Σκρόφα αιωνιότητα

◀Loui Jover▶

Σας ξέρω αντιφάσεις, κι έρχομαι σε σας με ατόφια αισιοδοξία. Ετούτοι οι κεραυνοί σας πάσχουν από άνοια. Ο ηλεκτρισμός τους λέει βρώμικα ανέκδοτα, φωτίζει τα πρόσωπα και τις κοιλιές μας. Τα πόστα των εραστών. Την παστάδα που φιλοξενεί το λήθαργο και τον εφιάλτη. Τα δόντια που αφήνουν τις λέξεις στο φοβερό τους παρελθόν. Τα δόντια που δαγκώνουν ένα μαντολάτο στο γαμήλιο γλέντι, κοιτώντας λευκά φουστάνια. Τα ρουθούνια που τραβάνε άγριες ρουφιξιές μυρίζοντας κολόνιες και κώλους που περνάνε δίπλα. Μυρίζοντας μουνιά και ναυτικά φυλλάδια. Πιο πολλά μαθαίνεις για κάποιον μιλώντας του παρά ακούγοντάς τον. Γι’ αυτό σου γράφω αναιδεστάτη σκύλα. Δεν σε χαϊδεύω. Δεν σε αγγίζω. Σκρόφα αιωνιότητα. Δεν έχω καμία όρεξη να σε κολλήσω αρρώστιες. Να σου περάσω τη θνητή μου χλαπάτσα.

Ναφθαλίνη

Σχετική εικόνα

απόσπασμα από το βιβλίο: Ναφθαλίνη και άλλα μικρά πεζά

    __

Το διψασμένο στόμα της γης ρουφούσε τη βροχή και τα κάτουρα των ζώων.

Ένα μοιραίο αντάμωμα λέξεων στο μισοσκόταδο, ένα πιθάρι από παρορμήσεις ραγισμένο σαν ηφαίστειο, έτοιμο να σπάσει και να ξεχειλίσει.

Έτοιμο να βρει πρόθυμες γλώσσες να ερωτοτροπήσει, να μαγκώσει τα ζυγωματικά και τα κόκκαλα στα μάγουλα, χωρίς καμιά κολακεία, χαϊδεύοντας τα μαλλιά που είναι στο χρώμα του ήλιου, ξαναβλέποντας το πορφυρό στόμα να γελά και την ομορφιά να στάζει το φαρμάκι της πάνω στο ασπράδι του ματιού.

Βλέπω τους μελαγχολικούς να πεθαίνουν από υπερβολική δόση χρόνου, να πίνουν γουλιές νερό απ’ το λαστιχένιο μαρκούτσι της βρύσης, με το στόμα ανάποδα και τα μάτια να κοιτούν το ταβάνι, αποβλακωμένα μες στη λεπτή μωρουδίστικη σάρκα τους.

Βλέπω τη λεκάνη της τουαλέτας, την τρύπα της ξεχειλωμένης εισαγγελέως να περιμένει τα λαχταριστά εδέσματα της παραιτημένης σάρκας.

Είμαι ο αρχηγός του κόμματος των αγριεμένων. Των τραγόμορφων και των κιτρινιάρηδων. Των βλαμμένων που λάμπουν μες στα σακατιλίκια τους. Των κάθε λογής μαγαρισμένων και γαμημένων.

Των πλασμάτων που έρπονται ως κολοβακτηρίδια του μεγάλου ηλιακού πρωκτού, περιμένοντας το ζεστό αυγουστιάτικο αέρα και την αμμωνία.

Γέροι που θυσιάζουν το γέρικο ξερακιανό τους κορμί κάτω απ’ τις ρόδες του τελευταίου γαμησιού.

Ζεστοί σαν σακατεμένα έντομα και παγωμένοι σαν τον καρκίνο.

Γυναίκες που έχουν κάτι ζουμιά σκέτο δηλητήριο. Μοναχικές. Έτοιμες να σκάσουν σαν βόμβες.

Κορίτσια και αγόρια σκαρφαλωμένα πάνω στις ψωλές των παιδόφιλων, των αρχιεπισκόπων, των υπουργών παιδείας, του αγιοβασίλη και του Ιησού.

Ατροφικές νοικοκυρές που έχουν χώσει τη μούρη τους στο πλυντήριο, σκαρφαλωμένες στη φαντασία τους, όπως οι αλανιάρες κότες πάνω στους τσίγκους που κοιτούν την αυγή.

Καλλιτέχνες που λατρεύουν μουνόψειρες και κωλοτρυπίδες, γελοίοι μες στο βουβό τους δράμα, μεταξύ ζώσας και νεκρής ύλης περιμένουν την αιωνιότητα, εξακοντίζοντας την παχύρευστη ρεύση τους στο βάθος χιλίων ροδαλών μουνιών, λείων σαν τα κοχύλια της ερωτικής προϊστορίας, νιώθοντας το ευφρόσυνο γδάρσιμο απ’ τις τρίχες της ήβης.

Να μια μικροκαμωμένη και στεγνή μελαχρινή, με μαύρα μάτια και μαλλιά κολλημένα στο κεφάλι, με μια αγορίστικη χωρίστρα στον κρόταφο.

Μια μικρή γύφτισα που περιμένει έναν κύριο στην άκρη του γκαράζ. Σε μια γωνία, όπου οι γιγάντιες βελανιδιές συναντιούνται με τα κυπαρίσσια των βάλτων.

Στη γωνιά της πίπας, όπου τα μάτια σχεδόν ξεφυτρώνουν απ’ το πρόσωπο και τα χείλη γεμάτα αφρούς περιμένουν το γαμψό νύχι τους αρπαχτικού.

Κι αυτοί οι κύριοι που ξαναβρίσκουν ξανά τις δυνάμεις τους, ξεκαβλωμένοι πια, πέφτουν με ορμή πάνω στην κοιλιά του γυμνού κοριτσιού, και γεύονται πρωτοφανείς απολαύσεις, χάρη σ’ αυτόν τον κατατρεγμό, σ’ αυτόν τον πανικό του ανθρώπου που σπαρταρά και τρέχει να χωθεί μες στη αισχρότητά του.

Theatrum diabolorum

Σχετική εικόνα

Ως διαβολικός και διαβολεμένος μπορώ να επιβεβαιώσω την επίσημη καταμέτρηση των διαβόλων.

Η πιο σπουδαία δαιμονολογική συλλογή που δημοσιεύτηκε στον προτεσταντικό κόσμο είναι το Theatrum diabolorum, το αντι-σωτήριον έτος 1569, ένας τσελεμεντές διαβολικής μαγειρικής εφτακοσίων σελίδων, στον οποίο αντιμετωπίζονται όλες οι όψεις της δαιμονολογίας.

Οι διάβολοι της βλαστήμιας, του χορού, της λαγνείας, του κυνηγιού, του ποτού, της τυραννίας, της τεμπελιάς, της υπερηφάνειας ή των τυχερών παιχνιδιών τρυπώνουν σαν παραδείσια πουλάκια μέσα στη μάσκα του κενού.

Ο παλαβιάρης διάβολος με τη διουρητική του λεμονάδα, οι μοναχικές κυρίες και τα αχτένιστα ζευγάρια με τα λυκοστόματά τους ρέουν και σαλεύουν ραντισμένοι με κόλλα και ασβέστη της δουλειάς.

Πνεύματα δίχως πνεύμα, που χοροπηδάνε σαν ακρωτηριασμένοι πίθηκοι γύρω απ’ τα ψηλά καμπαναριά και τα ιερά πελεκούδια κάτω απ’ τους γύψινους αθώους αγγελικούς φαλλούς.

Όποιος διαθέτει σπίρτα είναι πρόθυμος να ανάψει το φυτίλι στον κώλο του διαβόλου.

Ο διάβολος δεν πρόκειται να ηττηθεί ποτέ διότι επιστρέφει πάντα στα βίτσια της κοινωνίας που τον γέννησε.

Η νυχτερίδα, το φίδι, ο σκύλος, η χήνα, ο γάιδαρος, ο τράγος, το βόδι εικονογραφούνται και κατοπτρίζονται με σκυλόδοντα, αίμα που τρέχει στο στήθος και θειάφι που βγαίνει απ’ τον ανυπάκουο κώλο.

Αλεπούδες χωρίς ουρά, μολοσσοί με τρία πόδια, αρκούδες και γουρούνια με κέρατα, πουλιά με ράμφος κουκουβάγιας, στόμα λύκου σε κεφάλι γίγαντα.

Για πού το ‘βαλες φιλαράκο, σου λέει ο διάβολος, έχεις πάνω σου ένα σπίρτο; Έλα κατά δω να σου το τρίψω.

Εθνική πινακοθήκη

Σχετική εικόνα

Οι ποιητές είναι ηδονοβλεψίες στην κλειδαρότρυπα της στιγμής. Τα χαμένα κορμιά που νιώθουν πως η απλότητα των απλών πραγμάτων είναι οδυνηρή και οι χίμαιρες και τα τριξίματα των οδόντων ένα ζευγάρωμα έκθαμβων τεράτων μπροστά σε κάθε μεγαλείο που πυροδοτεί ο πόθος. Περνούν στο βελόνι τους, μία-μία, τις κλωστές του καλοκαιριού, για να ράψουν πάνω στις λέξεις όλες τις άσπιλες τελειότητες που μαγάρισε η Βίβλος με την ποιητική της συμμόρφωσης των όντων στον ένα και μοναδικό υπέρτατο νόμο της σφαγής και του παραληρήματος. Οι ποιητές χώνουν την ελαφρόμυαλη περιέργειά τους μέσα στο σκεύος ηδονής των καταστάσεων. Ορμάει τότε το αιματηρό λιοντάρι ως απτόητος άρχοντας πάνω στο ανθρώπινο παραμύθι. Ένα παραμύθι γραμμένο απ’ τις διαμάχες του παραδείσου και της κόλασης, του καλού και του κακού. Η άγρυπνη γλώσσα και το άπληστο μάτι τους συνωμοτούν εναντίον κάθε διανοητικής ατιμίας. Δεν προσπαθούν να ντουμπλάρουν τς τραγωδίες αλλά να τελειοποιήσουν αυτή την εφεύρεση του φάσματος της ομορφιάς, που κάποια στιγμή θα σβήσει κι αυτή, μέσα στην συμπαντική ευλάβεια του αέναου κύκλου της φωτιάς.

Γονιμοποίησις

Αποτέλεσμα εικόνας για sperm art pop

Ολοκαίνουργοι δαίμονες γεννιούνται για να γευτούν όλες αυτές τις μικρές αμαρτίες. Είναι πιο έμπειροι από μας καθώς οδηγούν τις λέξεις στον απαλό σαν βούτυρο ποιητικό κόλπο του κόσμου. Απαγγέλνουν τους ρόλους τους με νεανική έπαρση. Τετραγωνίζουν κύκλους και κορδώνονται. Κάποτε αγριεύουν, λιθοβολούν, λεηλατούν καταστήματα, φτιάχνουν μολότοφ για τη δυσεντερία της ασφάλτου. Άλλοτε πάλι δεν προδίδουν όσα συμβαίνουν στο κεφάλι τους. Κανένα καρεκλοπόδαρο δε σείεται. Ελεύθεροι για μια στιγμή απ’ την κακία, αφήνουν τους σαρκώδεις χαρακτήρες τους να ομιλήσουν εις τον οργασμόν. Να ομιλήσουν εις τα ροδαλά έκλυτα ρουθούνια.

Αραχνοφοβία

Σχετική εικόνα

Ο ερωτισμός είναι το σύνολο των ιδιοτήτων του. Αποτελεί έναν εξαγνισμό της αθλιότητας του κόσμου της φθοράς, του κακού και του θανάτου. Είναι ένα παρόν τελειούμενο, μιαν ανταμοιβή μέσα στην ανίατη πενία της ζωής. Βλέπω με τη γλώσσα και ομιλώ με τα μάτια. Ο ερωτισμός εξιλεώνεται μόνο με την οριστική του μετοικεσία στη χώρα της λαλιάς. Λαλώ, γαμώ, χορεύω. Μα πάντα λαλώ το ανάκουστο κι αποδοκιμασμένο ρετσιτατίβο της σάρκας που μορφάζει. Της μορφής που σαρκάζει, μακριά απ’ το πετρωμένο γάλα της πρώτης αφής. Πέρα απ’ το χλωμό βλέμμα της ευτυχισμένης στιγμής, που με κάνει να στέκομαι ακίνητος μέσα στη γλώσσα της διτής πανουργίας μου. Βλέπω τις αγαπημένες μου λέξεις να φτερουγίζουν μακριά, χτυπώντας σαν τυφλές νυχτερίδες πάνω στα τοιχώματα της ερωτικής σπηλιάς και βλέπω τον ποιητικό οίστρο του ενστίχτου να ξεψυχά πάνω απ’ την υφέρπουσα πνοή των ανέγγιχτων σημείων. Καταποντισμένο απ’ τις σιωπές του, το γλωσσίδι της πιο απίστευτης καμπάνας χτυπάει πλέον στα ρημαγμένα σωθικά των ανθρώπων που έχασαν το κέντρο τους. Εκεί που υπήρχε η σχισμή, ως αισθητική τάξη που περιέχει όλες τις τάξεις, τώρα υπάρχει η πολυπλόκαμη αράχνη, οι φωσφορίζουσες λυχνίες της φοβίας που τρεμοσβήνουν αδιάκοπα. Ο ανταγωνισμός που θέλει πάντα κερδισμένους και χαμένους. Μιαν αράχνη πάνω στην κλειτορίδα.

Μνήμα, μνήμη, μήτρα και μήτηρ

Σχετική εικόνα

Όταν ήμουν μικρός ήθελα να γίνω προφήτης, επειδή οι προφήτες ήταν φτωχοί αλλά διάσημοι. Σεργιάνιζα ραχάτης στις όχθες του Ιορδάνη, καπνίζοντας όπιο, φορώντας κίτρινες κελεμπίες και μαύρα σανδάλια για τις σκληρές πέτρες. Σνίφαρα κοκαΐνη κι εξερευνούσα απαγορευμένους βάλτους παρέα μ’ ένα πιστό ντόπιο τεκνό. Μάζευα τα γκαρσόνια και τους μπράβους λέγοντας ιστορίες για κορμιά που γλίστρησαν και χάθηκαν μακριά στον ουρανό. Άκουγα να ξεσπούν σε κλάματα, να στέκονται εκεί, με τα μάγουλά τους γεμάτα σάλια, σαν αγελάδες που καίγονται από αφθώδη πυρετό. Ανακάλυπτα το Λόγο του Θεού πάνω στα σκασμένα χείλη κι ένοιωθα τη μυρουδιά του μουχλιασμένου καλοκαιριού της ερήμου. Το σώμα μου γινόταν μια οντότητα διαφορετική από τα άλλα σχήματα που με περιτριγύριζαν. Τα πόδια μου και τα χέρια μου με πήγαιναν στον Άλλο, αλλά όλο και πιο κοντά στον ίδιο μου τον εαυτό. Μνήμα, μνήμη, μήτρα και μήτηρ. Και πρώτα απ’ όλα η μήτηρ μου, αυτή που ικανοποιούσε τις ανάγκες μου, με το στήθος της, την αγκαλιά της και την παρουσία της. Και τα υποκατάστατα της μητέρας μου, αυτά που διαισθανόμουν στην ατμόσφαιρα, ενώ εξελίσονταν οι ερωτογενείς μου ζώνες. Στοματική, πρωκτική, γεννητική, όλες αυτές οι νοστιμιές και οι μιζέριες του παιδικού ερωτισμού ώσπου ν’ αρχίσει η μεγάλη τραγωδία, όπου εγώ ο μικρός Οιδίπους πηγαίνω να συναντήσω τη μοίρα μου.