ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Κατηγορία: Κείμενα

Αναπνοές και βογγητά

anapnoew

Το ποίημα γράφεται με παρδαλό τρόπο. Λειτουργεί ως εκκρεμές της ανέκφραστης προσέγγισης της ερμηνείας. Ερμηνεύω το ποίημα σημαίνει καταδυναστεύω το εύρος των νοηματικών του αποθεμάτων.

Τα ίχνη χιούμορ αυτής της λαϊκής τέχνης κι αυτής της φόρμας που διαθέτει απειρία στάσεων και υπαρξιακών χειρονομιών πρέπει να καταλήγουν στο στομάχι του ανυποψίαστου εραστή-αναγνώστη.

Στην αρχαία αυτή τέχνη έχουν την τιμητική τους οι θάνατοι και οι καταστροφές.

Τα ερωτικά ποιήματα έρχονται δεύτερα και πολλές φορές οδηγούνται στην εξορία από μια κοινωνική ρητορική που μας θέλει άριστους, αποτελεσματικούς, μα κυρίως ανταγωνιστικούς.

Η σεξουαλική χροιά των ποιητικών γραφών έχει ρητορική μη βίας, δηλαδή τεμπελιά και μεταερωτικό ραχάτι σε κάποια αμμουδερή κλίνη ηλιότροπη και γουργουριστή.

Οι αισθήσεις μας είναι τόσο βομβαρδισμένες με τεχνητές και ψεύτικες συγκινήσεις από πολιτικούς λόγους και σαπουνόπερες που δύσκολα αντέχουν την αλήθεια του σωματικού ερωτισμού μετά το συναισθηματικό μας ξυλοδαρμό.

Η αγωνία μας επιδρά στις αόρατες σμικρύνσεις κάθε στοιχείου εμπλοκής των πραγμάτων που μας ερεθίζουν.

Αν δεν ερεθιστείς δεν παράγεις το υπονοούμενο και την αντιλογία, δεν δημιουργείς σπινθήρες και συγκρούσεις.

Δεν βάζεις τα δάχτυλα των χεριών σου πάνω στην τραμπάλα των αγκομαχητών απ’ το αναβρυτό παράδομα της σάρκας στην ταραχή και τη λιποθυμία.

Το αίμα του θεού

to aima

Η αληθινή φύση της ηθικής δεν είναι παρά ένα σύμπλεγμα δονήσεων των νευρικών μας χορδών.

Από την άκρα ευαισθησία έως την πιο αδιαπέραστη απάθεια, εν μέσω ενός παιγνίου αφαιρέσεων, κυριαρχεί το «σκέπτομαι, άρα απολαμβάνω». Η αναγνώριση και η σημασία του ηθικού κραδασμού που είναι απόλυτα υποταγμένος σ’ εκείνον των αισθήσεων.

Οι ανθρώπινες αρετές που συσσωματώνουν την καρδιά και το πνεύμα, δίνουν το ρυθμό μες στο κοχύλι της υπαρξιακής μας σιωπής. Μας επιτρέπουν να ζούμε λιγότερο χιμαιρικά, συνθέτοντας την αταξία και τον παραλογισμό, κάνοντάς μας δημιουργούς δηλαδή ολοκληρωτικά εγωιστές.

Η φύση μας γίνεται θεϊκή, δηλαδή δημιουργική, μέσω της γνώσης και της έρευνας. Η φιλοδοξία της δικαιώνει τον εγωισμό μας που θέλει να μεταστρέψει τα πάντα και να μεταβάλει τις απέχθειες σε ηδονές και τις δυστυχίες σ’ ευτυχίες.

Ο προσδιορισμός όμως αυτός της ανθρώπινης φύσεως οδηγεί στην άρνηση των νόμων, στην άρνηση του θεού και στην άρνηση της ηθικής.

Οι νόμοι, ο θεός και η ηθική είναι τα αποτελέσματα ταξικών συμφερόντων και ταξικών συγκρούσεων που διαμορφώθηκαν μες στη ροή του ιστορικού χρόνου.

Τα άτομα χάνονται. Εγκαταλείπονται στον καρτεσιανό αγνωστικισμό τους, επιδιώκοντας εξουσίες και προνόμια. Όταν στο δρόμο τους βρίσκουν το παραμικρό υπόλειμμα του θεού τότε ξυπνάει άμεσα η βία και η περιφρόνηση και η ένταση της υπερηφάνειας, όπως και ο ίλιγγος της δύναμης και της άνευ όρων αρπαχτικής επιθυμίας.

Οι νόμοι, ο θεός και η ηθική ενσαρκώνουν σε κάθε κοινωνία το όχημα του μίσους. Κατασκευάσματα που πλήττουν αιώνες τώρα την οικουμενική ζωή. Μιαν οικουμενική ζωή που σήμερα θα γιόρταζε τον πανσεξουαλισμό της ψυχορραγεί τώρα αποσυρμένη στα εθνικά της διαμερίσματα και στις φαντασιώσεις που έπλασε μέσα στον ιστορικό χωροχρόνο.

Δυστυχείς γυρνούμε έξω απ’ τη Φύση μας. Έξω απ’ τη μήτρα της μητέρας. Έκθετοι στην καταστροφή και τον εκμηδενισμό.

Γινόμαστε στρατιώτες δηλαδή εγκληματίες. Γινόμαστε κατηχητές δηλαδή διαστροφείς της ελεύθερης βούλησης.

Μέσα στο κοιμισμένο κουκούλι των παθών μας φυτρώνουν όμως οι σπόροι της εξέγερσης.

Η νοημοσύνη μας εξελίσσεται και τα ερωτικά μας όργανα, εσαεί εύθραυστα και θνητά, υπακούουν στην άπειρη μουσικότητα των κυμάτων του νευρικού μας συστήματος.

Σε μια βιολογία ανασυγκρότησης των ευάλωτων κυττάρων της παιδικότητάς μας. Εκεί όπου ο θάνατος εμφανιζόταν ως αστέρευτο ανάβρυσμα αναστάτωσης, οδηγώντας μας στην ενότητα της ζωής που ήταν σφόδρα εμποτισμένη από μια τέλια καρποφόρα αιώνια γνώση της εμπειρίας και του παιχνιδιού.

Ο νέος άμβωνας Ή Όταν η επιστήμη ανασταίνει τη θεοκρατία

daskalakis

Ως παιδιά της ψωροκώσταινας αγαπάμε τους μύθους και το παραμύθιασμα. Ο ίδιος ο άνθρωπος που κατασκεύασε τους θεούς, τους έχρισε τελικά κατασκευαστές του και αφέντες της ζωής του.

Η επιστήμη ενώ χρησιμοποιήθηκε από την αστική τάξη για την εκθρόνιση της φεουδαρχίας και της θρησκείας που τη στήριζε, όταν ανέβηκε στη θέση της μετατράπηκε η ίδια σε θρησκεία και ιδεολογία της αστικής τάξης, κάνοντας αυτή τη συγκεκριμένη τάξη να αποκτήσει μια ψευδή άρα ευάλωτη συνείδηση.

Η τεχνολογία από την άλλη, υποταγμένη στις επιταγές του θετικισμού και της καπιταλιστικής λογικής της «απόδοσης» και της «αποτελεσματικότητας», δε θα μπορούσε παρά να αντανακλά αυτή την ιδεολογία.

Αφήνοντας τη σημασία των οικονομικών αιτιών του πολέμου, μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος καθορίζεται στον πιο σκληρό και ολέθριο πυρήνα του από το χάσμα ανάμεσα στα γιγαντιαία μέσα τεχνολογίας από τη μια μεριά και την ελάχιστα ηθική ανταύγειά τους από την άλλη.

Η αστική τάξη απομονώνει οτιδήποτε τεχνολογικό απ’ το επονομαζόμενο πνευματικό, αποκλείοντας αποφασιστικά την τεχνολογική σκέψη από τη δυνατότητα να συνδιαμορφώνει την κοινωνική οργάνωση.

Κάθε μελλοντικός πόλεμος θα είναι ταυτόχρονα μια εξέγερση των σκλάβων της τεχνολογίας.

Πάνω στα «ερείπια» των παλιών μεταφυσικών πεποιθήσεων ανεγέρθηκε ο «άυλος» άμβωνας της μαζικής κουλτούρας ως ένας προνομιακός χώρος έκφρασης κηρυγματικού λόγου σχετικά με τα επιτεύγματα της τεχνολογίας ή με τα δεινά που η εξέλιξή της μπορεί να επιφέρει.

Το πρότυπο για το Εγώ του αστού πολίτη και επιστήμονα διαμορφώθηκε πάνω στη βάση ενός εσωτερικού χάσματος ανάμεσα σε ανώτερες πνευματικές-δηλαδή μαθηματικές-και νομοκανονιστικές λειτουργίες και σε κατώτερες σωματικές.

Είναι αυτός ο διανοητικά υπερτροφικός κι εσώτερος «Θεός» που καλείται τώρα να καθυποτάξει τόσο τη Φύση-δηλαδή να την ανακρίνει, όπως σημειώνει ο Kant-όσο και την Ιστορία, σε μια πορεία τελείωσης του ανθρώπου.

Ο επιστημονικός ναρκισσισμός γίνεται εταίρος της θεοκρατίας χαράσσοντας τις συντεταγμένες της νέας μεταφυσικής.

Δίπλα στον παπά στέκεται πλέον ο νέος επιστήμων, μεταγράφοντας στις αόρατες γωνίτσες της επιστημολογικής πρόζας-του νέου δηλαδή υπερούσιου αφηγήματος-την απαίτηση για τον έλεγχο της παρέκκλισης. Του επαναστατικού και του διαφορετικού, που δεν διαμορφώνεται μέσα σ’ αυτούς τους ταξικά αποστειρωμένους χώρους.

Εδώ λαμβάνει χώρα η αναλγητική εσωτερίκευση των όρων Κυριαρχίας του δυνατού και συνακόλουθα η παραγωγή μιας ρητορικής που απειλώντας και καθησυχάζοντας ταυτόχρονα, θα στηρίξει το κοινωνικό σώμα στη βουλητική του απάθεια.

Οι συναντήσεις και οι συνυπάρξεις αυτές, συνιστούν τις καθόλου αθώες όψεις ενός εκλεπτυσμένου όσο και βορβορώδους πνεύματος καθυπόταξης.

Μια νέα πατρωνία βασιλεύει στο δημόσιο χώρο, απορφανισμένη πια, απ’ τις αληθινές ανθρώπινες ανάγκες,

Η μεγαλύτερη φιλοδοξία μου είναι να ζήσω τη ζωή μου

imegaliteri

Η μεγαλύτερη φιλοδοξία μου είναι να ζήσω τη ζωή μου. Εδώ αρχίζουν όμως οι συμφορές. Γιατί το να θες να ζήσεις τη ζωή σου είναι μια προκλητική φιλοδοξία.

Πρέπει να διαθέτεις ένα πνεύμα τέλεια διαυγές, το οποίο όμως να στερείται του ενστίκτου της κυριαρχίας.

Αν δεν πολεμήσουμε οργανωμένα την ανάγκη του άρχειν δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ζήσουμε τη ζωή μας.

Εφτά αιώνες πριν ένας διάβολος ονόματι Τζελαλουντίν Ρουμί άφησε το χνάρι της φωνής του απευθυνόμενος στ’ αδέρφια του, δείχνοντάς τους την αληθινή του ταυτότητα.

Την ταυτότητα του πλάσματος που η μόνη του φιλοδοξία είναι να ζήσει τη ζωή του, αφήνοντας πίσω ολίγα σκύβαλα κάτω απ’ τ’ αγριολούλουδα και τις μαργαρίτες:

Aδέρφια Μουσουλμάνοι δεν ξέρω τι να κάνω.
Δεν ξέρω τι να πω.
Δεν είμαι Χριστιανός ούτε Εβραίος.
Δεν είμαι Μουσουλμάνος ούτε και Ινδουιστής.
Δεν είμαι Βουδιστής ούτε και Σούφι.
Δεν είμαι και διόλου Ζεν.
Δεν έχω μια θρησκεία ή παράδοση.
Δεν είμαι απ’ την ανατολή μήτε τη δύση
ούτε από θάλασσα ούτε κι απ’ τα βουνά.
Δεν είμαι στοιχειωμένος ή αιθέριος
αλλά δεν είμαι ούτε και φυσικός.
Δεν είμαι οντότητα και δεν υπάρχω
ούτε σ’ αυτόν μηδέ στον κόσμο τον επόμενο.
Δεν έρχομαι από την Εύα τον Αδάμ
ή κάποιαν άλλην ιστορία.
Ο τόπος μου είναι άτοπος
χνάρι δεν έχει το χνάρι μου.
Ούτε σώμα ούτε ψυχή.
Ανήκω στον Αγαπημένο.
Είδα τους δύο κόσμους σ’ έναν και γνωρίζω
τον πρώτο και τον τελευταίο
που αναπνέει μ’ ανθρώπινη αναπνοή.

Κλινοπάλη

klinopali

Πολλές φορές δεν μπορούμε να συμφιλιωθούμε με την ιδέα ενός χωροχρόνου που εξουσιάζει τις σωματικές μας ανάγκες.

Η σχέση μας με τα γεγονότα γίνεται ποίηση, πολλές φορές τραχιά και μονοσήμαντη, αλλά εξόχως εικαστική, φανερώνοντας τις διαθέσεις μιας παρορμητικής ενόρασης.

Μας περιβάλει το ίδιο εκτεθειμένο κενό ανάμεσα στα πράγματα. Σώματα και πρόσωπα που τα παρακολουθούμε ως τοπία, ντυμένα με τις ιδιότροπες έγνοιες ενός πολιτισμού των ανταγωνισμών και των τύψεων.

Όλα τα σαλιγκάρια του πνεύματος που τα προγυμνάζουν οι αυταπάτες της συνεχούς ροής ερεθισμάτων και πληροφοριών.

Η συνήθεια καταβροχθίζει σχέσεις, ανθρώπους, ρούχα, έπιπλα, τόπους. Μα υπάρχει πάντα η τέχνη γύρω μας για να μπορούμε να ανακτήσουμε την αίσθηση της ζωής. Να βιώσουμε την καλλιτεχνικότατα μιας κατάστασης, ακόμα κι αν η κατάσταση αυτή είναι ασήμαντη και μηδαμινή.

Χαίρομαι και αγαπώ τη ζωή γύρω μου. Όχι απαραίτητα τη δική μου ζωή. Χαίρομαι την πραγματικότητα που αποτελεί το ουσιαστικό στοιχείο κάθε μεταφοράς.

Ο υπερτροφικός ναρκισσισμός της σύγχρονης επιστήμης μας θέλει παράγωγα παράλληλων κόσμων και κβαντικά απολειφάδια της συμπαντικής διάνοιας.

Μα όλα αυτά τα περίφημα και θαυμαστά, χάνουν την ουσία τους χωρίς την καρδιά που χτυπά εκεί, που βρίσκει κανείς την αλήθεια της ευχαρίστησης.

Όλες οι χημικές ουσίες μες στα κορμιά μας ζυμώνονται πάνω στον πάγκο των αισθήσεων με τα υλικά της φερτής ύλης απ’ τα βάθη των προγονικών αιώνων.

Ένας έφηβος που παίζει το πουλί του για να ευχαριστηθεί, μας θυμίζει πως η ποίηση είναι ένα είδος υγείας.

Ακούω το κορμί μου, κι όταν το ακούω σωστά ακούω και το κορμί του άλλου. Συνομιλούμε ερωτικά, δηλαδή ερωτάμε για να φτάσουμε κάποτε στο σημείο εκείνο που δεν θα είναι πλέον αναγκαίο το να ρωτάμε.

Οι επιπόλαιες ερωτήσεις δέχονται επιπόλαιες απαντήσεις. Μόνο ένας ευγενής έρως καλλιεργεί έναν ευγενή λόγο. Και μόνο ένας ευγενής λόγος χαίρεται την ουσία των πραγμάτων.

Η αληθινή ευγένεια στον έρωτα είναι η ισχύς των μηδαμινών έναντι του θανάτου που πλασάρουν όσοι ξεχαρβαλώνουν την ύπαρξη. Προφήτες και αρχηγοί και οδηγοί προβάτων. Κερδοσκόποι της ανάγκης των πλασμάτων για ψωμί και ελευθερία.

Μα κάθε φορά η απώλεια πίστης στις ανθρωποκτόνες αξίες συνεπάγεται εξέλιξη.

Μοιραζόμαστε την κραυγή απ’ τα βάθη των επαναστάσεων και των καταιγίδων.

Ξέρουμε πως η παρουσία του έρωτα μας προσφέρει τόση αγωνία όση και η στέρησή του.

Είμαστε πλάσματα που αλλάζουμε συνεχώς απ’ τις θανάσιμες μάχες γύρω μας.

Αυτό, στο οποίο πολλές φορές δεν συμμετέχουμε μας επηρεάζει βασανιστικά. Κάνει την αδαμική μας αθωότητα ευάλωτη στο ζόφο που έσπειρε η ηθική ελονοσία του κερδώου εγωισμού ενός κόσμου εμπόρων και στρατηγών.

Ενός κόσμου που θεσμοθέτησε την κοινωνική λιποταξία εκφυλίζοντας το λόγο σε φλυαρία και τον έρωτα σε νερόβραστο θέαμα καλωδιωμένων ευνούχων.

Αριστοτελικός ή Πλατωνικός;

aristo

Ζούμε μέσα στην επανάληψη των κύκλων της φύσης. Δεν είμαστε τα έξοχα τέρατα της φαντασίας μας, αλλά οι αυθεντίες της επανάληψης.

Στρατευμένοι στην απογύμνωση παθών και προαιρέσεων, στην εύθραυστη σχέση μεταξύ του ανθρώπου και του κόσμου.

Στρατευμένοι στη θεραπευτική ενέργεια της ερωτικής επαφής. Μια επαφής που γυρεύει τα αγαθά της αγιότητας. Μιας επαφής που δίνει έναν πνευματικά καινούργιο ορισμό στην έννοια της επανάληψης.

Η σάρκα και η φαντασία δηλαδή, σε μια σχέση αμοιβαιότητας και χαράς.

Κάθε ποιητική σκέψη είναι σαν αιμορραγία του νευρικού συστήματος. Ένα φυσικό φαινόμενο μέσα μας που υπογραμμίζει την άστατη φύση μας. Που ξυπνά το ίδιο μας το σώμα με ολόκληρο τον συμπαντικό υλισμό που κουβαλά.

Ως βασιλιάς στα νησιά της Βαβυλωνίας και στα όρη των Αιτωλών, μαζεύω κάθε τόσο τους αρχιτέκτονες και τους μάγους μου παραγγέλνοντας να μου χτίσουν έναν λαβύρινθο, τόσο περίπλοκο και τόσο αριστοτεχνικό, ώστε κανένας γνωστικός να μην μπορεί να διασχίσει το κατώφλι του.

Ώστε μονάχα οι τρελοί, δηλαδή οι ελεύθεροι άνθρωποι και τα παιδιά, να μπορούν να τον διαβούν. Αυτοί που δεν ντρέπονται για το κορμί τους και για τις ιδέες τους.

Αυτοί που περνούν μέσα απ’ τους ατρύγητους αμπελώνες του ερωτισμού και της ομορφιάς σαν διψασμένες σφήκες, για να τρυπώσουν έπειτα στις στέρνες της λογοτεχνίας.

Μιας λογοτεχνίας που αν δεν μυρίζει εξέγερση ζέχνει ματαιοδοξία και ποιητικό μνημόσυνο θλιβερών υπάρξεων, που, επειδή δεν βρίσκουν να γαμήσουν μας σκοτίζουν τ’ αρχίδια επανειλημμένως και επαναληπτικώς.

Ηθικόν Ακμαιότατον

iuikon

Η διαφορά μου με τους ατάλαντους, είναι πως, εγώ δεν πιστεύω στο ταλέντο που έχω, ενώ αυτοί πιστεύουν στο ταλέντο που δεν έχουν.

Αφού η ατέλεια τόσο κυριαρχεί μέσα μας δεν μπορεί να αναγνωρίζουμε εμείς στον εαυτό μας τελειότητες.

Όσοι παρακολουθούμε την αντιπαλότητα μεταξύ των φυσικών πραγμάτων και του ανθρώπου, σκεπάζουμε το διαβολικό ζωηρό Εγώ μας με σημαίες ευκαιρίας γραπτής ύλης, που στρίφωσε πάνω στα πλοκάμια της φαντασίας η επιθυμία για αληθινή ζωή.

Αρωματικές νιφάδες ιδεών πάνω στο δέρμα αυτού του κόσμου της αιώνιας αλλαγής και της άπειρης άφθαρτης φθοράς.

Αν απογυμνωθείς από κάθε προκατάληψη, συντάσσοντας τα ποιηματάκια και τις βιογραφίες παράξενων πλασμάτων, υπό το μάτι του ήλιου που ερευνά και φωτίζει και επιδρά πάνω στα πράγματα, τότε θα έχεις κερδίσει τα ζουμιά μιας κυράς που ελέγετο δικαιοσύνη, που ελέγετο αφέντρα της όρασης των ανθρώπων που θέλουν να βλέπουν και όχι να νομίζουν πως βλέπουν.

Όταν ξέρεις, πως, το ψεύτικο και το αληθινό είναι ένα, ξέρεις πως, ο ήλιος είναι ποιητής τεράτων. Και ξέρεις πως η πραγματικότητα, ακόμα και στις πιο όμορφες και ευνοϊκές της εκφάνσεις, δεν ικανοποιεί στο βάθος την ανήσυχη φύση μας.

Και τότε ξεσπά η βία της γραφής για να περιγράψει την ποίηση που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αθωότητα της φύσης, άδολη και ιαματικά πανούργα μέσα μας. Δουλεύοντας για το καλό και το κακό που είναι Ένα. Βοηθώντας μας να βρούμε τη δική μας φωνή και να εφεύρουμε τα δικά μας άσματα σωτηρίας.

Αν υπάρχει ταλέντο αυτό είναι μόνο ο διάβολος που φέρουμε μέσα μας.

Αν καταφέρεις λοιπόν να ξυπνήσεις το διάβολο που κοιμάται μέσα σου, θα έχεις καταφέρει να ξυπνήσεις το διάβολο που κοιμάται μέσα σου. Κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο κατόρθωμα. Να ξυπνήσεις το διάβολο που κοιμάται μέσα σου.

Ξανά και ξανά να ανατινάξεις τις γέφυρες της παρηγοριάς και να σπάσεις τα δεσμά της συνήθειας.

Ξανά και ξανά να ανακαλύψεις τους πιο παράφορους εαυτούς σου, περπατώντας σαν βασιλιάς ανάμεσα σε μια προβλέψιμη και κουρδισμένη ανθρωπότητα. Αφήνοντας το ισχνό σου ίχνος. Το σάλιο και το σπέρμα σου που μπόλιασαν την ερωτική αναρχία του μέλλοντος, δηλαδή του άπειρου παρόντος.

Να λένε οι άνθρωποι, πως, εδώ ζούσε κάποτε ένας βασιλιάς. Ένας βασιλιάς όμως αληθινός, που διάβαινε στο δρόμο του μονάχος, δίχως ακολουθίες και τούμπανα, όχι σαν αυτούς που φοράνε στο κεφάλι τους κορώνες και βαστάνε στα χέρια πατερίτσες και ορίζουν τους λαούς σαν κοπάδια.

Γη, χωρίς ψωμί

Luis Bunuel shooting Robinson Crusoe

Έχουμε μια δυσκολία σήμερα να κοιτάξουμε όπως πρέπει το παρελθόν για να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και πως φτάσαμε μέχρι εδώ.

Ξεχνάμε πως το λίγο ή το πολύ που μας δόθηκε το οφείλουμε σε κάποιους διαβόλους που δεν συμβιβάστηκαν με τη μιζέρια, την αθλιότητα και την αδικία. Ένας τέτοιος διάβολος υπήρξε ο Ισπανός σκηνοθέτης Λουί Μπουνιουέλ.

Ο παραβατικός αυτός κινηματογραφιστής έφτιαξε την ταινία «Γη, χωρίς ψωμί» δείχνοντας με την οξυμένη καλλιτεχνική του όραση τις άθλιες συνθήκες στις οποίες ζούσαν οι άνθρωποι σε μια περιοχή της Ισπανίας κοντά στη Salamanca.

Μια περιοχή που είχε μείνει μακριά από κάθε έννοια προόδου και ευημερίας.

Ο Bunuel άκουσε και διάβασε γι’ αυτήν και όταν την επισκέφθηκε αποφάσισε να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ.

Το Las Hurdes είναι μια κοιλάδα με πενήντα χωριά που δεν ξέρουν τι θα πει ψωμί, που ζουν σε σπίτια χωρίς καμινάδες, που το καλοκαίρι τρέφονται μόνο με άγουρα κεράσια, που μετακινούνται χιλιόμετρα για να βρουν μια δουλειά ή για να θάψουν τους νεκρούς τους, που δεν τραγουδάνε ποτέ, που πεθαίνουν από δυσεντερίες ή από ελονοσία, που μαθαίνουν στο σχολείο ότι πρέπει να σέβονται την ιδιοκτησία, όταν οι ίδιοι δεν έχουν ιδιοκτησία και ζουν στην πιο έσχατη εξαθλίωση.

Ο λόγος ο οποίος εκφέρεται από αόρατο ομιλητή είναι στεγνός και περιγραφικός, όπως θα συνέβαινε σε ένα επιστημονικό ντοκιμαντέρ.

Η ταινία συνοδεύεται από την 4η συμφωνία του Brahms, μουσική ρομαντική, σε προφανή αντίθεση με το περιεχόμενο και την εικόνα.

Η Ισπανική κυβέρνηση απαγόρευσε την ταινία ως προσβλητική για την χώρα.

Χρηματοδότης του εγχειρήματος ήταν ένας φίλος του Bunuel, καθηγητής σχεδίου, ο οποίος του είχε πει πως αν κερδίσει το λαχείο, θα του δώσει χρήματα να κάνει μια ταινία. Όταν το κέρδισε, κράτησε το λόγο του, δίνοντας την ευκαιρία στον Bunuel να γυρίσει την τρίτη μόλις ταινία του (μετά τον Ανδαλουσιανό σκύλο και τη Χρυσή εποχή), αποτυπώνοντας πάνω στο φιλμ πάνω από 27 λεπτά ανθρωπογεωγραφίας του απόλυτου περιθωρίου.

Αιμομιξία, δυστυχία, χάσμα ανάμεσα στην εκκλησία και την εκπαίδευση από τη μία και τον κόσμο από την άλλη. Τα όσα μαθαίνουν τα παιδιά στο σχολείο έρχονται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα γύρω τους.

Η ταινία δημιουργεί τριπλό σοκ: με την εικόνα της φτώχειας, ασιτίας, αρρώστιας, με το ξερό ρεαλιστικό σχόλιο της (ο ήχος γράφτηκε το 1937) και με τη μουσική του Brahms.

Δυο χρόνια πριν το θάνατό του ο Μπουνιουέλ κυκλοφόρησε ένα είδος αποκαλυπτικών απομνημονευμάτων με τίτλο «Η τελευταία μου πνοή». Εκεί αναφέρει τα εξής:

«Ο δάσκαλος Ραμόν Αθίν που ήταν αναρχικός χρηματοδότησε το γύρισμα της ταινίας, αφού είχε κερδίσει χρήματα από ένα λαχείο. Είχε μαζευτεί ένα γκρουπ γύρω από τον ποιητή Πιέρ Υνίκ και τον οπερατέρ Ελί Λοτάρ και πήγαμε στον καταραμένο τόπο Λας Χούρντες όπου είδαμε την ανικανότητα της Δυτικής Χριστιανικής Παιδείας και του αστικού ανθρωπισμού μεσ’ απ’ την αιμομιξία. Δυστυχία, χάσμα ανάμεσα στην εκπαίδευση και την εκκλησία από τη μια μεριά και τoν κόσμο από την άλλη. Τα γυρίσματα έγιναν βουβά και ο ήχος μπήκε το 1937 ενώ η μουσική ήταν από την Τέταρτη Συμφωνία του Μπραμς. Όταν τέλειωσα την κόπια εργασίας την έδειξα στο Παρίσι σε μερικούς φίλους, που ανάμεσά τους ήταν και ο Ζαν Κοκτώ, που με συμβούλεψε να την ¨μαζέψω¨. Τέλειωσα την κόπια όταν τέλειωσε και ο Εμφύλιος στην Ισπανία.»

Άγιον Πνεύμα Ή Η μαλακία ως συμπλήρωμα διαστροφής

malakantreas

Θυμάμαι τον πατέρα μου, παλαιόθεν, να με συμβουλεύει να μην παίζω συχνά το πετσάκι μου. Καταλάβαινα τότε πως η συχνότις της πράξεως ταύτης είναι που την καθιστά κατάπτυστη και διαστροφική.

Πολλοί συμμαθητές μου κρατούσαν το ημερήσιο σκορ σε χαρτάκια ή σε λευκώματα, αντίστοιχα με κείνα των κοριτσιών που επιδαψίλευαν καρδούλες και φωτογραφίες από μπογιατισμένους ηθοποιούς που το πρόσωπό τους προσομοίαζε με γυαλισμένο κώλο γουρουνόπουλου.

Όταν η φύσις μού χτυπούσε το καμπανάκι και οι όρχεις εγίνοντο σκληροί σαν φρεσκοκομμένα καρύδια και στο μυαλό μου εβούιζαν μελισσούλες απ’ τα βάθη και τα λαγκάδια της θηλυκής επικράτειας, η δεξιά ευλογημένη χειρ επλησίαζε στα σκέλια σχεδόν αυτόματα και σχεδόν απειλητικά.

Έκλεινα τα μάτια τότε για να ακούσω τα γλαφυρά μηνύματα απ’ το ερωτικό υπερπέραν και να αφουγκραστώ τους χυμούς του σεξουαλικού όρθρου μιας Δήμητρας τότε, που ανάμεσα στα ανθισμένα σκέλια της φαντασιωνόμουν πως θρόιζαν μαύρες Κίχλες.

Μειράκιον βεβαίως εγώ, αλλά και ποιητής απ’ τα γεννοφάσκια, προσέφερα ανεκτίμητες υπηρεσίες εις την τέχνη της μαλακίας, βάζοντας το όνομά μου δίπλα στους σημαντικότερους σκαπανείς και καινοτόμους συναθλητές αυτού του συμπαντικού ολυμπιακού αθλήματος.

Σκεφτείτε όλα αυτά τα σπουδαία πρόσωπα του τηλεοπτικού άμβωνος να επιστρέφουν στην αθωότητα της πρώτης χυσιάς.

Σκεφτείτε τον καθηγητή κύριο Θάνο Βερέμη να τον παίζει στους μετανεωτερικούς καμπινέδες του Σκάι, σκεπτόμενος την κωλοχαράδρα της θεσπεσίας αφέντρας, δημοσιογράφου και ψυχαναλύτριας Σίας Κοσιώνη ή τον εθνικιστή ναζί και μπουρδελομαγαζάτορα Νικόλαο Μιχαλολιάκο να εκσπερματώνει πάνω στα μούτρα του πνευματικού του μπαμπά Αδόλφου Χίτλερ.

Σκεφτείτε πως η αλήθεια και η πραγματικότητα των ανθρώπων είναι η ευχαρίστησις και πως όλα αυτά τα ανθρώπινα σκατολοΐδια της ανθρωποβοσκής, αυτό που κατά βάθος θέλουν είναι να τον παίξουν.

Αν σας πει κάποιος ανήρ, φιλεύσπλαχνες αγαπημένες μου ερωτικές μαινάδες, ότι έκοψε τη μαλακία θα σας πει ένα οικτρό ψέμα.

Ναι! ο Αλέξης Τσίπρας βαράει μαλακία. Ο Σόιμπλε βαράει μαλακία. Ακόμα και ο Σταύρος Θεοδωράκης βαράει μαλακία έστω με το γαλλικό μαλακιστήρι petit tsoutsoun.

Ω ναι! αυτή τη στιγμή ο Θάνος Τζήμερος τον παίζει στο εξοχικό του στο Πικέρμι και ο Κώστας Σημίτης σφουγγίζει με εκσυγχρονιστική δεξιοτεχνία τις ρανίδες άνυδρου σπόρου που εκτόξευσε εις τα σοκολατάκια τζιοκόντα.

Η μαλακία είναι υγεία, υποστηρίζουν σήμερις αρκετοί απενοχοποιημένοι επιστήμονες, αλλά και πολλοί άγιοι αγιορείτες μοναχοί έχουν αναθεωρήσει τις ποινές του θεού όταν δικάζουν την αθώα μαλακία.

Σπεύδω εδώ να σημειώσω και να αναφέρω αρκετές σπουδαίες πληροφορίες που αρκετοί δάσκαλοί μας και χωροφύλακες των σωματικών μας υγρών είχαν αντλήσει από το ευσεβές πόνημα που έφερε τον ερωτόστροφο τίτλο: Πηδάλιον.

Μιαν ανεκτίμητη συλλογή ιερών κανόνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Συγγραφείς του αναφέρονται οι μοναχοί Νικόδημος Αγιορείτης και Αγάπιος, το κείμενο είναι σε δημώδη γλώσσα και υποτίθεται πως περιέχει μια συνοπτική συλλογή των κανόνων των αποστόλων, των πατέρων, των οικουμενικών και τοπικών συνόδων, προς χρήση για όλους τους, κληρικούς και λαϊκούς, χριστιανούς ορθόδοξους.

Το βιβλίο συντάχθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα και τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1800 στη Λειψία.

Αναφέρει για τα είδη που υπάρχουν: «Η μαλακία γίνεται τριών λογιών, ή με το χέρι το ίδιον του ανθρώπου, ή με το χέρι άλλου, ή με το κοπάνισμα και κτύπημα εις τα μηρία.»

Και βεβαίως τεκμηριώνει με ακράδαντα θεολογικά επιχειρήματα τα παρακάτω αληθή που έφεραν την ανθρωπότητα στο χείλος της παρακμής.

«Καθώς όλοι κοινώς λέγουσιν, οι τε παλαιοί και νεώτεροι ιατροί, οι μαλακοί (οι μαλάκες δηλαδής) είναι άθλιοι και ελεεινοί, διατί:
Α΄ κιτρινίζουσι,
Β΄ αδυνατεί ο στόμαχός των και να χωνεύσουν δεν ημπορούν,
Γ΄ ασθενεί η όρασις των οφθαλμών τους,
Δ΄ χάνουσι την φωνήν,
Ε΄ χάνουσι την ευφυΐαν και οξύτητα του νοός,
ΣΤ΄ χάνουσι την μνήμην,
Ζ΄ χάνουσι τον ύπνον, με κάποια ταραχώδη ενύπνια,
Η΄ τρέμει το σώμα των,
Θ΄ χάνουσιν όλην την ανδρείαν του σώματος και της ψυχής και γίνονται άνανδροι ωσάν γυναίκες,
Ι΄ ακολουθεί εις αυτούς η αποπληξία, ήτοι ο ταμπλάς,
ΙΑ΄ ακολουθεί εις αυτούς συχνάκις η καθ’ ύπνους ρεύσις, πολλάκις δε και όταν είναι έξυπνοι διά το πολύ άνοιγμα των σπερματικών τους πόρων, και
ΙΒ΄ τέλος πάντων γηράσκουσιν ογλίγωρα και αποθνήσκουσι κακώς.»

Βεβαίως η αρχιεπισκοπή Αθηνών έχει αναθεωρήσει τα άνωθι επιτρέποντας στους ιεράρχες μας την αποσυμπίεσιν μετά το θεάρεστο έργο κατάποσης αστακομακαρονάδων, σπληνάντερων και μπακλαβάδων απ’ την Κωνσταντινούπολη.

Η ακαδημία Αθηνών έχει θεσπίσει ειδικό κονδύλι για τη μαλακία με διαχειριστή τον Λουκά Παπαδήμο.

Οι έλληνες εκδότες υποστηρίζουν εμπράκτως τη μαλακία εκδίδοντάς τη.

Οι έλληνες ιατροί συνταγογραφούν τη μαλακία.

Οι έλληνες βουλευταί τον παίζουν κάτω απ’ τα έδρανα της βουλής, άλλοι διαβάζοντας Τεν Τεν και Τιραμόλα κι άλλοι ξεφυλλίζοντας το τελευταίο τεύχος της επιθεώρησης για τα μπαζούκας και τα περίστροφα.

Η μαλακία πλέον είναι από όλους σεβαστή.

Σήμερις που η ελληνική διανόησις γιορτάζει το ιερόν Άγιον Πνεύμα ας τιμήσουμε τη θεία φώτιση με μιαν ομαδική μαλακία.

Ας κατεβούμε στις πλατείες συντονισμένοι μες sms. Ας φαντασιωθούμε την Ζαν ντ’ Αρκ, τη Μπουμπουλίνα, τη Μιμή Ντενίση, τα μάτια της Έλλης Στάη, τη Μελίνα Μερκούρη και τη Σοφία Βέμπο, την Αγία Τερέζα και τη δούκισσα του Ουίνδσορ.

Ας φαντασιωθούμε όλα αυτά τα θεσπέσια θηλυκά, που ως παρηγορήτρες γαλούχησαν τόσους σπερματοφόρους αδένες ανδρών με τη συνδρομή του αγίου πνεύματος και του γιουπόρν.

Ω! μαλακία ανδρών επιφανών και μη, ας είναι ελαφρύ το σιφόνι που σε σκεπάζει.

Συζυγή αρμονικά σημεία

dean-wareham-hey-paula

Η σημερινή θεματολογία της λογοτεχνίας τρέφεται απ’ την αποκάλυψη της ιδιωτικής ζωής.

Η καθημερινή, πεζή και ασήμαντη ιδιωτική ζωή γίνεται ένα σφιχτοπλεγμένο κείμενο με πλήρη συνείδηση να αποσβέσει οριστικά τον εαυτό της υπέρ του έργου.

Απ’ τις Φροϋδικές ενορμήσεις της βιοφυσιολογίας και τους κοινωνικούς περιορισμούς, τις οικογενειακές δομές και τους τρόπους παραγωγής, περνάμε αισίως στη χλαπάτσα της αυτοεξομολόγησης.

Ότι ζούμε προορίζεται να καταγραφεί. Ότι καταγράφεται υπό το φως του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, προορίζεται να διαβαστεί διαγωνίως. Να τυπωθεί και να μοιραστεί ως ενθύμιο στους φίλους και τους συγγενείς που προσπορίζουν τις παρουσιάσεις και τις εμπορικές εκδηλώσεις άχρηστης γραπτής ύλης.

Απ’ την εμπορευματοποίηση της ιδιωτικότητας, που έφερε λεφτά στα ταμία, περάσαμε στην εκποίηση του χρόνου της σχόλης των κατοίκων του παγκόσμιου ψηφιακού χωριού.

Ότι δεν μπορεί να επενδυθεί ως χρησιμοθηρική ελπίδα φαίνεται πως δεν έχει κερδοφόρο αποτέλεσμα.

Ότι γράφεται σήμερα μέσα στο ευρύτερο εμπορικό κύκλωμα γράφεται για να καταναλωθεί αυτοστιγμεί.

Ένα κείμενο σήμερα γίνεται μπαγιάτικο την ίδια τη στιγμή της δημοσίευσής του. Συνήθως αποσυντίθεται νοηματικά μέσα σ’ ένα πανδαιμόνιο λεξιακών κρότων και συναισθηματικών βορβορυγμών.

Τα μυγιάγγιχτα κορίτσια και τα αγόρια-κυνηγοί τρυπώνουν πίσω απ’ τη φιλολογία της κραιπάλης, σαν το σπέρμα που σημαδεύει όχι τη μήτρα αλλά τον εαυτό του. Ο ίδιος ο γονιμοποιητής προσπαθεί αυτιστικά να γονιμοποιήσει τον εαυτό του.

Μέσα στις καθεστωτικές χρήσεις του λογοτεχνικού υλικού, η ατομικότητα, φαίνεται πως αισθητικοποιεί την πολιτική αντί να πολιτικοποιεί την τέχνη.

Απ’ τις πολιτικές ιδέες μέχρι τις γενετήσιες ορμές ένα πέπλο στειρότητας σκεπάζει τις ανθρώπινες σχέσεις, συνοδεύοντας την ακατάσχετη ροή της εξομολόγησης και του φτηνού προσωπικού βιώματος.

Υπάρχει πολιτική σκέψη, αλλά κλεψιμαίικη απ’ το συστημικό ιδεολόγημα που σε θεωρεί υγιή όταν πουλάς τον εαυτό σου πακέτο με τις δεξιότητες που αγόρασαν για σένα η μαμά και ο μπαμπάς.

Υπάρχει σεξουαλικότητα, μόνο που οι περισσότεροι τη βλέπουν γυάλινη, υδραργυρική και ψυχρή σαν τον αιθέρα.

Υπάρχει χαρά, αλλά μια χαρά σαν στενός κορσές, ίδιο νούμερο, που προσπαθούν να τη φορέσουν όλοι.

Κάλεσμα για έναν ριψοκίνδυνο ρομαντισμό

kalesma

Ταξιδεύω χρόνια μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο. Θα ήθελα με όλη μου την καρδιά, να σε κάνω να το περιεργαστείς.

Να διανύσουμε μαζί την απόσταση ανάμεσα στην καρδιά του κόσμου και τα δάχτυλά μου. Να φτάσουμε στο γραφείο μου. Να βγάλουμε τη φλούδα των πραγμάτων που συναντά το βλέμμα.

Να ξεσκεπάσουμε τις αγωνίες της μάταιης και απαρηγόρητης αγάπης που είναι αποτυπωμένη στα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω μας.

Πόσες φορές δεν επιχείρησα να σπάσω αυτό τον τοίχο ανάμεσα σε μένα και τον κόσμο, να τον κάνω κομμάτια, να τον ποδοπατήσω! Μα σπάω πάντα τα δάχτυλά μου. Τι ξεροκέφαλος!

Καλώ τους φίλους μου και τις φίλες μου για να μοιραστούμε τις γλυκές συγκινήσεις της καρδιάς και τις ορμές της φαντασίας.

Καλώ τα διαβολάκια, στις αλύγιστες ραχούλες και τους αγρούς.

Καλώ την παιδική ηλικία που ξέμεινε στους ευσπλαχνικούς θεατρινισμούς, άνευ χορδών και άνευ όρων.

Σπερματόσπορος

sperm

Για να βρει ένας άνθρωπος το σθένος του πρέπει ν’ αψηφήσει όλες τις συμβάσεις. Να κάνει τις πιο μύχιες σκέψεις του πράξεις, με μιαν υπερφυσική ιταμότητα, όπως θα έκανε ένας θεός της γνώσης, λιβιδικός και συνάμα αγνός.

Όπως η δυσλεξία οδήγησε το Δημοσθένη στην άσκηση της ρητορικής, έτσι τα κουσούρια μας πλάθουν δεξιότητες βλέμματος και θέασης του παρδαλού κόσμου που εξάπτει κάθε κλιμακούμενη αντιμαχία μέσα μας.

Μιλάμε με ευκολία για καταστροφές, εγκωμιάζουμε τους γαμήλιους δεσμούς της οντολογίας με τη μεταφυσική, λαχταρούμε την κάβλα για να μπορέσουμε να ψηλαφίσουμε όλες τις μεθυστικές εκδοχές του βίου μας.

Απέναντι στον ξέφρενο χορό ενός σύμπαντος, του οποίου η βιαιότητα εκπορεύεται απ’ την απειλητική του αδράνεια, ξεσπά αυτή η ακατάσχετη ροή προς το έτερον ήμισυ.

Τρυπώνουμε στις σχισμές του άλλου, γλείφουμε σαν τα σκυλιά το σώμα που μας δίνεται, επιστρέφοντας στη μήτρα της αθωότητας.

Ξέρουμε πια, πως, κατοικούμε ένα περιθωριακό αστεράκι στην άκρη του Γαλαξία.

Ζούμε την εξαΰλωση του μαθηματικού σύμπαντος, το θρίαμβο και την πτώση της οικονομίας, την ανταρσία της βιολογίας, τα αδιέξοδα της ανθρωπολογίας, την αποβλάκωση της φιλοσοφίας μες στις ακαδημίες.

Ζούμε τη μελαγχολία ενός κόσμου γύρω μας που βουτά νυχθημερόν το πνεύμα του σε πράξεις απεγνωσμένης υστεροφημίας.

Ζούμε τα άτεγκτα πολιτικά μορφώματα της νέας δουλείας. Μα εδώ σε μας φτάνει και ο σκόρπιος σπερματόσπορος αυτής της γης.

Οι ανάσες των εραστών που κατατρώγουν τις πλαστικές αυταπάτες ευτυχίας.

Εδώ φτάνουν οι αχτίδες ενός ήλιου ειλικρίνειας και διαύγειας.

Εδώ φτάνουν τα ζεματιστά κορμάκια, μακριά απ’ την εκπαίδευση και την υποκρισία που χαλιναγωγούν τις επιθυμίες και τα νεύματά μας.

Μακριά απ’ τις ουράνιες τοξίνες και τους θεούς. Μακριά απ’ τους λυγερόκορμους στρατηγούς και τους τραμπούκους που η πονεμένη ανθρωπότητα διόρισε υπαλλήλους στο βρακί της.

Τι είναι ποιητής;

scan 43_6985675

Εν αρχή είναι η ματαιοδοξία, που συμπορεύεται πολλές φορές με τον πόνο και την απελπισία.

Αυτό το γηραλέο δίδυμο ερανίζεται από τους σπόρους των διαδοχικών μας αποτυχιών. Από την αμαρτύρητη εμπειρία που κυριαρχεί ως μοναδικό λίκνο της ολότητας, τα ανθρωπάκια που είμαστε ξεπέφτουμε στις κολοβωμένες μνήμες.

Φτιάχνουμε έναν ψευδέστατο μύθο για να κρύψουμε μέσα του τα τραγελαφικά μας αδιέξοδα.

Με σχεδόν μανιακή εμμονή τοποθετούμε τον εαυτούλη μας στο κέντρο του σύμπαντος. Τον φωτογραφίζουμε νομίζοντας πως έτσι δεν πρόκειται να εκμηδενιστεί. Τον διαστρεβλώνουμε για να χωρά στις διατυπώσεις των άλλων. Τoν περιχαρακώνουμε για να αρέσει.

Μέσα στο δαιμονικό σύμπαν ειδών εν εξελίξει, εν ατελεία και αλληλοσπαραγμώ, υπονομεύουμε αυτό που είμαστε με χειμαρρώδη ευκολία, ζητάμε επαίνους, αφήνοντας την καρδιά να αποκοιμηθεί απ’ τη μέθη της ματαιοδοξίας.

Όπως οι επικήδειες πομπές ενδιαφέρουν περισσότερο τη ματαιοδοξία των ζωντανών παρά τη μνήμη των πεθαμένων, έτσι τα έργα μας συνιστούν μια θαμπή κόκκινη γραμμή απελπισίας.

Τι είναι ποιητής; Ξεχασμένη γυναίκα, πεινασμένα παιδιά και ματαιοδοξία.

Εικονογραφία ζεύγους εν ηδονή

topor-souffle

Καταναλώνουμε σαν ξόανα αυτή τη γραφή της καταχνιάς των σοφών πάνω στους αιώνες και τιναζόμαστε αλαφιασμένοι μες στον ύπνο μας, έχοντας την αίσθηση του ροκανίσματος του ανθρώπου μες στο ίδιο μας το στόμα.

Συναντιόμαστε στο αρχέγονο δάσος της καταβρόχθισης. Εξολόθρευση αντί για απόλαυση. Πόλεμος αντί για έρωτα. Ελεύθερη πτώση και αυτοκτονικές τάσεις αντί για κωλοτούμπες και παιχνίδι.

Ακολουθώντας τα χνάρια της ανθρώπινης ματαιοδοξίας θα βρούμε μέσα στην τυπική θεατρική ατμόσφαιρα της συμβίωσης ανθρώπους που για το συμφέρον τους ακολουθούν τους ίδιους νόμους και φορούν με πάσα ειλικρίνεια τη μάσκα τους.

Η ζωή που κυλά ανάμεσα στο ζεστό ψιθύρισμα των ηδονών και στο άρρωστο κενό της συγκομιδής των θανάτων γύρω μας, διαθέτει πάντα ένα γερό χαρτί για να διαιωνίσει το τετραπέρατο ανθρώπινο ον.

Αυτό το πλάσμα που μπορεί και σκέφτεται άρα και να επαναστατεί. Που μπορεί να γίνει ποιητής, δηλαδή τρελός χωρίς το ζουρλομανδύα του.

Υπάρχει πάντα μια εποχή που ένας καλόγερος ξυρίζεται. Δε διαρκεί όμως για πολύ. Σε λίγο επιστρέφει στη γενειάδα του. Όλοι οι σοφοί κάποια στιγμή επιστρέφουν στη γενειάδα τους.

Γι’ αυτό υπάρχει το ποίημα. Γι’ αυτό υπάρχει ο εραστής και με μια κραυγή μέσα στους αιώνες επιβεβαιώνει τον αντιφατικό του βηματισμό.

Βροντοφωνάζει πως: Αυτό το ποίημα κι αυτός ο έρωτας είναι μονάχα μια πρόφαση. Με σώζει απ’ το θάνατο. Εδώ υπάρχω εγώ!

Εδώ είναι το βασίλειο της ελευθερίας μου. Εδώ βιώνω την εμπειρία της ηδονής που όποιος την καταναλώνει με μέτρο και νόμους δεν την φτάνει ως τα κατάβαθα του εαυτού.

Εκεί όπου η μηδαμινή στιγμή νικά την αιωνιότητα του θανάτου κι εκεί που ο σοφός είναι σοφός γιατί ανοηταίνει όταν το απαιτούν οι περιστάσεις.

Γίνεται έφηβος και νεολαίος και μαλάζει ερωτικά με τη χούφτα του την ψωλή του και το ροδαλό αιδοίο, γνωρίζοντας τα πάντα για μια στιγμή, μέσα στους αστρικούς βάλτους που αιμορραγεί ακόμα και η πιο αλαφροΐσκιωτη παρθενιά.

Tattoo

salvador-dali-tattoo

Τα σύντομα πάθη μας είναι πάθη γηροκομείου. Όμως τα πάθη της μέθης, το να τρως δηλαδή, λυσσωδώς, τα νύχια σου μέχρι το κόκκαλο και να σκορπίζεις το σώμα σου στην εξαγνιστική γενετήσια ανάγκη των πάντων είναι πάθη άλλων υπάρξεων που είναι πιο κοντά στο λιασμένο ένστιχτο και όχι σε κάποιο προθανάτιο Νενικήκαμεν.

Σ’ ένα παραμύθι για το Βούδα, ένας νεαρός πρίγκιπας ταξιδεύει μέσα στο δάσος. Μια άσχημη ξηρασία είχε στερέψει τις πηγές και οι όχθες δεν ήταν τίποτε άλλο παρά άμμος και πέτρες και φύλλα αποτεφρωμένα απ’ το σάτυρο ήλιο και την αναβροχιά.

Εκεί στη μέση της ερημιάς, ο πρίγκιπας βλέπει κοντά του σε μια απόμερη συστάδα μια πεινασμένη τίγρη να αργοπεθαίνει περιτριγυρισμένη απ’ τα μικρά της.

Η τίγρη τον βλέπει και τα μάτια της λάμπουν με τη φοβερή επιθυμία να ορμήσει πάνω του σχίζοντας τη σάρκα του στο μέρος της καρδιάς, ταΐζοντας μ’ αυτή τα μικρά της που δεν μπορεί πια να θηλάσει και τα οποία όπως κι εκείνη, θα πέθαιναν της πείνας.

Όμως είναι αδύναμη και κοκαλιάρα, ανίκανη να σηκωθεί και να του ορμήσει. Ξαπλωμένη, αξιολύπητη στη μητρική της απελπισία και στην επιθυμία της για ζωή.

Τότε ο νεαρός πρίγκιπας, με ατάραχη συμπόνια, βγαίνει απ’ το δρόμο του και πλησιάζει την τίγρη, που δεν μπορούσε να τον φτάσει και της δίνεται σαν τροφή.

Χιμά εκεί στα κοφτερά ακόμα δόντια για να ξεσχίσει τις σάρκες απ’ τα κόκκαλα, με μιαν απόκοσμη δόνηση που μοιάζει με ολοκληρωτική αποσάθρωση των αρμών της ανθρώπινης δέσης.

Ο νεαρός πρίγκιπας θα ομοιωθεί με το κρώξιμο ενός κοράκου, ο ίδιος ένα πάθος που ολοφύρεται στους αδένες μιας φύσης που αναρριχάται πάνω της η τίγρη.

Ο νεαρός πρίγκιπας ως παντεπόπτης οφθαλμός, έτοιμος να καταβροχθιστεί για να θρέψει το ανυπόταχτο κωδωνοστάσιο μιας άγριας μητέρας φύσης.

Η νεότητα και το πάθος για ζωή που θα αναστήσει τα αυριανά τέρατα.

Μακριά απ’ τα σύντομα πλαστικά μας πάθη ο νεαρός πρίγκιπας δίνεται στο ένα και μοναδικό του πάθος. Στη ζωή, που θα τον κατασπαράξει, αυτή την άγρια τίγρη που θα της χαριστεί ως μανιακός εραστής μέχρι να γίνει αφρός και ξύγκι στα σπλάχνα της.

Εξηγώντας στην κόρη μου γιατί οι άνθρωποι γαμάνε καρπούζια

karpoyzogamia

[Ο καλλιτέχνης Τότσικας επί το έργον] 

Οι άνθρωποι, εμείς, κατασκευάζουμε νυχθημερόν δράματα και ιστορίες γεμάτες θυμό, αμηχανία, ευθυμία, σπέρμα, αίμα και λοιπά.

Απ’ τους αρχαίους δασκάλους των κοινωνιών, που τις ξεσκάτιζαν καραβιές δούλων, μέχρι σήμερα έχει χυθεί πολλών κουβάδων νερό στον ιδιωτικό μύλο της συναισθηματικής ανάγνωσης.

Η κριτική της πίστης στο υποτιθέμενα αμετάβλητο αυτό σύστημα, που απ’ τους νόμους και τα συντάγματά του υπέρ του ανθρώπου, ξεπηδά πολύ εύκολα στους νόμους και στα συντάγματα της ζούγκλας, καθίσταται πολλές φορές ανήθικη, ανάρμοστη, κακόβουλη, περιττή και αγενής.

Η αγορασμένη διανόηση απ’ το κράτος και τους θεσμούς, οι νάρκισσοι κωλογλείφτες της εξουσίας, που φωτογραφίζονται και συνεντευξιάζονται ακόπως με τις αριστερές τους ευαισθησίες, που στην πραγματικότητα είναι υποκριτικός κωλοπαιδισμός, μας στήνουν στον τοίχο καθημερινά.

Μα δεν μπορείς ποτέ να σκοτώσεις την αλήθεια και την καύλα.

Οι βαρόνοι της πνευματικής κοκαΐνης που βαυκαλίζονται με πνευματικές μαλακιούλες ξέρουν πως στο τέλος το εμπόριο θα τους πλακώσει.

Ξέρουν πως η αλαζονεία τους είναι ιδεολογική τύφλωση και ηθική δειλία.

Ξέρουν πως τα δικά μας καυλιάρικα ποιήματα ούτε μπορούν να τα ζήσουν ούτε μπορούν να τα γράψουν. Γι’ αυτό τα κυνηγάνε και τα σβήνουν, νομίζοντας πως θα τα εξαφανίσουν, μα οι σπόροι της διάθεσης για έρωτα και επανάσταση είναι οι σπόροι της ζωής που ξεφυτρώνουν ακόμα και στη πιο σκληρή άσφαλτο.

Η αληθινή λογοτεχνική ερωτογραφία είναι η επαναστατική λογοτεχνία. Αυτή που χωρίς καμιά αμφιβολία θα σου δημιουργήσει μια σωματική εντύπωση κι αυτή που θα σου προκαλέσει μια συγκίνηση σωματικής τάξης.

Γιατί είναι προφανές πως όταν συμμετέχουμε σωματικά σε μια ανάγνωση δεν συμμετέχουμε αφηρημένα με την άκρη του μυαλού, αλλά επιδρούμε ευχάριστα ή δυσάρεστα, προκαλώντας ανεπαίσθητες διεγέρσεις, ενεργοποιώντας τις πιο βίαιες αλλά και τις πιο θετικές αισθήσεις που είναι και οι πιο ενδιαφέρουσες.

Η σκλαβιά και η απόλυτη υποδούλωση της σημερινής κακομοιριάς έχει έναν και μόνο εχθρό. Τον ερωτισμό.

Η σύγχρονη επαναστατική λογοτεχνία καταδεικνύει τις δυο όψεις μιας συνωμοσίας που έχει να κάνει με το βλαβερό. Γιατί είναι απολύτως υγιές, μιλώντας σε σωματικό επίπεδο, να αφήνεσαι στην ερωτική γλύκα του χαρμόσυνου μυστηρίου της ηδονής απ’ το να παθαίνεις κύρωση του ήπατος πίνοντας αλκοόλ.

Πολλοί μαλάκες ποτίζουν τα σπλάχνα τους οινόπνευμα και αυτοπυρπολούνται παίζοντάς το καταραμένοι. Μα το αλκοόλ είναι η νόμιμη κατεστημένη πρέζα. Το κατεστημένο σε σκοτώνει αργά, νόμιμα και παστρικά.

Πολλά καφενεία, ουζερί και μπαρ είναι γεμάτα με ηλίθιους αλκοολικούς που νομίζουν πως είναι και αντισυστημικοί. Οι ιστορίες τους είναι η λογοτεχνία του ξερατού και της κακομοιριάς.

Αν μπορούσαμε να έχουμε τον έρωτα-που μας τον στερούν, το κράτος και η εκκλησία, οι πιο σκληροί μηχανισμοί από καταβολής οργασμού-τόσο εύκολα όσο ένα ποτήρι βιομηχανική μπύρα ή ένα πακέτο Marlboro, κι αν είχαμε τη δυνατότητα, όπως συμβαίνει με το αλκοόλ και το τσιγάρο, να τον απολαύσουμε καταμεσής μιας πλατείας χωρίς να είμαστε αναγκασμένοι να τον κλείσουμε σε μια ρυπαρή κάμαρα, ο αλκοολισμός και η τοξικομανία θα εξαφανίζονταν τάχιστα.

Οι περισσότεροι άνθρωποι διαβάζουν κακή λογοτεχνία και πίνουν τόνους αλκοόλ και καπνίζουν ολόκληρη τη χημική βιομηχανία επειδή δεν γαμάνε.

Κανένα πλάσμα του σύμπαντος δεν έχει καταδικαστεί στα δεσμά της μονογαμίας και της αγαμίας και της κακογαμίας όσο ο άνθρωπος, επειδή έκανε συμβόλαιο με το θεό και το κράτος και την υποκριτική κοινωνία που κρύβει τις πουτανιές της κάτω απ’ το χαλάκι του νοικοκυριού.

Να ακούτε λοιπόν παιδιά μου, πάντα, την ιερή ευχή που ξεπηδάει απ’ τα ερωτικά ποιήματα. Άντε Γαμηθείτε.

Σημείωμα περί ελευθερίας Ή Όταν οι αστοί παίζουν το πουλί του Αδόλφου

elefteri

Η ελευθερία, όπως και το σπέρμα, ανήκει στο παρόν και όχι στο παρελθόν και το ένδοξο μέλλον.

Λέμε όχι σε μια ελευθερία παγωμένη, στεγνωμένη πάνω σ’ ένα σεντόνι. Λέμε όχι στις σημαίες που θυμίζουν το ρυπαρό μας παρελθόν.

Στα όρια της ευπρεπούς συλλογικής ανοχής ελευθερία σημαίνει συμβιβασμός με τη φτώχεια και τον υπέρμετρο πλούτο, την αλαζονεία, τη μνησικακία, τη μισαλλοδοξία και τον αναρχοφασισμό που επιβάλει η κατασκευασμένη ημιμάθεια του μέσου όρου.

Κάθε μέρα ο ουρανός ξεδιπλώνει το άλλοτε κόκκινο και άλλοτε μαύρο παραπέτασμά του, που δεν το λεκιάζει καμιά ανθρώπινη ελπίδα. Άρα, η ελευθερία, πιστή στον προορισμό της θα ξεγυμνώσει την αλήθεια και θα την μεταχειριστεί όπως αρμόζει σε μια γυμνή γυναίκα, ολοπρόθυμη και συναινούσα.

Η ελευθερία έχει νόημα όταν μας επαναφέρει στην ισορροπία, στον μυθικό μας ομφαλό, στη λογαριθμική σπείρα ή στο ισογώνιο του Jacob Bernoulli, εικόνα της αιωνιότητας των κόσμων, και ως εκ τούτου στο αίσθημα της αιθέριας ερωτικής συναναστροφής.

Ναι, οι αληθινοί προπαγανδιστές της ελευθερίας και της καύλας, οι αληθινοί απόστολοι της μελλοντικής επανάστασης είναι βεβαίως οι λεγόμενοι ελευθεριάζοντες συγγραφείς.

Μακριά από την κατασκευασμένη λαγνεία του πολέμου και των συγκρούσεων και μακριά απ’ τη μικροαστική μιζέρια που κατάντησε τον κομμουνισμό ένα είδος εθνικιστικού κομφορμισμού ανοίγει ο δρόμος για την αληθινή επανάσταση του παρόντος.

Εκεί που δεν έχει εργοδότες και δούλους και καραβιές δυστυχίας και πατικωμένους ανθρώπους για τα λεφτά του Νιάρχου και του Ωνάση. Για τα ευαγή ιδρύματα πολιτισμού και τα χρυσωμένα κωλοδάχτυλα των αστών και των παρατρεχάμενών τους.

Εκεί όπου ο έρωτας δεν είναι το ξεκόλιασμα κι ο βιασμός μιας παιδούλας από ένα γέρο με λεφτά που πρέπει να του φιλήσει το στόμα με τα χαλασμένα δόντια και να του σαλιώσει τη μαραμένη μπάμια.

Εκεί όπου η λαγνεία δεν είναι ο ανταγωνισμός και η τρέλα της καθημερινότητας που φέρνει υπεραξία στο νταβατζή, αφήνοντάς τον ανενόχλητο να μασουλά έμβρυα σαν να είναι φρέσκες σαρδέλες.

ΒίΟΙ ΑΓΡίΩΝ

bioiagrion

[απόσπασμα]

Ο θεός έφτιαξε τον κόσμο ή ο κόσμος το θεό; Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Η ενοχή κρατάει όσο κι η τύψη ή λίγο πιο πολύ ή πολύ πιο λίγο; Η κότα έκανε τ’ αυγό ή το αυγό την κότα;

Πολλές φορές λυπάμαι μόνος μου και πολλές φορές λυπάμαι με παρέα και με άλλους. Μα πάντα απευθύνω ερωτήματα εις εαυτόν και τα χείλη μου τρεμοπαίζουν όταν ψιθυρίζω αλήθειες που βγαίνουν απ’ τα έγκατα κι απ’ το στέρνο μου, μα πάντα κάθε φορά επιχειρώ μια προσευχή προσωπική που την απευθύνω στον Ένα.

Ο Ένας είμαι Εγώ. Κι ο ένας Εγώ ξέρω πως δεν θα μάθω την πλήρη λογική του σύμπαντος ποτέ, μα θέλω κάποτε να πεθάνω τελείως, όπως επιθυμεί το Σύμπαν που με περιέχει και θέλω να πεθάνω δίπλα στο Σώμα μου. Δίπλα στο κορμί μου.

Το κορμί και το Σώμα που είναι πολλά κορμιά και Σώματα, πολλές ορμές γενετήσιες, πολλές πατρίδες και πολλά εγκλήματα.

Μέσα στο ενεργειακό πεδίο των νεκρών, εκεί που κάθε συζήτηση για καλό φαγητό και ηθικά πρότυπα είναι μια φάρσα και μέσα εκεί που ο πλεονασμός είναι σελίδες της Βίβλου λεπτές σαν περίβλημα κρεμμυδιού, πασαλειμμένες κοπριά και μαύρο αίμα. Μέσα εκεί ακόμα όλο ερωτήματα. Γεμάτος. Ξεχειλισμένος.

Γιατί η λησμονιά είναι συγχώρεση; Γιατί ο κόσμος γερνά σαν φοβισμένο σκυλί; Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Μου αρέσει ν’ ακούω το ξεφύσημα της ανάσας μου, γιατί ξέρω ότι ενοχλεί τους διπλανούς μου.

Μ’ αρέσει να απελευθερώνω το πνεύμα μου και τις πνοές μου, γιατί ξέρω πως ενοχλεί αυτά τα θλιβερά μαθητούδια της ζωής που περιφέρονται γύρω μου, με τις έγνοιες και τις σκοτούρες από λεφτά και χαρτονομίσματα και κέρματα.

Μ’ αρέσει ν’ αφήνω ελεύθερες απ’ το κεφάλι μου σκέψεις και ιδέες και εικόνες και κάβλες και δεκάρικους κυλιόμενους λόγους στον καθημερινό Άδη και στη ρουτίνα των άλλων που κρύβει μέσα της πολύ σκοτάδι και πολύ σεξ.

Μ’ αρέσει απ’ τη σκυθρωπή καρδιά μου να ξεπετάγεται μια ψωλή. Ένας πούτσος ωραίος σαν Έλληνας. Ένας που δεν έχει να δώσει λόγο σε κανένα αλλά έχει λόγο να πει. Ένας Εγώ σαν εμένα. Ένας που φυσάει μέσα στις χούφτες του.

Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Μου αρέσει ν’ ακούω τους δαίμονες της ανάσας μου, τα φοβισμένα ανθρωπάκια που τόσο πολύ τρομοκρατεί ο Τρισμέγιστος Υπηρεσίας. Ο δάσκαλος, ο παπάς, ο κατηχητής, ο διαφωτιστής, ο Σας Γαμώ Όλους Δίχως Σάλιο.

Κοιτάζω με βλέμμα απλανές το γραφείο μου, τα χαρτιά, το πουκάμισο του φιδιού, τις πέτρες, τα δόντια, τα δάχτυλα. Βαριέμαι. Ο κόσμος είναι βαρετός. Ο κόσμος κάνει επανάληψη. Μαθαίνει το ρόλο του. Μαθαίνει τους ρόλους του. Κάνει πρόβα τα λόγια του μπαμπά και της μαμάς. Τα λόγια του δικαστή και τα λόγια του αυτοκράτορα. Το λόγο του θεού και το λόγο του διαβόλου.

Βαριέμαι. Τα μικρά παιδιά βουλιάζουν στην πλήξη και τα μεγάλα παιδιά βουλιάζουν στην πλήξη.

Αρχίζω πάλι τα ερωτήματα. Το στόμα μου βγάζει φωτιές. Τα μάγουλά μου καίνε. Τα μάτια μου είναι φλογισμένα κι εγώ καλπάζω σαν τρελός.

Το σύμπαν είναι δικό μου. Όλα όσα διδάχτηκα τα ξεχνώ στη στιγμή. Τα ερωτήματά μου είναι τρελά, μανιασμένα. Το τρέξιμό μου είναι τρελό, μανιασμένο. Είμαι λαχανιασμένος. Τα βλέφαρά μου, τ’ αυτιά μου, τα ρουθούνια μου βγάζουν αίμα. Πεινάω για απαντήσεις.

Δεν έχω τίποτε να φάω και δαγκώνω τη γλώσσα μου. Το αίμα μου αχνίζει πάνω στα χείλη.

Αφροδίσιες κλίνες

afrodisies

Είμεθα άνθρωποι και διανοητές που μας ενδιαφέρει το εθνικό συμφέρον. Όσο θα υπάρχει το γένος των ανθρώπων, ατάραχοι και αιώνιοι θα προπαγανδίσουμε το αρχαίο ρητό που λέει: Γαμάτε γιατί χανόμαστε.

Οι δρόμοι είναι δύο. Ο δρόμος της μαλακίας και της εργένικης κακομοιριάς από τη μια και ο δρόμος της ερωτικής μέθης και της δημόσιας εξουσίας τού σεξ απ’ την άλλη.

Όσο νωρίτερα το καταλάβουμε τούτο τόσο θα ευτυχίσουμε ως έθνος. Διότι το έθνος είναι αποτέλεσμα ένδοξων γαμησιών και διότι στάλα-στάλα η κλεψύδρα του αιωνίου παρόντος μας γυρνά στο χώμα και στο πετρωμένο δάσος των παθών.

Διότι το αρχαιότερο έθνος είναι και το νεώτερο. Διότι για να μάθουμε τη γλώσσα του παραδείσου θα πρέπει να ξεριζώσουμε τη γλώσσα των πατέρων μας.

Και βεβαίως από εθνική άποψη η ερωτική λογοτεχνία και τα καυλιάρικα ποιήματα είναι ένας από τους πιο σπουδαίους παράγοντες καταπολέμησης της υπογεννητικότητας.

Ο πρίγκιπας των ποιητικών απολαύσεων και των σεξουαλικών γλυκαδιών, στα Κατορθώματα ενός νεαρού Δον Ζουάν, μας μιλά για τον φοβερό αυτό τύπο που, αφού έκανε παιδί με την νεαρά υπηρέτρια Ούρσουλα αλλά και με την αδερφή του Ελίζα, αλλά και με τη θεία του Μαργαρίτα, καταλήγει:

«Την ίδια μέρα έγινα νονός του μικρού Ροζέ της Ούρσουλας, της μικρής Λουίζας της Ελίζας και της μικρής Άννας της θείας μου, όλα παιδιά του ίδιου πατέρα και τα οποία δεν θα το μάθουν ποτέ. Ελπίζω να αποχτήσω και άλλα πολλά και, με αυτόν τον τρόπο να εκπληρώσω ένα πατριωτικό καθήκον, την αύξηση του πληθυσμού της χώρας μου».

Ο έρωτας στα χρόνια της μπριζόλας

erotaw

Όταν η γραφή μεταμορφώνεται σε λαλιά γίνεται το αντηχείο της ίδιας της αναπηρίας μας.

Υπό την επήρεια του συναισθήματος το γράψιμο μοιάζει με τη φωνή της ανάγκης για εξομολόγηση και γίνεται χνώτο της ακοίμητης ανάσας του σκοτωμένου εαυτού.

Γιατί, για να εξομολογηθείς πρέπει να κάνεις φόνο. Γιατί, μονάχα οι φονιάδες εξομολογούνται. Γιατί, ο αβάσταχτος πόνος ακούγεται παράφωνος όταν δεν αντηχεί στ’ αυτιά των πλασμάτων που μας περιβάλουν.

Η φωνή και η λαλιά και η κραυγή είναι βαθύτατα κυριαρχικές απίστευτες αισχρότητες, τυλιγμένες πολλές φορές στο ματωμένο ύφασμα της πιο βαθιάς αθωότητας.

Η εξομολογητική γραφή δεν είναι τέχνη, αλλά μπορεί να γίνει τέχνη όταν ξεφύγει απ’ την καταναγκαστική κλάψα.

Μπορεί να γίνει τέχνη όταν σκοτώσει το κατοπτρικό φάντασμα της εσωτερικότητάς μας, αφήνοντας ελεύθερες τις σκέψεις στην αμοιβαία γυμνότητα των κοινών μας πόθων.

Πρέπει εδώ το ένστιχτο να μπορεί να αγκυλώνει τη γλώσσα και να μπορεί να γίνεται βούρδουλας των εφησυχασμένων συνειδήσεων και των παραιτημένων σαρκίων.

Η βελούδινη βιαιότητα της γοητείας των λόγων μας είναι τόσο επαναστατική που επαναδιατυπώνει κάθε φορά τη διαλεκτική σχέση μεταξύ ύλης και σκέψης.

Γιατί πρέπει να καταλάβουμε κάποτε πως η γραφή δεν είναι γνώση, αλλά παρατήρηση του κόσμου μέσα από έναν ελεύθερο τρόπο ζωής. Κι αυτό δεν χωράει συναισθηματισμούς.

Οι συναισθηματισμοί γίνονται μανιέρα και υποχθόνιοι μετρικοί κανόνες της υπαρξιακής μας αγωνίας. Γίνονται θέατρο και υποκρισία απελπισμένων όντων που διακονούν τη σαβούρα τους στο εμπόριο.

Γίνονται συνεντεύξεις μαλακισμένων ανθρώπων που μαϊμουδίζουν τους καλούς τρόπους των αφεντικών τους. Γίνονται κακή κοπριά που μας μαγαρίζει.

Γι’ αυτό μια είναι η λύση. Ατέλειωτη αίσθηση ιλίγγου. Εκσπερμάτωση. Επιστροφή στη Φύση. Και Γαμήσι. Και κυρίως μην αφήσουμε πίσω μας ούτε μια λέξη τυραννική. Σημαίες, πατρίδες, αγίους και λοιπά σκατά και κόπρανα.

Περεστρόικα

Viksraitis_slider

Το ποίημα είναι ο συντομότερος δρόμος μεταξύ δυο ανθρώπων που θέλουν ο ένας να φτάσει στον άλλο.

Απ’ τη φαντασία στο βιωμένο γεγονός και στην πρώτη ύλη του ερωτικού βλέμματος, με τα όρια δυσδιάκριτα, αφού και η φαντασία είναι μια μορφή μνήμης γεμάτη βίο και βία, απ’ αυτή που μας καταχώνιασε η μαμά, ο μπαμπάς, η κακή εκπαίδευση κι ο μισός ντουνιάς που πέρασε δίπλα μας.

Αν μας λείπει κάτι σήμερα για να βρεθούμε με τον Άλλο, αυτό είναι το Αύριο. Όχι το Αύριο ως άσυλο υποχρεωτικό της ύπαρξής μας αλλά το Αύριο ως λιβάδι ή ως ορίζοντας χαράς.

Οι σοφοί Ινδιάνοι που τους κατέστρεψε η ιερά σύνοδος της εκκλησίας του κέρδους λέγαν πως όταν σκέφτεσαι το μέλλον να κοιτάς πίσω, όταν σκέφτεσαι το παρελθόν να κοιτάς μπροστά κι όταν σκέφτεσαι το παρόν να κοιτάς πάνω. Δηλαδή τον ουρανό.

Ο ουρανός είναι χαρά και ηλιόλουστη διάθεση. Ο ουρανός είναι η μια και μοναδική μας πατρίδα αφού δεν διαθέτει σύνορα φράχτες παλούκια και μισαλλόδοξες σκατούλες αντρών και γυναικών που ξύπνησε μέσα τους ο χίτης μπαμπάς και ο ταγματασφαλίτης θείος.

Ο ουρανός είναι αυτός που μας παρακινεί συνεχώς να μην ξεχάσουμε να χαρίσουμε τον εαυτό μας στους άλλους.

Ο ουρανός δεν ασχολείται με παρηκμασμένους λογοτέχνες που περιφέρουν τις νευρώσεις πολυτελείας στην αγορά.

Ο ουρανός δεν ασχολείται με αγορασμένους ανθρώπους που διακονούν το συστημικό μισανθρωπισμό.

Ο ουρανός δεν ασχολείται με τους εχθρούς του Εμπεδοκλή που έλεγε: Αυτόν το δρόμο βαδίζω κι εγώ τώρα, φυγάς, θεόθεν και αλήτης, στη μανιασμένη διαμάχη υπακούοντας.

Μάσκα ομορφιάς

maska

Η τάξη έχει καταρρεύσει προ πολλού. Αλλά αυτή η τάξη ήταν μηχανισμός τρόμου και πόνος.

Ήταν κόσμος κομμένος και ραμμένος πάνω στον άξονα μιας ισχυρής αρχής που μπορούσε να μεταμορφώνεται από πηχτή σκιά σε κεραυνό στην κορυφή του στερεώματος.

Μα η τάξη αυτή γέννησε και το κατοπινό χάος, όπου η γραφή ως όχημα ιδεών πήρε τη θέση πυροβόλου όπλου. Κι όσοι πιο πολλοί σπουδάζουν τη μηχανική των ιδεών τόσο πιο πολύ πολλαπλασιάζονται τα όπλα.

Ο καθένας έχει την πολυτέλεια να πυροβολεί απ’ το παράθυρό του μέσα στην εξασφαλισμένη του ιδιωτικότητα απ’ την αστυνομία, το κράτος, την εκκλησία, τους θεσμούς.

Η εφεύρεση της μονάδας μέσα στον κατανυκτικό σαδισμό του ανταγωνισμού έλυσε το πρόβλημα στους διαχειριστές του χάους.

Έχουμε ακόμα το κουράγιο να ισχυριζόμαστε ότι με το να αποδεχτούμε άφοβα τις καύλες μας, κάνοντάς τες αφετηρία και αρχή κάθε λόγου, δίνουμε στη ζωή το σταθερότερο θεμέλιο που θα μπορούσε ποτέ να ελπίζει ότι θα έχει.

Είμαστε μονάδες, και με όρους απόλαυσης αλλά και με όρους εκμετάλλευσης.

Βρισκόμαστε στην κόψη της αντίφασης μεταξύ απόλαυσης, δηλαδή πόνου χαράς, και μεταξύ κακοπάθειας, δηλαδή πόνου δυστυχίας. Τόσο που να λειτουργεί ετούτο το σωματικό ξυράφι ως φόβος που κατακρεουργεί το σύνολο της ανθρώπινης συνύπαρξης.

Τόσο που για λόγους εθελοτυφλίας και δειλίας κόβουμε τη μοναξιά μας σαν υπαρξιακό ξεροκόμματο, βουτηγμένο στα σεξουαλικά υγρά, και την πετάμε στους ανεκπλήρωτους έρωτες και στους φτωχούληδες του θεού των μικρών πραγμάτων.

Το εργοστάσιο των κουραδιών

to ergo

Πλάθουμε πολλές φορές στο μυαλό μας εικόνες για να σκοτώσουμε την κοσμική μας μοναξιά. Βλέπουμε στους βράχους πρόσωπα και στους ουρανούς θεούς, διαβόλους και αγγέλους.

Απ’ το παιχνίδι της παρατήρησης των πρωτόγονων ανθρώπων περάσαμε αισίως στις χατζάρες και στις σταυροφορίες και στις έξυπνες βόμβες των χριστιανών εναντίον των απίστων και των βαρβάρων.

Όταν ακούω την έκφραση ανοιχτή κοινωνία μου έρχεται να ξεριζώσω τις αρχιδότριχές μου.

Ένας συρφετός υπαλλήλων και μισθοφόρων της πιο άθλιας έκφρασης αυτού που ονομάζουμε δυτική κουλτούρα θρέφει το αυγό του φιδιού με τον πιο λεπτεπίλεπτο συγγραφικό οίστρο.

Όταν ξεσπαθώνεις εναντίον μιας θρησκείας, δηλαδή εναντίον μιας οργανωμένης μεταφυσικής μαλακίας, χωρίς να φανερώνεις τα αίτια που τη γεννούν και την αναπαράγουν τότε ξεσπαθώνεις εναντίον αθώων ανθρώπων, θυμάτων του ιερατείου και της στοχευμένα κακής εκπαίδευσης.

Όταν σε τρώει το μουνί σου ή ο πούτσος σου για το Ισλάμ και δε σε τρώει για το σαρκοβόρο Άγιο καπιταλισμό μέσα στον οποίο ενσωματώνεσαι καθημερινά με τον πιο χυδαίο τρόπο, τότε είσαι αμερικανοτσολιαδάκι με γαλλική κιλότα και οξυζενέ μαλλί.

Μα όλος αυτός ο βρωμερός αναρχισμός του μικροαστού που εκφράζεται συστηματικά από την αμερικάνικη πρεσβεία και τα έντυπά της κουμπώνει πάνω στη νεοελληνική φαρσοκωμωδία.

Ακαδημαϊκοί σαλτιμπάγκοι που πατρονάρονται ως σοφοί στον τηλεοπτικό αχταρμά-με τον καλύτερο απ’ αυτούς να έχει γαμήσει τη μάνα του-, συγγραφείς και δημοσιογράφοι και κωλογλύφτες της εξουσίας, μικροεπιτήδειοι εκδότες που φαντασιώνονται πως είναι απόγονα τέκνα του Προυντόν και του Μπακούνιν, βαρόνοι της ποιητικής κλάψας και της απατεωνιάς περιφέρουν τις καλλιτεχνικές αιμορροΐδες τους στα καθίσματα της πλατειάς Εξαρχείων πουλώντας επανάσταση για την καύλα τους. Για το στομάχι και το χοντρό τους κώλο.

Ντίλερ της λεγόμενης ανοιχτής κοινωνίας που τη νοιάζει μόνο η κωλοτρυπίδα της, τυλίγοντας μέσα της τις λίγες κοκκαλιάρικες «αιώνιες αλήθειες» που χρησιμεύουν μόνο για να μεγαλώνει η κατανάλωση των άχρηστων εμπορευμάτων της.

Φιλάνθρωποι, οικονομιστές, ανθρωπιστές, διορισμένοι νταβατζήδες που ασχολούνται με την καλυτέρεψη της κατάστασης των εργαζόμενων τάξεων, οργανωτές της αγαθοεργίας, μητροπολίτες και δημιουργικοί επιχειρηματίες, προστάτες των ζώων, ιδρυτές συλλόγων υπέρ της μετριοπάθειας και παρδαλοί ψευτομεταρρυθμιστές σέρνονται σαν κουτάβια στην αυλή του μεγάλου Ποσάδα.

Άλλοι περιμένουν το βραβείο τους απ’ την ακαδημία Αθηνών, άλλοι περιμένουν να τρυπώσουν σε επιτροπή σοφών και άλλοι να τα πιάσουν χοντρά για να αγοράσουν εξοχικό στο Αιγαίο. Να κοιτάνε τη θάλασσα και να γράφουν λίβελους για το γαμημένο Ισλάμ, ξέροντας πως η ανοιχτή τους κοινωνία είναι η κρεατομηχανή της εργατικής δύναμης όλων μας.

Απεριτίφ

gkros

Σμήνη γονέων πέφτουν πάνω στα παιδιά τους να τα πνίξουν. Η αιτία παραμένει άγνωστη. Κανείς δεν λογαριάζει κανέναν. Βρέχει κατσαρίδες και αστραπές. Βρισκόμαστε στο τελευταίο στάδιο εμμηνόπαυσης του καπιταλιστικού ρεαλισμού. Ο Γκρος σχεδιάζει τον καπιταλιστή σαν ένα άσχημο και χοντρό εγκληματία. Μα ο καπιταλιστής μπορεί να είναι όμορφος, ένας καθωσπρέπει οικογενειάρχης με όμορφες κόρες. Ο Αρντς απεικονίζει τη θέση του καπιταλιστή μέσα στο σύστημα παραγωγής, γι’ αυτό δεν τον κάνει τόσο άσχημο όσο τον κάνει ο Γκρος. Στις κοινωνίες των μικροαστών στις οποίες ξέπεσε η τέχνη η συνειρμική αφήγηση διακόπτετε από διαφημίσεις ή αναγγελίες θανάτου ή πρόσκληση για σκληρό σεξ. Και στο βάθος ο νεκρός ποιητής παρακολουθεί το νεκροστόλισμά του.

1+1=1

ena

στο Γερμανό καλλιτέχνη Pierre Schmidt

Ότι γράφουμε το έχουμε πληρώσει ακριβά. Κανείς από μας δεν αποτελεί θρύψαλο μιας γενικευμένης ψευδαίσθησης. Κάθε πράξη μας σημαίνει πως είμαστε παρόν και πως παραδιδόμαστε στον άλλον μέσω της ελευθερίας που διαλέγει τον έρωτα του παντός κι όχι το φετιχισμό του.

Πίσω απ’ όλα τα κατορθώματά μας κρύβεται η αγωνία πως θα συναντηθούμε με τον άλλο.

Στον τόπο που δουλεύει ο αλγεβρικός λογισμός της καρδιάς που έχει αίμα και πολύπλοκους δακτυλίους και δαιδαλώδεις απολήξεις στα ερωτικά μας όργανα. Το μάτι, το αυτί, τα ρουθούνι, το στόμα.

Υπάρχει μια σκηνή στη νοσταλγία του Ταρκόφσκι όπου ο ποιητής πηγαίνει στο σπίτι ενός τρελού. Ο τρελός, που είναι κι αυτός ποιητής πριν και μετά τον ποιητή, γράφει σ’ έναν τοίχο του σπιτιού του: 1+1=1.

Ο ποιητής ζητά εξηγήσεις. Τι σημαίνει αυτή η παλαβομάρα. Και τότε ο τρελός παίρνει το χέρι του ποιητή και του ανοίγει την παλάμη για να στάξει μέσα της μια σταγόνα από ένα μπουκάλι, κι ύστερα άλλη μια που ενώνονται με την προηγούμενη και γίνονται ένα.

Αυτό το ένα που δεν είναι αναλλοίωτο, αφού με τη σειρά του κι αυτό θα προστεθεί στο ένα για να μας κάνει πάλι ένα.

Τα μαθηματικά του θανάτου είναι προσθαφαιρέσεις λογιστών ενώ τα μαθηματικά της ζωής είναι ποίηση δια βίου.

Είμαστε η φωνή των πραγμάτων, κι ότι μας μαγεύει έχει τις ρίζες του στις καρδιές μας.

Γράφουμε χρησιμοποιώντας ένα όπλο που μας δόθηκε όχι για να σκοτώνουμε ανθρώπους αλλά για να τους φέρουμε κοντά μας. Να τους αναστήσουμε με όλο το λυρικό φονταμενταλισμό της κάβλας μας και της ανησυχίας μας, μετρώντας το ακριβές βάρος του σύμπαντος με λέξεις.

DOCOUMENTA

docy.jpg

Τα πάθη του ανθρώπου μες στην ορμητικότητά τους δικαιώνουν ενίοτε το έγκλημα. Ο καλός και ο κακός ψηλαφούν την ένταση της φήμης τους με ανάλογες πράξεις.

Κάποιος μπορεί να περάσει ένα σύρμα απ’ το ρουθούνι σου για να σου τρυπήσει την καρδιά. Μια μαζορέτα μπορεί να σε δηλητηριάσει με τη σπαραχτική της θηλυκότητα κι ένας ψεύτης να θυμώσει τόσο τις λέξεις που ν’ αρχίσουν να κόβουν λαρύγγια.

Η Ευρώπη χαμογελά όπως όλοι οι διεστραμμένοι. Έχει διαψευσθεί. Δεν είναι το παν να είσαι ελεύθερος στη ζωή. Η ελευθερία είναι η μέγγενη του πλούτου που διαθέτεις. Και η ελευθερία που κατακτούν οι φτωχοί είναι αναπηρία και δουλοπρέπεια.

Για άλλους είναι η φήμη, ο έρωτας, η ανεξαρτησία, μα η ορμή όλων αυτών όταν ξεπερνά το σκοπό, μ’ ένα έντονο και ζηλότυπο πάθος φτάνει αρκετά γρήγορα στο σημείο να καταφρονεί την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Κι όταν όλα συντρίβονται μένει πίσω η τρέλα ως καλλιτεχνική πράξη. Εκεί που οι άθεοι και οι ακόλαστοι ζευγαρώνουν με τα λεφτά. Και το πάθος γίνεται προγραμματισμένο καθήκον και η κάβλα γίνεται γιρλάντα από σκουληκιασμένο πρωκτό. Εκεί που η δόξα δεν είναι παρά απόκομμα εφημερίδος και ύποπτες επιδοκιμασίες και ψήφοι του λαού που θα στραφούν εναντίον του.

Εκεί που η πιο άχαρη κενοδοξία διακοσμεί τους τοίχους των πλουσίων αδερφών με συκώτια ξεριζωμένα και δάχτυλα λιωμένα απ’ τις πιο πυρωμένες λαμαρίνες του θεού που κυβερνά τον κόσμο των ανθρώπων.

Του θεού που ως κερδώος Ερμής λεηλατεί τα κουφάρια κάθε βρέφους που προσπαθεί σαν επίμονο ρόδο να φυτρώσει στα χαλάσματα.

Του θεού που διδάσκει το δόλο και τον αυτοσαρκασμό όταν δεν πουλάει αγάπη και λιωμένες σοκολάτες στον απέραντο τρίτο κόσμο της φτώχειας που μοιάζει πλέον με φυσικό φαινόμενο.

Μα έρχεται κάποτε η ώρα που ο κατακτητής αισθάνεται νικημένος απ’ την κατάκτησή του. Και η ώρα που ο ερωτευμένος αποφεύγει την ερωμένη του και η ώρα που η ανέχεια γίνεται για το φιλάργυρο το ίδιο το σύμβολο του πλούτου.

Η απελευθέρωση της σκέψης έφτασε στην επιβράβευση της τερατωδίας.

Γερμανοί συνταξιούχοι περιμένουν το χάδι της μελαμψής κοπέλας απ’ το Κομπάνι την ώρα που θα τους αλλάζει τον καθετήρα. Γάλλοι στρουκτουραλιστές σφουγγαρίζουν την αίθουσα του εθνικιστικού βαλς των νοικοκυραίων και βέλγοι τραπεζίτες αγοράζουν οικόπεδα στη Βοϊδοκοιλιά.

Νύχτα του Μεσαίωνα και νύχτα της αναγέννησης και της τύψης. Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και νύχτα από κρέας και θύελλα. Νύχτα από ένδοξο παρελθόν και σφαγές. Νύχτα από πετσοκομμένες κλειτορίδες και ναζισμό.

Νύχτες από καρναβάλι και Χριστούγεννα. Νύχτες, μακριά, σε αφώτιστα κουζινάκια, εκεί όπου μισοπεθαμένες μανούλες σπάνε τις κόνιδες των μωρών με τα νύχια λίγο πριν τον τελευταίο βομβαρδισμό.

Αdagio

demon

Η λογική και ο ορθός λόγος αποτελούν μέρη της φύσης και ελέγχονται απ’ αυτή. Ο άνθρωπος για να γίνει ισχυρός πρέπει να ξαναβρεί τη χαρά. Και η χαρά βρίσκεται στην δικαιοδοσία των φτωχών ανθρώπων.

Όσοι από μας τους φτωχούς πιστέψουμε στη χαρά και στις νυφούλες που ανακατεύουν με τα δάχτυλα το ερωτικό στάρι θα κατακτήσουμε άνευ πολέμων και οιμωγής τη Βασιλεία των οργασμών.

Θα γίνουμε Άγιοι ισχυροί ποιητές και ποιήτριες που θα σέβονται το μουνί και τον πούτσο. Δηλαδή των άνθρωπο. Που οι θρήνοι μας δεν θα είναι μυξοκλαψιάρια στιχάκια αλλά πυρωμένες βελόνες στ’ αυτιά του άδειου μεταφυσικού κενού και της κάθε φιλελεύθερης πίπας που θέλει ανταγωνισμό και θεοκρατία.

Θα γίνουμε εραστές ποιητές και ποιήτριες, φτάνοντας στις λέξεις όπως η φύση φτάνει τους χυμούς της στα ξερά κλωνάρια.

Ασφαλώς ο φτωχός άνθρωπος υποφέρει, στην καρδιά του στο συκώτι του, στα κόκκαλά του, είναι λυπημένος και αλλόκοτος, μα είναι ανθάκι μέσα στα αιχμηρά αγκάθια και τους θανάτους.

Την μεγάλη καρδιά του φτωχού την καίει η γη του που καίγεται με λάμψη. Τα ηλεκτρισμένα της νερά, τα δέντρα και τα χορτάρια που μυρίζουν σαν πύρινες γλώσσες, οι δρόμοι, τα σπίτια, οι θερισμοί, τα σχήματα, όλα τα πρόσωπα τού ανθρώπου, αναστατωμένα, σκεβρωμένα, παραμορφωμένα με εξογκώματα σαν να εκφράζουν μια κάποια υπόγεια συναισθηματική πυρκαγιά.

Οι φτωχοί αυτού του πλανήτη θα πλουτίσουν αν απομυθοποιήσουν την επιτάχυνση του σάπιου κόσμου που τους θέλει φτωχούς και καταφρονεμένους.

Αν απομυθοποιηθεί η επιτάχυνση οι άνθρωποι σ’ ανατολή και δύση, σε βορά και νότο, θα επιβάλουν περιορισμούς στα εργαλεία τους, περιορισμούς που θα τα κάνουν όργανα απελευθέρωσης και χαράς.

Μια απελευθέρωση φτηνή για τους φτωχούς αλλά που θα κοστίσει ακριβά στους πλούσιους. Μια απελευθέρωση δαιμονική πάνω απ’ το σωρό με τα χαλασμένα ρολόγια και τα ερείπια και τους τσιμεντένιους τάφους της Συρίας.

 

Μαύρε Ντανταϊστικέ μηδενισμέ!

mabre

Τα τελευταία άξια τέκνα των ντανταϊστών τα συνεπαίρνουν οι πλάνες της τελετουργικής αντίληψης που έχουν για την ευτυχία οι αστοί.

Ξέρουν πως οι φυτοφαγικές εξάρσεις και οι φιλοτεχνίες της άρχουσας τάξης έχουν κάτι το σαρκαστικά ευαγγελικό.

Αυτή η αθωότητα και η καλοσύνη των γαντζωμένων στην εξουσία αρπαχτικών μας εξωθεί να ανακράξουμε: Σκατά.

Ο Τριστάν Τζαρά δηλώνει ως ειδικός και περιωπής σκατολόγος, στο Μανιφέστο του κ. Αντιπυρίν: «Το Νταντά παραμένει στο ευρωπαϊκό πλαίσιο των αδυναμιών, με άλλα λόγια των σκατών, αλλά που από δω και στο εξής θα τα λέμε αλλιώς: δηλαδή θα λέμε ότι χέζουμε μέσα στην ποικιλοχρωμία για να στολίσουμε τον ζωολογικό κήπο της τέχνης με όλες τις σημαίες των προξενείων».

Και ο Λεό Φερέ τού αποκρίνεται μισόν αιώνα αργότερα με το έργο του: Ποιητή, τα Χαρτιά σας: «Όσο ο Τζαρά καβαλικεύει τον μπιντέ/Στο πανδοχείο Νταντά το σκατό είναι λογοτεχνικό».

Όταν μεγαλώνει η κοιλιά των χορτάτων η έμπνευση των ντανταϊστών φορά τα πασουμάκια της και πάει να ρίξει ένα γερό λογοτεχνικό χέσιμο στην ακαδημία Αθηνών, στο Μέγαρο Μουσικής, στο Ίδρυμα Νιάρχου και στα γιουσουφάκια του, στη γλάστρα έξω απ’ το υπουργείο πολιτισμού και μέσα στο υπουργείο πολιτισμού, στη μαμά Πατρίδα, στις μπάμιες της αρχιεπισκοπής, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Τα άνθη του καυλού Ή Ανθοφορίας εγκώμιο

agr

Να σε ερμηνεύσω προσπαθώ
όπως να ερμηνεύσουν προσπαθούν
οι Ουλεμάδες το Κοράνι. Θεός υπήρξα
στον αφρό σου τυλιγμένος. Ως και το
λειρί σου ακόμα έβγαζε λαλιά. Και για
τον αφαλό σου έγραψα. Έκαμα πρόβα
ως πατριάρχης. Της μήτρας σου
τη σκαλωσιά και τα υπόλοιπα γύρης
στο ασβεστωμένο κουζινάκι που σε πήρα
με τα μάτια, για μια στιγμή, για να σε πάω
στους βρυώδης τόπους. Ω! δασώδη σχισμή
εσύ στοματάκι αυτάκι μουνάκι απ’ άκρη
σ’ άκρη στους αγρούς σ’ άκουσα να ηχείς.

Γκριμάτσες

grimatses

Όποιος αποκτά τις χαρές της ζωής με αφύσικο τρόπο καταλήγει πολλές φορές να φαρμακώσει ολόκληρο τον κόσμο.

Βάζοντας οι άνθρωποι πέτρα στο ερωτικό τους καζανάκι κάνουν οικονομία στο σεξουαλικό ζουμί και βάζουν φρένο στην ορμή και τις παλαβομάρες. Και οι άνθρωποι γίνονται χομπίστες καλοζωίας, συνήθως δίχως κόπο και ζωτικό μόχθο, καταλήγοντας στο αυτί του ψυχολόγου που δεν μπορεί να θεραπεύσει την κουραστική μονοτονία.

Μέσα στη σκυθρωπή του απόγνωση ο μικροαστός της πόλης θα συναντήσει την αναπόφευκτη πλήξη των ενασχολήσεων που προσφέρουν μια μινιατούρα ευτυχίας επί χρήμασι.

Βολεμένος στο αίσθημα του τραγικού που γίνεται τραγέλαφος και γεννοβολά δράματα και δυστυχίες.

Τηλεορασάκιας έως θανάτου και τηλεορασόπληκτος έως τάφου χάνει μυρουδιές και πρωινές πάχνες.

Μα αν δε χάσεις το αίσθημα του τραγικού για να ζήσεις όπως ένα λουλούδι ή ένας βράχος ή ένα δέντρο, ταυτισμένος με τη φύση και ταυτόχρονα ενάντιά της δεν πρόκειται να ευτυχήσεις ποτέ.

Φωτορομάντζο για σεμνές Κυρίες

variations1.jpg

Αλλά τον έρωτα δεν τον παραγγέλνει κανείς. Ο έρωτας είναι ένα καλάθι με φρούτα μπροστά από δυο κορμιά που περιμένουν να έρθει ο έρωτας. Να έρθει η πρώτη δαγκωνιά και το δάχτυλο για να σμίξει τις σάρκες εις σάρκαν μια. Για να σαρκωθεί ο άσαρκος χρόνος. Να έρθει ο γάμος παραμερίζοντας βίαια τη σιωπή.

variations2

Ο πρώτος χαιρετισμός εραστών. Η γνωριμία με τους χυμούς και τις χλωμές μέρες που τελειώνουν γρήγορα. Οι ερωτικές επιστολές που γράφω καθημερνώς. Δεν υπάρχει όμως το ωραίο συζυγικό κρεβάτι, με τα δαντελένια λευκά σεντόνια και τις γάργαρες υποσχέσεις του λυρισμού που αφήνουν τα βλέμματα πάνω στα γυμνά αιδοία. Είμαστε τα αιδοία μας. Εδώ αρχίζουν οι ερωτικές χειραψίες.

variations3

Εσύ κρατάς τον καθρέφτη κι εγώ τα λουλούδια. Ζω, λέει, κάτω απ’ τη φούστα σου. Όχι σε έγχρωμη τηλεόραση με ζόμπι γελαστά, με εικονικά σώματα που κινούνται στον κυβερνοχώρο. Ζω γλείφοντας με περιέργεια και δέος, σε στάση προσευχής. Εσύ κοιτάς το πρόσωπό σου στον καθρέφτη τη στιγμή που η γλώσσα μου και η κλειτορίδα σου γίνονται ένα. Εν το παν.

variations4

Εις το ανάκλιντρο η γραφή γίνεται ονειροπαγίδα. Σε καρφώνω όπως περνούν οι νυχτερίδες στις στοιχειωμένες πολεμίστρες, όπως μέσα στα ρήγματα βυθίζονται ασθένεια και θάνατος για να βγει σπέρμα και ζωή. Για να χύσω ξεδιάντροπα, πέραν κάθε συγκινήσεως. Σε αποπλανώ με δάκρυα στα μάτια. Σε καρφώνω. Παλινδρομώ. Η κόρη του ματιού σου μέσα στην κόλαση της άγνοιας. Ηδονή σαν μισοβγαλμένη απ’ το χώμα. Σαν βολβός ο πούτσος που ψάχνει το οξυγόνο του.

variations5

Ο κύριος που σε κρατάει αγκαλιά είμαι. Ο Κυρίαρχος ανίσχυρος σερνικός. Πάνω στα πόδια μου είσαι ένα θηλυκό χωρίς σχήμα, χωρίς ηλικία, θα μπορούσες να είσαι μια γριά ή ένα κοριτσάκι. Άνθρωποι πρωτόγονοι είμαστε. Θεατρίνοι με τρομαχτικές φωνές. Γουστάρουμε τον Απόλυτο Άλλο. Το Γαμήσι. Ουρλιάζουμε, ενώ τα άκρα μας τραντάζονται σα να έχουμε πάθει επιληπτική κρίση. Συνομιλούμε με Σφίγγες, Οιδίποδες και Πυθίες. Είμαστε Φύση. Δια παντός.

Ιερή σχισμή Ή Ο Λόγος του θεού

courbe

Αν ο καλλιτέχνης δεν καταφέρει να κάνει τον θεατή ηδονοβλεψία, δηλαδή καλλιτέχνη, είναι σκέτος μπάμιας και αποτυχημένος όσο καλός ελαιοχρωματιστής ή φιλολογικάριος κι αν είναι.

Αν ο ποιητής ή ο επίδοξος γραφολάγνος δεν θέτει ερωτήματα στο ίδιο το βλέμμα του αναγνώστη, ε, τότε ας πασαλειφτεί σκατό και καρπούζι κατά τη Σαχτούρεια ακρίβεια της ποιητικής σύγχυσης.

Ξαναβάζοντας το ποιητικό μονόκλ του ρομαντισμού οι ύστεροι μαλακάσηδες ξέχασαν τα ερωτικά όργανα του ανθρώπου έξω απ’ το ποίημα και τον έρωτα έξω απ’ το φωταγωγό της συμβίωσης και της κοινής ζωής.

Όλα τα κινήματα απ’ τον Αρχίλοχο μέχρι τον σουρεαλισμό που του φόρεσαν καπότα οι ντόπιοι ελληνορθόδοξοι εκδότες, φέραν στο προσκήνιο την ανθρώπινη ανάγκη για ψωμί και γαμήσι, εκφρασμένη έξω από γραμματικούς κανόνες και ακαδημαϊκούς καθετήρες.

Ο τούρκο-αιγύπτιος διπλωμάτης Χαλίλ-Μπέης παρήγγειλε απ’ τον Κουρμπέ ένα απίθανο γυμνό, ζητώντας του να στιγματίσει τα αίτια της σύφιλης που είχε κολλήσει λίγο καιρό νωρίτερα στην Πετρούπολη.

Η Καταγωγή του Κόσμου του Κουρμπέ είναι στην πραγματικότητα ένα είδος τάματος για τη συμφιλίωση του Έρωτα και του Θανάτου. Των θετικών δυνάμεων του σεξουαλικού πόθου και της ηδονής και των αρνητικών δυνάμεων του θανάτου.

Η καταγωγή του Κόσμου δείχνει και την καταγωγή της τέχνης. Τον τρόπο με τον οποίο το ζωντανό και το νεκρό ανταμώνουν, αποδίδοντας καλλιτεχνικά την ίδια αρχή της αμφισημίας που χαρακτηρίζει τη σχέση μας με τη σεξουαλικότητα και τον πόθο.

Η έκφραση Καταγωγή του Κόσμου παραπέμπει ευθέως στη μητρική γονιμότητα και καταλήγει αποδίδοντας τιμή στο Αιώνιο Θηλυκό ως αμετάλλακτο παρελθόν και μέλλον όχι μόνο του ανδρός, αλλά του ανθρώπου.

Σε όλες τις ανθρώπινες γλώσσες δεν υπάρχει ούτε μια πρόταση που να μην περικλείει το σύμπαν.

Όταν λες «ο άνθρωπος», λες για τις μάνες που τον γέννησαν, τα πουλιά και τα κατσίκια που κατασπάραξε, τα χόρτα που έτρωγαν αυτά τα κατσίκια, τη γη που βλάστησε αυτά τα χόρτα, τον ουρανό που φώτισε αυτή τη γη.

Στη γλώσσα ενός ποιητή, κάθε λέξη θα πρέπει όχι απλώς να εκφράζει αυτή την άπειρη αλληλουχία των γεγονότων, αλλά να την εκφράζει μ’ έναν τρόπο απερίφραστο και ακαριαίο.

Οι φιλόδοξες και φτωχές ανθρώπινες λέξεις όπως σύμπαν, κόσμος, άπειρο, δεν είναι παρά απόηχοι της καύλας μας να ψαύσουμε την αιωνιότητα. Να γίνουμε αθάνατοι, δηλαδή θεοί. Μα ο λόγος του θεού των ανθρώπων είναι ο λόγος του ποιητή. Είναι ο λόγος που γίνεται ένα βουνό ή ένας ποταμός ή η διάταξη των άστρων.

Όμως στο πέρασμα των αιώνων τα βουνά ισοπεδώνονται και η πορεία ενός ποταμού εκτρέπεται και οι αυτοκρατορίες αλλάζουν και συντρίβονται και η διάταξη των άστρων μεταβάλλεται μεγαλειωδώς.

Όλα αλλάζουν στο στερέωμα. Κι όταν αυτό ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να το δείξει είναι ανάπηρος. Κι όταν ο ποιητής δεν μπορεί να το πει είναι μουγκός δεσμοφύλακας λέξεων. Κρέας για πούλημα ή σάπιο κρέας για τα σκυλιά.

Φεστιβάλ ποίησης Ή Πού χέζουν οι παίχτες στο σαρβάιβορ;

buk-3

Τα φεστιβάλ ποίησης και οι αναγνώσεις ποίησης κατάντησαν η πιο χυδαία πνευματική νεκροφάνεια ποιητών εκδοτών και μικροεμπόρων.

Μέσα στον ετερότροφο παρασιτισμό τους, οι κλίκες που επιφανώς έχουν διαπρέψει ως οπισθοαβανγκάρντ καλόγεροι του καταραμένου κέντρου των Αθηνών-βλέπε κωλόμπαρα και εναλλακτικά βιβλιοπωλεία-αυτά που, πρώην κνίτες που εγίναν αντικνίτες εν μια νυκτί αναγνώσεως Δημουλά, τώρα κονσερβοποιούν το σκατούλι τους και το βάζουν στο ράφι της καθημερινής μπανιστηρτζίδικης ουτοπίας.

Ψιλικατζήδες και γερογαμιάδες, κόμισες και κομισάριοι, γυρολόγοι με άποψη και λίμπιντο, κόρες βιοτεχνών και φιλάργυροι γαστρονόμοι, πυκνοπόγονοι νεολαίοι με πρόωρο γήρας-ακαύλωτοι διαχειριστές του εαυτού τους-,πλάνητες και πλανεμένοι καρβουνιάρηδες-μαυρισμένοι απ’ το υπερφίαλο τίποτα-αεροπτεριστές της εφήμερης πλην καθεστωτικής Αυγής, χρυσόφτερνοι κλακαδόροι, χοντρόκωλοι ακαδημαϊκοί σπεσιαλίστες τού κόπυ πέιστ, φιλόλογοι που σπούδασαν γηρατειά στα δεκαοχτώ, πρώην διευθυντές εκπαιδεύσεως παιδεραστικής κοπής, περιφερειάρχες και θυμωμένοι κομμωτές, ζεσταίνουν το πλεμόνι της ποίησης στο μεγάλο τσουκάλι της μαλακίας, ξαναγυρίζοντας στη μισοντυμένη αίσθηση ενός θαυμαστού εσωτερικού αυνανισμού πασπαλισμένου με τη διάφανη αχλή του βρωμοαρώματος του καταλυτικού τους γιοταχί που θα τους πάει στην ποιητική πλατφόρμα.

Παίχτες όλοι ενός ποιητικού σαρβάιβορ έτοιμοι για τρελές πιπίλες. Για αναγνώριση και χειροκρότημα την στιγμή που η εκσπερματική μοναξιά τους πιτσιλίζει τα πλήθη.

Το έπαθλον είναι εκατό χιλιάδες δάφνινα στεφάνια πασπαλισμένα με τσουτσουνόσκονη απ’ το Λίγο Του Κώλου. Ω! σύντροφοι, που δεν έχουμε συμφάγει ποτέ μαζί, πού χέζουν τελικά οι παίχτες του σαρβάιβορ;

Αγκαλιά

pasion

Ο εγκέφαλός μας είναι η παρωδία της ίδιας της ζωής. Ζούμε, αναπνέουμε, συνουσιαζόμαστε, παρωδώντας την περιστροφική κίνηση της γης.

Η σεξουαλικότητά μας πραγματώνει πεισματικά τη λήθη του θανάτου. Η αγκαλιά μας παίρνει το σχήμα του έρωτα και γίνεται κινητήριος δύναμη της συνεχούς μεταμόρφωσης.

Πεθαίνουμε για να ξαναγεννηθούμε. Χωρίζουμε για να ξανασμίξουμε. Κλαίμε για να μπορέσουμε να ξαναγελάσουμε.

Απλωμένοι μες στην ερωτική φρενίτιδα των αλλαγών γύρω μας παρωδούμε καθετί ιερό με τη σεξουαλικότητά μας.

Απ’ τον παιδικό θυμό και τη ματαιοδοξία της εφηβείας γλιστράμε στη γενεσιουργία της ενήλικης ζωής, τρέφοντας τις ρίζες και τους βολβούς, τα μάτια των νεκρών που η κυκλική κίνηση σπέρνει κάθε φορά στα πατρικά μας χωράφια.

Κομμουνιστικό Μανιφέστο Ή Ποίημα γραμμένο από τον Άνθρωπο

marx

Το σύστημα γραφής μου βασίζεται στον ομοιόμορφο χαρακτήρα όλων των ανθρώπων. Αν όλοι οι ποιητές υπέγραφαν τα έργα τους με μια και μόνη υπογραφή, «Ποίημα γραμμένο από τον Άνθρωπο», το πρόβλημα της διαφοροποίησης, της κατάταξης, της αξιολόγησης των ανθρώπων με βάση διάφορα μέτρα και σταθμά δεν θα είχε νόημα. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι το ψωμί κι όχι το παντεσπάνι.

Αιρέσεις και Έρως

filim

Η ερωτική αλληλογραφία καθίστατο πολλές φορές ένα σπουδαίο σεξουαλικό μέσο. Ασφαλώς πρόκειται για μια λογοτεχνική μέθοδο, υπαγορευμένη απ’ τους κανόνες της λογοκρισίας αλλά και της ορθότητας που υπαγορεύει η κοινωνική υποκρισία.

Θα μπορούσε κάποιος εξωγήινος αρχαιολόγος στο μέλλον να καταλάβει, πως, τελικά κάθε αλληλογραφία-εκτός απ’ την επαγγελματική και την οικογενειακή-είναι δυνητικά πορνογραφική.

Όλες οι μακροσκελείς εκμυστηρεύσεις που ποντάρουν στην εχεμύθεια αποζητούν να οπλίσουν τις ορμές του κορμιού αφού αποτελούν συνήθως τα προκαταρκτικά της σεξουαλικής πράξης.

Ο γλωσσικός πλούτος του πορνογραφικού ασέμνου συνιστά την πιο σπουδαία διάσταση της πορνογραφικής αλληλογραφίας, την οποία ανακαλύπτουμε, συχνά μετά θάνατον, ακόμα και σε συγγραφείς με ελάχιστη σκανδαλιστική φήμη.

Κάθε ερωτευμένος μπροστά στο λευκό χαρτί και τις καύλες του γίνεται ποιητής. Αληθινός ποιητής και όχι ματαιόδοξος μαλακοκαύλης.

Η ίδια η αλληλογραφία γίνεται σεξουαλική πράξη που αυτονομείται. Το βασικό της εύρημα είναι οι ερωταποκρίσεις εν κενώ χώρο. Πάνω στο λευκό χαρτί ή πάνω στο λευκό πινάκιο της οθόνης βάζεις μιαν ερώτηση στα χείλη του άλλου και την απαντάς αυτοστιγμεί.

Ένας μυγιάγγιχτος αναγνώστης θα εξανεμίσει με φρίκη την ερωτική επιστολογραφία αλλά ένας εραστής θα την εκτιμήσει περισσότερο κι απ’ τη ζωή του.

Αυτή η αμιγώς παιγνιώδης ενασχόληση μας κάνει να πειραματιζόμαστε ελεύθερα και να παίζουμε με τον άλλο εντελώς ατιμώρητα.

Πάντα όταν γράφουμε απευθυνόμαστε σε κάποιον. Το γράψιμο εάν δεν έχει βάση τον ερωτισμό είναι γραφειοκρατία. Κι από γραφειοκράτες έχει γεμίσει το βρακί μας.

Ο Τζόυς υπερθεματίζει υπέρ αυτής της ηδονής που προσφέρει η γλώσσα στην άσεμνη εκφορά της.

Νόρα γλυκιά μου πουτανίτσα, γράφει, δίπλα απ’ αυτό τον πνευματικό έρωτα που τρέφω για σένα υπάρχει ένας άγριος και ζωώδης πόθος για κάθε εκατοστό τού σώματός σου, για κάθε απόκρυφο και αισχρό μέρος του. Θα ήθελα ν’ ακούσω τα χείλη σου να ψελλίζουν βρομόλογα εξαισίως ερεθιστικά, να δω το στόμα σου να βγάζει βρώμικους ήχους και θορύβους, ν’ ακούσω και να μυρίσω τις χοντρές και βρομερές κοριτσίστικες πορδές να αναβλύζουν από το όμορφο κωλαράκι σου, κοριτσάκι, και να γαμήσω να γαμήσω να γαμήσω δια παντός το μουνί σου φλογερό και γαμιόλικο πουλάκι μου.

Το φλουρί του διαβόλου

lefto

Την άφησα εκεί, άκαμπτη, μες στα λουλούδια, με την αλαζονεία της σμιλεμένη απ’ τον οργασμό.

Απ’ όλες τις εκδοχές αυτού τού κορμιού που τόσο αναστάτωσε τη ζωή μου καμιά δεν είναι τόσο άξια να την θυμάμαι όσο ετούτη εδώ η έσχατη εκδοχή.

Όταν τ’ απλουστεύει όλα το σκοτάδι κι η σιωπή οι μνήμες γίνονται συγκεχυμένες και οξύμωρες. Με το οξύμωρον σχήμα να αντιφάσκει μες στην οξύτητα και τη μωρία του. Σχεδόν πατικωμένο απ’ το σκοτεινό φως των γνωστικών και των αλχημιστών τον μαύρο ήλιο.

Και σκέφτομαι πως κάθε έρωτας και κάθε ερωτοτροπία είναι σύμβολο όλων των ερώτων που έλαμψαν κατά καιρούς στο στερέωμα της Ιστορία και του Πόθου.

Μέσα στον αμείλικτο και απρόβλεπτο χρόνο, που μπορεί να γίνουμε στάχτη ή χρήμα, ο έρωτας δεν παύει να συμβολίζει το δικαίωμα της ελεύθερης εκλογής μας.

Βγάζει τη γλώσσα σε όσους ζουν τα κουσούρια τους δραματικά, διογκώνοντάς τα και χορδίζοντάς τα, κάνοντας το βίο γελοίο και τερπνό.

Χαϊδευτείτε αντί να σκέφτεστε τον οβολό για το Χάροντα και τα τριάκοντα αργύρια του Ιούδα και τις δραχμές της Λαΐδος και τα νομίσματα με τους ανάγλυφους κοιμωμένους της Εφέσου και τ’ ασημένια φλουριά και τα χρυσά φιορίνια.

Δεν είμαστε σε θέση ν’ αγοράσουμε τίποτε. Μόνο το απόλυτο της κάθε στιγμής μας ανήκει, αυτή η άμεμπτη ορθότητα της δαιμονικής αναρχίας που μας αναλογεί.

Κι αποκοιμήθηκα καυλωμένος, μέσα σε δαιδαλώδεις διαλογισμούς, κι ονειρεύτηκα πως ήμουν εγώ το φλουρί που φύλαγε ο διάβολος κάτω απ’ το δέρμα του.

Λαγνεία πάρε τ’ όπλο σου

lagnia pare toplo soy

Όταν πάψουμε να ανανεώνουμε την εμπειρία γινόμαστε συμπαθείς καρικατούρες συσσώρευσης πόνου και συνήθειας. Καθιστόζωα που οδεύουν θριαμβευτικά προς τα απώτερα όρια της σπατάλης.

Οι αγάπες μας και οι έρωτές μας γίνονται εικονικά κτερίσματα μέσα στο λήθαργο των εξαρτήσεων. Τα μάτια ψιθυρίζουν και τα χείλη κοιτούν. Ζούμε με τις εμπειρίες των άλλων.

Οι ενορμήσεις του Έρωτα και του θανάτου, οι βυθισμένοι πόθοι, οι ανομολόγητες ενοχές, οι πικρές επιθυμίες γίνονται άφαντες λέξεις που σβήνουν μέσα στο μηχανικό οίστρο της επικοινωνίας εξ’ αποστάσεως.

Ανανέωση της εμπειρίας σημαίνει ακολουθώ κατά πόδας την ηδονή. Σημαίνει πως ο κόσμος είναι ο εαυτός μου και πως ο εαυτός μου πλάθει τον κόσμο των άλλων και πλάθεται απ’ αυτόν. Αφοριστική αθωότητα και αφορισμένη λαγνεία.

Λαγνικά πλησιάζουμε στα ρουθούνια μας τις κορφές των λουλουδιών και τις καύλες. Λαχταρούμε και η λαχτάρα μας λαχταρά. Η εμπειρία ζητά τροφή, αλλά και αίμα. Ζητά τη συνέχεια όπως μέσα στο ποίημα ο δαίμων εαυτός ζητά τη ζωή και τον μελωδικό της απόηχο.

Η εμπειρία είναι ένα αίτημα του Εγώ. Το Εγώ ζητάει την εμπειρία για να μη σβήσει ή για να μην πυρποληθεί απ’ την υποκρισία της ηθικής ορθότητας του μέσου όρου.

Όταν το σώμα απορφανιστεί απ’ τις ηδονικές του χρήσεις ξεπέφτει στα υποκατάστατα και την μαλακία. Ο καθήμενος άνθρωπος βαριέται να γαμήσει. Γαμάει στο τηλέφωνο ή στο μήνυμα. Έχει βαλσαμώσει τη μια και μοναδική εμπειρία και την έχει βάλει στο μουσείο της μνήμης.

Όλες οι ηδονές και οι λαγνείες πολτοποιούνται στα βιβλία και τις εικόνες. Οδηγούνται στην εξορία της αναπαράστασης και στις γεωγραφικές επικράτειες μιας αυτιστικής καλλιτεχνίας. Μιας έκφρασης των επινοήσεων και των διανοημάτων και όχι των αναγκών. Ενός ρομαντισμού της παραφροσύνης.

Εμπειρία σημαίνει αποδέσμευση από τη μια και μοναδική πραγματικότητα. Σημαίνει πως κάνω τη γλώσσα να βλέπει και να ποιεί. Να δημιουργεί ένα παρόν τελειούμενο, μιαν ανταμοιβή έρωτος μέσα στην ανίατη πενία της ζωής.

Μιλώ για ξεμοντάρισμα εδώ, των αξιών που μας καθορίζουν. Τον αξιών που μας βάζουν να πουλάμε τον εαυτό μας. Μακριά από κάθε νέα σκλαβιά, σαν να ορμά μέσα μας ο ήλιος, έκθαμβος και εκθαμβωτικός.

Γέλιο Κονσέρβα

gelion

Υπάρχει ένα σημείο καμπής στην αρχαία θεατρογραφία, εκεί όπου το γέλιο εξορίστηκε από την τραγωδία και ο θρήνος από την κωμωδία.

Εκεί που ο πολιτισμός μπλέχτηκε σ’ έναν δυισμό μεροληψίας υπέρ του νοικοκυριού. Σε μια απόχη σύγχυσης και σιωπής κεντημένη με το μελόδραμα της άρχουσας τάξης.

Οι βασιλιάδες και οι βασίλισσες, οι κακορίζικες ψυχές και τα ανεξήγητα συμπλέγματα που παλαιόθεν προκαλούσαν γέλιο τώρα μασκαρεύονται την πονετική μουζικούλα της μελαγχολίας του θεατή.

Η τραγωδία που ήτο τρυγωδία και γιορτή την εποχή του τρύγου και του ερωτισμού έγινε μια τέχνη αυτόνομη και κερδοφόρος για τηλεθέαση και διοπτροφόρους μύωπες κριτικούς θεάτρου. Από λαϊκή τέχνη του αγροβουκολικού αισθήματος έγινε προίκα των ακαδημαϊκών και των τσαρλατάνων.

Άρχισε να εκλογικεύει τις συγκινήσεις, να χειραγωγεί και να ταμιεύει θραύσματα κυριαρχίας στα ανοιχτά μυαλουδάκια των θεατών που θέλαν αίμα, δάκρυα και ιδρώτα για να διαβούν το Ρουβίκωνα της ψευδαίσθησης.

Εκεί που πρώτα όλοι ήταν ηθοποιοί και θεατές μαζί, υπακούοντας στον οργασμικό ρεαλισμό της φυσικής ζωής τώρα το μελόδραμα της κυρίαρχης τάξης κούμπωνε πάνω στο διψασμένο πνεύμα για συγκινήσεις.

Όλοι οι δαίμονες της συνείδησης ξυπνούσαν για να αποδώσουν δικαιοσύνη. Αντί για τη γελοιοποίηση της δικαιοσύνης που μεροληπτούσε υπέρ του δυνατού έφτασε η θεία δίκη και ο από μηχανής θεός.

Η τέχνη γινόταν τότε το πρώτο οχυρό εναντίον κάθε εξωτερικού εχθρού. Οι πολίτες τότε και οι εθνικοί σήμερα αντί για σπαρταριστά γέλια ζητούσαν έπος και καταστροφή. Δύναμη και επίδειξη δύναμης.

Η κωμωδία και το ευτράπελο θαφτήκαν κάτω απ’ τη λάσπη της Αθηναϊκής δημοκρατίας για να έρθει μια και καλή ο Βυζαντινός βόθρος και να την εκφυλίσει ακόμα περισσότερο.

Όλα τα επιτεύγματα της μεγάλης τέχνης του θεάτρου της αρχαιότητας ήταν η παράγωγη λαϊκή κουλτούρα, χωνεμένη στα λαμπρά μυαλά των ποιητών.

Την εποχή που όλοι οι δημοκράτες-όπως και σήμερα άλλωστε-διέθεταν τη σαπιοκοιλιά της μνησικακίας, το θέατρο διαμόρφωνε τη νέα ηθική και την νέα τάξη πραγμάτων.

Απ’ τους κυνικούς που διακήρυσσαν πως ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα όρθιο έντερο που απ’ τη μια τρώει κι απ’ την άλλη χέζει περάσαμε στον εσωτερικό κόσμο και τον ψυχολόγο. Κάθε μαλάκας έχει ψυχολογικά προβλήματα. Και κάθε κόπανος μανιοκατάθλιψη.

Οι αμερικάνοι ως συμπαθητικοί βλαχοφασίστες εκτός τού ότι καυλώνουν τη Σώτη Τριανταφύλλου επινόησαν το τρομερό γέλιο κονσέρβα.

Μια μνημειώδη ιδέα που καταδεικνύει τον ιλαρό κονστρουκτιβισμό της διασκέδασης του σύγχρονου κόσμου. Γελάστε γιατί γελάνε. Διασκεδάστε γιατί διασκεδάζουν.

Το συλλογικό αυτεξούσιο φαιδρύνεται σε βαθμό παροξυσμού.

Μα το γέλιο έχει να κάνει με σπλάχνα και αρτηρίες. Με εισόδους και εξόδους αέρα.

Το γέλιο βγαίνει από τ’ άντερα, γι’ αυτό και η Συλβί Πλάθ στο γερό-Πανικό της, ακούει το γέλιο του Διευθυντή της κλινικής να σφυρίζει ανεβαίνοντας απ’ τα βάθη του εντέρου που είναι διπλωμένο σαν τις φέτες του ακορντεόν.

Διάσημοι και Μαχητές Ή Μαγειρεύοντας τήν ταξική σούπα

images-3

Η φωνή του διαφημιστή τελετουργική και μπάσα, εκθειάζει με ευφράδεια ένα καινούργιο μοντέλο αυτοκινήτου. Μοντέρνο, οικονομικό, ταχύτατο.

Ο Σολομών είπε κάποτε: Και ουδέν καινόν υπό τον ήλιον. Όπως λοιπόν ο Πλάτων φαντάστηκε ότι πάσα γνώσις δεν είναι παρά ανάμνησις, έτσι κι ο Σολομών αποφάνθηκε ότι παν καινόν δεν είναι παρά λήθη.

Ως γνωστόν, οι Λατίνοι χρησιμοποιούσαν την ίδια λέξη για το ανακαλύπτω και το επινοώ. Κι αυτό είναι σύμφωνο με την πλατωνική δοξασία, ότι δηλαδή το επινοείν, το ανακαλύπτειν, δεν είναι παρά ενθυμείσθαι.

Ο Φράνσις Μπέικον συμφωνούσε ότι η γνώση είναι ενθύμηση και η άγνοια είναι να ξέρεις να ξεχνάς. Όλα εδώ είναι, αρκεί να μπορούμε να τα δούμε. Μα οι άνθρωποι, οι θνητοί εμείς, χάνουμε την όρασή μας και νομίζουμε πως βλέπουμε αλλά είναι η τύφλα μας που βασιλεύει.

Και λέει ο Κάλβος που γίνεται εύκολα Κάβλος και Καβλός: «Πως, πως στο χώμα της ταλαιπώρου πατρίδος φύτρωσαν τόσα καρφιά και τυραννούν τα πέλματα».

Και βεβαίως το ερημικό σπέρμα των ποιητών δεν βρίσκει ποτέ την κατάλληλη σχισμή. Ο ποιητής ξέρει από καρφιά γιατί δεν πούλησε την όρασή του. Έχει πατήσει καρφιά και έχει δει να πατάνε καρφιά. Και σπασμένα γυαλιά και θρύψαλα.

Ο ποιητής που ξέρει μιλά, αλλά η μιλιά του χωνεύεται στις εγκαταστημένες επί πυγής, τουτέστιν στις κωλοτρυπίδες των Διάσημων και των Μαχητών.

Ο κόσμος είναι χωρισμένος στα δύο. Γιγάντιες διαφημίσεις ιδρωμένων κορμιών ως απόπτυσμα ενός χεσμένου ελληνικού Σταρ Σύστεμ.

Θέαμα για τα παιδάκια, τα ροδαλά υπερ-παιδιά ενός παιδοκεντρικού πλανήτη που θα καθίσουν ανακούρκουδα κατεβάζοντας το βρακάκι τους για να αφοδεύσουν την τελευταία πίτσα που τα έθρεψε. Το τελευταίο χάμπουργκερ και την τελευταία κόκα κόλα.

Κι ύστερα θα μεγαλώσουν ξαφνικά και απότομα. Θα πάρουν πτυχίο και θα συντάξουν βιογραφικά βίου ατέρμονου εσωτερικού αυνανισμού δεξιοτήτων. Θα πάρουν το όπλο του μπαμπά και θα βγούν για κυνήγι.

Θα καβαλήσουν τους τέσσερις τροχούς της αιωνιότητας και της μονότονης επανάληψης των πάντων. Εισπνοή και εκπνοή. Συνέχεια της ζωής με όλες τις εναλλασσόμενες μορφές του αφανισμού και της αναβίωσης.

Με την πάροδο του χρόνου η συνήθεια γίνεται μεταχειρισμένη βακέτα.

Σχηματιζόμαστε και διαμορφωνόμαστε απ’ αυτό που αγαπάμε, κι αν αυτό που αγαπάμε μας το επιβάλουν, τότε κάποια στιγμή θα το σκοτώσουμε.

Θα στουκάρουμε με όλα τα χίλια άλογα της μηχανής μας πάνω στην κοινωνία που αμέριμνη κατουράει στον καμπινέ, νομίζοντας πως το κακό είναι αλλού.

Θα γίνουμε βλήματα και υπερόπλα, πυρακτωμένα καυλιά από λαμαρίνα, τρέχοντας κατά πάνω στη φλεγόμενη μήτρα της μαμάς και την υπερπροστασία των υγρών της.

θα γίνουμε ένα με όλους. Η ταχύτητα μας φέρνει πιο κοντά. Ο κόσμος τρέχει. Τρέξτε παιδιά. Διάσημοι και Μαχητές. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε.

Τόποι ηδονής Ή Το αβγό του κόκορα

erotipo

Η ιστορία των τόπων ηδονής δεν είναι παρά αποδημία στους τέσσερις ορίζοντες της πόλης. Η λογοτεχνία και οι διαδόσεις εξασφαλίζουν τη μεταβίβαση της φήμης.

Πόλεμοι, οικονομικές κρίσεις, μεταναστευτικά κύματα, επέκταση συνοικιών, εκβιομηχάνιση, ανοικοδόμηση. Μπροστά σ’ αυτούς τους ισοπεδωτικούς μηχανισμούς η ηδονή επιδεικνύει μια σατανική μακροβιότητα.

Η πόλη αποτελούσε πάντα το φόντο των τόπων ηδονής. Πότε μασκαρεμένη και πότε αφτιασίδωτη η ανάγκη για έρωτα τρύπωνε στην αγκαλιά ενός καθ’ ολοκληρίαν αγνώστου σύμπαντος.

Η νυχτερινή συλλογική συνείδηση της ύπαρξης της πόλης τρέφεται από τη γοητεία και το φόβο ύποπτων ατόμων. Πουτάνες και αδερφές, μαστροποί και νταβατζήδες, νυχτόβιοι, καθάρματα, κακοποιοί. Μια παρέλαση από μυθικές αλλά και αισθητικές φιγούρες της πόλης.

Απ’ το διακανονισμό της εργατικής δύναμης υπό το φως της μέρας περνάμε στην αγορά και την πώληση της ηδονής κάτω απ’ το ισχνό ατμοσφαιρικό φως της αμαρτίας.

Η ηδονή της πόλης εξαρτάται από τη μίξη των ταυτοτήτων, των ρόλων και των κοινωνικών θέσεων. Δεν θα μπορούσε να είναι ατομική ή ιδιωτική υπόθεση διότι τη χωρίζει μεγάλη απόσταση από τη σεξουαλικότητα κι ακόμη μεγαλύτερη απ’ το σεξ.

Η ηδονή της πόλης είναι πρωτίστως πολιτικό ζητούμενο προς εκμετάλλευση. Ο συνδυασμός της ηδονής με το έγκλημα και της σεξουαλικότητας με τη βία αποκτά ποικίλες μορφές.

Υπάρχει πάντα μια περιοχή ενδιάμεση, διάτρητη, εκεί που συναντιούνται οι πλούσιες συνοικίες με τις λαϊκές γειτονιές. Είναι τα κέντρα όπου αυτές οι επικίνδυνες γειτνιάσεις προξενούν ανακατέματα και εξαπατήσεις.

Εκεί όπου η καλή κοινωνία φτιασιδώνεται και φοράει μάσκα όταν κατεβαίνει στον υπόκοσμο της λαϊκής ηδονής. Η εισβολή στο έδαφος του Άλλου προς αναζήτηση ηδονής, επιτρέπει ν’ αλλάξεις δέρμα.

Να περάσεις προσωρινά από τη σκοτεινότητα της παρανομίας στα γιορτινά φώτα, από τα εγκλήματα της νύχτας στις καθησυχαστικές δραστηριότητες της μέρας.

Αλκοολικοί ποιητές του ενός ποιήματος, καταπιεσμένοι ομοφυλόφιλοι, διάσημοι λογοτέχνες που βγήκαν στην πιάτσα, μεταμφιεσμένοι όπως ο κακόμοιρος Ταχτσής που πνίγηκε πάνω στο τσιμπούκι, επαρχιώτες μαστροποί της δεκάρας, ομορφόπαιδα που τα κάρφωσαν πλούσιοι των Βορείων προαστίων, κοπέλες ξεζουμισμένες από ηθικούς νοικοκυραίους, στριμωγμένοι όλοι μέσα στην ερωτομηχανή της πόλης.

Σ’ αυτό το ανθρωπολογικό μουσείο όπου η κάβλα εκχωρείται στο κέρδος. Εδώ σ’ αυτό το πολυεθνικό πάρκο με τις άπειρες ανθρώπινες ιστορίες για τη φθίνουσα ερωτική ανθρώπινη πανίδα.

Εδώ όπου ο ορυμαγδός της ηδονής και της κάβλας, συνεχής και αδιάπτωτος, δεν αφήνει καμιά πιθανότητα για τη λαλιά.

Η αλητεία είναι πρωτοπορία

alitia

Γινόμαστε συχνά σκλάβοι όσων αγαπούμε. Αλλά και σκλάβοι όσων μεγαλοποίησαν τη λατρεία των κοινών παθών μας. Είμαστε πιο κοντά στο μελόδραμα και τη συγνώμη παρά στη μυστική έξοδο και τη γαλήνη.

Είμαστε ρουφηγμένοι απ’ το χρέος που μας θέλει καλούς και συνοφρυωμένους αισθηματίες. Όλα τα αρχαία μαγικά βιβλία με τα ερωτικά δοκίμια και τις σεξουαλικές αιρέσεις τα έχουμε τοποθετημένα ως μοναχικά εκθέματα στο βιβλιακό μουσειακό κοιτώνα του νοικοκυριού μας.

Διάσπαρτοι σε διαμερίσματα και λεωφόρους, τίμιοι και φτωχοί και φιλόξενοι. Γινόμαστε συχνά σκλάβοι ακόμα και της πιο απίθανης συνήθειας.

Μεταμφιεσμένοι σε καθηγητές και ντοκτοράδες, βιδωμένοι στην καρέκλα της απεγνωσμένης υστεροφημίας μας βγάζουμε τα τελευταία λεφτούλια απ’ την εντροπία της εργατικής δύναμης άλλων.

Εντός της νέας μεταφυσικής που πλασάρει το συστημικό κονκλάβιο ακαδημαϊκών και παπάδων, υπαλλήλων και μη της δουλοφροσύνης στο κέρδος και στα κλασμένα μαρούλια που το συντηρούν, βλέπουμε πως ο χρόνος που τόσο μοχθήσαμε να δαμάσουμε, να γίνεται δύναμη περισσότερο επίβουλη και μυστηριώδη όσο ποτέ.

Ακούμε το βραχνό ψίθυρο των πραγμάτων γύρω μας κάνοντάς τα καλλιτεχνίες και φράσεις μέσα στις γλυπτές ατέρμονες ευλογίες μιας ανάπηρης ελευθερίας.

Μιας ελευθερίας που τα προνομιούχα υλικά της κάβλας δεν έχουν εξουσία.

Μιας ελευθερίας που υμνεί τον αιώνα της αναπαραγωγής και όχι τους επαναστατικούς πυρήνες της αλλαγής και τους φοβερούς γαμηστρώνες της ανάγκης μας για κοινή ζωή και κοινοβιακό βίο.

Αλλά βεβαίως πάλι, υπάρχουν και υπάρχουμε, όσοι διασώζουμε τους έξοχους ερωτικούς κάτω κόσμους με τις υγρές διακυμάνσεις τους, τις κοφτές μεταφορές πάθους και έκλαμψης, τα μαλάματα των ίσκιων μιας γυφτοπούλας που κατουρά την ερωτική βολεμένη μικροαστική πλήξη.

Και τι σημασία έχει η δειλία μας αν η γη έχει έστω κι ένα γενναίο, και τι σημασία έχει η άσφαιρη λύπη μας μέσα στους δύσκολους καιρούς αν κάποιος ή κάποια ένιωσε ευτυχισμένος ή ευτυχισμένη και καβλωμένος ή καβλωμένη και ευλογημένος ή ευλογημένη τόσο ώστε να γράψει όλες τις ευλογίες στ’ αρχίδια του ή στο μουνί της.

Είμαστε οι άλλοι. Είμαστε όλοι εκείνοι που περισώθηκαν απ’ τον πεισματικό μόχθο της ερωτικής πράξης. Ξέρουμε πια καλά πως η αλητεία είναι πρωτοπορία. Πως τα καλά παιδιά είναι βαρετά και κούφια. Και πως ψάχνουμε μόνο και μόνο για να’ χουμε τη χαρά να ψάχνουμε κι όχι να βρίσκουμε.

Glory Hole

glory-hole

Ο ποιητής Λένιν ονόμαζε την επανάσταση πανηγύρι των καταπιεσμένων. Πόσο καλά, αλήθεια, ξέρουμε αυτή την πηγή που μας γεμίζει και μας ξεδιψά! Αυτό το καρναβάλι της μη βίας που κληροδότησε στους ελεγειακούς το λυρισμό και την ευφυΐα.

Μια οιονεί εξέγερση που καταλύει προσωρινά κάθε ισχύουσα ηθική απαγόρευση επιτρέποντας στους απόκληρους να κηρύξουν κι αυτοί απ’ το βυθό της κοινωνίας μιαν επίθεση.

Με όπλο τη σεξουαλικότητα το καρναβάλι είναι η γιορτή της Παράβασης και της ρήξης, η μετατόπιση των ορίων έως τα έσχατα και τα ευτράπελα.

Η πανήγυρις των σωμάτων και η αποχαλίνωση του ηφαιστειακού ερωτισμού τους.

Τα σώματα ζητούν ερωτική δικαιοσύνη, μεταμορφώνουν τη φλούδα τους ταριχεύοντας τα βλέμματα των άλλων μες στην ερωτική οδύνη και την υπαρξιακή απόγνωση.

Ανάμεσα στο Λόγο της Αποκάλυψης και το καρναβάλι μια κοινότητα ονείρων και παραισθήσεων ξεδιπλώνεται φορώντας πότε πότε τη μάσκα που θα καλύψει το πρόσωπο που γίνεται άσεμνο και το σώμα που ζητά την ακριβέστατη εκδίκηση του ξεσαλώματος και του ξεκαυλώματος.

Οι Απόκριες ζητούν απόκριση και η απόκρυψη αποκρίνεται παρουσία αντιμετωπίζοντας τη σεξουαλικότητα με ότι πιο σχιζοφρενικό τη χαρακτηρίζει.

Διχασμένη ανάμεσα στον ανδρισμό και τη θηλυκότητα, ανάμεσα στη βία και το φαλλοκρατισμό, το δεσποτισμό και την άκρα επιτήδευση, την αβρότητα και τη γενναιοδωρία.

Πάντα μες στην ταραχή και την απορύθμιση των αισθήσεων, παραμονεύοντας για μιαν αλλαγή στον τόνο της φωνής, μια χειρονομία που λέει πολλά, μια μυρουδιά που αναδίδει το σώμα, ένα αφύσικο φούσκωμα στο παντελόνι.

Αποκρεύω, τουτέστιν διαπνέομαι ολόκληρος από πόθο και σεξουαλική διέγερση. Είμαι καυλωμένος για επανάσταση και ζωή. Δεν είναι λόγια του αέρα τα λόγια μου, ούτε παραξενιές και κατουρόκαυλες του Διόνυσου.

Απ’ τις αρχαίες νύχτες μέχρι σήμερα εμείς οι λαοί ποτίζουμε την κόλαση και τον παράδεισό μας με φαντασιώσεις και καύλες.

Καυλοπεριούσιοι, μιάσματα του χυμένου αίματος των προγόνων μας.

Εμιγκρέδες και φλεγόμενα λαρύγγια. Μασκαράδες και μπούλες.

Θέλουμε μιαν αγκαλιά κι έναν τόπο που δεν θα μυρίζει καψαλισμένη σάρκα και πατρίδα.

Μιαν ουτοπία στο χείλος των αιώνων που μας απομένουν.

Eros Center

saco-de-boxe-concreto

Ο Ήφαιστος, πικραμένος και μοναχικός, ειδικεύεται στην κατασκευή μηχανών, κυρίως της περίφημης γυναίκας από χρυσό, και μηχανικών παγίδων, με τη βοήθεια των οποίων εκδικείται τα πρόσωπα που οπλίζει ο Έρως.

Ο Ήφαιστος με τη συναισθηματική φτώχεια που αναλογούσε σ’ ένα κουτσό θεό οργανώνει στο αμόνι του τις πιο βλάσφημες εκρήξεις εναντίον του έρωτα.

Ο Ήφαιστος είναι ένας ανάπηρος θεός, πλασμένος σιδεράς και μηχανολόγος, ένα αρχέτυπο του αντιερωτισμού που ο ξεψυχισμένος ηδονικός σφυγμός του συνοδεύει την πράξη της μεγάλης παραίτησης.

Όμως είναι ο θεός που απαρνιέται τη θεϊκή του φύση, γανωμένος, στο ολύμπιο μαγαζάκι του, δεν κυνηγάει τσούπες αλλά μηχανολογεί τη δαιμονική σταχτόμαυρη τύρφη.

Φτιάχνει σίδερα και σιδεριές, όπλα και οπλικά συστήματα, είναι ο προπομπός της κινητικής τέχνης και της βούλησης να ζήσει στη θαλπωρή της φωτιάς.

Οι λυγμοί του έχουν στερέψει μα οι άναρθροι πλέον κόμποι του ναυλοχούν στη μήτρα μιας ανεκλάλητης απώλειας.

Ο Ήφαιστος είναι ο αγάμητος θεός. Ο έκπτωτος και δοξασμένος που φέρει το στίγμα της πύρινης ρομφαίας ως το τέλος. Γι’ αυτό συχνά, συχνότατα, η κατάρρευσή του συντελείται εν ακαρεί. Τα όνειρά του για το μέλλον ζυγίζονται στην κόχη του εφιάλτη.

Τον Ήφαιστο τον καίει ένας ασίγαστος πυρετός. Κάθε του σκέψη ζαρώνει και αφανίζεται φλεγόμενη, όπως τα φτερά της πεταλούδας πάνω απ’ τη δυνατή φωτιά.

Τώρα ο Ήφαιστος μέσα στο τετραγωνισμένο και συμπαγές σύμπαν του τελειοποιεί τη μηχανή που διασυνδέει τους ανθρώπους. Φτιάχνει τα κυκλώματα αυτής της παράξενης και γλυκιάς ουτοπίας που γέννησε εσκεμμένα το δικό της ψηφιακό Eros Center.

Ο Ήφαιστος είναι ο μόνος θεός που γλύτωσε τη σάρκα του απ’ τα δόντια του χριστιανικού όχλου.

Ο Ήφαιστος είναι ένας επιστήμονας στη Μασαχουσέτη που κατασκευάζει την σεξουαλική μηχανή του μέλλοντος.

Μια μηχανή που μπορείς να βρεις την εμπειρία χωρίς να τη ζήσεις και τη γνώση χωρίς να την ανακαλύψεις.

Μια μηχανή αναζήτησης έρωτα εξ’ αποστάσεως που οδηγεί σ’ ένα στερέωμα πούτσων και μουνιών, σε μια προπατορική και κοινή αρχαιολογία των αποριών του σώματός μας.

Ο Ήφαιστος φέρνει απ’ τα χρόνια της πρώτης του νιότης την αγωνία του ανθρώπου να υπάρχει παντού και να βλέπει παντού μέσα στην σεξουαλική πλανητική Βαβέλ.

Απ’ τις ρακένδυτες αφρικανές που προσπορίζουν τον βιοπορισμό τους με αχαλίνωτο σεξ, προσφέροντας στο μπανιστήρι το μυθικό εξωτισμό του εξερευνητή, μέχρι τις γριές πουτάνες του Βερολίνου μεσολαβεί το πείραμα Cern.

Όλοι οι σπόνδυλοι του εφήμερου μέσου έχουν την πορνογραφία ως συγκολλητικό υλικό.

Ένας ψάλτης σερφάρει στις χριστιανικές του ιστοσελίδες και στις ηχογραφήσεις του ακάθιστου ύμνου απ’ τη Μονή Βαρλαάμ κάνοντας μια εικονική στάση στα μπούτια μιας αλόγας καλογραίας  που ανοίγει με τα δάχτυλά τα πορφυρά της μουνόχειλα.

Ο ερευνητής της Nasa μετά δεκάωρου επιστημονικού οίστρου ξαποσταίνει στα μεριά μιας παιδούλας απ’ το Καζακστάν.

Κι ο νοικοκύρης μετά το άσκοπο σερφάρισμα στην καλοζωία των αστών πορνουσιάζεται με μια ρετρό γαμησιάδα στο ιερό γιού πόρν.

Ο Ήφαιστος δουλεύει σκληρά. Από καταβολής αιδοίου.

Η Αγία Συμμορία

simoria

Όταν ο ολοκληρωτισμός τού αστικού κράτους καταφέρνει να μαζέψει όλα τα φυντάνια της αγίας συμμορίας ο κεφαλαιοκράτης τρίβει τα χέρια του.

Ο φασίστας ως ακοίμητος φρουρός τού πατριωτισμού και της φυλετικής καθαρότητας, μοστράρει δίπλα στον ορθόδοξο τράγο και σε κείνο το γύφτικο σκεπάρνι της απατεωνιάς και της κακομοιροσύνης που προεδρεύει στον κοινοβουλευτικό στάβλο.

Ο φασίστας κατάφερε να βγάλει ταμπελάκι εξουσίας και να βγει στο προσκήνιο της ιστορίας για να δείξει τα δόντια του.

Για να τρομοκρατήσει και να υποδαυλίσει άσχημα προαισθήματα. Για να επιβάλει το δεσποτισμό της φασιστικής του κραυγής που θέλει αίμα και λεφτά. Στρατιωτικούς νόμους και φάλαγγα.

Μέσα στην πολιτική σούπα ακροδεξιάς και μικροαστικής αριστεράς φυτρώνει ένα αγκάθι θανάτου πάνω στις συνειδήσεις των πιο λούμπεν κομματιών του λαού.

Των κομματιών τού λαού που έγιναν μπίλιες στο φλιπεράκι της κρίσης τού κεφαλαίου και τώρα ψάχνουν αγίους με τσαμπουκά και μπράτσα για προστασία.

Σήμερα που ο κοινωνικός αυτοματισμός έγινε άτυπος νόμος του κράτους επιβάλλοντας με αξιοσημείωτη σπουδή τους ληστρικούς οικονομικούς όρους του κεφαλαίου στις κατώτερες τάξεις.

Σήμερα που η μόρφωση και η προστασία των παιδιών πρέπει να περάσει απ’ το γραφείο πολέμου του χρυσαυγίτη.

Σήμερα που η αριστεροσύνη μετριέται με τον πήχη της χρησιμοθηρικής ελπίδας και η κυβερνώσα ψευτοαριστερά με ακροδεξιό πρόσημο προστατεύει την πιο σκληρή φασιστική οργάνωση της Ευρώπης. Την πιο δολοφονική συμμορία που υπολογίζει στα μυαλά των ηλιθίων ψηφοφόρων και στα πατριωτικά τους αρχίδια.

Σήμερα όπου η ενοίκηση του θηρίου μέσα μας καθιστά οικείους τους βρυχηθμούς του.

Συνηθίζοντας τη νεοφιλελεύθερη χούντα με τους φασίστες προστάτες της συνηθίζουμε το κακό. Χώνουμε στον κώλο μας για να το ζεστάνουμε, εμείς οι ίδιοι, το αυγό του φιδιού, περιμένοντας τους κασιδιάρηδες να ακονίσουν τις ξιφολόγχες τους στα πεζοδρόμια για ν’ αρχίσουν να ξεκοιλιάζουν.

Μα πάντα η ανοχή της κοινωνίας και η ανοχή όλων μας μάς καθιστά κι εμάς δολοφόνους.

Μας καθιστά υπεύθυνους του νεοφασισμού που διαμορφώνεται ξανά πάνω στις σάπιες δομές τού Πατρίς θρησκεία οικογένεια.

Μας κάνει θεατές σε μιαν αρένα όπου σφάζονται αθώοι.

Μας κάνει μάρτυρες των θεατρινισμών των πολιτικών αρλεκίνων που για να κρατηθούν στην εξουσία γλείφουν τα παπάρια του Γερμενή και την κλειτορίδα της Ουρανίας Μιχαλολιάκου.

Καρότσα

karotsa

Ήμασταν όλοι εκεί, στοιβαγμένοι σαν κοκόρια στην καρότσα του γύφτου. Απ’ το κασετόφωνο μπορούσες να ακούσεις μια γενιά άκαμπτη σαν παλούκι, και υπερήφανη. Μακριά από καλλιτεχνίες και κατρουλιά με δυο χερούλια κι ένα καπάκι σα χύτρες. Μακριά από παπαδίστικα καπέλα και αλλήθωρες γεροντοκόρες που δαγκώνουν το ξερό ψωμί απ’ τα χέρια της μνήμης. Τα μνήματα ανασκαλεύοντας και τα ποιήματα που σε κάνουν να νιώθεις περισσότερο νεκρός παρά ζωντανός.

Μινώταυρος

Minotaure attaquant une amazone

Ο Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε καθόλου. Αυτοί που διέδωσαν πως ήταν φαντασμένος και μισάνθρωπος και τρελός έχουν βασιλέψει πια. Έτσι η σοφία του τέρατος εξευτέλισε την ανθρώπινη αλαζονεία. Το όνομά του χάθηκε και έσβησε. Όμως περπατά ακόμα αυτός εδώ, στους δρόμους, ολόγυμνος ή σκεπασμένος με κουρέλια, μετρώντας τα τερατώδη του δάχτυλα με τον αντίχειρα, πίνοντας μαγαρισμένο νερό για να ξεχάσει πως αφέθηκε στην κρίση ενός προικοθήρα. Κι είναι τα πράγματα που με κάνουν και κλαίω. Κι αυτός ο επίμονος τρόπος να αγαπήσω το τέρας που υπήρξα κάποτε.

Mein Kampf

fisas

Ήταν στασιαστής, ταραχοποιός, συκοφάντης, αγύρτης, ανήθικος, μεγάλος φαρσέρ και επικίνδυνος αχρείος.

Κατείχε την τέχνη να επιβάλλεται στο λαό και στους νέους με τον πιο ατιμωτικό λυρισμό εναντίον μας και γινόταν άξιος τιμωρίας μέσα σ’ ένα βασίλειο καθαρότητας και πειθαρχίας, υποταγής και τυφλής πίστης.

Ήταν λοιπόν πολύ σοφό να τον ξεκάνουμε και να τον καρφώσουμε εκεί στη ρίζα της καρδιάς και να τού κόψουμε τα δάχτυλα με τις φαγωμένες πέτρες και τους λοστούς.

Όταν το ένα χέρι γίνεται μέγγενη το άλλο γίνεται τανάλια.

Συγχωρώ όλα τα λάθη εκτός από κείνα που μπορούν να γίνουν επικίνδυνα μέσα στο κράτος που ζούμε.

Οι βασιλείς και οι μεγαλειότητές τους είναι τα μόνα πράγματα που μου επιβάλλονται, τα μόνα που σέβομαι, κι εκείνος που δεν αγαπά το κράτος και το βασιλιά του δεν αξίζει να ζει.

H Mαντάμ Χούφτα και ο Άγιος Βαλεντίνος

mantam

Η σωτηρία της ανθρωπότητας κρέμεται από μια μουνότριχα.

Ξέρουμε καλά πλέον, πως η πραγματικότητα που μας επιβάλουν οι αρχιεπίσκοποι των αγορών και οι γλίτσες της πολιτικής ορθότητας, βίου και πράξεων, έχει έναν ξέφρενο ρυθμό συναλλαγής ώστε να μην αμφιβάλουμε διόλου για την τερατωδία της.

Ετούτη η πραγματικότητα που μας έρχεται φυτευτή απ’ το γραφείο τύπου της Νέας Αγαμίας ομιλεί εντός μας με την ίδια ρυπαρότητα που ο ανταγωνισμός και η ιερή αριστεία απλώνει τα πλοκάμια της φρίκης, στο μητρικό σπασμό της ανθρωπότητας που θάβεται κάτω απ’ τα ερείπια της καλοζωίας των λίγων.

Η σωτηρία της ανθρωπότητας κρέμεται από μια μουνότριχα. Απ’ την ανταρσία της γυναίκας απέναντι στην πολεμική έγνοια των αντρών.

Όταν η χυδαία ανδροκρατία της Κυριαρχίας υποπτευόταν τη συμμετοχή των γυναικών στο διονυσιακό υπέδαφος της κοινωνικής ζωής και τις οργιαστικές τελετές υπέρ του Άδωνι και υπέρ του φαλλού άρχιζε να πετσοκόβει κλειτορίδες για να σταματήσει την εκτροφή της εξέγερσης και την επέλαση των γυναικείων υγρών, που, ορμητικά έρχονται να καταλύσουν την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.

Η ερωτική επιθυμία των γυναικών πηγαίνει πέρα απ’ τους θεσμούς και τα καρναβάλια που απελευθερώνουν προσωρινά αλλά λειτουργούν ως δικλίδες ασφαλείας για τους κρατούντες.

Η ερωτική εξέγερση των γυναικών ήταν είναι και θα είναι επαναστατική πολιτική πράξη.

Μέσα στις πολιτείες των ανθρώπων η Φύση και ο Έρωτας παραμένουν ασυμφιλίωτες δυνάμεις που βράζουν μέσα στη χύτρα της εξομολόγησης και στο καταναλωτικό όργιο.

Απ’ τους τράγους παπάδες μέχρι τα πολιτικά τσόλια που κηδεμονεύουν το μουνί της γυναίκας ίπταται ο πιστός μαλακοκαύλης κάθε αυταπάτης.

Ο νοικοκύρης που γαμεί με προφύλαξη και ο νοικοκύρης που κάνει μια ευχή και δίνει ένα απατηλό νόμισμα στο στόμα του λύκου για να σώσει έναν άστεγο ή ένα παιδί στην Αφρική.

Ο νοικοκύρης που γιορτάζει τα εννιάμερα της χούφτας του τραβώντας ακροποδητί μιαν ένδοξη μαλακία υπέρ Αγίου Βαλεντίνου.

Ο νοικοκύρης που θα ψηφίσει στις εκλογές έρεβος και ελπίδα μαγαρισμένη άλλα όχι γαμήσι και ελεύθερη επιλογή.

Ο νοικοκύρης που σαν τα ερπετά στους θάμνους και στα χορτάρια θα χαθεί στο πένθος και στην κατάθλιψη. Στην τιμή της αδερφής του και της πατρίδας του.

Εκεί που οι αυταπάτες θα σιγοντάρουν την ιερά φρουρά της τραυματισμένης του μνήμης, μακριά απ’ τα υγρά πλοκάμια της Ουτοπίας. Μακριά απ’ τις ζωοφόρες μήτρες και το κλέος τους.

Ο ύπνος του έρωτα γεννά τέρατα

h-texni

Η τέχνη τού να κοιμάσαι στον κόρφο της και να σε λικνίζει το υπόγειο ρεύμα των μαστών σε κάνει δόκιμο καλλιτέχνη που όταν βγει στα μαγνητικά πεδία τού πολιτισμού αναζητά μορφές.

Μορφές ανερμάτιστες αλλά καθαρές μες στον τερατομορφισμό τους και στην αφηρημένη τους έγνοια για το παρόν.

Μορφές από ντενεκέδες και σύρματα και αγκαθωτή κόμη.

Κορμιά από βαρέλια που τα φόρτωσαν αυτόματες μηχανές σε πλατφόρμες για να τα ρουφήξει ο ευρωπαίος κι ο αμερικάνος, κινώντας το σύμπαν τους από αεροπλάνα και κούρσες, από πειράματα σωματιδίων που ξετυλίγουν οι κλαψιάρικες προσευχές της επιστήμης στο μαλακό υπογάστριο των λαών.

Η τέχνη τού να κοιμάσαι στον κόρφο της σε κάνει να ξυπνάς αντάρτης τού λυρισμού και φτασμένος αλητήριος ειδικός στο ανεμογκάστρι Ανατολής και βαθειάς Δύσης.

Σε κάνει διαιτητή της δυαδικότητας ζωής και θανάτου, διαλύοντας τη λέξη Τέλος μ’ ένα βάναυσο χτύπημα.

Σε κάνει τελάλη μιας δίψας πάνω απ’ το μεγαλειώδη σκελετό τού πλήρους έργου.

Σε κάνει χειροτέχνη που υλοποιεί απ’ την αρχή κάθε σκουπίδι για να ξανακερδίσει ακέραιο το σώμα του.

Να κάνει αυτό που προϋπήρξε μες στην εκρηκτική ονείρωξη της χρηστικής του αξίας, ένα κομμάτι απ’ το κορμί του τέρατος κι ένα κομμάτι ανίερο που θα φέρει εγγενώς το στίγμα της απώλειας της φαντασμένης ολότητας.

Η τέχνη τού να κοιμάσαι στον κόρφο της σε κάνει παιδί που βγάζει το θυμό απ’ τα σπλάχνα κι όχι απ’ το λαρύγγι, αμήχανο και αδέσποτο υποκινητή μιας γενικευμένης ανταρσίας.

Εμείς που δεν έχουμε φύλλο δεν μας ενδιαφέρουν οι έμφυλες ταυτότητες και οι ταξινομήσεις τού Μένγκελε, εμείς που δεν έχουμε πατρίδα μέσα στο φιλανθρωπικό σφαγείο των εταιριών κάνουμε τις σημαίες ωραία πολύχρωμα μουνόπανα.

Εμείς, τα αλητάκια τού πολιτισμού, ορθώνουμε τη νέα τέχνη και τη σπουδή τού ερωτικού μακελειού και τους δράκους από σίδερο και σκουριά.

Βάνδαλοι εκεί που ο ήλιος ματώνει κι εκεί που τα κορμάκια γουργουρίζουν σκλαβιά κι εκεί που η ομόκεντρη λαχτάρα όλων μας είναι η χαρά.

Εμείς κάνουμε τέχνη την πράξη της καθημερινής ζωής.

Ακροβάτες και ταχυδακτυλουργοί, γλύπτες της πιο φτηνής φθοράς και χαρτογράφοι, χαράσσουμε γραμμές πλεύσεις, διαγράφουμε τόξα που σχίζουν τα Βόρεια Στενά και τα Δυτικά περάσματα.

Αρματωμένοι εκείνη την υγράδα τού τεθλασμένου ερωτισμού προς τον κομουνισμό τού μέλλοντος και την αναρχία της στιγμής.