ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Κατηγορία: Ποίηση

Αναφορά στον Αντρέ Μπρετόν

andrc3a9-breton-by-man-ray-1930

ένας φλεγόμενος ουρανός δεν είναι ένας φλεγόμενος κώλος
παρά η μανιέρα του φόβου του θανάτου και του σεξ
η έρημη χώρα από κραυγές ηδονής

μες στις πυκνές τρίχες του εφηβαίου
δίνει ο Κύριος των Δυνάμεων τα ηλεκτρικά του φιλιά

το Ισλάμ και η Χριστιανοσύνη κίτρινα χλωμά καναρίνια
που βγάζουν απ’ το στόμα φλουριά

συνωμοτούν οι πρόστυχοι συγγραφείς με φόντο τον φωτεινό άδειο ουρανό
διάγουν βίο χαρισάμενο οι ψυχολόγοι
οι γαστρεντερολόγοι οι ερπετολόγοι οι απεραντολόγοι
οι αναλυτές

ω! Αντρέ Μπρετόν, θαμμένε στης Σορβόνης το μπετόν
τα πάντα οιακοίζει ο κεραυνός

Η εντελέχεια του μη όντος

321daedfb0a17076556932931851d403--art-collages-collage-art

σ’ ένα καφενείο που βρωμάει ούζο και σκατομεζέ
οι καταποντισμένοι άντρες κάνουν μια χαψιά
τους γίγαντες και τα ρεβίθια
βγάζουν φύκια φρύγανα και λέπια
έχουν κωμικοτραγικό καυλί πρησμένα μάτια
στραμμένα προς το χάλκινο ταβάνι
κοιτούν το κήτος του αλκοόλ κοιτούν τη νύχτα που έρχεται
τακτοποιούν τα ζαρωμένα τους αρχίδια
τα γυμνά τους δόντια μες στα ντουμάνια
τη μυρουδιά του ζώου έχοντας στο χνώτο τους
και στα σαλεμένα τους μυαλά εκκλησιαστικούς ύμνους
πατριωτικά τραγούδια μπαλάντες καουμπόικες μελωδίες
και γνωστές μαλακίες όπως
απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των πιοτήδων τα ιερά
η μαϊμού η καυλωμένη όλο πίνει και μεθά
ξέρει την καταγωγή της κι όλο τρίβει το κορμί της
θύμα θύτης όλα ένα στο δασύτριχο μουνί της

Βουτιές

vouties

το έχω να ζήσω χίλια πεντακόσια χρόνια, αδέρφια
να εμβολιάσω τον σεξουαλικό μου εγκέφαλο
με επιγράμματα
για να αντέξω τόση φλυαρία
τόσο πολιτισμό
μακρόστενα ποιήματα θα γράφω
για γυναίκες
που ταξιδεύουν εις την Νήσο Ηδονή
επάνω σε σκουπόξυλα
ερεθισμένες μάγισσες και καυλιάρες νοικοκυρές
ω! ναι, το έχω να ζήσω χίλια πεντακόσια χρόνια
και βάλε
αν χρειαστεί
θα σας εξηγήσω εμβριθώς το Ντε Σάντ
λαογραφία Οθωμανικό δίκαιο
σουηδική γυμναστική αιμομιξία
ευρωπαϊκό πολιτισμό χασίσια εφηβεία
στης Έμιλυ Μπροντέ θα σκαρφαλώσω
τα Ανεμοδαρμένα ύψη
ω! ναι, μα την Παναγία Ελεούσα
θα βγω εκτός εαυτού
θα ανδραγαθήσω
παταγωδώς θα αποτύχω
και χίλια πεντακόσια χρόνια θα κοιτώ
το σκυθρωπό φεγγάρι
ντόπια κορίτσια
ροδοδάχτυλες σχισμές
τις Μολδαβές αθλήτριες να κατουράνε το τερέν
τη μισθωτή σκλαβιά τόσων θνητών
που δε γευτήκαν
λιοπύρια αθώα υγρά
λιωμένο σύκο και σκατούλια κατσικιών
φραγκοσυκιές κατσάβραχα
λεωφορεία της γραμμής που παν στο ηλιοβασίλεμα
και σας το λέω αδέρφια
το έχω να ζήσω χίλια πεντακόσια χρόνια
να σβήσω χίλια πεντακόσια κεριά
να ζήσω χίλιους πεντακόσιους έρωτες
να πιώ μονορούφι το ζουμάκι σας
τσούπες γδυτές και έξαλλες
να πάθω ηλίαση ανεμοβλογιά ταφοφοβία
ξανά και ξανά
τη μιαν μονότονη ημέρα μετά την άλλη
ξανά και ξανά
όλο βουτιές στη θάλασσα
μόνο βουτιές
κι όταν ρωτά το Έρεβος την ώρα
εγώ θα λέω πως είναι ώρα για βουτιές

Προσευχή δόκιμης μοναχής

prose

Κουρνιάζω μέσα στις μάταιες πράξεις και στα μάταια λόγια
Ο Κύριος θάνατος είναι λογιστής που ξεμυτίζει απ’ τη σάρκα του στήθους μου
Λογαριάζει τα πολύχρωμα φτερά του λαιμού μου
Κάνει τα κύτταρά μου φονιάδες
Διαφθείρει κοριτσάκια στου χασάπη το κούτσουρο
Του χαμογελούν τα γλυκά ευωδιαστά αιδοία
Του γλείφει το μπούτι τη γάμπα και το γόνατο ο λαός
Είναι πεινασμένο το μουνί μου, Κύριε Θάνατε, πρέπει να το ταΐσει κάποιος
ο προηγούμενος εραστής μου δεν μπόρεσε, εσύ μπορείς;

Σπάργανα

clic_nickturner_collage_2_master

Η λέξη σπάργανα μας φέρνει πιο κοντά, κορίτσια
όπως η λέξη θάλασσα φέρνει τα ψάρια πιο κοντά στον ήλιο
Αχ κορίτσια, που όλες οι διαστροφές μας φύτρωσαν ανάμεσα
στα δάχτυλα των ποδιών σας τη νύχτα
κατηφορίζοντας στις ερήμους της Αμερικής
με τους ποιητές της που ξεψύχησαν στα πευκόκλαδα
ψάχνοντας Ινδιάνες από ατσάλι
με τα μικρά πικρά ελαφίσια κέρατα
και τους ήχους από χιλιάδες φτερούγες
Κι εκείνη την ανοχύρωτη γύμνια τους
των ανοιχτών αγρών το ακρωτηριασμένο σώμα
το χρήμα για τις νέες λογοτεχνίες
και το κάτουρο απ’ τα θαλασσοδάνεια του έρωτα
Αχ κορίτσια, οι κάμποι ετούτοι θα γίνουν κάποτε θάλασσες
η άγρια αγωνία και το τρεμούλιασμα του πέπλου σας
θα γίνουν ποντικοφάρμακα και σερβιέτες
μα εσείς δοκιμάζοντας ξανά και ξανά το κλειδί για το σύμπαν
σαν να ναι σπέρμα ή δάκρυα
θα έρχεστε στον αιώνιο ύπνο μου
όχι για να ξυπνήσετε τον πεθαμένο Λάζαρο
αλλά να ζητιανέψετε φαλλό

Silicon Valley

Lolw

Στον κόσμο αυτό υπάρχουν αμπερόμετρα
ρινίσματα σιδήρου, πλανήτες και φωτεινές ακτίνες
σπλάχνα μαϊμούς στα χασάπικα του Μανχάταν
Αλλά δεν υπάρχουν ηλεκτρόνια
μαγνητικά πεδία
πτολεμαϊκοί επίκυκλοι
και ο αιθέρας της ηδονής

Μανολάδα μπλουζ Ή Μείζων δε πάντων η αγάπη

manol

Να τρώτε άψητες μασχάλες και σκεφτικούς λευκούς μαστούς
βατράχια της παραδοσιακής μας ποίησης
Να τρώτε τον ορθολογισμό με το κουτάλι
τα κβάντα και τη λάσπη της δημιουργίας
Αγαπήστε τις αλυσίδες σας
έλεγε στους σκλάβους ο απόστολος Παύλος
ενώ έπλεε προς Κορινθίους
κατάσκοπος πια, καλοπληρωμένος, των Ρωμαίων

Μη Γράφετε Άλλα Τραγούδια Για Τον Έρωτα

kolaz

Μη γράφετε άλλα τραγούδια για τον έρωτα
και την καταχνιά. Εδώ δεν είναι Οξφόρδη
αλλά χώρα με καημούς και γάγγραινα. Εδώ
οι όψιμοι πλατωνιστές σπαράσσουν
ψαλιδίζοντας σεντόνια. Λεηλατούν αλάλητες
παρθένες, ρυθμίζουν υποθέσεις του κράτους
πληρώνουν δόσεις, καιροφυλακτούν. Προτιμούν
να περάσουν καλά στο μέλλον και στον κάτω κόσμο.
Οργίζονται θερίζουν γεννάνε ήρωες και δασκάλους,
στεντόρεια λογοπαίγνια. Κι εκεί κατά το ξημέρωμα
υποκύπτουν στα τραύματά τους και στην ανίατη
αρρώστια της ζωής. Μη γράφεται άλλα τραγούδια
για τον Έρωτα, ο Έρωτας θα σας φάει θα σας
δαγκώσει το σβέρκο ο Έρωτας δουλεύει από ήλιο
σε ήλιο σπέρνει δαιμόνια σας θέλει εκεί ενορίτες του
σας θέλει εκεί αγνούς ανθρωποφάγους του πλησίον

Goodbye Dubai

Na08-Weather

Με ξύπνησαν σαουδάραβες καρκίνοι και μεγαλέξανδροι
-μύριζε δίπλα ο πυρήνας της αφρό-
Φορούσε τήβεννο η μαντάμ Αδολεσχία
Εδώ είναι Ντουμπάι δεν είναι παίξε γέλασε, ασπόνδυλε παρία
Χρυσάφι ξύγκι και βλεννόρροια
Μουνί πυρέξ
Μουνί λυθρίνι κατακόκκινο
Σπέρμα αλκοόλ γαλαζοαίματοι
Οι παρτιζάνοι στα κοντέινερ δεμένοι με αλυσίδες
Εδώ
οι σφήκες γλείφουνε τον πεθαμένο άνεμο της στέπας
Εδώ
έρχεται σε οργασμό η Παναγία της Τήνου
Εδώ
ξεπλένουνε οι αγιοταφίτες τα παγκάρια
Εδώ
βγάζουν τις πρώτες τρίχες στ’ αρχιδάκια τους
τα πιο μαμόθρεφτα της αυτοκρατορίας
τα πιο αιμοβόρα στήθη που μοιράζουνε το κώνειο

Νόρα

picasso_bird1938

Η γάτα μου έχει μιαν ανθρώπινη ωραία καρδιά
έναν περήφανο βηματισμό προς την αιωνιότητα που πλησιάζει
Όταν κοιταζόμαστε ο ένας καταβροχθίζει τον άλλο
Στα δόντια της έχει φτερά από σπουργίτια
ζυμωμένα με τη γλύκα του βραδινού ουρανού
Τίποτε δεν ταράζει το βασιλικό της ύπνο
ούτε η γη που γουργουρίζει μες στην κοιλιά της

Επί δύο

Ξόνογλου

μέχρι τους ώμους και μέχρι το στόμα
μέχρι τα δάχτυλα και μέχρι την καρδιά
φτάνω ως εκεί που δεν είναι το χάος
αλλά η τρυφερή δανεισμένη ωμότητα

όπως στη Βίβλο οι γλυκιές συμμορίες
μουλαράδες τοκογλύφοι προφήτες
λάσπη της δημιουργίας από
μουτζούρες αίμα και προσβολές

εξόριστοι, όλων των καιρών, οι εραστές
ξέρουν τι τίμημα είναι αυτό
τόσο αθώα να ξεσχίζεσαι
η μούσα να λύνει τη γαλάζια της ποδιά
ν’ απλώνει τους αγκώνες
να τεντώνει το λαιμό
να καρτερά το χωροφύλακά της

Αναφορά στον Mihály Zichy

Mihály-Zichy-Liebe-09-960x714

Πίσω από κάθε παραβάν γεννά τ’ αυγά της μια γυμνή
Οι τοίχοι είναι τ’ αυτιά της
Οι κλειδαρότρυπες τα μάτια της
Τα ποιήματά της πάντοτε με ρίμα
Το πινέλο της βουτηγμένο στο μέλι

Πόδια και χέρια σμιλεύουν το κορμάκι του δύστροπου έρωτα

Αρχίζει να γεννά τ’ αυγά της μέσα στο μάτι του βασιλιά
Ο Βασιλιάς κι αυτός γυμνός
παρακολουθεί τις μάχες
τις κραυγές
τα βογγητά και τα ποδοπατήματα
Κατά την δωδεκάτην επίθεση σμίγει κι αυτός
με μια καστανομάτα αρσενική μύγα

Ένας κώλος γυμνός σαν φεγγάρι του Αυγούστου ξέζεψε εδώ
και μόνο ο ψίθυρος της παρακμής κυκλώνει τα κορμιά
απαλά
μες στο αιώνιο χυμώδες τίποτα
λες και η Ιστορία ξεθεμελιώνεται
και οι πληγές γιατρεύονται μπροστά στα μάτια της ηδονής
κι ας είναι αυτή
ολότελα τυφλή

Mihály_Zichy7-960x640

Mihály_Zichy5-960x640

Ο Mihály Zichy γεννήθηκε στην Ουγγαρία το 1827. Παράλληλα με τις σπουδές του στη Νομική φοίτησε στη σχολή του επίσης Ούγγρου ζωγράφου Jakab Marastoni. Το 1844 βρέθηκε στη Βιέννη όπου υπήρξε μαθητής του Ferdinand Georg Waldmüller, ενός από τους σημαντικότερους Αυστριακούς καλλιτέχνες της εποχής του. Το 1871 ξεκινάει τα ταξίδια του σητν Ευρώπη και το 1874 εγκαθίσταται στο Παρίσι. Δημιουργεί τον πίνακα “The Triumph of the Genius of Destruction” για την Έκθεση του Παρισιού αλλά οι αρχές απαγορεύουν την συμμετοχή του λόγω του ισχυρού αντιπολεμικού μηνύματος του έργου. Εκείνη την περίοδο δημιουργεί και μια σειρά ερωτικών σκίτσων υπό τον τίτλο “Love”. Σε αυτά αποτυπώνεται με τόλμη η ερωτική πράξη, το γυμνό ανδρικό και το γυναικείο σώμα, η ηδονή και η έκσταση.

Ξαφνικό ξέσπασμα Ή συντριπτικό κάταγμα όρχεων από καρπούζι

Daniel-Lannes

Η όψη σου θεώρημα για κοριτσάκια
προχριστιανικέ φουστανελά
ηδονιστή των βουβαμένων ουρανών
γάμα το δροσερό καρπούζι σου
όπως κάτι ρεμάλια στη Νεμπράσκα
Ανώμαλοι αθεραπεύτως κι αμερικάνοι
λίγο πριν πιούν το σπίρτο της κολάσεως
Ω ναι, να αλείβεις την ψωλή σου άβυσσο
όπως η υπνοφόρος παπαρούνα τα μηλίγγια
Να φτύνεις τα κουκούτσια
όπως φτύνει ο διάολος τις λαγνείες
Ασάλιωτος να τρυπάς την καρδούλα
αφήνοντας τις φλούδες για τα ράμφη των κοράκων

tots

Σημειώσεις:

Το παραπάνω ποίημα έλαβε το πρώτο βραβείο στον πανελλήνιο ποιητικό διαγωνισμό με θέμα: Τι απέγινε το καρπούζι που γάμησε ο Τότσικας;

Στην τιμητική εκδήλωση παρευρέθησαν η Κική Δημουλά, η Τσιτσιολίνα, Ο Παντελής Θαλασσινός, η Μελάνια Τραμπ, απόγονοι μακεδονομάχων, η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, ο Τέλυ Σταλόνε, ο Κώστα Βουτσάς, η Μαριάννα Βαρδινογιάννη, ο Ησαΐας Ματιάμπα και πλήθος κόσμου, λάτρεις της ποίησης και της καρπουζογαμίας.

 

Υ.Γ: Την άλλη Κυριακή, στον τόπο της θυσίας, θα ψαλεί τρισάγιο απ’ τον Μητροπολίτη Περγάμου και Κατακώλου, πατήρ Λουδοβίκο, και, θα διαβαστεί το εν λόγω βραβευθέν ποίημα απ’ τον ειδικό σύμβουλο του πρωθυπουργού σε θέματα διατροφής και σεξ,  κύριον Καρανίκα.    

Για άλλη μια φορά

outop

Πες μου, μανούλα Oυτοπία, μήνιγγα του νεωκόρου
που του πετιέται η φλέβα στο λαιμό
τι Αύγουστος, υπερόπτης και αγέλαστος
μας έκανε ρεζίλι στα κορίτσια!
Πες μου πως πήγε στράφι η τόση επανάσταση
για να γυαλοκοπάν τα χρυσολάβαρα των Φράγκων!
Πες μου, εσύ πολυεδρική νταντά της αναρχίας
τι ποίημα γοερό να γράψω τώρα
για τα άλλα σαρκοβόρα
τους λουόμενους
Τι κορνιζάρισμα να κάνω στο έκζεμά τους!
Πες μου, μανούλα Oυτοπία
πόσες θυσίες θα κάνουν τα εσώψυχα
για να γιατρέψουνε τον τέτανο της καύλας!

Αναφορά στον κήπο της Εδέμ

proi

Πρόστυχη μύγα
-κύτταρο Ινδής στα ζυγωματικά μου-
χαιρέκακα, όπως τα χέρια σε βραδυνή προσευχή
θα σε λιώσω
Τώρα μ’ αρέσει να κατοικώ στη ζούγκλα σου
Να φεύγεις και να’ ρχεσαι και να μ’ αφήνεις ζωντανό
κι ακάθαρτο στο συμπαγή μου ύπνο
σκεπτόμενο πάντα
μια παιδική παντόφλα
να αιωρείται στη χλωμή ατέλειωτη νύχτα
Μια μασημένη καρδούλα
ανάμεσα στα κοπάδια των ψαριών
Τη γλώσσα μου αιωνίως
να ψάχνει σάλιο θηλυκιάς
και τα δάχτυλα
να φτερουγίζουν
στην πρώτη θρασιά βροχούλα της σάρκας

Mες στον ύπνο μου

ipnos

μετά που ήρθες στο κρεβάτι και γυμνώθηκες
-μες στον ύπνο μου-
η ζάχαρη απ’ το λουλούδι σου με λίγωσε
έξω έριχνε βροχούλα αντιποιητική
ο Σεφέρης διάβαζε Σεφέρη στο Σεφέρη
οι μασόνοι χάιδευαν τον πηχτό υδράργυρο της νύχτας
την τελευταία στιγμή έσωσα τα βυζιά σου απ’ τα δόντια του σκύλου
-μες στον ύπνο μου-

Εγώ, ο Κλαύδιος

klav

Σου σήκωσε το φουστανάκι σου, πατρίδα μου
της ιστορίας -ας πούμε- το αεράκι
Έψαχνα εγώ Βυζάντια, ξερολιθιές
Μες στο άρβυλο η ψείρα
Ο νυν τέττιγας φορούσε σπλάχνο μοναχής
Θυμήθηκα τότε
-φαντάρος- που εκσπερμάτωνα επάνω στα τηλέτυπα
Θυμήθηκα τη στραβοτιμονιά του οργασμού
πριν πέσω ολοταχώς στις κλειτορίδες
Κι ήταν στα βράχια επάνω ο Κλαύδιος
Μονολογούσε το Εγώ του, όργια ρωμαϊκά
Αλαζονεία διχάλας
Το κλέος των επίδοξων ιμπερατόρων
Πέτρες πετώντας στον ορίζοντα απ’ τα νεφρά της Δαμασκού

Ωδή στις γίδες

germany-goats-in-a-tree

Ω! γίδες ζώα άγρια από πείσμα
θα συναντηθούμε καθ’ οδόν για τον παράδεισο
αφού είμαι οπαδός σας
ο πρώτος διδάξας των σπλάχνων σας
όλο ποδοβολητό και ανταρσία

Ω! γίδες σκαρφαλωμένες στα χείλη της ανίας
που δεν σκέφτεστε το μισθό σας
αλλά ένα πραξικόπημα με κακαράνζες
μες στο γάλα μας

Να και οι μουνότριχες

akritha

Ο Ακριθάκης έκανε τέχνη το να υποφέρεις σ’ αυτή την παρανοϊκή χώρα
Αγκάλιασε την τρέλα του και τη φίλησε στα μάτια
Έτρεξε σε γιατρούς στο Βερολίνο
Γέμισε τις τσέπες του με πέτρες
Έβλεπε αφρισμένα μουνιά με γυαλιστερές μουνότριχες
Μπορούσε να ζωγραφίσει πάνω στον πούτσο του ένα ακάνθινιο στεφάνι
Το χνώτο του μύριζε μπύρα και γερμανική άσφαλτο
Υπήρξε βασιλιάς των αδέσποτων σκύλων
αφού δεν πέθαινε απ’ την επιθυμία να είναι ευτυχισμένος
κι απ’ την επιθυμία να είναι καλλιτέχνης
κι απ’ την επιθυμία να δαγκώσει τον άλλον στο σβέρκο

Περί Θανάτου Ή Το σώμα μου είναι ο νικητής

Collage 1 George H

Το σώμα μου είναι ο νικητής
Αναπαύεται, τώρα, στιλπνό στον πάτο της απελπισίας του
Κοιτάζει γύρω και ακούει
Ξαπλωμένο
γυμνό στο χορτάρι
Νιώθει στην πλάτη του τη ζέστα της κρύας γης
Ψάχνει στα τυφλά
το καλάθι με τις αχνιστές λέξεις
τους γυαλιστερούς ώμους απ’ την κρέμα του ήλιου
και τα κοπάδια από ζεματιστά στήθη
που ζητούν τη χούφτα της αγάπης

Το σώμα μου είναι ο νικητής
πλάι σ’ αυτό, εδώ, το μονοπάτι των μυρμηγκιών
πλάι στη γελοιότητά του
και πλάι στο μεγαλείο του να τρομάζει
όχι απ’ τη ζωή
αλλά απ’ την παράλογη μεταμφίεσή της

Νυφιάτικο

nifi

Καλύτερα να ήσουν σερπαντίνα
-να σε φυσήξω σαν ηλίθιος εραστής-
παρά ανάσκελη γεμάτη χαμομήλια
εις τους γκρεμούς. Καλύτερα να ήσουνα
Βουλγάρα πεταλούδα λίγο πριν βγεις
αλκαλική απ’ το αλαβάστρινο λουτρό σου
Καλύτερα να ήσουν έγχορδο αλητείας
πιο κουρδισμένο κι από αδέσποτο σκυλί
Αχ! καλύτερα να ήσουν πέστροφα γλυκιά μου
να σε φάω με όλα τα ωμέγα τρία λιπαρά
τις βλεφαρίδες σου κριτσανιστές
λιωμένες μες στο βούτυρο της λήθης

Σαλιγκάρια

salig2.jpg

Φάγαμε σαλιγκάρια που τα λένε και κοχλίες
Κι έπειτα πετάξαμε τα κουφάρια τους
στις αρσενικές μας γάτες να τα γλείψουν
Κι έτσι όπως απαιτεί μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα
γαμηθήκαμε
και δεν ήταν η πρώτη φορά
που οι πιπιλιές στα πρησμένα μου αρχίδια
σκαρφάλωναν στην καρδιά

Adults Only Ή Στην Κορυφή Του Παρνασσού

parnas

Άρχισε η αυγή να υποδύεται αηδόνια
Τα ξόανα στις εύφορες πλαγιές της κλειτορίδος

Ανηφορίζουν ποιητές στον Παρνασσό
Για ψύλλου πήδημα πλακώνονται στο ξύλο
Οι ποιήτριες υγρές χωρίς βρακί

Να στάζει το κερί τους αρώματα θηλής
Οι γάμπες
Ω! οι γάμπες
Όλο δαχτυλικά αποτυπώματα
Και οι λαιμοί σημαδεμένοι ευκολόπιστοι
Έτοιμοι για το μπάρμπεκιου της στύσης

Λαρύγγια κοριτσιών του Αγίου όρους
Έρχεται ο πρωτοσύγκελος σπασμός
Έρχεται ο τυχάρπαστος Αννίβας
Σερσέγκια έρχονται απ’ τον πόθο ζαλισμένα
Αφροί όλο αφροί και χύσια

Αχ! ποιος θα καρφώσει πρώτος το στιχάκι του στην κορυφή
Ποιανής θα ομολογήσει πρώτος ο αφαλός
πως μέσα εδώ ξεψύχησε το κάλος
του λήσταρχου Νταβέλη
και του λήσταρχου Φαλλού
που επήραν παραμάζωμα όλα τα κορφομούνια του ντουνιά
διευρύνοντας τις ξυραφιές κάτω απ’ τα φουστανάκια

Ήσυχες μέρες του Αυγούστου

tumblr_p807gtUZBl1rojfyfo1_500

Δεν είμαι αρχαίος κυνικός
ούτε πρόκειται να αυτοκτονήσω με κωλοδάχτυλο
και ασπιρίνες όπως τόσοι και τόσοι
Βγάζω πολλές φορές φουσκάλες στα πόδια απ’ το περπάτημα
κι όλο σκέφτομαι τη στιγμή που θα λούσω το λυσσασμένο μουνί σου
Αχ! το ξέρουν αυτό δα και οι δήμιοι
πως όταν γράφεις κοφτερά ποιήματα μπορεί και να κοπείς

Διψάμε το πρωί και τρέχουμε στο ποίημα

sli

Διψάμε το πρωί και τρέχουμε στο ποίημα
Εμείς το γράφουμε μα εκείνο μας ξεγράφει
Αρχίζει η επίθεση πέφτει η πρώτη τουφεκιά
Να βρούμε ψάχνουμε έναν ακόμα πιο χαμένο
από μας Πληρώνουμε αδρά για τις ωμότητες
της σάρκας και του πνεύματος Ω! δίψα
γιατρεμένη για μερικά λεπτά Κι εσύ λαγνεία
γιατρεμένη για μια μέρα Τη νύχτα θα μας
μείνει η μοναξιά σαν πρόβατο χαμένο στα
σφαγεία

Οδηγός Επιβίωσης Του Ποιητή

odigos

Το ποίημα δεν απαγορεύει τίποτε.
Το ποίημα δε γράφεται για μια ντουζίνα εκλεκτών.
Πρέπει ο ποιητής να διαθέτει περίστροφο λέξεων.
Ο ποιητής πρέπει να αγαπά το καλό φαγητό αλλά και την κακοπέραση.
Έχει να του προσφέρει πολλά.
Ο ποιητής πρέπει να λατρεύει το σεξ.
Ο ποιητής που δεν λατρεύει το σεξ είναι υπάλληλος της ποίησης.
Ως και ο Σεφέρης ήτο φοβερός ματάκιας.
Οι αρετές του ποιητή όταν περνάνε στο ποίημα το ποίημα γίνεται ψεύτικο,
διδακτικό για σχολικά εγχειρίδια.
Ο ποιητής πρέπει να λέει τα πράγματα όπως είναι.
Ο ποιητής πρέπει να αφήνει το ποίημα στην τύχη του.
Ο ποιητής πρέπει να καπνίζει άφιλτρα στην πρώτη του νεότητα.
Ο ποιητής πρέπει να έχει κατά νου τον αδιάκοπο πόλεμο με το φόβο.
Ο ποιητής πρέπει να μυρίζει το μουνί σα να μυρίζει λουλούδι.
Ο ποιητής που δεν ξεπέφτει στο μουνί γίνεται εκδότης.
Η γλώσσα του ποιητή είναι η γλώσσα κατά των ασθενειών του γήρατος.
Ο ποιητής είναι και τη νύχτα ποιητής.
Ο ποιητής δεν βγαίνει στην σύνταξη ποτέ.
Ο ποιητής που δε ρίχνει χαστούκια στο γούστο του κοινού
και γροθιές στο στομάχι του κράτους είναι λαπάς.
Ο ποιητής είναι επαγγελματίας ερασιτέχνης.
Ο ποιητής πρέπει να λατρεύει ότι έχει σάρκα και οστά.
Ο ποιητής στην πόλη των ιδεών γίνεται γραφειοκράτης ή σχολικός σύμβουλος.
Ο ποιητής ξέρει πως οι ιδέες χωρίς τον άνθρωπο είναι σαν καρφίτσες στον κώλο.
Ο ποιητής δε λύνει γρίφους.
Ο ποιητής δίνει φωτιά στις άγριες γυναικάρες.

odi1

Όταν πρέπει να είναι στρατευμένος ο ποιητής θα πρέπει με πάθος να είναι στρατευμένος.
Κι ας μοιάζει με πλασιέ.
Δεν θα πρέπει να δίνει υποσχέσεις στον καθρέφτη του ο ποιητής.
Ο ποιητής που δεν προβοκάρει είναι μαλάκας ποιητής.
Δεν υπάρχει ποιητής κακός αλλά ποιητής που δε διαβάζεται υπάρχει.
Υπάρχουν συνταγές μαγειρικής που βγάζουν ποίηση.
Υπάρχουν κορμάκια που αχνίζουν ποίηση.
Ο ποιητής πρέπει να κοιτά τη γυναίκα στα χείλη.
Γράφω ποίηση σημαίνει εκδίδω με σέβας την ασέβειά μου.
Η ασέβεια του ποιητή απέναντι στην υποκρισία είναι ποίηση.
Αν ο ποιητής δεν είναι βέβηλος του πλούτου θα βραβευτεί απ’ τους βέβηλους της ζωής.
Ο ποιητής δεν είναι στοχαστής.
Ο ποιητής πρέπει να γράφει κάθε μέρα.
Ο ποιητής έχει για εργαστήρια κρεβάτια και αγρούς από καταβολής υγρών.
Η ερωτική διάθεση είναι ο παράξενος ελκυστής του ποιητή με τα πρόσωπα.
Όλα τα πρόσωπα έχουν για τον ποιητή αυτό το εκτυφλωτικό μεγαλείο της μοναδικότητας.
Ο ύμνος του ποιητή είναι ο ύμνος στην πολυμορφία.
Ο ποιητής δεν διαθέτει ατζέντα αλλά μνήμη αλανιάρα.
Ο ποιητής ζει με τα ψίχουλα των βλεμμάτων του κόσμου.
Ο ποιητής που το παίζει πατριώτης είναι ένας σπουδαίος γλείφτης των πελατών του.
Ο ποιητής που γράφει παραδοσιακά έχει κληρονομήσει ένα σκυλί που δε γαβγίζει.
Ο ποιητής που καίγεται για τους νέους τους έχει βάλει ήδη φωτιά.
Δεν υπάρχουν ποιητές στον πύργο τους,
αλλά προικοθήρες στο προικώο τέμενος της μαμής υπεραξίας.
Ο ποιητής είναι το όχημα που μεταφέρει τις αλλόκοτες καταστάσεις στο μέλλον.
Ο ποιητής δεν έχει πίστη.
Ο ποιητής έχει χεσμένα τα εθνικά σύμβολα.
Ο ποιητής δεν πιστεύει στο αρχαίο κλέος.
Καταϊδρωμένα κορμιά αρμενίζουν στην κάμαρα του ποιητή.

Ανάμεσα Βοσπόρου Και Σχισμής

bosp

Υπήρξα μέγας οδηγός και μέγας στρατηλάτης
οικοδεσπότης και παρείσακτος
καταστροφέας και τροφός
Υπήρξα ως πνεύμα κωπηλάτη σε πορνείο
Υπήρξα το σχοινάκι του ταμπόν
σελιδοδείκτης οργασμών
δαμάλι που μουρμούρησε χυσιά στα μαύρα τέμπλα
ανάμεσα μηρών
ανάμεσα Πίνδου και Αδριατικής
ανάμεσα Βοσπόρου και Σχισμής
όλων των κατακρημνισμών ο παις
το πέος
ο πέουλας ο πεπτωκός
ο τρυφερός ο αδηφάγος
Υπήρξα σουβλατζής στη Φιλανδία
Γαλάτης ανθοκόμος
Υπήρξα σπλάχνο κοιμωμένης
και ζητιάνος στο μετρό
Υπήρξα χαρουπιά και τυφλοπόντικας
όμορφος βρωμερός ασβός και εισβολέας
Υπήρξα δάκτυλον μεσαίον μιας υγρής
Υπήρξα νοσοκόμος κλειτορίδος

Περί Αλοννήσου

alon

Θα πάρω στον τάφο μου μερικά μυστικά
τώρα που πιάσανε τα πόστα οι μοναχές
και οι μοναχοί και οι μοναχικοί άνθρωποι
αποχώρησαν για το βυθό και για την
Αλόννησο. Για το νησάκι με τις ταραντούλες
και τα μικροσκοπικά ζωύφια που σκαρφαλώνουν
νυχθημερόν στον κόρφο της γυμνής βασίλισσας
και του γυμνού βασιλιά, του Αδάμ και της Εύας
που ζουν τον έρωτά τους σε μια βραχονησίδα
με τις υπέροχες οχιές και τα υπέροχα όργια
της φύσης, ολημερίς περπατώντας πάνω στην
άμμο, όλο σεξ και καλοζωία και ψητά ψαράκια
της θαλάσσης, στα κάρβουνα του θεού των
γυμνών πραγμάτων γύρω που κατοπτεύουν
τον αργοκίνητο οργασμό της αιωνιότητας
και σέρνονται καταγκρεμνού αλαλιασμένοι
για να δαγκώσουν άβυσσο και νοστιμιές

7 Λίμερικ

 

limerik

Κυρά εσύ που ψάχνεις την αγάπη
Και κρέμεσαι γυμνούλα απ’ τον πούτσο του αράπη
Διάβασε και ξεσκόλισε όλο το κάμα σούτρα
Να δεις πόσο είν’ τονωτικό το χύσιμο στα μούτρα
Κυρά εσύ που καύλωσες για αγάπη

***

Ήτανε μια κυρά απ’ την Κομποθέκλα
Που ήθελε να γαμιέται σε καρέκλα
Κι οι εραστές της πάθαιναν λουμπάγκο
Για να ισιώσουν πλάγιαζαν στον πάγκο
Έτσι περνούσε τη ζωή η κυρά απ’ την Κομποθέκλα

***

Ένα γιαούρτι έτρωγε η κυρά του λιμανιού
Μα ήταν ώρα για το γεύμα του μουνιού
Και τότε έψαχνε η κυρά για να’ βρει πέος
Να κάνει μ’ αυταπάρνηση η φύση της το χρέος
Έτσι βούλωνε τρύπες η κυρά του λιμανιού

***

Κυρά που σ’ έπαιρνε ο στόλος από πίσω
Άσε με τώρα μέσ’ τον κώλο σου να χύσω
Άραχλα όλα μάταια και μαύρα
Μέσ’ το μουνί σου κρύφτηκε μια σαύρα
Κυρά εσύ που μπέρδεψες το μπρός με το ξω-πίσω

***

Ήτανε μια κυρά που γούσταρε ένα αγόρι
Μ’ αυτό πηδιόταν με το διάκο το Γρηγόρη
Στις χαρτορίχτρες έτρεχε να ρίξει τα χαρτιά
Φυρή κι ολοφυρόμενη να βρει παρηγοριά
Αυτή η κυρά που γούσταρε έν’ αγόρι.

***

Ήτανε μια όμορφη κυρά απ’ τη Ζαγορά
Μήλα πουλούσε στην υπαίθρια αγορά
Μα είχε μια συνήθεια να μη φορά βρακί
Κι όλοι οι νοικοκυραίοι ψώνιζαν από κει
Κι έγινε πλούσια η κυρά απ’ τη Ζαγορά

***

Μια φορά κι έναν καιρό η κυρά Φροσύνη
Τρύπωσε μέσα σ’ ένα ποίημα του Δροσίνη
Και το Μαβίλη ενέπνευσε να γράψει ένα σονέτο
Πως ζέσταινε με το μουνί, ψωλές, σα νάταν καμινέτο.
Στης παγωμένης λίμνης τα νερά η κυρά Φροσύνη.

tumblr_nbqqgkoQgb1qg08uio1_1280

Υ.Γ
Τα λίμερικ (limerick) είναι ποιήματα σύντομα, σατιρικά
ή απλώς κωμικά, «δίχως νόημα». Ξακουστά είναι εκείνα
του Έντουαρντ Λιρ (Edward Lear), που το 1864
δημοσίευσε μια ποιητική συλλογή με λίμερικ, με τον τίτλο
The book of nonsense. Τον Λιρ τον μιμήθηκαν μεγάλοι
συγγραφείς, όπως ο Σουίνμπερν, ο Τένυσον, ο Κίπλινγκ,
αλλά μάλλον δεν μπόρεσαν να τον φτάσουν.

Στην Ελλάδα, πρώτος που αποπειράθηκε να γράψει λίμερικ
είναι ο Γιώργος Σεφέρης. Μάλιστα, πήγε να αποδώσει τον
όρο στα ελληνικά με τη λέξη «ληρολόγημα», συνδυάζοντας
το όνομα του Λιρ με τη λέξη «λήρος», που σημαίνει τρελή
κουβέντα, ασυνάρτητα λόγια. Το 1975 εξέδωσε μια συλλογή
από λίμερικ, με τον τίτλο Ποιήματα με ζωγραφιές σε μικρά
παιδιά.

Τα λίμερικ ομοιοκαταληκτούν συνήθως αα-ββ-α.

Ο πρώτος στίχος περιέχει την παρουσίαση του πρωταγωνιστή

Στον δεύτερο αποκαλύπτεται η ιδιότητά του.

Στον τρίτο και τέταρτο έχουμε την πραγματοποίηση κάποιας
ενέργειας.

Ο πέμπτος στίχος είναι αφιερωμένος στην εμφάνιση ενός τελικού
επιθέτου ή παραλόγου ή κάνει επανάληψη με παραλαγή του
πρώτου στίχου…

Θα φτύσω στους κόρφους σας κορίτσια

death-and-the-maidens-18-157x236-olivier-lelong

θα φτύσω στους κόρφους σας κορίτσια
τους ανοιχτούς τάφους κάτω από τόσα βλέμματα
θα χύσω πάνω στον αφαλό σας τις ζεστές μου σκέψεις
είμαι φρικιό από χώμα που απλώς θριαμβεύει
είμαι ο επισκέπτης του γουρλωμένου μουνιού σας
θα σας βγάλω το μάτι κορίτσια για να δείτε
τι εστί εντεροσπασμός της ηδονής και τι ώρα
περνά το λεωφορείο για το Πάντα Βρέχει
και το Πάντα Χύνει του οσίου και θεοφόρου ημών
πούτσου Αχ κορίτσια θα σας σηκώσω
απ’ τους τάφους σας για να σας χαρίσω τη ζωή
κι όχι για να σας καθίσω στο εδώλιο

Αισθάνομαι για την ποίηση ότι αισθάνομαι για τον έρπητα

xili

αισθάνομαι για την ποίηση ότι αισθάνομαι για τον έρπητα
-το γλειφομούνι άλλωστε κοστίζει ακριβά-
κι αν δε σε ρουφήξει το μουνί κινδυνεύεις να πεθάνεις από βαρεμάρα
κι είναι σα να προσπαθείς να τον χώσεις
στην πλαστική κωλοτρυπίδα μιας κινέζικης κούκλας
γράφοντας και ξεγράφοντας
πάλι και πάλι
ξανά και ξανά λογαριάζοντας
πόσες ψυχές θα ποδοπατήσεις για μια στιγμή θριάμβου
και πόσους ρομαντισμούς θα τσουβαλιάσεις
για να φέρεις αναγούλα στο φιλοθεάμον κοινό
μα το γαμήσι και η ποίησις
έχουν γούστο μόνο εάν είσαι ερασιτέχνης
να κοιτάς το μουνί και τις λέξεις
σα να τα βλέπεις για πρώτη φορά

Γλείφοντας έρχεται η όρεξη

glif

Σας βλέπω πίσω απ’ το τζάμι
να γράφετε για τη μοναξιά και τον έρωτα
Να στέλνετε μπιλιέτα στο Γαβριηλίδη
με τα διπλά σας ονόματα
Με πάθος θέλετε να δημοσιεύσετε
να δείξετε το ποίημα σας στο λαό
στο σύζυγο που σας εγκατέλειψε στην κουζίνα
Μα ο λαός δεν θέλει να διαβάσει
για τη μοναξιά και τον έρωτα

Αν ο λαός έχει να διαλέξει ανάμεσα
στο γαμήσι και στο ποίημα
θα διαλέξει το γαμήσι, κυρίες μου

Ωδή στο σαπούνι

lolo

Γυροφέρνω την γλώσσα μου στο μουνί σου
έτσι που ο Σαίξπηρ να σχεδιάζει την τραγωδία του
Έχω πάρει την κλίση μου προς τη θηλυκιά σου λεκάνη
όπως τόσοι και τόσοι ποιητές που πήγαν άκλαφτοι
Σαπουνίζω το μουνί σου με ποιητικό πάθος
γονατιστός σαν το διάολο που επιμένει
και βλέπω να δακρύζει το μουνί σου
να δακρύζουν και τα μάτια μου

Aπελευθερώστε μας απ’ τα σουτιέν

sout

Η πτώση μας
μες στα βελούδινα σεντόνια

δαμάσκηνα και ακουαρέλες

Θυμηθείτε να ζείτε ότι ζείτε

ξεχάστε μας στο δροσερό αεράκι το βράδυ
και στη βιασύνη της γλώσσας
απελευθερώστε μας απ’ τα σουτιέν

ξεχάστε μας στων χεριών σας την ευχαρίστηση

ξεχάστε μας στο στόμα σας
στη γλώσσα στις θηλές
στην έντονη πεινασμένη μας στύση

ξεχάστε τις αισθήσεις που ξεκινούν είτε
δεξιά ή αριστερά
πηγαίνετε κατευθείαν μέσα στο σώμα
τρυπώστε μεταξύ των μηρών

γλυκιά γλυκιά μάγια κάντε μας

Επιστολή του Auguste Rodin στο Μουνί

auguste-rodin11

Θα γίνουμε σκουληκάκια και θα τρυπώσουμε πάλι στη Γη
Η μορφή είναι η έκφραση της συνείδησης Θα γίνουμε τα σκ
ουλικάκια που θα μας φαν Μα στεναχωριέμαι όμως τρομερ
α για σένα Μουνί Σ’ όλα αυτά μη βλέπεις τίποτε άλλο εκτό
ς απ’ την αγάπη που τρέφω για σένα Ετοιμάζομαι αδιάκοπ
α για την επιστροφή σου Θέλω να με ξαναβρείς πολύτιμο κ
αι αγνό Σε σκέφτομαι περισσότερο από ποτέ Είσαι το κατα
φύγιο της ζωής μου Σε φιλώ παντού

Σε ξέρω ξερογλείφεσαι χασάπισα Marina Abramovic

marina

Τόσοι είμαστε. Κι άλλοι τόσοι
Κι αυτοί οι ωραίοι λευκοί γλουτοί της αποθεώσεως
Κι αυτός ο κώλος καρμανιόλα Βέλγου ζωγράφου
Σχισμή του μειδιάματος
Ένα κτήνος ωρυόμενο

Σε ξέρω ξερογλείφεσαι χασάπισα Marina Abramovic
Τα νυχάκια στην κοιλιά σου με χαράσουν
Το λαρύγγι σου συγκρατεί τα ζουμιά μου

Περνά ένα άγημα σπασμών
Άπασαι αι συλλογαί οργασμών που παν’ στο διάβολο

Ο Άνδρας από την αρχή

andras

Ιδού μια μουνότριχα που έπεσε
από κάποιο μου ποίημα
μες στον ποιητικό υπόνομο της χώρας μου

Ιδού οι σκασμένες φτέρνες και οι απόκρημνες καμπύλες
Ιδού το σερσέγκι στη σχισμή του κώλου σου

Ω φιλενάδα,
ενόσω το φεγγάρι είναι υγρό και μαύρο
κι ο βασιλιάς είναι γυμνός
και η βασίλισσα είναι σε πλήρη στύση
το γαμήσι είναι πρέπον να τραγουδήσει

Ω μικροσκοπική κλειτορίς
εσύ επίσης
Ω αστεία δούκισσα
Ω ξανθό πράγμα γύρω της

Ερωτοδιαβολικόν ποίημα

erosdiabolo.jpeg

Δεν αντιλέγω, δεν
Και δεν πεθαίνω από ντροπή και
τη θηλή σου γλείφω τόσο νόστιμα
μέχρι το τέλος που δεν θα υπάρξει ποτέ
και μέχρι το σαπούνι να καμουφλάρει
τις πρωινές μυρουδιές του Σύμπαντος

Αχ! αυτός ο αγκαθωτός λυρισμός και τα γλειφομούνια
Κι εσείς μπούτια
Διψασμένοι γεμιστήρες των καλάσνικοφ
καλά τα κατάφερα κάνοντας μακροβούτια στο αίμα σας
Καλλιεργώντας πατάτες και πρόπολη

Ω να, στα χείλη μου γύρω ο αυτοκρατορικός σου αφρός
Ο ζύθος σου που καμουφλάρεται λίγο πριν σε καταπιώ
όπως κατάπια το μάτι της αγελάδας
κι όλα τα ντεσιμπέλ του αναστεναγμού σου

Κοίτα. Να

koita na

Κοίτα. Να
Έτοιμος είν’ ο κόσμος να γαμηθεί.
Το δέρμα οι τρίχες τα μούτρα η γλώσσα

Κοίτα. Να
Ο κόσμος τα φώτα του ετοιμάζεται να σβήσει
και στου σκοταδιού το πηγάδι να βυθιστεί
Ο ήλιος αμαρτωλές ελιές φυτεύει

Να η φλούδα μου κόκκινη σαν υφαντό
Χίλιες εκρήξεις και προσευχούλες
Εσύ σκέφτεσαι πούτσες Εγώ μουνιά
Τρίβουμε τους κώλους μας
Τα ρουθούνια μας η πιο ερωτογενής ζώνη του γαλαξία
Έχει νυχτώσει, είναι αργά, για να σου δώσω την ευχή μου
Μονάχα γεύση της ψωλής
Μονάχα χνώτο καλογριάς που τη βατεύει ο Ιησούς
και πεθαίνει και χορεύει και κλαίει
και φωνάζει και κλαψουρίζει και τσιρίζει σαν ποντικίνα
Όπως κι εσύ

Συναντήσεις

sina

Δεν ήξερα να χρησιμοποιώ πολύ καλά τα δέκα μου δάχτυλα
μέχρι τη μέρα που έφερες σπίτι μου το μουνί σου

Ιστορία αγάπης

eric_zener_girl_swimming_pool3

Όλο μένος αφροδίσιο
Η μαμά ξερνά βολβούς ο μπαμπάς νύστα
Είναι ένα κορίτσι με κινητήρα
Είναι ένα κορίτσι με βυζιά
Ένα κορίτσι με σάλια
Μπαίνει στη θάλασσα
Στα σάπια ευτυχισμένα γαλανόλευκα νερά
Οι μηχανές στο φουλ
Γκαζώνει για τ’ ανοιχτά
Κι εκεί τη γαμεί ένα ψάρι
Σφυροκοπημένο απ’ τα λέπια του
γυρνά το κορίτσι στην αμμουδιά
Η μαμά κι ο μπαμπάς ροχαλίζουν
μες στο κρύο σπέρμα τους
Ένα καβούρι γελά
Μια θεούσα μέδουσα ψυχορραγεί και τρέμει
Το κορίτσι κλειδώνεται στα όνειρά του
μα αφήνει λίγο απ’ το πυρακτωμένο χείλος του
στην άκρη του γκρεμού του βλέμματός μου

Η Frida Kahlo κάνει έρωτα με τις γάτες της

Pablo-Picasso-Reclining-female-nude-playing-with-cat-1964

Όταν ο έρωτας πέφτει βροχή καμιά ιδέα δεν της έρχεται στο κεφάλι
Οι Αμερικάνοι τη ζωγραφίζουν με δάκρυα στο δέρμα
Ωστόσο αυτή έχει έναν ξεδιάντροπο αφαλό ακόλαστο
Τριχούλες απ’ την Πομπηία έως την πόλη του Μεξικού
Εκλεκτά εδέσματα ανθεκτικά στα αντιβιοτικά
Βουστροφηδόν γυμνή
Κατουράει μες στη σούπα του προέδρου των ΗΠΑ
Ζωγραφίζει ένα μονόφθαλμο πέος
Τον Έλληνα Ήλιο
Σκληρό αποτρόπαιο
Να βατεύει μπαλαρίνες των Μπολσόι
Ένα φερμουάρ την κρύβει μες στο κορμί της
Στην ωμοπλάτη μια σκηνή σοδομισμού
Στις κνήμες της μια καρδιά
Το αιδοίον της εις στρατοσφαιρικόν κλοιόν
Μα οι γάτες όλες εκεί της παραστέκονται
με τις γλωσσίτσες ακονισμένες στα ψαροκόκαλα

Το Ουρλιαχτό του εκθεσά

ekt

Είδα τους καλύτερους εκθεσάδες της γειτονιάς μου διαλυμένους απ’ τα φράγκα
χαδιάρικοι βασανιστές να ξεκοιλιάζουν ολότελα ένα πτώμα
ηθικολόγους αμοραλιστές ψιλικαντζήδες της γνώσης
να δείχνουν με το δάχτυλο τους χαζούς τους βλαμμένους και τους ανάπηρους
Είδα στα εξοχικά τους μαστίγια αγορασμένα σε δημοπρασίες
Σπασμένες αντένες στις αποχρώσεις του λυκόφωτος
Μισαλλόδοξους μαγαρισμένους απ’ το δίκιο του ισχυρού
με τα ηλεκτρικά τους μουστάκια γεμάτα χρυσόσκονη
όλο ανοιχτήρια πουλώντας για κονσέρβες επιτυχίας
Αριστούχοι μες στην οικόσιτη γαλήνη τους
όλο ποιητικά καπρίτσια και κουμπαριές και μπίζνες
πουλώντας χασμουρητά και δαμάσκηνα με κινίνο
σε νεολαίους που αγιάζουν τα στυλό των πανελλαδικών
στους βόθρους της καλοζωίας που ονειρεύονται
Είδα να γλείφουν της μαμάς υπεραξίας το ξεροκόμματο
και να παρηγορούν υπαλλήλους τραπέζης που επένδυσαν στα παιδιά τους
χάνοντας τα λεφτούλια τους αφού δεν χωράνε όλοι στον παράδεισο
Είδα να ακονίζουν τις ξιφολόγχες στα πεζοδρόμια
για να τις καρφώσουν στον κώλο της μαϊμούς που τους συντηρεί
Είδα τους καλύτερους εκθεσάδες της γειτονιάς μου πικρόχολους προφήτες
να διακονούν την πραμάτεια τους να ονειρεύονται στρατόπεδα συγκέντρωσης
για τους φτωχούς και τους αποτυχημένους
να γράφουν καντάδες στον Εωσφόρο της χώρας για την αριστεία
Υπερφίαλα μοναδικοί και ανεκτίμητοι που όταν θίγονται τα συμφέροντά τους
είναι έτοιμοι να γαμήσουν χίλιους καρδιναλίους με τον Πάπα μαζί
μα όταν θίγονται τα συμφέροντα των άλλων τρώνε κολιούς και γράφουν
ποιήματα για εξατμισμένες κορασίδες που δεν καβάλησαν

Υπεράσπιση του Σώματος

ipoklisi

Το Σώμα φαντάζεται κάθε ρωγμή του
-καθώς ιδρώνει-
απαθανατίζοντας άναρθρο
όλες τις γλώσσες που το άγγιξαν
κάτω απ’ την αστείρευτη αγάπη
του θερμαινόμενου μηρού.

Αφηρημένο εκ των προτέρων το Σώμα

Νύχτα στιγμιαία λευκασμένη από
βολβό μονόφθαλμου έρωτος.

Ξυπνά το Σώμα
ίσως προς τον επιθυμητό οργασμό
αρχίζοντας την πάλη με τα όνειρα

Και το σκοτάδι λυγισμένο γύρω του.
Αναπόφευκτα τεράστιο υπογάστριο του φωτός.

Οι ζυγισμένοι μαστοί

και τα πόδια της
να παθαίνουν κράμπες στον αέρα

με τους λωτούς στα χείλη
και τα εύφλεκτα περιβάλλοντα
τις κάλτσες και τα φουστάνια στο πάτωμα

τις νεροφίδες με τα ποντίκια στην κοιλιά

τις ονειρώξεις που συντηρούν τους ανεκπλήρωτους έρωτες.

Το φιλί σου ήταν από πέτρα αίμα και ψάρια

zev

Το φιλί σου ήταν από πέτρα αίμα και ψάρια
Τα δάχτυλά σου είχαν κάτι απ’ τον οίστρο της καθαρεύουσας
Η απληστία και η συνήθεια ψαχούλευαν το ωραίο σου στήθος
Τα μάτι σου μέσα στο λάκκο του γεννητικού μου οργάνου

Αναδιπλωμένη τώρα, μυρίζεις τα χίλια χρόνια έρωτος
και αίματος κατευθείαν απ’ το μουνί σου, με τα μάτια κλειστά
ενάντια σε κάποιο αδιανόητο σκοτάδι, εκεί όπου θάφτηκαν
τόσες δαγκωματιές σε έναν πόνο

Ύμνος στον θάνατο Ή Ο Τζιουζέππε παίζει με τη γάτα του

ougka

Ο Ουνγαρέττι ανάβει το τσιμπούκι του
Και γράφει ένα ποίημα για το θάνατο
Ερμητικά ανοιχτός
Σαν τον ήλιο που ξαπλώνει στη σαλιάρα του βρέφους
Από αρχαιοτάτων χρόνων γράφοντας όπως τόσοι άλλοι
Κουρδίζοντας τη μακάβρια αρμονία
Μ’ ένα τέχνασμα προσπερνώντας το μύθο της νιότης του
Μες στο υγρό απομεσήμερο της Τοσκάνης

Εις τον Μακεδόνα καλλιτέχνη Andy Warhol

andi

Τού ενός το πουλί ήτο λαίμαργο τού άλλου ονειροκρίτης
τυφλοπόντικας ο Μεγαλέξανδρος ο Μέγας έκανε εμετό
μέσα στα ΚΤΕΛ Κηφισού ταστέρι της Βεργίνας των ηλιθίων
που εγένοντο κοράκια σαρκοβόρα κομισαρίου σπασμών και πετρελαιοκηλίδων όλα δικοτυλήδονα φυτά ερπετά εις σάρκαν μια μακεδονική ως έλαφον παρθένον μετά τ’απόδειπνα της αιωνίου σφαγής στο Μεσολόγγι στο Αφιόν Καραχισάρ
με κάκτους Σαν Πέδρο
στα πριονιστήρια στο Βελιγράδι και στο Μανχάταν μέσα που
ο μεταξοσκώληξ ο γουορκχόλης επέροντο πως τόχε κιναιδείο

Φτερά Σημαιοφόρου

xnoud

Κατέβηκα ως εντολέας στην κοιλιά της μαμής
Να με σκεφτεί ως έμβρυο η μανούλα μέσα της
Να συμπονέσει το αιμάσσον σπλάχνο της
Πριν το δει στη μπανιέρα Αφήνοντάς το
Για λίγο ελεύθερο ν’ ακούσει
Μες στον αμνιακό αλκοολισμό
Κάποια άρια στους δρόμους προς τα χασάπικα
Χωρίς Eβραίους κι ‘Eλληνες θεούς
Και γύρω μόνο η σάρκα

Ο Νταντάς Ή Μάχη σώμα με σώμα

dadas

Ο Νταντάς, απόγονος του Σεβάχ και του αποσπερίτη
ιδρυτής της Βαβέλ και των κόμικς μιας υγρής Ελεονώρας
μιας χώρας ελαιοκάρπου μιας θαυμασίας νήσου που
ιδρύσανε οι Δούλες του Ζενέ με το χαρτοκόπτη πάνω
στην καρδιά και στην καμπούρα μου πάνω στα κωλομέρια
μιας θεάς από μάρμαρο κι ενός θεού από μορταδέλα

ω! μονόφθαλμο αρκούδι μπροστά στον ερμαφρόδιτο
ήλιο η Αφροδίτη κλειτορίς αδέκαστη η Ήρα χήρα στον
Ορχομενό κι ο Δίας ψήστης της λιπόθυμης αγάπης των
κοινών θνητών για τα κοινά και τις κοινές για το αδιάντροπο
γέλιο της μεγαλομανίας του αιδοίου που θέλει την εξουσία
του τρελού γλύπτη πάνω στα χείλη της Φίλης που δεν ήρθε

μα καταπλάκωσε το Γεράσιμο Σκλάβο δια παντός μέσα
στη νύχτα και στις ομιχλώδεις φούστες μέσα στα κομουνι-
στικά μανιφέστα τόσων πόθων ξαίνοντας νευρικά τ’ άσπρο
μαλλί των γάμων απ’ το έρκος των θνητών μας οδόντων

Τετράστιχον Παρισίων

tetra

Στα Παρίσια στα Παρίσια
μελετάνε τα χασίσια
ω! χύστε τα ζεστά σας χύσια
εις τα ένδοξα Παρίσια