ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Κατηγορία: Ποίηση

Είμαι το αυγό τού έρωτά σου

rocio2

Είμαι το αυγό τού έρωτά σου
Με γέννησες στα βουνά και στα όρη
Απ’ τη μεγαλομάτα κοιλιά σου βγήκαν οι λέξεις μου
Και τώρα σου λέω πως λύσσαξα
Και τώρα σου λέω πως δεν την ξέρω την κόλαση
-αφού υπάρχεις-
Κι όσο στη φρυγμένη γη περιμένω να ’ρθεις

Οσίας Πελαγίας και Ωκεανών

pelagi

Αλίευσε σκυλόψαρα η Οσία Πελαγία
Όλα
του ερμαφρόδιτου βυθού τα ερωτικά σαρκία
Και χαρτογράφους Ισπανούς
Και μαυλισμένο εσώρουχο Ισαβέλλας
Ήτο σεμνή στο γλέντι της
καθώς πετούσε ο θάνατος γαρίφαλα στα στήθη της αβύσσου

Αχ! μάτια μου
δεν ξέρουν οι κλεφτοκοτάδες της στεριάς
τι εστί αέναον ιστίον ηδονής
Δεν ξέρουν πως μονομαχούν οι εγκέλαδοι στα σπλάχνα
Πως τόσα ρήγματα δονούν τη Θεσσαλία

Δεν ξέρουνε τι σύγκρυο αναφιλητό
-οσία Πελαγία-
επάνω στο ντιβάνι των Ωκεανών
ολόγυμνη ξεσπάς
εσύ το πουτανάκι των ανέμων
την ώρα που καταφτάνουν οι ευνούχοι νεωκόροι των λυγμών
να σε γνωρίσουν στους φαλλούς των δεσποτάδων

Πάθη Κυριακής Ηλιόλουστης

progression-of-four

Στα δόντια κάποιας Κυριακής
κόλλησε η λέξη μαντολάτο
Ο ήλιος στεντόρειος γραφειοκράτης των πάντων
Τον υμνούν αυτή την ώρα
τσούπες που σχημάτισαν κυβέρνηση του βουνού
κάτω απ’ τις φούστες τους
Μαμούνια μαύρα ολόμαυρα και σαύρες
Χορεύτριες
που τις ανέθρεψεν ο έρως της συγκομιδής υγρών
και αφροδισίων αφρών
Ω! χαίρομαι
ετούτο το παιχνίδισμα ρημάτων ανωμάλων
Εκκρίσεις ρεύσεις άνθη εκμυστηρεύσεις
Τη δούλη του θεού αδολεσχία
Καθώς ανοίγει ο καταπιόνας της
Καθώς χαϊδευτικά η σούφρα της ελέγετο Ζιζέλ

Η προσευχή του σεξουαλικού παπά

prose

Ω! αγία φρίκη των εγκρατών πιστών
Κι εσύ δόλια γαϊδάρα οικουμένη
που σε ξεκολιάζω κάτω απ’ τα εδέσματα
Αυτά που μου προσφέρουν οι φτωχοί με τα χάδια τους
Να, τώρα, κρύβω τον κώλο σου μες στα χαμόδεντρα
και χώνω τη μύτη μες στα σκοτεινά σου καπούλια

Viva Las Vegas

viva

Το μέλλον ανήκει στις μηχανές και τα
ρομπότ λένε οι πολλοί που έχουν γίνει
μηχανές και ρομπότ και η καρδιά τους
μοιάζει με βλάχικο σκουφί που το πετούν
ψηλά οι ποιητές και οι κάργες που
κατοπτεύουν τη μελαγχολία τους με
φουστάνια σκοτεινά και κακόφημα όλες
παράνομες ιερόδουλες πόλεις όλες στο
λουτρό εκεί περιμένοντας το μέλλον
που έρχεται με τα ρομπότ και τις μηχανές
και το φουσκωμένο ποτάμι των ηδονών
που θα ξεσπάσει στων ξεροκέφαλων στρατηγών το πηλήκιο

Made In Taiwan

1-54

Αυτός ο ποιητής φοράει φιμέ γυαλιά
στη φωτογραφία. Made in Taiwan.
Δεν φοβάται τίποτε, ούτε τους δανειστές
που μας δάνεισαν μαστίγια ούτε τους
υπερβόρειους θεολόγους των αγορών
ούτε την παλιά του συμμαθήτρια με τα
σιδεράκια, ούτε τον κακό λύκο, ούτε
τα παραμύθια. Αυτός ο ποιητής φοράει
λευκή μπλούζα στη φωτογραφία και δε
φοβάται τίποτε μέσα στο λιοπύρι των
Αθηνών και κρατάει σημειώσεις σάλιου
για την τάφρο των χειλιών της. Για εκείνη
που πάει να της χαρίσει τα βγαλμένα μάτια
της Παρθένου Μαρίας να τη σκιάξει με τον
κρίνο του και με το ντοσιέ της ποίησής του.

Η Σταχτοπούτα στο Γράμμο

 

staxto

Η Σταχτοπούτα
κατέβασε την κιλότα της
να κατουρήσει
κοντά στο χωριό Θεοτόκος στο Γράμμο.
Και πόσο μοιάζει με την Πομπηία, είπε
-στον φανταστικό πρίγκηπά της-
ετούτη η γη με τα δέντρα και τους παπαγάλους.
Και τότε εμφανίστηκε ο κακός ο Λύκος
από άλλο παραμύθι,
κι αυτή τού ψιθύρισε στ’ αυτί
Εμένα Λύκε μ’ έκανε μια χαψιά η μητριά πατρίδα
κι έμεινε μονάχα
ετούτη εδώ των σπλάχνων μου η μαγγανεία
στη μαύρη γη από βόμβες ναπάλμ
και βιβλιάρια ασφάλισης δημοσίου

Κάτοπτρο νυκτός

15146969640_9a8067e5dd_o

Παρακολουθώ όλες τις εκπομπές του διαβόλου
την αστυνομία πόλεως και την αστεία Βαβέλ
των ποιητών που έχουν περίεργες ιδέες για το
πέος τους και γυρνούν διψασμένοι τα χαράματα
εις την οδό Πτολεμαίων, εκδιωγμένοι απ’ την οδό
των γυναικών όπου ο Αντρέας Εμπειρίκος έπινε
το γάλα του

Και το φεγγάρι και τ’ αστέρια και οι πατούσες σου

sexavb

Παραφυλάω να σε δω γυμνή μες στο κλειστό μου μάτι
όπως παραφυλά ο σκόρος τις ονειρώξεις
Τα χείλη σου έτοιμα, έντρομα
μορφάζουν μαύρο τοκετό και σάλιο
Η Πρέβεζα κορδώνεται με μπουκωμένο στόμα
αντίς περίστροφο ηδονή
ψωλή αλατισμένη
Κοιτάζουμε τη θάλασσα μα βλέπουμε τον ουρανό
Ουρί του ατελέσφορου υγρού μας παραδείσου
Περνά ο Δυοβουνιώτης ο ληστής, εδώ κοντά
Περνά ο ένδοξος ματάκιας
όπως περνά το πρωτοβρόχι απ’ το σπλάχνο σου στη γλώσσα μου
Η οχτωβριανή! φωνάζει ο γκαστρωμένος ο καιρός
Και να, που ξεγλιστρά ο πέπλος σου στον ιερό σκοπό του

Ζεύγη περιττών αριθμών το Φθινόπωρο

kola

Αλφαδιασμένος ο ιστός πάνω στο χάος
Η χαρμολύπη άκαρπη, ατυχής
μας θέλησε ακατάσχετα γυμνούς και μουρουδάκια
Ο λόγος μια κραιπάλη
Κι ο σκύλος που είμαι σε λιπόθυμη αντηλιά

Νύχτα ειλωτεία στο στερέωμα
Τομάρια αφροδίσια στον ταραχώδη αφρό
Κι ο δαίμων πολυμήχανος, ολιγαρκής

Χαράματα, ο ήλιος αλαζών
Όλο ξεφτίλα και βραδύτητα
Καρκίνους μικροαστικούς
Και γαλιφιές στα κρόσια μιας παιδούλας

Ω! σελήνη, χωρίς άμφια εμμηνόπαυσης
που όλο βοά η αγαθότητά σου στις κερήθρες
Πανσέληνη κοχλάζοντας
όπως η υγρή Μπραζίλ στο Καρναμπάλ

Σχόλιο για το μη σχηματισμό κυβέρνησης

AM4

Απομακρύντε απ’ τη ζωή σας την εξουσία,
όχι τα δροσερά τζιτζίκια που πέφτουν στο χώμα τη νύχτα.
Θα ωριμάσει η γαμήλια ματιά σας, έφηβα μυαλουδάκια,
γοερή, μακριά απ’ τα βεγγαλικά των μπουρζουάδων,
και τότε όλα τα αποτρόπαια πράγματα που ξεπετάγονται
σαν εντόσθια γουρουνιού όταν του ανοίγουν το κουφάρι
θα βυθιστούν κάτω απ’ τους λαμπρούς λαχανιασμένους σας
οργασμούς. Ω! ναι, σας παρατηρώ να σκαλίζετε αφηρημένα
τη μύτη σας ή να ξύνετε τον κώλο σας. Όλες τις εκδηλώσεις
της βαναυσότητάς σας. Τα χείλη σας που πιπιλίζουν κινίνα
και παστίλιες για το βήχα. Τα μάτια σας όμορφα νευρικά
μερμήγκια που κλέβουν ψίχουλα απ’ το ποιηματάκι μου για να
ταΐσουν την καταιγίδα. Γράφω σημαίνει εγκαταλείπω ως ένα
σημείο το ζώο. Γράφω σημαίνει πως επιστρέφω πάντα σ’ αυτό.

Φύλλον ερωτικής πορείας

fter

Αχ! ένα μάτι από χίλια σύγκρυα αδρεναλίνης είμαι
Ξέρω την έκσταση της τρέλας
Μαδημένο ανυπάκουο μουνί
Ξέρω τις γάμπες σου απέξω κι ανακατωτά
σαν μικρό ανώμαλο αγοράκι
Ξέρω το στόμα και το σάλιο της λεχώνας ηδονής

Να αποφύγω δεν μπορώ τις μαλλιαρές μεταφορές
Μονάχα να σε αγκαλιάσω κοιλιά
Τα σαγόνια και τους ώμους
Τις γλώσσες
Νεροφίδες έσχατες
Του ξεχαρβαλωμένου οργασμού
Το μέλι που βλασταίνει στις κνήμες των νεκρών
Τις μάχες που δίνει ο αφαλός με τα σκουλήκια

Το μόνο ευαίσθητο σημείο μου, κορίτσια
Ο βαθύς ετούτος ρόγχος του θανάτου

Διαιωνίστε τώρα το περίσσευμα των δακρύων σας
Τη μύξα που αιωρείται στην άκρη του λυγμού
Χορέψτε τώρα που η αυγή βογκά
Τώρα που με το δάχτυλο σουβλίζετε το σπόρο να χωθεί βαθιά

Σάρκα περήφανη ως το μεδούλι των οστών
Αρμολόγησε τη ζοφώδη αγάπη μου
Τον πόνο που μουρμουρίζει παιδιάστικα λόγια
στα γαμψά νύχια της φθοράς

Υπεροψία σπλάχνων και λυγμών

edeme

Να με θάψετε κάτω από έναν πεύκο ή
μέσα σ’ ένα πηγάδι, μακριά απ’ τους
κεραυνούς των λογοκριτών. Κυρίες και
Κύριοι, είμαι τόσο λαβωμένος που θέλω
να γίνω πειραματόζωο σαν πεθάνω.
Διαθέτω το κορμί μου δωρεάν σε φοιτητές
ιατρικής που δεν έπαιξαν όταν ήταν παιδιά
με τα έντερα και τη σπλήνα ενός ποιητή.
Διαθέτω τους όρχεις μου φρεσκοπεθαμένους
και κατακόκκινους σε κοφτερά δόντια
δεσποινίδος εν τω μέσω της νυκτός. Μα,
όσο είμαι ζωντανός γράφοντας ποιήματα
για τον πεθαμένο μου εαυτό, να ξέρετε πως
ήρθα μες στον κόσμο για να τα πασαλείψω
όλα. Την ώρα, που θα χορεύουν το χορό της
κοιλιάς οι ουρανοί και οι όμορφες στιλπνές
μουνότριχες της οικουμένης θα αγάλλονται
νιώθοντας την πρώτη φθινοπωρινή μπόρα
να πλησιάζει.

Τα μάτια μαύρα

ta matia mayra

Τα μάτια μαύρα
Κι εγώ μια γάτα αιγυπτιακή πάνω στη στέγη
Ποταμοί μέλλοντος που θα με πνίξουν κάποτε
Βροχούλες σε παραλίες
Μπρούμυτες υπάρξεις
Της κακιάς ώρας ινδιάνοι και φρικιά
Με το στόμα καταυγασμένο
Με τους ωραίους φίνους πυρετούς που αρχίζουν απ’ τις κνήμες
και τελειώνουν στον Παρνασσό
Εις το μνημείο της αγνώστου βοσκοπούλας
που πια δεν μας κατουρά και δεν μας γράφει
εκείνα τα χυμώδη ανορθόγραφα των τρούλων της
εκείνα
μες στης νυχτός το έναστρο πηγάδι
Εκεί δίπλα στου βράχου τη σχισμή
Στον αναλλοίωτο πυκνόφυτο αρχαίο μπιντέ
με το αδάμαστο νεράκι
Που όλο ξεβγάζει τους λεκέδες των ονείρων
Τη λύσσα τη ζαχαρωμένη
Και την αφρώδη λύσσα του πρωινού
Και της αυγούλας τον πρώτο πόνο
Αχ! τα μάτια μαύρα
Τα πρωτοβρόχια εμένα του τρελού
γύρω απ’ τα βυζιά σου

Σπουδή Φθινοπώρου και Γεσθημανής

laxania

Σκουλαρίκια στων νεκρών τ’ αυτιά
Κι εσείς κοριτσάκια
-που στάζουν στις γάμπες σας τα πρωτοβρόχια-
Δώστε μου τη γλυκιά χαρακωμένη αγωνία σας
Το φτερό με τα σκάγια και το αίμα
Τις θηλές σας από φράουλα και στύση
Το χρυσωμένο χάπι της ηδονής

Τώρα είμαι πάλι ο βασιλιάς σας
Η λιπόθυμη αγάπη που χορταίνει τη μήτρα σας
σπόρους και ασπράδι
απ’ το σεξουαλικό αυγό του ήλιου
Ουρλιαχτό απ’ τις μπρούμυτες απολαύσεις
Ξύγκι και τρίχες του κοσμικού θηρίου

Λαχανιασμένος, στου παρελθόντος μου τα φιλιά γυρνώ
Κόκκινος όσο ένα φίδι που δαγκώνει

Μην ομιλείτε εις τον οργασμόν

o-SHUNGA-900

Τρέχεις υπάκουη γδυτή έως αργά τη νύχτα
Μεταξωτό εσώρουχο φοράς ή τίποτε
Όλο μες στο άδειο καύκαλο χελώνας ψάχνω
Εγώ ο διαλεκτικός
Μες στο βρακί που ξέσχισε
με τα γαμψά της νύχια η επανάσταση
Σφήκες σερσέγκια ερπετά
Εγώ ο φυσιοδίφης σου
με τη βαριά ασπίδα και τη σάρισα
με τη λαβίδα που μαγκώνει τα ιδιότροπα χειλάκια
Εγώ που πάω κατά πάνω στα δυσοίωνα μηλίγγια
βλαμμένων ποιητών και συνηγόρων
μέλλοντος παλαιού και σκουριασμένου
Αχ! ως και η μανούλα μου
μού λέει
να πάψω να ομιλώ εις τον οργασμόν
Μα, σαν κυνηγώντας την κορφούλα του φασκόμηλου
σαν το μελίσσι όλος πρησμένος απ’ τη γύρη
Τόση ανθισμένη πια φθορά στα δάχτυλά μου
Έρως της απληστίας και του βάραθρου
Έρως Οιδίπους χορτασμένος
τυφλότητα και ποδοβολητό
από καταβολής αστέρων και τριγμών
Έρως μαλακοκαύλης
Έρως της Νάουσας μια νύχτα σε φλοκάτες
-γύφτοι και όχι πεζικάριοι Μακεδόνες-
Με κόκκινη τήβεννο εγώ και χρυσοκέντητο καπέλο με φτερό
μίλησα εις τον οργασμό τον περιώνυμο
Φορούσες τα καλτσάκια σου μονάχα, εσύ
κι έβγαινε αυτή η πιλάλα σου η ακρότατη
Ζέστη σπειροειδής απ’ την αφράτη κόμη των σκελιών σου

Ηλίου φαεινότερον

barka

Ω! το θαύμα του φωτός
Με παίρνει απ’ το χέρι ο ήλιος και με πάει
σ’ ένα αργό αυθόρμητο ποίημα
Γράψε μου λέει
με το μαγικό σου το ραβδί
πάνω στην έξοχη μήτρα του Αυγούστου
Κάνε να γίνει παγκόσμιος ο πόλεμος της ηδονής
Βάλε τα δάχτυλα καλογριάς
μες στο θνητό της τριαντάφυλλο
Τη γουρουνίσια αδύναμη ευτυχία μας
Το πάθος για τη λάσπη
Κάνε αυτή την πεισματάρα φύση να τραβήξει
μαχαίρι και περίστροφο
Πονά ο άνθρωπος βαθειά
μα ο θάνατος ξεκαρδίζεται στα γέλια
Το ζάρι μες στη χούφτα του ζεστό
και τα παπάρια του νεκρού τα γλείφει η μύγα
Γράψε μου λέει
Αρσενικό γλοιώδες ερωτόπληκτο λαρύγγι
Μ’ ένα απαλό φύσημα
θα σβήσει ο κόσμος απ’ τα μάτια σου
Χωρίς ν’ ακούσεις σάλπιγγα ή τρομπέτα

Ανατομία λέξεων και φιλιών

kim_sung_jin

Θέλω να μάθω τα χείλη σου να με διαβάζουν
Τον αψηλάφητο βολβό του ματιού σου
να κοιτά κρυφά όλα τα κέρδη του έρωτα
Βαθιά θαμμένος κάτω από βαθιά χάδια
Λέξεις του κυκλοδίωκτου σπασμού
Μέχρι να φτάσει ο εγχώριος δαίμονας των υγρών σου
στον καβάλο μου
Και η λέξη να μείνει χωρίς τα οστά της
Να φτάσει το δάχτυλο στην καρδιά και στα έγκατα
Το χιλιοκολασμένο σου αιδοίο
να το μάθει απ’ έξω κι ανακατωτά
η λιπόθυμη στύση μου
Κορίτσι εσύ, που ξέρεις να υποφέρεις
επάνω στα ωραία σου λείψανα θα βλαστήσουν οι πόλεις
Θα μπλεχτώ στο στόμα σου
να με μασήσεις με τα δόντια
Να θρέψεις τα βυζιά σου από ωμό κρέας
που με παλαβώνουν
Ο οργασμός είναι δυνατότερος απ’ όλες τις κυβερνήσεις
Ο οργασμός σκάει στα γέλια
Σήμερα είσαι, αύριο δεν είσαι

Το στόμα των νυμφών

stomaton

Μας κρατά στη ζωή η πίστη στα ερείπια των εμπειριών μας. Φανταζόμαστε το ποίημα σαν το αίθριο μάτι ενός Κύκλωπα, που μετρά συνεχώς την απόσταση ως τον εαυτό του. Η ευτυχία μας διατηρεί την αταραξία της αφού φέρει εικοσιπέντε αιώνων ποιητικό χάρισμα. Ακούω την πάντα μουχλιασμένη και ρυθμική προσευχή όσων έχασαν τον εαυτό τους, αφήνοντας απρόσμενα αλύτρωτη τη μια και μοναδική τους ζωή. Οι ερωτήσεις περί νοήματος κοστίζουν. Οι κοσμοθεωρίες δεν εμπιστεύονται η μια την άλλη. Οι νύμφες που έρχονται στο κρεβάτι μου μένουν για πάντα σιωπηλές. Μάλλον οι λέξεις μου τις τρόμαξαν. Κι εγώ που έχω τις λέξεις για ψωμί και αγαπώ να σπαταλώ τις ώρες μου μαζί τους, πιστεύω από αφέλεια πως κάποιες απ’ αυτές που βγαίνουν διαρκώς από το στόμα μου θα πέσουν στο δικό τους και θα φυτρώσουν μια για πάντα εκεί.

Στίλβοντος Αυγούστου και Εξάψεων

stilovontow

Ώρα μηδέν, εδώ, για κάθε τίποτα
Οι λύκοι στα βουνά με αίμα άγνωστο
διαβαίνουν στολισμένοι
Κότες και πρόβατα για τα μαμόθρεφτα στομάχια μας
Ριζίδια της αλάλητης παρθενίας

Μας ξέρουν οι βασίλισσες
απέξω κι ανακατωτά
Η λάβρα τους χολερική
Ορμά ο τριφηλός φορτηγατζής της ηδονής
Πετάει σαν πετριά την υποβάρβαρη γλυκιά του επιθυμία
Σπάει το παστέλι στα καπούλια της
Και γλείφει
Ως κάτω του καταγκρεμνού τις ασωτίες
Ως το μεταίχμιο των λάκκων

Ω ναι! ξαμοληθείτε σπερματόσποροι
Ως τα δαφνοστεφή μηλίγγια σκορπιστείτε
Σκίστε το πέπλο λυρισμού να βγει το αιματάκι
Να ξεπροβάλει ανυποψίαστη η τέρψη της Λαϊδος
Να καταπιεί τα βερονάλ του οργασμού
Τα ερωτικά κινίνα

Υπέρ ενδόξου στύσεως πεσόντες
Υπέρ Μαρίας Μαγδαληνής
Υπέρ Ουρουγουάης

Νόμοι του σύμπαντος
Γουργουριστά σαρκία των προγόνων μες στο σπέρμα μου
Θα πασαλείψω τώρα βαζελίνη την ενδόμυχη δειλία της
Θα εισβάλω
Θα ουρλιάξει αυτή
Θα βγει το Αχ σαν δαίμονας
Θα εκραγεί το πιο ακροτελεύτιο φωνήεν
Τα Αχ και Ωχ θα βγάζουνε σπινθήρες
Η ηδονή κι ο πόνος
Η σφύρα και ο άκμων

Ας υπάρχει ο παράδεισος
κι ας είναι η θέση μας στην κόλαση, κορίτσια

Ανάσκελη Ή Πορτραίτο Αρραβώνος

IMG_20170723_230355

Τι ολοκαυτώματα βαρύτονα
Τι μπούτια Τρίκαλα
Θεσσαλικά υγρά
Τι Κορδιλιέρες Άνδεων και βάλε
Και τι αδένες
Ψίχα δηλαδή μιανής
που αιχμαλώτισε το φως
στο τέλειο σχήμα του κορμιού της
Αχ! δεν ξέρουν από γευστικές θηλές οι χωροφύλακες
Οι κάργιες που αποθνήσκουν στα Βελούχια
Δεν ξέρουν
Δείτε πως τρέχει να κρυφτεί το καβουράκι του οργασμού
κάτω απ’ την άμμο
Δείτε πόσο τανάλια η σάρκα
Πόσο μέγγενη
Και ο καθρέφτης πόσο σαρκοβόρος
Σχεδόν χίλια κομμάτια η Περσέπολις
Σπασμένα μονοσύλλαβα
Ωραία μαντολάτα
Τώρα που ονειρεύομαι γλειψιές στην αγιοσύνη σου
Στα τέμπλα σου καθώς
στάζουνε φασκόμηλα φιλιών
τα παρασάνταλα τα δάχτυλα
Η φλέβα η κατάπτυστη
Η μόνη μεσημβρία από χύσια
Η μόνη αλαφροΐσκιωτη ρωγμή
Καθώς ξαμώνει ο νεοσύλλεκτος σπασμός
Αθώο κοφτερό γυαλί
που αγγελοκρούει τη λάβρα των αδένων
Και το χαώδες το ξενύχτι κλειτορίδος
που ψιθυρίζει στα αυτάκια των ανέμων
Ω μνήσθητί μου καύλα!
Ω μνήσθητί μου βδέλλα υγρή!
Καθώς πλησιάζει ο αλαζόνας Αύγουστος στο τέλος του

Μεσημβρινό πορτραίτο ερωτομανούς

mesimbrino

Υπήρξα γητευτής
μες στη φυλλορροούσα δίνη των σκελιών σου
Όχι ένα ποίημα ακριβώς ερωτικό
Των γεγονότων ανασκάλεψα την ουσία
Για σένα για σένα για σένα
Τύλιξα το κορμί σου με το κορμί ενός άντρα
Αχ! οι ρίζες μας φτάνουν σε λάσπη πηχτή
Κι η λάσπη που είμαστε
από σπόρους και λουλούδια
από βροχούλες και σάλια
βαλσαμώνει τους νεκρούς
Μαζί αγκαλιάσαμε δέντρα και τάφους
Με στόματα πιο βιαστικά κι απ’ τα μάτια μας
καταβροχθίσαμε αυτό το αιώνιο ξενύχτι του κενού
Θέλω
να με ξυπνάει η γλώσσα σου
Εσύ η γλωσσοκοπάνα
την αυγή
να δοκιμάζεις του ασφόδελου τους πρώιμους καρπούς
Να σε μπουκώνει ο Όσιος Φαλλός
ως να παραδοθεί
στην αδιαλείπτως λειτουργούσα γκιλοτίνα των οδόντων σου

Μαξ και Ντόροθυ

majkai

Ο Μαξ Ερνστ με την γυναίκα του ζωγράφο Ντοροθέα Τάννινγκ

Την κόμη σου επρόβαλα στα ωδικά μου μάτια
Στων κανίβαλων σπλάχνων σου τη λαιμαργία παραστράτησα
Τον έρωτά σου έκαμα μπρελόκ ιθαγενών
γερόντων που φουντάρουνε στα βρωμερά σκατά
Κι είναι οι τόσες μουζικούλες μου που εξαγνίζουν
το εμπορικό πνεύμα του σεξ
Κι ένα σωρό ομορφιές τις ξετυλίγω σαν μετάξι
Και γίνομαι σερσέγκι στο τραγίσιο σου ρουθούνι
Ζωάκι αξιολύπητο μα θαυμαστός οργανισμός
Κι έχω στη μετέωρη φωλιά της αχανούς υπάρξεως
παρηγοριά τον κώλο σου
τον ξεροκέφαλο σπασμό της τούρλας σου
Αχ! κάτω απ’ την άδολη σχισμή πετάγεται
ο πιο μουνούχος ταύρος
Όσο μικρά κι αν είν’ τα κέρατά του
δεν κάνει πίσω

Η Χιονάτη τον Αύγουστο

xionati

Η γλώσσα που μιλάμε είναι η γλώσσα
της ύπαρξής μας. Ωστόσο η Χιονάτη
έκατσε στους εφτά νάνους για να την
οδηγήσουν στους εφτά ουρανούς.
Καθισμένη στα πόδια τους με μάτια
υγρά απ’ τα δάκρυα την έσφιγγαν και
τη φιλούσαν πίσω απ’ τα γόνατα και στο
μπούτι που ανάβλυζε γάλα και ωραία
λείψανα παραμυθιών που φιλονικούσαν
με την αιωνιότητα και τη συνουσία. Στην
αρχή περιορίστηκαν να της φιλούν τα
μάγουλα, τελικά όμως, μ’ ένα μεγάλο
σκίρτημα χαράς που δεν μπορούσαν να
τιθασεύσουν της άνοιξαν τα πόδια και
κόλλησαν τα χείλη τους στη σχισμή της
και στον κώλο της τον οποίο άρχισαν να
καταβροχθίζουν με μανία.

Στρογγυλά σαρκώδη δάχτυλα

strogila

Στρογγυλά σαρκώδη δάχτυλα
Ένα ποίημα
για το ροχαλητό και τους απεγνωσμένους έρωτες
Ένα διάδημα ιδρώτα και αγωνίας
Η ζυγαριά και τα δεμένα μάτια της δικαιοσύνης
Κρύα πόδια και καυχησιά
Και καμιά χυσιά
Μονάχα η βαρεμάρα των έργων τους
Μια ζεστή ζωή για να τυλίξει τους κρύους κώλους
Και πως η ευωδιά από κολπικά γέλια και μαστούς
φυτρώνει στους κροτάφους μου

Μυρίζω τώρα, αυτό το ξερό ψωμί του Αυγούστου
Τους αγρούς με τα φρύγανα που ψήθηκαν
Το χώμα και τις πέτρες
Τους παραθεριστές μες στη γαλάζια κλινική του Αιγαίου
Λέπια και εντεράκια
από ξεσηκωμούς πολέμους ολοκαυτώματα

Θέλω να είμαι των παθών σας ο κακούργος ουρανός
Θέλω αλοιφή για τα σπυράκια
Και ξύγκι για τους Αγίους τόπους των φιλιών

Προσεύχομαι τώρα, μήτρα του μεσημεριού
στην αναμαλλιασμένη σου λυγεράδα
Στον χολερικό ιστό των ερώτων σου
Νωθρός σαν μουνόψειρα και φτωχούλης σαν ποντικός
Η καύλα πιλαλάει και ξεχύνεται
Παντού κορμιά βλασταίνουνε χαρούμενους στραγγαλισμούς
Χωρίς αλουμινόχαρτα και τάπερ

Κορμιά παντού και οι σφήκες γύρω
Ο θάνατος που τραγουδάει λυπημένος
και δεν μπορεί να είναι κάποιος άλλος
παρά στρογγυλά σαρκώδη δάχτυλα
κατά πάνω στις σχισμές της ψυχής

Ωδή Στα Βυζιά

vdi

βυζιά γυμνά εξαίσια καταφύγια
στήθη ζεματιστά
σταθμοί αγρίων κορυδαλλών
φυλακισμένοι Διόσκουροι
βράχια
που πάνω σας χτυπούνε
οι γλώσσες σα χταπόδια

που πάνω σας χειροτονούμε
το φαλλό

βυζιά με τα χαντάκια σας
με τις υγρές χαράδρες σας
βυζιά
που σας ασπάζεται
το χώμα της πατρίδας

βυζιά θεσπέσια που μας τυφλώνετε
φανάρια αδυσώπητα
του τριαξονικού
του λυσσασμένου Scania
του πειραγμένου
που έρχεται
βολίδα καταπάνω μας

ρόγες που μας καρφώνετε
λόχμες
που μας βγάζετε τα μάτια
τινάζεται ο πλόκαμος
κραυγάζει ο φαλλός μας
σα γιαταγάνι που πετά
πυρακτωμένες σπίθες

κι από τον τάφο μου θα βγώ
κι από τα χίλια άστρα
πίσω θα γυρίσω
κι απ’ τα λυγρά σκουλήκια
θα ξεφύγω
για νάρθω πάλι ψαύοντας με τα δάχτυλα
τους χτύπους της καρδιάς
τα φλογερά εσάς βυζιά
να με κατασπαράξουν

βυζιά λαχταριστά
που έλκετε
προσκυνητές εις το γκρεμνό
καθώς τα χείλη κορασίδας
πιπιλίζουν το λυκόφως
ωσάν γρανίτα φράουλα
καθώς ψυχορραγεί και στάζει
σαν τους τυφλούς που κατεβαίνουνε
στον Άδη τους μονάχοι
σαν τους αθίγγανους που η σάρκα τους
φεγγοβολάει
χίλια αναμμένα κάρβουνα

Ερωτοτροφείον

erototrofion

Photo by Rimaldas Viksraitis

Ω νύχτα-Ya lail-
με το καλαμένιο σου φλάουτο!
Οι ιστορίες που πιστεύουμε
είναι οι ιστορίες που φτιάχνουμε το πρωί
σκαλίζοντας τις στάχτες σου
Η κουζίνα μου βρίσκεται μέσα στην τρυφερή σου καρδιά
Η καρδιά σου
ακούει βραχνούς κόκορες να λαλούν στο σκοτάδι

Κόβω μια φέτα καρπούζι
και βλέπω τα χείλη και τα φρύδια σου
Τα μαύρα κουκούτσια σφηνωμένα
στο ζαχαρώδες κόκκινο κορμάκι σου
Τον ήλιο κρυμμένο ανάμεσα στις φασολιές και τα κολοκύθια
Τις κότες να περιμένουν τ’ αποφάγια τους
Τα παιδιά μου παρατημένα στους αγρούς
να τους φέρω χρυσά κέρματα με σοκολάτα
Τη γυναίκα μου
όμορφη σαν το υγρό μάτι της αγρύπνιας
να αναιρεί τη χαζή ανταρσία μου
να γράφω ποίηση
να θυσιάζω κατσίκες και τράγους για τοπικές Αγίες
να βγάζω λίγα λεφτά
ίσα ίσα για τις φακές
και το φόρο για τους αποικιοκράτες

Μπορεί να είμαι ο τρελός του χωριού
Μπορεί να είμαι ένας χαζός
που κρατά δυο κλωστές και δυο λέξεις
Μια μαύρη και μια λευκή
Μια μέρα και μια νύχτα
Περιμένοντας την αυγή για να τις ξεχωρίσω

Κοιτάζουμε τώρα ο ένας τον άλλο
χωρίς να βρίσκουμε λέξεις για τη δυστυχία που μας ενώνει
Είμαι ακόμα θαμμένος στην καρδιά σου
Ω νύχτα-Ya lail-
με το καλαμένιο σου φλάουτο!
Δεν ξέρω πια να αγαπώ
Ή μάλλον ξέχασα

Tο μουσείο των Xαμένων Eιδών

nioy

Θα ιδρύσουμε το μουσείο των χαμένων ειδών.
Είσοδος ελεύθερη. Το νόμισμα εδώ θα είναι
η ικανότητα να αντέχεις τον πόνο και τη θλίψη
να παρατηρείς τον αφανισμό σου. Όρνεα με
ψυχρό αίμα θα παίζουν τρελά με χελώνες.
Σαύρες τρυφερές σαν κουταβάκια. Υβρίδια
από λεμούριο και χταπόδι μέσα σε ήρεμους
πράσινους στροβίλους και δίνες. Άρχοντες
του πολέμου θα ξεπετάγονται. Προφήτες που
επέζησαν από την ασθένεια μεγαλομανίας
του Χριστού, θα κερδίζουν οπαδούς και θα
κηρύσσουν ιερούς πολέμους ενάντια σε άλλους
προφήτες και στον άπιστο πληθυσμό. Μαύρες
γυναίκες θα σπάνε τις κόνιδες πάνω στο τρυφερό
τους χνούδι. Θα σηκώνουν τα φουστάνια για να
δείξουν το βαθύ ετούτο ρόγχο του πρωτόπλαστου.
Τους βολβούς των ματιών όσων στοχάστηκαν
βασκανίες και οργασμούς, αμολημένοι γύρω
απ’ το φεγγάρι. Χορεύοντας το χορό της χαοσύνης
ακούγοντας τη μεγάλη μαύρη τρύπα του σύμπαντος
να κλάνει νέα είδη και νέες υπάρξεις, αψηλάφητες
ακόμα απ’ τα σκοτεινά δάχτυλα της γενετήσιας ορμής.

Παίγνια ερωτικής νυκτός

The Kiss 1967 by Pablo Picasso 1881-1973

Βλέπω την καταιγίδα από σάλια να έρχεται
Μια ζωή απερίγραπτα βρόμικη
έχει τη μυρουδιά από κάτουρα ανεκπλήρωτων ερώτων
Συντάγματα ηδονής και πόνου
Μυρουδιά του μπαρουτιού και μυρουδιά του κώλου
Υπήρξα δειλός καθώς έγδερνα με τα νύχια την ομορφιά σου
Τα χέρια ιδρωμένα τόσο
όσο να βρει κανείς τη λαγνεία της παιδικής ηλικίας
και να πιέσει τη σκανδάλη
να σκοτώσει με το δάχτυλο
η πυρωμένη κλειτορίς
τη φτιασιδωμένη θλίψη στα γυναικεία κρεβάτια
Αχ! νύφες με τρίχες σάρκα και λίπος
Γιατί τα δέκα μικρά σας δάχτυλα είναι και δικά μου
Σας καθοδηγώ τώρα στη ευτυχία
Βλαμμένα κορίτσια
Πληγωμένα από εραστές πους σας χάιδεψαν στα σκοτάδια
Να! δείτε τη μεγαλόπρεπη τρυφερότητά μου
Το βίο μου που τον αφιέρωσα στην πορδή σας
Μονάχος στο καλυβάκι του πόθου
Με τη θηλιά του οργασμού γύρω απ’ το λαιμό μου
Ω! ελάτε να με λυτρώσετε
Κλωτσήστε την καρέκλα κάτω απ’ τα πόδια μου
Θα βρείτε το σημείωμα του αυτόχειρα
στα ετοιμόλογα χείλη του μουνιού σας
Γύρη σκορπισμένη στο ξύγκι του αφαλού
Και σπερματόσπορο παντού

Θεογονία του Νότου

rto

pixography: Apollonia Saintclair

Είμαστε παιδιά του Νότου και της ντροπής
Από γεννησιμιού νοτισμένα όντα, υγρά
Η γη είναι η μητέρα μας
κι ο πατριός μας ράθυμο καναρίνι μέσα στην κάπνα
Χλωμά αρνάκια του εσταυρωμένου
ανεβαίνουν τα δύσβατα μονοπάτια
Θέλω μια νέγρα να μασουλήσω τα στήθια της
σαν ξεδιάντροπος πίθηκος
Θέλω για δόλωμα την ψυχή ενός γουρουνιού
Σβουνιές και γέλια στα μουστάκια των φίλων
Οι εχθροί καρακάξες πέρα στους πέρα κάμπους
Κι ο δαίμονάς μου γουργουρίζει ορφανός
Έχω καρδούλα φιλάργυρη σαν αχόρταγο έμβρυο
Μαύρα έντομα περιμένουν το θάνατο να βγει απ’ το λαρύγγι μου
Σε θέλω
Σε θέλω την ώρα που βγάζεις τη φούστα
Και πέφτει γυμνό μες στο πηγάδι το κολπικό σου φιλί
Και το ρουφάει το φίδι των αποκομισμένων νέγρικων σπλάχνων μου

Πρόσκληση σε γεύμα

8022351215_9e527c90c6_b

Διατί δεν περνάτε απ’ τα μέρη μας
να σας φιλέψουμε μπομπότα;
Ο καθείς βρίσκει το βάρος της ψυχής του όταν χορτάσει.
Εάν απόψεις διαθέτετε και κύρος
εβάλτε τα στο μελανιασμένο σας κωλίον.
Οι μύγες εδώ του βασιλείου μου
είναι κορίτσια της παντρειάς. Τώρα
αλήθεια καθρεφτίζομαι σε ευωδιές της ωμοπλάτης,
σβουνιές από λυσσασμένους πρωκτούς.
Τώρα αλήθεια σας λέω χωρίς να είμαι ειλικρινής.
Ειλικρίνεια δεν διαθέτω αλλιώς δεν θα έγραφα γρι
και οι εφιάλτες αλλόφρονες θα διάβαιναν στα έντερά μου
και στα δάχτυλα μου που εξόχως εξυμνούν
τα μυστικά περάσματα από έρωτα σε έρωτα.
Από τρύπα σε τρύπα, βιασμούς γλυκούς
στο καταχρυσωμένο της ποίησης τοπίο.
Βλέπω στον καθρέφτη μου το δράκο.
Περάστε απ’ τα μέρη μου να σας φιλέψω
ανάσα φλογερή απ’ τα έγκατα.
Στίχους ψημένους καλά στο λίπος τους.
Αν πιστέψετε πως δεν υπάρχει ελπίδα θα σωθείτε.

Περιαυτολογίες για το Σώμα

soma

Σώμα μόνο και γυμνό
Πάλι μου έδειξες και πάλι είδα
τον τραγανό λυγμό στο λαιμό σου
τους ώμους που ανθούν και κλαίνε
τους νευρικούς κύκλωπες που έφυγαν στην επαρχία
Σώμα σπάω αυγά για σένα
Ετοιμάζω την ομελέτα για τα γαστρικά σου υγρά
Σώμα ξεχάσου σε μπάνια γάλακτος και αμνησίες
Σώμα δίχως ρούχα
Ο ζηλιάρης ήλιος θα φτάσει στις πιο απόκοσμες σχισμές
Μονάχα τα καθρεφτάκια των κολπικών υγρών
θα σπάσει το κύμα της ηδονής
Κι όλα αλαφρωμένα μετά
Για πάντα

Άγρια είναι η ύπαρξη

kooning

Τόση φύση απονενοημένη
όλο ψύχρα και εκατόμβες
Μύγες και χωράφια και θάλασσα
Κι ο ουρανούλης ουραγός της μήτρας
Ανέσπερος από ηλικία
Το υψηλό και οργίλο μέτωπό μου εκεί
γιατί επί τέλους είμαι ένα βρέφος εν στύση
Κι η νυχτερινή μου προσευχή περίστροφο

Γράφω απ’ το καλύβι μου πάλι
κι ούτε που ακούω τα καμώματα της ψωλής μου-απόψε-
μόνο της πεινασμένης μοναξιάς μου
το ιερό γουργουρητό

Έργα και ημέρες των ατίθασων κοριτσιών

erga

Όλα τα περιστατικά εναντίον μας
Κάτω απ’ τη νυχτικιά σου διακρίνω
το βλέμμα των δεκαέξι χρόνων σου
σφιχτό και στρογγυλεμένο
Παλεύω την εκφυλισμένη ζέβρα του νόμου
Κόλλες άδειες ριγωτές και τεθωρακισμένα
Της καμπούρας γριάς υπεραξίας τη φρεσκάδα
Τη μάχη της ηδονής με την κοιλιά
Το χλομό λογχισμένο αστεράκι
Ω Μάτι του προσκυνητή που το μασουλά ο ήλιος
Αιδοίο λιωμένο στα νυχτερινά του σάλια
Να, παραμονεύει η ομορφούλα το ψωλόχυμα
Τόση στύση αρσενικοθήλυκη
Λίγο άγουρη οργή γεμάτη χύσι και αίμα
Να, παραμονεύει το άδειο φωτισμένο παράθυρο
Μια τετράγωνη τρύπα που διαπερνά τη θεοσκότεινη νύχτα
Ξανοίγοντας στα ρημαγμένα μάτια μας
ένα κόσμο πλασμένο από κεραυνό και λυκαυγές

Anatomy of love Ή πρόχειρο σχεδίασμα θανατογραφίας

anatomy of love

Την τριχωτή τους τρυφερότητα
απολαμβάνουν απόψε οι γραφειοκράτες
Η γλώσσα τους πάντα στα δόντια του θηρίου
-Γαϊδουράκια αλλήθωρα από μανιώδη γαλήνη-
Στη θέση της καρδιάς φύση παχύδερμη παραχαϊδεμένη
Λόξυγκες από βυζάκια αέρας κοπανιστός
Ξαπλώνω μπρούμυτα και χαϊδολογιέμαι
Ότι γράφεται, λέει, κοιτάξτε με μονάχα απ’ την κλειδαρότρυπα
Λίγδα γλυκιά στων ετοιμοθάνατων τον ιδρώτα
Και τα πουλιά στα δόντια της γάτας
Στην καρδιά χτυπημένα και στις σάπιες φτερούγες
Ξυλιασμένα απ’ το κρύο σπέρμα της χαοσύνης
κι απ’ τον αφρώδη φόβο της πτώσης
Παχύ καθρεφτισμένο κήτος στα μεγάλα δάχτυλα της σιωπής
Μετρώντας νεκρούς στα ανάπηρα ροχαλητά τους
Μαύρες πουτάνες του πυρακτωμένου μυαλού
Μουνιά που τηγανίζουν τη φαλακρή θλίψη
Σβησμένα σε γαλλική σαμπάνια και παστρικό κλύσμα
Τις μωρουδίσιες μέλισσες με το θολωμένο μάτι
Σωριάζοντας δαντελωτή γύρη στον ερημότοπο
Κάτουρα του θεού στη σιωπή της νύχτας με τις ανοιχτές γάμπες
Αγάπη στα μπούτια
Πριν το φεγγάρι σκίσει τη φούστα του ουρανού
Ξηλώνοντας την ατέλειωτη νύχτα απ’ το γέλιο του τρελού
Τους άντρες αφήνοντας στο κλουβί τους
Νευρικούς λόγιους με ξιπασμένα χείλη
Αίμα των γάμων στα κρυφά νυφικά της νύχτας
Κοιτάζοντας πως ροκανίζουν ευπρέπεια
Σύζυγοι που εξαγοράζουν τις πενιχρές τους ατασθαλίες με υποταγή
Θάνατοι και μύγες που ξαλαφρώνουν
μες στο μαύρο ρουθούνι του δαίμονα

Η Οδός Καρυωτάκη Στην Πρέβεζα

kariot

Κάθετη στο λιμάνι εκεί που έδενε η γραμμή
Πρέβεζα-Άκτιο. Κι ο Κώστας δεν ήτο Ζορμπάς
αλλά υπάλληλος. Εφέγγριζε εκεί γυρνώντας
απ’ τις βόλτες. Έχοντας υπό μάλης αλληλογραφία
σκότους. Λαμπρά στοχαστικός και αμφίρροπος.
Να ασκητέψει πήγαινε. Είρων, χλευαστικός
όχι σεμνός και φαύλος νοικοκύρης. Ηδονιστής
της παρακμής. Όχι ακροκέραμο, τέκνο της
παλιγγενεσίας, μα μπουρδελιάρης, πετεινός
ακροτελεύτιος του Αμβρακικού. Εκδότης κάποιας
Γάμπας. Τέτοιος που έβγαζε θειάφι απ’ τα χάδια του.
Τέτοιος που αχόρταγος υπήρξε με τις λέξεις. Πάντα
απ’ τη χλομάδα μιας Μαρίας νικημένος. Πάντα
κομούνι αγύριστο σ’ αιώνιους άμμους ψηλαφώντας
άνθη λευκά του πρωινού και συριγμό αβύσσου.

Φυσιολατρικόν

fisiola

Τρέχει ποτάμι ο ιδρώτας μου
Η νύχτα υγρή κι απληροφόρητη
Αγαπητή μου ο λαός κλούβιασε
Κουβάρια βιασμών στις γωνιές της τρέλας
Κοριτσάκια μαλλιαρά κι ανύποπτα
Υμνούν τα γερασμένα σπλάχνα των γονιών τους
Μου γράφουν πώς να τις βοσκήσω
Ο κώλος τους πεινασμένος και στοχαστικός
Μάτια αυτιά δόντια μηνίγγια
Όλα τραγανά και ξεχαρβαλωμένα
Θέλουν να δοκιμάσουν το μέλι του γάμου
Τα ερωτικά σκαθάρια τους στη σκιερή ωχράδα του φιλιού
Όλο σάλια και νοστιμιές
Της παρθενίας τον υμέναιο να κάψουν
μαζί με φούστες κάλτσες και σουτιέν
Βρακάκια δίχτυα έσχατα φρύγανα ονειρώξεων
Αυτά τα κομματάκια ευσπλαχνικού χυμού
Αυτά της νεροφίδας τα καμώματα καθώς γλιστρά
σ’ ένα λιμνίσιο ύπνο
γεμάτο ατέλειωτους οργασμούς

Δαγκωνιές και λέξεις μάγου

odini

Αφού σε προκαλούν τα μυστικά μου
και το άρωμα ετούτο της ψυχής που λυσσομανάει
Αφού το κλαψιάρικο δάχτυλό σου με σκλάβωσε
Παραμύθια αχνίζοντας ανάσας δίχως ρούχα
Δίχως σπίτι και δίχως σκυλί ξεμωραμένο από αλητεία
Αγκάλιασε την ανώμαλη ελαφίνα μου
Κι εγώ θα φωτίσω τις γάμπες σου με αναπτήρα
Σου υπόσχομαι ξιπασμένα δαγκώματα στις ρόγες
Θα σε λέω κήτος από σάρκες που οργάζονται
Δαγκωνιές και λέξεις μάγου
Θα σε λέω κάτω απ’ τη φούστα σου θρήσκα τρυφερή καρδιά
Άφησε τις χοντροκώλες τύψεις στα κρυφά παιχνίδια τους
Άφησε τα μερμηγκάκια να ξεχαρβαλώνουν τη ρουτίνα σου
Άφησε το στόμα τσίτσιδο εκεί κάτω να με νταντέψει
Να πεις στο θάνατο
Κοιμήσου μες στο στόμα μου πρίγκιπα της στύσης

Καλοκαίρι με τη Μάτση

empeirikos-matsh-3

Εκείνη όμως
κατουρούσε σ’ ένα αρχαίο πήλινο ουροδοχείο
Σωριάζονταν στο πάτωμα και το κατάβρεχε ακατάσχετα
με τα ούρα της
Ύστερα ο ανήρ της ακολασίας τη φωτογράφιζε στο κρεβάτι
Μέρα και νύχτα αλαφιασμένες κόνιδες παραφύλαγαν
Το αιδοίο της ξεμωραμένο τόσο
Ο Αντρέας άνοιγε το φακό για να βρει το υγρό χνούδι
Δυνατοί λυγμοί και μια συστάδα τσουκνίδες
σ’ αυτόν τον πένθιμο πύργο της ηδονής
Η νήσος Άνδρος φαλλική και σκανδαλώδης
Σπυράκια στην ωμοπλάτη
Ο εραστής κανίβαλος έδιωχνε τα κακά όνειρα και τις μύγες
Τριχωτή αλλόκοτη στύση
Ονόματα νυμφών που τα χάρισε όλα στους ανέμους
Άνθιζαν τ’ αχαμνά του στα χείλη της
Ο φωτοφράχτης ύφαινε βολβούς
Το αρρωστημένο μάτι του θεού έφτανε στο μεδούλι της
Μετά λίγοι στίχοι, πλήξη και απεριτίφ
και πράσινο σαπούνι για τις μασχάλες

Δέησις Αγίου Φανουρίου

picaso

Επλατάγιζαν τα ρουθούνια σου πάνω στην Άγια Τράπεζα
Ο άγιος Φανούριος μάς έραινε με ιερό ηλεκτρισμό
Ο κόλπος σου από χείλη κόκκινα και υγρά οικεία
Η καρδιά σου από χαλίκια και πυρίτιδα
Η γλώσσα
ευλογούσε του εσταυρωμένου αλαζόνα το ατάραχο βλέμμα
Ήτο δέηση ενός καταπιόνα και μιας βουνοκορφής
Ήτο φυσίγγια σπερματόζωα της εφηβείας
Λίπος λιωμένο χνούδι και νύχια που γδέρνουν
Μέσα εκεί στο ιερό αγκαλιασμένα
τα μέλλοντα κουφάρια μας
Ένα πηχτός ζελές από αρετές αηδιασμένων αγγέλων
Βάραθρα κορδωμένα
Τα χέρια γαντζωμένα στα καπούλια
που θα φιλονικήσουν κάποτε με τη σήψη
Τα πόδια σταθερά πάνω στο καυτό τσιμέντο της πατρίδας
Άγρια σκυλιά ιδρωμένα
Ανάψαμε δυο κεράκια στον Άγιο
Στην αιώνια ερημιά του αποθέσαμε σπέρμα ζεστό
Μακριά απ’ το θριαμβευτικό σάλιο του νεωκόρου
Μακριά απ’ τις σαγιονάρες του καλοκαιριού
Ο χυμός μας μόνο εκσφενδονίσθη
Μπροστά στων αόρατων πιστών τα κομμένα λαρύγγια
Και τα ανάπηρα καυλιά από ατελείωτη ταπείνωση
Μόνο οι λόξυγκες του οργασμού
Μόνο το αλογάκι της Παναγίας ξαπλωμένο στο άσπιλο μπορντέλο του
Καρβουνάκια και χαρτοπετσέτες με σπέρμα

έως λίκνου

Σύνδρομο Susac Ή Αναφορά στο Γκόγια

gogia

ω! ευτυχία
το μπουρζουάδικο χαμόγελό σου
θα το συντρίψει κάποτε η τερηδόνα

Η προσευχή του απίστου

gonatis

δεν έχω σε τι να γονατίσω
μα σκέφτομαι πόσες φορές γονάτισα
μπροστά σε κάτι κυρίες που το εκτίμησαν δεόντως
αφήνοντάς με να προβώ σε ερωτικές ωμότητες
με ότι πρόχειρο διαθέτει το κορμάκι ενός απίστου
χείλη γλώσσα δάχτυλα
καυλοπυρέσσων πύον απ’ τα έγκατα

Αχινούλα

axinoyla

Την είδα την Αχινούλα, την είδα ψες αργά
στον ύπνο μου να έρχεται με αγκαθάκια υγρά.
Είχε σχισμούλα κόκκινη ωσάν τυφώνας
τρυφηλός, χειλάκια ριψοκίνδυνα, είχε κι
ο τράχηλος παραφορά και ίλιγγο. Αχ! η Αγία
μοίραζε κινίνα ερωτικά, ο νεωκόρος σάλια.
Εξ’ ευωνύμων χώνευε μια πέρδικα τη γύμνια
των ανέμων, αλλά, όλα ήσαν του ιδρώτος και
του καύσωνος, οι ανεμιστήρες εδούλευαν στο
φουλ, εδώδιμη αγεωμέτρητη ηδονή, οι
έλικες αποκεφάλιζαν τα φλάουτα του ύπνου.
Τα δάχτυλα ντουφέκια στους κροτάφους μου.
Μα έβγαλα το σλιπ τόσο ευέλικτα κι ο αχινός της
άνοιξε ως είθιστε. Περίμεν’ ο κοσμάκης ελελεύ
και στύσεις θρησκευόμενου αρτίστα. Λυγμούς
και νοσταλγίες, κολάσεις, παραδείσους και
καθρέφτες. Μα αλύχτησα ξανά ξανά ξανά
όπως αλυχτά το άπειρο στα σπλάχνα μιας
παιδούλας. Σου γράφω τώρα απ’ την καλύβα μου
Αχινούλα, χαϊδεύοντας τα τρυφερά σου αγκαθάκια.
Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης.
Κι η ματαιότης μαζί.

Εις μνήμη λογίαν

daxt

Θυμήσου μνήμη πως σκορπίστηκες εκεί
που ίδρωνε αγίασμα η οσία Αμαρτία, σαν
φανελάκι που ελλοχεύει στο βρεγμένο
της κορμί και σαν βυθός που περιμένει
τα σκυλόψαρα να τα καταβροχθίσει.

Αχ! νυχτόβια πουλιά περαστικές κοπέλες
οι ονειροκρίτες όλοι της γραικίας δεν
σας αναφέρουν πουθενά, μα εγώ που
τόσο αλιτήριος υπήρξα σας κρύβω μες
στο ποιηματάκι μου όπως κρυβόμουνα
μικρός κάτω απ’ τη φούστα της μαμάς.

Ανατομία ερωτικού συμφέροντος

anatomia

Κοίτα πως σε σημαδεύω στο μεσόφρυδο
ξόβεργες στήνοντας
στον ποταμό που κατεβαίνει ετοιμοπόλεμος
στα αιδοία των Βακχών.
Αχ! το δάχτυλο απρεπώς πετροβολά τη λέξη υγρασία.
Υπήρξα κάποτε ηλεκτρικός ποιητής
Μάζεψα τσάι και ρίγανη σε φονικούς γκρεμούς
Πέρασα όλα τα χαντάκια σου με άριστα
Στο δρόμο για τη Δαμασκό
Σπούδασα
Ερωτική ανατομία και έρεβος
Όλα τα αχανή γλυκάδια της καρδιάς σου

Σκέψεις πάνω στην αισιόδοξη ανθρωπολογία

skefis

Ξορκίζουμε τον έρωτα που μας παραφυλά.
Απάτη είναι η ποίησις και αναφυλαξία.
Ρωτήστε τους παλιούς καλούς μαστόρους
τον έκφυλο σπασμό που μας ορίζει, καθώς
περνά η σιωπή με το μαχαίρι και θερίζει.

Γιατί η σιωπή και γιατί ο χρυσός

giati

Κρύφτηκα για με βρίσκουν εύκολα τ’ αδέρφια μου
Ακούω τις νότες του θεού που με ονειρεύεται
Ο αφαλός μου σε κανένα ουρανό δεν είδε φως
Το χωριό που δεν υπάρχει στο χάρτη ψάχνω
Τη μάνα μου, που άφησε το χέρι μου και χάθηκα
Εδώ όπου σμίγουν όλες οι σιωπές
μόνο ο δικός μου θόρυβος ακούγεται

Περικοπές ερωτικού ευαγγελίου

TTT

Σου έδωσα το κορμί μου, επανάσταση
Και τώρα μου έμεινε αυτό το μουδιασμένο στόμα
Μετέωρο
Παίρνω τους δρόμους που είναι πάντα ένας δρόμος
Αυτός που βγάζει ξανά και ξανά εδώ στο μηδέν
Με κερνάνε γλυκόπιοτο θάνατο οι ποιητές της γενιάς μου
Ακούω συλλαβιστά τραπεζώματα στην εξουσία
Ακούω γουργουριστούς επαίνους των σοφιστών
Άνεμοι και χίμαιρες
Γραφεία καταδόσεως ερωτικής επαφής
Γραφεία καταγγελίας λαγνείας
Με τα χίλια μάτια του αίματος η ανθρωπότητα με κοιτά
Μαύρο μεθυσμένο ζουζούνι εγώ κάτω απ’ τη φούστα σου

Είσαι η άβυσσός μου
Η θαυμάσια όψη της σάρκας που γλεντάει την πληγή της
Είσαι η χαρά της ζωής που φωτογραφίζεται για να με καυλώσει
Είσαι εσύ που μούσκεψες το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο
Ζουμιά και αίματα
Βυζάκια και σχισμές για τις ερωτικές μου ιώσεις

Κορίτσι του κόκκινου στρατού των οργασμών
Που είσαι ολόκληρη ένα σφυροδρέπανο
Από την ήβη ως τις μασχάλες

Σ’ αγαπώ τόσο που ξέρω πως δεν υπάρχει ελπίδα
Σ’ αγαπώ τόσο που δεν έχω διάθεση να σου πω σ’ αγαπώ
Σ’ αγαπώ τόσο που δεν θέλω να πεθάνω για σένα
Σ’ αγαπώ τόσο νηστικός που είμαι για αγάπη
Μα η αγάπη ήταν πάντα ένας αδέσποτος σκύλος
στο κατώφλι ενός κόσμου που θα χαθεί στους αφρούς και τα νέφη
Η αγάπη σμιλεύει με τα δάκρυά της την ηδονή
Η αγάπη πυρπολεί την αγάπη
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ
Μέχρι να μάθω να ’μαι η αγάπη

Η συνήθεια είναι αιτία πολέμου

iepanali

Ποντάρουμε στις ιδιοτροπίες μας. Έρπει απαλά
ο τραγικός καιρός. Χειροπέδες κομποσκοίνια και
κορσέδες. Η συνήθεια είναι αιτία πολέμου.
Το φλογερό μάτι τρυπώνει στο φλογερό μουνί.
Μια χυδαιότητα ειρήνης μας τρέφει. Λυρικά
κτερίσματα άλλων. Η αγάπη θα χιμήξει κάποτε
να μας βγάλει τα μάτια. Κι ο κόκορας θα παραφυλάει
πότε θα κατεβάσεις το βρακί σου, για να χώσει τα νύχια του
στους πρωτόπλαστους οργασμούς του μέλλοντος.

Μπαλάντα για μια σχισμένη αφίσα

old-and-new

Κορίτσι που ζεις στις αφίσες
Μονάχα οι αμφίθυμοι ποιητές σε συντηρούν
Όλο γενναιόδωρα λογάκια και πετριές
Κάτω από στυγερούς υποτίτλους

Το κορμάκι σου ξεφλουδίζουν
Τη χάρτινη πέτσα των συνειρμών

Ωμές προσταγές για σεξ εξ αποστάσεως
Πακέτα διακοπών για σκλάβους
Χίλια φιλιά κι άλλα χίλια

Ευρισκόμεθα εδώ
στον παραθαλάσσιο ελαιώνα της πατρίδας

γύρω η θάλασσα

ματαιωμένοι αρραβώνες
χαπακωμένοι συγγενείς

Ελλάς Ελλήνων Εραστών και κουβαδάκια

Αχ! κορίτσι που ζεις στις αφίσες
Τις νύχτες
Τι όμορφα που ξεγλιστράς απ’ τα ταμπλό
Κι έρχεσαι στην άμμο και κατουράς
Τι θαμμένη μας καρδούλα