Ιδιότητες του οπίου

Αποτέλεσμα εικόνας για κολαζ opium art

Αυτός ο γέρο-μπάτσος, καλοστεκούμενος και γερακίσιος, πίνει το κατασχεμένο όπιο, νιώθει ένα κύμα στον καβάλο, μια γλυκιά σιδερένια γεύση σαν αίμα, δαγκώνει ένα δαμάσκηνο κι ένα παξιμάδι από σκληρό αλεύρι. Προσπαθεί να συγκεντρωθεί σ’ ένα όνειρο πριν κοιμηθεί αλλά βλέπει πάλι αυτή τη δαμασκηνιά που της έφαγε το δαμάσκηνο, ψηλή με όμορφα κλαδιά και άσπρα λουλούδια. Αλλά χωρίς καρπούς. Ακούει το νιαούρισμα μιας γάτας. Βλέπει το φεγγίτη πάνω απ’ το κεφάλι του να ανοίγει αργά-αργά κι απ’ την τετράγωνη τρύπα να ξεμπουκάρει η κάννη μιας καραμπίνας που σημαδεύει κατευθείαν το μέτωπό του. Μα δεν προσπαθεί καν να κουνήσει το κεφάλι, αφού απ’ την τρύπα της κάννης γλιστρούν μεγάλα ζουμερά και δροσερά δαμάσκηνα που γεμίζουν το στόμα του με καρπούς.

Ταλκ

Αποτέλεσμα εικόνας για pop art τσουναμι

Θυμάμαι την περιοχή Βαράσιον Κέρας κοντά στο Λόπε, τη χρονιά που ένα παλιρροϊκό κύμα έπνιξε κόσμο. Ένα χωριό που μάλλον τώρα δεν υπάρχει στο χάρτη. Έγραφα τότε για την τοπική εφημερίδα ρεπορτάζ καταστροφών ανά τον κόσμο κι εκεί είχα βρει έναν μικρό παράδεισο από φυσικές καταστροφές. Ίσως η λάβα, ένα ηφαίστειο θα μπορούσε εκείνη τη στιγμή να συμπληρώσει τη βιβλική εικόνα από ανθρώπινα μέλη και αντικείμενα που είχαν εκσφενδονιστεί στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Κάθε καταστροφή έχει μέσα της ένα μεγαλείο ανθρωπιάς αλλά κι ένα ένδοξο πεδίο γελοιότητας. Η Νάντια Ναζωραίως, μια γυναίκα κοντά στα σαράντα, σύζυγος του τοπικού κηδειάρχη έντυνε τον τελευταίο πεθαμένο της προηγούμενης μέρας με τα γαμπριάτικα του τάφου. Αδιάφορη μέσα σ’ ένα σκοτεινό κρύο δωμάτιο άπλωνε το ταλκ πάνω στο δέρμα του νεκρού. Καλλώπιζε αυτή την παγωμένη σάρκα που δεν φαινόταν να έχει πάνω της κάτι ζωντανό. Ήταν εφτά το απόγευμα όταν η Νάντια γύρισε τον πεθαμένο μπρούμυτα τραβώντας το σεντόνι με δύναμη. Άρχισε να ρίχνει ταλκ ανάμεσα στους γλουτούς. Ο πεθαμένος κώλος φαινόταν ασάλευτος και δια παντός νεκρός. Η Νάντια Ναζωραίως έριχνε την τελευταία δόση ταλκ στα οπίσθια του νεκρού όπως ρίχνει κανείς ζάχαρη άχνη πάνω απ’ τη βασιλόπιτα. Ξαφνικά ακούστηκε μια πνιχτή πορδή να βγαίνει απ’ τα έγκατα του νεκρού εκσφενδονίζοντας πάνω στα μούτρα της Νάντια Ναζωραίως όσο ταλκ υπήρχε γύρω απ’ την αμέριμνη νεκρή κωλοτρυπίδα. Η Νάντια έτρεξε αναστατωμένη στον καθρέφτη βλέποντας το πρόσωπό της πασαλειμμένο πούδρα, σκεπτόμενη πως τούτο είναι ένα σημάδι ή ένα μήνυμα απ’ τον κόσμο των νεκρών. Αφού ο πεθαμένος κατάφερε να την κλάσει στα μούτρα, σκέφτηκε πως όλα μπορούν να συμβούν. Στις εφτά και είκοσι τρία ακριβώς ένα εκκωφαντικός θόρυβος σκέπασε τα πάντα. Ένα τεράστιο κύμα έσκασε με δύναμη πάνω στο μικρό ψαροχώρι κοντά στο Λόπε. Το νερό έσπαγε τζάμια και σκεπές με δύναμη εκσφενδονίζοντας τους ανθρώπους στον ουρανό σαν βεγγαλικά.

Σκρόφα αιωνιότητα

◀Loui Jover▶

Σας ξέρω αντιφάσεις, κι έρχομαι σε σας με ατόφια αισιοδοξία. Ετούτοι οι κεραυνοί σας πάσχουν από άνοια. Ο ηλεκτρισμός τους λέει βρώμικα ανέκδοτα, φωτίζει τα πρόσωπα και τις κοιλιές μας. Τα πόστα των εραστών. Την παστάδα που φιλοξενεί το λήθαργο και τον εφιάλτη. Τα δόντια που αφήνουν τις λέξεις στο φοβερό τους παρελθόν. Τα δόντια που δαγκώνουν ένα μαντολάτο στο γαμήλιο γλέντι, κοιτώντας λευκά φουστάνια. Τα ρουθούνια που τραβάνε άγριες ρουφιξιές μυρίζοντας κολόνιες και κώλους που περνάνε δίπλα. Μυρίζοντας μουνιά και ναυτικά φυλλάδια. Πιο πολλά μαθαίνεις για κάποιον μιλώντας του παρά ακούγοντάς τον. Γι’ αυτό σου γράφω αναιδεστάτη σκύλα. Δεν σε χαϊδεύω. Δεν σε αγγίζω. Σκρόφα αιωνιότητα. Δεν έχω καμία όρεξη να σε κολλήσω αρρώστιες. Να σου περάσω τη θνητή μου χλαπάτσα.

Ναφθαλίνη

Σχετική εικόνα

απόσπασμα από το βιβλίο: Ναφθαλίνη και άλλα μικρά πεζά

    __

Το διψασμένο στόμα της γης ρουφούσε τη βροχή και τα κάτουρα των ζώων.

Ένα μοιραίο αντάμωμα λέξεων στο μισοσκόταδο, ένα πιθάρι από παρορμήσεις ραγισμένο σαν ηφαίστειο, έτοιμο να σπάσει και να ξεχειλίσει.

Έτοιμο να βρει πρόθυμες γλώσσες να ερωτοτροπήσει, να μαγκώσει τα ζυγωματικά και τα κόκκαλα στα μάγουλα, χωρίς καμιά κολακεία, χαϊδεύοντας τα μαλλιά που είναι στο χρώμα του ήλιου, ξαναβλέποντας το πορφυρό στόμα να γελά και την ομορφιά να στάζει το φαρμάκι της πάνω στο ασπράδι του ματιού.

Βλέπω τους μελαγχολικούς να πεθαίνουν από υπερβολική δόση χρόνου, να πίνουν γουλιές νερό απ’ το λαστιχένιο μαρκούτσι της βρύσης, με το στόμα ανάποδα και τα μάτια να κοιτούν το ταβάνι, αποβλακωμένα μες στη λεπτή μωρουδίστικη σάρκα τους.

Βλέπω τη λεκάνη της τουαλέτας, την τρύπα της ξεχειλωμένης εισαγγελέως να περιμένει τα λαχταριστά εδέσματα της παραιτημένης σάρκας.

Είμαι ο αρχηγός του κόμματος των αγριεμένων. Των τραγόμορφων και των κιτρινιάρηδων. Των βλαμμένων που λάμπουν μες στα σακατιλίκια τους. Των κάθε λογής μαγαρισμένων και γαμημένων.

Των πλασμάτων που έρπονται ως κολοβακτηρίδια του μεγάλου ηλιακού πρωκτού, περιμένοντας το ζεστό αυγουστιάτικο αέρα και την αμμωνία.

Γέροι που θυσιάζουν το γέρικο ξερακιανό τους κορμί κάτω απ’ τις ρόδες του τελευταίου γαμησιού.

Ζεστοί σαν σακατεμένα έντομα και παγωμένοι σαν τον καρκίνο.

Γυναίκες που έχουν κάτι ζουμιά σκέτο δηλητήριο. Μοναχικές. Έτοιμες να σκάσουν σαν βόμβες.

Κορίτσια και αγόρια σκαρφαλωμένα πάνω στις ψωλές των παιδόφιλων, των αρχιεπισκόπων, των υπουργών παιδείας, του αγιοβασίλη και του Ιησού.

Ατροφικές νοικοκυρές που έχουν χώσει τη μούρη τους στο πλυντήριο, σκαρφαλωμένες στη φαντασία τους, όπως οι αλανιάρες κότες πάνω στους τσίγκους που κοιτούν την αυγή.

Καλλιτέχνες που λατρεύουν μουνόψειρες και κωλοτρυπίδες, γελοίοι μες στο βουβό τους δράμα, μεταξύ ζώσας και νεκρής ύλης περιμένουν την αιωνιότητα, εξακοντίζοντας την παχύρευστη ρεύση τους στο βάθος χιλίων ροδαλών μουνιών, λείων σαν τα κοχύλια της ερωτικής προϊστορίας, νιώθοντας το ευφρόσυνο γδάρσιμο απ’ τις τρίχες της ήβης.

Να μια μικροκαμωμένη και στεγνή μελαχρινή, με μαύρα μάτια και μαλλιά κολλημένα στο κεφάλι, με μια αγορίστικη χωρίστρα στον κρόταφο.

Μια μικρή γύφτισα που περιμένει έναν κύριο στην άκρη του γκαράζ. Σε μια γωνία, όπου οι γιγάντιες βελανιδιές συναντιούνται με τα κυπαρίσσια των βάλτων.

Στη γωνιά της πίπας, όπου τα μάτια σχεδόν ξεφυτρώνουν απ’ το πρόσωπο και τα χείλη γεμάτα αφρούς περιμένουν το γαμψό νύχι τους αρπαχτικού.

Κι αυτοί οι κύριοι που ξαναβρίσκουν ξανά τις δυνάμεις τους, ξεκαβλωμένοι πια, πέφτουν με ορμή πάνω στην κοιλιά του γυμνού κοριτσιού, και γεύονται πρωτοφανείς απολαύσεις, χάρη σ’ αυτόν τον κατατρεγμό, σ’ αυτόν τον πανικό του ανθρώπου που σπαρταρά και τρέχει να χωθεί μες στη αισχρότητά του.

Theatrum diabolorum

Σχετική εικόνα

Ως διαβολικός και διαβολεμένος μπορώ να επιβεβαιώσω την επίσημη καταμέτρηση των διαβόλων.

Η πιο σπουδαία δαιμονολογική συλλογή που δημοσιεύτηκε στον προτεσταντικό κόσμο είναι το Theatrum diabolorum, το αντι-σωτήριον έτος 1569, ένας τσελεμεντές διαβολικής μαγειρικής εφτακοσίων σελίδων, στον οποίο αντιμετωπίζονται όλες οι όψεις της δαιμονολογίας.

Οι διάβολοι της βλαστήμιας, του χορού, της λαγνείας, του κυνηγιού, του ποτού, της τυραννίας, της τεμπελιάς, της υπερηφάνειας ή των τυχερών παιχνιδιών τρυπώνουν σαν παραδείσια πουλάκια μέσα στη μάσκα του κενού.

Ο παλαβιάρης διάβολος με τη διουρητική του λεμονάδα, οι μοναχικές κυρίες και τα αχτένιστα ζευγάρια με τα λυκοστόματά τους ρέουν και σαλεύουν ραντισμένοι με κόλλα και ασβέστη της δουλειάς.

Πνεύματα δίχως πνεύμα, που χοροπηδάνε σαν ακρωτηριασμένοι πίθηκοι γύρω απ’ τα ψηλά καμπαναριά και τα ιερά πελεκούδια κάτω απ’ τους γύψινους αθώους αγγελικούς φαλλούς.

Όποιος διαθέτει σπίρτα είναι πρόθυμος να ανάψει το φυτίλι στον κώλο του διαβόλου.

Ο διάβολος δεν πρόκειται να ηττηθεί ποτέ διότι επιστρέφει πάντα στα βίτσια της κοινωνίας που τον γέννησε.

Η νυχτερίδα, το φίδι, ο σκύλος, η χήνα, ο γάιδαρος, ο τράγος, το βόδι εικονογραφούνται και κατοπτρίζονται με σκυλόδοντα, αίμα που τρέχει στο στήθος και θειάφι που βγαίνει απ’ τον ανυπάκουο κώλο.

Αλεπούδες χωρίς ουρά, μολοσσοί με τρία πόδια, αρκούδες και γουρούνια με κέρατα, πουλιά με ράμφος κουκουβάγιας, στόμα λύκου σε κεφάλι γίγαντα.

Για πού το ‘βαλες φιλαράκο, σου λέει ο διάβολος, έχεις πάνω σου ένα σπίρτο; Έλα κατά δω να σου το τρίψω.

Εθνική πινακοθήκη

Σχετική εικόνα

Οι ποιητές είναι ηδονοβλεψίες στην κλειδαρότρυπα της στιγμής. Τα χαμένα κορμιά που νιώθουν πως η απλότητα των απλών πραγμάτων είναι οδυνηρή και οι χίμαιρες και τα τριξίματα των οδόντων ένα ζευγάρωμα έκθαμβων τεράτων μπροστά σε κάθε μεγαλείο που πυροδοτεί ο πόθος. Περνούν στο βελόνι τους, μία-μία, τις κλωστές του καλοκαιριού, για να ράψουν πάνω στις λέξεις όλες τις άσπιλες τελειότητες που μαγάρισε η Βίβλος με την ποιητική της συμμόρφωσης των όντων στον ένα και μοναδικό υπέρτατο νόμο της σφαγής και του παραληρήματος. Οι ποιητές χώνουν την ελαφρόμυαλη περιέργειά τους μέσα στο σκεύος ηδονής των καταστάσεων. Ορμάει τότε το αιματηρό λιοντάρι ως απτόητος άρχοντας πάνω στο ανθρώπινο παραμύθι. Ένα παραμύθι γραμμένο απ’ τις διαμάχες του παραδείσου και της κόλασης, του καλού και του κακού. Η άγρυπνη γλώσσα και το άπληστο μάτι τους συνωμοτούν εναντίον κάθε διανοητικής ατιμίας. Δεν προσπαθούν να ντουμπλάρουν τς τραγωδίες αλλά να τελειοποιήσουν αυτή την εφεύρεση του φάσματος της ομορφιάς, που κάποια στιγμή θα σβήσει κι αυτή, μέσα στην συμπαντική ευλάβεια του αέναου κύκλου της φωτιάς.

Γονιμοποίησις

Αποτέλεσμα εικόνας για sperm art pop

Ολοκαίνουργοι δαίμονες γεννιούνται για να γευτούν όλες αυτές τις μικρές αμαρτίες. Είναι πιο έμπειροι από μας καθώς οδηγούν τις λέξεις στον απαλό σαν βούτυρο ποιητικό κόλπο του κόσμου. Απαγγέλνουν τους ρόλους τους με νεανική έπαρση. Τετραγωνίζουν κύκλους και κορδώνονται. Κάποτε αγριεύουν, λιθοβολούν, λεηλατούν καταστήματα, φτιάχνουν μολότοφ για τη δυσεντερία της ασφάλτου. Άλλοτε πάλι δεν προδίδουν όσα συμβαίνουν στο κεφάλι τους. Κανένα καρεκλοπόδαρο δε σείεται. Ελεύθεροι για μια στιγμή απ’ την κακία, αφήνουν τους σαρκώδεις χαρακτήρες τους να ομιλήσουν εις τον οργασμόν. Να ομιλήσουν εις τα ροδαλά έκλυτα ρουθούνια.