ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Κατηγορία: Ποίηση

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ Β.Μ

lastlet
Έχασα τους καλλίτερους φίλους μου
Τον Οκτώβρη του 17
Την ώρα που άστραψαν όλα τα δρεπάνια
Αποκεφαλίζοντας τα πορφυρά στάχυα της Σιβηρίας
Και μοσχοβόλησε ο αέρας πιστόλια και μαχαίρια
Κι ακουστήκανε οι ένδοξες τρουμπέτες
Κι ακούστηκε το αίμα να κυλά
Σαν λύκος μες’ τη νύχτα
Κι άρχισαν να ξεπηδούν απ’ την καινούργια μήτρα
Ο άνεμος κι η θύελλα
Γλείφοντας του κόσμου το κορμί
Αφήνοντας της ηδονής τα χνάρια πάνω του
Σπέρνοντας της εξέγερσης το πάθος
Ίδιο με το αγκάλιασμα του δρεπανιού
Ίδιο με του σφυριού τη δύναμη
Εκείνη την τραχιά κι ωραία στιγμή της πράξης.
Φεύγω λοιπόν κι εγώ όπως μου πρέπει
Νέος ακόμα στο κορμί
Με του τελευταίου μου έρωτα το δέρμα
Σαν κάποιος που έκανε το χρέος του
Φεύγω και
Χαιρετίζω τις γυναίκες
που μέλλονται να γεννηθούν
για να στοιχειώσουνε
τον ύπνο των αρσενικών.
Χαιρετίζω τις τρομοκρατικές οργανώσεις
του μέλλοντος
την κατάργηση των τάξεων, των θρησκειών,
των στρατών, των σωμάτων ασφαλείας.
Χαιρετίζω το θάνατο των εθνών.

Ω! θάψτε με
με τη γλώσσα έξω απ’ το χώμα.

1992

Ελαιώνες

Αγριοπερίστερα νεκρά που τα γλύφουν ποντίκια.
Αυτή είναι η πόλη μας.
Με τα μπαρ και τα εγκλωβισμένα της θηρία.
Και τα θερινά της σινεμά
που ξεφυτρώνουν σαν επιληπτικά πεδία
μέσα στο αχόρταγο καλοκαίρι.

 

Ποίηση-Αντώνης Αντωνάκος.
Μουσική, παραγωγή, κοντραμπάσο-Ηρακλής Ιωσηφίδης.
Mastering: Απόστολος Σιώπης.
Το εξώφυλλο είναι ένα κολάζ του Γιώργου Μπογιατζίδη.
Στην ηχογράφηση χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά κοντραμπάσο, ηλεκτρικό και ακουστικό.
Από το άλμπουμ του 2018 «Ελαιώνες».
Download στο http://www.xeilialouloudia.gr/

 

Μεγάλη Παρασκευή Ή Μουνί με ακάνθινο στεφάνι

moniaknthod

Μη διστάζεις να αντιμετωπίσεις τα υγρά σου σαν μια αγέλη ζώα.

Ζούνε εντός σου σε άγρια κατάσταση.

Αλληλοσπαράσσονται, αυτοακρωτηριάζονται, πολλαπλασιάζονται στην τύχη.

Ποίμαινε το κοπάδι των υγρών σου.

Γίνε ποιμένας σ’ ένα κοπάδι ζώα που ζούσαν άσκοπα ως τώρα, σε αταξία.

Χάρη στα μάγια σου κάντα να υποταχθούν στην ερωτική γνώση.

Χάρη στα μάγια σου κάντα να συνειδητοποιήσουν ότι υπάρχουν, υπάρχουν σαν καθρέφτες τού εαυτού σου.

Κάθε ερωτική μπουκιά έχει τη γεύση των προγόνων μας.

Μουνί ονειροπόλο, αναρτημένο απ’ τα τσίνορα του ήλιου, με τα υγρά σου χείλη και τα τονωτικά σου χαμόγελα, γονιμοποίησε με το σπέρμα μου τη μήτρα του πυραχτωμένου σου μυαλού.

Ξεγέννα ένα βρέφος με τη μυρουδιά της ελευθερίας που είναι από αίμα και τη μυρουδιά της δικαιοσύνης που είναι από φρέσκο χώμα.

Ξεγέννα ένα βρέφος που θα είναι ο γιός και η κόρη μου, ευτυχισμένο μες στην απανθρωπιά των παιδιών.

Ξεγέννα ένα βρέφος απληροφόρητο από θάνατο και φρίκη, ωστόσο ζωντανό.

Ένα βρέφος που θα λαχταράει να ξαναγίνει άστρο και ασφόδελος.

Ηλίθιο χαμομήλι που κοιτάζει τον ήλιο καθώς ξεμπουκάρει μες απ’ τα κρανία όσων σακάτεψε η γλυκιά οιμωγή της φθοράς.

Το Αρχαίο Ον

to arxaio on

Απ’ τη μέρα ετούτη θα βγάλω ζουμί.
Σε κρατώ γερά ήλιε. Τρέχουν τα σάλια μου.
Έγχορδα λαμπρά χαιρετούν εμένα. Το Αρχαίο Ον.
Ένα ύπουλο λευκό σύννεφο
κρύβει την κοριτσίστικη ευφυΐα σου.

Απλώνω πάνω στον κρόκο σου τις μνήμες.
Γουργουρίζει η κοιλιά όπως πάντα. Το πνεύμα
αχόρταγο καταπίνει το μπλε σου βασίλειο.
Οι εχθροί με εγκωμιάζουν.
Οι κρύες καρδιές γίνονται θερμές.

Κάνω σχέδια για το μέλλον σου. Ήλιε.
Μαθητευόμενος μάγος. Γλιστρώντας
απ’ τη ματαιοδοξία στην οργή της πιο έσχατης σκέψης.

Τώρα μπορώ να σε λέω μανούλα
που νανουρίζει το τέκνο της
από κόκκαλα και μυστικές σταλιές της ζωής.

Μπορώ να σε λέω γλυκό γαμήσι με κομμένη ανάσα.
Ποτίστρα τού μηδενός. Όλο πυώδη αποστήματα.
Ευτραφείς κοριούς ακρίδες κάμπιες μέλισσες και σφήκες.

Ήλιε σαρκοφάγο φυτό. Ήλιε που βαράς ντενεκέδες
κρατώντας το τέμπο. Ρίξε ένα γερό κλάμα για μένα.
Κάθομαι στο χορτάρι ο άγριος. Μουσκίδι.
Μου φαίνεσαι στρυφνός και ταραγμένος. Έλα
έχω την πιο τρελή τύχη με σένα.

Καύλωσα και πέθανα. Όπως σε κάθε ποίημα.

 

Ελαιώνες

Ποίηση-Αντώνης Αντωνάκος.
Μουσική, παραγωγή, κοντραμπάσο-Ηρακλής Ιωσηφίδης.
Mastering: Απόστολος Σιώπης.
Το εξώφυλλο είναι ένα κολάζ του Γιώργου Μπογιατζίδη.
Στην ηχογράφηση χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά κοντραμπάσο, ηλεκτρικό και ακουστικό.
Από το άλμπουμ του 2018 «Ελαιώνες».
Download στο http://www.xeilialouloudia.gr/

Όλοι κάτι πουλάνε
Στις μέρες μας
Ελπίδα
Απελπισία
Ελεημοσύνη
Ύφος
Στυλ
Έργο σπουδαίο
Εργολαβίες
Αρετές
Εφιάλτες
Μα εγώ δεν αγοράζω τίποτε
Τον ήλιο μονάχα που καντηλιάζει
Τους ελαιώνες
Μοναχά με τα μάτια
Κι ας με τυφλώνει

iraklis

Κατάσταση πολιορκίας

xana

Αφού είσαι γυμνή και ουράνια λέξη
Γυναίκα απ’ το πλευρό τού ανδρός
Μάχιμη
Που τρυπάς σα το σερσέγγι τα βασίλεια
Αφού με καταβρόχθισες αφού
Με στόλισες νυχιές και κόλπα κολπικά
Το μάταιο ύπνο μου
Οδηγώντας στο ξημέρωμα
Της τέχνης μου τους εχθρούς
Έναν έναν σβέλτα λιανίζοντας
Είπα να ξεστομίσω
Τον ερχομό της ομορφιάς σου
Μια για πάντα
Κι απ’ τις έξι ξυπνώ
-Ελεεινός κι αξιαγάπητος-
Να γευτώ
Τις μυστικές σταλιές σου
Να μυρίσω
Μουνίλα και λυρισμό
Λίγο όπιο απ’ το μισοσβησμένο ήλιο

Χρυσανθίς Ή Χρονικόν πεοληχείας

xrisan

Πεθαίνει ο θεός σα μαδημένο ψάρι
Σπαράζει σπαρταρά σε ουράνια σκούρα
Μες στις ροές των άστρων δείχνει
Τ’ ατροφικά βυζιά του από τη σούρα

Το ευγενές εμπόριο των ηδονών ανθεί
Χτυπούνε οι καμπάνες που αγγάρεψες βαριές
Γελοία κορμιά καλοθρεμμένα ξεγεννούν
Οι μήτρες οι χρυσόδετες των θεωρητικών

Όμως με συμπονά ο ζηλιάρης έρωτάς σου
Ανοίγουνε οι μπουκαπόρτες του κορμιού
Ντελίριο χιλιοκολασμένο η γραφή
Η τόση ως το μεδούλι αχόρταστη αναρχία μου

Υπάρχω υπάρχω ανύπαρχτος υπάρχω

Το σπέρμα πέφτει άφωνο κι η δίψα
Τ’ αφήνει να γλιστρήσει στο λαρύγγι σου
Να φτάσει απ’ τις νταντέλες των χειλιών
Στ’ άσπλαχνα σπλάχνα

Μιαν άσκοπη ζαριά της ηδονής

Εκδρομή στον Κάτω κόσμο

ekdromi

Κάτω απ’ τη φούστα σου είμαι φίδι
Και στο μπούτι σου επάνω φυσιοδίφης οργασμός
Σκαλίζω στα τέμπλα σου την έκλειψη του ήλιου
Και θα πεθάνω αμετάλαβος ένα πένθιμο βράδυ
Θα χοχλάζει το κόλλυβο
-Η οργή ενάντια στην αδυναμία-
Θα με κλαίν οι ρέγκες
Και κάποιες όμορφες που δε με συνάντησαν
Θα με ποδοπατούν σα ζώο
Θα εποπτεύουν οι νοσοκόμες του Κάτω κόσμου
Τους γλυκούς χυμούς
Τα μαστάρια σου θα βελάζουν
Οι τριχούλες σου θα ουρλιάζουν κι αυτές
Τα ξαπλωμένα μας κορμιά θα βλασταίνουν
Τρελές τρελές σταγόνες χύσια
Θα πιλαλάει η καρδιά στον αλαζόνα δρόμο που πάει παντού
Θα σκαλίζει πάνω στα οστά η ηδονή
Τα τελευταία βλαστήμια
Το στόμα μπουκωμένο μαλλιά και αιδοία
Ανοιξιάτικη λάσπη ποντικάκια του αγρού
Και ανήσυχες κωλοφωτιές
Γύρω απ’ τη φιλάργυρή μου στύση
Και τα σαλιγκάρια ακόμα θα χουν κάτι από μένα
Και τα καυλωμένα γαϊδούρια θα με προσκυνούν
Κι οι λύκοι θα δαγκώνουν αρνιά
Κι οι μπολσεβίκοι θα γαμούν την τσαρίνα
Τ’ ανθισμένα μου έντερα
Θα τα βόσκουν οι κατσίκες τού γείτονα
Την ώρα που θα λιγοθυμούν τα φιλήδονα κοριτσάκια
Πάνω στο κατούρημα
Ποτίζοντας την ξεχαρβαλωμένη φύση με χρυσή βροχή

Μετάλλιον ανδρείας

metlion

Οι λέξεις στολίζουν τη γελοία σιωπή του έρωτά μας
Σαν αθλήτριες ιδρωμένες
Με το αλατάκι να σμίγει κοντά στα φρύδια
Και τα τρυφερά στόματα

Ανδραγάθησα στη μάχη
Έλαβα μετάλλιον ανδρείας
Από γλώσσες ομορφονιές

Ένας άκακος άνθρωπος υπήρξα
Βρήκα ενδιαφέρον στα μουσκίδια μόνο μέσα
Τα χαράματα
Σκύλος και γλείφτης
Με όσα ψυχικά προσόντα απαιτεί η θαρραλέα τέχνη

Τού να καυλώνεις δίχως υπεκφυγές
Σαν θάνατος

Πεδία μαχών και κρεβάτια

rx_image_39

Αναγνωρίζω στον καθρέφτη το άνθισμα
της ομορφιάς. Είναι δικός μου αυτός ο βαρύς λυγμός.
Μπρούμυτα σε περιμένω. Δίχως λέξεις και δίχως ρούχα.
Με την άκρη του ματιού
βλέπω στην τηλεόραση μανούλες
κάτω απ’ τις κοιλιές των βομβαρδιστικών.
Το βυζί πασαλειμμένο με σάλιο και αίμα.

Στη λαμπρή μοναξιά των ποιητών
πλάι πλάι στη βραδύτητα των συλλογισμών για την ανθρωπότητα
ακούγεται μια πορδή.

Κάμποσοι γέροι είναι
φαρμακόγλωσσοι και χαρούμενα σαρκοβόρα.
Γράφουν άρθρα για τη Γαλλία και τους γερμανούς.
Τις πείνες και τη μπομπότα.
Την εκδίκηση του πολιτισμού. Τα οδοφράγματα
και το ηθικό σθένος.

Οι μύγες κάθονται πάνω στα κατρουλιά του ουρανού.
Οι μύγες
που αγαπούν τον ήλιο και οι μύγες
που φχαριστιούνται τα φρέσκα σκατά. Το σπέρμα
της ανθρώπινης καρδιάς.

Τώρα πηγαίνω εκεί που τα κοιμισμένα μάτια γλιστρούν στο θαύμα.
Οι νύμφες φροντίζουν τα κοπάδια. Ο άνεμος
κι αυτός από γέλια ξεδοντιασμένα. Τα κοριτσάκια
κι αυτά γαλατένια.

Κυλιέμαι κι ανατριχιάζω.
Πεδία μαχών και κρεβάτια. Υμένων
που κρυφά απ’ όλους πασαλείβουν τις δονούμενες σχισμές.

Τα γλυκομίλητα κορίτσια μπροστά στο θεό

laven

Με τις νύμφες τρέχω στο γαλανό κοχύλι μέσα.
Τους κουβαλώ νερό, ψωμί, τυρί και φρούτα.
Καμιά φαντασία στο μάκρος των ποδιών τους.
Ο ήλιος που μας κοιτά σκυλί χαμένο στην έρημο.

Κι ο θάνατος της παρθενιάς όμορφο ζώο. Σφαγμένο
με μάτια τρελά στων φτωχών ανθρώπων μέσα τα σπίτια.
Λουσμένος εκεί, ο λαός, από δέρμα και λαμπρή μοναξιά.
Κι εγώ ανόητος, όλο τσίμπλα και χείλη τόσο κόκκινα
από αγάπη, όσο τα Ιεροσόλυμα από παπαδίστικη πουστιά.

Μια τούφα τρίχες αγαπώ και μια καρδιά αναμαλλιασμένη.
Ποθώ το λόξυγκα της έγερσης του έρωτα. Τον ήχο
της ψωλής που την παντρολογούν οι ποιητές με την νεότητα.
Κοριτσάκια μέσα στα τσόφλια τού Ιερώνυμου Μπος και
γυμνά τρυφερά στόματα. Βλέφαρα που σκεπάζουν μια
φλαμουριά λίγο πριν κόψει αλυσίδα στα χέρια σου
η δική μου πάλλουσα καρδιά.

Το βασίλειό μου για ένα άλογο

946194_rx_Witkin_WITJP10667-300

Θα σου δείξω πως έχασα το δρόμο μου για το λαβύρινθο.
Πάντα με τα αιδοία γαντζωμένα
στη διθυραμβική γκριμάτσα του οργασμού.
Όλο εργασία και χαρά. Και τέτοια που λεν τα βούρλα.

Τολμώ και κάνω θλιβερές σκέψεις. Αν πέσω
ξέρω πως θα μου εκφωνήσουν τον πιο συμβατικό επικήδειο.
Βάλτος από χρυσάφι και ηδονές
ομολογημένες απέναντι στην οργανωμένη βλακεία.
Τέλμα εκεί που κατουρά μιαν όμορφη το ηλιοβασίλεμα.

Δεν περιμένω τίποτε άλλο. Η ποίηση
είναι όλο συμβατικότητες. Οι ποιητές είναι φιλαλήθεις ψεύτες.

Το βασίλειό μου για ένα άλογο, ανέκραξε
το μουνί της φοράδας.

Οι ποιητές δεν απογοητεύονται
απ’ τις μικροέγνοιες. Άλλοι απαγγέλουν
τις πελώρια ηλίθιες σκέψεις τους. Άλλοι αγοράζουν κλουβί
για να στριμώξουν το διεφθαρμένο άπειρο
που χορεύει το χορό της κοιλιάς.

Δεν είμαι πια εγώ αυτός που κλαίει.
Βλέπω.
Στρατιώτες-ποιητές που διεξάγουν έναν ψευτοπόλεμο.
Ώσπου να ρθούν εν μια νυκτί. Σύζυγοι.
Τέκνα. Συγγενείς. Σηκώνοντας το καπάκι της χέστρας.
Πετώντας μες στη καταβόθρα συλλογές ποιητικές,
εκθέσεις και φιλόδοξα δοκίμια.

Γράμματα, ημερολόγια και κασέτες με ερωτικά αναφιλητά.
Απ’ τα παλιά ξεχασμένα πηγάδια.

Φροϊδικό ιντερμέδιο

Bernard Buffet

χάρισμα εις τον Bernard Buffet

Θα μιλούσα γι’ αυτές τις ψηλοπόδαρες αδυναμίες μου.
Το χιόνι και τον άνεμο. Τα βλέμματα των φτωχών
που τρυπώνουν σ’ ένα κομμάτι μυρωδάτο κρέας. Τις θηλές
που δεν τις έπιασε στη γλώσσα του κανένα στόμα.
Τις κοπελίτσες που τραντάζουν τις νύχτες τους με το δάχτυλο.

Θα μιλούσα αλλά δεν είμαι πλέον εγώ. Αναρωτιέμαι
ποιος είναι αυτός ο Εγώ κι ποιος αυτός ο Εσύ.
Μα ακόμη και τα ζώα και ο Μπετόβεν κι εγώ
νιώθουμε στον ύπνο μας να γλιστρούμε στον ίδιο γκρεμό.

Το παίζω συχνά μηχανικός προβολής των ψυχών. Μα η ψυχή
γουργουρίζει μέσα στην κοιλιά και τους όρχεις μου. Φασίστρια
πολυτελείας. Ο ανοιξιάτικος κώλος της απομακρύνεται
ποδηλατώντας. Και τον βλέπω.

Αχ! αυτή η ψυχή που δραπετεύει στους αγρούς.
Είναι η ψυχή μου.

Απ’ τον καιρό της εφηβείας είμαι ο τσαρλατάνος των οργασμών.
Μουσκεύει ακόμα το βρακί μου. Μα οι ψυχαναλυτές
το κάνουν με βραδύτητα. Σε αυνανίζουν όχι με έπαινο
αλλά με το θριαμβευτικό μακρινάρι της σιωπής.

Ω ναι. Βλέπω τώρα την κωλοχαράδρα σου ψυχή μου.
Και πόσο άτρωτος είμαι.

Σκέφτομαι. Όταν θα ξεκαθαρίσει το πράμα με τις στάχτες
τα σκουλήκια και τα χώματα. Δεν θα’ μαι πια το μικρό αγόρι
που κατεβάζει το βλέμμα του στο μουνί σου μπροστά
γλυκιά μου μανούλα.

Δέηση την Αυγή

deisis

Κάνω τις ευχές μου πλάι στην όμορφη θάλασσα.
Τώρα με θέλγουν κλαψιάρικα αλλήθωρα ηλιοβασιλέματα.
Οι Κινέζοι έμποροι που επέστρεψαν στο στρατόπεδο της Ευρώπης.
Στα μαυσωλεία επιπλωμένων σπιτιών με άσπρο χρώμα.
Και δράκους πεσμένους στα γόνατα που μαθαίνουν αγγλικά.

Δεν ξεχνώ τις καυτερές πιπεριές και τους συναγερμούς.
Τα κολιέ που έβγαζαν απ’ τις στάχτες οι Γάλλοι διανοητές.
Στις αποικίες. Το αίμα στα εξώφυλλα. Λεκέδες της υπεραξίας
κι ενός αρχιδούκα που ψιθύριζε πάνω απ’ τους χάρτες. Για

το Κονγκό που δε θα το ταξιδέψω ποτέ. Γράφω.
Για τη Σενεγάλη που έχωσε το δάχτυλο στον πρωκτό του θεού.
Τους κανίβαλους που λατρεύουν την παναγία.
Στα μεταλλεία χρυσού. Στα πιθάρια μέσα που μεταφέρουν
βγαλμένα μάτια ανταρτών Αγίων. Έκφυλων.

Κοριτσιών που ονειρεύτηκαν παντρολογήματα και καταιγίδες
φιλιών. Και το ιερό ελάφι της θεάς στραγγαλισμένο
στο σαφάρι Ελβετών γιατρών. Στα κουζινάκια από χώμα
που δε γρυλίζει ο Ταρζάν και τ’ αφεντικό
παραμονεύει με τα χρυσά του δόντια το φαί του κόσμου.

Ο δρόμος προς το Ποίημα

odro

Όταν ο πόνος αφήνει τη σύζυγό του. Την ηδονή.
Ελεύθερη με τον κάθε τυχόντα. Ακόμα και τα βούρλα
αγαπούν. Κι όχι ψεύτικα. Όταν βγάζεις την κάλτσα
είναι αδύνατο σχεδόν να μην τρέμω.
Να μην ονειρεύομαι ανάμεσα στο λίγο κενό

ως λόγιος ή ως καυλωμένος που γεύεται μυστικές
σταγόνες αθέατες
απ’ τα χαρτομάντιλα και τις ατασθαλίες της νηφαλιότητας.
Πρωκτικός ή στοματικός
στις ακαριαίες ψυχρολουσίες της ανίας
στο χρόνο που χάνουμε μακριά
απ’ τις αγκαλιές και το γλυκό γαμήσι.

Στο χρόνο. Που ελεύθερο σε αφήνει να σουτάρεις.
Να εκτεθείς απέραντος
στην παλαβομάρα της εκσπερμάτωσης.
Φεγγάρι ψυχρό και πολυάσχολο κάνοντας κύκλους
πάνω απ’ τον παράδεισο. Μοιράζοντας φυλλάδια
προπαγάνδας. Λιπαντικά ασφαλούς διείσδυσης στον πεθαμό.

Τη στιγμή που λες Πεθαίνω και η πεθαμάρα είναι καύλα.
Ο σπασμένος άξονας των φόβων.
Τόσο που ακόμα και τα κατρουλιά σού φαίνονται
όπως φαίνονται στα πρόβατα και στα γουρούνια
και στις κότες που χωνεύουν το φαγάκι τους και γαμούν
ασχέτως συνθηκών. Σβέλτα. Ή πλάι σε φωτιές
οι αδέσποτοι σκύλοι.

Χαζεμένοι. Από αλητεία. Και πολλές φορές από πείνα
όταν μένει μια κρύα καρδιά στο δρόμο προς εσένα.

 

Τραγούδι της χθεσινής βροχής

auti

Ο ήχος της βροχής είναι παλιά φιλενάδα.
Στα τέσσερα.
Σαν πολεμώ τα ζόρια.
Κάτω απ’ το φόρεμά της απόθεσαν οι εγωμανιακοί
τα σκήπτρα τους. Ένα σεμνότυφο χείλι. Δαγκωμένο.

Τις συγχωρούσα όλες σαν ξάπλωναν ανάσκελα σαν ερπετά.
Σαύρες που βαστήχτηκα απ’ την κομμένη τους ουρά.
Ποτέ μου δεν υπήρξα ακέραιος νους. Οι ειδήμονες
το μυρίστηκαν απ’ τα χνώτα.

Χασομέρηδες εραστές στεγνοί και φωτισμένοι.
Με όση θεία φώτιση έκρυβαν στο πικρό χιούμορ.
Τις κόκκινες σάλτσες που πάλευαν να νοστιμίσουν οι αγαπητικιές.
Τα ωραία ζιβάγκο για τους λιγνούς ακαδημαϊκούς λαιμούς
που με κρύβουν απ’ τις τσούπες.
Αυτές που σπουδάζουν τις μπαλάντες στα κάτεργα
για να πάρουν μισθό και πτυχίο.

Ύστερα πάντα τα συμπόσια επιστρέφουν τα κλοπιμαία
στις κοιλιές των μικρών μαθητών. Στο λήθαργο.
Που αφήνει ένα ωραίο ζεστό κατούρημα το ξημέρωμα.
Λίγο πριν πρόωρα πεθάνει ο ύπνος.

Υπάρχω. Κι όσο υπάρχω δεν ξέρω τι θα πει αυτό.

Η ισορροπία γεννάει τέρατα

Taina B

Η ισορροπία γεννάει τέρατα.
Σαν κάποιος ανώμαλος θεατής
που ξόδεψε όλα του τα χρήματα για να ψωνίσει ενοχές.
Οι τύψεις και τα γερατειά. Ισχύς εν αχρηστία.

Σε λατρεύω αφότου χάθηκες.
Μετράω τις χάντρες της Ανατολής και τις σεξουαλικές προτάσεις
της εβδομάδας. Σαν έρθει η ώρα θα πω Τετέλεσται.
Κι ίσως κλάψω αφήνοντας στη διαθήκη μου τη στιλπνότητα των
διδαγμάτων όσων μου έμαθες.

Οι ψυχίατροι αντιμάχονται το λευκό σου στήθος.
Ωχρά μπούτια. Και αχόρταγος.
Από νεύρα και νεκρανάσταση.
Όσοι με γνωρίζουν ξέρουν πως είμαι μεγαλόψυχος και ικανός άντρας
με βαρβάτη στύση. Και κάθε μουνί που παρεισφρέει στο ποίημα
είναι για να τρομάζει μόνο και να παρηγορεί.

Ω ναι, ανακάλυψα αυτό το άνθισμα στην καρδιά μου κουρδίζοντας την
αποχαύνωση. Του φιδιού το ψυχρό σώμα στο λιοπύρι.
Μα διαθέτω μια ζεστή καρδιά. Μεζέ.
Για τις μέγαιρες που μου δείχνουν τα δόντια τους.
Για τους υπαλλήλους του θεού.
Για τις κοπέλες που αποψιλώνουν τη μάταιη κατοικία τους.

Τρυφερά πάντα θέλουμε κάτι παραπάνω απ’ αυτό που μας δίνεται.
Βόμβες ίσως πάνω απ’ τα κεφάλια μας.
Και μετά αδέξια αβέρτα φιλολογικά νεκρόδειπνα.

Επαρχιακής πολίχνης ατέρμον πένθος ακολάστου Οσίου Βαλεντίνου

tol

Αυτή η πόλη με τους δύσκολους άντρες
και τα σκυλιά που σουλατσάρουν για το
ξεροκόμματο πέρα δώθε ξορκίζοντας τις
φριχτές αρρώστιες και τις ψείρες που
γλείφουν τα γεννητικά τους όργανα
Αυτή η πόλη με τις οσμές και τις μνήμες
που πνίγονται σε λεμονάδες και βραστά
αυγά που χοχλάζουν Αυτή η πόλη με τους
δόγηδες εμπειρίκους των άσεμνων ηδονών
και τους μικρούς άτακτους Ρώσους που
παίζουν μισόγυμνοι στην ακροποταμιά και
κυνηγιούνται στα μεγάλα βαθύσκια δάση
Αυτή η πόλη που τρέχει στα τυφλά μες
στο σύμπαν και χτυπιέται στους τοίχους
της Άνοιξης κάθε πού ουρλιάζει ο Pound
μεσ’ απ’ το τρελάδικο βλαμμένος σαν
γραφομηχανή στο βυθό σαν μουνί σπλάχνο
τού Βαν Γκογκ Αυτή η πόλη που άκουσε
Μπραμς στο πένθος του χλωμού ινδιάνου
Το σκόρο να σαπίζει το κρέας τη σάρκα
το πουρί πριν τραβήξει η φθορά καζανάκι
Όσο θρεμμένο σκατό αργά αργά γαλαζόθρεφτο
λίπασμα μουρλά ποιήματα που τα ξεφόρτωσαν
οι τυφλοπόντικες Αυτή η πόλη που κρέμασε
στην κλειτορίδα της αντάρτες που ανάβλυσαν
κόκκινο φρέσκο μεδούλι ληστές και σάτυρους
και συν αυτώ θνητούς που μαλακίστηκαν σε
ασανσέρ σε μπαλκόνια επαρχιακά το καλοκαίρι
Αυτή η πόλη είναι η ψωλή μου τρελό πουτανάκι
που σε λένε ζωή ζώο ζουλάπι Εσείς τουαλέτες
ξέμπαρκες στο γαμήσι και στο θάνατο
που χάθηκα ξοπίσω σας.

Γράμμα στη Μούσα Ή η αθώα σχισμή

sxismi

Του ταραχώδους βίου ένα φθαρμένο παλίμψηστο.
Έτσι κερδίζουμε το θάνατο. Προσφέροντας σάρκα γυμνή.
Μόνον οι τάφοι είναι πραγματικοί. Ο Πετρόπουλος
δεν πρόλαβε να δει τα κοιμητήριά του να βγάζουν τη γλώσσα
στην κακομαθημένη ψυχή τού αστού.
Βρήκα τη γαλήνη κάτω απ’ τα φουστανάκια.
Με θαυμασμό και κατάπληξη ομιλούν οι ποιητές
για τα σκατά και τον ουρανό.
Ο Ούγκο Βόλφ έγραφε τα τραγούδια του τρώγοντας κρεμμύδια.
-Μες στην υγρή νύχτα λαξεμένη στην αόρατη ύλη η γύμνια σου-
Γράφω τώρα, πως σκαρφαλώνουν οι νύμφες στα κρεβάτια. Πως
γεμίζουν τα τρελάδικα κοπέλες που δεν τις έγλειψαν το μουνί.
Ηλιοτρόπια μαγαρισμένα.
Ρόγες ακονισμένες στο λεξιλόγιο των ιερέων.
Ο έρωτας είναι η αίρεσις του έρωτος.
Τα κουτορνίθια διαθέτουν αναμνήσεις
και παθαίνουν πνευματικές κράμπες.
Όμως, πάντα έχω στο προσκεφάλι μου ένα μουνί. Και πάντα
αποφεύγω να κατατεμαχίζω τα αισθήματα.
Τα ποιήματα τοξεύουν την ηθική των αστών.
Ξέρω τη Μούσα μου απέξω κι ανακατωτά. Κι όμως σιωπώ.
Ειδωλολατρικώς ανατέμνω
όσες γυμνές με άφησαν να αγαπώ την πατρίδα.
Να ρεμβάζω και να καρτερώ.
Ω! αιδοίον, που κλαίς για να σε φιλήσω.
Κάλεσέ με κοντά σου.

Ονομάζομαι Μοναχή Λουκρητία

monaxilou

Ονομάζομαι Μοναχή Λουκρητία. Πρώην αμαζόνα!
Ω θεέ και διάολε, αραχνοΰφαντη είμαι.
Μυρίζω σαν κρυφή καρδιά που υποφέρει.
Στων αντρών τη θέα ανοίγω τα ψαλίδια μου.
Παίξτε ανοιχτά μαζί μου, εσείς
αρσενικά δρολάπια που θα με καταπιείτε.
Των κολπικών υγρών μου μαδήστε την καρδούλα.
Με το μεγάλο τού ποδιού σας δάχτυλο
αιφνιδίως ακροαστείτε τα σπλάχνα μου.
Η αιχμηρή σκληρότητα θα σας κάνει να λάμψετε.
Θα σας κάνει με χίλια σύγκρυα η αδρεναλίνη κομμάτια
κι αφήστε στο βαθύ λαρύγγι μου μέσα
τον τελευταίο λυγμό της λιπόθυμης στύσης σας.
Χύσια ελέω θεού ανελέητου. Λεφτά δεν παίρνω.
Στο τζάμπα. Μεδούλι και αίμα.

Πρελούδιο

bellissimo-1-900x900

Πάω να συναντήσω τα κυκλάμινα και τη Μούσα
που με θέλει γαντζωμένο στο αιδοίο της, μανούλα.
Στήθος με στήθος να συνθλίψουμε τις ρόγες μας.
Την περεστρόικα τραγανισμένων οργασμών αφού
τα υγρά κόποις κτώνται, στις εξοχές αβέρτα χύνοντας
ανάμεσα στις γάμπες, αναβλασταίνοντας της Οσίας
Παρθενίας τα βαρβάτα χαμομήλια. Δεν προσδοκώ
ανάσταση νεκρών μα στων γυμνωμένων γυναικών
τα λιβάδια ένα θάνατο γλυκό σαν μπακλαβά.

Ισπανική υποχώρηση Ή εγκάρδιος χαιρετισμός στη Betty Tompkins

betty

Τους συνετούς δεν συμπαθώ και της σύνεσης
την ψεύτρα ομορφιά. Γλώσσα τραχιά του πόθου,
σκλάβα που θα με συντροφέψει στην πτώση και
το θάνατο. Ενθυμούμε λυγμούς επικήδειους,
ωραία ζαρζαβατικά και πρωτοβρόχια. Εσένα
ως λαφίνα ραβδωτή με φουσκωτά οπίσθια
και το δάκρυ ως κάτω εκεί στο φύλλο σου.
Την αγένεια του κοινού ρυθμίζοντας, το οικείο
δράμα των καυλωμένων πούτσων, περιμένοντας
τη θεία στιγμή όπου ο ταύρος θα ξεσκίσει με τα
κέρατα τού ταυρομάχου το βρακί με τους ήλιους
και τα άστρα και τις ίριδες.

Η ηδονή άδεται μεγαλοφώνως

viks32

δεν μπορεί να είναι πιο χλωμά της ποιήσεως τα βάθη
τα δωρεάν λαίμαργα βυζάκια τα μεγάλα βρε και τα
μικρά και τα ψεύτικα που καλπάζουν προς τους ροδο-
κόκκινους τοκετούς τις νιφάδες και το λήθαργο της
αγρύπνιας χλευαστικών φιλιών στο νυχτόφως τροφή
των ποντικών και των αναμνήσεων γουρούνες όλο εγκώ-
μια αφόδευσης τού μέσα θεού που έγινε κοπριά και
ελεήμων καπιταλιστής χριστούλης στο εκτυφλωτικό
ηλεκτρόφως της σφαγής και στα διπλά λογιστικά βι-
βλία οργασμών που πέτρωσαν στις γιορτινές μας λαιμαργίες

Αφήνω τώρα εδώ τη διαθήκη μου

135789682511january2013background

Σας δείχνω τα νεφρά μου
κούφια σαν το μεδούλι του γουρουνιού
Το χρήμα και τη φτώχεια να χαϊδεύουν
τη μαλλιαρή χαίτη του εβραίου
που μαδάει την καρδιά του σαν μαργαρίτα
Ένα Ισραήλ από σάπιο αίμα και αποτρίχωση
Σπαθιά φαλλικά ψημένα κάτω από άγουρες μασχάλες
και το βυζί της δασκάλας που γέρασε
με όλο το παιδικό μου σπέρμα πάνω στη ράχη της
από λεία κόκκαλα και προσευχές
Φιλανθρωπίες απ’ την κοιλιά του θηρίου δάχτυλα
όλο δάχτυλα παστωμένα αφρό και σαπούνι και σκατούλια
Σας δείχνω τα νεφρά μου
τα μαργαριταρένια απ’ τον πόθο
Σας δείχνω τον ευτράπελο ποιητικό μου κώλο
ένα μεζέ για τις οσμές της εφηβείας
Ηδονή κρυμμένη στις πέτρες
και στους τεφρούς μαστούς της ειμαρμένης
Βρέφος θα ξαναγίνω, μα τη μήτρα!
πεταλούδα που ξεμπουκάρει με όλη τη λίγδα
απ’ τα χύσια της έμπνευσης στα φτερά της
Αφήνω τώρα εδώ τη διαθήκη μου
μες στη ζοφώδη χλιαρότητα του αφρισμένου σου αιδοίου
Να με θάψουν εκεί που κουρνιάζουν οι μιγάδες
ωσάν ξελεπιασμένοι ήλιοι
γλείφοντας της παπαρούνας την μακάβρια κλειτορίδα
Κοιτάζοντας έναν λαό πεινασμένο
να καταβροχθίζει το σπέρμα του στην ξηρασία
Σας αφήνω το χορτάτο κορμί μου από λύσσα
Τη διαστημική ψυχούλα μου
Του απόδημου σκύλου τα βγαλμένα μάτια

 

Δείπνο εορταστικόν

marion fayolle

Marion Fayolle

 

Να πιπιλίζουν την πέτσα της βότκας τα χείλη.
Ο κουραμπιές δαγκώθηκε σωστά κι ότι πέρασε
επίσης πέρασε σωστά κατά Σεφέρη. Στην πίστα
θείες δυνατότητες. Η τίγρης αγκαλιά και η αμαζόνα.
Ευφραίνεσαι χορταίνεις. Θυμάσαι γάτες και
ποντίκια. Τον έφηβο παραβάτη μες στο χρυσό του κλουβί.
Σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ που με βάζεις μαδημένο
του έρωτά μου μουνί! Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου
στη φάτνη. Σάπιος ευτυχισμένος χριστός. Να σβήσω
μες στη γελοία σιωπή των βυζιών σου, μητέρα,
των εξευτελισμών τη δυσωδία που έρχεται
και στης παρθενίας σου το μυρωμένο απόστημα
να σβήσω τα αχόρταγα σφιξίματα με μια Μαρία Μαγδαληνή
με μια Μαρία βελούδινη σαν κρέμα. Γονατιστή
με το ανοιχτό κοχύλι της απιθωμένο πάνω στους
τάφους των φτωχών που περιμένουν
στη μετά θάνατον ουρά συσσίτια ανίατου οργασμού
εις τους αιώνες των αιώνων

Ο διάβολος δουλεύει σκληρά για μας

wUa1ZEaIdifX

Ο διάβολος δουλεύει σκληρά για μας
Δανείζει το σώμα του στον κόσμο
Είμαστε φτιαγμένοι απ’ την ίδια στόφα σώματος
Ο διάβολος κι εγώ
Μα η διαβολοσύνη μας είναι μιαν Αγία
Όλοι το ξέρουν αυτό
Και πριν τελείως εισπνεύσομεν
τις τελευταίες εκλάμψεις του οργασμού
του αιδοίου τα γαϊδουράγκαθα και τα ζεστά ποτά
-αμφίρροποι σχεδόν, μα φαλλικοί-
ξέρουμε τι εστί να γράφεις ποιήματα διαβολικά
τι εστί σφήνα ανδρός
στους αναλφάβητους μηρούς της Αμβρακίας

Όσο για σένα ανάσκελη που είσαι τώρα
-σαν σκύλα του Καρβασαρά
περνά σε λίγο το εξπρές για Αλβανία

Ο λιποτάχτης Ήλιος

ilio

Κανείς δε γλύτωσε απ’ του Δράμαλη τη μάχη
Φύσεις νεκρές και παραφύσιν φύσεις
Μονάχα εσύ λιγνό αγόρι όλων των πολέμων
έτρεξες στις αγρότισσες
που περιμέναν την αυγή απ’ τις σφαγές τους άντρες
δωρίζοντας στα ύφαλα της μήτρας τους
ήλιο τρεμάμενο απ’ τα πεδία των μαχών
Εσύ ο λιποτάχτης Ήλιος
το ποίημα της έξυπνης γης
Εσύ ο καθεδρικός ναός των αιδοίων
ο πουτσαράς
ο άπληστος για μέλλον
Εσύ ο πατήρ μου, που κρύφτηκες
στους ιερόσυλους του έθνους καμπινέδες
για να γλιτώσεις το σφαγείο της Κορέας
Τα κοράκια
Το διακορευτή γαμιά αμερικάνο
Τ’ αδέρφια σου με τις ψείρες και τον ασβέστη στα μάτια
Τους άμαχους που ξεγεννούσαν οι κοιλιές των γρύλων τα μεσάνυχτα
κάτω εκεί στα ξεχαρβαλωμένα σαγόνια της γης
που ο θεός ολόκληρος είναι μια νοσοκόμα με σπαρταριστά βυζιά
που αφήνει τον ετοιμοθάνατο
να της χαϊδέψει το μπούτι τη γάμπα και το γόνατο
μια ψυχούλα αφημένη στα ξυλοπόδαρά της
και στα μπιμπίκια της νεότητος

Μελέτη ηλιακών σπασμών

Karel Teige.jpg

Collage 247,1942 by Karel Teige

 

Τα δαχτυλάκια σου, που μελετούν τον ήλιο
ξέρουν τι εστί εμβαδόν μιας νέγρας που διψά
Ξέρουνε το βαρύ λυγμό κορμιών εγχόρδων
Μια τούφα τρίχες ξέρουν πως, τις καψαλίζει
η κάψα ενός θεού με ανοιχτό το φερμουάρ
Ω! σαν πέρλες που βλασταίνουνε πάνω στο
δέρμα των λαών οι σπερματόσποροι, τα χύσια
στους τόσους κοριτσίστικους μελάτους οργασμούς
Αχ! σ’ εξαπάτησα θεούλη μου ξοδεύοντας
τον οίστρο όλων των εκλείψεων
Ξοδεύοντας το τόσο σεξ από πλεονεξία
Φτωχούλης και περίλαμπρος στο μονοπάτι
των νεκρών γυρνώ, μα πάω εκεί σαν το σκυλί
τρεχάλα. Να μου πετάξει ο χάρος τ’ αποφάγια
τού τελευταίου ασπασμού.

sikorskaMargarita Sikorskaia 1968 ΕΣΣΔ

Τα δόντια μου γνώρισαν στις ρόγες σου
τον πόνο του θεού, το βογκητό τού σύμπαντος.
Κι η γλώσσα στην έρημο του χρόνου της
αγέραστη μπροστά στις αχτίδες του ήλιου
και στις σκιές. Κι ο καθρέφτης δείχνει πάντα
δυο κορμιά στο σιωπηλό γνώριμο σκοτάδι μέσα
να αγναντεύουν τα αιδοία τους, τον αίθριο καιρό
και τον σπερματόσπορο τού εικοστού πρώτου αιώνα.

Άλογα και στρατιώτες του παγκοσμίου πολέμου της ηδονής
τα χείλη στη φωτισμένη κρύπτη των σκελιών. Αλέθοντας
των Αγίων Πάντων το ξενύχτι, την ώρα που οι σκλάβοι
δραπετεύουν απ’ το αμερικάνικο μπρέκφαστ
για τη φωλιά της ξενύχτισσας κουκουβάγιας.

Αγαπώ σημαίνει πως είμαι ο μεγαλοδύναμος
όταν σε αγκαλιάζω, πως είμαι ο κανίβαλος φαλλός
ένας φαρσέρ
ένας εμπορικός αντιπρόσωπος οσμών
χαμένος σε μικρές άγνωστες πολίχνες.

Στο λουτρό της αγάπης και στην μπανιέρα των παθών

gogen

Είμαι ένα πελώριο ον που ψηλαφεί τις σκιές.
Της επιθυμίας διαβαίνω τον μάταιο ύπνο.
Ανάμεσα σε χιλιάδες στοιχειωμένες στιγμές
το φάντασμα βλέπω της γυναίκας που αγαπώ.
Κι έπειτα διασχίζω το διάδρομο για να φτάσω
στο λουτρό της αγάπης και στην μπανιέρα των
παθών. Με το πελώριο σώμα μου κατορθώνω
να κάνω το έντομο του έρωτα να παραλύσει
από φόβο μες στο μαύρο σιφόνι και μ’ ένα βίαιο
παπούτσι το λιώνω στο πάτωμα. Κατόπιν, νίπτω
τας χείρας μου κι επιστρέφω μες στη νύχτα αργά
κουνουπάκι κι εγώ των ισχυρών βροχών και των ονειρώξεων.

Στον ποταμό Γιορδάνη των παθών

dadaa

Ούρα μπαρούτι αστροπελέκι και σιωπή
καθώς τη γέφυρα εδιάβηκα του γυμνού
σου κορμιού εχθρικό σκοτάδι διασχίζοντας
γέλια κραιπάλες αντίφαση κι ένα παράλογο
κάβλωμα του αντρικού μου μέλους που οι
ακαδημαϊκοί το απέδωσαν στις κακές παρέες
στη μαμά και στο μπαμπά που με μάθαν
γυμνισμό και οχτωβριανή απ’ τα γεννοφάσκια
που με μάθαν να πιπιλίζω το βυζάκι της ζωής
και να βλέπω τα ζεστά σου κωλομέρια σαν
δυο βραστά αυγά στρουθοκαμήλου την ώρα
που γράφω το ψυχο-dada ποιηματάκι μου
για να γλυκάνω τις μούσες που με μούσκεψαν

Η λέξη σιωπή

siopi

Η λέξη σιωπή είναι τόσο πρόστυχη
όταν τραμπαλίζεται πάνω σε κορμί
που κρύβεται, με τα μάτια γεμάτα
από ερωτικό φόβο και την κοιλιά
παραδομένη στις αλλόκοτες ανθήσεις
των λυγμών. Η σιωπή από κούφιο κύμα
στις παραλίες και τα δόντια ξέσκεπα
πάνω στις ετοιμοθάνατες γκριμάτσες
και μια τούφα τρίχες απλωμένες στα
σύνορα της θλίψης και της κάβλας.
Η σιωπή μπρούμυτα και η σιωπή ανάσκελα.
Η θηλυκιά σιωπή σαν λιχουδιά που αρωματίζει
τους στοχασμούς και σε χορεύει στο
χωροχρονικό ταψί, έτοιμη να σου κάνει δώρο τις ωοθήκες της.

Είμαι και είσαι

ime

Μας ξέρει καλά ο εγχώριος δαίμονας
των οργασμών. Τα μυστικά μας όλα από
σάρκα. Κορφούλα δυόσμου σκέφτομαι
σαν ξεμυτίζει απ’ το στηθόδεσμο ο παρα-
τατικός λυγμός αλλόφρων επηρμένος.
Η ρόγα όλο συντέλεια από Μολδοβλαχία
μεριά. Σόλο χαιρέκακη των αγγέλων.
Αχ! τα βυζιά σου, ακροκέραμα της Φλώρινας
ποιοι πετεινοί θα τα ραμφίζουν τώρα!

Sumertime

Face_Fragment-1069883260st

Έτσι κάπως άτεχνα αγαπώ τη μελαγχολία σου.
Το διψασμένο σου σπασμό που με θέλει
σερπαντίνα στους μηρούς σου. Ξέρουν οι αστοί
από τρισάγια και ψαλμούς. Ο Ιανός με το παπιγιόν
και το σώβρακο, παραστάτης πλήξης, όσων πίνουν
καφέδες και παρουσιάζουν βιβλία. Μυδράλια του
νωθρού καιρού. Μα εσύ ευγενικά χαμογελάς.
Τόσο εξαίσια ταραγμένη, βγάζοντας
τραγανά κοτσύφια απ’ το λαρύγγι σου.

Revolution is on its way

constructvism poster3

Η τέχνη δεν είναι τεχνική αλλά
τού χρεοκοπημένου οι μασημένες
λέξεις. Η μανούλα που άνοιξε μια
κονσέρβα με λογοπαίγνια για να
κεράσει την παιδική ηλικία. Ωραιότατη
προτεραιότητα της τέχνης ο οργασμός,
μια κιλότα που εισβάλει στα πεδία των
μαχών, απορφανισμένη από την ιδέα
της μεγάλης έκρηξης της ηδονής. Μέσα
της κουρνιάζουν χιλιάδες πελώρια αν
θρωπάκια, χτίστες και γενετιστές, ορθό
δοξοι ρουφιάνοι και αμαζόνες από την
εποχή του Ομήρου. Βγάζει ζουμιά, όπως
στις ναυμαχίες το σπαθί τρυπούσε τα
συκώτια και το σκότος υπέρμαχο της
αλαζονείας άλλαζε των φτωχών τις
κλεφτές ματιές με περίστροφα. Είναι
Οχτώβρης χωρίς μεσάζοντες και η τέχνη
γκαρίζει πως έχει γαϊδουρινή υπομονή
η επανάσταση. Οσονούπω λοιπόν
θα σας κλωτσήσει πάλι στ’ αρχίδια.

Είμαι το αυγό τού έρωτά σου

rocio2

Είμαι το αυγό τού έρωτά σου
Με γέννησες στα βουνά και στα όρη
Απ’ τη μεγαλομάτα κοιλιά σου βγήκαν οι λέξεις μου
Και τώρα σου λέω πως λύσσαξα
Και τώρα σου λέω πως δεν την ξέρω την κόλαση
-αφού υπάρχεις-
Κι όσο στη φρυγμένη γη περιμένω να ’ρθεις

Οσίας Πελαγίας και Ωκεανών

pelagi

Αλίευσε σκυλόψαρα η Οσία Πελαγία
Όλα
του ερμαφρόδιτου βυθού τα ερωτικά σαρκία
Και χαρτογράφους Ισπανούς
Και μαυλισμένο εσώρουχο Ισαβέλλας
Ήτο σεμνή στο γλέντι της
καθώς πετούσε ο θάνατος γαρίφαλα στα στήθη της αβύσσου

Αχ! μάτια μου
δεν ξέρουν οι κλεφτοκοτάδες της στεριάς
τι εστί αέναον ιστίον ηδονής
Δεν ξέρουν πως μονομαχούν οι εγκέλαδοι στα σπλάχνα
Πως τόσα ρήγματα δονούν τη Θεσσαλία

Δεν ξέρουνε τι σύγκρυο αναφιλητό
-οσία Πελαγία-
επάνω στο ντιβάνι των Ωκεανών
ολόγυμνη ξεσπάς
εσύ το πουτανάκι των ανέμων
την ώρα που καταφτάνουν οι ευνούχοι νεωκόροι των λυγμών
να σε γνωρίσουν στους φαλλούς των δεσποτάδων

Πάθη Κυριακής Ηλιόλουστης

progression-of-four

Στα δόντια κάποιας Κυριακής
κόλλησε η λέξη μαντολάτο
Ο ήλιος στεντόρειος γραφειοκράτης των πάντων
Τον υμνούν αυτή την ώρα
τσούπες που σχημάτισαν κυβέρνηση του βουνού
κάτω απ’ τις φούστες τους
Μαμούνια μαύρα ολόμαυρα και σαύρες
Χορεύτριες
που τις ανέθρεψεν ο έρως της συγκομιδής υγρών
και αφροδισίων αφρών
Ω! χαίρομαι
ετούτο το παιχνίδισμα ρημάτων ανωμάλων
Εκκρίσεις ρεύσεις άνθη εκμυστηρεύσεις
Τη δούλη του θεού αδολεσχία
Καθώς ανοίγει ο καταπιόνας της
Καθώς χαϊδευτικά η σούφρα της ελέγετο Ζιζέλ

Η προσευχή του σεξουαλικού παπά

prose

Ω! αγία φρίκη των εγκρατών πιστών
Κι εσύ δόλια γαϊδάρα οικουμένη
που σε ξεκολιάζω κάτω απ’ τα εδέσματα
Αυτά που μου προσφέρουν οι φτωχοί με τα χάδια τους
Να, τώρα, κρύβω τον κώλο σου μες στα χαμόδεντρα
και χώνω τη μύτη μες στα σκοτεινά σου καπούλια

Viva Las Vegas

viva

Το μέλλον ανήκει στις μηχανές και τα
ρομπότ λένε οι πολλοί που έχουν γίνει
μηχανές και ρομπότ και η καρδιά τους
μοιάζει με βλάχικο σκουφί που το πετούν
ψηλά οι ποιητές και οι κάργες που
κατοπτεύουν τη μελαγχολία τους με
φουστάνια σκοτεινά και κακόφημα όλες
παράνομες ιερόδουλες πόλεις όλες στο
λουτρό εκεί περιμένοντας το μέλλον
που έρχεται με τα ρομπότ και τις μηχανές
και το φουσκωμένο ποτάμι των ηδονών
που θα ξεσπάσει στων ξεροκέφαλων στρατηγών το πηλήκιο

Made In Taiwan

1-54

Αυτός ο ποιητής φοράει φιμέ γυαλιά
στη φωτογραφία. Made in Taiwan.
Δεν φοβάται τίποτε, ούτε τους δανειστές
που μας δάνεισαν μαστίγια ούτε τους
υπερβόρειους θεολόγους των αγορών
ούτε την παλιά του συμμαθήτρια με τα
σιδεράκια, ούτε τον κακό λύκο, ούτε
τα παραμύθια. Αυτός ο ποιητής φοράει
λευκή μπλούζα στη φωτογραφία και δε
φοβάται τίποτε μέσα στο λιοπύρι των
Αθηνών και κρατάει σημειώσεις σάλιου
για την τάφρο των χειλιών της. Για εκείνη
που πάει να της χαρίσει τα βγαλμένα μάτια
της Παρθένου Μαρίας να τη σκιάξει με τον
κρίνο του και με το ντοσιέ της ποίησής του.

Η Σταχτοπούτα στο Γράμμο

 

staxto

Η Σταχτοπούτα
κατέβασε την κιλότα της
να κατουρήσει
κοντά στο χωριό Θεοτόκος στο Γράμμο.
Και πόσο μοιάζει με την Πομπηία, είπε
-στον φανταστικό πρίγκηπά της-
ετούτη η γη με τα δέντρα και τους παπαγάλους.
Και τότε εμφανίστηκε ο κακός ο Λύκος
από άλλο παραμύθι,
κι αυτή τού ψιθύρισε στ’ αυτί
Εμένα Λύκε μ’ έκανε μια χαψιά η μητριά πατρίδα
κι έμεινε μονάχα
ετούτη εδώ των σπλάχνων μου η μαγγανεία
στη μαύρη γη από βόμβες ναπάλμ
και βιβλιάρια ασφάλισης δημοσίου

Κάτοπτρο νυκτός

15146969640_9a8067e5dd_o

Παρακολουθώ όλες τις εκπομπές του διαβόλου
την αστυνομία πόλεως και την αστεία Βαβέλ
των ποιητών που έχουν περίεργες ιδέες για το
πέος τους και γυρνούν διψασμένοι τα χαράματα
εις την οδό Πτολεμαίων, εκδιωγμένοι απ’ την οδό
των γυναικών όπου ο Αντρέας Εμπειρίκος έπινε
το γάλα του

Και το φεγγάρι και τ’ αστέρια και οι πατούσες σου

sexavb

Παραφυλάω να σε δω γυμνή μες στο κλειστό μου μάτι
όπως παραφυλά ο σκόρος τις ονειρώξεις
Τα χείλη σου έτοιμα, έντρομα
μορφάζουν μαύρο τοκετό και σάλιο
Η Πρέβεζα κορδώνεται με μπουκωμένο στόμα
αντίς περίστροφο ηδονή
ψωλή αλατισμένη
Κοιτάζουμε τη θάλασσα μα βλέπουμε τον ουρανό
Ουρί του ατελέσφορου υγρού μας παραδείσου
Περνά ο Δυοβουνιώτης ο ληστής, εδώ κοντά
Περνά ο ένδοξος ματάκιας
όπως περνά το πρωτοβρόχι απ’ το σπλάχνο σου στη γλώσσα μου
Η οχτωβριανή! φωνάζει ο γκαστρωμένος ο καιρός
Και να, που ξεγλιστρά ο πέπλος σου στον ιερό σκοπό του

Ζεύγη περιττών αριθμών το Φθινόπωρο

kola

Αλφαδιασμένος ο ιστός πάνω στο χάος
Η χαρμολύπη άκαρπη, ατυχής
μας θέλησε ακατάσχετα γυμνούς και μουρουδάκια
Ο λόγος μια κραιπάλη
Κι ο σκύλος που είμαι σε λιπόθυμη αντηλιά

Νύχτα ειλωτεία στο στερέωμα
Τομάρια αφροδίσια στον ταραχώδη αφρό
Κι ο δαίμων πολυμήχανος, ολιγαρκής

Χαράματα, ο ήλιος αλαζών
Όλο ξεφτίλα και βραδύτητα
Καρκίνους μικροαστικούς
Και γαλιφιές στα κρόσια μιας παιδούλας

Ω! σελήνη, χωρίς άμφια εμμηνόπαυσης
που όλο βοά η αγαθότητά σου στις κερήθρες
Πανσέληνη κοχλάζοντας
όπως η υγρή Μπραζίλ στο Καρναμπάλ

Σχόλιο για το μη σχηματισμό κυβέρνησης

AM4

Απομακρύντε απ’ τη ζωή σας την εξουσία,
όχι τα δροσερά τζιτζίκια που πέφτουν στο χώμα τη νύχτα.
Θα ωριμάσει η γαμήλια ματιά σας, έφηβα μυαλουδάκια,
γοερή, μακριά απ’ τα βεγγαλικά των μπουρζουάδων,
και τότε όλα τα αποτρόπαια πράγματα που ξεπετάγονται
σαν εντόσθια γουρουνιού όταν του ανοίγουν το κουφάρι
θα βυθιστούν κάτω απ’ τους λαμπρούς λαχανιασμένους σας
οργασμούς. Ω! ναι, σας παρατηρώ να σκαλίζετε αφηρημένα
τη μύτη σας ή να ξύνετε τον κώλο σας. Όλες τις εκδηλώσεις
της βαναυσότητάς σας. Τα χείλη σας που πιπιλίζουν κινίνα
και παστίλιες για το βήχα. Τα μάτια σας όμορφα νευρικά
μερμήγκια που κλέβουν ψίχουλα απ’ το ποιηματάκι μου για να
ταΐσουν την καταιγίδα. Γράφω σημαίνει εγκαταλείπω ως ένα
σημείο το ζώο. Γράφω σημαίνει πως επιστρέφω πάντα σ’ αυτό.

Φύλλον ερωτικής πορείας

fter

Αχ! ένα μάτι από χίλια σύγκρυα αδρεναλίνης είμαι
Ξέρω την έκσταση της τρέλας
Μαδημένο ανυπάκουο μουνί
Ξέρω τις γάμπες σου απέξω κι ανακατωτά
σαν μικρό ανώμαλο αγοράκι
Ξέρω το στόμα και το σάλιο της λεχώνας ηδονής

Να αποφύγω δεν μπορώ τις μαλλιαρές μεταφορές
Μονάχα να σε αγκαλιάσω κοιλιά
Τα σαγόνια και τους ώμους
Τις γλώσσες
Νεροφίδες έσχατες
Του ξεχαρβαλωμένου οργασμού
Το μέλι που βλασταίνει στις κνήμες των νεκρών
Τις μάχες που δίνει ο αφαλός με τα σκουλήκια

Το μόνο ευαίσθητο σημείο μου, κορίτσια
Ο βαθύς ετούτος ρόγχος του θανάτου

Διαιωνίστε τώρα το περίσσευμα των δακρύων σας
Τη μύξα που αιωρείται στην άκρη του λυγμού
Χορέψτε τώρα που η αυγή βογκά
Τώρα που με το δάχτυλο σουβλίζετε το σπόρο να χωθεί βαθιά

Σάρκα περήφανη ως το μεδούλι των οστών
Αρμολόγησε τη ζοφώδη αγάπη μου
Τον πόνο που μουρμουρίζει παιδιάστικα λόγια
στα γαμψά νύχια της φθοράς

Υπεροψία σπλάχνων και λυγμών

edeme

Να με θάψετε κάτω από έναν πεύκο ή
μέσα σ’ ένα πηγάδι, μακριά απ’ τους
κεραυνούς των λογοκριτών. Κυρίες και
Κύριοι, είμαι τόσο λαβωμένος που θέλω
να γίνω πειραματόζωο σαν πεθάνω.
Διαθέτω το κορμί μου δωρεάν σε φοιτητές
ιατρικής που δεν έπαιξαν όταν ήταν παιδιά
με τα έντερα και τη σπλήνα ενός ποιητή.
Διαθέτω τους όρχεις μου φρεσκοπεθαμένους
και κατακόκκινους σε κοφτερά δόντια
δεσποινίδος εν τω μέσω της νυκτός. Μα,
όσο είμαι ζωντανός γράφοντας ποιήματα
για τον πεθαμένο μου εαυτό, να ξέρετε πως
ήρθα μες στον κόσμο για να τα πασαλείψω
όλα. Την ώρα, που θα χορεύουν το χορό της
κοιλιάς οι ουρανοί και οι όμορφες στιλπνές
μουνότριχες της οικουμένης θα αγάλλονται
νιώθοντας την πρώτη φθινοπωρινή μπόρα
να πλησιάζει.

Τα μάτια μαύρα

ta matia mayra

Τα μάτια μαύρα
Κι εγώ μια γάτα αιγυπτιακή πάνω στη στέγη
Ποταμοί μέλλοντος που θα με πνίξουν κάποτε
Βροχούλες σε παραλίες
Μπρούμυτες υπάρξεις
Της κακιάς ώρας ινδιάνοι και φρικιά
Με το στόμα καταυγασμένο
Με τους ωραίους φίνους πυρετούς που αρχίζουν απ’ τις κνήμες
και τελειώνουν στον Παρνασσό
Εις το μνημείο της αγνώστου βοσκοπούλας
που πια δεν μας κατουρά και δεν μας γράφει
εκείνα τα χυμώδη ανορθόγραφα των τρούλων της
εκείνα
μες στης νυχτός το έναστρο πηγάδι
Εκεί δίπλα στου βράχου τη σχισμή
Στον αναλλοίωτο πυκνόφυτο αρχαίο μπιντέ
με το αδάμαστο νεράκι
Που όλο ξεβγάζει τους λεκέδες των ονείρων
Τη λύσσα τη ζαχαρωμένη
Και την αφρώδη λύσσα του πρωινού
Και της αυγούλας τον πρώτο πόνο
Αχ! τα μάτια μαύρα
Τα πρωτοβρόχια εμένα του τρελού
γύρω απ’ τα βυζιά σου

Σπουδή Φθινοπώρου και Γεσθημανής

laxania

Σκουλαρίκια στων νεκρών τ’ αυτιά
Κι εσείς κοριτσάκια
-που στάζουν στις γάμπες σας τα πρωτοβρόχια-
Δώστε μου τη γλυκιά χαρακωμένη αγωνία σας
Το φτερό με τα σκάγια και το αίμα
Τις θηλές σας από φράουλα και στύση
Το χρυσωμένο χάπι της ηδονής

Τώρα είμαι πάλι ο βασιλιάς σας
Η λιπόθυμη αγάπη που χορταίνει τη μήτρα σας
σπόρους και ασπράδι
απ’ το σεξουαλικό αυγό του ήλιου
Ουρλιαχτό απ’ τις μπρούμυτες απολαύσεις
Ξύγκι και τρίχες του κοσμικού θηρίου

Λαχανιασμένος, στου παρελθόντος μου τα φιλιά γυρνώ
Κόκκινος όσο ένα φίδι που δαγκώνει