ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Κατηγορία: Ποίηση

Εγκώμιο για μια σπηλιά

mikro egomio

Μετά, που γδύθηκε απ’ τις μασχάλες
μέχρι κάτω στους θόλους και φάνηκε
το μεσονύχτι κι οι μικρές αράχνες
να βάζουν φουρνέλο στο λυρισμό.
Μετά, που το ουρλιαχτό της χτυπημένο ορτύκι
λίγο κάτω απ’ τις χαράδρες και τα Βελούχια.
Μετά που εδιάβαινε ο τζίτζικας Διόνυσος
στο ανοιγμένο του έρωτα μηλίγγι. Μετά
που ήρθε ο θρίαμβος. Ένα φωνήεν πρωτόπλαστο
μαζί με ένα σύμφωνο ασώματο και χθαμαλό.
Αχ! Αχ! Αχ! και μύρισ’ ο αέρας αρραβώνα
χύσια δάχτυλα γλώσσες αστόχαστα ερπετά
να μπαινοβγαίνουν στα νυφιάτικά της.

Προσευχή για τον Fazil Say

Βρίσκω ένα ένα τα χαμένα μου αδέρφια.
Τον Fazil Say και τους τούρκους ποιητές
να χαζεύουν την πανσέληνο
και να ονειρεύονται βίσωνες.
Λάμψεις του θανάτου και της δόξας.
Νεογέννητα μουλάρια της ανατολής.
Ναι, έτσι έγιναν τα πράγματα.
Ο αδερφός μου ανέβηκε στο πιάνο.
Τα δάχτυλά του ένας σωρός θρυμματισμένοι καθρέφτες.
Χορδιστής των λαβυρίνθων.
Πρίγκιπας όσων ανήκουν ήδη στο βασίλειο του έρωτα και της φωτιάς.
Στους δικαστές του είπε πως ο παράδεισος είναι ένα μπορντέλο.

Πρώτη Γραφή

proti

Το ξέρω αυτό το αεράκι της Κυριακής
από παιδί. Ζηλόφθονες δίποδες ώρες.
Απόγευμα, λέπι κολλημένο
κάτω απ’ το νύχι της μαμάς.
Ο καφές ελληνικός και το δάκρυ τούρκικο.
Ένα κρασοπότηρο με κραγιόν από χείλη
έξω απ’ το παράθυρο. Στη βροχή.
Λάσπες της επαρχίας και τριχούλες.
Σαν χορταράκια μες από καυτά σορτς.

Ω! θεοσεβούμενη νύχτα που έρχεσαι.
Με όψη νηπίου θα πιπιλίσω απ’ το μπιμπερό σου
αλκοόλ κουβέντες τα κορίτσια που πέφτουν
στα γνωστά τάρταρα του γάμου
μετά τους πρώτους οργασμούς.

Ηρωικές πένθιμες ψυχούλες, χάριν ειρωνείας
σας διεκδικώ. Εγκώμια γράφω για να σκάνε
στα γέλια οι τρυφηλές αγρότισσες των Αθηνών.
Οι χυμώδεις χορεύτριες των μπαλέτων Μπολσόι.

Μακροπρόθεσμα η αλήθεια δεν έχει καμιά
σημασία. Το γνωρίζουν όλοι αυτό.

Πάτερ ημών

vagia

Ο πατέρας μού χάρισε έναν ελαιώνα.
Τον ήλιο με τα λέπια του σε στάση ακροβυστίας.
Κλαδευτήρια οχτωβριανής μη αριθμήσιμα.
Ήτο πηδαλιούχος ραπτομηχανής και κόμης.
Στα κατηχητικά και τους προσκόπους
δεν με χάρισε ποτέ. Είχε μόλις πιεί καφέ.
Είναι η ώρα μου να κολατσίσω, είπε.
Ήρθε το ρίγος του τότε. Θυμήθηκε τον Βαγιαζήτ.
Το νεφρό που του κλέψαν οι γερμανοί.
Χορτασμένος σκύλος από δρόμο.
Η νοσοκόμα τον έκρυψε με το σεντόνι.
Να τον γυμνώσουν πρόσταξε, ο αρσενοκοίτης
ιατρός του κάτω κόσμου. Γλίστρησε τότε από τα χέρια μου
όπως γλιστράνε τα λιθάρια στις αβύσσους.

Μνήμη γυμνή

abe_kobo_07

Μνήμη γυμνή, που με κουρσεύεις.
Ιδού η λάμα μου. Θα ζήσει περισσότερο
απ’ το λαιμό σου, έρωτα αμνέ του θεού.
Ιδού ο θάνατος, ο πλάστης κάθε ομορφιάς.
Κι εμείς οι συνεργοί του. Όλα τα μανιφέστα
λίπους που συνέγραψα για χορτάτους.
Όλα τα στιχάκια για τον έρωτα
που θα τα ρημάξουν οι καρακάξες. Έδωσα
μεγάλη σημασία στη ζωή. Την κατέγραψα
σε κιτάπια, την παράχωσα σε συρτάρια
για να μη τη βρει η μάνα μου και θρηνήσει
για το χαμένο της γιο.

Ένα ημερολόγιο ζωής
σπανίως είναι ημερολόγιο ευτυχίας.

Ο εναργής έρως

orgasmo

Αυτός ο δικός μας πάνω κόσμος, ο αιώνια κακόγλωσσος
που συνομιλεί με αβύσσους. Με τις απίθανες ομίχλες του
και τους απαρχαιωμένους του ποιητές, που ψάχνουν με τη
γλώσσα το πεπρωμένο και τη δεσποινίς κλειτορίδα
που ξέρει πολλά.

Ταΐζω τώρα τ’ αδέσποτα που διαβαίνουν το κατώφλι μου
όπως με ταΐζουν οι όμορφες γλυκάδια λύσσας και ταΐζω
το πυρετικό μου βλέμμα στάχτες, αλησμόνητα πλάνα
με σλάβικα γυμνά κορμιά. Ταΐζω το στομάχι μου
αρχαία ντομάτα με χοντρό αλάτι και ρίγανη. Χαϊδεύω
και ψιθυρίζω.

Την κεφαλή της Σαλώμης αποθέτω
μες στα φιλήδονα σκοτάδια του έρωτα.

Η άγνοιά μου είναι το κύριο προσόν μου. Λέω, στις κυρίες
όταν έρχονται να μου μάθουν τον οργασμό.

Γλώσσα

glosa

Συντονίζω την καρδιά μου
με τις πολύ τρυφερές καταστάσεις.
Εργάζομαι ψηλαφώντας.
Για κάθε πράγμα ξέρω πως υπάρχει και μια λέξη.
Το σύμπαν είναι ρευστό και ατέρμονο.

Η γλώσσα όμως
στερεοποιεί το ρευστό και ατέρμονο σύμπαν.

Κάποτε θα δραπετεύσω απ’ την ύλη
για να φτάσω ξανά σ’ αυτήν.

Σπουδαγμένος θα φύγω
από ένδοξους γερόντους
και γλυκοαίματα κορίτσια.

Θεάνθρωπος

Εσταυρωμένος, Συρία

Στη χώρα της βίας οι θεοί είναι μισθοφόροι.

Η σκέψη σου μ’ έχει μουσκέψει

iskepsi

Έχω μου σκέψη
Απ’ το νεφρό μέχρι το δόντι
Η σκέψη σου μ’ έχει μουσκέψει
Ενδοστρεφής από λαγνεία
Λαγνεύω κάποιου κράλη Συμεών το βλέμμα
Καθώς χυμούν συνδικαλίστριες ορμόνες
Στο υπουργείο σπέρματος
Στάζοντας λήθη η πότνια βάτος
Κι ο εγκέλαδος στάζοντας φτυσιά στην απληστία του Χάους
Αχ! σε τι κοχύλια μ’ έφερες
Και πας τη μια του θανάτου
Και πας την άλλη καταπάνω του φαλλού
Χλευάζοντας τα επίγεια
Σκαμπανεβάζοντας στο άπειρο της ηδονής την ανασούλα σου
Των σπλάχνων σου το άσπρο αλατάκι
Στ’ αγριολίθαρα
Τ’ ασπράδι σου στους όρχεις μου
Τι σαρκασμός!
Τι ονείρωξη!
Το χούγια φεγγοβόλα!

Ποίημα μειλίχιον οπωροφόρου οργασμού

milixio

Οργασμέ, μη σταματάς
αν σου κάνει ωτοστόπ το κορίτσι του Μάη
Ξεκίνησα οσιομάρτυρας
δικαιούχος ανασούλας απ’ την τρυφερή καρδιά της
ίσα για ν’ ακούσω λυγμούς και στήθος που κοιμάται
Να ανασαίνει
παίρνοντας τον πρώτο χόχλο η γλειψιά στις ρόγες
Οργασμέ από δίψα και ένδοξη παραφροσύνη
Οργασμέ που πύρωσες τη χούφτα μου διαλεκτική σχισμής
Τη γλώσσα αγριόγατα να παραφυλάει τη στύση
Βάζοντας το ερωτικό της φεγγαράκι ολοπόρφυρο
στην πιο βαθειά μου τσέπη
Όπως σουγιάς μπηγμένος στην κοιλιά του μηδενός
Όπως στάζει ο ήλιος τη χλομάδα του στα τρομαγμένα μάτια
Όπως βουλιάζει ανίδεη στους πόνους της αγάπης μια παιδούλα
με το δάχτυλο ξανά
μέχρι να έρθει ο πρώτος εραστής
να διακορεύσει ο λεχρίτης
δια παντός της παρθενίας την ψευδοκτρατορία
εκτινάσσοντας εκείνα τα μονοσύλλαβα ζουμιά
προς τους κολάφους

Αίμα πηχτό και γεύση από χείλη

lorka

Αίμα πηχτό και γεύση από χείλη, σήμερα
που οι κανίβαλοι ξύπνησαν νωρίς και
θυμήθηκαν το Λόρκα ποιητή στη Νόβα
Γιόρκη, να κρούει συνέχεια τη λύρα του
ως Ορφέας αγοραφοβικός ξενυχτισμένος
με αγόρια που τραγουδούσαν το δόξα εν
υψίστοις μες στης ύλης τα πυρηνοστάσια
με τα μαμόθρεφτα γύρω να τρέχουν να
προφτάσουν τις μετοχές και τη λαγνεία.
Αβανταδόρος κάθε ανυποψίαστου, σαΐτες
πετώντας στο χάρο μέσα του, όπως στην
εθνοσυνέλευση των διαβόλων οι ποιητές
υπερασπίζονται την ύπαρξη, όπως φαιά
καταχνιά μας σκεπάζει απ’ τους βουβαμένους
ουρανούς κι η μνήμη ελάφι που πάει να ξεδιψάσει

Τα Κατά Ψωλής Πάθη

ta kata

[τρυφερό απόσπασμα] 

Φίλες μου σας λιγουρεύομαι.
Είμαι φτιαγμένος από ψωλόχυμα
και τόσο δυνατός κάτω απ’ το χνούδι σας νιώθω
που ο πούτσος μου σκιρτά
όχι με σκέψεις αλλά
σαν άγρια γαϊδουρόπουτσα ποθεί
να ξεκολιάσει μια γαϊδάρα από σας
από το πρώτο σκαλί της ποιήσεως χοροπηδώντας
στους εφτά ουρανούς και στα μεσίστια μουνόχειλα.
Αχ! πόσες νικηφόρες πανωλεθρίες έχει υποστεί για σας
πόσους γκρεμούς και λαγκάδια
σε πόσους επιταφίους τρύπωσε από κάτω θριαμβευτής
περιμένοντας ιέρειες να τον βάλουν στο στόμα τους
θεούσες τρωκτικά μαλλιαρομούνες εμβριθέστατους γλουτούς.
Αχ! πόσους ήχους άφησε η άβυσσος
πόσες πορδούλες το άγριο ξέσχισμα
χύσι και αίμα.
Αχ! μουνάκι, μουσούδα του θεού και χαΐδολούλουδο
χίλια κόλπα που ξέρεις και χίλια μάτια που βγάζεις
για σε ο πολεμόχαρός μου Εαυτός αυξάνεται ολοένα
για σε εστέφθη αυτοκράτωρ
μέγα αγγούρι
Λουδοβίκος σοδομάκιας
φάλαινα φόνισσα και μελιτζάνα χαρωπή
αλαλάζοντας, Ου φονεύσεις τις καύλες
μονάχα τ’ ολόφρεσκο γάλα απ’ το σύκο της πιες
μονάχα μαργαρίτες μάδησε μες στων χυμών της το νεροζούμι.
Αχ! τουρλωμένος γυρνώ καρδινάλιος
ένα μαρκούτσι ολόκληρος
άχρηστος ντιπ για ντιπ
μονάχα δοξασμένος

Το Ποίημα Αρχίζει Εκεί Που Τελειώνει Η Λογική

a1

Το ποίημα αρχίζει εκεί που τελειώνει η λογική
ο θάνατος του εμποράκου και η γέννηση του γαμευτή
το ποίημα είναι κάποιας μήτρας,
κάποιας μαμάς σπασμός προθανάτιος
μες στον απέραντο του αίματος λεκέ
μέσα στου ντοματοπελτέ τη ζουμερή γλυκάδα
το ποίημα είναι του ξεγυμνωμένου σπλάχνου αχνιστή ζωή
και είναι του μαστού η παρηγοριά
πότε αιχμηρός φαλλός στης νύχτας τα καπούλια
και πότε φασουλάδα
μες στου σύμπαντος την άπειρη κοιλιά
το ποίημα με δικαστική απόφαση
εκδοτών και εκδιδομένων γητευτών
είναι παράνομο αντισυνταγματικό αντίδρομο αντιεμπορικό
το ποίημα πάντα είναι εδώ και σπαρταρά
του γλάρου-αναγνώστη περιμένει τη χαψιά

Αντί στεφάνου

erow

Ντοπαρισμένος υλιστής, βαθειά
στα κόλπα. Aστεράκι μετέωρο
πανδαίμων, πυρολάτρης, χιμαιρικός
βουίζω ζερβά ίσαμε τη βλάστηση
του αυτιού μιανής που μπάταρε
όπως η ανθρωπότης. Όλο λιβάδια
και ρυτίδες και μιας παιδούλας τα
μυστικά στην τερατώδη μου παλάμη.
Χνάρια και γραμμούλες δείχνουν
πόσο παντοτινά χωρισμένος είμαι απ’ αυτήν.

Περί έρωτος πάλι

kosmolo

Η λογική μού δάγκωσε τη γλώσσα
και τι να πω; όλο βαρβαρικά ονόματα
και προφήτες και βαρβιτουρικά για τους
εκατόν δύο Προσκυνητές του Μεϊφλάουερ.
Mνήμες από λαδερή ντομάτα στη σχάρα
μνήμες από ισθμό της Κορίνθου και
αχόρταστους χασικλήδες. Με το δισάκι
στον ώμο περνώ απ’ τον κόσμο σας
μισός Αιτωλός και μισός Ακαρνάν πάω
να βρω γυμνοσάλιαγκες και γυμνές
πάω να πω τα κάλαντα στο σύμπαν

Εισαγωγή στα κολάζ του Rocío Montoya

Rocio-Montoya-Vintage-Collagen

Ανακαλύπτω τον κόσμο με τα μεγάλα
μαύρα μυστικά, τα γαλλικά και το πιάνο,
την κονσέρβα και τον κονστρουκτιβισμό,
τα ωραία λογοπαίγνια κάτω απ’ τη σπάθα
του Δαμοκλή, τους υγρούς φασίστες
δασκάλους που δεν αφήσαν ούτε ένα
αμαγάριστο όστρακο κάτω απ’ τη γλώσσα τους,
το μανιχαϊσμό και τις νυχιές απ’ τις φράσεις
και τις λέξεις ανακαλύπτω πως είμαι αυτός
που κούρνιασε στις αμμουδιές και τις λίμνες
μαζί με την ανδρόγυνη μεγάλη έκρηξη στα
μπούτια και στους λευκούς γλουτούς και
στα έφιππα καπούλια μιανής που παραχάραξε
την ναυμαχία της Ναυπάκτου, την ναυμαχία
οφθαλμό αντί οφθαλμού και το ζουμάκι που
στάζει η πασίγνωστη φθορά εδώ κι εκεί

Για την αποκατάσταση της αλήθειας Ή Σάλιο στο βυζί

sali

Τι να πω για την τέχνη μου που ανασηκώνει
στάχτες, δονήσεις και δαγκωμένα φιλιά!
Πιπιλίζω τώρα το νόημα του Διόνυσου για να
αντηχήσει σύγκορμος ο συμφραζόμενος σπασμός
ρίχνοντας σκόρπιο σπερματόσπορο στα στηθάκια
κορασίδων που δε τα μαγάρισαν οι βλακώδεις
αυταπάτες ευτυχίας συγγενών φίλων και γνωστών
και μελλοντικών συζύγων. Και τι να πω στην ανάσα
του λύκου που σφαδάζει πάνω στη σελίδα σε μιαν
αληθινά μαινόμενη καβλομαχία φαντασίας και
χαλασμού! Αχ μανούλα μου και πονεμένη ανθρωπότητα
θα με αποκαλέσουν μαέστρο και σεξουαλικό ερπετό
θα με πουν αραχνοΰφαντο και βλαμμένο, θα με πουν
ρεμάλι και καταστασιακό του παθιασμένου φιλιού και
του φιλιού με όση γλώσσα χρειάζεται η σπατάλη για
να βάλει φωτιά στα ρουμάνια της Νέβεσκας και στα υγρά
συμφραζόμενα μουνάκια του παλίμπαιδος έθνους μας.

Απορίες του Pablo Picasso τη νύχτα

aporiew

Γνωρίζουν οι κολποφύλακες του ναού σου την Ισπανική;
Γνωρίζουν πως ψάχνω βαρύοσμα ψαχνά αδρεναλίνης;
Γνωρίζουν τι εστί εκμαυλισμός των οριζόντων;
Γνωρίζουν πως νιώθει ο αφαλός ενός τρελού στο Γιβραλτάρ;
Γνωρίσουν μιγαδική ανάλυση και χνούδι;
Γνωρίζουν τι οχιές πατικωμένες έχει το σαρκίο μου;
Γνωρίσουν πως κοιτάζονται στα μάτια δυο αγρίμια;
πως τρώει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι;
Γνωρίζουν πως για πάντα θάφτηκα στις λάσπες της Γκερνίκα;

Love is in the air

lover

Θα σου προφέρω τις τελευταίες μου
λέξεις και θα κοιμηθώ, δείχνοντας το
φουντωτό σου αιδοίο στους περαστικούς
αιωνιότητα. Μπράτσα χέρια δάχτυλα
αυτιά μύτες και ματοτσίνορα περασμένα
στο βελονάκι της ηδονής. Όποιος πονάει
χαίρεται κι όποιος πονάει παραπάνω
χαίρεται ακόμα πιο πολύ. Τόσο κοντά
είν’ ηδονή και πόνος. Κι ο έρως δεν
χρειάζεται μαμή για να τον ξεγεννήσεις
γλιστρά όπως γλιστρά το δάχτυλο παντού
εκεί για πάντα στις σχισμές.

Σε μύρισα και με μύρισες

semir

Σε μύρισα και με μύρισες. Μα ο θεός απεβίωσε.
Και μπορούμε τώρα να μυριζόμαστε χωρίς να μας
παίρνει μάτι ο θεός που τριγυρνούσε κάποτε
καβάλα σ’ ένα γυαλιστερό ασημένιο σύννεφο.
Σε μύρισα και με μύρισες. Κι ούτε μια λέξη δεν
χρειάστηκε, για να μάθω πως γίνεται να μην πεθάνεις
από τίποτε άλλο, παρά μόνο από μανία για να ζήσεις.

Agnus Dei

kladi

Το θέμα τού ποιήματος είναι το ίδιο το ποίημα.
Ένα βήμα μπρος δυο πίσω. Εκτός κι αν
αντιστρέψουμε τα πράγματα. Εκτός κι αν η ζωή
αρχίζει απ’ το φέρετρο και καταλήγει στην κούνια.
Πάντα με τον κίνδυνο να ξεχαστεί κανείς επί μακρόν
στη χνουδωτή γραμμούλα του χρόνου, που πάει
απ’ τον αφαλό προς τα έγκατα. Κι αφού η αρχή
δεν έχει τέλος, δεν θα πονέσεις καθόλου μωρό μου.

Προσευχή κορασίδος Ή Πασχαλιές μες απ’ τη νεκρή Γη

pasxaliew

Αλίμονο, αλείψτε με,
όσοι γλυτώσατε απ’ τη Χάρυβδη του Ιησού Χριστού
κι απ’ των Ρωμαίων τα καρφιά και τις τανάλιες.
Εγώ ειμί κόρη αποστάτησα
κάθε αμαρτία μου κραδαίνω σαν τσεκούρι.
Μ’ αποκαλούν τσουλί της τρίτης γυμνασίου.
Μ’ αποκαλούν τσουλί της Αποκάλυψης.
Κι όλοι ομιλούν για τα υγρά μου
καθώς κοχλάζουν μες στη χύτρα της Ανοίξεως.
Μ’ αποκαλούνε γλείφτρω σκύλα κλαίουσα ιτιά
μα στέκομαι στο χείλος των αιώνων
στα γλιστερά βασίλεια.
Γη έτοιμη ν’ απογδυθεί τη σκοτεινή πλευρά της
Γη-φωλιά και Γη καυλοπαρμένη.
Αλίμονο, νοικοκυραίοι εσείς που με κοιτάτε στα βυζιά
κι εσείς κουρείς της πόλεως που νείρεστε το τριχωτό μουνί μου
κι εσείς αγόρια που τραβάτε μαλακία
με τις κιλότες της μαμάς κι εσείς
αλείψτε με
όπως με βούτυρο αλείφουν τα ζεστά κορμιά στα χαρακώματα
για να τα φάει ο Χάρος
αλείψτε με
στην ερωτόστομη σχισμή μύρο και μαγιονέζα.
Υπήρξα επιτάφιο κορμί και περιμένω σκύλους εραστές
πολιορκητές γυφταίους
στρατάρχες φαλλοφόρους
να έρθουν
στα μιασμένα έγκατα να επωάσουν Νύμφες λαμπερές.
Αχ! ο λαός μου σκέφτεται το χρήμα και μιλά για τον καιρό.
Επιδόματα νανουρίσουν το μέλλον του.
Κι εγώ η γυμνούλα Γη
περιμένω το καυλί του και το σπόρο του.
Αχ! τον οργασμό της Αναστάσεως περιμένω.
Βεγγαλικά και βαρελότα
κομμένα δάχτυλα βγαλμένα μάτια και ψωλές
ρινίσματα φωτιάς
εκσπερματώσεις.

Απρίλης μες στο στόμα σου

pica

Τώρα που μας χτυπούν, κορίτσι μου, αλύπητα οι λέξεις
και νιώθω το τίναγμά σου πάνω μου
την αγκαλιά σου χιαστί στην ωμοπλάτη
να μού συστήνεται ως Λίμνη Αμβρακία
με όλα τα συναφή τσουλιά της γαλανόλευκης.
Να ξεστομίζω εγώ τη λέξη εκδρομή
τη λέξη Απρίλης μες στο στόμα σου
να στέλνω κάθε τόσο με τη γλώσσα χαιρετίσματα στη μήτρα σου.

Πλάνητας ειμί, από πολέμους άσχετος μα πολεμοχαρής
-δάχτυλο στόμα σπυριασμένο αυτί πανωλεθρία-

ξεφλουδισμένος πέρα ο κόσμος, τον κοιτώ να μας σουτάρει
εδώ δίπλα στη βόμβα της Ανοίξεως
στους κάλυκες
στον αγαθό αφρό που κελαρύζει όλο γύρη αποτρόπαια
όλο αφήνοντας σαν το πουκάμισο φιδιού
το ερωτικό λαρύγγι μας ανάμεσα στις πέτρες

Λάζαρε δεύρω έξω

fanal2

Μέλλον που με στόλισες με λάφυρα
κι εσύ ψωλή μου λαίμαργη
την κάθε πτώση σου τη θρέφει η βαρύτητα με αγάπη.
Εις τις επάλξεις επαξίως άξια φτιάχνεις το ποιηματάκι.
Ω! κοίτα, την ανδρική μου φλέβα και πως στέκομαι
στο χείλος των χειλιών σου.
Είμαι αυτός που σου μιλάει νύμφη ακόρεστη.
Ο πιο ταριχευτής και σκύλος
ο πιο ανίδεος ληστής στο μουσκεμένο πρώτο χνούδι.
Λάζαρε δεύρω έξω
Λάζαρε ζώο εσύ σε οργασμό, που σε κλωσά η ονείρωξη
Λάζαρε μοσχαράκι κολλημένο στο μαστάρι της σιωπής
Λάζαρε ταφοφοβικέ, που σε λικνίζει ο δαίμονας της καύλας
μες στις ρηχές γαβάθες των ματιών της
Λάζαρε χασικλή
αγκιστρωμένε στις σχισμές των κοριτσιών
πέτα μου έστω ένα ξεροκόματο ανάστασης
ο θάνατος είν’ για μια στιγμή
μα η ζωή αιώνια

Παρομοιώσεις, γλυκόλογα, σεξ

paromiosis

Στο λαιμό μου περπατά ένα μυρμήγκι.
Οδός άνω και κάτω.
θα φτάσει ως καθεύδων το άτιμο
στο βασίλειο της αυτοκρατορίας των όρχεων
γαργαλώντας με την περπατησιά του
την αρχή της Ποιητικής μου ουσίας.
Πράγματα που δεν καταλαβαίνουν οι μαστραπάδες
στη μικρή επαρχιακή μας πόλη
και θα πρέπει τώρα να κάνω τα λυρικά μου κόλπα
και τις πιρουέτες από τσαχπινιά
να δουν το λίπος της σεξουαλικής μου σκέψεως
ως και οι Λαίδες που κουρσεύουν χωριάτες
βγάζοντάς τους το ζουμάκι απ’ τα σπλάχνα
κι απ’ τα μάτια μόνο μιαν αχνή λάμψη
την ώρα που ζητάν το δάχτυλο να νιώσουν
τον επαμφοτερίζων σπασμό.
Μα εδώ έφτασε η ώρα να ανακράξω:
Ιδού η ομίχλη. Ο κάμπος γύρω. Τα ερπετά.
Ιδού όσα περνούν και τρεμουλιάζουν.
Ιδού η μυρουδιά απ’ τα χορτάρια που τα καίει ο ήλιος.
Μαμά πατρίδα, ζωγράφισέ με στις πέτρες σου
και στο πλεμόνι της προβατίνας
εγώ είμαι ο Αγριάν κι εσύ η θηλυκιά
που με χόρτασε γάλα εβαπορέ και τσουκνίδες.
Εδώ είναι η Βενετία, εδώ η Λόντρα, εδώ
ο ποταμός της Γαλλίας ονόματι Μουλέν Ρούζ
μια διώρυγα της Ολλανδίας με λασπωμένο νερό
και αφγανικό χασίς, εδώ η θάλασσα της Νορμανδίας,
εδώ το Ζάλογγο και τα βότσαλα στην κορφή του βουνού.
Παντού η απεριόριστη κυριαρχία σου
μαμά πατρίδα, ποίηση που φτυαρίζω τα χωματάκια σου
όπως ο χτίστης ανακατώνει το γαρμπίλι του
κι όπως μια γυμνή περιμένει
δια χειρός εραστού παρομοιώσεις γλυκόλογα σεξ.

Εισαγωγή στο κομμουνιστικό μανιφέστο

kk

Άφρισαν οι Αφρικανές, οι αλλόθρησκοι παρίες.
Εδώ είναι νεοκλασικός τεκές με κοριτσάκια
πορφύρες και πλοκάμια εραστών
που εσπούδασαν υγρή γεωδαισία
όλο το βίαιο πουταναριό απ’ τις στράτες
ο χορευτής στο αντίσκηνο, γεμάτος ψείρες και κοριούς
ολόκληρη σχολή αιμομιξίας.
Εδώ είναι σοβιέτ!
οι κήνσορες ξωπίσω απ’ τα γεράκια
ψάχνοντας καύκαλα σπασμένα όλο τρύπες
να μπαινοβγαίνει η λύσσα η σαυροειδής του μπολσεβίκου
εγώ, ο πιο νυμφομανής των Βαλκανίων
εγώ, ο πιο στυγνός διακορευτής τραμπούκων
ξοπίσω τρέχοντας ανήμερα της ξυποληταριάς
να φτάσω με το τρένο στο Κρεμλίνο
να φέρω αχινούς ζεστούς απ’ τη Μεσόγειο
να διακορεύσω τα βυζιά της τροφαντής τσαρίνας
Λένιν ακροτελεύτιος
Λένιν κονκισταδόρος

Των γραφειοκρατών η φάρα

grafis

Ήταν της γραφής γραφτό
να γεννηθούν στυγνοί γραφειοκράτες
που θα γράφουν λίστες, αναφορές και συμβόλαια
που συμβουλές θα δίνουνε στα δάση
πως να αποφύγουν τις πυρκαγιές
στις κοπέλες, πως, να προστατευθούν από τους μύκητες
στα βρύα και στις λειχήνες, πως, να γίνουνε της έξαψης
στα ερπετά πως να κουρσεύουν κόρφους
και στις μανούλες οδηγίες χρήσεως βυζιού
και στα μωρά φωνήεντα λιοπύρια.
Πως, οι δράκοι, να καταπίνουνε τους ήλιους σαν κινίνα.
Πως, τον ήλιο, πάνω στις πέτρες να σπάνε
σαν τα μύγδαλα, οι ερεβικοί χωριάτες.
Πώς, να ψειριάσουνε τα στέφανα στο υγρό εικονοστάσι.
Πώς να κρατούν το εσώρουχο στεγνό
οι κάριες οι αγγλίδες, όταν διαβαίνουν τους Δελφούς.
Πώς να πονά μιαν υπηρέτρια στις Σπέτσες, και
πόσα επιδόματα μετάληψης
να εισπράττει η γυφτοπούλα ύπαρξις
η σφήκα που ετράνταξε μηρούς κάτω απ’ τη φούστα.
Πως, ο οσποδάρος οργασμός
θα ξεκρεμάσει απ’ τα τσιγκέλια τις λαγνείες.

Τροπάριο

zografiki

Τάχα Μαγδαληνή, εσύ
τάχα υπάλληλος τεκέ
τάχα ακροβυστία.
Πένθος που καταπλάκωσε συκιές της Μεσσηνίας
χείλη που επίνανε βερμούτ
σπλάχνα που καταβρόχθισαν το φαλικό τρυγόνι.
Στα μαύρα εσύ
στα μαύρα εγώ
στα μαύρα το μουνί σου.
Το πεπτικό μου όλο σαύρες
ψυχή υγρή
που έζεχνε σεξ και αυγά νοικοκυραίων.
Η μάνα μου ερχόταν πίσω με το μπιμπερό
να με ποτίσει λέξεις γάλακτος
το σπλάχνο της να μάθει
δισύλλαβα της κλειτορίδος
και ουρανομήκη χορικά.
Πως μουρμουρίζουν οι πονόψυχες καρδούλες.

Αχελώου και Στερεάς

kokoras

Ούρλιαξες, χάμω εκεί, στου Αχελώου την κοίτη.
Φοβήθηκες μην έρθει ο Αχέροντας, μωρό μου
μην έρθει ο μαύρος κόκορας,
ο ευθυτενής χασάπης.
Φοβήθηκες το εικόνισμα που θόλωσε
μη στάξει το καντήλι μου
λάδι καυτό στον πατραϊκό σου κόλπο.
Φοβήθηκες μη μαζευτούν στο δέλτα σου
ψαράδες για να κάνουν πυροφάνι
ολονυχτίς σιωπώντας μες στο πένθος τους
τρώγοντας ψωμί κι ελιές απ’ τα γυμνά λιοστάσια
τρώγοντας λέξεις θηλυκές που χύθηκαν στο πέλαγος
παραμονή οργασμού,
παραμονή της μάχης της Ναυπάκτου.

Πορτρέτο του καλλιτέχνη με τσεκούρι

kalitexn

Ζητάω λίγη μουσική
-εδώ στο κέντρο του κόσμου που είναι ο εαυτός μου-.

Διαβάζω ένα ποίημα του Frost
για τον δρόμο που δεν πήραμε
και βλέπω τους κατσικογάμηδες
να διαπρέπουν στην πρωτεύουσα.

Άλλοι κουβαλάνε σάκους γεμάτους κονσερβοκούτια,
χαρτιά, φλούδια, μπουκάλια, αλοιφές για το έκζεμα.

Το Σύμπαν ενορχηστρώνει τους κραδασμούς του.

Ω! μούσα, στραγγαλισμένο θύμα τόσων και τόσων
ζητάω λίγη μουσική,
-εδώ στο κέντρο του κόσμου που είναι ο εαυτός μου-.

Κυριακή αργία

kiriaki argia

Σήμερα που είναι Κυριακή αργία
θα αφεθώ στη μαμά Αδρεναλίνη
και θα βγω να κατουρήσω στον
κήπο όπως κάθε Κυριακή αργία
χρόνια τώρα, θα κοιτάξω ξανά τα
μελισσάκια και θα ζηλέψω αυτά
τα πουλιά που με κάνουν να θέλω
να γράψω ποίηση σαν αφηνιασμένος
παμφάγος αγριόχοιρος που αδιαφορεί
για τα σκάγια και τους κακούς

Κομμουνιστικό Μανιφέστο Ή Ποίημα γραμμένο από τον Άνθρωπο

marx

Το σύστημα γραφής μου βασίζεται στον ομοιόμορφο χαρακτήρα όλων των ανθρώπων. Αν όλοι οι ποιητές υπέγραφαν τα έργα τους με μια και μόνη υπογραφή, «Ποίημα γραμμένο από τον Άνθρωπο», το πρόβλημα της διαφοροποίησης, της κατάταξης, της αξιολόγησης των ανθρώπων με βάση διάφορα μέτρα και σταθμά δεν θα είχε νόημα. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι το ψωμί κι όχι το παντεσπάνι.

Πρελούδιο για γυμνό κορμί και σφυροδρέπανο

preloudio

Και τούτα τού στόματός σου τα βασίλεια
τι θρεφτάρια!
Τι πιρουέτες μιανής που με νανούρισε
με κόκκινα σφυριά και κόκκινα δρεπάνια
ζωγραφισμένα με κραγιόν στην ωμοπλάτη.
Ζωσμένος πενιχρά λογάκια ένδοξα
Ζεματιστές θωπείες
Σκάβοντας και ξεσκάβοντας
Το φόβο για τη νύχτα και το αύριο
Τα σκέλια στους αφρούς
Και τη Σελήνη βδέλλα, να φωτίζει
τους εραστές που βγήκαν με τα λάστιχα νυχτιάτικα
για να ποτίσουν τα χασίσια της καρδιάς.
Είσαι γενναίος πούτσε μου και σίγουρα
δε θα δειλιάσεις
στην παρουσία του Δαίμονα μπροστά
και του Θανάτου.

Λουλουδάκια του αγρού

lalao

Τις τόσες εκδοχές τού έρωτά μας
σου διαβιβάζω εγγράφως. Αχ!
πες πως είμαι ψυχικάρης και πες πως
είμαι ερπύστρια, τσουλί, φτυστός
επιλοχίας και σκυλόψαρο. Tα Νίψον
ανομήματα μη μόναν όψη έκαμνα
γαργαλήστρες. Μαντάρω τώρα το
καλτσόν σου αχαμνή αγάπη,
βαρύοσμη λοξά υγρά και λόξα, αφού
βλαστήμησα νταούλια κι αφού η χάρις
τ’ ουρανού μ’ έκανε σφυροδρέπανο
στην πλάτη σου το κόκκινο βρακί σου
για να δρέψω. Να ξεκοιλιάσω Καίσαρες
Βαρόνους Φρύνους και τσιλιαδόρους
γέρους καταστασιακούς που γέρνουν
σε κοριτσίστικα βυζιά, βυζιά κινίνα. Ω ναι
το τοπικό κογκρέσο σου με διόρισε
φρικιό και λαίλαπα, πατημασιά φαλλού
μέσα σε τόσες άρρωστες καρδούλες.
Σου διαβιβάζω εγγράφως αυτό το Αχ!
που έσκουζα καθώς χυνόμουν μέσα σου,
έξω σου, παντού, κι έλεγες και ξανάλεγες
Αχ! Τι τενόρος θεέ μου!

Δηλωσίας

dilosias

Θα γίνω ο γλείφτης σου.
Το έχω ξαναπεί.

Τα ερωτικά σου χείλη και οι μικροστεναγμοί
δεν αφήνουν περιθώριο για λόγια και κουβέντες.

Θα γίνω ο γλείφτης σου. Το έχω ξαναπεί.

Ορκίζομαι στα γογγύλια και στα ρεπάνια
στη ζεστούλα σου φωνή απ’ τα έγκατα
στις φτέρνες και στους χαρταετούς
στα κορίτσια και στις γάμπες τους.

Τρόπος του λέγειν ορκίζομαι
γιατί οι όρκοι
είναι μια τελείως μαραμένη και ζαρωμένη ζωή.
Της αχράντου ψωλής μου μόνο σέβομαι τη σκληρότητα.
Είμαι ευαίσθητος
ένα πληγωμένο πουλάκι, γι’ αυτό,
θα γίνω ο γλείφτης σου
και το ξέρεις καθώς κρατώ την κοιλιά σου
κι ακούω να γουργουρίζει η ψυχούλα των σπλάχνων σου
και κάνω να ξεριζώσω με τα ίδια μου τα χέρια
τόσες τσουκνίδες τόσες απελπισίες
και τόσους πλατωνικούς έρωτες
και τόσες σβουνιές νοσταλγίας.

Ο έρωτας μας κάνει κακούς και ανώριμους.
Κι ο ανεκπλήρωτος έρωτας βλαμμένους.

Θα γίνω ο γλείφτης σου.
Θα σου βυζάξω το δάχτυλα και τις ρόγες.
Θα σου διαβάσω το ποίημα
που έγραψα για σένα από γεννησιμιού.
Να με προστατεύει και πέραν του τάφου
η τόση προσήλωση στο μουνί σου.

Άλση σπηλιές και λιμνούλες με κύκνους
στους τεθλιμμένους προσφέρουν παρηγοριά.
Μα εγώ θα γίνω ο γλείφτης σου.
Το έχω ξαναπεί.

Για σφυρί και δρεπάνι

imagehandler

Οι φασίστες συνέβαλαν τους φίλους μου.
Τους έδεσαν τα χέρια και τις γλώσσες.
Τους υποχρέωσαν
-όπως υποχρεώνεις ένα διάβολο
ν’ ανέβει στην πλάτη του θεού-
να εγκαταλείψουν την πόλη.

Οι φίλοι μου βλάστησαν στη σιωπή
αγκάθια και τριβόλια.
Η καρδιά τους ένα πορφυρό ασκί.

Μα κάποτε έφτασε η σειρά μου.
Με αποκάλεσαν κομμούνι αγύριστο
σκύλο και σκύλας γιο.

Μα αυτό δεν είναι θέμα προς λύση.
Λέξεις ολόκληρες έντρομες
να σηκώνουν ψηλά τα φουστάνια
ώσπου να φανεί η κυλόττα.

Μα αυτό δεν είναι θέμα που μπορεί
να λυθεί μ’ ένα ποίημα.

Την ώρα που έφτασε η σειρά μου
και με αποκάλεσαν κομμούνι αγύριστο
σκύλο και σκύλας γιο.

Μα εγώ έχω ένα σκύλο
του έχω μιλήσει και του έχω δώσει τροφή
του έχω κάνει ενέσεις για τη γάγγραινα στο μηλίγγι
του έχω μάθει να δαγκώνει τους κακούς που δαγκώνουν.

Για όποιον είχε κάποτε ένα σκύλο
η λέξη σκύλος είναι πιστή όπως η λέξη φίλος
λαμπερή όπως η λέξη αστέρι
και η λέξη ήλιος. Απαραίτητη
όπως η λέξη σφυρί και η λέξη δρεπάνι.

Τα κορίτσια απόψε αντιστάθηκαν στον έρωτα

sleepparalysis_adambaker

Τα κορίτσια απόψε αντιστάθηκαν
στον έρωτα. Και τα κορίτσια
απόψε κοιμηθήκαν αγκαλιά με το
αρκουδάκι τους. Τρίφτηκαν σα
μοναχές τού Μαχαβίρα πάνω στις
φλοκάτες κι έψαξαν τον πρίγκιπα
ανάμεσα στους τρελούς μνηστήρες
που βούλιαξαν στον ύπνο τους.
Τα κορίτσια απόψε δε μπλέχτηκαν
σε αριθμούς μητρώου και γρανάζια
συγκινήσεως. Μονοκοπανιά εβγάλανε
τη νύχτα με το δάχτυλο, καθώς
φούσκωναν τις προβιές τους οι
ονειρώξεις. Καθώς ίσα με το ρέμα
της Ερμίτσας στο Βραχώρι εβγήκε
ο άρχων των βατράχων, να χυθεί
στ’ αργιλικά καλούπια τους. Καθώς
το σύμπαν γέλαε ένστολο. Καθώς
απ’ τις βαβαλικές κουίντες τού
κορμιού τους δεσμεύτηκαν
οι καύλες ν’ αρχηγέψουν.

Θεοτικόν

dyo

Με σκάβει στα τυφλά,
βλέμμα μιανής που ξέχασε, χαράματα,
τις λήγουσες στα χείλη μου.
Όλο λιγούρα σόλο
όλο κρεατόμυγες γύρω
τεκμήρια σήψης.
Όλο προπατορικά μέσα στα γιωταχή
συντρόφια με το δέρμα τους ψωμί
κηροπλαστεία έρωτος
ανοιχτά το Σάββατο
η λέξη τέφρα αιμάσσουσα
ζεστό σπουργίτι
μες στο σπλάχνο της το σπέρμα μου.
Αχ! τώρα που σε θυμήθηκα
στη φλέβα μου να ρέεις
έφηβη στύση
ο νους μου εκεί,
σπειροειδές αγγόνι κλειτορίδος
τεκές των Ουραλίων
μες στο μακρύ συλλείτουργο
της πιο στυγνής αιδοιλειχίας
κάνοντας
οι δεντρογαλιές της ομορφιάς
το πιο ανελέητο και φίνο γλειφομούνι.

Υγρή Ασία

ygri

Ύστερα από εφτά χρόνια δυστυχίας
έσπασε τον καθρέφτη της για μένα.
Αγαπητέ αναγνώστη, εσύ,
μπορείς να κρίνεις
τι Χάρυβδη υπήρξε
η λέξη οργασμός μέσα στο ποίημα.
Πόσα κορμάκια θηλυκά τη φόρεσαν κατάσαρκα
και πως
οι Αλκυονίδες μέρες του αιδοίου της
με διόρισαν
έφεδρο κολπικών υγρών και Μάρκο Πόλο.
Αχ! πάλι εκείνη η υγρασία απ’ τις ρώγες
πάλι σαν ξαπλωμένοι παλαιστές
γλιστρούμε μες στη λάσπη.
Κι αν στα έγκατα της γης, ο χάρος είναι μύθος
εντός μας είναι αληθινός
γι’ αυτό παλεύουν τα κορμιά μας στο κρεβάτι
να βγάλουν από μέσα τους το Χάρο.
Ω! Υγρή Ασία
υγρασία της ψωλής μου
τώρα θα ξεψυχήσω δια παντός
εδώ μέσα στο ποίημα
σε τούτο το πεδίο των μαχών
που γράφουμε ολημερίς κι ολονυχτίς
όσα ποθούμε.

Ζήτω!

zhtv

Έχω στην κατοχή μου λέξεις
σαν αυτές που εκτόξευε η Yvonne George:

Ζήτω!

Ζήτω οι κοπέλες της Ναντ
κι όλοι οι φυλακισμένοι!

Μα έχω και λαϊκά τραγούδια
-ω! φίλοι, σ’ αυτούς τους ερεβώδεις καιρούς-

κι έχω καβάτζα στο δάχτυλο
λίγη βρωμιά
απ’ την καθαρότητα της αγάπης μου για κείνη
ώσπου να πω:

Αντίο φτώχεια!
Αντίο πλοίο!

Αγάπες μου παιδούλες στα σπάργανα της έξαψης!

Και θα πάω στο Βαλπαραΐσο
που είναι οι λίμνες αλμυρές
να κυνηγάω φυσητήρες
Αχ! ναύτη, ε! χο! Βίρα! ε! χο!

Να κυνηγάω τσούπες
Να γίνω ο Μέγας Πανγαμίων

Μα ναι
όμως
δεν έχω ανάγκη να φύγω εις το Βαλπαραΐσο
που είναι οι λίμνες αλμυρές
να κυνηγάω φυσητήρες
Αχ! ναύτη, ε! χο! Βίρα! ε! χο!

Να κυνηγάω τσούπες
Να γίνω ο Μέγας Πανγαμίων

Αχ! ναι γιατί
έχω στην κατοχή μου λέξεις
σαν αυτές που εκτόξευε η Yvonne George:

Ζήτω!

Ζήτω οι κοπέλες της Ναντ
κι όλοι οι φυλακισμένοι!

Ζήτω!

Σκάψε με

skapse-me

Σκάψε με
Να πάρω έπαθλο το σπόρο σου
Λέω τώρα, να σου ψάλλω ένα Κεκραγάριο
Λέω, να σου ρημάξω Αρθούρους εραστές απ’ τα μελίγγια
Αχ! το λειρί σου, μεσονύχτιο και λάβρο
Κορμάκι που σε γεύτηκα
Μες στη μακριά φασκιά της αγκαλιάς σου!

Lovers in a field

loverz.jpg

[εγκάρδιος χαιρετισμός στον Loui Jover]

Να προλάβεις ν’ αλείψεις λίγη ζωή
πάνω στο ψωμί της πραγματικότητας
πριν το καταβροχθίσει ο χρόνος, να
προλάβεις στάρι απ’ τα μνημόσυνα
γλουτών, κατηφόρες με γελάδια,
Βαρδούσια τού Άδη κατηφοριές,
να προλάβεις βροχή σε περιβόλι και
κάτω απ’ τα φουστάνια της βατράχους
και ερπύστριες, να προλάβεις την
Αλόννησο με τα ποντίκια της
νυφούλα των μετασεισμών τού
Αιγαίου ρήγματος, να προλάβεις
της ψωλής την πιο έφηβη διάνοια,
τους Γότθους που μετοίκησαν στο
Πέραμα, τις ομιχλώδεις εσοχές τού
κάμπου της Λαρίσης, να προλάβεις
να μεθύσεις με κώνειο τη ματαιοδοξία σου,
να προλάβεις το μουνάκι της υγρό
σαν φρεσκογεννημένο μοσχάρι
μες στα αίματα της αιώνιας σφαγής

Ποθοφορείον

pothoforion

Ω! δεσποσύνη, εσείς
με κάματε οδηγό Ποθοφορείου
και ιδού
φαντασιώνομαι πως οδηγώ το όχημά μου
εις την ερωτική σας τη γαστέρα
με τους συνεπιβάτες σπερματόζωα
να χύνονται εις τις οδούς των παρειών σας
από στύση σε στύση και τούμπαλιν.
Ω! δεσποσύνη, εσείς
είστε το γάντι
του μουνοδαχτύλου μου τού μουνογενούς
είστε η αρτοκλασία των όρχεών μου
η καπουλοφόρος κόρη των λογισμών μου
η γκέισα των αλύτρωτων οργασμών
η ζαχαρότευτλη Αρθούρα μου
η λιοπύρεια σκοτοδίνη μου
η θηλύτητα τού λεσβιασμού μου
η ιέρεια του οδοντωρύχου μου σπασμού.
Ω! εσείς
είστε η Χαρμίδεια μουνίτσα μου
η Καρχιδόνεια ευχαριστία τού πρωινού μου ψαλμού
η ζυθοφόρος στύσις μου
η αηδόνα τού ουρλιαχτού μου
η οσία Γαμησία μου
το έτερον κοψίδι της ψωλής μου.
Όλο για σας, το ποίημα το αθώο
που το νείρονται οι γεναριάτικοι οίστροι.
Ω! δεσποσύνη, εσείς
είστε η απόκρημνη φρακταλιανή μου κορασίς
καταμεσής εις τα τενάγη της διακορεύσεως.
Είστε ο Κώλος Όλος.
Ω! ρίξτε την αναστάσιμη πορδούλα σας Κυρά μου,
διότι πως αλλιώς
θενά ‘χει κλέος η Αττική και τα υπόλοιπά της!
Διότι πως θα αρχηγέψωμεν εμείς οι ηδονοθήρες
Διότι πως, η άνω τελεία τού ήλιου θα μας κάψει
Διότι πως, θα μας εχθρεύσουν οι αστερόεσσες
και πως θα μας μουσκέψουν οι ονειρώξεις!

Με λένε Μαίρη Λού και Μαύρο Κύκνο

kiknos

Με λένε Μαίρη Λού
Γέρους φωτογραφίζω για να βγάλω το ψωμί μου
Δεινόσαυρους σε καφενεία των Αθηνών
Τον Κύριο Φαλακρό Μαυροκόρακα
Τον Κύριο Ανθολογία Ποιητών Μεσοπολέμου
Τον Κύριο Ανάπηρο Κινηματογραφιστή
Τον Κύριο Υλικά Κατεδαφίσεως
Τον Κύριο Ορμονικές διαταραχές
-πασπαλισμένο Μάη του 68-
Τον Κύριο Κωλοτούμπα Ενταύθα
Με λένε Μαίρη Λού
Ο γκόμενός μου ελέγετο Λουκουμάς Εργένης
Έχει διπλά ονόματα, ακούει τζαζ
Και με πλακώνει στις μπουνιές όταν μεθάει
Των παλαιόθεν Αχαιών μεταφραστής και παπαγάλος
Με λένε Μαίρη Λού
Γέρους φωτογραφίζω μ’ ένα κλικ και περιμένω
Να φύγουν οι δεινόσαυροι μακριά
Να ξεβρομίσει η πόλις
Να βγάλω το μουνάκι μου στον ήλιο
Να ρίξει η κλειτορίς μου ένα βλαστήμι
Σ’ αυτούς τους Ηλιθίωνες τους γέρους
Που ούτε ένα ποίημα δε μου έγραψαν της προκοπής
Κι όλο με μαραζώνουν με αναμνήσεις που δεν έζησαν
Με αναμνήσεις Άλλων
Με κούφιες ρητορείες αλλά γαλλιστί
Με λένε Μαίρη Λού και Μαύρο Κύκνο
Και περιμένω έναν αθίγγανο αρτίστα
Να με γδύσει στο τσαντίρι του
Είμαι παιδούλα, ξέρετε, γεμάτη συνειρμούς
Λογοτεχνίες και τέτοια τα βαρέθηκα
Μονάχα το ταγισμένο κιλοτάκι μου
Θέλω να τού προσφέρω
Το ερωτικό μου ξύγκι
Να το αλείψει με τα δάχτυλα
Στο ημιτελές πορτραίτο τού φαλλού του

Μελάνια

melania-trumpo-593x400

Πόσα ξενύχτια μ’ έθρεψαν, Μελάνια, το ξέρεις.
Πως σου έγλειφα γονατιστός τις καλτσοδέτες
το θυμάσαι
τότε που με διόρισες ρεπόρτερ
στον Πόλεμο Του Κόλπου σου
τότε που μ’ έλεγες χαϊδευτικά
γλυκό μου μαντολάτο
τότε που μ’ έλεγες καλόγερο Σαμουήλ
και τι σπιρτάδα μου έγλειφες να γίνουν όλα Κούγκι
τότε που δούλεψα ως λιπαντής
στη Φάρμα σου στο Κάνσας
και οι καρδιολόγοι του Μεμόριαλ
μου βρήκανε υγρό στο μυοκάρδιο
μου βρήκαν χύσια σου στην αορτή
και στον δεξί μου όρχι μώλωπες
απ’ τον τελευταίο σου σπασμό
πριν φτάσει ο κακούργος ο χαλίφης Ντόναλντ Τράμπ
για να σ’ αρπάξει.
Ω! Μελάνια, το ξέρω
θα ρθείς να σβήσεις τα κεράκια
της χιλιοστής μου εκσπερμάτωσης
στο Γκουαντανάμο.
Θα ρθείς να μου χαρίσεις για ενθύμιο
το πρώτο σου μουνόπανο
την παρθενιά σου να έχω πάντα φυλαχτό
σε κάθε εικονικό πνιγμό του οργασμού μου.

Faber & Faber

faber

Στο δεξιό μηρό σου ορνιθοσκαλίσματα ιχθύων.
Εγώ, γέννημα θρέμμα μπολσεβίκος
μες στο μπολ με τα ζουμιά.
Όσο να πεις μηλίγγι
έφτασε ο Πολυνήσιος γίγας οργασμός
ουρλιάζοντας
πόσο πετσοκομμένη υπήρξε η ψυχούλα μου
πόσο η ψωλίτσα μου ορθή
που εζήλεψε τα χούγια ενός λόρδου
ενός λονδρέζου γητευτή
που καταβρόχθιζε τεκνά ως διορθωτής
στον οίκο faber & faber
στον οίκο απωλείας
μιας χώρας έρημης
δίχως σπληνάντερα
δίχως Βοϊδοκοιλιές και οροπέδια Λασιθίου
μονάχα κάτι χαμομήλια ελέω θεού
για τα τοιχώματα της κόγχης τού στομάχου
μονάχα κάτι αποικιακά συμπλέγματα σε ασανσέρ
με μπάτλερ και βασιλικά βυζίαν.
Ω! σφίγγες αινιγματικές
κι εσείς κορίτσια των Μακντόναλντς της Αμέρικα
που μεταδίδετε έρπητες και μύκητες
στα βλέμματα υπέρβαρων ανδρών
σκύψτε ν’ ακούσετε σεισμούς της Μεσογείου
πως μαλακίζει ο εγκέλαδος το ρήγμα της Ανατολής
πως καβαλάει τη Δύση η λιθοσφαίρα
πως κάνει παρά φύσιν σεξ
με το θωρακικό λοβό της οικουμένης
η Ασία.

Άφρικα

africa

Σε ξέρω Αφρική μανούλα.
Σε ξέρω Άφρικα
με τους παραποτάμιους στρατάρχες σου στο Νίγηρα
και τις σκληρές σου πέτρες.
Πάω μαζί σου στο κρεβάτι
στο άνοιγμά σου
εγίνομαι Ζαΐρ.
Μην αστοχήσεις Άφρικα
θέλω ξυλιές στα κωλομέρια
καθώς θα γίνομαι μικρό αιδοίον Νείλου ποταμού
φρέσκο αλατάκι τρίβοντας απ’ τους ιδρώτες σου.
Να! κοίτα
πως τρυπώνω με οξειδωμένη αναπνοή στο είδωλό σου
Κοίτα με, ζορισμένο και βουβό
να πολεμώ κι εγώ τους φαλλοκράτες.
Κόκκινο αίμα απ’ το μαύρο σου μουνί.
Ω! Άφρικα να μην ενδώσεις
μείνε γυμνή δια παντός.
Είμαστε νιόπαντροι το ξέρεις και το ξέρω
με θέλεις στο λαρύγγι σου.
Την ευωδιά τού δέρματός σου
-ω! Άφρικα-
θα παραλάβω απ’ τα Φλαμίνγκο,
και θα σε πω πριγκίπισσα Αιτωλίας
και θα σε πω σοπράνο με ωοθήκες Οχτωβριανής
και θα σε πω όλων τον φρύνων σου βασίλισσα.
Ω! Άφρικα
νεφρό ετούτου εδώ του άστρου που έσβησε
τού εγκέλαδου ο εκρηκτικός θυμός
η λάβα απ’ τα βάθη της ρομφαίας.
Ω! Άφρικα
σου γράφω γιατί είμαι στερημένος από νύχτες Ιουλίου
σου γράφω ως άρχοντας βατράχων
που μας χωρίζει η άβυσσος Μεσόγειος.
Ω! Άφρικα σου γράφω γιατί είμαι το τσογλάνι σου.

Καμία εξουσία στα Σοβιέτ!

kammia

Ας γυρίσουμε πίσω στον πλανήτη Γη.
Στον απόκρυφο λυρισμό
σαν γέρικα ζευγάρια
που αφήνουν τις εκκρεμότητες να αιωρούνται.
Ας γυρίσουμε στη βαρυσήμαντη σιωπή
και στα μηδαμινά συναισθήματα.
Στον παπά και στον κλητήρα.
Στο συσσίτιο
και στον Αμερικάνο γυναικολόγο
που μας ψαχουλεύει το μουνί.
Ας γυρίσουμε στο μπουρδέλο και στο τρελάδικο
περνώντας απ’ το χρηματιστήριο.
Ας γυρίσουμε στον τσάρο
και στον αιμοβόρο ειρηνιστή.
Ας γυρίσουμε πίσω στη δουλειά,
στα χάπια και τις φαρμακευτικές σκόνες.
Ας γυρίσουμε στα ευρηματικά μας ποιήματα
και στις μάχες με τον εαυτό μας.
Ας γυρίσουμε
στην αγκαλιά της Μαριάνας Βαρδινογιάννη
και στη συνδρομητική φιληδονία.
Στο ίδρυμα Νιάρχου.
Στη Μονή Βατοπεδίου.
Στο Μουνί Καλλιγραφίας.
Στην αριστερή μελαγχολία του δεξιού πρωκτού.
Ας καταδώσουμε το γιό μας και την κόρη μας.
Ας γίνουμε νεοναζί πατριώτες.
Ας ζήσουμε τις ανεξιχνίαστες ηδονές
της απλήρωτης εργασίας.
Καμία εξουσία στα Σοβιέτ!

Δια την ανατομία της ερωτικής επιθυμίας

erotika

Σχεδιάζω να σκαρφαλώσω στην
εξουσία του σεξ, να καταλάβω
τα χειμερινά ανάκτορα και τον
ψηφιακό γαλαξία. Να σε γευτώ
σχεδιάζω βουλευτήριο της μήτρας.
Ω! Άνοιξη από κολπικά υγρά,
Γιβραλτάρ που σε σκόρπισε η Αφρική
στη σχισμή της μιγάδας καρδιάς μου,
θα ορμήσω στο λαιμό σου και στο
ψαχνό σου στόμα, θα ορμήσω
να σου σπάσω τον άξονα, να σου
ανοίξω τη φλούδα με το νύχι να βρω
την πολύ αγαπησιάρα καρδιά σου,
αρτηρίες και φλέβες που οδηγούν
στο μουνί σου.

Βιογραφικό Αθίγγανου αρτίστα

artist

Γύφτος βραδυφλεγής υπήρξα
και τροχιστής κορμιών
και γανωτής αμέσου δράσεως.
Όσες γυναίκες μ’ αγαπήσαν
είχανε γύφτικη ψυχή όπως κι εγώ.
Μάτια μου μαύρα γύφτικα, τους λέω
δέρμα σταρένιο και ψωμάκι με σουσάμια.
Αχ! μάτια μου, καταντικρύ σας πέζεψα
στη λύσσα απ’ τ’ αχαμνά μου
κάτω στις πιο αστρικές σας ονειρώξεις
κι αγκομαχώ.
Ω! φιλτάτη πατρίς
σάρκα από φρύνους και σπασμούς
και βατραχάκια
τώρα ο γύφτος σου εγώ ξοπίσω σου σονάρω
ψελλίζοντας κάτι εθνογραφικά επάνω στις φλοκάτες
στο μουσκεμένο πρώτο χνούδι των μηρών σου
αφήνοντας
των σπλάχνων μου το προχριστιανικό μηδέν
το ρίγος του άπληστου αδένα μου
το ρίγος της ζωής και του θανάτου.