Μέσα στο αυγό

Αποτέλεσμα εικόνας για art kolaz death ieronimo bosch

Γευόμαστε σήμερα κάθε αρχέγονη χοντροκοπιά του ανθρώπου. Σαν μπούφοι που εκσπερματώνουν πάνω στα βαλτωμένα και ηδυπαθή σύμβολα. Πάνω στο νεκρό χωροχρόνο και στα φαιά αραβουργήματα τρομάρας.

Μονάχα ο θάνατος μας προσφέρει υλικό για να γελάμε όλη μας τη ζωή. Μέχρι να έρθει να πάρει και μας, κάνοντας άλλους να γελούν με το θάνατό μας.

Πρέπει να διαπαιδαγωγήσουμε το σώμα μας στο γέλιο. Στο πιο αυθάδες γέλιο.

Θα πρέπει να ανακαλύψουμε όλα αυτά τα παιδαγωγικά παιχνίδια της ανθρώπινης τραγωδίας, βλέποντας την τάση του ανθρώπου για καταστροφή ως κινητήρια δύναμη κάθε δημιουργίας.

Αιώνες τώρα το ανθρώπινο είδος χασομερά λιγωμένο κάτω απ’ τα σάλια της ομορφιάς.

Παρηγορείται σαν ετοιμοθάνατη γριά που γυρνά στα νεκροταφεία, για να συμφιλιωθεί με τη δύσοσμη γάγγραινα της αιωνίου σιωπής.

Το καθαρόαιμο άτι που η μαμά υπεραξία εφοδιάζει με πτυχία και διπλώματα κυριαρχίας έχει μέσα του το ψοφίμι που μελλοντικά θα γίνει. Κι όποιος ψάχνει βρίσκει, χωρίς να περιορίζεται στις γραμμές της φευγαλέας λάμψης τους.

Ας αφήσουμε την αγάπη να ξεπηδήσει μέσα απ’ τα όστρακα της καρποφόρας συνάντησής μας με το σώμα των άλλων.

Ας χώσουμε τη γλώσσα μας μέσα στο λαιμό του συνανθρώπου μας για να γευτούμε αυτό που τρώει, ευλογώντας την πέψη του με ηλεκτρικά ποιήματα, γλιστρώντας απαλά μέσα στα έντερά του για πάντα.

Γλιτώνοντας το πετσί μας απ’ την ασθένεια του Ιησού, που, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια παχύρευστη γευστική σούπα για τα σκουλήκια, δίχως τη σταύρωση.

Καμιά πίστη δεν μπορεί να τα καταφέρει χωρίς εχθρούς. Κανένας Αλλάχ δεν μπορεί να πλάσει τους θανατηφόρους του εραστές και καμιά καλόγρια δεν μπορεί να επιβιώσει μέσα στο κουκούλι του πένθους χωρίς δαιμόνια.

Κομματάκια φόνου στάζουν μέσα απ’ τις οθόνες, διαμελισμένα παιδιά και πρεζάκια που σκούζουν.

Οι εχθροί μας είναι εδώ. Γι’ αυτό υπάρχουμε, γιατί διαθέτουμε εχθρούς.

Απαθανατίζουμε κάθε στιγμή τις ωμές προσταγές της αρχέγονης βίας κάτω από στυγερούς υπότιτλους με τα μασημένα αγγλικά της αυτοκρατορίας.

Μέσα στον κλουβίσιο ηδονισμό της καλοπέρασης κλείνουμε τον πιο γόνιμο εφιάλτη. Αυτόν που κάποια στιγμή θα τρυπήσει τους τοίχους, αναμεταδίδοντας με οργασμικούς σπασμούς το μήνυμα, μέσω ηλεκτροδίων προσαρμοσμένων πάνω στο ιερό καβλί που ελέγετο φόβος του θανάτου.

Αφήνοντας τα ανθρώπινα πλάσματα έρμαια στην τυραννία της αγάπης.

Μόνο ο θάνατος μπορεί να γιατρέψει την ανθρωπότητα απ’ τις σκληρές άγριες ράτσες. Τους όμορφους και τους έξυπνους. Αυτούς που δεν παθαίνουν κρίσεις επιληψίας, πανούκλα, χολέρα, αιμορραγίες, βλεννόρροια, τρέλα.

Αυτούς που έχουν βάλει στον πρωκτό τους έναν αστυνόμο-κάβουρα για να φυλάει την είσοδο κάθε ανεπιθύμητης ψωλής απ’ τα κάτω.

Μα οι εφιάλτες κάποια στιγμή θ’ αρχίσουν να ζωντανεύουν. Οι όμορφοι, οι ηρωικοί, οι κραυγαλέοι θα σβήσουν μες στην έμφυτη βλακεία τους που θεωρεί την εκδίκηση δικαιοσύνη.

Κανένας θνητός δεν μπορεί να συγχωρέσει το δημιουργό του. Κατά βάθος μες στο μυαλό των πιστών ο δημιουργός είναι παρά ένας ξεσχισμένος πούστης αφού δεν έφτιαξε αθάνατα πλάσματα αλλά όντα χεσμένα μπροστά στο φόβο και διστακτικά απέναντι στην αλήθεια.

Κι έτσι ο κοινός θνητός χώνεται μέσα στο ψυχρό του συμφέρον και στη φαρμακερή του αιώνια κακία.

Μόνο εάν εξοντωθούν οι πιστοί μεταξύ τους, έως τελευταίας ρανίδος, θα πάρει την πρώτη της ανάσα η ζωώδης φύση μας, κατασπαράσσοντας την υποκρισία που είναι το στολίδι της ομορφιάς και της δύναμης.

Μόνο τότε θα λάμψουν το σώμα και το πνεύμα ως αδιαίρετα μέρη χωρίς το ένα να φονεύει και να προστάζει το άλλο.

Χωρίς η ευφυΐα να τα βάζει με τον κώλο και το μουνί του σώματος που την φιλοξενεί.

Χωρίς η ψωλή να παθαίνει ερωτική γάγγραινα απ’ τη στέρηση που της προκαλεί το άθλιο μαγαρισμένο πνεύμα της συναναστροφής.

Ας προκαλέσουμε το θάνατο της πίστης και των πιστών δίχως όπλα. Ας σκάψουμε λαγούμια και ας κρυφτούμε σε βαθιές σπηλιές κάτω απ’ τη γη μέχρι να λιώσει και η τελευταία πέτσα του τελευταίου πιστού πάνω στο τελευταίο μεταλλικό παραπέτασμα του πολέμου.

Κι ας βγούμε ως καυλωμένα βρέφη πια, στην επιφάνεια, γνωρίζοντας τον ομορφάσχημο αληθινό θάνατο.

Συντονίζοντας τ’ αρχίδια του κόκορα που λαλεί στο σκοτάδι με τα ακάματα πάθη. Την αρχέγονη αυτή ύλη όλων των αιώνων που πέρασαν από καταβολής απείρου, δίνοντας στο βλέμμα μας, συχνά, εκείνη τη μουντή διαύγεια των βάλτων την αυγή κι εκείνη την ελαιώδη ηρεμία των τροπικών θαλασσών παρατημένη κάτω απ’ τα αχαμνά του μεσημεριάτικου ήλιου.

Εγκώμιο για τη σχισμή της δημοκρατίας

Σχετική εικόνα

Ο έμπειρος, έξυπνος, πονηρός, καπάτσος, φιλελεύθερος, ευφυής, φιλάνθρωπος και άλλα πολλά καπιταλιστής, ξέρει σήμερα, πως η βία δεν μπορεί να ενισχύσει την εγκαθίδρυση μιας εξουσίας ή μιας κυριαρχικής σχέσης αλλά αυτή πρέπει να είναι υστερόχρονη και κατασταλτική.

Όποιος δεν υπακούει θα εξοντώνεται αλλά με τη νόμιμη οδό, αφού ο ανυπάκουος είναι κατά της συντεταγμένης πολιτείας που προέκυψε μέσα από δημοκρατικές εκλογές.

Μόνον οι εκλογές νομιμοποιούν αυτή την τάση του Κεφαλαίου έτσι ώστε να μπορεί ελεύθερα να παράγει πολιτική.

Η άμεση φυσική βία δεν είναι στις προτεραιότητες του καπιταλιστή μιας και διαθέτει το υπερόπλο των εκλογών.

Ο ασταμάτητος κοινωνικός σφοδρός εμφύλιος πόλεμος απορυθμίζει την κυριαρχία του κεφαλαιοκράτη, οδηγώντας τη στην κατάρρευση και την αποσύνθεση. Μόνο η κοινωνική συναίνεση, το Όλοι μαζί μπορούμε, οι υποσχέσεις και οι κολακείες μπορούν και κινούν αυτή τη μεγάλη ανθρωπομηχανή που εργάζεται ακατάπαυστα για να παράγει κανόνια, τανκς, πυραύλους, σφαίρες και χατζάρες.

Οι άνθρωποι ψηφίζουν. Οι άνθρωποι που ψηφίζουν όμως δεν είναι ίδιοι μεταξύ τους. Δεν έχουν την ίδια περιουσία, την ίδια ιδιοκτησία, τα ίδια φράγκα. Στην ίδια σχισμή ρίχνει την ψήφο του ο άνεργος μαζί με τον εφοπλιστή ή τον μεγαλογιατρό, ο κρατικός υπάλληλος με τον ιδιωτικό υπάλληλο, ο καταστηματάρχης με τον υπάλληλό του, ο οικοδόμος με τον κατασκευαστή και πάει λέγοντας.

Οι παραμυθιασμένοι υποτελείς κάνουν το καθήκον τους. Ψηφίζουν. Άρα πολεμούν, εργάζονται, καταναλώνουν.

Ευθυγραμμίζονται και ταυτίζονται τόσο δυνατά με τα συμφέροντα μιας άλλης τάξης καταβυθίζοντας μες στη γιγάντια έκταση του φόβου κάθε πραγματική τους ανάγκη.

Το ντόπιο και το παγκόσμιο κεφάλαιο, αύριο, αναλόγως τις διαθέσεις και τα συμφέροντά του μπορεί να κάνει έναν ωραίο πόλεμο. Το κρέας είναι έτοιμο στα ράφια του πολιτικού μπακάλικου περιμένοντας να το κάνουν μια χαψιά τα υπερόπλα της σύγχρονης επιστήμης.

Οι ήρωες προλετάριοι θα πάνε να πολεμήσουν για την πατρίδα. Ο καπιταλιστής ξέρει από συνθήματα. Για του Χριστού την πίστη την Αγία, για το γαλανόλευκο Αιγαίο του ποιητή, τα βουνά και τους κάμπους, τη Ρωμιοσύνη, τον Καραϊσκάκη, τον Αντετοκούμπο, το επίδομα, τη δέκατη τρίτη σύνταξη.

Ο καπιταλιστής δεν βλέπει αριστερά δεξιά ή στο κέντρο. Ο καπιταλιστής βλέπει μπροστά. Δηλαδή πως θα μπορεί και αύριο να είναι καπιταλιστής. Κι αυτό μαθαίνει με περισσή σπουδή και στους υποτελείς. Να είναι περήφανοι που ξύνουν χέστρες, να είναι περήφανοι που σκοτώνονται σαν μύγες στις σκαλωσιές, να είναι υπερήφανοι που δουλεύουν από νύχτα σε νύχτα σε κλιματιζόμενα κάτεργα ή σε θερμοκήπια φράουλας στη Μανωλάδα, στο Αιτωλικό, στη Χαλκιδική ή στο Κάπο Βέρντε.

Όλα τα κόμματα του κοινοβουλευτικού στάβλου καλούν τον κόσμο να πάει να ψηφίσει.

Καλούν αυτούς που βαριούνται, αυτούς που ξύνουν τ’ αρχίδια τους, αυτούς που είναι ανόητοι γιατί δεν πιστεύουν πως οι εκλογές θα τους καλυτερέψουν τα πράγματα αλλά θα οδηγήσουν τη ζωή της εργατικής τάξης σε μια νέα τετραετία απάθειας και αδιαφορίας, νομιμοποιημένης συνταγματικά, αφού οι πολίτες μιλούν στις εκλογές. Και μετά παύουν ή γκρινιάζουν στους ταλαιπωρημένους είλωτες δημοσιογράφους του δρόμου, γιατί ο πολιτικός εραστής που επέλεξαν στις εκλογές κάνει σεξ και με την κυρία εκτός απ’ την καμαριέρα.

Οι δυο τρόποι οργάνωσης της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι το μαντρί και το κλουβί.

Το μαντρί της μεγάλης πόλης και το κλουβί-διαμέρισμα. Ο γενικευμένος οικιακός εγκλεισμός είναι δυνατός μόνο με την τεχνοεπιστήμη, μόνο με το διαδίκτυο. Θα τα κάνετε όλα μόνοι σας, από το σπίτι, από μακριά: αγορές, εμπόριο, εργασία, εκπαίδευση, ψυχαγωγία, εκλογές, τέχνη, μπανιστήρι. Και επικοινωνία.

Και ό,τι κάνουμε, ο παντεπόπτης Κύριος καπιταλιστής τα βλέπει και τα ακούει όλα. Κι όλα αυτά βεβαίως, ταχύτατα και παστρικά. Η ταχύτητα καταργεί την απόσταση και την ίδια στιγμή την διατηρεί, την αναπαράγει, την ενισχύει. Αυτό είναι κάθε μέσο κοινωνικής δικτύωσης.

Δεν είναι τρόπος γνωριμίας και συνάντησης, είναι τρόπος ζωής. Είναι ένας τρόπος ενίσχυσης και αναπαραγωγής της μοναχικής, έγκλειστης, κατοικίδιας εκτροφής.

Αποτέλεσμα εικόνας για σκιτσα εκλογες αναρχικων καλπη

 

Απ’ την άβυσσο στο καυτερό γήινο σπέρμα και πάλι στην άβυσσο

Σχετική εικόνα

Η τύχη των εραστών είναι η ανισορροπία, στην οποία τους εξαναγκάζει ο σωματικός έρωτας.

Καταδικάζονται αιωνίως στο να καταστρέφουν τη μεταξύ τους αρμονία. Να τσακώνονται μέσα στη νύχτα. Ενώνονται με το τίμημα μιας πάλης, με τις πληγές που καταφέρει ο ένας στον άλλον.

Δεν ξεχνούν αυτό το βίαιο θαυμάσιο συναπάντημα της ηδονής με τον φόβο και τη φρίκη που ενισχύουν την έλξη.

Οι εραστές καταποντίζονται στην ασέβειά τους για τον κόσμο. Όλη τους η ερωτική δραστηριότητα δεν είναι παρά ηθική που στρέφεται εκ νέου ενάντια στην παλαιά της μορφή.

Η ηθική είναι ο πυρήνας της επιθυμίας. Η έγνοια για την κατάκτηση της ευτυχίας, βγαλμένη απ’ τα βάθη της γης και τη βδελυρότητα του αίματος.

Είναι αλήθεια πως οι ερωτικοί λυγμοί του ανθρώπου αφήνουν μια γεύση αιωνιότητας πάνω στην ίδια τη ζωή που κρημνίζεται αργά και διαλύεται μέσα στη ματαιότητα.

Είναι αλήθεια πως ο χρόνος μόνο χάνεται και σκορπιέται και δεν ξανακερδίζεται. Κι όλος αυτός ο χαμένος χρόνος αθροίζεται σπαραχτικά και μεταβάλλεται σε ίλιγγο ερωτικής μανίας που πάντα έχει θέα στα λιβάδια του κάτω κόσμου.

Στο επέκεινα, όχι της ανοιχτωσιάς, αλλά του σκοταδιού και της παράλογης ρέμβης.

Συνήθως η ερωτική ελαφρότητα παράγει αυτή την άπειρη βαρύτητα λέξεων και φιλολογικών ευρημάτων, ίσα-ίσα για να ξορκίσει το αυτεξούσιο της φθοράς, αποδίδοντας στο μηδέν αυτό που δεν είναι παρά μηδέν.

Αυτό που οι εραστές επιθυμούν κατά βάθος είναι η ανοιχτωσιά και η ανοιχτή πόρτα, γιατρεύοντας έτσι τη φιλύποπτη δυσανεξία τους. Οδηγώντας την κακή τους εκπαίδευση-που είναι κακή γιατί είναι αντιερωτική-στη γνώση που μεθά και φωτίζει, γιατί είναι σωματική γνώση, άρα αυτοδαπανώμενη και εκμηδενιζόμενη.

Γνώση του κενού και της οδύνης που λυμαίνεται το κάθε ον και το εξαντλεί.

Η ζωή ξέρει να παίζει σωστά με τις διανοητικές ατιμίες του ανθρώπου. Με την ιλαρότητα κάθε θρησκείας που θέλει τον έρωτα βρώμικο και χωλό. Με την γελοιότητα κάθε πολιτισμού που θέλει τον έρωτα εμπορικό και ιδιοκτησιακό.

Οι ασκητές λένε για την ομορφιά πως είναι η παγίδα που στήνει ο διάβολος στο δρόμο μας.

Οι ασκητές έγιναν ασκητές διότι δεν μπόρεσαν να αντέξουν το να είναι εραστές. Γιατί δεν μπόρεσαν να γλυτώσουν απ’ το θάνατο, όντας ζωντανοί.

Γιατί δεν μπόρεσαν να ξύσουν απ’ το πετσί τους την κακή εκπαίδευση και την ιλαροτραγωδία της ανάγκης για εξουσία του άλλου.

Γιατί δεν μπόρεσαν να χωνέψουν μέσα στο πνεύμα της νηστείας, της δυσεντερίας και της στέρησης που τους καταδίκασε η απόλυτα πρωτόγονη άγνοια του παρελθόντος, πως μόνον η ομορφιά κάνει υποφερτή την ανάγκη αταξίας, βίας και αναξιοπρέπειας που είναι η ρίζα του έρωτα.

Οι εραστές ξέρουν πως κάτω απ’ τα σκεπάσματα δεν παίζουν ζάρια. Η τύχη δεν τους χαμογελά. Κι ο θεός βρίσκεται αμπαρωμένος μες στα κεφάλια των στερημένων. Ένας θεός στερημένος κι αυτός σαν τους πρόθυμους πελάτες του, μόνος και άγρυπνος. Ένας θεός χωρίς θεά και χωρίς έρωτα. Ένα μάτι μόνο, αιωνίως ανοιχτό. Άρα καταδικασμένο να μη βλέπει.

Μικρή νυχτερινή κολεκτίβα

Σχετική εικόνα

Sergio Camporeale (Αργεντινή) 

Είναι τα τοπία της παιδικής ηλικίας που παραμένουν πάντα ανεξίτηλα στη μνήμη. Δηλαδή μέσα στο αδηφάγο μνήμα.

Καμιά ανάσταση δεν μπορεί να συμβεί και κανένας Λάζαρος δεν μπορεί να εικονογραφήσει το αληθινό πρόσωπο του κόσμου με την ιερή του παλέτα και τα σωληνάρια με χρώματα απ’ την αδιακρισία του αιμοβόρου αλλά και φιλεύσπλαχνου θεού.

Δύσκολα μπορεί ο άνθρωπος να γυμνωθεί ώστε να ξαναγίνει παιδί.

Να φτιάξει απ’ το χνούδι και τις θωπείες έναν ανελέητο πετροπόλεμο.

Να αποκτήσει μιαν οικειότητα με το εσωτερικό του σώμα κάνοντας τις εκκρίσεις του κοσμολογικές σταθερές αφιερώνοντας σ’ αυτές όλες τις δεκάρικες ωδές των καταγωγίων.

Όπως η φύση γεννά το καλό και το κακό χωρίς να τα διαχωρίζει και με τον ίδιο πληθωρικό πλούτο, κανένα απ’ τα δημιουργήματα δεν είναι ποτέ συνολικά ωραίο, αφού, ποτέ η ομορφιά δεν είναι το κριτήριο που καθορίζει τη δομή του συνόλου.

Όπως στη φύση, που μόνο σπανίως, τα όμορφα πράγματα δεν επηρεάζονται απ’ τα σκουπίδια, ο καλλιτέχνης της ζωής ξεψαχνίζει τα αντικείμενά του και σκάβει με χειρουργικό νυστέρι την απωθητική σήψη των ηθικών πτωμάτων.

Αφήνει πάνω στο μέταλλο ή στο χαρτί τις εγκάρδιες αγωνίες του που ποτέ δε στερεύουν αφού περικλείονται απ’ τον πόθο και τη λύπη.

Είναι η φαντασία που κουτσαίνει αλλά το ένστιχτο σπαρταρά.

Είναι το σαλιγκάρι που χάνει τον προορισμό του αλλά και το αστέρι που κοχλάζει τρέχοντας ξοπίσω από καυλωμένες γίδες που βελάζουν, την ώρα που η αιωνιότητα ανασηκώνεται για το τελευταίο της σκίρτημα.

Οι αδιανόητοι σκακιστές

έργο της Μαργαρίτας Βασιλάκου

 

Απ’ όλους τους θνητούς είμαι ο μόνος που διασχίζω το μηδέν αυτής της αιδοιακής αψίδας, φορτωμένος με καθήκοντα πολέμου και άγνοιας.

Ανέκαθεν το μεγάλο τέχνασμα της αναστατωμένης μνήμης που γίνεται υπερβολικά εσωτερική είναι ο πόλεμος. Τα σπλάχνα πολεμούν τα σπλάχνα. Η μνήμη αναρρώνει καλύτερα μέσα στη σχολή πολέμου της ζωής.

Η διαβολική φρόνηση των πνευμάτων να αποκεφαλίζουν βασιλιάδες και παραφουσκωμένα είδωλα δίνει ζωή και ανακούφιση.

Όλα τα καλλιτεχνικά μας περιττώματα, παρασκευασμένα απ’ τα χεράκια της Κίρκης, ως άρτος επιούσιος, γίνονται η ιερή κοπριά μιας ιδιοφυούς μεταδοτικότητας.

Αγωνία, ερωτισμός, πανουργία. Αντίστροφοι ασκητές που επιδιώκουν να πέσουν μέσα στην παγίδα που στήνει ο δαίμονας της ομορφιάς.

Η λατρεία της κόλασης, αυτής της ασθενικής εικόνας που άθελά του μας δίνει ο βίαιος πολεμοχαρής κόσμος για τον εαυτό του.

Πρέπει να δαγκώσω κάποιον, ίσως εκείνη την ευγενική και πνευματώδη ευαισθησία με το σκληρό κρέας.

Πρέπει να ακονίσω τα δόντια μου στον λογοτεχνικό δαρβινισμό της λαϊκής φαντασίας. Της πιο γνήσιας άρα και της πιο αισχρής. Αυτής που αλυχτά μπροστά στην ποντικίσια μούρη του καλού και του κακού.

Τα μπλεγμένα ανθρώπινα ερωτικά μέλη, τα χέρια και τα πόδια, οι κώλοι και το ελεύθερο πνεύμα, ο μεγάλος εξερευνητής κάθε τυχαιότητας που ερμηνεύεται ως κατάρα.

Ο άνθρωπος που αγαπά θυσιάζει την τιμή του. Γελά και προχωρά με τις χοντροαρβύλες του πάνω σ’ ένα ηλιόλουστο πρωινό ή σ’ έναν μοιραίο τρόμο ή σε ένα ακόμα πιο μοιραίο προσκλητήριο.

Βλέπει τα γούστα και τον ανθρώπινο ξεπεσμό με διονυσιακό οίστρο. Βάζει δάχτυλο στη σχισμή που την έχει τυλίξει ο λήθαργος, για να την ερεθίσει ώστε να δώσει νόημα στην υπερχειλίζουσα ύπαρξη της.

Ω! η μέθη που πάντα σ’ αυτή γυρνούν τα περίλυπα όντα, οι Εμείς και οι Εγώ, που διψούμε για ένα ερωτικό ίλιγγο που δεν μας αφήνει ήσυχους να φυτέψουμε τους σπόρους μας πάνω στο λίγο χώμα γης που μας αναλογεί.

Η τύχη σαν ασυνάρτητο ανεκδιήγητο Τίποτε είναι το μπαστούνι της τυφλής μας συνείδησης.

Απ’ τα βασανιστήρια έως τις σεξουαλικές απολαύσεις η φύση και το άξεστο άγιο ένστιχτο καταστρέφουν ιλιγγιωδώς τα όριά μας. Τις πλαστές συνθήκες που μας κάνουν να λιποψυχούμε μπροστά στα ανομολόγητα όργανα που μας μαθαίνουν τα μυστικά της ζωής.

Μπροστά στις τραγωδίες το φιλοπόλεμο πνεύμα μου γιορτάζει τα Σατουρνάλια. Γιορτάζει αυτή τη μέθη που ο ερωτικός άνθρωπος υμνεί πίνοντας πρώτος αυτό το πιοτό της γλυκύτατης σκληρότητας.

Ωστόσο, πάλι οι μυρουδιές και οι αισθήσεις. Τα δάχτυλα που πηγαινοέρχονται φλύαρα πάνω στα πλήκτρα της ομορφιάς που δεν διαθέτει φιλελεύθερο πνεύμα αλλά μιαν αδυσώπητη κομούνα, τόσο ιαματική που δίνει νόημα στην αιωνίως οργιαστική θανατηφόρα πλήξη της επιβίωσης.

Ας μην επαναλαμβάνουμε την επανάληψη. Μόνο οι πόνοι της γέννας καθαγιάζουν κάθε πόνο. Αρσενικά και θηλυκά γεννούν. Δηλαδή πεθαίνουν.

Νιώθουν κάθε στιγμή στο τέρμα αυτού του παθιασμένου στοχασμού την εκμηδένιση της κραυγής του δαίμονα εαυτού.

Της μέσα κοίτης που γεμίζει πύρινα χαλίκια και σκυλόδοντα θεών και κοριτσιών. Της ασυνάρτητης χαράς που νιώθει τη γύμνια της να σωπαίνει μπροστά στο ξέσπασμα της καταιγίδας.

Βατεμένος κόσμος κουρνιασμένος στο βάθος του ταξί και της υπεραξίας των ορμονών και των κερδών του.

Επωφελείς επιχειρήσεις, ιατρικές γνωματεύσεις, ποντίκια χωμένα στο λαιμό της ανόητης επιβίωσης.

Οι φιλόσοφοι άδικα παιδεύονται και οι ποιητές δικαίως ψεύδονται ως φθοροποιοί των βεβαιοτήτων και ως ινστρούχτορες του ιδρώτα και των υγρών κάθε βασιλείου που τρέφεται μόνο και μόνο απ’ την άπληστη πείνα του.

Να το βασίλειό μου. Εκεί που γονατίζω και είμαι θεός.

Μιαν αράχνη πάνω στα τριχωτά και ροδόχροα κράσπεδα.

Απέραντα χαμογελαστός μπροστά στο γυμνό μπούτι και το σπέρμα. Μπροστά στην αιώνια χαρά της δημιουργίας, αυτής της βαθύτατης διανοητικής ατιμίας που ρίχνει τη λάσπη της πάνω σε κάθε μάταιο στασίδι διδασκαλίας ή τελετής.

Ας μη μολύνουμε την αθωότητα με την εκτροφή της. Η ανθρωπιά ανθίζει απ’ τους τραυματισμούς.

Τα τηγανιτά αυγά και ο θάνατος

Αποτέλεσμα εικόνας για salvador dali egg paintings
Salvador Dali: Oeufs sur le Plat sans le Plat (λεπτομέρεια)

[απόσπασμα από το δοκίμιο: Τα τηγανιτά αυγά και ο θάνατος]

 

Την ώρα του δειλινού εμφανίζεται ένα πιάτο με δυο τηγανιτά αυγά. Ένα τρίτο τηγανιτό αυγό κρέμεται από ένα σπάγκο που μοιάζει με αγχόνη εκτός τού πίνακα.

Η διατροφή και οι εκκρίσεις στήνουν το εικαστικό παραλήρημα ανάμεσα σε όγκους που κάνουν το φως να εξελίσσεται σε ένα φανατικό ανταγωνισμό μεταξύ των πραγμάτων.

Τα αβγά στο πιάτο σε πάνε κατευθείαν στην ενδομήτρια ζωή και στις μυστηριώδεις αισθήσεις που τη συνοδεύουν.

Ίσως τα βυζιά της Αγίας Αγαθής ή τα μάτια της Αγίας Λουκίας βρίσκονται μεταποιημένα απ’ το σουρεαλιστικό σκεπτικισμό μέσα στο πιάτο που έφτιαξε ο διαβολεμένος εργάτης-ζωγράφος.

Ο κρόκος έχει φυτρωμένες πάνω του ρόγες ή παράθυρα και η τροφή γίνεται ακαριαία στα μάτια μας η εξέλιξη και η ιστορία του κόσμου που δεν είναι άλλη από τα δεινά του σώματος.

Ο σπάγκος κρατάει δεμένο απ’ το λαιμό έναν άνθρωπο που δεν έχει φύλλο ή ταυτότητα, ένα τηγανιτό αυγό απαγχονισμένο, πάνω απ’ τα θρησκευτικά μοτίβα και τα καθεστωτικά σύμβολα της τέχνης που επιβάλει η οικονομία.

Από τη σκιά του αφηρημένου ανθρώπου, που σκέφτεται για την ευχαρίστηση της σκέψης, ξεπροβάλει ο οργανικός άνθρωπος, που σκέφτεται εξαιτίας μιας ζωτικής ανισορροπίας και ο οποίος βρίσκεται υπεράνω της επιστήμης και της τέχνης.

Είναι η σκέψη που διατηρεί τη μυρουδιά της σάρκας και του αίματος πάνω στις επιφάνειες των πραγμάτων.

Είναι η σκέψη που προτιμά χίλιες φορές μιαν ιδέα που πηγάζει από σεξουαλική ένταση ή νευρική κατάθλιψη παρά μια κενή μεταφυσική αφαίρεση.

Ο θάνατος δεν είναι κάτι που προέρχεται έξω από μας, διαφορετικός οντολογικά από τη ζωή, αφού δεν υπάρχει θάνατος ανεξάρτητος από τη ζωή.

Οι υγιείς και οι φυσιολογικοί, αυτοί, που οι ψυχίατροι και οι ψυχολόγοι ονομάζουν μέσους ανθρώπους, δεν μπορούν να βιώσουν ούτε την αγωνία, ούτε το θάνατο.

Ζουν σα να διαθέτει η ζωή τους έναν οριστικό χαρακτήρα. Αντιλαμβάνονται τη ζωή ως απολύτως ανεξάρτητη απ’ το θάνατο και αντικειμενοποιούν το θάνατο ως μια πραγματικότητα που υπερβαίνει τη ζωή.

Ο Νταλί διακηρύσσει μέσω της πρόστυχης περιέργειάς του πως κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει απ΄ το αδυσώπητο πεπρωμένο του.

Το να διαθέτεις την επίγνωση του θανάτου είναι κάτι διεστραμμένο και κάτι ανεξιχνίαστα διεφθαρμένο.

Ο καλλιτέχνης αυθαδιάζει πάνω απ’ την αφελή ποίηση της ζωής, τα θέλγητρα και τη σαγήνη που αφήνουν πίσω τους ως κόπρανα οι θεολογικές αυταπάτες.

Πως μαραίνει όμως, ο θάνατος, ένα λουλούδι, πως καπηλεύεται το νεανικό σφρίγος, πως κατατρώει το άτομο και την πνευματική δημιουργία σαν ένα καταστροφικό σαράκι, πως σκοτώνει ένα δέντρο ή έναν πολιτισμό, πως χώνεται σε μια μήτρα για να βλάψει την ερωτική σπορά;

Μια αγωνία σε έξαρση συνενώνει τη ζωή και το θάνατο σε μια τρομερή δίνη. Ένας κτηνώδης ανθρωπισμός δανείζεται δάκρυα από την ηδυπάθεια. Η εκδήλωση της δαιμονικής διαλεκτικής της ζωής ως ολέθρια και βασανιστική μαύρη μέθη.

Οι νέοι μιλούν για το θάνατο ως κάτι άσχετο με τη ζωή. Όταν όμως τους πλήξει η ασθένεια, με όλη της τη δύναμη όλες οι αυταπάτες και τα θέλγητρα της νεότητας εξαφανίζονται.

Οι μόνες γνήσιες και αληθινές αγωνίες είναι εκείνες που πηγάζουν από τις ασθένειες. Όλες οι άλλες φέρουν το μοιραίο σημάδι της ακαδημαϊκότητας. Τα τηγανιτά αυγά του Νταλί περιέχουν τη ζωή όσο και το θάνατο.

Οι ασθένειες κρύβουν έναν αντιστασιακό ηρωισμό κι όχι ένα κατακτητικό πόλεμο. Ο ηρωισμός της ασθένειας υπερασπίζεται τα χαμένα οχυρά της ζωής.

Ανησυχία και δυσαρέσκεια που δεν μπορεί να την κατευνάσει άπαξ και διαπαντός η φαρμακολογία ή ο χημικός αντιπερισπασμός της επιστήμης.

Ζωή και θάνατος ανακατεύονται, αφού ο δαιμονικός ρυθμός της ζωής λειτουργεί με απόλυτο παραλογισμό.

Δυστυχώς οι φιλόσοφοι είναι αρκετά επαγγελματίες για να ομολογήσουν τον δικό τους φόβο του θανάτου και πολύ υπερόπτες για να αναγνωρίσουν την πνευματική δημιουργικότητα της ασθένειας.

Οι στοχασμοί τους πάνω στο θάνατο παρουσιάζουν μια υποκριτική ηρεμία, μα στην πραγματικότητα τρέμουν απ’ το φόβο τους περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον.

Απ’ τους αρχαίους στοχαστές που ο στοχασμός τους κατέληγε στο όργιο και στην κραιπάλη μέχρι τους σύγχρονους τσαρλατάνους ακαδημαϊκούς, ας μην ξεχνάμε πως η φιλοσοφία είναι η τέχνη της απόκρυψης εσωτερικών μαρτυρίων.