Εγκώμιο για τη σχισμή της δημοκρατίας

Σχετική εικόνα

Ο έμπειρος, έξυπνος, πονηρός, καπάτσος, φιλελεύθερος, ευφυής, φιλάνθρωπος και άλλα πολλά καπιταλιστής, ξέρει σήμερα, πως η βία δεν μπορεί να ενισχύσει την εγκαθίδρυση μιας εξουσίας ή μιας κυριαρχικής σχέσης αλλά αυτή πρέπει να είναι υστερόχρονη και κατασταλτική.

Όποιος δεν υπακούει θα εξοντώνεται αλλά με τη νόμιμη οδό, αφού ο ανυπάκουος είναι κατά της συντεταγμένης πολιτείας που προέκυψε μέσα από δημοκρατικές εκλογές.

Μόνον οι εκλογές νομιμοποιούν αυτή την τάση του Κεφαλαίου έτσι ώστε να μπορεί ελεύθερα να παράγει πολιτική.

Η άμεση φυσική βία δεν είναι στις προτεραιότητες του καπιταλιστή μιας και διαθέτει το υπερόπλο των εκλογών.

Ο ασταμάτητος κοινωνικός σφοδρός εμφύλιος πόλεμος απορυθμίζει την κυριαρχία του κεφαλαιοκράτη, οδηγώντας τη στην κατάρρευση και την αποσύνθεση. Μόνο η κοινωνική συναίνεση, το Όλοι μαζί μπορούμε, οι υποσχέσεις και οι κολακείες μπορούν και κινούν αυτή τη μεγάλη ανθρωπομηχανή που εργάζεται ακατάπαυστα για να παράγει κανόνια, τανκς, πυραύλους, σφαίρες και χατζάρες.

Οι άνθρωποι ψηφίζουν. Οι άνθρωποι που ψηφίζουν όμως δεν είναι ίδιοι μεταξύ τους. Δεν έχουν την ίδια περιουσία, την ίδια ιδιοκτησία, τα ίδια φράγκα. Στην ίδια σχισμή ρίχνει την ψήφο του ο άνεργος μαζί με τον εφοπλιστή ή τον μεγαλογιατρό, ο κρατικός υπάλληλος με τον ιδιωτικό υπάλληλο, ο καταστηματάρχης με τον υπάλληλό του, ο οικοδόμος με τον κατασκευαστή και πάει λέγοντας.

Οι παραμυθιασμένοι υποτελείς κάνουν το καθήκον τους. Ψηφίζουν. Άρα πολεμούν, εργάζονται, καταναλώνουν.

Ευθυγραμμίζονται και ταυτίζονται τόσο δυνατά με τα συμφέροντα μιας άλλης τάξης καταβυθίζοντας μες στη γιγάντια έκταση του φόβου κάθε πραγματική τους ανάγκη.

Το ντόπιο και το παγκόσμιο κεφάλαιο, αύριο, αναλόγως τις διαθέσεις και τα συμφέροντά του μπορεί να κάνει έναν ωραίο πόλεμο. Το κρέας είναι έτοιμο στα ράφια του πολιτικού μπακάλικου περιμένοντας να το κάνουν μια χαψιά τα υπερόπλα της σύγχρονης επιστήμης.

Οι ήρωες προλετάριοι θα πάνε να πολεμήσουν για την πατρίδα. Ο καπιταλιστής ξέρει από συνθήματα. Για του Χριστού την πίστη την Αγία, για το γαλανόλευκο Αιγαίο του ποιητή, τα βουνά και τους κάμπους, τη Ρωμιοσύνη, τον Καραϊσκάκη, τον Αντετοκούμπο, το επίδομα, τη δέκατη τρίτη σύνταξη.

Ο καπιταλιστής δεν βλέπει αριστερά δεξιά ή στο κέντρο. Ο καπιταλιστής βλέπει μπροστά. Δηλαδή πως θα μπορεί και αύριο να είναι καπιταλιστής. Κι αυτό μαθαίνει με περισσή σπουδή και στους υποτελείς. Να είναι περήφανοι που ξύνουν χέστρες, να είναι περήφανοι που σκοτώνονται σαν μύγες στις σκαλωσιές, να είναι υπερήφανοι που δουλεύουν από νύχτα σε νύχτα σε κλιματιζόμενα κάτεργα ή σε θερμοκήπια φράουλας στη Μανωλάδα, στο Αιτωλικό, στη Χαλκιδική ή στο Κάπο Βέρντε.

Όλα τα κόμματα του κοινοβουλευτικού στάβλου καλούν τον κόσμο να πάει να ψηφίσει.

Καλούν αυτούς που βαριούνται, αυτούς που ξύνουν τ’ αρχίδια τους, αυτούς που είναι ανόητοι γιατί δεν πιστεύουν πως οι εκλογές θα τους καλυτερέψουν τα πράγματα αλλά θα οδηγήσουν τη ζωή της εργατικής τάξης σε μια νέα τετραετία απάθειας και αδιαφορίας, νομιμοποιημένης συνταγματικά, αφού οι πολίτες μιλούν στις εκλογές. Και μετά παύουν ή γκρινιάζουν στους ταλαιπωρημένους είλωτες δημοσιογράφους του δρόμου, γιατί ο πολιτικός εραστής που επέλεξαν στις εκλογές κάνει σεξ και με την κυρία εκτός απ’ την καμαριέρα.

Οι δυο τρόποι οργάνωσης της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι το μαντρί και το κλουβί.

Το μαντρί της μεγάλης πόλης και το κλουβί-διαμέρισμα. Ο γενικευμένος οικιακός εγκλεισμός είναι δυνατός μόνο με την τεχνοεπιστήμη, μόνο με το διαδίκτυο. Θα τα κάνετε όλα μόνοι σας, από το σπίτι, από μακριά: αγορές, εμπόριο, εργασία, εκπαίδευση, ψυχαγωγία, εκλογές, τέχνη, μπανιστήρι. Και επικοινωνία.

Και ό,τι κάνουμε, ο παντεπόπτης Κύριος καπιταλιστής τα βλέπει και τα ακούει όλα. Κι όλα αυτά βεβαίως, ταχύτατα και παστρικά. Η ταχύτητα καταργεί την απόσταση και την ίδια στιγμή την διατηρεί, την αναπαράγει, την ενισχύει. Αυτό είναι κάθε μέσο κοινωνικής δικτύωσης.

Δεν είναι τρόπος γνωριμίας και συνάντησης, είναι τρόπος ζωής. Είναι ένας τρόπος ενίσχυσης και αναπαραγωγής της μοναχικής, έγκλειστης, κατοικίδιας εκτροφής.

Αποτέλεσμα εικόνας για σκιτσα εκλογες αναρχικων καλπη

 

Απ’ την άβυσσο στο καυτερό γήινο σπέρμα και πάλι στην άβυσσο

Σχετική εικόνα

Η τύχη των εραστών είναι η ανισορροπία, στην οποία τους εξαναγκάζει ο σωματικός έρωτας.

Καταδικάζονται αιωνίως στο να καταστρέφουν τη μεταξύ τους αρμονία. Να τσακώνονται μέσα στη νύχτα. Ενώνονται με το τίμημα μιας πάλης, με τις πληγές που καταφέρει ο ένας στον άλλον.

Δεν ξεχνούν αυτό το βίαιο θαυμάσιο συναπάντημα της ηδονής με τον φόβο και τη φρίκη που ενισχύουν την έλξη.

Οι εραστές καταποντίζονται στην ασέβειά τους για τον κόσμο. Όλη τους η ερωτική δραστηριότητα δεν είναι παρά ηθική που στρέφεται εκ νέου ενάντια στην παλαιά της μορφή.

Η ηθική είναι ο πυρήνας της επιθυμίας. Η έγνοια για την κατάκτηση της ευτυχίας, βγαλμένη απ’ τα βάθη της γης και τη βδελυρότητα του αίματος.

Είναι αλήθεια πως οι ερωτικοί λυγμοί του ανθρώπου αφήνουν μια γεύση αιωνιότητας πάνω στην ίδια τη ζωή που κρημνίζεται αργά και διαλύεται μέσα στη ματαιότητα.

Είναι αλήθεια πως ο χρόνος μόνο χάνεται και σκορπιέται και δεν ξανακερδίζεται. Κι όλος αυτός ο χαμένος χρόνος αθροίζεται σπαραχτικά και μεταβάλλεται σε ίλιγγο ερωτικής μανίας που πάντα έχει θέα στα λιβάδια του κάτω κόσμου.

Στο επέκεινα, όχι της ανοιχτωσιάς, αλλά του σκοταδιού και της παράλογης ρέμβης.

Συνήθως η ερωτική ελαφρότητα παράγει αυτή την άπειρη βαρύτητα λέξεων και φιλολογικών ευρημάτων, ίσα-ίσα για να ξορκίσει το αυτεξούσιο της φθοράς, αποδίδοντας στο μηδέν αυτό που δεν είναι παρά μηδέν.

Αυτό που οι εραστές επιθυμούν κατά βάθος είναι η ανοιχτωσιά και η ανοιχτή πόρτα, γιατρεύοντας έτσι τη φιλύποπτη δυσανεξία τους. Οδηγώντας την κακή τους εκπαίδευση-που είναι κακή γιατί είναι αντιερωτική-στη γνώση που μεθά και φωτίζει, γιατί είναι σωματική γνώση, άρα αυτοδαπανώμενη και εκμηδενιζόμενη.

Γνώση του κενού και της οδύνης που λυμαίνεται το κάθε ον και το εξαντλεί.

Η ζωή ξέρει να παίζει σωστά με τις διανοητικές ατιμίες του ανθρώπου. Με την ιλαρότητα κάθε θρησκείας που θέλει τον έρωτα βρώμικο και χωλό. Με την γελοιότητα κάθε πολιτισμού που θέλει τον έρωτα εμπορικό και ιδιοκτησιακό.

Οι ασκητές λένε για την ομορφιά πως είναι η παγίδα που στήνει ο διάβολος στο δρόμο μας.

Οι ασκητές έγιναν ασκητές διότι δεν μπόρεσαν να αντέξουν το να είναι εραστές. Γιατί δεν μπόρεσαν να γλυτώσουν απ’ το θάνατο, όντας ζωντανοί.

Γιατί δεν μπόρεσαν να ξύσουν απ’ το πετσί τους την κακή εκπαίδευση και την ιλαροτραγωδία της ανάγκης για εξουσία του άλλου.

Γιατί δεν μπόρεσαν να χωνέψουν μέσα στο πνεύμα της νηστείας, της δυσεντερίας και της στέρησης που τους καταδίκασε η απόλυτα πρωτόγονη άγνοια του παρελθόντος, πως μόνον η ομορφιά κάνει υποφερτή την ανάγκη αταξίας, βίας και αναξιοπρέπειας που είναι η ρίζα του έρωτα.

Οι εραστές ξέρουν πως κάτω απ’ τα σκεπάσματα δεν παίζουν ζάρια. Η τύχη δεν τους χαμογελά. Κι ο θεός βρίσκεται αμπαρωμένος μες στα κεφάλια των στερημένων. Ένας θεός στερημένος κι αυτός σαν τους πρόθυμους πελάτες του, μόνος και άγρυπνος. Ένας θεός χωρίς θεά και χωρίς έρωτα. Ένα μάτι μόνο, αιωνίως ανοιχτό. Άρα καταδικασμένο να μη βλέπει.

Ο γάιδαρος σηκώνει το κεφάλι του στον ουρανό

Αποτέλεσμα εικόνας για erotica art donkey

Να οι καψερές. Αφήσανε τις κοφτερές πέτρες. Για κοίτα. Βελόνι, αδράχτι, σαΐτα για τα μάγια. Γητεύοντας με βότανα και κούκλες. Ξυπόλυτες κι αναμαλλιασμένες αρχίζουν να σκάβουν το χώμα με τα νύχια και να ξεσχίζουν με άγριες δαγκωματιές μια μαύρη προβατίνα. Το αίμα. Το αίμα χυνόταν στο χαντάκι. Μια κούκλα από κερί έστεκε σαν σκλάβος που τον προόριζαν για βασανιστήρια. Έχωσε το δεξί χέρι μέσα στην πληγή, βαθειά ως τα σπλάχνα, τράβηξε την καρδιά όπως τραβούν απ’ τους μεγάλους τάφους το στόμα του νεκρού και το ξεδιάντροπο γέλιο του. Οι τρίχες μου χοντραίνουν σαν τις τρίχες ενός ζώου μες στις ομίχλες απ’ τις χαμηλόφωνες χίμαιρες και το δέρμα σκληραίνεται σαν πετσί. Απ’ άκρη σε άκρη της σπονδυλικής στήλης πετιέται μιαν ουρά. Το κεφάλι μου γίνεται πελώριο, τα ρουθούνια μου ανοίγουν. Τα χείλη μου. Γίνονται μεγάλα γεννητικά μόρια. Πελώρια. Τα γεννητικά όργανα γίνονται μοχθηρά, ενεδρεύοντας την ηδονή και τον πόνο. Η κοιλιά δαγκωμένη απ’ το δηλητήριο. Τα χνώτα τώρα είναι τα χνώτα ενός γαϊδάρου. Ενός γαϊδάρου σε στύση. Ενός πατριάρχη. Μιας γαϊδάρας κι ενός γαϊδάρου παιδί. Ενός ζηλιάρη ήλιου που άρπαξε τη θέση μου και φαγώθηκε απ’ της αυγής το μαδημένο ψάρι. Ποιος θα με μάθει να γκαρίζω; Να συμπονώ τις γαϊδούρες! Να γίνω κλέφτης της τρυφερότητας και ληστής της ανθρώπινης λατρείας! Να φωνάξω εν χορώ στις γαρνιρισμένες με σάλιο μασχάλες όλο τον χείμαρρο των βλασφημιών και των ύβρεων. Να αρχίζω να κλοτσάω τον αέρα. Χάχανα, ανοιχτό στόμα, γυρισμένη γλώσσα. Γλώσσα. Γλώσσα. Αρχόντισσα όλων των σκανδάλων και Αγαθή του Κακού. Διαχειρίστρια εκλεκτών αμαρτημάτων. Μεγάλων ακολασιών. Φεγγαριών από μπετόν και λαρυγγιών από στάχτη. Ματιασμένων εωσφόρων που αφήνουν σαλαμάνδρες στις κούφιες κοιλιές των κοριτσιών. Τούφες τρίχες πάνω στις οβίδες κολλημένες με το γελοίο αίμα της υστερίας. Φανέλες και βίτσια της παλιάς χήνας. Ερπετά μες στη χοντρή απάθεια της εφηβείας. Στη ράχη μου η ράχη ενός γαιδάρου. Ένας περιπαθής γάιδαρος. Ένας ξεμοναχιασμένος βράχος. Μια γλυκιά ευωδιά από γάλα. Ένας λεπροκόμος στείρων ερώτων. Ένας γάιδαρος που όλο και πιο σπάνια ακούει τις κυνηγητικές σάλπιγγες να ηχούν. Μέσα στο οργισμένο φρενοκομείο, μέσα στο τερατώδες καμίνι ζευγαρώνουν τα δισκοπότηρα και οι ετοιμοθάνατες σκύλες. Πιστές. Άταφες. Αγάμητες. Παρθένες. Λιμασμένες. Απαρηγόρητες. Γκαστρωμένες με ένα σωρό χαλίκια και όργια. Ορφανές. Βαλσαμωμένες σαν οικογενειακά ζώα. Με πάνε εκεί στη σεμνή τους κρήνη. Στην πηγή τους από κυρτωμένο δόλο. Στον έσχατο νερόλακκο που δεν τον μπουσούλησε ο θεός τους. Ο θεός τους, η κοφτερή λαμαρίνα. Το ανώμαλο αγοράκι με τα γαλατένια δόντια. Ο χοίρος, τα σαλιγκάρια και η μύγα. Τώρα με τα γαϊδουρίσια μου πόδια καρφώνω πιο γερά τα καρφιά σου, θεούλη. Σπρώχνω πιο βαθειά τ’ αγκάθια σου. Κάνω το αίμα της οδύνης να κυλήσει μέχρι τις ξεραμένες σου πληγές.

Μικρή νυχτερινή κολεκτίβα

Σχετική εικόνα

Sergio Camporeale (Αργεντινή) 

Είναι τα τοπία της παιδικής ηλικίας που παραμένουν πάντα ανεξίτηλα στη μνήμη. Δηλαδή μέσα στο αδηφάγο μνήμα.

Καμιά ανάσταση δεν μπορεί να συμβεί και κανένας Λάζαρος δεν μπορεί να εικονογραφήσει το αληθινό πρόσωπο του κόσμου με την ιερή του παλέτα και τα σωληνάρια με χρώματα απ’ την αδιακρισία του αιμοβόρου αλλά και φιλεύσπλαχνου θεού.

Δύσκολα μπορεί ο άνθρωπος να γυμνωθεί ώστε να ξαναγίνει παιδί.

Να φτιάξει απ’ το χνούδι και τις θωπείες έναν ανελέητο πετροπόλεμο.

Να αποκτήσει μιαν οικειότητα με το εσωτερικό του σώμα κάνοντας τις εκκρίσεις του κοσμολογικές σταθερές αφιερώνοντας σ’ αυτές όλες τις δεκάρικες ωδές των καταγωγίων.

Όπως η φύση γεννά το καλό και το κακό χωρίς να τα διαχωρίζει και με τον ίδιο πληθωρικό πλούτο, κανένα απ’ τα δημιουργήματα δεν είναι ποτέ συνολικά ωραίο, αφού, ποτέ η ομορφιά δεν είναι το κριτήριο που καθορίζει τη δομή του συνόλου.

Όπως στη φύση, που μόνο σπανίως, τα όμορφα πράγματα δεν επηρεάζονται απ’ τα σκουπίδια, ο καλλιτέχνης της ζωής ξεψαχνίζει τα αντικείμενά του και σκάβει με χειρουργικό νυστέρι την απωθητική σήψη των ηθικών πτωμάτων.

Αφήνει πάνω στο μέταλλο ή στο χαρτί τις εγκάρδιες αγωνίες του που ποτέ δε στερεύουν αφού περικλείονται απ’ τον πόθο και τη λύπη.

Είναι η φαντασία που κουτσαίνει αλλά το ένστιχτο σπαρταρά.

Είναι το σαλιγκάρι που χάνει τον προορισμό του αλλά και το αστέρι που κοχλάζει τρέχοντας ξοπίσω από καυλωμένες γίδες που βελάζουν, την ώρα που η αιωνιότητα ανασηκώνεται για το τελευταίο της σκίρτημα.

Theatrum diabolorum

Σχετική εικόνα

Ως διαβολικός και διαβολεμένος μπορώ να επιβεβαιώσω την επίσημη καταμέτρηση των διαβόλων.

Η πιο σπουδαία δαιμονολογική συλλογή που δημοσιεύτηκε στον προτεσταντικό κόσμο είναι το Theatrum diabolorum, το αντι-σωτήριον έτος 1569, ένας τσελεμεντές διαβολικής μαγειρικής εφτακοσίων σελίδων, στον οποίο αντιμετωπίζονται όλες οι όψεις της δαιμονολογίας.

Οι διάβολοι της βλαστήμιας, του χορού, της λαγνείας, του κυνηγιού, του ποτού, της τυραννίας, της τεμπελιάς, της υπερηφάνειας ή των τυχερών παιχνιδιών τρυπώνουν σαν παραδείσια πουλάκια μέσα στη μάσκα του κενού.

Ο παλαβιάρης διάβολος με τη διουρητική του λεμονάδα, οι μοναχικές κυρίες και τα αχτένιστα ζευγάρια με τα λυκοστόματά τους ρέουν και σαλεύουν ραντισμένοι με κόλλα και ασβέστη της δουλειάς.

Πνεύματα δίχως πνεύμα, που χοροπηδάνε σαν ακρωτηριασμένοι πίθηκοι γύρω απ’ τα ψηλά καμπαναριά και τα ιερά πελεκούδια κάτω απ’ τους γύψινους αθώους αγγελικούς φαλλούς.

Όποιος διαθέτει σπίρτα είναι πρόθυμος να ανάψει το φυτίλι στον κώλο του διαβόλου.

Ο διάβολος δεν πρόκειται να ηττηθεί ποτέ διότι επιστρέφει πάντα στα βίτσια της κοινωνίας που τον γέννησε.

Η νυχτερίδα, το φίδι, ο σκύλος, η χήνα, ο γάιδαρος, ο τράγος, το βόδι εικονογραφούνται και κατοπτρίζονται με σκυλόδοντα, αίμα που τρέχει στο στήθος και θειάφι που βγαίνει απ’ τον ανυπάκουο κώλο.

Αλεπούδες χωρίς ουρά, μολοσσοί με τρία πόδια, αρκούδες και γουρούνια με κέρατα, πουλιά με ράμφος κουκουβάγιας, στόμα λύκου σε κεφάλι γίγαντα.

Για πού το ‘βαλες φιλαράκο, σου λέει ο διάβολος, έχεις πάνω σου ένα σπίρτο; Έλα κατά δω να σου το τρίψω.

Υποσημείωση υπέρ των καρπών

Σχετική εικόνα

Διαθέτω κύτταρα. Συμπαγείς δυνάμεις. Τσαμπιά σφιχτά σαν μια γροθιά.

Απειλητικές συστοιχίες που με βρόντο ξεσπά από μέσα τους η αρχέγονη βία. Είμαι ένα βρέφος σε μιαν αγκαλιά. Στην αέναη πλεύση της μητρότητας που δεν έχει αρχή ούτε τέλος.

Κάτω απ’ το ασήκωτο βάρος των εξαχνωμένων κρυστάλλων, που θάβουν σχεδόν ότι αναπνέει, προχωρά η αδάμαστη παρωδία μας.

Κάθε ζώο και κάθε πλάσμα είναι γεμάτο εκρηκτικά υλικά. Μιαν αποθήκη δύναμης, όπως οι αρωματισμένες σαλιάρες στα εγχειρίδια ρητορείας και τα σημάδια από χρυσά δόντια στο στέρνο της γύφτισσας.

Μόλις η ένταση γίνεται υπερβολικά μεγάλη μέσα στη μάζα αρκεί το πιο τυχαίο ερέθισμα για να αναδυθεί το μεγάλο πεπρωμένο.

Ο κόσμος της σάρκας και ο κόσμος του σιδήρου. Το γουργουρητό της ερωτικής μηχανής του αενάως εν εξελίξη κόσμου, σαν ένδοξη τρομπέτα, ξυπνά το μυαλό που ασφυκτιά στις κατακόμβες της παλιάς λογικής.

Το πλήθος ουρλιάζει και φτύνει.

Κάθε ποιητική δυνατότητα της νοημοσύνης βαπτίζεται στις συλλογικές αναπαραστάσεις αποκαθηλώνοντας τις μορφές σ’ ένα βίαιο πανδαιμόνιο.

Η πορνογραφία των σουρεαλιστών είναι απείρως πιο βίαιη απ’ τις δηλητηριώδες αράχνες του Πολ Ποτ και ο βωμός της τέχνης είναι ο πάγκος της παλιατσαρίας.

Άγνοια μπροστά στην κυριαρχία. Αρχαιότητα. Αναγέννηση. Τελειότητα. Και η διαισθητική μαμή της σοφίας των φαινομένων σαλτάρει μέσα στην απόλυτη αταξία.

Στο έρεβος των αστρικών σωμάτων και στις θηλές των ευσεβών εραστών, που πάντα την τελευταία στιγμή τραβούν με βία τον ουροκαθετήρα απ’ το μουνί του θεού.

Ο Θεός, μες στον λαβύρινθό του

Αποτέλεσμα εικόνας για art collage erotica eyes

Ένας τρομερός και φοβερός γρίφος είναι να μάθει κανείς να γράφει, να μπορεί να χορεύει με την ρομφαία του πάνω στα πληκτρολόγια, απομυζώντας απ’ τη γαλακτοφόρα του αγελάδα, βιταμίνες και ζωογόνες βρωμιές.

Μα πριν ακόμα προσπαθήσεις να λύσεις αυτό το γρίφο πρέπει να μάθεις να βλέπεις.

Η όραση δεν σου εξασφαλίζει απαραίτητα και τη θέαση. Πολλοί κοιτούν μα δε βλέπουν.

Η άκαμπτη αδεξιότητα της όρασης μας παρασέρνει αρκετές φορές στην αποχαυνωτική μυθολογία της εικόνας. Πεταγόμαστε σαν κουτάβια απ’ τον ύπνο για να ξεφύγουμε από εκείνο που βλέπουμε με κλειστά μάτια. Για να ασφαλιστούμε ξανά σε ένα ρυθμό αναπαραγωγής συνειρμών που ρέουν γύρω απ’ το σώμα μας.

Αν δεν καταφέρουμε να αποχτήσουμε τον έλεγχο όλων των ανασταλτικών ενστίχτων και όλων των απομονωτικών ενστίχτων θα περιστρεφόμαστε γύρω απ’ το ερέθισμα και μόνο, με μια θλιβερά χαρωπή ελαφριά ανατριχίλα.

Θα νομίζουμε πως βλέπουμε αλλά θα είναι η ψευδαίσθηση της δημόσιας τυφλότητας, που μας διατάσει, μέσα στον άκαμπτο λογισμό της επιβίωσης, όπως τα στρατιωτάκια των ακεραίων αριθμών στο γραμμικό τους υπερπέραν.

Βλέπω σημαίνει μπορώ να δω και τον παράδεισο και την κόλαση. Να κλειδώσω το βλέμμα πάνω στην ασθενική εικόνα που άθελά του μου δίνει ο κόσμος, αφού δεν μπορεί αυτός πια, να περιορίσει τις απώλειες του τελικού θριάμβου που φέρνει η φθορά και η ατελεύτητη σιωπή.

Είμαστε τα αδύναμα ραχιτικά παιδιά, που ξοδεύουμε μια ολόκληρη ζωή για να μάθουμε να βλέπουμε, έχοντας την ελπίδα πως θα λύσουμε στο τέλος το μεγάλο γρίφο.

Η αδυναμία μας είναι αυτός ο ίδιος ο σατανικός ρυθμός που θέλει να ξαναβρεί το θρίαμβο του Είναι.

Η αδυναμία μας είναι ανοιχτή στο θάνατο, στο μαρτύριο, στη χαρά.

Βγαλμένη απ’ τις ρίζες του αιματόβρεχτου παρελθόντος, η αδυναμία μας, μπορεί να κατανοηθεί ως φυτό αυτού του χώματος που μαζί με τις θανατηφόρες επιδημίες και τις αφροδίσιες ασθένειες κουβαλά και μια γκάβλα, ανεπιφύλακτα οδυνηρή μπροστά στο ανοικτό και το θνήσκον, μπροστά στο θλιβερό και το ευδαίμον.