ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Κατηγορία: παραμύθια

Η συμφωνία

Death_and_the_Standing_Nude

Ήταν κάποτε στην αρχή του κόσμου δυο αδέρφια. Ο θάνατος κι ο Δημιουργός. Ο Θάνατος ήταν μονόχνοτος και φαντασμένος. Καλλιεργούσε τα χωράφια του και πετούσε μετεωρίτες στους πλανήτες που εκάνανε ζημιές. Ο Δημιουργός πολυμήχανος κι εφευρετικός. Κατάφερε μάλιστα κάποια στιγμή κι έφτιαξε τους ανθρώπους με φοβερές δυσκολίες και ελάχιστα υλικά που βρήκε σκόρπια στο σύμπαν. Σπουδαίος μερακλής, δεν άφησε τίποτε στην τύχη. Έφτιαξε τον άντρα και τη γυναίκα και τα υπέροχα πρόσωπά τους. Αιώνες σμίλευε τα κορμιά τους και τελειοποιούσε τα αιδοία τους. Επινόησε έναν δαιμονισμένο μηχανισμό για να ευχαριστιούνται και να αναπαράγονται.

Ο Δημιουργός λάτρευε τα δημιουργήματά του και κατοικούσε τόσο κοντά στη γη που οι άνθρωποι μπορούσαν ν’ αγγίξουν το σπίτι του στον ουρανό. Εκείνες τις πρώτες μέρες της δημιουργίας οι άνθρωποι δεν είχαν ανάγκη να καλλιεργούν. Έφτανε μονάχα να βάζουν καθαρά φλασκιά από κολοκύθες έξω απ’ την καλύβα τους το βράδυ κι ο Δημιουργός έστελνε τα παιδιά του να τις γεμίσουν με φαγητό. Οι άνθρωποι έμοιαζαν με θεούς. Ζούσαν κι αυτοί για πάντα κι ήταν αθάνατοι. Φχαριστιόταν το τρέξιμο και το παιχνίδι και τη γύμνια τους. Δεν είχαν καμιά σκοτούρα για βιοπορισμούς και τέτοια. Όμως η ευτυχία τους δεν κράτησε για πολύ.

Μια γυναίκα της φυλής των ανθρώπων έβγαλε ένα βράδυ έξω απ’ το καλύβι της ένα βρώμικο σπασμένο φλασκί. Ένα απ’ τα παιδιά του Δημιουργού το πήρε να το γεμίσει με φαγητό. Όμως κόπηκε στο δάχτυλό του και πρήστηκε πολύ άσχημα. Ο Δημιουργός θύμωσε άγρια και αποτραβήχτηκε απ’ τους ανθρώπους αφήνοντάς τους χωρίς τροφή. Απ’ τη μέρα εκείνη οι άνθρωποι άρχισαν να κάνουν επιδρομές στα χωράφια του θανάτου για να ζήσουν.

Ο θάνατος τότε πήγε και παραπονέθηκε στον αδερφό του τον Δημιουργό για τη συμπεριφορά των ανθρώπων κι έκανε μαζί του μια συμφωνία. Θα επέτρεπε στους ανθρώπους να παίρνουν σπόρους καλαμποκιού και σιτάρι απ’ τα χωράφια του αλλά θα είχε την άδεια να παίρνει κι αυτός τις ζωές μερικών ανθρώπων κάθε χρόνο. Ο Δημιουργός έκανε αυτή τη συμφωνία γιατί πίστευε ότι μπορεί να τους ξαναφέρει στη ζωή. Έτσι οι άνθρωποι απόκτησαν το καλαμπόκι και το σιτάρι κι ο θάνατος μπήκε στη ζωή τους.

Όταν ήρθε η ώρα ο θάνατος να πάρει τον πρώτο άνθρωπο που ήταν άντρας, η γυναίκα του τον είδε και τον ακολούθησε. Τον πρόλαβε μάλιστα και τον είδε να κολυμπάει σε μια στέρνα που την τύλιγαν οι φλόγες. Αφού μέτρησε τις δυνάμεις της και σκέφτηκε πως χωρίς τον άντρα είναι χαμένη κι η ζωή της άσκοπη, αποφάσισε να τα βάλει μαζί του και να τον σκοτώσει μια για πάντα.

Πήγε λοιπόν και τον βρήκε στο χωράφι του. Παραφύλαξε και τον είδε να κολυμπάει στη φωτιά του που έκαιγε από τόπο σε τόπο. Σε μια στιγμή που ο θάνατος είχε γυρισμένη την πλάτη περπάτησε χωρίς να φοβάται ανάμεσα στη φωτιά και μ’ ένα σπαθί του ’κοψε το ένα του πόδι. Ο θάνατος ούρλιαξε απ’ τον πόνο και η φωνή του σκέπασε όλους τους γαλαξίες και τον κόσμο απ’ άκρη σε άκρη. Από τότε ο θάνατος κυκλοφορεί κουτσός και πληγωμένος κι απαρηγόρητος.

Όταν είδε ο Δημιουργός πως οι άνθρωποι πήραν το νόμο στα χέρια τους και κάνουν ανταρσία θύμωσε πάρα πολύ. Πήρε τότε μαύρο χώμα απ’ το χωράφι του θανάτου και άλειψε τα μάτια τους. Κι από τότε ο θάνατος έγινε στα μάτια των ανθρώπων αόρατος. Κι οι άνθρωποι δε μπορούν να δουν πια το θάνατο όταν έρχεται να τους πάρει….

Ο άνθρωπος που φύτευε βελανίδια

Όταν ήμουν νέος κι έπαιρνα τα βουνά και τα λαγκάδια τότες που μεσουρανούσε η γενιά του τριάντα και βλαστημούσαμε τον Παλαμά με τα κατεβατά του.

Τότες  που αποθεώναμε τα στριφτά σβήνοντάς τα σε σταχτοθήκες πλουμιστές με λίγο νεράκι για να πνίγουμε τις κάφτρες γνώρισα ένα γέρο στο γυμνό βουνό εκεί που δε φύτρωνε ούτε ρίγανη ούτε μέντα κι ο βιοπορισμός ήτανε μέγα πρόβλημα γιατί και τα προβατάκια με δυσκολία βρίσκανε χορτάρι και σπόρους κι ο βοσκός που τα βοσκούσε ήτο σκεπτικός και παράξενος.

Το βράδυ με μάζεψε σπίτι του. Με τάισε με ζέστανε με κοίμισε. Αργά τη νύχτα έβγαλε ένα σακούλι και μετρούσε βελανίδια. Κρατούσε τα γερά αυτά που δεν είχαν σταχτώσει.

Το πρωί δε με ξύπνησε. Τον έψαξα στην πίσω πλαγιά και τον βρήκα με το λοστάρι να φυτεύει τα βελανίδια. Μόλις πλησίασα μου ψιθύρισε κάτι για τις κρίσιμες αποστάσεις. Μετρούσε με τα πόδια από ρίζα σε ρίζα. Βόρεια και νότια κι ανατολικά και το χειμώνα φτιαρίζω το λίγο χιόνι μου είπε για να χώσω τα βελανίδια μου. Φυτεύω τη μέρα εκατό ακριβώς, το μήνα βγαίνουν τρείς χιλιάδες και το χρόνο τριανταέξι. Φυτεύω εδώ και δυο χρόνια. Άλλα βγάζουν ρίζες άλλα δε πιάνουν και μένουνε στείρα. Πήρα απόφαση να φυτεύω μέχρι να πεθάνω. Βόσκω τα πρόβατα και χτίζω πέτρινα σπίτια παρατημένα. Διορθώνω τις στάνες και πίνω το σωστό καφέ και καπνίζω τα καμπίσια τσιγάρα που μου φέρνουνε.

Έφυγα. Κατέβηκα στην πόλη με το ανόθευτο τσίπουρο που μου δωσε και το έψηνε σε κατσαρόλες και μπρίκια και το τυράκι που ήταν έτοιμο να μπανιαριστεί στην αρμύρα. Σκεφτόμουν συχνά την τρέλα του βοσκού τα βελανίδια. Η πόλη μεγάλωνε ψήλωνε. Τα καπνοχώραφα γέμιζαν τον κάμπο. Γίναν εργοστάσια μηχανές και πακέτα τσιγάρων με κάτι γόησσες που καπνίζαν με γλύκα και φαινόταν η λευκή τους σάρκα και τα χειλάκια τους  να πίνουν μπίρες να χαμογελούν.

Μετά ήρθε κρίση. Δηλαδή υπερσυσσώρευση κι άλλα τέτοια νόστιμα. Οι μάζες άρχισαν να κοχλάζουν σαν πρωινός καφές στο μπρίκι. Ο πρώτος μεγάλος πόλεμος άρχισε. Πήγα στο μέτωπο πολέμησα γράσωσα τ’ άρβυλα πέρασα ξυστά από σφαίρες σταύρωσα φυσεκλίκια δάκρυσα κι είδα ακρίδες γαντζωμένες σε φράχτες χάιδεψα τις χιονίστρες μου στο φεγγαρόφωτο.

Ο πόλεμος τέλειωσε γύρισα πίσω έχτισα σπίτι έκανα παιδιά είδα θέατρο καραγκιόζη και κάπνισα μπόλικα στριφτά. Μόλις άρχισα να στρώνω έσκασε δεύτερος πόλεμος πιο άγριος και διαβολεμένος. Έφυγα πάλι για το μέτωπο σα το σφαχτό κι ο δρόμος βάσταξε τριάντα μέρες κι ήταν όλο πέτρες κι αγκάθια. Χιονόνερο και χειμώνας. Αργότερα διαφωτιστής στα Γιάννενα κι αντάρτης.

Οι πόλεμοι μ’ είχαν θρέψει σωστά κι όρμησα κατά πάνω στα θεριά όμως μας σφάξανε και μας κάψανε στο Γράμμο με τους ξένους να δοκιμάζουν στα κορμάκια μας πυρωμένα σίδερα. Φίλησα το χέρι του πεθαμένου μου φίλου πέρασα το ποτάμι γλίτωσα. Πεινασμένος λύκος έκανα γιουρούσι στα χωριά τη νύχτα για κανα καρβέλι. Περπατούσα και κρυβόμουν. Χαμένος ώσπου έφτασα σ’ ένα δάσος στην κορφή του βουνού βελανιδόδασος όμορφο σκιερό. Έπεσα χάμω.

Με βρήκε ένας γέρος βοσκός και με κουβάλησε σπίτι του. Με ζέστανε με τάισε με κοίμισε. Αργά τη νύχτα μισάνοιξα τα μάτια και είδα τη φιγούρα του να τρεμοπαίζει δίπλα στη φωτιά. Ανάμεσα στα πόδια του είχε ένα σακούλι. Μετρούσε σιγοτραγουδώντας βελανίδια. Βούρκωσα κι αποκοιμήθηκα ξέροντας τώρα πια πως τίποτε δεν πάει χαμένο. Πως τα δάση χτίζονται σιγά σιγά για να’ χουν τα πουλιά κρυψώνες στις ψιχάλες και τις θύελλες.