, ξεπηδά πολύ εύκολα στους νόμους και στα συντάγματα της ζούγκλας, καθίσταται πολλές φορές ανήθικη, ανάρμοστη, κακόβουλη, περιττή και αγενής.

Η αγορασμένη διανόηση απ’ το κράτος και τους θεσμούς, οι νάρκισσοι κωλογλείφτες της εξουσίας, που φωτογραφίζονται και συνεντευξιάζονται ακόπως με τις αριστερές τους ευαισθησίες, που στην πραγματικότητα είναι υποκριτικός κωλοπαιδισμός, μας στήνουν στον τοίχο καθημερινά.

Μα δεν μπορείς ποτέ να σκοτώσεις την αλήθεια και την καύλα.

Οι βαρόνοι της πνευματικής κοκαΐνης που βαυκαλίζονται με πνευματικές μαλακιούλες ξέρουν πως στο τέλος το εμπόριο θα τους πλακώσει.

Ξέρουν πως η αλαζονεία τους είναι ιδεολογική τύφλωση και ηθική δειλία.

Ξέρουν πως τα δικά μας καυλιάρικα ποιήματα ούτε μπορούν να τα ζήσουν ούτε μπορούν να τα γράψουν. Γι’ αυτό τα κυνηγάνε και τα σβήνουν, νομίζοντας πως θα τα εξαφανίσουν, μα οι σπόροι της διάθεσης για έρωτα και επανάσταση είναι οι σπόροι της ζωής που ξεφυτρώνουν ακόμα και στη πιο σκληρή άσφαλτο.

Η αληθινή λογοτεχνική ερωτογραφία είναι η επαναστατική λογοτεχνία. Αυτή που χωρίς καμιά αμφιβολία θα σου δημιουργήσει μια σωματική εντύπωση κι αυτή που θα σου προκαλέσει μια συγκίνηση σωματικής τάξης.

Γιατί είναι προφανές πως όταν συμμετέχουμε σωματικά σε μια ανάγνωση δεν συμμετέχουμε αφηρημένα με την άκρη του μυαλού, αλλά επιδρούμε ευχάριστα ή δυσάρεστα, προκαλώντας ανεπαίσθητες διεγέρσεις, ενεργοποιώντας τις πιο βίαιες αλλά και τις πιο θετικές αισθήσεις που είναι και οι πιο ενδιαφέρουσες.

Η σκλαβιά και η απόλυτη υποδούλωση της σημερινής κακομοιριάς έχει έναν και μόνο εχθρό. Τον ερωτισμό.

Η σύγχρονη επαναστατική λογοτεχνία καταδεικνύει τις δυο όψεις μιας συνωμοσίας που έχει να κάνει με το βλαβερό. Γιατί είναι απολύτως υγιές, μιλώντας σε σωματικό επίπεδο, να αφήνεσαι στην ερωτική γλύκα του χαρμόσυνου μυστηρίου της ηδονής απ’ το να παθαίνεις κύρωση του ήπατος πίνοντας αλκοόλ.

Πολλοί μαλάκες ποτίζουν τα σπλάχνα τους οινόπνευμα και αυτοπυρπολούνται παίζοντάς το καταραμένοι. Μα το αλκοόλ είναι η νόμιμη κατεστημένη πρέζα. Το κατεστημένο σε σκοτώνει αργά, νόμιμα και παστρικά.

Πολλά καφενεία, ουζερί και μπαρ είναι γεμάτα με ηλίθιους αλκοολικούς που νομίζουν πως είναι και αντισυστημικοί. Οι ιστορίες τους είναι η λογοτεχνία του ξερατού και της κακομοιριάς.

Αν μπορούσαμε να έχουμε τον έρωτα-που μας τον στερούν, το κράτος και η εκκλησία, οι πιο σκληροί μηχανισμοί από καταβολής οργασμού-τόσο εύκολα όσο ένα ποτήρι βιομηχανική μπύρα ή ένα πακέτο Marlboro, κι αν είχαμε τη δυνατότητα, όπως συμβαίνει με το αλκοόλ και το τσιγάρο, να τον απολαύσουμε καταμεσής μιας πλατείας χωρίς να είμαστε αναγκασμένοι να τον κλείσουμε σε μια ρυπαρή κάμαρα, ο αλκοολισμός και η τοξικομανία θα εξαφανίζονταν τάχιστα.

Οι περισσότεροι άνθρωποι διαβάζουν κακή λογοτεχνία και πίνουν τόνους αλκοόλ και καπνίζουν ολόκληρη τη χημική βιομηχανία επειδή δεν γαμάνε.

Κανένα πλάσμα του σύμπαντος δεν έχει καταδικαστεί στα δεσμά της μονογαμίας και της αγαμίας και της κακογαμίας όσο ο άνθρωπος, επειδή έκανε συμβόλαιο με το θεό και το κράτος και την υποκριτική κοινωνία που κρύβει τις πουτανιές της κάτω απ’ το χαλάκι του νοικοκυριού.

Να ακούτε λοιπόν παιδιά μου, πάντα, την ιερή ευχή που ξεπηδάει απ’ τα ερωτικά ποιήματα. Άντε Γαμηθείτε.

Σημείωμα περί ελευθερίας Ή Όταν οι αστοί παίζουν το πουλί του Αδόλφου

elefteri

Η ελευθερία, όπως και το σπέρμα, ανήκει στο παρόν και όχι στο παρελθόν και το ένδοξο μέλλον.

Λέμε όχι σε μια ελευθερία παγωμένη, στεγνωμένη πάνω σ’ ένα σεντόνι. Λέμε όχι στις σημαίες που θυμίζουν το ρυπαρό μας παρελθόν.

Στα όρια της ευπρεπούς συλλογικής ανοχής ελευθερία σημαίνει συμβιβασμός με τη φτώχεια και τον υπέρμετρο πλούτο, την αλαζονεία, τη μνησικακία, τη μισαλλοδοξία και τον αναρχοφασισμό που επιβάλει η κατασκευασμένη ημιμάθεια του μέσου όρου.

Κάθε μέρα ο ουρανός ξεδιπλώνει το άλλοτε κόκκινο και άλλοτε μαύρο παραπέτασμά του, που δεν το λεκιάζει καμιά ανθρώπινη ελπίδα. Άρα, η ελευθερία, πιστή στον προορισμό της θα ξεγυμνώσει την αλήθεια και θα την μεταχειριστεί όπως αρμόζει σε μια γυμνή γυναίκα, ολοπρόθυμη και συναινούσα.

Η ελευθερία έχει νόημα όταν μας επαναφέρει στην ισορροπία, στον μυθικό μας ομφαλό, στη λογαριθμική σπείρα ή στο ισογώνιο του Jacob Bernoulli, εικόνα της αιωνιότητας των κόσμων, και ως εκ τούτου στο αίσθημα της αιθέριας ερωτικής συναναστροφής.

Ναι, οι αληθινοί προπαγανδιστές της ελευθερίας και της καύλας, οι αληθινοί απόστολοι της μελλοντικής επανάστασης είναι βεβαίως οι λεγόμενοι ελευθεριάζοντες συγγραφείς.

Μακριά από την κατασκευασμένη λαγνεία του πολέμου και των συγκρούσεων και μακριά απ’ τη μικροαστική μιζέρια που κατάντησε τον κομμουνισμό ένα είδος εθνικιστικού κομφορμισμού ανοίγει ο δρόμος για την αληθινή επανάσταση του παρόντος.

Εκεί που δεν έχει εργοδότες και δούλους και καραβιές δυστυχίας και πατικωμένους ανθρώπους για τα λεφτά του Νιάρχου και του Ωνάση. Για τα ευαγή ιδρύματα πολιτισμού και τα χρυσωμένα κωλοδάχτυλα των αστών και των παρατρεχάμενών τους.

Εκεί όπου ο έρωτας δεν είναι το ξεκόλιασμα κι ο βιασμός μιας παιδούλας από ένα γέρο με λεφτά που πρέπει να του φιλήσει το στόμα με τα χαλασμένα δόντια και να του σαλιώσει τη μαραμένη μπάμια.

Εκεί όπου η λαγνεία δεν είναι ο ανταγωνισμός και η τρέλα της καθημερινότητας που φέρνει υπεραξία στο νταβατζή, αφήνοντάς τον ανενόχλητο να μασουλά έμβρυα σαν να είναι φρέσκες σαρδέλες.

ΒίΟΙ ΑΓΡίΩΝ

bioiagrion

[απόσπασμα]

Ο θεός έφτιαξε τον κόσμο ή ο κόσμος το θεό; Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Η ενοχή κρατάει όσο κι η τύψη ή λίγο πιο πολύ ή πολύ πιο λίγο; Η κότα έκανε τ’ αυγό ή το αυγό την κότα;

Πολλές φορές λυπάμαι μόνος μου και πολλές φορές λυπάμαι με παρέα και με άλλους. Μα πάντα απευθύνω ερωτήματα εις εαυτόν και τα χείλη μου τρεμοπαίζουν όταν ψιθυρίζω αλήθειες που βγαίνουν απ’ τα έγκατα κι απ’ το στέρνο μου, μα πάντα κάθε φορά επιχειρώ μια προσευχή προσωπική που την απευθύνω στον Ένα.

Ο Ένας είμαι Εγώ. Κι ο ένας Εγώ ξέρω πως δεν θα μάθω την πλήρη λογική του σύμπαντος ποτέ, μα θέλω κάποτε να πεθάνω τελείως, όπως επιθυμεί το Σύμπαν που με περιέχει και θέλω να πεθάνω δίπλα στο Σώμα μου. Δίπλα στο κορμί μου.

Το κορμί και το Σώμα που είναι πολλά κορμιά και Σώματα, πολλές ορμές γενετήσιες, πολλές πατρίδες και πολλά εγκλήματα.

Μέσα στο ενεργειακό πεδίο των νεκρών, εκεί που κάθε συζήτηση για καλό φαγητό και ηθικά πρότυπα είναι μια φάρσα και μέσα εκεί που ο πλεονασμός είναι σελίδες της Βίβλου λεπτές σαν περίβλημα κρεμμυδιού, πασαλειμμένες κοπριά και μαύρο αίμα. Μέσα εκεί ακόμα όλο ερωτήματα. Γεμάτος. Ξεχειλισμένος.

Γιατί η λησμονιά είναι συγχώρεση; Γιατί ο κόσμος γερνά σαν φοβισμένο σκυλί; Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Μου αρέσει ν’ ακούω το ξεφύσημα της ανάσας μου, γιατί ξέρω ότι ενοχλεί τους διπλανούς μου.

Μ’ αρέσει να απελευθερώνω το πνεύμα μου και τις πνοές μου, γιατί ξέρω πως ενοχλεί αυτά τα θλιβερά μαθητούδια της ζωής που περιφέρονται γύρω μου, με τις έγνοιες και τις σκοτούρες από λεφτά και χαρτονομίσματα και κέρματα.

Μ’ αρέσει ν’ αφήνω ελεύθερες απ’ το κεφάλι μου σκέψεις και ιδέες και εικόνες και κάβλες και δεκάρικους κυλιόμενους λόγους στον καθημερινό Άδη και στη ρουτίνα των άλλων που κρύβει μέσα της πολύ σκοτάδι και πολύ σεξ.

Μ’ αρέσει απ’ τη σκυθρωπή καρδιά μου να ξεπετάγεται μια ψωλή. Ένας πούτσος ωραίος σαν Έλληνας. Ένας που δεν έχει να δώσει λόγο σε κανένα αλλά έχει λόγο να πει. Ένας Εγώ σαν εμένα. Ένας που φυσάει μέσα στις χούφτες του.

Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Μου αρέσει ν’ ακούω τους δαίμονες της ανάσας μου, τα φοβισμένα ανθρωπάκια που τόσο πολύ τρομοκρατεί ο Τρισμέγιστος Υπηρεσίας. Ο δάσκαλος, ο παπάς, ο κατηχητής, ο διαφωτιστής, ο Σας Γαμώ Όλους Δίχως Σάλιο.

Κοιτάζω με βλέμμα απλανές το γραφείο μου, τα χαρτιά, το πουκάμισο του φιδιού, τις πέτρες, τα δόντια, τα δάχτυλα. Βαριέμαι. Ο κόσμος είναι βαρετός. Ο κόσμος κάνει επανάληψη. Μαθαίνει το ρόλο του. Μαθαίνει τους ρόλους του. Κάνει πρόβα τα λόγια του μπαμπά και της μαμάς. Τα λόγια του δικαστή και τα λόγια του αυτοκράτορα. Το λόγο του θεού και το λόγο του διαβόλου.

Βαριέμαι. Τα μικρά παιδιά βουλιάζουν στην πλήξη και τα μεγάλα παιδιά βουλιάζουν στην πλήξη.

Αρχίζω πάλι τα ερωτήματα. Το στόμα μου βγάζει φωτιές. Τα μάγουλά μου καίνε. Τα μάτια μου είναι φλογισμένα κι εγώ καλπάζω σαν τρελός.

Το σύμπαν είναι δικό μου. Όλα όσα διδάχτηκα τα ξεχνώ στη στιγμή. Τα ερωτήματά μου είναι τρελά, μανιασμένα. Το τρέξιμό μου είναι τρελό, μανιασμένο. Είμαι λαχανιασμένος. Τα βλέφαρά μου, τ’ αυτιά μου, τα ρουθούνια μου βγάζουν αίμα. Πεινάω για απαντήσεις.

Δεν έχω τίποτε να φάω και δαγκώνω τη γλώσσα μου. Το αίμα μου αχνίζει πάνω στα χείλη.

Αφροδίσιες κλίνες

afrodisies

Είμεθα άνθρωποι και διανοητές που μας ενδιαφέρει το εθνικό συμφέρον. Όσο θα υπάρχει το γένος των ανθρώπων, ατάραχοι και αιώνιοι θα προπαγανδίσουμε το αρχαίο ρητό που λέει: Γαμάτε γιατί χανόμαστε.

Οι δρόμοι είναι δύο. Ο δρόμος της μαλακίας και της εργένικης κακομοιριάς από τη μια και ο δρόμος της ερωτικής μέθης και της δημόσιας εξουσίας τού σεξ απ’ την άλλη.

Όσο νωρίτερα το καταλάβουμε τούτο τόσο θα ευτυχίσουμε ως έθνος. Διότι το έθνος είναι αποτέλεσμα ένδοξων γαμησιών και διότι στάλα-στάλα η κλεψύδρα του αιωνίου παρόντος μας γυρνά στο χώμα και στο πετρωμένο δάσος των παθών.

Διότι το αρχαιότερο έθνος είναι και το νεώτερο. Διότι για να μάθουμε τη γλώσσα του παραδείσου θα πρέπει να ξεριζώσουμε τη γλώσσα των πατέρων μας.

Και βεβαίως από εθνική άποψη η ερωτική λογοτεχνία και τα καυλιάρικα ποιήματα είναι ένας από τους πιο σπουδαίους παράγοντες καταπολέμησης της υπογεννητικότητας.

Ο πρίγκιπας των ποιητικών απολαύσεων και των σεξουαλικών γλυκαδιών, στα Κατορθώματα ενός νεαρού Δον Ζουάν, μας μιλά για τον φοβερό αυτό τύπο που, αφού έκανε παιδί με την νεαρά υπηρέτρια Ούρσουλα αλλά και με την αδερφή του Ελίζα, αλλά και με τη θεία του Μαργαρίτα, καταλήγει:

«Την ίδια μέρα έγινα νονός του μικρού Ροζέ της Ούρσουλας, της μικρής Λουίζας της Ελίζας και της μικρής Άννας της θείας μου, όλα παιδιά του ίδιου πατέρα και τα οποία δεν θα το μάθουν ποτέ. Ελπίζω να αποχτήσω και άλλα πολλά και, με αυτόν τον τρόπο να εκπληρώσω ένα πατριωτικό καθήκον, την αύξηση του πληθυσμού της χώρας μου».

Ο έρωτας στα χρόνια της μπριζόλας

erotaw

Όταν η γραφή μεταμορφώνεται σε λαλιά γίνεται το αντηχείο της ίδιας της αναπηρίας μας.

Υπό την επήρεια του συναισθήματος το γράψιμο μοιάζει με τη φωνή της ανάγκης για εξομολόγηση και γίνεται χνώτο της ακοίμητης ανάσας του σκοτωμένου εαυτού.

Γιατί, για να εξομολογηθείς πρέπει να κάνεις φόνο. Γιατί, μονάχα οι φονιάδες εξομολογούνται. Γιατί, ο αβάσταχτος πόνος ακούγεται παράφωνος όταν δεν αντηχεί στ’ αυτιά των πλασμάτων που μας περιβάλουν.

Η φωνή και η λαλιά και η κραυγή είναι βαθύτατα κυριαρχικές απίστευτες αισχρότητες, τυλιγμένες πολλές φορές στο ματωμένο ύφασμα της πιο βαθιάς αθωότητας.

Η εξομολογητική γραφή δεν είναι τέχνη, αλλά μπορεί να γίνει τέχνη όταν ξεφύγει απ’ την καταναγκαστική κλάψα.

Μπορεί να γίνει τέχνη όταν σκοτώσει το κατοπτρικό φάντασμα της εσωτερικότητάς μας, αφήνοντας ελεύθερες τις σκέψεις στην αμοιβαία γυμνότητα των κοινών μας πόθων.

Πρέπει εδώ το ένστιχτο να μπορεί να αγκυλώνει τη γλώσσα και να μπορεί να γίνεται βούρδουλας των εφησυχασμένων συνειδήσεων και των παραιτημένων σαρκίων.

Η βελούδινη βιαιότητα της γοητείας των λόγων μας είναι τόσο επαναστατική που επαναδιατυπώνει κάθε φορά τη διαλεκτική σχέση μεταξύ ύλης και σκέψης.

Γιατί πρέπει να καταλάβουμε κάποτε πως η γραφή δεν είναι γνώση, αλλά παρατήρηση του κόσμου μέσα από έναν ελεύθερο τρόπο ζωής. Κι αυτό δεν χωράει συναισθηματισμούς.

Οι συναισθηματισμοί γίνονται μανιέρα και υποχθόνιοι μετρικοί κανόνες της υπαρξιακής μας αγωνίας. Γίνονται θέατρο και υποκρισία απελπισμένων όντων που διακονούν τη σαβούρα τους στο εμπόριο.

Γίνονται συνεντεύξεις μαλακισμένων ανθρώπων που μαϊμουδίζουν τους καλούς τρόπους των αφεντικών τους. Γίνονται κακή κοπριά που μας μαγαρίζει.

Γι’ αυτό μια είναι η λύση. Ατέλειωτη αίσθηση ιλίγγου. Εκσπερμάτωση. Επιστροφή στη Φύση. Και Γαμήσι. Και κυρίως μην αφήσουμε πίσω μας ούτε μια λέξη τυραννική. Σημαίες, πατρίδες, αγίους και λοιπά σκατά και κόπρανα.

Περεστρόικα

Viksraitis_slider

Το ποίημα είναι ο συντομότερος δρόμος μεταξύ δυο ανθρώπων που θέλουν ο ένας να φτάσει στον άλλο.

Απ’ τη φαντασία στο βιωμένο γεγονός και στην πρώτη ύλη του ερωτικού βλέμματος, με τα όρια δυσδιάκριτα, αφού και η φαντασία είναι μια μορφή μνήμης γεμάτη βίο και βία, απ’ αυτή που μας καταχώνιασε η μαμά, ο μπαμπάς, η κακή εκπαίδευση κι ο μισός ντουνιάς που πέρασε δίπλα μας.

Αν μας λείπει κάτι σήμερα για να βρεθούμε με τον Άλλο, αυτό είναι το Αύριο. Όχι το Αύριο ως άσυλο υποχρεωτικό της ύπαρξής μας αλλά το Αύριο ως λιβάδι ή ως ορίζοντας χαράς.

Οι σοφοί Ινδιάνοι που τους κατέστρεψε η ιερά σύνοδος της εκκλησίας του κέρδους λέγαν πως όταν σκέφτεσαι το μέλλον να κοιτάς πίσω, όταν σκέφτεσαι το παρελθόν να κοιτάς μπροστά κι όταν σκέφτεσαι το παρόν να κοιτάς πάνω. Δηλαδή τον ουρανό.

Ο ουρανός είναι χαρά και ηλιόλουστη διάθεση. Ο ουρανός είναι η μια και μοναδική μας πατρίδα αφού δεν διαθέτει σύνορα φράχτες παλούκια και μισαλλόδοξες σκατούλες αντρών και γυναικών που ξύπνησε μέσα τους ο χίτης μπαμπάς και ο ταγματασφαλίτης θείος.

Ο ουρανός είναι αυτός που μας παρακινεί συνεχώς να μην ξεχάσουμε να χαρίσουμε τον εαυτό μας στους άλλους.

Ο ουρανός δεν ασχολείται με παρηκμασμένους λογοτέχνες που περιφέρουν τις νευρώσεις πολυτελείας στην αγορά.

Ο ουρανός δεν ασχολείται με αγορασμένους ανθρώπους που διακονούν το συστημικό μισανθρωπισμό.

Ο ουρανός δεν ασχολείται με τους εχθρούς του Εμπεδοκλή που έλεγε: Αυτόν το δρόμο βαδίζω κι εγώ τώρα, φυγάς, θεόθεν και αλήτης, στη μανιασμένη διαμάχη υπακούοντας.

Μάσκα ομορφιάς

maska

Η τάξη έχει καταρρεύσει προ πολλού. Αλλά αυτή η τάξη ήταν μηχανισμός τρόμου και πόνος.

Ήταν κόσμος κομμένος και ραμμένος πάνω στον άξονα μιας ισχυρής αρχής που μπορούσε να μεταμορφώνεται από πηχτή σκιά σε κεραυνό στην κορυφή του στερεώματος.

Μα η τάξη αυτή γέννησε και το κατοπινό χάος, όπου η γραφή ως όχημα ιδεών πήρε τη θέση πυροβόλου όπλου. Κι όσοι πιο πολλοί σπουδάζουν τη μηχανική των ιδεών τόσο πιο πολύ πολλαπλασιάζονται τα όπλα.

Ο καθένας έχει την πολυτέλεια να πυροβολεί απ’ το παράθυρό του μέσα στην εξασφαλισμένη του ιδιωτικότητα απ’ την αστυνομία, το κράτος, την εκκλησία, τους θεσμούς.

Η εφεύρεση της μονάδας μέσα στον κατανυκτικό σαδισμό του ανταγωνισμού έλυσε το πρόβλημα στους διαχειριστές του χάους.

Έχουμε ακόμα το κουράγιο να ισχυριζόμαστε ότι με το να αποδεχτούμε άφοβα τις καύλες μας, κάνοντάς τες αφετηρία και αρχή κάθε λόγου, δίνουμε στη ζωή το σταθερότερο θεμέλιο που θα μπορούσε ποτέ να ελπίζει ότι θα έχει.

Είμαστε μονάδες, και με όρους απόλαυσης αλλά και με όρους εκμετάλλευσης.

Βρισκόμαστε στην κόψη της αντίφασης μεταξύ απόλαυσης, δηλαδή πόνου χαράς, και μεταξύ κακοπάθειας, δηλαδή πόνου δυστυχίας. Τόσο που να λειτουργεί ετούτο το σωματικό ξυράφι ως φόβος που κατακρεουργεί το σύνολο της ανθρώπινης συνύπαρξης.

Τόσο που για λόγους εθελοτυφλίας και δειλίας κόβουμε τη μοναξιά μας σαν υπαρξιακό ξεροκόμματο, βουτηγμένο στα σεξουαλικά υγρά, και την πετάμε στους ανεκπλήρωτους έρωτες και στους φτωχούληδες του θεού των μικρών πραγμάτων.

Το εργοστάσιο των κουραδιών

to ergo

Πλάθουμε πολλές φορές στο μυαλό μας εικόνες για να σκοτώσουμε την κοσμική μας μοναξιά. Βλέπουμε στους βράχους πρόσωπα και στους ουρανούς θεούς, διαβόλους και αγγέλους.

Απ’ το παιχνίδι της παρατήρησης των πρωτόγονων ανθρώπων περάσαμε αισίως στις χατζάρες και στις σταυροφορίες και στις έξυπνες βόμβες των χριστιανών εναντίον των απίστων και των βαρβάρων.

Όταν ακούω την έκφραση ανοιχτή κοινωνία μου έρχεται να ξεριζώσω τις αρχιδότριχές μου.

Ένας συρφετός υπαλλήλων και μισθοφόρων της πιο άθλιας έκφρασης αυτού που ονομάζουμε δυτική κουλτούρα θρέφει το αυγό του φιδιού με τον πιο λεπτεπίλεπτο συγγραφικό οίστρο.

Όταν ξεσπαθώνεις εναντίον μιας θρησκείας, δηλαδή εναντίον μιας οργανωμένης μεταφυσικής μαλακίας, χωρίς να φανερώνεις τα αίτια που τη γεννούν και την αναπαράγουν τότε ξεσπαθώνεις εναντίον αθώων ανθρώπων, θυμάτων του ιερατείου και της στοχευμένα κακής εκπαίδευσης.

Όταν σε τρώει το μουνί σου ή ο πούτσος σου για το Ισλάμ και δε σε τρώει για το σαρκοβόρο Άγιο καπιταλισμό μέσα στον οποίο ενσωματώνεσαι καθημερινά με τον πιο χυδαίο τρόπο, τότε είσαι αμερικανοτσολιαδάκι με γαλλική κιλότα και οξυζενέ μαλλί.

Μα όλος αυτός ο βρωμερός αναρχισμός του μικροαστού που εκφράζεται συστηματικά από την αμερικάνικη πρεσβεία και τα έντυπά της κουμπώνει πάνω στη νεοελληνική φαρσοκωμωδία.

Ακαδημαϊκοί σαλτιμπάγκοι που πατρονάρονται ως σοφοί στον τηλεοπτικό αχταρμά-με τον καλύτερο απ’ αυτούς να έχει γαμήσει τη μάνα του-, συγγραφείς και δημοσιογράφοι και κωλογλύφτες της εξουσίας, μικροεπιτήδειοι εκδότες που φαντασιώνονται πως είναι απόγονα τέκνα του Προυντόν και του Μπακούνιν, βαρόνοι της ποιητικής κλάψας και της απατεωνιάς περιφέρουν τις καλλιτεχνικές αιμορροΐδες τους στα καθίσματα της πλατειάς Εξαρχείων πουλώντας επανάσταση για την καύλα τους. Για το στομάχι και το χοντρό τους κώλο.

Ντίλερ της λεγόμενης ανοιχτής κοινωνίας που τη νοιάζει μόνο η κωλοτρυπίδα της, τυλίγοντας μέσα της τις λίγες κοκκαλιάρικες «αιώνιες αλήθειες» που χρησιμεύουν μόνο για να μεγαλώνει η κατανάλωση των άχρηστων εμπορευμάτων της.

Φιλάνθρωποι, οικονομιστές, ανθρωπιστές, διορισμένοι νταβατζήδες που ασχολούνται με την καλυτέρεψη της κατάστασης των εργαζόμενων τάξεων, οργανωτές της αγαθοεργίας, μητροπολίτες και δημιουργικοί επιχειρηματίες, προστάτες των ζώων, ιδρυτές συλλόγων υπέρ της μετριοπάθειας και παρδαλοί ψευτομεταρρυθμιστές σέρνονται σαν κουτάβια στην αυλή του μεγάλου Ποσάδα.

Άλλοι περιμένουν το βραβείο τους απ’ την ακαδημία Αθηνών, άλλοι περιμένουν να τρυπώσουν σε επιτροπή σοφών και άλλοι να τα πιάσουν χοντρά για να αγοράσουν εξοχικό στο Αιγαίο. Να κοιτάνε τη θάλασσα και να γράφουν λίβελους για το γαμημένο Ισλάμ, ξέροντας πως η ανοιχτή τους κοινωνία είναι η κρεατομηχανή της εργατικής δύναμης όλων μας.

Απεριτίφ

gkros

Σμήνη γονέων πέφτουν πάνω στα παιδιά τους να τα πνίξουν. Η αιτία παραμένει άγνωστη. Κανείς δεν λογαριάζει κανέναν. Βρέχει κατσαρίδες και αστραπές. Βρισκόμαστε στο τελευταίο στάδιο εμμηνόπαυσης του καπιταλιστικού ρεαλισμού. Ο Γκρος σχεδιάζει τον καπιταλιστή σαν ένα άσχημο και χοντρό εγκληματία. Μα ο καπιταλιστής μπορεί να είναι όμορφος, ένας καθωσπρέπει οικογενειάρχης με όμορφες κόρες. Ο Αρντς απεικονίζει τη θέση του καπιταλιστή μέσα στο σύστημα παραγωγής, γι’ αυτό δεν τον κάνει τόσο άσχημο όσο τον κάνει ο Γκρος. Στις κοινωνίες των μικροαστών στις οποίες ξέπεσε η τέχνη η συνειρμική αφήγηση διακόπτετε από διαφημίσεις ή αναγγελίες θανάτου ή πρόσκληση για σκληρό σεξ. Και στο βάθος ο νεκρός ποιητής παρακολουθεί το νεκροστόλισμά του.

1+1=1

ena

στο Γερμανό καλλιτέχνη Pierre Schmidt

Ότι γράφουμε το έχουμε πληρώσει ακριβά. Κανείς από μας δεν αποτελεί θρύψαλο μιας γενικευμένης ψευδαίσθησης. Κάθε πράξη μας σημαίνει πως είμαστε παρόν και πως παραδιδόμαστε στον άλλον μέσω της ελευθερίας που διαλέγει τον έρωτα του παντός κι όχι το φετιχισμό του.

Πίσω απ’ όλα τα κατορθώματά μας κρύβεται η αγωνία πως θα συναντηθούμε με τον άλλο.

Στον τόπο που δουλεύει ο αλγεβρικός λογισμός της καρδιάς που έχει αίμα και πολύπλοκους δακτυλίους και δαιδαλώδεις απολήξεις στα ερωτικά μας όργανα. Το μάτι, το αυτί, τα ρουθούνι, το στόμα.

Υπάρχει μια σκηνή στη νοσταλγία του Ταρκόφσκι όπου ο ποιητής πηγαίνει στο σπίτι ενός τρελού. Ο τρελός, που είναι κι αυτός ποιητής πριν και μετά τον ποιητή, γράφει σ’ έναν τοίχο του σπιτιού του: 1+1=1.

Ο ποιητής ζητά εξηγήσεις. Τι σημαίνει αυτή η παλαβομάρα. Και τότε ο τρελός παίρνει το χέρι του ποιητή και του ανοίγει την παλάμη για να στάξει μέσα της μια σταγόνα από ένα μπουκάλι, κι ύστερα άλλη μια που ενώνονται με την προηγούμενη και γίνονται ένα.

Αυτό το ένα που δεν είναι αναλλοίωτο, αφού με τη σειρά του κι αυτό θα προστεθεί στο ένα για να μας κάνει πάλι ένα.

Τα μαθηματικά του θανάτου είναι προσθαφαιρέσεις λογιστών ενώ τα μαθηματικά της ζωής είναι ποίηση δια βίου.

Είμαστε η φωνή των πραγμάτων, κι ότι μας μαγεύει έχει τις ρίζες του στις καρδιές μας.

Γράφουμε χρησιμοποιώντας ένα όπλο που μας δόθηκε όχι για να σκοτώνουμε ανθρώπους αλλά για να τους φέρουμε κοντά μας. Να τους αναστήσουμε με όλο το λυρικό φονταμενταλισμό της κάβλας μας και της ανησυχίας μας, μετρώντας το ακριβές βάρος του σύμπαντος με λέξεις.

DOCOUMENTA

docy.jpg

Τα πάθη του ανθρώπου μες στην ορμητικότητά τους δικαιώνουν ενίοτε το έγκλημα. Ο καλός και ο κακός ψηλαφούν την ένταση της φήμης τους με ανάλογες πράξεις.

Κάποιος μπορεί να περάσει ένα σύρμα απ’ το ρουθούνι σου για να σου τρυπήσει την καρδιά. Μια μαζορέτα μπορεί να σε δηλητηριάσει με τη σπαραχτική της θηλυκότητα κι ένας ψεύτης να θυμώσει τόσο τις λέξεις που ν’ αρχίσουν να κόβουν λαρύγγια.

Η Ευρώπη χαμογελά όπως όλοι οι διεστραμμένοι. Έχει διαψευσθεί. Δεν είναι το παν να είσαι ελεύθερος στη ζωή. Η ελευθερία είναι η μέγγενη του πλούτου που διαθέτεις. Και η ελευθερία που κατακτούν οι φτωχοί είναι αναπηρία και δουλοπρέπεια.

Για άλλους είναι η φήμη, ο έρωτας, η ανεξαρτησία, μα η ορμή όλων αυτών όταν ξεπερνά το σκοπό, μ’ ένα έντονο και ζηλότυπο πάθος φτάνει αρκετά γρήγορα στο σημείο να καταφρονεί την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Κι όταν όλα συντρίβονται μένει πίσω η τρέλα ως καλλιτεχνική πράξη. Εκεί που οι άθεοι και οι ακόλαστοι ζευγαρώνουν με τα λεφτά. Και το πάθος γίνεται προγραμματισμένο καθήκον και η κάβλα γίνεται γιρλάντα από σκουληκιασμένο πρωκτό. Εκεί που η δόξα δεν είναι παρά απόκομμα εφημερίδος και ύποπτες επιδοκιμασίες και ψήφοι του λαού που θα στραφούν εναντίον του.

Εκεί που η πιο άχαρη κενοδοξία διακοσμεί τους τοίχους των πλουσίων αδερφών με συκώτια ξεριζωμένα και δάχτυλα λιωμένα απ’ τις πιο πυρωμένες λαμαρίνες του θεού που κυβερνά τον κόσμο των ανθρώπων.

Του θεού που ως κερδώος Ερμής λεηλατεί τα κουφάρια κάθε βρέφους που προσπαθεί σαν επίμονο ρόδο να φυτρώσει στα χαλάσματα.

Του θεού που διδάσκει το δόλο και τον αυτοσαρκασμό όταν δεν πουλάει αγάπη και λιωμένες σοκολάτες στον απέραντο τρίτο κόσμο της φτώχειας που μοιάζει πλέον με φυσικό φαινόμενο.

Μα έρχεται κάποτε η ώρα που ο κατακτητής αισθάνεται νικημένος απ’ την κατάκτησή του. Και η ώρα που ο ερωτευμένος αποφεύγει την ερωμένη του και η ώρα που η ανέχεια γίνεται για το φιλάργυρο το ίδιο το σύμβολο του πλούτου.

Η απελευθέρωση της σκέψης έφτασε στην επιβράβευση της τερατωδίας.

Γερμανοί συνταξιούχοι περιμένουν το χάδι της μελαμψής κοπέλας απ’ το Κομπάνι την ώρα που θα τους αλλάζει τον καθετήρα. Γάλλοι στρουκτουραλιστές σφουγγαρίζουν την αίθουσα του εθνικιστικού βαλς των νοικοκυραίων και βέλγοι τραπεζίτες αγοράζουν οικόπεδα στη Βοϊδοκοιλιά.

Νύχτα του Μεσαίωνα και νύχτα της αναγέννησης και της τύψης. Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και νύχτα από κρέας και θύελλα. Νύχτα από ένδοξο παρελθόν και σφαγές. Νύχτα από πετσοκομμένες κλειτορίδες και ναζισμό.

Νύχτες από καρναβάλι και Χριστούγεννα. Νύχτες, μακριά, σε αφώτιστα κουζινάκια, εκεί όπου μισοπεθαμένες μανούλες σπάνε τις κόνιδες των μωρών με τα νύχια λίγο πριν τον τελευταίο βομβαρδισμό.

Αdagio

demon

Η λογική και ο ορθός λόγος αποτελούν μέρη της φύσης και ελέγχονται απ’ αυτή. Ο άνθρωπος για να γίνει ισχυρός πρέπει να ξαναβρεί τη χαρά. Και η χαρά βρίσκεται στην δικαιοδοσία των φτωχών ανθρώπων.

Όσοι από μας τους φτωχούς πιστέψουμε στη χαρά και στις νυφούλες που ανακατεύουν με τα δάχτυλα το ερωτικό στάρι θα κατακτήσουμε άνευ πολέμων και οιμωγής τη Βασιλεία των οργασμών.

Θα γίνουμε Άγιοι ισχυροί ποιητές και ποιήτριες που θα σέβονται το μουνί και τον πούτσο. Δηλαδή των άνθρωπο. Που οι θρήνοι μας δεν θα είναι μυξοκλαψιάρια στιχάκια αλλά πυρωμένες βελόνες στ’ αυτιά του άδειου μεταφυσικού κενού και της κάθε φιλελεύθερης πίπας που θέλει ανταγωνισμό και θεοκρατία.

Θα γίνουμε εραστές ποιητές και ποιήτριες, φτάνοντας στις λέξεις όπως η φύση φτάνει τους χυμούς της στα ξερά κλωνάρια.

Ασφαλώς ο φτωχός άνθρωπος υποφέρει, στην καρδιά του στο συκώτι του, στα κόκκαλά του, είναι λυπημένος και αλλόκοτος, μα είναι ανθάκι μέσα στα αιχμηρά αγκάθια και τους θανάτους.

Την μεγάλη καρδιά του φτωχού την καίει η γη του που καίγεται με λάμψη. Τα ηλεκτρισμένα της νερά, τα δέντρα και τα χορτάρια που μυρίζουν σαν πύρινες γλώσσες, οι δρόμοι, τα σπίτια, οι θερισμοί, τα σχήματα, όλα τα πρόσωπα τού ανθρώπου, αναστατωμένα, σκεβρωμένα, παραμορφωμένα με εξογκώματα σαν να εκφράζουν μια κάποια υπόγεια συναισθηματική πυρκαγιά.

Οι φτωχοί αυτού του πλανήτη θα πλουτίσουν αν απομυθοποιήσουν την επιτάχυνση του σάπιου κόσμου που τους θέλει φτωχούς και καταφρονεμένους.

Αν απομυθοποιηθεί η επιτάχυνση οι άνθρωποι σ’ ανατολή και δύση, σε βορά και νότο, θα επιβάλουν περιορισμούς στα εργαλεία τους, περιορισμούς που θα τα κάνουν όργανα απελευθέρωσης και χαράς.

Μια απελευθέρωση φτηνή για τους φτωχούς αλλά που θα κοστίσει ακριβά στους πλούσιους. Μια απελευθέρωση δαιμονική πάνω απ’ το σωρό με τα χαλασμένα ρολόγια και τα ερείπια και τους τσιμεντένιους τάφους της Συρίας.

 

Μαύρε Ντανταϊστικέ μηδενισμέ!

mabre

Τα τελευταία άξια τέκνα των ντανταϊστών τα συνεπαίρνουν οι πλάνες της τελετουργικής αντίληψης που έχουν για την ευτυχία οι αστοί.

Ξέρουν πως οι φυτοφαγικές εξάρσεις και οι φιλοτεχνίες της άρχουσας τάξης έχουν κάτι το σαρκαστικά ευαγγελικό.

Αυτή η αθωότητα και η καλοσύνη των γαντζωμένων στην εξουσία αρπαχτικών μας εξωθεί να ανακράξουμε: Σκατά.

Ο Τριστάν Τζαρά δηλώνει ως ειδικός και περιωπής σκατολόγος, στο Μανιφέστο του κ. Αντιπυρίν: «Το Νταντά παραμένει στο ευρωπαϊκό πλαίσιο των αδυναμιών, με άλλα λόγια των σκατών, αλλά που από δω και στο εξής θα τα λέμε αλλιώς: δηλαδή θα λέμε ότι χέζουμε μέσα στην ποικιλοχρωμία για να στολίσουμε τον ζωολογικό κήπο της τέχνης με όλες τις σημαίες των προξενείων».

Και ο Λεό Φερέ τού αποκρίνεται μισόν αιώνα αργότερα με το έργο του: Ποιητή, τα Χαρτιά σας: «Όσο ο Τζαρά καβαλικεύει τον μπιντέ/Στο πανδοχείο Νταντά το σκατό είναι λογοτεχνικό».

Όταν μεγαλώνει η κοιλιά των χορτάτων η έμπνευση των ντανταϊστών φορά τα πασουμάκια της και πάει να ρίξει ένα γερό λογοτεχνικό χέσιμο στην ακαδημία Αθηνών, στο Μέγαρο Μουσικής, στο Ίδρυμα Νιάρχου και στα γιουσουφάκια του, στη γλάστρα έξω απ’ το υπουργείο πολιτισμού και μέσα στο υπουργείο πολιτισμού, στη μαμά Πατρίδα, στις μπάμιες της αρχιεπισκοπής, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Τα άνθη του καυλού Ή Ανθοφορίας εγκώμιο

agr

Να σε ερμηνεύσω προσπαθώ
όπως να ερμηνεύσουν προσπαθούν
οι Ουλεμάδες το Κοράνι. Θεός υπήρξα
στον αφρό σου τυλιγμένος. Ως και το
λειρί σου ακόμα έβγαζε λαλιά. Και για
τον αφαλό σου έγραψα. Έκαμα πρόβα
ως πατριάρχης. Της μήτρας σου
τη σκαλωσιά και τα υπόλοιπα γύρης
στο ασβεστωμένο κουζινάκι που σε πήρα
με τα μάτια, για μια στιγμή, για να σε πάω
στους βρυώδης τόπους. Ω! δασώδη σχισμή
εσύ στοματάκι αυτάκι μουνάκι απ’ άκρη
σ’ άκρη στους αγρούς σ’ άκουσα να ηχείς.

Γκριμάτσες

grimatses

Όποιος αποκτά τις χαρές της ζωής με αφύσικο τρόπο καταλήγει πολλές φορές να φαρμακώσει ολόκληρο τον κόσμο.

Βάζοντας οι άνθρωποι πέτρα στο ερωτικό τους καζανάκι κάνουν οικονομία στο σεξουαλικό ζουμί και βάζουν φρένο στην ορμή και τις παλαβομάρες. Και οι άνθρωποι γίνονται χομπίστες καλοζωίας, συνήθως δίχως κόπο και ζωτικό μόχθο, καταλήγοντας στο αυτί του ψυχολόγου που δεν μπορεί να θεραπεύσει την κουραστική μονοτονία.

Μέσα στη σκυθρωπή του απόγνωση ο μικροαστός της πόλης θα συναντήσει την αναπόφευκτη πλήξη των ενασχολήσεων που προσφέρουν μια μινιατούρα ευτυχίας επί χρήμασι.

Βολεμένος στο αίσθημα του τραγικού που γίνεται τραγέλαφος και γεννοβολά δράματα και δυστυχίες.

Τηλεορασάκιας έως θανάτου και τηλεορασόπληκτος έως τάφου χάνει μυρουδιές και πρωινές πάχνες.

Μα αν δε χάσεις το αίσθημα του τραγικού για να ζήσεις όπως ένα λουλούδι ή ένας βράχος ή ένα δέντρο, ταυτισμένος με τη φύση και ταυτόχρονα ενάντιά της δεν πρόκειται να ευτυχήσεις ποτέ.