ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Κατηγορία: Ποίηση

Ηλίου φαεινότερον

barka

Ω! το θαύμα του φωτός
Με παίρνει απ’ το χέρι ο ήλιος και με πάει
σ’ ένα αργό αυθόρμητο ποίημα
Γράψε μου λέει
με το μαγικό σου το ραβδί
πάνω στην έξοχη μήτρα του Αυγούστου
Κάνε να γίνει παγκόσμιος ο πόλεμος της ηδονής
Βάλε τα δάχτυλα καλογριάς
μες στο θνητό της τριαντάφυλλο
Τη γουρουνίσια αδύναμη ευτυχία μας
Το πάθος για τη λάσπη
Κάνε αυτή την πεισματάρα φύση να τραβήξει
μαχαίρι και περίστροφο
Πονά ο άνθρωπος βαθειά
μα ο θάνατος ξεκαρδίζεται στα γέλια
Το ζάρι μες στη χούφτα του ζεστό
και τα παπάρια του νεκρού τα γλείφει η μύγα
Γράψε μου λέει
Αρσενικό γλοιώδες ερωτόπληκτο λαρύγγι
Μ’ ένα απαλό φύσημα
θα σβήσει ο κόσμος απ’ τα μάτια σου
Χωρίς ν’ ακούσεις σάλπιγγα ή τρομπέτα

Ανατομία λέξεων και φιλιών

kim_sung_jin

Θέλω να μάθω τα χείλη σου να με διαβάζουν
Τον αψηλάφητο βολβό του ματιού σου
να κοιτά κρυφά όλα τα κέρδη του έρωτα
Βαθιά θαμμένος κάτω από βαθιά χάδια
Λέξεις του κυκλοδίωκτου σπασμού
Μέχρι να φτάσει ο εγχώριος δαίμονας των υγρών σου
στον καβάλο μου
Και η λέξη να μείνει χωρίς τα οστά της
Να φτάσει το δάχτυλο στην καρδιά και στα έγκατα
Το χιλιοκολασμένο σου αιδοίο
να το μάθει απ’ έξω κι ανακατωτά
η λιπόθυμη στύση μου
Κορίτσι εσύ, που ξέρεις να υποφέρεις
επάνω στα ωραία σου λείψανα θα βλαστήσουν οι πόλεις
Θα μπλεχτώ στο στόμα σου
να με μασήσεις με τα δόντια
Να θρέψεις τα βυζιά σου από ωμό κρέας
που με παλαβώνουν
Ο οργασμός είναι δυνατότερος απ’ όλες τις κυβερνήσεις
Ο οργασμός σκάει στα γέλια
Σήμερα είσαι, αύριο δεν είσαι

Το στόμα των νυμφών

stomaton

Μας κρατά στη ζωή η πίστη στα ερείπια των εμπειριών μας. Φανταζόμαστε το ποίημα σαν το αίθριο μάτι ενός Κύκλωπα, που μετρά συνεχώς την απόσταση ως τον εαυτό του. Η ευτυχία μας διατηρεί την αταραξία της αφού φέρει εικοσιπέντε αιώνων ποιητικό χάρισμα. Ακούω την πάντα μουχλιασμένη και ρυθμική προσευχή όσων έχασαν τον εαυτό τους, αφήνοντας απρόσμενα αλύτρωτη τη μια και μοναδική τους ζωή. Οι ερωτήσεις περί νοήματος κοστίζουν. Οι κοσμοθεωρίες δεν εμπιστεύονται η μια την άλλη. Οι νύμφες που έρχονται στο κρεβάτι μου μένουν για πάντα σιωπηλές. Μάλλον οι λέξεις μου τις τρόμαξαν. Κι εγώ που έχω τις λέξεις για ψωμί και αγαπώ να σπαταλώ τις ώρες μου μαζί τους, πιστεύω από αφέλεια πως κάποιες απ’ αυτές που βγαίνουν διαρκώς από το στόμα μου θα πέσουν στο δικό τους και θα φυτρώσουν μια για πάντα εκεί.

Στίλβοντος Αυγούστου και Εξάψεων

stilovontow

Ώρα μηδέν, εδώ, για κάθε τίποτα
Οι λύκοι στα βουνά με αίμα άγνωστο
διαβαίνουν στολισμένοι
Κότες και πρόβατα για τα μαμόθρεφτα στομάχια μας
Ριζίδια της αλάλητης παρθενίας

Μας ξέρουν οι βασίλισσες
απέξω κι ανακατωτά
Η λάβρα τους χολερική
Ορμά ο τριφηλός φορτηγατζής της ηδονής
Πετάει σαν πετριά την υποβάρβαρη γλυκιά του επιθυμία
Σπάει το παστέλι στα καπούλια της
Και γλείφει
Ως κάτω του καταγκρεμνού τις ασωτίες
Ως το μεταίχμιο των λάκκων

Ω ναι! ξαμοληθείτε σπερματόσποροι
Ως τα δαφνοστεφή μηλίγγια σκορπιστείτε
Σκίστε το πέπλο λυρισμού να βγει το αιματάκι
Να ξεπροβάλει ανυποψίαστη η τέρψη της Λαϊδος
Να καταπιεί τα βερονάλ του οργασμού
Τα ερωτικά κινίνα

Υπέρ ενδόξου στύσεως πεσόντες
Υπέρ Μαρίας Μαγδαληνής
Υπέρ Ουρουγουάης

Νόμοι του σύμπαντος
Γουργουριστά σαρκία των προγόνων μες στο σπέρμα μου
Θα πασαλείψω τώρα βαζελίνη την ενδόμυχη δειλία της
Θα εισβάλω
Θα ουρλιάξει αυτή
Θα βγει το Αχ σαν δαίμονας
Θα εκραγεί το πιο ακροτελεύτιο φωνήεν
Τα Αχ και Ωχ θα βγάζουνε σπινθήρες
Η ηδονή κι ο πόνος
Η σφύρα και ο άκμων

Ας υπάρχει ο παράδεισος
κι ας είναι η θέση μας στην κόλαση, κορίτσια

Ανάσκελη Ή Πορτραίτο Αρραβώνος

IMG_20170723_230355

Τι ολοκαυτώματα βαρύτονα
Τι μπούτια Τρίκαλα
Θεσσαλικά υγρά
Τι Κορδιλιέρες Άνδεων και βάλε
Και τι αδένες
Ψίχα δηλαδή μιανής
που αιχμαλώτισε το φως
στο τέλειο σχήμα του κορμιού της
Αχ! δεν ξέρουν από γευστικές θηλές οι χωροφύλακες
Οι κάργιες που αποθνήσκουν στα Βελούχια
Δεν ξέρουν
Δείτε πως τρέχει να κρυφτεί το καβουράκι του οργασμού
κάτω απ’ την άμμο
Δείτε πόσο τανάλια η σάρκα
Πόσο μέγγενη
Και ο καθρέφτης πόσο σαρκοβόρος
Σχεδόν χίλια κομμάτια η Περσέπολις
Σπασμένα μονοσύλλαβα
Ωραία μαντολάτα
Τώρα που ονειρεύομαι γλειψιές στην αγιοσύνη σου
Στα τέμπλα σου καθώς
στάζουνε φασκόμηλα φιλιών
τα παρασάνταλα τα δάχτυλα
Η φλέβα η κατάπτυστη
Η μόνη μεσημβρία από χύσια
Η μόνη αλαφροΐσκιωτη ρωγμή
Καθώς ξαμώνει ο νεοσύλλεκτος σπασμός
Αθώο κοφτερό γυαλί
που αγγελοκρούει τη λάβρα των αδένων
Και το χαώδες το ξενύχτι κλειτορίδος
που ψιθυρίζει στα αυτάκια των ανέμων
Ω μνήσθητί μου καύλα!
Ω μνήσθητί μου βδέλλα υγρή!
Καθώς πλησιάζει ο αλαζόνας Αύγουστος στο τέλος του

Μεσημβρινό πορτραίτο ερωτομανούς

mesimbrino

Υπήρξα γητευτής
μες στη φυλλορροούσα δίνη των σκελιών σου
Όχι ένα ποίημα ακριβώς ερωτικό
Των γεγονότων ανασκάλεψα την ουσία
Για σένα για σένα για σένα
Τύλιξα το κορμί σου με το κορμί ενός άντρα
Αχ! οι ρίζες μας φτάνουν σε λάσπη πηχτή
Κι η λάσπη που είμαστε
από σπόρους και λουλούδια
από βροχούλες και σάλια
βαλσαμώνει τους νεκρούς
Μαζί αγκαλιάσαμε δέντρα και τάφους
Με στόματα πιο βιαστικά κι απ’ τα μάτια μας
καταβροχθίσαμε αυτό το αιώνιο ξενύχτι του κενού
Θέλω
να με ξυπνάει η γλώσσα σου
Εσύ η γλωσσοκοπάνα
την αυγή
να δοκιμάζεις του ασφόδελου τους πρώιμους καρπούς
Να σε μπουκώνει ο Όσιος Φαλλός
ως να παραδοθεί
στην αδιαλείπτως λειτουργούσα γκιλοτίνα των οδόντων σου

Μαξ και Ντόροθυ

majkai

Ο Μαξ Ερνστ με την γυναίκα του ζωγράφο Ντοροθέα Τάννινγκ

Την κόμη σου επρόβαλα στα ωδικά μου μάτια
Στων κανίβαλων σπλάχνων σου τη λαιμαργία παραστράτησα
Τον έρωτά σου έκαμα μπρελόκ ιθαγενών
γερόντων που φουντάρουνε στα βρωμερά σκατά
Κι είναι οι τόσες μουζικούλες μου που εξαγνίζουν
το εμπορικό πνεύμα του σεξ
Κι ένα σωρό ομορφιές τις ξετυλίγω σαν μετάξι
Και γίνομαι σερσέγκι στο τραγίσιο σου ρουθούνι
Ζωάκι αξιολύπητο μα θαυμαστός οργανισμός
Κι έχω στη μετέωρη φωλιά της αχανούς υπάρξεως
παρηγοριά τον κώλο σου
τον ξεροκέφαλο σπασμό της τούρλας σου
Αχ! κάτω απ’ την άδολη σχισμή πετάγεται
ο πιο μουνούχος ταύρος
Όσο μικρά κι αν είν’ τα κέρατά του
δεν κάνει πίσω

Η Χιονάτη τον Αύγουστο

xionati

Η γλώσσα που μιλάμε είναι η γλώσσα
της ύπαρξής μας. Ωστόσο η Χιονάτη
έκατσε στους εφτά νάνους για να την
οδηγήσουν στους εφτά ουρανούς.
Καθισμένη στα πόδια τους με μάτια
υγρά απ’ τα δάκρυα την έσφιγγαν και
τη φιλούσαν πίσω απ’ τα γόνατα και στο
μπούτι που ανάβλυζε γάλα και ωραία
λείψανα παραμυθιών που φιλονικούσαν
με την αιωνιότητα και τη συνουσία. Στην
αρχή περιορίστηκαν να της φιλούν τα
μάγουλα, τελικά όμως, μ’ ένα μεγάλο
σκίρτημα χαράς που δεν μπορούσαν να
τιθασεύσουν της άνοιξαν τα πόδια και
κόλλησαν τα χείλη τους στη σχισμή της
και στον κώλο της τον οποίο άρχισαν να
καταβροχθίζουν με μανία.

Στρογγυλά σαρκώδη δάχτυλα

strogila

Στρογγυλά σαρκώδη δάχτυλα
Ένα ποίημα
για το ροχαλητό και τους απεγνωσμένους έρωτες
Ένα διάδημα ιδρώτα και αγωνίας
Η ζυγαριά και τα δεμένα μάτια της δικαιοσύνης
Κρύα πόδια και καυχησιά
Και καμιά χυσιά
Μονάχα η βαρεμάρα των έργων τους
Μια ζεστή ζωή για να τυλίξει τους κρύους κώλους
Και πως η ευωδιά από κολπικά γέλια και μαστούς
φυτρώνει στους κροτάφους μου

Μυρίζω τώρα, αυτό το ξερό ψωμί του Αυγούστου
Τους αγρούς με τα φρύγανα που ψήθηκαν
Το χώμα και τις πέτρες
Τους παραθεριστές μες στη γαλάζια κλινική του Αιγαίου
Λέπια και εντεράκια
από ξεσηκωμούς πολέμους ολοκαυτώματα

Θέλω να είμαι των παθών σας ο κακούργος ουρανός
Θέλω αλοιφή για τα σπυράκια
Και ξύγκι για τους Αγίους τόπους των φιλιών

Προσεύχομαι τώρα, μήτρα του μεσημεριού
στην αναμαλλιασμένη σου λυγεράδα
Στον χολερικό ιστό των ερώτων σου
Νωθρός σαν μουνόψειρα και φτωχούλης σαν ποντικός
Η καύλα πιλαλάει και ξεχύνεται
Παντού κορμιά βλασταίνουνε χαρούμενους στραγγαλισμούς
Χωρίς αλουμινόχαρτα και τάπερ

Κορμιά παντού και οι σφήκες γύρω
Ο θάνατος που τραγουδάει λυπημένος
και δεν μπορεί να είναι κάποιος άλλος
παρά στρογγυλά σαρκώδη δάχτυλα
κατά πάνω στις σχισμές της ψυχής

Ωδή Στα Βυζιά

vdi

βυζιά γυμνά εξαίσια καταφύγια
στήθη ζεματιστά
σταθμοί αγρίων κορυδαλλών
φυλακισμένοι Διόσκουροι
βράχια
που πάνω σας χτυπούνε
οι γλώσσες σα χταπόδια

που πάνω σας χειροτονούμε
το φαλλό

βυζιά με τα χαντάκια σας
με τις υγρές χαράδρες σας
βυζιά
που σας ασπάζεται
το χώμα της πατρίδας

βυζιά θεσπέσια που μας τυφλώνετε
φανάρια αδυσώπητα
του τριαξονικού
του λυσσασμένου Scania
του πειραγμένου
που έρχεται
βολίδα καταπάνω μας

ρόγες που μας καρφώνετε
λόχμες
που μας βγάζετε τα μάτια
τινάζεται ο πλόκαμος
κραυγάζει ο φαλλός μας
σα γιαταγάνι που πετά
πυρακτωμένες σπίθες

κι από τον τάφο μου θα βγώ
κι από τα χίλια άστρα
πίσω θα γυρίσω
κι απ’ τα λυγρά σκουλήκια
θα ξεφύγω
για νάρθω πάλι ψαύοντας με τα δάχτυλα
τους χτύπους της καρδιάς
τα φλογερά εσάς βυζιά
να με κατασπαράξουν

βυζιά λαχταριστά
που έλκετε
προσκυνητές εις το γκρεμνό
καθώς τα χείλη κορασίδας
πιπιλίζουν το λυκόφως
ωσάν γρανίτα φράουλα
καθώς ψυχορραγεί και στάζει
σαν τους τυφλούς που κατεβαίνουνε
στον Άδη τους μονάχοι
σαν τους αθίγγανους που η σάρκα τους
φεγγοβολάει
χίλια αναμμένα κάρβουνα

Ερωτοτροφείον

erototrofion

Photo by Rimaldas Viksraitis

Ω νύχτα-Ya lail-
με το καλαμένιο σου φλάουτο!
Οι ιστορίες που πιστεύουμε
είναι οι ιστορίες που φτιάχνουμε το πρωί
σκαλίζοντας τις στάχτες σου
Η κουζίνα μου βρίσκεται μέσα στην τρυφερή σου καρδιά
Η καρδιά σου
ακούει βραχνούς κόκορες να λαλούν στο σκοτάδι

Κόβω μια φέτα καρπούζι
και βλέπω τα χείλη και τα φρύδια σου
Τα μαύρα κουκούτσια σφηνωμένα
στο ζαχαρώδες κόκκινο κορμάκι σου
Τον ήλιο κρυμμένο ανάμεσα στις φασολιές και τα κολοκύθια
Τις κότες να περιμένουν τ’ αποφάγια τους
Τα παιδιά μου παρατημένα στους αγρούς
να τους φέρω χρυσά κέρματα με σοκολάτα
Τη γυναίκα μου
όμορφη σαν το υγρό μάτι της αγρύπνιας
να αναιρεί τη χαζή ανταρσία μου
να γράφω ποίηση
να θυσιάζω κατσίκες και τράγους για τοπικές Αγίες
να βγάζω λίγα λεφτά
ίσα ίσα για τις φακές
και το φόρο για τους αποικιοκράτες

Μπορεί να είμαι ο τρελός του χωριού
Μπορεί να είμαι ένας χαζός
που κρατά δυο κλωστές και δυο λέξεις
Μια μαύρη και μια λευκή
Μια μέρα και μια νύχτα
Περιμένοντας την αυγή για να τις ξεχωρίσω

Κοιτάζουμε τώρα ο ένας τον άλλο
χωρίς να βρίσκουμε λέξεις για τη δυστυχία που μας ενώνει
Είμαι ακόμα θαμμένος στην καρδιά σου
Ω νύχτα-Ya lail-
με το καλαμένιο σου φλάουτο!
Δεν ξέρω πια να αγαπώ
Ή μάλλον ξέχασα

Tο μουσείο των Xαμένων Eιδών

nioy

Θα ιδρύσουμε το μουσείο των χαμένων ειδών.
Είσοδος ελεύθερη. Το νόμισμα εδώ θα είναι
η ικανότητα να αντέχεις τον πόνο και τη θλίψη
να παρατηρείς τον αφανισμό σου. Όρνεα με
ψυχρό αίμα θα παίζουν τρελά με χελώνες.
Σαύρες τρυφερές σαν κουταβάκια. Υβρίδια
από λεμούριο και χταπόδι μέσα σε ήρεμους
πράσινους στροβίλους και δίνες. Άρχοντες
του πολέμου θα ξεπετάγονται. Προφήτες που
επέζησαν από την ασθένεια μεγαλομανίας
του Χριστού, θα κερδίζουν οπαδούς και θα
κηρύσσουν ιερούς πολέμους ενάντια σε άλλους
προφήτες και στον άπιστο πληθυσμό. Μαύρες
γυναίκες θα σπάνε τις κόνιδες πάνω στο τρυφερό
τους χνούδι. Θα σηκώνουν τα φουστάνια για να
δείξουν το βαθύ ετούτο ρόγχο του πρωτόπλαστου.
Τους βολβούς των ματιών όσων στοχάστηκαν
βασκανίες και οργασμούς, αμολημένοι γύρω
απ’ το φεγγάρι. Χορεύοντας το χορό της χαοσύνης
ακούγοντας τη μεγάλη μαύρη τρύπα του σύμπαντος
να κλάνει νέα είδη και νέες υπάρξεις, αψηλάφητες
ακόμα απ’ τα σκοτεινά δάχτυλα της γενετήσιας ορμής.

Παίγνια ερωτικής νυκτός

The Kiss 1967 by Pablo Picasso 1881-1973

Βλέπω την καταιγίδα από σάλια να έρχεται
Μια ζωή απερίγραπτα βρόμικη
έχει τη μυρουδιά από κάτουρα ανεκπλήρωτων ερώτων
Συντάγματα ηδονής και πόνου
Μυρουδιά του μπαρουτιού και μυρουδιά του κώλου
Υπήρξα δειλός καθώς έγδερνα με τα νύχια την ομορφιά σου
Τα χέρια ιδρωμένα τόσο
όσο να βρει κανείς τη λαγνεία της παιδικής ηλικίας
και να πιέσει τη σκανδάλη
να σκοτώσει με το δάχτυλο
η πυρωμένη κλειτορίς
τη φτιασιδωμένη θλίψη στα γυναικεία κρεβάτια
Αχ! νύφες με τρίχες σάρκα και λίπος
Γιατί τα δέκα μικρά σας δάχτυλα είναι και δικά μου
Σας καθοδηγώ τώρα στη ευτυχία
Βλαμμένα κορίτσια
Πληγωμένα από εραστές πους σας χάιδεψαν στα σκοτάδια
Να! δείτε τη μεγαλόπρεπη τρυφερότητά μου
Το βίο μου που τον αφιέρωσα στην πορδή σας
Μονάχος στο καλυβάκι του πόθου
Με τη θηλιά του οργασμού γύρω απ’ το λαιμό μου
Ω! ελάτε να με λυτρώσετε
Κλωτσήστε την καρέκλα κάτω απ’ τα πόδια μου
Θα βρείτε το σημείωμα του αυτόχειρα
στα ετοιμόλογα χείλη του μουνιού σας
Γύρη σκορπισμένη στο ξύγκι του αφαλού
Και σπερματόσπορο παντού

Θεογονία του Νότου

rto

pixography: Apollonia Saintclair

Είμαστε παιδιά του Νότου και της ντροπής
Από γεννησιμιού νοτισμένα όντα, υγρά
Η γη είναι η μητέρα μας
κι ο πατριός μας ράθυμο καναρίνι μέσα στην κάπνα
Χλωμά αρνάκια του εσταυρωμένου
ανεβαίνουν τα δύσβατα μονοπάτια
Θέλω μια νέγρα να μασουλήσω τα στήθια της
σαν ξεδιάντροπος πίθηκος
Θέλω για δόλωμα την ψυχή ενός γουρουνιού
Σβουνιές και γέλια στα μουστάκια των φίλων
Οι εχθροί καρακάξες πέρα στους πέρα κάμπους
Κι ο δαίμονάς μου γουργουρίζει ορφανός
Έχω καρδούλα φιλάργυρη σαν αχόρταγο έμβρυο
Μαύρα έντομα περιμένουν το θάνατο να βγει απ’ το λαρύγγι μου
Σε θέλω
Σε θέλω την ώρα που βγάζεις τη φούστα
Και πέφτει γυμνό μες στο πηγάδι το κολπικό σου φιλί
Και το ρουφάει το φίδι των αποκομισμένων νέγρικων σπλάχνων μου

Πρόσκληση σε γεύμα

8022351215_9e527c90c6_b

Διατί δεν περνάτε απ’ τα μέρη μας
να σας φιλέψουμε μπομπότα;
Ο καθείς βρίσκει το βάρος της ψυχής του όταν χορτάσει.
Εάν απόψεις διαθέτετε και κύρος
εβάλτε τα στο μελανιασμένο σας κωλίον.
Οι μύγες εδώ του βασιλείου μου
είναι κορίτσια της παντρειάς. Τώρα
αλήθεια καθρεφτίζομαι σε ευωδιές της ωμοπλάτης,
σβουνιές από λυσσασμένους πρωκτούς.
Τώρα αλήθεια σας λέω χωρίς να είμαι ειλικρινής.
Ειλικρίνεια δεν διαθέτω αλλιώς δεν θα έγραφα γρι
και οι εφιάλτες αλλόφρονες θα διάβαιναν στα έντερά μου
και στα δάχτυλα μου που εξόχως εξυμνούν
τα μυστικά περάσματα από έρωτα σε έρωτα.
Από τρύπα σε τρύπα, βιασμούς γλυκούς
στο καταχρυσωμένο της ποίησης τοπίο.
Βλέπω στον καθρέφτη μου το δράκο.
Περάστε απ’ τα μέρη μου να σας φιλέψω
ανάσα φλογερή απ’ τα έγκατα.
Στίχους ψημένους καλά στο λίπος τους.
Αν πιστέψετε πως δεν υπάρχει ελπίδα θα σωθείτε.

Περιαυτολογίες για το Σώμα

soma

Σώμα μόνο και γυμνό
Πάλι μου έδειξες και πάλι είδα
τον τραγανό λυγμό στο λαιμό σου
τους ώμους που ανθούν και κλαίνε
τους νευρικούς κύκλωπες που έφυγαν στην επαρχία
Σώμα σπάω αυγά για σένα
Ετοιμάζω την ομελέτα για τα γαστρικά σου υγρά
Σώμα ξεχάσου σε μπάνια γάλακτος και αμνησίες
Σώμα δίχως ρούχα
Ο ζηλιάρης ήλιος θα φτάσει στις πιο απόκοσμες σχισμές
Μονάχα τα καθρεφτάκια των κολπικών υγρών
θα σπάσει το κύμα της ηδονής
Κι όλα αλαφρωμένα μετά
Για πάντα

Άγρια είναι η ύπαρξη

kooning

Τόση φύση απονενοημένη
όλο ψύχρα και εκατόμβες
Μύγες και χωράφια και θάλασσα
Κι ο ουρανούλης ουραγός της μήτρας
Ανέσπερος από ηλικία
Το υψηλό και οργίλο μέτωπό μου εκεί
γιατί επί τέλους είμαι ένα βρέφος εν στύση
Κι η νυχτερινή μου προσευχή περίστροφο

Γράφω απ’ το καλύβι μου πάλι
κι ούτε που ακούω τα καμώματα της ψωλής μου-απόψε-
μόνο της πεινασμένης μοναξιάς μου
το ιερό γουργουρητό

Έργα και ημέρες των ατίθασων κοριτσιών

erga

Όλα τα περιστατικά εναντίον μας
Κάτω απ’ τη νυχτικιά σου διακρίνω
το βλέμμα των δεκαέξι χρόνων σου
σφιχτό και στρογγυλεμένο
Παλεύω την εκφυλισμένη ζέβρα του νόμου
Κόλλες άδειες ριγωτές και τεθωρακισμένα
Της καμπούρας γριάς υπεραξίας τη φρεσκάδα
Τη μάχη της ηδονής με την κοιλιά
Το χλομό λογχισμένο αστεράκι
Ω Μάτι του προσκυνητή που το μασουλά ο ήλιος
Αιδοίο λιωμένο στα νυχτερινά του σάλια
Να, παραμονεύει η ομορφούλα το ψωλόχυμα
Τόση στύση αρσενικοθήλυκη
Λίγο άγουρη οργή γεμάτη χύσι και αίμα
Να, παραμονεύει το άδειο φωτισμένο παράθυρο
Μια τετράγωνη τρύπα που διαπερνά τη θεοσκότεινη νύχτα
Ξανοίγοντας στα ρημαγμένα μάτια μας
ένα κόσμο πλασμένο από κεραυνό και λυκαυγές

Anatomy of love Ή πρόχειρο σχεδίασμα θανατογραφίας

anatomy of love

Την τριχωτή τους τρυφερότητα
απολαμβάνουν απόψε οι γραφειοκράτες
Η γλώσσα τους πάντα στα δόντια του θηρίου
-Γαϊδουράκια αλλήθωρα από μανιώδη γαλήνη-
Στη θέση της καρδιάς φύση παχύδερμη παραχαϊδεμένη
Λόξυγκες από βυζάκια αέρας κοπανιστός
Ξαπλώνω μπρούμυτα και χαϊδολογιέμαι
Ότι γράφεται, λέει, κοιτάξτε με μονάχα απ’ την κλειδαρότρυπα
Λίγδα γλυκιά στων ετοιμοθάνατων τον ιδρώτα
Και τα πουλιά στα δόντια της γάτας
Στην καρδιά χτυπημένα και στις σάπιες φτερούγες
Ξυλιασμένα απ’ το κρύο σπέρμα της χαοσύνης
κι απ’ τον αφρώδη φόβο της πτώσης
Παχύ καθρεφτισμένο κήτος στα μεγάλα δάχτυλα της σιωπής
Μετρώντας νεκρούς στα ανάπηρα ροχαλητά τους
Μαύρες πουτάνες του πυρακτωμένου μυαλού
Μουνιά που τηγανίζουν τη φαλακρή θλίψη
Σβησμένα σε γαλλική σαμπάνια και παστρικό κλύσμα
Τις μωρουδίσιες μέλισσες με το θολωμένο μάτι
Σωριάζοντας δαντελωτή γύρη στον ερημότοπο
Κάτουρα του θεού στη σιωπή της νύχτας με τις ανοιχτές γάμπες
Αγάπη στα μπούτια
Πριν το φεγγάρι σκίσει τη φούστα του ουρανού
Ξηλώνοντας την ατέλειωτη νύχτα απ’ το γέλιο του τρελού
Τους άντρες αφήνοντας στο κλουβί τους
Νευρικούς λόγιους με ξιπασμένα χείλη
Αίμα των γάμων στα κρυφά νυφικά της νύχτας
Κοιτάζοντας πως ροκανίζουν ευπρέπεια
Σύζυγοι που εξαγοράζουν τις πενιχρές τους ατασθαλίες με υποταγή
Θάνατοι και μύγες που ξαλαφρώνουν
μες στο μαύρο ρουθούνι του δαίμονα

Η Οδός Καρυωτάκη Στην Πρέβεζα

kariot

Κάθετη στο λιμάνι εκεί που έδενε η γραμμή
Πρέβεζα-Άκτιο. Κι ο Κώστας δεν ήτο Ζορμπάς
αλλά υπάλληλος. Εφέγγριζε εκεί γυρνώντας
απ’ τις βόλτες. Έχοντας υπό μάλης αλληλογραφία
σκότους. Λαμπρά στοχαστικός και αμφίρροπος.
Να ασκητέψει πήγαινε. Είρων, χλευαστικός
όχι σεμνός και φαύλος νοικοκύρης. Ηδονιστής
της παρακμής. Όχι ακροκέραμο, τέκνο της
παλιγγενεσίας, μα μπουρδελιάρης, πετεινός
ακροτελεύτιος του Αμβρακικού. Εκδότης κάποιας
Γάμπας. Τέτοιος που έβγαζε θειάφι απ’ τα χάδια του.
Τέτοιος που αχόρταγος υπήρξε με τις λέξεις. Πάντα
απ’ τη χλομάδα μιας Μαρίας νικημένος. Πάντα
κομούνι αγύριστο σ’ αιώνιους άμμους ψηλαφώντας
άνθη λευκά του πρωινού και συριγμό αβύσσου.

Φυσιολατρικόν

fisiola

Τρέχει ποτάμι ο ιδρώτας μου
Η νύχτα υγρή κι απληροφόρητη
Αγαπητή μου ο λαός κλούβιασε
Κουβάρια βιασμών στις γωνιές της τρέλας
Κοριτσάκια μαλλιαρά κι ανύποπτα
Υμνούν τα γερασμένα σπλάχνα των γονιών τους
Μου γράφουν πώς να τις βοσκήσω
Ο κώλος τους πεινασμένος και στοχαστικός
Μάτια αυτιά δόντια μηνίγγια
Όλα τραγανά και ξεχαρβαλωμένα
Θέλουν να δοκιμάσουν το μέλι του γάμου
Τα ερωτικά σκαθάρια τους στη σκιερή ωχράδα του φιλιού
Όλο σάλια και νοστιμιές
Της παρθενίας τον υμέναιο να κάψουν
μαζί με φούστες κάλτσες και σουτιέν
Βρακάκια δίχτυα έσχατα φρύγανα ονειρώξεων
Αυτά τα κομματάκια ευσπλαχνικού χυμού
Αυτά της νεροφίδας τα καμώματα καθώς γλιστρά
σ’ ένα λιμνίσιο ύπνο
γεμάτο ατέλειωτους οργασμούς

Δαγκωνιές και λέξεις μάγου

odini

Αφού σε προκαλούν τα μυστικά μου
και το άρωμα ετούτο της ψυχής που λυσσομανάει
Αφού το κλαψιάρικο δάχτυλό σου με σκλάβωσε
Παραμύθια αχνίζοντας ανάσας δίχως ρούχα
Δίχως σπίτι και δίχως σκυλί ξεμωραμένο από αλητεία
Αγκάλιασε την ανώμαλη ελαφίνα μου
Κι εγώ θα φωτίσω τις γάμπες σου με αναπτήρα
Σου υπόσχομαι ξιπασμένα δαγκώματα στις ρόγες
Θα σε λέω κήτος από σάρκες που οργάζονται
Δαγκωνιές και λέξεις μάγου
Θα σε λέω κάτω απ’ τη φούστα σου θρήσκα τρυφερή καρδιά
Άφησε τις χοντροκώλες τύψεις στα κρυφά παιχνίδια τους
Άφησε τα μερμηγκάκια να ξεχαρβαλώνουν τη ρουτίνα σου
Άφησε το στόμα τσίτσιδο εκεί κάτω να με νταντέψει
Να πεις στο θάνατο
Κοιμήσου μες στο στόμα μου πρίγκιπα της στύσης

Καλοκαίρι με τη Μάτση

empeirikos-matsh-3

Εκείνη όμως
κατουρούσε σ’ ένα αρχαίο πήλινο ουροδοχείο
Σωριάζονταν στο πάτωμα και το κατάβρεχε ακατάσχετα
με τα ούρα της
Ύστερα ο ανήρ της ακολασίας τη φωτογράφιζε στο κρεβάτι
Μέρα και νύχτα αλαφιασμένες κόνιδες παραφύλαγαν
Το αιδοίο της ξεμωραμένο τόσο
Ο Αντρέας άνοιγε το φακό για να βρει το υγρό χνούδι
Δυνατοί λυγμοί και μια συστάδα τσουκνίδες
σ’ αυτόν τον πένθιμο πύργο της ηδονής
Η νήσος Άνδρος φαλλική και σκανδαλώδης
Σπυράκια στην ωμοπλάτη
Ο εραστής κανίβαλος έδιωχνε τα κακά όνειρα και τις μύγες
Τριχωτή αλλόκοτη στύση
Ονόματα νυμφών που τα χάρισε όλα στους ανέμους
Άνθιζαν τ’ αχαμνά του στα χείλη της
Ο φωτοφράχτης ύφαινε βολβούς
Το αρρωστημένο μάτι του θεού έφτανε στο μεδούλι της
Μετά λίγοι στίχοι, πλήξη και απεριτίφ
και πράσινο σαπούνι για τις μασχάλες

Δέησις Αγίου Φανουρίου

picaso

Επλατάγιζαν τα ρουθούνια σου πάνω στην Άγια Τράπεζα
Ο άγιος Φανούριος μάς έραινε με ιερό ηλεκτρισμό
Ο κόλπος σου από χείλη κόκκινα και υγρά οικεία
Η καρδιά σου από χαλίκια και πυρίτιδα
Η γλώσσα
ευλογούσε του εσταυρωμένου αλαζόνα το ατάραχο βλέμμα
Ήτο δέηση ενός καταπιόνα και μιας βουνοκορφής
Ήτο φυσίγγια σπερματόζωα της εφηβείας
Λίπος λιωμένο χνούδι και νύχια που γδέρνουν
Μέσα εκεί στο ιερό αγκαλιασμένα
τα μέλλοντα κουφάρια μας
Ένα πηχτός ζελές από αρετές αηδιασμένων αγγέλων
Βάραθρα κορδωμένα
Τα χέρια γαντζωμένα στα καπούλια
που θα φιλονικήσουν κάποτε με τη σήψη
Τα πόδια σταθερά πάνω στο καυτό τσιμέντο της πατρίδας
Άγρια σκυλιά ιδρωμένα
Ανάψαμε δυο κεράκια στον Άγιο
Στην αιώνια ερημιά του αποθέσαμε σπέρμα ζεστό
Μακριά απ’ το θριαμβευτικό σάλιο του νεωκόρου
Μακριά απ’ τις σαγιονάρες του καλοκαιριού
Ο χυμός μας μόνο εκσφενδονίσθη
Μπροστά στων αόρατων πιστών τα κομμένα λαρύγγια
Και τα ανάπηρα καυλιά από ατελείωτη ταπείνωση
Μόνο οι λόξυγκες του οργασμού
Μόνο το αλογάκι της Παναγίας ξαπλωμένο στο άσπιλο μπορντέλο του
Καρβουνάκια και χαρτοπετσέτες με σπέρμα

έως λίκνου

Σύνδρομο Susac Ή Αναφορά στο Γκόγια

gogia

ω! ευτυχία
το μπουρζουάδικο χαμόγελό σου
θα το συντρίψει κάποτε η τερηδόνα

Η προσευχή του απίστου

gonatis

δεν έχω σε τι να γονατίσω
μα σκέφτομαι πόσες φορές γονάτισα
μπροστά σε κάτι κυρίες που το εκτίμησαν δεόντως
αφήνοντάς με να προβώ σε ερωτικές ωμότητες
με ότι πρόχειρο διαθέτει το κορμάκι ενός απίστου
χείλη γλώσσα δάχτυλα
καυλοπυρέσσων πύον απ’ τα έγκατα

Αχινούλα

axinoyla

Την είδα την Αχινούλα, την είδα ψες αργά
στον ύπνο μου να έρχεται με αγκαθάκια υγρά.
Είχε σχισμούλα κόκκινη ωσάν τυφώνας
τρυφηλός, χειλάκια ριψοκίνδυνα, είχε κι
ο τράχηλος παραφορά και ίλιγγο. Αχ! η Αγία
μοίραζε κινίνα ερωτικά, ο νεωκόρος σάλια.
Εξ’ ευωνύμων χώνευε μια πέρδικα τη γύμνια
των ανέμων, αλλά, όλα ήσαν του ιδρώτος και
του καύσωνος, οι ανεμιστήρες εδούλευαν στο
φουλ, εδώδιμη αγεωμέτρητη ηδονή, οι
έλικες αποκεφάλιζαν τα φλάουτα του ύπνου.
Τα δάχτυλα ντουφέκια στους κροτάφους μου.
Μα έβγαλα το σλιπ τόσο ευέλικτα κι ο αχινός της
άνοιξε ως είθιστε. Περίμεν’ ο κοσμάκης ελελεύ
και στύσεις θρησκευόμενου αρτίστα. Λυγμούς
και νοσταλγίες, κολάσεις, παραδείσους και
καθρέφτες. Μα αλύχτησα ξανά ξανά ξανά
όπως αλυχτά το άπειρο στα σπλάχνα μιας
παιδούλας. Σου γράφω τώρα απ’ την καλύβα μου
Αχινούλα, χαϊδεύοντας τα τρυφερά σου αγκαθάκια.
Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης.
Κι η ματαιότης μαζί.

Εις μνήμη λογίαν

daxt

Θυμήσου μνήμη πως σκορπίστηκες εκεί
που ίδρωνε αγίασμα η οσία Αμαρτία, σαν
φανελάκι που ελλοχεύει στο βρεγμένο
της κορμί και σαν βυθός που περιμένει
τα σκυλόψαρα να τα καταβροχθίσει.

Αχ! νυχτόβια πουλιά περαστικές κοπέλες
οι ονειροκρίτες όλοι της γραικίας δεν
σας αναφέρουν πουθενά, μα εγώ που
τόσο αλιτήριος υπήρξα σας κρύβω μες
στο ποιηματάκι μου όπως κρυβόμουνα
μικρός κάτω απ’ τη φούστα της μαμάς.

Ανατομία ερωτικού συμφέροντος

anatomia

Κοίτα πως σε σημαδεύω στο μεσόφρυδο
ξόβεργες στήνοντας
στον ποταμό που κατεβαίνει ετοιμοπόλεμος
στα αιδοία των Βακχών.
Αχ! το δάχτυλο απρεπώς πετροβολά τη λέξη υγρασία.
Υπήρξα κάποτε ηλεκτρικός ποιητής
Μάζεψα τσάι και ρίγανη σε φονικούς γκρεμούς
Πέρασα όλα τα χαντάκια σου με άριστα
Στο δρόμο για τη Δαμασκό
Σπούδασα
Ερωτική ανατομία και έρεβος
Όλα τα αχανή γλυκάδια της καρδιάς σου

Σκέψεις πάνω στην αισιόδοξη ανθρωπολογία

skefis

Ξορκίζουμε τον έρωτα που μας παραφυλά.
Απάτη είναι η ποίησις και αναφυλαξία.
Ρωτήστε τους παλιούς καλούς μαστόρους
τον έκφυλο σπασμό που μας ορίζει, καθώς
περνά η σιωπή με το μαχαίρι και θερίζει.

Γιατί η σιωπή και γιατί ο χρυσός

giati

Κρύφτηκα για με βρίσκουν εύκολα τ’ αδέρφια μου
Ακούω τις νότες του θεού που με ονειρεύεται
Ο αφαλός μου σε κανένα ουρανό δεν είδε φως
Το χωριό που δεν υπάρχει στο χάρτη ψάχνω
Τη μάνα μου, που άφησε το χέρι μου και χάθηκα
Εδώ όπου σμίγουν όλες οι σιωπές
μόνο ο δικός μου θόρυβος ακούγεται

Περικοπές ερωτικού ευαγγελίου

TTT

Σου έδωσα το κορμί μου, επανάσταση
Και τώρα μου έμεινε αυτό το μουδιασμένο στόμα
Μετέωρο
Παίρνω τους δρόμους που είναι πάντα ένας δρόμος
Αυτός που βγάζει ξανά και ξανά εδώ στο μηδέν
Με κερνάνε γλυκόπιοτο θάνατο οι ποιητές της γενιάς μου
Ακούω συλλαβιστά τραπεζώματα στην εξουσία
Ακούω γουργουριστούς επαίνους των σοφιστών
Άνεμοι και χίμαιρες
Γραφεία καταδόσεως ερωτικής επαφής
Γραφεία καταγγελίας λαγνείας
Με τα χίλια μάτια του αίματος η ανθρωπότητα με κοιτά
Μαύρο μεθυσμένο ζουζούνι εγώ κάτω απ’ τη φούστα σου

Είσαι η άβυσσός μου
Η θαυμάσια όψη της σάρκας που γλεντάει την πληγή της
Είσαι η χαρά της ζωής που φωτογραφίζεται για να με καυλώσει
Είσαι εσύ που μούσκεψες το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο
Ζουμιά και αίματα
Βυζάκια και σχισμές για τις ερωτικές μου ιώσεις

Κορίτσι του κόκκινου στρατού των οργασμών
Που είσαι ολόκληρη ένα σφυροδρέπανο
Από την ήβη ως τις μασχάλες

Σ’ αγαπώ τόσο που ξέρω πως δεν υπάρχει ελπίδα
Σ’ αγαπώ τόσο που δεν έχω διάθεση να σου πω σ’ αγαπώ
Σ’ αγαπώ τόσο που δεν θέλω να πεθάνω για σένα
Σ’ αγαπώ τόσο νηστικός που είμαι για αγάπη
Μα η αγάπη ήταν πάντα ένας αδέσποτος σκύλος
στο κατώφλι ενός κόσμου που θα χαθεί στους αφρούς και τα νέφη
Η αγάπη σμιλεύει με τα δάκρυά της την ηδονή
Η αγάπη πυρπολεί την αγάπη
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ
Μέχρι να μάθω να ’μαι η αγάπη

Η συνήθεια είναι αιτία πολέμου

iepanali

Ποντάρουμε στις ιδιοτροπίες μας. Έρπει απαλά
ο τραγικός καιρός. Χειροπέδες κομποσκοίνια και
κορσέδες. Η συνήθεια είναι αιτία πολέμου.
Το φλογερό μάτι τρυπώνει στο φλογερό μουνί.
Μια χυδαιότητα ειρήνης μας τρέφει. Λυρικά
κτερίσματα άλλων. Η αγάπη θα χιμήξει κάποτε
να μας βγάλει τα μάτια. Κι ο κόκορας θα παραφυλάει
πότε θα κατεβάσεις το βρακί σου, για να χώσει τα νύχια του
στους πρωτόπλαστους οργασμούς του μέλλοντος.

Μπαλάντα για μια σχισμένη αφίσα

old-and-new

Κορίτσι που ζεις στις αφίσες
Μονάχα οι αμφίθυμοι ποιητές σε συντηρούν
Όλο γενναιόδωρα λογάκια και πετριές
Κάτω από στυγερούς υποτίτλους

Το κορμάκι σου ξεφλουδίζουν
Τη χάρτινη πέτσα των συνειρμών

Ωμές προσταγές για σεξ εξ αποστάσεως
Πακέτα διακοπών για σκλάβους
Χίλια φιλιά κι άλλα χίλια

Ευρισκόμεθα εδώ
στον παραθαλάσσιο ελαιώνα της πατρίδας

γύρω η θάλασσα

ματαιωμένοι αρραβώνες
χαπακωμένοι συγγενείς

Ελλάς Ελλήνων Εραστών και κουβαδάκια

Αχ! κορίτσι που ζεις στις αφίσες
Τις νύχτες
Τι όμορφα που ξεγλιστράς απ’ τα ταμπλό
Κι έρχεσαι στην άμμο και κατουράς
Τι θαμμένη μας καρδούλα

Διαθέτουμε μέλι παραγωγής μας

Manara Mania 01

Διαθέτουμε μέλι παραγωγής μας.
Δάχτυλο για να δοκιμάσετε τη φύση
που βουίζει αδέσποτη στους πέρα κάμπους.
Γύρη απ’ τ’ ανθάκια της ύστατης αγνότητας.
Διαθέτουμε κατάλοιπα της καρδιάς.
Βασιλικό πολτό από αυτοσχέδιες αιμομιξίες.
Χυμό των αγκαθιών και των φονιάδων.

Η πιο ολέθρια φτώχεια είναι να μη ζεις.

Τι άλλο υπάρχει στη ζωή εκτός απ’ τον ήλιο;

glif

Μας φωνάζουν τα πράγματα να πάμε κοντά τους
Μπάνια της Κυριακής και αναρχία
Σύζυγοι τρυφηλοί και μαργαριταρένιοι
Γίνεται πολύς λόγος για το καινούργιο μα το παλιό βγάζει μάτι
Ούτε αφρώδη σύννεφα ούτε αφρισμένα κύματα
Ζέστη μελωδική και γλειφιτζούρια
Σα να μοιραζόμαστε τον ίδιο σπασμό
Τα ίδια φαγωμένα χείλη
Καθώς διαλύουμε την ασπιρίνη στο κουταλάκι
Μουρμουρίζοντας μια φούγκα χαράς και κάψας
Μια σύνθεση για χορωδίες χειλιών
Που ασπάστηκαν τις ωχρές φωταψίες και το λιοπύρι

Πλεκτάνες της αράχνης μεταξύ δυο κορμιών και βάλε……..

Εικαστική απεικόνιση ερωτοχτυπημένης νοικοκυράς

oporofora

Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια, φωνάζει
ο ανατόμος της ψυχής. Άντρες και
αντράκια και ποιήματα σε πλήρη στύση.
Ω ξειν΄ αγγέλειν Λακεδαιμονίοις κάποια
νωχελικά απογεύματα που σε θέλω και
μετρώ τους δείκτες υγρασίας της ψυχο
ψωλής μου, τα δάκρυα απ’ την υπερ
δοσολογία αναμνήσεων. Το μουνί σέρνει
καράβι λένε οι σοφοί μπαμπάδες στους
γιούς τους. Οι έρωτες λιώνουν σαν το
χιόνι αλλά ποτίζουν την κρύα γη,
βλαμμένα φιλιά στα πάρκα και φιλήδονα
καλοκαίρια, σάρκα πεταλουδίτσα στην
απόχη του χρόνου, δικόγραφα και χαφιέδες
κι οι αμνάδες πάνω απ’ τη χύτρα τους. Δια
παντός μανούλες. Στον πάγκο της κουζίνας
σε στάση υγρής αναμονής ακούν τον Εθνικό
ύμνο, γουργουριστό σκυλάδικο. Τη δεκαετία
απ’ τα είκοσι στα είκοσι δύο τους που τη
ρούφηξε ο νεροχύτης. Παντζάρια μαϊντανοί
και καλαμάρια. Υπάρχω λες κι ύστερα πάλι
υπάρχω. Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια
μπάτσοι κλάστε μας τ’ αρχίδια.

Nocturne

charles-nc3a8gre-leda-1850-via-moma

Επιβιώνω λανθάνοντας. Ο Σοπέν παντού
γύρω στους ελαιώνες. Σώγαμπροι τζίτζικες
όλο εξάψεις και αγχωμένη ακοή.
Στατιστικές και τσίπουρα που πατικώθηκαν
στην πλατφόρμα. Όλο κάμπος και μπροστά
το αταρίχευτο βουνό. Ο ιθαγενής αγρότης
που είμαι εγώ, κοιλοπονάει, γεννάει βροχούλες.
Κι οι βροχούλες πετραχήλι κοριτσιών εγίνοντο,
continuo τρυφερό για το νυχτόλακκο. Ήλιος
που δάγκωσε η οχιά της συνουσίας
κι αιμορραγεί φωτιά και σπερματόσπορο αρχαγγέλων
πουτσαράδων. Ήλιος Βλαντίμιρ Ίλιτς ευδαίμων.
Ήλιος έκζεμα του καπιταλιστή. Ήλιος ξεγυρισμένος
εκπεσών στις υποθέσεις των πληβείων. Ήλιος
κλητήρ της ηδονής στο μεταμεσονύχτιο
κουκούλι του ύπνου. Ήλιος τιμονιέρης του θριάμβου
όπως το δάχτυλο έφηβης γαλιάντρας
τραβά το λάβαρο βρακί και φαίνεται
ο φευγάτος λογισμός της ιερής σχισμής
σκοτάδια βαθειά που ξέρουνε καλά
πόσο εξέχει από το χρόνο ο θάνατος
πόσο οι φλέβες ξεψυχούν στα τέμπλα της λαγνείας.
Ορθία κλειτορίς ξενύχτι ταύρων. Χαράζει
αρραβώνας αθεράπευτος . Χρυσόψαρο
στα σκέλια σπαρταράει το απεταξάμην.
Γύρω απ’ τα κορίτσια του Ισλάμ με τις τριχούλες οι Μυκήνες,
μιαν αποθήκη χαρτικών, οίνος ευφράνει καρδίαν ανθρώπου,
η σιωπή αγιάζει τα μέσα, χώμα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω,
το μεδούλι ρουφώ απ’ της παρτίδας τα κόκκαλα και λοιπά και λοιπά

Το πορτραίτο του καλλιτέχνη

ampempa

Μας αιχμαλώτισε το κορίτσι αυτό, πεισματικά.
Όμορφη, με τους πόθους στα χέρια της.
Ορέχτηκε αντιεμπορικά φιλιά, έβγαλε γλώσσα.
Το κουτοπόνηρο ένστιχτο του θανάτου άφησε
στην εγγαστρίμυθη επαρχία. Από τη μπλούζα
μέσα αξιοθέατοι σπασμοί. Έβγαλε πέρα
μπόλικη κομματική δουλειά. Κλεψιμαίικη ηδονή
και τίποτε άλλο. Πρότασσε το στήθος της
ως ελαφρύτερον του αέρος. Τα προτερήματα
της διαλεκτικής. Το α μπε μπα μπλομ της καύλας.

Η επιτάχυνση της βραδύτητας

manouali

Θα σε φιλήσω, λαέ μου, στο στόμα.
Να δούνε οι μεταφραστές σε τι απόκρημνη πατρίδα ζω.
Τι δώμα νοίκιασα για να βγάλω πέρα το λιοπύρι .
Προπάντων να σκάει σάρκα από παντού.
Εσύ το μανουάλι κι εγώ ο νεωκόρος.
Ρυθμολογώντας την ιστορία του χαμού.
Θυγατέρες υγρές και μπάμπουσκες των Ουραλίων.
Δυόμιση χιλιάδες χρόνια σας βοσκάν ακρίδες στη μεσόγειο.
Τώρα με βλέπεται εδώ, κουκουλοφόρο ηδονιστή.
Να λεσβιάζω εκ παραδρομής στις λουτροπόλεις.
Πεύκα, κυπαρίσσια και ασβέστες.
Οργανωμένος τουρισμός, φραπέ και μοναξιά.

Λαγνεία εν χορδαίς και οργάνοις

piano-690380_960_720

Σε πέρασαν-κορίτσι μου-τα έγχορδα
για πιάνο με ουρά. Κάτι στριφτές
αργόσυρτες τσιμπιές σου δώσαν στα καπούλια.
Είπαν τα πλήκτρα σου έκφυλα ερπετά.
Τα δάχτυλα τού εραστή σου είπαν μαρκησίες.
Όλη από ξύλο η σάρκα σου σαν φέρετρο.
Με ανοιχτό το ντεκολτέ.
Να φαίνονται οι άβυσσοι.
Τα αιδοία των Βακχών να ευωδούν
στ’ αυτάκια του θανάτου.

Ουράνιος Μηχανική

orga

Ο ήλιος μας φωτίζει ή ιδέα του ήλιου;
Άρχισα έφηβος να συλλαμβάνω τη λαμπρή διαφάνεια.
Να γίνομαι πρωτόγονος με απαίδευτο μάτι.
Στον κεραυνό έκρυψα τον πόνο μου σαν ένας τιποτένιος βασιλιάς.
Κι έτρεξα να πάω εκεί που μ’ αγαπούν, μακριά απ’ τις μονομαχίες
και τα ελέησόν με Δέσποινα των πονηρών λογισμών,
σώμα και αίμα κυρίας γεύτηκα ,
μιαν αρμαθιά έγινα με τους ηδονιστές της υπαίθρου,
λιώμα διάφοροι ερωτοχτυπημένοι με υιοθέτησαν,
οπωροφόρες γκόμενες, κάποια χαρτάκια
στη μεσημεριανή ζαλάδα με ποιήματα,
κάποιοι πάσχοντες από υπερβολική υγεία,
κοφτερές μαμάδες με το φιλοπρόοδο δεσποτισμό τους με αγκάλιασαν,
νυχάκια μιανής μετέωρης εκλιπαρούσαν τη σάρκα μου
ζητιανεύοντας ένα καινούργιο μάτι για τον Πολύφημο οργασμό.

Εγκώμιο για μια σπηλιά

mikro egomio

Μετά, που γδύθηκε απ’ τις μασχάλες
μέχρι κάτω στους θόλους και φάνηκε
το μεσονύχτι κι οι μικρές αράχνες
να βάζουν φουρνέλο στο λυρισμό.
Μετά, που το ουρλιαχτό της χτυπημένο ορτύκι
λίγο κάτω απ’ τις χαράδρες και τα Βελούχια.
Μετά που εδιάβαινε ο τζίτζικας Διόνυσος
στο ανοιγμένο του έρωτα μηλίγγι. Μετά
που ήρθε ο θρίαμβος. Ένα φωνήεν πρωτόπλαστο
μαζί με ένα σύμφωνο ασώματο και χθαμαλό.
Αχ! Αχ! Αχ! και μύρισ’ ο αέρας αρραβώνα
χύσια δάχτυλα γλώσσες αστόχαστα ερπετά
να μπαινοβγαίνουν στα νυφιάτικά της.

Προσευχή για τον Fazil Say

Βρίσκω ένα ένα τα χαμένα μου αδέρφια.
Τον Fazil Say και τους τούρκους ποιητές
να χαζεύουν την πανσέληνο
και να ονειρεύονται βίσωνες.
Λάμψεις του θανάτου και της δόξας.
Νεογέννητα μουλάρια της ανατολής.
Ναι, έτσι έγιναν τα πράγματα.
Ο αδερφός μου ανέβηκε στο πιάνο.
Τα δάχτυλά του ένας σωρός θρυμματισμένοι καθρέφτες.
Χορδιστής των λαβυρίνθων.
Πρίγκιπας όσων ανήκουν ήδη στο βασίλειο του έρωτα και της φωτιάς.
Στους δικαστές του είπε πως ο παράδεισος είναι ένα μπορντέλο.

Πρώτη Γραφή

proti

Το ξέρω αυτό το αεράκι της Κυριακής
από παιδί. Ζηλόφθονες δίποδες ώρες.
Απόγευμα, λέπι κολλημένο
κάτω απ’ το νύχι της μαμάς.
Ο καφές ελληνικός και το δάκρυ τούρκικο.
Ένα κρασοπότηρο με κραγιόν από χείλη
έξω απ’ το παράθυρο. Στη βροχή.
Λάσπες της επαρχίας και τριχούλες.
Σαν χορταράκια μες από καυτά σορτς.

Ω! θεοσεβούμενη νύχτα που έρχεσαι.
Με όψη νηπίου θα πιπιλίσω απ’ το μπιμπερό σου
αλκοόλ κουβέντες τα κορίτσια που πέφτουν
στα γνωστά τάρταρα του γάμου
μετά τους πρώτους οργασμούς.

Ηρωικές πένθιμες ψυχούλες, χάριν ειρωνείας
σας διεκδικώ. Εγκώμια γράφω για να σκάνε
στα γέλια οι τρυφηλές αγρότισσες των Αθηνών.
Οι χυμώδεις χορεύτριες των μπαλέτων Μπολσόι.

Μακροπρόθεσμα η αλήθεια δεν έχει καμιά
σημασία. Το γνωρίζουν όλοι αυτό.

Πάτερ ημών

vagia

Ο πατέρας μού χάρισε έναν ελαιώνα.
Τον ήλιο με τα λέπια του σε στάση ακροβυστίας.
Κλαδευτήρια οχτωβριανής μη αριθμήσιμα.
Ήτο πηδαλιούχος ραπτομηχανής και κόμης.
Στα κατηχητικά και τους προσκόπους
δεν με χάρισε ποτέ. Είχε μόλις πιεί καφέ.
Είναι η ώρα μου να κολατσίσω, είπε.
Ήρθε το ρίγος του τότε. Θυμήθηκε τον Βαγιαζήτ.
Το νεφρό που του κλέψαν οι γερμανοί.
Χορτασμένος σκύλος από δρόμο.
Η νοσοκόμα τον έκρυψε με το σεντόνι.
Να τον γυμνώσουν πρόσταξε, ο αρσενοκοίτης
ιατρός του κάτω κόσμου. Γλίστρησε τότε από τα χέρια μου
όπως γλιστράνε τα λιθάρια στις αβύσσους.

Μνήμη γυμνή

abe_kobo_07

Μνήμη γυμνή, που με κουρσεύεις.
Ιδού η λάμα μου. Θα ζήσει περισσότερο
απ’ το λαιμό σου, έρωτα αμνέ του θεού.
Ιδού ο θάνατος, ο πλάστης κάθε ομορφιάς.
Κι εμείς οι συνεργοί του. Όλα τα μανιφέστα
λίπους που συνέγραψα για χορτάτους.
Όλα τα στιχάκια για τον έρωτα
που θα τα ρημάξουν οι καρακάξες. Έδωσα
μεγάλη σημασία στη ζωή. Την κατέγραψα
σε κιτάπια, την παράχωσα σε συρτάρια
για να μη τη βρει η μάνα μου και θρηνήσει
για το χαμένο της γιο.

Ένα ημερολόγιο ζωής
σπανίως είναι ημερολόγιο ευτυχίας.

Ο εναργής έρως

orgasmo

Αυτός ο δικός μας πάνω κόσμος, ο αιώνια κακόγλωσσος
που συνομιλεί με αβύσσους. Με τις απίθανες ομίχλες του
και τους απαρχαιωμένους του ποιητές, που ψάχνουν με τη
γλώσσα το πεπρωμένο και τη δεσποινίς κλειτορίδα
που ξέρει πολλά.

Ταΐζω τώρα τ’ αδέσποτα που διαβαίνουν το κατώφλι μου
όπως με ταΐζουν οι όμορφες γλυκάδια λύσσας και ταΐζω
το πυρετικό μου βλέμμα στάχτες, αλησμόνητα πλάνα
με σλάβικα γυμνά κορμιά. Ταΐζω το στομάχι μου
αρχαία ντομάτα με χοντρό αλάτι και ρίγανη. Χαϊδεύω
και ψιθυρίζω.

Την κεφαλή της Σαλώμης αποθέτω
μες στα φιλήδονα σκοτάδια του έρωτα.

Η άγνοιά μου είναι το κύριο προσόν μου. Λέω, στις κυρίες
όταν έρχονται να μου μάθουν τον οργασμό.

Γλώσσα

glosa

Συντονίζω την καρδιά μου
με τις πολύ τρυφερές καταστάσεις.
Εργάζομαι ψηλαφώντας.
Για κάθε πράγμα ξέρω πως υπάρχει και μια λέξη.
Το σύμπαν είναι ρευστό και ατέρμονο.

Η γλώσσα όμως
στερεοποιεί το ρευστό και ατέρμονο σύμπαν.

Κάποτε θα δραπετεύσω απ’ την ύλη
για να φτάσω ξανά σ’ αυτήν.

Σπουδαγμένος θα φύγω
από ένδοξους γερόντους
και γλυκοαίματα κορίτσια.

Θεάνθρωπος

Εσταυρωμένος, Συρία

Στη χώρα της βίας οι θεοί είναι μισθοφόροι.