ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Κατηγορία: Κείμενα

Το τέλος των παραμυθιών Ή Όταν ο Σούπερμαν γάμησε τη Χιονάτη

Αποτέλεσμα εικόνας για art kolaz demon erotica

Ζούμε την εποχή που εχθρεύεται την ερωτική αρετή, αφού, υπάρχει και τέτοια αρετή που δεν έχει προγραφεί στα κατάστιχα των παπάδων.

Ζούμε κάτω απ’ τη μέγγενη των νομοθετικών υπολογισμών και την απόλυτη δικτατορία της μικροψυχίας, της ψυχρότητας, του εγωισμού, της φιλαργυρίας, της εξαπάτησης και της εμπορικής πανουργίας.

Ζούμε τον καπιταλιστικό όλεθρο με χαρούμενες διαφημίσεις που απευθύνονται σε αποτριχωμένους πιθήκους.

Αγόρια που οδηγήθηκαν στο να κάνουν τη λύσσα τους μάρκετινγκ και κορίτσια που έχωσαν στο μουνί τους μερικά αιμόφυρτα χαρτονομίσματα.

Ο λαός έγινε ο ίδιος υποκείμενο της βιαιότητας των επιθυμιών του. Λαντζέρης της εικόνας του, έρμαιο δικτύων μιας κίβδηλης επικοινωνίας εξ’ αποστάσεως και μιας συνθήκης που τον θέλει υπάκουο στη μια και μοναδική πολιτική άποψη.

Αυτή, της ήπιας προσαρμογής. Μιας προσαρμογής θρησκευόμενης και μικροαστικής που οδηγεί στη ζεστή αγκαλιά της ακροδεξιάς.

Στο βλακώδη πατριωτισμό και εθνικισμό, λες και η πατρίδα υπήρξε κάτι αναλλοίωτο από γενέσεως κόσμου.

Παιδάκια που ξεπετάχτηκαν βιαστικά απ’ τη μήτρα της οικογένειας στον έξω κόσμο, κι απ’ τα παραμύθια του σχολικού εγκλεισμού στο δημόσιο λοιμοκαθαρτήριο των αναγκών και των παθών.

Άλλα παιδάκια φόρεσαν κουκούλες για να κάψουν και να σπάσουν, χωρίς να ξέρουν γιατί, χτίζοντας τον πιο ιερό παρακρατικό μηχανισμό χωρίς καν να το γνωρίζουν και χωρίς να το μάθουν ποτέ.

Άλλα παιδάκια έβαλαν στον κώλο τους τα λάβαρα της Βεργίνας και τις γαλανόλευκες φούστες της κακογαμίας των γονιών τους, ανοίγοντας το καπάκι με τους φασιστικούς δαίμονες, τη φρίκη, τη βία και το ρατσισμό.

Δεν είναι απαραίτητη πλέον η δεσποτεία του δασκάλου και του λοχία με τη μορφή του πειθαναγκασμού. Αρκεί η εκούσια παραδοχή των συμβάντων γύρω μας. Αρκεί η υποταγή στις αξίες των καιρών.

Οι πνιγμένοι του Αιγαίου και οι πνιγμένοι όλων των θαλασσών είναι στατιστική που σκορπά ρίγη συγκίνησης για λίγα δευτερόλεπτα μέχρι τις επόμενες διαφημίσεις.

Δεν είδα καμμιά κατάληψη στα κωλοσχολεία της Ευρώπης για τους πρόσφυγες και κανένα ανάθεμα στη δημοκρατία που θάβει και πνίγει ανθρώπους.

Μονάχα την αποδοχή μιας Ευρώπης-φρούριο υπό τις φτερούγες της frontex.

Μονάχα την άψογη ελληνική οικογένεια και την άψογη ευρωπαική οικογένεια με τον παιδοκεντρισμό τους, επελαύνοντας στα σούπερ μάρκετ και τις Μαύρες Παρασκευές, σαρκάζοντας όλους τους άλλους εκτός απ’ την κωλοτρυπίδα τους και το θεό τους.

Αυτή η ευτυχισμένη ελληνοχριστιανική οικογένεια που υπήρξε μια καλοστημένη απάτη, με βιτρίνα το έθνος και την εκκλησία-λέγοντας στα παιδιά της τόσα παραμύθια που στο τέλος αυτά αρχίζουν και ξερνούν ακατάσχετα σε εππίπεδο ψυχολογικό, κοινωνικό και ανθρώπινο-προσπαθεί να δείχνει αξιοπρεπής προς τα έξω μα μέσα είναι βαθύτατα αισχρή και βίαιη.

Ο φασισμός ως πρακτική της οικογενειακής ζωής αναπτύσσεται και μεταλαμπαδεύεται φτιάχνοντας καταπιεσμένους χαρακτήρες που σκούζουν αντί να μιλάνε, σπάνε και καίνε αντί να υποψιάζονται, πίνουν μέχρι θανάτου αντί να διασκεδάζουν.

Τα πρότυπα των παιδιών δεν είναι παρά σχέσεις της συμφοράς, πρόσωπα βγαλμένα απ’ τους βόθρους που ξεπλένει με περισσή σπουδή ο διαφημιστής στην τηλεοπτική και ψηφιακή κολυμπήθρα.

Ο φόβος για τον Άλλο και τον διαφορετικό μετατρέπεται σε φόβο για την ίδια τη ζωή.

Ο κόσμος μοιάζει να θεμελιώνεται όλο και πιο πολύ στην εκάστοτε ευκολότερη λύση.

Μα η ευκολότερη λύση είναι πάντα ο θάνατος και η καταστροφή. Η βία στα κάτεργα της εργασίας που θέλει νεκρούς χιλιάδες στους τροχούς της ευημερίας, το μαύρο αίμα που κυλά στην έρημη γη του φασισμού.

Η καθημερινή αναισθησία και η προγραμματισμένη υποκρισία που αποκτάμε αργά και επώδυνα λέγοντας ψέματα στον ευατό μας.

Τον άρτο και τα θεάματα που πετά μέσα στο άδειο σεξουαλικό μας στομάχι μια τρελή και ασύδωτη άρχουσα τάξη που τρώει σάρκα ανθρώπινη και ξεδιψά πίνοντας αίμα, φτιάχνοντας τώρα διαστημικά κοτέτσια στον Άρη, αφού γάμησε τη Γη.

10402495_746291862129027_7697141532950523110_n

Η συμφορά απ’ το θάνατο των σατανάδων

Αποτέλεσμα εικόνας για art kolaz demon erotica

[απόσπασμα]

Με βρήκαν λαχανιασμένο κάτω απ’ το κρεβάτι οι μακρινές βροντές και οι αστραπές.

Έψαχνα για κόκαλα και σαρδέλες, κάτω απ’ τον επιτάφιο του ύπνου και του έρωτα.

Ο ήλιος έστελνε λίγη απ’ την ουσία του στη διάνοια του σώματος που ήταν χαμένο στις ψεύτικες ασχολίες του νου.

Η ευδαιμονία του φόβου και η νοσταλγία των σπηλαίων, το φως που λίγο λίγο-σαν το πνεύμα της συμφοράς που δεν έχει συναισθήματα-φώτιζε τα παράφορα πάθη που ήταν μαγκωμένα κάτω απ’ τη μυστική φωτιά μακρινών παραδείσων, η κοκαλιάρα όρεξη της υπεροψίας που μας κάνει γιγαντιαίους θεούς πλέοντας μες στην τέρψη των ειδυλλίων και στις ασαφείς ερωτικές λάμψεις.

Η συμφορά απ’ το θάνατο των σατανάδων που τους ξεκοίλιασε το φεγγαρόφωτο και δεν έμεινε απ’ αυτούς τίποτε άλλο εκτός από μια γελοιογραφία ή ένα μηδέν παμπόνηρο μέσα στο χάος, στο καθαρτήριο όπου ο αγαθός θεούλης φροντίζει για όλα.

Ρίχνοντας, σε μας, τους πρίγκηπες της απόλυτης φτώχειας τις μακρυνές βροντές και τις αστραπές όταν κρυβόμαστε κάτω απ’ το κρεβάτι μας σαν ορθόδοξοι καλόγεροι, σκεπτόμενοι το πρώτο γαμήσι με πουτάνα και όλα τα εξώλης και προώλης δαιμονικά που θέλουν να μας βουλιάξουν.

Περιφέροντας το διαχωρισμό εκκλησίας-κράτους στην αγορά Ή εισαγωγή στην πολιτική πτωματολογία

Αποτέλεσμα εικόνας για τσίπρας ως νεκροσ παλαιοημερολογιτης

Οι υπάλληλοι του θεού, μαζί με το πακέτο άφεσης αμαρτιών, κάνουν δώρο στους οφειλέτες και μιαν υπόσχεση για μετά θάνατον παραδεισένια ζωή, ως αποζημίωση για την ένδεια της συνείδησής τους.

Επειδή, ο θεός, ως παντοδύναμος και πάνσοφος-βυθισμένος δηλαδή στην πνευματική του απάθεια-δεν διαθέτει λίγο απ’ τον άπειρο και αιώνιο πλούτο του για τη μισθοδοσία των πωλητών του, την ανέθεσε μέσω φωτισμένων απ’ το Άγιο Πνεύμα συνταγματολόγων, στο κράτος.

Το κοσμικό κράτος λοιπόν, είναι αυτό που προσφέρει πάχυνση εις τις τσιτωμένες μπάκες των επισκόπων κι ένα πιάτο φαΐ στους κοπιάζοντες οικοδόμους του λόγου του θεού, που τρέχουν από τρισάγιο σε τρισάγιο κι από λιτανεία σε λιτανεία για έξτρα χαρτζιλίκι, αφού, το φακελάκι εις τον ιερέα είναι αγιασμένο απ’ τον Κύριο και άκρως απαραίτητο λαδάκι για τα ουράνια γρανάζια, οδηγώντας τον πιστό εις τον παράδεισο δίχως ταλαιπωρίες και περιττά διαπιστευτήρια, εις την τελική αίθουσα της κρίσεως, όπου χρυσόφτερνα αγνά αγγελάκια κάνουν το φέις κοντρόλ.

Ο ορθόδοξος όχλος, αυτό το ταπεινό κοπάδι από βόδια, που φέρουν τον δημοφιλέστερο θρησκευτικό ζυγό, απαιτεί από όλους μας, πιστούς και μη, ένα ποσοστό της εργατικής μας δύναμης να συντηρεί τις υποθέσεις του μεγαλοδύναμου.

Και βεβαίως χρειάζονται χρήματα για να συντηρηθούν τα ιερά αντικείμενα, τα άπειρα κομματάκια του Τιμίου Σταυρού, τα παϊδάκια Αγίων, οι κάλτσες και η βρακοζώνα μοναχών που αγίασαν, κάνοντας χριστιανική γιόγκα, τα αυτιά του γαϊδάρου του Βαλαάμ, το πνευμόνι του κόκορα που κάλεσε τον Πέτρο σε προδοσία, οι ναοί και τα κτήματα, τα ιερά ιδρύματα φιλανθρωπίας που διάγουν εξέχουσες αγαθοεργίες φυσικά με ξένο κώλο.

Στο θεοκρατικό μας καταγέλαστο καρναβαλικό καθεστώς, όπου συντρώγει όλη η καλή κοινωνία με χρυσά πιρούνια και χρυσά κουτάλια, οι πτωχοί θα πρέπει να παρηγορούνται για την κακή τους μοίρα και θα πρέπει οι παρηγορητές τους να πληρώνονται αδρά.

Οι εξελιγμένη κυβερνητική συμμορία, η πιο βελτιωμένη δεξιά, που χωρά στην αγκαλιά της απ’ τον μικροαστό αναρχικό μέχρι τον ακροδεξιό χίτη κομμουνιστοφάγο, ξέρει καλά την τέχνη τού να χαϊδεύεις αυτιά, θολώνοντας κάθε φορά με γκεμπελική ακρίβεια τα ήδη στάσιμα νερά του δημόσιου χώρου.

Αυτά τα φωτισμένα πολιτικά μειράκια, χορτασμένα απ’ τα εύσημα των πρώην Ευρωπαίων σφαγέων μας, ξέρουν καλά πως η θρησκεία-αυτή η Κόρη της Ελπίδας και του Φόβου που εξηγεί στην Άγνοια τη Φύση του Ακατανόητου-είναι το πιο σπουδαίο εργαλείο της ανθρωποβοσκής και εξασκώντας αυτή, την αρχαία τέχνη των λαοπλάνων, τού να ικανοποιείς δηλαδή όλα τα ακροατήρια, χέζουν με τον πιο αδίστακτο τρόπο πάνω στη νοημοσύνη μας.

Σε μια χριστιανοεθνικιστική δημοκρατία που τον πρώτο λόγο έχει η μεταφυσική και η παπαδοκρατία, το θεμέλιο της δημόσιας τάξης είναι η υποταγή, αυτή που κληρονομήθηκε από προγόνους υποταγμένους στο, έτσι τα βρήκαμε.

Ας ανακράξωμεν λοιπόν όλοι μαζί, Ζήτω το έθνος! Ζήτω ο Σεραφείμ Πειραιώς! και Ζήτω ο Άγιος Καλαβρύτων!

Ζήτω η ιερά φορολογία για την πνευματική πάχυνση των πιστών! Και Ζήτω σ’ εμένα τον δημοκράτη μαλάκα, που δέχομαι να μου κάνουν επεμβάσεις χωρίς αναισθησιολόγο, αφού πρέπει πρώτα να πληρωθεί ο παπάς, ο πιο σπουδαίος αναισθησιολόγος της ανθρώπινης λογικής.

Αναμνήσεις απ΄το σφαγείο των ντελικάτων εραστών

Σχετική εικόνα

[απόσπασμα]

 

Ψηλαφώ αυτά τα πυρωμένα ελαστικά καλώδια καθώς λιώνουν μες στην πρωινή φαντασία. Διάβολοι που ξεφύτρωσαν από μιαν αλλόκοτη τράπουλα.

Αποσυνάγωγοι θεοί που έχουν για κατοικία το κουφάρι των ενστίκτων και για τροφή τις γαγγλιανές μνήμες.

Τα ακατέργαστα διαμάντια του ύπνου βγαλμένα απ’ τις πιο έρημες μοναξιές του μυαλού.

Μνήμες που αγκαλιάζουν την αιωνιότητα, συνεπαρμένες απ’ την έκσταση της αχαλίνωτης στύσης.

Συνουσίες σε διαφορετικά μήκη και πλάτη, με τα σπίτια να κατεδαφίζονται απ’ τους εμφύλιους συζυγικούς σπαραγμούς, μα τα κρεβάτια να παραμένουν ένδοξα κοσμοσεξουαλικά ανάκτορα.

Πειρατές και λαχτάρες απλωμένες σαν αφροδίσιες νέγρικες επιθυμίες, ιστορίες που έχουν ριζώσει, άγριες σαν γάγγραινες, μες στις χαράδρες της καρδιάς που βρυχάται.

Πάντα αναμάρτητος και πάντα θανάσιμα ακριβής, συντηρώ με τα αισχρά μου ποιήματα μια μόνιμη αστροφεγγιά που φωτίζει την αιχμηρή επιφάνεια των ερώτων, αφήνοντας στο έρκος των συμπαντικών οδόντων την ιδέα της εκμηδένισης.

Μπορώ να κοροιδεύω όσους αγκάλιασαν την ήττα τους. Τη θλίψη απ’ τον οδυνηρό κνησμό των αιμορροΐδων, που ξεπετάχτηκαν απ’ τον κώλο του καλού γούστου και της μπουρζουαζίας, που θρηνεί με σαρκασμό το σαπισμένο της πνεύμα.

Κάθε ώρα είναι η ώρα της γέννησής μου, παρασυρμένη από ένα δυνατό ρεύμα. Ξεπεταγμένος και μιαρός απ’ την κοιλιά της μάνας μου στα πεδία των μαχών της μιας και μοναδικής Χώρας.

Της Χώρας της Συνουσίας, χαράσοντας πάνω στο σβέρκο του χρόνου και στους αρμούς των αστερισμών την πιο ιερή και άχρηστη επιθυμία.

Κι ύστερα τόσο αβοήθητος σαν μια πατημένη ψείρα, σαν μάρτυρας του Ιαχωβά, θαμμένος μες στα πασχαλιάτικα βάγια, αποχαυνωμένος φαλακρός γέρος, λοβοτομημένος, σαν πρόβατο χαμένο στον κόσμο του, όπου καμμιά αγωνιώδης επανεκτίμηση των πραγμάτων δεν θα ταράζει την αυτοσυγκέντρωσή μου στην ιδέα του θανάτου.

Η Αγία Μουνίλα

Αποτέλεσμα εικόνας για colloge art erotica

Μυρουδιές από φρεσκοσκαμμένη γη, από τενεκέδες φορτωμένους με άνθη.

Μυρουδιές από σκατά σκύλου και υγραέριο.

Μυρουδιές ψωμιού και γλυκισμάτων.

Μυρουδιές από πορδούλες κοριτσιών και μασχάλλες γεροντοκόρης.

Μυρουδιές από καμμένη ζάχαρη και φυστίκια. Από βρεγμένα μαλλιά και καραμέλα.

Μυρουδιές ελαφριές, ερεθιστικές, στεγνές.

Μυρουδιές από δημόσιες τουαλέτες και φρεσκοσκαμένους τάφους.

Μυρουδιές από αγκαλιές που μας άφησαν άναυδους.

Μυρουδιές από σάπιο αίμα και κόλλυβο.

Μυρουδιές από στρατώνες και κουζινάκια.

Μυρουδιές από λεσβιακό πανζουρλισμό και αγορίσια βαρβατίλα.

Μυρουδιές από πεδία μαχών και κρεματόρια.

Μα σχεδόν πάντα, η εκλέπτυνση που φέρνει η ωριμότητα των αισθήσεων, εξαφανίζει όλες αυτές τις μυρουδιές και τις αντικαθιστά με μιαν άλλη ξεχωριστή, αξέχαστη, ιδιαίτερα ευχάριστη και διαβρωτική μυρουδιά.

Τη μυρουδιά του μουνιού, αυτή, που μένει κολλημένη σαν μελίγκρα στα δάχτυλά σου μετά την ιερή συναναστροφή και την ερωτική δολοπλοκία, αυτή ακριβώς τη μυρουδιά που είναι η πιο ευχάριστη διότι έχει μέσα της το άρωμα των περασμένων, πολύ πιο έντονα απ’ τη μυρουδιά του ίδιου του μουνιού.

Για του Χριστού την πίστη την αγία θα σας γαμήσουμε ξανά την Παναγία

Αποτέλεσμα εικόνας για slave art photo

Οι σκλάβοι ανέβαιναν έντρομοι πάνω στα πλοία των Ευρωπαίων. Πίστευαν πως θα τους φάνε ζωντανούς, αφού έβλεπαν πως το δουλεμπόριο καταβρόχθιζε μέρα με τη μέρα την Αφρική.

Ένας χάρτης που εκδόθηκε στο Παρίσι αποκάλυπτε στους ενάρετους Ευρωπαίους τις αιτίες της αφρικανικής φρίκης.

Τα άγρια ζώα να τρέχουν πανικόβλητα και διψασμένα για να πιουν το λιγοστό νερό απ’ τις πηγές της ερήμου.

Ζώα κάθε λογής ποδοπατώντας το ένα το άλλο μέσα στη ζέστη και στη δίψα.

Ζώα που ζευγάρωναν, παλαβά και διεστραμμένα, χωρίς να βλέπουν τι κάνουν διασταυρώθηκαν και δημιούργησαν τα πιο φριχτά τέρατα του κόσμου.

Οι δουλέμποροι είχαν αναλάβει το θεάρεστο έργο να σώσουν τους σκλάβους από εκείνη την κόλαση. Και το βάπτισμα ήταν το κλειδί που άνοιγε όλες τις πύλες του παραδείσου.

Ο ποντίφικας είχε επιτρέψει στο βασιλιά της Πορτογαλίας το δουλεμπόριο με προϋπόθεση τον εκχριστιανισμό των αραπάδων.

Την εξομάλυνση της άγριας φύσης και των ενστίκτων. Τον κατευνασμό της ηλιακής στύσης τους και το φάσκιωμα της γύμνιας τους, εκείνα τα χρόνια που τα πλοία πλησίαζαν με δυσκολία στις αφρικανικές ακτές, αφού, τα νερά κόχλαζαν και στη θάλασσα παραμόνευαν φίδια που ορμούσαν στα πλοία και ο μαύρος σατανάς έκανε τους λευκούς ναυτικούς μαύρους με το που πατούσαν το πόδι τους στη μαύρη γη.

Στην Αφρική γινόταν η πιο σπουδαία σταυροφορία της Χριστιανοσύνης. Στα συμβόλαια και τα λογιστικά βιβλία οι σκλάβοι ήταν περασμένοι ως κομμάτια ή εμπορεύματα, παρότι το βάπτισμα και το αγιασμένο ύδωρ με βασιλικό διάταγμα έδινε ψυχή στα άδεια εκείνα κορμιά.

Στο τραπέζι η φωτισμένη αριστοκρατία μιλούσε για γάμους, κληρονομιές και σκυλιά που κυνηγούν σκλάβους.

Τα πλοία των δουλεμπόρων που αγαπούσαν την ελευθερία ονομάζονταν Βολτέρος και Ρουσό.

Τα πλοία που είχε μετοχές η εκκλησία διακονώντας το φιλανθρωπικό της έργο είχαν ευλαβικά ονόματα όπως Ψυχή, Ευσπλαχνία, Προφήτης Δαυίδ, Ιησούς, Άμωμος Σύλληψη.

Οι πιο λεπτεπίλεπτοι δουλέμποροι εκδήλωναν την αγάπη τους για την ανθρωπότητα, τη φύση και τη γυναίκα, δίνοντας στα πλοία τους ονόματα όπως Ελπίδα, Ισότητα, Περιστέρι, Ουράνιο Τόξο, Μικρή Πόλυ, Αγαπημένη Σεσίλια, Φρόνιμη Χάνα.

Όταν τα πλοία φτάναν στα ευρωπαϊκά λιμάνια όλοι καταλάβαιναν το εμπόρευμα απ’ τη μπόχα.

Οι σκλάβοι, αλυσοδεμένοι μέσα στα κάτουρα και στα σκατά, περίμεναν τον αγοραστή τους.

Σήμερα οι σκλάβοι μετακινούνται με δικά τους έξοδα. Έχουν την ίδια ελευθερία που είχαν οι πρόγονοί τους, όταν οι ευσεβείς Ευρωπαίοι τους χτυπούσαν με το μαστίγιο και τους πετούσαν στις φυτείες.

Προσπαθούν να γλιτώσουν απ’ τον πόλεμο, την ξηρασία, τα μολυσμένα ποτάμια και την άδεια τους κοιλιά.

Σήμερα όμως ο χριστιανικός καπιταλιστικός παράδεισος είναι περιφραγμένος με ηλεκτρικά καλώδια και οι άθλιες βάρκες με τους μετανάστες που καταποντίζονται στη θάλασσα είναι τα ένδοξα δισέγγονα εκείνων των δουλεμπορικών.

Οι παπάδες και οι μη κυβερνητικές οργανώνουν τον καταμερισμό της δουλείας, όπως δυο αιώνες πριν, οι επίσκοποι και οι αυτοκράτορες αποφάσιζαν πως πρέπει να υπάρχει η Τζαμάικα για να γλυκαίνει το τραπέζι των Ευρωπαίων.

Μα τι θα ήταν η Ευρώπη δίχως το ασήμι της Βολιβίας και του Μεξικού;

Θα είχε γίνει άραγε η βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία δίχως τη χρυσή γέφυρα πάνω απ’ τη θάλασσα φτιαγμένη απ’ το χρυσάφι της Βραζιλίας;

Δίχως το δουλεμπόριο ποιος θα είχε χρηματοδοτήσει τη μηχανή του Τζέιμς Βατ; Και σε τι χυτήρια θα είχαν γίνει τα κανόνια του Τζωρτζ Ουάσινγκτον μαζί με τα μπαζούκας για τον πόλεμο του Βιετνάμ;

Πως θα ήταν η Ελλάδα μας χωρίς τους Αλβανούς σκλάβους και η δυτική Γερμανία χωρίς τους ανατολικογερμανούς είλωτες;

Ποιος θα ξεσκάτιζε τα παιδιά των αστών αν δεν υπήρχαν δούλες Φιλιππινέζες;

Που θα γαμούσαν οι εκσυγχρονισμένοι νεοέλληνες αν δεν υπήρχαν πεινασμένες Βουλγάρες;

Και τι θα έτρωγαν οι καρχαρίες της μεσογείου και οι κοριοί της Ευρώπης αν δεν υπήρχε αυτή η νόστιμη εισαγόμενη ανθρώπινη σάρκα που μασκαρεύει τον όλεθρο με χριστιανική κατάνυξη και ηρωικές πράξεις;

Αποτέλεσμα εικόνας για δημοσιογραφοσ τρικλοποδια σε μεταναστεσ

 

Η διαθήκη

Σχετική εικόνα

Ο διάβολος άφησε διαθήκη-σε μας τα παιδιά του-τον κατατρεγμό του Οιδίποδα. Μια πληγή πάνω απ’ τον κρατήρα της βόμβας του σεξ, για να μην ξεχάσουμε ποτέ την γαλάζια κλειτορίδα της αιωνιότητας κι αυτό το σαρκοβόρο λουλούδι της ζωής, που, σκορπά το άρωμά του πάνω απ’ τις ερωτικές μας γενοκτονίες, όπως τα παιδιά του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας έσφαξαν τη μητέρα και τον εραστή της, δίνοντας έμπνευση στον ποιητή Αισχύλο και στον δόκτορα Φρόιντ.

Τι θέλει να πει ο ποιητής;

Αποτέλεσμα εικόνας για collage erotica priest

Για πολλούς αιώνες η ερωτική απόλαυση ήταν υποβαθμισμένη στην κατηγορία του βίτσιου. Οι νόμοι της οικονομίας και της αγοράς διαφέντευαν και την παρθενία των ερωτικών οργάνων.

Ο Σαρλ Φουριέ κατήγγειλε πρώτος την εμπορευματική οικονομία και τον φιλελευθερισμό.

Ξεσηκώθηκε σθεναρά ενάντια στην υποδούλωση των γυναικών αντιπαραθέτοντας στον λεγόμενο Πολιτισμό το ιδεώδες της οικουμενικής αρμονίας.

Μέσα στην αξιοθρήνητη βαρβαρότητα που έχει διαμορφώσει ο Πολιτισμός, στηρίζοντας την παντοδυναμία του στην εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης και στην καταπίεση των ενστίκτων, έρχονται να βουλιάξουν οι καταπιεσμένες υπάρξεις κλειδώνοντας το σώμα τους στο πιο σκοτεινό ερμάρι.

Τα πάθη εκφυλίστηκαν απ’ τον τιμωρητικό χαρακτήρα της εργασίας και η ομορφιά έγινε μετοχή στο χρηματιστήριο της απόλαυσης.

Για τον Φουριέ ο έρωτας είναι το μόνο πάθος που μπορεί να δημιουργήσει δεσμούς ανάμεσα στους ανθρώπους.

Η ερωτική μανία ανήκει στα δικαιώματα του πολίτη, διότι ο έρωτας είναι ουσιαστικά το πάθος του παραλογισμού, αφού, η ίδια η φύση επιφυλάσσει στις ηδονές μιαν απέραντη ποικιλία.

Η αρμονική κοινωνία του Φουριέ αξιοποιεί μέσα στο κοινόβιο τον όποιο κοινωνικό πλούτο, προστατεύοντας τα μέλη του από την απληστία, τη φτώχεια και την εκμετάλλευση.

Στο Φουριέ υπάρχει το νόημα της παιχνιδιάρικης δωρεάν συναλλαγής. Το δόσιμο ως αξία ευτυχίας και η συνεταιριστική πρακτική ως κοινωνική συνθήκη.

Ο Φουριέ κατάλαβε νωρίς τι σημαίνει για την ερωτική φαντασία η αποφασιστική πράξη του να πουλιέται κανείς και αντιλήφθηκε την άδικη και απεχθή απήχησή της.

Γι’ αυτό μίλησε για μοιρασιά και για καθολικότητα του ηδονικού αισθήματος.

Γι’ αυτό έγινε εχθρός των παπάδων και των μουλάδων που μισθοδοτούνται απ’ το περίσσευμα της ταξικής εκμετάλλευσης και της καθολικής εκπόρνευσης του συναισθήματος.

Γι’ αυτό μίλησε για τον άξονα μιας συλλογικής φιλίας που θα είναι η οικογένεια και το σχολείο του ατόμου. Μακριά απ’ τις ατιμίες της αυθεντίας που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μασκαρεμένη καταστολή.

Judas Priest

Σχετική εικόνα

Τα τριάντα αργύρια οι παπάδες τα καταχώρησαν στη στήλη των δαπανών.

Το αιωνίως άλυτο πρόβλημα ανάμεσα στην ηθική και στα διπλά λογιστικά βιβλία, ανάμεσα στην επανάσταση και στη γραφειοκρατία, ανάμεσα στην ουσία και στη γλοιώδη άχρηστη μεμβράνη της, έμεινε μετέωρο πάνω απ’ τα κεφάλια των αμνών.

Στο ιερό αποχωρητήριο των πιστών όπου η Μητέρα του θεανθρώπου αποθεώνεται μες στη θρηνωδία της ακινησίας της, οι άγρυπνοι υπάλληλοι του θεού αναρωτιούνται τι να κάνουν με τα αργύρια που πέταξε στα πόδια τους ο Ιούδας.

Τα νομίσματα που τροφοδοτούν τις απαραίτητες προδοσίες για να λάμψει κάτω απ’ το ανασηκωμένο πέπλο τού θρύλου ο αιωνίως νεκρός θεός μες στη σκιά των δημιουργημάτων του.

Δεν αρμόζει να αγοράσουν μ’ αυτά κερί για το ναό ή άρτο και δεν αρμόζει να τα μοιράσουν στους φτωχούς ως το άγιο περίσσευμα της αφθονίας.

Γι’ αυτό πάντα αποφασίζουν στις δύσκολες κρίσεις και στις δύσκολες στιγμές να ενοικιάσουν το μεγάλο χωράφι του δυνάστη, το πεδίο όπου οι πιστοί συμμερίζονται τον ανταγωνισμό επιστρέφοντας κατά κάποιο τρόπο τα αργύρια του θανάτου στο θάνατο.

Στα πεδία των μαχών, εκεί όπου διαμελίζονται οι αυταπάτες και σήπονται τα αμαρτωλά μας σαρκία υπό το άγρυπνο βλέμμα του θεού, ανάμεσα στα συννεφένια περιδέραια και στους μαγαρισμένους αγγέλους απ’ τον ευσπλαχνικό διονυσιασμό της άφεσης αμαρτιών και της υπόσχεσης για ευδαιμονία μες στο χειροπόδαρο σκοτάδι της μετά θάνατον ζωής.

Ζώνη Γαβρόγλου Ή Φάτε Σκατά Κερνάει Η Κοινωνία

Σχετική εικόνα

Διαχρονικά οι υπουργοί παιδείας υπήρξαν διαιτητές συμφερόντων κάθε θρησκευτικής συμμορίας, που, με αδίστακτο και ανήθικο τρόπο διεκδικούσε και διεκδικεί εξουσία, εφαρμόζοντας τον πιο κτηνώδη προσηλυτισμό πάνω στα κορμιά και στα μυαλά των μαθητών.

Επαΐοντες και σοφοί δημογέροντες αποφασίζουν για όλους εμάς, εμβαπτιζόμενοι πάντα, μέσα στην κολυμπήθρα του κοινοβουλευτισμού, του πιο ακραίου στρατωνισμού της αστικής πολιτικής πορνείας.

Όσο η κοινωνία θα κρέμεται απ’ τα αρχίδια της θρησκείας, ανακατεύοντας το ξινισμένο γάλα της μεταφυσικής-που έχει γίνει δηλητήριο-με τον ακαδημαϊκό ορθολογισμό της συνεχούς προσαρμογής στις επιταγές της αγοράς, θα διαδίδει στους μαθητές το ανταγωνιστικό της πνεύμα, καταστρέφοντας μια για πάντα τη δημιουργική τους αντίληψη, φτιάχνοντας ακόμα πιο βελτιωμένους μαλάκες και πιστούς δούλους.

Αν κάποιος πιστεύει ότι μπορεί ένας υπουργός παιδείας να φτιάξει την παιδεία είναι βλαξ και αν κάποιος πιστεύει πως αυτά τα φιλόδοξα ρεμάλια που δίνουν τον κώλο τους για την καρέκλα θα τον σώσουν είναι δυο φορές βλαξ.

Κι εσείς, ρωμαλέοι μαθητές φοιτητές σπουδαστές, μην νομίζετε πως αν ξεμπήξετε τον κώλο του κυρίου Γαβρόγλου απ’ την υπουργική του καρέκλα και τοποθετήσετε το δικό σας θα αλλάξουν τα πράγματα.

Πρέπει πρώτα να ξεμπήξετε τη μαμά σας και το μπαμπά σας, τους προγόνους σας και το ένδοξο παρελθόν, την πρωινή προσευχή δίκην πρωινής μαλακίας, τα βαρίδια της βρικολακιασμένης παράδοσης που τα κουβαλάτε σαν πιθηκάκια, τις ντροπιαστικές για το ανθρώπινο είδος παρελάσεις, τα όνειρά σας για τον κλιματιζόμενο καπιταλιστικό εφιάλτη, τον τρόπο που κοιτάτε εσείς τα χριστιανόπουλα τον Άλλο και τον Ξένο και τον διαφορετικό, τον ανταγωνισμό με τον φίλο σας και τον διπλανό σας για μια θέση στον ήλιο της εργασιακής ζούγκλας.

Ο Ζαν Ζενέ έλεγε πως είναι καιρός πια να στηρίξουν οι συγγραφείς την εξέγερση της νεολαίας, όχι μόνο με τα λόγια αλλά και με τη συμμετοχή τους.

Είναι καιρός πια κάθε συγγραφέας να κρατάει το λόγο του.

Σχετική εικόνα

Η μπαλάντα των χαρούμενων μπουρζουάδων

604915-ITTYULDF-6

αφαιρούνται οι όμορφες όταν κοιτάζουν
τη δύναμη εκτροπής της ερωτικής μανίας
τα γνωστά βελούδινα σπήλαια και τα
γκαρσόνια που βλέπουν το θάνατο να
κατουράει με σάπια μαραμένα δάχτυλα
χωρίς αρμονία αφύσικα στα περίχωρα
της Νέας Υόρκης του Νικόλαου Κάλλας
με τα μεθυσμένα κωλόπαιδα του Γέιλ
να φοράνε τις πανοπλίες τους και να
συντάσσονται με τους ματοβαμμένους
φονιάδες της Κου Κλουξ Κλαν ξεκινώντας
απ’ τα βάθη του Νότου σαν τεράστια
σμάρια ακρίδες σαρώνοντας τα πάντα
κρεμώντας όλα τα ζωντανά στο πέρασμά
τους ακόμα και τ’ άλογα που τινάζονται
ψηλά στον αέρα κλωτσώντας και κλάνοντας

Ω! γιατροί

χειρουργ.

Ω! γιατροί, ανακουφίστε λίγο τα πονεμένα μου αρχίδια
τους νεφρούς μου, που γέμισαν μικρές άχρηστες πέτρες
αφού, δεν μπορώ καν μ’ αυτές να πετροβολήσω έναν
χωροφύλακα ή να σπάσω μια βιτρίνα την ώρα της
επανάστασης Ω! γιατροί, εμείς τα πιόνια από κρέας
-που σας παραδόθηκαν-με τα αλατισμένα σώματα και
τα ζεστά πόδια, χορτασμένοι πόνο ως το πικραμύγδαλο
του ματιού, αφήνουμε στα χέρια σας τα εκζέματα και
τις πληγές, τα ναρκοθετημένα χρόνια και την τρέλα
Ω! γιατροί, περάστε τα σωληνάκια σας από σιλικόνη
και θρυματισμένες κάμπιες μες στην ουρήθρα μου, με
όσο λυρισμό επιτρέπει η ξυλοκαΐνη στους απροστάτευτους
σκλάβους της, βγάλτε από μέσα μου τον κακό ασβέστη
που έβαλα ενέχυρο για να πληρώσω το νοίκι της ποίησης

Το ντιβάνι Ή λίμπιντο εκτεθειμένη στις πνευματικές ιώσεις

 

Art_Annalynn_Hammond_Collages_15-360x240

Οι αντικατοπτρισμοί της προσωπικής ομολογίας και του προφανούς, μέσω της ψυχανάλυσης, οδηγούν σε μια κωμική ψυχασθένεια, αφού, καμώνονται ως θεραπεία την αλόγιστη αιμομιξία της επιστημονικής συγκατάβασης και της θεολογικής εξομολόγησης.

Μόνο όταν έχεις βαθιά καταχωνιασμένες αλήθειες είσαι άνθρωπος. Όταν δηλαδή καλλιεργείς μέσα σου έναν κήπο ζωτικών μυστικών, φροντίζοντάς τον ως επίμονος κηπουρός, για να τον βλέπεις κάθε τόσο να καρπίζει τη φαντασμαγορία των πλέον θεαματικών βεγγαλικών της μοναδικότητάς σου.

Οι κενοί άνθρωποι εξομολογούνται για να περιφρουρήσουν την κενότητά τους, σπρωγμένοι απ’ το φόβο τού να μην μπορούν να διαχειριστούν τα μυστικά τους. Δηλαδή τον ίδιο τους τον εαυτό.

Όταν ολότελα δεν έχεις να μοιραστείς κάτι με τον εαυτό σου ξεπέφτεις στη μελαγχολία.

Απ’ τη βαριά κατάθλιψη του μαγκωμένου εαυτού στις κοινωνικές βάρβαρες νόρμες, ξεπέφτεις στη μελαγχολία της κενότητας.

Ενσωματωμένος, συμφιλιωμένος και ακίνδυνος.

Η ωραία μπεκατσοκυνηγός Ή Η σκανδάλη ως κλειτορίδα των αγάμητων

KYNHGI-763

Δεν θεωρώ το κυνήγι κάτι νόμιμο ή κάτι παράνομο. Θεωρώ το κυνήγι χρήσιμο ή άχρηστο. Όταν πεινάς πρέπει να κυνηγήσεις για να γεμίσεις το στομάχι σου και να ζήσεις.

Όταν πεινάς, πρέπει, με σφεντόνα ή καραμπίνα, να κυνηγήσεις για να κρατηθείς ζωντανός. Η επιβίωση είναι η πιο βαθιά ανάγκη.

Όμως το κυνήγι σήμερα είναι δολοφονική οργανωμένη πράξη με τις ευλογίες του κράτους που στηρίζει την εξουσία του αποκλειστικά και μόνο στα κουμπούρια και στη βία.

Το κυνήγι σήμερα κατέστη μια βιομηχανία της δύναμης των λούμπεν λεφτάδων αφού για να ξεκαυλώσεις χρειάζεσαι φράγκα, κυνηγετικούς συλλόγους, εταιρίες, περιοδικά με ντροπιαστικά εξώφυλλα σορών δολοφονημένων πλασμάτων, που, θα νομιμοποιούν τα ένστικτα ανθρωπόμορφων γορίλων, ποινικοποιώντας ακόμα και την αθώα διαμαρτυρία όσων δεν συμμερίζονται το νοικοκυραίικο έγκλημα.

Γνωρίζοντας πως το καπιταλιστικό δικαστικό σύστημα είναι μια φάρσα και ότι δεν υπάρχει καμιά πρόθεση να εφαρμόζονται οι νόμοι υπέρ του αδυνάτου, παρά μόνο σποραδικά και τυχαία, δεν επιθυμώ να μηνύσω κανένα καριόλη δολοφόνο κυνηγό-νόμιμο δήθεν ή παράνομο-για να δώσω το δικαίωμα σε κάποιο εισαγγελικό εκδικητικό τσόλι να με φτύνει στα μούτρα με τα σάλια του κουνώντας μου το χοντρό του δάχτυλο υπερασπιζόμενος την δήθεν νόμιμη έξη κάποιων συμπολιτών μας προς το φόνο.

Ο πόλεμος ανάμεσα στους κουμπουροφόρους και τη ζωή ήταν είναι και θα είναι κοινωνικό ζήτημα.

………………………………

 

Κυνήγια

https://dromos.wordpress.com/2015/01/15/%CE%BA%CF%85%CE%BD%CE%AE%CE%B3%CE%B9%CE%B1/

Ο ποιητής Γιάννης Υφαντής δικάζεται επειδή τα έβαλε με παρανομούντες κυνηγούς στη Λευκάδα 

https://www.lifo.gr/articles/greece_articles/208729/o-poiitis-giannis-yfantis-dikazetai-epeidi-ta-evale-me-paranomoyntes-kynigoys-sti-leykada

ΝΤΡΑΠΗΚΑ ΟΤΑΝ ΔΙΑΒΑΣΑ ΟΤΙ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, του πολιτισμού, της ποιήσεως, ένας εισαγγελεύς κατηγορεί έναν ποιητή για ψευδή καταγγελία

https://eyploia.gr/

Επιθυμώ, άρα υπάρχω

11b20871

Απέναντι στην απέραντη ηθικολογία της ποίησης τα τραγούδια των μυρουδιών.

Οι λειψές αισθήσεις μας, είτε από μεγαλοπρέπεια, είτε από ασέβεια, περιτυλίγουν τη συνείδηση με τους ερωτικούς σπασμούς που μας χιλιοκομματιάζουν μες στην ταριχευμένη πραγματικότητα των κανόνων και των δουλικών της θεραπαινίδων.

Μιλώντας οι ποιητές για ιδανικές αρετές, τις καθρεφτίζουν στη λάμψη της φαντασίωσής τους.

Όσες οι φιλίες και οι αγάπες τόσες οι αποτυχίες και τα γκρεμοτσακίσματα. Έτσι ονειρεύονται να θεραπεύσουν το Είναι που αιμορραγεί έξω απ’ το σώμα των κοινωνικών δεσμών.

Όμως τα φαινόμενα επιστρέφουν και οι ποιητές γίνονται αγύρτες στροβιλιζόμενοι μέσα στη διανοητική τους ορμή.

Ο έρωτας διατάσσει τη λαγνεία. Η λαγνεία διατάσσει το διανοητικό αίμα για να γεμίσει το ποτήρι της ακινησίας. Αυτό που θα κατεβάσουν μονοκοπανιά οι επίδοξοι ονειροπόλοι, σαγηνεμένοι απ’ το λόγο που είναι σκληρός και ανέγγιχτος μες στα απλωμένα δίχτυα της μνήμης.

Όλες οι ποιητικές μας προφητείες, όσο ανόητες κι αν είναι, σμιλεύτηκαν απ’ τη λίμπιντο της συναναστροφής και της περίσσειας του νοήματος που εξακοντίζει κάθε πολιτισμός στο κενό της αιωνίου άγνοιας και της ευσπλαχνικής αγρύπνιας.

Η ποίηση επιβιώνει πάντα ως αντίστιξη της θεολογίας του βιοπορισμού.

Παρηγορεί την ανθρωπότητα που βαδίζει στην αγχόνη την ώρα που οι παπάδες και οι οικονομολόγοι δηλητηριάζουν τη σεξουαλικότητά της και το τελευταίο της γεύμα.

Η ποίηση απελευθερώνει μια για πάντα τις λέξεις που στριμώχθηκαν στην κυριαρχία του νοήματος.

Είναι μια εκ προμελέτης ατιμία ή μια χαζοχαρούμενη κραυγή. Το στιγμιαίο λαχάνιασμα στην τόσο κουτά μονόχνοτη ζωή. Το καρδιοχτύπι που φτάνει στους όρχις. Το καρδιοχτύπι που συνταράσσει το αρχέγονο δασύτριχο μουνί της επιθυμίας.

Ζακ

zak

Σε καιρό ειρήνης τα παιδιά παίζουν τους στρατιώτες. Σε καιρό πολέμου οι στρατιώτες σκοτώνουν τα παιδιά που σε καιρό ειρήνης παίζουν τους στρατιώτες. Και τα παιδιά εξαφανίζονται απ’ τον κόσμο και μένουν οι στρατιώτες ταΐζοντας τα κοράκια τα τσακάλια και τις ύαινες. Μέχρι να σκοτώσουν όλα τα παιδιά καρφώνοντάς τα στη γελοία τριχωτή πούτσα του νεκρόφιλου παιδεραστή θεούλη.

The distance between two bodies Ή Πάρε με αγκαλιά να μη πατήσω τα γυαλιά

dist

Ακούω τα δάκρυά της. Μπορώ να φανταστώ τα χείλη της να τρεμοπαίζουν. Ο χρόνος έχει γίνει μπίλια μες στο φλιπεράκι της καρδιάς.

Κάθε συναίσθημα έχει ένα συγκεκριμένο ρυθμό, μια βασική συγχορδία που μπορεί να καταγραφεί με τη μορφή μουσικής παρτιτούρας.

Ωστόσο, ένα είδος βαθιάς ερωτικής ένωσης έρχεται να δέσει με το νήμα του δυο κορμιά πάνω απ’ τις ρομαντικά χυδαίες μαγειρικές των οργασμών.

Όλες οι αξιοθρήνητες δημιουργίες μας διασχίζουν την ανθρώπινη έρημο για να χαθούν στην άμμο της λησμονιάς.

Μα, οι ερωτικές μας δημιουργίες, αυτές που καταπίνουν κεφάλια, χέρια, πόδια μένουν σαν πανάρχαιο αίμα πάνω στις πέτρες και πάνω στα δόντια της μυλόπετρας που συνθλίβει ένα ένα τα δέντρα της παιδικής μας ηλικίας αφήνοντάς μας ολομόναχους σ’ αυτό το δάσος δίχως εκλογή, σ’ ένα απόκρημνο ατέλειωτο μονοπάτι.

Ο έρωτας αυτό το αγγελόθρεφτο ανθρωπάκι έριξε το βέλος του, τότε, στον παγκόσμιο πόλεμο της ηδονής κι αυτό έκανε τον κύκλο γύρω απ’ τη γη και τον χτύπησε στην πλάτη.

Ο έρωτας, ως δαίμων που υπάρχει μέσα μας, τόσο αλαφροΐσκιωτος όσο η βιοχημεία των σεξουαλικών μας οργάνων, κάθεται τώρα μονάχος πάνω σ’ έναν κορμό πεσμένου δέντρου ακριβώς στο κέντρο της ξεχασμένης μάχης, υφαίνοντας, τους πικρούς διαλογισμούς του.

Κι όμως, κάποια στιγμή στριφογυρίζει στις φτέρνες του και κράζει σαν κόκορας πανευτυχής, αυτοκράτορας της ίδιας της λαλιάς του, κυβερνήτης της δικής του αναπνοής, αδάμαστος πάνω στον τραχύ λαιμό του πολιτισμού της υποκρισίας.

Ο έρωτας που μ’ αυτόν βάφουν τους τοίχους οι δογματικοί αιθέριοι προλετάριοι, μες στις πολιορκίες και τους λοιμούς της πόλης, δεν ξεχωρίζει την ψυχή απ’ το σώμα και τα δάχτυλα απ’ τις σχισμές.

Πότε χορτασμένος κραταιός μονάρχης και πότε χλωμός και λυπημένος όταν τον ανταμείβουν με δηλητήρια και κουφέτα.

Μα, ξαφνικά, πάντα, βγάζει μιαν υπόκωφη βοή τη στιγμή που ο ψίθυρος της παρακμής κυκλώνει τα κορμιά, λες και η ιστορία ξεθεμελιώνεται κι ένα τεράστιο μανιτάρι ξεπροβάλει πελώριο σαν την ίδια τη ζωή, γεμάτο με εκατομμύρια κύτταρα, αιώνιο και χυμώδες, σαν να εμφανίζεται στον κόσμο αυτό για πρώτη και στερνή φορά.

Όταν έκλασε ο Νίτσε

mixal_xairetismos_765246067

Απ’ την παλιά γκραβούρα ξεπετάχτηκε ένας ψυχοπλακωτικός και καταπιεστικός τύπος.

Φαινόταν γκριζομάλλης άντρας σαν παλαιός δάσκαλος γεμάτος καταπιεσμένα βίτσια, σαν εθνικόφρων αριστερός, λίγο ντροπαλός αλλά έτοιμος να διαβεί της λησμονιάς το γάργαρο ποτάμι.

Ήξερε καράτε, κινέζικο μποξ, τζούντο. Στεκόταν όμως εκεί κρατώντας την κυνηγετική του καραμπίνα.

Του άρεσε να επιδεικνύει τα ύποπτης προέλευσης παράσημα απ’ την εποχή του Βιετνάμ.

Με το πρώτο φυσίγγι σκότωσε τη μάνα του που τη θεωρούσε υπεύθυνη για την κατάντια του να τον χωρέσει σε μια γκραβούρα με ομίχλες και Ευζώνους και άλλα όμορφα ψηλά παλικάρια που φαινομενικά ήταν πατριώτες, μα, αν τους έξυνες λίγο την ανδρική πέτσα έβρισκες ένα σωρό πούστηδες, ωραίους σαν Έλληνες της αρχαιότητος.

Με το δεύτερο φυσίγγι πυροβόλησε τον πατέρα του στο λαρύγγι, θέλοντας να εκδικηθεί έναν θείο του απ’ την Αμερική, που τον γάμησε στα έξι κι έπειτα τον ξεκώλιαζε διαδοχικά και επαναληπτικά την ημέρα των ευχαριστιών, βάζοντας μετά το πουλί του στον κώλο της γαλοπούλας που περίμενε υπομονετικά να τη φάνε τα εκπαιδευμένα αμερικάνικα στομάχια.

Μετά το φονικό ξαναγύρισε στην παλιά γκραβούρα χαμογελώντας μ’ εκείνο το γλοιώδες χαμόγελο του ανθρώπου που ξέρει πολλά και μπορεί να κάνει ακόμα περισσότερα.

Αριστερός δανδισμός Ή Οι λεκανατζούδες της Ευρώπης

tsipras-oikogeneiaki-foto-8-708

Η λέξη Δανδής μου προκαλούσε πάντα ένα γελοίο συναίσθημα.

Οι ξεπεσμένοι αριστοκράτες έβρισκαν διάφορες χυμώδεις λέξεις για να καλύψουν τον ξεπεσμό τους.

Ύστερα οι λέξεις αυτές πέρασαν στα βιογραφικά καλλιτεχνών και πολιτικών, που, αντί να γράψουν πως υπήρξαν μεγάλα ρεμάλια, φορούσαν τη γούνα του δανδισμού χοροπηδώντας φασαριόζικα γύρω απ’ τον εκδότη τους, τουτέστιν τον προαγωγό τους.

Ο δανδισμός συνίσταται στο να γίνεται κανείς ωραίος, με το να αποκτά ένα καινούργιο σώμα μέσω του ντυσίματος, μέσω της εξωτερικής εμφάνισης, μέσω της φτιαχτής εικόνας, μέσω του απατηλού περιβλήματος.

Από την ακόρεστη βιομηχανία δανδήδων περάσαμε στην βιομηχανία καταραμένων.

Τα παιδάκια των μικροαστών ήπιαν μπόλικο αψέντι και κουβάδες μαλακίας νομίζοντας πως με τα αδερφίστικα καμώματά τους θα διαβούν τον Ελικώνα της κουλτούρας ξεφεύγοντας απ’ τη θηλιά της χαζοχαρούμενης τάξης τους.

Το πονηρό κατεστημένο έκανε λίφτινγκ στους λεγόμενους αριστερούς του εσωτερικού πατώντας πάνω στην ματαιοδοξία τους να κυβερνήσουν τους άλλους.

Απ’ τη διεφθαρμένη δεξιά με το γουργουριστό της λίπος, που έκανε το σκυλάδικο συνθήκη ζωής, περάσαμε σε μια πονηρή κλίκα που κουβαλά την ταμπέλα του αριστερού στα ευρωπαϊκά πολιτικά κωλάδικα.

Καλλιτέχνες πουτανίτσες και πολιτικοί εργολάβοι της αριστερής μικροαστικής φαντασίωσης  έγιναν λεκανατζούδες* της αστικής τάξης.

Τα βραβεία και η κακαδημία αντί να σαπίσουν μέσα στη μούχλα τους αποκτούν περισσότερη εξουσία και περισσότερο κύρος απ’ τους κομπλεξικούς μικροαστούς αριστερούς που διαθέτουν νταντά για τα παιδάκια τους αλλά και αλλοδαπό δούλο για να ξύσει απ’ τη χέστρα το σκατούλι τους.

———-

 

*Οι πάλαι ποτέ εργαζόμενοι εις οίκους ανοχής, οι οποίοι ήτο επιφορτισμένοι με το καθήκον της πλύσης των γεννητικών οργάνων εκάστοτε πελάτου προ, και, ενίοτε μετά της  συνουσίας. Οι λεκανατζίδαι έφεραν την χαρακτηριστικήν μικρή λεκάνην, σάπων και μάκτρο (πετσέτα), και ήτο συνήθως ξεπεσμένοι ομοφυλόφιλοι. 

Facebook, Μαλακία, Αντεπανάσταση

samaras

[το κείμενο αυτό αποτελεί απόσπασμα της εισαγωγής στο βιβλίο:
Facebook, Μαλακία, Αντεπανάσταση]

Η στέρηση και η ηθική αναστάτωση που προκαλεί η καύλα που δεν βρίσκει ανταπόκριση, μας οδηγεί όλους, τρελούς και λογικούς, στην αγκαλιά της πορνογραφίας.

Η πορνογραφία υπήρξε ένα σοβαρό κομμάτι της εκπαίδευσής μας.

Μέσα στην υπνωτιστική της αθωότητα μας προσφέρει με καρτεσιανή ψυχραιμία ένα κακέκτυπο ευχαρίστησης και ηδονής, που, συνήθως, ως ντοπαρισμένοι μικροαστοί το χρυσοπληρώνουμε.

Η ερωτική αποχαύνωση της μονογαμίας και της αγαμίας, που δεν είναι παρά δίδυμες αδερφούλες, οδηγεί κατευθείαν στη δημιουργική θλίψη της πορνογραφίας.

Λόγια, φωτογραφίες, ζωγραφιές πεταμένα μέσα στο παγκόσμιο ψηφιακό τσουβάλι, γίνονται τα μαλακιστήρια που θα δώσουν στον καταπιεσμένο ερωτικό μας οίστρο το φιλί της ζωής.

Άντρες και γυναίκες, κυρίως της μεσαίας παρδαλής τάξης, βουτηγμένοι μέσα στις φοβίες τους, όταν δεν βαριούνται οικτρά και θανατηφόρα, τρέμουν μπροστά στη σκέψη να αγγίξουν τον άλλο, βάζοντας σε κίνδυνο την αποστειρωμένη τους κωλοτρυπίδα.

Η σύγχρονη δημόσια πορνογραφία, που μετά τα όπλα, είναι η δεύτερη κραταιά βιομηχανία, οδήγησε στην λατρεία και αποθέωση του εαυτού.

Τα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με την υποκριτική σεμνοτυφία τους είναι σήμερα το πορνογραφικό έμπλαστρο κάθε πονεμένου ημι-μπουρζουά.

Ένα χιλιοφωτογραφημένο πρόσωπο διαθέσιμο όλες τις ώρες. Ο αφαλός, οι γάμπες, τα χείλη, οι ώμοι, ο λαιμός παντού. Άπειρες φωτογραφίες με άπειρες σκατόφατσες, μα τα ερωτικά όργανα ανύπαρχτα και καταχωνιασμένα σε υπονοούμενα.

Οι καθώς πρέπει τίμιοι άνθρωποι, νέοι, μεσήλικες, γέροι δείχνουν αυτο-φωτογραφιζόμενοι πως περνούν καλά.

Οι κοπέλες και οι μεγαλοκοπέλες κάνουν χαρούλες και φιλάκια στο φακό παίρνοντας πόζα αρχοντοπουτάνας γερμανικού μπουρδέλου του μεσοπολέμου, εκεί όπου ο κόσμος καιγόταν μα το μουνί χτενιζόταν για να υποδεχθεί τους οικογενειάρχες πελάτες του.

Το περίφημο facebook ξεκίνησε ως δίκτυο γνωριμιών για να μπορούν να γαμάνε οι Αμερικάνοι φοιτητές κρυφά απ’ τη μαμά τους, χωρίς να χάνουν το χρόνο τους σε σαλιαρίσματα και περιπάτους.

Οι σύγχρονοι μάνατζερ της παγκόσμιας πορνογραφίας γνωρίζοντας πως ο χρόνος είναι χρήμα για τα κωθώνια των μεγαλουπόλεων που παλεύουν να πιάσουν την καλή, έστησε αυτό το σπουδαίο δίκτυο πορνογραφίας όπου μπορείς να δεις και να σε δούνε τζάμπα και παστρικά.

Μέσα σ’ αυτό τον παγκόσμιο πορνογραφικό ιστό ο καθένας προβάλει τον εαυτό του και τις δεξιότητές του. Κοινώς ψάχνει να γαμηθεί αλλά με τον σεμνοκαυλωμένο τρόπο της γαληνοτάτης ηθικής που υπαγορεύει το πνεύμα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και της θεοκρατικής υποκρισίας.

Μαμάδες που θα γούσταραν να γαμηθούν έως θανάτου γράφουν σχόλια για παστίτσια κάτω απ’ το βαθύ ντεκολτέ της κόρης τους που κολυμπά ως μινωικό χρυσόψαρο μέσα στη γυάλα του ξεθυμασμένου ερωτικού ανταγωνισμού, που προσφέρει η ταχύτητα ενός ηλεκτρο-κολοβακτηριδίου μέσα στο λεπτεπίλεπτο αντεράκι της ψηφιακής ίνας.

Μια νέα κοσμική δύναμη διαβρώνει τον ερωτισμό. Είναι η ίδια δύναμη που διαβρώνει τα μυαλά των ανθρώπων.

Καμία μαζική διαμαρτυρία δεν θα δούμε για την ασύλληπτη σύγχρονη δουλεία στα κάτεργα της κοσμοπολίτικης πουτανόγριας Μυκόνου. Τους εργαζόμενους είλωτες που δουλεύουν χωρίς ωράριο και κοιμούνται σε κοντέινερ παίρνοντας για μηνιάτικο τόσο όσο κοστίζει μια ξαπλώστρα για μια ώρα στην Ψαρού.

Οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως δημοκράτες πολιτικοί, ανέκαθεν κωλοτρίβονταν με τους εκμεταλλευτές, εξομοιώνοντας τον θύτη με το θύμα, έχοντας ως άλλοθι τη νομική τους σαβούρα και τα ξενόφερτα δουλικά μνημόνια.

Κάθε πρόσωπο, σήμερα, που αυτοφωτογραφίζεται και αυτοπροβάλλεται, είναι ένα άρρωστο τραυματισμένο εγώ.

Όλες αυτές οι αραχνοΰφαντες φάτσες, παραμορφωμένες απ’ τα φίλτρα του κινητού, διαμορφώνουν το νέο πορνογραφικό προϊόν, όχι ως εργαζόμενοι επαγγελματίες, αλλά ως ερασιτέχνες και εθελοντές μαρκαλεμένοι από τη μεγάλη φόλα της ψυχανάλυσης που λέει: Γίνε ο Εαυτός. Δηλαδή Γίνε ο απόλυτος Μαλάκας.

Ο ψυχαναλυτής, ψυχίατρος, ψυχολόγος, φιλόσοφος και θεολόγος πατήρ Λουδοβίκος φρονώ πως μπορεί να κάνει μια πιο εμπεριστατωμένη μελέτη επί του θέματος: Μαλακία και Facebook, αφού, είναι σπεσιαλίστας του είδους και διαθέτει μάλιστα την πιο σπουδαία συλλογή από μουνότριχες καλογριών (ορθοδόξων φυσικά).

Περί απόλαυσης

periapol

Η απόλαυση, παραμένει φευγάτη μες στα κοιτάσματα και τους ιριδισμούς του πολιτισμού που μας εκμαυλίζει.

Η απόλαυση, αν θα υπήρχε, θα αντιστοιχούσε σε μια πληρότητα ικανοποίησης των ενορμήσεών μας, αφήνοντάς μας ξέπνοους και αποσβολωμένους σε μια πρωταρχική μυθική ικανοποίηση.

Μα η απόλαυση, σήμερα, είναι ένα κακέκτυπο του ψηφιακού καλπασμού προς το άγνωστο, έχοντας καλά κρυμμένο τον ευνουχιστικό της ρόλο στις σύγχρονες χαίνουσες πληγές.

Η ικανοποίησή μας, το να ζούμε δηλαδή όπως θέλουμε εμείς, είναι ουσιαστικά απαγορευμένη απ’ το πνεύμα της καπιταλιστικής πολιτικής, και η απαγόρευσή της γεννά το επινόημα μιας απόλαυσης που προσδοκούμε να ξεπεράσει τα όρια της ευχαρίστησης.

Εξαιτίας του αιτήματος για αληθινή ζωή και πραγματική ευχαρίστηση ο καθένας από μας μιλά, κι απ’ τη στιγμή που μιλά, έχει τουλάχιστον την ικανοποίηση της ομιλίας, βρίσκοντας εκεί ένα υποκατάστατο απόλαυσης.

Απ’ την άλλη η λογοτεχνία και οι τέχνες, οι καλές και οι κακές, χρησιμεύουν προφανώς ως μέσα στην απόλαυση. Τις περισσότερες φορές στην απόλαυση νοήματος, ειδικά αν πρόκειται για τέχνες που χρησιμοποιούν τη φαντασία ή αλλιώς το φαντασιακό.

Άραγε δεν υπάρχει εδώ κάποια κραυγαλέα αντίφαση;

Μα φυσικά, αφού η τέχνη δεν είναι απλώς το μέσον για ένα μήνυμα, αλλά και ένα αντικείμενο εκτός νοήματος.

Εξωθώντας λοιπόν τις γραπτές κατασκευές μας-και τους φόβους μας και τα μυαλά μας που είναι σαλαμένα απ’ την αιτιότητα- στην αμφισημία, η οποία αποτελεί το κατεξοχήν εργαλείο της ποίησης, εξωθούμε και τη σκέψη μας άρα και τη διάθεσή μας εις την νιοστή μιας δύναμης που αποκλείει τον επικαθορισμό του νοήματος.

Κάνουμε μια τομή στην επιθυμία με το νυστέρι της γλώσσας απελευθερώνοντάς τη απ’ το νοηματικό ιξό. Κι έτσι αφήνουμε την επιθυμία μετέωρη, χωρίς τα συμφραζόμενά της, που έτσι κι αλλιώς μετατρέπονται σε δουλικές εντολές και σε παραφροσύνη σκληρού ανταγωνισμού.

Ποτέ η γραμμή δεν είναι ευθεία

Γυμνό-Γεύμα-4

Ποτέ η γραμμή δεν είναι ευθεία. Εν τέλει, η απόλαυση του καλλιτέχνη συγγενεύει περισσότερο με την απόλαυση του μαθηματικού παρά με εκείνη του μυθιστοριογράφου, διότι ο μαθηματικός όπως και ο καλλιτέχνης, βραχυκυκλώνει το νόημα με τον τρόπο του.

Και λες, πως, βγαίνει από τούτες τις τελετές ιερό μεδούλι απ’ τα κόκαλα του ονείρου που το λιάνισαν οι ερμηνείες.

Η ακαδημία ψάχνει το νόημα, μα ποτέ η γραμμή δεν είναι ευθεία.

Και οι εχθροί δεν είναι εχθροί και η μάνα των ανοιχτών αγρών έχει μια ποδιά γεμάτη γρύλους και μια παγερή μοναξιά για να ακονίζουν οι αρουραίοι τα ατσάλινα δόντια τους.

Ορμάμε πάνω στους εμπόρους της απόλαυσης. Είναι οι ψύλλοι που κουβαλάνε μια σακούλα αρρώστιες.

Και μετά ξανά οι λόφοι που πλάθονται από σκοτάδια της μνήμης και το μάτι σηκώνεται απ’ τον τάφο του και τρυπώνει στις ζητιάνικες σχισμές, στην πληγή που ποτέ δεν κλείνει, αλλά είναι πάντα η πύλη απ’ όπου το ακατονόμαστο κραυγάζει ως το τέλος της νύχτας, γιομάτο αλαζονεία και έπαρση απ’ την τόσο κουτή χρησιμότητά του.

Τη διαιώνιση της ζωής και του πόνου.

Το σχοινί που τεντώνει ο χρόνος ανάμεσα σε δυο πρόκες.

Μα ποτέ η γραμμή δεν είναι ευθεία. Και το ποιητικό ένστιχτο των πλασμάτων που νιώθουν τις βαθιές ερωτικές δονήσεις καταφρονεί το ψεύδος που φέρουν από τη φύση τους τα προσχήματα.

Η τρίτη διάσταση Ή Μερικές ξυλιές στα κωλομέρια του πνεύματος

trit

στον Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη

 

Σήμερα, δηλαδή τώρα, θα σου μιλήσω για την αποτυχία μου αλλά και τη μεγάλη μου επιτυχία να μπορώ να αναγνωρίζω την αποτυχία.

Ναι, απέτυχα να πω τα πάντα για τα πάντα χωρίς ψεγάδι, ελάττωμα ή αδυναμία. Άλλες τόσες φορές πρόκειται να αποτύχω ξανά.

Απέτυχα να πω εκείνο για το οποίο υπήρξα έγκλειστος σ΄ ένα δωμάτιο με ένα γραφείο και μια βιβλιοθήκη, νομίζοντας πως βρίσκομαι στο γυάλινο κουβούκλιο της πληθωρικής διανόησης που παρατηρεί τα πάντα.

Ίσως, πάλι, αυτό το λογοτεχνικό ικρίωμα πάνω απ’ το γραφειοκρατικό χαρτοβασίλειο της ανθρώπινης σκέψης να είναι και το μοναδικό καταφύγιο μέσα στην εμπειρία του τραγικού.

Πίστευα και πιστεύω πως ο έρωτας, για παράδειγμα, δεν μπορεί να είναι μια χαλκομανία πάνω σ’ ένα φλιτζάνι τσαγιού και πως κανένα αριστούργημα ή μη, δεν μπορεί να είναι αποστειρωμένο, όλως παραδόξως, χωρίς ίχνος από ανθρώπινα πάθη, ερωτισμό, θέρμη συναισθημάτων, αγώνα και ιδρώτα.

Ο έρωτας δεν μπορεί να είναι συμπλήρωμα αναγνωστικής διατροφής ανθρώπων παροπλισμένων στην ηθική μέγγενη ενός δόγματος ή μιας κοινωνικής συνθήκης που εδράζεται πάνω στην υποκρισία.

Και φυσικά δεν μπορεί να είναι προνόμιο μιας ισχυρής και άρχουσας τάξης που με τα φράγκα της και μόνο απενοχοποίησε την κωλοτρυπίδα της.

Μέσα στην αλλόκοτη διάθλαση των εικόνων που χειρίζονται οι λέξεις με τον δικό τους αχαλίνωτο ολοκληρωτισμό, η λογοτεχνία προσφέρει κάθε φορά στην ανθρωπότητα το παραλυτικό γεννοβόλημα των νέων ιδεών.

Όμοια με τον ιστό που ξεμπουκάρει απ’ την κοιλιά της αράχνης, το καλλιτεχνικό έργο, γίνεται η εστία απ’ την οποία εκπέμπει την ακτινοβολία του ο πολυμορφισμός της ανθρώπινης κατάστασης.

Μπορεί εύκολα ο καθένας από εμάς, σήμερα, να διαπιστώσει πως η διανόηση που δεν είναι τίποτε άλλο παρά το βυζί που τροφοδοτεί με γάλα τον καλλιτέχνη που φτιάχνει πολιτισμό, κινείται σ’ έναν κόσμο φαντασμάτων απ’ όπου εκστομίζει παράξενες προφητείες περί του τέλους του κόσμου.

Ο ανθρώπινος μόχθος, τα κοινά πάθη, η φλόγα του ερωτισμού έχουν αποπεμφθεί απ’ τις εκδοτικές καλένδες δίνοντας τη θέση τους στα κλανιάρικα γατάκια μιας δημιουργικής γραφής τόσο πολυκαιρισμένης που δεν φοριέται με τίποτε.

Βεβαίως μπουχτίσαμε κι από καταραμένους της μιας σεζόν, δεξιο-αναρχικούς που μπέρδεψαν τη βούρτσα με τον αλγεβρικό λογισμό και την πούτσα με το αλκοολίκι, ψευτο-παγανιστές της οκάς που αγαπούν σφόδρα την παπαρούνα και τα παπάρια τους, ομολογώντας άλλωστε, ότι τα μόνα τους πρόβατα είναι οι σκέψεις τους, καλλιεργώντας μέσα τους τον κατά φύση εγωισμό των λουλουδιών και των κοπράνων.

Η ύπαρξή μας, αρχίζει πλέον, να χάνει την τρίτη της ζωογόνα διάσταση. Τη σαρκική. Αφήνοντας έτσι, μιαν επιφάνεια δύο διαστάσεων πάνω στην οποία διαγράφονται οι καταθλιπτικές σύγχρονες σιλουέτες μας.

Η ηθική τού να μην κάνουμε σε κανέναν ούτε καλό ούτε κακό, έχοντας μεταξύ μας την ευγενή επιτηδευμένη καλοσύνη που παρουσιάζουν οι συνεπιβάτες ενός πλοίου μας κάνει να νιώθουμε για όσα υπάρχουν και όσα συμβαίνουν μία δι’ οράσεως στοργή, μια τρυφερότητα της νοημοσύνης αλλά τίποτε μέσα στην καρδιά.

Αν υπάρχει κάποιος ζόρικος συγγραφέας ως παράδειγμα εκείνου που ο Λακάν ονόμασε ασθένεια της διανόησης αυτός είναι ο Φερνάντο Πεσσόα.

Είναι εμφανές ότι η απονέκρωση του κοινωνικού δεσμού προέρχεται απ’ το ίδιο λαίμαργο στομάχι της ανεξέλεγκτης περίσσειας του φαντασιακού, μη μπορώντας να διασώσει κάτι από την τρίτη διάσταση των πραγμάτων και των όντων.

Μια διανόηση αποτραβηγμένη από τις ενορμήσεις, ένα φαντασιακό χωρίς Εγώ, μετέωρο στις αναρίθμητες μεταμορφώσεις, διαιωνίζοντας το αινιγματικό κενό που έχει εγκατασταθεί στην καρδιά του Είναι.

Ο Μπερνάντο Σουάρες που έχει χάσει τον κόσμο διατυμπανίζοντας την περιφρόνησή του για τη σάρκα, την αηδία του για την αγάπη και την απέχθειά του για τις πραγματικές γυναίκες, που γράφει εις δόξαν των στείρων γυναικών, λέει, στη Δέσποινα των ονείρων του: Ας μείνουμε αιώνια έτσι, μια ανδρική σιλουέτα πάνω σε ένα τζάμι, απέναντι σε μια γυναικεία σιλουέτα πάνω σε ένα άλλο τζάμι. Οι αιώνες θα κρατήσουν ακέραια τη γυάλινη σιωπή μας.

Όσο για τον Άλλον, τη γυναίκα δηλαδή, μας λέει: Ποτέ μην την αγγίξεις, διότι, το να βλέπουμε και να ακούμε είναι τα μόνα πράγματα που μας προσφέρει η ζωή. Οι υπόλοιπες αισθήσεις είναι πληβείες και σαρκικές.

Αυτές τις πληβείες, λοιπόν, και σαρκικές αισθήσεις, που, ο ετερώνυμος του Πεσσόα καταδίκαζε, δεν μπορούμε να τις ξεριζώσουμε, αφήνοντας την απόλαυση ορφανή και δυσανάγνωστη στο μανιχαϊσμό ενός απογοητευμένου σκεπτόμενου.

Οι σύγχρονοι καταθλιπτικοί είναι παιδιά του Πεσσόα και μιας προγραμματικά απολίτικης ανάγνωσης του κόσμου, που έχει τοποθετήσει το διανόημα έξω απ’ την πραγματικότητα, μη μπορώντας να διαχειριστεί τη στύση του που είναι πραγματική και τη φύση του που είναι πολυδιάστατη.

Ο Άρχων φασισμός, που σήμερα ξεγλιστρά σαν ζεστό σπέρμα απ’ τη νεοφιλελεύθερη καπότα, έκανε τις μάζες μπέιμπι-σίτερ της ιστορίας, στηρίζοντας τα δοκάρια στα χαρακώματα, εκεί όπου, οι πληβείες και σαρκικές αισθήσεις τρίβονται σαν τη ρίγανη για να νοστιμίσουν τις απολαύσεις της άρχουσας τάξης.

Ο Άγιος Και Ο Ποιητής

agios

Βλασταίνει ο ποιητής μέσα στο ποίημα, δηλώνοντας πρεζάκιας της απόλαυσης, ενώ ο άγιος απέναντι δεν τολμά να χαϊδέψει τα παπάρια του μυρίζοντάς τα.

Ο άγιος είναι το λείψανο της απόλαυσης, αυτό που απέβαλε η ζωή αφού το ευνούχισαν οι περιστάσεις.

Η αγιοσύνη είναι μια τραγική περίσταση. Ο άγιος βρίσκει το ναρκισσιστικό του έρεισμα μέσα στη σχέση επιθυμίας των προγόνων, δηλαδή μέσα στη γενεαλογία του.

Το σώμα είναι γι’  αυτόν όχημα που θα τον πάει στον θεό. Μα ο ποιητής δηλώνει κάλλιστα την αγάπη του για το σώμα.

Ξέρει πως μόνο το σώμα μπορεί να σε σώσει απ’ το πνεύμα κι απ’ τη χίμαιρα του θρυμματισμένου λόγου κάθε ψυχαναγκαστικού δόγματος.

Διακηρύσσει το μίσος του για τις συμβατικές αρετές και τις παπαδίστικες ιστοριούλες και τα πεζά φληναφήματα της γραμμικής αφήγησης.

Ο άγιος, ερμηνεύοντας συνεχώς, καθηλώνει τα πρόβατα σε μιαν ερημιά αναμονής, αφού, δεν υπάρχει το παρόν αλλά ο συννεφιασμένος βλοσυρός καιρός και το κακό μάτι, από εκεί δηλαδή που τρυπώνει ο διάολος της επιθυμίας μέσα στο σώμα.

Οι κοινοί θνητοί -αγωνιωδώς- πότε τρέχουν στον άγιο και πότε στον ποιητή. Κι έτσι βραχυκυκλωμένοι και απογοητευμένοι δεν καταφέρνουν να θεραπεύσουν την παράνοιά τους, η οποία θεραπεύεται μόνο εάν ο κοινός θνητός γίνει αθάνατος, δηλαδή γίνει ο ίδιος άγιος και ποιητής. Πολέμιος κάθε εξουσίας που χρησιμοποιεί το εμπορικό τέχνασμα της σαγήνης και της καθήλωσης.

 

Άγγελμα Υγρών και Πανσελήνου

aggelma

Οι ιδέες περνούν ψηλά στο κεφάλι μας. Παραδινόμαστε σ’ αυτές όπως παραδινόμαστε στον πόλεμο.

Το βλέμμα μας ξεγυμνώνεται και ψάχνουμε τότε έναν ηλίθιο τρόπο να περιγράψουμε την αυτοκρατορική αποφασιστικότητα του σύμπαντος.

Να περιγράψουμε τα γουρουνάκια μες στο σκατό τους, τη δυσωδία της ελευθερίας που κατέκτησε ο πόθος του άντρα και το σπέρμα του άντρα και το σάλιο και η γλώσσα του άντρα.

Το να ακολουθήσουμε κατά γράμμα τις λέξεις και τις οδηγίες, τη γνώση που δεν έρχεται απ’ τη σάρκα και το χορτασμένο έρωτα, σημαίνει πως έχουμε κυριευτεί από ισχυρογνωμοσύνη.

Σημαίνει πως αποκτούμε αυτή την παπαδίστικη αποκοτιά, φτάνοντας στη μοιραία στιγμή, όπου το πέπλο της χίμαιρας σκίζεται για ν’ αφήσει στο διεφθαρμένο άνθρωπο τον σκληρό κατάλογο των σφαλμάτων του και των αμαρτιών του.

Αποβλακωμένοι απ’ την ανάγκη και τη σύσσωμη άνθισή της μέσα μας, ροκανίζουμε τα μυαλά μας ή τα αφήνουμε να τα ροκανίσουν οι ατσίδες που ξέρουν καλύτερα από μας πως να κόψουν τον πορφυρό υγρό κρίνο και το γόνιμο γάλα της γυναίκας.

Μα η φύση μας δημιούργησε με ζωντανές επιθυμίες κι όχι με φαντασιακά τεχνάσματα. Δηλαδή η φύση είναι αυτάρκης και, γι’ αυτό δεν χρειάζεται εξουσιαστή. Κι εμείς ως γέννημά της ξέρουμε πως οτιδήποτε βρίσκεται πάνω απ’ τα όρια του πνεύματός μας είναι χιμαιρικό και άχρηστο.

Ξέρουμε πως πρέπει να νιώσουμε και να καταλάβουμε και να βυθιστούμε μέσα στη σάρκα και τη μανιακή της διάθεση για το νέο ερωτοδυόμενο σκάνδαλο.

Όπως η πυρίτιδα που εκρήγνυται όταν της βάλουν φωτιά ένα μουνάκι γίνεται χρυσό λαμπρό ηλιακό, εκηβόλο από ζέστη και φως, σπαρταρά τόσο σοφά που η προστυχιά του ξορκίζει τη μελλούμενη βεβαιότητα της αχρηστίας του.

Ζήτω λοιπόν, η προστυχιά, που είναι φυσική σοφία και πίστη στον ήλιο γιατί τον βλέπεις και τον εννοείς ως το ενωτικό κέντρο όλης της εύφλεκτης ύλης.

Γιατί είναι η ευγένεια του θερμού μυρωδικού ιδρώτα των σωμάτων αφού ο ιδρώτας του έρωτα δεν ζέχνει δουλεία και εκμετάλλευση, ξέχειλος και έσχατος μέχρι ο άντρας και η γυναίκα να χαθούν δια παντός μες στον πρωτοφανή άγνωστο ανεξερεύνητο και ανεξάντλητο οργασμό.

Μελετώντας τα αμελέτητα

frans fiedler

Πονάμε χωρίς να ξέρουμε τι προκαλεί ο πόνος στο κορμί μας. Τρώμε χωρίς να γνωρίζουμε τι είναι το στομάχι και οι αδένες, κοιτάμε, χωρίς να έχουμε μελετήσει τη σύσταση του οφθαλμού.

Έτσι λοιπόν πηγαίνουμε ολοταχώς στην αγκαλιά του θανάτου, χωρίς να τον γνωρίζουμε και χωρίς να μας έχει συστήσει κάποιος εκ των προτέρων σ’ αυτόν.

Ίσως οι νεκροί συγγενείς και φίλοι, μας ανάγκασαν κάποτε να ανταλλάξουμε μαζί του μια φευγαλέα χειραψία περισσότερο νιώθοντάς τον ως βασιλέα της ακαμψίας που οδηγεί την ιερή μέρα και την ιερή νύχτα στην εκμηδένιση.

Οι χρυσοί επαγγελματίες της κάθε θρησκείας για να μαλακώσουν τη σκληρή ζωή των δούλων της εργασίας που εκτός απ’ τον ατέρμον κόπο και την εξάντληση, διάγουν βίο αβίωτο, βουτηγμένοι μέσα στα βαλτόνερα της συνήθειας, ανάλαβαν τη διαχείριση του τρόμου, τόσο πριν όσο και μετά το θάνατο.

Τρόμος για επιβίωση μέσα στην ειρωνική ωμότητα του post mortem εκεί που το να αρνείσε το θάνατο συγγενεύει με το να τον εμπορεύεσαι.

Οι μικροπωλητές των θαυμάτων, οι ορθόδοξοι σαμάνοι και οι χαρισματικοί ασκητές μπορούν να σου βρουν το όνομα ή τα δηλητήρια που έχουν καταπιεί τα μάτια και τα νεφρά σου μα ποτέ δεν μπορούν να σε κάνουν αθάνατο.

Μα οι άνθρωποι φοβισμένοι κι ανυπεράσπιστοι τρέχουν σ’ αυτούς, ψάχνοντας το τελευταίο έσχατο καταφύγιο, την αμυδρή ελπίδα να κερδηθεί μια αθανασία δίχως όρους.

Αθανασία του ζωντανού κορμιού που στερήθηκε το φαγητό, το γαμήσι, την ελευθερία.

Μα ποιος μπορεί να πιστεύει αλήθεια έναν θεό που είναι ανίκανος να μας προσφέρει αυτό το αγαθό που αυτός για τον εαυτό του διαθέτει εν αφθονία! την αθανασία.

Να μας κάνει ευτυχισμένους μες στις φαντασιώσεις της παιδικής μας ηλικίας όταν αρχίζει ο διάβολος να στάζει το κερί του πάνω στις ορμές και στα πάθη μας μακριά απ’ τα ενθάδε κείται που σκαρφίστηκαν οι νεκρόφιλοι για να διαλογίζονται με τον τρόμο τους.

Μα πεθαίνουμε και γνωρίζουμε το θάνατο κάθε στιγμή που δεν τη ζούμε και κάθε στιγμή που μας την κλέβουν τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις.

Η απροθυμία μας να καταλάβουμε πως πεθαίνουμε μόνοι, αβοήθητοι και δια παντός, μας καθιστά αξιοθρήνητα εξαρτημένους.

Ξόρκια παπάδες λιβάνια σαμάνοι και χαρτορίχτρες και ψυχαναλυτές έρχονται όταν έχουμε χάσει πια την πίστη μας στη ζωή αλλά και στην ικανότητά μας να πεθαίνουμε σωστά, δηλαδή φυσικά όπως μια κατσαρίδα, μια κότα ή ένα άλογο.

Όλοι εμείς οι αλαφροΐσκιωτοι θνητοί, νιώθουμε πως κάθε μέρα είναι και μια νέα φτυαριά χώμα. Όμως κάθε πένθος ξεθωριάζει προς όφελος της ζωής κι έτσι η καρδιά νιώθει μιαν ανεξήγητη απάθεια απέναντι στο θάνατο, όπως χορταριάζει το μνήμα κι όπως σπάνε τα οστά των νεκρών ζώων στο όργωμα.

Η επιβίωση της βιομηχανίας του θανάτου και των θρησκειών οφείλεται εξολοκλήρου στο διεφθαρμένο παράγωγο της εργασίας, δηλαδή στην υπεραξία που είναι και ο εκφυλισμός της.

Όταν ο άνθρωπος θα σταματήσει τη δουλεία και την εκμετάλλευση, όχι μόνο γι’ αυτόν αλλά και για τους άλλους, ίσως τότε δει τον ήλιο της αθανασίας να του χαμογελά, αφού θα έχει καλοδεχθεί τον θάνατο σαν το μεγάλο συμπαντικό μουνί που τον γέννησε.

Ψυχοστασία Διονύσου

gaidourogamia

Όταν ο ερωτισμός έχασε το θείο χαρακτήρα του έγινε ακάθαρτος.

Λούστηκε μες στο τεχνητό φως της ωφελιμιστικής ηθικής εδραιώνοντας υπόγεια τη λαϊκίζουσα πεποίθηση που συνδέει την ευχαρίστηση με την τεκνοποιία ευθέως καταδικάζοντας το διονυσιακό παρελθόν ως παρεκκλίνον κι επομένως τιμωρητέο.

Θεϊκό θα πει, αυτό, που αρνείται τους κανόνες της κοινής λογικής κι όχι αυτό που τους ενστερνίζεται ιδρύοντας μιαν απόκρυφη μασονία μυημένων στην αρπαχτή και στη συναισθηματική μαστούρα.

Γάμοι, κηδείες μνημόσυνα τελετές κούφιες για το εξεγερμένο μάτι και το άπληστο αφτί.

Τελετές που λειτούργησαν ως διάθλαση των οργίων της αρχαίας εποχής, όταν άρχισαν, να ξεψυχούν στα χρόνια της φυλετικής δημοκρατίας και των πολέμων.

Μα όσο και να στομώνεις τη βαλβίδα κάποια στιγμή συμβαίνει η έκρηξη.

Το σώμα ζητά την συμμετοχή στη ζωή, δηλαδή την αυτοδιάθεση για να ασκείται αυθορμήτως στην παρέκκλιση και στην ηδονή. Από τα τρίσβαθα των σπλάχνων του αποβλέπει όχι στην ελευθερία αλλά στην απελευθέρωση.

Μοναδική άμυνα του σώματος είναι η διαφάνειά του προστατεύοντας τη ραφιναρισμένη ομορφιά του πυρήνα που είναι ευάλωτη σαν λεπτό κοφτερό γυαλί.

Η αρχαία θρησκεία πέρασε μέσα απ’ αυτόν τον κολοσσιαίο λαβύρινθο του ερωτισμού για να καταλήξει στο κήρυγμα και τη βοσκή των πιστών παραχώνοντας τον ερωτισμό σε μια σκοτεινή κόχη φτιάχνοντας το χριστιανισμό μια προσωποκεντρική αίρεση που έχει καταρρεύσει σ’ έναν άδειο συμβολισμό εδώ και αιώνες.

Ο Διόνυσος υπήρξε ο αντίχριστος πριν το Χριστό ως θεός της παράβασης και του γλεντιού, της έκστασης και της τρέλας.

Μια μεθυσμένη φιγούρα μιαν αγροτική θεότητα αρχαϊκή, αγλαΐσμένη μες στην καυλοπυρέσσουσα σκοτοδίνη του οργίου.

Ένας ερωτισμός με ιλιγγιώδες βάθος που ήρθε να τον ξεριζώσει ο ευνουχισμένος αρχαίος τράγος με τις τανάλιες βδελύσσοντάς τον και κατηγορώντας τον ως το σάπιο δόντι μες στο στόμα της ομορφιάς.

Μα το δόντι του ερωτισμού ήταν πάντα το χρυσό δόντι του γύφτου. Το γλίστρημα προς το όργιο και τη βακχεία ήταν ο κόπος του εργάτη των αγρών. Δηλαδή του δημιουργού.

Η διονυσιακή τρέλα εξασφάλιζε το συμφέρον των θυμάτων της. Οι μαινάδες αντί για βρέφη καταβρόχθιζαν κατσικάκια που οι αγωνιώδεις κραυγές τους λίγο διέφεραν απ’ το κλάμα των βρεφών.

Οι Βάκχες μπορούσαν να κατουρήσουν μέσα στο κρασί της μεταλαβιάς. Να πασαλείψουν στο κορμί τους τα ερωτικά υγρά σκάγια του φαλλού καβαλώντας τον και καταργώντας έτσι την απάνθρωπη βίας της πρωταρχής των μυστηρίων που μύριζαν ανθρώπινο κρέας καρυκευμένο με μπόλικο μυστικισμό.

Η τσίκνα της ψησταριάς φέρνει στα ρουθούνια μας μνήμες της διονυσιακής πρακτικής που εκφυλίστηκε σε χυδαία κραιπάλη.

Τρώμε τα κατσίκια και τα γουρούνια τις προβατίνες και τα αρνιά, πηγαίνοντας έπειτα για ύπνο, αγάμητοι και βιαστικοί, γιατί την επόμενη μέρα μας περιμένει ο σκοπός και το οχτάωρο.

Το άγχος της έγερσης για τη μισθωτή σκλαβιά της οποίας το ποσοστό συντήρησής μας είναι μηδαμινό. Το άλλο πάει στις μπάκες των αρχιεπισκόπων της ηδονής και του πλούτου.

Στους βόθρους πολυτελείας του φρονιματισμένου και ευπρεπούς διονυσιασμού.

Ο θρόνος του χρήματος Ή Λεύκανσις πρωκτού

kiki

Όταν μαζεύτηκαν όλοι μαζί οι έξαλλοι Ζορμπάδες, με την υπαρκτική τους προδιάθεση, έχοντας στο τσεπάκι τη συμβουλή του Γκαίτε: Werde, was du bist (Γίνε, αυτός που είσαι) δεν φανταζόταν τον ψυχίατρο που τους περίμενε στη γωνία.

Ανάμεσα στην αφοριστική αθωότητα και την αφορισμένη λαγνεία άνθισε το χρήμα με όλες τις νεκρές λέξεις που περιφέρονται στο νεκρό διάστημα γιατί τους λείπει η χοϊκότητα.

Η αλητεία και η αλήθεια έμειναν μετέωρες στη λογοτεχνική εμβρίθεια γιγάντων που τους πρόσφερε ηδονή η στάση γραφείου από νωρίς τα χαράματα μέχρι τη βαθιά νύχτα.

Άνθρωποι μεγαλοφυείς και πονεμένοι που έχτισαν μοναχικές και λοξές φιγούρες ασφαλισμένες μέσα στην αυνανιστική πρακτική τους κι έτσι στο πέρασμα των χρόνων άρχισαν να συρρικνώνονται οι ίδιοι μες στις αρχιερατικές τους γενειάδες.

Με το σκήνωμά τους πεταμένο πάνω στο ανατομείο της ακαδημίας, όλοι κάτοχοι μιας δύναμης ακριβής μα παράταιρα ξοδεμένης.

Η νευρωτική κατασκευασμένη αλητεία πέρασε στα κόλπα του διαφημιστή ως γελοία μίμηση χαμηλού επιπέδου, δηλαδή πολύ κατώτερη από το αντικείμενό της.

Η μόδα και η εικόνα, τουτέστιν το φαίνεσθαι, έγινε ο σαδιστικός νόμος του χρήματος αφού η σημασία της απέκτησε επικό χαρακτήρα δίνοντας νόημα στις κλούβιες ζωές των ανθρώπων.

Κι έτσι από την θεσμική αλητεία της φιλολογικής φαντασίωσης φτάσαμε στον Άγιο δονητή ο οποίος-ας μη κρυβόμαστε πίσω απ’ την πούτσα μας-είναι από όλους σεβαστός.

Ανδροκορίτσαρους και δεσποτάδες.

Γηραιές ποιήτριες και πλούσιες κυρίες διατρανώνοντας την αυταπάτη τους για την ολοσχερή κατανόηση των νόμων που διέπουν τον κόσμο και τη φύση μέσω του ταξικού τους επιχρίσματος.

Ο Ζορμπάς ξέπεσε σε μια μηχανή διακωμώδησης της αλητείας και ο Όσιος Φαλλός κατάντησε σαν το μηχανικό παπί του Βωκρεσσόν που χώνευε υποτίθεται την τροφή του.

Δούλοι και μασόνοι της υπεραξίας. Με τα δάχτυλα βουτηγμένα στο αίμα, σέρνοντάς τα πάνω στον καμβά που διαιωνίζει τη γοητεία του εγώ από το εγώ. Τελάληδες μιας σεξουαλικότητας εγωιστικής που μες στον ψυχαναγκασμό της γίνεται φασιστική και επίβουλη.

Απολιτική και βαθιά αντιδραστική, χαίρεται τη λίγδα του ελεύθερου εμπορίου και του ανταγωνισμού, διοργανώνοντας φιλανθρωπίες και γκαλά, ως τα τελευταία σκιρτήματα ενός χριστιανικού σοσιαλισμού που δεν υπήρξε τίποτε άλλο παρά ο αγιασμός που μ’ αυτόν ο παπάς ευλογούσε τη φούρκα του αριστοκράτη.

Μόνο το ανθρώπινο ον μπορεί να αναπαράγει την ίδια την τερατωδία της ύπαρξής του με ακόμα μεγαλύτερη ένταση μες στη φρενήρη του βιολογία. Αδυσώπητο, λάγνο μαυροφορεμένο, σπαταλημένο στην πορνογραφία του ζευγαρώματος και την καταπληξία της σεξουαλικότητας.

Ο πλούσιος πάτος που λαλεί τον ανθρωπισμό του ως έκκεντρο κοσμικής σοφίας και απελευθέρωσης, αφού η επιστήμη του κώλου παρέχει λεύκανση εις τους αμβλύωπες αποστειρωμένους πρωκτούς που θάλπουν ωσάν αιγαιοπελαγίτικα εκκλησάκια στην άκρη ενός καψαλισμένου γκρεμού.

 

Τοπιογραφία ματιού σε στύση

sea

Το θρησκευτικό νόημα του ερωτισμού βρίσκεται μέσα στην πλήρη ακινησία του ήρεμου Μέτρου της ηδονής.

Στους ψιθύρους εκτός χρόνου και χώρου που θέλουν να γίνουν χώρος και χρόνος, που θέλουν να κερδίσουν μέσα σ’ αυτή την παχύρευστη ροή του σπέρματος έναν ρόλο ουσίας.

Ολόκληρη η ζωή μας είναι φορτισμένη με θάνατο, γι’ αυτό περιμένει όλο αγωνία μαζί με μας στη στάση του λεωφορείου τη γκάβλα να κάνει το πρώτο ή το δεύτερο βήμα. Το παραστράτημα σε μια χαρά που δεν την αφιονίζει το καθήκον μα την ξεσηκώνει το απέραντα χαρμόσυνο γέλιο της συνάντησης.

Οι συναντήσεις ανήκουν στο διονυσιακό κόσμο, δηλαδή στο γαμήσι και στις ακαθαρσίες του.

Συναντώ σημαίνει συνευρίσκομαι. Συνευρίσκομαι σημαίνει γίνομαι ο θεός της παράβασης και του γλεντιού.

Παράβαση απ’ τις θνητές έγνοιες και την ανθρωποβοσκή που θεμελίωσε την εργασία ως μηχανισμό εκφυλισμού της τάσης του ανθρώπου για ελευθερία. Και γλέντι, ώστε, αυτό το θρύμμα της χαράς να παραδοθεί ατόφιο στις κραιπάλες και στις τόσες αδόκιμες δοκιμές θανάτου.

Ο πολιτισμός έδεσε τη σεξουαλική έξαψη στο αμάρτημα, προσδίδοντας στον ερωτισμό μιαν έξαλλη και απελπισμένη βία.

Ο πολιτισμός έκρυψε την ηδονή κάτω απ’ το χαλί της εκκλησίας και του εμπορίου.

Όσοι μιλούν ανοιχτά και επισήμως σήμερα για την ηδονή είναι ψυχίατροι ή κρεοπώλαι σαρκός κάθε χρώματος.

Γι’ αυτό οι ποιητές γράφουν ποιήματα και οι έφηβοι στολίζουν την περίλαμπρη κόμη των γεννητικών τους οργάνων με χύσια.

Γι’ αυτό τα λόγια μας έχουν κάτι απ’ την παθιασμένη ευφυΐα της ευχαρίστησης και της τρέλας, αφού μπορούμε να διακρίνουμε μέσα στα τόσα αδιάκριτα βλέμματα των ερωτιάρικων ζώων γύρω μας το πένθιμο νόημά τους.

 

Ορισμός

polem1

Ο πόλεμος είναι μια σπουδαία περιπέτεια που παραμορφώνει το ανθρώπινο είδος και οι φαντάροι ανοίγουν τα κεφάλια τους μέσα στη νύχτα. Βομβαρδιστικά βομβαρδίζουν με σπέρμα τα κλειστά στόματα των ανθρώπων. Ένα πρόβατο είναι η έναρξη της αιωνιότητας. Η αιωνιότητα είναι η έναρξη της νύχτας. Τόσο ο πόλεμος είναι ατέλειωτος.

Ρέκβιεμ για τον κόκκινο Ντάνι

daniel_cohn_bendit_273544602

Ο κόκκινος Ντάνι έχει τιμητική θέση στην τροφική αλυσίδα του καπιταλισμού. Πέρασε νύχτες σε καφενεία και οριακές τελετές. Δοκίμασε με την άκρη της γλώσσας μούστο πατημένο, ύμνησε το μεσογειακό ταπεραμέντο και την οικολογία, έγινε ο ένας και μοναδικός ανάμεσα σε πολλούς που ξεκίνησαν να δώσουν μιαν απάντηση στο θάνατο και την ανυπαρξία.

Ο κόκκινος Ντάνι φυτεύτηκε από μια παμπόνηρη αστική τάξη που είχε βρει τρόπο νʼ ανοίγει τα παράθυρα για να ξεβρομίζει το σύστημα.

Μια αστική τάξη που πουλούσε αριστερισμό και επανάσταση με το τσουβάλι.

Ο κόκκινος Ντάνι τα κινήματα της πατάτας και της διαχείρισης των κρίσεων τα σπούδασε στη Σορβόννη ακούγοντας γαλλοελληνικά της Αρβελέρ και φλύκταινες του Ζουράρι.

Ο κόκκινος Ντάνι κρύβει ένα βαθύτατο εθνικισμό για τη μητέρα πατρίδα και την ακμή της αφού ως άλκιμη οδαλίσκη της διανόησης μάζεψε τις φίρμες και τα λαμπρά αστέρια της ψωροκώσταινας που ξεψυχούσαν γαλλιστί στην Μονμάρτη.

Ο κόκκινος Ντάνι που ξέβαψε είναι η κουράδα της γαλλικής επανάστασης. Καλωσόρισε πρώτος τις παγωμένες ριπές του πολέμου στο Σαράγιεβο. Δεκαετίες τώρα σαπουνίζει τʼ αρχίδια των αξιωματούχων των Βρυξελών.

Οραματιστής και φιλάνθρωπος της Ευρώπης της παρακμής που δεν στέγνωσε στα χέρια της ακόμα το αίμα απʼ τις αποικίες.

Είναι η φίρμα που βγαίνει μπροστά στα δύσκολα. Χειροτονεί χρηματιστές και μάνατζερ εκπαιδευμένους να στεγνώσουν τα ζουλάπια που διεκδίκησαν κάποτε ψιχία καλοζωίας αλλά εισέπραξαν φάπες και ενοχές.

Ο κόκκινος Ντάνι έγινε ο Ντεγκόλ του ευρωπαϊκού έρωτα για τις αγορές. Από ΣΥΡΙΖΑ του Μάη του 68 έγινε χρυσαυγίτης της περεστρόικα του κεφαλαίου. Με το άλλοθι του μοναχικού καβαλάρη και του πολυμήχανου πράττει τα δέοντα για τη μπουρζουαζία που έγραψε ύμνους για τους εργάτες κάποτε αλλά λυσσάει σήμερα όταν ο εργάτης μορφώνεται και διεκδικεί.

Ο κόκκινος Ντάνι εξαργυρώνει τη λάμψη της χθεσινής μέρας. Συγκινεί ακόμα τους μαλάκες που τον πίστεψαν. Μικροαστούς, γεροντοκόρες, εκθεσάδες της γειτονιάς και τσουραπάτες φίρμες της δημοσιογραφίας.

Ο κόκκινος Ντάνι πέρασε κι αυτός να ρίξει ένα γερό χέσιμο στο Μέγαρο Μαξίμου. Να περάσει ένα χεράκι πράσινη μπογιά απʼ αυτή που σκεπάζει τη μπόχα μιας χώρας με μισό εκατομμύριο πεινασμένους.

Της χώρας του εθελοντισμού που το γύρισε στα συσσίτια και τις ελεημοσύνες. Της χώρας, τού Ελλάς ελλήνων χριστιανών που επαναστατεί με τη μούντζα και το κωλοδάχτυλο.

Της χώρας, τού πατρίς θρησκεία οικογένεια που έβαλε τον παπά στο κρεβάτι της φορώντας τη χλαμύδα του αρχαίου μεγαλείου επιδιδόμενη σʼ ένα νέο-ανθρωποφαγικό κίτς όργιο.

Ο κόκκινος Ντάνι θα φάει μουζάκα κάτω απʼ την ακρόπολη, θα φιλήσει τον ιερό βράχο και θα δώσει συνέντευξη τύπου για τις μπιγκόνιες, τα φωτοβολταϊκά και την ανάπτυξη.

Ο κόκκινος Ντάνι θα ρεκάξει κι αυτός με τη σειρά του την καταστροφή που θα συμβεί έξω απʼ το ευρώ. Με ολίγον μελιστάλακτο ύφος θα μαλώσει πατρικά την αριστερά και τους άλλους ντόπιους αγριάνθρωπους και το κακό συναπάντημα, αγράμματους, πλιατσικολόγους και τοπικιστές που δεν αφήνουν τη φωτισμένη τρόικα που ήρθε απʼ έξω να μας σώσει μαζί με τον Μαυροκορδάτο-Παπαδήμο και την παρέα του.

Ο κόκκινος Ντάνι που θα χειροκροτήσει τα νατοϊκά βομβαρδιστικά ακόμα και αν κατευθυνθούν αύριο στους Δελφούς είναι ένας απʼ τους πράσινους προθιερείς της ιστορικής αποδόμησης, που κουνάει πατερναλιστικά το δάχτυλο μέσα στον ευρωπαϊκό ιστορικό αχταρμά.

Λαοί αλλάξτε συνείδηση, νοοτροπία και συμπεριφορές. Η αγορά δε σηκώνει καψόνια. Μονάχα τα πράσινα άλογα της πράσινης ανάπτυξης. Ο κόκκινος Ντάνι με τους δικούς μας φεντεραλιστές παραπέμπουν στην περίπτωση της Φρειδερίκης που παρακαλούσε τον Μάρσαλ νʼ αρχίσει τον τρίτο παγκόσμιο απʼ την Ελλάδα.

Μάης του 68 Ή ευλόγησον δέσποτα το Noor One

ΚΗΔΕΙΑ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ Κ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ

Συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό φίλων και γνωστών για το Μάη του 68, μα εκείνη την εποχή χρειαζόσουν τουλάχιστον ένα αεροπορικό εισιτήριο για να πας στο Παρίσι και να κάνεις εξέγερση.

Τον καιρό εκείνο οι εξεγέρσεις γινόταν απ’ τους μπουρζουάδες που ήταν έτοιμοι να πεθάνουν από ανία.

Διάφοροι πλιατσικολόγοι, τα κονομάνε χοντρά πενήντα χρόνια μετά, πατώντας πάνω στην αγάπη των ψευτοκουλτουριάρηδων δήθεν για την αυτονομία, την ελευθερία και τα άλλα κλασμένα μαρούλια.

Η ίδια εξουσία, ενσωμάτωσε μετά την εξέγερση τους εξεγερμένους αλλά και τις ιδέες τους, σε τέτοιο βαθμό που απορείς πραγματικά με όσους δεν βλέπουν ή κάνουν πως δεν βλέπουν τον αναχρονισμό και την αντίδραση.

Ο Πουλαντζάς μιλάει ανοιχτά για τον πράκτορα Καστοριάδη που το πρωί εργάζεται στον Ο.Ο.Σ.Α και το βράδυ γράφει δοκίμια για λοβοτομημένους αναρχικούς που έγιναν αναρχικοί για να αντιδράσουν στον δεξιό μπαμπά.

Δεν μιλάμε φυσικά για τους λίγους ρομαντικούς που το σκασαν νύχτα για την Προβηγκία ή την Τεργέστη αλλά για τα πολλά και αμέτρητα κοράκια που διοικούν σήμερα την Ευρώπη.

Ολόκληρη η μεσήλικη παρέα που διοικεί σήμερα την Ευρώπη είναι σπουδαγμένη στο Μάη του 68.

Οι Έλληνες διανοούμενοι του αθηνοκεντρικού ελληνοχριστιανικού μας πολιτισμού, μεταξύ τυρού και αχλαδιού αρέσκονται να κωλοτρίβονται στα πόδια των μπουρζουάδων.

Ο Ωνάσης, ο Λάτσης και τα άλλα νεόκοπα φυντανάκια που με χουντικά δάνεια αγόρασαν όλα τα σαπιοκάραβα τού πλανήτη για να κατακτήσουν τις αγορές κάθε ηπείρου τώρα στα ιδρύματά τους χαϊδεύουν τ’ αρχιδάκια διανοούμενων και καλλιτεχνών κάνοντας εκδηλώσεις για τον Μάη ή τον Οχτώβρη, θάβοντας την εργατική τάξη στα ερείπια των κατακτήσεών της.

Σήμερα στην ψωροκώσταινα όπου οι σεβαστοί-απ’ τη συμμορία της εκκλησίας και του κράτους-πρεζέμπεροι αγοράζουν τρυφερό άγουρο κρέας απ’ την Ταϊλάνδη για να περάσουν καλά, οι φιλομάηδεςτου 68 κρύβονται πίσω απ’ το ένδοξο κωλοδάχτυλό τους.

Εκεί που πίνεις το καφεδάκι σου με το ένα ευρώ διαβάζεις στη φρι πρες και μια σπουδαία μαλακία.

Το ξέσπασμα-λέει-του Μάη άνοιξε δρόμους, πρότεινε νέες συμπεριφορές, ήταν ένας εκθειασμός της ροής και των πυκνώσεων του χρόνου, μια κολοσσιαία επιμήκυνση των δευτερολέπτων, το προοίμιο σε έναν άλλον πολιτισμό, σε μιαν άλλη αντιμετώπιση της καθημερινότητας. Ήταν τα πρώτα εκρηκτικά βήματα προς ένα άλλο σχέδιο ζωής.

Ένα σχέδιο ζωής που όπως μεγαλοφώνως αποδείχθηκε λέει: ας περνάμε εμείς καλά κι άλλοι στ’ αρχίδια μας.

Τάδε έφη Ζαρατούστρα

Lou Andreas-Salomé, Paul Ree and Friedrich Nietzsche in Jules Bonnet studio, Lucerne 1882

Lou Andreas-Salomé, Paul Ree and Friedrich Nietzsche in Jules Bonnet studio, Lucerne 1882

 

Οι μεγάλοι παλαβοί του ερωτισμού τού εικοστού αιώνα ανακοίνωσαν γραπτώς και προφορικώς πως είναι απαράδεκτο η κοινωνία να περιορίζει τη σεξουαλική απόλαυση εντός νομικών μορφών εν είδει συμβολαίου.

Ζωγράφοι, ποιητές, φιλόσοφοι, θηριοδαμαστές-ως εργατικοί και ακαταπόνητοι στοχαστές-άρχισαν να καταγράφουν την ιστορία των πραγμάτων που δίνουν χρώμα στην ύπαρξη.

Τι μπορούμε να μάθουμε για τον κόσμο; Από τη γέννηση ως το θάνατό μας πόσες σάρκες μπορεί να ελπίζει το βλέμμα μας ότι θα σαρώσει; Πόσα τετραγωνικά εκατοστά Γης θα έχουν αγγίξει οι πατούσες μας; Πόσες μικροεπιδρομές σε εξαϋλωμένα ερείπια και πόσα ρίγη περιπέτειας θα μας συντρέξουν;

Οι μεγάλοι ερωτικοί είδαν τη ζωή όχι σαν το πρόσχημα μιας απεγνωσμένης συσσώρευσης, ούτε σαν ψευδαίσθηση κατάκτησης, αλλά σαν επανεύρεση ενός νοήματος που χάθηκε μέσα στις πληροφορίες και στους οδηγούς επιβίωσης.

Όλοι τους συνέταξαν ιδιοχείρως – με τον ένα ή τον άλλο τρόπο – το πολυτάραχο, ανατρεπτικό, σκοτεινό, πένθιμο ή και μακάβριο σενάριο της ζωής τους.

Όλοι τους βρέθηκαν στο πλευρό των ανθρώπων που δεν είχαν να χάσουν τίποτε εκτός απ’ τις αλυσίδες τους.

Ο ναζισμός αλλά και ο ύστατος νεοφιλελευθερισμός ως δυναμική της εξέλιξής του, δεν εφευρέθηκε απ’ τους μεγάλους τρελούς του ερωτισμού αλλά απ’ τους πλέον απεχθείς, ανιαρούς, απωθητικούς μικροαστούς που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί.

Ο Himmler ήταν ένας φιλήσυχος αγρονόμος που παντρεύτηκε μια νοσοκόμα. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης γεννήθηκαν μέσα απ’ τη μικροαστική συζυγική φαντασίωση μιας νοσοκόμας κι ενός αρχιτέκτονα ορνιθοτροφείων. Στην κλίνη όπου η συμβολαιογραφική πράξη της μονογαμίας γεννάει τέρατα.

Απ’ την άλλη, οι ερωτικοί ποιητές άρχισαν να ορίζουν τον έρωτα με υγρές λέξεις και σημεία χαραγμένα στη λευκή σελίδα.

Να τον ονοματίζουν και να τον χαράσσουν όπως εκείνοι οι παλιοί χαρτογράφοι που γέμιζαν τις ακτές με ονόματα λιμένων, με ονόματα ακρωτηρίων και όρμων ώσπου στο τέλος η ξηρά να χωρίζεται απ’ τη θάλασσα με μια ανάσα.

Βλέπω τώρα την ποιήτρια της ζωής και του αλιτήριου βίου Lou Andreas-Salomé να μαλακίζει τις ψωλές δυο φιλοσόφων. Μόνο η ποίηση και η γυναίκα μπορούν να καταλαγιάσουν την αντρική ορμή για κυριαρχία και σφαγή. Να γίνουν αυτό το ερωτικό άλεφ, ο τόπος όπου είναι ταυτόχρονα ολόκληρος ο κόσμος ένα ερωτικό αλφάβητο που συνομιλεί με την αιωνιότητα.

Βλέπω τώρα το λιμάνι και το φάρο. Το οροπέδιο πέρα και το λόφο.

Εδώ στη Santa Mavra βλέπω μια μαούνα φορτωμένη χαλίκι να οργώνει το κανάλι. Παιδιά παίζουν μπάλα στην παραλία. Άντρες και γυναίκες χαίρονται τη γύμνια τους και τις ζεστές δαγκωνιές του ήλιου.

Ο αρχαίος μελισσοκόμος και μπανιστηρτζής Σπύρος Σταματέλος κατεβαίνει απ’ το χωριό Τσουκαλάδες καβάλα στο γάιδαρό του, διασχίζοντας τις σκιερές δεντροστοιχίες της ερωτικής όασης του μέλλοντος.

Ήταν χθες, ήταν αύριο

eklici

Ταξιδεύω πάνω σ’ ένα πλοίο για τη νήσο της Ηδονής. Τη νήσο Νυχτέρι των χαροκαμένων και τη νήσο Σπλάχνα μιας Σούλας κομμώτριας πεταμένα σε κάδο. Κι εσείς φαρμακόγλωσσοι, να ξέρετε, μόλις που ανασαίνω. Μόλις που ψιθυρίζω στα κορίτσια λαδερά φαγητά και λαδερά λόγια. Ταξιδεύω πάνω σ’ ένα πλοίο. Το πλοίο είναι η κατεξοχήν ετεροτοπία. Στους πολιτισμούς δίχως πλοία στερεύουν τα όνειρα. Η κατασκοπεία αντικαθιστά την περιπέτεια και ο καταναλωτισμός αντικαθιστά την ηδονοβλεψία. Η αστυνομία αντικαθιστά τους πειρατές και ο στρατός τους ιχνηλάτες. Βρίσκομαι στο χωριό Χελιδώνα, εδώ που προσάραξε το πλοίο μου την εποχή του κατακλυσμού. Ακροκέραμα στη βαθιά κρήνη λιωμένα απ’ τα άλατα των βουνών. Σπαθιά γυαλισμένα με λάδι κρεμασμένα στην ψησταριά του χωριού. Γυαλισμένα κορμιά. Εις έσχατον όριο. Διψασμένα για αίμα. Λάμες. Ζόφος των νικητών. Συνουσία. Αγάπη. Μέτρον άριστον. Καραβάνια τρελών πιερότων με αφράτα σαρίκια μες στο πένθος της σκόνης ενός χαμού δίχως τέλος. Μαύρη σελήνη ξανά και τοπία θολά με διαβάτες. Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος τρόπαιο Φλωρινιώτη ζωγράφου. Αγαπούμε δια τού βλέμματος τις ολόγυμνες που δεν έχουν ονόματα. Οι χλοερές μασχάλες μάς συγκινούν. Κι η σωτηρία παραμένει πάντα μια σκοτεινή πόρτα, αφού η ελπίδα κατέστη το δέλεαρ της αδράνειας.

 

Μεγάλη Παρασκευή Ή Μουνί με ακάνθινο στεφάνι

moniaknthod

Μη διστάζεις να αντιμετωπίσεις τα υγρά σου σαν μια αγέλη ζώα.

Ζούνε εντός σου σε άγρια κατάσταση.

Αλληλοσπαράσσονται, αυτοακρωτηριάζονται, πολλαπλασιάζονται στην τύχη.

Ποίμαινε το κοπάδι των υγρών σου.

Γίνε ποιμένας σ’ ένα κοπάδι ζώα που ζούσαν άσκοπα ως τώρα, σε αταξία.

Χάρη στα μάγια σου κάντα να υποταχθούν στην ερωτική γνώση.

Χάρη στα μάγια σου κάντα να συνειδητοποιήσουν ότι υπάρχουν, υπάρχουν σαν καθρέφτες τού εαυτού σου.

Κάθε ερωτική μπουκιά έχει τη γεύση των προγόνων μας.

Μουνί ονειροπόλο, αναρτημένο απ’ τα τσίνορα του ήλιου, με τα υγρά σου χείλη και τα τονωτικά σου χαμόγελα, γονιμοποίησε με το σπέρμα μου τη μήτρα του πυραχτωμένου σου μυαλού.

Ξεγέννα ένα βρέφος με τη μυρουδιά της ελευθερίας που είναι από αίμα και τη μυρουδιά της δικαιοσύνης που είναι από φρέσκο χώμα.

Ξεγέννα ένα βρέφος που θα είναι ο γιός και η κόρη μου, ευτυχισμένο μες στην απανθρωπιά των παιδιών.

Ξεγέννα ένα βρέφος απληροφόρητο από θάνατο και φρίκη, ωστόσο ζωντανό.

Ένα βρέφος που θα λαχταράει να ξαναγίνει άστρο και ασφόδελος.

Ηλίθιο χαμομήλι που κοιτάζει τον ήλιο καθώς ξεμπουκάρει μες απ’ τα κρανία όσων σακάτεψε η γλυκιά οιμωγή της φθοράς.

Αγκαλιά κάτω απ’ το ντουζ

ntoyz

Η φιλία και ο έρωτας είναι ετεροθαλή αδερφάκια. Όταν κάποτε ρώτησαν τον Breton και τους υπερρεαλιστές γιατί γράφουν, αυτοί απάντησαν «Γράφουμε για να βρούμε φίλους».

Το βέβαιο είναι πως όταν γράφεις βρίσκεις καινούργιους φίλους, μα αρκετές φορές χάνεις τους παλιούς.

Και είναι συνήθως αυτό το μέλημα για την ύπαρξη, που πολλές φορές γίνεται καθαρός πόνος και ζουλάπι που ενδίδει στην παράβαση για να βρει τη λύτρωση που δεν υπάρχει.

Αυτά τα μυστηριώδη υποκείμενα που τριγυρνούν ασκόπως στα θολά κοσμικά νερά της λαγνείας έχουν έναν κρυφό σκοπό. Να εξαπολύσουν τον έρωτα εκεί που καταπιέζεται, παραμερίζεται ή απλώς ετοιμάζεται να εκραγεί σ’ όλη του τη δόξα.

Η φιλία και ο έρωτας είναι το αντίβαρο της πραγματικότητας που οι ρομαντικοί το βάφτισαν ουτοπία.

Η φιλία και ο έρωτας για να βγάλουν ρίζα πρέπει να ποτιστούν απ’ τις ποιητικές ιδέες που ποτέ δεν ολοκληρώνονται και μένουν ανοιχτές, μετέωρες, όπως η αρχέτυπη σπηλιά που η πόρτα της είναι μια μαύρη τρύπα, ένα αόρατο παραπέτασμα όπου όποιος μπαίνει πρέπει να γδυθεί από τις έτοιμες ιδέες και τις προκαταλήψεις και να οδεύσει γυμνός προς το σατανά, που όλα τα θέλει αλλιώτικα, στρεβλά, αλλαγμένα, υποψιασμένα και καταδιωγμένα.

Η φιλία και ο έρωτας σε οδηγούν από μια βαρετή καθημερινότητα σ’ έναν κόσμο θαυμάτων.

Μα είναι φορές που αυτός ο κόσμος των θαυμάτων κατρακυλά στην απόλυτη αποξένωση και στην αποστέρηση κάθε φυσικής ωραιότητας.

Αν δεις βαθιά το μεδούλι, κάτω απ’ το σπλάχνο της γραμματοσειράς, θα βρεις έναν εαυτό ψυχολογικά κλονισμένο, συναισθηματικά και πνευματικά ασταθή, που σχεδόν πάντα ταλαιπωρείται από υπαρξιακές και καλλιτεχνικές αγωνίες.

Θέλουμε να γίνουμε θεοί-γαμώ την παναγία σας- δηλαδή παντοδύναμοι σκύλοι.

Οι μυθικές φιγούρες των αρχαίων κυνικών που σουλατσάραν και πηδούσαν εδώ κι εκεί όπως τους έσκαγε στην κούτρα επιζητώντας τη συνουσία και το σκάνδαλο.

Ο σκύλος κοροϊδεύει τον πολιτισμό, αυτόν τον πολιτισμό που σκέφτεται με τα λεφτά του και γαμάει με τα λεφτά του κι απ’ την ευωδιά της ερωτικής κλίνης ξεπέφτει στο γρασάρισμα των μεντεσέδων του μπουρδέλου.

Όμως αυτός ο σκύλος, ο ανυπόταχτος, είναι επίσης και ένα ζώο που υποτάσσεται, εκγυμνάζεται, μαθαίνει να δίνει το χέρι.

Είναι το ζώο που κυρίως αγαπούν και κυρίως φοβούνται οι άνθρωποι, ταυτόχρονα.

Ο ποιητής είναι ο σκύλος που πότε δίνει το χέρι του και πότε δαγκώνει.

Υπάρχουν ποιητές σκυλάκια του καναπέ που πιπιλίζουν με τη γλωσσίτσα τους την ανία της άρχουσας τάξης και το τσουτσούνι του μεγάλου Ποσάδα των ποιητικών επετηρίδων περιμένοντας μιαν ανταμοιβή, ένα κόκκαλο με φιόγκο ή μιαν επιδότηση για να ανοίξουν μαγαζί πουλώντας τα πνευματικά περιττώματα των φίλων και των εραστών τους που αύριο θα είναι εχθροί τους.

Υπάρχουν ποιητές που ουρλιάζουν κλαίγοντας με αναφιλητά, που μέσα στον παροξυσμό τους ξεσπά πολλές φορές ένα γέλιο ασυγκράτητο.

Κι αυτό είναι που μας κάνει να ξαναβρίσκουμε το θάρρος μας.

Εραστές και φίλους, πληγωμένα πουλιά που ψάχνουν την αγκαλιά μας σ’ αυτόν τον αεροκρέμαστο κόσμο.

Ερωτική μηχανική πάνω και κάτω άκρων

dio

Ο άνθρωπος πουλάει το κορμί του για να αγοράσει χρόνο, γλώσσα, εργαλεία, όπλα, κυριαρχία.

Σ’ έναν κόσμο όπου η επιβίωση δεν επιτρέπει ανάπαυλα, η τεμπελιά δεν έχει καμία θέση. Και μένει εκείνη η μελαγχολία στη μνήμη του ματιού που πάντα λυσσάει από επιθυμία και για στιγμές έξω απ’ το χρόνο.

Μας εξαπατούν λέγοντάς μας πως για να χορτάσουμε πρέπει να καταβροχθίσουμε τη Φύση, μα καταβροχθίζοντας τη Φύση καταβροχθίζουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.

Η ανθρωπότητα εξαπατήθηκε από τις μάσκες των θεών που έφτιαξε για να τρομάζει το Χρόνο, πέφτοντας στην παγίδα.

Τίποτε δεν είναι πιο δύσκολο απ’ το να σπάσεις τα καλούπια. Μα δυο γυμνά κορμιά μπορούν να σπάσουν τα κούφια καλούπια.

Οι εξαρτημένοι πολιτικοί απ’ τα σκατούλια των πλουσίων, οι μαφίες, οι πράκτορες της δίωξης, η αστυνομία, οι εκκλησίες και τα μήντια δεν θέλουν ανθρώπους αλλά εργαλεία και πιστούς.

Οι λέξεις τους δεν μπορούν να πουν όσα λέει ένα σώμα.

Οι λέξεις τους είναι μαγαρισμένες από πετρέλαιο, απόδοση, αριστεία. Μα δυο γυμνά κορμιά γνωρίζουν περισσότερες λέξεις, τρίβονται το ένα πάνω στο άλλο, αναγνωρίζοντας το μεγάλο και ρυθμιστικό χέρι της Φύσης που δεν έχει αρχές και εξουσίες, ανακαλύπτοντας ένα δράμα επιβίωσης όπου τίποτε δεν προκαθορίζεται.

Δυο γυμνά κορμιά γνωρίζουν ότι το πρόσωπο της Φύσης λάμπει από χαρά παρακολουθώντας τον αγώνα για επιβίωση, διασκεδάζοντας μπρος στις τόσες συσσωρευμένες αντιφάσεις.

Γνωρίζουν πως καμιά θεολογική ρύθμιση δεν καθορίζει τις πράξεις και το ήθος των ειδών, παρά μιαν αιωνίως ατέρμων μεταβολή ωθεί κάθε ζώο σε προσαρμογή, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε αφανισμό ή σε μεταμόρφωση.

Δυο γυμνά κορμιά λιώνουν μέσα στην ανακουφιστική σχάση της συνουσίας, αναγνωρίζοντας άφθονα νοητικά σπέρματα στα ερωτικά ήθη, χωρίς να πολυσκοτίζονται για την αρχέτυπη καταβολή τους.

Όπως η γλώσσα δεν σχεδιάστηκε για να μεταδίδει πληροφορίες έτσι και ο λόγος δεν δημιουργήθηκε για να φυλακίσει το ένστιχτο.

Το άνοιγμα ή η σχισμή ανάμεσα στα δυο ημισφαίρια του ανθρώπινου οργανισμού είναι ο τόπος στον οποίο οδηγούμαστε τυφλά.

Εκεί θέλουμε να χώσουμε τη μουσούδα μας, βυθίζοντας όλο μας το Είναι κάθε φορά στα ερωτικά όργανα, που περιμένουν τη βουκέντρα τού βλέμματος για να ερεθίσουν και να ερεθιστούν.

Τώρα τραβάω μια χαρακιά, έναν μεσημβρινό πάνω στο φλοιό της γης, ανάμεσα σ’ αυτή τη σχισμή που χωρίζει τις δυο πλευρές του σώματος και το άνοιγμα που χωρίζει τη Μαδαγασκάρη απ’ την Αφρική.

Γράφω τις λέξεις που θα σπάσουν το κούφιο καλούπι, βυθισμένος στη μαγεμένη άχρονη αθωότητα που στέκεται απέναντι στην εκμετάλλευση και στη σκλαβιά.

Γράφω ανακαλύπτοντας τη μυστική τοπολογία των πραγμάτων.

Τα ψηλαφώ, τα χαϊδεύω, τα οδηγώ σε οργασμό.

Ξέρω πως δυο γυμνά κορμιά ενδίδουν στη σεξουαλική φρενίτιδα που διακλαδίζεται στον κανιβαλισμό, προκειμένου να διατυμπανίσουν πως είναι απαράδεκτος ο θάνατος.

 

Κλειδώνω, μανταλώνω μα ο κλέφτης μέσα είναι

mandalo

Στα κρυφά σταυροδρόμια της γλώσσας με τη φαντασία και την ηδονή, ξεπετάγονται τα αινίγματα.

Κλειδώνω, μανταλώνω μα ο κλέφτης μέσα είναι. Δεν σφίγγω τίποτε στη χούφτα μου, μα ιδού ο κλέφτης του Πύργου των ιδεών και των αχαμνών.

Ο αντίχειρ ως δαχτυλοσκόπος οραμάτων, το πέος και η βάλανος συνώνυμα του μάνδαλος.

Στο παιδικό παιχνίδι-αίνιγμα μπορείς να ανακαλύψεις πως ο Δούρειος Ίππος ήτο φοράδα της γειτονιάς, έτοιμη για την ιερή και θεία τέχνη της διείσδυσης.

Μπορείς να καταλάβεις τι εστί Μάνδαλα όταν βρεθείς στον κύκλο ή τη σφραγίδα που σε περιέχει, που είναι ασφαλώς ένα προγεννητικό ή θηλυκό αρχέτυπο ή κλείστρο.

Φίλημα μανδαλωτό, γινόμενον με τη γλώσσα προέχουσαν εις τις παρειές των οδόντων. Αιδοίον μέλος κατεγλωτισμένον και μανδαλωμένον.

Μες στη σαγήνη της επανάληψης, την τόσο αποχαυνωτικά ερωτική, μια τρύπα βουλώνει και ξεβουλώνει με διάφορους τρόπους.

Μια τρύπα όμως που ξεκλειδώθηκε σαν Λόγος, με την οντολογία που άρχισε απ’ τον Παρμενίδη και τους άσωτους υιούς, τους γραφομανείς που θέλαν να υπολογίσουν το εμβαδόν της ποίησης που χωρά στο κορμί.

Το αόριστο ολοκλήρωμα της ελληνικής γλώσσας και σκέψης, στην οποία δεν υπάρχει πολύς τόπος για μαγείες και μεταφυσικές, παρά ερωτήματα και αποκρίσεις, διαλεκτική, Έρως, Λόγος, Υγρά.

Σύμφωνα και φωνήεντα που οι χριστιανοί, οι γνωστικοί και οι ψυχαναλυτές τα μάντρωσαν στο παχνί της πίστης και της υποταγής.

Λέξεις που δε θα τις βρεις στα λεξικά, μονάχα στο σπασμό πάνω τού σώματος που τις γεννά.

Λέξεις όπλα από ήλιο στροβιλίζονται και η φωτιά θα καταπιεί τη φωτιά, δείχνοντας τον έσχατο δρόμο της επιθυμίας γεμάτο θηρία φυτά και πέτρες.

Θάλασσες από αλάτι και εκκλησιαστικά όργια, όντα που θα γεννήσουν τις θυγατέρες τους στο βυθό μέσω πέους και ορθού εντέρου, μέσω του ατέλειωτου αριθμού εξόδων του δέρματος, όπου ως δρόσος πρωινή μαζεύονται οι εμπύρετες σταγόνες, ο ιδρώτας της δουλειάς, η αγωνία κι οι ευωδιές του έρωτα που μας συνδέουν με τον κόσμο.

Κάτω απ’ το ακάθεκτο φως λύνουμε αινίγματα. Η άνοιξη είναι θανατηφόρα. Κανείς δεν της δίνει σημασία.

Ακόμα κι εγώ ο μισοκοιμισμένος μηχανικός, δειλός και βαρύς απ’ τον ύπνο μες στη χλωμή πρωινή αχλή με όσο πορνικό λυρισμό μου προσάπτουν οι γραφειοκράτες, καρφιτσώνω λέξεις στο υπερπέραν απ’ την άσκοπη περιπλάνησή μου στις μυρουδιές σου.

Στο μανταλωμένο σου μουνί, όπου μέλλων και παρελθών χρόνος αλλάζουν διαρκώς μορφή. Κι η ζωή συμμετέχει στην παράλογη μεταμφίεσή της, κι η λέξη διασπάται μες στην απατηλή μνήμη της και το άγνωστο σε κρατά απ’ το αυστηρό του χέρι και ο έρωτας σε ζαχαρώνει με τις υποσχέσεις του.

 

Κινίνα Εξαρχείων

exarxeia

Αυτή η περιοχή ήταν κάποτε γεμάτη ρωμαλέα παιδιά. Το γυναικείο Σώμα έβρισκε εδώ μια καυτερή πιπεριά για να τρίψει στις ρόγες του.

Η λαϊκή του Σαββάτου, σχεδόν με μιαν αφέλεια παιδική, διατηρούσε τα σεξουαλικά υπονοούμενα των βλάχων που ροβολούσαν απ’ της Λαρίσης το ποτάμι και τα γλυκά αγγουράκια των Θηβών.

Η οδός Καλλιδρομίου μύριζε γιασεμί και πληθυντικό ευγενείας.

Τα ερωτικά παγοθραυστικά της επαρχίας πρόσφεραν τα ερωτικά τους όργανα σε λογοτέχνες και μπακάληδες, χωρίς υπεροψία αλλά βουτηγμένα στη μέθη, ανωνύμως πάντα, χοροστατούντων κάποιων μητροπολιτών, μεταμφιεσμένων σε κορίτσια με πονηρούς σκοπούς.

Οι κρανοφόροι δεν είχαν αγοράσει ακόμα γκαρσονιέρα στην περιοχή και ο λόφος του Στρέφη ήτο γεμάτος ανωμάλους λογίους και βρετανικό LSD, ενισχύοντας τα φωναχτά ή αντιθετικά χρώματα της μικροαστικής πλήξης.

Η αναρχία ήταν περισσότερο ποίηση και στύση του αυθορμητισμού.

Οι βρικόλακες αγόραζαν τα ρετιρέ τους έχοντας άλλοθι καλλιτεχνικόν και λεφτά στην άκρη για δεύτερη μπριζόλα.

Κάτι γκαρσόνια με χιούμορ αφήναν χρυσόσκονη πάνω στους τοκετούς της διανόησης που φλίπαρε ανάμεσα σε ούζα και χαβαλέ, ψάχνοντας καινούργιες χορηγίες Φορντ και ευκαιρίες στα μεταχειρισμένα αυτοκινητάκια που κουβαλούσαν κάθε Κυριακή οι μαντράδες στο Σχιστό.

Η ακολασία διαβιούσε σιδερωμένη και κολλαριστή, λίγο πριν φτάσουν τα καράβια με την πρέζα και την κάνουν αγνώριστη.

Η Τρικούπη και η Σόλωνος άρχισαν να οριοθετούν ένα ερωτικό ντελίριο του πεζοδρομίου. Πιάτσες τού μέσα κόσμου που εβγάζαν το μέγα και αόρατον ηθικόν τους στον ήλιο, που, τον έκρυβε η νύχτα των ντροπαλών αρσενικών.

Όμορφοι επαρχιώτες αθεράπευτα νυμφομανείς, αφήναν πίσω τη μανούλα και τα χωράφια για να κερδίσουν λίγη αιωνιότητα, σχηματίζοντας ένα μοχθηρό πρόσωπο μέσα στη ζούγκλα του ανταγωνισμού, σαν πιθήκου, χαραγμένο με μίσος, κακία και απόγνωση στα ανήλιαγα στενά από κάτουρα και αμμωνιακή σήψη.

Εκδότες και πιστολάδες μέσα σε σουβλατζίδικα που θεράπευαν λοξούς γόηδες απ’ το ξενύχτι.

Επαναστάτες αγκιστρωμένοι στο θαυμασμό τού εαυτού τους πετούσαν τις μπροσούρες τους στον ακάλυπτο, σουρωμένοι και δυστυχισμένοι που δε γεννήθηκαν στην Αμερική.

Το Rock έγινε το κινίνο για όλες τις παθήσεις μαζεύοντας Τάταρους της Κριμαίας και πιστολάδες του Τέξας σε γιαπιά, γιορτάζοντας τα κούλουμα της αναρχίας που γινόταν καθεστωτική και αφόρητη αφού με τα πρώτα φράγκα δραπέτευε στην οδό Σκουφά και στα Κολωνάκια με όση αυτοδηλητηρίαση και αυτοσαρκασμό απαιτούσαν οι περιστάσεις.

Οι υγιείς δραπέτευαν στα νησιά κάνοντας τον αντικομφορμισμό τους ιδεολογία απλώνοντας πάνω στο εθνικό πτώμα το έμπλαστρο της πολιτικής οικολογίας.

Οι έμποροι ναρκωτικών άλλαξαν μάσκα, αγκαλιάζοντας τον Καστοριάδη και τον Στίνα, φυτεύοντας ολλανδική μαριχουάνα στους φαντασιακούς ντενεκέδες τού καπιταλιστικού παραδείσου.

Οι χιπστεράδες αγόραζαν με τα λεφτά τού μπαμπά ξύλινα σπαθιά κυνηγώντας ψυχεδελικές πεταλούδες στα ρουμάνια της Ζωοδόχου πηγής, σκορπώντας την τέφρα φιλελεύθερων ραβίνων στα μουστάκια νεαρών παιδιών που τα ξεπάστρεψε η πατρική αγάπη.

Τώρα σήμερα εδώ οι αναρχίζοντες αστοί χτυπάνε τα κουταλοπίρουνά τους στα πιάτα, με τον κυνισμό τού επίτιμου πράκτορα της περιοχής, περιμένοντας τα ψίχουλα της αμερικάνικης πρεσβείας για τα τελευταία πληρωμένα άρθρα στην εφημερίδα των συντακτών, κατατροπώνοντας τον Λένιν και τους μπολσεβίκους, δίπλα σε υπόγεια με μισότρελους πρόσφυγες, αποθεώνοντας τη φολκλόρ ιδεολογία τους που καταδικάζει τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Η Θεά και ο Βοσκός

pnevma

Επειδή οι εραστές πιστεύουν στην πραγματικότητα αυτού τού ζωτικού ψεύδους που τούς κάνει να γενιούνται ξανά και ξανά, ξεχνώντας για λίγο το θάνατο και την επιστροφή στη λάσπη, φτάνουν πιο γοργά στην αλήθεια.

Η τέλεια ανθρωπιά τους διαθέτει έναν τερατώδη τόνο.

Χοντρές γριές με κίτρινα φουστάνια και σχισμένα καλσόν λικνίζονται πάνω από τριαντάφυλλα που λάμπουν.

Μνήμες απ’ το χάδι της σμίλης του δημιουργού που περνά πάνω απ’ τις μορφές όπως τα χείλη που ακραγγίζουν έναν κλειστό κάλυκα.

Όταν εμείς, οι δια παντός θνητοί, γίνόμαστε εραστές δηλαδή δημιουργοί χρειάζεται να κοιτάξουμε βαθιά και να ψάξουμε στα σκοτεινά πηγάδια του εαυτού μας τον αντίλαλο των βουβών εκμηστηρεύσεων του Άλλου.

Διότι δίχως τον Άλλο δεν μπορούμε να γίνουμε δημιουργοί.

Να γράψουμε και να ξεγράψουμε ύμνους στις προστυχιές που μας γέννησαν.

Να στήψουμε πάνω απ’ το φόβο το μελάνι που πετάγεται στους τοίχους και την ανία τού ζην που σκεπάζει αργά αργά τις καρδιές μας μέσα στη μοναξιά τού ουρανού των ηδονών που μοιράζονται απλόχερα στους μελλοθάνατους.

Η επιστήμη της ηδονής, η θρησκεία του έρωτα, η απελπισία του και η ανάγκη του για αιωνιότητα, αυτή η πελώρια βοή των υγρών και των σάλιων βρίσκεται ολόκληρη στην πνοή της σάρκας που βγάζει ο σπασμός τού μουνιού όταν ανατέλλει ο ήλιος.

Όταν τα στόματα δεν ομιλούν αλλά συνευρίσκονται για να γεννήσουν καινούργιες λέξεις και ποιήματα.

Καύλες που τα δεσμά των ομφαλών τους λύνονται σαν φρεσκοχυμένοι χάλυβες. Αφήνοντας μες στο σύμπαν τις σεξουαλικές σαύρες να τρυπώνουν με την ακατανόητη δεξιότητά τους στα μυαλά των ανθρώπων.

Εκεί που γεννήθηκε ο έρωτας, στις πρώτες λέξεις που χαράχτηκαν πάνω στους βράχους και στην υγρασία που άφηνε ο χρόνος πάνω στην πέτσα της λάβας.

Εκεί που ένας βοσκός Σουμέριος έλεγε: Ας πλέξει σε τραγούδι ο ποιητής αυτό που θα διηγηθώ. Τον έρωτά μου με μια θεά. Το ζευγάρωμα μιας θεάς και ενός βοσκού.

Της θεάς που αγάπησε εκείνη τη νύχτα σα να ήταν θνητή και του βοσκού που έγινε αθάνατος όσο κράτησε η νύχτα.

Hannah Hoch and the Dadas

Hannah-Hoch-Self-portrait-in-Mirrors-1931-Image-via-artblastcom-770x466

Hannah Hoch in A Self-Portrait in Mirrors (1931)

 

Το μόνο που διαθέτουμε είναι το ύφος. Ύφος χαμαιλέοντα ή μικρής καμαριέρας.

Ύφος στεναγμού όταν ανοίγουμε το παράθυρο και δεν βλέπουμε τη θάλασσα.

Ύφος εξομολόγου που δρέπει δάφνες απ’ το λογοτεχνικό αφήγημα της αμαρτίας, που, αν δεν ειπωθεί θα γίνει καρκίνωμα στις ζωηρές φαντασίες των καλλιτεχνών.

Ο νοικοκύρης άνθρωπος πάει να γαμήσει πασαλειμμένος με μια παχιά λίγδα συμβόλων και παραγεμισμένος ως το μεδούλι με θεολογικά περιττώματα, μα και τούτος ο σκιτζής των ηδονών διαθέτει ύφος.

Εκείνος ο καλόγερος και θεατρίνος μπροστά σε κάθε δασύτριχο γεννητικό όργανο διαθέτει ύφος.

Είναι ο πιστός που αφουγράζεται τη συμπαιγνία των μαλθακών λέξεων, τη συμπλοκή αυτού τού ανείπωτα ερεθιστικού λόγου με τις ονειρώξεις και τα βαρβάτα περιστατικά οραμάτων τού βίου που πορεύεται εν σιωπή και φθόνω.

Ο έρωτας είναι η λοξή γραμμή, το τίμημα τού ύφους που υπηρέτησαν οι λέξεις και σου λένε κάποια στιγμή: Αφουγκράσου! ξανά και ξανά. Την όμορφη κοιλιά της και τα σπλάχνα της, τον ιδρώτα απ’ τη μασχάλη της και την ερωτική της ανατριχίλα που την κυβερνούν οι εστιάτορες και οι ποιητές.

Καιρό πολύ τώρα ξέρουμε για τον έρωτα σε κρεβάτια και τον έρωτα σε ντιβάνια.

Για την πελώρια γκρίζα πλαδαρή πλήξη του μυαλού, αφού δε μάθαμε να φυλαγόμαστε από τις λέξεις, κι έτσι έρχεται η συμφορά.

Το συμφέρον τού Εαυτού να στίψει ένα τρυφερό σεξουαλικό λεμόνι πάνω απ’ το μάταιο άνεμο των λέξεων και των λυγμών.

Σε κάθε ευαίσθητο σημείο που οδηγεί στο μηδέν τη στιγμή που μιλάει μέσα μας πλουσιοπάροχα και πριγκηπικά η αιωνιότητα τού χώρου και τού χρόνου, που όμως, κάποια στιμή δεν μας χωρά, γιατί γινόμαστε παλώριοι, πρησμένοι απ’ το εγκόσμιο άγχος της ενοχής.

Απ’ το πυρ το εξώτερο μιας παράβασης που κάνει τη γλώσσα ένα κομψό μυστρί που πασαλείβει σπέρμα και σάλια το βίο των καλών ανθρώπων που σφαδάζουν σαν τα πατημένα σκυλιά στην άσφαλτο.

Ποντικάκια που πάσχουν απο λεπτοσπείρωση και γουρουνάκια ηλίθια.

Ματιασμένες παρθένες με την υδραργιρική και ψυχρή παραφροσύνη τους, που θέλουν να καβαλήσουν πούτσους και συννεφάκια, που, θα τις οδηγήσουν στη συνουσία και στα χαντάκια βίου ανθόσπαρτου από απαγορεύσεις.

Ω ναι! διαθέτω ύφος και το ξετυλίγω.

Ήδη η ιερά σχισμή δεν κοιτάζει πια τη γη αλλά τον ουρανό, δηλαδή την Ουτοπία.

Σχολή Καβλών Τεχνών

sxoli

Υποκύπτουμε τελικά στο Χώρο και στο Χρόνο. Στις σωματικές μας ανάγκες που μας εξουσιάζουν.

Ακόμη και η πιο άναρχη εποχή, είναι πάντα μια συναρπαστική εποχή, γιατί τρέχει μέσα στην κίνηση της ζωής, της οποίας η γλώσσα του ανθρώπου είναι μόνο το ένδυμα.

Η πραγματικότητα βρίσκεται πολύ περισσότερο μέσα στη φύση μας παρά στη φύση των πραγμάτων που μας περιβάλουν.

Το λεγόμενο πνεύμα είναι τόσο αλαφροίσκιωτο που αν το εμπιστευτείς αποκλειστικά γίνεσαι δέσμιος της υλιστικής Χίμαιρας που το θέλει εξουσιαστικό και αιμμοβόρο.

Όμως το Σώμα και μόνο αυτό μπορεί να συνομιλήσει απ’ ευθείας με την ύλη και την συμπαντική ουσία που πλάθεται ολοσχερώς απ’ τις μεγάλες ταχύτητες.

Τις σκληρές θεόρατες πέτρες που πλανούνται στο στερέωμα, γλυπτά σμιλεμένα στην αιώνια ζέστη και στο ατέρμον ψύχος, που θρύπτονται πάνω απ’ τις ασάλευτες πηγές και τα κοιμισμένα ζωάκια.

Πάνω απ’ τις λαμπερές κοιλιές και τα σκληρά στήθη που ανασαίνουν εκεί, ανάμεσα στους λευκούς βραχίονες και στα αραιά κοκκινόξανθα μαλλιά, μαζί με την ηρεμία μιας ορεινής παιδιάδας που κοιμάται ξαπλωμένη πάνω στο δέρμα του διαβόλου.

Του διαβόλου που κυβερνά την αταξία με τάξη, αλέθοντας κάθε τόσο πεποιθήσεις και πολιτισμούς με τα δόντια του.

Μα η αγνότητα ανήκει στα ζώα!

Grasp+18x22

Την αγνότητα μόνο να την κατακτήσεις μπορείς. Κανείς δεν γεννιέται αγνός και αμόλυντος και παρθένος. Γίνεσαι αγνός όταν πραγματικά απαλλαχτείς από κάθε δυστυχία που προκαλείς εσύ στον εαυτό σου και στους άλλους.

Η αγνότητα δεν επινοεί και δεν μπορεί να επινοήσει. Μόνο ξέρει να κάνει αφαίρεση και απλούστευση ως το ακρότατο δυνατό όριο της αφαίρεσης και της απλούστευσης.

Δανείζει στον άνθρωπο την πιο συνειδητή γλώσσα της βούλησης για να αποκτήσει τη μεγαλοπρέπεια και την ισχύ των μηδαμινών, που, είναι απαλλαγμένοι από κάθε φιλοδοξία.

Ίσως συμφιλιώνοντας ολοκληρωτικά τον άνθρωπο με το υλικό των πραγμάτων που τον γέννησαν.

Με την ουσία που την ορίζεις σιγά σιγά κερδίζοντας απ’ τον πλούτο της φθοράς σου κι απ’ τη βαριά μητρότητα της ερωτικής κραιπάλης που ξεγεννά τα βλέμματα.

Αυτά που λατρεύουν την ομορφιά, κατορθώνοντας να αποσπάσουν απ’ το μυστήριο μια απ’ αυτές τις σκοτεινές αρμονίες που είναι αρχιτεκτονικά δομημένες σαν ένας ναός που αποκαλύπτει τη ζωή σ΄ όσους είναι άξιοι να την αγαπούν και να την λατρεύουν.

Hell-as(s) Ή η κωλοτρυπίδα της κολάσεως

helas

Σέβομαι ιδιαίτερα τους λαούς που δεν διαθέτουν ιστορία. Που τρώνε όταν πεινάνε και γαμιούνται όταν υγραίνονται. Που γυρνούν σχεδόν γυμνοί μέσα στις στέπες πιστεύοντας στις πέτρες και στον ήλιο, στο νερό και στο σπέρμα, στα βραστά μπιζέλια και στο ρυζόγαλο.

Λαούς που δεν έχουν αρχηγούς αλλά σοφούς φτωχούς γέρους που γιατρεύουν πληγές μες στη ζεστασιά της χειμωνιάτικης καλύβας.

Οι μύθοι τους μιλούν για σύννεφα και κορυδαλλούς, για βοσκοτόπια και μονοπάτια των μυρμηγκιών, για φεγγάρια και ομίχλες.

Τα δόντια τους τα ακονίζουν πάνω στο ουράνιο τόξο που μετά τη βροχή γέρνει τα λαμπρά καθαρά χρώματά του στον κόσμο.

Καμία ένδοξη νεκρόπολη. Καμιά Βεργίνα λουσμένη στο χρυσό αποδιοπομπαίο λήθαργο της σφαγής. Κανένας θάλαμος αερίων και κανένα εργοστάσιο όπλων. Καμιά πατρίδα, μονάχα ουρανός και γη. Καμία κτήση εκτός από ένα στρώμα και μια στέγη.

Κανένας ανθρωπόμορφος ιαγουάρος στο προεδρικό μέγαρο να παίρνει αποφάσεις τινάζοντας τις τελευταίες σταγόνες κάτουρο απ’ το πουλί του.

Οι λαοί που δεν διαθέτουν ιστορία κοιμούνται με ήσυχη συνείδηση. Τρώνε φρούτα και πίνουν γάλα, ακούγοντας το τραγούδι του κοκκινολαίμη. Δεν αλείφουν τον πόνο τους σ’ ένα βελούδινο ντιβάνι φλυαρώντας ακατάσχετα για να καταφέρουν κάποτε να ξεχάσουν. Δεν έχουν νευρώσεις και ζάναξ, καπότες και άλλους χρυσοποίκιλτους ζουρλομανδύες της ηδονής.

Είναι οι λαοί που διαθέτουν αληθινή σοφία αφού δεν τους ενδιαφέρει πόσο θα ζήσουν αλλά πως θα ζήσουν.

Είναι οι λαοί που αφήνουν ελεύθερα τα παιδιά τους να μάθουν παίζοντας και να καταλάβουν νιώθοντας.

Είναι οι λαοί που δε συσκευάζουν τα βότανα και τις ουσίες για να τα κάνουν ακριβά υπόθετα για ευκατάστατους κώλους.

Είναι οι λαοί που δεν διαθέτουν ψυχοθεραπευτές και γελοίους φιλόδοξους νέους. Αναρχικούς δεξιών αποκλίσεων που μυρίζουν την κλανιά τους σε σκοτεινά δωμάτια, γράφοντας και ξεγράφοντας για τα αιματόβρεχτα ποδοβολητά της ελευθερίας.

Δασκάλους δασκαλεμένους απ’ τον αποικιοκράτη και τον καπιταλιστή, που κρεμάν στα τσιγκέλια τις καύλες των εφήβων για να αφήσουν πίσω τους πετσιά καμωμένα από δουλοφροσύνη και σοβινισμό.

Πατριώτες γουρούνια με λιλιπούτειο μυαλό και βραχυκυκλωμένους ποιητές απ’ τα παχιά λόγια, τα βραβεία και τα κωλοδάχτυλα της εξουσίας.

Αν οι λαοί δεν δραπετεύσουν απ’ τις πόλεις και τα συμπλέγματα είναι χαμένοι από χέρι.

Αν οι λαοί δεν θάψουν την ένδοξη ιστορία τους που δεν είναι δική τους αλλά των αφεντάδων τους θα αργοπεθαίνουν βαυκαλισμένοι σ’ ένα γιοταχί ή σ’ ένα θλιβερό διαμέρισμα, απλώνοντας το χέρι στον καπιταλιστή για ένα επίδομα ή μια χορηγία παράτασης της μίζερης ζωής.

Οι λαοί που δεν γκρεμίζουν τους Μεγαλέξανδρους είναι καταδικασμένοι στη δυστυχία.

Ω ναι! οι Αλβανοί θέλουν να φτάσουν στη Λακωνία. Οι Έλληνες θέλουν πίσω την αγιασοφιά. Οι Βούλγαροι θέλουν να βγουν στο Θερμαϊκό. Οι Τούρκοι θέλουν να κατακτήσουν το Αιγαίο. Οι Αμερικάνοι τα θέλουν όλα.

Ο πατριωτισμός είναι το πιο προσοδοφόρο επάγγελμα. Μα, υπάρχουμε και μείς που δεν είμαστε πατριώτες. Εμείς που δε σεβόμαστε τις σκατωμένες σημαίες των κρατών αλλά τις πούτσες και τα μουνιά μας.

Ω ναι! κυρίες και κύριοι, σεβαστείτε τις πούτσες και τα μουνιά σας και τότε ο Φράγκος Φραγκούλης θα μπουκώσει το στόμα του με τ’ αρχίδια του Βουκεφάλα, θαμμένος για πάντα στο βόθρο της ιστορίας που τον γέννησε.

Κόκκινο ανάμεσα

podia

Τόσες ορφανές ηρωίδες της ηδονής γύρω, ξέρουν καλά, πως, αν υπάρχει ένα θαύμα αυτό το γνωρίζουν μόνο οι λουώμενες καλλονές. Αυτές που άνθισαν δίπλα στα τριαντάφυλλα και τους σκώρους.

Κατσίκες στο Άγιον Όρος που θα τις αρμέξουν οι καλόγεροι με τα αποτρόπαια δάχτυλα, τα σμιλεμένα από προσευχές και κρυφή μαλακία.

Κατορθώματα της ονείρωξης κυκλωμένα με κιμωλία, ροή της παιδικής αφέλειας, ρεύσις χαράς πάνω στην επιδερμίδα-την απροσδιόριστα μοχθηρή με τη χρυσόσκονη του ηδονοβλεψία τριμμένη πάνω στα κόκκαλα-.

Ερπετική. Σχεδόν γαλάζια.

Φλέβες του λαιμού φουσκωμένες γύρω απ’ το μήλο του Αδάμ και το μουνί της Εύας θυμωμένο, πρησμένο απ’ την αφθονία και τη στέρηση.

Αυτό το κόκκινο που σφηνώνεται και σκοτεινιάζει μες στη σφαγή κι αυτό το ρόδινο που γελάει σαρδόνια μέσα σ’ αυτές τις σκοτεινές τρίχες και το κυανό που μπαλώνει πάνω στις εξεγερμένες καρδιές τον αντικατοπτρισμό των παραδείσων.

Εδώ Συρία Ή Ο καλλιτέχνης είναι υποχρεωμένος να είναι αφόρητος

gettyimages-458903556

Είναι που αρχίζει να ακούγεται το μουρμουρητό μιας πηγής, σα να τροχίζει μια γριά δράκαινα τα δόντια της πάνω στις πέτρες και οι αληθινοί ήρωες να παίρνουν θέση κάτω απ’ αυτό τον ουρανό που τον γαβγίζουν τα σκυλιά.

Η εμφάνισή τους δεν είναι ηρωική. Δεν εντυπωσιάζουν και δεν βγαίνουν ποτέ στην τηλεόραση.

Ο Ντοστογιέβσκι θα κοιτούσε με τις ώρες τα ερείπια. Θα κρατούσε σημειώσεις στο διαβολικό του στήθος για μια πόλη γεμάτη δρόμους και υπονόμους, γεμάτη καλώδια και σωρούς από λευκά ανθάκια πάνω απ’ την καταστροφή, ακούγοντας αυτό το περιπαθές τραγουδάκι τού αισιόδοξου μηδενιστή.

Μια πόλη γεμάτη μικρούς αόμματους αγίους. Αλήτες που κάνουν πλιάτσικο στα λατομεία, βίδες και σίδερα για να μοντάρουν μιαν αυτοσχέδια σκεπή, τακτοποιώντας τις πληγές τους.

Εργαστήρια αυτοσχέδια που βαλσαμώνουν με γύψο τους ανάπηρους ζωντανούς.

Μια γυναίκα που ψάχνει κουρέλια για πάνες.

Μικροί μελαμψοί σατανάδες που κόβουν απ’ τα λάστιχα με το μαχαίρι κομμάτια για να φτιάξουν παπούτσια και σόλες για τα ξυπόλητα τάγματα.

Οι λαθρέμποροι που φέρνουν τα καύσιμα κι ο ταχυδρόμος που ψάχνει αριθμούς στο μέσο της κόλασης.

Πόλη γεμάτη βροχές και αστραπές κι ανεμοθύελλες.

Πόλη κρεμασμένη ανάποδα απ’ τα ρολόγια των μελαγχολικών εραστών και ιστορίες αδάκρυτα σπαρακτικές που τις ξεκοκαλίζουν ηλίθιοι χοντροί εκδότες στα γκέτο της διανόησης της δύσης, τρέφοντας με κάλπικο εμπορικό συναίσθημα αυτά τα λεφούσια των γελοίων σμπαραλιασμένων αστών.

Μετά τις οδομαχίες καταφθάνουν οι τζαμάδες με τις πένσες και οι μανταρίστρες με τα βελόνια. Εφημερεύοντες γιατροί δουλεύουν μέρα νύχτα σε αυτοσχέδιες κλινικές για να σώσουν τους επιζώντες.

Σάρκες και βλέμματα ανασταίνονται αφού τα είχε αποσυνθέσει το θρησκευτικό φύραμα έπειτα απ’ τον εμφύλιο λήθαργο της σφαγής.

Φαίνεται πως κανείς δεν μπορεί να βάλει τάξη σ’ αυτό το χάος, μόνο μια γωνίτσα καθαρή, αφού ξέρουν ότι οι δολοφόνοι θα επανέλθουν την επόμενη δεκαετία ή την επόμενη βδομάδα.

Ακούν τα κορίτσια την ηχώ των ορέων και την ηχώ των ωραίων. Με τα σκέλια διπλωμένα στις ομοηχίες τού πολέμου και της ζωής, δίπλα σε κατουρημένους γέρους που τους βομβάρδισαν οι Αμερικάνοι και δίπλα σε βρέφη που τους δάγκωσε το τρυφερό κρέας ο Αλλάχ για να πάρει δύναμη.

Μα, ένα σμάρι από μικρούς σοφούς Σίσυφους θα ξαναχτίσει τη ζωή απ’ τα ερείπιά της.

θα ανέβουν απ’ το χώμα και τη σάρκα για να συναντηθούν στα μισά του δρόμου, εκεί, που η επιστήμη και η μεταφυσική σαν σιαμαία αδερφάκια διδάσκουν την απελπισία και το όργιο της σφαγής.

Θα καταφέρουν για λίγο να ρίξουν στα δεσμά τον χάροντα, θα καταφέρουν να κάνουν τις μήτρες γόνιμες και θα γράψουν ποιήματα για το θεό που ιππεύει γυμνός στους δρόμους σαν τη Λαίδη Γκοντίβα, με τα σκυλιά να τρέχουν πίσω γαυγίζοντας, μέσα στη νύχτα, κυνηγώντας την καμένη σημαία της Συρίας που την πυρπόλησε ο παρδαλός δράκος καπιταλιστής με τα χνώτα του.

Εγκώμιον Λειχίας

lixian

Ο Φαλλός σφαδάζει μέσα στο φαρδύ πνευματικό ιστό της διανόησης που έχασε όλα τα μονοπάτια της ψυχής της. Της διανόησης που συγκάηκε απ’ το εμπόρευμα και τα φώτα που ανάβουν για να δείξει λίγο το πουλί της στο χριστεπώνυμο πλήθος.

Αν μπορώ εδώ να καυχηθώ για κάτι είναι πως η μνήμη μου θα σβηστεί απ’ τα μυαλά των ανθρώπων.

Η δειλία και η προχειρότητα με την οποία ξεγλίστρησα σ’ αυτόν τον κόσμο θα βγάζουν πάντα ένα άρωμα εξευγενισμένης τεμπελιάς, δηλαδή ποίηση ανυποχώρητη στην ερωτική φαντασία και στον πειναλέο οίστρο.

Η πραγματική ισότητα θα μας σκεπάσει με το λαμπρό της πέπλο μόνο όταν ελευθερώσουμε την ερωτική φαντασία απ’ τα ίδια της τα δεσμά.

Όταν αυτό το αυλάκι από αίμα και σπερματόσπορο θα υπάρχει μόνο και μόνο για να καλλιεργεί την τελειότητα των πιο ντελικάτων καμπυλών κι ο πόνος δε θα χρησιμεύει παρά για να κάνει να τρέμει το τρυφερό ρέλι των χειλιών και να λάμπει η γλώσσα μέσα στο στόμα αφήνοντας στο σάλιο μας τη γεύση απ’ τις άγριες θεότητες της γκάβλας που μας κρατάει ζωντανούς.

Οι κακογαμημένοι γίνονται κανίβαλοι της ζωής των άλλων και έμποροι τού πάθους τους που το κατασπάραξε ο ζαχαρώδης διαβήτης τού ανταγωνισμού και της αυτοπροβολής. Και πάντα με κείνη τη δήθεν φιλάνθρωπη πρόθεση συγκαλύπτουν μονοφωνικά τον ακρωτηριασμό τους με την παρηγοριά του.

Η αυτολύπηση και το ψυχορράγημά τους στα γκέτο της μιζέριας φωτογραφίζεται ως πειστήριο ευτυχίας, μα η ευτυχία δεν λογαριάζει τη ζωή με όρους δοσοληψίας και με όρους κέρδους και αποδόσεων, καταχωρώντας τους άθλους ή τις αθλιότητες τού καθενός στον λεξιακό κοπρώνα της κοινής χωματερής των φίλων που δεν είναι φίλοι αλλά κανίβαλοι και καλοθελητές.

Την αλήθεια την φτιάχνει η συνείδηση τού καθενός που θέλει να λάμψει αρτιμελής και σώος μέσα στην κοινότητα που ζει.

Όμως μιαν άρρωστη και παρασιτική κοινότητα μαγαρισμένη απ’ τον ολοκληρωτισμό της μπουρζουάδικης ατομικότητας, πότε πασπαλισμένη με φαντασιακό αμοραλισμό αλά Καστοριάδη και πότε με πληρωμένο αντικομουνισμό στις φυλλάδες των συντακτών και των ασύντακτων πρακτόρων, δεν στηρίζει παρά την ψευδαίσθηση της δύναμης τού δυνατού και την προσφυγή στην απάτη για να πουλήσει ένα αντίτυπο των σωθικών της σε μεσήλικες απαρηγόρητες υπάρξεις που δε γαμηθήκαν στην ώρα τους και τώρα καταδυναστεύουν τους άλλους με τη σοφία που αγόρασαν στα νιάτα τους στα Παρίσια και τις Λόντρες με τα λεφτά του μπαμπά.

Όξω από δω λοιπόν πνεύμα παλιόσκυλο. Φάε τη γλώσσα σου, μου φωνάζουν. Ξερίζωσε τον πούτσο σου βρωμερέ πορνογράφε για να φαίνονται μόνο τα απότομα τινάγματα της δικής μας ανικανότητας καταγραμμένα λεπρομερώς κι όχι το δικό σου χύσιμο στα μούτρα των πλασμάτων που θέλουν το φαλλό για θεό τους, αρνούμενα τα πλήκτρα μιας ταμειακής μηχανής που πουλά πανάκριβα τον πολτό της παρακμής στην πλατεία των Αχρείων.

Αναμνήσεις ενός εξομολόγου

anamnisis

Εργαζόμουν ως εξομολόγος σ’ ένα χωριό στην επαρχία.

Τα κόκαλα και οι πέτρες τού τοπίου ήτο γυμνά και συφοριασμένα.

Οι χειμώνες έφταναν απ’ τη θάλασσα με το στόμα γεμάτο κρέας και οι νύχτες ήταν αχόρταστες και κακοφορμισμένες, όλο δαιμόνια και μισοκοιμισμένα καβούρια.

Τα καλοκαίρια όμως ήταν γεμάτα λυγμούς και κορμιά εκφυλισμένα απ’ τον πυρετό των ονειρώξεων και της τρέλας.

Ο καύσων της Μεσογείου τρυπά τις κοιλιές και σουβλίζει, σκοτώνει, γελά. Η λίγδα και το λίπος που φέρνει ο αέρας μοιάζουν αλειμμένα πάνω στις σάρκες, στίλβοντας κάθε βραδυφλεγή πόρο καθώς ίπτανται αυτές γυμνές στ’ απολιθωμένα όνειρά τους.

Πίθηκοι που αμαρτάνουν, φτωχοί και άμυαλοι, μέχρι ο μπόγιας να τους σπάσει το λαιμό.

Κάθε παραθαλάσσιο χωριό το θέρος μεταμορφώνεται σε παλλάδιον τού κήπου των ηδονών, με τη μυστηριώδη σημασία που αφήνουν οι ξερολιθιές με τα ξερόχορτα και τα αγκάθια στ’ αυλάκια τού κύκλου αυτού που οδηγεί στην αποχαύνωση και την αμαρτία.

Μες στο εξομολογητήριο στεκόμουν καθιστός με το κεφάλι σκυφτό και το μέτωπο ιδρωμένο, περιμένοντας να εκφωνήσω τον συμβατικό επικήδειο της συχώρεσης σε όντα φτιαγμένα από λάσπη και χρυσάφι, από τέλμα και αδιανόητες συμφορές.

Μα εκείνη τη μέρα έφτασε στο πένθιμο κουβούκλιό μου το πιο άσπιλο πλάσμα, ολόκληρο θηλυκό και παρθένο, με τη διαστροφή και τη βλασφημία σκορπισμένες μέσα στην αθωότητα που αναδίδει ζεστασιά και μαγεία.

Η ομορφιά ολόκληρη που τη νιώθεις να σκιρτά δίπλα σου εκεί ανάμεσα στο ξύλινο παραπέτασμα που χωρίζει την αγιότητα με τα γαμψά νύχια της τιμωρίας απ’ το χνούδι που ξεπροβάλει στις γενετήσιες σχισμές ανάμεσα απ’ την καρδιά και τα χείλη.

Ακουγόταν σχεδόν το βλέμμα της και τα μάτια της απρόσμενα μαύρα και γλυκά θαρρείς σα να θέλαν να δραπετεύσουν απ’ το καγκελόφραχτο παραθυράκι.

Πάντα η πρώτη στιγμή είναι σιωπή και μοναξιά μα ο εξομολόγος είναι ο οραματιστής που πρέπει να ξεκλειδώσει τα σεντούκια με τις θύελλες και τα πιθάρια με τους διαβόλους.

Η παιδούλα δίπλα μου φαινόταν συνεσταλμένη και ακόρεστη σαν άγγελος που κοίταξε κατάματα το θάνατο.

Ίσως γύρω η τόση σιωπή να με έκανε να ακούω ως και το αίμα στις φλέβες, τις κνήμες και τους μηρούς.

Άκουγα ήχους απ’ το κορμί της κι ένοιωθα τα νύχια της να θέλουν να χορέψουν μ’ ένα αρσενικό τέρας καμωμένο από ατσάλι και σπέρμα.

Άκουγα σιγά σιγά να χαϊδεύει τα μπούτια της και να κουνάει τα πόδια της. Τέντωνε δεξιά αριστερά τα γόνατα όλο και περισσότερο αφήνοντας αυτό τον ήχο που βγάζουν τα κόκαλα όταν χτυπούν στο κούφιο ξύλο.

Τα δάχτυλα σα να προχωρούσαν για να φτάσουν στα χρυσαφένια κρόσσια και την αρμονική τελειότητα τού υμένα που περιμένει κάποιο βράδυ για να ξηλωθεί και να ξεσχιστεί, αρχίζοντας το χορό του αίματος και του υπεροπτικού σφρίγους της νεότητας.

Ήμουν σιωπηλός σχεδόν με τη μισή ανάσα τού πλήθους που περιμένει στην αρένα τον ταύρο να σκίσει με τα κέρατα το παντελόνι τού ταυρομάχου.

Πλησίασα το μάτι εκεί στη μικρή τρύπα που μπορείς να δεις τα κομμάτια τού άλλου σπαρμένα εδώ κι εκεί στο ημίφως και είδα το κορίτσι να αυνανίζεται με το πρόσωπό της κολλημένο στο διχτυωτό πλάι μου και τα μέλη της όλα τεντωμένα και τα μπούτια της ανοιγμένα και τα δάχτυλα χωμένα βαθιά μέσα στο τρίχωμα να ψάχνουν.

Φαινόταν σα να μπορούσα να την αγγίξω κι έβλεπα πως λίγο λίγο ξεγύμνωνε τον κώλο της ψιθυρίζοντας με υγρή φωνή.

-Πάτερ μου, θέλω να σας πω τη μεγαλύτερη αμαρτία μου, αυτή που δε σας ψιθύρισα ακόμα.

Ακολούθησαν δευτερόλεπτα σιωπής, με το καρδιοχτύπι να σχοινοβατεί πάνω στο συρματόσχοινο της κοινής μας αμηχανίας.

Το κορίτσι σα να πρόσταξε σε μένα τον ηδονοβλεψία εξομολόγο ψυχών, λόγια που απαιτούν αγιοσύνη και βαραίνουν πάνω στα σαγόνια και τις χαρακιές της γης που κρατά στη ζωή το σάρκινο λουρί μας δεμένο στο ερωτικό σκίρτημα και στον καυτό άνεμο.

-Η μεγαλύτερη αμαρτία μου Πάτερ, είναι πως αυτή τη στιγμή που σας μιλώ τραβάω μαλακία, έχω τα δάχτυλά μου στο μέλι αυτό που γεύονται οι γλώσσες των αντρών και των γυναικών, στο μουνί μου που δε θέλει σπόρους και βροχή μα δυνατά αλέτρια, δάχτυλα να οργώσουν όλα τα κύτταρα και τις αφρισμένες μου χαίτες, να τεντώσουν και να ξεχαρβαλώσουν το κορμί μου που θέλει να γίνει απέραντο και να απλωθεί μες στο βδελυρό τρούλο της αγκαλιά του θεού.

Πέρασαν τότε, ακόμα μερικές στιγμές με ψιθύρους και βογκητά και σαλεύοντας σα μια δαιμονισμένη που την εξάρθρωσαν ηδονές που αναβλύζουν και φιλονικούνε στην αιωνιότητα, σχεδόν με δυνατή και καθαρή φωνή όλο θέληση και υπεροψία μού είπε.

-Πάτερ, αν δε με πιστεύετε ελάτε να σας δείξω.

Κι αμέσως σηκώθηκε πλατσουρίζοντας μέσα στους γλυκούς χυμούς της ανθρώπινης ζωής, τραβώντας το μαύρο παραπέτασμα που μας χώριζε, ανοίγοντας τα σκέλια της μπροστά σε μένα τον Ιούδα, ενώ με χέρι σταθερό και γρήγορο μαλακιζόταν ακόμα συνεχίζοντας να κρεμάει στα τσιγκέλια των τρούλων οργασμούς σαν σφαγμένους πετεινούς, με το αίμα τους να στάζει πάνω στην αναισχυντία της στέρησης τόσων πιστών που φαρμακώνονται για να κοιμίσουν τη φύση μέσα τους.

Holy Diver

holy

Ένοιωθα σα να με κυνηγούσαν οι όχλοι του Ιησού στον παράδεισο για να μου καρφώσουν στα πλευρά τα φτερά της αγνότητας. Όσο πιο γρήγορα μπορούσα έτρεχα να κρυφτώ πάνω στις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων του παραδείσου. Έριξα γύρω μια ματιά και τη στιγμή εκείνη είδα μια κοπέλα γυμνή να φεύγει τρέχοντας προς μια συστάδα τσουκνίδες. Κατέβηκα απ’ το δέντρο σαν βαθμούχος ευγενής, μα ήμουν ο βασιλέας και ο δαίμονας όλης της πλάσης κι ο εραστής ετούτης εδώ της κοπέλας που έτριβε τις τσουκνίδες στο μουνί της βγάζοντας δάκρυα πόνου αλλά όχι χαράς. Ποιητής ουρανού και γης. Ένα τέρας. Ένα πλάσμα διφορούμενο. Ένας θεός που κανείς δεν προσευχήθηκε σ’ αυτόν παρά μονάχα θηλυκές υπάρξεις με κάθε λογής θρασύτητα με τη γλώσσα και τα χείλη και το στόμα αφήνοντας πάνω μου σάλια, αφηνιασμένες ουρλιάζοντας-Δόξα τω θεώ-Δόξα τω θεώ. Με την καύλα να κλυδωνίζεται ανάμεσα στη ζωή και στην ερημιά του θανάτου σε τούτον εδώ τον παράδεισο που φουσκώνουν τ’ αρχίδια μου κι ανεμίζουν οι όμορφες χρυσές κεντημένες πούλιες κι οι κορδέλες κάτω απ’ τα κοριτσίστικα γόνατα ανάσκελες καθώς τις βρίσκει ο σπερματόσπορος απ’ τους μηρούς στο υπογάστριο κι ο ήλιος απ’ άκρη σ’ άκρη σαν θεριό ανήμερο, ο μέγας εξεταστής ο κόκορας που ψιθυρίζει όπως ο μπέης της Αλγερίας στα κορίτσια ερωτόλογα και αινίγματα για την ολάνοιχτη εξοχή της σάρκας και τους αλλόφρονες εφιάλτες. Τη στέρηση που σε φτάνει στο έγκλημα και στον τάφο. Ωστόσο δια παντός θα ακτινοβολείτε κορίτσια ζέστα απ’ τα έγκατα και να ξέρετε πως έχει μια κρεατοελιά ο θάνατος στα κωλομέρια. Σφάξτε τον λοιπόν, την ώρα που σας γαμεί μες στη λάσπη της νύχτας κι ελάτε άσπιλες με τις οσμές σας στο δρόμο μου. Στο δρόμο του θεού. Εκδηλώσεις υποταγής δεν θέλω.

Ο ήλιος στη γυμνή πλάτη

sarkagimno

Μόνο όταν ένα κείμενο ενοχλεί πιάνει τόπο. Αλλιώς είναι άνευρο, άχρωμο, άχρηστο. Έτοιμο να το παρασύρουν τα νερά της συμπαντικής λήθης και τα απόνερα της ανθρώπινης κατάστασης.

Γιατί η καρδιά της αλήθειας χτυπά εκεί που οι άνθρωποι υποφέρουν, εκεί που στερούνται τη χαρά για να τη γεύονται σε περίσσια άλλοι δυνατοί μαστραπάδες γεμάτοι με όλη τη δύναμη της τσιφλικάδικης αριστείας.

Το μάντρωμα των ανθρώπων και η ανθρωποβοσκή που έπεσαν απ’ τον ουράνιο θόλο ως κληρονομικό δικαίωμα είναι κοινωνική συνθήκη και νόμος του συντάγματος.

Το κατηχητικό και η κερδοσκοπία συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα μα η ανυπακοή στο κακό είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος της εμπορικής επιχείρησης που οι αστοί ονομάζουν δημοκρατία, κωλοτρίβοντας πάνω της μέχρι και τα τελευταία σιχαμένα μουνόπανα του ναζισμού.

Ο αιώνας που πέρασε όμως ρίζωσε για τα καλά μέσα στο γήινο ανθρώπινο κύτταρο το φαρμάκι που θα κάψει τα σπλάχνα του γραφειοκράτη, που είναι το στήριγμα και η θεραπαινίδα του καπιταλιστή.

Το φαρμάκι αυτό που είναι γραμμένο στα βιβλία και στις κοριτσίστικες θηλές.