ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Κατηγορία: Μικρά πεζά

ΒίΟΙ ΑΓΡίΩΝ

bioiagrion

[απόσπασμα]

Ο θεός έφτιαξε τον κόσμο ή ο κόσμος το θεό; Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Η ενοχή κρατάει όσο κι η τύψη ή λίγο πιο πολύ ή πολύ πιο λίγο; Η κότα έκανε τ’ αυγό ή το αυγό την κότα;

Πολλές φορές λυπάμαι μόνος μου και πολλές φορές λυπάμαι με παρέα και με άλλους. Μα πάντα απευθύνω ερωτήματα εις εαυτόν και τα χείλη μου τρεμοπαίζουν όταν ψιθυρίζω αλήθειες που βγαίνουν απ’ τα έγκατα κι απ’ το στέρνο μου, μα πάντα κάθε φορά επιχειρώ μια προσευχή προσωπική που την απευθύνω στον Ένα.

Ο Ένας είμαι Εγώ. Κι ο ένας Εγώ ξέρω πως δεν θα μάθω την πλήρη λογική του σύμπαντος ποτέ, μα θέλω κάποτε να πεθάνω τελείως, όπως επιθυμεί το Σύμπαν που με περιέχει και θέλω να πεθάνω δίπλα στο Σώμα μου. Δίπλα στο κορμί μου.

Το κορμί και το Σώμα που είναι πολλά κορμιά και Σώματα, πολλές ορμές γενετήσιες, πολλές πατρίδες και πολλά εγκλήματα.

Μέσα στο ενεργειακό πεδίο των νεκρών, εκεί που κάθε συζήτηση για καλό φαγητό και ηθικά πρότυπα είναι μια φάρσα και μέσα εκεί που ο πλεονασμός είναι σελίδες της Βίβλου λεπτές σαν περίβλημα κρεμμυδιού, πασαλειμμένες κοπριά και μαύρο αίμα. Μέσα εκεί ακόμα όλο ερωτήματα. Γεμάτος. Ξεχειλισμένος.

Γιατί η λησμονιά είναι συγχώρεση; Γιατί ο κόσμος γερνά σαν φοβισμένο σκυλί; Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Μου αρέσει ν’ ακούω το ξεφύσημα της ανάσας μου, γιατί ξέρω ότι ενοχλεί τους διπλανούς μου.

Μ’ αρέσει να απελευθερώνω το πνεύμα μου και τις πνοές μου, γιατί ξέρω πως ενοχλεί αυτά τα θλιβερά μαθητούδια της ζωής που περιφέρονται γύρω μου, με τις έγνοιες και τις σκοτούρες από λεφτά και χαρτονομίσματα και κέρματα.

Μ’ αρέσει ν’ αφήνω ελεύθερες απ’ το κεφάλι μου σκέψεις και ιδέες και εικόνες και κάβλες και δεκάρικους κυλιόμενους λόγους στον καθημερινό Άδη και στη ρουτίνα των άλλων που κρύβει μέσα της πολύ σκοτάδι και πολύ σεξ.

Μ’ αρέσει απ’ τη σκυθρωπή καρδιά μου να ξεπετάγεται μια ψωλή. Ένας πούτσος ωραίος σαν Έλληνας. Ένας που δεν έχει να δώσει λόγο σε κανένα αλλά έχει λόγο να πει. Ένας Εγώ σαν εμένα. Ένας που φυσάει μέσα στις χούφτες του.

Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Μου αρέσει ν’ ακούω τους δαίμονες της ανάσας μου, τα φοβισμένα ανθρωπάκια που τόσο πολύ τρομοκρατεί ο Τρισμέγιστος Υπηρεσίας. Ο δάσκαλος, ο παπάς, ο κατηχητής, ο διαφωτιστής, ο Σας Γαμώ Όλους Δίχως Σάλιο.

Κοιτάζω με βλέμμα απλανές το γραφείο μου, τα χαρτιά, το πουκάμισο του φιδιού, τις πέτρες, τα δόντια, τα δάχτυλα. Βαριέμαι. Ο κόσμος είναι βαρετός. Ο κόσμος κάνει επανάληψη. Μαθαίνει το ρόλο του. Μαθαίνει τους ρόλους του. Κάνει πρόβα τα λόγια του μπαμπά και της μαμάς. Τα λόγια του δικαστή και τα λόγια του αυτοκράτορα. Το λόγο του θεού και το λόγο του διαβόλου.

Βαριέμαι. Τα μικρά παιδιά βουλιάζουν στην πλήξη και τα μεγάλα παιδιά βουλιάζουν στην πλήξη.

Αρχίζω πάλι τα ερωτήματα. Το στόμα μου βγάζει φωτιές. Τα μάγουλά μου καίνε. Τα μάτια μου είναι φλογισμένα κι εγώ καλπάζω σαν τρελός.

Το σύμπαν είναι δικό μου. Όλα όσα διδάχτηκα τα ξεχνώ στη στιγμή. Τα ερωτήματά μου είναι τρελά, μανιασμένα. Το τρέξιμό μου είναι τρελό, μανιασμένο. Είμαι λαχανιασμένος. Τα βλέφαρά μου, τ’ αυτιά μου, τα ρουθούνια μου βγάζουν αίμα. Πεινάω για απαντήσεις.

Δεν έχω τίποτε να φάω και δαγκώνω τη γλώσσα μου. Το αίμα μου αχνίζει πάνω στα χείλη.

Απεριτίφ

gkros

Σμήνη γονέων πέφτουν πάνω στα παιδιά τους να τα πνίξουν. Η αιτία παραμένει άγνωστη. Κανείς δεν λογαριάζει κανέναν. Βρέχει κατσαρίδες και αστραπές. Βρισκόμαστε στο τελευταίο στάδιο εμμηνόπαυσης του καπιταλιστικού ρεαλισμού. Ο Γκρος σχεδιάζει τον καπιταλιστή σαν ένα άσχημο και χοντρό εγκληματία. Μα ο καπιταλιστής μπορεί να είναι όμορφος, ένας καθωσπρέπει οικογενειάρχης με όμορφες κόρες. Ο Αρντς απεικονίζει τη θέση του καπιταλιστή μέσα στο σύστημα παραγωγής, γι’ αυτό δεν τον κάνει τόσο άσχημο όσο τον κάνει ο Γκρος. Στις κοινωνίες των μικροαστών στις οποίες ξέπεσε η τέχνη η συνειρμική αφήγηση διακόπτετε από διαφημίσεις ή αναγγελίες θανάτου ή πρόσκληση για σκληρό σεξ. Και στο βάθος ο νεκρός ποιητής παρακολουθεί το νεκροστόλισμά του.

Ο Σφαλιάρας και ο Πετσοκοκεφτές

sfaliar

1η δημοσίευση στο γερμανικό περιοδικά DADA

Εδώ αρχίζουν τα έργα της Ιεχωβάδικης λογικής. Αυτή η φουσκονεριά, αυτή η ναυτία. Αυτοί οι ιμάντες από θέαμα και υγρασία και μοναξιά. Δυο άντρες στο άντρο τους, μοιράζουν φυλλάδια με λόγια του Χριστού.

Ο Χριστός είπε πως η αγάπη είναι το εσώρουχο της ψυχής. Μα η ψυχή μου είναι θηλυκιά κοπέλα χριστούλι μου και το σουτιέν της και το βρακί της είναι αγάπη. Είναι το άρωμά μου σα να λέμε και το κλειδί της ύπαρξής μου. Είναι αυτό που με κορώνει και με διαπερνά.

Καμιά λογοτεχνία και καμιά λογική. Οι κομψοί φραμπαλάδες απλωμένοι εκεί στα σχισμικά έγκατα και τα βυζιά και τις ρόγες. Πηδάλια εκσπερμάτωσης και βυρσοδεψία. Κιλότες σχεδιασμένες απ’ τις διάνοιες της ανελέητης Ορθοδοξίας των συμπαντικών υγρών.

Ανελέητα πένθη του Γιαχβέ κεντημένα με τις κλωστούλες της ανάσας μου. Ένστολοι φρύνοι εμείς οι κατά βούλησιν γαμιάδες. Εμείς που απ’ τ’ αυγό μας όταν βγαίνουμε μυρίζουμε κρίνους και πούτσους και μουνάκια.

Ω! ψυχή μου εσύ, ένας αχερώνας γεμάτος καλοξεραμένο άχερο και χόρτο, και μες στη μέση μια μεγάλη φωτιά από ξύλα που πετά σπίθες και φλόγες σ’ όλο τον αχερώνα.

Με καίει, με πυρπολεί, με ποθεί. Η παρουσία της με σάρκα και οστά φωτίζει τα εκθέματα. Κομπινεζόν, κολάν, κάλτσες, σλιπ και φανελάκια. Αντικείμενα ορφανά χωρίς αυτήν. Χωρίς την ψυχούλα και την ψίχα της.

Ο Σφαλιάρας και ο Πετσοκοκεφτές μοιράζουν φυλλάδια στο Μοναστηράκι. Το ιερό καθήκον τους είναι να με κάνουν να πιστέψω. Μα ο Χριστός είπε, δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ, ή σώστε με αμέσως ή σταυρώστε με.

Και τότε ξεσπάει μια θύελλα ντανταϊστική στην αρχαία αγορά. Τουρίστριες αμερικάνες, γυναίκες μαλλιαρές. Η πτώσις της τιμής των εσώρουχων αμέσως προκαλεί το διπλασιασμό των οργασμών. Ντύστε καριόλες τις ψυχές σας. Βρακάκια και βρακιά λογιών-λογιών.

Ω! ψυχούλα μου βρακώσου, για να’ ρθει ο εραστής σου ο Ιησούς. Εδώ πωλούνται κιλότες για σκίσιμο, ερωτικές κασέτες με παρτούζες και πιπίλες. Εδώ ο Γιαχβέ μιλά με τσιτάτα και ρητά. Λίγο πριν μπει ο κοσμάκης να ψωνίσει με τα μάτια έρωντα και λουλουδιασμένη Ιτιά. Λίγο πριν περάσουν ανάμεσα απ’ τον Σφαλιάρα και τον Πετσοκοκεφτέ. Και εις την πλατεία Αβυσινίας δουν από δεύτερο χέρι χάντρες και φυλαχτά.

Εκεί που ο Γιαχβέ θα με κάνει αρχηγό του κράτους των ψυχών. Μόδιστρο κάθε ψυχούλας. Εκεί που θα με ονομάσει πρόεδρο του Σώματος πυροσβεστών της καυλωμένης οικουμένης, εκεί που θα με κάνει Λυκειάρχη και Λύκο, εκεί που θα με διορίσει επόπτη του Νεκροτομείου Οργασμών.

Εκεί που θα μ’ αφήσει να βλέπω τις ψυχούλες να στριφογυρίζουν σ’ έναν φαύλο κύκλο. Και θα τους κάνω κήρυγμα εγώ. Εγώ ο μετεμψυχωτής κάθε διάνοιας. Εγώ, που θα τους λέω: Ψυχούλες, μες στο κλουβί έχει τροφή. Λίγη, ωστόσο έχει τροφή. Έξω όμως απ’ αυτό έχει απέραντη μονάχα ελευθερία.

Φωτορομάντζο για σεμνές Κυρίες

variations1.jpg

Αλλά τον έρωτα δεν τον παραγγέλνει κανείς. Ο έρωτας είναι ένα καλάθι με φρούτα μπροστά από δυο κορμιά που περιμένουν να έρθει ο έρωτας. Να έρθει η πρώτη δαγκωνιά και το δάχτυλο για να σμίξει τις σάρκες εις σάρκαν μια. Για να σαρκωθεί ο άσαρκος χρόνος. Να έρθει ο γάμος παραμερίζοντας βίαια τη σιωπή.

variations2

Ο πρώτος χαιρετισμός εραστών. Η γνωριμία με τους χυμούς και τις χλωμές μέρες που τελειώνουν γρήγορα. Οι ερωτικές επιστολές που γράφω καθημερνώς. Δεν υπάρχει όμως το ωραίο συζυγικό κρεβάτι, με τα δαντελένια λευκά σεντόνια και τις γάργαρες υποσχέσεις του λυρισμού που αφήνουν τα βλέμματα πάνω στα γυμνά αιδοία. Είμαστε τα αιδοία μας. Εδώ αρχίζουν οι ερωτικές χειραψίες.

variations3

Εσύ κρατάς τον καθρέφτη κι εγώ τα λουλούδια. Ζω, λέει, κάτω απ’ τη φούστα σου. Όχι σε έγχρωμη τηλεόραση με ζόμπι γελαστά, με εικονικά σώματα που κινούνται στον κυβερνοχώρο. Ζω γλείφοντας με περιέργεια και δέος, σε στάση προσευχής. Εσύ κοιτάς το πρόσωπό σου στον καθρέφτη τη στιγμή που η γλώσσα μου και η κλειτορίδα σου γίνονται ένα. Εν το παν.

variations4

Εις το ανάκλιντρο η γραφή γίνεται ονειροπαγίδα. Σε καρφώνω όπως περνούν οι νυχτερίδες στις στοιχειωμένες πολεμίστρες, όπως μέσα στα ρήγματα βυθίζονται ασθένεια και θάνατος για να βγει σπέρμα και ζωή. Για να χύσω ξεδιάντροπα, πέραν κάθε συγκινήσεως. Σε αποπλανώ με δάκρυα στα μάτια. Σε καρφώνω. Παλινδρομώ. Η κόρη του ματιού σου μέσα στην κόλαση της άγνοιας. Ηδονή σαν μισοβγαλμένη απ’ το χώμα. Σαν βολβός ο πούτσος που ψάχνει το οξυγόνο του.

variations5

Ο κύριος που σε κρατάει αγκαλιά είμαι. Ο Κυρίαρχος ανίσχυρος σερνικός. Πάνω στα πόδια μου είσαι ένα θηλυκό χωρίς σχήμα, χωρίς ηλικία, θα μπορούσες να είσαι μια γριά ή ένα κοριτσάκι. Άνθρωποι πρωτόγονοι είμαστε. Θεατρίνοι με τρομαχτικές φωνές. Γουστάρουμε τον Απόλυτο Άλλο. Το Γαμήσι. Ουρλιάζουμε, ενώ τα άκρα μας τραντάζονται σα να έχουμε πάθει επιληπτική κρίση. Συνομιλούμε με Σφίγγες, Οιδίποδες και Πυθίες. Είμαστε Φύση. Δια παντός.

Το φλουρί του διαβόλου

lefto

Την άφησα εκεί, άκαμπτη, μες στα λουλούδια, με την αλαζονεία της σμιλεμένη απ’ τον οργασμό.

Απ’ όλες τις εκδοχές αυτού τού κορμιού που τόσο αναστάτωσε τη ζωή μου καμιά δεν είναι τόσο άξια να την θυμάμαι όσο ετούτη εδώ η έσχατη εκδοχή.

Όταν τ’ απλουστεύει όλα το σκοτάδι κι η σιωπή οι μνήμες γίνονται συγκεχυμένες και οξύμωρες. Με το οξύμωρον σχήμα να αντιφάσκει μες στην οξύτητα και τη μωρία του. Σχεδόν πατικωμένο απ’ το σκοτεινό φως των γνωστικών και των αλχημιστών τον μαύρο ήλιο.

Και σκέφτομαι πως κάθε έρωτας και κάθε ερωτοτροπία είναι σύμβολο όλων των ερώτων που έλαμψαν κατά καιρούς στο στερέωμα της Ιστορία και του Πόθου.

Μέσα στον αμείλικτο και απρόβλεπτο χρόνο, που μπορεί να γίνουμε στάχτη ή χρήμα, ο έρωτας δεν παύει να συμβολίζει το δικαίωμα της ελεύθερης εκλογής μας.

Βγάζει τη γλώσσα σε όσους ζουν τα κουσούρια τους δραματικά, διογκώνοντάς τα και χορδίζοντάς τα, κάνοντας το βίο γελοίο και τερπνό.

Χαϊδευτείτε αντί να σκέφτεστε τον οβολό για το Χάροντα και τα τριάκοντα αργύρια του Ιούδα και τις δραχμές της Λαΐδος και τα νομίσματα με τους ανάγλυφους κοιμωμένους της Εφέσου και τ’ ασημένια φλουριά και τα χρυσά φιορίνια.

Δεν είμαστε σε θέση ν’ αγοράσουμε τίποτε. Μόνο το απόλυτο της κάθε στιγμής μας ανήκει, αυτή η άμεμπτη ορθότητα της δαιμονικής αναρχίας που μας αναλογεί.

Κι αποκοιμήθηκα καυλωμένος, μέσα σε δαιδαλώδεις διαλογισμούς, κι ονειρεύτηκα πως ήμουν εγώ το φλουρί που φύλαγε ο διάβολος κάτω απ’ το δέρμα του.

Καρότσα

karotsa

Ήμασταν όλοι εκεί, στοιβαγμένοι σαν κοκόρια στην καρότσα του γύφτου. Απ’ το κασετόφωνο μπορούσες να ακούσεις μια γενιά άκαμπτη σαν παλούκι, και υπερήφανη. Μακριά από καλλιτεχνίες και κατρουλιά με δυο χερούλια κι ένα καπάκι σα χύτρες. Μακριά από παπαδίστικα καπέλα και αλλήθωρες γεροντοκόρες που δαγκώνουν το ξερό ψωμί απ’ τα χέρια της μνήμης. Τα μνήματα ανασκαλεύοντας και τα ποιήματα που σε κάνουν να νιώθεις περισσότερο νεκρός παρά ζωντανός.

Μινώταυρος

Minotaure attaquant une amazone

Ο Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε καθόλου. Αυτοί που διέδωσαν πως ήταν φαντασμένος και μισάνθρωπος και τρελός έχουν βασιλέψει πια. Έτσι η σοφία του τέρατος εξευτέλισε την ανθρώπινη αλαζονεία. Το όνομά του χάθηκε και έσβησε. Όμως περπατά ακόμα αυτός εδώ, στους δρόμους, ολόγυμνος ή σκεπασμένος με κουρέλια, μετρώντας τα τερατώδη του δάχτυλα με τον αντίχειρα, πίνοντας μαγαρισμένο νερό για να ξεχάσει πως αφέθηκε στην κρίση ενός προικοθήρα. Κι είναι τα πράγματα που με κάνουν και κλαίω. Κι αυτός ο επίμονος τρόπος να αγαπήσω το τέρας που υπήρξα κάποτε.

Παραμυθάνατος

szymborska8

Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, μα το παραμύθι δεν τελειώνει ποτέ.

Ο παραμυθάς είναι ο μονάρχης της θαλπωρής τού βίου μας, όπως οι νέγροι στα παρθένα δάση είναι οι φύλακες της νιότης της ανθρωπότητας.

Όπως οι φυσαλίδες της γκαζόζας στο στομάχι μια θηλυκιάς αλεπούς είναι οι εξαίσιες άπειρες φυσαλίδες του χρόνου.

Τα πράγματα είναι όπως είναι, λέει το παραμύθι.

Η λογική είναι τόσο παράλογη και βίαιη και καταστροφική που βρίσκει γαλήνη όταν πλάθει το ζυμαράκι της πανάρχαιας τροφής των ηρώων και των διαβόλων.

Η λογική τού παραμυθιού τρυπά τους τοίχους της ερμηνείας, εκεί όπου ξεμυτίζει κάποιος ποντικός απ’ το ρουθούνι ενός πρίγκιπα για να διακοσμήσει το φιλί του θανάτου.

Αφού ο θάνατος μας στέλνει τηλεγραφήματα ολημερίς, ταχυδρομικές κάρτες με τη φάτσα τού πατέρα που πέθανε και τα χαμόγελα φίλων που τώρα ταξιδεύουν με την αθόρυβη βάρκα τους στο στερέωμα της αιώνιας φθοράς.

Όταν θελήσω θα περάσω απ’ το σπίτι σου, μου ψιθυρίζει ο θάνατος. Κι έπειτα νάτος, μ’ ένα πελώριο αντικλείδι ανοίγει την πόρτα και μου λέει, έλα, ώρα να πηγαίνουμε.

Μα την ίδια στιγμή ο παραμυθάς έρχεται και μου μιλά και με κοιτάζει στα μάτια. Δεν πρόκειται να πονέσεις καθόλου, μωρό μου, λέει. Απλώς ήρθε η ώρα σου, κι αυτό που σου χρειάζεται είναι ένας μεγάλος ύπνος. Υπάρχει απ’ τον ύπνο τίποτε καλύτερο;

EverLast

jean-michel-basquiat-16

Ένας πονεμένος άνθρωπος πλανιέται στον πονεμένο τόπο. Γύρω του δόλος και αυτοσαρκασμός.

Οι κατακτητές αισθάνονται νικημένοι απ’ την κατάκτησή τους.

Οι ερωτευμένοι αποφεύγουν τους ερωμένους τους.

Οι φιλάργυροι κάνουν την ανέχεια σύμβολο του πλούτου τους.

Οι δοξασμένοι καταθλίβονται απ’ την ίδια τους τη σιωπή.

Οι εραστές της ελευθερίας ξαναγυρνούν στη φυλακή.

Κι ο πονεμένος άνθρωπος πλανιέται στον πονεμένο τόπο.

Σ’ αρέσει το γαλανομάτικο τ’ αγόρι μου κύριε θάνατε;

narkis

O Νάρκισσος δεν πνίγηκε μέσα στην εικόνα του αλλά μέσα στη λίμνη.

Η επιφάνεια της λίμνης αντικαθρέφτισε την εικόνα του, την οποία ερωτεύτηκε σε σημείο που να πνιγεί μέσα της.

Πως θα ήξερε ότι ήταν ωραίος αν η λίμνη δεν τον είχε αναγνωρίσει ως ωραίο; Επομένως δεν ήταν ερωτευμένος παρά με το βλέμμα με το οποίο η λίμνη τον κοίταζε.

Η έκσταση παρέχει την αφορμή για χαμό και χάσιμο σε μια τροχιά ομόκεντρη με τη λαχτάρα.

Κι η μάνα του Νάρκισσου στέκεται πάνω απ’ τη λίμνη λέγοντας: Αυτό που θα ‘θελα να ξέρω είναι, σ’ αρέσει το γαλανομάτικο τ’ αγόρι μου κύριε θάνατε;

Κόλλες και σοροπάκια

kollew

Το απαγορευμένο απαιτεί ιεροτελεστία. Στρώναμε κάποτε τον καπνό σε χαρτί που είχαμε σκίσει από λογοτεχνικά βιβλία μεγάλων συγγραφέων.

Μια φορά που είχαμε ξεμείνει βάλαμε στο φούρνο φύλλα απ’ τη συκιά να ψηθούν κι έπειτα τα καπνίσαμε σε χαρτί εφημερίδας.

Θυμάμαι τα αδερφάκια μου στη Ρουμανία, μετά τον Τσαουσέσκου, που έμεναν στους δρόμους και τρύπωναν κάτω απ’ τα πεζοδρόμια στους μεγάλους ζεστούς αγωγούς, εισπνέοντας κόλλες.

Εδώ τα αλητάκια κατέβαζαν φτηνά σοροπάκια για το βήχα και φτιάχνονταν για να περάσουν τη μέρα.

Ήμασταν ένας μικρός στρατός από βασιλιάδες ανάμεσα στα κοντόφθαλμα λουλούδια της επιβίωσης.

Ακούγαμε τις ιστορίες του δασκάλου και κουρνιάζαμε στις μελαγχολικές σκιές της αναπόλησης.

Ένδοξοι πρόγονοι σκοτωμένοι, προδοσίες και διαβρώσεις, Τούρκοι, Βούλγαροι, Αλβανοί, εκσφενδονίζονταν ολόγυρά μας απ’ το υπουργείο παιδείας και τρόμου, απ’ τα έντερα του κυρίου καθηγητή ένα μαύρο κοπάδι πολεμιστών με τη μύτη του όπλου στο μάτι μας.

Πως ονομάζεσαι παιδί μου; Πόσοι σκοτώθηκαν στα Γαυγάμηλα; Πόσους μαστούς μάσησε ο Ιβάν ο Τρομερός; Πόσα κορίτσια βίασε ο μπόγιας της Ασίας;

Το κουδούνι ακουγόταν σαν πολεμική ιαχή. Τρέχαμε να προλάβουμε μια θέση στο συνωστισμό της τουαλέτας.

Καπνίζαμε σαν διάολοι ρουφώντας μονοκοπανιά σχεδόν τα τσιγάρα, δείχνοντας μια αξιοσημείωτη ετοιμότητα για αμαρτία.

Η τουαλέτα ήταν χώρος προσευχής. Ένα μέλλον στολισμένο με λάφυρα και κορίτσια που κατουρούσαν δίπλα από μας τους κοιμισμένους γίγαντες. Ένα παρόν από αγάπη και τρόμο, από παιδικό ιδρώτα και λάσπη χωνεμένη στο λήθαργο των ανθρώπινων οσμών.

Θυμάμαι πως είδα να πεθαίνει ένα σκυλί. Κουβαλήθηκε σε μια γωνία κι έγλειφε τρέμοντας τα πόδια του.

Είδα την ψυχή του να βγαίνει απ’ το στήθος του σαν πουλάκι κι ένιωσα ένα συναίσθημα σα να μ’ έκανε τσακωτό ο πατέρας. Μέτρησα ως το εκατό και κατόπιν ηρέμησα.

Ηρέμησα πολύ και συμφιλιώθηκα για λίγο με το θάνατο. Με κοιτούσε λοξά. Τα μάτια του ήταν γλυκά και όμορφα, χωρίς ιριδισμούς. Μύρισα κάτι ξινισμένο και διαβολικό. Επέστρεψα στους φίλους μου και στη χαραγμένη από το κρύο ερημιά των δρόμων. Δεν είχα τίποτε να εξομολογηθώ.

Μεταξύ δυο σημείων

geometr

Η ποίηση είναι το θέμα του ποιήματος της ευκλείδειας γεωμετρίας. Όλη η ιστορία του πολιτισμού είναι το ευθύγραμμο τμήμα που ενώνει δυο τυχαία σημεία. Ο συντομότερος δρόμος μεταξύ του Α και του Β.

Χύθηκε αίμα για να κατακτήσουμε το συντομότερο δρόμο μεταξύ δυο πόλεων. Το συντομότερο δρόμο μεταξύ δυο κορμιών.

Οι πατέρες της εκκλησίας διακηρύσσουν πως η οδός του αληθούς χριστιανού είναι η ευθεία.

Αυτοί που φυτεύουν λάχανα λένε πως η ευθεία είναι η καλυτέρα όλων.

Και ο Κικέρων μιλάει για την ευθεία, λέγοντας πως είναι το σύμβολο της ηθικής ευθύτητας.

Κι ο Αρχιμήδης μιλάει για τη συντομότερη γραμμή μεταξύ δυο σημείων.

Ο Νέρων όμως θέλησε να κατακτήσει την απόλυτη ευθύτητα, να συντομεύσει κι άλλο το δρόμο που οδηγεί απ’ τη Ρώμη στις κτήσεις. Έβαλε φωτιά για να κάψει την πραγματικότητα μεταξύ της αρχής και του τέλους.

Έκανε την εξουσία του πληθωρική και ανελέητη κι έπειτα κοιμήθηκε ήσυχος και ακμαίος μέσα στο εξαίσιο σφρίγος της ομορφιάς του.

Λέω στους μαθητές μου ιστορίες για τα άστρα και το ψωμί. Για τον ανθρώπινο κόπο και για τη συντομοτέρα οδό. Μα κάποιος διάολος μέσα μου πάντα αμφιβάλει για την ανωτερότητα της ευθείας. Και με τραβάει απ’ το μανίκι να μου δείξει τον ήλιο και τις ιερές καμπύλες.

Την τεθλασμένη τεμπελιά μεταξύ του Α και του Β. Την περιπέτεια μεταξύ της αρχής και του τέλους.

Την αλητεία που δεν μπορείς να τη γευτείς περπατώντας πάνω στο δρόμο του θεού της ευθείας. Τη γεύση από τόσα χείλη που σε περιμένουν μακριά.

Ο συντομότερος δρόμος είναι ο δρόμος του καθήκοντος, ενώ ο άλλος δρόμος, η τεθλασμένη της περιπλάνησης, είναι ο δρόμος της ονειροπόλησης.

Αν δεν βγεις απ’ τη ευθεία δεν πρόκειται να γνωρίσεις την ομορφιά.

Η ομορφιά βρίσκεται κρυμμένη στα δύσβατα μονοπάτια και στους κακοτράχαλους γκρεμούς, στους δρόμους που μπορεί να μείνεις νηστικός, μα εκεί, πίσω απ’ τους ψηλούς θάμνους, μπορείς να χορτάσεις με τη γύμνια της Ναυσικάς.

Ζεστοί σατανάδες και ψυχροί διάβολοι

dali

Ο Σαίξπηρ ενοχοποιούσε το βοριά για την ουρική αρθρίτιδα, την επιληψία, τη φαγούρα και τον πυρετό με ρίγη.

Ο Βολταίρος ενοχοποιούσε τον ανατολικό άνεμο για την κακή του υγεία και τη μαύρη μελαγχολία που οδηγεί στην κατάθλιψη και τις αυτοκτονίες.

Ο Θεόφραστος κατηγορούσε το νοτιά, ότι έκανε τους άντρες αδύναμους και ανίκανους, επειδή έπηζε τη λιπαντική ουσία των αρθρώσεών τους.

Κάποιοι λένε πως αν ο άνεμος φυσάει αδιάκοπα για πολύ καιρό μπορεί να μας τρελάνει.

Ο άνεμος φέρνει φωνές και σκόνες από άλλες χώρες. Άλλες φορές ακούς να κλαίει σαν μωρό κι άλλες να μουγκρίζει σαν αγελάδα. Νιώθεις να σου τρυπάει το κόκκαλο και να περνά στο μεδούλι.

Ο βιβλικός άνεμος σιρόκος το χειμώνα και την άνοιξη, που τον ονομάζουν σαράβ στο Ισραήλ και λεβάντε στην Ισπανία και λεβές στο Μαρόκο και χαμσίν στην Αίγυπτο.

Άνεμοι χιονοφάγοι που οι ινδιάνοι τους ονόμασαν Σινούκ και οι βάρβαροι βάφτισαν έτσι τα ελικόπτερά τους.

Ο φεν των Άλπεων και ο Σάντα Άνα της Καλιφόρνια.

Άνεμοι της Αδριατικής που γλείφουν την Πίνδο και άνεμοι νεογνοί που σπέρνουν το Κιλιμάντζαρο. Άνεμοι που περνούν μέσα απ’ τα ερωτικά τρίγωνα των ντετερμινιστών και σταματούν τη ρουλέτα στο μηδέν.

Άνεμοι σαν κεραυνοβόλοι έρωτες κάτω απ’ τη φούστα.

Ζεστοί σατανάδες και ψυχροί διάβολοι που κατεβαίνουν απ’ τα ορεινά περάσματα και κατσαρώνουν τα μαλλιά σου και τεντώνουν τα νεύρα σου και σε πιάνει φαγούρα στο δέρμα.

Νύχτες και μέρες όπου κάθε συνάντηση φίλων για ποτό καταλήγει σε καβγά.

Παραθυρόφυλλα που χτυπιούνται πάνω στους τοίχους και γρίλιες που ψιθυρίζουν τα κακά μαντάτα.

Πειθήνιες σύζυγοι που αγγίζουν την κοφτερή λάμα του χασαπομάχαιρου και κοιτάζουν το σβέρκο του συζύγου τους. Όλα είναι πιθανά.

Λίγος καπνός ακόμη

gip

Οι νύχτες αγρύπνιας των εφήβων και των ποιητών διαθέτουν δόλο και φρόνημα θαυματοποιού.

Η φυσαρμόνικα της λατρείας της ζωής πότε ανοίγει υπέρ της φύσης και πότε κλείνει υπέρ της πάλης του ανθρώπου με τη φύση. Ο άνθρωπος λατρεύει τη μήτρα που τον γέννησε αλλά βλέπει σ’ αυτή και την καταβόθρα που θα τον ρουφήξει.

Διαισθητικά έχουμε πειστεί πως μέσα στην άναρθρη φύση γνέφει τραυλίζοντας μια ατροφική εκδοχή του ανθρώπου. Φρονούμε αορίστως και παραισθητικώς ότι μέσα στη φύση ενοικεί κάτι το βαθύτατα ανθρώπινο.

Μεταξύ εμού και της φύσης υπάρχει μια τσιγγάνα εφοδιασμένη με το μαγικό της κόσκινο και τα μαγικά της κουκιά.

Μια Πυθία που συγχωνεύει στους απόκοσμους συλλογισμούς της την οικεία ζωή με τη φασματική γοητεία του κόσμου. Παρατηρώντας μας πάντα και γελώντας με τα καμώματά μας, βλέποντάς μας να αγοράζουμε βελόνες απ’ το βλοσυρό έμπορο των ελπίδων, για να μπαλώσουμε τα ψέματα.

Στενός Κορσές ή Τα Μαθηματικά Είναι Αλυσίδα

This controversial new art exhibition is due to open next month at one of Britain’s top galleries, despite more than 2,500 people signing a petition calling it RACIST. See SWNS story SWBLACK; Exhibit B, by artist Brett Bailey, features black actors dressed up as slaves, and shows them in cages and a human zoo, to demonstrate the ‘brutal reality behind colonisation.’ Brett, a white man who grew up in Apartheid South Africa, reckons his piece is thought-provoking and not “about black histories made for white audiences.” But activists have slammed the work, set to open at The Barbican in London on September 23.

Γνώρισα τους ηθοποιούς που κινούνταν σαν μαριονέτες. Η δύναμή τους παρουσιάζονταν σαν ανόητη βία.

Αυτό που με διασκέδαζε ήταν η αθωότητα και το πνεύμα τους. Η περπατησιά τους που έμοιαζε με την περπατησιά του σχοινοβάτη που φοβάται μη χάσει την ισορροπία του.

Το παιχνίδι είναι ο καιρός της ευτυχίας σας, τους είπα, παίζοντας το ρόλο εκείνου που δείχνει τα έργα των νεκρών στους ζωντανούς.

Σκηνοθέτησα τον άντρα και τη γυναίκα μέσα στο πιάτο των αφεντάδων τους. Τους είπα πως είναι σκυλιά που θέλει το ένα να καταβροχθίσει το άλλο.

Η ζωώδη φύση σας καθορίζει τον παιδικό θυμό και το χρηματιστήριο. Την απληστία των κληρικών για πορνογραφία και ελεημοσύνη. Το αιμάσσον πένθος μιας χήρας που μαλακίζεται σ’ έναν αγρό.

Η ζωώδη φύση σας βγαίνει μαζί με τη γλώσσα του Ανάξαρχου από τα Άβδηρα που την έκοψε με τα δόντια του και την έφτυσε ματωμένη καθώς ήταν στο πρόσωπο του τυράννου Νικοκρέοντα.

Το παιχνίδι απαιτεί ακρωτηριασμό και πόλεμο. Η σκηνή είναι πεδίο μάχης στο οποίο πρέπει να ρίξεις το θεατή. Αν δεν καταφέρεις να τον πετάξεις στα χαρακώματα απέτυχες. Ο θεατής έρχεται στο θέατρο για να γευτεί τη σάρκα των ηθοποιών.

Έρχεται να κοινωνήσει σώμα και αίμα, έρχεται να δαγκώσει κώλο και βυζί, να δει το βρακί της πρωταγωνίστριας, έρχεται χωρίς να αγαπά, φτάνει ως ανέραστος, σαν μια μύγα πάνω στα κρέατα που είναι για εμπορική χρήση.

Θέλει να δει το ζεύγος. Θέλει να μυρίσει τους ηθοποιούς που μυρίζουν πάντα σκοτάδι και ταραχή. Θέλει ως εξουσιαστής να τους δει να πεθαίνουν τόσο απότομα όσο κι ένα έντομο που το συνθλίβουμε.

Τους είπα δεν έχετε άλλη επιλογή ως ζεύγος. Το μόνο που μπορείτε να παίξετε πειστικά είναι ο έρωτας. Ακόμα κι όταν δοκιμάζετε ένα δαμάσκηνο πάνω στη σκηνή να είναι πράξη γαμησιού. Λοβός και λάρυγγας να υπακούει στα χοντρά καρφιά που δένουν τα σανίδια της σκηνής με τον κόσμο.

Τους είπα πως το ηθικό θεμέλιο της κοινωνίας είναι το εισιτήριο. Οι κυρίες και οι κύριοι που έρχονται στο θέατρο έρχονται να ερεθιστούν. Το θέατρο είναι η εξέλιξη του πορνείου.

Οι θεατρίνοι πάσχουν από ανίατο οπτιμισμό. O μικροαστικός αναρχισμός της πόζας των ηθοποιών είναι η δυστυχία της συνείδησης της κοινωνίας.

Αδύνατοι κοκαλιάρηδες καταφθάνουν. Λούμπεν προλετάριοι του Ισλάμ και χριστιανοί του Νίγηρα θα ανεβούν τα σανίδια της Ευρώπης. Να δείξουν το θάνατο και το θεό πως βγαίνουν απ’ το μπουντρούμι της μήτρας. Να δείξουν ποιος τους μαγάρισε το νερό και ποιος τους γάμησε το σπίτι.

Ωραίος, Σαν Έλληνας

tsoup

Έφτασε λοιπόν η αποφράς εκείνη μέρα που πρέπει να πω:

Εγώ, ο Αντονέν Αντώ, είμ’ ο γιός μου,
ο πατέρας, η μητέρα μου
κι εγώ

Έφτασε η μέρα που ο χαρακτήρας μου θα κρίνει με πολύ αυστηρότητα τον εαυτό μου.

Ιδού:

Κυρίες και κύριοι αυτό το κάθαρμα εκτοξεύει φράσεις δίχως νόημα.

Κυρίες και κύριοι αυτό το κάθαρμα είναι συκοφάντης.

Συκοφαντεί τα σκατά με παρομοιώσεις. Αντί για το βιασμό και την  πυρκαγιά γράφει τις λέξεις εκκλησία και κράτος. Αντί για το Κύριε Ελέησον ζωγραφίζει μια σουβλισμένη καρδιά.

Είναι τυχοδιώκτης τόσο που λικνίζει πάνω απ’ τη λέξη κλειτορίδα ρουθούνια ιεροψάλτου.

Είναι ο Άμλετ της ψωροκώσταινας εμποτισμένος με τα δηλητήριά του.

Κυρίες και κύριοι η ψυχή τού καθάρματος αυτού είναι κρύα σαν ποδάρι κύκνου βουλιαγμένο σε έλος.

Η αστυνομία του πνεύματος είναι έτοιμη να τον μαστιγώσει οχτακόσιες φορές, είναι έτοιμη να τον κλείσει σε λευκό κελί όπου θα ακούγεται νυχθημερόν ο Βέλτσος να διαβάζει Βέλτσο και η Δημουλά να διαβάζει Δημουλά.

Κυρίες και κύριε κοιτάξτε πως τανιέται κάτω απ’ το δέρμα του η πονηριά και η τρέλα του.

Να, διαβάστε εκεί που υμνεί τον εντεροσπασμό και την τουλίπα, να διαβάστε μιαν ωδή του στο κατούρημα κόρης απ’ το Αμστελόδαμον που ουρεί βλέποντας το ηλιοβασίλεμα στη Οία.

Και να, κυρίες και κύριοι, ιδού το ποιηματάκι που έστειλε το κάθαρμα στην ακαδημία Αθηνών γραμμένο με αίμα χουντικού πάνω σε μια συλλεκτική σερβιέτα της Σοφίας Βέμπο.

Ευχαριστίες οφείλω στη Χαρούλα Χάρου
το θηλυκό θάνατο
που θα κάνει το παρόν σώμα μου κομμάτια
κι ευθύς ξανά θα συναρμόσει
με όψεις χιλιάδες και λαμπρές
σε νέο καινούργιο σώμα
που δε θ’ αφήσει να με λησμονήσετε ποτέ.

Dance Me to the End of Love

leo

Είχα μάθει να κρέμομαι απ’ τα χείλη της. Κρεμάστηκα απ’ τα χείλη πολλών γυναικών κι ένοιωσα ευτυχισμένος. Κατάλαβα πως είμαι όλες εκείνες μαζί οι γυναίκες που περισώθηκαν απ’ τον πεισματικό μου μόχθο.

Η μοίρα δεν μπορούσε να συγκαλύψει τίποτε κι ο έρωτας έκανε τον αιώνιο φόβο μου μελαγχολία. Η δυστυχία έφτασε πολλές φορές στο κατώφλι μου και με συντάραξε γερά.

Ξεσκόλισα όλα τα αρχαία μαγικά βιβλία, έσπειρα δαίμονες, έγραψα πάνω στις ρόγες της μέχρι που φτάνει ο λαβύρινθος της αγάπης.

Υπήρξα ένας Εβραίος που αγάπησε το Μπουένος Άιρες και την Ύδρα. Είχα πάντα ένα δώμα μακριά απ’ τη βία και την Αμερική. Η θνητή στάχτη που έξυνα από πάνω μου σκόρπιζε στις τέσσερις άκριες του κόσμου. Σε πεδία μαχών φημισμένα και σε κορμιά κατάστικτα από θολές δεισιδαιμονίες.

Είδα τον ήλιο, τη θάλασσα και τους θανάτους σαν αμίλητους σκλάβους να δουλεύουν μυστικούς κύκλους σε πεζούλια και σε χαρακώματα. Σε τάφρους και στενά δρομάκια.

Είδα την ατέλειωτη μοναξιά και την πλήξη, ώριμες που θέλησαν να τις καρφώσει ο γόης που αιμορραγούσε. Κοριτσάκια δασκαλεμένα στο βογγητό, να θέλουν να τραβήξουν ήσυχα ζώα μέσα στην τρύπα τους. Γέρους φρικαλέους, προέδρους και παπάδες να σκορπίζουν οφθαλμαπάτη και μαγαρισμένη διαλεκτική.

Ένιωσα τη σκοτεινή απόλαυση του φενακισμού κάθε γνώσης. Κολύμπησα μέσα στο παραλήρημα της έκστασης.

Είχα μάθει να προσεγγίζω το θάνατο, γι’ αυτό και τα πάντα, ακόμα και τα πιο σκληρά πράγματα τα έσπρωχνα μέσα σε μια τέλια αδιαφορία νοήματος. Εκεί στη χωματένια γεύση του φιλιού όπου γινόμαστε όλοι πλάσματα που ονειρεύονται χωρίς να λυπούνται που τελειώνουν τα όνειρά τους.

Πλάσματα χωνεμένα στο κέντρο του κορμιού της. Πλάσματα με κορμοστασιά εντόμου. Πολύχρωμες πεταλούδες που αναρωτιούνται, τι λογής θάνατος είναι αυτός όπου είμαστε για πάντα μόνοι, όπου ο έρωτας δεν μας δείχνει ποτέ το δρόμο!

Τα φιλιά θα σώσουν τον κόσμο

ta-filia

Ακούω άδειες ειδήσεις, εγκάρδιες ανταποκρίσεις απ’ τη χώρα που έριξε ψαλιδιά στον ανδρισμό. Ακούω τις κραυγές της γυναίκας που έβαλε ο παπάς στο αμόνι του. Όλα συγκλίνουν σε μια προοπτική χαμού.

Τα χείλη της όμως, σήμερα, έχουν κουρνιάσει κάτω απ’ τη ζεστή άμμο του φιλιού.

Τα φιλιά θα σώσουν τον κόσμο, η μοναχή Πουλχερία με τα στήθη της, η εργατική τάξη που θα το σκάσει απ’ το κοτέτσι, οι κότες που θα δακρύσουν, ο γέρος που αγναντεύει τις νεόκοπες χήρες, ο νεολαίος που γαμεί.

Αν δυσκολεύεσαι να βρεις την ουσία είναι γιατί δεν υπάρχει. Η ευτυχία είναι μια εξυπνάδα που θα σου πει κάποιος στο δρόμο, ένας ορισμός στα λεξικά, μια εύθραυστη βιτρίνα στο μέσο μιας πεδιάδας, μια σκοτεινιά όλο μελάνι που απλώνει τα ετοιμόρροπα τείχη της.

Η ευτυχία είναι αυτό το γραφτό με τα κοφτερά δόντια, τα ψήγματα χρυσού στην κοιλιά ενός Γερμανού χρυσοθήρα.

Η ευτυχία είναι ραδιενεργός σκόνη, γύρη και μικρόβια, στάχτη και πούδρα. Το ανάλαφρο και αραιό χιούμορ, τα αγόρια που γλείφουν αγόρια και τα κορίτσια που γλείφουν κορίτσια.

Η ευτυχία φυτρώνει εκεί που δεν τη σπέρνουν. Ξέρω γύφτους ευτυχισμένους στον ίλιγγο της φτώχειας, εκεί στο σημείο εκροής των υπονόμων του πολιτισμένου κόσμου που βάζει τον κώλο του πάνω απ’ το ντορβά της χέστρας, ποζάροντας με την άσεμνη σιλουέτα του, κλείνοντας το πρωκτικό του μάτι στο έρεβος. Αφήνοντας τα ευσπλαχνικά κτερίσματα της λαιμαργίας του.

Ξέρω πως η κοιλιά σου γυναίκα είναι αγνή. Ξέρω πως η σχισμή σου ποθεί το φαλλό μου που αφοπλίζει όλους τους θεούς του ολέθρου. Ξέρω πως είσαι στο στόμα του αρσενικού το πνεύμα που το τρέφει. Η γλώσσα σου είναι πνεύμα. Τα μουνόχειλά σου είναι πνεύμα.

Ξέρω πως τα φιλιά σου θα σώσουν τον κόσμο όταν ξυπνάει το τέρας.

Αμυγδαλωτό

amygdalo

Γέλασε με όλο το φαλλικό υπαινιγμό που απαιτούσε η σάρκα της.

Δείτε πέρα, εκεί, τα ζευγαράκια της Σελήνης, πως δείχνουν σεβασμό στο έλκος αυτού του δορυφόρου που τα έλκει διηνεκώς. Δείτε πως ξαγρυπνούν στην αίθρια πλήξη των υποσχέσεων.

Δείτε τα χείλη τους πως αγκιστρώνουν τη φθορά που έρχεται.

Δείτε τη χρυσή φουρκέτα στα μαλλιά αυτής που λάτρεψε τις γραμμές των οριζόντων και τη γεωμετρία του δέρματος που ξέρει πολλά.

Δείτε το φαγοπότι των θεών που κάνουν δίαιτα και τραντάζονται απ’ τα βυζιά αυτής που σκορπίζει αναίδεια και κάλος.

Δείτε την μάνα μου στον Υπερσιβηρικό οδοντωτό τού έρωτά της που γέννησε εμένα κι εσένα. Δείτε στο λαιμό της τις ρίζες που βλασταίνουν φιλιά στο στόμα.

Δείτε πως μοντάρουν τα πλάσματα μέσα τους τις παρτούζες της αυγής μα τα χρώματα.

Δείτε τον λυρισμό να μοιράζει τραπουλόχαρτα στους τζογαδόρους. Ντάμα βαλέ υπεροψία. Δείτε την άκρη του νυχιού της πως σπρώχνει σ’ εμένα τον υγρό φεγγίτη που βγάζει μέσα της.

Γέλασε, με όλο το φαλλικό υπαινιγμό που απαιτούσε η σάρκα της. Τα δόντια της ήταν εξαιρετικά μεγάλα και λευκά και τα χείλη της φουσκωτά, με το κραγιόν να έχει φύγει απ’ τις άκρες τους, ένα σχέδιο στόματος με κόκκινο μελάνι.

Οι ψίχες τού αμυγδαλωτού κρεμάστηκαν σαν αστεράκια απ’ τις γωνιές του στόματός της πάνω στο τρεμάμενο ηβικό της συννεφάκι. Με λύσσα πετάγονταν τα εντόσθια του φιλιού απ’ το στόμα της.

Δείτε τη νύχτα που τη μασάει η ερωτική μας ραπτομηχανή. Δείτε τα πόδια της που έχουν ανάμεσα την καρδιά μου.

Δείτε πως, εγώ, ο βραδύνους ιχθύς έγινα αμυγδαλωτό στο στόμα της, αλεσμένος απ’ τα γαστρικά της υγρά, το σκατούλι της που απορρόφησε όλες τις μνήμες και όλα τα ποιήματα που της έγραψα, βουβός στο κατάστρωμα αυτού του κόσμου που με πήρε στο λαιμό του.

Κύκνειο Άσμα

kyknos

Τι εστί χίπικη μονοκοντυλιά και τι εστί παρνασσισμός της κοινής λογικής το ξέρει καλά ο γέρος μέσα μας που διαψεύδει ελπίδες και οράματα επί οχταώρου και κατεβαίνει φορτσάτος σκάβοντας σάρκα.

Τι εστί εραστής των καλών τεχνών μαγκωμένος από σύννεφα και ιδιότροπους λυρισμούς και τι εστί πάνθηρ ροζ σε μπεζ σκηνικό αφροδίσιας καθαρότητας το ξέρει καλά ο μοιρολάτρης εαυτός που με όλους τους παραδοξολογικούς εμπαιγμούς των λετριστών χώνει την προβοκατόρικη μουσούδα του παντού.

Διατρέχοντας τόμους φυσικής ιστορίας, ο επιφανής γιατρός Τριμπουλά Μπονομέ έμαθε πως ο κύκνος τραγουδά ωραία πριν πεθάνει. Σαν τέλειος εραστής της μουσικής ονειρευόταν να χορτάσει μουσική.

Πλησίαζε εκεί στην άκρη του βάλτου για να εμψυχώσει τους καλλιτέχνες. Γινόταν ένα όρνιο που με τα σιδερένια του δάχτυλα βυθιζόταν στους αγνούς λευκότατους λαιμούς.

Τους θρυμμάτιζε νιώθοντας στα δάχτυλά του την ψυχή των κύκνων να σαλεύει μ’ ένα τραγούδι αθάνατης ελπίδας, απελευθέρωσης κι αγάπης, προς τους άγνωστους ουρανούς.

Κι ο γιατρός Μπονομέ ανέπνεε το τραγούδι, οι αρμονικοί κραδασμοί έσκαβαν την καρδιά του, χίλιοι οργασμοί ως την αιωνιότητα που αναλογούσε στον απολαυστικό νυχτερινό του θανατόκοσμο.

Οι αγαπημένοι του καλλιτέχνες, οι κατάλευκοι κύκνοι, έσβηναν προσφέροντάς του τον πιο τρυφερό επιθανάτιο σπασμό. Την μουσική που προκαλούσε το αιμοβόρο πάθος.

Κάθε ειλικρινής και γνήσιος φιλότεχνος ξέρει τον τρόπο που θα δολοφονήσει τον καλλιτέχνη, ξέρει πως το κύκνειο άσμα του είναι αποτέλεσμα της βαμπιρικής του φύσης.

Πλούσιοι μαικήνες, αντεροβγάλτες των καλλιτεχνών με τα χρυσά τους νομίσματα ακολουθούν το γιατρό Μπονομέ στο βάλτο με τους αθώους καλλιτέχνες.

Εκεί όπου λίγο λίγο η αγωνία του θανάσιμου κινδύνου ζευγαρώνει με τα παθητικά αποκυήματα της φαντασίας.

Εκεί όπου ο πλούτος και η δύναμη στραγγαλίζουν το λευκό κύκνο για να ακούσουν το επιθανάτιο αριστούργημα.

Και τώρα στα εκτροφεία καλλιτεχνών και στα εκτροφεία λευκών κύκνων, στων τεχνών και των γραμμάτων τους λευκούς λαιμούς που άφησαν πίσω τους ηχογραφημένο τον επιθανάτιο ρόγχο τους, το αριστούργημα που σφράγισε ο φόνος.

Κάτοπτρο νεοσύλλεκτου γραφέως

eys

Είμαι ο ιδρυτής αυτού του εξωανθρώπινου κόσμου. Υπήρξα αμπαρωμένος χρόνια στην κοιλιά της πραγματικότητας, μα τώρα αδερφέ, πήρα το μαχαίρι και έσκισα αυτό το τοξικό στομάχι.

Και κατάλαβα και ένιωσα τι εστί παράδεισος. Τι εστί βακχεία.

Απατημένοι, εσείς, απ’ το μαγνητισμό της ύλης και των συνευρέσεων, η εκσπερμάτωσή μου είναι αδίστακτη, αδιάντροπη, αδυσώπητη.

Χαχανίζετε κλαψιάρικα. Με το μακρύ γυαλιστερό μάτι από διαλυτικά οράματα. Κλάνετε αλλά δε ευχαριστιέστε το κλάσιμο. Χαχανίζετε κλαψιάρικα. Πάλι ξανά. Τρώτε αυτό τον υπέροχο πουρέ από φασόλια και κόκκινες πιπεριές. Αλλά δεν τρώτε. Αυτοδιαλύεστε στο αιώνιο νεκροκρέβατο της επιβίωσης. Λιανίζετε και λιανίζεστε. Προσεύχεστε και καταριέστε.

Αδερφέ από κλάψα και ναφθαλίνη είμαι ο ιδρυτής αυτού του εξωανθρώπινου κόσμου. Είμαι στον παράδεισο που είναι περικυκλωμένος από μυστήρια. Είμαι όλος ένα καβλί. Αντιβιοποριστής, αδερφέ, ζηλωτικά και αυθάδικα, όλο χαζούλικα λογάκια. Όλο εξωανθρώπινη άχρηστη ποίηση.

Όλο αριστουργήματα της πούτσας. Όλο μπρούμυτα. Με τα σαθρά πνευμονάκια να μυρίζουν τις γρήγορες κατουριές. Τα χείλη του μουνιού που τανιέται εντατικά, σκούρο και γενετήσιο, αυτό το θρεφτάρι που πλατειάζει αφρισμένη λαχτάρα, έτσι φασκιωμένο από θαμπές ζηλόφθονες κουβέντες.

Ω μουνί περικλεισμένο μέσα σε οικόσιτες ακτινοβολίες, θα τραβήξω δια μιας όλες τις κουρτίνες για να φωταγωγήσεις τον κόσμο.

Είσαι ο κάτοχος του εξωανθρώπινου σύμπαντος που ιδρύω καθημερινώς και αδιαλείπτως. Εγώ ο νεοσύλλεκτος γραφέας ο γραφιάς ο γραφομανής ο γραφομουνής ο γραφομούνης.

Φτιάχνω πάλι το θαύμα. Φτιάχνω πάλι το ποίημα που γαμεί και σεμνύνεται. Αυτό τον ξεπλυμένο σβώλο ανθρώπινης λαλιάς μέσα στην αιώνια βροχερή νύχτα.

Αδερφή ψυχή, λεσβία. Είμαι ένα θαύμα. Στον πυθμένα του μουνιού μου ένα στρώμα χημικά άλατα, απλωμένα σε χαριτόβρυτους κρυστάλλινους σχηματισμούς.

Είμαι ισάξιος του Dante και του Shakespeare, νιώθω αυτό που ο γερασμένος Victor Hugo ένιωσε στα εβδομήντα του, αυτό που ο Ναπολέων ένοιωσε στα 1811, εκείνο που ο Tannhauser ονειρευόταν στο Venusberg.

Τηλεγράφημα

tile

Ο συνάδελφος στο γραφείο ήταν παλαβός. Θεοπάλαβος. Έγινε παλαβός. Έλεγε παλαβά πράγματα με παλαβό τρόπο. Κάθε πρωί ακούγαμε τις παλαβομάρες του και νιώθαμε πόσο παλαβός είναι. Πόσο παλαβός γίνεται μέρα με τη μέρα. Αποφασίσαμε να ενημερώσουμε τη διεύθυνση για τον παλαβό συνάδελφο που έλεγε παλαβά πράγμα. Αμέσως με συνοπτικές διαδικασίες ο παλαβός συνάδελφος οδηγήθηκε στο τρελοκομείο. Επιστρέψαμε σιγά σιγά στους κανονικούς ρυθμούς. Ο παλαβός συνάδελφος δεν μπορούσε πια να μας παλαβώνει με τις παλαβομάρες του. Ύστερα από μερικές μέρες έφτασε στο γραφείο ένα τηλεγράφημα απ’ το φρενοκομείο. Το τηλεγράφημα έγραφε: Από Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι Στοπ υπάλληλο της ανθρώπινης ψυχής Στοπ αγαπητοί συνάδελφοι να ξέρετε πως δεν μπορείτε να είστε βέβαιοι ότι έχετε σώας τας φρένας κλείνοντας το συνάδελφό σας στο φρενοκομείο Στοπ

Η φωνή του θεού ή Διακοπή για διαφημίσεις

foni

Συνήθως δεν υπάρχει τίποτε επάνω. Όλα είναι κάτω. Το χώμα και το νερό, οι πέτρες και τα δέντρα. Οι άνθρωποι είναι κάτω.

Περιμένουν σαν ανυποψίαστα φανταράκια να κάνουν το καθήκον τους. Περιμένουν υπομονετικά πίσω απ’ τη σκηνή να έρθει η σειρά τους.

Η φωνή του θεού μονάχα ακούγεται πίσω απ’ τα μεγάφωνα και πίσω απ’ τις εικόνες που διαφημίζουν τηλεοράσεις, κινητά, σερβιέτες, καφέδες, αυτοκίνητα, φάρμακα, ρόγες, μπούτια, αφαλούς.

Η φωνή του θεού είναι μελιστάλαχτη, μιλάει απλά και κατανοητά. Λίγες λέξεις, νεανική χροιά με μια διαπεραστική αίσθηση χαράς αλλά και με μια χθόνια δύναμη που κάθε τόσο αναβλύζει στον απέραντο τηλεοπτικό θόλο.

Τα ιδρύματα των πλουσίων που βοηθάνε τους φτωχούς είναι περισσότερα απ’ τους φτωχούς, οι αγαθοεργίες και οι καλές πράξεις εξαπλώνονται σαν επιδημίες που σπέρνουν οι καλές θρησκείες στον κακό κόσμο.

Παντού η φωνή του θεού. Στα κομμωτήρια και στα βενζινάδικα, στα σχολεία και στα μπουρδέλα. Στα σπίτια και στα καλυβάκια.

Η φωνή του θεού από μέλι και γάλα, από σπέρμα και σάλιο. Η φωνή του θεού απ’ τα Εγώ όλων μας. Η φωνή του θεού από άρβυλα πολέμου και ακατάσχετα γέλια.

Ο θεός δεν έχει σάρκα, ούτε πνεύμα. Μόνο φωνή. Ο θεός είναι ο καλύτερος πωλητής του κόσμου. Πουλάει τον κόσμο στον κόσμο. Καθημερινώς και αδιαλείπτως.

Συνήθως δεν υπάρχει τίποτε επάνω. Όλα είναι κάτω. Ο θεός είναι κάτω. Εδώ μαζί μας. Η φωνή του μας ακολουθεί ακόμα και στον καμπινέ.

Ο θεός είναι πανταχού παρόν. Είναι εδώ κάτω μαζί μας. Μας οδηγεί σαν συμπαντικό γαμικό υνί στο ταμείο. Άλλος με χλαμύδιον και άλλος με υποκάμισον. Εκεί πληρώνονται όλα. Στο ταμείο. Εδώ δηλαδή.

Ο άντρας είναι η δόξα της γυναίκας

topor1

Διέθετε την παθιασμένη απελπισία του αυτόχειρα όταν κοιτά το έρεβος, αλλά δεν κοιτούσε το έρεβος, κοιτούσε το μουνί μου. Σχεδόν σαν να μελετούσε κάποιο χάρτη και σαν να ζήλευε που δεν διέθετε κι αυτός μουνί. Έβλεπα στα μάτια του τι σημαίνει ερωτική απογοήτευση κι αυτό το όμορφο πεινασμένο ζώο απέναντί μου να φερμάρει τη σάρκα μου. Να παραφυλά σαν μαύρο ζαλισμένο μαμούνι πίσω απ’ τα μαδημένα ηλιοτρόπια του αγρού. Άρχισα τότε να με βλέπω μέσα απ’ τα μάτια του. Άρχισα να αισθάνομαι όμορφη κι επιθυμητή. Άρχισα να υγραίνομαι και να ερεθίζομαι. Ήμουν το κέντρο του σύμπαντος. Είχα στα σκέλια μου αυτό που δεν είχε αυτός. Αυτό που ήθελε να έχει αυτός. Άρχισα να φουσκώνω από υπερηφάνεια, άρχισα να λατρεύω το μουνί μου. Κι αυτός αφού δε μπορούσε να το κάνει δικό του, τρύπωσε μέσα στο μουνί μου για πάντα.

Υποσημείωση ανατομίας

anatom

Το αυτί είναι το πιο σπουδαίο όργανο. Αυτί, αυτάρα, αυτάκι είναι το όργανο που ακούει πάνω απ’ όλα το αφεντικό.

Στιγμιότυπο

perist

Μου χαμογέλασε. Με το κοφτερό χαμόγελο των πλασμάτων του αγρού. Υπολόγισε το βάρος των αισθημάτων μου χωρίς μαθηματικούς υπολογισμούς. Ακριβώς με όση δύναμη χρειάζεται η ελαφρότητα για να ποδοπατήσει τη μοναξιά. Έβαλε όση ακριβώς δύναμη χρειάζεται για να καταλάβει αν πιάστηκα στο αγκίστρι της. Οι άνθρωποι της πόλης όμως δεν καταλαβαίνουν απ’ αυτά. Ακουμπούν πάνω σου τα κτητικά τους δάχτυλα σαν ήρεμοι γερο-μπάτσοι που συλλαμβάνουν ένα αγαθό κλεφτρόνι. Σου χαμογελούν παγωμένα ή ψεύτικα, γρήγορα και βιαστικά. Μα αυτή μου χαμογέλασε κι ένιωσα πως θα μπορούσα να κουβαλήσω το χαμόγελό της στο σπίτι μου. Να το ακουμπήσω δίπλα μου το βράδυ στο μαξιλάρι, να το αγκαλιάσω σφιχτά και μια για πάντα. Μου χαμογέλασε. Κι αυτό το χαμόγελο, αυτό το πρόσωπο βρισκόταν στην κορυφή ενός λευκού γεροδεμένου κύκνειου λαιμού, τού λαιμού της κατάρας και της απώλειας.

Αντί προλόγου

anti

Αυτός ο τύπος, ο ρυπαρός και εξωλέστατος στέκεται στη μέση τού στίχου μου βάζοντας τρικλοποδιά στην έμπνευσή μου και σαν νταρντανογύναικα που σου τσιμπάει το μαγουλάκι χαμογελά πονηρά εν τω μέσω της φράσεως και εν τω μέσω της συγγραφικής νυκτός.

Διότι όποια ώρα κι αν γράφω έξω είναι πηχτό σκοτάδι. Νύχτα. Νύχτα του κερατά.

Κι αυτός ο τύπος, ο ρυπαρός και εξωλέστατος με παρακολουθεί, εμένα και τις πλάνες μου, τις πιο λατρευτές ερωμένες μου, λίγο πριν τις οδηγήσω στο λιβάδι των αποπλανήσεων και στον ανιχνευτή ψεύδους της σάρκας όταν αγκαλιάζει άλλη σάρκα.

Είναι αυτός που με οδηγεί στη λογική και στη συστηματική τρέλα δείχνοντας πίσω απ’ τις φράσεις ιδέες και σχήματα, σαρκωμένα όλα με τέτοιο τρόπο που να μυρίζουν ιδρώτα ή αέρα του βουνού.

Σε λίγο θα ανατείλει ο ήλιος, κι η γη θ’ αρχίσει να ζεσταίνεται με τον άσφαλτο τρόπο της αιωνιότητας και τα κορίτσια θα επιστρέψουν στους δρόμους, κάνοντας βόλτες στα μαγαζιά, αγοράζοντας σπίρτα για να κάψουν όλα τα ξενέρωτα ερωτικά ποιήματα, όλα τα άρθρα και τις αναλύσεις πονηρών γέρων που πίνουν τσάι με συνοφρυωμένες γριές αλλά ονειρεύονται όμορφες νεαρές μαθητευόμενες νοσοκόμες.

Κι αυτός ο ρυπαρός και εξωλέστατος τύπος που στέκεται στη μέση τού στίχου μου, βάζοντας τρικλοποδιά στην έμπνευσή μου, θα επιστρέψει στο άσυλο τρελών για να περάσει το χειμώνα αφήνοντάς με μόνο να ανακαλύψω τον εαυτό μου.

Τα πάντα

ta panta

Σκέφτομαι πως άλλαξε η σάρκα μου όταν με ρώτησες αν ήθελα να σε δω γυμνή. Η ώρα ήταν περασμένες δώδεκα τη νύχτα, καθίσαμε ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλους που βρισκόταν εκεί, και, μου ψιθύρισες στο αυτί πως όταν βρισκόμασταν μόνοι μας θα μου έδειχνες τα πάντα. Το σκέφτομαι τώρα που είμαι μόνος, τώρα που πάω για ύπνο, όπου θα δείξω εγώ σε μένα αντί για σένα, μέσα στον ύπνο μου, τα πάντα που θα μου έδειχνες εσύ στον ξύπνο μου.

Self portrait

mesel

Νιώθω πως ο εαυτός μου με φοβάται, γιατί οι κινήσεις του ήταν τόσο ασυνάρτητες όταν τού ζήτησα λίγη συντροφιά. Κοκάλωσε. Κι εγώ το ίδιο.

Δόλωμα για νυφίτσες

doloma

Ο Δον Κιχώτης έχωσε το κεφάλι στη μασχάλη κι άρχισε να τρίβει τα ρουθούνια του.

Ανέμελος στην ησυχία της νύχτας, σχεδόν υπνωτισμένος και ελεύθερος σαν μεθυσμένος νεκροθάφτης, ξαπλωμένος στην ταφόπλακα δίπλα στην υγρασία και τη μούχλα, κοντά στους ποντικούς που ροκανίζουν τα κιβούρια, μύριζε πάνω του το άρωμα της Δουλσινέας.

Ερεθισμένος απ’ την αψιά μυρουδιά που έμοιαζε με άρωμα αγριόχηνας γαρνιρισμένης με ελιές και κρεμμύδια.

Μύριζε την μεθυστική μασχάλη της.

Μύριζε τον ιδρώτα όλων των γυναικών και όλων των ανθρώπων απ’ την παιδική ηλικία ως τα γεράματα, ακολουθώντας την διαδρομή που τον οδηγούσε απ’ την ξινίλα του χυμένου γάλακτος στο δέρμα του βρέφους στη λιγότερο στυφή και πιο γλυκανάλατη ξινίλα των γηρατειών.

Μονάχα ο Σάντσο Πάντσα θα μπορούσε να τον ξυπνήσει απ’ το λήθαργο.

Μα ο Σάντσο Πάντσα ήταν ήδη νεκρός και μόνος κάτω απ’ την κρύα γη, κρατώντας σφιχτά το σπάγκο με το κεφάλι του πετεινού.

Παραλία Λούρου ή Ανάμνησις Καύσωνος

anamnisi

Ο ήλιος μύριζε προβατίλα. Ο πρωινός ήλιος. Ο πρώτος ήλιος που κάνει τον πόθο να αδρανεί.

Τα βλέμματα γύρω που ξεπετιούνται σαν ναρκωμένες οχιές απ’ τον υπνόσακο και τα ενδότερα.

Είναι η ώρα που έχεις δύσκολη διάθεση ερπετοειδή. Κολλώδες και παγωμένο σώμα. Μα ο ήλιος και η θάλασσα είναι εκεί, με όλες τις μυρουδιές τους.

Οι χίλιοι σατανάδες αγουροξυπνημένοι με τα σκέλια ανοιχτά και οι πρώτες σιγανές κουβέντες σαν να κυλούν απ’ τα κρινάκια που μπλέχτηκαν βραδιάτικα γύρω απ’ τα κορδόνια των παπουτσιών.

Κορίτσια με διάθεση εικοστού αιώνος φορούν τα κυνηγετικά τους καπέλα και τρυπώνουν πίσω απ’ τις καλαμιές για να κατουρήσουν.

Εμείς τα αδιάφορα αρσενικά σέρνουμε το κορμί μας σαν υνί μέσα στην άμμο περιμένοντας να δούμε από τύχη λίγη έστω τη ρεματιά του παραδείσου.

Σκέλια θηλυκά, σαρκώδη, που ξεσπούν ανάμεσά τους τα σπλάχνα κάτουρο αχνιστό.

Μακριά απ’ όλες τις αγριότητες του σύμπαντος, τις συγκρούσεις κομητών κατά μέτωπο, εμείς τρυπωμένοι εδώ σαν πτωματοφάγα σκουλήκια, ανάμεσα από αγριόχορτα και λαχανίδες, πλαστικά μπουκαλάκια με νερό και κονσέρβες με φασόλια και ντολμαδάκια.

Εμείς παιδιά απλωμένα στο ταψί της άμμου, όντα ακίνδυνα σαν φρεσκογεννημένα κουτάβια, με τις πατούσες μας να έχουν πιάσει μαύρη πέτσα, ξυπόλητοι και ηλιοκαμένοι, αφημένοι εκεί που η στεριά γίνεται αλάτι και ιώδιο.

Και οι άνθρωποι επιπλέουν και βυθίζονται γυμνοί και μόνοι. Απροστάτευτοι, χωρίς εξουσία, παραδομένοι στα ρεύματα, στον κόσμο των ψαριών, στα μάτια και τις γλώσσες που παραμονεύουν στο βυθό.

Και έξω απ’ τη θάλασσα, γύρω, κατσίκια και αλμυρίκια και πάλι μυρουδιές απ’ το αρχαίο παρελθόν και τα καταποντισμένα προάστια.

Και πάλι εμείς με τα γεννητικά μας όργανα απλωμένα στις πετσέτες. Να μας κλώθει ο ήλιος έξω απ’ το θάνατο και το σεξ.

Να μας μαγαρίζει με χαρά και ιδρώτα, αυτό το παράδοξο άστρο που μαγείρεψε ο άπειρος χρόνος στο συμπαντικό καζάνι.

Να κεντάει πάνω στη γύμνια μας επιθυμίες, σε κάθε πόρο του κορμιού μας να βυθίζει τα δάχτυλά του και να μας καρφώνει με τις ακτίνες του.

Εμείς αγόρια και κορίτσια έκθετα στην ηρωική ηλιθιότητα της εφηβείας, με το μέσα γυρισμένο έξω, σπαρμένο εκεί δίπλα στα μπάζα και τις τσουκνίδες, στις πεταμένες καπότες, στα φτερά και τα πούπουλα των γλάρων.

Λίγο μακριά απ’ τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία.

Αποχαυνωμένοι μες στο σκληρό και ρεαλιστικό αριστούργημα της αμμουδιάς. Μακάριοι με τις στύσεις μας και τα τσιμπήματα από κουνούπια.

Αρσενικά και θηλυκά ένα κουβαράκι που κύλησε ολοσχερώς στον καλοκαιριάτικο οίστρο.

Σάρκες κοιλιές γλουτοί αιδοία και πρόσωπα. Σαν τα ψάρια που πιάναμε κι έπειτα τα πετούσαμε στη θάλασσα και μόλις άγγιζαν το νερό οι άσπρες κοιλιές τους γύριζαν προς τα πάνω και κυλούσαν νεκρά επιπλέοντας πάνω στο ζεστό νερό.

Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας κόκκος άμμου

kokkos

Η νύχτα με τύλιγε.

Οι λόφοι που έφραζαν απ’ όλες τις μεριές τον ορίζοντα αρμένιζαν στο φεγγαρόφωτο.

Είχα ξεμείνει στην ερημιά με το ποδήλατο. Στο απαλόφραχτο σκοτάδι. Στα ερωτικά προξενιά των τρωκτικών, εκεί που γίνεσαι λυρικός και πλεονέχτης και ψάχνεις με το αυτί αχόρταγος, ήχους και φωνές.

Τον ήρεμο μανδύα της νύχτας διαπερνούσαν οι φωνές χιλιάδων γρύλων.

Τραγουδούσαν κρυμμένοι μέσα στο σανό και στα άχυρα απ’ το θερισμένο στάρι.

Από καιρό σε καιρό οι φωνές τους διέκοπταν το τραγούδι απ’ τα νυχτοπούλια και τους κοασμούς των βατράχων που βρίσκονταν στο ποτάμι και τα ρυάκια. Αυτά που κελάρυζαν ανάμεσα απ’ τ’ άγουρα καλαμπόκια.

Μαζί με τις φωνές της νύχτας ερχόταν η θεσπέσια μυρουδιά απ’ το φρεσκοκομμένο σανό και το τριφύλλι.

Τρόπον τινά είχα μεθύσει απ’ τη μυρουδιά του σανού. Ήθελα να μείνω εκεί κάτω απ’ την ιτιά, όλη νύχτα. Αντιμέτωπος με το σύμπαν, ένας κόκκος άμμου.

Ένας κόκκος άμμου που δε λογαριάζει ποτέ σωστά το μέγεθός του.

Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα στο αυλάκι στην άκρη του δρόμου. Κατέβηκε βιαστικά ένα τύπος και ήρθε σχεδόν μπροστά μου χωρίς να με βλέπει. Τον έβγαλε έξω κι άρχισε να με κατουράει.

Ακουγόταν μονάχα η μηχανή στο ρελαντί και τέλος η πορδή του ως προωθητικό αέριο της τελευταίας σταγόνας του ποτίσματος.

Ο τύπος μπήκε στο αυτοκίνητο κι έφυγε ξαλαφρωμένος. Εγώ έμεινα εκεί άναυδος και κατουρημένος πατόκορφα.

Δεν μπορούσα ακόμα και να ψιθυρίσω κάτι. Έκοψα τότε ένα μικρό κλαράκι ιτιάς, το έβαλα στο στόμα μου κι άρχισα να το μασουλάω.

Ερωσφόρος

erosforos

Κάθε απόγευμα οδηγούμουν σχεδόν υπνωτισμένος στο μικρό και μοναδικό βιβλιοπωλείο του Γυθείου Λακωνίας.

Ο βιβλιοπώλης ήτο φίλος μου και άνθρωπος με μεγάλη καρδιά.

Στο πίσω μέρος του μαγαζιού υπήρχε ένα δωμάτιο μ’ ένα μικρό κουζινάκι. Ένας καναπές, ένα ντουλάπι, ένα τραπέζι και τρεις καρέκλες, ένα πετρογκάζ και μια ασπρόμαυρη φωτογραφία με κορνίζα στον τοίχο. Η ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου μ’ ένα λευκό νυχτικό ξαπλωμένη στο κρεβάτι, φωτογραφημένη απ’ τον Αντρέα Εμπειρίκο.

Ένα μικροσκοπικό μπάνιο στο βάθος και πέτρες απ’ τη θάλασσα στο τσιμέντο, μ’ ένα παραθυράκι που έβλεπε στο κεντρικό δρόμο.

Κάθε απόγευμα καθόμουν σ’ ένα σκαμνί με τον πηχτό τούρκικο καφέ δίπλα μου να μοσχοβολά. Διάβαζα και άκουγα μακρινούς ήχους.

Ήταν η χρονιά των Ρώσων κλασικών.

Καθόμουν σαν κουρούνα πάνω απ’ τον Ντοστογιέφσκι και ξεφύλλιζα τις σελίδες του σαν καινούργιους παρθενικούς υμένες.

Θεούς και δαίμονες σαν φυσαρμόνικες στην άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής. Έρωτες και θανατικά, ένας μελισσόκηπος αγωνίας με τα πάθη σαν λιωμένο σίδερο στα καλούπια της γλώσσας.

Εγώ ένας ανειδίκευτος εργάτης νεκροταφείου, σκάβοντας τάφους το πρωί και το απόγευμα διαβάζοντας, τρυπωμένος χαρτοπόντικας στου διαβόλου την κάλτσα.

Γιατί τα βιβλιοπωλεία είναι τα πιο διαβολικά μέρη. Και οι βιβλιοπώλες αρχιδιάβολοι και σατανικοί.

Ένα απόγευμα που βρισκόμουν εκεί μόνος και στεναχωρημένος, έξω απ’ τη ζωή του δρόμου και τη δράση, μαγκωμένος απ’ τα βιβλία, ο φίλος μου με πλησίασε αφήνοντας το χέρι του να πέσει στον ώμο μου.

«Θες να πηδήξεις;» μου είπε με σταθερή και ευγενική φωνή. «Όχι» του είπα. Γυρίζει με την ίδια σταθερή και ευγενική φωνή λέγοντάς μου «κάνεις λάθος».

Χωρίς να πει τίποτε άλλο βγαίνει απ’ την μπροστινή πόρτα του βιβλιοπωλείου και σταματά ένα ζευγάρι, αγνώστων σε μένα, για λίγα λεπτά.

Δεν μπορούσα να τον ακούσω, έδειχνε όμως προς τη μεριά μου στο βιβλιοπωλείο.

Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι της και το ίδιο έκανε έπειτα και ο άντρας. Μπήκαν και τρεις στο βιβλιοπωλείο.

Ένιωσα αμήχανος κι έτσι αποφάσισα να πάω να χωθώ στην τουαλέτα. Μπορούσα και τους άκουγα καθώς είχαν φτάσει στο δωμάτιο, σχεδόν χωρίς να μιλάνε.

Όταν βγήκα απ’ το μπάνιο η γυναίκα ήταν ξαπλωμένη, γυμνή στον καναπέ και ο άντρας καθισμένος σε μια καρέκλα έχοντας ένα βιβλίο στα πόδια του.

«Μη σε νοιάζει γι’ αυτόν» μου είπε το κορίτσι χαϊδεύοντας απαλά με την παλάμη το μουνί της. «Δεν τον πληγώνουν όλα αυτά γιατί με αγαπά και θέλει να είμαι ευτυχισμένη. Είναι ευτυχισμένος όταν είμαι κι εγώ ευτυχισμένη. Οι άνθρωποι που αγαπούν ξέρουν», μου είπε.

Το κορίτσι ήταν πανέμορφο και το σώμα της έμοιαζε με βουνίσιο ποτάμι. Μια δροσερή πηγή από νεύρα και μύες που κυλούσε πάνω από βράχινα κόκαλα και κρυμμένα νεύρα. «Έλα πουλάκι μου» είπε, «σ’ αγαπώ».

Γεωμετρικός Τόπος

geomtop

Ο δάσκαλος μού μιλάει. Ο δάσκαλος ξύνει τη μύτη του. Είμαι αφηρημένος. Ο δάσκαλος μου απευθύνει το λόγο. Χαμογελάει σαρκαστικά. Είναι ο δεσμοφύλακας υπηρεσίας. Βαριέμαι όπως βαριέται και ο δάσκαλος. Βαριέμαι όπως βαριούνται κι αυτά τα θλιβερά μαθητούδια δίπλα μου. Νυσταγμένοι και φοβισμένοι καλπάζουμε ο καθένας για το δικό του πρωινό Σύμπαν.

Ο δάσκαλος κάνει το χρέος του. Τον θαυμάζω και τον μισώ. Έξω βλέπω τον ήλιο σε παροξυσμό. Θέλω να βγω στον ήλιο μα δεν επιτρέπεται. Σχεδόν με παίρνει ο ύπνος και σχεδόν ο δάσκαλος ουρλιάζει μες στ’ αυτιά μου. Τι εστί γεωμετρικός τόπος.

Νιώθω το χέρι του να μ’ ακουμπάει στον ώμο. Γυρίζω και τον κοιτώ στραβά. Ο δάσκαλος στέκεται εκεί, δίπλα μου, μ’ εκείνη την αταραξία της εξουσίας. Εγώ μάλλον του φαίνομαι κατσούφικος και μακρινός, σα να ξαναβρίσκω τις αισθήσεις μου ύστερα από ένα γερό χτύπημα στο κεφάλι. Τι εστί γεωμετρικός τόπος.

Ο δάσκαλος ρωτά ξανά και ξανά. Θέλει να μάθει από μένα. Θέλει να μου αποσπάσει μια λέξη. Μιαν ομολογία. Μα όλα όσο διδάχτηκα τα έχω ξεχάσει. Ο δάσκαλος ουρλιάζει δυνατά. Οι συμμαθητές μου ουρλιάζουν σιωπηλά. Με κοιτούν σα να με λυπούνται. Στον αέρα σβησμένοι ήχοι μακρινής πόλης κι έξω ο ήλιος.

Ο δάσκαλος προχωρά προς την έδρα. Ανεβαίνει στο βάθρο του εκεί όπου βουτάνε όλοι και χάνονται. Μέσα στα σύννεφα από ασβέστη και μαύρο ουρανό. Γραμμές από κιμωλία λευκές κι ένας θεός που φτιάχνει με τα δάχτυλα τον κόσμο. Ένας βαριεστημένος θεός. Ένας θεατρίνος. Ένας παντογνώστης με αλευρωμένα δάχτυλα που βγάζει απ’ το καπέλο του κύκλους και τετράγωνα και αριθμούς.

Homo Sapiens όλοι, κι εγώ ένας απ’ αυτούς. Με τη σπουδαία φήμη του καθυστερημένου που υφαίνω υπογείως και κοπιαστικά. Μέρα με την ημέρα κοιτάζοντας τον ήλιο και τα δέντρα. Κοιτάζοντας τους περαστικούς που γλίτωσαν απ’ τα δόντια του δασκάλου. Κοιτάζοντας τη μάγισσα που, οπλισμένη με τη σκούπα της, έξω στην ελευθερία, μας καθαρίζει τις βρομιές.

Κοιτάζω απ’ το παράθυρο πάντα, μα το βλέμμα του δασκάλου με καταδιώκει. Τι εστί γεωμετρικός τόπος. Ξανά και ξανά, βασανιστικά. Δεν απαντώ. Πεινάω. Νυστάζω. Θέλω να φύγω, να βγω έξω. Η κλίκα των συμμαθητών μου γελάει το ίδιο σαρκαστικά με το δάσκαλο, πιο σκληρή και πιο περιφρονητική απ’ αυτόν. Αγριεμένοι και νευριασμένοι μουρμουρίζουν πικρόχολα μες απ’ τα δόντια τους.

Με το ένα μάτι μου ονειρεύομαι. Βουτώ ολόκληρος μες στο μελάνι και γράφω ανούσια πράγματα. Η φαντασία μου μόνο. Ξέφρενη και τρελή. Τεθλασμένη. Τι εστί γεωμετρικός τόπος; Εγώ, φωνάζω. Εγώ είμαι ο γεωμετρικός τόπος. Εγώ! Ο δάσκαλος τώρα με κοιτά συνοφρυωμένος. Αποφασίζει να με αφήσει στην τεμπελιά μου, την πλήξη μου και τα βουλιμικά μου όνειρα.

Αστικό δίκαιο

diki

   Βλέπω τις καρέκλες. Σκληρές και άκαμπτες. Εδώ μέσα όλα είναι καρφωμένα στο πάτωμα. Στέρεα. Ξύλο απ’ τα δάση του Βορρά και άσπρο μάρμαρο απ’ τον ήλιο του Νότου. Ψηλά μέσα στη μαύρη τήβεννο ο δικαστής. Στα δεξιά ο δικηγόρος. Στα αριστερά ο εισαγγελέας. Μερικά σκαλιά πιο κάτω το εδώλιο. Άδειο και κρύο. Ένα ημικύκλιο από ξύλινα κάγκελα. Και μια κόγχη για το ευαγγέλιο.
Μια νέα δίκη πρόκειται ν’ αρχίσει. Ο δικαστής απευθύνεται στον κλητήρα και προστάζει: Να περάσει ο καταδικασμένος.

Διαβολικόν ιντερμέδιον

Wasnatch_Front-To-Back

Ο διάβολος έχει μόνον εξακόσια εξήντα έξι δόντια ενώ ο θεός δύο χιλιάδες δέκα πέντε. Ο θεός κάθε χρόνο αποκτά ένα δόντι ενώ ο διάολος έχει σταθερή οδοντοστοιχία. Μέσα στο σπίτι του στην κουφάλα ενός δέντρου ο διάολος βρίζει και κλαίει. Γράφει προκηρύξεις μαθαίνει τα όπλα. Αναρωτιέται ποιος τον γέννησε και γιατί. Γράφει μιαν εμπνευσμένη επιστολή και την αφήνει πάνω απ’ το κεφάλι του θεού. Πάνω απ’ το εχθρικό στρατόπεδο. Πάνω στο σβέρκο του Πατριάρχη. Αρκετοί πιστοί συγκινούνται και ψάχνουν να τον βρουν. Αλλάζουν πίστη και περνάνε στις γραμμές του. Γίνονται διαβολικοί και κάνουν διαβολικά πράγματα. Φοράνε στα κεφάλια τους μαύρες κιλότες. Γράφουν διαβολικά ποιήματα και διαβολικούς ύμνους. Ο διάολος μεταμορφώνεται σε νύφη, σε αλεπού, σε θεό δίχως φρύδια. Μαζεύει αγριόχορτα και φρέσκους κεραυνούς. Κρεμμύδια, μανιτάρια, αγριόχορτα. Ο διάβολος ταΐζει τα διαβολάκια του. Μαγειρεύει με αγάπη καρδούλες στα κάρβουνα. Προσφέρει γυμνές κοπέλες στα γυμνά αγόρια. Ζαχαρώνει θεούσες αμαζόνες του θεού με γλυκόλογα. Ζαχαρώνει γέρους στα γηροκομία κάνοντας τη μοναξιά τους λιγότερο πικρή. Ζαχαρώνει ψάλτες, υπουργούς, χωροφύλακες. Ζαχαρώνει λαρύγγια βιομηχάνων και πρωκτούς εφοπλιστών, με όλη τη στυγερή διαύγεια της διαβολοσύνης του. Ζαχαρώνει τις καμαριέρες στο ξενοδοχείο Plaza, τους Ιρλανδούς ποιητές που τον αποθέωσαν άκρως διαβολικά, τα παιδιά των συνεργείων που πιάστηκαν στην απόχη ομοφυλόφιλων καλλιτεχνών. Ζαχαρώνει τους δημοτικούς άρχοντες και τις ξυπόλητες μπαλαρίνες. Ζαχαρώνει τους τηλεθεατές της μεγάλης στρατιάς. Τους διοργανωτές αγώνων σεξ. Αγώνων δρόμου. Αγώνων αγωνίας. Αγώνων μαγειρικής. Αγώνων αυτοκινήτου. Αγώνων πόνου. Αγώνων πείνας. Αγώνων νεκρών και ζωντανών. Ο διάβολος φροντίζει τα εξακόσια εξήντα έξι δόντια του με πάθος. Και ξέρει ο σοφός λαός πως ότι υπόσχεται ο θεός το εξασφαλίζει ο διάολος με τα δόντια του.

Το τέλος του κόσμου

to telos

Πίεζε με δύναμη το σφουγγάρι στο μαυροπίνακα. Με μανία. Σχεδόν τον ροκάνιζε, τον έτριβε, τον έσκαβε. Προσπαθούσε να αφανίσει κάθε ίχνος απ’ τον τεράστιο ζωγραφισμένο φαλλό. Απ’ τη μονοκοντυλιά που σκάρωσε λίγο πριν στο διάλειμμα. Μια τεράστια φοβερή ψωλή. Ένα τρομερό πέος που καιροφυλαχτούσε. Που κοιτούσε λοξά στον ουρανό. Τεράστιο κι επικίνδυνο. Έτοιμο να τρομάξει τον εχθρό. Έτοιμο να συγκλονίσει την επικράτεια. Χαραγμένο δίπλα στο γάμο της Κανά. Πάνω σε μια θερμοδυναμική εξίσωση. Δίπλα στις καμπύλες προσφοράς και ζήτησης. Κάτω απ’ το βλέμμα του Ιησού. Ο καθηγητής των θρησκευτικών, έστρεψε ελαφρώς αριστερά, κοιτώντας την αποκαθήλωση του φαλλού. Η μαθήτρια πίεζε με δύναμη το σφουγγάρι στο μαυροπίνακα. Με μανία.

Συζυγική ευδία

baby

Ήμουν πολύ κουρασμένος. Σχεδόν αδύναμος. Τράβηξα την πιτζάμα ψηλά και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Μόλις και μετά βίας σύρθηκα ως το κρεβάτι. Ξάπλωσα κι έσβησα το φως. Έμεινα για λίγο στο σκοτάδι με τις σκέψεις μου. Δίπλα μου κοιμόταν η γυναίκα μου με την κόρη μου μες την κοιλιά της. Ένα υπέροχο βουναλάκι από σάρκα που προσπαθούσα να προστατέψω με αδέξιο τρόπο. Προσπάθησα να προσευχηθώ, στην αρχή αργά, σχηματίζοντας τις λέξεις συλλαβιστά στα χείλη μου κι έπειτα προφέροντας δυνατά τα λόγια και προσευχόμενος με θέρμη. Παρακάλεσα για βοήθεια. Συνήθως μετά το μεθύσι προσεύχομαι. Παρακαλάω για βοήθεια. Τα πάντα περιστρέφονται με το χειρότερο τρόπο. Σα να σκορπίζω τα κομμάτια μου εδώ κι εκεί. Προσεύχομαι για την κόρη μου φοβούμενος ίσως, πως κάτι μπορεί να καταλάβει μέσα απ’ τον αμνιακό της σάκο. Κυρίως προσεύχομαι για να βγω απ’ αυτή τη δύσκολη θέση και να ξημερώσει πιο γρήγορα, να τελειώσει επιτέλους το μαρτύριο της περιστροφής. Ύστερα από λίγο σηκώθηκα στην άκρη του κρεβατιού κι άναψα τσιγάρο. Πέρασα λίγη ώρα ακόμα αναμασώντας τα πράγματα. Έσβησα το τσιγάρο και μπήκα ξανά κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Γύρισα πλευρό κι έμεινα εκεί. Έπειτα γύρισα απ’ τ’ άλλο πλευρό. Στριφογύρισα και τελικά έμεινα ανάσκελα να κοιτάζω το σκοτεινό ταβάνι, ακούγοντας τη γυναίκα μου στον ύπνο της να ψιθυρίζει κάτι για τον καπνό.

Σκοτεινό δωμάτιο

skotino

Τρομερή απόλαυση το μπουσούλημα όταν είσαι παιδί και τα πόδια σου δεν έχουν ακόμα σχηματιστεί. Και μ’ ένα φοβερό πείσμα σκαρφαλώνεις στα έπιπλα. Στους λόφους. Γιατί παντού υπάρχουν λόφοι και βουνά. Και το κρεβάτι των γονιών σου είναι ένα αγαπημένο οροπέδιο. Και οι πόρτες του σπιτιού είναι τα τελωνεία για να μπεις σε μια ξένη χώρα. Σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο όπου αυτό που μετρά είναι να πάρεις βαθιές ανάσες και να αποφασίσεις ανάμεσα στα άλλα πως όταν μεγαλώσεις θα γίνεις ποιητής ή κάτι τέτοιο. Θα γίνεις αυτό που είσαι όταν είσαι παιδί αλλά σ’ έναν κόσμο με αληθινούς λόφους και αληθινά βουνά και σπουδαία εύφορα οροπέδια. Σ’ έναν κόσμο με αληθινές χώρες και τελωνεία αλλά και μ’ ένα φοβερό σκοτεινό δωμάτιο, όπου δεν προλαβαίνεις να πάρεις καμιάν ανάσα και ν’ αποφασίσεις αν θα γίνεις ποιητής ή κάτι τέτοιο.

Γιαούρτι με μέλι

γιαουρτι

Είναι σα να της τράβηξε τη φούστα και να την άφησε γυμνή. Τα χέρια του, τα μακριά δάχτυλα, οι τριχωτές αρθρώσεις του είναι που πέρασαν από πάνω της, από μέσα της, την προηγούμενη νύχτα. Αφήνει τις διαστροφές του να ξεπηδήσουν, να κάνουν την εμφάνισή τους για να φανούν ακόμα πιο δελεαστικές. Αφήνει κραυγές πόνου και ηδονής στις λευκές σελίδες με τα τυπογραφικά στοιχεία και κάποιοι αναγνώστες υποψιάζονται πως ο κύριος αυτός, αγαπάει την ανθρωπότητα και την αγαπάει τόσο πολύ σα να ’ναι η ίδια της η μάνα που την κουβαλά εννιά μήνες μεσ’ τα σπλάχνα της. Το γέλιο, η αμαρτία, η περηφάνια, η τρέλα, όλα θα παρελάσουνε απ’ το γραφείο του. Όλα αυτά τα ασήμαντα φυσικά φαινόμενα που κρύβουν μέσα τους κάποιο μυστήριο. Αυτός ο κύριος προσπαθεί να μιμηθεί τον τυραγνισμένο μορφασμό των ανθρώπων. Γράφει πως η μέρα είναι ένα κοριτσάκι που κλείνει στις λεπτές τουλίπες του ένα δαίμονα. Πατήστε όσα σκουλήκια θέλετε, φωνάζει. Από σκουλήκια θα πάτε. Ο άνθρωπος αυτός περπατάει με το κεφάλι και σκέφτεται με τα πόδια. Ζει με την αδιάκοπη τάση να τα γυρίζει όλα στο γελοίο. Γιατί η καταγραφή είναι η πιο σφοδρή γελοιότητα. Κάποιες φορές πετιέται στον ύπνο του από ανεξήγητες αντιφάσεις. Κάθεται στο πάτωμα της κουζίνας τρώγοντας γιαούρτι με μέλι υπό το φως του ψυγείου.

Καλλιτέχνες εκτός εμπορίου

kalit

Η φαντασία τους οργιάζει. Άλλοτε γίνονται χορευτές που διασκεδάζουν γέρους ευρωπαίους σε πλοίο στον Ατλαντικό. Άλλοτε πολεμιστές που ορμάνε στον ουρανό αντιμετωπίζοντας ασύμμετρες απειλές. Καμιά φορά γίνονται ιππότες με φοβερές πανοπλίες. Λύκοι που κυνηγούν μικρά γουρουνάκια ή δράκοι που βγάζουν φωτιές. Άλλοτε πάλι φωτογραφίζουν τα μεγάλα μάτια των παιδιών. Σημάδια από σφαίρες στους τοίχους, νοσοκομεία της Αφρικής όπου οι άρρωστοι είναι ξαπλωμένοι στα δάπεδα. Ανάπηρα μαύρα παιδιά με κομμένα πόδια απ’ τις νάρκες, κορίτσια του Ισλάμ που χορεύουν ανυποψίαστα πάνω στον ιερό βωμό, λίγο πριν τα ψαλιδίσουν οι προφήτες και οι μάγοι της φυλής. Φωτογραφίζουν την αυγή των μελλούμενων πραγμάτων. Τους δήμιους πάνω στις γραφιστικές εντάσεις της πίστης. Φωτογραφίζουν το χάος από εδέσματα κι από άδεια στομάχια. Τους ανταγωνισμούς και τους καυγάδες. Τους ερημίτες που τρέφονται λιτά και τους ζητιάνους που κυριαρχούν και μηχανεύονται χαιρέκακα εκδίκηση για τις μακρές μέρες οδύνης που πέρασαν στον πλανήτη γη.

Ο μαγικός κόσμος των παιχνιδιών

magik

Οι τόσες χιλιάδες εργάτριες του σεξ, όλες αυτές οι μαντάμ Κιουρί του ερωτισμού της μιας ώρας, που κατευθύνουν τον ανδρισμό στη σπερματέγχυση, θα μεταμορφωθούν κάποτε σε κοτσύφια και πρωινές ηλιαχτίδες. Θα γίνουν μητέρες δαιμόνων, πολεμιστών, ιερέων. Το πρωί θα ψωνίζουν γάλα, ψωμί, κρουασάν και το βράδυ θα μαθαίνουν το αστρικό σύστημα. Όμορφες, νευρικές με τα μεγάλα μαύρα τους μάτια θα σκεπάζουν τον εραστή τους. Θα σκέφτονται τις τόσες γυμνούλες υπάρξεις που άφησαν πίσω ολομόναχες, στον παγκόσμιο ερωτικό καταυλισμό. Το φόβο που φούσκωνε σαν παλίρροια μέσα τους.

Πίσω απ’ τις γρίλιες

πισω

Εδώ υπάρχει ένας τεράστιος καυτός ήλιος. Κάνει αφόρητη ζέστη κι η άσφαλτος είναι αφράτη σα σφουγγάρι. Απλωμένη πάνω στις πέτρες του δρόμου. Τη νιώθεις να κολάει στις σόλες των παπουτσιών. Ο κόσμος ιδρώνει και ψάχνει δροσιά κάτω απ’ τα δέντρα και κάτω απ’ τις τέντες. Ένα ζευγάρι κουβεντιάζει πίσω απ’ τις γρίλιες. Μιλάει στην αρχή αυτός.
-Άκουσες τη βόμβα σήμερα το βράδυ;
-Ναι, ακούστηκε παντού.
-Εγώ κοιμόμουν, όμως διάβασα την είδηση στην εφημερίδα.
-Έχουν τη φωτογραφία μιας σκοτωμένης γυναίκας. Λένε πως είναι αυτή που την τοποθέτησε.
-Ποιοι το λένε;
-Οι εφημερίδες.
-Και τι, πιστεύεις εσύ τις εφημερίδες;

Γέλια

gelia

Τι θα’ θελες για φαγητό; του είπε αυτή. Δε με νοιάζει ότι θες, της είπε αυτός. Μάλλον δε σου αρέσουν οι φακές βραδιάτικα του είπε αυτή. Μ’ αρέσουν, της είπε αυτός, με λαδόξιδο αλλά λίγο αλάτι, λίγο γιατί τσιμπάει στη γλώσσα. Θα κάνει ωραία νύχτα σκέφτηκε φωναχτά αυτή. Ναι, δεν θα’ χει πολλή ζέστη απόψε της είπε αυτός, αλλά καλύτερα να μην ανοίξουμε τα παράθυρα, θα γεμίσει ο τόπος σκνίπες και κουνούπια. Πάτησε μηχανικά το κουμπί της τηλεόρασης, αυτή. Ο πατριάρχης θα επισκεφτεί τον πάπα, της είπε αυτός. Τι μου λες! Σήμερα, δεν υπάρχει ούτε ιερό ούτε όσιο, του είπε αυτή και ξέσπασαν σε δαιμονικά γέλια.

Ψεύτικες βλεφαρίδες

131

Και να που στρίβεις στη γωνία και τη βλέπεις μπροστά σου. Την πρώτη σου αγάπη. Εκείνο το θαυμάσιο κορμί. Εκείνο το γλυκό πρόσωπο. Εκείνο το σταρένιο χρώμα στο δέρμα του λαιμού. Εκείνα τα μάτια που σε διαπερνούν, εκείνες τις φοβερές γάμπες που σε σκλαβώνουν. Αλλά, στρίβοντας στη γωνία δε βλέπεις παρά όλα αυτά που χάθηκαν για πάντα. Μονάχα ο κίτρινος ήλιος που τρεμοπαίζει κι η αφόρητη ζέστη κι όλα όσα χάθηκαν μέσα σ’ ένα πιθάρι από λίπος, ρυτίδες, σακούλες στα μάτια, λεκέδες, κιρσούς, βαφές μαλλιών, μακιγιάζ και ψεύτικες βλεφαρίδες. Κυρίως ψεύτικες βλεφαρίδες.

Άνθρωποι με μαύρα ρούχα

mayra

Δεν υπάρχει πλέον μόδα. Μόδα σήμερα είναι η έλλειψη στυλ. Αν διαθέτεις κάποιο στυλ είσαι αναχρονιστικός και παλαιομοδίτικης. Όπως εγώ για παράδειγμα, που φοράω χρόνια τώρα μαύρα ρούχα. Από ευκολία ή από κάτι απροσδιόριστο, ίσως και ανερμήνευτο παιδικό τραύμα. Βεβαίως η πρώτη αντίδραση όσων συνειδητοποιούν γύρω μου πως φοράω διαρκώς μαύρα, είναι να με ρωτήσουν αν έχω πένθος. Η δεύτερη αντίδραση είναι συνήθως μια επαναλαμβανόμενη νουθεσία. Ρωτούν και ξαναρωτούν γιατί φορώ μόνο μαύρα ενώ υπάρχουν τόσα χρώματα και τόσα σχέδια. Στο τέλος συμβιβάζονται με την εικόνα μου και τα μαύρα μου ρούχα. Κι όταν τυχαίνει κάπου κάπου να φορώ μιαν απόχρωση του μαύρου ή ένα πιο ανοιχτό χρώμα, αμέσως το σχολιάζουν και το παρατηρούν. Και μάλιστα με ψέγουν για την ενδυματολογική μου παρέκκλιση. Και φαίνεται κάπως σα να τους έχω προδώσει. Σα να βάζω νερό στο κρασί μου. Και σα να γλιστρά λίγο λίγο ο χαρακτήρας μου σε κακοτοπιές και συμβιβασμούς. Σα να μουτζουρώνω την πρώτη εικόνα που είχαν για μένα και σαν να μπασταρδεύω κάπως ύπουλα το παλιομοδίτικο και αναχρονιστικό μου στυλ, που με χαρακτηρίζει και με ταξινομεί στο αρχείο: Άνθρωποι με μαύρα ρούχα.

Στα δάχτυλά της

sta daxtyla

Βρέθηκα σ’ ένα χολ όπου το πράσινο χρώμα των τοίχων έδινε την εντύπωση ενυδρείου. Όλα εκεί μέσα ήταν σταματημένα, συγκρατημένα μέσα στον απογευματινό λήθαργο. Τη σκληρή αντηλιά έκοβαν κουρτίνες που τις συγκρατούσαν πιάστρες στολισμένες με φούντες. Ένας αχνιστός αέρας ερχόταν από κοντινούς ή απόμακρους χυμούς της πόλης. Ζεστός, ώριμος και λίγο σάπιος. Τα απογεύματα του καλοκαιριού κρύβουν μια μαγεία που είναι αφόρητο να υποφέρεις μόνος. Μυρουδιές από κλειστές ντουλάπες, μηχανές, υφάσματα και κορμιά ανθρώπων. Κραυγές ανάστατες, αναπνοές ή ψίθυροι. Προχώρησα στο δωμάτιο και τη βρήκα ολόγυμνη στο κρεβάτι, σαν να είχε βγει από κάποιο λουτρό, υγρή παρουσία. Ιδρώτας και άρωμα μαζί. Τα μόνα φάρμακα στην πλήξη. Της άρεσε ο αιφνιδιασμός. Να χουφτώνω τα βυζιά της ή να εξερευνώ κάποια εσοχή της κι εκείνη ανέμελη να απλώνει τα χέρια ή να τεντώνει το λαιμό. Μ’ άφηνε να γλιστρώ αιφνιδίως ανάμεσα στα σκέλια της και μ’  άρπαζε με τα δόντια της δαγκώνοντάς με. Άλλοτε μ’ άφηνε να της φιλώ τα πόδια στις πατούσες ή να την καθίζω διχαλωτά επάνω στους μηρούς, πιπιλίζοντας τρυφερά τις ρόγες της σαν βρέφος. Άλλοτε πάλι έμενε ξαπλωμένη ολόγυμνη στο κρεβάτι με τα μάτια της κλειστά. Έβαζε το χέρι της ανάμεσα στα σκέλη και με τα δάχτυλά της έπαιζε τις χορδές της φοβερής άρπας. Πότε πότε με ζητούσε ξανά και μοιάζαμε έτσι, σαν μια μικρή ορχήστρα δωματίου. Το δέρμα της εξαίσιο και σχεδόν λιποθυμικό μ’  αυτή την έλξη και την αίσθηση που δίνει στα δάχτυλα των ανδρών την επιθυμία στραγγαλισμού ή άλλες παρόμοιες λαχτάρες. Ναι, η σύντομη συνουσία μας δεν ήταν παρά μια μικρή καλοκαιρινή συνωμοσία. Ενίοτε συλλογίζομαι πως μόνο ο έρωτας θα μπορούσε να σώσει τον κόσμο. Κι ο θεός αν υπήρχε θα ήταν υποδουλωμένος πλήρως σ’  αυτόν. Ανίκανος για θαύματα και παραδείσους. Αλλά πως θα γίνει αυτό; Από πού και πώς; Δεν ξέρω. Αν ήξερα θα ήμουν ήδη ένας θαυματοποιός, ενώ δεν είμαι παρά ένας σκευωρός γι’ αυτούς που σκέφτονται στα σκοτεινά. Ένας ταχυδακτυλουργός γι’ αυτούς που τους αρέσουν τα παιχνίδια.    

Εργένης

ergenis

Είναι ένα διαβολεμένο θηλυκό. Είναι πωρωμένη. Είναι άγρυπνη. Ανυπόμονη. Καμιά φορά όταν μεθάω, νομίζω πως θέλω να εμφανιστώ μπροστά της ντυμένος μελισσοκόμος. Μ’ αυτή τη στολή αστροναύτη των αγρών και μ’ αυτό το καπέλο που είναι σαν κράνος, με το πλέγμα που σκεπάζει ως κάτω το πρόσωπο και τα μακριά χοντρά γάντια. Θα ’θελα να της χτυπήσω την πόρτα και μόλις ανοίξει να της αμολήσω μια κυψέλη μέλισσες μέσα στο σπίτι. Ένα τσούρμο αχόρταγες υπάρξεις. Λόχμες, κεντριά, υπεροψία. Να τη ρουφήξουν. Τη γύρη της, τους ψίθυρους της και τις κραυγές της. Άλλοτε πάλι κάθομαι ήσυχος στ’ αυγά μου και δε σκέφτομαι τίποτε. Κατεβάζω τα πόδια μου απ’ το τραπέζι στο πάτωμα και ετοιμάζω το φαγητό. Η κυριότερη αντίρρηση για τον τρόπο που ζει ο εργένης είναι που τρώει μόνος του. Τρώγοντας μόνος σου γίνεσαι εύκολα σκληρός και ωμός. Γράφεις τα πιο άγρια ποιήματα και βλέπεις τα πιο παράδοξα όνειρα. Χθες το βράδυ είδα στ’ όνειρό μου πως αυτοκτόνησα μ’ ένα τουφέκι. Σαν έπεσε η τουφεκιά δεν ξύπνησα, παρά μόνον είδα τον εαυτό μου χάμω στο πάτωμα, μόνο κι απαρηγόρητο χωρίς αυτήν. Τότε μόνο ξύπνησα.

Παιδαγωγικό ποίημα

a1

Στη μικρή πόλη όπου υπηρετούσα όλα σχεδόν ήταν απαγορευμένα. Οι απαγορεύσεις ήταν ο κανών. Δεν μπορούσα να πάω με το ποδήλατο στη δουλειά ή να γλείφω στο δρόμο ένα παγωτό. Καθετί γινόταν κρυφά με προφυλάξεις. Μονάχα η απαγόρευση ήταν μεγαλοπρεπώς φανερή και η τιμωρία. Κάποτε που είχα τις μαύρες μου θέλησα να αγοράσω ένα σκυλάκι για παρέα αλλά επειδή κόστιζε αρκετά άλλαξα γνώμη και προτίμησα βιβλία και δίσκους. Μου έμεινε όμως το λουράκι. Αυτό το λουράκι λοιπόν μου χρησίμευε για να τρομοκρατώ τους μαθητές μου. Ήταν αρκετά ακριβό εξάλλου. Αληθινό δέρμα.

Καρδιά απο πέτρα

kardia

Ο πυρωμένος ήλιος τού είχε κατακάψει το δέρμα σε ολόκληρη την πλάτη. Δεν είχε απλώς καεί, είχε τσουρουφλιστεί, είχε πρηστεί κι είχε φουσκώσει σαν μπαλόνι. Επιπλέον το έγκαυμα έφτανε ως την κοιλιά και τα πλευρά, πράγμα που τον ενοχλούσε σε βαθμό απερίγραπτο, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά, κάνοντάς τον να κοχλάζει σαν κατσαρόλα πάνω στη φωτιά. «Πως στενοχωριέμαι γι’ αυτόν!». Είπε στον άντρα της μια κυρία που καθόταν ακριβώς πίσω του σε μια ξαπλώστρα. Μα ο άντρας της σώπαινε βυθισμένος στη συνηθισμένη του απάθεια χωρίς να δίνει καμιά απολύτως σημασία στην ηλίαση του ανθρώπου που βρισκόταν κάτι λιγότερο από δυο μέτρα, ακριβώς μπροστά του. Κάθε φορά που η γυναίκα του αναστέναζε ή εξέφραζε τα ειλικρινή της αισθήματα, το πρόσωπό του σκοτείνιαζε και γρύλιζε κάτω απ’ τα μαύρα  μουστάκια του. «Αχ, κοίτα να δεις που δεν μπορώ να βρω αυτή την κρέμα για τα εγκαύματα. Θα του αλείφαμε την πλάτη και θα γινόταν καλά στη στιγμή» μονολογούσε η γυναίκα όση ώρα έψαχνε την τσάντα της.«Σταμάτα επιτέλους» της φώναξε ο άντρας της πιο σκυθρωπός από ποτέ. Και τότε αυτή τινάχτηκε σαν τίγρη και με ύφος απειλητικό του είπε, «εσύ έχεις μια πέτρα αντί για καρδιά και μ’ αυτή την πέτρα κάνεις λιώμα την καρδιά μου» σφίγγοντας τις γροθιές της και χτυπώντας την άμμο ανάμεσα στα ωραία της πόδια.