ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Επαρχιακής πολίχνης ατέρμον πένθος ακολάστου Οσίου Βαλεντίνου

tol

Αυτή η πόλη με τους δύσκολους άντρες
και τα σκυλιά που σουλατσάρουν για το
ξεροκόμματο πέρα δώθε ξορκίζοντας τις
φριχτές αρρώστιες και τις ψείρες που
γλείφουν τα γεννητικά τους όργανα
Αυτή η πόλη με τις οσμές και τις μνήμες
που πνίγονται σε λεμονάδες και βραστά
αυγά που χοχλάζουν Αυτή η πόλη με τους
δόγηδες εμπειρίκους των άσεμνων ηδονών
και τους μικρούς άτακτους Ρώσους που
παίζουν μισόγυμνοι στην ακροποταμιά και
κυνηγιούνται στα μεγάλα βαθύσκια δάση
Αυτή η πόλη που τρέχει στα τυφλά μες
στο σύμπαν και χτυπιέται στους τοίχους
της Άνοιξης κάθε πού ουρλιάζει ο Pound
μεσ’ απ’ το τρελάδικο βλαμμένος σαν
γραφομηχανή στο βυθό σαν μουνί σπλάχνο
τού Βαν Γκογκ Αυτή η πόλη που άκουσε
Μπραμς στο πένθος του χλωμού ινδιάνου
Το σκόρο να σαπίζει το κρέας τη σάρκα
το πουρί πριν τραβήξει η φθορά καζανάκι
Όσο θρεμμένο σκατό αργά αργά γαλαζόθρεφτο
λίπασμα μουρλά ποιήματα που τα ξεφόρτωσαν
οι τυφλοπόντικες Αυτή η πόλη που κρέμασε
στην κλειτορίδα της αντάρτες που ανάβλυσαν
κόκκινο φρέσκο μεδούλι ληστές και σάτυρους
και συν αυτώ θνητούς που μαλακίστηκαν σε
ασανσέρ σε μπαλκόνια επαρχιακά το καλοκαίρι
Αυτή η πόλη είναι η ψωλή μου τρελό πουτανάκι
που σε λένε ζωή ζώο ζουλάπι Εσείς τουαλέτες
ξέμπαρκες στο γαμήσι και στο θάνατο
που χάθηκα ξοπίσω σας.

Hannah Hoch and the Dadas

Hannah-Hoch-Self-portrait-in-Mirrors-1931-Image-via-artblastcom-770x466

Hannah Hoch in A Self-Portrait in Mirrors (1931)

 

Το μόνο που διαθέτουμε είναι το ύφος. Ύφος χαμαιλέοντα ή μικρής καμαριέρας.

Ύφος στεναγμού όταν ανοίγουμε το παράθυρο και δεν βλέπουμε τη θάλασσα.

Ύφος εξομολόγου που δρέπει δάφνες απ’ το λογοτεχνικό αφήγημα της αμαρτίας, που, αν δεν ειπωθεί θα γίνει καρκίνωμα στις ζωηρές φαντασίες των καλλιτεχνών.

Ο νοικοκύρης άνθρωπος πάει να γαμήσει πασαλειμμένος με μια παχιά λίγδα συμβόλων και παραγεμισμένος ως το μεδούλι με θεολογικά περιττώματα, μα και τούτος ο σκιτζής των ηδονών διαθέτει ύφος.

Εκείνος ο καλόγερος και θεατρίνος μπροστά σε κάθε δασύτριχο γεννητικό όργανο διαθέτει ύφος.

Είναι ο πιστός που αφουγράζεται τη συμπαιγνία των μαλθακών λέξεων, τη συμπλοκή αυτού τού ανείπωτα ερεθιστικού λόγου με τις ονειρώξεις και τα βαρβάτα περιστατικά οραμάτων τού βίου που πορεύεται εν σιωπή και φθόνω.

Ο έρωτας είναι η λοξή γραμμή, το τίμημα τού ύφους που υπηρέτησαν οι λέξεις και σου λένε κάποια στιγμή: Αφουγκράσου! ξανά και ξανά. Την όμορφη κοιλιά της και τα σπλάχνα της, τον ιδρώτα απ’ τη μασχάλη της και την ερωτική της ανατριχίλα που την κυβερνούν οι εστιάτορες και οι ποιητές.

Καιρό πολύ τώρα ξέρουμε για τον έρωτα σε κρεβάτια και τον έρωτα σε ντιβάνια.

Για την πελώρια γκρίζα πλαδαρή πλήξη του μυαλού, αφού δε μάθαμε να φυλαγόμαστε από τις λέξεις, κι έτσι έρχεται η συμφορά.

Το συμφέρον τού Εαυτού να στίψει ένα τρυφερό σεξουαλικό λεμόνι πάνω απ’ το μάταιο άνεμο των λέξεων και των λυγμών.

Σε κάθε ευαίσθητο σημείο που οδηγεί στο μηδέν τη στιγμή που μιλάει μέσα μας πλουσιοπάροχα και πριγκηπικά η αιωνιότητα τού χώρου και τού χρόνου, που όμως, κάποια στιμή δεν μας χωρά, γιατί γινόμαστε παλώριοι, πρησμένοι απ’ το εγκόσμιο άγχος της ενοχής.

Απ’ το πυρ το εξώτερο μιας παράβασης που κάνει τη γλώσσα ένα κομψό μυστρί που πασαλείβει σπέρμα και σάλια το βίο των καλών ανθρώπων που σφαδάζουν σαν τα πατημένα σκυλιά στην άσφαλτο.

Ποντικάκια που πάσχουν απο λεπτοσπείρωση και γουρουνάκια ηλίθια.

Ματιασμένες παρθένες με την υδραργιρική και ψυχρή παραφροσύνη τους, που θέλουν να καβαλήσουν πούτσους και συννεφάκια, που, θα τις οδηγήσουν στη συνουσία και στα χαντάκια βίου ανθόσπαρτου από απαγορεύσεις.

Ω ναι! διαθέτω ύφος και το ξετυλίγω.

Ήδη η ιερά σχισμή δεν κοιτάζει πια τη γη αλλά τον ουρανό, δηλαδή την Ουτοπία.

Σχολή Καβλών Τεχνών

sxoli

Υποκύπτουμε τελικά στο Χώρο και στο Χρόνο. Στις σωματικές μας ανάγκες που μας εξουσιάζουν.

Ακόμη και η πιο άναρχη εποχή, είναι πάντα μια συναρπαστική εποχή, γιατί τρέχει μέσα στην κίνηση της ζωής, της οποίας η γλώσσα του ανθρώπου είναι μόνο το ένδυμα.

Η πραγματικότητα βρίσκεται πολύ περισσότερο μέσα στη φύση μας παρά στη φύση των πραγμάτων που μας περιβάλουν.

Το λεγόμενο πνεύμα είναι τόσο αλαφροίσκιωτο που αν το εμπιστευτείς αποκλειστικά γίνεσαι δέσμιος της υλιστικής Χίμαιρας που το θέλει εξουσιαστικό και αιμμοβόρο.

Όμως το Σώμα και μόνο αυτό μπορεί να συνομιλήσει απ’ ευθείας με την ύλη και την συμπαντική ουσία που πλάθεται ολοσχερώς απ’ τις μεγάλες ταχύτητες.

Τις σκληρές θεόρατες πέτρες που πλανούνται στο στερέωμα, γλυπτά σμιλεμένα στην αιώνια ζέστη και στο ατέρμον ψύχος, που θρύπτονται πάνω απ’ τις ασάλευτες πηγές και τα κοιμισμένα ζωάκια.

Πάνω απ’ τις λαμπερές κοιλιές και τα σκληρά στήθη που ανασαίνουν εκεί, ανάμεσα στους λευκούς βραχίονες και στα αραιά κοκκινόξανθα μαλλιά, μαζί με την ηρεμία μιας ορεινής παιδιάδας που κοιμάται ξαπλωμένη πάνω στο δέρμα του διαβόλου.

Του διαβόλου που κυβερνά την αταξία με τάξη, αλέθοντας κάθε τόσο πεποιθήσεις και πολιτισμούς με τα δόντια του.

Μα η αγνότητα ανήκει στα ζώα!

Grasp+18x22

Την αγνότητα μόνο να την κατακτήσεις μπορείς. Κανείς δεν γεννιέται αγνός και αμόλυντος και παρθένος. Γίνεσαι αγνός όταν πραγματικά απαλλαχτείς από κάθε δυστυχία που προκαλείς εσύ στον εαυτό σου και στους άλλους.

Η αγνότητα δεν επινοεί και δεν μπορεί να επινοήσει. Μόνο ξέρει να κάνει αφαίρεση και απλούστευση ως το ακρότατο δυνατό όριο της αφαίρεσης και της απλούστευσης.

Δανείζει στον άνθρωπο την πιο συνειδητή γλώσσα της βούλησης για να αποκτήσει τη μεγαλοπρέπεια και την ισχύ των μηδαμινών, που, είναι απαλλαγμένοι από κάθε φιλοδοξία.

Ίσως συμφιλιώνοντας ολοκληρωτικά τον άνθρωπο με το υλικό των πραγμάτων που τον γέννησαν.

Με την ουσία που την ορίζεις σιγά σιγά κερδίζοντας απ’ τον πλούτο της φθοράς σου κι απ’ τη βαριά μητρότητα της ερωτικής κραιπάλης που ξεγεννά τα βλέμματα.

Αυτά που λατρεύουν την ομορφιά, κατορθώνοντας να αποσπάσουν απ’ το μυστήριο μια απ’ αυτές τις σκοτεινές αρμονίες που είναι αρχιτεκτονικά δομημένες σαν ένας ναός που αποκαλύπτει τη ζωή σ΄ όσους είναι άξιοι να την αγαπούν και να την λατρεύουν.

Hell-as(s) Ή η κωλοτρυπίδα της κολάσεως

helas

Σέβομαι ιδιαίτερα τους λαούς που δεν διαθέτουν ιστορία. Που τρώνε όταν πεινάνε και γαμιούνται όταν υγραίνονται. Που γυρνούν σχεδόν γυμνοί μέσα στις στέπες πιστεύοντας στις πέτρες και στον ήλιο, στο νερό και στο σπέρμα, στα βραστά μπιζέλια και στο ρυζόγαλο.

Λαούς που δεν έχουν αρχηγούς αλλά σοφούς φτωχούς γέρους που γιατρεύουν πληγές μες στη ζεστασιά της χειμωνιάτικης καλύβας.

Οι μύθοι τους μιλούν για σύννεφα και κορυδαλλούς, για βοσκοτόπια και μονοπάτια των μυρμηγκιών, για φεγγάρια και ομίχλες.

Τα δόντια τους τα ακονίζουν πάνω στο ουράνιο τόξο που μετά τη βροχή γέρνει τα λαμπρά καθαρά χρώματά του στον κόσμο.

Καμία ένδοξη νεκρόπολη. Καμιά Βεργίνα λουσμένη στο χρυσό αποδιοπομπαίο λήθαργο της σφαγής. Κανένας θάλαμος αερίων και κανένα εργοστάσιο όπλων. Καμιά πατρίδα, μονάχα ουρανός και γη. Καμία κτήση εκτός από ένα στρώμα και μια στέγη.

Κανένας ανθρωπόμορφος ιαγουάρος στο προεδρικό μέγαρο να παίρνει αποφάσεις τινάζοντας τις τελευταίες σταγόνες κάτουρο απ’ το πουλί του.

Οι λαοί που δεν διαθέτουν ιστορία κοιμούνται με ήσυχη συνείδηση. Τρώνε φρούτα και πίνουν γάλα, ακούγοντας το τραγούδι του κοκκινολαίμη. Δεν αλείφουν τον πόνο τους σ’ ένα βελούδινο ντιβάνι φλυαρώντας ακατάσχετα για να καταφέρουν κάποτε να ξεχάσουν. Δεν έχουν νευρώσεις και ζάναξ, καπότες και άλλους χρυσοποίκιλτους ζουρλομανδύες της ηδονής.

Είναι οι λαοί που διαθέτουν αληθινή σοφία αφού δεν τους ενδιαφέρει πόσο θα ζήσουν αλλά πως θα ζήσουν.

Είναι οι λαοί που αφήνουν ελεύθερα τα παιδιά τους να μάθουν παίζοντας και να καταλάβουν νιώθοντας.

Είναι οι λαοί που δε συσκευάζουν τα βότανα και τις ουσίες για να τα κάνουν ακριβά υπόθετα για ευκατάστατους κώλους.

Είναι οι λαοί που δεν διαθέτουν ψυχοθεραπευτές και γελοίους φιλόδοξους νέους. Αναρχικούς δεξιών αποκλίσεων που μυρίζουν την κλανιά τους σε σκοτεινά δωμάτια, γράφοντας και ξεγράφοντας για τα αιματόβρεχτα ποδοβολητά της ελευθερίας.

Δασκάλους δασκαλεμένους απ’ τον αποικιοκράτη και τον καπιταλιστή, που κρεμάν στα τσιγκέλια τις καύλες των εφήβων για να αφήσουν πίσω τους πετσιά καμωμένα από δουλοφροσύνη και σοβινισμό.

Πατριώτες γουρούνια με λιλιπούτειο μυαλό και βραχυκυκλωμένους ποιητές απ’ τα παχιά λόγια, τα βραβεία και τα κωλοδάχτυλα της εξουσίας.

Αν οι λαοί δεν δραπετεύσουν απ’ τις πόλεις και τα συμπλέγματα είναι χαμένοι από χέρι.

Αν οι λαοί δεν θάψουν την ένδοξη ιστορία τους που δεν είναι δική τους αλλά των αφεντάδων τους θα αργοπεθαίνουν βαυκαλισμένοι σ’ ένα γιοταχί ή σ’ ένα θλιβερό διαμέρισμα, απλώνοντας το χέρι στον καπιταλιστή για ένα επίδομα ή μια χορηγία παράτασης της μίζερης ζωής.

Οι λαοί που δεν γκρεμίζουν τους Μεγαλέξανδρους είναι καταδικασμένοι στη δυστυχία.

Ω ναι! οι Αλβανοί θέλουν να φτάσουν στη Λακωνία. Οι Έλληνες θέλουν πίσω την αγιασοφιά. Οι Βούλγαροι θέλουν να βγουν στο Θερμαϊκό. Οι Τούρκοι θέλουν να κατακτήσουν το Αιγαίο. Οι Αμερικάνοι τα θέλουν όλα.

Ο πατριωτισμός είναι το πιο προσοδοφόρο επάγγελμα. Μα, υπάρχουμε και μείς που δεν είμαστε πατριώτες. Εμείς που δε σεβόμαστε τις σκατωμένες σημαίες των κρατών αλλά τις πούτσες και τα μουνιά μας.

Ω ναι! κυρίες και κύριοι, σεβαστείτε τις πούτσες και τα μουνιά σας και τότε ο Φράγκος Φραγκούλης θα μπουκώσει το στόμα του με τ’ αρχίδια του Βουκεφάλα, θαμμένος για πάντα στο βόθρο της ιστορίας που τον γέννησε.

Κόκκινο ανάμεσα

podia

Τόσες ορφανές ηρωίδες της ηδονής γύρω, ξέρουν καλά, πως, αν υπάρχει ένα θαύμα αυτό το γνωρίζουν μόνο οι λουώμενες καλλονές. Αυτές που άνθισαν δίπλα στα τριαντάφυλλα και τους σκώρους.

Κατσίκες στο Άγιον Όρος που θα τις αρμέξουν οι καλόγεροι με τα αποτρόπαια δάχτυλα, τα σμιλεμένα από προσευχές και κρυφή μαλακία.

Κατορθώματα της ονείρωξης κυκλωμένα με κιμωλία, ροή της παιδικής αφέλειας, ρεύσις χαράς πάνω στην επιδερμίδα-την απροσδιόριστα μοχθηρή με τη χρυσόσκονη του ηδονοβλεψία τριμμένη πάνω στα κόκκαλα-.

Ερπετική. Σχεδόν γαλάζια.

Φλέβες του λαιμού φουσκωμένες γύρω απ’ το μήλο του Αδάμ και το μουνί της Εύας θυμωμένο, πρησμένο απ’ την αφθονία και τη στέρηση.

Αυτό το κόκκινο που σφηνώνεται και σκοτεινιάζει μες στη σφαγή κι αυτό το ρόδινο που γελάει σαρδόνια μέσα σ’ αυτές τις σκοτεινές τρίχες και το κυανό που μπαλώνει πάνω στις εξεγερμένες καρδιές τον αντικατοπτρισμό των παραδείσων.

Εδώ Συρία Ή Ο καλλιτέχνης είναι υποχρεωμένος να είναι αφόρητος

gettyimages-458903556

Είναι που αρχίζει να ακούγεται το μουρμουρητό μιας πηγής, σα να τροχίζει μια γριά δράκαινα τα δόντια της πάνω στις πέτρες και οι αληθινοί ήρωες να παίρνουν θέση κάτω απ’ αυτό τον ουρανό που τον γαβγίζουν τα σκυλιά.

Η εμφάνισή τους δεν είναι ηρωική. Δεν εντυπωσιάζουν και δεν βγαίνουν ποτέ στην τηλεόραση.

Ο Ντοστογιέβσκι θα κοιτούσε με τις ώρες τα ερείπια. Θα κρατούσε σημειώσεις στο διαβολικό του στήθος για μια πόλη γεμάτη δρόμους και υπονόμους, γεμάτη καλώδια και σωρούς από λευκά ανθάκια πάνω απ’ την καταστροφή, ακούγοντας αυτό το περιπαθές τραγουδάκι τού αισιόδοξου μηδενιστή.

Μια πόλη γεμάτη μικρούς αόμματους αγίους. Αλήτες που κάνουν πλιάτσικο στα λατομεία, βίδες και σίδερα για να μοντάρουν μιαν αυτοσχέδια σκεπή, τακτοποιώντας τις πληγές τους.

Εργαστήρια αυτοσχέδια που βαλσαμώνουν με γύψο τους ανάπηρους ζωντανούς.

Μια γυναίκα που ψάχνει κουρέλια για πάνες.

Μικροί μελαμψοί σατανάδες που κόβουν απ’ τα λάστιχα με το μαχαίρι κομμάτια για να φτιάξουν παπούτσια και σόλες για τα ξυπόλητα τάγματα.

Οι λαθρέμποροι που φέρνουν τα καύσιμα κι ο ταχυδρόμος που ψάχνει αριθμούς στο μέσο της κόλασης.

Πόλη γεμάτη βροχές και αστραπές κι ανεμοθύελλες.

Πόλη κρεμασμένη ανάποδα απ’ τα ρολόγια των μελαγχολικών εραστών και ιστορίες αδάκρυτα σπαρακτικές που τις ξεκοκαλίζουν ηλίθιοι χοντροί εκδότες στα γκέτο της διανόησης της δύσης, τρέφοντας με κάλπικο εμπορικό συναίσθημα αυτά τα λεφούσια των γελοίων σμπαραλιασμένων αστών.

Μετά τις οδομαχίες καταφθάνουν οι τζαμάδες με τις πένσες και οι μανταρίστρες με τα βελόνια. Εφημερεύοντες γιατροί δουλεύουν μέρα νύχτα σε αυτοσχέδιες κλινικές για να σώσουν τους επιζώντες.

Σάρκες και βλέμματα ανασταίνονται αφού τα είχε αποσυνθέσει το θρησκευτικό φύραμα έπειτα απ’ τον εμφύλιο λήθαργο της σφαγής.

Φαίνεται πως κανείς δεν μπορεί να βάλει τάξη σ’ αυτό το χάος, μόνο μια γωνίτσα καθαρή, αφού ξέρουν ότι οι δολοφόνοι θα επανέλθουν την επόμενη δεκαετία ή την επόμενη βδομάδα.

Ακούν τα κορίτσια την ηχώ των ορέων και την ηχώ των ωραίων. Με τα σκέλια διπλωμένα στις ομοηχίες τού πολέμου και της ζωής, δίπλα σε κατουρημένους γέρους που τους βομβάρδισαν οι Αμερικάνοι και δίπλα σε βρέφη που τους δάγκωσε το τρυφερό κρέας ο Αλλάχ για να πάρει δύναμη.

Μα, ένα σμάρι από μικρούς σοφούς Σίσυφους θα ξαναχτίσει τη ζωή απ’ τα ερείπιά της.

θα ανέβουν απ’ το χώμα και τη σάρκα για να συναντηθούν στα μισά του δρόμου, εκεί, που η επιστήμη και η μεταφυσική σαν σιαμαία αδερφάκια διδάσκουν την απελπισία και το όργιο της σφαγής.

Θα καταφέρουν για λίγο να ρίξουν στα δεσμά τον χάροντα, θα καταφέρουν να κάνουν τις μήτρες γόνιμες και θα γράψουν ποιήματα για το θεό που ιππεύει γυμνός στους δρόμους σαν τη Λαίδη Γκοντίβα, με τα σκυλιά να τρέχουν πίσω γαυγίζοντας, μέσα στη νύχτα, κυνηγώντας την καμένη σημαία της Συρίας που την πυρπόλησε ο παρδαλός δράκος καπιταλιστής με τα χνώτα του.

Εγκώμιον Λειχίας

lixian

Ο Φαλλός σφαδάζει μέσα στο φαρδύ πνευματικό ιστό της διανόησης που έχασε όλα τα μονοπάτια της ψυχής της. Της διανόησης που συγκάηκε απ’ το εμπόρευμα και τα φώτα που ανάβουν για να δείξει λίγο το πουλί της στο χριστεπώνυμο πλήθος.

Αν μπορώ εδώ να καυχηθώ για κάτι είναι πως η μνήμη μου θα σβηστεί απ’ τα μυαλά των ανθρώπων.

Η δειλία και η προχειρότητα με την οποία ξεγλίστρησα σ’ αυτόν τον κόσμο θα βγάζουν πάντα ένα άρωμα εξευγενισμένης τεμπελιάς, δηλαδή ποίηση ανυποχώρητη στην ερωτική φαντασία και στον πειναλέο οίστρο.

Η πραγματική ισότητα θα μας σκεπάσει με το λαμπρό της πέπλο μόνο όταν ελευθερώσουμε την ερωτική φαντασία απ’ τα ίδια της τα δεσμά.

Όταν αυτό το αυλάκι από αίμα και σπερματόσπορο θα υπάρχει μόνο και μόνο για να καλλιεργεί την τελειότητα των πιο ντελικάτων καμπυλών κι ο πόνος δε θα χρησιμεύει παρά για να κάνει να τρέμει το τρυφερό ρέλι των χειλιών και να λάμπει η γλώσσα μέσα στο στόμα αφήνοντας στο σάλιο μας τη γεύση απ’ τις άγριες θεότητες της γκάβλας που μας κρατάει ζωντανούς.

Οι κακογαμημένοι γίνονται κανίβαλοι της ζωής των άλλων και έμποροι τού πάθους τους που το κατασπάραξε ο ζαχαρώδης διαβήτης τού ανταγωνισμού και της αυτοπροβολής. Και πάντα με κείνη τη δήθεν φιλάνθρωπη πρόθεση συγκαλύπτουν μονοφωνικά τον ακρωτηριασμό τους με την παρηγοριά του.

Η αυτολύπηση και το ψυχορράγημά τους στα γκέτο της μιζέριας φωτογραφίζεται ως πειστήριο ευτυχίας, μα η ευτυχία δεν λογαριάζει τη ζωή με όρους δοσοληψίας και με όρους κέρδους και αποδόσεων, καταχωρώντας τους άθλους ή τις αθλιότητες τού καθενός στον λεξιακό κοπρώνα της κοινής χωματερής των φίλων που δεν είναι φίλοι αλλά κανίβαλοι και καλοθελητές.

Την αλήθεια την φτιάχνει η συνείδηση τού καθενός που θέλει να λάμψει αρτιμελής και σώος μέσα στην κοινότητα που ζει.

Όμως μιαν άρρωστη και παρασιτική κοινότητα μαγαρισμένη απ’ τον ολοκληρωτισμό της μπουρζουάδικης ατομικότητας, πότε πασπαλισμένη με φαντασιακό αμοραλισμό αλά Καστοριάδη και πότε με πληρωμένο αντικομουνισμό στις φυλλάδες των συντακτών και των ασύντακτων πρακτόρων, δεν στηρίζει παρά την ψευδαίσθηση της δύναμης τού δυνατού και την προσφυγή στην απάτη για να πουλήσει ένα αντίτυπο των σωθικών της σε μεσήλικες απαρηγόρητες υπάρξεις που δε γαμηθήκαν στην ώρα τους και τώρα καταδυναστεύουν τους άλλους με τη σοφία που αγόρασαν στα νιάτα τους στα Παρίσια και τις Λόντρες με τα λεφτά του μπαμπά.

Όξω από δω λοιπόν πνεύμα παλιόσκυλο. Φάε τη γλώσσα σου, μου φωνάζουν. Ξερίζωσε τον πούτσο σου βρωμερέ πορνογράφε για να φαίνονται μόνο τα απότομα τινάγματα της δικής μας ανικανότητας καταγραμμένα λεπρομερώς κι όχι το δικό σου χύσιμο στα μούτρα των πλασμάτων που θέλουν το φαλλό για θεό τους, αρνούμενα τα πλήκτρα μιας ταμειακής μηχανής που πουλά πανάκριβα τον πολτό της παρακμής στην πλατεία των Αχρείων.

Γράμμα στη Μούσα Ή η αθώα σχισμή

sxismi

Του ταραχώδους βίου ένα φθαρμένο παλίμψηστο.
Έτσι κερδίζουμε το θάνατο. Προσφέροντας σάρκα γυμνή.
Μόνον οι τάφοι είναι πραγματικοί. Ο Πετρόπουλος
δεν πρόλαβε να δει τα κοιμητήριά του να βγάζουν τη γλώσσα
στην κακομαθημένη ψυχή τού αστού.
Βρήκα τη γαλήνη κάτω απ’ τα φουστανάκια.
Με θαυμασμό και κατάπληξη ομιλούν οι ποιητές
για τα σκατά και τον ουρανό.
Ο Ούγκο Βόλφ έγραφε τα τραγούδια του τρώγοντας κρεμμύδια.
-Μες στην υγρή νύχτα λαξεμένη στην αόρατη ύλη η γύμνια σου-
Γράφω τώρα, πως σκαρφαλώνουν οι νύμφες στα κρεβάτια. Πως
γεμίζουν τα τρελάδικα κοπέλες που δεν τις έγλειψαν το μουνί.
Ηλιοτρόπια μαγαρισμένα.
Ρόγες ακονισμένες στο λεξιλόγιο των ιερέων.
Ο έρωτας είναι η αίρεσις του έρωτος.
Τα κουτορνίθια διαθέτουν αναμνήσεις
και παθαίνουν πνευματικές κράμπες.
Όμως, πάντα έχω στο προσκεφάλι μου ένα μουνί. Και πάντα
αποφεύγω να κατατεμαχίζω τα αισθήματα.
Τα ποιήματα τοξεύουν την ηθική των αστών.
Ξέρω τη Μούσα μου απέξω κι ανακατωτά. Κι όμως σιωπώ.
Ειδωλολατρικώς ανατέμνω
όσες γυμνές με άφησαν να αγαπώ την πατρίδα.
Να ρεμβάζω και να καρτερώ.
Ω! αιδοίον, που κλαίς για να σε φιλήσω.
Κάλεσέ με κοντά σου.

Αναμνήσεις ενός εξομολόγου

anamnisis

Εργαζόμουν ως εξομολόγος σ’ ένα χωριό στην επαρχία.

Τα κόκαλα και οι πέτρες τού τοπίου ήτο γυμνά και συφοριασμένα.

Οι χειμώνες έφταναν απ’ τη θάλασσα με το στόμα γεμάτο κρέας και οι νύχτες ήταν αχόρταστες και κακοφορμισμένες, όλο δαιμόνια και μισοκοιμισμένα καβούρια.

Τα καλοκαίρια όμως ήταν γεμάτα λυγμούς και κορμιά εκφυλισμένα απ’ τον πυρετό των ονειρώξεων και της τρέλας.

Ο καύσων της Μεσογείου τρυπά τις κοιλιές και σουβλίζει, σκοτώνει, γελά. Η λίγδα και το λίπος που φέρνει ο αέρας μοιάζουν αλειμμένα πάνω στις σάρκες, στίλβοντας κάθε βραδυφλεγή πόρο καθώς ίπτανται αυτές γυμνές στ’ απολιθωμένα όνειρά τους.

Πίθηκοι που αμαρτάνουν, φτωχοί και άμυαλοι, μέχρι ο μπόγιας να τους σπάσει το λαιμό.

Κάθε παραθαλάσσιο χωριό το θέρος μεταμορφώνεται σε παλλάδιον τού κήπου των ηδονών, με τη μυστηριώδη σημασία που αφήνουν οι ξερολιθιές με τα ξερόχορτα και τα αγκάθια στ’ αυλάκια τού κύκλου αυτού που οδηγεί στην αποχαύνωση και την αμαρτία.

Μες στο εξομολογητήριο στεκόμουν καθιστός με το κεφάλι σκυφτό και το μέτωπο ιδρωμένο, περιμένοντας να εκφωνήσω τον συμβατικό επικήδειο της συχώρεσης σε όντα φτιαγμένα από λάσπη και χρυσάφι, από τέλμα και αδιανόητες συμφορές.

Μα εκείνη τη μέρα έφτασε στο πένθιμο κουβούκλιό μου το πιο άσπιλο πλάσμα, ολόκληρο θηλυκό και παρθένο, με τη διαστροφή και τη βλασφημία σκορπισμένες μέσα στην αθωότητα που αναδίδει ζεστασιά και μαγεία.

Η ομορφιά ολόκληρη που τη νιώθεις να σκιρτά δίπλα σου εκεί ανάμεσα στο ξύλινο παραπέτασμα που χωρίζει την αγιότητα με τα γαμψά νύχια της τιμωρίας απ’ το χνούδι που ξεπροβάλει στις γενετήσιες σχισμές ανάμεσα απ’ την καρδιά και τα χείλη.

Ακουγόταν σχεδόν το βλέμμα της και τα μάτια της απρόσμενα μαύρα και γλυκά θαρρείς σα να θέλαν να δραπετεύσουν απ’ το καγκελόφραχτο παραθυράκι.

Πάντα η πρώτη στιγμή είναι σιωπή και μοναξιά μα ο εξομολόγος είναι ο οραματιστής που πρέπει να ξεκλειδώσει τα σεντούκια με τις θύελλες και τα πιθάρια με τους διαβόλους.

Η παιδούλα δίπλα μου φαινόταν συνεσταλμένη και ακόρεστη σαν άγγελος που κοίταξε κατάματα το θάνατο.

Ίσως γύρω η τόση σιωπή να με έκανε να ακούω ως και το αίμα στις φλέβες, τις κνήμες και τους μηρούς.

Άκουγα ήχους απ’ το κορμί της κι ένοιωθα τα νύχια της να θέλουν να χορέψουν μ’ ένα αρσενικό τέρας καμωμένο από ατσάλι και σπέρμα.

Άκουγα σιγά σιγά να χαϊδεύει τα μπούτια της και να κουνάει τα πόδια της. Τέντωνε δεξιά αριστερά τα γόνατα όλο και περισσότερο αφήνοντας αυτό τον ήχο που βγάζουν τα κόκαλα όταν χτυπούν στο κούφιο ξύλο.

Τα δάχτυλα σα να προχωρούσαν για να φτάσουν στα χρυσαφένια κρόσσια και την αρμονική τελειότητα τού υμένα που περιμένει κάποιο βράδυ για να ξηλωθεί και να ξεσχιστεί, αρχίζοντας το χορό του αίματος και του υπεροπτικού σφρίγους της νεότητας.

Ήμουν σιωπηλός σχεδόν με τη μισή ανάσα τού πλήθους που περιμένει στην αρένα τον ταύρο να σκίσει με τα κέρατα το παντελόνι τού ταυρομάχου.

Πλησίασα το μάτι εκεί στη μικρή τρύπα που μπορείς να δεις τα κομμάτια τού άλλου σπαρμένα εδώ κι εκεί στο ημίφως και είδα το κορίτσι να αυνανίζεται με το πρόσωπό της κολλημένο στο διχτυωτό πλάι μου και τα μέλη της όλα τεντωμένα και τα μπούτια της ανοιγμένα και τα δάχτυλα χωμένα βαθιά μέσα στο τρίχωμα να ψάχνουν.

Φαινόταν σα να μπορούσα να την αγγίξω κι έβλεπα πως λίγο λίγο ξεγύμνωνε τον κώλο της ψιθυρίζοντας με υγρή φωνή.

-Πάτερ μου, θέλω να σας πω τη μεγαλύτερη αμαρτία μου, αυτή που δε σας ψιθύρισα ακόμα.

Ακολούθησαν δευτερόλεπτα σιωπής, με το καρδιοχτύπι να σχοινοβατεί πάνω στο συρματόσχοινο της κοινής μας αμηχανίας.

Το κορίτσι σα να πρόσταξε σε μένα τον ηδονοβλεψία εξομολόγο ψυχών, λόγια που απαιτούν αγιοσύνη και βαραίνουν πάνω στα σαγόνια και τις χαρακιές της γης που κρατά στη ζωή το σάρκινο λουρί μας δεμένο στο ερωτικό σκίρτημα και στον καυτό άνεμο.

-Η μεγαλύτερη αμαρτία μου Πάτερ, είναι πως αυτή τη στιγμή που σας μιλώ τραβάω μαλακία, έχω τα δάχτυλά μου στο μέλι αυτό που γεύονται οι γλώσσες των αντρών και των γυναικών, στο μουνί μου που δε θέλει σπόρους και βροχή μα δυνατά αλέτρια, δάχτυλα να οργώσουν όλα τα κύτταρα και τις αφρισμένες μου χαίτες, να τεντώσουν και να ξεχαρβαλώσουν το κορμί μου που θέλει να γίνει απέραντο και να απλωθεί μες στο βδελυρό τρούλο της αγκαλιά του θεού.

Πέρασαν τότε, ακόμα μερικές στιγμές με ψιθύρους και βογκητά και σαλεύοντας σα μια δαιμονισμένη που την εξάρθρωσαν ηδονές που αναβλύζουν και φιλονικούνε στην αιωνιότητα, σχεδόν με δυνατή και καθαρή φωνή όλο θέληση και υπεροψία μού είπε.

-Πάτερ, αν δε με πιστεύετε ελάτε να σας δείξω.

Κι αμέσως σηκώθηκε πλατσουρίζοντας μέσα στους γλυκούς χυμούς της ανθρώπινης ζωής, τραβώντας το μαύρο παραπέτασμα που μας χώριζε, ανοίγοντας τα σκέλια της μπροστά σε μένα τον Ιούδα, ενώ με χέρι σταθερό και γρήγορο μαλακιζόταν ακόμα συνεχίζοντας να κρεμάει στα τσιγκέλια των τρούλων οργασμούς σαν σφαγμένους πετεινούς, με το αίμα τους να στάζει πάνω στην αναισχυντία της στέρησης τόσων πιστών που φαρμακώνονται για να κοιμίσουν τη φύση μέσα τους.

Ονομάζομαι Μοναχή Λουκρητία

monaxilou

Ονομάζομαι Μοναχή Λουκρητία. Πρώην αμαζόνα!
Ω θεέ και διάολε, αραχνοΰφαντη είμαι.
Μυρίζω σαν κρυφή καρδιά που υποφέρει.
Στων αντρών τη θέα ανοίγω τα ψαλίδια μου.
Παίξτε ανοιχτά μαζί μου, εσείς
αρσενικά δρολάπια που θα με καταπιείτε.
Των κολπικών υγρών μου μαδήστε την καρδούλα.
Με το μεγάλο τού ποδιού σας δάχτυλο
αιφνιδίως ακροαστείτε τα σπλάχνα μου.
Η αιχμηρή σκληρότητα θα σας κάνει να λάμψετε.
Θα σας κάνει με χίλια σύγκρυα η αδρεναλίνη κομμάτια
κι αφήστε στο βαθύ λαρύγγι μου μέσα
τον τελευταίο λυγμό της λιπόθυμης στύσης σας.
Χύσια ελέω θεού ανελέητου. Λεφτά δεν παίρνω.
Στο τζάμπα. Μεδούλι και αίμα.

Holy Diver

holy

Ένοιωθα σα να με κυνηγούσαν οι όχλοι του Ιησού στον παράδεισο για να μου καρφώσουν στα πλευρά τα φτερά της αγνότητας. Όσο πιο γρήγορα μπορούσα έτρεχα να κρυφτώ πάνω στις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων του παραδείσου. Έριξα γύρω μια ματιά και τη στιγμή εκείνη είδα μια κοπέλα γυμνή να φεύγει τρέχοντας προς μια συστάδα τσουκνίδες. Κατέβηκα απ’ το δέντρο σαν βαθμούχος ευγενής, μα ήμουν ο βασιλέας και ο δαίμονας όλης της πλάσης κι ο εραστής ετούτης εδώ της κοπέλας που έτριβε τις τσουκνίδες στο μουνί της βγάζοντας δάκρυα πόνου αλλά όχι χαράς. Ποιητής ουρανού και γης. Ένα τέρας. Ένα πλάσμα διφορούμενο. Ένας θεός που κανείς δεν προσευχήθηκε σ’ αυτόν παρά μονάχα θηλυκές υπάρξεις με κάθε λογής θρασύτητα με τη γλώσσα και τα χείλη και το στόμα αφήνοντας πάνω μου σάλια, αφηνιασμένες ουρλιάζοντας-Δόξα τω θεώ-Δόξα τω θεώ. Με την καύλα να κλυδωνίζεται ανάμεσα στη ζωή και στην ερημιά του θανάτου σε τούτον εδώ τον παράδεισο που φουσκώνουν τ’ αρχίδια μου κι ανεμίζουν οι όμορφες χρυσές κεντημένες πούλιες κι οι κορδέλες κάτω απ’ τα κοριτσίστικα γόνατα ανάσκελες καθώς τις βρίσκει ο σπερματόσπορος απ’ τους μηρούς στο υπογάστριο κι ο ήλιος απ’ άκρη σ’ άκρη σαν θεριό ανήμερο, ο μέγας εξεταστής ο κόκορας που ψιθυρίζει όπως ο μπέης της Αλγερίας στα κορίτσια ερωτόλογα και αινίγματα για την ολάνοιχτη εξοχή της σάρκας και τους αλλόφρονες εφιάλτες. Τη στέρηση που σε φτάνει στο έγκλημα και στον τάφο. Ωστόσο δια παντός θα ακτινοβολείτε κορίτσια ζέστα απ’ τα έγκατα και να ξέρετε πως έχει μια κρεατοελιά ο θάνατος στα κωλομέρια. Σφάξτε τον λοιπόν, την ώρα που σας γαμεί μες στη λάσπη της νύχτας κι ελάτε άσπιλες με τις οσμές σας στο δρόμο μου. Στο δρόμο του θεού. Εκδηλώσεις υποταγής δεν θέλω.

Πρελούδιο

bellissimo-1-900x900

Πάω να συναντήσω τα κυκλάμινα και τη Μούσα
που με θέλει γαντζωμένο στο αιδοίο της, μανούλα.
Στήθος με στήθος να συνθλίψουμε τις ρόγες μας.
Την περεστρόικα τραγανισμένων οργασμών αφού
τα υγρά κόποις κτώνται, στις εξοχές αβέρτα χύνοντας
ανάμεσα στις γάμπες, αναβλασταίνοντας της Οσίας
Παρθενίας τα βαρβάτα χαμομήλια. Δεν προσδοκώ
ανάσταση νεκρών μα στων γυμνωμένων γυναικών
τα λιβάδια ένα θάνατο γλυκό σαν μπακλαβά.

Ισπανική υποχώρηση Ή εγκάρδιος χαιρετισμός στη Betty Tompkins

betty

Τους συνετούς δεν συμπαθώ και της σύνεσης
την ψεύτρα ομορφιά. Γλώσσα τραχιά του πόθου,
σκλάβα που θα με συντροφέψει στην πτώση και
το θάνατο. Ενθυμούμε λυγμούς επικήδειους,
ωραία ζαρζαβατικά και πρωτοβρόχια. Εσένα
ως λαφίνα ραβδωτή με φουσκωτά οπίσθια
και το δάκρυ ως κάτω εκεί στο φύλλο σου.
Την αγένεια του κοινού ρυθμίζοντας, το οικείο
δράμα των καυλωμένων πούτσων, περιμένοντας
τη θεία στιγμή όπου ο ταύρος θα ξεσκίσει με τα
κέρατα τού ταυρομάχου το βρακί με τους ήλιους
και τα άστρα και τις ίριδες.

Η ηδονή άδεται μεγαλοφώνως

viks32

δεν μπορεί να είναι πιο χλωμά της ποιήσεως τα βάθη
τα δωρεάν λαίμαργα βυζάκια τα μεγάλα βρε και τα
μικρά και τα ψεύτικα που καλπάζουν προς τους ροδο-
κόκκινους τοκετούς τις νιφάδες και το λήθαργο της
αγρύπνιας χλευαστικών φιλιών στο νυχτόφως τροφή
των ποντικών και των αναμνήσεων γουρούνες όλο εγκώ-
μια αφόδευσης τού μέσα θεού που έγινε κοπριά και
ελεήμων καπιταλιστής χριστούλης στο εκτυφλωτικό
ηλεκτρόφως της σφαγής και στα διπλά λογιστικά βι-
βλία οργασμών που πέτρωσαν στις γιορτινές μας λαιμαργίες

Αφήνω τώρα εδώ τη διαθήκη μου

135789682511january2013background

Σας δείχνω τα νεφρά μου
κούφια σαν το μεδούλι του γουρουνιού
Το χρήμα και τη φτώχεια να χαϊδεύουν
τη μαλλιαρή χαίτη του εβραίου
που μαδάει την καρδιά του σαν μαργαρίτα
Ένα Ισραήλ από σάπιο αίμα και αποτρίχωση
Σπαθιά φαλλικά ψημένα κάτω από άγουρες μασχάλες
και το βυζί της δασκάλας που γέρασε
με όλο το παιδικό μου σπέρμα πάνω στη ράχη της
από λεία κόκκαλα και προσευχές
Φιλανθρωπίες απ’ την κοιλιά του θηρίου δάχτυλα
όλο δάχτυλα παστωμένα αφρό και σαπούνι και σκατούλια
Σας δείχνω τα νεφρά μου
τα μαργαριταρένια απ’ τον πόθο
Σας δείχνω τον ευτράπελο ποιητικό μου κώλο
ένα μεζέ για τις οσμές της εφηβείας
Ηδονή κρυμμένη στις πέτρες
και στους τεφρούς μαστούς της ειμαρμένης
Βρέφος θα ξαναγίνω, μα τη μήτρα!
πεταλούδα που ξεμπουκάρει με όλη τη λίγδα
απ’ τα χύσια της έμπνευσης στα φτερά της
Αφήνω τώρα εδώ τη διαθήκη μου
μες στη ζοφώδη χλιαρότητα του αφρισμένου σου αιδοίου
Να με θάψουν εκεί που κουρνιάζουν οι μιγάδες
ωσάν ξελεπιασμένοι ήλιοι
γλείφοντας της παπαρούνας την μακάβρια κλειτορίδα
Κοιτάζοντας έναν λαό πεινασμένο
να καταβροχθίζει το σπέρμα του στην ξηρασία
Σας αφήνω το χορτάτο κορμί μου από λύσσα
Τη διαστημική ψυχούλα μου
Του απόδημου σκύλου τα βγαλμένα μάτια

 

Δείπνο εορταστικόν

marion fayolle

Marion Fayolle

 

Να πιπιλίζουν την πέτσα της βότκας τα χείλη.
Ο κουραμπιές δαγκώθηκε σωστά κι ότι πέρασε
επίσης πέρασε σωστά κατά Σεφέρη. Στην πίστα
θείες δυνατότητες. Η τίγρης αγκαλιά και η αμαζόνα.
Ευφραίνεσαι χορταίνεις. Θυμάσαι γάτες και
ποντίκια. Τον έφηβο παραβάτη μες στο χρυσό του κλουβί.
Σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ που με βάζεις μαδημένο
του έρωτά μου μουνί! Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου
στη φάτνη. Σάπιος ευτυχισμένος χριστός. Να σβήσω
μες στη γελοία σιωπή των βυζιών σου, μητέρα,
των εξευτελισμών τη δυσωδία που έρχεται
και στης παρθενίας σου το μυρωμένο απόστημα
να σβήσω τα αχόρταγα σφιξίματα με μια Μαρία Μαγδαληνή
με μια Μαρία βελούδινη σαν κρέμα. Γονατιστή
με το ανοιχτό κοχύλι της απιθωμένο πάνω στους
τάφους των φτωχών που περιμένουν
στη μετά θάνατον ουρά συσσίτια ανίατου οργασμού
εις τους αιώνες των αιώνων

Ο ήλιος στη γυμνή πλάτη

sarkagimno

Μόνο όταν ένα κείμενο ενοχλεί πιάνει τόπο. Αλλιώς είναι άνευρο, άχρωμο, άχρηστο. Έτοιμο να το παρασύρουν τα νερά της συμπαντικής λήθης και τα απόνερα της ανθρώπινης κατάστασης.

Γιατί η καρδιά της αλήθειας χτυπά εκεί που οι άνθρωποι υποφέρουν, εκεί που στερούνται τη χαρά για να τη γεύονται σε περίσσια άλλοι δυνατοί μαστραπάδες γεμάτοι με όλη τη δύναμη της τσιφλικάδικης αριστείας.

Το μάντρωμα των ανθρώπων και η ανθρωποβοσκή που έπεσαν απ’ τον ουράνιο θόλο ως κληρονομικό δικαίωμα είναι κοινωνική συνθήκη και νόμος του συντάγματος.

Το κατηχητικό και η κερδοσκοπία συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα μα η ανυπακοή στο κακό είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος της εμπορικής επιχείρησης που οι αστοί ονομάζουν δημοκρατία, κωλοτρίβοντας πάνω της μέχρι και τα τελευταία σιχαμένα μουνόπανα του ναζισμού.

Ο αιώνας που πέρασε όμως ρίζωσε για τα καλά μέσα στο γήινο ανθρώπινο κύτταρο το φαρμάκι που θα κάψει τα σπλάχνα του γραφειοκράτη, που είναι το στήριγμα και η θεραπαινίδα του καπιταλιστή.

Το φαρμάκι αυτό που είναι γραμμένο στα βιβλία και στις κοριτσίστικες θηλές.

Μα που βρίσκεται η πληγή σου;

andr

Η σκέψη και ο λόγος δεν μπορούν να χωρέσουν τα σωματικά υγρά και την αιχμηρή σκληρότητα του θανάτου που τα κάνει να λάμπουν.

Το Σώμα βρίσκεται εκτός λόγου, αφού η ένδοξη προστυχιά του παραδέρνει ανάμεσα στις εκκρίσεις και τις κρίσεις του.

Η ληθαργική μας φύση, πότε μαγεμένη απ’ την εκτυφλωτική γοητεία του ήλιου και πότε έκθετη στα μυρωδάτα σκοτάδια της διοχετεύει μέσα στον ιδιόρρυθμο κοσμικό πανζουρλισμό την αλήθεια της και τα μυστικά της.

Μιαν αλήθεια καμωμένη από σουβλερή γλώσσα και θριαμβευτικό σάλιο έτοιμη για το πιο διεστραμμένο τσαλαπάτημα, πάντα στοιχισμένη με την ποίηση που πορνεύεται και αιμάσσει όταν το απαιτούν οι περιστάσεις και οι δολιότητες.

Όταν προσπαθούν να μας κλείσουν το στόμα τα κουτορνίθια και οι φασίστες, με όλη την αναισχυντία της βρωμερής τους φύσης για εξουσία, το Σώμα κυρτώνεται φορτισμένο και δυνατό έτοιμο να μεταμορφωθεί σε Σύμπαν.

Παλεύει δηλαδή να κερδίσει τον εαυτό του και τη δυνατότητα να μεταμορφωθεί ο λήθαργος των πολλών σε εγρήγορση.

Οι ποιητές και οι καλλιτέχνες-που μοιάζουν με μύγες που στριφογυρνούν και φυτοζωούν μες στο θαμπό γυαλί της κοινωνίας των άρτων και των θεαμάτων-είναι αυτοί που ζητούν συνδαιτημόνες και συντρόφους μακριά απ’ τις προκατασκευασμένες και ασφαλείς απόψεις.

Είναι αυτοί που πρέπει να προχωρήσουν γυμνοί και παθιασμένοι μέσα στο κουζινάκι του διαβόλου που αποφάσισε να εκτεθεί, παίρνοντας πολύ στα σοβαρά την ανθρώπινη υπόσταση, βιώνοντάς τη άκρως σπαραχτικά και εξουθενωτικά.

Ο ποιητής δεν θέλει τίτλους στην αγορά και πελάτες, αλλά απαιτεί συνάντηση ανθρώπων για γιορτή και κραιπάλη.

Μια κραιπάλη ερωτικής φύσεως όπου τα πλάσματα ως επαναστατημένα όντα γίνονται δάσκαλοι και μαθητές, δηλαδή εραστές.

Μακριά απ’ το τραύλισμα του διαμορφωμένου κατεστημένου λόγου και τους ξύλινους κόπανους της ακαδημίας που φτιάχνουν ζωές ρημαγμένες από τα άγχη της αποδοτικότητας και της αποτυχίας, υπάρχει πάντα αυτός που θα σηκώσει τον εραστή του αναφλέγοντάς τον χωρίς διδακτισμούς και ιερές βέργες, αποδιώχνοντας το φόβο του θανάτου, προβάλλοντας την αρχέγονη ομορφιά του Σώματος.

Ω γλυκιά μου Ιερουσαλήμ!

Democratic Nominee for President of the United States former Secretary of State Hillary Clinton

Βαρβάτοι μεσαιωνικοί Σπανιόλοι, ερασιτέχνες ταυρομάχοι οι περισσότεροι όταν τυχαίνει, το έχουν συνήθειο να παραγγέλνουν στον πορτιέρη της αρένας τα φρεσκοκομμένα και ψημένα στη σχάρα αρχίδια ενός απ’ τους πρώτους ταύρους που σκοτώνονται. Δίνουνε διαταγή να τους τα φέρνουν εκεί που κάθονται, δηλαδή στην πρώτη σειρά της αρένας, και τα τρώνε αμέσως κοιτάζοντας τους υπόλοιπους ταύρους να σκοτώνονται. Κι όταν πέρνουν δύναμη απ’ τα γλυκάδια του σκοτωμένου ζώου τραβιούνται στα παστρικά τους χοιροστάσια στις χρυσόφτερες νυφικές παστάδες από βούρκο και κατρουλιά, κάτω απ’ τις κοιλιές των γουρουνιών που γρυλίζουν τρίβοντας τις ρόγες τους στις πέτρες, κι έτσι αρπάζοντας την πρώτη τρισχαριτωμένη πεταλουδίτσα την στήνουν μπροστά στο παράθυρο που βλέπει στις κτήσεις, με τον λαϊκό της κώλο μες στη χρυσή λάσπη γαμώντας τη πολλές φορές ενώ πέφτει μια ψιλή βροχή κι ο θεός τραβάει μαλακία.

Ο διάβολος δουλεύει σκληρά για μας

wUa1ZEaIdifX

Ο διάβολος δουλεύει σκληρά για μας
Δανείζει το σώμα του στον κόσμο
Είμαστε φτιαγμένοι απ’ την ίδια στόφα σώματος
Ο διάβολος κι εγώ
Μα η διαβολοσύνη μας είναι μιαν Αγία
Όλοι το ξέρουν αυτό
Και πριν τελείως εισπνεύσομεν
τις τελευταίες εκλάμψεις του οργασμού
του αιδοίου τα γαϊδουράγκαθα και τα ζεστά ποτά
-αμφίρροποι σχεδόν, μα φαλλικοί-
ξέρουμε τι εστί να γράφεις ποιήματα διαβολικά
τι εστί σφήνα ανδρός
στους αναλφάβητους μηρούς της Αμβρακίας

Όσο για σένα ανάσκελη που είσαι τώρα
-σαν σκύλα του Καρβασαρά
περνά σε λίγο το εξπρές για Αλβανία

In extremis

dago

Υπάρχουν δυο ειδών ποιητές. Οι ποιητές που ακονίζουν τα νύχια τους στις λέξεις και οι ποιητές που λιμάρουν τα νύχια τους με λέξεις, για να δείχνουν στη μικρή αγορά που τους αναλογεί τα όμορφα δάχτυλά τους που καταλήγουν σε στρογγυλεμένα ακίνδυνα νύχια. Αν δεν ακονίσεις τα νύχια σου πάνω στα ποιήματα που γράφεις δεν θα γίνεις ποτέ αυτός ο μάγος που μαυλίζει τους τελευταίους μεγάλους έρωτες, ξαγρυπνώντας πάντα, καθαρίζοντας τα περίστροφα της έμπνευσης, ξεριζώνοντας τα γλοιώδη φλέματα απ’ τα στόματα όσων πουλάνε τα οπίσθιά τους σε αρχοντογαϊδάρους για ένα βραβείο κρατικό, για ένα κλύσμα εκδοτικό, για ένα πουκάμισο γεμάτο ναφθαλίνη και αυταπάτες.

Πορτρέτο τού καλλιτέχνη με περίστροφο

streetart-o4

Ο καλλιτέχνης, την ώρα που αγγίζει το θάνατο με το σεξουαλικό του ραβδί φτάνει την τελειότητα και την τόλμη, εκμηδενίζοντας την αγένεια του κοινού που κλείνει τα μάτια μπροστά στο κτήνος. Ο καλλιτέχνης καλεί σε δείπνο το κτήνος για να το φάει στο τέλος. Όμως κανείς δεν μπορεί να φάει μόνος του ένα κτήνος. Οι θεατές και οι αναγνώστες είναι αυτοί που θα πρέπει να μασήσουν πρώτοι το κρέας του. Διότι αν δε φαγωθεί το κτήνος απ’ τον καλλιτέχνη και το κοινό του θα φαγωθεί ο καλλιτέχνης και το κοινό του απ’ το κτήνος. Και τότε ο καλλιτέχνης θα γίνει ένα κτήνος που θα βγάζει λεφτά, τριγυρνώντας χεσμένος στο τάλιρο, με όλο το βρώμικο χρήμα που μπορεί να διαφθείρει και την πιο αγγελική ψυχή. Να κόβει μονέδα. Τρελά διεφθαρμένα λεφτά. Να τα μαζεύει σε μια γωνιά της θλιβερής του τρώγλης και να μην τ’ αγγίζει παρά μονάχα για να σκουπίζει τον κώλο του.

Ο λιποτάχτης Ήλιος

ilio

Κανείς δε γλύτωσε απ’ του Δράμαλη τη μάχη
Φύσεις νεκρές και παραφύσιν φύσεις
Μονάχα εσύ λιγνό αγόρι όλων των πολέμων
έτρεξες στις αγρότισσες
που περιμέναν την αυγή απ’ τις σφαγές τους άντρες
δωρίζοντας στα ύφαλα της μήτρας τους
ήλιο τρεμάμενο απ’ τα πεδία των μαχών
Εσύ ο λιποτάχτης Ήλιος
το ποίημα της έξυπνης γης
Εσύ ο καθεδρικός ναός των αιδοίων
ο πουτσαράς
ο άπληστος για μέλλον
Εσύ ο πατήρ μου, που κρύφτηκες
στους ιερόσυλους του έθνους καμπινέδες
για να γλιτώσεις το σφαγείο της Κορέας
Τα κοράκια
Το διακορευτή γαμιά αμερικάνο
Τ’ αδέρφια σου με τις ψείρες και τον ασβέστη στα μάτια
Τους άμαχους που ξεγεννούσαν οι κοιλιές των γρύλων τα μεσάνυχτα
κάτω εκεί στα ξεχαρβαλωμένα σαγόνια της γης
που ο θεός ολόκληρος είναι μια νοσοκόμα με σπαρταριστά βυζιά
που αφήνει τον ετοιμοθάνατο
να της χαϊδέψει το μπούτι τη γάμπα και το γόνατο
μια ψυχούλα αφημένη στα ξυλοπόδαρά της
και στα μπιμπίκια της νεότητος

Μελέτη ηλιακών σπασμών

Karel Teige.jpg

Collage 247,1942 by Karel Teige

 

Τα δαχτυλάκια σου, που μελετούν τον ήλιο
ξέρουν τι εστί εμβαδόν μιας νέγρας που διψά
Ξέρουνε το βαρύ λυγμό κορμιών εγχόρδων
Μια τούφα τρίχες ξέρουν πως, τις καψαλίζει
η κάψα ενός θεού με ανοιχτό το φερμουάρ
Ω! σαν πέρλες που βλασταίνουνε πάνω στο
δέρμα των λαών οι σπερματόσποροι, τα χύσια
στους τόσους κοριτσίστικους μελάτους οργασμούς
Αχ! σ’ εξαπάτησα θεούλη μου ξοδεύοντας
τον οίστρο όλων των εκλείψεων
Ξοδεύοντας το τόσο σεξ από πλεονεξία
Φτωχούλης και περίλαμπρος στο μονοπάτι
των νεκρών γυρνώ, μα πάω εκεί σαν το σκυλί
τρεχάλα. Να μου πετάξει ο χάρος τ’ αποφάγια
τού τελευταίου ασπασμού.

Το μεσαίο δάχτυλο

hand

Αρκετοί άνθρωποι αγαπούν το κουτσομπολιό και τρέφονται απ’ αυτό.

Η ίδια η λογοτεχνία είναι πολλές φορές τροφή για κουτσομπολιό, αφού το συγκροτημένο σύνολο των αναγνωστών θέλει να βρει πίσω απ’ τις λέξεις τα βίτσια του συγγραφέα εν ονόματι της κοινής περιέργειας.

Κάθε φορά που ακούγεται η προσωπική φωνή μέσα στα έργα προκαλεί την επιθυμία του κοινού να γνωρίσει το δημιουργό.

Η άνοδος της αστικής τάξης στο προσκήνιο της ιστορίας ήταν στην ουσία η άνοδος των ατόμων και λιγότερο η επικράτηση μιας τάξης συμπαγούς και αδελφωμένης κάτω απ’ την ίδια σημαία ευκαιρίας.

Οι αστοί έβαλαν τις βάσεις για την προστασία κάθε συνθήκης που συνδέεται με το άτομο.

Ατομική ιδιοκτησία, ατομική ελευθερία, ατομική έκφραση, ατομική πρωτοβουλία. Αρχές που αποτελούν στοιχεία ενός πλέγματος προστασίας των αστών απ’ την ίδια τους την τάξη.

Οι αστοί χώρισαν τον καλλιτέχνη απ’ την τέχνη του. Τον αποξένωσαν απ’ το παραγόμενο αποτέλεσμα, αφού, η πνευματική δημιουργία έγινε ιδιοκτησία οικειοποιημένη απ’ τον χορηγό ή τον μαικήνα που θέλει τον καλλιτέχνη άτομο αποκομμένο απ’ την κοινωνία.

Η αυθαίρετη οικειοποίηση του έργου τέχνης προηγείται του δημιουργού.

Οι μεγάλες συλλογές εικαστικών έργων ανήκουν σε εφοπλιστές.

Τα εκδοτικά συγκροτήματα ανεβάζουν και κατεβάζουν μαζί με τις κυβερνήσεις και τους συγγραφείς.

Άλλοι φιμώνονται και άλλοι αποκλείονται και άλλοι θάβονται και άλλοι πατικώνονται στα ένθετα των εφημερίδων ως δύστροπες καλιακούδες που μαγειρεύονται στις κατσαρόλες της εξυπνάδας και της πνευματικής νοστιμιάς που απιθώνεται ως εύπεπτος χυλός για το χριστεπώνυμο αναγνωστικό πλήθος.

Απ’ την άλλη, οι ίδιοι οι δημιουργοί υποθάλπουν με κάθε τρόπο αυτό το διαχωρισμό καλλιτέχνη και τέχνης. Προσώπου και προϊόντος.

Ξεγελασμένοι απ’ το δήθεν αβίαστο ενδιαφέρον του κόσμου και το δήθεν γούστο του κοινού-που στην πραγματικότητα είναι παζάρι και διαφήμιση- επιδεικνύουν σαν τα παγώνια την παρδαλή τους ουρά αδιαφορώντας για τα απαίσια πόδια τους.

Η αστική τάξη υπήρξε έως σήμερα η πιο αναρχική τάξη. Τα ξεχωριστά άτομα κυβερνούν τον κόσμο και τα ξεχωριστά άτομα υπηρετούν το αξίωμα που λέει πως, αν δεν είσαι εσύ θα είναι κάποιος άλλος.

Παλαιότερα υπήρχαν σκοτωμοί για να πάρεις λίγο χώρο σε λογοτεχνικό περιοδικό, ακολουθούντας μιαν επετηρίδα υποτέλειας. Καλά λόγια για το σύστημα και χάιδεμα στ’ αρχιδάκια του άρα κρατικό βραβείο, αφιερώματα, χορηγίες για φήμη.

Αριστεροί που γίναν εν μια νυκτί αντικομουνιστές, σαρώνουν βραβεία και χορηγίες.

Κάθε ταλιράκι υπακοής και κάθε δήλωση μετανοίας πριμοδοτείται με πόντους. Απ’ τον μισάνθρωπο υπάλληλο του ΟΟΑΣΑ και ψετοφιλόσοφο Καστοριάδη μέχρι το Ράμφο και τα πνευματικά τους κουτάβια καλλιτέχνες ζωσμένοι το Εγώ τους κατασκευάζουν μυθολογίες που εξυμνούν τα αμφίβολα ήθη ενός κόσμου σπεκουλαδόρων και μπακάληδων.

Νοικοκυραίων και αστών που φτιάχτηκαν από ένα κρατικό δάνειο-δανεικό κι αγύριστο-ή απ’ τη μαυραγορίτικη πατρική περιουσία, βλέποντας κάτω απ’ τον αριστοκρατικό βελούδινο μπερέ τους να ενεδρεύει το πεινασμένο βλέμμα και το αρπαχτικό στόμα του επαγγελματία νταβατζή.

 

sikorskaMargarita Sikorskaia 1968 ΕΣΣΔ

Τα δόντια μου γνώρισαν στις ρόγες σου
τον πόνο του θεού, το βογκητό τού σύμπαντος.
Κι η γλώσσα στην έρημο του χρόνου της
αγέραστη μπροστά στις αχτίδες του ήλιου
και στις σκιές. Κι ο καθρέφτης δείχνει πάντα
δυο κορμιά στο σιωπηλό γνώριμο σκοτάδι μέσα
να αγναντεύουν τα αιδοία τους, τον αίθριο καιρό
και τον σπερματόσπορο τού εικοστού πρώτου αιώνα.

Άλογα και στρατιώτες του παγκοσμίου πολέμου της ηδονής
τα χείλη στη φωτισμένη κρύπτη των σκελιών. Αλέθοντας
των Αγίων Πάντων το ξενύχτι, την ώρα που οι σκλάβοι
δραπετεύουν απ’ το αμερικάνικο μπρέκφαστ
για τη φωλιά της ξενύχτισσας κουκουβάγιας.

Αγαπώ σημαίνει πως είμαι ο μεγαλοδύναμος
όταν σε αγκαλιάζω, πως είμαι ο κανίβαλος φαλλός
ένας φαρσέρ
ένας εμπορικός αντιπρόσωπος οσμών
χαμένος σε μικρές άγνωστες πολίχνες.

Συνωμοσία των πυρήνων της άσβεστης φωτιάς

sklavos

Όσες φορές κι αν βάλεις τα δάχτυλά σου πάνω στο χαρτί της φωτογραφίας για να δεις και να καταλάβεις με την αφή τον πόνο των ανθρώπων, τόσες φορές θα χρειαστεί να γεμίσεις το όπλο σου.

Κι όσοι από μας δεν διαθέτουμε όπλο θα πρέπει να οπλίσουμε τα λαρύγγια μας για να ουρλιάξουν ώστε να σπάσει η πούστικη συνωμοσία σιωπής.

Σήμερα, που οι κωλοτρυπίδες της πολιτικής ορθότητας καταδικάζουν τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται ανθεί και βασιλεύει το άγιο δουλεμπόριο.

Σε ορυχεία, σε σπίτια, σε μαγαζιά, σε πλοία, σε βιομηχανίες και σε θερμοκήπια, άνθρωποι ξεψυχούν και σακατεύονται.

Ευυπόληπτοι επιχειρηματίες αγοράζουν κορμιά για να προχωρήσουν τον κόσμο μπροστά και να προοδεύσει η οικουμένη.

Ελευθερία τού επιχειρείν και ελευθερία ο δυνατός να μας γαμεί όλους έχοντάς μας ως πολύτιμα τιμαλφή στην κοιλιά τού καπιταλιστικού επιταφίου, με όλα τα χρώματα και τα αρώματα της δουλείας.

Ως τα ψηλά κάστρα των ερειπίων, μέχρι εκεί που τα χιόνια των προβάτων κελαρύζουν λιώνοντας πάνω στις πέτρινες στέγες, αλλά και μέχρι τα πυρωμένα αγκάθια τού αφρικανικού ήλιου η βαρβαρότητα ως ταύρος αχόρταγος και αδίστακτος κερατίζει την κόκκινη σημαία του θανάτου.

Μανάδες με μαύρα μαντήλια στα λευκά τους μαλλιά και κόρες με όλες τις πληγές του πόνου αφορμισμένες στα ηλιοτόπια του λαιμού και της πλάτης.

Η ανάδυση του νέου φασισμού που πότε αναρχίζει μέσα στο νεοφιλελεύθερο οικονομικό στρατώνα και πότε συντηρεί με στρατό και αστυνομία την εκμετάλλευση.

Ο λυσσασμένος αντικομουνισμός που βλέπει φαντάσματα στους κόκκους τού αέρα και στις αχτίδες τού ήλιου κουνάει το δάχτυλο στην εργατική τάξη λέγοντάς της πως μια παστρική μαλακία και μια φασολάδα απ’ τα χέρια του παπά είναι αρκετή.

Μα υπάρχει πάντα η στιγμή όπου οι κολασμένοι της γης έρχονται με ποδοβολητά για να βάλουν το σταυρό στον κώλο του παπά και να στείλουν στα υπέροχα Γκουλάνγκ κάθε φθονερό κάθαρμα που θέλει λεφτά και εξουσία.

Κι αυτό δεν είναι θεία δίκη μα επανάσταση. Μια επανάσταση που θέλει οργάνωση και πίστη στον κοινό σκοπό. Μια επανάσταση μακριά απ’ τους ρουφιάνους της αριστερής μελαγχολίας και τους μαγαρισμένους αναρχίζοντες αστούς.

 

Σκωπτικόν ανάγνωσμα περί ασυμμετρίας

ladylyingdown

Κάθε πράγμα αξίζει επειδή είναι μοναδικό. Ο σφιχτοκούραδος χριστιανισμός χώρισε τη σάρκα από το πνεύμα, μα ο ρομαντισμός ανήκει εξολοκλήρου στον κόσμο της σάρκας. Κι αυτή τη μοναδικότητα της σάρκας τη διυλίζει με μιαν άκρως φυγόκεντρη δύναμη.

Το ερωτικό φρόνημα μέσα στην άπειρη έκτασή του γίνεται μελαγχολικό, άρα επαναστατικό, αφού, η μελαγχολία το οδηγεί στη δίνη της εξέγερσης.

Μιας εξέγερσης κοινωνικής, όπου ο ανθός του κύματός της είναι παροξυσμικός και βίαιος απέναντι στα μεταφυσικά ερείσματα κάθε ανέραστης θεολογίας.

Σήμερα που η τρυφερή σάρκα των εραστών φαγώνεται λίγο-λίγο απ’ τα σκουλήκια της αγοράς και τους δαιμόνους της αριστείας που εμπορεύονται ακόμα και την πορδή τους, ο ρομαντισμός μοιάζει δυσοίωνος και ακατέργαστος στα χέρια τού ψηφιακού τελάλη.

Νοσταλγία για τα ονόματα που αμίλητα πορεύονται μακριά μας και πόνος ψυχής, τουτέστιν, ο πιο ανερυθρίαστα απόλυτος σωματικός πόνος.

Μα ούτε μια σταγόνα από το αίμα τού έρωτα δεν πάει χαμένη.

Ξέροντας πως, το σιωπηρό του βάθρο, όπου εναποθέτουν τις ελπίδες τους οι ανθρώπινες σάρκες, είναι καταβαραθρωμένο απ’ την αρχή, πλημμυρισμένο από ένα κύμα μοχθηρής αδυναμίας κι από μια μελέτη θανάτου.

Κάθε σώμα-μέχρις εξαντλήσεως-ζητάει να δαπανήσει όλη του την περιουσία για να ελευθερωθεί απ’ τα δεσμά της βίας.

Η πάλη πάνω στα κρεβάτια του κόσμου ετούτου είναι μια ιεροσυλία που διαπράττεται σ’ ένα σύμπαν όπου δεν υπάρχει θεός και Αρχή, αλλά η Θεά Αναρχία.

Η άρνηση της Αρχής, δηλαδή ο αντίποδας και η αναίρεση του καθωσπρεπισμού, ως η μόνη οδός αληθείας και ηδονής που αναλογεί στον άνθρωπο για να μην ξεπέσει ως πλάσμα πουλημένο στο χρήμα και στη χρησιμότητα.

Σε μια ηθική που κάνει το σώμα να χάνει την αξιοπρέπειά του και σε μια θρησκεία που κάνει το σώμα να χάνει την ιερότητά του.

 

Ο έρωτάς σου έχει το σχήμα των χεριών μου

soman

Η ψευδαίσθηση ελευθερίας που μας προσφέρει ο έρωτας αποτελεί μέρος της ίδιας της φύσης του. Είναι αποτέλεσμα της ιδιόμορφα υπερκαθορισμένης σχέσης του με την πραγματικότητα.

Κανένας έρωτας δεν μπορεί να υπάρξει έξω από την πραγματικότητα.

Με όση καταναλωτική βουλιμία επιτάσσει το πάθος αρκούμαστε στα γλυκόπικρα αθύρματα μιας επηρμένης αίσθησης, που, συνωθεί γύρω απ’ το πτώμα του ενικού αριθμού τον πληθυντικό των μικρών δεσποτειών.

Η ερωτική ατμόσφαιρα δονείται από την κίνηση του απορυθμισμένου εγωισμού, που ξαναβρίσκει μετά την προσωρινή διαταραχή μια νέα ισορροπία στις συνθήκες και στις συμβάσεις που ακολουθούν το σφετερισμό.

Διότι κάθε ερωτική χειρονομία συνίσταται στο να σφετερίζεσαι μαζί με το σώμα και την ταυτότητα τού άλλου, πράξη κανιβαλική και αποτρόπαια.

Μα ο κανιβαλισμός είναι η δεύτερη φύση μας σκορπισμένη μες στην πολυώνυμη επικράτεια των βλεμμάτων, παροχετεύοντας την αρχική επιθυμία σε μια πληθώρα γεύσεων χωρίς ούτε μια ανάμεσά τους να χάνει το δριμύ της άρωμα.

Όπως όλα τα ειδεχθή και χαρμόσυνα πράγματα που μας συμβαίνουν έτσι κι ο έρωτας αρχικά τοποθετεί το ομοίωμά του στη φαντασία μας.

Η φαντασία μας τον ζεσταίνει και τον κάνει να ζήσει δίνοντάς του μια προσωπικότητα.

Και φαντάζει ολωσδιόλου φυσικό το ότι ο έρωτας είναι εγγεγραμμένος στη μοίρα του. Πότε νέος που κόβει τις φλέβες του και πότε γέρος χεσμένος και ασθενής.

Μα ο έρωτας δεν πεθαίνει ποτέ αλλά ζει δια της θανατώσεώς του.

Είναι ο μεγαλειότατος τσαρλατάνος που απ’ το χαρούμενο ηδονισμό και την κραιπάλη των ενστίκτων ξεπέφτει στη μοναξιά, στην αγωνία και στον τρόμο.

Μες στο αβυσσαλέο βάθος των αποθεμάτων του ο έρωτας είναι το απόλυτο και απεριόριστο ξόδεμα όλων των δυνάμεων. Το σημείο μηδέν, όπου ο άνθρωπος ξεσχίζεται και μένει μόνος με το ξέσχισμά του.

 

Εγκώμιο του βιογραφισμού

eklonm

Ένας ψευδοπροφήτης είμαι των αγρών και λιμασμένος σκύλος. Ένα φλεγόμενο φάντασμα. Το φεγγαράκι του Οκτωβρίου αγαπώ, υπέροχο στο όρος Πουθενά των ερωτικών αδένων και των Άνδεων το ξεπαρθενεμένο υπογάστριο. Λιανισμένος απ’ τα χέρια σκληρών γονιών επιστρέφω στους βωμούς που δε στέγνωσαν απ’ το αίμα, τα χέρια τους που πνίγουν όνειρα, οι γλώσσες τους που βγάζουν αγκάθια και εχθρούς, σφαγμένα μοσχαράκια και μισθοφόρους να περιδιαβαίνουν στις πόλεις, άτεγκτοι, μελαγχολικοί, φορώντας το πρόσωπό μας στο βάθος του εφιάλτη, παραμονεύοντας με τα μαύρα σπαθιά και την άπειρη απληστία να κόψουν σύκα και ομφάλιους λώρους, γλυκομίλητα κορίτσια και φαλλούς του Διονύσου, γύφτικα σκεπάρνια και αίμα απ’ το μουνί της νύφης, δονητές για τα μουσεία του Βερολίνου, στύσεις και καταιγίδες φιλιών, βασίλεια παιδικότητας μες στη γουργουριστή κοιλιά του Jumbo από χάλυβα και κινέζικο οργασμό. Εκεί στην κοιλάδα των ονείρων και τη φαραωνική λάμψη των παλαιών ένδοξων ημερών με τα διαμελισμένα κουτάβια και τις πτοημένες κραυγές και τις ατελείωτες αδηφάγες αράδες διαταγμάτων, με τα σκατά της διάνοιας φυτρωμένα στα πεδία των μαχών και στα άσυλα, λουλουδάκια της βίας αδιάφορα στ’ αμυδρά παραγγέλματα του αυγινού φωτός.

Στο λουτρό της αγάπης και στην μπανιέρα των παθών

gogen

Είμαι ένα πελώριο ον που ψηλαφεί τις σκιές.
Της επιθυμίας διαβαίνω τον μάταιο ύπνο.
Ανάμεσα σε χιλιάδες στοιχειωμένες στιγμές
το φάντασμα βλέπω της γυναίκας που αγαπώ.
Κι έπειτα διασχίζω το διάδρομο για να φτάσω
στο λουτρό της αγάπης και στην μπανιέρα των
παθών. Με το πελώριο σώμα μου κατορθώνω
να κάνω το έντομο του έρωτα να παραλύσει
από φόβο μες στο μαύρο σιφόνι και μ’ ένα βίαιο
παπούτσι το λιώνω στο πάτωμα. Κατόπιν, νίπτω
τας χείρας μου κι επιστρέφω μες στη νύχτα αργά
κουνουπάκι κι εγώ των ισχυρών βροχών και των ονειρώξεων.

Στον ποταμό Γιορδάνη των παθών

dadaa

Ούρα μπαρούτι αστροπελέκι και σιωπή
καθώς τη γέφυρα εδιάβηκα του γυμνού
σου κορμιού εχθρικό σκοτάδι διασχίζοντας
γέλια κραιπάλες αντίφαση κι ένα παράλογο
κάβλωμα του αντρικού μου μέλους που οι
ακαδημαϊκοί το απέδωσαν στις κακές παρέες
στη μαμά και στο μπαμπά που με μάθαν
γυμνισμό και οχτωβριανή απ’ τα γεννοφάσκια
που με μάθαν να πιπιλίζω το βυζάκι της ζωής
και να βλέπω τα ζεστά σου κωλομέρια σαν
δυο βραστά αυγά στρουθοκαμήλου την ώρα
που γράφω το ψυχο-dada ποιηματάκι μου
για να γλυκάνω τις μούσες που με μούσκεψαν

Οδόντων και Μαστών

mastos

Ολόκληρο το βάρος του κόσμου πέφτει πάνω στους μαστούς. Λίγο μετά την κρίση τρέλας των σωμάτων οι μαστοί γίνονται σκληροί και αποτρόπαιοι, κουβαλώντας όλες τις παράδοξες ιδέες στα χείλη του θεού.

Όσοι γευτήκαμε το μαστό κι όσοι γευόμαστε το μαστό είμαστε θεοί.

Το δεινό και το αβρό κορυφώνονται στην ίδια ιερή στιγμή. Με μια διαφορετικής ποιότητας απεραντοσύνη κι ένα θυμό δημιουργικό που χρησμοδοτεί ως τα όρια της ερωτικής απόλαυσης.

Μέχρι η αφωνία της καρδιάς να γίνει έξαρση των αποχρώσεων που γκρεμίζονται στο υπεριώδες φως των μακρινών οριζόντων.

Όμως ο γεμάτος μαστός με γαλαξιακή ουσία απορροφιέται από τις κοσμικές έγνοιες και ξαναγυρίζει νυσταγμένος στην αργή πτώση του, θρέφοντας όμως πάντα το πολυπρόσωπο αδημιούργητο Είναι μας.

Στο χείλος του μαστού στέκεται η σταγόνα της αλήθειας, μετέωρη στην αποτρόπαιη ηρεμία της συνήθειας που ο μαγνητικός της θάνατος είναι πιο δυνατός απ’ όλα τα πεπρωμένα.

Αγαπώ τους μαστούς, αυτά τα τεθλασμένα βυζάκια κι αυτά τα θαυμάσια στήθια που τραμπαλίζονται μες στη βαρυτική υπεροψία ενός χωροχρόνου που μας θέλει δεμένους σφιχτά, σεξουαλικούς μέχρι το μεδούλι και δυνατούς τόσο μέχρι να περάσουμε το ζεστό μας πτώμα στην αντίπερα όχθη.

Συναντιέμαι με τους μαστούς όπως συναντιούνται οι πειρατές και οι ξιφομάχοι σ’ ένα πεδίο τιμής όπου η ατιμία έχει τον πρώτο λόγο και η γλώσσα, οι ρόγες, οι σχισμές περιτριγυρίζονται απ’ τα φαντάσματα της νίκης και της ήττας.

Η λέξη σιωπή

siopi

Η λέξη σιωπή είναι τόσο πρόστυχη
όταν τραμπαλίζεται πάνω σε κορμί
που κρύβεται, με τα μάτια γεμάτα
από ερωτικό φόβο και την κοιλιά
παραδομένη στις αλλόκοτες ανθήσεις
των λυγμών. Η σιωπή από κούφιο κύμα
στις παραλίες και τα δόντια ξέσκεπα
πάνω στις ετοιμοθάνατες γκριμάτσες
και μια τούφα τρίχες απλωμένες στα
σύνορα της θλίψης και της κάβλας.
Η σιωπή μπρούμυτα και η σιωπή ανάσκελα.
Η θηλυκιά σιωπή σαν λιχουδιά που αρωματίζει
τους στοχασμούς και σε χορεύει στο
χωροχρονικό ταψί, έτοιμη να σου κάνει δώρο τις ωοθήκες της.

Lowers Revolution

 

flowers-revolution_300_300_2

Το πιο φυσικό παυσίπονο του κόσμου είναι ο έρωτας. Όχι απωθημένος στην πετρωτή σιωπή της συνήθειας, αλλά βγαλμένος στην άμπωτη της φθινοπωρινής ισημερίας.

Με το πρώτο αίμα που έβγαλε η στάχτη, με τον ερωτικό αντίλογο της πρώτης στιγμής. Της πιο μαγικής στιγμής συνάντησης δυο πλασμάτων.

Το πιο ισχυρό κράτος, αυτό της ανθρώπινης ύπαρξης με τις απέραντες πεδιάδες του, περιμένει τη συνάντηση και τη σχέση, δηλαδή τη λιποταξία απ’ το Εγώ, εκεί στις πρώτες ιερές στιγμές, που γεννιέται στο καμίνι της ερωτικής πανουργίας η δίψα που θα ρουφήξει απ’ την αδαμική μας πηγή όλο το νεράκι της αθωότητας.

Τίποτε ποτέ δεν φτάνει και τίποτε ποτέ δεν είναι αρκετό.

Κανένα όριο για την εμπειρία και τη γνώση, τη σοφία και το ερωτικό παρανάλωμα.

Δεν υπάρχει ιερό δισκοπότηρο και δεν υπάρχει αιώνια ζωή. Μόνο σύγκρουση. Το ιερό ξετύλιγμα της ύλης που η φυσιογνωμία της καθρεφτίζει το είδωλο της ζωής που τη γέννησε.

Το ποιητικό αίτιο, που, ο λόγος συναρθρώνει μες στην καρδιά του έρωτα, που είναι δρεπάνι και σφυρί, η δίκαιη βροντή των όπλων της επανάστασης.

Είμαι και είσαι

ime

Μας ξέρει καλά ο εγχώριος δαίμονας
των οργασμών. Τα μυστικά μας όλα από
σάρκα. Κορφούλα δυόσμου σκέφτομαι
σαν ξεμυτίζει απ’ το στηθόδεσμο ο παρα-
τατικός λυγμός αλλόφρων επηρμένος.
Η ρόγα όλο συντέλεια από Μολδοβλαχία
μεριά. Σόλο χαιρέκακη των αγγέλων.
Αχ! τα βυζιά σου, ακροκέραμα της Φλώρινας
ποιοι πετεινοί θα τα ραμφίζουν τώρα!

Sumertime

Face_Fragment-1069883260st

Έτσι κάπως άτεχνα αγαπώ τη μελαγχολία σου.
Το διψασμένο σου σπασμό που με θέλει
σερπαντίνα στους μηρούς σου. Ξέρουν οι αστοί
από τρισάγια και ψαλμούς. Ο Ιανός με το παπιγιόν
και το σώβρακο, παραστάτης πλήξης, όσων πίνουν
καφέδες και παρουσιάζουν βιβλία. Μυδράλια του
νωθρού καιρού. Μα εσύ ευγενικά χαμογελάς.
Τόσο εξαίσια ταραγμένη, βγάζοντας
τραγανά κοτσύφια απ’ το λαρύγγι σου.

Ιδού η πρόοδος, ιδού το οίδημα.

lik

Τα έχει όλα ο αδίστακτος λόγος των ποιητών. Ο Κοπέρνικος, ο Δαρβίνος, ο Φρόυντ απετέλεσαν τις τρείς μεγάλες «ταπεινώσεις» του ανθρώπου, οδηγώντας τον από τον μυθικό εγωκεντρισμό του στις εσχατιές του σύμπαντος.

Κι ίσως μπορούμε και μιλάμε ακόμη χάρη στη μεγαλοφυή εξορία της ποίησης που άφησε ο Πλάτων μαζί με τους θνητούς εκτός των τειχών της Ιδανικής του Πολιτείας.

Η ποίησις δεν πείθει, το ξέρουν και οι νερόκοτες και οι τσαλαπετεινοί. Μα ετούτη η τροχιά του αρχέγονου τραυματικού συμβάντος, το ξεγλίστρημα σ’ αυτό το μοναδικό κόσμο των αντιηρώων που τρέφουν τα πάθη τους νανουρισμένοι από το ρόχθο της επανάληψης, είναι, που μας κρατά ζωντανούς.

Αποτυχίες των μισόχτιστων στίχων, οικοδομές ολόκληρες που η ποιητική αιτιοκρατία τις άφησε παρατημένες στον εγκέλαδο της ερμηνείας.

Οργισμένα σβησίματα, και το δειλό κάποτε γράψιμο στα περιθώρια.

Προσχέδια που πήγαν άκλαυτα και δοκιμές που δεν τελεσφόρησαν. Ξεσπάσματα θυμού έτοιμα να κεντρίσουν οδυνηρά τη ζηλοτυπία των πληγωμένων. Έρωτες και κλάψα.

Η ακαδημαϊκή αστυνομία ξεπλένει τις αμαρτίες των ποιητών. Πάρτε Κύριε λαχεία, μέτρα αυστηρά και τιμωρίες για τους αθώους. Και για τους σακατεμένους εξίσου λόγια παρηγορίας.

Μαζί τα φάγαμε, μαζί καταβροχθίσαμε τη γραμματική και το συντακτικό. Μαζί κατάπιαμε φράσεις και κινίνα φιλολογικά, υγρά και βολβούς οφθαλμών, χείλη, δόντια, γλώσσες.

Ας ξεράσουμε τώρα απ’ τα πορνογραφικά μας έγκατα ηρωικές σκιές και θανατογραφικά σημειώματα. Ιδού η πρόοδος, ιδού το οίδημα.

Revolution is on its way

constructvism poster3

Η τέχνη δεν είναι τεχνική αλλά
τού χρεοκοπημένου οι μασημένες
λέξεις. Η μανούλα που άνοιξε μια
κονσέρβα με λογοπαίγνια για να
κεράσει την παιδική ηλικία. Ωραιότατη
προτεραιότητα της τέχνης ο οργασμός,
μια κιλότα που εισβάλει στα πεδία των
μαχών, απορφανισμένη από την ιδέα
της μεγάλης έκρηξης της ηδονής. Μέσα
της κουρνιάζουν χιλιάδες πελώρια αν
θρωπάκια, χτίστες και γενετιστές, ορθό
δοξοι ρουφιάνοι και αμαζόνες από την
εποχή του Ομήρου. Βγάζει ζουμιά, όπως
στις ναυμαχίες το σπαθί τρυπούσε τα
συκώτια και το σκότος υπέρμαχο της
αλαζονείας άλλαζε των φτωχών τις
κλεφτές ματιές με περίστροφα. Είναι
Οχτώβρης χωρίς μεσάζοντες και η τέχνη
γκαρίζει πως έχει γαϊδουρινή υπομονή
η επανάσταση. Οσονούπω λοιπόν
θα σας κλωτσήσει πάλι στ’ αρχίδια.

Κερατομαχίες ευγενών όντων

beardeers

Μέσα στο άναρθρο ζώο παρεπιδημεί μιαν ατροφική εκδοχή της ανθρώπινης ευαισθησίας.

Ότι γρυλίζει κι ότι βρυχάται θέλει να μιλήσει. Κι αυτή η αινιγματική απαίτηση των πλασμάτων για λόγο και συνουσία είναι η φυσική ροπή της ίδιας της ύπαρξής μας που χρειάζεται κοινωνία για να υπάρξει.

Όλα εμείς τα ζώα, έναρθρα και άναρθρα, πάσχουμε από μνήμες ηδονής, γι’ αυτό και οι λειψές αισθήσεις μας παρασύρονται απ’ τη συγκίνηση, το φόβο δηλαδή μπροστά στο θάνατο και την απώλεια, αφήνοντας το Εγώ να προχωράει μπροστά κουβαλώντας τα ματωμένα σκήπτρα του.

Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε τραγικά μόνοι. Κανένας απ’ τους έρωτές μας δεν μας ακολουθεί στον τάφο. Μονάχα ένα πιστό σκυλί τρίβεται πάνω στη μοναξιά όσων από μας παίρνουμε την εκδίκησή μας με το να υποτάσσουμε ερωτικά αυτό τον μελαγχολικό κόσμο που μας είναι ενάντιος.

H dada καταγωγή μου

ernst-maks_-fatagaga-1920

Σήμερα έμαθα από πού κατάγομαι. Και δε χρειάζομαι ωροσκόπο, γενεαλογίες και τέτοια.

Τίποτε δεν ξέρω και τίποτε δεν πρόκειται να μάθω για όσα είναι γραμμένα στο αίμα μου και όσα είναι χαραγμένα στα πυρωμένα άστρα που κηδεμονεύουν το κεφάλι μου.

Βλέπω όσα δεν μπορούν να δουν τα μάτια μου.

Τα τρελαμένα τέρατα που ξεσκίζουν και ξεκοιλιάζουν, το δίκαιο και το σωστό που ξεπετάγεται απ’ τα σπλάχνα με το πηχτό αίμα της τρέλας να χορεύει με τους κεραυνούς στα χέρια.

Τα κίβδηλα και τα ανθρώπινα που μετατρέπουν αυτή τη λασπώδη ζύμη της ζωής σε υποχθόνια πάθη της σάρκας.

Το σάλιο του ιεροκήρυκα και την τέχνη των εντέρων, αφήνοντας πίσω απ’ την αβρότητα των καλών τρόπων να ελλοχεύει το φάντασμα της γελοιοποίησης των πάντων.

Είμαι τόσο ανθρώπινος όσο και απάνθρωπος όταν ψάχνω να βρω στα κουφάρια τον Λόγο και τη Λέξη, γονατίζοντας εκεί μπροστά στα χείλη της παράβασης, στου αιώνιου θηλυκού δηλαδή την ιερά σχισμή, για να ακούσω απ’ τους ερωτικούς ιστούς του κορμιού της όλα αυτά που παράγουν την σύγχυση και την έκστασή μου.

Είμαι το αυγό τού έρωτά σου

rocio2

Είμαι το αυγό τού έρωτά σου
Με γέννησες στα βουνά και στα όρη
Απ’ τη μεγαλομάτα κοιλιά σου βγήκαν οι λέξεις μου
Και τώρα σου λέω πως λύσσαξα
Και τώρα σου λέω πως δεν την ξέρω την κόλαση
-αφού υπάρχεις-
Κι όσο στη φρυγμένη γη περιμένω να ’ρθεις

Οσίας Πελαγίας και Ωκεανών

pelagi

Αλίευσε σκυλόψαρα η Οσία Πελαγία
Όλα
του ερμαφρόδιτου βυθού τα ερωτικά σαρκία
Και χαρτογράφους Ισπανούς
Και μαυλισμένο εσώρουχο Ισαβέλλας
Ήτο σεμνή στο γλέντι της
καθώς πετούσε ο θάνατος γαρίφαλα στα στήθη της αβύσσου

Αχ! μάτια μου
δεν ξέρουν οι κλεφτοκοτάδες της στεριάς
τι εστί αέναον ιστίον ηδονής
Δεν ξέρουν πως μονομαχούν οι εγκέλαδοι στα σπλάχνα
Πως τόσα ρήγματα δονούν τη Θεσσαλία

Δεν ξέρουνε τι σύγκρυο αναφιλητό
-οσία Πελαγία-
επάνω στο ντιβάνι των Ωκεανών
ολόγυμνη ξεσπάς
εσύ το πουτανάκι των ανέμων
την ώρα που καταφτάνουν οι ευνούχοι νεωκόροι των λυγμών
να σε γνωρίσουν στους φαλλούς των δεσποτάδων

Πάθη Κυριακής Ηλιόλουστης

progression-of-four

Στα δόντια κάποιας Κυριακής
κόλλησε η λέξη μαντολάτο
Ο ήλιος στεντόρειος γραφειοκράτης των πάντων
Τον υμνούν αυτή την ώρα
τσούπες που σχημάτισαν κυβέρνηση του βουνού
κάτω απ’ τις φούστες τους
Μαμούνια μαύρα ολόμαυρα και σαύρες
Χορεύτριες
που τις ανέθρεψεν ο έρως της συγκομιδής υγρών
και αφροδισίων αφρών
Ω! χαίρομαι
ετούτο το παιχνίδισμα ρημάτων ανωμάλων
Εκκρίσεις ρεύσεις άνθη εκμυστηρεύσεις
Τη δούλη του θεού αδολεσχία
Καθώς ανοίγει ο καταπιόνας της
Καθώς χαϊδευτικά η σούφρα της ελέγετο Ζιζέλ

Η προσευχή του σεξουαλικού παπά

prose

Ω! αγία φρίκη των εγκρατών πιστών
Κι εσύ δόλια γαϊδάρα οικουμένη
που σε ξεκολιάζω κάτω απ’ τα εδέσματα
Αυτά που μου προσφέρουν οι φτωχοί με τα χάδια τους
Να, τώρα, κρύβω τον κώλο σου μες στα χαμόδεντρα
και χώνω τη μύτη μες στα σκοτεινά σου καπούλια

Μαθήματα Δημιουργικής Ταφής

NA_Marvellous-Tales-of-Black-Ink_005_1994

Ένα παιδί απ’ την Κομποθέκλα, που αργότερα πρόκοψε και έγινε Κύριος Κυρίου, με κάπα κεφαλαίο, διδάσκει σήμερις μαθήματα δημιουργικής ταφής και ερωτικής ψευδολογίας.

Απαγορεύει τη χρήση λέξεων κακών σαν αυτές που χρησιμοποιούν οι πατριάρχαι εις τα ιδιαίτεράν τους όταν με νεαρούς καλογέρους εξοκείλουν εις τις μιαρές των επιθυμίες.

Προπαγανδίζει την πληθωρική χρήση της λέξεως Λαγνεία, αντί της φράσεως, Χύνω αβέρτα μάνα μου!, μιλώντας για πράγματα κάθε άλλο παρά λάγνα, όπως το να φιλήσεις στο στόμα κάποιον που έχει χαλασμένα δόντια ή να μασουλήσεις ένα έμβρυο σαν να ήταν φρέσκια σαρδέλα.

Λάτρης της αριστερής όχθης του Σηκουάνα, ένα σύμπλεγμα ασφαλίτη θείου και ελευθεριακού κηδεμόνα, πιστός ιδεολογικός κύων του Κορνούτιο Καστροσυκιάδη και λογοτεχνικός αγκιτάτωρ όλων των ανήσυχων δεσποινίδων που έχουν ως βασικό τους μέλημα να εξυφαίνουν ολημερίς και ολοβραδίς-συγγράφοντας-νέα συμπλέγματα προς χρήση θρησκευόμενων νεαρών κορασίδων.

Οι πρόσκοποι, οι οργανώσεις της αγέρωχης νεολαίας που κάνει όνειρα για βελούδινες παντόφλες οικογένεια και εξοχικά, οι σύλλογοι γονέων στα σχολεία, οι Αμερικανοί προαγωγοί του κινηματογράφου, οι φύλακες δημοσίων κήπων, η αστυνομία, οι αρχιλοχίες και άλλοι πολλοί είναι οι πελάτες του.

Φυσικά τα μαθήματα δημιουργικής ταφής επαραδίδοντο με το αζημίωτο. Πατώντας πάνω στη ματαιοδοξία των σπουδαστών που θέλουν να σκαρφαλώσουν εις τις παριές του Παρνασσού εντός εξαμήνου.

Άλλοι λιώνουν σε χυτήρια τα χρυσά δόντια των προγόνων τους κι άλλοι τρέχουν στο Ριχάρδο για να ανταλλάξουν τα τιμαλφή τους με τα ευλογημένα σεντς.

Ο ποιητής Βυζάντιος Αμαναρχίδης περιμένει τα νέα ψώνια στο εργαστήριο δημιουργικής ταφής.

Αιωνίως η μνήμη σας αριστουργήματα που δεν θα γραφτείτε ποτέ!

Άνθη ευλαβείας

loyloy

Όταν αποφασίσεις να κάνεις όλα τα εμβόλια απέναντι σε κάθε συμφορά, σε κάθε λύπη και σε κάθε δυστυχία ξέρεις καλά πως η ευτυχία σου θα είναι μια ψευδαίσθηση.

Η διατυμπανιζόμενη πυρηνική ανοησία του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού, που, λέει πως, για να αλλάξουμε τον κόσμο πρέπει πρώτα να αλλάξουμε τον εαυτό μας είναι μια μεγαλειώδης απάτη, διότι, όχι μόνο δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας αλλά η όποια αλλαγή θα είναι απλώς και μόνο μια παραλλαγή αυτού που είμαστε ήδη. Και συνήθως είναι μια κακή παραλλαγή.

Γινόμαστε κακέκτυπα άλλων, υπερφίαλοι μέσα στην πλασματική ελευθεριότητά μας και γομάρια που κοιτάνε τη σούφρα τους.

Ένα ερώτημα που πρέπει απαραίτητα να απευθύνουμε στον εαυτό μας αλλά και στους άλλους είναι το εξής: Μπορώ να είμαι ευτυχής σ’ έναν κόσμο δυστυχίας και εκμετάλλευσης;

Viva Las Vegas

viva

Το μέλλον ανήκει στις μηχανές και τα
ρομπότ λένε οι πολλοί που έχουν γίνει
μηχανές και ρομπότ και η καρδιά τους
μοιάζει με βλάχικο σκουφί που το πετούν
ψηλά οι ποιητές και οι κάργες που
κατοπτεύουν τη μελαγχολία τους με
φουστάνια σκοτεινά και κακόφημα όλες
παράνομες ιερόδουλες πόλεις όλες στο
λουτρό εκεί περιμένοντας το μέλλον
που έρχεται με τα ρομπότ και τις μηχανές
και το φουσκωμένο ποτάμι των ηδονών
που θα ξεσπάσει στων ξεροκέφαλων στρατηγών το πηλήκιο

Made In Taiwan

1-54

Αυτός ο ποιητής φοράει φιμέ γυαλιά
στη φωτογραφία. Made in Taiwan.
Δεν φοβάται τίποτε, ούτε τους δανειστές
που μας δάνεισαν μαστίγια ούτε τους
υπερβόρειους θεολόγους των αγορών
ούτε την παλιά του συμμαθήτρια με τα
σιδεράκια, ούτε τον κακό λύκο, ούτε
τα παραμύθια. Αυτός ο ποιητής φοράει
λευκή μπλούζα στη φωτογραφία και δε
φοβάται τίποτε μέσα στο λιοπύρι των
Αθηνών και κρατάει σημειώσεις σάλιου
για την τάφρο των χειλιών της. Για εκείνη
που πάει να της χαρίσει τα βγαλμένα μάτια
της Παρθένου Μαρίας να τη σκιάξει με τον
κρίνο του και με το ντοσιέ της ποίησής του.