Ο πατριωτισμός, το τελευταίο καταφύγιο των παλιανθρώπων

Αποτέλεσμα εικόνας για αγνωστοσ στρατιωτης καταθεση στεφανου γελοιοτητα

Κάθε σύνολο απόντων ανθρώπων απ’ τη ζωή ορίζεται απ’ τη σκιά που αφήνει πάνω στην ιστορία, αφού οι έγνοιες του για ένα επέκεινα της τύχης μοιάζουν να χάνουν κάθε δικαίωμα μπροστά στις ανάγκες του.

Κι αυτοί είναι οι κανόνες του παιχνιδιού. Οι αποκλεισμένοι πάντα μπλοφάρουν για να επιβιώσουν. Δεν παίζουν, δηλαδή δεν ζουν. Απλώς θέλουν να υπάρχουν.

Θέλουν αστυνομικά τμήματα να ορίζουν τις ζωές τους ελπίζοντας σε μια ρυθμισμένη δυστυχία που έχει εργαλείο της την ψυχρή και μόνο στατιστική.

Οι μάζες λειτουργούν ως μάζες κάθε φορά που θεοποιούν τις αδυναμίες τους. Κάθε φορά που νιώθουν πως το μόνο καταφύγιο επιβίωσης είναι η ένταξη στην μεγάλη ομάδα.

Γιατί η μεγάλη ομάδα είναι αυτή που συντρίβει τη μεγάλη ανησυχία.

Η πατρίδα είναι το τελευταίο μεγάλο αφήγημα που ξεψυχά καταματωμένο μαζί με τους περιττούς πληθυσμούς.

Είναι το κάστρο μέσα στο οποίο είναι φυλακισμένοι οι κουρασμένοι άνθρωποι.

Είναι το υποκείμενο άπειρων βασάνων, κενών από νόημα. Είναι το κλουβί που περιέχει τις κουρασμένες διάνοιες, αυτές που γειτνιάζουν με την απελπισία.

Είναι η ολότητα του διαυγούς και κυνικού ανταγωνισμού των πλατύγυρων εγωισμών της ανώτερης τάξης. Της πιο αδίστακτης τάξης στην ιστορία αφού η ισχύς της είναι απόλυτα θεμελιωμένη στο έγκλημα.

Το έγκλημα είναι αυτό που την κάνει ανταγωνιστική δίνοντάς της περίσσεια δύναμη, αφού το έγκλημα, αόριστο αόρατο και παγκοσμιοποιημένο, διαθλάται στα θεαματικά δελτία των ειδήσεων και στους ακονισμένους απ’ τα ανθρώπινα κόκκαλα δείκτες των χρηματιστηρίων.

Κάθε πατρίδα είναι προϊόν εγκλήματος. Ένας μολυσμένος οργανισμός που στη βάση του έχει αμάχους και αθώους, πλήθη ατάκτως ειρημένα στη ζοφερή ρουλέτα των κανόνων εκμετάλλευσης.

Η βασική αρχή κάθε μετανεωτερικής πατρίδας είναι η απόλυτη ελευθερία που παρέχει στον δυνατό να εκμεταλλεύεται τον αδύναμο.

Οι νόμοι, τα συντάγματα, οι κανόνες είναι τα βρικολακιασμένα σημεία της τοπολογίας του χρήματος.

Η ελευθερία της άπειρης ανάπτυξης τού ενός εις βάρος των συντριπτικά πολλών, κάνει το κράτος διαιτητή του τερατώδους ανταγωνισμού.

Μα αυτό το κράτος είναι ταυτόχρονα ευάλωτο και αδύναμο και ετοιμοθάνατο, αφού στην πραγματικότητα επενδύει τις δυνάμεις του στο φόβο, στην καταστολή και στην προώθηση αποκλειστικά και μόνο εμπορικών αξιών.

Αν μερικά χρόνια πριν, οι λεγόμενοι ηγέτες, επισκέπτονταν μιαν άλλη χώρα μαζί με τους υπουργούς, σήμερα την επισκέπτονται μαζί με τους επιχειρηματίες που τη βοήθησαν να εκλεγεί.

Αναγνωρισμένα λοιπόν σήμερα, οι κυβερνήσεις, λειτουργούν ως συμμορίες εταιριών που μπορούν να χωρίζουν ακόμα και τη θάλασσα σε οικόπεδα, ανάλογα προς τα συμφέροντά τους.

Να μπορούν να διοικούν στρατούς διευθύνοντας ως μαέστροι τη ζωή όλων μας.

Το ντόπιο ελληνικό κεφάλαιο, που σπάει πλάκα με τους γελοίους έλληνες πατριώτες όλων των πολιτικών αποχρώσεων, χτυπιέται και θα χτυπηθεί έως θανάτου με το τούρκικο κεφάλαιο που διαθέτει έναν λαμπρό αδίστακτο αρχιληστή, άξιο μπόγια της Ασίας, μπροστά στους ηγετίσκους της Ευρώπης που μοιάζουν με λεκανατζούδες τυπικού γαλλικού μπουρδέλου.

Την ώρα που ο μισός πλανήτης φλέγεται, μαζί με τις άθλιες εγκληματικές πατρίδες, οι έλληνες οργανικοί διανοούμενοι χτενίζουν το μουνί τους, είτε μπροστά στα καθρεφτάκια που κρεμά στις οθόνες ο εθνικός πρεζέμπορας ευεργέτης, είτε στο άπειρο κωλογλείψιμο κάτω απ’ τις στέγες τεχνών και γραμμάτων που ζουν αποκλειστικά και μόνο απ’ το ρουφηγμένο αίμα της κατώτερης τάξης.

Το ίδρυμα Ωνάση και το ίδρυμα Νιάρχος το συντηρούν αποκλειστικά και μόνο οι φτωχοί εργαζόμενοι είλωτες, η πλειοψηφία των οποίων δεν θα περάσει ούτε έξω απ’ αυτά.

Τους χιλιάδες μασκαρεμένους μαλάκες που λέγονται μπάτσοι μαζί με τους χιλιάδες μασκαρεμένους μαλάκες που λέγονται παπάδες, τους συντηρεί αυτός ο κωμικά ένδοξος κακομοίρης λαός, που πνίγεται ολοκληρωτικά με την πρώτη σταγόνα της βροχής και καίγεται με το πρώτο καλοκαιρινό μελτέμι.

On rainy days, we played chess to pass the time

Αποτέλεσμα εικόνας για chess erotica art

Εμείς, οι δαιμόνιοι σκακιστές, αποφεύγουμε να βάλουμε τελεία στα ποιήματα. Αυτά που ζήσαμε κι αυτά που μας κάνουν να ζούμε.

Η κλήση μας προς τις λέξεις της νύχτας, υπήρξε τόσο φλογερή, που μας έχρησε αυτομάτως εργολάβους κάθε χαρούμενης καταστροφής.

Γίναμε υποκινητές ερωτικών καταστάσεων, απλώνοντας το σαρδόνιο σαρκασμό των αποκλεισμένων, σαν πέπλο, πάνω στις πληκτικές πεποιθήσεις και τον βαλσαμωμένο από ματαιοδοξία κοινό νου.

Όλες οι παρηκμασμένες αξίες που στολίζουν το βάρβαρο μένος του πολιτισμού εναντίον της ηδονής, γίνονται μέσα στα πνευματικά στομάχια μας, τα γαστρικά υγρά που αλέθουν την κρυφοδάγκωτη σχισμή της πραγματικότητας.

Την παράδοξη σχισμη που φανερώνει και φανερώνεται. Που αλέθει και αλέθεται, χωρίς τη δυστυχία του ρομαντισμού που κύλησε σαν τρύπια δεκάρα στο άπατο πηγάδι της πραγματικότητας.

Eίπαμε τέρμα στις σκιές της θεϊκής όχλησης, στο μέσα φόβο και στο χωροφύλακα κάθε σκέψης που εκστομίζει ο παρασάνταλος σπασμός των ερωτικών οργάνων.

Τρυφερά κουρεύουμε ένα-ένα όλα τα πρόβατα μες στο θεοπαθές μαντρί τους.

Τρυφερά γελάμε με τους κατασκευαστές θεών και δαιμόνων, γιατί το γέλιο είναι η απεραντοσύνη που φέρνει μέσα της όλο το φως που μπορεί να συντρίψει κάθε μυϊκή κίνηση.

Είναι η επιμονή στο πιο μάταιο άλμα, η ευέλικτη ελαφρότητα των αμυντικών μυϊκών σπασμών που σου προσφέρει μιαν απεριόριστη επικράτεια δυνατοτήτων.

Μια πόλη καταστάσεων, όπου η αψίδα του θριάμβου θα είναι η εκπληρωμένη κοινή επιθυμία για ηδονή, για κοινή ζωή κόντρα στην ειδεχθή κωμωδία των συμφερόντων.

Το Άλογο του Τορίνο

Αποτέλεσμα εικόνας για The Turin Horse
Ο υπεράνθρωπος είναι ο αθώος αμαρτωλός που μπορεί να δίνεται με δύναμη στο παιχνίδι της ζωής. Ο μηδενισμός, τότε, διαλύεται, και έχουμε την απάντηση σε όλα τα προβλήματα που ταλανίζουν τους ανθρώπους. Ο Νίτσε βρήκε λύση στα προβλήματα της ανθρωπότητας, μια ακόμα υψηλής τεχνολογίας, τετράγωνη γερμανική λύση. Όμως όπως όλοι οι σοφοί επαγγελματίες πηδαλιούχοι των ιδεών βρέθηκε περικυκλωμένος από νάνους.

Έτσι κι αλλιώς η αρχαία σκέψη ήταν λίγη για την πολύ στενοχώρια που συσσώρευσε στις ευρωπαϊκές πόλεις ο πρώιμος καπιταλισμός. Οι πολιτικοί νάνοι ως υπηρέτες του συμφέροντος της αστικής τάξης μοίρασαν τον Νίτσε ως χαρτοπόλεμο στις εμπόλεμες τάξεις. Τον κάναν αποκριάτικο πιστολάκι κι ίσως λίγο φθονερό παιδί που τρομάζει με τα σκάγια του τους τρομαγμένους.

Η ωχρή πόλη στο βάθος του Βορρά, βαθύσκιωτη.

Κανείς δεν θα μπορούσε να αποδώσει τόσο δυναμικά τον ήχο που κάνουν τα φλιτζάνια των εγγλέζων στις αποικίες που στερήθηκαν οι γερμανοί, αυτόν τον ήχο του κενού χώρου μεταξύ του διεφθαρμένου κάλλους της ομορφιάς και της ενάρετης δυσμορφίας της ασχήμιας.

Αν αποφασίζαμε να ιδρύσουμε μια τρομοκρατική οργάνωση που θα κόβει τις γλώσσες των πολιτικών αρχηγών, θα προχωρούσαμε την ανθρώπινη σκέψη ένα βήμα πιο μακριά απ’ την γκαστρωμένη παρακμή που μας σερβίρει το ευρωπαϊκό πνεύμα.

Η γλώσσα είναι αυτή που κάνει τον αρχηγό να αρχηγεύει, να διαθέτει ένα όργανο υπερσεξουαλικό, κατακτητικό. Κι ο πλούτος είναι αυτός που προικίζει τη γλώσσα του θαυματοποιού, του νομικού, του δικαστή, του δασκάλου.

Αυτός ο πλούτος είναι που κινεί ολοσχερώς τα νήματα, την υστερία και τα χασμουρητά κάθε φιλοσοφικής παρηγοριάς στον άρρωστο κόσμο. Περιλαμβάνει τις περίπλοκες εξισώσεις μοναξιάς και εξωστρέφειας, σιωπής και θορύβου. Μα στο τέλος κάθε ανταγωνιστικής επίδειξης μένει ο λεκές απ’ το σπέρμα. Το σπέρμα πια κάνει τη δραστική ανακατανομή. Το σπέρμα επαναστατεί, το σπέρμα σφάζει. Το σπέρμα δεν έχει ανάγκη τον κατεστημένο λόγο για να εκτραφεί. Μα είναι η ουσία που θα χτίσει το νέο λόγο. Η διαλεκτική της κοσμικής ουσίας που εκμαιεύει τη λεπτομερή εξωτερίκευση αυτού που κάποτε παρέμενε ατελές και προσωπικό.

Η κηρυσσόμενη χριστιανική αγάπη ήταν απλώς το άνθος της πικρίας της ιερατικής τάξης των Ιουδαίων. Η πικρία από τη συσσωρευόμενη αίσθηση της αδυναμίας αντιστρέφει την κλίμακα των αξιών που ανταποκρίνεται στο πώς έχουν τα ίδια τα πράγματα, παρουσιάζοντας ως κατώτερες τις αξίες των ευγενών και ως ανώτερες τις αξίες των ποταπών αδυνάμων.

Ο Νίτσε προαναγγέλλει και ελπίζει στην επάνοδο του Διονύσου που θα αντικαταστήσει τον Χριστό. Ο Νίτσε καταρρέει συναισθηματικά και κυρίως διανοητικά, στο γνωστό επεισόδιο στο Τορίνο, όπου φημολογείται ότι, βλέποντας έναν καροτσέρη να χτυπά το άλογό του, έσπευσε κοντά στο άλογο, το αγκάλιασε και μέσα σε κλάματα σωριάστηκε στο έδαφος αναίσθητος, και έκτοτε έχασε οριστικά την όποια επαφή με την πραγματικότητα.

Ο Νίτσε απαρνήθηκε το Θεό και ενδυνάμωσε τον Άνθρωπο. Το περιστατικό τού Τορίνο που τον ώθησε στην σιωπή και την απομόνωσή του, ιστορικά ερμηνεύτηκε ως η αρχή της παράνοιάς του. Αντίθετα όμως, μπορεί να ήταν η αρχή της πιο πικρής και ευκρινούς διαύγειάς του: αν δεν πιστεύεις στο Θεό, οφείλεις να πιστεύεις στο τέλος σου. Κι αυτή η πίστη είναι που θα δυναμώσει την πορεία προς αυτό. Η διάθεση όχι να το ξορκίσεις αλλά να το γλεντήσεις. Ο πόλεμος που θα στήσεις με τον εαυτό σου στην πιο στενή κάμαρα του κόσμου, εκεί που θα σου κοπεί η λαλιά από ντροπή αντικρίζοντας τα σκουπίδια στο αιμοφόρο κουτί του κρανίου σου. Εκεί που θα ξυπνάς κάθε φορά τρομαγμένος, βλέποντας τον προσωπικό σου δυνάστη, τον ολόδικό σου χρόνο, έναν κρεμασμένο κώλο γεμάτο κρεατοελιές να σου ρίχνει στα μούτρα τις πορδές του.

Black Friday Ή φτηνά κοκ

Αποτέλεσμα εικόνας για sex kolaz art

Το ποίημα υπάρχει και λειτουργεί μέσα σε έναν ανοιχτό χώρο συγκρούσεων των ερωτημάτων. Στο πεδίο όπου οι αγκαλιασμένοι άνθρωποι είναι ψηλότεροι και δυνατότεροι απ’ το θάνατο. Ο ποιητής δεν γράφει μόνο αλλά δημοσιεύει κιόλας. Και είναι αυτή η αυθάδεια που κάνει το ποίημα. Η αυθάδεια του μοιράσματος. Η αυθάδεια τού να προκαλείς εξ’ αποστάσεως ερεθισμούς εις το σμάλτο των πνευματικών οδόντων κάθε υπάρξεως που θέλει να ηδονιστεί με τη φλογερή γλώσσα της επικοινωνίας. Το ποίημα είναι εκτεθειμένο στη μεγαλοφυΐα της ομιλίας, ένας υπέρτατος κριτής της. Μια πράξη συντονισμού των αντιφάσεων της προγραμματισμένης σύγχυσης όλων των παρεκτροπών προς τον έρωτα και τη βία.

Αδάμ και Εύα Ή Ένα μάθημα για κορίτσια του Λυκείου

Σχετική εικόνα

Αυτό που ξυπνά το πνεύμα της ζωής είναι η μάχη μεταξύ των φύλων.

Ο καυγάς των φύλων μάς κόστισε κάποτε τον παράδεισο, αφού η καημένη Εύα αναγκάστηκε να συμβιώσει με έναν παλιάνθρωπο σαν τον Αδάμ.

Έναν βιβλικό τεμπέλη, έναν υπναρά, ένα ζώο σε χειμερία νάρκη, έναν διεστραμμένο τυφλοπόντικα.

Κάθε δαγκωνιά πάνω στο μήλο της γνώσης, κάθε ξέσχισμα του καρπού, φανέρωνε σημεία και τέρατα, δημιουργώντας τις πιο απροσπέλαστες αλληλουχίες.

Όμως το φανέρωμα των κρυφών πραγμάτων ήταν ήδη μια τραγωδία. Αυτός που μπόρεσε να δει κάτω απ’ το δέρμα της επιφάνειας ανατέμνοντας κάθε πόρο και κάθε φλέβα, την πάτησε απ’ τον ίδιο του τον εαυτό, σαν τον νάρκισσο.

Το είδος μας έχει την αυταπάτη στο αίμα του από γεννησιμιού, αεροκρέμαστο, αλλά προικισμένο με μια γλώσσα που αναλαμβάνει να υπερασπιστεί την υπόθεση του εγωισμού ως υπόθεση της γενικής ευημερίας.

Σε κάθε επιθυμία μας για γνώση υπάρχει ήδη μια σταγόνα σκληρότητας.

Υπάρχει ήδη ένας άνθρωπος μαραζωμένος μέχρι τ’ αυτιά.

Και τότε είναι που η αγία τρέλα τον συνεφέρει απ’ τη δουλεία, όταν γελάει πονηρά χαιρετώντας τους δαίμονές του, αυτούς που νίκησε νωρίς, ακολουθώντας τους στο Μεγάλο Άγνωστο.

Στο επέκεινα της αφροδισίας. Στον τόπο όπου δεν υπάρχουν ωραίες και λαμπερές ηχηρές γιορταστικές λέξεις αλλά ερμητικά σφραγισμένα αυτιά.

Μια φύση που σιχαίνεται ακριβώς το ηλίθιο γούστο αυτού του κόσμου και την εύθυμη χλιδή του.

Μια φύση ασυγκίνητη μπροστά στα ψεύτικα στολίδια, τα κουρέλια και τη χρυσόσκονη της ανθρώπινης ματαιοδοξίας.

Η Εύα απέδειξε πως το να στολίζεσαι είναι αιώνια γυναικείο.

Είναι η κλοπή της ομορφιάς απ’ τα χέρια του καθυστερημένου Αδάμ, του πουριτανού, του λογικού, του συμβιβασμένου με μια φαντασίωση.

Ο Αδάμ εξελίχθηκε βιαίως κι έγινε ένας βασιλιάς, ένα καλοφτιαγμένο όνομα, ένας άρχοντας, ένας παπάς, ένα καλοφτιαγμένο πόδι, ένας άντρας.

Μα ο άντρας, μεταχειρίστηκε μέχρι σήμερα τη γυναίκα σαν πουλί που έχει παραπλανηθεί από τα ύψη, σαν κάτι πιο ντελικάτο, πιο εύθραυστο, πιο άγριο, πιο παράξενο, πιο γλυκό, πιο γεμάτο ψυχή, αλλά σαν κάτι που πρέπει να κλειστεί στο κλουβί για να μην πετάξει μακριά.

Αν μαθαίνει σήμερα κάτι ο άντρας στη γυναίκα είναι το να ξεμαθαίνει να φοβάται τον άντρα.

Μα η γυναίκα που «ξεμαθαίνει τον φόβο» ξεπουλά τα πιο γυναικεία της ένστικτα.

Ξεπουλά την κληρονομιά της Εύας, που έφερνε την προμηθεϊκή γύμνια της ως τα ρουθούνια του Αδάμ, για να τον ξυπνήσει απ’ το λήθαργο του συμβιβασμού.

Για να τον εξυψώσει στην αθανασία, εκεί όπου τα σπόρια της ηδονής φέρνουν ένα μέλλον που δεν χρειάζεται προσευχές και παρακάλια.

Ένα μέλλον όπου η ρομφαία της ουτοπίας θα είναι πιο κοφτερή απ’ τη ρομφαία των Χερουβείμ και θα μπορεί να τσακίζει κάθε σαπισμένο πείσμα και κάθε ακάνθινο εγωισμό. Κάθε χριστούλη και κάθε προφήτη που θα σταβλίζεται κάτω απ’ τα θεϊκά παπάρια του Αδάμ.

Λιβιδώ Ή Περί υπνοβατών

Η Λιβιδώ δεν είναι μόνο το σφαγείο αλλά και το υπνοδωμάτιο των θαυμάτων. Ο κόσμος βάφει ξανά και ξανά τους τοίχους που μουτζουρώνει ο θάνατος με την υπογραφή του. Την ώρα που ξεφυτρώνει το χνούδι γύρω απ’ τη σχισμή που φέρνει βία και οδυρμό. Πολιορκίες και πάθη. Μέθη αιμοδιψή μιας νύχτας που εξαφανίζει τις δυναστείες. Μέθη για να καλλιτεχνήσεις τις αποχρώσεις μιας λέξης, μιας χειρονομίας ή μιας στιγμής. Η Λιβιδώ μού μαθαίνει να ξεφυλλίζω το βιβλίο του κόσμου. Μού μαθαίνει να ψάχνω εκεί έξω κάτι μεγαλύτερο από μένα. Να βγάζω κάθε φορά τη σφήνα απ’ το βαρέλι της εμπειρίας και να βουλιάζω μες στη φρενίτιδα της πλημύρας που διχάζει τους μαγαρισμένους πιστούς. Να η Λιβιδώ, πως ξεφωνίζει τους πόνους τού τοκετού της. Πως κάνει ένα γαϊδούρι να γκαρίζει κι έναν καλόγερο να μαδά μια κότα στο νεροχύτη. Να η Λιβιδώ που λαχανιάζει. Η Λιβιδώ που της χώνουν στο στόμα κοπριά. Να η Λιβιδώ που ξεσπά σε γέλια και τρυπώνει στα γερασμένα μουλάρια της Δύσης. Να, με τα τεντωμένα της ρουθούνια πως οσφραίνεται τη μυρουδιά των λυγμών. Οι τριχούλες της έτσι ανυπόμονες, αφημένες σ’ έναν υπερχριστιανισμό της ηδονής. Σε μιαν επιτήδευση που παραμονεύει την ευτυχία για να της δαγκώσει το σβέρκο. Να σημαδέψει, να γρατσουνίσει αυτή την τυφλή σάρκα. Να γκρεμίσει κάθε βασίλειο, αφήνοντας μόνο αυτό το διαυγή μάρτυρα της ηδονής, που τον διαπερνά κραυγή θανάτου και πέταγμα αητού.

Καταβροχθισμένος

Αποτέλεσμα εικόνας για erotica art kolaz bed

Από τη μια, η φύση που μας βυθίζει στην ασύλληπτη μεροληψία της κι απ’ την άλλη, η φύση που μας εγκαταλείπει μέσα στις φαντασιώσεις μας, αυτές που τις κατατρέχει ο δαμασμός της.

Απ’ τη μια το ένστικτο λυσσασμένο κι απ’ την άλλη η διάνοια, να επιθυμεί κάθε φορά να εξαντλήσει την άπειρη ανάπτυξη του δυνατού.

Μια πάλη με όλα τα φρενιασμένα σπέρματα, μια κόσα που κάνει τους μίσχους να αιμορραγούν και τα ανθρώπινα πνεύματα να φτιάχνουν δολώματα για να πιάσουν τη μια στιγμή, όπου ο λυγμός της επιθυμίας επισκέπτεται το μέγα σεξουαλικό στομάχι.

Όπως το σκυλίσιο βλέμμα ραγίζει τις ευαίσθητες καρδιές, για να το ταΐσουν αυτές με το κρέας τους ή με το ξεροκόμματο στοργής, έτσι, η ομορφιά μας κοιτάζει στα μάτια.

Μπροστά μας τότε στέκεται μια τέτοια υπερφωτισμένη γυμνότητα, όπου τα μέρη που βλέπουμε πάνω της φτάνουν στο σημείο να ξυπνούν συνειρμούς για αυτό που δεν φαίνεται.

Μα ποιο ζώο μπορεί να απεκδυθεί το πετσί του, την προβοσκίδα του, τους μυς του και τ’ αγκάθια του;

Να, η κύστη πιέζει, ο κώλος τρώγεται με το βρακί και η καρδιά χτυπά δυνατά.

Τρώμε, ροχαλίζουμε ή κοκκινίζουμε από ντροπή. Όμως ποιος από μας είδε ένα πρόβατο να κοκκινίζει πέφτοντας από ντροπή στα τέσσερα;

Ποιος έχει δει τη γουρούνα να προσεύχεται προτού ορμήσει στα βελανίδια, όπως ορμούν οι αρχιμανδρίτες πάνω στο μαντρί τους για να το κατασπαράξουν μετά την προσευχή;

Αυτό που δεν φαίνεται δεν πρόκειται να το δούμε ποτέ.

Μόνο ίσως να το φωτίσουμε μέσα μας, εκσπερματώνοντας λίγη απ’ την περίσσεια αθανασίας που διαθέτουμε.

Διαθέτοντας ως παλαβά ζώα τη νόηση και την ειρωνεία πάνω απ’ τον κατατρεγμό της ηδονής.

Την ώρα του σπασμού και της κορύφωσης κανείς δε νοιάζεται για τη γνώση.

Κανείς δεν κάνει σεμινάρια αυτογνωσίας τη στιγμή της ιερής χυσιάς, που είναι ιερή διότι κάνει το πλεόνασμα παρανάλωμα για την απόλυτη ευτυχία της μιας στιγμής.

Της στιγμής, όπου οι δύο φύσεις ενώνονται, φουντώνοντας στεντόρεια με εκείνη την ευέλικτη ελαφρότητα του έρωτα, που αποχαλινώνει στο σεξουαλικό αβυσσαλέο σκοτάδι κάθε ζηλοτυπία.