ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Κατηγορία: Ποίηση

Πορτρέτο του καλλιτέχνη με τσεκούρι

kalitexn

Ζητάω λίγη μουσική
-εδώ στο κέντρο του κόσμου που είναι ο εαυτός μου-.

Διαβάζω ένα ποίημα του Frost
για τον δρόμο που δεν πήραμε
και βλέπω τους κατσικογάμηδες
να διαπρέπουν στην πρωτεύουσα.

Άλλοι κουβαλάνε σάκους γεμάτους κονσερβοκούτια,
χαρτιά, φλούδια, μπουκάλια, αλοιφές για το έκζεμα.

Το Σύμπαν ενορχηστρώνει τους κραδασμούς του.

Ω! μούσα, στραγγαλισμένο θύμα τόσων και τόσων
ζητάω λίγη μουσική,
-εδώ στο κέντρο του κόσμου που είναι ο εαυτός μου-.

Κυριακή αργία

kiriaki argia

Σήμερα που είναι Κυριακή αργία
θα αφεθώ στη μαμά Αδρεναλίνη
και θα βγω να κατουρήσω στον
κήπο όπως κάθε Κυριακή αργία
χρόνια τώρα, θα κοιτάξω ξανά τα
μελισσάκια και θα ζηλέψω αυτά
τα πουλιά που με κάνουν να θέλω
να γράψω ποίηση σαν αφηνιασμένος
παμφάγος αγριόχοιρος που αδιαφορεί
για τα σκάγια και τους κακούς

Κομμουνιστικό Μανιφέστο Ή Ποίημα γραμμένο από τον Άνθρωπο

marx

Το σύστημα γραφής μου βασίζεται στον ομοιόμορφο χαρακτήρα όλων των ανθρώπων. Αν όλοι οι ποιητές υπέγραφαν τα έργα τους με μια και μόνη υπογραφή, «Ποίημα γραμμένο από τον Άνθρωπο», το πρόβλημα της διαφοροποίησης, της κατάταξης, της αξιολόγησης των ανθρώπων με βάση διάφορα μέτρα και σταθμά δεν θα είχε νόημα. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι το ψωμί κι όχι το παντεσπάνι.

Πρελούδιο για γυμνό κορμί και σφυροδρέπανο

preloudio

Και τούτα τού στόματός σου τα βασίλεια
τι θρεφτάρια!
Τι πιρουέτες μιανής που με νανούρισε
με κόκκινα σφυριά και κόκκινα δρεπάνια
ζωγραφισμένα με κραγιόν στην ωμοπλάτη.
Ζωσμένος πενιχρά λογάκια ένδοξα
Ζεματιστές θωπείες
Σκάβοντας και ξεσκάβοντας
Το φόβο για τη νύχτα και το αύριο
Τα σκέλια στους αφρούς
Και τη Σελήνη βδέλλα, να φωτίζει
τους εραστές που βγήκαν με τα λάστιχα νυχτιάτικα
για να ποτίσουν τα χασίσια της καρδιάς.
Είσαι γενναίος πούτσε μου και σίγουρα
δε θα δειλιάσεις
στην παρουσία του Δαίμονα μπροστά
και του Θανάτου.

Λουλουδάκια του αγρού

lalao

Τις τόσες εκδοχές τού έρωτά μας
σου διαβιβάζω εγγράφως. Αχ!
πες πως είμαι ψυχικάρης και πες πως
είμαι ερπύστρια, τσουλί, φτυστός
επιλοχίας και σκυλόψαρο. Tα Νίψον
ανομήματα μη μόναν όψη έκαμνα
γαργαλήστρες. Μαντάρω τώρα το
καλτσόν σου αχαμνή αγάπη,
βαρύοσμη λοξά υγρά και λόξα, αφού
βλαστήμησα νταούλια κι αφού η χάρις
τ’ ουρανού μ’ έκανε σφυροδρέπανο
στην πλάτη σου το κόκκινο βρακί σου
για να δρέψω. Να ξεκοιλιάσω Καίσαρες
Βαρόνους Φρύνους και τσιλιαδόρους
γέρους καταστασιακούς που γέρνουν
σε κοριτσίστικα βυζιά, βυζιά κινίνα. Ω ναι
το τοπικό κογκρέσο σου με διόρισε
φρικιό και λαίλαπα, πατημασιά φαλλού
μέσα σε τόσες άρρωστες καρδούλες.
Σου διαβιβάζω εγγράφως αυτό το Αχ!
που έσκουζα καθώς χυνόμουν μέσα σου,
έξω σου, παντού, κι έλεγες και ξανάλεγες
Αχ! Τι τενόρος θεέ μου!

Δηλωσίας

dilosias

Θα γίνω ο γλείφτης σου.
Το έχω ξαναπεί.

Τα ερωτικά σου χείλη και οι μικροστεναγμοί
δεν αφήνουν περιθώριο για λόγια και κουβέντες.

Θα γίνω ο γλείφτης σου. Το έχω ξαναπεί.

Ορκίζομαι στα γογγύλια και στα ρεπάνια
στη ζεστούλα σου φωνή απ’ τα έγκατα
στις φτέρνες και στους χαρταετούς
στα κορίτσια και στις γάμπες τους.

Τρόπος του λέγειν ορκίζομαι
γιατί οι όρκοι
είναι μια τελείως μαραμένη και ζαρωμένη ζωή.
Της αχράντου ψωλής μου μόνο σέβομαι τη σκληρότητα.
Είμαι ευαίσθητος
ένα πληγωμένο πουλάκι, γι’ αυτό,
θα γίνω ο γλείφτης σου
και το ξέρεις καθώς κρατώ την κοιλιά σου
κι ακούω να γουργουρίζει η ψυχούλα των σπλάχνων σου
και κάνω να ξεριζώσω με τα ίδια μου τα χέρια
τόσες τσουκνίδες τόσες απελπισίες
και τόσους πλατωνικούς έρωτες
και τόσες σβουνιές νοσταλγίας.

Ο έρωτας μας κάνει κακούς και ανώριμους.
Κι ο ανεκπλήρωτος έρωτας βλαμμένους.

Θα γίνω ο γλείφτης σου.
Θα σου βυζάξω το δάχτυλα και τις ρόγες.
Θα σου διαβάσω το ποίημα
που έγραψα για σένα από γεννησιμιού.
Να με προστατεύει και πέραν του τάφου
η τόση προσήλωση στο μουνί σου.

Άλση σπηλιές και λιμνούλες με κύκνους
στους τεθλιμμένους προσφέρουν παρηγοριά.
Μα εγώ θα γίνω ο γλείφτης σου.
Το έχω ξαναπεί.

Για σφυρί και δρεπάνι

imagehandler

Οι φασίστες συνέβαλαν τους φίλους μου.
Τους έδεσαν τα χέρια και τις γλώσσες.
Τους υποχρέωσαν
-όπως υποχρεώνεις ένα διάβολο
ν’ ανέβει στην πλάτη του θεού-
να εγκαταλείψουν την πόλη.

Οι φίλοι μου βλάστησαν στη σιωπή
αγκάθια και τριβόλια.
Η καρδιά τους ένα πορφυρό ασκί.

Μα κάποτε έφτασε η σειρά μου.
Με αποκάλεσαν κομμούνι αγύριστο
σκύλο και σκύλας γιο.

Μα αυτό δεν είναι θέμα προς λύση.
Λέξεις ολόκληρες έντρομες
να σηκώνουν ψηλά τα φουστάνια
ώσπου να φανεί η κυλόττα.

Μα αυτό δεν είναι θέμα που μπορεί
να λυθεί μ’ ένα ποίημα.

Την ώρα που έφτασε η σειρά μου
και με αποκάλεσαν κομμούνι αγύριστο
σκύλο και σκύλας γιο.

Μα εγώ έχω ένα σκύλο
του έχω μιλήσει και του έχω δώσει τροφή
του έχω κάνει ενέσεις για τη γάγγραινα στο μηλίγγι
του έχω μάθει να δαγκώνει τους κακούς που δαγκώνουν.

Για όποιον είχε κάποτε ένα σκύλο
η λέξη σκύλος είναι πιστή όπως η λέξη φίλος
λαμπερή όπως η λέξη αστέρι
και η λέξη ήλιος. Απαραίτητη
όπως η λέξη σφυρί και η λέξη δρεπάνι.

Τα κορίτσια απόψε αντιστάθηκαν στον έρωτα

sleepparalysis_adambaker

Τα κορίτσια απόψε αντιστάθηκαν
στον έρωτα. Και τα κορίτσια
απόψε κοιμηθήκαν αγκαλιά με το
αρκουδάκι τους. Τρίφτηκαν σα
μοναχές τού Μαχαβίρα πάνω στις
φλοκάτες κι έψαξαν τον πρίγκιπα
ανάμεσα στους τρελούς μνηστήρες
που βούλιαξαν στον ύπνο τους.
Τα κορίτσια απόψε δε μπλέχτηκαν
σε αριθμούς μητρώου και γρανάζια
συγκινήσεως. Μονοκοπανιά εβγάλανε
τη νύχτα με το δάχτυλο, καθώς
φούσκωναν τις προβιές τους οι
ονειρώξεις. Καθώς ίσα με το ρέμα
της Ερμίτσας στο Βραχώρι εβγήκε
ο άρχων των βατράχων, να χυθεί
στ’ αργιλικά καλούπια τους. Καθώς
το σύμπαν γέλαε ένστολο. Καθώς
απ’ τις βαβαλικές κουίντες τού
κορμιού τους δεσμεύτηκαν
οι καύλες ν’ αρχηγέψουν.

Θεοτικόν

dyo

Με σκάβει στα τυφλά,
βλέμμα μιανής που ξέχασε, χαράματα,
τις λήγουσες στα χείλη μου.
Όλο λιγούρα σόλο
όλο κρεατόμυγες γύρω
τεκμήρια σήψης.
Όλο προπατορικά μέσα στα γιωταχή
συντρόφια με το δέρμα τους ψωμί
κηροπλαστεία έρωτος
ανοιχτά το Σάββατο
η λέξη τέφρα αιμάσσουσα
ζεστό σπουργίτι
μες στο σπλάχνο της το σπέρμα μου.
Αχ! τώρα που σε θυμήθηκα
στη φλέβα μου να ρέεις
έφηβη στύση
ο νους μου εκεί,
σπειροειδές αγγόνι κλειτορίδος
τεκές των Ουραλίων
μες στο μακρύ συλλείτουργο
της πιο στυγνής αιδοιλειχίας
κάνοντας
οι δεντρογαλιές της ομορφιάς
το πιο ανελέητο και φίνο γλειφομούνι.

Υγρή Ασία

ygri

Ύστερα από εφτά χρόνια δυστυχίας
έσπασε τον καθρέφτη της για μένα.
Αγαπητέ αναγνώστη, εσύ,
μπορείς να κρίνεις
τι Χάρυβδη υπήρξε
η λέξη οργασμός μέσα στο ποίημα.
Πόσα κορμάκια θηλυκά τη φόρεσαν κατάσαρκα
και πως
οι Αλκυονίδες μέρες του αιδοίου της
με διόρισαν
έφεδρο κολπικών υγρών και Μάρκο Πόλο.
Αχ! πάλι εκείνη η υγρασία απ’ τις ρώγες
πάλι σαν ξαπλωμένοι παλαιστές
γλιστρούμε μες στη λάσπη.
Κι αν στα έγκατα της γης, ο χάρος είναι μύθος
εντός μας είναι αληθινός
γι’ αυτό παλεύουν τα κορμιά μας στο κρεβάτι
να βγάλουν από μέσα τους το Χάρο.
Ω! Υγρή Ασία
υγρασία της ψωλής μου
τώρα θα ξεψυχήσω δια παντός
εδώ μέσα στο ποίημα
σε τούτο το πεδίο των μαχών
που γράφουμε ολημερίς κι ολονυχτίς
όσα ποθούμε.

Ζήτω!

zhtv

Έχω στην κατοχή μου λέξεις
σαν αυτές που εκτόξευε η Yvonne George:

Ζήτω!

Ζήτω οι κοπέλες της Ναντ
κι όλοι οι φυλακισμένοι!

Μα έχω και λαϊκά τραγούδια
-ω! φίλοι, σ’ αυτούς τους ερεβώδεις καιρούς-

κι έχω καβάτζα στο δάχτυλο
λίγη βρωμιά
απ’ την καθαρότητα της αγάπης μου για κείνη
ώσπου να πω:

Αντίο φτώχεια!
Αντίο πλοίο!

Αγάπες μου παιδούλες στα σπάργανα της έξαψης!

Και θα πάω στο Βαλπαραΐσο
που είναι οι λίμνες αλμυρές
να κυνηγάω φυσητήρες
Αχ! ναύτη, ε! χο! Βίρα! ε! χο!

Να κυνηγάω τσούπες
Να γίνω ο Μέγας Πανγαμίων

Μα ναι
όμως
δεν έχω ανάγκη να φύγω εις το Βαλπαραΐσο
που είναι οι λίμνες αλμυρές
να κυνηγάω φυσητήρες
Αχ! ναύτη, ε! χο! Βίρα! ε! χο!

Να κυνηγάω τσούπες
Να γίνω ο Μέγας Πανγαμίων

Αχ! ναι γιατί
έχω στην κατοχή μου λέξεις
σαν αυτές που εκτόξευε η Yvonne George:

Ζήτω!

Ζήτω οι κοπέλες της Ναντ
κι όλοι οι φυλακισμένοι!

Ζήτω!

Σκάψε με

skapse-me

Σκάψε με
Να πάρω έπαθλο το σπόρο σου
Λέω τώρα, να σου ψάλλω ένα Κεκραγάριο
Λέω, να σου ρημάξω Αρθούρους εραστές απ’ τα μελίγγια
Αχ! το λειρί σου, μεσονύχτιο και λάβρο
Κορμάκι που σε γεύτηκα
Μες στη μακριά φασκιά της αγκαλιάς σου!

Lovers in a field

loverz.jpg

[εγκάρδιος χαιρετισμός στον Loui Jover]

Να προλάβεις ν’ αλείψεις λίγη ζωή
πάνω στο ψωμί της πραγματικότητας
πριν το καταβροχθίσει ο χρόνος, να
προλάβεις στάρι απ’ τα μνημόσυνα
γλουτών, κατηφόρες με γελάδια,
Βαρδούσια τού Άδη κατηφοριές,
να προλάβεις βροχή σε περιβόλι και
κάτω απ’ τα φουστάνια της βατράχους
και ερπύστριες, να προλάβεις την
Αλόννησο με τα ποντίκια της
νυφούλα των μετασεισμών τού
Αιγαίου ρήγματος, να προλάβεις
της ψωλής την πιο έφηβη διάνοια,
τους Γότθους που μετοίκησαν στο
Πέραμα, τις ομιχλώδεις εσοχές τού
κάμπου της Λαρίσης, να προλάβεις
να μεθύσεις με κώνειο τη ματαιοδοξία σου,
να προλάβεις το μουνάκι της υγρό
σαν φρεσκογεννημένο μοσχάρι
μες στα αίματα της αιώνιας σφαγής

Ποθοφορείον

pothoforion

Ω! δεσποσύνη, εσείς
με κάματε οδηγό Ποθοφορείου
και ιδού
φαντασιώνομαι πως οδηγώ το όχημά μου
εις την ερωτική σας τη γαστέρα
με τους συνεπιβάτες σπερματόζωα
να χύνονται εις τις οδούς των παρειών σας
από στύση σε στύση και τούμπαλιν.
Ω! δεσποσύνη, εσείς
είστε το γάντι
του μουνοδαχτύλου μου τού μουνογενούς
είστε η αρτοκλασία των όρχεών μου
η καπουλοφόρος κόρη των λογισμών μου
η γκέισα των αλύτρωτων οργασμών
η ζαχαρότευτλη Αρθούρα μου
η λιοπύρεια σκοτοδίνη μου
η θηλύτητα τού λεσβιασμού μου
η ιέρεια του οδοντωρύχου μου σπασμού.
Ω! εσείς
είστε η Χαρμίδεια μουνίτσα μου
η Καρχιδόνεια ευχαριστία τού πρωινού μου ψαλμού
η ζυθοφόρος στύσις μου
η αηδόνα τού ουρλιαχτού μου
η οσία Γαμησία μου
το έτερον κοψίδι της ψωλής μου.
Όλο για σας, το ποίημα το αθώο
που το νείρονται οι γεναριάτικοι οίστροι.
Ω! δεσποσύνη, εσείς
είστε η απόκρημνη φρακταλιανή μου κορασίς
καταμεσής εις τα τενάγη της διακορεύσεως.
Είστε ο Κώλος Όλος.
Ω! ρίξτε την αναστάσιμη πορδούλα σας Κυρά μου,
διότι πως αλλιώς
θενά ‘χει κλέος η Αττική και τα υπόλοιπά της!
Διότι πως θα αρχηγέψωμεν εμείς οι ηδονοθήρες
Διότι πως, η άνω τελεία τού ήλιου θα μας κάψει
Διότι πως, θα μας εχθρεύσουν οι αστερόεσσες
και πως θα μας μουσκέψουν οι ονειρώξεις!

Με λένε Μαίρη Λού και Μαύρο Κύκνο

kiknos

Με λένε Μαίρη Λού
Γέρους φωτογραφίζω για να βγάλω το ψωμί μου
Δεινόσαυρους σε καφενεία των Αθηνών
Τον Κύριο Φαλακρό Μαυροκόρακα
Τον Κύριο Ανθολογία Ποιητών Μεσοπολέμου
Τον Κύριο Ανάπηρο Κινηματογραφιστή
Τον Κύριο Υλικά Κατεδαφίσεως
Τον Κύριο Ορμονικές διαταραχές
-πασπαλισμένο Μάη του 68-
Τον Κύριο Κωλοτούμπα Ενταύθα
Με λένε Μαίρη Λού
Ο γκόμενός μου ελέγετο Λουκουμάς Εργένης
Έχει διπλά ονόματα, ακούει τζαζ
Και με πλακώνει στις μπουνιές όταν μεθάει
Των παλαιόθεν Αχαιών μεταφραστής και παπαγάλος
Με λένε Μαίρη Λού
Γέρους φωτογραφίζω μ’ ένα κλικ και περιμένω
Να φύγουν οι δεινόσαυροι μακριά
Να ξεβρομίσει η πόλις
Να βγάλω το μουνάκι μου στον ήλιο
Να ρίξει η κλειτορίς μου ένα βλαστήμι
Σ’ αυτούς τους Ηλιθίωνες τους γέρους
Που ούτε ένα ποίημα δε μου έγραψαν της προκοπής
Κι όλο με μαραζώνουν με αναμνήσεις που δεν έζησαν
Με αναμνήσεις Άλλων
Με κούφιες ρητορείες αλλά γαλλιστί
Με λένε Μαίρη Λού και Μαύρο Κύκνο
Και περιμένω έναν αθίγγανο αρτίστα
Να με γδύσει στο τσαντίρι του
Είμαι παιδούλα, ξέρετε, γεμάτη συνειρμούς
Λογοτεχνίες και τέτοια τα βαρέθηκα
Μονάχα το ταγισμένο κιλοτάκι μου
Θέλω να τού προσφέρω
Το ερωτικό μου ξύγκι
Να το αλείψει με τα δάχτυλα
Στο ημιτελές πορτραίτο τού φαλλού του

Μελάνια

melania-trumpo-593x400

Πόσα ξενύχτια μ’ έθρεψαν, Μελάνια, το ξέρεις.
Πως σου έγλειφα γονατιστός τις καλτσοδέτες
το θυμάσαι
τότε που με διόρισες ρεπόρτερ
στον Πόλεμο Του Κόλπου σου
τότε που μ’ έλεγες χαϊδευτικά
γλυκό μου μαντολάτο
τότε που μ’ έλεγες καλόγερο Σαμουήλ
και τι σπιρτάδα μου έγλειφες να γίνουν όλα Κούγκι
τότε που δούλεψα ως λιπαντής
στη Φάρμα σου στο Κάνσας
και οι καρδιολόγοι του Μεμόριαλ
μου βρήκανε υγρό στο μυοκάρδιο
μου βρήκαν χύσια σου στην αορτή
και στον δεξί μου όρχι μώλωπες
απ’ τον τελευταίο σου σπασμό
πριν φτάσει ο κακούργος ο χαλίφης Ντόναλντ Τράμπ
για να σ’ αρπάξει.
Ω! Μελάνια, το ξέρω
θα ρθείς να σβήσεις τα κεράκια
της χιλιοστής μου εκσπερμάτωσης
στο Γκουαντανάμο.
Θα ρθείς να μου χαρίσεις για ενθύμιο
το πρώτο σου μουνόπανο
την παρθενιά σου να έχω πάντα φυλαχτό
σε κάθε εικονικό πνιγμό του οργασμού μου.

Faber & Faber

faber

Στο δεξιό μηρό σου ορνιθοσκαλίσματα ιχθύων.
Εγώ, γέννημα θρέμμα μπολσεβίκος
μες στο μπολ με τα ζουμιά.
Όσο να πεις μηλίγγι
έφτασε ο Πολυνήσιος γίγας οργασμός
ουρλιάζοντας
πόσο πετσοκομμένη υπήρξε η ψυχούλα μου
πόσο η ψωλίτσα μου ορθή
που εζήλεψε τα χούγια ενός λόρδου
ενός λονδρέζου γητευτή
που καταβρόχθιζε τεκνά ως διορθωτής
στον οίκο faber & faber
στον οίκο απωλείας
μιας χώρας έρημης
δίχως σπληνάντερα
δίχως Βοϊδοκοιλιές και οροπέδια Λασιθίου
μονάχα κάτι χαμομήλια ελέω θεού
για τα τοιχώματα της κόγχης τού στομάχου
μονάχα κάτι αποικιακά συμπλέγματα σε ασανσέρ
με μπάτλερ και βασιλικά βυζίαν.
Ω! σφίγγες αινιγματικές
κι εσείς κορίτσια των Μακντόναλντς της Αμέρικα
που μεταδίδετε έρπητες και μύκητες
στα βλέμματα υπέρβαρων ανδρών
σκύψτε ν’ ακούσετε σεισμούς της Μεσογείου
πως μαλακίζει ο εγκέλαδος το ρήγμα της Ανατολής
πως καβαλάει τη Δύση η λιθοσφαίρα
πως κάνει παρά φύσιν σεξ
με το θωρακικό λοβό της οικουμένης
η Ασία.

Άφρικα

africa

Σε ξέρω Αφρική μανούλα.
Σε ξέρω Άφρικα
με τους παραποτάμιους στρατάρχες σου στο Νίγηρα
και τις σκληρές σου πέτρες.
Πάω μαζί σου στο κρεβάτι
στο άνοιγμά σου
εγίνομαι Ζαΐρ.
Μην αστοχήσεις Άφρικα
θέλω ξυλιές στα κωλομέρια
καθώς θα γίνομαι μικρό αιδοίον Νείλου ποταμού
φρέσκο αλατάκι τρίβοντας απ’ τους ιδρώτες σου.
Να! κοίτα
πως τρυπώνω με οξειδωμένη αναπνοή στο είδωλό σου
Κοίτα με, ζορισμένο και βουβό
να πολεμώ κι εγώ τους φαλλοκράτες.
Κόκκινο αίμα απ’ το μαύρο σου μουνί.
Ω! Άφρικα να μην ενδώσεις
μείνε γυμνή δια παντός.
Είμαστε νιόπαντροι το ξέρεις και το ξέρω
με θέλεις στο λαρύγγι σου.
Την ευωδιά τού δέρματός σου
-ω! Άφρικα-
θα παραλάβω απ’ τα Φλαμίνγκο,
και θα σε πω πριγκίπισσα Αιτωλίας
και θα σε πω σοπράνο με ωοθήκες Οχτωβριανής
και θα σε πω όλων τον φρύνων σου βασίλισσα.
Ω! Άφρικα
νεφρό ετούτου εδώ του άστρου που έσβησε
τού εγκέλαδου ο εκρηκτικός θυμός
η λάβα απ’ τα βάθη της ρομφαίας.
Ω! Άφρικα
σου γράφω γιατί είμαι στερημένος από νύχτες Ιουλίου
σου γράφω ως άρχοντας βατράχων
που μας χωρίζει η άβυσσος Μεσόγειος.
Ω! Άφρικα σου γράφω γιατί είμαι το τσογλάνι σου.

Καμία εξουσία στα Σοβιέτ!

kammia

Ας γυρίσουμε πίσω στον πλανήτη Γη.
Στον απόκρυφο λυρισμό
σαν γέρικα ζευγάρια
που αφήνουν τις εκκρεμότητες να αιωρούνται.
Ας γυρίσουμε στη βαρυσήμαντη σιωπή
και στα μηδαμινά συναισθήματα.
Στον παπά και στον κλητήρα.
Στο συσσίτιο
και στον Αμερικάνο γυναικολόγο
που μας ψαχουλεύει το μουνί.
Ας γυρίσουμε στο μπουρδέλο και στο τρελάδικο
περνώντας απ’ το χρηματιστήριο.
Ας γυρίσουμε στον τσάρο
και στον αιμοβόρο ειρηνιστή.
Ας γυρίσουμε πίσω στη δουλειά,
στα χάπια και τις φαρμακευτικές σκόνες.
Ας γυρίσουμε στα ευρηματικά μας ποιήματα
και στις μάχες με τον εαυτό μας.
Ας γυρίσουμε
στην αγκαλιά της Μαριάνας Βαρδινογιάννη
και στη συνδρομητική φιληδονία.
Στο ίδρυμα Νιάρχου.
Στη Μονή Βατοπεδίου.
Στο Μουνί Καλλιγραφίας.
Στην αριστερή μελαγχολία του δεξιού πρωκτού.
Ας καταδώσουμε το γιό μας και την κόρη μας.
Ας γίνουμε νεοναζί πατριώτες.
Ας ζήσουμε τις ανεξιχνίαστες ηδονές
της απλήρωτης εργασίας.
Καμία εξουσία στα Σοβιέτ!

Δια την ανατομία της ερωτικής επιθυμίας

erotika

Σχεδιάζω να σκαρφαλώσω στην
εξουσία του σεξ, να καταλάβω
τα χειμερινά ανάκτορα και τον
ψηφιακό γαλαξία. Να σε γευτώ
σχεδιάζω βουλευτήριο της μήτρας.
Ω! Άνοιξη από κολπικά υγρά,
Γιβραλτάρ που σε σκόρπισε η Αφρική
στη σχισμή της μιγάδας καρδιάς μου,
θα ορμήσω στο λαιμό σου και στο
ψαχνό σου στόμα, θα ορμήσω
να σου σπάσω τον άξονα, να σου
ανοίξω τη φλούδα με το νύχι να βρω
την πολύ αγαπησιάρα καρδιά σου,
αρτηρίες και φλέβες που οδηγούν
στο μουνί σου.

Βιογραφικό Αθίγγανου αρτίστα

artist

Γύφτος βραδυφλεγής υπήρξα
και τροχιστής κορμιών
και γανωτής αμέσου δράσεως.
Όσες γυναίκες μ’ αγαπήσαν
είχανε γύφτικη ψυχή όπως κι εγώ.
Μάτια μου μαύρα γύφτικα, τους λέω
δέρμα σταρένιο και ψωμάκι με σουσάμια.
Αχ! μάτια μου, καταντικρύ σας πέζεψα
στη λύσσα απ’ τ’ αχαμνά μου
κάτω στις πιο αστρικές σας ονειρώξεις
κι αγκομαχώ.
Ω! φιλτάτη πατρίς
σάρκα από φρύνους και σπασμούς
και βατραχάκια
τώρα ο γύφτος σου εγώ ξοπίσω σου σονάρω
ψελλίζοντας κάτι εθνογραφικά επάνω στις φλοκάτες
στο μουσκεμένο πρώτο χνούδι των μηρών σου
αφήνοντας
των σπλάχνων μου το προχριστιανικό μηδέν
το ρίγος του άπληστου αδένα μου
το ρίγος της ζωής και του θανάτου.

Carpe Diem

leg

Εσπούδασα κοινωνική ανθρωπολαγνεία
και ερωτικό φονταμενταλισμό. Πρωί
ανοίγω γερά τις παλάμες να μαγκώσουν
το μακρόσυρτο ποίημα. Βγάζω το φίδι
απ’ την τρύπα και σου λέω, είσαι κυρτή
και χαρισάμενη και σε ξεχειλίζω όπως
απ’ το μελάτο αυγό τον κρόκο και σε
ρουφώ όπως ρουφάν το ραμαζάνι τα
κορίτσια, ζηλωτικά με χείλη φανερόγαμα,
ξεκάλτσωτα σαν μαρκησίες που απόθεσαν
το πτέρωμά τους εις τους φαλλικούς
κολάφους. Ω! χείλη, κρατήστε το τιμόνι
εσείς και διατάξτε με. Ιδού μια χαρισάμενη
ρανίδα οργασμού επάνω στο ταρτάν τού
ερωτά μας. Ιδού ένας λεκές της κλειτορίδος.

Εγκώμιο τού Κώλου

luis-ricardo-falero-reclining-nude

Πιστεύουμε στο θεό σημαίνει λατρεύουμε τον κώλο.
Το υπέρμαχο όλον.
Έδρα της ανθρωπότητας με νίκησες.
Δεν αγαπώ πλέον παρά μονάχα τον κώλο σου.
Οι ποιητικές μου υπερβολές με κρατούν ζωντανό.
Το λουλουδάκι που απόθεσα πάνω σου είμαι.
Οι φίλοι είναι οι πιο ρομαντικοί λογοκριτές.
Ξέρουν οι επίτροποι τι εστί κώλος.
Ο κώλος μάς κυβερνά.
Αχ! κοπέλες με τα χίλια αρώματα
και τους χίλιους ωραίους κώλους.
Το ακαδημαϊκό πνεύμα
δεν μπορεί να τρυπώσει στον κώλο.
Σηκώνοντας μόνο τα μάτια, διακριτικά αγαπούμε.
Μιασμένα έγκατα επωάζουν τους μελλοντικούς εραστές.
Κράτησα τον κώλο σου στην καρδιά μου, σαν σκύλος.
Και σήμερα μια κοπέλα με περπάτησε.
Γυμνή όπως της αξίζει.
Και γυμνός όπως ήμουν από πάντα.
Άφησε τη γη υγρή πάνω μου.
Αφουγκράσου τους απαρηγόρητους θορύβους της ηδονής.
Οι βιαστές ξεκωλιάζουν.
Οι εραστές ξενυχτούν.
Ο λαός σκέφτεται το χρήμα και μιλάει για τον καιρό.
Μα το μυαλό του είναι στη θεομάτα ερωτόστομη τρύπα.
Σηκώνω μόνο τα μάτια για να σε δω στο βροχερό σκοτάδι.
Ακούω να γουργουρίζεις.
Βαστώ την ανάσα μου και τρέμω.
Ρώταμε πάλι απ’ τον αφαλό σου πως τραβιέμαι.
Σε γεύτηκα ως την αυγή.
Ως που να χτυπήσει
η πιο απροσδόκητη καμπάνα απ’ τα έγκατα της γης.
Με τους μαστούς λόφους στολισμένους.
Λάφυρα για το μέλλον της λυρικής ποίησης.
Σου άφησα το τελευταίο φως.
Στο γυρισμένο σου κώλο τίποτε δεν ξεφεύγει.
Οι τόποι της ντροπής δεν είν’ δικοί μας.
Διατρέχω με τα δάχτυλα την άγρια φύση σου.
Διανοητικά αγνός είμαι.
Η λαχτάρα μου κατά της παγωμένης ωμής σιωπής.
Χώνω τη μουσούδα μου στους μηρούς σου.
Η ποίηση του καιρού μας δεν ανοίγει ρουθούνι.
Μα ο κώλος είναι λογοτεχνικό έδεσμα.
Λιμασμένοι άντρες είμαστε για στοργή.
Σκαλίζω βαθιά την ατέλειωτη λεηλασία σου.
Οι μικροαστοί δεν αγαπούν και δε συναισθάνονται.
Υπνοβατώ μέχρι το κουζινάκι.
Στο βασίλειο εκείνο της δόξας
που θα αντικρίσω τον κώλο σου.
Κάτω απ’ την οικεία σκέπη σου
μυρίζω τους οργασμούς που κουρδίζει η καρδιά.
Μυρίζω.
Αγριοκερασιές και ροδοδάφνες.
Στις ρηχές γαβάθες της ωμοπλάτης γλιστρώ.
Κοιμάσαι τώρα και σε λικνίζει το μυστικό τού αντρός.
Θαρρώ πως όλα είναι κώλος.
Ο θεός είναι κώλος.
Δωσ’ μου φώτιση θε μου να σε λατρεύω.

Αναμνήσεις απ’ τον Κάτω Κόσμο

%ce%b8%cf%85%ce%bc%ce%b1%ce%bc%ce%b1%ce%b9

Θυμάμαι
μέσα στη σύγχυση της ερωτικής ζάλης
που φώναξε όταν σκαρφάλωσα
και τη φίλησα στο στόμα,
αφού την έγλειφα για κάμποση ώρα.
Φυλάω το ίδιο μου το μουνί! μού είπε.

Μετά την Αποκάλυψη

otan

όταν ο έρωτας
φεύγει απ’ το δωμάτιο
οι καθρέφτες στον τοίχο
αρχίζουν να κοιτάζουν επίμονα

Σχετικά με τον Rolan

topor3

Συνήθιζε να την ξεζουμίζει μοναχός
και να σηκώνει τον αντίχειρα στον ουρανό
παραγγέλνοντας άλλο ένα οργασμό
απ’ το θεό των οργασμών
ή ζήταγε τη γλώσσα της
το φύλο του έως εσχάτων να κεντρίσει.
Ήτο στασιαστής και εραστής κυκλοθυμικός
οι Ιησουίτες μακεδόνες τον αποκήρυξαν
και οι αθηναίοι κοπρολάγνοι των γραφών
τον έκαψαν ζωντανό.
Η Αυγή δεν πρότεινε ποτέ ποιήματά του
εις τους αριστερούς αστούς
για να’ χουν να διαβάζουν στις γιορτές όταν κωλοβαράνε.
Και η Καθημερινή αμόλαγε κοπρόμυγες
σαν άκουγε και μόνο τ’ όνομά του.
Ήτο επίσης και δαμαστής της φύσεως αυτός
και ελευθερωτής κάθε γυμνής που σφάδαζε το μέσα της.
Ήτο, της κάθε παρθενωπής ο αποπλανητής
ο μέντωρ της καλογριάς
που γούσταρε να απατήσει το θεό με μιαν αιμομιξία.
Με τις μουνίσιες μπότες του
καταπατούσε το λεπτό γκαζόν της αγαμίας.
Τώρα διδάσκει δημιουργική γραφή στα σκουληκάκια
εκθέτει το λεπτό θέμα του έρωτος
το ευαίσθητο νεύρο της ψωλής του.

Ο Χριστός είναι Τυρί

tyri

Μας έσκαψε το λάκκο ο Λακάν.
Αχ! και πότε θα σταματήσει αυτή
η καταραμένη ζωή να δείχνει τα δοντάκια της
την τερηδόνα των ξεροκέφαλων ποιητών της!
Βεβαίως θα με βρείτε στα σουπερμάρκετ
να γιορτάζω τις γιορτινές μέρες
σαν ζωύφιο στο βρακί της κοπέλας που τυλίγει το τυρί
σκεπτόμενος πάντα τον Νταλί
που έλεγε πως ο Χριστός είναι Τυρί
κατά προτίμηση έμενταλ με τρύπες.
Και θα με βρείτε να απολαμβάνω τη μοναξιά
ανάμεσα σε όσους έχουν χάσει τη φωνή τους
και θα με βρείτε να μετρώ κρυφά όλα τα κέρδη τού έρωτα
στην όχθη της λίμνης που αγαπώ
βλέποντας χήνες να κυλούν σχεδόν ακίνητες
βυθίζοντας πότε-πότε το κεφάλι τους στο νερό.

Η Αγία Τριάδα

%cf%88%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1

Την Αγία Τριάδα θα σας εξηγήσω σήμερα.
Ακόμα πέντε-έξι τέτοια μαθήματα
και θα γίνετε καθηγητές στη Σορβόννη.
Επίσης ετούτα εδώ τα λόγια δεν είναι προφητείες.
Και λέω πάλι, σιγά μη σας εξηγήσω την Αγία Τριάδα.
Ψάξτε να βρείτε μόνοι σας,
τι εστί Αγία Τριάδα.
Και σιγά μη σας κάνω καθηγητές στη Σορβόννη.
Θα σας δώσω όμως μια μικρή βοήθεια.
Να ξέρετε πως, Αγία Τριάδα σημαίνει συμπόνια.
Μα η συμπόνια είναι χτήμα των προνομιούχων.
Όταν σκύβει ο πονετικός να ελεήσει έναν κακομοίρη
είναι γεμάτος περιφρόνηση,
καμώνεται συγκίνηση για να δείξει τα πλούτη του
κι η ελεημοσύνη που δίνει
δεν είναι παρά κλωτσιά στον κώλο μας.
Από αρχαιοτάτων χρόνων Αγία Τριάδα σημαίνει συμπόνια.
Βεβαίως Αγία Τριάδα σημαίνει και άλλα πράγματα
που θα εξηγήσω προσεχώς.

Ερωτικός Υλισμός

ta-fidia

Αγόρια και κορίτσια, εσείς
που θα περάσετε από δω,
τα φίδια που θα σας δαγκώσουν
κοιμούνται κάτω απ’ τον αγρό.

Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ Ή επιχειρήματα για το δέρμα της

oliie

Το δερματάκι σου όπιο
σα να λέμε Δυτικοί εναντίον Οθωμανών.
Το στήθος σου ακρογιαλιά της Κρήτης.

Κι αυτή η σχισμή μ’ είχε μέσα της κάποτε.

Το δερματάκι σου
όλο πτυχές
πτυχία.

Ω σύντροφε Στάλιν, την αγαπώ.
Είναι Ρωσίς.
Απ’ το κορμί και κάτω Μόσχα μοσχομυριστή.
Τη νύχτα αν βάλεις το αυτί σου στην κοιλιά της
ακούς τον μπολσεβίκο οργασμό
να γουργουρίζει σφυροδρέπανα.
Ακούς μες στη ζεστή θωπεία των εντέρων
τα ακμαία Σοβιέτ
να βγάζουν αποφάσεις:
δυο ώρες δουλειά για φαί
κι έπειτα έρωτες στις ντάτσες.

Aχ! το δερματάκι σου Οχτωβριανή μου αναπολώ.
Ωμά κοκορέτσια πάνω σου
οι εχθροί του λαού.

Έτσι γαμούν οι προλετάριοι, κανάγιες.

Ελλάς Ελλήνων Οργασμών

korin

Κάτι υπολείμματα χαμού
έσκυψες να τα γλείψεις απ’ το πάτωμα.
Eγώ ήμουν νυμφίος κάτω απ’ τη μασχάλη σου.
Eσύ νυφούλα μ’ ένα δράκοντα στο στόμα.

Έτσι νομίζω έγιναν τα πράγματα.

Ο δεξιός μηρός σου
φορτώθηκε το χάραμα στον τρίκυκλο οργασμό
να πάει για Κορινθία.
Έχασκε o ανοιγμένος σου αφαλός.
Eλόγου σου εκάπνιζες βουνίσιο αεράκι.
Έπεα πτερόεντα Αχ και Βαχ της συνευρέσως.
Οι Τούρκοι μού είπες θέλουν το Αιγαίο μου
Οι Βούλγαροι ζητούν τις ωοθήκες μου
Οι Αλβανοί θέλουν τις ρόγες των βυζιών μου

Βάστα γερά κορίτσι μου, μη σε διαμελήσουν

Ελλάς Ελλήνων Οργασμών
Ελευθερία ή Ερωσθάνατος
Ο Έλβις ζει

ξέρεις εσύ από συνθήματα

Εγκώμιο για τις μουνότριχες

egomio

Η χυδαιότης υπήρξε το όπιο του λαού.
Είμαι χυδαίος άρα υπάρχω.
Όταν κάνει όνειρα ο πούτσος το μουνί γελά.
Ω αγία ποίηση! η σιωπή με κάνει να υπάρχω.
Ο όχλος μέσα στους χλευασμούς της εξουσίας
χόρευε πάντα το χορό του Δαίμονα και του Θανάτου.
Μάτια μου μυρίζω το μουνάκι σου.
Δώσε άφεση αμαρτιών στη φλύαρη μελαγχολία μου.
Κι εσείς Εραστές με τα πιστά σας δάχτυλα
ψάξτε κάτω απ’ τις φούστες να βρείτε τον ηγέτη σας
ανακαλύψτε το γλυκόπιοτο μουνάκι.
Η έκσταση παρέχει την αφορμή.
Όλα όσα ξέρουν οι πέτρες
άργησαν να τα μάθουν οι άνθρωποι.
Το μουνί είναι δυνατότερο απ’ όλους τους ψηλομύτηδες.
Το μουνί είναι δυνατότερο απ’ όλες τις κυβερνήσεις.
Οι σιχαμένοι κάφροι στάζουν φαρμάκι
όταν βλέπουν να παρεισφρέει στα ποιήματά μου το μουνί.
Μα εγώ το πήρα το μάθημά μου.
Αν δεν κοιμηθείς με το μουνί στο στόμα
δεν θα ξυπνήσεις ποτέ ποιητής.
Το παπαδαριό σκανδαλίζεται απ’ το μουνί.
Απ’ το γυναικωνίτη κάποτε ο Ιησούς
κατούρησε το χριστεπώνυμο ποίμνιο.
Το πεδίο μάχης είναι ένα μαδημένο μουνί.
Οι στρατιώτες πέφτουν πάντα στους λάκκους
που τους έβαλαν να σκάψουν οι κεφαλαιοκράτες.
Ω μουνότριχες! έχετε διαλέξει τα ανάκτορά σας με σοφία.
Ξανθές ή πορφυρές
Μελαχρινές και ατίθασες
Η ψυχή μου πέρα από κάθε πίστη
αναμοχλεύει τις λεπτές απολαύσεις.
Υπάρχει άραγε τίποτε καλύτερο
απ’ το να ξυπνάς με τις μουνότριχες στο στόμα;
Οι ξενέρωτοι λογοτέχνες δεν αγαπούν το γλειφομούνι.
Οι ξενέρωτοι λογοτέχνες κυνηγούν τα βραβεία.
Οι νεαρές ποιήτριες δεν αγαπούν το μουνί τους.
Γράφουν αντρικά ποιήματα.
Η ελληνική ερωτική ποίηση ξοδεύεται σε νοσταλγίες.
Οι ποιητές μας προσπαθώντας να γίνουν καταραμένοι
εγίναν αντιερωτικοί.
Ούτε μια μουνότριχα δε θα βρεις
στις μαγαρισμένες ανθολογίες.
Κι ο Αχιλλέας όταν του άρπαξαν απ’ τη σκηνή του
την αιχμάλωτη καλλονή
κράτησε για ενθύμιο μερικές μουνότριχες.
Βρισηίδα καλλιπάρηον και λοιπά και λοιπά.

Γεωλογία Θράκης

geolo

Πως μου έκοψε τη γλώσσα
επάνω στο γλωσσόφιλο
η Μις Κομοτηνή
είναι γνωστό στο πανελλήνιο.

Δοκτορέσα, σεβαστή χασάπισα της Θράκης
χαλάλι σου η γλώσσα μου
όσο έχω τα δάχτυλα ακόμα
μπορώ να ψαύω
τα ορυκτά συστατικά των πετρωμάτων σου.
Τα ζυγωματικά της αποξηραμένης σου αγάπης.
Μπορώ, έστω μουγκός
να ψιθυρίζω με τα χείλη
τη φαιά μου εκσπερμάτωση.

Μπορώ
-το λεν οι αριθμοί-
να ξεκοιλιάσω τη βροχούλα και το χιόνι
απ’ τις γάμπες σου.
Να καταστρώσω σχέδια
στις εκβολές του ουρανίσκου
για διείσδυση
στο πορφυρό λαρύγγι σου.

Άσε με όμως τώρα
πετάω πέτρες
στα κωλόπαιδα που σε είπανε βακέτα.

Hasta la victoria siempre

kuba

Συγνώμη, είπε το ρούμι στην τεκίλα
είχα μια φαντασίωση από λεμονανθούς
καθώς γλιστρούσα
ως υπερόπτης γκόμενος
στο πιο βαθύ λαρύγγι της Καραϊβικής.

Η μάμη μου έπλενε πιάτα στη Χαβάη
κι ο κίναιδος πατήρ μου αποσκίρτησε
στα γαστρικά υγρά του Μεξικού.

Νύφη πολλά υποσχόμενη, μηλόχρους.

Ο κομαντάντε μου έμαθε πώς
να μαλακίζομαι στον καναπέ του σαλονιού
για τους τουρίστες,
πώς, να κάνω σεξ με μια φέτα λεμονιού
σφίγγοντας στη μπουνιά ένα δολάριο.

Τόσο σκοτάδι έζεχνε
κάτω απ’ τα παπλώματα
την ώρα που συλλέγαν απ’ τις χούφτες μου
οι ντελικάτοι εραστές ζαχαροκάλαμο,
την ώρα, που κάτι αγχώδεις ψωραλέοι φαλλοκράτες
με τάιζαν κινίνα και ασβέστη.

Μεθύσια αναμνηστικά για να τα πάνε στη μαμά.
Ω ναι! είχε δίκιο ο Φιντέλ.
Οι δυτικοί θέλουν μονάχα να γαμήσουν.

Αίτηση δεσποινίδος

bia1

Συμπλήρωσε στην αίτηση:
Επάγγελμα: Μαμή της Ιστορίας.
Απόφοιτη μαχών.
Ετών πολλών χιλίων.
Έδειξε την κοιλιά της στον υπάλληλο
τη φούστα σήκωσε να δει αυτός
τις δαγκωνιές των μπολσεβίκων, να πιστέψει.

Αιτούμαι επιδόματος σπασμών
Αιτούμαι ένα ταμπόν επαναστάσεως
να μου ρουφά το αίμα
Αιτούμαι εραστή των κάτω άκρων
Αιτούμαι εραστή γλουτών
Αιτούμαι εραστή γοφών και μέσης Αφρικής
Αιτούμαι εραστή ρογών
Αιτούμαι εραστή λαιμού και ωμοπλάτης
Αιτούμαι εραστή σχισμής και διακορεύσεως
Αιτούμαι εραστή χαδιών πριν και μετά.

Να, υπογράψτε εδώ, της είπε ο υπάλληλος.
Εδώ, που υπογράφουν με σταυρό οι αναλφάβητοι
-της γης οι κολασμένοι-
και οι ανέραστες κοπέλες με φαλλό.

Κάθε Δευτέρα βράδυ στις εννιά
συνεδριάζει η επιτροπή για τις παρτούζες
να περιμένετε τηλέφωνο απ’ τον αρμόδιο οργασμό
δεσποινίς Βία.

Και τότε αυτή πλησίασε
ρουφώντας απ’ το στόμα του τη λέξη οργασμό
κι έτρεξε να προλάβει
τ’ αεροπλάνο για Συρία.

Νεκροψία ερωτοχτυπημένης κορασίδος

xili

Το πτώμα ευρέθη εις άριστην κατάστασιν
και έδιδε την εντύπωσιν
τινός αποθανόντος συνεπεία ηδονής.
Οι μαστοί ήσαν διογκωμένοι αλλά όμως υγιείς
και η ψυχούλα εζύγιζον περί τας έξι λίβρας
καθότι ήτο ευτυχής την ώρα του θανάτου
και οι μήνιγγες ήσαν ζεστοί
σαν αρουραίοι στην κοιλιά του Λόρδου Βύρωνος
και οι νεφροί διαυγείς
και η ουροδόχος κύστις απαστράπτουσα.

Ετούτα εδώ τα ευσύνοπτα απεφάνθη
ο Ιατροδικαστής Ιονίων νήσων και Εγκρεμνών
και διέταξε η σωρός να μπει σ’ ένα βαρέλι
που περιείχε εκατόν ογδόντα γαλόνια οργασμών,

ω! μακριά απ’ την Κοιλάδα των Χειλιών,
τη Λίμνη του Μικρού Αφαλού,
τον Μεγάλο Χαμένο Παράδεισο του Φαλλού
και το Μεγάλο Ποταμό του Δάσους των υγρών.

α μπε μπα μπλόμ

ampem

Εδώ τους καίμε τους νεκρούς έρωτες, μαντάμ
α μπε μπα μπλόμ, λέμε
να φύγουν τα δαιμόνια απ’ τη μήτρα
μεσάνυχτα έρχεται ο Χάρπο Μάρξ να μας διασκεδάσει
σχεδόν μουγκός αγριόλαμπρος αστείος
μια κοπελίτσα απ’ το Σουδάν
μας φέρνει τρόπαια αγκαλιές
να διώξει λίγο από πάνω μας
τη γελαστή αρρώστια του θανάτου

Εδώ τους καίμε τους νεκρούς έρωτες, μαντάμ
και
Ω θε μου! γυρνάς και λες
στα σκέλια του νέου έρωτά σου

τα χείλη είναι πάλι χείλη
κανένα σώμα δεν ξεχνά

Μην ομιλείτε εις τον ποιητή

abgo

Ας τα πάρουμε όλα με τη σειρά.
Πόσων ημερών νύχτα είστε κυρία μου;
Κι αυτή η γύμνια που κατάσαρκα φοράτε, σκέτο σονέτο.

Ως ποιητής ανώνυμος που σπαρταρά
γλείφοντας
μιας ανώνυμης κυρίας το κουφέτο, ομιλώ.

Μην ομιλείτε εις τον ποιητή, λοιπόν
όταν αυτός διάγει εκτός γάμου
λειχία εξωγήινη.

Ιδού, ο δικαστικός κλητήρ
ρυτιδιασμένο κρέας ηδονής.
Έκανε έξωση
στο φρέσκο μου συντακτικό από λυγμούς
και τες ομοιοκαταληξίες μου οδήγησε
στο φορτηγό με τα αμπαζούρ και τους κολάφους.

Μα όλα καταλήγουνε σε Αχ!
νυχιές ξεγυρισμένες στους γλουτούς
και στο τηγάνι της κοιλιάς ζάχαρη άχνη
μιαν αλοιφούλα
που αλείφουν στα ρέιβ πάρτι οι μοναχές.

Τώρα μετά απ’ αυτά
παραμονεύω σαν κι εσένα εμένα να με φάω.

Μη με διαβάζετε λοιπόν
αν δεν έχετε παρακολουθήσει
εκσπερματώσεις αγνώστων
οργασμούς με λέπια στ’ αγκίστρια των ψαράδων
τραντζιστοράκια σε κουζινάκια που αντηχούν
τις προσευχές των κοριτσιών
που ανακατεύουνε ζουμιά στις κατσαρόλες.

Ω ναι, είναι το σύμπαν βλέπετε, κυρία μου
αιωνίως γκαστρωμένο
κι όχι οι καιροί, κατά πως λεν
οι αναθεωρητές του οργασμού
και οι κηροπλάστες.

Κι ο χρόνος είναι μαϊντανός
που νοστιμίζει το κομψό μας μαύρο πτώμα.

Σκονάκι για το μάθημα της ερωτικής οικονομίας

merot

Πόθεν κατάγεται ο κορεσμός;
Απ’ την κατανομή του πλούτου.
Τι είναι το στόμα;
Προαπεικόνιση του οργασμού.
Πότε είναι αληθινά μόνος ο άνθρωπος;
Μόνο όταν βρίσκεται με τα κόπρανά του.
Τι εστί ελευθερία;
Συναισθηματική αξιοπρέπεια του συνόλου.
Τι αναπαράγει ο ευλογημένος γάμος;
Τη διάρθρωση των εμπολέμων στρατευμάτων.
Τι εστί βερίκοκο;
Η μασημένη ομορφιά στα σπλάχνα μιανής.

Η μπαλάντα του παπά-Άρη

papas11

Στη Σάντα Μαύρα εκεί
σε μια ταβέρνα, στη Λευκάδα
έμπλεξα με τον παπά-Άρη τον ιερέα,
καλό κρασί και τον Αρχίλοχο παρέα.

Μες το κρασί και μες το χάος,
ρωτάει: «Είσαι χριστιανός;»
Ήταν καλός παππούλης, πράος,
ε, είπα, ας μη φανώ κακός.

Του απάντησα με ψυχραιμία
δείχνοντάς του το κρασί:
Ετούτο εδώ είναι ευλογία
που δε ρωτάει για θρησκεία.

Αγρότες ήτο οι πρόγονοί μου
και οι γονείς μου δούλοι
εγώ, το εγγόνι, στην ψυχή μου,
πιστεύω μόνο τους μπεκρήδες.

Βαρέθηκα μα το στανιό
την κρατική σφαλιάρα,
ναούς ν’ αλλάζω και προφήτες.
Έτσι κι εγώ τράβηξα πέρα,
από θεούς κι από αγιογδύτες.

Και αποκρίθηκε ως άγγελος Κυρίου
-αφού το σκέφτηκε αρκετά-
απήγγειλε ολίγο Αυγουστίνο,
μουρμουρητά, χριστιανικά
μα εγώ στ’ αυτιά μου
άκουγα μονάχα Αρετίνο.

Στα μάτια του παπά μια σπίθα.
Τρεμόσβηνε σα ναν φακός.
Γελώντας μες από τα στήθια:
«Κρίμα, να γίνεις χριστιανός»

Την πόρτα κοίταξα να φύγω
μα είπε ο παπούλης: «Στάσου!…
Κάτσε να πιούμε ακόμα λίγο.
Για την χριστιανική καρδιά σου!»

Μα ευθύς ξέχασε τα θρησκευτικά του,
ψυχούλες που έχωσε στο λάκκο.
Κι έβαλε τα ελληνικά του,
Έπινε… με τον Αντωνάκο…!

Η σκοπιμότητα καθορίζει τη φόρμα

pliuorism

Η άνοδος της ηδονής δημιουργεί νέα άνοδο της ηδονής.
Η άνοδος των οργασμών
αμέσως προκαλεί τον διπλασιασμό των οργασμών.
Η άνοδος των καυλο-υγρών
οδηγεί σε νέα άνοδο των καυλο-υγρών.
Αδυσώπητα στριφογυρίζουμε σ’ έναν φαύλο κύκλο.
Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει
την ποίηση της κοινωνικής διαμαρτυρίας.

Η συνθήκη

hsinuiki

Θα κάνω κακά μαζί σου, Άντυ Γουόρχολ.
Αρκετό καιρό σε σιχάθηκα.
Έρχομαι σ’ εσένα σαν μεγάλο σκατόπαιδο
που του ‘λαχε παπιοκέφαλος πατέρας.
Είμαι σε θέση τώρα πια να κάνω κακά.
Ήσουν εσύ που έχεσες τη νέα τέχνη
τώρα είναι καιρός για το ξέχεσμα.
Έχουμε τον ίδιο θυμό και την ίδια μοίρα.
Λοιπόν ας κάνουμε κακά μεταξύ μας.

Όλα καταλήγουν στο ρούμι

woman-in-cuba1

Όλα καταλήγουν στο ρούμι, όπως
ο χρυσός αιώνας του Περικλέους,
όπως οι ομίχλες που αφήσαμε πίσω
μας μετά το σεξ στη λιμνοθάλασσα,
όπως η αστική λογοτεχνία και ο
θάνατος των άλλων, όπως οι ιερόδουλοι
και οι ιερόδουλες που κυβερνούν
με τα λεφτά τους τον κόσμο, όλο
φίδια σκορπιούς και ανεμόμυλους
και δον Κιχώτες γέρους με καθετήρα
που μάχονται ηρωικά τις σκιές. Όλα
καταλήγουν στο ρούμι, ακόμα και η
γυμνή σου ωμοπλάτη με το σπέρμα
του θεού, ακόμα και το λαμπαδιασμένο
σου μουνάκι από δάγκωμα φαλλού.
Σπλάχνο πορφυρό της επανάστασης.
Όλα καταλήγουν στο ρούμι, όπως τα
χείλη πιπιλίζουν την προπατορική μας
μοναξιά, την άσπιλη νυφούλα της λαχτάρας μας.

Γραφείο τελετής νηπενθών

grafio

Κηδείες από 700 ευρώ. Φτηνά
θα σε ξαπλώσει ανάσκελα
με διπλωμένα ήσυχα τα χέρια
ο κύριος Βρακοζώνης απ’ τη Βόνιτσα.
Ξέρει, ο τελετάρχης του θανάτου
πως ο θεός δουλεύει με ωράριο
φοράει τη φόρμα της δουλειάς
γρασάροντας καθημερνώς το Σύμπαν.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που
σκεπάζει το ζεστό σου στήθος
θα πει ο ιεροκήρυκας. Όλα ανάκατα.
Σκιές σκακιέρες τραπουλόχαρτα.
Κηδείες από 700 ευρώ.
Έχεις ξοδέψει όλα τα λεφτά κι όλα τα χρόνια.
Κι ακόμα να γράψεις το ποίημα.

Το όνειρο του Topor

topor2

Γύρω απ’ τον ήλιο περιστρέφεται η Γη.
Γύρω απ’ τη Γη γυρίζει το φεγγάρι.
Δεν πεθαίνουμε από θάνατο.
Παθαίνουμε από ζάλη. Ψιθύρισε
μια νύχτα μες στον ύπνο του
ο Archibald MacLeish.

Βιογραφία κοριτσιού

biogra

Μια βιογραφία κοριτσιού, κύριοι,
πρέπει ν’ αρχίζει με τη σκυλίσια αναπνοή
ενός ανθρώπου μέσα της
όταν τα μάτια του αλυχτούν το φως της μέρας.
Να συνεχίζεται έπειτα
με τη γνωστή πορεία ως το θάνατο.
Φως νύχτα μαύρο σκοτάδι έρεβος.
Περάστε δεσποινίς, να λέει ο χάρος στο κορίτσι.
Να κλείνει πίσω της την εμπασιά για πάντα.
Έτσι τελειώνει μια βιογραφία κοριτσιού
κι ο βίος μιας νυφούλας, εκτός
κι αν αντιστρέψουμε τα πράγματα
πηγαίνοντας από το θάνατο στη γέννηση
από το φέρετρο κυλώντας προς την κούνια.
Κύριοι, η βιογραφία κλείνει εδώ, τελειώνει
όταν γεννιέται το κορίτσι
απέξω αφήνοντας πατέρες και προπάτορες,
μητέρες και προπάππους, προγόνους και αγχιστείες
και τα παρόμοια λοιπά που θα μπορούσε
ν’ απαριθμεί κανείς επί μακρόν και επί ματαίω.

Η τέχνη απαιτεί αλήθειες

htexni

ε, μαλάκα, εσύ
κατέβασε το παράθυρο
να μας δώσεις δέκα λεπτά για κρεμμύδι
και δέκα λεπτά για μαϊντανό
κατέβασε το τζάμι ρε μαλάκα
να σου πούμε για τον Υπαρκτό Τσιγγανισμό
και το νόημα της Ζωής
τα αιθέρια έλαια στο βρακί μας
έλα, να σου πούμε πως θα διώξεις το γερατιό
έλα ρε μαλάκα, με το προγούλι
που είσαι ωραίος σαν έλληνας
που είσαι σαν σοβάς που κούφωσε
ξέρουμε να διαβάζουμε το χέρι και να γουρλώνουμε τα μάτια
δώσε μας δέκα λεπτά για το μέλλον της επόμενης μέρας
και κάνε μια ευχή
ρε παρλαπίπα
κατέβασε το τζάμι ρε
η τέχνη απαιτεί αλήθειες
δέκα λεπτά για κρεμμύδι και δέκα λεπτά για μαϊντανό

Στόμα ψαχνό

byzi

Τα δάχτυλά μου πρόσταξες
να βγάλουν το σουτιέν σου.
Εκ δεξιών απεκαλύφθη βυζί της τρίτης διεθνούς
με δαχτυλιές λοχία.
Εξ ευωνύμων βυζί κεράκι αναμμένο
χαρά του νεωκόρου.
Δυο πιτσουνάκια ακαριαία με δερμάτινη φωνή.
Στόμα ψαχνό διαθέτω για το σχήμα τους, μωρό μου
φρόντισε
να τηρηθούν καλά τα έθιμα της γλώσσας
να γίνουν οι συστάσεις όπως πρέπει.
Φρόντισε τα μηνίγγια μου καθώς
θα φτιάχνουν το πορτραίτο κλειτορίδος
το χνώτο, του μισθοφόρου οργασμού καθώς
αφρίζει το ασπράδι των ματιών του.
Ξέρεις εσύ, η πεταλίδα εραστών
τι εστί βεντούζα πάνω σε κορμί
τι εστί παραθαλάσσιος ελαιώνας
τσουβάλι με διατριβές υγρών.
Ξέρεις εσύ, από τουλούμπες και μουσκέτα.

Επιτύμβιο Αριστοτέλη Ωνάση

arisonasis

Εδώ κείτομαι, ο Μέγας Εγώ.
Εγώ, ο διαρρήκτης παρθενικών υμένων
λιμένων και χειμαδιών.
Εγώ ο Μαγγελάνος.
Εγώ ο Πορθητής Μωάμεθ.
Εγώ ο Ίκαρος και ο Δαίδαλος.
Εγώ ο Πόλεμος.
Εγώ, που γάμησα την Τζάκι πάνω στον τάφο του Κένεντι
και κατούρησα στο λαρύγγι της Κάλλας.

Οριζοντίως και Καθέτως

oriz

Σπανίως λύνεις τα σταυρόλεξα με μπικ
μα πάντα κατουρείς σε ουροσυλέκτες Βοημίας
πάντα τα στήθη σου χαμογελούν καθώς
πλάθουν τις στύσεις στρατηγών και νεωκόρων
εις τα αιδοία των μαχών πεσόντες
μες στα κρανία που ανθίζουν αγκαθάκια της Ανοίξεως
αθλήτριες απ’ το Κονγκό γυμνές
που προσγειώνονται στο σβέρκο των ευζώνων

Σπανίως λύνεις τα σταυρόλεξα με μπικ
οριζοντίως και καθέτως
με συμπληρώνεις στα κουτάκια του κορμιού σου
με τι γλώσσα

οριζοντίως και καθέτως ω! ποίηση
με λέξεις μαλακίζεις το ταφοφοβικό μου Εγώ