ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Κατηγορία: Ποίηση

Θα φτύσω στους κόρφους σας κορίτσια

death-and-the-maidens-18-157x236-olivier-lelong

θα φτύσω στους κόρφους σας κορίτσια
τους ανοιχτούς τάφους κάτω από τόσα βλέμματα
θα χύσω πάνω στον αφαλό σας τις ζεστές μου σκέψεις
είμαι φρικιό από χώμα που απλώς θριαμβεύει
είμαι ο επισκέπτης του γουρλωμένου μουνιού σας
θα σας βγάλω το μάτι κορίτσια για να δείτε
τι εστί εντεροσπασμός τη ηδονής και τι ώρα
περνά το λεωφορείο για το Πάντα Βρέχει
και το Πάντα Χύνει του οσίου και θεοφόρου ημών
πούτσου Αχ κορίτσια θα σας σηκώσω
απ’ τους τάφους σας για να σας χαρίσω τη ζωή
κι όχι για να σας καθίσω στο εδώλιο

Αισθάνομαι για την ποίηση ότι αισθάνομαι για τον έρπητα

xili

αισθάνομαι για την ποίηση ότι αισθάνομαι για τον έρπητα
-το γλειφομούνι άλλωστε κοστίζει ακριβά-
κι αν δε σε ρουφήξει το μουνί κινδυνεύεις να πεθάνεις από βαρεμάρα
κι είναι σα να προσπαθείς να τον χώσεις
στην πλαστική κωλοτρυπίδα μιας κινέζικης κούκλας
γράφοντας και ξεγράφοντας
πάλι και πάλι
ξανά και ξανά λογαριάζοντας
πόσες ψυχές θα ποδοπατήσεις για μια στιγμή θριάμβου
και πόσους ρομαντισμούς θα τσουβαλιάσεις
για να φέρεις αναγούλα στο φιλοθεάμον κοινό
μα το γαμήσι και η ποίησις
έχουν γούστο μόνο εάν είσαι ερασιτέχνης
να κοιτάς το μουνί και τις λέξεις
σα να τα βλέπεις για πρώτη φορά

Γλείφοντας έρχεται η όρεξη

glif

Σας βλέπω πίσω απ’ το τζάμι
να γράφετε για τη μοναξιά και τον έρωτα
Να στέλνετε μπιλιέτα στο Γαβριηλίδη
με τα διπλά σας ονόματα
Με πάθος θέλετε να δημοσιεύσετε
να δείξετε το ποίημα σας στο λαό
στο σύζυγο που σας εγκατέλειψε στην κουζίνα
Μα ο λαός δεν θέλει να διαβάσει
για τη μοναξιά και τον έρωτα

Αν ο λαός έχει να διαλέξει ανάμεσα
στο γαμήσι και στο ποίημα
θα διαλέξει το γαμήσι, κυρίες μου

Ωδή στο σαπούνι

lolo

Γυροφέρνω την γλώσσα μου στο μουνί σου
έτσι που ο Σαίξπηρ να σχεδιάζει την τραγωδία του
Έχω πάρει την κλίση μου προς τη θηλυκιά σου λεκάνη
όπως τόσοι και τόσοι ποιητές που πήγαν άκλαφτοι
Σαπουνίζω το μουνί σου με ποιητικό πάθος
γονατιστός σαν το διάολο που επιμένει
και βλέπω να δακρύζει το μουνί σου
να δακρύζουν και τα μάτια μου

Aπελευθερώστε μας απ’ τα σουτιέν

sout

Η πτώση μας
μες στα βελούδινα σεντόνια

δαμάσκηνα και ακουαρέλες

Θυμηθείτε να ζείτε ότι ζείτε

ξεχάστε μας στο δροσερό αεράκι το βράδυ
και στη βιασύνη της γλώσσας
απελευθερώστε μας απ’ τα σουτιέν

ξεχάστε μας στων χεριών σας την ευχαρίστηση

ξεχάστε μας στο στόμα σας
στη γλώσσα στις θηλές
στην έντονη πεινασμένη μας στύση

ξεχάστε τις αισθήσεις που ξεκινούν είτε
δεξιά ή αριστερά
πηγαίνετε κατευθείαν μέσα στο σώμα
τρυπώστε μεταξύ των μηρών

γλυκιά γλυκιά μάγια κάντε μας

Επιστολή του Auguste Rodin στο Μουνί

auguste-rodin11

Θα γίνουμε σκουληκάκια και θα τρυπώσουμε πάλι στη Γη
Η μορφή είναι η έκφραση της συνείδησης Θα γίνουμε τα σκ
ουλικάκια που θα μας φαν Μα στεναχωριέμαι όμως τρομερ
α για σένα Μουνί Σ’ όλα αυτά μη βλέπεις τίποτε άλλο εκτό
ς απ’ την αγάπη που τρέφω για σένα Ετοιμάζομαι αδιάκοπ
α για την επιστροφή σου Θέλω να με ξαναβρείς πολύτιμο κ
αι αγνό Σε σκέφτομαι περισσότερο από ποτέ Είσαι το κατα
φύγιο της ζωής μου Σε φιλώ παντού

Σε ξέρω ξερογλείφεσαι χασάπισα Marina Abramovic

marina

Τόσοι είμαστε. Κι άλλοι τόσοι
Κι αυτοί οι ωραίοι λευκοί γλουτοί της αποθεώσεως
Κι αυτός ο κώλος καρμανιόλα Βέλγου ζωγράφου
Σχισμή του μειδιάματος
Ένα κτήνος ωρυόμενο

Σε ξέρω ξερογλείφεσαι χασάπισα Marina Abramovic
Τα νυχάκια στην κοιλιά σου με χαράσουν
Το λαρύγγι σου συγκρατεί τα ζουμιά μου

Περνά ένα άγημα σπασμών
Άπασαι αι συλλογαί οργασμών που παν’ στο διάβολο

Ο Άνδρας από την αρχή

andras

Ιδού μια μουνότριχα που έπεσε
από κάποιο μου ποίημα
μες στον ποιητικό υπόνομο της χώρας μου

Ιδού οι σκασμένες φτέρνες και οι απόκρημνες καμπύλες
Ιδού το σερσέγκι στη σχισμή του κώλου σου

Ω φιλενάδα,
ενόσω το φεγγάρι είναι υγρό και μαύρο
κι ο βασιλιάς είναι γυμνός
και η βασίλισσα είναι σε πλήρη στύση
το γαμήσι είναι πρέπον να τραγουδήσει

Ω μικροσκοπική κλειτορίς
εσύ επίσης
Ω αστεία δούκισσα
Ω ξανθό πράγμα γύρω της

Ερωτοδιαβολικόν ποίημα

erosdiabolo.jpeg

Δεν αντιλέγω, δεν
Και δεν πεθαίνω από ντροπή και
τη θηλή σου γλείφω τόσο νόστιμα
μέχρι το τέλος που δεν θα υπάρξει ποτέ
και μέχρι το σαπούνι να καμουφλάρει
τις πρωινές μυρουδιές του Σύμπαντος

Αχ! αυτός ο αγκαθωτός λυρισμός και τα γλειφομούνια
Κι εσείς μπούτια
Διψασμένοι γεμιστήρες των καλάσνικοφ
καλά τα κατάφερα κάνοντας μακροβούτια στο αίμα σας
Καλλιεργώντας πατάτες και πρόπολη

Ω να, στα χείλη μου γύρω ο αυτοκρατορικός σου αφρός
Ο ζύθος σου που καμουφλάρεται λίγο πριν σε καταπιώ
όπως κατάπια το μάτι της αγελάδας
κι όλα τα ντεσιμπέλ του αναστεναγμού σου

Κοίτα. Να

koita na

Κοίτα. Να
Έτοιμος είν’ ο κόσμος να γαμηθεί.
Το δέρμα οι τρίχες τα μούτρα η γλώσσα

Κοίτα. Να
Ο κόσμος τα φώτα του ετοιμάζεται να σβήσει
και στου σκοταδιού το πηγάδι να βυθιστεί
Ο ήλιος αμαρτωλές ελιές φυτεύει

Να η φλούδα μου κόκκινη σαν υφαντό
Χίλιες εκρήξεις και προσευχούλες
Εσύ σκέφτεσαι πούτσες Εγώ μουνιά
Τρίβουμε τους κώλους μας
Τα ρουθούνια μας η πιο ερωτογενής ζώνη του γαλαξία
Έχει νυχτώσει, είναι αργά, για να σου δώσω την ευχή μου
Μονάχα γεύση της ψωλής
Μονάχα χνώτο καλογριάς που τη βατεύει ο Ιησούς
και πεθαίνει και χορεύει και κλαίει
και φωνάζει και κλαψουρίζει και τσιρίζει σαν ποντικίνα
Όπως κι εσύ

Συναντήσεις

sina

Δεν ήξερα να χρησιμοποιώ πολύ καλά τα δέκα μου δάχτυλα
μέχρι τη μέρα που έφερες σπίτι μου το μουνί σου

Ιστορία αγάπης

eric_zener_girl_swimming_pool3

Όλο μένος αφροδίσιο
Η μαμά ξερνά βολβούς ο μπαμπάς νύστα
Είναι ένα κορίτσι με κινητήρα
Είναι ένα κορίτσι με βυζιά
Ένα κορίτσι με σάλια
Μπαίνει στη θάλασσα
Στα σάπια ευτυχισμένα γαλανόλευκα νερά
Οι μηχανές στο φουλ
Γκαζώνει για τ’ ανοιχτά
Κι εκεί τη γαμεί ένα ψάρι
Σφυροκοπημένο απ’ τα λέπια του
γυρνά το κορίτσι στην αμμουδιά
Η μαμά κι ο μπαμπάς ροχαλίζουν
μες στο κρύο σπέρμα τους
Ένα καβούρι γελά
Μια θεούσα μέδουσα ψυχορραγεί και τρέμει
Το κορίτσι κλειδώνεται στα όνειρά του
μα αφήνει λίγο απ’ το πυρακτωμένο χείλος του
στην άκρη του γκρεμού του βλέμματός μου

Η Frida Kahlo κάνει έρωτα με τις γάτες της

Pablo-Picasso-Reclining-female-nude-playing-with-cat-1964

Όταν ο έρωτας πέφτει βροχή καμιά ιδέα δεν της έρχεται στο κεφάλι
Οι Αμερικάνοι τη ζωγραφίζουν με δάκρυα στο δέρμα
Ωστόσο αυτή έχει έναν ξεδιάντροπο αφαλό ακόλαστο
Τριχούλες απ’ την Πομπηία έως την πόλη του Μεξικού
Εκλεκτά εδέσματα ανθεκτικά στα αντιβιοτικά
Βουστροφηδόν γυμνή
Κατουράει μες στη σούπα του προέδρου των ΗΠΑ
Ζωγραφίζει ένα μονόφθαλμο πέος
Τον Έλληνα Ήλιο
Σκληρό αποτρόπαιο
Να βατεύει μπαλαρίνες των Μπολσόι
Ένα φερμουάρ την κρύβει μες στο κορμί της
Στην ωμοπλάτη μια σκηνή σοδομισμού
Στις κνήμες της μια καρδιά
Το αιδοίον της εις στρατοσφαιρικόν κλοιόν
Μα οι γάτες όλες εκεί της παραστέκονται
με τις γλωσσίτσες ακονισμένες στα ψαροκόκαλα

Το Ουρλιαχτό του εκθεσά

ekt

Είδα τους καλύτερους εκθεσάδες της γειτονιάς μου διαλυμένους απ’ τα φράγκα
χαδιάρικοι βασανιστές να ξεκοιλιάζουν ολότελα ένα πτώμα
ηθικολόγους αμοραλιστές ψιλικαντζήδες της γνώσης
να δείχνουν με το δάχτυλο τους χαζούς τους βλαμμένους και τους ανάπηρους
Είδα στα εξοχικά τους μαστίγια αγορασμένα σε δημοπρασίες
Σπασμένες αντένες στις αποχρώσεις του λυκόφωτος
Μισαλλόδοξους μαγαρισμένους απ’ το δίκιο του ισχυρού
με τα ηλεκτρικά τους μουστάκια γεμάτα χρυσόσκονη
όλο ανοιχτήρια πουλώντας για κονσέρβες επιτυχίας
Αριστούχοι μες στην οικόσιτη γαλήνη τους
όλο ποιητικά καπρίτσια και κουμπαριές και μπίζνες
πουλώντας χασμουρητά και δαμάσκηνα με κινίνο
σε νεολαίους που αγιάζουν τα στυλό των πανελλαδικών
στους βόθρους της καλοζωίας που ονειρεύονται
Είδα να γλείφουν της μαμάς υπεραξίας το ξεροκόμματο
και να παρηγορούν υπαλλήλους τραπέζης που επένδυσαν στα παιδιά τους
χάνοντας τα λεφτούλια τους αφού δεν χωράνε όλοι στον παράδεισο
Είδα να ακονίζουν τις ξιφολόγχες στα πεζοδρόμια
για να τις καρφώσουν στον κώλο της μαϊμούς που τους συντηρεί
Είδα τους καλύτερους εκθεσάδες της γειτονιάς μου πικρόχολους προφήτες
να διακονούν την πραμάτεια τους να ονειρεύονται στρατόπεδα συγκέντρωσης
για τους φτωχούς και τους αποτυχημένους
να γράφουν καντάδες στον Εωσφόρο της χώρας για την αριστεία
Υπερφίαλα μοναδικοί και ανεκτίμητοι που όταν θίγονται τα συμφέροντά τους
είναι έτοιμοι να γαμήσουν χίλιους καρδιναλίους με τον Πάπα μαζί
μα όταν θίγονται τα συμφέροντα των άλλων τρώνε κολιούς και γράφουν
ποιήματα για εξατμισμένες κορασίδες που δεν καβάλησαν

Υπεράσπιση του Σώματος

ipoklisi

Το Σώμα φαντάζεται κάθε ρωγμή του
-καθώς ιδρώνει-
απαθανατίζοντας άναρθρο
όλες τις γλώσσες που το άγγιξαν
κάτω απ’ την αστείρευτη αγάπη
του θερμαινόμενου μηρού.

Αφηρημένο εκ των προτέρων το Σώμα

Νύχτα στιγμιαία λευκασμένη από
βολβό μονόφθαλμου έρωτος.

Ξυπνά το Σώμα
ίσως προς τον επιθυμητό οργασμό
αρχίζοντας την πάλη με τα όνειρα

Και το σκοτάδι λυγισμένο γύρω του.
Αναπόφευκτα τεράστιο υπογάστριο του φωτός.

Οι ζυγισμένοι μαστοί

και τα πόδια της
να παθαίνουν κράμπες στον αέρα

με τους λωτούς στα χείλη
και τα εύφλεκτα περιβάλλοντα
τις κάλτσες και τα φουστάνια στο πάτωμα

τις νεροφίδες με τα ποντίκια στην κοιλιά

τις ονειρώξεις που συντηρούν τους ανεκπλήρωτους έρωτες.

Το φιλί σου ήταν από πέτρα αίμα και ψάρια

zev

Το φιλί σου ήταν από πέτρα αίμα και ψάρια
Τα δάχτυλά σου είχαν κάτι απ’ τον οίστρο της καθαρεύουσας
Η απληστία και η συνήθεια ψαχούλευαν το ωραίο σου στήθος
Τα μάτι σου μέσα στο λάκκο του γεννητικού μου οργάνου

Αναδιπλωμένη τώρα, μυρίζεις τα χίλια χρόνια έρωτος
και αίματος κατευθείαν απ’ το μουνί σου, με τα μάτια κλειστά
ενάντια σε κάποιο αδιανόητο σκοτάδι, εκεί όπου θάφτηκαν
τόσες δαγκωματιές σε έναν πόνο

Ύμνος στον θάνατο Ή Ο Τζιουζέππε παίζει με τη γάτα του

ougka

Ο Ουνγαρέττι ανάβει το τσιμπούκι του
Και γράφει ένα ποίημα για το θάνατο
Ερμητικά ανοιχτός
Σαν τον ήλιο που ξαπλώνει στη σαλιάρα του βρέφους
Από αρχαιοτάτων χρόνων γράφοντας όπως τόσοι άλλοι
Κουρδίζοντας τη μακάβρια αρμονία
Μ’ ένα τέχνασμα προσπερνώντας το μύθο της νιότης του
Μες στο υγρό απομεσήμερο της Τοσκάνης

Εις τον Μακεδόνα καλλιτέχνη Andy Warhol

andi

Τού ενός το πουλί ήτο λαίμαργο τού άλλου ονειροκρίτης
τυφλοπόντικας ο Μεγαλέξανδρος ο Μέγας έκανε εμετό
μέσα στα ΚΤΕΛ Κηφισού ταστέρι της Βεργίνας των ηλιθίων
που εγένοντο κοράκια σαρκοβόρα κομισαρίου σπασμών και πετρελαιοκηλίδων όλα δικοτυλήδονα φυτά ερπετά εις σάρκαν μια μακεδονική ως έλαφον παρθένον μετά τ’απόδειπνα της αιωνίου σφαγής στο Μεσολόγγι στο Αφιόν Καραχισάρ
με κάκτους Σαν Πέδρο
στα πριονιστήρια στο Βελιγράδι και στο Μανχάταν μέσα που
ο μεταξοσκώληξ ο γουορκχόλης επέροντο πως τόχε κιναιδείο

Φτερά Σημαιοφόρου

xnoud

Κατέβηκα ως εντολέας στην κοιλιά της μαμής
Να με σκεφτεί ως έμβρυο η μανούλα μέσα της
Να συμπονέσει το αιμάσσον σπλάχνο της
Πριν το δει στη μπανιέρα Αφήνοντάς το
Για λίγο ελεύθερο ν’ ακούσει
Μες στον αμνιακό αλκοολισμό
Κάποια άρια στους δρόμους προς τα χασάπικα
Χωρίς Eβραίους κι ‘Eλληνες θεούς
Και γύρω μόνο η σάρκα

Ο Νταντάς Ή Μάχη σώμα με σώμα

dadas

Ο Νταντάς, απόγονος του Σεβάχ και του αποσπερίτη
ιδρυτής της Βαβέλ και των κόμικς μιας υγρής Ελεονώρας
μιας χώρας ελαιοκάρπου μιας θαυμασίας νήσου που
ιδρύσανε οι Δούλες του Ζενέ με το χαρτοκόπτη πάνω
στην καρδιά και στην καμπούρα μου πάνω στα κωλομέρια
μιας θεάς από μάρμαρο κι ενός θεού από μορταδέλα

ω! μονόφθαλμο αρκούδι μπροστά στον ερμαφρόδιτο
ήλιο η Αφροδίτη κλειτορίς αδέκαστη η Ήρα χήρα στον
Ορχομενό κι ο Δίας ψήστης της λιπόθυμης αγάπης των
κοινών θνητών για τα κοινά και τις κοινές για το αδιάντροπο
γέλιο της μεγαλομανίας του αιδοίου που θέλει την εξουσία
του τρελού γλύπτη πάνω στα χείλη της Φίλης που δεν ήρθε

μα καταπλάκωσε το Γεράσιμο Σκλάβο δια παντός μέσα
στη νύχτα και στις ομιχλώδεις φούστες μέσα στα κομουνι-
στικά μανιφέστα τόσων πόθων ξαίνοντας νευρικά τ’ άσπρο
μαλλί των γάμων απ’ το έρκος των θνητών μας οδόντων

Τετράστιχον Παρισίων

tetra

Στα Παρίσια στα Παρίσια
μελετάνε τα χασίσια
ω! χύστε τα ζεστά σας χύσια
εις τα ένδοξα Παρίσια

Ωδή στις κινέζικες βιοτεχνίες και στη σπαστική κολίτιδα

bout

Τριγυρνούν στους δρόμους αυτής της γυμνής δημοκρατίας
έχουν πετάξει τα ρούχα τους
έχουν γράψει συνθήματα με χημικά της Revlon στις ρόγες τους
-ωδή στις κινέζικες βιοτεχνίες και στη σπαστική κολίτιδα-
Η γύμνια είναι ένας αβρός αιφνιδιασμός
Το ρίσκο να στέκεις αγνός ενώπιον της αχρειότητας
Περιφέρονται στους δρόμους μ’ ένα κέφι τρελό
Ερμαφρόδιτα κουνέλια με αυτιά στητά και
μουστάκια από ανεμογκάστρι
Ένα έκπαγλο απόλυτο στη συμπολή με τη δύναμη
Τρυφεροί φασίστες που αγαπούν μόνο
την κωλοτρυπίδα τους
Βασανισμένοι, μπερδεμένοι
απ’ το ναυάγιο του να είναι μοναδικοί
Αξιολύπητα αξιοθαύμαστοι
Ένα άλλοθι στη φαυλότητα των φιλήσυχων πολιτων

gay

Δυο γκραβούρες αυνανισμού

klimt_gustav_8

Αν μπορούσα να σας αγκαλιάσω
-Όπως πέπλα από διαστημικές ομίχλες αγκαλιάζουν το χαμό-
Θα χόρταινα απ’ την αφρώδη λίμπιντο των σάλιων σας
Σαλεμένες γύρω απ’ τις σουπιέρες και τα βεγγαλικά
Παρθένες μικρούλες νότες των συνειρμών
Στη δυσώδη ρομάντζα από αντρικές ψωλές και γέλια

Ω! μη χρησιμοποιείτε το δάχτυλο σαν δόλωμα κορίτσια
Θα λέτε μόνο για τους οργασμούς
Έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα
Θα λέτε για το λαρύγγι σας
Πως το ξεχαρβάλωσε με ζήλο η προστυχιά
Θα λέτε για μένα και τη γλώσσα μου στ’ ανατριχιασμένα σας σπλάχνα
Πέρασε Λύκε καλέ στης Κοκκινοσκουφίτσας τους μύκητες
Στα φρεσκοθρεμμένα μουσκίδια
Στο Πάντα Βρέχει που κουρνιάζουν τσαλαπετεινοί
Στο Πάντα Χύνει που μαλακίζονται οι γκιόσες
Έφηβες πυκνόμαλλες του ενός σπασμού
Ηγερίες με μαδημένο μουνί
Και τη χούφτα απόχη για ζαλισμένες πεταλούδες
Στο χείλος του γκρεμού
Απ’ τις τόσες νικηφόρες πανωλεθρίες με το δάχτυλο

klimt-studie-zu-danae-1907.thumb.333x0x0x0x100x0x0x0

Μια παλαβή Κυριακή

kin

Οι τάφοι ανοιχτοί στην Κινεζία, τα εμπορικά
μαγαζιά με τα έμβρυα και τα λουκάνικα ανοιχτά
το σεξ παντού πλαδαρό γλυκό και καταδικασμένο.
Είδα βιοτεχνίες υπόγειες που φτιάχνουν
αλοιφές για σπυριασμένους ραβίνους. Είδα
τις τρίχες σου κάτω απ’ την κίτρινη πληγή
του φεγγαριού. Γρήγορα φιλιά από αίμα. Είδα
να ψυχοπλακώνουν τους ματάκηδες στηθάκια
κουλουριασμένα σαν ψόφια ποντίκια μες στη
λαίμαργη ακινησία τους. Είδα έναν δαίμονα
αόμματο να χώνει το δάχτυλο του στο τρυφερό σου
χαμόγελο και να γίνεται ο φτωχός πίθηκος
ο δούλος της μητρότητας στην ανατολή που
μασουλάει λιωμένα χείλη και ξεφλουδισμένα
γόνατα με την τόσο ωραία κυρτωμένη ράχη του
ακουμπισμένη στον εχθρικό τοίχο της σιωπής.

Liberte

stasi liberte

Κατεβήκαμε στη στάση Liberte
Σε πήρα ολόκληρη στο στόμα και με είπες
αχαλίνωτο καταπιόνα
και σε είπα αλατισμένη με φεγγάρι
Αχ! μόνο οι τρελοί ξέρουν να γαμάνε
χωρίς να πουλιούνται
Κλάψε τώρα ανελέητε θεέ
που δεν έχεις αυτό που έχω στο στόμα
Κλάψε τώρα θεέ δίχως γλώσσα
καμωμένε από ποταμούς αίματος
Εσύ αθάνατος κι αγάμητος
κι εγώ θνητός γλωσσοπλάστης

Σύντομη ιστορία του ματιού

sintomi

Όσα λουλουδάκια φύτρωσαν γύρω σου
είναι σκέψεις δικές μου και σκευωρίες
από σάλιο είναι το καλωσόρισμα στα
ομόκεντρα μπούτια είναι του φιλαναγνώστη

ο ρόγχος τα δέκα δάχτυλα που θα βοσκήσουν
την ευτυχία και τις κλωστές απ’ τα χιτώνια
των χωροφυλάκων. Όσα λουλουδάκια φύτρωσαν
γύρω σου είναι ποιητικές ιδέες από ρώσικο

ατσάλι και λέπια από χοντρόκωλες νεράιδες.
Τα μαδάν στις συνουσίες οι εραστές σου
άλλοι άχαρα κι άλλοι με τα παλαβά γαμψά τους
νύχια σε γδέρνουν για να φτάσουν στο μεδούλι

να τυφλώσουν το ζηλιάρη ήλιο μες στα μάτια σου.

Κύκνειο χάσμα

lida

Να χρησιμοποιείτε μόνο λέξεις κλειδιά
και αντικλείδια για τον κόρφο της Λήδας
αφού είστε κύκνοι υπεράνω κάθε υποψίας
και τα δόντια σας γεύονται σφάγια από

Τραγανές Αγίες και τα δάχτυλα των ποδιών
σας μελετούν την ωμοπλάτη μιας Μαρίας
φαγωμένης απ’ τη λέρα των αιώνων και μιας
αχόρταγης κυρίας με ανθισμένα έντερα

που κεντά το εργόχειρο των ηδονών και
τη γαλατένια της μελαγχολία όταν
ξεσπά σε γλειψιές πάνω στο πέος και
στην τριχωτή κοιλιά του Εωσφόρου

που γαντζώνεται στο λαιμό του κύκνου
σαν μικρό ευαίσθητο θηρίο νυμφευμένο
με τον απαλό πάτο της Λήδας και το
αφελές της αιδοίο και τις πασαλειμμένες

κορφές από σπερματόσπορο στα γλυπτά
κωλομέρια που θα τα πάρει μαζί της
στον τάφο

Έχουμε νέα απ’ τον Ρεμπώ και τον Πάνα

rempo

Έχουμε νέα απ’ τον Ρεμπώ και τον Πάνα
αι βάται αι φλεγόμεναι που διαολίζουν
τους φιλολόγους του πανεπιστημίου Αθηνών
και τους ψάλτες με τα χάλκινα λαρύγγια

και ως μεγαλόσωμοι κυρίαρχοι του κόσμου
των ποιητών αφηγούνται τις σκοτεινές
συνουσίες κάτω απ’ τις κουνουπιέρες
της Αφρικής και κάτω απ’ τα πουκάμισα

της Εσπερίας αφήνοντάς μας χρησμούς
για να κοιμηθούμε ανήσυχοι με το πουλί
στο χέρι σκεπτόμενοι πάντα τις αναξιόπιστες
δηλώσεις των εραστών για τον έρωτα και

των τρελών για την τρέλα τις χώρες που
περπάτησαν με τη γλώσσα και τους πνίχτες
στους λαιμούς απ’ τη χρυσοθηρία βυζαίνοντας
πάντα απ’ τη συκιά του σύμπαντος γάλα

ρεύσις της φύσεως γάλα του γαλαξία γάλα
κατσικίσιο απ’ τη ρόγα γάλα του μύθου της
φλεγομένης Αιθιοπίας που εκέρδισε το
παγκόσμιο πρωτάθλημα οργασμού και πείνας

και το παγκόσμιο πρωτάθλημα αλητείας
όσων άφησαν εκεί τα κόκαλά τους και μια
φράση που άνθισε στην έρημο σαν το πρώτο
άγριο φύσημα του αγέρα που τύφλωσε τα

καραβάνια και τα πήγε ντουγρού στην
έκσταση του απέραντου άγνωστου κόσμου

Πνεύμα

pnema

Με φώτισε το Άγιον πνεύμα
και μου άλλαξε τα φώτα. Ένα
μεγάφωνο φύτρωσε στον
κώλο της Αγίας Τριάδας με τον

τριαδικό θεό να ζαλίζεται απ’ τα
κοριτσόπουλα που δε φοράν
βρακί σαν ώριμες λέξεις που
ξέρουν τη θέλουν στο δέρμα τους

σαν μιαν ανεπανόρθωτη βλάβη
σαν μια ζαρκάδα Αφροδίτη
χορευταρού με αφρούς και
κύματα σαν κάτι θηλυκό με θηλές

και στήθια σαν αυτά που ψιθύριζε
ο Απολλινέρ στη Μουσα του Λουίζα
εν μέσω καύσωνος και κάψας
9 πόρτες έχει το κορμί σου Λουίζα

κι εγώ κατάφερα όλες να τις ανοίξω.

Όχι κι ένα τόσο ένδοξο ποίημα

LA-REGINA-DELLE-BANANE-BANANAS-QUEEN-2

Κανένας θεατής δεν μετανοεί ούτε
οι σκυλόφραγκοι που χορεύουν γύρω
απ’ τα φοβερά κουνούπια ούτε οι
Τάταροι που θεραπεύουν το χτικιό

του έρωτα στα πεδία των μαχών
σκεπτόμενοι αιδοία της γαλλικής
σχολής των αποδομιστών αποδομώντας
τις κουτσουλιές των πουλιών και

το λυσσασμένο Μαρξισμό εως εσχάτων.
Έως να ψηθεί καλά το συκώτι του
αρχιμάστορα και η γυναίκα του να
δραπετεύσει απ’ το καταραμένο γεφύρι

γυμνή όπως θάφτηκε και γυμνή όπως
γεννήθηκε για να μας αλλάζει τα φώτα
στη φαντεζί μυθολογία πέριξ του
Αμβρακικού με τις σκληρές πέτρες

και τις αστραπές με τα ψόφια ψάρια
απ’ τους κολπικούς σπασμούς του
ηφαιστείου που κοιμάται στην κοιλιά
της αρβανιτιάς περιμένοντας τους

εξωμότες και τα χασίσια του Ελμπασάν
για να δουν άσπρη μέρα και να ζαλιστούν
αγναντεύοντας το γεφύρι της Άρτας και
μια νοικοκυρά στο παράθυρο όλο ερωτισμό

μικροαστικής φύσεως με τα ένδοξα
μπικουτί και τη μπανάνα να γλιστρά
στον καλό μύλο που τα αλέθει όλα
τα πάθη και τις βιταμίνες και τα

υγρά που στάζουν στα αρειμάνια
χείλη εκεί που δεν πιάνει το
μελάνι και το κραγιόν αλλά το
σπέρμα των αποδομιστών και των

ελασσόνων.

Ημιπορτραίτο λαμπυριζούσης νοικοκυράς

ημιπορτραιτο

Οι δρόμοι γέμισαν δάκρυα Κύριε σκοτεινέ συνωμότη
που συναρμολογείς με τέχνη τα κομμάτια του παζλ

υλικά του υψίστου νου των καλλιγράφων που γδύνουν
όλα τα εκτροχιασμένα συναισθήματα στις κουζίνες εκεί

που θρυμματίζονται οι αφανέρωτες τάσεις των γυναικών
για έρωτες και αύτανδρους οργασμούς τρικούβερτους

και πολλαπλούς με σκόρδα κατσαρόλες και περίοδο
μουνίλα αρχαγγελική εξεγερμένες ωοθήκες πρόστυχες

σμιλευμένες στα αιωνίως αμαρτωλά παραστρατήματα
του μυαλού με το γέλιο να ανθίζει στον αφαλό και τα

δόντια να δαγκώνουν αυτό το σφιχτό αυγό της ψυχούλας
τα ματιασμένα ένστιχτα των φαλακροκοράκων εντός κι

εκτός αντρών τυφλών μπανιστηρτζίδων σαλεμένων τόσο
όσο ένα ανώμαλο αγοράκι που καρτερεί τον ίσκιο του

θανάτου κάτω απ’ τις φούστες γλειφιτζούρι μαντολάτο
και μαλλί της γριάς μαδημένο απ’ τα γενναιόδωρα όνειρα

της φθοράς

Σημειώσεις πάνω στο δέρμα της

drawing-nude-in-summerquot-by-loui-jover-redbubble-1359748376_b

Όλες οι μεγάλες πόλεις σού ανήκουν.
Γνωρίζουν οι μεταφραστές της εποχής
την ένρινη λαχτάρα σου για σεξοσέξ
μέσα στη λαύρα του μεσημεριού και

το αρχαϊκό σου χαμόγελο στους δρόμους
απολαμβάνουν. Σε μυρίζουν βαθιά
χαμομήλια μελίγγια της απατηλής
Πεντέλης και του Υμηττού τα δάχτυλα

τα πετρωμένα. Οικογενειάρχες και
μαρμαρωμένοι βασιλιάδες Νεαροί
που κατουράνε σπέρμα. Κύκλωπες
αυτοκράτορες και ναρκαλιευτές

Πατατοφάγοι εραστές πριν απ’ το
γύρο του θανάτου. Λεσβίες στα υπερώα
δώματα γλιστρώντας στου ευσπλαχνικού
αλκοολισμού το μουδιασμένο λαρύγγι.

Ματιασμένοι ματάκηδες απ’ της μαμάς
την πρωτόγονη γύμνια όλο στέφανα
και κουφέτα. Κακούργοι σκύλοι ποιητές
δημοσία δαπάνη σκοτωμένοι με την

καψούρα δαφνοστεφούς εν ατελεία
και καύλα χτίζοντας τον αλαφροΐσκιωτο
πανύψηλο πύργο τους σαλεμένο
γερτό όλο λόξα και λοξούς σπόρους

φυτεύοντας στα κεσεδάκια με τη φακή
σάλια απο εφηβικές γλυψιές τρίχες
της νιότης σελιδοδείκτες της ηδονής
χασίσια από μνήμης και νυχτέρια

Όλες οι μεγάλες πόλεις σου ανήκουν
όλες οι φυλακισμένες θηλές και το χνούδι
όλο το λίπος της καρδιάς και τα γαμψά
πλήκτρα που βγάζουν μια μελωδία απο

οικείους σπασμούς και γκριμάτσες
πολέμου. Βροχή που στραγγαλίζει
ένα λουλούδι. Κολασμένοι που
κακολογούν τον παράδεισο τρώγοντας

μορταδέλα και κοριτσάκια που
φύτρωσαν σαν τσουκνίδες στη χλόη
σε αχόρταγα σφιξίματα και σε
τρομαγμένα φιλιά στολισμένα

μπιμπίκια της νεότητας πύον γλυκό
και πορδούλα αστείρευτη γενναία
διθυραμβική στου εραστή τα ρουθούνια

 

Νυμφαλίδαι

bat

Τα φτερά τους στοχάζονται πολύχρωμα φιλιά
Αγρίως φιλονικούν με το φευγάτο φεγγάρι
Άγουροι ινδιάνοι τις έχουν για παράσημα
Στα ξεχαρβαλωμένα τους σαγόνια
Πέφτουν μέσα στις σούπες
και τις τρώνε οι πατεράδες με τις τσούπες τους
Τις παίρνει ο άνεμος στην ουρά του
Σαν σκοτεινές σερπαντίνες
Όλο νέκταρ και ακαθαρσίες αποθέτοντας
Στη σχισμή των κολπικών σου γέλιων

Ιερουσαλήμ Ή Περί Τομής

περιτομη

Θα μιλήσω πάλι για το βυζί σου Ιερουσαλήμ
Και το χτικιάρικο εβραϊκό σου Σάββατο
Που έμεινε πασαλειμμένο στους παρθενικούς υμένες της Ανατολής
Θα μιλήσω για τις κνήμες σου
Για τα συνέδρια τρελογιατρών στα κατεχόμενα
Που έρχονται ν’ αφήσουν το κλαψιάρικο σπέρμα τους
Στην κοιλιά σου
Θα μιλήσω για τα ζουλάπια
Και τα ανδραγαθήματα του ήλιου στο βρακί σου
Τα άσματα των ποιητών σου
Και τις νύφες σου
Που τις σακάτεψαν τα κουνούπια στην έρημο
Θα έρθω να κατουρήσω στον κήπο σου Γεσθημανή
Στους πρόποδες του όρους των ελαιών
Βουτώντας την ψίχα μου στο πρώτο σου λαδάκι
Και στον αδέσποτο θείο οργασμό της προδοσίας
Την ώρα που θα κάνουνε περιτομή στο αδερφάκι μου
Γέροι ραβίνοι υπάλληλοι του αιμοβόρου θεού
Σύζυγοι άσπιλοι που ξεπαστρεύουν την ηδονή με ξυράφι

Όλες οι λέξεις δουλεύουν για να πλέξουν ένα στεφάνι στην ομορφιά

dipno

Όλες οι λέξεις δουλεύουν για να πλέξουν
ένα στεφάνι στην ομορφιά, στο χάος μέσα
μας, πριν καταποντιστούμε στις ουτοπίες
πριν λαλήσει ο πετεινός πριν βουρκώσουν
οι φτωχοί στη στάση του λεωφορείου
μετρώντας προβατάκια για να τους πάρει
ο ύπνος και η λήθη. Kαι η όμορφη κοπέλα
μια πατρίδα για τους εργάτες και ο όμορφος
νεαρός πιερότος με τα χοντρά δάχτυλα και
την κομμένη γλώσσα ένας φτωχός άμυαλος
πίθηκος που έχασε τη θηλυκιά του για πάντα.
Όλες οι λέξεις μου έχουν μπήξει τα δόντια
τους στον κώλο του θεού για λίγη φρικαλέα
αθανασία, πριν τελειώσει η νύχτα που κρύβεται
στο μαλλιαρό σου μουνί αιωνιότητα, πριν μας
παραχώσουν οι αλλόφρονες νεκροθάφτες
μεσ’ στη λάσπη και τα σκατά

Βροχή βροχούλα βρόγχος

vroxi

Βροχή βροχούλα βρόγχος
Νεράκι ανεξήγητα μετέωρο
Φτασμένο εκεί
Στο έκπαγλο κέντρο των σπασμών
Οι ψύλλοι στο χώμα
Με τους σπόρους χορτασμένους
Ναυαγισμένο υλικό
Αναζητώ στο λαρύγγι μου
Ονόματα εσταυρωμένων γυναικών
Ουράνια άμμο της Αφρικής
Με σύφιλη και χολέρα
Όλο στιλπνές ψυχούλες σκόρπιες
Σ’ ένα ακρογιάλι από οστά
Κι εκεί να πλαγιάσω σα ναμαι
Γαλάζια μύγα στην πανωλεθρία
Να απολάψω το σκόρπισμα
Των σπόρων της τρέλας στα μελίγγια μου

Ποίημα για το πρόβλημα του ύπνου σας και μια πίτσα στο μέγεθος του ήλιου

poim

Μερικές φορές το ποίημα
δεν θέλει να έρθει
κρύβεται
σαν μια παιχνιδιάρικη γάτα
που έχει τρυπώσει
κάτω απ’ τον ουρανό

κρύβεται ανάμεσα σε γυμνοσάλιαγκες,
ρίζες, βολβούς, μάτια αράχνης,
τόσο μακριά απ΄ τον ήλιο

Μερικές φορές το ποίημα
τρέχει ακόμα πιο μακριά
σαν έναν εραστή
που φοβάται να χάσει την ουσία του
να μαγειρέψει τη μοναξιά του
σε μια κατσαρόλα
φτιάχνοντας μακαρονάδα για δυο
ή μια πίστα στο μέγεθος του ήλιου

Μερικές φορές το ποίημα
δεν μπορεί να αντικαταστήσει
το πάθος του ποιητή

Η ζωή είναι ένας χορός
ανάμεσα στον ποιητή και το ποίημα
αλλά μερικές φορές το ποίημα
απλά δεν θέλει να χορέψει
και παραμονεύει στο περιθώριο
χτυπώντας τα πόδια του

Εάν το ποίημα δεν έρχεται
Λέω: γλιστρήστε πάνω σε αυτό
Κάντε πως δεν σας ενδιαφέρει
Καθίστε στην καρέκλα σας
διαβάζοντας τον Σαίξπηρ, τον Νερούδα,
την αθάνατη Emily
τους Ρουμάνους του μεσοπολέμου
το Βάσκο Πόπα
το Νίκο Εγγονόπουλο
και αφήστε τον εαυτό σας να τρέξει
στη μουσική τους

Πηγαίντε στην κουζίνα
και ξεκινήστε να ξεφλουδίζετε τα κρεμμύδια
για την κόκκινη σάλτσα

Πριν το νιώσετε
το ποίημα θα κλάψει για σας
πάνω απ’ τις ώριμες ντομάτες
θα βυθίσει η έμπνευση
τους σπόρους της στο κορμί σας

Κι όταν ολόκληρο το σπίτι θα είναι γεμάτο
με το άρωμα της ντομάτας
αρχίστε να βράζετε τα ζυμαρικά

Σιγοβράστε κι εσείς
πάνω από την υγρή αισθησιακή ζύμη
κάνοντας το ποίημα να λυγίσει στη θέλησή σας

Αγαπήστε αυτό το ποίημα
από αλεύρι και νερό
την ουσία απ’ το δέσιμο των υλικών
τον έρωτα που κοχλάζει στις κατσαρόλες
για να ταΐσει τα αχόρταγα στομάχια

Τα πλοκάμια της πλοκής

solt

Δεν με χωρά ο χώρος και η χώρα
Προτιμώ να κάνω σκέψεις μόνος μου
Ο άνεμος με βελόνα και κλωστή
Μπαλώνει την αγάπη
Και των κοριτσιών το τραύλισμα
Αν ήμουν λυρικός όλα θα ήταν αλλιώς
Η μαμά θα με αγαπούσε σαν κουταβάκι
Ο μπαμπάς θα με πρόσεχε απ’ τον τάφο του
Μα γράφω τώρα ένα ποίημα για τη δυσεντερία
Μυρίζω σβουνιές από μαντριά
Κοιτάζω την κουλουριασμένη στύση μου
Τον κουραδοκόφτη σου να νιώθει κανονικός βασιλιάς
Ω παπαρούνα κόκκινη σα βάλανος
Είμαι μεσσίας, προφήτης, θυμωμένος πατέρας
Ένας ξεπεσμένος γαμιάς
Που προσπαθεί να τον χώσει στο στόμα της
Είναι άρρωστη από καρκίνο η χώρα μου
Φυτεμένη μέσα σ’ ένα κονσερβοκούτι
Με χώμα και φακές
Σάπιοι μπουρζουάδες με τα σάπια δόντια τους
Σχεδιάζουν δοξασμένους λοιμούς
Πατατοφαγία εκσπερμάτωση
Ω παπαρούνα σου γράφω ωδές
Κάτω απ’ τα γαλάζια σύννεφα της Βαβυλώνας
Σε ξεριζώνω αφού διαθέτω εξουσία
Σε μυρίζω τώρα
Όλο θειάφι και μαγγάνιο πετρέλαιο και πληγές
Σειρά σου τώρα νε με μυρίσεις
Να μου διαβάσεις ποιητικές συλλογές
Για πούτσους και μουνιά
Σοσιαλισμό του αγρού
Να μου μάθεις πως ψαρεύουν πέστροφες
Με τρύπιο σακί στον Αχέροντα
Πασπαλισμένη με αλεύρι
Τηγανισμένη σε βούτυρο
Μια γλυκιά γεύση αφήνοντας
Όπως τα φιλιά της Εσμεράλδας

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ Β.Μ

lastlet
Έχασα τους καλλίτερους φίλους μου
Τον Οκτώβρη του 17
Την ώρα που άστραψαν όλα τα δρεπάνια
Αποκεφαλίζοντας τα πορφυρά στάχυα της Σιβηρίας
Και μοσχοβόλησε ο αέρας πιστόλια και μαχαίρια
Κι ακουστήκανε οι ένδοξες τρουμπέτες
Κι ακούστηκε το αίμα να κυλά
Σαν λύκος μες’ τη νύχτα
Κι άρχισαν να ξεπηδούν απ’ την καινούργια μήτρα
Ο άνεμος κι η θύελλα
Γλείφοντας του κόσμου το κορμί
Αφήνοντας της ηδονής τα χνάρια πάνω του
Σπέρνοντας της εξέγερσης το πάθος
Ίδιο με το αγκάλιασμα του δρεπανιού
Ίδιο με του σφυριού τη δύναμη
Εκείνη την τραχιά κι ωραία στιγμή της πράξης.
Φεύγω λοιπόν κι εγώ όπως μου πρέπει
Νέος ακόμα στο κορμί
Με του τελευταίου μου έρωτα το δέρμα
Σαν κάποιος που έκανε το χρέος του
Φεύγω και
Χαιρετίζω τις γυναίκες
που μέλλονται να γεννηθούν
για να στοιχειώσουνε
τον ύπνο των αρσενικών.
Χαιρετίζω τις τρομοκρατικές οργανώσεις
του μέλλοντος
την κατάργηση των τάξεων, των θρησκειών,
των στρατών, των σωμάτων ασφαλείας.
Χαιρετίζω το θάνατο των εθνών.

Ω! θάψτε με
με τη γλώσσα έξω απ’ το χώμα.

1992

Ελαιώνες

Αγριοπερίστερα νεκρά που τα γλύφουν ποντίκια.
Αυτή είναι η πόλη μας.
Με τα μπαρ και τα εγκλωβισμένα της θηρία.
Και τα θερινά της σινεμά
που ξεφυτρώνουν σαν επιληπτικά πεδία
μέσα στο αχόρταγο καλοκαίρι.

 

Ποίηση-Αντώνης Αντωνάκος.
Μουσική, παραγωγή, κοντραμπάσο-Ηρακλής Ιωσηφίδης.
Mastering: Απόστολος Σιώπης.
Το εξώφυλλο είναι ένα κολάζ του Γιώργου Μπογιατζίδη.
Στην ηχογράφηση χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά κοντραμπάσο, ηλεκτρικό και ακουστικό.
Από το άλμπουμ του 2018 «Ελαιώνες».
Download στο http://www.xeilialouloudia.gr/

 

Μεγάλη Παρασκευή Ή Μουνί με ακάνθινο στεφάνι

moniaknthod

Μη διστάζεις να αντιμετωπίσεις τα υγρά σου σαν μια αγέλη ζώα.

Ζούνε εντός σου σε άγρια κατάσταση.

Αλληλοσπαράσσονται, αυτοακρωτηριάζονται, πολλαπλασιάζονται στην τύχη.

Ποίμαινε το κοπάδι των υγρών σου.

Γίνε ποιμένας σ’ ένα κοπάδι ζώα που ζούσαν άσκοπα ως τώρα, σε αταξία.

Χάρη στα μάγια σου κάντα να υποταχθούν στην ερωτική γνώση.

Χάρη στα μάγια σου κάντα να συνειδητοποιήσουν ότι υπάρχουν, υπάρχουν σαν καθρέφτες τού εαυτού σου.

Κάθε ερωτική μπουκιά έχει τη γεύση των προγόνων μας.

Μουνί ονειροπόλο, αναρτημένο απ’ τα τσίνορα του ήλιου, με τα υγρά σου χείλη και τα τονωτικά σου χαμόγελα, γονιμοποίησε με το σπέρμα μου τη μήτρα του πυραχτωμένου σου μυαλού.

Ξεγέννα ένα βρέφος με τη μυρουδιά της ελευθερίας που είναι από αίμα και τη μυρουδιά της δικαιοσύνης που είναι από φρέσκο χώμα.

Ξεγέννα ένα βρέφος που θα είναι ο γιός και η κόρη μου, ευτυχισμένο μες στην απανθρωπιά των παιδιών.

Ξεγέννα ένα βρέφος απληροφόρητο από θάνατο και φρίκη, ωστόσο ζωντανό.

Ένα βρέφος που θα λαχταράει να ξαναγίνει άστρο και ασφόδελος.

Ηλίθιο χαμομήλι που κοιτάζει τον ήλιο καθώς ξεμπουκάρει μες απ’ τα κρανία όσων σακάτεψε η γλυκιά οιμωγή της φθοράς.

Το Αρχαίο Ον

to arxaio on

Απ’ τη μέρα ετούτη θα βγάλω ζουμί.
Σε κρατώ γερά ήλιε. Τρέχουν τα σάλια μου.
Έγχορδα λαμπρά χαιρετούν εμένα. Το Αρχαίο Ον.
Ένα ύπουλο λευκό σύννεφο
κρύβει την κοριτσίστικη ευφυΐα σου.

Απλώνω πάνω στον κρόκο σου τις μνήμες.
Γουργουρίζει η κοιλιά όπως πάντα. Το πνεύμα
αχόρταγο καταπίνει το μπλε σου βασίλειο.
Οι εχθροί με εγκωμιάζουν.
Οι κρύες καρδιές γίνονται θερμές.

Κάνω σχέδια για το μέλλον σου. Ήλιε.
Μαθητευόμενος μάγος. Γλιστρώντας
απ’ τη ματαιοδοξία στην οργή της πιο έσχατης σκέψης.

Τώρα μπορώ να σε λέω μανούλα
που νανουρίζει το τέκνο της
από κόκκαλα και μυστικές σταλιές της ζωής.

Μπορώ να σε λέω γλυκό γαμήσι με κομμένη ανάσα.
Ποτίστρα τού μηδενός. Όλο πυώδη αποστήματα.
Ευτραφείς κοριούς ακρίδες κάμπιες μέλισσες και σφήκες.

Ήλιε σαρκοφάγο φυτό. Ήλιε που βαράς ντενεκέδες
κρατώντας το τέμπο. Ρίξε ένα γερό κλάμα για μένα.
Κάθομαι στο χορτάρι ο άγριος. Μουσκίδι.
Μου φαίνεσαι στρυφνός και ταραγμένος. Έλα
έχω την πιο τρελή τύχη με σένα.

Καύλωσα και πέθανα. Όπως σε κάθε ποίημα.

 

Ελαιώνες

Ποίηση-Αντώνης Αντωνάκος.
Μουσική, παραγωγή, κοντραμπάσο-Ηρακλής Ιωσηφίδης.
Mastering: Απόστολος Σιώπης.
Το εξώφυλλο είναι ένα κολάζ του Γιώργου Μπογιατζίδη.
Στην ηχογράφηση χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά κοντραμπάσο, ηλεκτρικό και ακουστικό.
Από το άλμπουμ του 2018 «Ελαιώνες».
Download στο http://www.xeilialouloudia.gr/

Όλοι κάτι πουλάνε
Στις μέρες μας
Ελπίδα
Απελπισία
Ελεημοσύνη
Ύφος
Στυλ
Έργο σπουδαίο
Εργολαβίες
Αρετές
Εφιάλτες
Μα εγώ δεν αγοράζω τίποτε
Τον ήλιο μονάχα που καντηλιάζει
Τους ελαιώνες
Μοναχά με τα μάτια
Κι ας με τυφλώνει

iraklis

Κατάσταση πολιορκίας

xana

Αφού είσαι γυμνή και ουράνια λέξη
Γυναίκα απ’ το πλευρό τού ανδρός
Μάχιμη
Που τρυπάς σα το σερσέγγι τα βασίλεια
Αφού με καταβρόχθισες αφού
Με στόλισες νυχιές και κόλπα κολπικά
Το μάταιο ύπνο μου
Οδηγώντας στο ξημέρωμα
Της τέχνης μου τους εχθρούς
Έναν έναν σβέλτα λιανίζοντας
Είπα να ξεστομίσω
Τον ερχομό της ομορφιάς σου
Μια για πάντα
Κι απ’ τις έξι ξυπνώ
-Ελεεινός κι αξιαγάπητος-
Να γευτώ
Τις μυστικές σταλιές σου
Να μυρίσω
Μουνίλα και λυρισμό
Λίγο όπιο απ’ το μισοσβησμένο ήλιο

Χρυσανθίς Ή Χρονικόν πεοληχείας

xrisan

Πεθαίνει ο θεός σα μαδημένο ψάρι
Σπαράζει σπαρταρά σε ουράνια σκούρα
Μες στις ροές των άστρων δείχνει
Τ’ ατροφικά βυζιά του από τη σούρα

Το ευγενές εμπόριο των ηδονών ανθεί
Χτυπούνε οι καμπάνες που αγγάρεψες βαριές
Γελοία κορμιά καλοθρεμμένα ξεγεννούν
Οι μήτρες οι χρυσόδετες των θεωρητικών

Όμως με συμπονά ο ζηλιάρης έρωτάς σου
Ανοίγουνε οι μπουκαπόρτες του κορμιού
Ντελίριο χιλιοκολασμένο η γραφή
Η τόση ως το μεδούλι αχόρταστη αναρχία μου

Υπάρχω υπάρχω ανύπαρχτος υπάρχω

Το σπέρμα πέφτει άφωνο κι η δίψα
Τ’ αφήνει να γλιστρήσει στο λαρύγγι σου
Να φτάσει απ’ τις νταντέλες των χειλιών
Στ’ άσπλαχνα σπλάχνα

Μιαν άσκοπη ζαριά της ηδονής

Εκδρομή στον Κάτω κόσμο

ekdromi

Κάτω απ’ τη φούστα σου είμαι φίδι
Και στο μπούτι σου επάνω φυσιοδίφης οργασμός
Σκαλίζω στα τέμπλα σου την έκλειψη του ήλιου
Και θα πεθάνω αμετάλαβος ένα πένθιμο βράδυ
Θα χοχλάζει το κόλλυβο
-Η οργή ενάντια στην αδυναμία-
Θα με κλαίν οι ρέγκες
Και κάποιες όμορφες που δε με συνάντησαν
Θα με ποδοπατούν σα ζώο
Θα εποπτεύουν οι νοσοκόμες του Κάτω κόσμου
Τους γλυκούς χυμούς
Τα μαστάρια σου θα βελάζουν
Οι τριχούλες σου θα ουρλιάζουν κι αυτές
Τα ξαπλωμένα μας κορμιά θα βλασταίνουν
Τρελές τρελές σταγόνες χύσια
Θα πιλαλάει η καρδιά στον αλαζόνα δρόμο που πάει παντού
Θα σκαλίζει πάνω στα οστά η ηδονή
Τα τελευταία βλαστήμια
Το στόμα μπουκωμένο μαλλιά και αιδοία
Ανοιξιάτικη λάσπη ποντικάκια του αγρού
Και ανήσυχες κωλοφωτιές
Γύρω απ’ τη φιλάργυρή μου στύση
Και τα σαλιγκάρια ακόμα θα χουν κάτι από μένα
Και τα καυλωμένα γαϊδούρια θα με προσκυνούν
Κι οι λύκοι θα δαγκώνουν αρνιά
Κι οι μπολσεβίκοι θα γαμούν την τσαρίνα
Τ’ ανθισμένα μου έντερα
Θα τα βόσκουν οι κατσίκες τού γείτονα
Την ώρα που θα λιγοθυμούν τα φιλήδονα κοριτσάκια
Πάνω στο κατούρημα
Ποτίζοντας την ξεχαρβαλωμένη φύση με χρυσή βροχή

Μετάλλιον ανδρείας

metlion

Οι λέξεις στολίζουν τη γελοία σιωπή του έρωτά μας
Σαν αθλήτριες ιδρωμένες
Με το αλατάκι να σμίγει κοντά στα φρύδια
Και τα τρυφερά στόματα

Ανδραγάθησα στη μάχη
Έλαβα μετάλλιον ανδρείας
Από γλώσσες ομορφονιές

Ένας άκακος άνθρωπος υπήρξα
Βρήκα ενδιαφέρον στα μουσκίδια μόνο μέσα
Τα χαράματα
Σκύλος και γλείφτης
Με όσα ψυχικά προσόντα απαιτεί η θαρραλέα τέχνη

Τού να καυλώνεις δίχως υπεκφυγές
Σαν θάνατος

Πεδία μαχών και κρεβάτια

rx_image_39

Αναγνωρίζω στον καθρέφτη το άνθισμα
της ομορφιάς. Είναι δικός μου αυτός ο βαρύς λυγμός.
Μπρούμυτα σε περιμένω. Δίχως λέξεις και δίχως ρούχα.
Με την άκρη του ματιού
βλέπω στην τηλεόραση μανούλες
κάτω απ’ τις κοιλιές των βομβαρδιστικών.
Το βυζί πασαλειμμένο με σάλιο και αίμα.

Στη λαμπρή μοναξιά των ποιητών
πλάι πλάι στη βραδύτητα των συλλογισμών για την ανθρωπότητα
ακούγεται μια πορδή.

Κάμποσοι γέροι είναι
φαρμακόγλωσσοι και χαρούμενα σαρκοβόρα.
Γράφουν άρθρα για τη Γαλλία και τους γερμανούς.
Τις πείνες και τη μπομπότα.
Την εκδίκηση του πολιτισμού. Τα οδοφράγματα
και το ηθικό σθένος.

Οι μύγες κάθονται πάνω στα κατρουλιά του ουρανού.
Οι μύγες
που αγαπούν τον ήλιο και οι μύγες
που φχαριστιούνται τα φρέσκα σκατά. Το σπέρμα
της ανθρώπινης καρδιάς.

Τώρα πηγαίνω εκεί που τα κοιμισμένα μάτια γλιστρούν στο θαύμα.
Οι νύμφες φροντίζουν τα κοπάδια. Ο άνεμος
κι αυτός από γέλια ξεδοντιασμένα. Τα κοριτσάκια
κι αυτά γαλατένια.

Κυλιέμαι κι ανατριχιάζω.
Πεδία μαχών και κρεβάτια. Υμένων
που κρυφά απ’ όλους πασαλείβουν τις δονούμενες σχισμές.

Τα γλυκομίλητα κορίτσια μπροστά στο θεό

laven

Με τις νύμφες τρέχω στο γαλανό κοχύλι μέσα.
Τους κουβαλώ νερό, ψωμί, τυρί και φρούτα.
Καμιά φαντασία στο μάκρος των ποδιών τους.
Ο ήλιος που μας κοιτά σκυλί χαμένο στην έρημο.

Κι ο θάνατος της παρθενιάς όμορφο ζώο. Σφαγμένο
με μάτια τρελά στων φτωχών ανθρώπων μέσα τα σπίτια.
Λουσμένος εκεί, ο λαός, από δέρμα και λαμπρή μοναξιά.
Κι εγώ ανόητος, όλο τσίμπλα και χείλη τόσο κόκκινα
από αγάπη, όσο τα Ιεροσόλυμα από παπαδίστικη πουστιά.

Μια τούφα τρίχες αγαπώ και μια καρδιά αναμαλλιασμένη.
Ποθώ το λόξυγκα της έγερσης του έρωτα. Τον ήχο
της ψωλής που την παντρολογούν οι ποιητές με την νεότητα.
Κοριτσάκια μέσα στα τσόφλια τού Ιερώνυμου Μπος και
γυμνά τρυφερά στόματα. Βλέφαρα που σκεπάζουν μια
φλαμουριά λίγο πριν κόψει αλυσίδα στα χέρια σου
η δική μου πάλλουσα καρδιά.

Το βασίλειό μου για ένα άλογο

946194_rx_Witkin_WITJP10667-300

Θα σου δείξω πως έχασα το δρόμο μου για το λαβύρινθο.
Πάντα με τα αιδοία γαντζωμένα
στη διθυραμβική γκριμάτσα του οργασμού.
Όλο εργασία και χαρά. Και τέτοια που λεν τα βούρλα.

Τολμώ και κάνω θλιβερές σκέψεις. Αν πέσω
ξέρω πως θα μου εκφωνήσουν τον πιο συμβατικό επικήδειο.
Βάλτος από χρυσάφι και ηδονές
ομολογημένες απέναντι στην οργανωμένη βλακεία.
Τέλμα εκεί που κατουρά μιαν όμορφη το ηλιοβασίλεμα.

Δεν περιμένω τίποτε άλλο. Η ποίηση
είναι όλο συμβατικότητες. Οι ποιητές είναι φιλαλήθεις ψεύτες.

Το βασίλειό μου για ένα άλογο, ανέκραξε
το μουνί της φοράδας.

Οι ποιητές δεν απογοητεύονται
απ’ τις μικροέγνοιες. Άλλοι απαγγέλουν
τις πελώρια ηλίθιες σκέψεις τους. Άλλοι αγοράζουν κλουβί
για να στριμώξουν το διεφθαρμένο άπειρο
που χορεύει το χορό της κοιλιάς.

Δεν είμαι πια εγώ αυτός που κλαίει.
Βλέπω.
Στρατιώτες-ποιητές που διεξάγουν έναν ψευτοπόλεμο.
Ώσπου να ρθούν εν μια νυκτί. Σύζυγοι.
Τέκνα. Συγγενείς. Σηκώνοντας το καπάκι της χέστρας.
Πετώντας μες στη καταβόθρα συλλογές ποιητικές,
εκθέσεις και φιλόδοξα δοκίμια.

Γράμματα, ημερολόγια και κασέτες με ερωτικά αναφιλητά.
Απ’ τα παλιά ξεχασμένα πηγάδια.