ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Τριβείον Ελαίου και Μούργας

trivion

-απόσπασμα –

Η σχισμή της ήτο έξαλλη και αινιγματική. Σχεδόν μια γεωμετρική πυράκτωση, που τα ούρα και οι τριχούλες αυτού του γλυπτού ερωτικού βούρκου, έμοιαζαν με σημείο σύμπτωσης της ζωής και του θανάτου.

Άμεσα αναγνωρίζω τη ζωή απ’ τις μυρουδιές της, χωρίς να υπάρχει μύηση ή φώτιση στο γυμνό ουρανό νιώθω την εσώτερη οδύνη και τη στύση μου να ψηλαφούν τις εσοχές και τα κειμήλια της αβύσσου.

Μέσα σε κείνη τη σχισμή είμαι ένα ον μοιρασμένο ανάμεσα στην ομορφιά και την ασχήμια, το καλό και το κακό, ιδρωμένος δράκος ως το μεδούλι και ξαναμμένος, ένας μικρός θεός που όταν καθρεφτίζομαι στο μουνί της είμαι ο Μέγας Σατανάς αυτοπροσώπως και το πελώριο σεξουαλικό καντήλι που θα το σβήσει κάποτε το αεράκι της φθοράς.

Με σκέφτεται η σχισμή της κι ο κώλος της κοιμάται.

Αυτή η βλάσφημη τρύπα με το απέραντο σφρίγος της και τα λυρικά της τρυφερά μέρη γύρω απ’ το κρατήρα που τραντάζει τον κορμό της και με παροξυσμική παραφορά ταρακουνάει τον κόσμο ολόκληρο.

Αγάπη και μίσος, έλεος και οργή, αίμα και πύον. Σύνοδοι πλανητών και συνουσίες αδέσποτων σκύλων.

Τι είναι ο πόλεμος, η σφαγή, ο τρόμος όταν η νύχτα προβάλει πάνω στη μαύρη τσόχα της απεραντοσύνης την έκσταση μυριάδων ήλιων εκτυφλωτικών;

Και τι είναι το σάλιο που στάζει στον ύπνο μου και τα υγρά κι η ασυντόνιστος ρεύσις, αν όχι η ανάμνηση των σπειρωμάτων των άστρων που με εξώθησαν στη μουσούδα αυτής της σχισμής;

Αυτής της σχισμής που ακόμα κι όταν γίνει χαίνουσα πληγή, αποσχηματίζοντας την υγρασία του ερωτικού ενστίχτου, ακόμα κι αν δε γεννά τίποτε, παρά μόνο βατράχια, νυχτερίδες, σκότη και κατακλυσμούς.

Ωδή Στα Βυζιά

vdi

βυζιά γυμνά εξαίσια καταφύγια
στήθη ζεματιστά
σταθμοί αγρίων κορυδαλλών
φυλακισμένοι Διόσκουροι
βράχια
που πάνω σας χτυπούνε
οι γλώσσες σα χταπόδια

που πάνω σας χειροτονούμε
το φαλλό

βυζιά με τα χαντάκια σας
με τις υγρές χαράδρες σας
βυζιά
που σας ασπάζεται
το χώμα της πατρίδας

βυζιά θεσπέσια που μας τυφλώνετε
φανάρια αδυσώπητα
του τριαξονικού
του λυσσασμένου Scania
του πειραγμένου
που έρχεται
βολίδα καταπάνω μας

ρόγες που μας καρφώνετε
λόχμες
που μας βγάζετε τα μάτια
τινάζεται ο πλόκαμος
κραυγάζει ο φαλλός μας
σα γιαταγάνι που πετά
πυρακτωμένες σπίθες

κι από τον τάφο μου θα βγώ
κι από τα χίλια άστρα
πίσω θα γυρίσω
κι απ’ τα λυγρά σκουλήκια
θα ξεφύγω
για νάρθω πάλι ψαύοντας με τα δάχτυλα
τους χτύπους της καρδιάς
τα φλογερά εσάς βυζιά
να με κατασπαράξουν

βυζιά λαχταριστά
που έλκετε
προσκυνητές εις το γκρεμνό
καθώς τα χείλη κορασίδας
πιπιλίζουν το λυκόφως
ωσάν γρανίτα φράουλα
καθώς ψυχορραγεί και στάζει
σαν τους τυφλούς που κατεβαίνουνε
στον Άδη τους μονάχοι
σαν τους αθίγγανους που η σάρκα τους
φεγγοβολάει
χίλια αναμμένα κάρβουνα

Terra Nuova

εμπειρικος-

στον Νάνο Βαλαωρίτη

Περνώντας το ποτάμι, ο Άγιος Αντρέας ο Εμπειρίκος, διαβαίνοντας το διάσελο, βρήκε ξαφνικά μπροστά του την πόλη Ελμπασάν, τις αλαβάστρινες πύλες της, διάφανες στο φως του ήλιου, τους κοραλλένιους της κίονες και τις γυάλινες κόγχες της, σαν ενυδρεία όπου κολυμπούν σκιές χορευτριών με τ’ ασημένια λέπια τους.

Βρήκε αθώα κοριτσάκια σε σχήμα μέδουσας και τυφλούς εραστές κάτω απ’ τις φούστες να ψάχνουν στ’ απόκοσμα ανάκτορα τη ρωγμή στη μέση του ματιού.

Βρήκε χρυσόδετα λεξικά της αρχαιότητος γεμάτα κώλους, βυζιά και μουνάκια.

Βρήκε στρατηγούς να μαλακίζονται με πτώματα και υγρά αγόρια να γαμούν τη μαμά τους.

Βρήκε επαύλεις Ρωμαίων και σκακιέρες με σπλήνες και συκώτια και σκατό με αίμα.

Βρήκε κυρίες της αυλής να ρουφάνε το τσάι τους στα σκοτεινά σπήλαια του οισοφάγου, όπως ρουφούσαν οι δούλες στις αποικίες το σπέρμα των γονιών τους.

Βρήκε ξύλα και βίδες για να φτιάξει την κιβωτό της λαγνείας και το πλοίο που θα μεταφέρει την άπληστη λειτουργία του γαμησιού στην αγκαλιά του θεού.

Βρήκε μαγνήτες για τις ερωτικές πυξίδες που οδηγούν τους αθώους στις αλμυρές Πλειάδες και βρήκε χείλη γυναικών δίθυρα, σχισμένα στα δύο σαν τους βολβούς που γλείφουν οι καυλωμένοι χοίροι στις Ακαρνανικές ακτές.

Βρήκε εικονίσματα του Στάλιν να τα κρατούν οι τρομαγμένοι σφιχτά για να περάσουν το βάλτο που οδηγεί στις στέπες.

Βρήκε το διάολο μες στις κοιλιές των γυναικών που ανακάτευαν τα χύσια των βιαστών τους όπως ο χτίστης ανακατώνει το γαρμπίλι του.

Βρήκε όλων των ειδών τα εγκλήματα κι ανακάλυψε πως κανείς άλλος δεν μπορεί να μας πληγώσει, παρά μόνο εκείνοι που αγαπάμε.

Περνώντας το ποτάμι, ο Άγιος Αντρέας ο Εμπειρίκος, διαβαίνοντας το διάσελο, βρήκε ξαφνικά μπροστά του την πόλη Ελμπασάν και κατάλαβε κιόλας ότι πόλεις σαν κι αυτή έχουν και την ανάποδη όψη τους, που τη λεν Ουτοπία και παλαιόθεν Νεόκαστρον και Νόβιγκραντ και Terra Nuova.

Ερωτοτροφείον

erototrofion

Photo by Rimaldas Viksraitis

Ω νύχτα-Ya lail-
με το καλαμένιο σου φλάουτο!
Οι ιστορίες που πιστεύουμε
είναι οι ιστορίες που φτιάχνουμε το πρωί
σκαλίζοντας τις στάχτες σου
Η κουζίνα μου βρίσκεται μέσα στην τρυφερή σου καρδιά
Η καρδιά σου
ακούει βραχνούς κόκορες να λαλούν στο σκοτάδι

Κόβω μια φέτα καρπούζι
και βλέπω τα χείλη και τα φρύδια σου
Τα μαύρα κουκούτσια σφηνωμένα
στο ζαχαρώδες κόκκινο κορμάκι σου
Τον ήλιο κρυμμένο ανάμεσα στις φασολιές και τα κολοκύθια
Τις κότες να περιμένουν τ’ αποφάγια τους
Τα παιδιά μου παρατημένα στους αγρούς
να τους φέρω χρυσά κέρματα με σοκολάτα
Τη γυναίκα μου
όμορφη σαν το υγρό μάτι της αγρύπνιας
να αναιρεί τη χαζή ανταρσία μου
να γράφω ποίηση
να θυσιάζω κατσίκες και τράγους για τοπικές Αγίες
να βγάζω λίγα λεφτά
ίσα ίσα για τις φακές
και το φόρο για τους αποικιοκράτες

Μπορεί να είμαι ο τρελός του χωριού
Μπορεί να είμαι ένας χαζός
που κρατά δυο κλωστές και δυο λέξεις
Μια μαύρη και μια λευκή
Μια μέρα και μια νύχτα
Περιμένοντας την αυγή για να τις ξεχωρίσω

Κοιτάζουμε τώρα ο ένας τον άλλο
χωρίς να βρίσκουμε λέξεις για τη δυστυχία που μας ενώνει
Είμαι ακόμα θαμμένος στην καρδιά σου
Ω νύχτα-Ya lail-
με το καλαμένιο σου φλάουτο!
Δεν ξέρω πια να αγαπώ
Ή μάλλον ξέχασα

Ο Αύγουστος και η Αυγούστα

august

Ας επανέλθουμε όμως στον μήνα Αύγουστο. Δεν εμπεριέχει άραγε μια ενδόμυχη ένδειξη αυτάρεσκης επαφής με τη σωματική μας ταυτότητα! Με τη γύμνια μας, ίσως, σε όλη την κλίμακα των πτήσεών της.

Κάνοντας τον ιερόσυλο σκεπτικισμό του φόβου τριμμένη πλαστική σακούλα υπό του καύσωνος τις μαγγανείες, τη φιλοσοφία και την ηθική ντροπαλές γεροντοκόρες που τρυπώνουν στις βίβλους των παντοειδών αδιεξόδων!

Πώς να μιλήσει ο λόγος εκεί που δεν μπορεί να πει πια τίποτε κανείς και πώς να ασκήσει την εξουσία της η ηθική εκεί όπου το σώμα δραπετεύει απ’ όλες τις προπατορικές κατηγορίες, υπακούοντας μονάχα στην ολοσχερή δαπάνη του;

Ετούτο το ακραίο όριο της φύσης μας πηγαίνει στις ακρότητες με τον πιο απόλυτο τρόπο.

Η άμμος και το πυρωμένο χώμα φουρνίζουν τη διάθεσή μας για τρυφερότητα. Θάνατος μαζί και αδυναμία θανάτου. Πλάσματα της ερήμου που γινόμαστε ένα με τη διάθεση του ήλιου και την ταντρική μας όσφρηση που ξαγρυπνά στο ερωτικό σαφάρι.

Στη σεξουαλική μας θρησκεία που αποκαλύπτεται επωάζοντας μες στα κορμιά την επικράτηση των αντίθετων δυνατοτήτων, που είναι οι δυνατότητες της ιεράς πορνείας, δηλαδή της ακατάσχετης προσφοράς μέχρις εσχάτων, μέχρι εξαντλήσεως όλων των δυνάμεων που υπάρχουν μέσα μας για να ξοδεύονται ακατάσχετα.

Καυλώνουμε, τα ερωτικά μας όργανα δεν γονιμοποιούν αλλά πλάθουν και με αυτή την υπέροχα ζωώδη τους ορμή αλληλοσυγχαίρονται για το σμίξιμό τους.

Τρίψιμο, χάιδεμα, άγγιγμα. Νευρικές λειτουργίες που οδηγούν στο σπασμό ή τον οργασμό.

Πλάσματα που για να ολοκληρωθούμε πρέπει να δείξουμε ασμένως αυτό που είμαστε, εν ολίγοις να αυτοκαθοριστούμε.

Μπορεί άραγε κάτι άλλο έξω απ’ την ερωτική καθαρότητα να μας κάνει να συλλάβουμε την ταυτότητά μας, να την απαλλάξει από καθετί αλλότριο, να την καθαρίσει και να την ξεσκουριάσει;

Αυτός ο μήνας της παραβίασης των ορίων και των οργίλων μουγκρητών, των διαβόλων που τρώνε τα σύκα καβαλώντας τα μπράτσα της συκιάς που καταράστηκε ο άγαμος κύρης του σύμπαντος, είναι ο μήνας που οι αδένες μας καταβροχθίζουν νέκταρ απ’ τα ερωτικά καρδιοχτύπια για να αντέξουν τους καρκίνους της χειμερίας νάρκης του κορμιού που επιτάσσουν η κοινωνικότητα και η ντροπαλοσύνη του υλικού κόσμου που μας καταδυναστεύει με τα εξουσιαστικά του σύμβολα και τα ερείσματά τους.

Τώρα όμως, είναι τα εκκρίματα αυτά που μας αναλογούν.

Το δέρμα και τα κόκκαλα που διαλύονται απορροφώμενα μέσα σε όρχεις έτοιμους να εκραγούν.

Μια χρυσαλίδα προσκολλημένη σ’ ένα τεράστιο φαλλό με μια γιρλάντα από ηβικό τρίχωμα που όλο σφίγγει το ζεστό λαιμό του καλοκαιριού.

Ο Αύγουστος πριν ξεψυχήσει μες στο εξουθενωτικό παιχνίδι των αμοιβαίων καταχρήσεων θα μας χαρίσει κάτι απ’ την τερατωδία του.

Tο μουσείο των Xαμένων Eιδών

nioy

Θα ιδρύσουμε το μουσείο των χαμένων ειδών.
Είσοδος ελεύθερη. Το νόμισμα εδώ θα είναι
η ικανότητα να αντέχεις τον πόνο και τη θλίψη
να παρατηρείς τον αφανισμό σου. Όρνεα με
ψυχρό αίμα θα παίζουν τρελά με χελώνες.
Σαύρες τρυφερές σαν κουταβάκια. Υβρίδια
από λεμούριο και χταπόδι μέσα σε ήρεμους
πράσινους στροβίλους και δίνες. Άρχοντες
του πολέμου θα ξεπετάγονται. Προφήτες που
επέζησαν από την ασθένεια μεγαλομανίας
του Χριστού, θα κερδίζουν οπαδούς και θα
κηρύσσουν ιερούς πολέμους ενάντια σε άλλους
προφήτες και στον άπιστο πληθυσμό. Μαύρες
γυναίκες θα σπάνε τις κόνιδες πάνω στο τρυφερό
τους χνούδι. Θα σηκώνουν τα φουστάνια για να
δείξουν το βαθύ ετούτο ρόγχο του πρωτόπλαστου.
Τους βολβούς των ματιών όσων στοχάστηκαν
βασκανίες και οργασμούς, αμολημένοι γύρω
απ’ το φεγγάρι. Χορεύοντας το χορό της χαοσύνης
ακούγοντας τη μεγάλη μαύρη τρύπα του σύμπαντος
να κλάνει νέα είδη και νέες υπάρξεις, αψηλάφητες
ακόμα απ’ τα σκοτεινά δάχτυλα της γενετήσιας ορμής.

Παίγνια ερωτικής νυκτός

The Kiss 1967 by Pablo Picasso 1881-1973

Βλέπω την καταιγίδα από σάλια να έρχεται
Μια ζωή απερίγραπτα βρόμικη
έχει τη μυρουδιά από κάτουρα ανεκπλήρωτων ερώτων
Συντάγματα ηδονής και πόνου
Μυρουδιά του μπαρουτιού και μυρουδιά του κώλου
Υπήρξα δειλός καθώς έγδερνα με τα νύχια την ομορφιά σου
Τα χέρια ιδρωμένα τόσο
όσο να βρει κανείς τη λαγνεία της παιδικής ηλικίας
και να πιέσει τη σκανδάλη
να σκοτώσει με το δάχτυλο
η πυρωμένη κλειτορίς
τη φτιασιδωμένη θλίψη στα γυναικεία κρεβάτια
Αχ! νύφες με τρίχες σάρκα και λίπος
Γιατί τα δέκα μικρά σας δάχτυλα είναι και δικά μου
Σας καθοδηγώ τώρα στη ευτυχία
Βλαμμένα κορίτσια
Πληγωμένα από εραστές πους σας χάιδεψαν στα σκοτάδια
Να! δείτε τη μεγαλόπρεπη τρυφερότητά μου
Το βίο μου που τον αφιέρωσα στην πορδή σας
Μονάχος στο καλυβάκι του πόθου
Με τη θηλιά του οργασμού γύρω απ’ το λαιμό μου
Ω! ελάτε να με λυτρώσετε
Κλωτσήστε την καρέκλα κάτω απ’ τα πόδια μου
Θα βρείτε το σημείωμα του αυτόχειρα
στα ετοιμόλογα χείλη του μουνιού σας
Γύρη σκορπισμένη στο ξύγκι του αφαλού
Και σπερματόσπορο παντού

Θεογονία του Νότου

rto

pixography: Apollonia Saintclair

Είμαστε παιδιά του Νότου και της ντροπής
Από γεννησιμιού νοτισμένα όντα, υγρά
Η γη είναι η μητέρα μας
κι ο πατριός μας ράθυμο καναρίνι μέσα στην κάπνα
Χλωμά αρνάκια του εσταυρωμένου
ανεβαίνουν τα δύσβατα μονοπάτια
Θέλω μια νέγρα να μασουλήσω τα στήθια της
σαν ξεδιάντροπος πίθηκος
Θέλω για δόλωμα την ψυχή ενός γουρουνιού
Σβουνιές και γέλια στα μουστάκια των φίλων
Οι εχθροί καρακάξες πέρα στους πέρα κάμπους
Κι ο δαίμονάς μου γουργουρίζει ορφανός
Έχω καρδούλα φιλάργυρη σαν αχόρταγο έμβρυο
Μαύρα έντομα περιμένουν το θάνατο να βγει απ’ το λαρύγγι μου
Σε θέλω
Σε θέλω την ώρα που βγάζεις τη φούστα
Και πέφτει γυμνό μες στο πηγάδι το κολπικό σου φιλί
Και το ρουφάει το φίδι των αποκομισμένων νέγρικων σπλάχνων μου

The Sperm Harvesters

sperma

Lydia Holmes, The Sperm Harvesters, 2012. Graphite on paper, 51 x 55 cm.

Συνήθως, μετά την καταδίκη της δωδεκαετούς σχολικής εκπαιδεύσεως βλέπουμε τον κόσμο αλλιώς.

Ασφαλώς μερικοί δραπετεύουν πριν εκτίσουν το σύνολο της ποινής. Ο στόχος πάντα είναι το φευγιό απ’ το σπίτι.

Όσοι έμειναν στα σπίτια τους-μεταφορικώς και κυριολεκτικώς-γερασμένοι πρόωρα από μια γενική και υποχρεωτική απολιθωμένη μόρφωση, που τους απορρόφησε πλήρως, δεν βρήκαν το χρόνο και το χώρο να μάθουν ενδελεχώς τις υποχρεώσεις τους απέναντι στο σώμα τους κι απέναντι στο σώμα του άλλου.

Ασχολήθηκαν με τον κοινωνικό πόλεμο και τον θυμό και τις πομφόλυγες της οικογενειακής άρρωστης συνύπαρξης.

Έμαθαν από νωρίς να αγωνίζονται, δηλαδή να συναγωνίζονται και να ιδροκοπούν σε άθλιες δουλειές ή χρυσοποίκιλτα κάτεργα, ευνοώντας μέσα τους την ανάπτυξη του σαδισμού που είναι ο χειρότερος εχθρός του ερωτισμού.

Βουτηγμένοι μέσα στη λογική του πολέμου μαθαίνουν εύκολα να καθαρίζουν ένα πολυβόλο ή να λύνουν ένα μυδραλιοβόλο.

Κι αν κάποιος δυστυχής συγγραφέας τούς περιγράψει με λεπτομέρειες τις καμπύλες των γοφών μιας κυράς ή το μοναδικό εξαίσιο μουνί της, αποκαλύπτοντας συνάμα κάποιες ενδιαφέρουσες και δελεαστικές ιδιαιτερότητες της παρορμητικής ανατομίας του, τότε θα τον πάρουν απ’ τα μούτρα και θα του επιτεθούν.

Τα αρχιδάκια και τα μουνάκια είναι καταδικαστέα. Ο λαός μπορεί να χρησιμοποιεί τη σεξουαλικότητα μονάχα ως εκτόνωση μέσα στο ιδιωτικό του ενδιαίτημα, αλλά όχι ως πράξη ζωής και έκφρασης.

Γνωρίζω ανθρώπους που βρίσκονται στα πρόθυρα κύρωσης του ήπατος απ’ το άφθονο καθημερνό αλκοόλ γιατί δυσκολεύονται να δραπετεύσουν απ’ το μαντρί της μονογαμικής τους θαλπωρής που τους επέβαλε η θεοκρατία.

Κι άλλους που κάνουν τζούντο, βάδην, δίζυγο, κολύμπι, μόνο και μόνο για να εξαναγκάσουν το σώμα τους να ξεχάσει το γαμήσι.

Με την ηθική που επιβάλει στον άνθρωπο να υπηρετεί την παραγωγή-κι όχι στην παραγωγή να υπηρετεί τον άνθρωπο-το σώμα έχει χάσει την αξιοπρέπειά του.

Με τις θρησκείες- που το πρώτο μέλημά τους είναι πως θα φασκιώσουν τον άνθρωπο-το σώμα έχει χάσει την ιερότητά του.

Η κοινωνία του θεάματος και της υπεραξίας του ανθρώπινου κόπου, έχει δεσμεύσει το σώμα στις δικές της αναγκαιότητες.

Το σώμα προστατεύεται και αποστειρώνεται, αποκλείεται απ’ τους κινδύνους της σεξουαλικής παγανιάς με τελικό προορισμό τον ακρωτηριασμό του και τη μετατροπή του σε μια ενσαρκωμένη ανοησία που παραδέρνει ανάμεσα στις εκκρίσεις και τις κρίσεις του.

Ψυχολόγοι και κρίσεις πανικού και ψυχίατροι και χάπια και αλκοόλ και πρέζα νόμιμη και παστρικιά.

Κι όλα αυτά για να σπρώξει, κάτω απ’ το χαλί της πραγματικότητας, με το σκουπάκι της βιομηχανικής χημείας και της παντοδύναμης ψευτοεπιστήμης της ψυχής όλες τις σφοδρές λειτουργίες του σώματος.

Το χύσιμο του αίματος, του σπέρματος, των ούρων, των δακρύων, των σάλιων. Το λυγμό και το ερωτικό μουγκρητό. Το ουρλιαχτό, την παράκληση, τους χτύπους της καρδιάς, τις στύσεις και τα ξέφρενα χτυπήματα. Τις αισθήσεις και τις λιποθυμίες, τα δαγκώματα και τους τραυματισμούς, τα ερωτόλογα και τις βρισιές. Την ερωτική πράξη και τη φρενίτιδα των εντάσεων της καύλας.

Μια τακτοποιημένη, μετρημένη και σιγουρεμένη ζωή σε βολεύει πάντα σε κάποιο αυτοματισμό του μυαλού και του σώματος.

Γίνεσαι μοιραία ένα εκφυλισμένο πλάσμα που λογαριάζει τον ερωτισμό με όρους συμφέροντος, μη τολμώντας το παραμικρό μετέωρο βήμα στα ερωτικά σπλάχνα του κόσμου που ξεδιπλώνεται γύρω σου.

Περιορίζεσαι φιλάρεσκα σε ρητορείες και διακηρύξεις, που είναι η χειρότερη μορφή σεξουαλικού και πνευματικού θανάτου.

Κι ύστερα ξεπέφτεις στην αγχωμένη μαλακία και στο αγχωμένο γαμήσι και σε μια ευχαρίστηση του καθήκοντος, εγκεκριμένη απ’ την Κακαδημία Αθηνών και την Μητρόπολη των Τράγων.

Πρόσκληση σε γεύμα

8022351215_9e527c90c6_b

Διατί δεν περνάτε απ’ τα μέρη μας
να σας φιλέψουμε μπομπότα;
Ο καθείς βρίσκει το βάρος της ψυχής του όταν χορτάσει.
Εάν απόψεις διαθέτετε και κύρος
εβάλτε τα στο μελανιασμένο σας κωλίον.
Οι μύγες εδώ του βασιλείου μου
είναι κορίτσια της παντρειάς. Τώρα
αλήθεια καθρεφτίζομαι σε ευωδιές της ωμοπλάτης,
σβουνιές από λυσσασμένους πρωκτούς.
Τώρα αλήθεια σας λέω χωρίς να είμαι ειλικρινής.
Ειλικρίνεια δεν διαθέτω αλλιώς δεν θα έγραφα γρι
και οι εφιάλτες αλλόφρονες θα διάβαιναν στα έντερά μου
και στα δάχτυλα μου που εξόχως εξυμνούν
τα μυστικά περάσματα από έρωτα σε έρωτα.
Από τρύπα σε τρύπα, βιασμούς γλυκούς
στο καταχρυσωμένο της ποίησης τοπίο.
Βλέπω στον καθρέφτη μου το δράκο.
Περάστε απ’ τα μέρη μου να σας φιλέψω
ανάσα φλογερή απ’ τα έγκατα.
Στίχους ψημένους καλά στο λίπος τους.
Αν πιστέψετε πως δεν υπάρχει ελπίδα θα σωθείτε.

Ο σκύλος που κατουράει το γρασίδι του γκολφ

skilos

Υπάρχει ένας σκύλος ο οποίος τυχαίνει να διαθέτει τη μαγική ιδιαιτερότητα να αντλεί από κάθε πηγή, ακόμα κι απ’ τη δίψα του.

Κι είναι αλήθεια πως αυτός ο σκύλος έχει μια προτίμηση προς το παράλογο και το ακραίο. Το περίεργο, το ασυνήθιστο, το απαγορευμένο.

Είναι αισθησιακός και νοητικός. Σχεδόν αλυσοδεμένος στη βουλησιαρχία των παθών του, αλλά οι αλυσίδες του είναι τα σύρματα της πλήξης όσων τον εκδίωξαν απ’ την κατοικίδια μοναξιά στην αδέσποτη χαρά της τυχαίας συναναστροφής.

Γαυγίζει όταν οσφραίνεται γύρω του τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων, αναμιγνύοντας με όση αναισχυντία διακρίνει ένα τετράποδο του δρόμου, τον Έρωτα με τον Θάνατο.

Ψηλαφεί και χαϊδεύει και χαϊδεύεται. Δεν έχει σκύλα δική του, ιδιοκτησία, συγγενείς και έρωτα ενταγμένο στους κώδικες της αναπαραγωγής. Αν συναντήσει στο δρόμο του ένα αδέσποτο μουνί θα το μυρίσει έως παροξυσμού με όλη τη σεξουαλική φρενίτιδα που διακλαδίζεται στον κανιβαλισμό και τη λαγνεία. Στο λεσβιασμό, στο βίτσιο, στη διαστροφή.

Τρώει όταν έχει όρεξη και κοιμάται όταν νυστάζει. Τρώει όταν βρίσκει να φάει και κοιμάται όταν χορταίνει απ’ τις φιλοζωίες και τις κλοπές.

Ο σκύλος αυτός κατάφερε να βρει την τρύπα στο φράχτη του πλούτου.

Τις νύχτες τρυπώνει εκεί ψάχνοντας στα σκουπίδια τους κόκαλα με πολύ κρέας και μεζέδες απείραχτους.

Απ’ τους ζεστούς λασπωμένους λάκκους πίνει νερό κι ευχαριστιέται το τρίψιμο και το κατούρημα στο γρασίδι του γκολφ.

Περιαυτολογίες για το Σώμα

soma

Σώμα μόνο και γυμνό
Πάλι μου έδειξες και πάλι είδα
τον τραγανό λυγμό στο λαιμό σου
τους ώμους που ανθούν και κλαίνε
τους νευρικούς κύκλωπες που έφυγαν στην επαρχία
Σώμα σπάω αυγά για σένα
Ετοιμάζω την ομελέτα για τα γαστρικά σου υγρά
Σώμα ξεχάσου σε μπάνια γάλακτος και αμνησίες
Σώμα δίχως ρούχα
Ο ζηλιάρης ήλιος θα φτάσει στις πιο απόκοσμες σχισμές
Μονάχα τα καθρεφτάκια των κολπικών υγρών
θα σπάσει το κύμα της ηδονής
Κι όλα αλαφρωμένα μετά
Για πάντα

Άγρια είναι η ύπαρξη

kooning

Τόση φύση απονενοημένη
όλο ψύχρα και εκατόμβες
Μύγες και χωράφια και θάλασσα
Κι ο ουρανούλης ουραγός της μήτρας
Ανέσπερος από ηλικία
Το υψηλό και οργίλο μέτωπό μου εκεί
γιατί επί τέλους είμαι ένα βρέφος εν στύση
Κι η νυχτερινή μου προσευχή περίστροφο

Γράφω απ’ το καλύβι μου πάλι
κι ούτε που ακούω τα καμώματα της ψωλής μου-απόψε-
μόνο της πεινασμένης μοναξιάς μου
το ιερό γουργουρητό

Έργα και ημέρες των ατίθασων κοριτσιών

erga

Όλα τα περιστατικά εναντίον μας
Κάτω απ’ τη νυχτικιά σου διακρίνω
το βλέμμα των δεκαέξι χρόνων σου
σφιχτό και στρογγυλεμένο
Παλεύω την εκφυλισμένη ζέβρα του νόμου
Κόλλες άδειες ριγωτές και τεθωρακισμένα
Της καμπούρας γριάς υπεραξίας τη φρεσκάδα
Τη μάχη της ηδονής με την κοιλιά
Το χλομό λογχισμένο αστεράκι
Ω Μάτι του προσκυνητή που το μασουλά ο ήλιος
Αιδοίο λιωμένο στα νυχτερινά του σάλια
Να, παραμονεύει η ομορφούλα το ψωλόχυμα
Τόση στύση αρσενικοθήλυκη
Λίγο άγουρη οργή γεμάτη χύσι και αίμα
Να, παραμονεύει το άδειο φωτισμένο παράθυρο
Μια τετράγωνη τρύπα που διαπερνά τη θεοσκότεινη νύχτα
Ξανοίγοντας στα ρημαγμένα μάτια μας
ένα κόσμο πλασμένο από κεραυνό και λυκαυγές

Anatomy of love Ή πρόχειρο σχεδίασμα θανατογραφίας

anatomy of love

Την τριχωτή τους τρυφερότητα
απολαμβάνουν απόψε οι γραφειοκράτες
Η γλώσσα τους πάντα στα δόντια του θηρίου
-Γαϊδουράκια αλλήθωρα από μανιώδη γαλήνη-
Στη θέση της καρδιάς φύση παχύδερμη παραχαϊδεμένη
Λόξυγκες από βυζάκια αέρας κοπανιστός
Ξαπλώνω μπρούμυτα και χαϊδολογιέμαι
Ότι γράφεται, λέει, κοιτάξτε με μονάχα απ’ την κλειδαρότρυπα
Λίγδα γλυκιά στων ετοιμοθάνατων τον ιδρώτα
Και τα πουλιά στα δόντια της γάτας
Στην καρδιά χτυπημένα και στις σάπιες φτερούγες
Ξυλιασμένα απ’ το κρύο σπέρμα της χαοσύνης
κι απ’ τον αφρώδη φόβο της πτώσης
Παχύ καθρεφτισμένο κήτος στα μεγάλα δάχτυλα της σιωπής
Μετρώντας νεκρούς στα ανάπηρα ροχαλητά τους
Μαύρες πουτάνες του πυρακτωμένου μυαλού
Μουνιά που τηγανίζουν τη φαλακρή θλίψη
Σβησμένα σε γαλλική σαμπάνια και παστρικό κλύσμα
Τις μωρουδίσιες μέλισσες με το θολωμένο μάτι
Σωριάζοντας δαντελωτή γύρη στον ερημότοπο
Κάτουρα του θεού στη σιωπή της νύχτας με τις ανοιχτές γάμπες
Αγάπη στα μπούτια
Πριν το φεγγάρι σκίσει τη φούστα του ουρανού
Ξηλώνοντας την ατέλειωτη νύχτα απ’ το γέλιο του τρελού
Τους άντρες αφήνοντας στο κλουβί τους
Νευρικούς λόγιους με ξιπασμένα χείλη
Αίμα των γάμων στα κρυφά νυφικά της νύχτας
Κοιτάζοντας πως ροκανίζουν ευπρέπεια
Σύζυγοι που εξαγοράζουν τις πενιχρές τους ατασθαλίες με υποταγή
Θάνατοι και μύγες που ξαλαφρώνουν
μες στο μαύρο ρουθούνι του δαίμονα

Voyage Privé

boyagiaz

Δουλεύουμε ή εργαζόμαστε για να καταφέρουμε να αποκτήσουμε μονάδες εξαργύρωσης κόπου και μόχθου ώστε να χαρούμε τον αχαρτογράφητο χωροχρόνο της τεμπελιάς.

Για να κατακτήσουμε όλο και περισσότερο χρόνο ελευθερίας, δηλαδή μια πιο ερωτική ζωή, αφού εμείς θα είμαστε οι κύριοί της και όχι το ωράριο, η κοινωνία, ο καπιταλιστής, το καθήκον.

Η έκφραση Εργασία και Χαρά είναι επιλεγμένη με άκρα δολιότητα και υστεροβουλία με σκοπό να μας οδηγεί κάθε φορά ανώδυνα σ’ έναν απογοητευτικό βίο. Σ’ έναν βίο δίχως τεμπελιά.

Διότι, αν χαθεί η χαρά απ’ την αγκαλιά της τεμπελιάς και τρυπώσει στην αγκαλιά της εργασίας το εκφυλισμένο νέο είδος θα κάνει στο μέλλον τα γενέθλιά του σε ψυχιατρικές κλινικές.

Η ταλαιπωρία του σώματος και του μυαλού επί οχταώρου και βάλε, είχε πάντοτε κάτι το άσεμνο και το προγραμματικά δουλικό.

Η προγραμματισμένη δουλεία της εργασίας είναι έξω απ’ την ανθρώπινη φύση που αν καταντήσει να ψάχνει το νόημα αποκλειστικά και μόνο στην εργασία θα χάσει το νόημα της ζωής.

Η τεμπελιά δεν αναγνωρίζει αποστάσεις από την ευχαρίστηση της ζωής αλλά προικίζει την έλκουσα μάζα των νέων στιγμών με δύναμη και ομορφιά.

Φανερώνει την βουβή κλεψύδρα του χρόνου και μαζί της την έσχατη ωχρότητα των διωγμένων εικόνων που ανακαλεί η μνήμη.

Το χρήμα δεν είναι παρά μια επιταγή εξαργύρωσης στιγμών τεμπελιάς. Όσο περισσότερο χρήμα διαθέτεις τόσο περισσότερο χαίρεσαι την ευδαιμονία της χαλαρής ζωής.

Οι πόλεμοι, οι συγκρούσεις, οι τάξεις, είναι αποτέλεσμα της σφοδρής ανάγκης της ανθρώπινης φύσης για τεμπελιά. Μα πάντα κάποιοι απαιτούσαν το δικαίωμα στην τεμπελιά αποκλειστικά και μόνο γι’ αυτούς.

Το κατώτερο είδος-δηλαδή οι άνθρωποι της δουλειάς και της εργασίας-δεν έχει δικαιώματα πάνω στην τεμπελιά. Η τεμπελιά του είναι ανάλογη της περίσσιας που επιτρέπει η μισθωτή σκλαβιά ή το κρατικό επίδομα ελεημοσύνης.

Η συσσώρευση πλούτου ως εγγύηση τεμπελιάς για το μέλλον πέρασε από τα παλάτια στις φτωχές κάμαρες και στα κουζινάκια που παλεύουν μέρα παρά μέρα με την πείνα.

Ο φτωχός αποταμιεύει για να τεμπελιάσει κάποτε στο μέλλον. Ο πλούσιος ζει απ’ τη σπατάλη και τις αποταμιεύσεις των φτωχών, ο πλούσιος έχει κάνει σπουδή την τεμπελιά.

Ο πλούσιος δεν τρώει σε φαστ φούντ και δεν γαμεί αγχωμένος και δεν στριμώχνεται ιδρωμένος σε άθλια ρούμς του λετ εκτίοντας την ποινή των διακοπών.

Η μεγάλη επανάσταση των φτωχών ήταν πάντα η κλοπή της τεμπελιάς απ’ τα κορμιά των πλουσίων.

Η κλοπή όλων όσων οφείλει να δώσει στον εαυτό του ένα ανθρώπινο πλάσμα που πατάει το χώμα αυτού του πλανήτη. Διότι μόνο η κλοπή της τεμπελιάς απ’ τα σεντούκια όσων την κατέχουν θα ενορχηστρώσει τους κραδασμούς της ανθρώπινης ύπαρξης με το σύμπαν, κάνοντας εμάς, τα πλάσματα από εκκρίσεις αστρικής ύλης, να εργαζόμαστε πυρετωδώς πάνω σε μια παρτιτούρα αποσιωπημένης αρμονίας.

Η Οδός Καρυωτάκη Στην Πρέβεζα

kariot

Κάθετη στο λιμάνι εκεί που έδενε η γραμμή
Πρέβεζα-Άκτιο. Κι ο Κώστας δεν ήτο Ζορμπάς
αλλά υπάλληλος. Εφέγγριζε εκεί γυρνώντας
απ’ τις βόλτες. Έχοντας υπό μάλης αλληλογραφία
σκότους. Λαμπρά στοχαστικός και αμφίρροπος.
Να ασκητέψει πήγαινε. Είρων, χλευαστικός
όχι σεμνός και φαύλος νοικοκύρης. Ηδονιστής
της παρακμής. Όχι ακροκέραμο, τέκνο της
παλιγγενεσίας, μα μπουρδελιάρης, πετεινός
ακροτελεύτιος του Αμβρακικού. Εκδότης κάποιας
Γάμπας. Τέτοιος που έβγαζε θειάφι απ’ τα χάδια του.
Τέτοιος που αχόρταγος υπήρξε με τις λέξεις. Πάντα
απ’ τη χλομάδα μιας Μαρίας νικημένος. Πάντα
κομούνι αγύριστο σ’ αιώνιους άμμους ψηλαφώντας
άνθη λευκά του πρωινού και συριγμό αβύσσου.

Φυσιολατρικόν

fisiola

Τρέχει ποτάμι ο ιδρώτας μου
Η νύχτα υγρή κι απληροφόρητη
Αγαπητή μου ο λαός κλούβιασε
Κουβάρια βιασμών στις γωνιές της τρέλας
Κοριτσάκια μαλλιαρά κι ανύποπτα
Υμνούν τα γερασμένα σπλάχνα των γονιών τους
Μου γράφουν πώς να τις βοσκήσω
Ο κώλος τους πεινασμένος και στοχαστικός
Μάτια αυτιά δόντια μηνίγγια
Όλα τραγανά και ξεχαρβαλωμένα
Θέλουν να δοκιμάσουν το μέλι του γάμου
Τα ερωτικά σκαθάρια τους στη σκιερή ωχράδα του φιλιού
Όλο σάλια και νοστιμιές
Της παρθενίας τον υμέναιο να κάψουν
μαζί με φούστες κάλτσες και σουτιέν
Βρακάκια δίχτυα έσχατα φρύγανα ονειρώξεων
Αυτά τα κομματάκια ευσπλαχνικού χυμού
Αυτά της νεροφίδας τα καμώματα καθώς γλιστρά
σ’ ένα λιμνίσιο ύπνο
γεμάτο ατέλειωτους οργασμούς

Δαγκωνιές και λέξεις μάγου

odini

Αφού σε προκαλούν τα μυστικά μου
και το άρωμα ετούτο της ψυχής που λυσσομανάει
Αφού το κλαψιάρικο δάχτυλό σου με σκλάβωσε
Παραμύθια αχνίζοντας ανάσας δίχως ρούχα
Δίχως σπίτι και δίχως σκυλί ξεμωραμένο από αλητεία
Αγκάλιασε την ανώμαλη ελαφίνα μου
Κι εγώ θα φωτίσω τις γάμπες σου με αναπτήρα
Σου υπόσχομαι ξιπασμένα δαγκώματα στις ρόγες
Θα σε λέω κήτος από σάρκες που οργάζονται
Δαγκωνιές και λέξεις μάγου
Θα σε λέω κάτω απ’ τη φούστα σου θρήσκα τρυφερή καρδιά
Άφησε τις χοντροκώλες τύψεις στα κρυφά παιχνίδια τους
Άφησε τα μερμηγκάκια να ξεχαρβαλώνουν τη ρουτίνα σου
Άφησε το στόμα τσίτσιδο εκεί κάτω να με νταντέψει
Να πεις στο θάνατο
Κοιμήσου μες στο στόμα μου πρίγκιπα της στύσης

Σημείωμα για τον Άσγκερ Γιόρν

γιορν

Η απροσδόκητη, άγρια έλευση της διάθεσης για τέχνη συμβαίνει πάντα με όρους καταστροφής.

Υπάρχει ένα αξίωμα ανθρωπολογικής κοπής που λέει, πως, δεν θα σκοτωθούμε πριν δοκιμάσουμε τα πάντα.

Ο Γκυ Ντεμπόρ κραυγάζει με τον πιο ψιθυριστό τρόπο: Όμορφα παιδιά, η περιπέτεια πέθανε, καταγγέλλοντας τη γλώσσα σαν ερμαφρόδιτη χώρα του ανθρώπινου Είναι.

Ότι νομίζαμε αινιγματικό αποκάλυψε μια πλαστή ταυτότητα. Ακολούθησε η αγιοποίηση των καταραμένων. Κανείς δεν βρέθηκε να ανατινάξει τον Παρθενώνα, μόνο ίσως να χαράξει με μια πρόκα τ’ όνομά του πάνω στο μάρμαρο.

Ένα παιδί που η αθωότητά του γίνεται βεβήλωση της τερατόμορφης ιερότητας ενός παρελθόντος που έπνιξε την ανάσα του μέσα στους ψυχεδελικούς μας κήπους.

Η σχέση της τέχνης με τα προβλήματα του ανθρώπου είναι σχέση τρόμου, την οποία δεχόμαστε με αγαλλίαση και βουλιμική αγωνία, αφού κατά βάθος είναι σχέση ποιητική.

Η ποιητική της καταστροφής του παρελθόντος για να βιώσουμε το παρόν με όρους χαράς και ελευθερίας.

Ολικοί αρνητές στράτευσης σε αυταπάτες και αιματόβρεχτες θεολογίες.

Ηριάννα σ’ αγαπώ, φιλάω σταυρό

tsip

Την εποχή που το κυνήγι των μαγισσών βρισκόταν στο αποκορύφωμά του, από τα τέλη του 16ου μέχρι και τον 17ο αιώνα, δεκάδες χιλιάδες θύματα οδηγήθηκαν στην πυρά, ως επί το πλείστον γυναίκες.

Το ένα διάταγμα τυπωνόταν μετά το άλλο και οι καρδινάλιοι με τους πάπες έβγαζαν τις ψείρες απ’ τα φτερά των αγγέλων με τη χριστιανική λαβίδα τους.

Οι επίδοξοι κυνηγοί μαγισσών είχαν στα χέρια τους σπουδαία εγχειρίδια, θεωρημένα απ’ τους επιθεωρητές της ηθικής, που ήξεραν καλά από μαγείες και διαβόλους.

Η καύση των ασεβών έγινε παράδοση και ο λαός απολάμβανε το θέαμα με την ήσυχη κοιλιά του και τον ήσυχο κώλο του.

Ο παραδειγματισμός-αυτό το αρχαίο εφεύρημα-λειτουργούσε ως καταπέλτης κάθε αντίστασης, ορθώνοντας μπροστά στα μάτια των νοικοκυραίων την αγωνία των βασανισμένων ανθρώπων που σπρώχνονταν σωρηδόν στις μεγαλόπρεπες πύλες της νοσηρότητας που η θρησκευτική και πολιτική συμμορία είχαν θεσμοθετήσει.

Ανατριχιαστικές και ρεαλιστικές λεπτομέρειες των διαταγμάτων περιγράφαν όλη τη διαδικασία έκδυσης και εξευτελισμού.

Την εξέταση, την ανάκριση, το βασανισμό και την εκτέλεση, μαζί με βοηθητικά σχόλια για τους δικαστές ως προς τον τρόπο που θα απευθύνονται στους φυλακισμένους.

Οι δικαστές ήταν πάντα ακριβοπληρωμένοι υπηρέτες της εξουσίας που έκαναν το καθήκον τους. Ψυχροί και αμερόληπτοι, στηριγμένοι πάνω στα νομικά δεκανίκια, ουραγοί της διαφθοράς των αρχόντων που κατοικοέδρευαν στο μέγαρο Μαξίμου και το προεδρικό μέγαρο της εποχής.

Μια μέρα, ο πάπας Ιννοκέντιος μάζεψε απ’ τους δρόμους μια μικρή και τρισχαριτωμένη πεταλουδίτσα, κόρη μιας μάγισσας που κάηκε στην πυρά γιατί δεν πίστευε στο θεό.

Την κλείδωσε σ’ ένα πολύ στενό και τυφλό χοιροστάσιο, όπου αυτή κυλίστηκε με το βρακί σ’ ένα βούρκο από κατρουλιά αφού σύρθηκε κάτω απ’ τις κοιλιές των γουρουνιών που γρύλιζαν. Μόλις η πόρτα έκλεισε ένας καθολικός καυλωμένος διάκος, την άρπαξε και την έστησε μπροστά στην πόρτα, και τη γάμησε πολλές φορές, ενώ έπεφτε μια ψιλή βροχή κι ο Ιννοκέντιος τραβούσε μαλακία.

Ο ανθρωπολόγος Μάρβιν Χάρις στο βιβλίο του Αγελάδες, γουρούνια, πόλεμοι και μάγισσες, γράφει πως, η εκκλησία και το κράτος ενθάρρυναν με ορμητική χαρά και πάθος την ευρωπαϊκή μανία κατά των λεγόμενων μαγισσών, με σκοπό να αποσπάσουν την προσοχή της τάξης των χωρικών από την πραγματικότητα της μεσαιωνικής πολιτικής.

Καλύτερα ο κόσμος να ρίχνει το φταίξιμο σε κακόβουλες μάγισσες και έφηβους ερασιτέχνες τρομοκράτες για τα κοινωνικά και οικονομικά του προβλήματα, αντί να στρέψει την προσοχή του σε διεφθαρμένους επισκόπους και ανίκανους πρίγκιπες.

Στην τάξη που νυχθημερόν ξεσκατίζει δουλικά, με σέβας και υποταγή.

Καλοκαίρι με τη Μάτση

empeirikos-matsh-3

Εκείνη όμως
κατουρούσε σ’ ένα αρχαίο πήλινο ουροδοχείο
Σωριάζονταν στο πάτωμα και το κατάβρεχε ακατάσχετα
με τα ούρα της
Ύστερα ο ανήρ της ακολασίας τη φωτογράφιζε στο κρεβάτι
Μέρα και νύχτα αλαφιασμένες κόνιδες παραφύλαγαν
Το αιδοίο της ξεμωραμένο τόσο
Ο Αντρέας άνοιγε το φακό για να βρει το υγρό χνούδι
Δυνατοί λυγμοί και μια συστάδα τσουκνίδες
σ’ αυτόν τον πένθιμο πύργο της ηδονής
Η νήσος Άνδρος φαλλική και σκανδαλώδης
Σπυράκια στην ωμοπλάτη
Ο εραστής κανίβαλος έδιωχνε τα κακά όνειρα και τις μύγες
Τριχωτή αλλόκοτη στύση
Ονόματα νυμφών που τα χάρισε όλα στους ανέμους
Άνθιζαν τ’ αχαμνά του στα χείλη της
Ο φωτοφράχτης ύφαινε βολβούς
Το αρρωστημένο μάτι του θεού έφτανε στο μεδούλι της
Μετά λίγοι στίχοι, πλήξη και απεριτίφ
και πράσινο σαπούνι για τις μασχάλες

Δέησις Αγίου Φανουρίου

picaso

Επλατάγιζαν τα ρουθούνια σου πάνω στην Άγια Τράπεζα
Ο άγιος Φανούριος μάς έραινε με ιερό ηλεκτρισμό
Ο κόλπος σου από χείλη κόκκινα και υγρά οικεία
Η καρδιά σου από χαλίκια και πυρίτιδα
Η γλώσσα
ευλογούσε του εσταυρωμένου αλαζόνα το ατάραχο βλέμμα
Ήτο δέηση ενός καταπιόνα και μιας βουνοκορφής
Ήτο φυσίγγια σπερματόζωα της εφηβείας
Λίπος λιωμένο χνούδι και νύχια που γδέρνουν
Μέσα εκεί στο ιερό αγκαλιασμένα
τα μέλλοντα κουφάρια μας
Ένα πηχτός ζελές από αρετές αηδιασμένων αγγέλων
Βάραθρα κορδωμένα
Τα χέρια γαντζωμένα στα καπούλια
που θα φιλονικήσουν κάποτε με τη σήψη
Τα πόδια σταθερά πάνω στο καυτό τσιμέντο της πατρίδας
Άγρια σκυλιά ιδρωμένα
Ανάψαμε δυο κεράκια στον Άγιο
Στην αιώνια ερημιά του αποθέσαμε σπέρμα ζεστό
Μακριά απ’ το θριαμβευτικό σάλιο του νεωκόρου
Μακριά απ’ τις σαγιονάρες του καλοκαιριού
Ο χυμός μας μόνο εκσφενδονίσθη
Μπροστά στων αόρατων πιστών τα κομμένα λαρύγγια
Και τα ανάπηρα καυλιά από ατελείωτη ταπείνωση
Μόνο οι λόξυγκες του οργασμού
Μόνο το αλογάκι της Παναγίας ξαπλωμένο στο άσπιλο μπορντέλο του
Καρβουνάκια και χαρτοπετσέτες με σπέρμα

έως λίκνου

Σύνδρομο Susac Ή Αναφορά στο Γκόγια

gogia

ω! ευτυχία
το μπουρζουάδικο χαμόγελό σου
θα το συντρίψει κάποτε η τερηδόνα

Η προσευχή του απίστου

gonatis

δεν έχω σε τι να γονατίσω
μα σκέφτομαι πόσες φορές γονάτισα
μπροστά σε κάτι κυρίες που το εκτίμησαν δεόντως
αφήνοντάς με να προβώ σε ερωτικές ωμότητες
με ότι πρόχειρο διαθέτει το κορμάκι ενός απίστου
χείλη γλώσσα δάχτυλα
καυλοπυρέσσων πύον απ’ τα έγκατα

Αχινούλα

axinoyla

Την είδα την Αχινούλα, την είδα ψες αργά
στον ύπνο μου να έρχεται με αγκαθάκια υγρά.
Είχε σχισμούλα κόκκινη ωσάν τυφώνας
τρυφηλός, χειλάκια ριψοκίνδυνα, είχε κι
ο τράχηλος παραφορά και ίλιγγο. Αχ! η Αγία
μοίραζε κινίνα ερωτικά, ο νεωκόρος σάλια.
Εξ’ ευωνύμων χώνευε μια πέρδικα τη γύμνια
των ανέμων, αλλά, όλα ήσαν του ιδρώτος και
του καύσωνος, οι ανεμιστήρες εδούλευαν στο
φουλ, εδώδιμη αγεωμέτρητη ηδονή, οι
έλικες αποκεφάλιζαν τα φλάουτα του ύπνου.
Τα δάχτυλα ντουφέκια στους κροτάφους μου.
Μα έβγαλα το σλιπ τόσο ευέλικτα κι ο αχινός της
άνοιξε ως είθιστε. Περίμεν’ ο κοσμάκης ελελεύ
και στύσεις θρησκευόμενου αρτίστα. Λυγμούς
και νοσταλγίες, κολάσεις, παραδείσους και
καθρέφτες. Μα αλύχτησα ξανά ξανά ξανά
όπως αλυχτά το άπειρο στα σπλάχνα μιας
παιδούλας. Σου γράφω τώρα απ’ την καλύβα μου
Αχινούλα, χαϊδεύοντας τα τρυφερά σου αγκαθάκια.
Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης.
Κι η ματαιότης μαζί.

Απαγορεύεται στους ποιητές ο θάνατος

apago

Αναζητούμε το αναπόδεικτο και το σκοτεινό. Γι’ αυτό βουτάμε μέσα στην ασυνέχεια της ερωτικής νύχτας, στα δώματα όπου εξαγνίζεται η ακροβασία και ο αγγελικός οίστρος των αιμοβόρων νοσοκόμων που περιθάλπουν τα σεξουαλικά μας οράματα.

Απ’ τους βακχεμένους σπηλαιώνες της Ελλάδας μέχρι τα ρήγματα και τις πλάνες της ερμηνείας ορμούν οι πράξεις που διαλαλούν μια ποίηση εξόχως καταστασιακή.

Μια ποίηση όπου η περηφάνια ταυτίζεται με τη δόξα, την πιο συναρπαστική από τις ψυχικές μας λειτουργίες, την πιο μυστηριώδη ακόμα κι απ’ τη μνήμη, την ηθική, την λήθη και οποιοδήποτε μηχανισμό άμυνας ή καταστροφής.

Αγαπώ τα λυμένα χείλη και τους λυμένους αφαλούς και τους αφρούς από τις λέξεις που στάζουν στ’ αυτιά μας καθώς καταργούμε τις διαστάσεις δίνοντας νόημα στις μορφές που τις κατοικούν.

Απαγορεύεται στους ποιητές ο θάνατος, καθώς η γραφή αναδεύει όλες τις επιθυμίες και πρώτα απ’ όλα την άρνησή τους.

Τα ζεματιστά κορμάκια παραδίδουν τους αδένες τους σ’ αυτό το εικονογραφικό μακελειό μιας τέλειας οιδιπόδειας διευθέτησης.

Αγροί και κρεβάτια πέρα απ’ την καταγωγή του αισθήματος του Κακού.

Λαγνεία εξορισμένη απ’ τις σκαμμένες κοιλιές της δυσπιστίας για τη σαρκική επαφή.

Το ερωτικό ποιηματάκι αν δεν είναι τροφοδότης της ερωτικής πράξης τότε είναι αέρας κοπανιστός και οι ποιητές καταλήγουν ακριβοπουλημένα τομάρια και αποθηκάριοι συναισθημάτων.

Ω! καύσωνα δίπλα σε άδεια τσόφλια καρύδας, τράπουλα του καλοκαιριού και γάμπες κοριτσιών, περιοχές πλημυρισμένες απ’ το διαβολικό ζουμάκι που ποτίζει την κρύα γη, όλο ρωτώ τους απυρόβλητους αμάχους γύρω μου.

Εγώ είμαι που συντηρώ τα φίλτρα του εγκεφάλου σας, αυτά που περιέχουν πολύ σεξ και παράγωγα της πυράς και της βίας.

Εγώ είμαι και ομολογώ πόσο αγαπώ τα στήθη και την αγκαλιά.

Γράφω καυλιάρικα ποιήματα, εξελίσσω τις ερωτογενείς μου ζώνες.

Στοματική, πρωκτική, γενετική. Όλες αυτές τις νοστιμιές και τις άδολες μιζέριες του παιδικού ερωτισμού.

Κάθομαι στα κλαδάκια των ερωτικών συνειρμών κι αγναντεύω τον πληθυντικό οργασμό της ομορφιάς ώσπου ν’ αρχίσει η μεγάλη τραγωδία, όπου εγώ ο μικρός Οιδίπους, θα πάω να συναντήσω τη μοίρα μου.

Εις μνήμη λογίαν

daxt

Θυμήσου μνήμη πως σκορπίστηκες εκεί
που ίδρωνε αγίασμα η οσία Αμαρτία, σαν
φανελάκι που ελλοχεύει στο βρεγμένο
της κορμί και σαν βυθός που περιμένει
τα σκυλόψαρα να τα καταβροχθίσει.

Αχ! νυχτόβια πουλιά περαστικές κοπέλες
οι ονειροκρίτες όλοι της γραικίας δεν
σας αναφέρουν πουθενά, μα εγώ που
τόσο αλιτήριος υπήρξα σας κρύβω μες
στο ποιηματάκι μου όπως κρυβόμουνα
μικρός κάτω απ’ τη φούστα της μαμάς.

Ανατομία ερωτικού συμφέροντος

anatomia

Κοίτα πως σε σημαδεύω στο μεσόφρυδο
ξόβεργες στήνοντας
στον ποταμό που κατεβαίνει ετοιμοπόλεμος
στα αιδοία των Βακχών.
Αχ! το δάχτυλο απρεπώς πετροβολά τη λέξη υγρασία.
Υπήρξα κάποτε ηλεκτρικός ποιητής
Μάζεψα τσάι και ρίγανη σε φονικούς γκρεμούς
Πέρασα όλα τα χαντάκια σου με άριστα
Στο δρόμο για τη Δαμασκό
Σπούδασα
Ερωτική ανατομία και έρεβος
Όλα τα αχανή γλυκάδια της καρδιάς σου

Σκέψεις πάνω στην αισιόδοξη ανθρωπολογία

skefis

Ξορκίζουμε τον έρωτα που μας παραφυλά.
Απάτη είναι η ποίησις και αναφυλαξία.
Ρωτήστε τους παλιούς καλούς μαστόρους
τον έκφυλο σπασμό που μας ορίζει, καθώς
περνά η σιωπή με το μαχαίρι και θερίζει.

Γιατί η σιωπή και γιατί ο χρυσός

giati

Κρύφτηκα για με βρίσκουν εύκολα τ’ αδέρφια μου
Ακούω τις νότες του θεού που με ονειρεύεται
Ο αφαλός μου σε κανένα ουρανό δεν είδε φως
Το χωριό που δεν υπάρχει στο χάρτη ψάχνω
Τη μάνα μου, που άφησε το χέρι μου και χάθηκα
Εδώ όπου σμίγουν όλες οι σιωπές
μόνο ο δικός μου θόρυβος ακούγεται

2 ευρώ την ώρα, το ξεσκάτισμα στις αμμουδιές του Ομήρου

2eyr

Υπάρχει μιαν αισχρότητα στο να δουλεύεις για κάποιον άλλο. Το υπαλληλίκι στον ιδιώτη, που πλέον είναι δουλεία νόμιμη και παστρική, άπτεται του ψυχαναλυτικού διαφορισμού.

Οι καθαρίστριες στα ξενοδοχεία του Αγρινίου, της Καλαμάτας, της Λευκάδας, του Πλαταμώνα αλλά και κάθε φανταχτερής πλαστικοποιημένης λουτρόπολης, πληρώνονται με δυο ευρώ την ώρα, άνευ συμβάσεως και γραπτής συμφωνίας.

Το να ξεσκατίζεις τους κυρίους στις μέρες μας για δυο ευρώ είναι κοινωνική κατάκτηση μιας αριστεράς που αναθεώρησε την επιστημονική επαναστατική σκέψη κρατώντας μόνο στο προσκήνιο τον υποχθόνιο ναρκισσισμό της.

Τη θέση του Εμείς καταλαμβάνει μια τερατώδη αντίληψη του Εγώ, ενός ατομικού Εγώ χωρίς Κόσμο και χωρίς Έρωτα, δηλαδή χωρίς ερώτηση και ερώτημα για την πορεία της κοινής μας μοίρας.

Τα δυο πρόσωπα του διαλόγου διαφοροποιούνται. Αντί για πρόσωπα έχουμε απρόσωπες φιγούρες, εκπροσώπους και διαπραγματευτές, αρνούμαστε δηλαδή τη συνταύτιση του διαλόγου και της αγάπης. Κατάσταση που έχει δημιουργήσει η δύναμη και η ισχύς.

Ο ισχυρός όταν μιλάμε μαζί στο ίδιο τραπέζι ξέρει πως η ισχύς του είναι ο λόγος του και ο λόγος αυτός κηδεμονεύει την κοινωνία που συγκεντρώνει όλες τις δυνατότητες του άγχους και της εμπιστοσύνης, σε μια δύναμη του ξυπνήματος και της αγρύπνιας, δηλαδή στη φροντίδα που θεμελιώνει την Αγορά όλων των συναντήσεών μας.

Οι άνθρωποι αναγκάζονται να ξαναγίνουν σκλάβοι γιατί έπαψαν να συναντιούνται ουσιαστικά.

Οι συναντήσεις των ανθρώπων συμβαίνουν στον Οργουελικό κόσμο όπου λειτουργεί η παλιμπαιδική εικονογράφηση της πραγματικότητας και η αντιστροφή της σημασίας των λέξεων και των φράσεων.

Αν οι σύγχρονοι δούλοι δεν συναντηθούν κάτω απ’ τον ουρανό της κοινής τους γλώσσας, δηλαδή των συμφερόντων τους, είναι ήδη αμετάκλητα καταδικασμένοι.

Αν οι σύγχρονοι δούλοι δεν κατανοήσουν πως η ιστορία τους δεν είναι η ιστορία των κυρίων τους αλλά η δικής τους και πως δεν θεωρείται εργασία το να ξεσκατίζεις μεσοαστούς που απολαμβάνουν τη μίζερη καλοζωία τους ή να μεταφέρεις με το μηχανάκι-κινδυνεύοντας να σκοτωθείς- σουβλάκια και καφέδες σε δίποδα γουρούνια, τότε είναι ήδη αργά.

Περικοπές ερωτικού ευαγγελίου

TTT

Σου έδωσα το κορμί μου, επανάσταση
Και τώρα μου έμεινε αυτό το μουδιασμένο στόμα
Μετέωρο
Παίρνω τους δρόμους που είναι πάντα ένας δρόμος
Αυτός που βγάζει ξανά και ξανά εδώ στο μηδέν
Με κερνάνε γλυκόπιοτο θάνατο οι ποιητές της γενιάς μου
Ακούω συλλαβιστά τραπεζώματα στην εξουσία
Ακούω γουργουριστούς επαίνους των σοφιστών
Άνεμοι και χίμαιρες
Γραφεία καταδόσεως ερωτικής επαφής
Γραφεία καταγγελίας λαγνείας
Με τα χίλια μάτια του αίματος η ανθρωπότητα με κοιτά
Μαύρο μεθυσμένο ζουζούνι εγώ κάτω απ’ τη φούστα σου

Είσαι η άβυσσός μου
Η θαυμάσια όψη της σάρκας που γλεντάει την πληγή της
Είσαι η χαρά της ζωής που φωτογραφίζεται για να με καυλώσει
Είσαι εσύ που μούσκεψες το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο
Ζουμιά και αίματα
Βυζάκια και σχισμές για τις ερωτικές μου ιώσεις

Κορίτσι του κόκκινου στρατού των οργασμών
Που είσαι ολόκληρη ένα σφυροδρέπανο
Από την ήβη ως τις μασχάλες

Σ’ αγαπώ τόσο που ξέρω πως δεν υπάρχει ελπίδα
Σ’ αγαπώ τόσο που δεν έχω διάθεση να σου πω σ’ αγαπώ
Σ’ αγαπώ τόσο που δεν θέλω να πεθάνω για σένα
Σ’ αγαπώ τόσο νηστικός που είμαι για αγάπη
Μα η αγάπη ήταν πάντα ένας αδέσποτος σκύλος
στο κατώφλι ενός κόσμου που θα χαθεί στους αφρούς και τα νέφη
Η αγάπη σμιλεύει με τα δάκρυά της την ηδονή
Η αγάπη πυρπολεί την αγάπη
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ
Μέχρι να μάθω να ’μαι η αγάπη

Όταν ένας πολιτισμός βρίσκεται στα τελευταία του, φωνάζουν τους παπάδες.

paterypoyrgos

Οι άγιοι πατέρες μοιράζονται στα κρυφά τα δώρα της φύσης. Τις υγρασίες που λυμαίνονται τους ιερούς τόπους κάτω απ’ τα ράσα και τις τούρλες που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια της φαρσοκωμωδίας των μυστηρίων.

Η αχίλλειος πτέρνα των δεσποτάδων ήταν και είναι ο κρυφός έρωτας για τα αγοράκια. Απ’ τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα οι ιερείς έκρυβαν κάτω από κελεμπίες και ράσα την τραγίσια τους στύση.

Απ’ την παιδεραστία και το βιασμό της αρχαίας Ελλάδας που αποτελούσαν πολιτισμικές σταθερές περάσαμε στη βυζαντινή λατρεία της παράβασης που ελάμβανε χώρα στις αυτοκρατορικές αυλές.

Το όργιο ήταν κλειδωμένο στα βασιλικά πάνσεπτα δώματα.

Περνώντας απ’ τον αρχαίο πληθυντικό στον σημερινό ενικό η έννοια του οργίου γνώρισε μεγάλες δόξες στους δεσποτικούς καθεδρικούς ναούς της Ευρώπης των καθολικών και τα μοναστήρια.

Από μιαν ανοδική πορεία, τείνουσα προς μια απελευθερωτική υπέρβαση, στα διονυσιακά ή ταντρικά τελετουργικά, η έννοια του οργίου διολισθαίνει προς τη διαφθορά.

Δηλητηριώδης ίλιγγος που συνδυάζει όλες τις ακρότητες της ακολασίας. Προϊόν της ιστορίας των μονοθεϊστικών θρησκειών και του εβραϊκού χριστιανισμού που λειτούργησε ως ιστορικό αφήγημα του περιούσιου λαού.

Οι εκκλησίες των θρησκειών αυτών πολέμησαν με σφοδρότητα την ιαματική πρακτική των ειδωλολατρικών οργίων που ψυχορραγούν μέχρι σήμερα σε διάφορα μέρη του κόσμου, κηρύσσοντας μιαν αντίληψη περί πνευματικότητας θεμελιωμένη στην καταστολή κάθε φιληδονίας, ενοχοποιώντας τη σάρκα και κατ’ εξακολούθηση την ηδονή.

Τα κορμιά των ανθρώπων αγοράστηκαν για να σκλαβωθούν και να παράγουν υπεραξία γι’ αυτούς που κράτησαν το όργιο αποκλειστικά και μόνο για την παρέα τους και το πνευματικό τους κονκλάβιο.

Οι ανθρωποβοσκοί του θεού σε αγαστή συνεργασία με τα αδίστακτα γρεντάλια της εξουσίας έβαλαν τις τσουτσούνες και τα μουνάκια σε κουτάκια, πουλώντας θεολογικό σανό και μετάνοια.

Με τον οβολό των σκλάβων, που με σπουδή κατάφεραν να δημιουργήσουν, έφτιαξαν τους δικούς τους απόρθητους γαμηστρώνες και τα δικά τους ενδιαιτήματα όπου η νηστεία κι η προσευχή πάνε σύννεφο.

Μητροπολίτες που εντύνοντο σαδομαζό σκλάβες χτυπούν τα μαστίγιά τους πάνω στα κρατικά κωλομέρια που μοιράζουν τον πλούτο και κόβουν την ματωμένη πίτα της εργασίας.

Έχουν λόγο για τα κύτταρα της κατσαρίδας και τη στύση των γαϊδουριών.

Με γλυκό χριστιανικό τρόπο κηδεμονεύουν τους σάπιους πολιτικάντηδες για να μπορεί η κάστα τους να έχει αφθονία εις το διηνεκές, αλλά κυρίως να φτάνει τους υποτελείς στη σεξουαλική απελπισία, την ώρα που το αχαλίνωτο ιερό αδερφάτο χτυπάει δυνατά τις καμπάνες, για να μην ακούγονται τα ουρλιαχτά απ’ τους πνευματικούς και μη βιασμούς.

Ένας πολιτισμός που φτάνει στο τέλος του, θαυμάζοντας την αχαλίνωτη ανάπτυξη, δηλαδή την άνευ όρων και ορίων καταστροφή της φύσης άρα και τού ζωτικού μας χώρου, μαγαρίζει πρώτα τον ερωτισμό και τη σεξουαλικότητα.

Στερεί απ’ τους ανθρώπους τον ελεύθερο χρόνο και τον ελεύθερο χώρο και την ελεύθερη ανάπτυξη.

Για την πλειοψηφία των ανθρώπων η στάνη της εκκλησίας κρύβει τα όργια των υπαλλήλων του θεού της αρπαγής του πλούτου.

Διότι οι ιερείς υπήρξαν πάντα οι εγγυητές της ανακωχής του κοινωνικού πολέμου που είναι δίκαιος και ταξικός και αυτονόητος πόλεμος.

Οι ιερείς συντηρούνται μισθολογικά απ’ τη διατήρηση της κυριαρχίας των πλουσίων.

Περιμένουν κάθε εποχή τους πλούσιους κυρίους να τους φωνάξουν για να αναλάβουν δράση.

Ο Karl Kraus έγραψε κάποτε πως: Όταν ένας πολιτισμός βρίσκεται στα τελευταία του, φωνάζουν τους παπάδες.

Η συνήθεια είναι αιτία πολέμου

iepanali

Ποντάρουμε στις ιδιοτροπίες μας. Έρπει απαλά
ο τραγικός καιρός. Χειροπέδες κομποσκοίνια και
κορσέδες. Η συνήθεια είναι αιτία πολέμου.
Το φλογερό μάτι τρυπώνει στο φλογερό μουνί.
Μια χυδαιότητα ειρήνης μας τρέφει. Λυρικά
κτερίσματα άλλων. Η αγάπη θα χιμήξει κάποτε
να μας βγάλει τα μάτια. Κι ο κόκορας θα παραφυλάει
πότε θα κατεβάσεις το βρακί σου, για να χώσει τα νύχια του
στους πρωτόπλαστους οργασμούς του μέλλοντος.

Μπαλάντα για μια σχισμένη αφίσα

old-and-new

Κορίτσι που ζεις στις αφίσες
Μονάχα οι αμφίθυμοι ποιητές σε συντηρούν
Όλο γενναιόδωρα λογάκια και πετριές
Κάτω από στυγερούς υποτίτλους

Το κορμάκι σου ξεφλουδίζουν
Τη χάρτινη πέτσα των συνειρμών

Ωμές προσταγές για σεξ εξ αποστάσεως
Πακέτα διακοπών για σκλάβους
Χίλια φιλιά κι άλλα χίλια

Ευρισκόμεθα εδώ
στον παραθαλάσσιο ελαιώνα της πατρίδας

γύρω η θάλασσα

ματαιωμένοι αρραβώνες
χαπακωμένοι συγγενείς

Ελλάς Ελλήνων Εραστών και κουβαδάκια

Αχ! κορίτσι που ζεις στις αφίσες
Τις νύχτες
Τι όμορφα που ξεγλιστράς απ’ τα ταμπλό
Κι έρχεσαι στην άμμο και κατουράς
Τι θαμμένη μας καρδούλα

Διαθέτουμε μέλι παραγωγής μας

Manara Mania 01

Διαθέτουμε μέλι παραγωγής μας.
Δάχτυλο για να δοκιμάσετε τη φύση
που βουίζει αδέσποτη στους πέρα κάμπους.
Γύρη απ’ τ’ ανθάκια της ύστατης αγνότητας.
Διαθέτουμε κατάλοιπα της καρδιάς.
Βασιλικό πολτό από αυτοσχέδιες αιμομιξίες.
Χυμό των αγκαθιών και των φονιάδων.

Η πιο ολέθρια φτώχεια είναι να μη ζεις.

Τι άλλο υπάρχει στη ζωή εκτός απ’ τον ήλιο;

glif

Μας φωνάζουν τα πράγματα να πάμε κοντά τους
Μπάνια της Κυριακής και αναρχία
Σύζυγοι τρυφηλοί και μαργαριταρένιοι
Γίνεται πολύς λόγος για το καινούργιο μα το παλιό βγάζει μάτι
Ούτε αφρώδη σύννεφα ούτε αφρισμένα κύματα
Ζέστη μελωδική και γλειφιτζούρια
Σα να μοιραζόμαστε τον ίδιο σπασμό
Τα ίδια φαγωμένα χείλη
Καθώς διαλύουμε την ασπιρίνη στο κουταλάκι
Μουρμουρίζοντας μια φούγκα χαράς και κάψας
Μια σύνθεση για χορωδίες χειλιών
Που ασπάστηκαν τις ωχρές φωταψίες και το λιοπύρι

Πλεκτάνες της αράχνης μεταξύ δυο κορμιών και βάλε……..

Εικαστική απεικόνιση ερωτοχτυπημένης νοικοκυράς

oporofora

Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια, φωνάζει
ο ανατόμος της ψυχής. Άντρες και
αντράκια και ποιήματα σε πλήρη στύση.
Ω ξειν΄ αγγέλειν Λακεδαιμονίοις κάποια
νωχελικά απογεύματα που σε θέλω και
μετρώ τους δείκτες υγρασίας της ψυχο
ψωλής μου, τα δάκρυα απ’ την υπερ
δοσολογία αναμνήσεων. Το μουνί σέρνει
καράβι λένε οι σοφοί μπαμπάδες στους
γιούς τους. Οι έρωτες λιώνουν σαν το
χιόνι αλλά ποτίζουν την κρύα γη,
βλαμμένα φιλιά στα πάρκα και φιλήδονα
καλοκαίρια, σάρκα πεταλουδίτσα στην
απόχη του χρόνου, δικόγραφα και χαφιέδες
κι οι αμνάδες πάνω απ’ τη χύτρα τους. Δια
παντός μανούλες. Στον πάγκο της κουζίνας
σε στάση υγρής αναμονής ακούν τον Εθνικό
ύμνο, γουργουριστό σκυλάδικο. Τη δεκαετία
απ’ τα είκοσι στα είκοσι δύο τους που τη
ρούφηξε ο νεροχύτης. Παντζάρια μαϊντανοί
και καλαμάρια. Υπάρχω λες κι ύστερα πάλι
υπάρχω. Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια
μπάτσοι κλάστε μας τ’ αρχίδια.

Βίπερ

two_prostitutes_by_cellar_fcp

Οι δυο κοπέλες ήτο όμορφες και αγουροξυπνημένες.

Με μια μυρωδάτη λάμψη και με ακατάστατα μαλλιά, έμοιαζαν με πρόσωπα γκραβούρας του δεκάτου ογδόου αιώνος κι έμοιαζαν έτσι με τη γύμνια τους φρέσκια σαν να περιμένουν τον επόπτη παγοδρόμων ή σαν να περιμένουν έναν εραστή μεταξοσκώληκα στις γάμπες τους.

Ξαφνικά χωρίς προειδοποίηση ένας άντρας ολόγυμνος μπήκε απ’ το παράθυρο κι έτρεξε να κρυφτεί πίσω απ’ την κουρτίνα.

Οι δυο κοπέλες ήτο όμορφες και αγουροξυπνημένες. Άκουγαν τα Αχ! και τα Ωχ! του άντρα να πέφτουν στο πάτωμα και να σπάνε, άκουγαν από μέσα του λέξεις και ακατάσχετη σπερματορροία.

Άκουγαν το σαλεμένο μυαλό και το αίμα της ψωλής του, τα «σώστε με, σώστε με».

Σαν σκύλες τότε άρχισαν να του γαυγίζουν. Τράβηξαν την κουρτίνα κι άρχισαν τα κρυφομιλήματα και τα ξόρκια. Δούναι και λαβείν. Οι ασέλγειες με τη γλώσσα.

Νυφούλες αυτές, μάχιμες κι αθάνατες, που και που γονάτιζαν σαν να προσεύχονταν, και έσμιγαν και οι τρεις, ο εισβολέας μέσα τους σκόρπιζε σπερματόσπορο και τρυφερά λογάκια.

Έξω η πλάσις ήτο μιαρή, οι παπάδες πριόνιζαν δέντρα και τσουτσουνάκια, οι δάσκαλοι θυροκολλούσαν κούφιους οργασμούς στις πόρτες των εφήβων, η πατρίς αναιμική κατουρούσε γάλα, φίδια μαζεύονταν, μέρες της κρίσης.

Και το στοίχημα ήταν ποιος θα χάσει τον ήλιο.

Nocturne

charles-nc3a8gre-leda-1850-via-moma

Επιβιώνω λανθάνοντας. Ο Σοπέν παντού
γύρω στους ελαιώνες. Σώγαμπροι τζίτζικες
όλο εξάψεις και αγχωμένη ακοή.
Στατιστικές και τσίπουρα που πατικώθηκαν
στην πλατφόρμα. Όλο κάμπος και μπροστά
το αταρίχευτο βουνό. Ο ιθαγενής αγρότης
που είμαι εγώ, κοιλοπονάει, γεννάει βροχούλες.
Κι οι βροχούλες πετραχήλι κοριτσιών εγίνοντο,
continuo τρυφερό για το νυχτόλακκο. Ήλιος
που δάγκωσε η οχιά της συνουσίας
κι αιμορραγεί φωτιά και σπερματόσπορο αρχαγγέλων
πουτσαράδων. Ήλιος Βλαντίμιρ Ίλιτς ευδαίμων.
Ήλιος έκζεμα του καπιταλιστή. Ήλιος ξεγυρισμένος
εκπεσών στις υποθέσεις των πληβείων. Ήλιος
κλητήρ της ηδονής στο μεταμεσονύχτιο
κουκούλι του ύπνου. Ήλιος τιμονιέρης του θριάμβου
όπως το δάχτυλο έφηβης γαλιάντρας
τραβά το λάβαρο βρακί και φαίνεται
ο φευγάτος λογισμός της ιερής σχισμής
σκοτάδια βαθειά που ξέρουνε καλά
πόσο εξέχει από το χρόνο ο θάνατος
πόσο οι φλέβες ξεψυχούν στα τέμπλα της λαγνείας.
Ορθία κλειτορίς ξενύχτι ταύρων. Χαράζει
αρραβώνας αθεράπευτος . Χρυσόψαρο
στα σκέλια σπαρταράει το απεταξάμην.
Γύρω απ’ τα κορίτσια του Ισλάμ με τις τριχούλες οι Μυκήνες,
μιαν αποθήκη χαρτικών, οίνος ευφράνει καρδίαν ανθρώπου,
η σιωπή αγιάζει τα μέσα, χώμα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω,
το μεδούλι ρουφώ απ’ της παρτίδας τα κόκκαλα και λοιπά και λοιπά

Το πορτραίτο του καλλιτέχνη

ampempa

Μας αιχμαλώτισε το κορίτσι αυτό, πεισματικά.
Όμορφη, με τους πόθους στα χέρια της.
Ορέχτηκε αντιεμπορικά φιλιά, έβγαλε γλώσσα.
Το κουτοπόνηρο ένστιχτο του θανάτου άφησε
στην εγγαστρίμυθη επαρχία. Από τη μπλούζα
μέσα αξιοθέατοι σπασμοί. Έβγαλε πέρα
μπόλικη κομματική δουλειά. Κλεψιμαίικη ηδονή
και τίποτε άλλο. Πρότασσε το στήθος της
ως ελαφρύτερον του αέρος. Τα προτερήματα
της διαλεκτικής. Το α μπε μπα μπλομ της καύλας.

Το τέλος της ιστορίας

ladi

Η τέχνη γύρω μας έχει το σχήμα γωνίας. Εγκλωβισμένη στη γωνία της προοπτικής, κόσμος ειδωμένος από μια και μοναδική οπτική γωνία.

Η γωνία είναι ο πρωταγωνιστής. Αυτό που σπάει όμως τη γωνία και την ακινησία είναι η αλληλεπίδραση των σωμάτων που για να ισορροπήσουν και να βρούνε το κέντρο τους πρέπει να γίνουν ένα.

Να χαθεί το στερεομετρικό αντίβαρο μέσα στο φουτουρισμό και την ανταρσία, κατακτώντας τον κόσμο τού απείρου, δηλαδή την επιστροφή στο μηδέν.

Από τις γωνίες των ιδεατών πραγμάτων και τη σταθερότητα ο τρόπος παραγωγής μας οδηγεί στην ψυχεδελικά καθησυχαστική εικονολατρία.

Η κοινωνική μας πραγματικότητα γίνεται δημιούργημα της σκέψης των άλλων, καθρεφτίζοντας εκδοχές της κόλασης και του παραδείσου, θεσπίζοντας μεταφορικά την ζωώδη μας βουλιμία.

Η κατανάλωση μας ερεθίζει ενισχύοντας την αυταρέσκεια της ισχύος που μας δόθηκε απ’ το περίσσευμα της υπεραξίας μιας κάποιας εργατικής δύναμης.

Όλα μετατρέπονται σε σκουπίδια. Τα χωνεύει ο χρόνος όσα χωνεύονται και τα άλλα τα μνημειώνει ανταποκρινόμενος στην εσπευσμένη τους ανάγκη να επιβάλουν σιωπή.

Φθορά και φθορά και μπόχα. Τα γάγγλια νεύρα ενός δυναμικού συστήματος εκκαθάρισης του περιττού.

Μιαν άκαμπτη ιεραρχία κραδάνει ράβδους νουθεσίας στην ανορθοδοξία της νεότητας, που είναι η μόνη επαναστατική ορδή. Μιαν ιεραρχία του κρατικού συρφετού, δηλαδή του Κράτος που ορίζεται ως Ωμή Βία.

Μιαν ιεραρχία που διατηρεί δυναμικά την αβάσταχτη ταλάντωση από την ευτυχία στην απάρνηση και από την απάρνηση στην ευτυχία. Στα κενά βίου ανθόσπαρτου από συσκευασμένα προϊόντα και πλαστικά κτερίσματα χαράς.

Ξέρουμε πως εμείς είμαστε τα σκουπίδια, οι ποιητές της επιθυμίας που λιποτακτήσαμε στα απορρίμματα.

Ο τρελός τρεχάτος κόσμος δεν μας έχει ανάγκη. Θα ψοφήσει αβοήθητος κάποτε χωρίς να νιώσει τη βαθύτατη ηδονή της βραδύτητας που επιτάσσει ο λαθραίος λυρισμός τού αλλήθωρου ποιητικού βλέμματος πλασμάτων εξωστέων απ’ την πλατωνική πολιτεία.

Οι διωγμένοι εμείς, κρατάμε για τον εαυτό μας το ρόλο του αυτοεξόριστου από μια τέτοια πολιτεία, όπου οι ζωές μας αποτιμώνται λιγότερο από κείνες των εμπόρων.

Η επιτάχυνση της βραδύτητας

manouali

Θα σε φιλήσω, λαέ μου, στο στόμα.
Να δούνε οι μεταφραστές σε τι απόκρημνη πατρίδα ζω.
Τι δώμα νοίκιασα για να βγάλω πέρα το λιοπύρι .
Προπάντων να σκάει σάρκα από παντού.
Εσύ το μανουάλι κι εγώ ο νεωκόρος.
Ρυθμολογώντας την ιστορία του χαμού.
Θυγατέρες υγρές και μπάμπουσκες των Ουραλίων.
Δυόμιση χιλιάδες χρόνια σας βοσκάν ακρίδες στη μεσόγειο.
Τώρα με βλέπεται εδώ, κουκουλοφόρο ηδονιστή.
Να λεσβιάζω εκ παραδρομής στις λουτροπόλεις.
Πεύκα, κυπαρίσσια και ασβέστες.
Οργανωμένος τουρισμός, φραπέ και μοναξιά.

Λαγνεία εν χορδαίς και οργάνοις

piano-690380_960_720

Σε πέρασαν-κορίτσι μου-τα έγχορδα
για πιάνο με ουρά. Κάτι στριφτές
αργόσυρτες τσιμπιές σου δώσαν στα καπούλια.
Είπαν τα πλήκτρα σου έκφυλα ερπετά.
Τα δάχτυλα τού εραστή σου είπαν μαρκησίες.
Όλη από ξύλο η σάρκα σου σαν φέρετρο.
Με ανοιχτό το ντεκολτέ.
Να φαίνονται οι άβυσσοι.
Τα αιδοία των Βακχών να ευωδούν
στ’ αυτάκια του θανάτου.

Ουράνιος Μηχανική

orga

Ο ήλιος μας φωτίζει ή ιδέα του ήλιου;
Άρχισα έφηβος να συλλαμβάνω τη λαμπρή διαφάνεια.
Να γίνομαι πρωτόγονος με απαίδευτο μάτι.
Στον κεραυνό έκρυψα τον πόνο μου σαν ένας τιποτένιος βασιλιάς.
Κι έτρεξα να πάω εκεί που μ’ αγαπούν, μακριά απ’ τις μονομαχίες
και τα ελέησόν με Δέσποινα των πονηρών λογισμών,
σώμα και αίμα κυρίας γεύτηκα ,
μιαν αρμαθιά έγινα με τους ηδονιστές της υπαίθρου,
λιώμα διάφοροι ερωτοχτυπημένοι με υιοθέτησαν,
οπωροφόρες γκόμενες, κάποια χαρτάκια
στη μεσημεριανή ζαλάδα με ποιήματα,
κάποιοι πάσχοντες από υπερβολική υγεία,
κοφτερές μαμάδες με το φιλοπρόοδο δεσποτισμό τους με αγκάλιασαν,
νυχάκια μιανής μετέωρης εκλιπαρούσαν τη σάρκα μου
ζητιανεύοντας ένα καινούργιο μάτι για τον Πολύφημο οργασμό.

Αναπνοές και βογγητά

anapnoew

Το ποίημα γράφεται με παρδαλό τρόπο. Λειτουργεί ως εκκρεμές της ανέκφραστης προσέγγισης της ερμηνείας. Ερμηνεύω το ποίημα σημαίνει καταδυναστεύω το εύρος των νοηματικών του αποθεμάτων.

Τα ίχνη χιούμορ αυτής της λαϊκής τέχνης κι αυτής της φόρμας που διαθέτει απειρία στάσεων και υπαρξιακών χειρονομιών πρέπει να καταλήγουν στο στομάχι του ανυποψίαστου εραστή-αναγνώστη.

Στην αρχαία αυτή τέχνη έχουν την τιμητική τους οι θάνατοι και οι καταστροφές.

Τα ερωτικά ποιήματα έρχονται δεύτερα και πολλές φορές οδηγούνται στην εξορία από μια κοινωνική ρητορική που μας θέλει άριστους, αποτελεσματικούς, μα κυρίως ανταγωνιστικούς.

Η σεξουαλική χροιά των ποιητικών γραφών έχει ρητορική μη βίας, δηλαδή τεμπελιά και μεταερωτικό ραχάτι σε κάποια αμμουδερή κλίνη ηλιότροπη και γουργουριστή.

Οι αισθήσεις μας είναι τόσο βομβαρδισμένες με τεχνητές και ψεύτικες συγκινήσεις από πολιτικούς λόγους και σαπουνόπερες που δύσκολα αντέχουν την αλήθεια του σωματικού ερωτισμού μετά το συναισθηματικό μας ξυλοδαρμό.

Η αγωνία μας επιδρά στις αόρατες σμικρύνσεις κάθε στοιχείου εμπλοκής των πραγμάτων που μας ερεθίζουν.

Αν δεν ερεθιστείς δεν παράγεις το υπονοούμενο και την αντιλογία, δεν δημιουργείς σπινθήρες και συγκρούσεις.

Δεν βάζεις τα δάχτυλα των χεριών σου πάνω στην τραμπάλα των αγκομαχητών απ’ το αναβρυτό παράδομα της σάρκας στην ταραχή και τη λιποθυμία.

Εγκώμιο για μια σπηλιά

mikro egomio

Μετά, που γδύθηκε απ’ τις μασχάλες
μέχρι κάτω στους θόλους και φάνηκε
το μεσονύχτι κι οι μικρές αράχνες
να βάζουν φουρνέλο στο λυρισμό.
Μετά, που το ουρλιαχτό της χτυπημένο ορτύκι
λίγο κάτω απ’ τις χαράδρες και τα Βελούχια.
Μετά που εδιάβαινε ο τζίτζικας Διόνυσος
στο ανοιγμένο του έρωτα μηλίγγι. Μετά
που ήρθε ο θρίαμβος. Ένα φωνήεν πρωτόπλαστο
μαζί με ένα σύμφωνο ασώματο και χθαμαλό.
Αχ! Αχ! Αχ! και μύρισ’ ο αέρας αρραβώνα
χύσια δάχτυλα γλώσσες αστόχαστα ερπετά
να μπαινοβγαίνουν στα νυφιάτικά της.

Προσευχή για τον Fazil Say

Βρίσκω ένα ένα τα χαμένα μου αδέρφια.
Τον Fazil Say και τους τούρκους ποιητές
να χαζεύουν την πανσέληνο
και να ονειρεύονται βίσωνες.
Λάμψεις του θανάτου και της δόξας.
Νεογέννητα μουλάρια της ανατολής.
Ναι, έτσι έγιναν τα πράγματα.
Ο αδερφός μου ανέβηκε στο πιάνο.
Τα δάχτυλά του ένας σωρός θρυμματισμένοι καθρέφτες.
Χορδιστής των λαβυρίνθων.
Πρίγκιπας όσων ανήκουν ήδη στο βασίλειο του έρωτα και της φωτιάς.
Στους δικαστές του είπε πως ο παράδεισος είναι ένα μπορντέλο.

Το αίμα του θεού

to aima

Η αληθινή φύση της ηθικής δεν είναι παρά ένα σύμπλεγμα δονήσεων των νευρικών μας χορδών.

Από την άκρα ευαισθησία έως την πιο αδιαπέραστη απάθεια, εν μέσω ενός παιγνίου αφαιρέσεων, κυριαρχεί το «σκέπτομαι, άρα απολαμβάνω». Η αναγνώριση και η σημασία του ηθικού κραδασμού που είναι απόλυτα υποταγμένος σ’ εκείνον των αισθήσεων.

Οι ανθρώπινες αρετές που συσσωματώνουν την καρδιά και το πνεύμα, δίνουν το ρυθμό μες στο κοχύλι της υπαρξιακής μας σιωπής. Μας επιτρέπουν να ζούμε λιγότερο χιμαιρικά, συνθέτοντας την αταξία και τον παραλογισμό, κάνοντάς μας δημιουργούς δηλαδή ολοκληρωτικά εγωιστές.

Η φύση μας γίνεται θεϊκή, δηλαδή δημιουργική, μέσω της γνώσης και της έρευνας. Η φιλοδοξία της δικαιώνει τον εγωισμό μας που θέλει να μεταστρέψει τα πάντα και να μεταβάλει τις απέχθειες σε ηδονές και τις δυστυχίες σ’ ευτυχίες.

Ο προσδιορισμός όμως αυτός της ανθρώπινης φύσεως οδηγεί στην άρνηση των νόμων, στην άρνηση του θεού και στην άρνηση της ηθικής.

Οι νόμοι, ο θεός και η ηθική είναι τα αποτελέσματα ταξικών συμφερόντων και ταξικών συγκρούσεων που διαμορφώθηκαν μες στη ροή του ιστορικού χρόνου.

Τα άτομα χάνονται. Εγκαταλείπονται στον καρτεσιανό αγνωστικισμό τους, επιδιώκοντας εξουσίες και προνόμια. Όταν στο δρόμο τους βρίσκουν το παραμικρό υπόλειμμα του θεού τότε ξυπνάει άμεσα η βία και η περιφρόνηση και η ένταση της υπερηφάνειας, όπως και ο ίλιγγος της δύναμης και της άνευ όρων αρπαχτικής επιθυμίας.

Οι νόμοι, ο θεός και η ηθική ενσαρκώνουν σε κάθε κοινωνία το όχημα του μίσους. Κατασκευάσματα που πλήττουν αιώνες τώρα την οικουμενική ζωή. Μιαν οικουμενική ζωή που σήμερα θα γιόρταζε τον πανσεξουαλισμό της ψυχορραγεί τώρα αποσυρμένη στα εθνικά της διαμερίσματα και στις φαντασιώσεις που έπλασε μέσα στον ιστορικό χωροχρόνο.

Δυστυχείς γυρνούμε έξω απ’ τη Φύση μας. Έξω απ’ τη μήτρα της μητέρας. Έκθετοι στην καταστροφή και τον εκμηδενισμό.

Γινόμαστε στρατιώτες δηλαδή εγκληματίες. Γινόμαστε κατηχητές δηλαδή διαστροφείς της ελεύθερης βούλησης.

Μέσα στο κοιμισμένο κουκούλι των παθών μας φυτρώνουν όμως οι σπόροι της εξέγερσης.

Η νοημοσύνη μας εξελίσσεται και τα ερωτικά μας όργανα, εσαεί εύθραυστα και θνητά, υπακούουν στην άπειρη μουσικότητα των κυμάτων του νευρικού μας συστήματος.

Σε μια βιολογία ανασυγκρότησης των ευάλωτων κυττάρων της παιδικότητάς μας. Εκεί όπου ο θάνατος εμφανιζόταν ως αστέρευτο ανάβρυσμα αναστάτωσης, οδηγώντας μας στην ενότητα της ζωής που ήταν σφόδρα εμποτισμένη από μια τέλια καρποφόρα αιώνια γνώση της εμπειρίας και του παιχνιδιού.