ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Σκάψε με

skapse-me

Σκάψε με
Να πάρω έπαθλο το σπόρο σου
Λέω τώρα, να σου ψάλλω ένα Κεκραγάριο
Λέω, να σου ρημάξω Αρθούρους εραστές απ’ τα μελίγγια
Αχ! το λειρί σου, μεσονύχτιο και λάβρο
Κορμάκι που σε γεύτηκα
Μες στη μακριά φασκιά της αγκαλιάς σου!

Lovers in a field

loverz.jpg

[εγκάρδιος χαιρετισμός στον Loui Jover]

Να προλάβεις ν’ αλείψεις λίγη ζωή
πάνω στο ψωμί της πραγματικότητας
πριν το καταβροχθίσει ο χρόνος, να
προλάβεις στάρι απ’ τα μνημόσυνα
γλουτών, κατηφόρες με γελάδια,
Βαρδούσια τού Άδη κατηφοριές,
να προλάβεις βροχή σε περιβόλι και
κάτω απ’ τα φουστάνια της βατράχους
και ερπύστριες, να προλάβεις την
Αλόννησο με τα ποντίκια της
νυφούλα των μετασεισμών τού
Αιγαίου ρήγματος, να προλάβεις
της ψωλής την πιο έφηβη διάνοια,
τους Γότθους που μετοίκησαν στο
Πέραμα, τις ομιχλώδεις εσοχές τού
κάμπου της Λαρίσης, να προλάβεις
να μεθύσεις με κώνειο τη ματαιοδοξία σου,
να προλάβεις το μουνάκι της υγρό
σαν φρεσκογεννημένο μοσχάρι
μες στα αίματα της αιώνιας σφαγής

Love and deαth Ή Σημειώσεις μετά τη συσκότιση

love-and

Πεθαίνουμε πρόωρα τη στιγμή που χάνουμε την ερωτική μας όραση. Τη στιγμή που η ερωτική μας όραση αποκτά μια προβληματική σχέση με τη ζωή και τη στιγμή που το ανθάκι με την ομορφιά και τις μυρουδιές του πνίγεται άταφο μπροστά στο οπτικό μας πεδίο.

Πριν φτάσουμε στο χώμα και στην τέφρα και πριν αποθέσουμε τον πρώτο μεταθανάτιο ρόγχο μας κάτω απ’ το παγερό μάρμαρο, εντρυφούμε ασύδοτα στις λύπες και στους φόβους που μας έρχονται απ’ τα κεντρικά γραφεία του κυβερνώντος κόμματος της απελπισίας.

Σκεφτόμαστε μόνο το λιώσιμο, με όλους τους άδηλους ειρμούς του, ξέροντας πως η φθορά θα καταλύσει κάθε πέπλο της γύμνιας μας μες στους πικρούς αγρούς.

Μα, αν καταφέρουμε να διατηρήσουμε την ερωτική μας όραση μέχρι τέλους θα έχουμε νικήσει πραγματικά το θάνατο.

Γιατί ο θάνατος είναι η ιδέα τού θανάτου που αν σε καταβάλει και σε πασαλείψει με την πυκνή μαύρη μούτελι της απελπισίας θα σε περιφέρει άταφο και δυστυχή έως λύχνου.

Η ερωτική ματιά μπορεί να φονεύσει όλους τους σοφιστές και τις σοφιστείες τους. Όλους τους υπαλλήλους εφαρμοσμένης θλιβερής ζωής και όλους τους κερατάδες δια βίου πένθους που κονομάνε γρόσια και ευροδολάρια απ’ την έλλειψη ερωτικής ματιάς των ανθρώπων.

Μέσα στα μνησίκακα ρίγη κάθε ρητορείας φόβου και μισανθρωπίας βρίσκεις τα ίχνη της ακατάβλητης σκατολογικής φύσης όσων εξουσιάζουν και όσων πιστεύουν πως πρέπει αυτοί και μόνο να εξουσιάζουν.

Βρίσκεις τους σοφιστές που είχαν πάντα πολλούς πελάτες, διότι η επιτυχία στις πολιτείες τού αρχαίου και τού νέου κόσμου εξαρτιέται απ’ τη ρητορική δεινότητα.

Η βαρύγδουπη ομιλία κάθε αχυράνθρωπου που κοκορεύεται τον ηγέτη, δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για την αλήθεια, παρά μόνο για τα δημιουργικά τεχνάσματα που θα εκτοξεύσει για να κρατηθεί στην εξουσία.

Οι ηγέτες και οι φωτισμένοι και οι παντός είδους ηγεμόνες είχαν ως πρώτο μέλημα το να κατουρήσουν την ερωτική όραση των ανθρώπων.

Να τους κάψουν τα μάτια με το ζεστό τους κάτουρο για να μη βλέπουν στις επιφάνειες της ομορφιάς τα ερωτικά βάθη και τις αλήθειες.

Οι εξουσιαστές μπαμπάδες μαζί με τους παπάδες και τους ψυχολόγους κατάλαβαν νωρίς τη σπουδαιότητα της αγαμησιάς και της κακογαμίας.

Κατάλαβαν πως κοινωνικός έλεγχος σημαίνει ταριχευμένα πουτσάκια και μουνάκια σκόρπια στον καταναλωτικό όλεθρο.

Κατάλαβαν πως όσο τα κορμιά είναι μακριά και η επικοινωνία είναι εφαρμοσμένος αυτισμός εξ’ αποστάσεως, ο άνθρωπος είναι σαρκίο περιφερόμενο, σμιλεμένος απ’ τα πιο θεατρινίστικα εξαρτήματα της φασιστικής αρματωσιάς.

Χωρίς την ερωτική μας όραση γινόμαστε άκαμπτοι και βλαμμένοι τόσο όσο χρειάζεται η σοφή κορούλα υπεραξία της Κυριαρχίας για να βγάζει ζουμί καλοζωίας για τα δικά της τέκνα απ’ τον ακρωτηριασμένο μας πόθο. Απ’ τις καύλες μας που πάνε άκλαυτες σε μνημόσυνα και διατριβές λαμπρού μέλλοντος στα θυμαράκια.

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με γκαυλώνει

opoy

[δοκίμιο για το Ρεαλισμό]

-απόσπασμα-

Όπως ο ήλιος και το φεγγάρι, όπως ο διάολος και το λιβάνι, όπως ο θεός και ο Μπέρτραντ Ράσελ, όπως το μουνί κι ο πούτσος, όπως η μαμά και ο μπαμπάς.

Όπως βλέπουν με φθόνο την ερωτική επίδραση της βαρύτητας πάνω στο νερό, όλα τα πλάσματα, όπως ο ήλιος και το φεγγάρι και προσπαθούν να την εξουσιάσουν πότε πότε παρακρατώντας έναν μεγαλύτερο και πιο άδικο φόρο.

Επιβάλλοντας στο νερό μια κυκλική κίνηση και στη ζωή μιαν επανάληψη, όπως τού σκίουρου στον τροχό κι όπως της φτερωτής που καταποντίζεται σαν αληθινός σκλάβος στη βοή του νερού, δυναμώνοντας το διαβρωτικό ρυθμό της επέκτασης του κόσμου.

Όπως περπατούσα δίπλα στη λίμνη ανακαλύπτοντας ένα ομιχλώδες ατέλειωτο πεδίο μες στην κακόγλωσση άβυσσο της υγρασίας είδα το Μαγγελάνο ποντοπόρο εραστή να βατεύει τις αποικίες.

Είδα τη χώρα μου καρφωμένη στην ψωλή του Χριστού και τα γρεντάλια στο Γράμμο να ψήνουν κομουνιστές.

Είδα το λαμπρό και φωτεινό Εωσφόρο που είχε καρφώσει τα φουγάρα του πάνω στις αρχαίες πέτρες να βγάζει δολάρια κι απ’ την πορδή τού λαγού.

Είδα δόντια απ’ τις μήτρες των κοριτσιών που τα καταγάμησε ο Ντόναλντ Ντακ.

Είδα τη χώρα μου τερατόμορφη γουρούνα, ένα μούλικο, ένα βιασμό πάνω στο όριο Δύσης Ανατολής, εδώ που οι ντομάτες φυτρώνουν δίπλα στα πολυβολεία και το κόκκινο τρυπά την πέτσα απ’ τις καρδούλες των θνητών κι όλοι μια μάζα γίνονται μες στην εμφύλια αναρχία τους και οι σκλάβοι αρχαιοσκάπτες ξερνούν χρυσά νομίσματα, κιθάρες και αδέξια φλερτ των αυτοκτόνων.

Μα πιο πολύ είδα κορίτσια καμωμένα από παράβαση και μουνόχυμα, τα πιο ηγεμονικά μπούτια, μια χώρα ολόκληρη από γλυκοθρεμμένες σχισμές και μια Πομπηία σκόρπια μαδημένη γριά σαν τα φτερά του τσαλαπετεινού που τον παράτησε ο θάνατος στα περιστέρια.

Είδα κορίτσια της φιλαρμονικής του Δήμου να ξεκαρφώνουν το όργανό τους μετά τον εθνικό ύμνο. Και τα λάτρεψα και μ’ αυτά ζω.

Στη Μεσόγειο τού Κύκλωπα που φορούσε περιδέραιο μιαν ερωτική φράση απ’ το μαρτύριο της τύφλωσης, αφήνοντας να γλιστρήσουν απ’ τα δάχτυλά του τα προβατάκια που παν τους καυλωμένους συντρόφους στη Ναυσικά στα λιμάνια και στις παρτούζες.

Είδα κορίτσια λουλουδάκια κομμένα τού αγρού στις ποιητικές ανθολογίες στρατηγών του μεσοπολέμου, στα κάτεργα της Φίνος Φιλμ να κατουράνε σε δώματα, σαν μικρές γοργόνες που περιμένουν τον πρίγκιπα και τον εργολάβο.

Σαν τις μηχανές τού εργοστασίου της ραπτικής αφήνοντας σφυροκοπώντας το πιο ανελέητο γαζί στα μελίγγια της μάνας μου.

Είδα τους γύφτους σαν χορδές από έντερο τεντωμένους και άμαχους, να φτύνουν τα χρυσά τους δόντια για ν’ αγοράσουν πρέζα και μανταρίνια.

Είδα την καταγωγή μου στο σκοτάδι της άγνοιας, εκεί που ρόδιζε η ρίγανη στα οργισμένα σούρουπα της Πίνδου, εκεί που μια κοπέλα δεκάξι χρονώ και πολλών αιώνων αναζητούσε τον πούτσο τον πολύτροπο και ζητιάνευε απ’ την ηδονή δικαιοσύνη και μέλλον, πατώντας πάνω στα θρυμματισμένα κλαδιά της καρδιάς.

Καντηλάκια

%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%b9%ce%bd%ce%b9%ce%b1

Πάντα θυμάμαι μεσόκοπες γυναίκες να συντηρούνται υπαρξιακά ανάβοντας καντήλια στα νεκροταφεία και να αποθέτουν τους ερωτικούς κροτάφους τους δια παντός στο μαρμάρινο παραπέτασμα που περικλείει άφαντα κορμιά και ασκέπαστα από μυστικά και εκπλήξεις.

Νεκροβατούμε στον σταυρικό νυμφώνα ενός μαυσωλείου που το μεγεθύνουν οι θρησκευτικοί φραμπαλάδες και τα στέφανα από καύσιμη ύλη ανοιξιάτικης εσπέρας.

Με τα πορτοφόλια των πιστών να κλωσάνε τις συγκινήσεις, δίκην ερωτικού σπασμού και δίκην σφυροκοπώδους γαμεύσεως.

Κάθε ερωτική επιθυμία τοποθετήθηκε όπως όπως στην κωλότσεπη της φαντασίας και στο πίσω μέρος τού μυαλού και δεν είναι όπως παλιά ένα φτερούγισμα καύλας και μιαν υγράδα που έχει εκκολαφτεί στη ζεστασιά της μασχάλης, εκεί όπου αν μετρήσεις με το ερωτικό θερμόμετρο θα βρεις πυρετούς ανίατους και σακατεμένες ψυχές απ’ την κακή σεξουαλική εκπαίδευση.

Οι δυστυχίες όλες μαζεύονται πάνω απ’ τους τάφους.

Κουφές γυναίκες και κουτσές και στραβές, παραμορφωμένες, που διαθέτουν στιλπνό ξύγκι έγγαμου βίου ή ζωή θρίλερ, καμωμένη από δουλική πρώτη ύλη υπηρεσίας στο σύζυγο στον πατέρα ή στον αδερφό.

Κεντημένες με την ούγια της αποδοχής τού θανάτου φτασμένες εκεί που η φετιχοποίηση της απώλειας φέρνει φράγκα στον παπά και στο δήμαρχο.

Στους ιθύνοντες της προστασίας μιας απονεκρωμένης ζωής και ενός αβίωτου βίου.

Ανάβουν το καντηλάκι τους οι μαυροφορεμένες και οι χαροκαμένες με το σπίρτο που αρπάζει φωτιά απ’ τα μετόπισθεν της ζωής, απ’ την τρέλα που λαγάρισε σαν πειρατική σημαία και σαν λευκό εσώρουχο ερωτικής ανακωχής που θριαμβεύει φυλακισμένο στα μαύρα ρούχα τού πένθους.

Happy Eyes

xapi-aiz

Η ευπρέπεια σχετικοποιεί το συναίσθημα. Θέλγεται από μιαν αγνότητα χωρίς λάμψη και μια σταθερότητα με καταργημένη τη βία της αλλαγής.

Τα επιβλητικά και καμιά φορά στολισμένα λογάκια της, ηχούν όπως το χαλάζι στο ντενεκέ, αφήνοντας ένα υπόκωφο τιποτένιο αλγόριθμο συναλλαγής.

Μπορούμε πάραυτα να τα εκλάβουμε ως πολύ διακοσμητικά όλα ετούτα τα πολύτροπα ανθρωπάκια που μόλις βγάλαν τη χλαμύδα της ορθόδοξης χριστιανικής ευπρέπειας φόρεσαν τη λαιμαριά της εταιρίας που τους αγόρασε απ’ τη μαμά και το μπαμπά.

Ποικιλοτρόπως σκέφτομαι πως μπορεί κάποιος να διδάξει ως αποτυχημένος μαθητής στον επιτυχημένο του δάσκαλο την απρέπεια ως δημιουργική αντίφαση στον κρατικό καπιταλισμό που ευπρεπώς απρεπεί.

Σκέφτομαι πως η διανοητική απρέπεια είναι ο μονόδρομος που μας οδηγεί στην ελευθερία. Σε μιαν ελευθερία όμως που κρατά μέχρι το θάνατό μας, θυμίζοντάς μας πάντα την έξοδό από τον άρρωστο κόσμο.

Η ελευθερία που κατακτάμε είναι να βλέπουμε τα πράγματα αλλιώς.

Να περνάμε με το δάχτυλο ως ζαβολιάρικα γυμνασιόπαιδα το σκατούλι της μύτης κάτω απ’ το θρανίο.

Να σκιαγραφούμε κάθε ομορφιά και κάθε διερχόμενη καύλα. Άνευ ευπρεπείας να ακούμε τη μέσα φωνή του σαρκικού ποιήματος τη στιγμή που αποπνευματικοποιείται κάθε ιδεοληπτικός μηχανισμός περί κοινωνικότητος και επέρχετο στύσις.

Ηρωική στύση, υπερφίαλα υγρή, συνοψισμένη στο σάλιο μιας ανθισμένης πλαγγόνας, που όλα τα συναισθήματα τραγουδούν γι’ αυτή και οι ανεμώνες λιποθυμούν απ’ τη λυρική επιθυμία τού ανέμου να υποτάξει τα νερά και τα μήλα, την ηδονοβλεψία και το λιτό βίο της άδολης αγάπης και της πυγής των δακρύων μας.

Ο ίδιος δεν ξέρω τίποτε γι’ αυτά, με μιαν απόλυτη μόνο εσωτερική ελευθερία που ανακατεύει το αυθόρμητο με το φλογερό, ξαναπερνώντας την άμεση αίσθηση στο ανάπηρο χέρι της πραγματικότητας, όπως οι Βελέσκεθ και οι Ρούμπενς ζωγράφισαν κνήμες και βραχίονες, μαστούς που βαραίνουν και πρήζονται σαν οπώρες που ωριμάζουν και σαν αστροπελέκια που χοροπηδούν στη ρεματιά που βγάζει στο φαλλικό αποτύπωμα της κλειτορίδος πάνω στα ανθρώπινα μυαλά και που εμείς με τις φευγαλέες σωματικές κινήσεις παίζουμε με τον ήλιο και τα χορτάρια και τις φουρτουνιασμένες θάλασσες της μητρότητας, του έρωτα και των παιδικών μας χρόνων.

Φιλί με γλώσσα

fili

Μαθαίνουμε να μιλάμε στα όρια της φθοράς, προτού πέσει η νύχτα. Βρισκόμαστε στους κρημνούς της γλώσσας των λεξικών.

Νιώθουμε σαν έλλειψη τη γλώσσα και γινόμαστε ελλειπτικοί γιατί μας λείπει η γλώσσα, αισθανόμενοι ότι την χάνουμε κάθε στιγμή στην καθημερινή συναλλαγή και έκφρασή της.

Η γλώσσα της καθημερινότητάς μας είναι γλώσσα συναλλαγής και γλώσσα μιας παράξενης ελευθερίας που μας δεσμεύει ακόμα περισσότερο μες στον λαβύρινθό της.

Τούτη η γλώσσα είναι που μας έχει τραυματίσει από πολύ μικρή ηλικία. Οι φωνές των ανθρώπων, οι παροτρύνσεις, η αγάπη και ο θυμός τους είναι Λόγος που μας συντρέχει απ’ τα γεννοφάσκια.

Μέσα στην αγωνία μας να ξεπεράσουμε τον παιδικό αυτισμό της επικοινωνίας με το περιβάλλον μας, η γλώσσα αποκτά μιαν εντελώς ιδιαίτερη σωστική σημασία και υποσυνείδητα τη θεωρούμε σαν το μοναδικό σωσίβιο που γλίτωσε την προσωπικότητά μας απ’ τα δόντια τού υπαρξιακού χάρου που καιροφυλαχτεί.

Νιώθουμε μια παράξενη ευτυχία και μια γλυκιά ευγνωμοσύνη γι’ αυτό το πανδαιμόνιο σπινθήρων απ’ τις φλεγόμενες σημασίες.

Η γλώσσα μάς καυλώνει και την καυλώνουμε, γιατί την βρίσκουμε πάντα εκεί στις ερωτικές εστίες των πραγμάτων.

Γιατί η ποιητική γλώσσα είναι η μόνη δυνατότητα που μπορεί να απόρυπάνει τον κόσμο απ’ τα υποπροϊόντα του και τα δηλητήριά του.

Είναι η μόνη καθαρτική δύναμη στον κόσμο που διαθέτει ο κάθε άνθρωπος απέναντι στη σκλαβιά και τη ματαιοδοξία.

Τα ποιητικά λόγια μπορεί να σου τα ψιθυρίσει μια γύφτισα πάνω στις χαρακιές τού χεριού σου, φτιάχνοντας ένα οργασμικό μείγμα από τη λοιμική των θαυμάτων ή μπορεί η ερωμένη σου με τον πιο κακόφημο γλωσσικό σπασμό να σε κάνει τόσο ποιητή όσο δε μπορούν να σε κάνουν μια ντουζίνα δημιουργικές γραφές.

Τα ποιητικά λόγια είναι η παρόρμηση που αντιστοιχεί στους πρωτόγονους λαούς. Μα οι πρωτόγονοι λαοί είμαστε εμείς που ψάχνουμε με τη γλώσσα την πηγή της ζωής, ακούγοντας τη μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων.

Είμαστε όλοι όσοι δεν έχουμε πατρίδα και ζητάμε-ως πρόσφυγες απ’ την παιδική ηλικία της ανθρωπότητας-φιλοξενία στις πτυχές της. Στις πτυχές μιας γλώσσας που μας προσφέρει τα πιο συναρπαστικά επιφωνήματα απ’ τη γέννηση ως το θάνατο. Τα Αχ! και τα Ωχ! που με την εν δυνάμει κρυμμένη ποιητική τους υπόσταση μας κρατούν ζωντανούς.

Πολιορκία κοντινού μέλλοντος

baron

Όταν το πρώτο βιολί στα εκδοτικά χαρακώματα το παίζει κάποιος άνευρος ειδικός, τακτοποιημένος στο γεωγραφικό μήκος και πλάτος των ιδεών τού αφεντικού του, στους υπόλοιπους, τότε, δεν μένει παρά να χρησιμοποιήσουν το πληκτρολόγιο, ως το ακορντεόν τού τρομοκράτη που καιροφυλαχτεί μαζί με τις μελωδίες του να ρίξει και μια κροτίδα. Όχι τόσο για να τρομάξει την υπνωτισμένη κοινή γνώμη αλλά για να την ξυπνήσει.

Κάθε σκέψη που αναδύεται απ’ τον αφώτιστο εσωτερικό μας κόσμο αγοράζεται φτηνά απ’ τον αρμόδιο νταβατζή για να πουληθεί πανάκριβα ως βασιλικός πολτός ή βουβαλίσιο γάλα.

Οι βιβλιομπακάληδες τού κέντρου των Αθηνών και της περιφέρειας, κάτι φιγούρες που σφιχταγκαλιάζουν τον εαυτό τους, κάτι πρόσωπα χωρίς εξωτερική φυσιογνωμία, πασπαλισμένοι θραύσματα εκφράσεων αυτολύπησης και κακομοιριάς, εγίναν χρυσές σκατόμυγες που εμπορεύονται ως επί το πλείστον την αγωνία τού ψώνιου να δείξει τη φάτσα του στη μαμά, μέσω του κοινωνικού καθρέφτη.

Αρωστούληδες νεογέροντες, αποτυχημένοι καλλιτέχνες αλλά βαρβάτοι εμπορόμυαλοι, καρφωμένοι σε καρέκλες βγάζουν φράγκα απ’ τα ψηφιακά τους μετερίζια με την απλήρωτη εργασία των άλλων.

Ζώντας διαρκώς τον εαυτό τους ως εσωτερική ένταση, αδυνατούν να δεχτούν πως όλο αυτό το σάρκινο τσουβάλι από ράκη και λειψές αισθήσεις και παράταιρους ερεθισμούς καλύπτεται απ’ αυτό το ψέμα της ευπρεπούς δερματόδετης επιφάνειας.

Μα το ψέμα τους είναι και το αλάτι της αλήθειας, είναι η αίσθηση της μοναδικότητας που κουβαλάει σαν σκήπτρο το Εγώ. Και καθώς αυγατίζει μέσα στο χρόνο η κατάσταση αυτή, οι επαναλαμβανόμενες συγκινήσεις και εμμονές αποβαίνουν ναρκωτικά και δηλητήρια.

Η προσωπική ζωή και η προσωπικότητα εξαχρειώνονται και δουλεύουν μονάχα με τις υποψίες που γενούν οι κακοφορμισμένες σκέψεις.

Μικροαπατεώνες που εγίναν εκδότες και εκδιδόμενοι, μεταμφιεσμένοι με τα κωμικά τσαλίμια τού έμπειρου κοσμογυρισμένου που το μόνο που κοσμογύρισε είναι το καπάκι της χέστρας του.

Μεταμφιεσμένοι σακατιλίκια και προσωπικότητα καταραμένου β’ διαλογής απ’ τα λίντλ, όλο πόζα θαρρείς καμωμένη απ’ τις σκιές των ανεμόμυλων, περιμένουν τον πελάτη τους πίσω απ’ τον πάγκο του ταμείου.

Σαν γανωμένα λευκά κουνέλια και σαν μισοτελειωμένες οντότητες που παλεύουν να ξεχάσουν την τιποτένια τους καταγωγή σέρνουν πίσω τους έναν αχό ανισορροπίας και κλονισμού.

Μακριά από κάθε έννοια συλλογικότητας αλλά με όρους κακιασμένου αποκλεισμού λαδώνουν την μηχανή της παρακμής.

Κι όταν το βράδυ, εκεί, στο μισοσκόταδο κατεβάζουν τα ρολά, τινάζονται ψηλά οι μαύρες σκέψεις κι ένα στριγκό παράφωνο ποίημα ξεχύνεται στη λευκή οθόνη, στο κάτεργο της απλήρωτης εργασίας όλων μας.

Κωλογραφία σε κυρτό κάτοπτρο

Captured 2/17/2015. UNVARNISHED. For press ONLY, not for catalog.

Κοιταζόμαστε γυμνοί στον καθρέφτη. Κοιταζόμαστε γυμνοί στον καθρέφτη τού κόσμου. Κοιτάζουμε αυτούς που μας κοιτάζουν. Κοιτάζουμε τα μάτια και τα αιδοία μας.

Είμαστε το θαύμα που βγαίνει από το θέαμα και είμαστε το θέαμα που θαυμάζουμε και είμαστε το θέαμα που γίνεται θαύμα κατ’ αναφοράν.

Είμαστε η εικόνα της εικόνας μας και ο καθρέφτης είναι ο μοχλός της συνείδησης της γύμνιας μας.

Μες στις διάχυτες αντανακλάσεις τού καθρέφτη, μεγαλουργεί η ολότητα της γυμνότητάς μας. Εκεί όπου δεν βλέπεις καθαρτήρια και μετενσαρκώσεις, τυλιγμένος άμφια και λιβανισμένους παραδείσους, εκεί που βλέπεις μόνο αυτό που βλέπουν τα μάτια.

Η ορατή αλήθεια είναι η πιο βαθειά Ποιητική που αγκομαχεί ξέφρενα με περισσό ζήλο σε κάθε σεξουαλικό γαργαλητό.

Όταν πάψουμε να καθρεφτιζόμαστε στα χαρτιά των λογαριασμών και στα σκουπίδια μας θα επιστρέψουμε στον κοινό παρανομαστή του ερωτικού μας καθρέφτη.

Θα περάσουμε ξανά αυτό το θαύμα τού καθρεφτίσματος, όπου το σώμα μας γίνεται μια οντότητα διαφορετική από τα άλλα σχήματα που μας περιτριγυρίζουν, βλέποντας τα πόδια και τα χέρια μας, ανακαλύπτοντας τους λαιμούς και τις κοιλιές μας μες στις πτυχές τού σαρκικού χωροχρόνου.

Ανακαλύπτοντας τον Άλλον σχεδόν ταυτόχρονα με τον εαυτό μας. Και πρώτα απ’ όλα ανακαλύπτοντας ξανά την αρχέγονη μήτρα που μας γέννησε, την μανούλα αυτή που ικανοποιούσε τις ανάγκες μας με το στήθος της, την αγκαλιά της και την ανάσα της.

Το φλούδι αυτό που μας προστάτεψε όταν ήμασταν απροστάτευτοι κι αδιαμόρφωτοι και λιγότερο φοβισμένοι όσο ποτέ, άρα κι επικίνδυνα έκθετοι στους κινδύνους.

Και βεβαίως ανακαλύπτοντας τα υποκατάστατα της μανούλας, αυτά που διαισθανόμασταν στην ατμόσφαιρα ενώ εξελίσσονταν οι ερωτογενείς μας ζώνες.

Όλα τα σκιρτήματα της αρχέγονης βίας και όλες τις ανεξιχνίαστες τρέλες τού γενετήσιου οίστρου και της μνήμης.

Στοματική, πρωκτική, γεννητική, όλες αυτές τις νοστιμιές και τις μιζέριες του παιδικού ερωτισμού, ώσπου να αρχίσει τέλος η μεγάλη τραγωδία, εκεί όπου εμείς οι μικροί Οιδίποδες θα τρέξουμε να συναντήσουμε τη μοίρα μας.

Ποθοφορείον

pothoforion

Ω! δεσποσύνη, εσείς
με κάματε οδηγό Ποθοφορείου
και ιδού
φαντασιώνομαι πως οδηγώ το όχημά μου
εις την ερωτική σας τη γαστέρα
με τους συνεπιβάτες σπερματόζωα
να χύνονται εις τις οδούς των παρειών σας
από στύση σε στύση και τούμπαλιν.
Ω! δεσποσύνη, εσείς
είστε το γάντι
του μουνοδαχτύλου μου τού μουνογενούς
είστε η αρτοκλασία των όρχεών μου
η καπουλοφόρος κόρη των λογισμών μου
η γκέισα των αλύτρωτων οργασμών
η ζαχαρότευτλη Αρθούρα μου
η λιοπύρεια σκοτοδίνη μου
η θηλύτητα τού λεσβιασμού μου
η ιέρεια του οδοντωρύχου μου σπασμού.
Ω! εσείς
είστε η Χαρμίδεια μουνίτσα μου
η Καρχιδόνεια ευχαριστία τού πρωινού μου ψαλμού
η ζυθοφόρος στύσις μου
η αηδόνα τού ουρλιαχτού μου
η οσία Γαμησία μου
το έτερον κοψίδι της ψωλής μου.
Όλο για σας, το ποίημα το αθώο
που το νείρονται οι γεναριάτικοι οίστροι.
Ω! δεσποσύνη, εσείς
είστε η απόκρημνη φρακταλιανή μου κορασίς
καταμεσής εις τα τενάγη της διακορεύσεως.
Είστε ο Κώλος Όλος.
Ω! ρίξτε την αναστάσιμη πορδούλα σας Κυρά μου,
διότι πως αλλιώς
θενά ‘χει κλέος η Αττική και τα υπόλοιπά της!
Διότι πως θα αρχηγέψωμεν εμείς οι ηδονοθήρες
Διότι πως, η άνω τελεία τού ήλιου θα μας κάψει
Διότι πως, θα μας εχθρεύσουν οι αστερόεσσες
και πως θα μας μουσκέψουν οι ονειρώξεις!

Ραντεβού στο νεροχύτη

rantebou

Ο κοινωνικός παρατηρητής πρέπει να είναι ξεροκέφαλος και τραχύς, να τα βλέπει όλα και να τα κρίνει όλα. Αρκεί να μην είναι μπίλια σε κομματικό φλιπεράκι ή μέλος σέχτας συναξαριστών ορθοδόξων ή μη.

Αν μάλιστα η γλώσσα του συνιστά απόσταση από τα αφηγούμενα δεν παύει να συνεπάγεται μια πολύεδρη ειρωνεία.

Χωρίς την ειρωνεία ο κοινωνικός παρατηρητής είναι λευίτης οίκτου και συμπαθείας, ένα παπαγαλάκι που αντιγράφει όλα τα ευνόητα ελαττώματα που παρατηρεί, προβάλλοντάς τα στο καθρεφτάκι που ορθώνεται δίπλα στον πρόσφορο κρόκο του αφεντικού του.

Μέσα στο πλήθος των σκυφτοκέφαλων ανθρώπων, που νηστεύουν τη χαρά και την απόλαυση για να συμμορφωθούν με την προειλημμένη απόφαση του δυνάστη τους, ο κοινωνικός παρατηρητής πλάθει εκατοντάδες παραλλαγές τού εαυτού του.

Κάνει τέχνη την εκλεπτυσμένη πουστιά της σαγήνης για να προκαλέσει πάνω απ’ τις αράδες του το ιλαροπαθές ξέσπασμα.

Για να βαθύνει μέσα στην ψυχική του κηδεμονία το ιδεολογικό υπόβαθρο των λόγων του.

Κατ’ ουσίαν ακολουθεί αναλυτική μέθοδο και όχι σώρευση συμπεριφορών. Και ίσως με άκρα σοβαρότατα πολλές φορές μελετά τη γελοιότητα των κοινωνικών θεμάτων. Μια γελοιότητα που η ανθρωπότητα κουβαλά στην αυτοκρατορική μήτρα τού δεσπότη ή στις γκέτες των ηλίθιων δικαστών.

Μια γελοιότητα σπαρμένη σε κάθε οργανωμένη κοινωνία που καταδυναστεύει ο κρατικός συγκεντρωτισμός και οι παράγωγες δομές τού κεφαλαιοκράτη.

Ο κοινωνικός παρατηρητής τρέφεται κυρίως απ’ το λογοτεχνικό ψωμάκι που φουρνίζει καθημερινώς μέσα στη νεωτερική καρναβαλική πραγματικότητα.

Βλέπει την κακία που χαιρεκακεί, την αδικημένη ψυχή που μάχεται τους άλλους, όλες τις αποχρώσεις της μνησικακίας που κυκλοφορούν μέσα στις νεοφιλελεύθερες δυτικές κοινωνίες.

Δείχνει με το δάχτυλο ένα πιο ανθρώπινο και πιο φυσικό τρόπο ζωής σε όσους αναμένουν πάνω στις αποσκευές τους το φτερωτό λεωφορείο που θα τους οδηγήσει στον πληρέστερο όλων των παραδείσων.

Δείχνει πως ο παράδεισος είναι έξω απ’ το παράθυρο, εκεί όπου η λαγνεία και ο λιτός βίος είναι φυσική ροπή και όχι διαστροφή του γραφειοκράτη.

Εκεί όπου αποφασίζεις την ανυπακοή και την απελευθέρωση, παύοντας να ξεσκατίζεις τα παιδάκια των εφοπλιστών και να σενιάρεις την κόκα στα καθρεφτάκια τού συνδέσμου βιομηχάνων και του συνδέσμου Σας γαμώ όλους με τα λεφτά μου.

Η καυλωμένη Λεμονιά

lemon

Στο λογοτεχνικό καμβά πλανάται σχεδόν κελαριστά μια σχάση μεταξύ λέξης και σκέψης.

Στα δύσκολα έργα που παράγονται απ’ την αξιοθαύμαστη ανθρώπινη μηχανή της παρατήρησης, η λέξη και η σκέψη συγκρούονται σε βαθμό που η γραφή να λειτουργεί ως πριονοκορδέλα από ατσάλι.

Μέσα σε κάθε νοσηρή και αφιλόξενη πατρίδα, ένα μαγικό ραβδί καμωμένο από λέξεις, τρεμοπαίζει στο χέρι όσων δεν αγαπούν τα περίστροφα και τις ξιφολόγχες.

Πάνω από μνημεία και τάφους έως εκεί όπου η τρέλα παραληρεί, προχωρεί ατρόμητος μπροστά σε κάθε εφιάλτη ο καυλιάρης ποιητής.

Διότι ο καυλιάρης ποιητής είναι αυτός που ανοίγει δρόμους, για να έρθουν έπειτα με τα παλιά βαφτιστικά τους κουτάλια και το ψαλίδι των δημοσίων σχέσεων, να κόψουν την κορδέλα και να περπατήσουν σ’ αυτούς τους δρόμους που αυτός άνοιξε.

Δεν χρειάζεται ν’ αυτοκτονήσεις για να γίνεις Καρυωτάκης γιατί απλά ο Καρυωτάκης δεν αυτοκτόνησε αλλά τον αυτοκτόνησαν. Κι αν πράγματι είχε να διαλέξει ο Καρυωτάκης μεταξύ ζωής και θανάτου να είναι σίγουροι όσοι κονόμησαν απ’ τη θανατολαγνεία που πούλησαν για λογαριασμό του, πως αυτός θα διάλεγε τη ζωή.

Ένα απλό βήμα πολλές φορές αρκεί για να ξεκινήσει η χιονοστιβάδα και για να γίνεις χιονοστιβάδα πρέπει να τολμήσεις αυτό το απλό βήμα.

Ένας φλώρος που παραδίδει οικιοθελώς μαθήματα δημιουργικού ευνουχισμού της φαντασίας δεν μπορεί να κάνει ετούτο το απλό βήμα.

Ετούτο το απλό βήμα το επιχειρούν οι καυλωμένοι άνθρωποι γιατί γνωρίζουν πως το να συντηρείς την καύλα σου σημαίνει πως η ζωή προχωρά ακόμα και μες στα ερείπια.

Σημαίνει πως η ζωή θαμμένη ακόμα και κάτω απ’ τα φθαρμένα παραπήγματα κάθε αυταπάτης, παίρνει την εκδίκησή της και ακτινοβολεί και αμύνεται και προχωρά. Διότι κατά βάθος το θέμα είναι ένα. Να προχωρήσουμε τη ζωή ένα βήμα πιο κάτω. Γιατί η ζωή δε σταματά στο λάκκο που θα θάψουν το Εγώ μας.

Γιατί η ζωή είναι μια καυλωμένη λεμονιά που μαζί με τους χυμούς έχει και δολοφονικά αγκάθια, έτοιμα να τρυπήσουν την αλαζονεία της σάρκας, ματώνοντας τα δάχτυλα, κάνοντας το ανθρώπινο πνεύμα να αφήσει τις ματωμένες του δαχτυλιές πάνω στα καπούλια της πραγματικότητας, της πιο δύστροπης ερωμένης.

Λουκάνικα Φρανκφούρτης

stomas

Αν δεν καταλύσεις τη λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, ανάμεσα στη λαγνεία και την αγνότητα, ανάμεσα στην κόλαση και την αγιότητα, δεν θα δεις το φως το αληθινό και δεν θα γευτείς τις οδύνες της ανθρώπινης φύσης και τις παραφυάδες των αισθησιακών της εκβλαστήσεων.

Αν δεν αποτυπώσεις στο βλέμμα σου την ανταρσία των πλασμάτων που ζουν στο υπόγειο είναι σα να πέρασες απ’ τον μισό κόσμο, μισός κι εσύ και διαμελισμένος.

Αληθινή πατρίδα μας είναι η γήινη περιοχή μεταξύ πνεύματος και σώματος, εκεί όπου εμείς οι άνθρωποι μανιωδώς εγγράφουμε τις μικρές και ασήμαντες ιστορίες μας.

Όντα με σάρκα και οστά και φλεβώδεις σκέψεις που με μια συγκινητική αδημονία υπογραμμίζουμε τα πρωτόλεια αισθήματά μας. Άνθρωποι όλοι μας εκτεθειμένοι σε άνισες καταστάσεις τραγωδίας και μεγαλείου, πάθους και σοφίας, παραφροσύνης και αθλιότητας.

Αναβαπτιζόμαστε διαρκώς και αδιαλείπτως στην ποθητή μήτρα της εξιλέωσης που προσφέρει ο λόγος και τα λόγια.

Μέσα μας παφλάζει ένα πελώριο άγριο ζώο που ξεχειλίζει από χυμούς και συστρέφεται κάνοντας τις θύελλες της καρδιά μας να κατεβαίνουν στα δάχτυλά μας. Και τότε ξεσχίζουμε άλλα κορμιά και άλλες σάρκες με τη μέθοδο τού πολέμου ή τη μέθοδο τού έρωτα.

Ζούμε τον ακρωτηριασμό τού μνημονικού μας Είναι. Η μνήμη μας αδυνατεί να συλλάβει πως υπήρξαμε κάποτε αδιαχώριστοι, τόσο πολύ, τόσο Ένας. Η μνήμη μας επανέρχεται στιγμιαία πάνω στο γαμήσι, εκεί όπου, θέλοντας ή μη, γινόμαστε ο Ένας, εκπληρώνοντας τόσο τραγικά τον ισόβιο πόθο μας για αθανασία.

Μα η μνήμη ετούτη πολλές φορές χάνεται μέσα στις πυρετικές κραυγές μιας ψεύτικης απόγνωσης, δημιουργώντας ένα παραπέτασμα πλουμιστής απελπισίας που γίνεται ρομαντισμός των καλοθρεμμένων.

Πολλές φορές η μνήμη τού έρωτα όταν ο έρωτας έχει αποδημήσει και τα αιδοία έχουν στεγνώσει σαν γύφτικοι τεντζερέδες μένει μια κοπρόλαλη βαναυσότητα που θέλει να περάσει για αγέρωχη στάση ή για λυγμός, πάντα στολισμένη με ποιητικούς φραμπαλάδες.

Αλλά στον υπόνομο της μνήμης που έγινε ανάμνηση ισχύσει ο ρεαλισμός των αρουραίων. Ο άνθρωπος γίνεται ανθρωπάκι υπονομεύοντας τη λαλιά του, χάνοντας δια παντός τον έρωτα, στήνοντας ταυτόχρονα το μνημειακό του κενοτάφιο υποταγμένο στη θλιβερή υπεροψία του.

Γίνεται ένα χοντρό πλάσμα που κάθεται σε μια καρέκλα νυχθημερόν γράφοντας τον πόνο του. Ένα πλάσμα επικίνδυνο και βίαιο. Επικίνδυνο γιατί είναι τυφλό και βίαιο γιατί παθαίνει.

Γεια σου Amedeo Modigliani

montiliani

Μια λεπτή και παλλόμενη μεμβράνη χωρίζει τον ζωγράφο από τον κόσμο του. Το δώμα του, μέσα απ’ το οποίο ασκεί την τέχνη του, έχει την εξώκοσμη υφή των πραγμάτων που τα φθείρει το άγχος, το πένθος, η ζήλεια, η κατάθλιψη.

Η μοναδική άμυνα της μεμβράνης τού καλλιτέχνη είναι η διαφάνειά της. Ο Μοντιλιάνι γνώριζε-πληρώνοντας ακριβά αυτή τη γνώση-πως η ραφιναρισμένη ομορφιά τού ανθρώπινου πυρήνα είναι ευάλωτη σαν χάρτινο παραπέτασμα.

Μεταξύ θυμού και απελπισίας δείχνει πως μπορεί να στρέφει κανείς τα μάτια του στην ομορφιά. Δείχνει πως η γύμνια των κορμιών δεν έχει κανένα φόβο, σα να ξέρουν αυτά τα ίδια πως θα έρχονται στον κόσμο ξανά και ξανά.

Αυτός ο ένθερμος ποιητής των χεριών και των σωμάτων, των γυναικείων προσώπων και των γυμνών θηλυκών κορμιών, που τα έχει γραπώσει σε φλογερές πόζες, θαρρείς μέσα σε ονειρώδεις παραμορφώσεις και συστροφές, με τα παραισθησιακά τους βλέμματα, με όλη τη δραστήρια ιταλική χάρη που αναδίδει η σάρκα τους.

Αυτός, ο Μοντιλιάνι, που άρχισε να ανασταίνει σε μακρόστενες μορφές και ποιητικές χλομές αρμονίες την σπουδαία ιταλική τέχνη, που την είχε αποσυνθέσει το σημιτικό φύραμα έπειτα από δυο αιώνων καλλιτεχνικό ύπνο, πέθανε νωρίς.

Μέσα σ’ αυτό το γαλλικό περιβάλλον, που συντηρούσε μόνο ατομικές εκδηλώσεις, αντανακλώντας την τέλεια αναρχία των πνευμάτων.

Σε μια εποχή όπου η κατεξοχήν ατομικιστική έκφραση της ζωγραφικής επανακινούσε την ευαισθησία της πάνω σε καινούργιες βάσεις, στην οποία το άτομο εμφάνιζε την τάση να υποταχθεί στο γενικό συμφέρον, περιμένοντας τον ριζικό μετασχηματισμό της οικονομικής τάξης πραγμάτων.

Ο Μοντιλιάνι ως ηρωικός πολεμιστής εναντίον ενός βάρβαρου ακαδημαϊσμού, πετάει την περικεφαλαία για να αδράξει σοβαρός το ταμ ταμ.

Κομίζει στην τέχνη αυτό το διαλυτικό πνεύμα, μεταφέροντας σ’ ένα άλλο επίπεδο τις ανάμεικτες εικόνες της διάρκειας και τού χώρου.

Οι γυναίκες του τόσο γήινα διαβολικές και τόσο γεωμετρικά απόκοσμες, στολισμένες με τις πυρόξανθες μουνότριχες και τα νεανικά βυζιά τους, αποτυπώνονται ως ειδώλια ενός αρχέγονου ερωτισμού, θαρρείς φρεσκοβγαλμένου απ’ την υγρασία των σπηλαίων στα βρώμικα αλλά ζεστά καλλιτεχνικά δώματα των επαναστατών της ζωής που με βιτριολικό βρόντο ξεσπά από μέσα τους η καύλα για ζωή.

Κι αν ο Μοντιλιάνι κατάφερε κάτι σπουδαίο αυτό είναι να μείνει στα μάτια μας ως εραστής και όχι ως έμπορος. Ως ποιητής που τού άρεσε ο καπνός και η παρέα χωρίς καπεταναίους και μάχες. Πάντα φυτεύοντας ένα μικρό σκάνδαλο στον κόρφο της ερωμένης του και στον κόρφο αυτού του μάταιου αλλά συναρπαστικού Κόσμου.

Τα δύο όλα

ta-dio-ola

Ο μαρξισμός προσπάθησε αγωνιωδώς να δώσει μιαν ανθρωπολογική έμφαση στο εξωτερικό εργαλείο και κατά συνέπεια στην εξέλιξη και τις προεκτάσεις του χεριού, υπογραμμίζοντας την αλλοτριωτική μηχανοποίηση του ανθρώπου, συγκεντρωμένη στα χέρια του Κυρίαρχου της υπεραξίας.

Ο φροϋδισμός έδωσε έμφαση στη νατουραλιστική προπέτεια του φαλλού, σαν σύμβολο παντοκρατορικό και κυρίαρχο, σημαίνον τού ασυνειδήτου, άρα και του Λόγου, ταυτίζοντας έτσι τη γνώση άρα και τη γλώσσα με την επιχείρηση αλλοτρίωσης και εκμετάλλευσης τού Κυρίαρχου της υπεραξίας κάτω από οποιεσδήποτε κοινωνικές συνθήκες.

Η ποιητική γλώσσα απ’ την άλλη, συνιστά τον βαθμό μηδέν της γλώσσας που αμφισβητεί κάθε κυρίαρχη ομιλία, αφού στην πραγματικότητα εισάγει τον αναλυτή απ’ την κρυφή πύλη των δομών ως εντεταλμένο του Κυρίαρχου της υπεραξίας και μάλιστα ως ένα πρότυπο κεκαθαρμένου όντος που ανεξάρτητα απ’ τις κοινωνικές δομές μπορεί να παίξει το ρόλο του απελευθερωτή. Κατά βάθος όμως παραμένει ο κληρικός των υφιστάμενων ιεραρχήσεων.

Η Νύμφη Καύλα

nifoyla

Η ποίηση ξυπνά μέσα μας το σεξουαλικό ένστικτο κάνοντάς το χαρά της δημιουργίας και γραμματική βίου ανθόσπαρτου και ανοιχτού στις εκπλήξεις.

Ζωή με εκπλήξεις σημαίνει σπάσιμο τού ρυθμού της επανάληψης μιας καθημερινότητας που την καταπίνουμε αμάσητη σαν λουκάνικο μέχρι να πνιγούμε.

Αν δεν υπάρχει όμως αυτό το αγκάθι μέσα στη γλώσσα να προκαλεί αντιδράσεις, να γρατζουνά, να κεντά, να τραυματίζει, οι εκπλήξεις θα περνούν δίπλα σου κι εσύ θα κοιτάς στον καθρέφτη να βρεις στο νάρκισσο χαμαιλέοντα μια ρυτίδα.

Είναι σπουδή το να μπορείς να βγεις κάθε φορά απ’ το χώρο που έχουν ορίσει άλλοι για σένα αρχίζοντας το ξέφρενο παιχνίδι με το χρόνο.

Αρχίζοντας να παίζεις με το τόπι της Ναυσικάς και την οσμή της αγάπης, όταν τα σώματα αγκαλιάζονται και τυλίγονται στην αγωνία της μικρής παύσης της ανάσας ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο.

Ο προστατευτικός και εκδικητικός μας άγγελος είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Ο χρόνος μας είναι απειροελάχιστος όταν περνάει μέσα στη συντήρηση και τη γκρίνια.

Όταν εξατμίζεται σε μια κοινωνικότητα χαζοχαρούμενη και βλαμμένη.

Όταν μια σταλιά υγρασίας τού απέναντι βλέμματος του Άλλου την αφήνουμε να εξατμιστεί και να χαθεί στον υπόνομο των καλών τρόπων και της ορθότητας που επιτάσσει η γραφειοκρατία του συναισθήματος.

Όταν ζούμε μέσα στην ανεκπλήρωτη ανάμνηση των πόθων και την κατάθλιψη, μοιρολάτρες και δυστυχείς, κάνοντας το θυμό και το θράσος μας βιτριολική κακία και βία.

Είμαι ξαπλωμένος στην όχθη της λίμνης. Είμαι υπερήφανος κι ευτυχισμένος ξέροντας πως στην πραγματικότητα οι δύο αυτές λέξεις είναι υβριστικές λέξεις.

Είναι λέξεις επαναστατικές και εκστατικές. Διότι απ’ τη μια η υπερηφάνεια δεν σε αφανίζει απ’ τον κόσμο αλλά σε κρατά μέσα εκεί στο κουκούλι της αλήθειας και της ζωής, κάτω απ’ το γαλανό ουρανό και τα ευρηματικά πλάσματα.

Διότι η ευτυχία σού υπογραμμίζει πως δεν υπάρχει κανένα φόβος να αντιπαλέψεις, παρά ο φόβος και η ανθρώπινη ματαιοδοξία που γεννά αυτό το αιωρούμενο μακρινό βουητό του θανάτου.

Διότι η ευτυχία σε κεντρίζει πάντα να δεις, πως, όσο και αν όλα τα αισθήματα εκποιούνται από τη δύναμη και το χρήμα, πως, όσο κι αν η αγάπη διαβρώνεται συχνά από την αμφιθυμία και το βίτσιο ή το μίσος, η δόξα της αγάπης και η καύλα για έρωτα και ανταπόκριση παραμένει το πιο μονοδιάστατο και κάθετο συναίσθημα.

Κάθομαι εδώ στην όχθη της λίμνης. Κι είναι τούτος ο φοβερός καημός της «αθανασίας» που με χτυπά κατακέφαλα. Και με χτυπά στο πουτσοκέφαλο. Και σκέφτομαι πως η υπέρτατη στιγμή που ο άνθρωπος είναι άνθρωπος γιατί γίνεται ζώο, πλάσμα του κοσμικού ρυθμού, είναι η στιγμή του γαμησιού.

Αυτή η πιο μυστηριώδης στιγμή. Η πιο συναρπαστική απ’ τις ανθρώπινες λειτουργίες. Απ’ την μνήμη, την ηθική, την παλινδρόμηση, την λήθη. Ακόμα κι απ’ τους μηχανισμούς άμυνας και καταστροφής.

Κάθομαι εδώ στην όχθη της λίμνης. Αιωνίως καυλωμένος. Και δε ζητώ συγνώμη γι’ αυτό.

Σαλώμη

salomi

(απόσπασμα)

Ακόμα φέγγει. Άλλοτε τ’ όνομά μου ήταν Σαλώμη και τώρα Εβραϊκά γρανάζια Α.Ε. Αισθάνομαι να περιστρέφονται οι τροχοί. Τα μικροδευτερόλεπτα με ρυθμίζουν.

Μες στο κεφάλι μου έχω αυτό που πρέπει να βγει. Ο σταυρός στο στήθος μαύρος. Όταν βυθίζομαι στον ύπνο είναι το φως πιο δυνατό απ’ ότι όταν ξυπνάω.

Το όνομά μου ήταν Σαλώμη μα δεν υπήρξα ευτυχισμένη. Η ευτυχία μου ήταν μια γλώσσα που ζητούσε αίμα. Ένα μικρό κουβάρι γλώσσας που ήθελε να τυλιχτεί χορεύοντας γύρω απ’ το λαιμό του Βαπτιστή.

Έβγαζα σχεδόν ετοιμοθάνατη τα πέπλα μου ένα ένα.

Κάθε που ο πόνος ακουγόταν στην καρδιά μου, ψιθύριζα στον Βαπτιστή τον έρωτα της μάνας μου, την καύλα της να γαμηθεί όπως εγώ σκληρά έως θανάτου, να νιώσει τι εστί ηδονή μέσα απ’ την ομορφιά μου.

Το βράδυ εκείνο ζήτησα στ’ αλήθεια, ο ένας από μας να δει τον άλλον. Τα μάτια είχε ο προφήτης ορθάνοιχτα κάτω απ’ τους επιδέσμους.

Ο θεός ήταν στα μάτια του σαν σκεπασμένο θρεφτάρι για θυσία.

Ο πούτσος του μια κρύα μάζα που όρμησε μέσα μου απ’ τη μύτη και το στόμα. Έφεραν ένα λευκό πιάτο. Ο άντρας της μητέρας μου σαν υπνοβάτης μέσα μου, σαν δήμιος εραστής. Όλο έδενε τα πέπλα μου ένα ένα απ’ το σπασμένο χέρι της πίστης του.

Αυτή η σάρκα μου τού σκοταδιού από στάχτη και γλυκό μουνί, από ίχνη ζώου που ξεμπούκαρε απ’ το στόμα τού διαβόλου, ζητούσε ένα μαχαίρι για το σφαχτό.

Ζητούσε να οξύνει την ακοή του απογυμνωμένου που αφουγκράζεται έναν ήχο.

Τώρα, που τόσο απογυμνώθηκα σκαρφάλωσα στο λαρύγγι του την ώρα του οργασμού κι είδα το αίμα να πετάγεται τόσο που δε διέκρινα ουρανό και γη, τόσο που έμεινα σαν άνοιξη υγρή μετά το φόνο απ’ τα μαλλιά να κρατώ τον εραστή της φωνής του θεού.

Απ’ τις κομμένες φλέβες του έβλεπα να στάζει αίμα, ένα τσόφλι παχύ από σκληρό πόθο. Ν’ αφήνει πίσω μια γραμμή τρυφερότητας και καταφρόνιας. Ν’ αφήνει την οσμή απ’ τα τελευταία κόπρανα το λιανισμένο κορμί.

Και το κεφάλι του στα σκέλια μου. Ένας βρόμικος αχνός από άνθρακα και ιδρώτα. Το κεφάλι του άρχισα να βυθίζω στραγγαλισμένο μέσα μου. Να νιώθω τη σιωπή του θανάτου στο πετσί μου.

Μητέρα εγώ τού θανάτου και χασάπισα, τύλιξα με τα πέπλα μου το κεφάλι του Βαπτιστή, να το πετάξω στα σκυλιά. Να χορτάσουν.

Με λένε Μαίρη Λού και Μαύρο Κύκνο

kiknos

Με λένε Μαίρη Λού
Γέρους φωτογραφίζω για να βγάλω το ψωμί μου
Δεινόσαυρους σε καφενεία των Αθηνών
Τον Κύριο Φαλακρό Μαυροκόρακα
Τον Κύριο Ανθολογία Ποιητών Μεσοπολέμου
Τον Κύριο Ανάπηρο Κινηματογραφιστή
Τον Κύριο Υλικά Κατεδαφίσεως
Τον Κύριο Ορμονικές διαταραχές
-πασπαλισμένο Μάη του 68-
Τον Κύριο Κωλοτούμπα Ενταύθα
Με λένε Μαίρη Λού
Ο γκόμενός μου ελέγετο Λουκουμάς Εργένης
Έχει διπλά ονόματα, ακούει τζαζ
Και με πλακώνει στις μπουνιές όταν μεθάει
Των παλαιόθεν Αχαιών μεταφραστής και παπαγάλος
Με λένε Μαίρη Λού
Γέρους φωτογραφίζω μ’ ένα κλικ και περιμένω
Να φύγουν οι δεινόσαυροι μακριά
Να ξεβρομίσει η πόλις
Να βγάλω το μουνάκι μου στον ήλιο
Να ρίξει η κλειτορίς μου ένα βλαστήμι
Σ’ αυτούς τους Ηλιθίωνες τους γέρους
Που ούτε ένα ποίημα δε μου έγραψαν της προκοπής
Κι όλο με μαραζώνουν με αναμνήσεις που δεν έζησαν
Με αναμνήσεις Άλλων
Με κούφιες ρητορείες αλλά γαλλιστί
Με λένε Μαίρη Λού και Μαύρο Κύκνο
Και περιμένω έναν αθίγγανο αρτίστα
Να με γδύσει στο τσαντίρι του
Είμαι παιδούλα, ξέρετε, γεμάτη συνειρμούς
Λογοτεχνίες και τέτοια τα βαρέθηκα
Μονάχα το ταγισμένο κιλοτάκι μου
Θέλω να τού προσφέρω
Το ερωτικό μου ξύγκι
Να το αλείψει με τα δάχτυλα
Στο ημιτελές πορτραίτο τού φαλλού του

Μελάνια

melania-trumpo-593x400

Πόσα ξενύχτια μ’ έθρεψαν, Μελάνια, το ξέρεις.
Πως σου έγλειφα γονατιστός τις καλτσοδέτες
το θυμάσαι
τότε που με διόρισες ρεπόρτερ
στον Πόλεμο Του Κόλπου σου
τότε που μ’ έλεγες χαϊδευτικά
γλυκό μου μαντολάτο
τότε που μ’ έλεγες καλόγερο Σαμουήλ
και τι σπιρτάδα μου έγλειφες να γίνουν όλα Κούγκι
τότε που δούλεψα ως λιπαντής
στη Φάρμα σου στο Κάνσας
και οι καρδιολόγοι του Μεμόριαλ
μου βρήκανε υγρό στο μυοκάρδιο
μου βρήκαν χύσια σου στην αορτή
και στον δεξί μου όρχι μώλωπες
απ’ τον τελευταίο σου σπασμό
πριν φτάσει ο κακούργος ο χαλίφης Ντόναλντ Τράμπ
για να σ’ αρπάξει.
Ω! Μελάνια, το ξέρω
θα ρθείς να σβήσεις τα κεράκια
της χιλιοστής μου εκσπερμάτωσης
στο Γκουαντανάμο.
Θα ρθείς να μου χαρίσεις για ενθύμιο
το πρώτο σου μουνόπανο
την παρθενιά σου να έχω πάντα φυλαχτό
σε κάθε εικονικό πνιγμό του οργασμού μου.

Faber & Faber

faber

Στο δεξιό μηρό σου ορνιθοσκαλίσματα ιχθύων.
Εγώ, γέννημα θρέμμα μπολσεβίκος
μες στο μπολ με τα ζουμιά.
Όσο να πεις μηλίγγι
έφτασε ο Πολυνήσιος γίγας οργασμός
ουρλιάζοντας
πόσο πετσοκομμένη υπήρξε η ψυχούλα μου
πόσο η ψωλίτσα μου ορθή
που εζήλεψε τα χούγια ενός λόρδου
ενός λονδρέζου γητευτή
που καταβρόχθιζε τεκνά ως διορθωτής
στον οίκο faber & faber
στον οίκο απωλείας
μιας χώρας έρημης
δίχως σπληνάντερα
δίχως Βοϊδοκοιλιές και οροπέδια Λασιθίου
μονάχα κάτι χαμομήλια ελέω θεού
για τα τοιχώματα της κόγχης τού στομάχου
μονάχα κάτι αποικιακά συμπλέγματα σε ασανσέρ
με μπάτλερ και βασιλικά βυζίαν.
Ω! σφίγγες αινιγματικές
κι εσείς κορίτσια των Μακντόναλντς της Αμέρικα
που μεταδίδετε έρπητες και μύκητες
στα βλέμματα υπέρβαρων ανδρών
σκύψτε ν’ ακούσετε σεισμούς της Μεσογείου
πως μαλακίζει ο εγκέλαδος το ρήγμα της Ανατολής
πως καβαλάει τη Δύση η λιθοσφαίρα
πως κάνει παρά φύσιν σεξ
με το θωρακικό λοβό της οικουμένης
η Ασία.

Λογοθεραπεία

logon

Η στιγμή της συνομιλίας ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα σημαίνει το τέλος των Λόγων.

Ο Λόγος προηγήθηκε για να συναντηθούν τα κορμιά. Αφού η συνάντηση επετεύχθη δεν υπάρχει Λόγος αλλά η αποκαλυπτική σκηνή της σεξουαλικής συνεύρεσης των σωμάτων που παγώνει μέσα στη σιωπή.

Το σώμα κατεχόμενο από πόθο καθίσταται ο τόπος μιας παράξενης συνάντησης.

Καθώς, η πραγματική συνομιλία είναι σιωπηρή, ένα θέαμα εκτυλίσσεται μπροστά στο βλέμμα των συζύγων. Με τη σιωπή ανοίγει το παράθυρο της φαντασίωσης.

Με τη σιωπή όλα μας δείχνουν ότι ζυγώνει μια κάποια μεγάλη συμφωνία μεταξύ του ζεύγους, που ένα αρχέγονο κάλεσμά της είναι αυτές οι διάσπαρτες μορφές που επιδιώκουν να ξανασμίξουν.

Το γαμήσι κάνει το ζεύγος να γεννιέται και να πεθαίνει, να ξαναγεννιέται και να ξαναπεθαίνει εν νέου μπροστά στα ίδια του τα μάτια, καθώς κατακρημνίζεται στην αντίστιξη της οικουμενικής και συνεχούς κίνησης.

Ασφαλώς υπάρχει μια καινούργια άνοιξη για του ανθρώπους όταν αποφασίζουν να τρίψουν τα σώματά τους. Όταν αποφασίζουν μαζί με τα βρακιά τους να κρεμάσουν στα τσιγκέλια της σιωπής και τις αναστολές τους.

Άνοιξη τραγική, όπως όλες οι ανοίξεις, τότε που ενεργούν ο φόνος και ο οργασμός για να αυξήσουν και να πολλαπλασιάσουν την ενέργεια για γονιμοποίηση.

Άνοιξη που μέσα της όλα ξεχειλίζουν για να φέρουν στο χείλος της δαιμονικής κίνησης τα κορμιά.

Θαρρείς πως η ερωτική μανία έχει βγει από ένα υπόγειο καμίνι, στο οποίο μια κάποια φλογερή λάβα απ’ τα ανθρώπινα έγκατα ανάμεικτη με τη φυσική ομορφιά και τη δύναμη των σωμάτων παίρνει κάτω απ’ το χτύπημα των σωματικών σφυριών τη συνοπτική και συμπαγή μορφή που είναι αδύνατο να τη διαλύσει το οποιοδήποτε τυχαίο στοιχείο.

Τίποτε δεν μπορεί να διακόψει την ερωτική μανία και τη στιγμή της ερωτικής σιωπής. Ακόμα και την ώρα του σεισμού ή της πυρκαγιάς ο έρωτας βγάζει τη γλώσσα του με όλη τη θριαμβευτική και αυθάδη ακινησία του.

Ένα υπόκωφο κύμα ζωτικής ορμής θέλει να χορτάσει αυτό τον ώμο, αυτό το λαιμό και αυτό το μέτωπο, να φωτίσει το μάτι με μια λάμψη θεϊκής τρέλας, να διατρέξει τα στρεβλωμένα αιδοία με χυμούς και σπέρματα ζυμωμένα στην παραδείσια αρμονία της συνεύρεσης.

Πάντα μέσα στην καθαρότητα και την αθωότητα της ερωτικής μηχανικής που αδιαφορεί για το καλό και το κακό.

Πάντα με μια άγρια, ακόρεστη και χαρωπή όρεξη. Εκεί όπου ο στροβιλισμός των κορμιών δίνει την αίσθηση μέθης και ιλίγγου και απελπισίας βαθειάς, κεντημένης πάνω στη φθοροποιό συνείδηση του οργασμού.

Πάνω στην επιληπτική στιγμή της εκσπερμάτωσης που στοιχειώνει όλους τους εγκεφάλους.

Οι ομορφιές του τόπου μας Ή Οργασμός στην Τριχωνίδα

didaktvr

Σε βρήκα τσούπα μου,
πικρούς καφέδες να σερβίρεις
σε μνημόσυνα γλυκόζης.
Σε βρήκα στη διχάλα μιας ελιάς
να ξύνεις με το νύχι σου το μέλλον.
Σε βρήκα ως καρπό ελαίου
και σε άλειψα στα μπούτια μου
για να γλιστρούν απ’ τις ανάσες τα φωνήεντα
να ορτσάρουν κόντρα στο λαιμό
τα λυγερά λιοπύρια,
τα βυζάκια σου.
Αχ! σε τι υψόμετρο κορίτσι μου ν’ ανέβω
στο όρος Παναιτωλικόν για να σε ξεφλουδίσω!
Στον Κατελάνο
που φοράει φωτοστέφανο λουλούδι μυγδαλιάς
ή εκεί
στη μπουκαπόρτα του μυελού της Τριχωνίδος
που όσο να πεις
μας αγκαλιάζει όλους τους ελάσσονες
και μας κρατά ζεστούς μες στα υγρά της.
Εκεί, στη θέση Πόρτο Κάβλα
και στη θέση Πισωκολλητό των θυγατέρων της Μυρτιάς
στη θέση Ράμφη εραστών ερωτοφαγωμένα
στη θέση Κιλοτάκια Μουσκεμένα
αχ! πάρτε με κι εμένα
που είμαι διδάκτωρ υγροτόπων
που είμαι διδάκτωρ οργασμών
αχ! πάρτε με. Ιδού!
Περνάει το λεωφορείο των εννιά
από το Θέρμο για τον Άδη.
Περνάει ο εισπράκτωρ να τσεκάρει
τα κολπικά υγρά τού βλέμματός μου.

Άφρικα

africa

Σε ξέρω Αφρική μανούλα.
Σε ξέρω Άφρικα
με τους παραποτάμιους στρατάρχες σου στο Νίγηρα
και τις σκληρές σου πέτρες.
Πάω μαζί σου στο κρεβάτι
στο άνοιγμά σου
εγίνομαι Ζαΐρ.
Μην αστοχήσεις Άφρικα
θέλω ξυλιές στα κωλομέρια
καθώς θα γίνομαι μικρό αιδοίον Νείλου ποταμού
φρέσκο αλατάκι τρίβοντας απ’ τους ιδρώτες σου.
Να! κοίτα
πως τρυπώνω με οξειδωμένη αναπνοή στο είδωλό σου
Κοίτα με, ζορισμένο και βουβό
να πολεμώ κι εγώ τους φαλλοκράτες.
Κόκκινο αίμα απ’ το μαύρο σου μουνί.
Ω! Άφρικα να μην ενδώσεις
μείνε γυμνή δια παντός.
Είμαστε νιόπαντροι το ξέρεις και το ξέρω
με θέλεις στο λαρύγγι σου.
Την ευωδιά τού δέρματός σου
-ω! Άφρικα-
θα παραλάβω απ’ τα Φλαμίνγκο,
και θα σε πω πριγκίπισσα Αιτωλίας
και θα σε πω σοπράνο με ωοθήκες Οχτωβριανής
και θα σε πω όλων τον φρύνων σου βασίλισσα.
Ω! Άφρικα
νεφρό ετούτου εδώ του άστρου που έσβησε
τού εγκέλαδου ο εκρηκτικός θυμός
η λάβα απ’ τα βάθη της ρομφαίας.
Ω! Άφρικα
σου γράφω γιατί είμαι στερημένος από νύχτες Ιουλίου
σου γράφω ως άρχοντας βατράχων
που μας χωρίζει η άβυσσος Μεσόγειος.
Ω! Άφρικα σου γράφω γιατί είμαι το τσογλάνι σου.

Ο Λαγός και τα πετραχήλια

xrisi_avgi_heil

Το ποίημα είναι η κραυγή μας αλλά και πάλι είναι ο τρόπος που έχουμε να κρατάμε σημειώσεις πάνω στις ψηφιακές πλέον, χαρτοπετσέτες αυτού του σκυλάδικου που λέγεται Κόσμος.

Το ποίημα είναι ίσως η λάμα με την οποία λίγο-λίγο προσπαθούμε να κόψουμε την αλυσίδα που μας δένει με το ξερατό μας.

Ως σκυλιά δεμένα σε κάποια αυταπάτη στοιχίζουμε τις απόψεις μας ανάμεσα στο διπολισμό που μας έχουν επιβάλει οι θεσμοί της Υπεραξίας.

Η μαμά Υπεραξία και ο μπαμπάς Κεφαλαιοκράτης έχουν δυο σπουδαία παιδιά που τα φροντίζουν με περισσή αγάπη. Το Κράτος και η αδερφούλα του η Εκκλησία είναι εδώ δίπλα μας και κοντά μας.

Ο Λαγός, ο Αμβρόσιος, ο Άνθιμος, οι ΜηΚυΟ. Με τον Καμμένο ή με τον Πετρουλάκη, με τον Τσίπρα ή με το Μητσοτάκη;

Διλλήματα βγαλμένα απ’ τα σπλάχνα της Σκύλας που γεννά εκμετάλλευση και βομβαρδισμούς. Απλήρωτη εργασία και πληρωμένους οργασμούς.

Μα, το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο το πρόσωπο.

Μα, εδώ καταφθάνει το ποίημα με τα πιστόλια του.

Ένα μεγάλο μέρος του ποιητικού αγώνα-όσο κι αν αυτός φαίνεται μάταιος-είναι να μην εξαιρούμε τίποτε απ’ τη γλωσσική ύλη που είναι και σκέψη και πράξη με όλη την εξωστρεφή της επιθετική σημασία.

Για να μην καταντήσει ο λόγος μας μια περισπούδαστη περιττολογία που την περιφέρουν δόκιμοι νεανίες και μη στις ματαιόδοξες αυτοαναφορές τους, θα πρέπει να δείξουμε το Κακό με το δάχτυλο.

Γιατί το Κακό δεν βρίσκεται εκεί που μας δείχνουν. Γιατί το Κακό και τα αυγά του τα απιθώνουν στη συνειδησιακή μας μήτρα κι εκεί γενούν και γίνονται τέρατα.

Γνωρίζουμε την «κρίσιμη μέρα» της αρρώστιας που μνημονεύει ο Ιπποκράτης. Η λέξη Κρίση συνορεύει πάντοτε με το θάνατο, η δε ημέρα της Κρίσης προϋποθέτει μάλιστα το θάνατο, τον κτόνο.

Η Κρίση είναι ανθρωποκτόνος. Σκοτώνει όχι αόριστα ανθρώπους, αλλά τους ανθρώπους μιας συγκεκριμένης τάξης.

Αντίθετα απ’ τους δογματικούς που στενεύουν και διαστρέφουν την πραγματικότητα, έχουμε χρέος να αγκαλιάσουμε την ολότητα και να διευρύνουμε όσο μπορούμε τα όρια του Σημαντικού.

Γιατί το Σημαντικό είναι αυτό που πάντα μας ξεφεύγει πάνω στην αδυναμία μας να περιφρουρήσουμε τις επαναστάσεις που κάναν άλλοι για μας.

Πάνω στην αδυναμία μας να γίνουμε εμείς η αλλαγή αλλά και ο πόθος για αλλαγή.

Όχι να καούμε αλλά να κάψουμε την ψευτοανάγκη του ανθρώπου για Εξουσία και μαστίγιο. Την ανάγκη τού Λαγού και των συνοδοιπόρων του για κωλοδάχτυλα και βρισιές στους πιο αδύναμους ανθρώπους του κόσμου. Στα παιδιά.

Σεμινάρια πολέμου για ιεροκήρυκες

seminaria

Πολλές φορές, μια ισχυρή και εύθυμη μελωδία παρασύρει και λικνίζει όλες τις απελπισμένες κινήσεις μας. Μια μελωδία που ξεγλιστρά απ’ τα έγκατα του σώματος και φτάνει να γίνει φωνή.

Μια φωνή που έχει στην ανάσα της την ελπίδα και μια φωνή που σωματοποιεί την βαθιά ανάγκη τού να είμαστε ανθρώπινοι.

Μια φωνή που δουλεύει ενάντια στους ανθρώπους του Κράτους και των συνενόχων του.

Μια φωνή που δε χρησιμοποιεί τη σύγχυση, τη βία και τους μύθους για να διαιωνίσει τις συνθήκες Κυριαρχίας.

Μια φωνή που αντανακλά τη συνείδηση της επιθυμίας μας που αγωνιά να ορίσει εκ νέου τα πράγματα, παλεύοντας με νύχια και με δόντια για να μην καταλήξει εμπόρευμα που αυτοθαυμάζεται.

Για να μην καταλήξει γελωτοποιός στην αυλή των ποιητικών οραμάτων που έθρεψε η αφέλεια της κοινωνίας τού θεάματος.

Ανάμεσα στην εξέγερση και στην ποταπότητα παλεύουμε για την αυτοεκτίμησή μας.

Παλεύουμε να πάρουμε την εξουσία που διαμορφώνει συνειδήσεις βαδίζοντας με προσοχή στο ναρκοθετημένο πεδίο της αποδοχής που αποτελεί την έσχατη παγίδα για την προμηθεϊκή λογοτεχνία και την επαναστατική προοπτική.

Αυτό που κάνουν σήμερα οι μηχανισμοί εξουσίας είναι να ενσωματώνουν το διαφορετικό. Να υιοθετήσουν τους καταραμένους και τους περιθωριακούς προσφέροντάς τους δείχτη ασφαλείας και ένσημα αποδοχής.

Αυτοί, που γράφοντας δεν κατασκευάζουν τραμπούκους ή θαυμαστές δεν μπορεί να γράφουν παρά με το συκώτι τους έκθετο στο γύπα της εξουσίας.

Αυτοί, που ακόμα μπορούν και υπογραμμίζουν στην ιδεολογική τους ιχνογραφία τον υποβιβασμό τού Είναι σε Έχειν και τη διολίσθηση τού Έχειν στο Φαίνεσθαι μπορούν και διαβάζουν σωστά την ολοκληρωτική κατοχή της κοινωνικής ζωής απ’ τα συσσωρευμένα αποτελέσματα της οικονομίας.

Αν κατανοήσουμε βαθειά, πως, μας επιτρέπεται το Φαίνεσθαι μονάχα όταν παύουμε να υπάρχουμε, τότε θα νιώσουμε την ανάγκη για δράση και την ανάγκη να υπάρξουμε ξανά μέσα στην ερωτική μέθη που προσφέρει η συλλογικότητα.

Σήμερα που η επιτυχία και η αριστεία είναι συνυφασμένες με το να επιτρέπουμε στον εαυτό μας μιαν απόλυτη αφαίμαξη για χάρη της εμφάνισης το σχοινί ενός ψεύτικου εαυτού σφίγγει γύρω από το λαιμό της κοινωνίας που θεωρεί κρίση την επίθεση του καπιταλιστή.

Όλες οι σκωπτικές παρηχήσεις περί ελευθερίας που εκτοξεύουν οι ιεροκήρυκες του φιλελευθερισμού είναι στην πραγματικότητα χυδαία καλέσματα ανελευθερίας.

Από τα τρίσβαθα των σπλάχνων μας αποβλέπουμε όχι στην ελευθερία αλλά στην απελευθέρωση.

Ξαναβρίσκουμε το υπέρτατο σύμβολο που είχε επινοήσει ο Αισχύλος για να δυναμώσει το θάρρος μας, όταν είδε να πετά γύρω από τον Προμηθέα το σμήνος των Ωκεανίδων.

Πρωτοπορία ή Θάνατος

A man wearing a traditional carnival mask dances during Shrovetide celebrations, in the Rumsiskes village, some 89 kilometers (56 miles) north of Vilnius, Lithuania, Saturday, Feb. 6, 2016. Shrovetide is a traditional Lithuanian holiday marking the end of winter, one of the merriest events in Lithuania. (AP Photo/Mindaugas Kulbis)

Γυρνάμε κουρασμένοι από τις άγονες δοξασίες και τις περίπλοκες ερμηνείες του κόσμου.

Στρέφουμε την προσοχή μας προς την καθαρή στιγμή της ύπαρξης με όλο το διαβολικό ζωηρό Εγώ μας. Μα ο νους δε βρίσκει ανάπαυση.

Η πραγματικότητα, ακόμα και στις πιο όμορφες και ευνοϊκές της εκφάνσεις, δεν ικανοποιεί στο βάθος, την ανήσυχη φύση μας.

Η αντιπαλότητα μεταξύ των φυσικών πραγμάτων και του ανθρώπου αφήνει το αίμα της στο καθιστικό μας. Απέναντι στο απύλωτο στόμα του καλλιτέχνη, δεν κατορθώνει να σταθεί παρά το αδηφάγο στόμα του θεατή.

Στη χαώδη και θεολογικά ανυποστήρικτη ζωή μας έχουμε την υποχρέωση να βρούμε τη δική μας φωνή και να εφεύρουμε τα δικά μας άσματα σωτηρίας. Θα πρέπει να γίνουμε οι ιερείς της δικής μας ανάστασης και οι καταστασιακοί που δεν παπαγαλίζουν το παρελθόν αλλά προεκτείνουν την καύλα τους στο μέλλον.

Ακόμα κι όταν γινόμαστε ποιητές τεράτων, μονόφθαλμοι διαμορφωτές μορφών και πραγμάτων που ζευγαρώνουν το ψεύτικο και το αληθινό σε ένα.

Σε καιρούς πολέμου και κοινωνικής βίας οι μεγάλοι καλλιτέχνες ξεπηδούν μέσα απ’ τη συστημική συναγωγή.

Είναι αυτοί που έχουν τον πλούτο και τα εργαλεία, αλλά και το καλλιτεχνικό θράσος να κατουρήσουν τον υπουργό του πολιτισμού που κάθεται στα μπροστινά καθίσματα.

Να ανακατέψουν τα γιδόσκατα του μαντριού με τα Τέσσερα Κουαρτέτα του Έλιοτ.

Να πάνε τον ερωτισμό ως την τελευταία λάμψη της μεμψιμοιρίας που υπαγορεύουν οι οικονομικές σχέσεις.

Αν δεν ξαναγίνουμε διαλεκτικοί ξεφεύγοντας απ’ τις διπολικές διαταραχές του καλού και του κακού, του όμορφου και του άσχημου, είμαστε καταδικασμένοι να ξεπέσουμε στην παραμυθία και την ύπνωση.

Αν δεν προβάλουμε τους σαρκώδεις χαρακτήρες μας πάνω στα κείμενα, εξωθημένοι στην πιο οργιαστική τελετουργία, θα χάσουμε τη μια και μοναδική ευκαιρία να δημιουργήσουμε σχέσεις αμοιβαιότητας και χαράς.

Η χαρά και η ευχαρίστηση δεν εγγράφονται σε καμιά οιδιπόδεια κατάσταση προεφηβικού κλαυθμού αλλά είναι πάντα τα ζητούμενα της πρωτοπορίας. Της ερωτικής μας νιότης που απ’ τις κρυφές εκλάμψεις της δραπετεύει στην καθημερινότητα.

Η τέχνη ή θα γίνει καταστασιακή ή θα πεθάνει και μαζί της θα πεθάνουμε κι εμείς.

Οι καλλιτέχνες είναι καλλιτέχνες κάθε μέρα στην πορδή και στο σάλιο τους. Στον τρόπο που βλέπουν και στον τρόπο που οδηγούν τους άλλους να βλέπουν.

Πέρασε ο καιρός της διακόσμησης και ο καιρός των αναλλοίωτων πραγμάτων. Τώρα, εν πικρία και ζόφω, περιμένουμε τη γενιά που θα πάρει το μπαλτά και θα εισβάλει στα μουσεία, σπάζοντας τις συμπαγείς μορφές από μάρμαρο ή πορσελάνη.

Κομματιάζοντας τα μπιμπελό της αναγέννησης και τα μαυσωλεία της Κυριαρχίας.

Θρυμματίζοντας κάθε αναπαράσταση και κάθε μορφή. Ανθρώπους, καμήλες, κριάρια, φίδια, ελέφαντες, αγγέλους και διαβόλους, θεούς και δαίμονες και υπάκουες θεραπαινίδες, όρθιες ή ξαπλωμένες, ασάλευτες μορφές που φρουρούσαν τον ύπνο των αυτοκρατόρων.

Κανένα κορίτσι δεν είναι χορτασμένο

degas

σπουδή στον Edgar Degas

Ακούστε! Ακούστε!
κανένα κορίτσι δεν είναι χορτασμένο
χορταριασμένα είναι τα κορίτσια
άνθη και σπινθηροβόλα σπαρτά.
Κύριε, συλαμβάνεστε μού λένε τα κορίτσια στο δρόμο.
Ελάτε να μας χορτάσετε
πήραμε το στραβό δρόμο της ατέρμονης πλήξης
που μας έδειξε ο μπαμπάς
Ελάτε όμως, εσείς
πέραν της φύσεως
όπως αρμόζει στην ποίηση για Δον Κιχώτες
ελάτε να σας αυτοκτονήσουμε
ελάτε να σας γαμήσουμε όπως γαμούν τα διαβολάκια
ελάτε στις δακρύβρεχτες παρειές
Ελάτε Κύριε Γαμίκο
Κύριε Ιησού Γαμιά
το σώμα και το αίμα σας θέλουμε.
Ακούστε! Ακούστε!
Ακούστε μας
σπλάχνα διαθέτομε αχόρταγα
και γλυκό τού κουταλιού από προηγούμενο βιβλίο σας.
Μεταμφιεζόμαστε για σας
σε απαγορευμένους καρπούς
εξοστρακίζουμε φιλιά
χοροπηδούμε
Ελάτε!
είναι χαρμόσυνες οι μέρες της ζωής
ελάτε στις αρτηρίες μας και στις πυροθηλές μας
ελάτε μουσαφίρης
-έχομε τράγο απόψε-
ερωτιάρικα αστέρια να μας κοιτούν.
Κύριε, ροδοκόκκινες είμεθα ως τα τρίσβαθα
κάμνομεν κωλοτούμπες
ιερογαμίες
γαυγίζουμε σαν πεταλούδες
και σαν φίδια τυλιγόμαστε
γύρω απ’ τους οργασμούς που καταφθάνουν
και χύνουμε χύνουμε χύνουμε
σαν μυροβλύτισσες
σαν θυελλοβροχές
σαν ξεκωλιάρες
σαν γαμιόλες
σαν Αγίες.
Ελάτε Κύριε
μετά το σεξ θέλουμε πάλι σεξ
αγκαλιές
σεξ
αγκαλιές
σεξ
ελάτε να δείτε
ελάτε να θαυμάσετε το μουνί μας
και το μουνάκι μας
ελάτε με τα δάχτυλα να ψαύσετε
το γεωλογικό μας θυρεό
την κλειτορίδα μας.
Ελάτε κύριε γλωσσοκοπάνε
λαγοκοιμάται η βία στα βυζιά μας
οι ρόγες μας ζητούν να απαγγείλουν ένα ποίημα σας.
Ελάτε
-ασέλγεια εστί τρομοκρατία-
τις πορνικές σας κοκαΐνες θέλουμε
ω! Κύριε
ελεήστε μας καθώς το αίμα εβρίσκετο σε κοχλασμό
οι αδένες μας καθώς τεντώνουνε
τη γέφυρα των στεναγμών.
Ελάτε Κύριε ποιητοτροφοδότα
ελάτε Κύριε μετασχηματιστή υγρών
ελάτε Κύριε ζουλάπι
ελάτε Κύριε
το μουνί μας είναι στομάχι που θέλει φαΐ.
Κανένα κορίτσι δεν είναι χορτασμένο Κύριε.
Τα κορίτσια δεν θέλουν μπίζνες και γόνδολες
τα κορίτσια θέλουν αγάπη.
Μόνον τα κορίτσια διαθέτουν μεγαλοφυία, Κύριε.
Προς αποφυγήν παρεξηγήσεως όμως
τελειώστε το ποίημα σας και ελάτε Κύριε.
Η νεύρωσις της τέχνης προηγείται
Μα, να τελειώσετε το ποιημάτιόν σας ως εξής:
Κανένα κορίτσι δεν είναι χορτασμένο, μαλάκες.

Lovers and other dreams

lovers

Ονειρευόμαστε, βουτώντας μέσα στην πιο γόνιμη ασυνειδησία, για να αποκομίσουμε αυτό το πολύτιμο αίσθημα ανάλγητης νοσταλγίας για την ερωτική πράξη.

Όλα μας τα όνειρα είναι όνειρα έρωτος και αφροδισίας. Ρεύσεις που η αγωγιμότητά τους οξύνει την παράφορη σύγχυση που έχουμε για τα κορμιά που ποθούμε.

Στο όνειρο ξεδιπλώνεται η μαστοφόρος φύση των αισθήσεων, μες σ’ ένα αφωτοσκίαστο φως, φανερώνοντας το βάραθρο κάθε χαδιού που παράπεσε.

Στο όνειρο η οικεία ηδονή της απόλαυσης τού εαυτού συναντά τον Άλλο, εκμηδενισμένο και απόβλητο, ενσωματωμένο στα νύχια μας και στα δόντια μας.

Επιθυμούμε πάνω στην κόψη της ανεκπλήρωτης ηδονής να περπατήσουμε ξυπόλυτοι και να χορέψουμε τόσο γυμνοί όσο στο θάνατό μας. Τόσο ελεύθεροι όσο τη στιγμή που γλιστράμε απ’ την κοιλιά της μάνας μας.

Ονειρεύομαι. Εκείνη κι εγώ. Εγώ κι εκείνη. Είμαστε πραγματικά εδώ. Την κρατώ. Την φιλώ. Την κατέχω και με κατέχει τόσο αληθινά που η αλήθεια μοιάζει ψεύτικη.

Τόσο ζωντανά που αναβρύζει αφρός απ’ τα βαθιά κι ακτινοβόλα τοιχώματα του ύπνου. Αχ! εκεί νιώθω πια πως είμαι όλος σπλάχνα. Ένα βρέφος που βλάστησε μες στην αγνότητά του ο ερωτικός χωροχρόνος και ρίζωσε σε μια μυστική ζωή αμετάφραστη για όσους δεν κάνουν όνειρα.

Για όσους ψάχνουν στους ονειροκρίτες αυτό που έχουν στα σκέλια τους κι αυτό που θέλουν τα σκέλια τους. Για όσους ψηφίζουν πρώιμο θάνατο και αιώνιο γήρας.

Τα όνειρά μας τα εκσφενδονίζουμε στην πραγματικότητα και πολλές φορές τα ζούμε με βρόντο και σπασμό.

Τα όνειρά μας τουρτουρίζουν στο σκοτάδι της αρχέγονης βίας και γίνονται εφιάλτες και ένταση και νερό και πάγος. Σχεδόν τα σβήνουμε για να φτιάξουμε απ’ την αρχή τις ερωτικές μας πλεκτάνες, για να σπάσουμε πλάκα με τη λαλιά του μέσα Εαυτού, που μες στο σηραγγώδες εργοστάσιο του εγκεφάλου δουλεύει νυχθημερόν χορδίζοντας τη φιλαρμονική μας συνείδηση.

Τα όνειρα είναι μουσική και λόγος και εικόνες. Είναι οι κολοσσιαίοι εραστές που κολυμπούν ευτυχισμένοι στις σεξουαλικές μας δεξαμενές.

Τα όνειρά μας είναι ολοκληρωτικά, αλλά ο ολοκληρωτισμός τους έχει κάτι απ’ τα πιο φευγαλέα αριστουργήματα και κάτι απ’ τις πιο αέναες περιπλανήσεις μας.

Η ονειροπόληση είναι μια αγγελική επιστήμη που σε περίπτωση θυμού ή απελπισίας συνιστά να στρέφουμε τα μάτια προς τον ουρανό.

Ανάμεσα στους μηρούς μου τώρα νιώθω την Εκκλησία και το Κράτος να με φρενάρουν. Τη βλακεία των συνανθρώπων μου να μού παραπονιέται και να μου γκρινιάζει. Μα η γλύκα του ύπνου θα με παραλύσει σιγά-σιγά. Θα με οδηγήσει εκεί που θέλει το κορμί μου να πάει.

Ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης που φρουρεί το φύλλο μου θα παραμερίσει. Η Αγία Θηρεσία μου ξεκουμπώνει το παντελόνι. Ο Όσιος Ποτάπιος μου βγάζει τα πουκάμισο. Η Αγία Μαρκέλα ναρκώνει το θεό για να μη βλέπει και να μην ακούει τα προκλητικά δημιουργήματα του ονείρου.

Πάει τέλειωσε η πραγματικότητα. Η αϋπνία έδωσε τη γλύκα της στην παγκόσμια τρέλα του ύπνου. Ανεβάζω την ηδονή μου στην ψηλότερη κορυφή. Ονειρεύομαι άρα υπάρχω.

De Profundis

depro2

Καμιά καρδιά ανθρώπινη δε γλυτώνει απ’ τα φυσικά φαινόμενα. Κι υπάρχουν καρδούλες που λαχταρούν από αιώνες τον εμπρησμό και αγαλλιάζουν με την ξαφνική ικανοποίηση της αμνημόνευτης δίψας τους για εκπύρωση.

Αυτός ο κόσμος, δαμασμένος αλλά και εχθρικός όπως είναι, υποχρεώνει τη συναγωγή των ανθρώπινων σχέσεων σε αυτοοργάνωση εναντίον του.

Όταν τα γραπτά μας δεν είναι αλοιφές για υπαρξιακές πληγές και γρίνιες, αλλά ερωτικές επιστολές, σκορπισμένες γύρω απ’ τις αιχμές του σεξουαλικού ενστίκτου, τότε η ποιότητα αυτής της συναλλαγής υπονομεύει την τάξη του κόσμου.

Αν δεν οδηγούμαστε κάθε στιγμή στην πυρά μ’ αυτά που γράφουμε καλύτερα να σταματήσουμε να γράφουμε.

Αν δεν προσεγγίζουμε την αψηλάφητη γραμμή της ερωτικής συγκίνησης τότε δεν μας θέλει κανένας έρωτας και καμιά σπάταλη ύπαρξη που ζητά ανταπόκριση. Που ζητά έναν πύρινο λόγο, καυλωτικό μες στην ιερότητά του. Μες στα ζωντανά και παραβιασμένα σωθικά.

Εκεί που αγωνιωδώς προσπαθούμε να αποστρέψουμε μια στιγμή το βλέμμα απ’ τον έρωτά μας για να γευτούμε τον ήχο του. Το γδούπο του ερωτικού εμβόλου και τον μακρύ λυρικό μονόλογο της μηχανικής των σωμάτων.

Η ποίηση γίνεται ένα απέραντο θέατρο των κορμιών που χρειάζονται το λόγο ως εργαλείο για να γαμηθούν σωστά.

Και τα θηλυκά και τα αρσενικά έχουμε το σημείο διέγερσης στο ακουστικό νεύρο. Όλη μας η φυσιολογία εξαρτάται απ’ το πνεύμα που γίνεται χέρι για τα χάδια και δάχτυλα που διαβρώνουν το πνεύμα εισβάλοντας στις σχισμές του κορμιού.

Εκεί που η φύση φρόντισε να φτάσουν οι απολήξεις των ακουστικών νεύρων. Εκεί που η ερωτική πράξη είναι αποτέλεσμα κάθε λόγου και κάθε ποιήματος, που είναι λόγος και ποίημα και όχι πίτουρα για οικόσιτες καρακάξες.

Αν ο λόγος δεν σε ερεθίζει είναι λόγο βλαμμένος και λόγος μαγαρισμένος απ’ το ναρκισσισμό του γραφιά. Αν όμως ο λόγος σε ερεθίζει τότε σε οδηγεί σε ακατονόμαστε πράξεις.

Σε οδηγεί εκεί, στο λίχνισμα της διέγερσης και στον μελωδικό αναβρασμό της σάρκας που ανακινεί τη λεπιασμένη λάσπη της συνήθειας.

Τίποτε δεν μένει όπως το βρήκα. Τίποτε δεν αφήνω όπως το βρήκα.

Στα χέρια μου φυτρώνουν κρατήρες κορμιών που έχουν στα χείλη τους τη λάβα απ’ τις πνευματικές μου προστυχιές. Που έχουν τον οργίλο σπασμό του ζώου μες στον θηριώδη ερωτικό αδένα του κόσμου. Τους στεναγμούς και τα άλμπουμ φωτογραφιών. Τα κόλλυβα και τα πιεσόμετρα και τους απάνθρωπους πυρετούς.

Και βροντοφωνάζω στα καθάρματα, πως, μέχρι να πεθάνω θα ζω. Θα ζω εν υγεία και ηδονή και όχι στο κελάρι του κλαυθμού μου για να με λυπούνται πετώντας μου κέρματα αποδοχής στην ταμειακή μηχανή αυτολύπησης που έστησα με δανεικά.

Πριν πω το αντίο και θρονιαστώ στις βασιλικές βλεφαρίδες της αιωνιότητας και πριν γίνω απειροελάχιστη στάχτη που θα θρέψει τους μολυντικούς σπόρους, αφήνω να φυτρώσουν πάνω στο δέρμα μου οι εκρηκτικοί έρωτες. Αυτοί οι έρωτες που τους κερδίζει η ζωή μου εις βάρους του ύπνου μου.

Όταν οι γκαστρωμένοι καιροί οδηγούνται στην έκτρωση

an2_0011

Όταν η βεβήλωση χάνει την τερατόμορφη ιερότητά της και γίνεται φάρμακο για την ανία των γερασμένων παιδιών, φαίνεται πως, η λογοτεχνία ανασηκώνεται για το τελευταίο της τούρλωμα.

Η ποιότητα της λογοτεχνίας που φτάνει στ’ αυτιά και τα μάτια μας απ’ τις κυνηγητικές σάλπιγγες των ευρωπαίων εκδοτών, κακοχωνεύεται απ’ τους εγχώριους μεγαλοπρεπείς Αγιατολάχ της εσπερίας.

Φαίνεται πως γράφουμε πολύ αλλά δεν εξάγουμε τίποτε. Και φαίνεται πως η ξενομανία των αθηναίων επαρχιωτών έχει ένα ατσαλένιο περίβλημα πάνω απ’ την ανυποχώρητη και γλοιώδη εμμονή της.

Τα μηρυκαστικά των εφημερίδων και οι θεματοφύλακες της λογοτεχνικής επετηρίδας όχι μόνο έχασαν κάθε δριμύτητα αλλά γυρίζουν αναιδέστατα τις μαλακές εύτρωτες κοιλιές τους στον αναγνώστη.

Η γλώσσα τού ανθρώπου χωρίς ιδιότητες γυρίζει στη φυλακή που έχτισαν γι’ αυτόν οι ειδικοί και οι επαΐοντες. Κι εκεί συστρέφεται σαν κολοβωμένο φίδι.

Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων δεν φανερώνεται στον καθρέφτη ούτε με τη βαθύτερη εκπνοή.

Οι μεγαλοεκδότες και οι μεγαλοτσολιάδες της διανόησης φρόντισαν να ομογενοποιήσουν τις φωνές και να φτιάξουν γραφιάδες που μοιάζουν με πέστροφες ενυδρείου.

Τα τινάγματα και οι συστροφές τους είναι πίσω απ’ το κρύσταλλο. Η νομιμότητα της εξόδου απ’ το ενυδρείο απαιτεί ένα κρυμμένο αγκίστρι στα σαγόνια.

Η αποτίμηση κάθε βέβηλου σπασμού και κάθε αχαρτογράφητης απόκλισης επαφίεται στα συνεργεία των εκδοτών και των ακαδημαϊκών εμπόρων.

Τις κινεζούλες της αριστοκρατίας τις φυλάκιζαν σε σιδερένια παπούτσια. Η στρέβλωση των οστών τους ήταν το αντίτιμο της καθεστώσας αισθητικής και ιδεολογίας.

Δημιουργική γραφή και σεμινάρια. Απόψεις που οι νευρικοί σκαντζόχοιροι εναποθέτουν πάνω στις μικροαστικές χίμαιρες. Συνεντεύξεις, αρθράκια και κωδωνοκρουσίες ως πλεόνασμα διανοητικής σκόνης πάνω στο σαλεμένο βίο του ανταγωνισμού.

Το ιδεολογικό φόντο μιας χιονοστιβάδας που φαίνεται πως δεν διαθέτει κουδουνάκια κινδύνου.

Ο κομφορμισμός των καλών παιδιών του συστήματος-που προσαρμόζονται οικειοθελώς σε κάθε σύστημα-φοράει το επίσημο ένδυμά του για να προσέλθει στο βασιλικό δείπνο της μοιρασιάς των βραβείων.

Τα δικά μας παιδιά φέτος, του χρόνου εσείς και του παραχρόνου οι άλλοι.

Μιαν ανικανοποίητη ορδή από χωριαταραίους της πρωτευούσης και των περιχώρων της εκτρέπεται σε διαρπαγές και λεηλασίες, χωρίς τίποτε να θολώνει τη λίμνη του κύκνειου ναρκισσισμού της.

Καμία εξουσία στα Σοβιέτ!

kammia

Ας γυρίσουμε πίσω στον πλανήτη Γη.
Στον απόκρυφο λυρισμό
σαν γέρικα ζευγάρια
που αφήνουν τις εκκρεμότητες να αιωρούνται.
Ας γυρίσουμε στη βαρυσήμαντη σιωπή
και στα μηδαμινά συναισθήματα.
Στον παπά και στον κλητήρα.
Στο συσσίτιο
και στον Αμερικάνο γυναικολόγο
που μας ψαχουλεύει το μουνί.
Ας γυρίσουμε στο μπουρδέλο και στο τρελάδικο
περνώντας απ’ το χρηματιστήριο.
Ας γυρίσουμε στον τσάρο
και στον αιμοβόρο ειρηνιστή.
Ας γυρίσουμε πίσω στη δουλειά,
στα χάπια και τις φαρμακευτικές σκόνες.
Ας γυρίσουμε στα ευρηματικά μας ποιήματα
και στις μάχες με τον εαυτό μας.
Ας γυρίσουμε
στην αγκαλιά της Μαριάνας Βαρδινογιάννη
και στη συνδρομητική φιληδονία.
Στο ίδρυμα Νιάρχου.
Στη Μονή Βατοπεδίου.
Στο Μουνί Καλλιγραφίας.
Στην αριστερή μελαγχολία του δεξιού πρωκτού.
Ας καταδώσουμε το γιό μας και την κόρη μας.
Ας γίνουμε νεοναζί πατριώτες.
Ας ζήσουμε τις ανεξιχνίαστες ηδονές
της απλήρωτης εργασίας.
Καμία εξουσία στα Σοβιέτ!

Προσωπολατρεία

prosopolatria

Η πιο επιδραστική γύμνια στο βλέμμα του άλλου είναι η γύμνια του κεφαλιού.

Πόσο λαίμαργες άραγε είναι οι κεραίες της απόλαυσης που εκπέμπουν τα πρόσωπα;

Πόσο συγκατανεύει ο έρωτας σ’ αυτό το μαγνητικό πεδίο των προσώπων;

Παρά τους περιορισμούς που αποσκοπούσαν στην απόκρυψη του σώματος, οι διάφορες κουλτούρες επέτρεψαν στο κεφάλι να αναδύεται γυμνό.

Η κοινωνία ανέχτηκε αυτή τη ρωγμή στον ηθικό της κώδικα, αφήνοντας τα μάτια να διαπεράσουν το πέπλο και τα χείλη να ξεχειλίσουν στο τέλος σαν φράγματα.

Ανέχτηκε αυτή τη ρωγμή για την οποία οι ποιητές δεν έπαψαν να χαίρονται, βλέποντας άφοβα να αντανακλάται στη γυναικεία ματιά το γεννητικό της όργανο.

Και το ερωτικό της χείλος με την υγράδα του και τα μάγουλα με τις άσεμνες καθεδρικές τους καμπύλες. Και τα τοξωτά φρύδια τόσο διαβολικά μες στον ερωτισμό τους. Και τα ρουθούνια και οι λοβοί του αυτιού.

Το κεφάλι περιέχει περισσότερες οπές απ’ ότι το υπόλοιπο σώμα, ισάριθμα καλέσματα σε ποιητικές και αισθησιακές εξερευνήσεις.

Η ερωτόστομη φύση μας γνωρίζει πως η γύμνια του κεφαλιού, όταν αυτή αποκαλύπτεται πλήρως, είτε στη φυσική της κατάσταση, είτε στολισμένη και μακιγιαρισμένη, εξάπτει τις πιο σκανδαλώδεις φαντασιώσεις.

Είναι ένας ουρανός που κατέχει όλες τις λύσσες του Έρωτα, εκεί που η ομορφιά παίρνει τη μορφή της, σαν άγγελος ή σαν γλυκιά δράκαινα κι όλοι οι σάλιαγκες του πνεύματος σκεβρώνουν τα κορμιά τους και συστρέφονται για να της γράψουν το πιο καυλιάρικο ποίημα.

How to draw A pussy cat!

xaoy

Ολόκληρος ο κόσμος της γραφής είναι μια σπηλιά εντοσθίων απ’ όπου ξεχειλίζει εκείνη η αντι-μεταφυσική διάσταση που περιέχει ολόκληρη τη γλώσσα ως ενέργημα.

Ακόμα και με κομμένη τη γλώσσα η γραφή μού επιτρέπει να μιλάω. Να γράφω ερωτικές επιστολές, μανιφέστα και μπροσούρες, εγγράφοντας στον κόσμο της ανθρώπινης παρουσίας μια διαλεκτική της επικοινωνίας των σωμάτων.

Έναν ψίθυρο που σφυρίζει ένα ένα τα γράμματα της εμμονής μου.

Ως λεξιπότης και ως λεξίκαυλος αποφασίζω να γράψω εξαρχής παραδομένος στο ντελίριο της ζωτικής ορμής που κατακαίει τα σωθικά.

Δεν αγνοώ φυσικά τους συσχετισμούς ανάμεσα στον πούτσο και τη γραφίδα, ανάμεσα στη λογοτεχνική ρομφαία και το σφυροδρέπανο, ανάμεσα στο μοναχικό λύκο και στο καταφύγιο της ήττας του.

Και ξέρω πως επειδή η εποχή του κονδυλοφόρου έχει περάσει μαζί με τον κούφιο αστικό ρομαντισμό, για να μη χάσω τη σεξουαλική μου γείωση γράφω πάντοτε με το ένα χέρι. Με το άλλο κρατάω τ’ αρχίδια μου.

Ερωτόλακκος ή Η Μόσχα τη νύχτα

erotolak

Η σάρκα είναι περιτύλιγμα και συνάμα μάζα, μύες και υγρά, με πρώτο το αίμα που τραβάει το βλέμμα και ερεθίζει την όσφρηση.

Στη ζωγραφική είναι ένα χρώμα που δείχνει την επιδερμίδα του ζωντανού ανθρώπου.

Είμαστε σαρκοβόροι και σαρκαστικοί. Είμαστε αλλαντικά για τα στομάχια των εραστών μας.

Ο έρωτας θέλει το σώμα, τη σάρκα τού σώματος την οποία αποκαλύπτει γδύνοντάς το.

Αναζητά πυρετωδώς το πιο σαρκώδες σημείο με μικρές δαγκωματιές. Το σαρκώδες επίκεντρο τού πόθου που φέρει σχισμάδα στη μέση. Το θεϊκό καρπό που θα βαπτιστεί στην ατέλειωτη λεηλασία, εγγράφοντας έτσι στην καθαρή ανατομική γεωγραφία την πορνογραφική αναγνωσιμότητα.

Αυτά τα άδολα παρθενικά λουλούδια που φυλλοροούν, γρήγορα εκφυλίζονται κάτω απ’ την οικεία σκέπη του ερωτισμού σε μαστόρισσες που πάλλονται υγρές και καυλωμένες σαν θηρία, μουγκρίζοντας και χύνοντας ένα κομμάτι φωτεινότητας πάνω στην κοσμική παστάδα.

Λαλιές αντρών και γυναικών, καλυμμένες απ’ τον αφρό που φέρνει απ’ τα έγκατα του σπλάχνου η καύλα, τυλίγοντας γύρω από κνήμες και μηρούς τα μακρόσυρτα φύκια της αγάπης.

Η σαρκική σχέση εγγίζει ασταμάτητα τα όρια ριζικών παραβιάσεων. Τα όνειρα τεμαχίσματος και λιανίσματος, τα βασανισμένα σώματα και τα σώματα που είναι ντυμένα με το βλέμμα τού άλλου που είναι συχνά φονικό.

Δεν υπάρχει ήρεμος, νηφάλιος διαχωρισμός ανάμεσα στις σάρκες στην άκρα συνουσία.

Η σάρκα βρίσκεται πάντα στο χείλος του βιασμού της. Γρατσουνίσματα και δαγκώματα. Και σουβλισμένες καρδιές και στήθη μωλωπισμένα και λαιμοί σχεδόν ολοκληρωτικά τυλιγμένοι στη γλυκιά βία που ξεσπά απ’ τους βρυώδεις τόπους μέχρι το λοβό και το λάρυγγα, μέχρι τη δασώδη σχισμή και το στόμα, μέχρι το στόμα και το αυτί.

Ο κανιβαλισμός μας γυροφέρνει. Μες στην τρυφερή βρώση της ερωτικής νομής, όλοι οι εραστές του κόσμου, ακόμα κι οι πιο εγκρατείς γνωρίζουν ότι το όριο ανάμεσα στο Αγαπώ και το Τρώγω τον άλλο είναι δυσδιάκριτο.

Χωνεμένοι μέσα στη βιβλική και μυθώδη θεοφαγία μας, κάτω απ’ τους σωρούς της κοπριάς των απαγορεύσεων χαρτογραφούμε τη σάρκα μας.

Ετοιμάζουμε την επίθεση εναντίον της βαρβαρότητας με τα ίδια της τα όπλα.

Μετά τον πειρασμό

meta

Γυμνές γυναίκες και αποχαλινωμένα θηρία ταράσσουν τα όνειρα του Αγίου Αντωνίου, τον οποίο βασανίζει το κεντρί της σάρκας.

Ακόμα και στον ερημότοπο είναι σπαρμένη η δυναμική φύση της ακόρεστης νύφης.

Η απομόνωση τού ερημίτη στην έρημο δεν τον προστατεύει απ’ τον πειρασμό και τις εφόδους του διαβόλου, όπως δεν τον προστατεύει ούτε η σοφία που θα ανέμενε κανείς από ένα θεοσεβές γερόντιο.

Χώμα μηρυκαστικό και μνήμες που ξυπνούν τα έγκλειστα μυστικά.

Είμαι ο Άγιος Αντώνιος με το άφραχτο στόμα. Είμαι ο επιτήδειος ηδονοβλεψίας και ο σταυρός μου είναι καμωμένος απ’ τα αμέτρητα κοκαλάκια της στέρησης.

Μες στις καλύπτρες οι προδότριες αδερφές μου με τα στήθη τους σείουν το εύθραυστο καύκαλο του ερωτισμού.

Βλέπω την Εύα με τις δυο τρύπες ανάμεσα στα σκέλη. Βλέπω το χνούδι της να ζυγιάζεται ανάμεσα στη φρίκη και την ομορφιά.

Μόνο ο ρόλος της ως μητέρας, υπό την προϋπόθεση ότι θα τον υποδυθεί με γενναιότητα υπό το βλέμμα της Παρθένου, της επιτρέπει να εξαγοράσει την αμαρτία της και να σωθεί.

Και μόνο μια θρησκεία έφτασε στο σημείο να επινοήσει την Ευχαριστία, ένα τελετουργικό αμιγώς κανιβαλικό. Λάβετε φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και τούτο εστί το αίμα μου, πιείτε εξ’ αυτού πάντες.

Μόνο μια θρησκεία βασανιστών και ιεροεξεταστών μπορούσε να στρεβλώσει τόσο την ερωτική πρακτική μετατρέποντάς τη σε κάτι τερατωδώς άσεμνο.

Είμαι ο Άγιος Αντώνιος που ξυπνά απ’ το λήθαργο τού θανάτου και του μηδενισμού της σάρκας.

Από μάρτυρας που απολαμβάνει τον πόνο και το θάνατο για να κερδίσω μια θέση στον παράδεισο γίνομαι η ερωτική μονάδα που κραδαίνει το φαλλό αντί για το σταυρό.

Γίνομαι ο προφήτης του Κάμα-Σούτρα. Κάτω απ’ τον ήλιο της Ινδίας και κάτω απ’ τον ήλιο της ζωής είμαι, ο ίδιος, άντρας και γυναίκα, αρσενικό και θηλυκό, ένα ακτινοβόλο σώμα για μια χαρούμενη ύπαρξη.

Από την συνθλιμμένη, διακορευμένη, λιανισμένη σάρκα κυλάει, το αίμα της ανθρώπινης μοίρας.

Είμαστε ζωή και ηδονή, σήψη και θάνατος. Η αγιότητά μας είναι η εμπιστοσύνη στο μουνί και στον πούτσο. Στις υπέροχες μέρες που θα περάσουμε γυμνοί στο κρεβάτι το χειμώνα και γυμνοί στην αμμουδιά το καλοκαίρι.

Είμαι ο Άγιος Αντώνιος που ξεπέζεψε απ’ το σταυρό του μαρτυρίου. Τι να απέγινα άραγε, δεν έμαθε ποτέ κανείς.

Με λένε Αρτέμη

soras

Με λένε Αρτέμη. Ίδρυσα το κίνημα κατά της αποψίλωσης του αιδοίου.

Διαθέτω 600 δισεκατομμύρια μουνότριχες που συνέλεξα με κόπο σε νεροχύτες, βόθρους και τραπεζικούς λογαριασμούς ελλήνων γιατρών, δικηγόρων, υδραυλικών, μητροπολιτών, ιδιαιτεράδων καθηγητών και εκδοτών ποιητικών συλλογών του κέντρου των Αθηνών που τα πιάνουν χοντρά απ’ τα ψώνια.

Εγώ και οι οπαδοί μου δεν ζητάμε τίποτε άλλο παρά την απόδοση των εν λόγω τριχομονάδων εις τους φυσικούς δικαιούχους.

Ζητάμε να αποδοθεί δικαιοσύνη με στοχευόμενη εμφύτευση τριχών εις τα παραπλανημένα αιδοία.

Οι εν λόγω τρίχες παντός χρώματος και μεγέθους ευρίσκοντο κατατεθειμένες σε ειδικό λογαριασμό στην τράπεζα Mouna Bank of Anatolia.

Οι βρωμεροί προδότες που επινόησαν το λέιζερ κάνοντας το δέρμα των γυναικών να μοιάζει με καψαλισμένο κοτόπουλο και να μυρίζει σαν μπουρί σόμπας στην εσχάρα της οποίας αριστεροί ψήνουν ρέγκες τυλιγμένες με τη Αυγή, θα καταλήξουν οσονούπω στη φυλακή.

Ποιος άραγε να επωφελείται αγαθοί συνέλληνες απ’ το βάρβαρο ετούτο παιδοφιλικής εμπνεύσεως βασανιστήριο;

Θέλετε να παραδώσετε κάθε ελληνική μουνότριχα εις τους δανειστές που έχουν ορμήσει με τα μνημονιακά τους λέιζερ μες στα βρακιά των γυναικών μας;

Θέλετε το μουνί της συντρόφου σας να μοιάζει με μπεκάτσα ξεφτουριασμένη;

Με λένε Αρτέμη. Εργάζομαι για την αποκατάσταση του Hairy Pussy. Πιστεύω στο Δία που δεν θα άφηνε καμιά θεά τσουράπω να ξυρίσει το απ’ αυτό της, θυμίζοντας κώλο γουρουνόπουλου ή πυρέξ.

Με λένε Αρτέμη. Πέριξ των χειλέων μου διαθέτω δείγμα των τριχών που θα σώσουν τη χώρα μας από την επέλαση του γερμανικού αποτριχωτισμού.

Η οργάνωσή μας εξαπλώνεται σε όλη την επικράτεια με γοργούς ρυθμούς. Απ’ τη Καλαμάτα μέχρι το ηρωικό Σουφλί εργαζόμεθα νυχθημερόν δια να επιστρέψουμε στο μαλλιαρό μουνί.

Το διαπίστευμα των 600 δισεκατομμυρίων μουνοτριχιδίων κανείς ανθέλλην δεν θα μας το ξυρίσει. Μολών λαβέ.

Περιμένοντας τον Οργασμό

monastirion

Ας μου επιτρέψουν οι μικρολόγοι αναγνώστες και οι εφαψίες των ερωτικών χαρακωμάτων μια παρέκκλιση εις τα χοϊκά φρονήματα της ηθικής των απολαύσεων.

Ας μου επιτρέψουν οι στασιαστές της ερωτικής φυσιολογίας ένα γλωσσικό σπασμό μες στο ερωτοθρεμμένο ποιητικό γίγνεσθαι του βίου.

Ας μου επιτρέψετε να γαργαλήσω το ανθρώπινο πνεύμα που εκατάντησε χιμαιρικό και φαντασμένο. Να βγάλω έναν αναστεναγμό χαράς, που η αρμαθιά των λέξεων θα τον σκορπίσει στους κοριτσίστικους κόρφους.

Γιατί η πίστη μου μένει χωρίς δύναμη εκεί που οι αισθήσεις σταματούν.

Γιατί η αγάπη μου για τον κόσμο είναι το μέτρο της σχέσης μου με τη Φύση. Την ύλη που γλιστρά μαζί με το σάλιο της στο λαιμό μου.

Την ύλη που κραυγάζει και λέει πως αν η ευτυχία σου εξαρτάται απ’ την απόφαση κάποιου άλλου πρέπει να του σπάσεις του κεφάλι.

Την ύλη, που, στις χίλιες δυο μεταμορφώσεις της συντονίζεται με την ανεξίτηλη μυθική αιωνιότητα που κουβαλάμε μέσα μας.

Κανείς δεν μπορεί να μας στερήσει τις απολαύσεις. Να μας κάνει μοναχικά ζώα και παρηκμασμένους μποέμ. Διανοούμενους ελευθέρας βοσκής και πλανόδιους γραφιάδες.

Είναι μέρος της ηθικής μας ιδιοσυγκρασίας το να μη νιώθουμε άνετα στο σπίτι μας. Να μη θέλουμε ένα καταφύγιο ή μια αστική τρύπα για να τρυπώσουμε αγκαλιασμένοι με τις πνευματικές μας κουράδες.

Είναι μέρος της ηθικής μας ιδιοσυγκρασίας το να βρισκόμαστε στα άκρα του φάσματος, συντηρώντας τη διαβρωτική οξύτητα της ερωτικής γλώσσας. Όχι την ψόφια καθεστωτική κουταμάρα και την κλαψομούνικη παραφιλολογία της αυτοεξομολόγησης και της αυτολύπησης.

Ο θρίαμβός μας είναι συριστικός και εξωθημένος εκεί όπου αξία έχει η ανυπακοή στις αξίες.

Εκεί που το ιερό είναι η κομουνιστική λαμπρότητα του μέλλοντος που έρχεται.

Εκεί όπου η διαλεκτική υπογραμμίζει κάθε στιγμή, πως, απόλαυση σημαίνει γνωρίζω εν απολαύσει και απολαμβάνω εν οργασμό.

Μέσα στη μέθη ξεκουράζομε απ’ τη δούλεψή της. Διότι βίος χωρίς δημιουργική μέθη είναι βίος φυλακή και βίος αβίωτος με μικροκακίες, υστερίες και αποκλεισμούς.

Διότι η μια και μοναδική ζωή μας είναι μια και μοναδική.

Δια την ανατομία της ερωτικής επιθυμίας

erotika

Σχεδιάζω να σκαρφαλώσω στην
εξουσία του σεξ, να καταλάβω
τα χειμερινά ανάκτορα και τον
ψηφιακό γαλαξία. Να σε γευτώ
σχεδιάζω βουλευτήριο της μήτρας.
Ω! Άνοιξη από κολπικά υγρά,
Γιβραλτάρ που σε σκόρπισε η Αφρική
στη σχισμή της μιγάδας καρδιάς μου,
θα ορμήσω στο λαιμό σου και στο
ψαχνό σου στόμα, θα ορμήσω
να σου σπάσω τον άξονα, να σου
ανοίξω τη φλούδα με το νύχι να βρω
την πολύ αγαπησιάρα καρδιά σου,
αρτηρίες και φλέβες που οδηγούν
στο μουνί σου.

Βιογραφικό Αθίγγανου αρτίστα

artist

Γύφτος βραδυφλεγής υπήρξα
και τροχιστής κορμιών
και γανωτής αμέσου δράσεως.
Όσες γυναίκες μ’ αγαπήσαν
είχανε γύφτικη ψυχή όπως κι εγώ.
Μάτια μου μαύρα γύφτικα, τους λέω
δέρμα σταρένιο και ψωμάκι με σουσάμια.
Αχ! μάτια μου, καταντικρύ σας πέζεψα
στη λύσσα απ’ τ’ αχαμνά μου
κάτω στις πιο αστρικές σας ονειρώξεις
κι αγκομαχώ.
Ω! φιλτάτη πατρίς
σάρκα από φρύνους και σπασμούς
και βατραχάκια
τώρα ο γύφτος σου εγώ ξοπίσω σου σονάρω
ψελλίζοντας κάτι εθνογραφικά επάνω στις φλοκάτες
στο μουσκεμένο πρώτο χνούδι των μηρών σου
αφήνοντας
των σπλάχνων μου το προχριστιανικό μηδέν
το ρίγος του άπληστου αδένα μου
το ρίγος της ζωής και του θανάτου.

Carpe Diem

leg

Εσπούδασα κοινωνική ανθρωπολαγνεία
και ερωτικό φονταμενταλισμό. Πρωί
ανοίγω γερά τις παλάμες να μαγκώσουν
το μακρόσυρτο ποίημα. Βγάζω το φίδι
απ’ την τρύπα και σου λέω, είσαι κυρτή
και χαρισάμενη και σε ξεχειλίζω όπως
απ’ το μελάτο αυγό τον κρόκο και σε
ρουφώ όπως ρουφάν το ραμαζάνι τα
κορίτσια, ζηλωτικά με χείλη φανερόγαμα,
ξεκάλτσωτα σαν μαρκησίες που απόθεσαν
το πτέρωμά τους εις τους φαλλικούς
κολάφους. Ω! χείλη, κρατήστε το τιμόνι
εσείς και διατάξτε με. Ιδού μια χαρισάμενη
ρανίδα οργασμού επάνω στο ταρτάν τού
ερωτά μας. Ιδού ένας λεκές της κλειτορίδος.

Εγκώμιο τού Κώλου

luis-ricardo-falero-reclining-nude

Πιστεύουμε στο θεό σημαίνει λατρεύουμε τον κώλο.
Το υπέρμαχο όλον.
Έδρα της ανθρωπότητας με νίκησες.
Δεν αγαπώ πλέον παρά μονάχα τον κώλο σου.
Οι ποιητικές μου υπερβολές με κρατούν ζωντανό.
Το λουλουδάκι που απόθεσα πάνω σου είμαι.
Οι φίλοι είναι οι πιο ρομαντικοί λογοκριτές.
Ξέρουν οι επίτροποι τι εστί κώλος.
Ο κώλος μάς κυβερνά.
Αχ! κοπέλες με τα χίλια αρώματα
και τους χίλιους ωραίους κώλους.
Το ακαδημαϊκό πνεύμα
δεν μπορεί να τρυπώσει στον κώλο.
Σηκώνοντας μόνο τα μάτια, διακριτικά αγαπούμε.
Μιασμένα έγκατα επωάζουν τους μελλοντικούς εραστές.
Κράτησα τον κώλο σου στην καρδιά μου, σαν σκύλος.
Και σήμερα μια κοπέλα με περπάτησε.
Γυμνή όπως της αξίζει.
Και γυμνός όπως ήμουν από πάντα.
Άφησε τη γη υγρή πάνω μου.
Αφουγκράσου τους απαρηγόρητους θορύβους της ηδονής.
Οι βιαστές ξεκωλιάζουν.
Οι εραστές ξενυχτούν.
Ο λαός σκέφτεται το χρήμα και μιλάει για τον καιρό.
Μα το μυαλό του είναι στη θεομάτα ερωτόστομη τρύπα.
Σηκώνω μόνο τα μάτια για να σε δω στο βροχερό σκοτάδι.
Ακούω να γουργουρίζεις.
Βαστώ την ανάσα μου και τρέμω.
Ρώταμε πάλι απ’ τον αφαλό σου πως τραβιέμαι.
Σε γεύτηκα ως την αυγή.
Ως που να χτυπήσει
η πιο απροσδόκητη καμπάνα απ’ τα έγκατα της γης.
Με τους μαστούς λόφους στολισμένους.
Λάφυρα για το μέλλον της λυρικής ποίησης.
Σου άφησα το τελευταίο φως.
Στο γυρισμένο σου κώλο τίποτε δεν ξεφεύγει.
Οι τόποι της ντροπής δεν είν’ δικοί μας.
Διατρέχω με τα δάχτυλα την άγρια φύση σου.
Διανοητικά αγνός είμαι.
Η λαχτάρα μου κατά της παγωμένης ωμής σιωπής.
Χώνω τη μουσούδα μου στους μηρούς σου.
Η ποίηση του καιρού μας δεν ανοίγει ρουθούνι.
Μα ο κώλος είναι λογοτεχνικό έδεσμα.
Λιμασμένοι άντρες είμαστε για στοργή.
Σκαλίζω βαθιά την ατέλειωτη λεηλασία σου.
Οι μικροαστοί δεν αγαπούν και δε συναισθάνονται.
Υπνοβατώ μέχρι το κουζινάκι.
Στο βασίλειο εκείνο της δόξας
που θα αντικρίσω τον κώλο σου.
Κάτω απ’ την οικεία σκέπη σου
μυρίζω τους οργασμούς που κουρδίζει η καρδιά.
Μυρίζω.
Αγριοκερασιές και ροδοδάφνες.
Στις ρηχές γαβάθες της ωμοπλάτης γλιστρώ.
Κοιμάσαι τώρα και σε λικνίζει το μυστικό τού αντρός.
Θαρρώ πως όλα είναι κώλος.
Ο θεός είναι κώλος.
Δωσ’ μου φώτιση θε μου να σε λατρεύω.

Μανιφέστο Των Αγρών

maiest

Αγαπητέ ανάλγητε φθοροποιέ Χρόνε, που αδράχνεις τις καρδούλες μας και οδηγείς τα αιδοία μας σε παραληρηματικές παραισθήσεις, σου γράφω με το Πνεύμα μου τουρλωμένο και τα νεφρά μου κυρτωμένα πάνω στο βάθρο της καρέκλας.

Παρακολουθώ το ανθρώπινο είδος που συνεχίζει το δρόμο του ως τα σύνορα της γραφής. Που αλληλοαγαπιέται και αλληλοσφάζεται. Που μανιωδώς ξοδεύεται στην επιτηρημένη επιτάχυνση που το κάνει πιο υπάκουο και πιο υποταγμένο.

Παρατηρώ τους σκοπευτές με τα μικρόφωνα που εμφανίζονται στο γυαλισμένο τζάμι, εκείνο το βαθειά ραγισμένο γυαλί που ο Ντυσάν περιέφερε στην γηραιά Ευρώπη.

Παρατηρώ το γουργουρητό της νεκροφόρας και το θάνατο που δουλεύει για τον καπιταλιστή.

Παρακολουθώ τον τραπεζίτη που γκρινιάζει για τη φτωχή ψαριά από σάρκες παιδιών και διαμελισμένους άραβες.

Κοιτάζω στα μάτια τον κεφάτο καπνό της παρέας που ελπίζει αλλά δεν αισθάνεται την επέλαση της ωμής σιωπής.

Κοιτάζω το σκυλολόι των παπάδων με τις μακριές μαύρες φασκιές, που φιλοδωρούν τα ανθάκια για να μη βγάλουν αγκάθια και τους πεταμένους ανθρώπους για να μη δαγκώσουν.

Αγαπητέ ανάλγητε φθοροποιέ Χρόνε, οι άνθρωποι συνεχίζουν να αυτολογοκρίνονται, φανερώνοντας τη δειλία τους να μην μπορούν να αντιμετωπίσουν το Είναι τους.

Ο ερωτισμός καλυμμένος απ’ το πέπλο της κοινωνικότητας απ’ τη μια κι απ’ την άλλη σάρκες σερβιρισμένες στο πιάτο τού μικροαστού, που την ερωτική του ύπαρξη την προστατεύει ηθικά η παστρική μαλακία.

Η επανάσταση και η καύλα για αλλαγή βυθισμένη μες στο βούρκο της γκρίνιας, απλωμένη σαν φρέσκο βούτυρο πάνω στις σβουνιές τού κοινοβουλευτικού στάβλου.

Επαναστάτες διορισμένοι στο κόμμα και ερωτογράφοι παρασάνταλοι νεροκουβαλητές και βαστάζοι εφοπλιστών που αισίως εγίναν εκδότες και διορθωτές τού μέλλοντος.

Αγαπητέ ανάλγητε φθοροποιέ Χρόνε, είσαι ο μόνος σύμμαχός μου που διαθλάς αντικατοπτρικώς τον πρωτόγονο ναρκισσισμό των συνανθρώπων μου εκεί όπου ανήκει.

Μέσα στο βόθρο του άγχους και της παθολογικής αυτοανάλυσης.

Εκεί στο πανοπτικό έρεβος της εξομολόγησης σε κοινή θέα, όπου συντελείται η αποσύνθεση της διαλεκτικής, εκεί όπου ο λόγος χάνει τη σωματικότητα της γλώσσας και από-λογοποιείται και διαμελίζεται απ’ την προσπάθεια τού τραυματισμένου όντος να κρατηθεί απ’ ότι κυρίως γενετικά το χαρακτηρίζει, προτού περάσει στο λυκόφως της απόσυρσης.

Αγαπητέ ανάλγητε φθοροποιέ Χρόνε, το πρώτα μας μέλημα είναι να καταργήσουμε το υπουργείο τρόμου και το υπουργείο κακογαμίας και το υπουργείο κλαψομουνίασης, όταν θα γίνουμε κυβέρνηση τού βουνού και των ρεμάτων.

Των αγρών και της αμμουδιάς που μας θέλει ζεστούς και ανθρώπινους. Γυμνούς και καυλωμένους, με τυρί ψωμί κι ελιές και βασιλικό πολτό απ’ τον καλοκαιρινό μας τρύγο.

Καζαμίας 2017 Ή Εναντίον τού χάμπουργκερ

xamb

Κάθε μέρα φυτεύω ένα μικρό σκάνδαλο στο λογοτεχνικό χωραφάκι της χώρας μου.

Πρώτα απ’ όλα είμαστε μεγαλομανείς και μετά τρελοί. Αν δεν περάσεις γρήγορα στην τρέλα θα σβήσεις μες στη μεγαλομανία σου.

Η τρέλα μας είναι η δόξα μας. Είμαστε οι τρελοί που δεν τους υποψιάζεται κανείς. Στα απόνερα της κατανόησης βυθίζουμε την χωρίς τέλος ματαιότητα των πάντων.

Απ’ τον φαύλο επαναστατικό ρομαντισμό και τη δυστυχία της συλλογικής συνείδησης περνάμε στην επώδυνη ένταση της πράξης.

Δείχνουμε με το δάχτυλο το θεό και τον αφέντη που οικειοποιήθηκαν το παρόν της τάξης και της αταξίας.

Με τον πιο προβοκατόρικο τρόπο δείχνουμε στα θύματα της εκμετάλλευσης, πως οφείλουν σήμερα να αναμετρηθούν με τους θεούς και τις πατρίδες τους και με τους πιο καταναγκαστικούς αφέντες που τους υποδούλωσαν από καταβολής κόσμου.

Και συνάμα δείχνουμε με τον πιο πνευματώδη τρόπο πως πρέπει να υποψιάζεται ο ένας τον άλλον. Γιατί αυτοί που σε οδηγούν στον αγώνα υπάρχει φόβος μήπως με τη σειρά τους γίνουν κι αυτοί αφέντες.

Μήπως πάλι όμως η πρώτη αμαρτία μας ενάντια στο Πνεύμα δεν είναι να είμαστε πνευματώδεις;

Κυρίες και Κύριοι στο τραπέζι μας ακόμα κι ο Όσκαρ Ουάιλντ θα γινόταν βαρετός.

Είμαστε παιδιά της ταχύτητας και τις αμφιβολίας. Χωρίς την αμφιβολία φαίνεται πως είμαστε το δείγμα ενός είδους υπό εξαφάνιση.

Η ταχύτητα αποτρέπει την προσκόλληση στην προσωπολατρεία και η αμφιβολία αποτρέπει την ιδεολατρεία ποντάροντας στη ζωή.

Τώρα θέλω να ζήσω. Δεν είμαι μια μηχανή που κατεβάζει χρησμούς. Δεν είμαι μιαν ομιλούσα προτομή που γράφει προφητικά βιβλία.

Ετοιμάζω τα μικροσκάνδαλα της νέας χρονιάς. Αναδιφώ.

Κι ίσως ετοιμάζω και το μεγάλο σκάνδαλο. Γράφω, κάνω τις ταχύτητες να επιταχύνονται με την ακινησία.

Κάθε μέρα φυτεύω ένα μικρό σκάνδαλο στο λογοτεχνικό χωραφάκι της χώρας μου.

Βίοι Αγίων

bioi

Όλοι εμείς, τα θνητά όντα, που περιφερόμαστε μέσα σ’ ένα σύμπαν που μας γεμίζει πλήξη, έχουμε την αγωνία να μιλήσουμε, αφού νιώθουμε πως ο καιρός μας λιγοστεύει.

Έχουμε την αγωνία, μέσα στην νεκρούπολη της ανθρώπινης καρδιάς να φυτέψουμε ένα λουλουδάκι απ’ το πάθος μας. Να δείξουμε τις κακοτοπιές και την ηλιόφωτη στύση μας που σκανδαλίζει τους καλούς νοικοκυραίους.

Να ξεσπάσουμε με όλη την αδηφαγία της ερωτικής διάθεσης πάνω στους ανθρωποκτόνους μηχανισμούς όπως οι σφήκες στους ατρύγητους ελαιώνες.

Να σκανδαλίσουμε με όλη την οργανική συνουσία των ιδεών, μυαλά και κορμάκια και να ξεσηκώσουμε ζαλάδες με όλες τις γενναιόδωρες ποιητικές μεταφορές. Με τη φρενίτιδα που σείονται οι ερωτότροπες μήτρες όταν δραπετεύουν απ’ την εξορία της γονιμότητας.

Ξέρουμε πως το σώμα μας είναι διάτρητο, ρουφηγμένο πολλές φορές μέσα στην μικρή υγρή εστία των ανθρώπινων σχισμών.

Ξέρουμε πως το ανθρώπινο σώμα, αυτό το μελλοντικό λείψανο που ευωδιάζει τώρα ερωτική αποφορά και μόχθο, μας είναι γνωστό περισσότερο απ’ τη λογοτεχνία παρά από την ιστορία της ιατρικής.

Και ξέρουμε πως χωρίς τις δικές μας αρρώστιες, η λογοτεχνία θα είχε διαφορετική μορφή. Χωρίς τις δικές μας καύλες η λογοτεχνία θα ήταν φτωχή πεθερά της γραφειοκρατίας.

Οι αρρώστιες και οι καύλες μας συνθέτουν την αρτιμέλεια της λογοτεχνίας.

Οι μεγάλοι κλασικοί πόνταραν στις αναπηρίες και τα πάθη τους, στους φόνους και στους ακραίους έρωτες, στα υπερούσια γαμήσια που η πνιγμένη τους κραυγή έσμιγε με τη λευκότητα των κύκνων.

Εκεί όπου κάθε άσμα γεννοβολούσε στο μέλλον μια επανάσταση.

Ένα καμπανάκι χτυπά φρενιασμένα κάθε φορά πάνω απ’ την υπονομευμένη ζωή του δημιουργού και τον παροτρύνει να βιαστεί γιατί δεν μένει πλέον καιρός.

Ο φυματικός Τσέχωφ γράφει φρενιασμένα για να προλάβει τις αιώνιες αναλαμπές της ανθρώπινης ψυχής που ξεριζώνεται μέσα στο ίδιο μας το σώμα.

Ο Φλομπέρ παθαίνει κρίσεις επιληψίας νιώθοντας να αιμορραγεί το νευρικό του σύστημα, κάνοντας το μόχθο του για τη μορφή να παίρνει το χαρακτήρα εξιλέωσης απέναντι στην αρρώστια του.

Και η οξύτατη διαπεραστική ματιά του Μπόρχες δεν θα έφτανε σε μας ποτέ, χωρίς την ολοκληρωτική του τύφλωση.

Γράφουμε κάνοντας τις πλάνες μας-αυτές τις λατρευτές και δύστροπες ερωμένες μας-διαδοχικές αποπλανήσεις σωμάτων που πασχίζουν να γλυτώσουν απ’ τη πιο σκοτεινή μήτρα του θανάτου εν ζωή, δηλαδή τη σιωπή.

Αναμνήσεις απ’ τον Κάτω Κόσμο

%ce%b8%cf%85%ce%bc%ce%b1%ce%bc%ce%b1%ce%b9

Θυμάμαι
μέσα στη σύγχυση της ερωτικής ζάλης
που φώναξε όταν σκαρφάλωσα
και τη φίλησα στο στόμα,
αφού την έγλειφα για κάμποση ώρα.
Φυλάω το ίδιο μου το μουνί! μού είπε.

Μετά την Αποκάλυψη

otan

όταν ο έρωτας
φεύγει απ’ το δωμάτιο
οι καθρέφτες στον τοίχο
αρχίζουν να κοιτάζουν επίμονα

Terra Nuova

antre

στον Νάνο Βαλαωρίτη

Περνώντας το ποτάμι, ο Άγιος Αντρέας ο Εμπειρίκος, διαβαίνοντας το διάσελο, βρήκε ξαφνικά μπροστά του την πόλη Ελμπασάν, τις αλαβάστρινες πύλες της, διάφανες στο φως του ήλιου, τους κοραλλένιους της κίονες και τις γυάλινες κόγχες της, σαν ενυδρεία όπου κολυμπούν σκιές χορευτριών με τ’ ασημένια λέπια τους.

Βρήκε αθώα κοριτσάκια σε σχήμα μέδουσας και τυφλούς εραστές κάτω απ’ τις φούστες να ψάχνουν στ’ απόκοσμα ανάκτορα τη ρωγμή στη μέση του ματιού.

Βρήκε χρυσόδετα λεξικά της αρχαιότητος γεμάτα κώλους, βυζιά και μουνάκια.

Βρήκε στρατηγούς να μαλακίζονται με πτώματα και υγρά αγόρια να γαμούν τη μαμά τους.

Βρήκε επαύλεις Ρωμαίων και σκακιέρες με σπλήνες και συκώτια και σκατό με αίμα.

Βρήκε κυρίες της αυλής να ρουφάνε το τσάι τους στα σκοτεινά σπήλαια του οισοφάγου, όπως ρουφούσαν οι δούλες στις αποικίες το σπέρμα των γονιών τους.

Βρήκε ξύλα και βίδες για να φτιάξει την κιβωτό της λαγνείας και το πλοίο που θα μεταφέρει την άπληστη λειτουργία του γαμησιού στην αγκαλιά του θεού.

Βρήκε μαγνήτες για τις ερωτικές πυξίδες που οδηγούν τους αθώους στις αλμυρές Πλειάδες και βρήκε χείλη γυναικών δίθυρα, σχισμένα στα δύο σαν τους βολβούς που γλείφουν οι καυλωμένοι χοίροι στις Ακαρνανικές ακτές.

Βρήκε εικονίσματα του Στάλιν να τα κρατούν οι τρομαγμένοι σφιχτά για να περάσουν το βάλτο που οδηγεί στις στέπες.

Βρήκε το διάολο μες στις κοιλιές των γυναικών που ανακάτευαν τα χύσια των βιαστών τους όπως ο χτίστης ανακατώνει το γαρμπίλι του.

Βρήκε όλων των ειδών τα εγκλήματα κι ανακάλυψε πως κανείς άλλος δεν μπορεί να μας πληγώσει, παρά μόνο εκείνοι που αγαπάμε.

Περνώντας το ποτάμι, ο Άγιος Αντρέας ο Εμπειρίκος, διαβαίνοντας το διάσελο, βρήκε ξαφνικά μπροστά του την πόλη Ελμπασάν και κατάλαβε κιόλας ότι πόλεις σαν κι αυτή έχουν και την ανάποδη όψη τους, που τη λεν Ουτοπία και παλαιόθεν Νεόκαστρον και Νόβιγκραντ και Terra Nuova.

Σχετικά με τον Rolan

topor3

Συνήθιζε να την ξεζουμίζει μοναχός
και να σηκώνει τον αντίχειρα στον ουρανό
παραγγέλνοντας άλλο ένα οργασμό
απ’ το θεό των οργασμών
ή ζήταγε τη γλώσσα της
το φύλο του έως εσχάτων να κεντρίσει.
Ήτο στασιαστής και εραστής κυκλοθυμικός
οι Ιησουίτες μακεδόνες τον αποκήρυξαν
και οι αθηναίοι κοπρολάγνοι των γραφών
τον έκαψαν ζωντανό.
Η Αυγή δεν πρότεινε ποτέ ποιήματά του
εις τους αριστερούς αστούς
για να’ χουν να διαβάζουν στις γιορτές όταν κωλοβαράνε.
Και η Καθημερινή αμόλαγε κοπρόμυγες
σαν άκουγε και μόνο τ’ όνομά του.
Ήτο επίσης και δαμαστής της φύσεως αυτός
και ελευθερωτής κάθε γυμνής που σφάδαζε το μέσα της.
Ήτο, της κάθε παρθενωπής ο αποπλανητής
ο μέντωρ της καλογριάς
που γούσταρε να απατήσει το θεό με μιαν αιμομιξία.
Με τις μουνίσιες μπότες του
καταπατούσε το λεπτό γκαζόν της αγαμίας.
Τώρα διδάσκει δημιουργική γραφή στα σκουληκάκια
εκθέτει το λεπτό θέμα του έρωτος
το ευαίσθητο νεύρο της ψωλής του.

Παραμυθάνατος

szymborska8

Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, μα το παραμύθι δεν τελειώνει ποτέ.

Ο παραμυθάς είναι ο μονάρχης της θαλπωρής τού βίου μας, όπως οι νέγροι στα παρθένα δάση είναι οι φύλακες της νιότης της ανθρωπότητας.

Όπως οι φυσαλίδες της γκαζόζας στο στομάχι μια θηλυκιάς αλεπούς είναι οι εξαίσιες άπειρες φυσαλίδες του χρόνου.

Τα πράγματα είναι όπως είναι, λέει το παραμύθι.

Η λογική είναι τόσο παράλογη και βίαιη και καταστροφική που βρίσκει γαλήνη όταν πλάθει το ζυμαράκι της πανάρχαιας τροφής των ηρώων και των διαβόλων.

Η λογική τού παραμυθιού τρυπά τους τοίχους της ερμηνείας, εκεί όπου ξεμυτίζει κάποιος ποντικός απ’ το ρουθούνι ενός πρίγκιπα για να διακοσμήσει το φιλί του θανάτου.

Αφού ο θάνατος μας στέλνει τηλεγραφήματα ολημερίς, ταχυδρομικές κάρτες με τη φάτσα τού πατέρα που πέθανε και τα χαμόγελα φίλων που τώρα ταξιδεύουν με την αθόρυβη βάρκα τους στο στερέωμα της αιώνιας φθοράς.

Όταν θελήσω θα περάσω απ’ το σπίτι σου, μου ψιθυρίζει ο θάνατος. Κι έπειτα νάτος, μ’ ένα πελώριο αντικλείδι ανοίγει την πόρτα και μου λέει, έλα, ώρα να πηγαίνουμε.

Μα την ίδια στιγμή ο παραμυθάς έρχεται και μου μιλά και με κοιτάζει στα μάτια. Δεν πρόκειται να πονέσεις καθόλου, μωρό μου, λέει. Απλώς ήρθε η ώρα σου, κι αυτό που σου χρειάζεται είναι ένας μεγάλος ύπνος. Υπάρχει απ’ τον ύπνο τίποτε καλύτερο;

Ο Χριστός είναι Τυρί

tyri

Μας έσκαψε το λάκκο ο Λακάν.
Αχ! και πότε θα σταματήσει αυτή
η καταραμένη ζωή να δείχνει τα δοντάκια της
την τερηδόνα των ξεροκέφαλων ποιητών της!
Βεβαίως θα με βρείτε στα σουπερμάρκετ
να γιορτάζω τις γιορτινές μέρες
σαν ζωύφιο στο βρακί της κοπέλας που τυλίγει το τυρί
σκεπτόμενος πάντα τον Νταλί
που έλεγε πως ο Χριστός είναι Τυρί
κατά προτίμηση έμενταλ με τρύπες.
Και θα με βρείτε να απολαμβάνω τη μοναξιά
ανάμεσα σε όσους έχουν χάσει τη φωνή τους
και θα με βρείτε να μετρώ κρυφά όλα τα κέρδη τού έρωτα
στην όχθη της λίμνης που αγαπώ
βλέποντας χήνες να κυλούν σχεδόν ακίνητες
βυθίζοντας πότε-πότε το κεφάλι τους στο νερό.