ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Αdagio

demon

Η λογική και ο ορθός λόγος αποτελούν μέρη της φύσης και ελέγχονται απ’ αυτή. Ο άνθρωπος για να γίνει ισχυρός πρέπει να ξαναβρεί τη χαρά. Και η χαρά βρίσκεται στην δικαιοδοσία των φτωχών ανθρώπων.

Όσοι από μας τους φτωχούς πιστέψουμε στη χαρά και στις νυφούλες που ανακατεύουν με τα δάχτυλα το ερωτικό στάρι θα κατακτήσουμε άνευ πολέμων και οιμωγής τη Βασιλεία των οργασμών.

Θα γίνουμε Άγιοι ισχυροί ποιητές και ποιήτριες που θα σέβονται το μουνί και τον πούτσο. Δηλαδή των άνθρωπο. Που οι θρήνοι μας δεν θα είναι μυξοκλαψιάρια στιχάκια αλλά πυρωμένες βελόνες στ’ αυτιά του άδειου μεταφυσικού κενού και της κάθε φιλελεύθερης πίπας που θέλει ανταγωνισμό και θεοκρατία.

Θα γίνουμε εραστές ποιητές και ποιήτριες, φτάνοντας στις λέξεις όπως η φύση φτάνει τους χυμούς της στα ξερά κλωνάρια.

Ασφαλώς ο φτωχός άνθρωπος υποφέρει, στην καρδιά του στο συκώτι του, στα κόκκαλά του, είναι λυπημένος και αλλόκοτος, μα είναι ανθάκι μέσα στα αιχμηρά αγκάθια και τους θανάτους.

Την μεγάλη καρδιά του φτωχού την καίει η γη του που καίγεται με λάμψη. Τα ηλεκτρισμένα της νερά, τα δέντρα και τα χορτάρια που μυρίζουν σαν πύρινες γλώσσες, οι δρόμοι, τα σπίτια, οι θερισμοί, τα σχήματα, όλα τα πρόσωπα τού ανθρώπου, αναστατωμένα, σκεβρωμένα, παραμορφωμένα με εξογκώματα σαν να εκφράζουν μια κάποια υπόγεια συναισθηματική πυρκαγιά.

Οι φτωχοί αυτού του πλανήτη θα πλουτίσουν αν απομυθοποιήσουν την επιτάχυνση του σάπιου κόσμου που τους θέλει φτωχούς και καταφρονεμένους.

Αν απομυθοποιηθεί η επιτάχυνση οι άνθρωποι σ’ ανατολή και δύση, σε βορά και νότο, θα επιβάλουν περιορισμούς στα εργαλεία τους, περιορισμούς που θα τα κάνουν όργανα απελευθέρωσης και χαράς.

Μια απελευθέρωση φτηνή για τους φτωχούς αλλά που θα κοστίσει ακριβά στους πλούσιους. Μια απελευθέρωση δαιμονική πάνω απ’ το σωρό με τα χαλασμένα ρολόγια και τα ερείπια και τους τσιμεντένιους τάφους της Συρίας.

 

Απρίλης μες στο στόμα σου

pica

Τώρα που μας χτυπούν, κορίτσι μου, αλύπητα οι λέξεις
και νιώθω το τίναγμά σου πάνω μου
την αγκαλιά σου χιαστί στην ωμοπλάτη
να μού συστήνεται ως Λίμνη Αμβρακία
με όλα τα συναφή τσουλιά της γαλανόλευκης.
Να ξεστομίζω εγώ τη λέξη εκδρομή
τη λέξη Απρίλης μες στο στόμα σου
να στέλνω κάθε τόσο με τη γλώσσα χαιρετίσματα στη μήτρα σου.

Πλάνητας ειμί, από πολέμους άσχετος μα πολεμοχαρής
-δάχτυλο στόμα σπυριασμένο αυτί πανωλεθρία-

ξεφλουδισμένος πέρα ο κόσμος, τον κοιτώ να μας σουτάρει
εδώ δίπλα στη βόμβα της Ανοίξεως
στους κάλυκες
στον αγαθό αφρό που κελαρύζει όλο γύρη αποτρόπαια
όλο αφήνοντας σαν το πουκάμισο φιδιού
το ερωτικό λαρύγγι μας ανάμεσα στις πέτρες

Λάζαρε δεύρω έξω

fanal2

Μέλλον που με στόλισες με λάφυρα
κι εσύ ψωλή μου λαίμαργη
την κάθε πτώση σου τη θρέφει η βαρύτητα με αγάπη.
Εις τις επάλξεις επαξίως άξια φτιάχνεις το ποιηματάκι.
Ω! κοίτα, την ανδρική μου φλέβα και πως στέκομαι
στο χείλος των χειλιών σου.
Είμαι αυτός που σου μιλάει νύμφη ακόρεστη.
Ο πιο ταριχευτής και σκύλος
ο πιο ανίδεος ληστής στο μουσκεμένο πρώτο χνούδι.
Λάζαρε δεύρω έξω
Λάζαρε ζώο εσύ σε οργασμό, που σε κλωσά η ονείρωξη
Λάζαρε μοσχαράκι κολλημένο στο μαστάρι της σιωπής
Λάζαρε ταφοφοβικέ, που σε λικνίζει ο δαίμονας της καύλας
μες στις ρηχές γαβάθες των ματιών της
Λάζαρε χασικλή
αγκιστρωμένε στις σχισμές των κοριτσιών
πέτα μου έστω ένα ξεροκόματο ανάστασης
ο θάνατος είν’ για μια στιγμή
μα η ζωή αιώνια

Μαύρε Ντανταϊστικέ μηδενισμέ!

mabre

Τα τελευταία άξια τέκνα των ντανταϊστών τα συνεπαίρνουν οι πλάνες της τελετουργικής αντίληψης που έχουν για την ευτυχία οι αστοί.

Ξέρουν πως οι φυτοφαγικές εξάρσεις και οι φιλοτεχνίες της άρχουσας τάξης έχουν κάτι το σαρκαστικά ευαγγελικό.

Αυτή η αθωότητα και η καλοσύνη των γαντζωμένων στην εξουσία αρπαχτικών μας εξωθεί να ανακράξουμε: Σκατά.

Ο Τριστάν Τζαρά δηλώνει ως ειδικός και περιωπής σκατολόγος, στο Μανιφέστο του κ. Αντιπυρίν: «Το Νταντά παραμένει στο ευρωπαϊκό πλαίσιο των αδυναμιών, με άλλα λόγια των σκατών, αλλά που από δω και στο εξής θα τα λέμε αλλιώς: δηλαδή θα λέμε ότι χέζουμε μέσα στην ποικιλοχρωμία για να στολίσουμε τον ζωολογικό κήπο της τέχνης με όλες τις σημαίες των προξενείων».

Και ο Λεό Φερέ τού αποκρίνεται μισόν αιώνα αργότερα με το έργο του: Ποιητή, τα Χαρτιά σας: «Όσο ο Τζαρά καβαλικεύει τον μπιντέ/Στο πανδοχείο Νταντά το σκατό είναι λογοτεχνικό».

Όταν μεγαλώνει η κοιλιά των χορτάτων η έμπνευση των ντανταϊστών φορά τα πασουμάκια της και πάει να ρίξει ένα γερό λογοτεχνικό χέσιμο στην ακαδημία Αθηνών, στο Μέγαρο Μουσικής, στο Ίδρυμα Νιάρχου και στα γιουσουφάκια του, στη γλάστρα έξω απ’ το υπουργείο πολιτισμού και μέσα στο υπουργείο πολιτισμού, στη μαμά Πατρίδα, στις μπάμιες της αρχιεπισκοπής, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Παρομοιώσεις, γλυκόλογα, σεξ

paromiosis

Στο λαιμό μου περπατά ένα μυρμήγκι.
Οδός άνω και κάτω.
θα φτάσει ως καθεύδων το άτιμο
στο βασίλειο της αυτοκρατορίας των όρχεων
γαργαλώντας με την περπατησιά του
την αρχή της Ποιητικής μου ουσίας.
Πράγματα που δεν καταλαβαίνουν οι μαστραπάδες
στη μικρή επαρχιακή μας πόλη
και θα πρέπει τώρα να κάνω τα λυρικά μου κόλπα
και τις πιρουέτες από τσαχπινιά
να δουν το λίπος της σεξουαλικής μου σκέψεως
ως και οι Λαίδες που κουρσεύουν χωριάτες
βγάζοντάς τους το ζουμάκι απ’ τα σπλάχνα
κι απ’ τα μάτια μόνο μιαν αχνή λάμψη
την ώρα που ζητάν το δάχτυλο να νιώσουν
τον επαμφοτερίζων σπασμό.
Μα εδώ έφτασε η ώρα να ανακράξω:
Ιδού η ομίχλη. Ο κάμπος γύρω. Τα ερπετά.
Ιδού όσα περνούν και τρεμουλιάζουν.
Ιδού η μυρουδιά απ’ τα χορτάρια που τα καίει ο ήλιος.
Μαμά πατρίδα, ζωγράφισέ με στις πέτρες σου
και στο πλεμόνι της προβατίνας
εγώ είμαι ο Αγριάν κι εσύ η θηλυκιά
που με χόρτασε γάλα εβαπορέ και τσουκνίδες.
Εδώ είναι η Βενετία, εδώ η Λόντρα, εδώ
ο ποταμός της Γαλλίας ονόματι Μουλέν Ρούζ
μια διώρυγα της Ολλανδίας με λασπωμένο νερό
και αφγανικό χασίς, εδώ η θάλασσα της Νορμανδίας,
εδώ το Ζάλογγο και τα βότσαλα στην κορφή του βουνού.
Παντού η απεριόριστη κυριαρχία σου
μαμά πατρίδα, ποίηση που φτυαρίζω τα χωματάκια σου
όπως ο χτίστης ανακατώνει το γαρμπίλι του
κι όπως μια γυμνή περιμένει
δια χειρός εραστού παρομοιώσεις γλυκόλογα σεξ.

Τα άνθη του καυλού Ή Ανθοφορίας εγκώμιο

agr

Να σε ερμηνεύσω προσπαθώ
όπως να ερμηνεύσουν προσπαθούν
οι Ουλεμάδες το Κοράνι. Θεός υπήρξα
στον αφρό σου τυλιγμένος. Ως και το
λειρί σου ακόμα έβγαζε λαλιά. Και για
τον αφαλό σου έγραψα. Έκαμα πρόβα
ως πατριάρχης. Της μήτρας σου
τη σκαλωσιά και τα υπόλοιπα γύρης
στο ασβεστωμένο κουζινάκι που σε πήρα
με τα μάτια, για μια στιγμή, για να σε πάω
στους βρυώδης τόπους. Ω! δασώδη σχισμή
εσύ στοματάκι αυτάκι μουνάκι απ’ άκρη
σ’ άκρη στους αγρούς σ’ άκουσα να ηχείς.

Εισαγωγή στο κομμουνιστικό μανιφέστο

kk

Άφρισαν οι Αφρικανές, οι αλλόθρησκοι παρίες.
Εδώ είναι νεοκλασικός τεκές με κοριτσάκια
πορφύρες και πλοκάμια εραστών
που εσπούδασαν υγρή γεωδαισία
όλο το βίαιο πουταναριό απ’ τις στράτες
ο χορευτής στο αντίσκηνο, γεμάτος ψείρες και κοριούς
ολόκληρη σχολή αιμομιξίας.
Εδώ είναι σοβιέτ!
οι κήνσορες ξωπίσω απ’ τα γεράκια
ψάχνοντας καύκαλα σπασμένα όλο τρύπες
να μπαινοβγαίνει η λύσσα η σαυροειδής του μπολσεβίκου
εγώ, ο πιο νυμφομανής των Βαλκανίων
εγώ, ο πιο στυγνός διακορευτής τραμπούκων
ξοπίσω τρέχοντας ανήμερα της ξυποληταριάς
να φτάσω με το τρένο στο Κρεμλίνο
να φέρω αχινούς ζεστούς απ’ τη Μεσόγειο
να διακορεύσω τα βυζιά της τροφαντής τσαρίνας
Λένιν ακροτελεύτιος
Λένιν κονκισταδόρος

Των γραφειοκρατών η φάρα

grafis

Ήταν της γραφής γραφτό
να γεννηθούν στυγνοί γραφειοκράτες
που θα γράφουν λίστες, αναφορές και συμβόλαια
που συμβουλές θα δίνουνε στα δάση
πως να αποφύγουν τις πυρκαγιές
στις κοπέλες, πως, να προστατευθούν από τους μύκητες
στα βρύα και στις λειχήνες, πως, να γίνουνε της έξαψης
στα ερπετά πως να κουρσεύουν κόρφους
και στις μανούλες οδηγίες χρήσεως βυζιού
και στα μωρά φωνήεντα λιοπύρια.
Πως, οι δράκοι, να καταπίνουνε τους ήλιους σαν κινίνα.
Πως, τον ήλιο, πάνω στις πέτρες να σπάνε
σαν τα μύγδαλα, οι ερεβικοί χωριάτες.
Πώς, να ψειριάσουνε τα στέφανα στο υγρό εικονοστάσι.
Πώς να κρατούν το εσώρουχο στεγνό
οι κάριες οι αγγλίδες, όταν διαβαίνουν τους Δελφούς.
Πώς να πονά μιαν υπηρέτρια στις Σπέτσες, και
πόσα επιδόματα μετάληψης
να εισπράττει η γυφτοπούλα ύπαρξις
η σφήκα που ετράνταξε μηρούς κάτω απ’ τη φούστα.
Πως, ο οσποδάρος οργασμός
θα ξεκρεμάσει απ’ τα τσιγκέλια τις λαγνείες.

Τροπάριο

zografiki

Τάχα Μαγδαληνή, εσύ
τάχα υπάλληλος τεκέ
τάχα ακροβυστία.
Πένθος που καταπλάκωσε συκιές της Μεσσηνίας
χείλη που επίνανε βερμούτ
σπλάχνα που καταβρόχθισαν το φαλικό τρυγόνι.
Στα μαύρα εσύ
στα μαύρα εγώ
στα μαύρα το μουνί σου.
Το πεπτικό μου όλο σαύρες
ψυχή υγρή
που έζεχνε σεξ και αυγά νοικοκυραίων.
Η μάνα μου ερχόταν πίσω με το μπιμπερό
να με ποτίσει λέξεις γάλακτος
το σπλάχνο της να μάθει
δισύλλαβα της κλειτορίδος
και ουρανομήκη χορικά.
Πως μουρμουρίζουν οι πονόψυχες καρδούλες.

Γκριμάτσες

grimatses

Όποιος αποκτά τις χαρές της ζωής με αφύσικο τρόπο καταλήγει πολλές φορές να φαρμακώσει ολόκληρο τον κόσμο.

Βάζοντας οι άνθρωποι πέτρα στο ερωτικό τους καζανάκι κάνουν οικονομία στο σεξουαλικό ζουμί και βάζουν φρένο στην ορμή και τις παλαβομάρες. Και οι άνθρωποι γίνονται χομπίστες καλοζωίας, συνήθως δίχως κόπο και ζωτικό μόχθο, καταλήγοντας στο αυτί του ψυχολόγου που δεν μπορεί να θεραπεύσει την κουραστική μονοτονία.

Μέσα στη σκυθρωπή του απόγνωση ο μικροαστός της πόλης θα συναντήσει την αναπόφευκτη πλήξη των ενασχολήσεων που προσφέρουν μια μινιατούρα ευτυχίας επί χρήμασι.

Βολεμένος στο αίσθημα του τραγικού που γίνεται τραγέλαφος και γεννοβολά δράματα και δυστυχίες.

Τηλεορασάκιας έως θανάτου και τηλεορασόπληκτος έως τάφου χάνει μυρουδιές και πρωινές πάχνες.

Μα αν δε χάσεις το αίσθημα του τραγικού για να ζήσεις όπως ένα λουλούδι ή ένας βράχος ή ένα δέντρο, ταυτισμένος με τη φύση και ταυτόχρονα ενάντιά της δεν πρόκειται να ευτυχήσεις ποτέ.

Αχελώου και Στερεάς

kokoras

Ούρλιαξες, χάμω εκεί, στου Αχελώου την κοίτη.
Φοβήθηκες μην έρθει ο Αχέροντας, μωρό μου
μην έρθει ο μαύρος κόκορας,
ο ευθυτενής χασάπης.
Φοβήθηκες το εικόνισμα που θόλωσε
μη στάξει το καντήλι μου
λάδι καυτό στον πατραϊκό σου κόλπο.
Φοβήθηκες μη μαζευτούν στο δέλτα σου
ψαράδες για να κάνουν πυροφάνι
ολονυχτίς σιωπώντας μες στο πένθος τους
τρώγοντας ψωμί κι ελιές απ’ τα γυμνά λιοστάσια
τρώγοντας λέξεις θηλυκές που χύθηκαν στο πέλαγος
παραμονή οργασμού,
παραμονή της μάχης της Ναυπάκτου.

Πορτρέτο του καλλιτέχνη με τσεκούρι

kalitexn

Ζητάω λίγη μουσική
-εδώ στο κέντρο του κόσμου που είναι ο εαυτός μου-.

Διαβάζω ένα ποίημα του Frost
για τον δρόμο που δεν πήραμε
και βλέπω τους κατσικογάμηδες
να διαπρέπουν στην πρωτεύουσα.

Άλλοι κουβαλάνε σάκους γεμάτους κονσερβοκούτια,
χαρτιά, φλούδια, μπουκάλια, αλοιφές για το έκζεμα.

Το Σύμπαν ενορχηστρώνει τους κραδασμούς του.

Ω! μούσα, στραγγαλισμένο θύμα τόσων και τόσων
ζητάω λίγη μουσική,
-εδώ στο κέντρο του κόσμου που είναι ο εαυτός μου-.

Φωτορομάντζο για σεμνές Κυρίες

variations1.jpg

Αλλά τον έρωτα δεν τον παραγγέλνει κανείς. Ο έρωτας είναι ένα καλάθι με φρούτα μπροστά από δυο κορμιά που περιμένουν να έρθει ο έρωτας. Να έρθει η πρώτη δαγκωνιά και το δάχτυλο για να σμίξει τις σάρκες εις σάρκαν μια. Για να σαρκωθεί ο άσαρκος χρόνος. Να έρθει ο γάμος παραμερίζοντας βίαια τη σιωπή.

variations2

Ο πρώτος χαιρετισμός εραστών. Η γνωριμία με τους χυμούς και τις χλωμές μέρες που τελειώνουν γρήγορα. Οι ερωτικές επιστολές που γράφω καθημερνώς. Δεν υπάρχει όμως το ωραίο συζυγικό κρεβάτι, με τα δαντελένια λευκά σεντόνια και τις γάργαρες υποσχέσεις του λυρισμού που αφήνουν τα βλέμματα πάνω στα γυμνά αιδοία. Είμαστε τα αιδοία μας. Εδώ αρχίζουν οι ερωτικές χειραψίες.

variations3

Εσύ κρατάς τον καθρέφτη κι εγώ τα λουλούδια. Ζω, λέει, κάτω απ’ τη φούστα σου. Όχι σε έγχρωμη τηλεόραση με ζόμπι γελαστά, με εικονικά σώματα που κινούνται στον κυβερνοχώρο. Ζω γλείφοντας με περιέργεια και δέος, σε στάση προσευχής. Εσύ κοιτάς το πρόσωπό σου στον καθρέφτη τη στιγμή που η γλώσσα μου και η κλειτορίδα σου γίνονται ένα. Εν το παν.

variations4

Εις το ανάκλιντρο η γραφή γίνεται ονειροπαγίδα. Σε καρφώνω όπως περνούν οι νυχτερίδες στις στοιχειωμένες πολεμίστρες, όπως μέσα στα ρήγματα βυθίζονται ασθένεια και θάνατος για να βγει σπέρμα και ζωή. Για να χύσω ξεδιάντροπα, πέραν κάθε συγκινήσεως. Σε αποπλανώ με δάκρυα στα μάτια. Σε καρφώνω. Παλινδρομώ. Η κόρη του ματιού σου μέσα στην κόλαση της άγνοιας. Ηδονή σαν μισοβγαλμένη απ’ το χώμα. Σαν βολβός ο πούτσος που ψάχνει το οξυγόνο του.

variations5

Ο κύριος που σε κρατάει αγκαλιά είμαι. Ο Κυρίαρχος ανίσχυρος σερνικός. Πάνω στα πόδια μου είσαι ένα θηλυκό χωρίς σχήμα, χωρίς ηλικία, θα μπορούσες να είσαι μια γριά ή ένα κοριτσάκι. Άνθρωποι πρωτόγονοι είμαστε. Θεατρίνοι με τρομαχτικές φωνές. Γουστάρουμε τον Απόλυτο Άλλο. Το Γαμήσι. Ουρλιάζουμε, ενώ τα άκρα μας τραντάζονται σα να έχουμε πάθει επιληπτική κρίση. Συνομιλούμε με Σφίγγες, Οιδίποδες και Πυθίες. Είμαστε Φύση. Δια παντός.

Κυριακή αργία

kiriaki argia

Σήμερα που είναι Κυριακή αργία
θα αφεθώ στη μαμά Αδρεναλίνη
και θα βγω να κατουρήσω στον
κήπο όπως κάθε Κυριακή αργία
χρόνια τώρα, θα κοιτάξω ξανά τα
μελισσάκια και θα ζηλέψω αυτά
τα πουλιά που με κάνουν να θέλω
να γράψω ποίηση σαν αφηνιασμένος
παμφάγος αγριόχοιρος που αδιαφορεί
για τα σκάγια και τους κακούς

Ιερή σχισμή Ή Ο Λόγος του θεού

courbe

Αν ο καλλιτέχνης δεν καταφέρει να κάνει τον θεατή ηδονοβλεψία, δηλαδή καλλιτέχνη, είναι σκέτος μπάμιας και αποτυχημένος όσο καλός ελαιοχρωματιστής ή φιλολογικάριος κι αν είναι.

Αν ο ποιητής ή ο επίδοξος γραφολάγνος δεν θέτει ερωτήματα στο ίδιο το βλέμμα του αναγνώστη, ε, τότε ας πασαλειφτεί σκατό και καρπούζι κατά τη Σαχτούρεια ακρίβεια της ποιητικής σύγχυσης.

Ξαναβάζοντας το ποιητικό μονόκλ του ρομαντισμού οι ύστεροι μαλακάσηδες ξέχασαν τα ερωτικά όργανα του ανθρώπου έξω απ’ το ποίημα και τον έρωτα έξω απ’ το φωταγωγό της συμβίωσης και της κοινής ζωής.

Όλα τα κινήματα απ’ τον Αρχίλοχο μέχρι τον σουρεαλισμό που του φόρεσαν καπότα οι ντόπιοι ελληνορθόδοξοι εκδότες, φέραν στο προσκήνιο την ανθρώπινη ανάγκη για ψωμί και γαμήσι, εκφρασμένη έξω από γραμματικούς κανόνες και ακαδημαϊκούς καθετήρες.

Ο τούρκο-αιγύπτιος διπλωμάτης Χαλίλ-Μπέης παρήγγειλε απ’ τον Κουρμπέ ένα απίθανο γυμνό, ζητώντας του να στιγματίσει τα αίτια της σύφιλης που είχε κολλήσει λίγο καιρό νωρίτερα στην Πετρούπολη.

Η Καταγωγή του Κόσμου του Κουρμπέ είναι στην πραγματικότητα ένα είδος τάματος για τη συμφιλίωση του Έρωτα και του Θανάτου. Των θετικών δυνάμεων του σεξουαλικού πόθου και της ηδονής και των αρνητικών δυνάμεων του θανάτου.

Η καταγωγή του Κόσμου δείχνει και την καταγωγή της τέχνης. Τον τρόπο με τον οποίο το ζωντανό και το νεκρό ανταμώνουν, αποδίδοντας καλλιτεχνικά την ίδια αρχή της αμφισημίας που χαρακτηρίζει τη σχέση μας με τη σεξουαλικότητα και τον πόθο.

Η έκφραση Καταγωγή του Κόσμου παραπέμπει ευθέως στη μητρική γονιμότητα και καταλήγει αποδίδοντας τιμή στο Αιώνιο Θηλυκό ως αμετάλλακτο παρελθόν και μέλλον όχι μόνο του ανδρός, αλλά του ανθρώπου.

Σε όλες τις ανθρώπινες γλώσσες δεν υπάρχει ούτε μια πρόταση που να μην περικλείει το σύμπαν.

Όταν λες «ο άνθρωπος», λες για τις μάνες που τον γέννησαν, τα πουλιά και τα κατσίκια που κατασπάραξε, τα χόρτα που έτρωγαν αυτά τα κατσίκια, τη γη που βλάστησε αυτά τα χόρτα, τον ουρανό που φώτισε αυτή τη γη.

Στη γλώσσα ενός ποιητή, κάθε λέξη θα πρέπει όχι απλώς να εκφράζει αυτή την άπειρη αλληλουχία των γεγονότων, αλλά να την εκφράζει μ’ έναν τρόπο απερίφραστο και ακαριαίο.

Οι φιλόδοξες και φτωχές ανθρώπινες λέξεις όπως σύμπαν, κόσμος, άπειρο, δεν είναι παρά απόηχοι της καύλας μας να ψαύσουμε την αιωνιότητα. Να γίνουμε αθάνατοι, δηλαδή θεοί. Μα ο λόγος του θεού των ανθρώπων είναι ο λόγος του ποιητή. Είναι ο λόγος που γίνεται ένα βουνό ή ένας ποταμός ή η διάταξη των άστρων.

Όμως στο πέρασμα των αιώνων τα βουνά ισοπεδώνονται και η πορεία ενός ποταμού εκτρέπεται και οι αυτοκρατορίες αλλάζουν και συντρίβονται και η διάταξη των άστρων μεταβάλλεται μεγαλειωδώς.

Όλα αλλάζουν στο στερέωμα. Κι όταν αυτό ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να το δείξει είναι ανάπηρος. Κι όταν ο ποιητής δεν μπορεί να το πει είναι μουγκός δεσμοφύλακας λέξεων. Κρέας για πούλημα ή σάπιο κρέας για τα σκυλιά.

Φεστιβάλ ποίησης Ή Πού χέζουν οι παίχτες στο σαρβάιβορ;

buk-3

Τα φεστιβάλ ποίησης και οι αναγνώσεις ποίησης κατάντησαν η πιο χυδαία πνευματική νεκροφάνεια ποιητών εκδοτών και μικροεμπόρων.

Μέσα στον ετερότροφο παρασιτισμό τους, οι κλίκες που επιφανώς έχουν διαπρέψει ως οπισθοαβανγκάρντ καλόγεροι του καταραμένου κέντρου των Αθηνών-βλέπε κωλόμπαρα και εναλλακτικά βιβλιοπωλεία-αυτά που, πρώην κνίτες που εγίναν αντικνίτες εν μια νυκτί αναγνώσεως Δημουλά, τώρα κονσερβοποιούν το σκατούλι τους και το βάζουν στο ράφι της καθημερινής μπανιστηρτζίδικης ουτοπίας.

Ψιλικατζήδες και γερογαμιάδες, κόμισες και κομισάριοι, γυρολόγοι με άποψη και λίμπιντο, κόρες βιοτεχνών και φιλάργυροι γαστρονόμοι, πυκνοπόγονοι νεολαίοι με πρόωρο γήρας-ακαύλωτοι διαχειριστές του εαυτού τους-,πλάνητες και πλανεμένοι καρβουνιάρηδες-μαυρισμένοι απ’ το υπερφίαλο τίποτα-αεροπτεριστές της εφήμερης πλην καθεστωτικής Αυγής, χρυσόφτερνοι κλακαδόροι, χοντρόκωλοι ακαδημαϊκοί σπεσιαλίστες τού κόπυ πέιστ, φιλόλογοι που σπούδασαν γηρατειά στα δεκαοχτώ, πρώην διευθυντές εκπαιδεύσεως παιδεραστικής κοπής, περιφερειάρχες και θυμωμένοι κομμωτές, ζεσταίνουν το πλεμόνι της ποίησης στο μεγάλο τσουκάλι της μαλακίας, ξαναγυρίζοντας στη μισοντυμένη αίσθηση ενός θαυμαστού εσωτερικού αυνανισμού πασπαλισμένου με τη διάφανη αχλή του βρωμοαρώματος του καταλυτικού τους γιοταχί που θα τους πάει στην ποιητική πλατφόρμα.

Παίχτες όλοι ενός ποιητικού σαρβάιβορ έτοιμοι για τρελές πιπίλες. Για αναγνώριση και χειροκρότημα την στιγμή που η εκσπερματική μοναξιά τους πιτσιλίζει τα πλήθη.

Το έπαθλον είναι εκατό χιλιάδες δάφνινα στεφάνια πασπαλισμένα με τσουτσουνόσκονη απ’ το Λίγο Του Κώλου. Ω! σύντροφοι, που δεν έχουμε συμφάγει ποτέ μαζί, πού χέζουν τελικά οι παίχτες του σαρβάιβορ;

Αγκαλιά

pasion

Ο εγκέφαλός μας είναι η παρωδία της ίδιας της ζωής. Ζούμε, αναπνέουμε, συνουσιαζόμαστε, παρωδώντας την περιστροφική κίνηση της γης.

Η σεξουαλικότητά μας πραγματώνει πεισματικά τη λήθη του θανάτου. Η αγκαλιά μας παίρνει το σχήμα του έρωτα και γίνεται κινητήριος δύναμη της συνεχούς μεταμόρφωσης.

Πεθαίνουμε για να ξαναγεννηθούμε. Χωρίζουμε για να ξανασμίξουμε. Κλαίμε για να μπορέσουμε να ξαναγελάσουμε.

Απλωμένοι μες στην ερωτική φρενίτιδα των αλλαγών γύρω μας παρωδούμε καθετί ιερό με τη σεξουαλικότητά μας.

Απ’ τον παιδικό θυμό και τη ματαιοδοξία της εφηβείας γλιστράμε στη γενεσιουργία της ενήλικης ζωής, τρέφοντας τις ρίζες και τους βολβούς, τα μάτια των νεκρών που η κυκλική κίνηση σπέρνει κάθε φορά στα πατρικά μας χωράφια.

Κομμουνιστικό Μανιφέστο Ή Ποίημα γραμμένο από τον Άνθρωπο

marx

Το σύστημα γραφής μου βασίζεται στον ομοιόμορφο χαρακτήρα όλων των ανθρώπων. Αν όλοι οι ποιητές υπέγραφαν τα έργα τους με μια και μόνη υπογραφή, «Ποίημα γραμμένο από τον Άνθρωπο», το πρόβλημα της διαφοροποίησης, της κατάταξης, της αξιολόγησης των ανθρώπων με βάση διάφορα μέτρα και σταθμά δεν θα είχε νόημα. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι το ψωμί κι όχι το παντεσπάνι.

Αιρέσεις και Έρως

filim

Η ερωτική αλληλογραφία καθίστατο πολλές φορές ένα σπουδαίο σεξουαλικό μέσο. Ασφαλώς πρόκειται για μια λογοτεχνική μέθοδο, υπαγορευμένη απ’ τους κανόνες της λογοκρισίας αλλά και της ορθότητας που υπαγορεύει η κοινωνική υποκρισία.

Θα μπορούσε κάποιος εξωγήινος αρχαιολόγος στο μέλλον να καταλάβει, πως, τελικά κάθε αλληλογραφία-εκτός απ’ την επαγγελματική και την οικογενειακή-είναι δυνητικά πορνογραφική.

Όλες οι μακροσκελείς εκμυστηρεύσεις που ποντάρουν στην εχεμύθεια αποζητούν να οπλίσουν τις ορμές του κορμιού αφού αποτελούν συνήθως τα προκαταρκτικά της σεξουαλικής πράξης.

Ο γλωσσικός πλούτος του πορνογραφικού ασέμνου συνιστά την πιο σπουδαία διάσταση της πορνογραφικής αλληλογραφίας, την οποία ανακαλύπτουμε, συχνά μετά θάνατον, ακόμα και σε συγγραφείς με ελάχιστη σκανδαλιστική φήμη.

Κάθε ερωτευμένος μπροστά στο λευκό χαρτί και τις καύλες του γίνεται ποιητής. Αληθινός ποιητής και όχι ματαιόδοξος μαλακοκαύλης.

Η ίδια η αλληλογραφία γίνεται σεξουαλική πράξη που αυτονομείται. Το βασικό της εύρημα είναι οι ερωταποκρίσεις εν κενώ χώρο. Πάνω στο λευκό χαρτί ή πάνω στο λευκό πινάκιο της οθόνης βάζεις μιαν ερώτηση στα χείλη του άλλου και την απαντάς αυτοστιγμεί.

Ένας μυγιάγγιχτος αναγνώστης θα εξανεμίσει με φρίκη την ερωτική επιστολογραφία αλλά ένας εραστής θα την εκτιμήσει περισσότερο κι απ’ τη ζωή του.

Αυτή η αμιγώς παιγνιώδης ενασχόληση μας κάνει να πειραματιζόμαστε ελεύθερα και να παίζουμε με τον άλλο εντελώς ατιμώρητα.

Πάντα όταν γράφουμε απευθυνόμαστε σε κάποιον. Το γράψιμο εάν δεν έχει βάση τον ερωτισμό είναι γραφειοκρατία. Κι από γραφειοκράτες έχει γεμίσει το βρακί μας.

Ο Τζόυς υπερθεματίζει υπέρ αυτής της ηδονής που προσφέρει η γλώσσα στην άσεμνη εκφορά της.

Νόρα γλυκιά μου πουτανίτσα, γράφει, δίπλα απ’ αυτό τον πνευματικό έρωτα που τρέφω για σένα υπάρχει ένας άγριος και ζωώδης πόθος για κάθε εκατοστό τού σώματός σου, για κάθε απόκρυφο και αισχρό μέρος του. Θα ήθελα ν’ ακούσω τα χείλη σου να ψελλίζουν βρομόλογα εξαισίως ερεθιστικά, να δω το στόμα σου να βγάζει βρώμικους ήχους και θορύβους, ν’ ακούσω και να μυρίσω τις χοντρές και βρομερές κοριτσίστικες πορδές να αναβλύζουν από το όμορφο κωλαράκι σου, κοριτσάκι, και να γαμήσω να γαμήσω να γαμήσω δια παντός το μουνί σου φλογερό και γαμιόλικο πουλάκι μου.

Το φλουρί του διαβόλου

lefto

Την άφησα εκεί, άκαμπτη, μες στα λουλούδια, με την αλαζονεία της σμιλεμένη απ’ τον οργασμό.

Απ’ όλες τις εκδοχές αυτού τού κορμιού που τόσο αναστάτωσε τη ζωή μου καμιά δεν είναι τόσο άξια να την θυμάμαι όσο ετούτη εδώ η έσχατη εκδοχή.

Όταν τ’ απλουστεύει όλα το σκοτάδι κι η σιωπή οι μνήμες γίνονται συγκεχυμένες και οξύμωρες. Με το οξύμωρον σχήμα να αντιφάσκει μες στην οξύτητα και τη μωρία του. Σχεδόν πατικωμένο απ’ το σκοτεινό φως των γνωστικών και των αλχημιστών τον μαύρο ήλιο.

Και σκέφτομαι πως κάθε έρωτας και κάθε ερωτοτροπία είναι σύμβολο όλων των ερώτων που έλαμψαν κατά καιρούς στο στερέωμα της Ιστορία και του Πόθου.

Μέσα στον αμείλικτο και απρόβλεπτο χρόνο, που μπορεί να γίνουμε στάχτη ή χρήμα, ο έρωτας δεν παύει να συμβολίζει το δικαίωμα της ελεύθερης εκλογής μας.

Βγάζει τη γλώσσα σε όσους ζουν τα κουσούρια τους δραματικά, διογκώνοντάς τα και χορδίζοντάς τα, κάνοντας το βίο γελοίο και τερπνό.

Χαϊδευτείτε αντί να σκέφτεστε τον οβολό για το Χάροντα και τα τριάκοντα αργύρια του Ιούδα και τις δραχμές της Λαΐδος και τα νομίσματα με τους ανάγλυφους κοιμωμένους της Εφέσου και τ’ ασημένια φλουριά και τα χρυσά φιορίνια.

Δεν είμαστε σε θέση ν’ αγοράσουμε τίποτε. Μόνο το απόλυτο της κάθε στιγμής μας ανήκει, αυτή η άμεμπτη ορθότητα της δαιμονικής αναρχίας που μας αναλογεί.

Κι αποκοιμήθηκα καυλωμένος, μέσα σε δαιδαλώδεις διαλογισμούς, κι ονειρεύτηκα πως ήμουν εγώ το φλουρί που φύλαγε ο διάβολος κάτω απ’ το δέρμα του.

Λαγνεία πάρε τ’ όπλο σου

lagnia pare toplo soy

Όταν πάψουμε να ανανεώνουμε την εμπειρία γινόμαστε συμπαθείς καρικατούρες συσσώρευσης πόνου και συνήθειας. Καθιστόζωα που οδεύουν θριαμβευτικά προς τα απώτερα όρια της σπατάλης.

Οι αγάπες μας και οι έρωτές μας γίνονται εικονικά κτερίσματα μέσα στο λήθαργο των εξαρτήσεων. Τα μάτια ψιθυρίζουν και τα χείλη κοιτούν. Ζούμε με τις εμπειρίες των άλλων.

Οι ενορμήσεις του Έρωτα και του θανάτου, οι βυθισμένοι πόθοι, οι ανομολόγητες ενοχές, οι πικρές επιθυμίες γίνονται άφαντες λέξεις που σβήνουν μέσα στο μηχανικό οίστρο της επικοινωνίας εξ’ αποστάσεως.

Ανανέωση της εμπειρίας σημαίνει ακολουθώ κατά πόδας την ηδονή. Σημαίνει πως ο κόσμος είναι ο εαυτός μου και πως ο εαυτός μου πλάθει τον κόσμο των άλλων και πλάθεται απ’ αυτόν. Αφοριστική αθωότητα και αφορισμένη λαγνεία.

Λαγνικά πλησιάζουμε στα ρουθούνια μας τις κορφές των λουλουδιών και τις καύλες. Λαχταρούμε και η λαχτάρα μας λαχταρά. Η εμπειρία ζητά τροφή, αλλά και αίμα. Ζητά τη συνέχεια όπως μέσα στο ποίημα ο δαίμων εαυτός ζητά τη ζωή και τον μελωδικό της απόηχο.

Η εμπειρία είναι ένα αίτημα του Εγώ. Το Εγώ ζητάει την εμπειρία για να μη σβήσει ή για να μην πυρποληθεί απ’ την υποκρισία της ηθικής ορθότητας του μέσου όρου.

Όταν το σώμα απορφανιστεί απ’ τις ηδονικές του χρήσεις ξεπέφτει στα υποκατάστατα και την μαλακία. Ο καθήμενος άνθρωπος βαριέται να γαμήσει. Γαμάει στο τηλέφωνο ή στο μήνυμα. Έχει βαλσαμώσει τη μια και μοναδική εμπειρία και την έχει βάλει στο μουσείο της μνήμης.

Όλες οι ηδονές και οι λαγνείες πολτοποιούνται στα βιβλία και τις εικόνες. Οδηγούνται στην εξορία της αναπαράστασης και στις γεωγραφικές επικράτειες μιας αυτιστικής καλλιτεχνίας. Μιας έκφρασης των επινοήσεων και των διανοημάτων και όχι των αναγκών. Ενός ρομαντισμού της παραφροσύνης.

Εμπειρία σημαίνει αποδέσμευση από τη μια και μοναδική πραγματικότητα. Σημαίνει πως κάνω τη γλώσσα να βλέπει και να ποιεί. Να δημιουργεί ένα παρόν τελειούμενο, μιαν ανταμοιβή έρωτος μέσα στην ανίατη πενία της ζωής.

Μιλώ για ξεμοντάρισμα εδώ, των αξιών που μας καθορίζουν. Τον αξιών που μας βάζουν να πουλάμε τον εαυτό μας. Μακριά από κάθε νέα σκλαβιά, σαν να ορμά μέσα μας ο ήλιος, έκθαμβος και εκθαμβωτικός.

Γέλιο Κονσέρβα

gelion

Υπάρχει ένα σημείο καμπής στην αρχαία θεατρογραφία, εκεί όπου το γέλιο εξορίστηκε από την τραγωδία και ο θρήνος από την κωμωδία.

Εκεί που ο πολιτισμός μπλέχτηκε σ’ έναν δυισμό μεροληψίας υπέρ του νοικοκυριού. Σε μια απόχη σύγχυσης και σιωπής κεντημένη με το μελόδραμα της άρχουσας τάξης.

Οι βασιλιάδες και οι βασίλισσες, οι κακορίζικες ψυχές και τα ανεξήγητα συμπλέγματα που παλαιόθεν προκαλούσαν γέλιο τώρα μασκαρεύονται την πονετική μουζικούλα της μελαγχολίας του θεατή.

Η τραγωδία που ήτο τρυγωδία και γιορτή την εποχή του τρύγου και του ερωτισμού έγινε μια τέχνη αυτόνομη και κερδοφόρος για τηλεθέαση και διοπτροφόρους μύωπες κριτικούς θεάτρου. Από λαϊκή τέχνη του αγροβουκολικού αισθήματος έγινε προίκα των ακαδημαϊκών και των τσαρλατάνων.

Άρχισε να εκλογικεύει τις συγκινήσεις, να χειραγωγεί και να ταμιεύει θραύσματα κυριαρχίας στα ανοιχτά μυαλουδάκια των θεατών που θέλαν αίμα, δάκρυα και ιδρώτα για να διαβούν το Ρουβίκωνα της ψευδαίσθησης.

Εκεί που πρώτα όλοι ήταν ηθοποιοί και θεατές μαζί, υπακούοντας στον οργασμικό ρεαλισμό της φυσικής ζωής τώρα το μελόδραμα της κυρίαρχης τάξης κούμπωνε πάνω στο διψασμένο πνεύμα για συγκινήσεις.

Όλοι οι δαίμονες της συνείδησης ξυπνούσαν για να αποδώσουν δικαιοσύνη. Αντί για τη γελοιοποίηση της δικαιοσύνης που μεροληπτούσε υπέρ του δυνατού έφτασε η θεία δίκη και ο από μηχανής θεός.

Η τέχνη γινόταν τότε το πρώτο οχυρό εναντίον κάθε εξωτερικού εχθρού. Οι πολίτες τότε και οι εθνικοί σήμερα αντί για σπαρταριστά γέλια ζητούσαν έπος και καταστροφή. Δύναμη και επίδειξη δύναμης.

Η κωμωδία και το ευτράπελο θαφτήκαν κάτω απ’ τη λάσπη της Αθηναϊκής δημοκρατίας για να έρθει μια και καλή ο Βυζαντινός βόθρος και να την εκφυλίσει ακόμα περισσότερο.

Όλα τα επιτεύγματα της μεγάλης τέχνης του θεάτρου της αρχαιότητας ήταν η παράγωγη λαϊκή κουλτούρα, χωνεμένη στα λαμπρά μυαλά των ποιητών.

Την εποχή που όλοι οι δημοκράτες-όπως και σήμερα άλλωστε-διέθεταν τη σαπιοκοιλιά της μνησικακίας, το θέατρο διαμόρφωνε τη νέα ηθική και την νέα τάξη πραγμάτων.

Απ’ τους κυνικούς που διακήρυσσαν πως ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα όρθιο έντερο που απ’ τη μια τρώει κι απ’ την άλλη χέζει περάσαμε στον εσωτερικό κόσμο και τον ψυχολόγο. Κάθε μαλάκας έχει ψυχολογικά προβλήματα. Και κάθε κόπανος μανιοκατάθλιψη.

Οι αμερικάνοι ως συμπαθητικοί βλαχοφασίστες εκτός τού ότι καυλώνουν τη Σώτη Τριανταφύλλου επινόησαν το τρομερό γέλιο κονσέρβα.

Μια μνημειώδη ιδέα που καταδεικνύει τον ιλαρό κονστρουκτιβισμό της διασκέδασης του σύγχρονου κόσμου. Γελάστε γιατί γελάνε. Διασκεδάστε γιατί διασκεδάζουν.

Το συλλογικό αυτεξούσιο φαιδρύνεται σε βαθμό παροξυσμού.

Μα το γέλιο έχει να κάνει με σπλάχνα και αρτηρίες. Με εισόδους και εξόδους αέρα.

Το γέλιο βγαίνει από τ’ άντερα, γι’ αυτό και η Συλβί Πλάθ στο γερό-Πανικό της, ακούει το γέλιο του Διευθυντή της κλινικής να σφυρίζει ανεβαίνοντας απ’ τα βάθη του εντέρου που είναι διπλωμένο σαν τις φέτες του ακορντεόν.

Πρελούδιο για γυμνό κορμί και σφυροδρέπανο

preloudio

Και τούτα τού στόματός σου τα βασίλεια
τι θρεφτάρια!
Τι πιρουέτες μιανής που με νανούρισε
με κόκκινα σφυριά και κόκκινα δρεπάνια
ζωγραφισμένα με κραγιόν στην ωμοπλάτη.
Ζωσμένος πενιχρά λογάκια ένδοξα
Ζεματιστές θωπείες
Σκάβοντας και ξεσκάβοντας
Το φόβο για τη νύχτα και το αύριο
Τα σκέλια στους αφρούς
Και τη Σελήνη βδέλλα, να φωτίζει
τους εραστές που βγήκαν με τα λάστιχα νυχτιάτικα
για να ποτίσουν τα χασίσια της καρδιάς.
Είσαι γενναίος πούτσε μου και σίγουρα
δε θα δειλιάσεις
στην παρουσία του Δαίμονα μπροστά
και του Θανάτου.

Διάσημοι και Μαχητές Ή Μαγειρεύοντας τήν ταξική σούπα

images-3

Η φωνή του διαφημιστή τελετουργική και μπάσα, εκθειάζει με ευφράδεια ένα καινούργιο μοντέλο αυτοκινήτου. Μοντέρνο, οικονομικό, ταχύτατο.

Ο Σολομών είπε κάποτε: Και ουδέν καινόν υπό τον ήλιον. Όπως λοιπόν ο Πλάτων φαντάστηκε ότι πάσα γνώσις δεν είναι παρά ανάμνησις, έτσι κι ο Σολομών αποφάνθηκε ότι παν καινόν δεν είναι παρά λήθη.

Ως γνωστόν, οι Λατίνοι χρησιμοποιούσαν την ίδια λέξη για το ανακαλύπτω και το επινοώ. Κι αυτό είναι σύμφωνο με την πλατωνική δοξασία, ότι δηλαδή το επινοείν, το ανακαλύπτειν, δεν είναι παρά ενθυμείσθαι.

Ο Φράνσις Μπέικον συμφωνούσε ότι η γνώση είναι ενθύμηση και η άγνοια είναι να ξέρεις να ξεχνάς. Όλα εδώ είναι, αρκεί να μπορούμε να τα δούμε. Μα οι άνθρωποι, οι θνητοί εμείς, χάνουμε την όρασή μας και νομίζουμε πως βλέπουμε αλλά είναι η τύφλα μας που βασιλεύει.

Και λέει ο Κάλβος που γίνεται εύκολα Κάβλος και Καβλός: «Πως, πως στο χώμα της ταλαιπώρου πατρίδος φύτρωσαν τόσα καρφιά και τυραννούν τα πέλματα».

Και βεβαίως το ερημικό σπέρμα των ποιητών δεν βρίσκει ποτέ την κατάλληλη σχισμή. Ο ποιητής ξέρει από καρφιά γιατί δεν πούλησε την όρασή του. Έχει πατήσει καρφιά και έχει δει να πατάνε καρφιά. Και σπασμένα γυαλιά και θρύψαλα.

Ο ποιητής που ξέρει μιλά, αλλά η μιλιά του χωνεύεται στις εγκαταστημένες επί πυγής, τουτέστιν στις κωλοτρυπίδες των Διάσημων και των Μαχητών.

Ο κόσμος είναι χωρισμένος στα δύο. Γιγάντιες διαφημίσεις ιδρωμένων κορμιών ως απόπτυσμα ενός χεσμένου ελληνικού Σταρ Σύστεμ.

Θέαμα για τα παιδάκια, τα ροδαλά υπερ-παιδιά ενός παιδοκεντρικού πλανήτη που θα καθίσουν ανακούρκουδα κατεβάζοντας το βρακάκι τους για να αφοδεύσουν την τελευταία πίτσα που τα έθρεψε. Το τελευταίο χάμπουργκερ και την τελευταία κόκα κόλα.

Κι ύστερα θα μεγαλώσουν ξαφνικά και απότομα. Θα πάρουν πτυχίο και θα συντάξουν βιογραφικά βίου ατέρμονου εσωτερικού αυνανισμού δεξιοτήτων. Θα πάρουν το όπλο του μπαμπά και θα βγούν για κυνήγι.

Θα καβαλήσουν τους τέσσερις τροχούς της αιωνιότητας και της μονότονης επανάληψης των πάντων. Εισπνοή και εκπνοή. Συνέχεια της ζωής με όλες τις εναλλασσόμενες μορφές του αφανισμού και της αναβίωσης.

Με την πάροδο του χρόνου η συνήθεια γίνεται μεταχειρισμένη βακέτα.

Σχηματιζόμαστε και διαμορφωνόμαστε απ’ αυτό που αγαπάμε, κι αν αυτό που αγαπάμε μας το επιβάλουν, τότε κάποια στιγμή θα το σκοτώσουμε.

Θα στουκάρουμε με όλα τα χίλια άλογα της μηχανής μας πάνω στην κοινωνία που αμέριμνη κατουράει στον καμπινέ, νομίζοντας πως το κακό είναι αλλού.

Θα γίνουμε βλήματα και υπερόπλα, πυρακτωμένα καυλιά από λαμαρίνα, τρέχοντας κατά πάνω στη φλεγόμενη μήτρα της μαμάς και την υπερπροστασία των υγρών της.

θα γίνουμε ένα με όλους. Η ταχύτητα μας φέρνει πιο κοντά. Ο κόσμος τρέχει. Τρέξτε παιδιά. Διάσημοι και Μαχητές. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε.

Τόποι ηδονής Ή Το αβγό του κόκορα

erotipo

Η ιστορία των τόπων ηδονής δεν είναι παρά αποδημία στους τέσσερις ορίζοντες της πόλης. Η λογοτεχνία και οι διαδόσεις εξασφαλίζουν τη μεταβίβαση της φήμης.

Πόλεμοι, οικονομικές κρίσεις, μεταναστευτικά κύματα, επέκταση συνοικιών, εκβιομηχάνιση, ανοικοδόμηση. Μπροστά σ’ αυτούς τους ισοπεδωτικούς μηχανισμούς η ηδονή επιδεικνύει μια σατανική μακροβιότητα.

Η πόλη αποτελούσε πάντα το φόντο των τόπων ηδονής. Πότε μασκαρεμένη και πότε αφτιασίδωτη η ανάγκη για έρωτα τρύπωνε στην αγκαλιά ενός καθ’ ολοκληρίαν αγνώστου σύμπαντος.

Η νυχτερινή συλλογική συνείδηση της ύπαρξης της πόλης τρέφεται από τη γοητεία και το φόβο ύποπτων ατόμων. Πουτάνες και αδερφές, μαστροποί και νταβατζήδες, νυχτόβιοι, καθάρματα, κακοποιοί. Μια παρέλαση από μυθικές αλλά και αισθητικές φιγούρες της πόλης.

Απ’ το διακανονισμό της εργατικής δύναμης υπό το φως της μέρας περνάμε στην αγορά και την πώληση της ηδονής κάτω απ’ το ισχνό ατμοσφαιρικό φως της αμαρτίας.

Η ηδονή της πόλης εξαρτάται από τη μίξη των ταυτοτήτων, των ρόλων και των κοινωνικών θέσεων. Δεν θα μπορούσε να είναι ατομική ή ιδιωτική υπόθεση διότι τη χωρίζει μεγάλη απόσταση από τη σεξουαλικότητα κι ακόμη μεγαλύτερη απ’ το σεξ.

Η ηδονή της πόλης είναι πρωτίστως πολιτικό ζητούμενο προς εκμετάλλευση. Ο συνδυασμός της ηδονής με το έγκλημα και της σεξουαλικότητας με τη βία αποκτά ποικίλες μορφές.

Υπάρχει πάντα μια περιοχή ενδιάμεση, διάτρητη, εκεί που συναντιούνται οι πλούσιες συνοικίες με τις λαϊκές γειτονιές. Είναι τα κέντρα όπου αυτές οι επικίνδυνες γειτνιάσεις προξενούν ανακατέματα και εξαπατήσεις.

Εκεί όπου η καλή κοινωνία φτιασιδώνεται και φοράει μάσκα όταν κατεβαίνει στον υπόκοσμο της λαϊκής ηδονής. Η εισβολή στο έδαφος του Άλλου προς αναζήτηση ηδονής, επιτρέπει ν’ αλλάξεις δέρμα.

Να περάσεις προσωρινά από τη σκοτεινότητα της παρανομίας στα γιορτινά φώτα, από τα εγκλήματα της νύχτας στις καθησυχαστικές δραστηριότητες της μέρας.

Αλκοολικοί ποιητές του ενός ποιήματος, καταπιεσμένοι ομοφυλόφιλοι, διάσημοι λογοτέχνες που βγήκαν στην πιάτσα, μεταμφιεσμένοι όπως ο κακόμοιρος Ταχτσής που πνίγηκε πάνω στο τσιμπούκι, επαρχιώτες μαστροποί της δεκάρας, ομορφόπαιδα που τα κάρφωσαν πλούσιοι των Βορείων προαστίων, κοπέλες ξεζουμισμένες από ηθικούς νοικοκυραίους, στριμωγμένοι όλοι μέσα στην ερωτομηχανή της πόλης.

Σ’ αυτό το ανθρωπολογικό μουσείο όπου η κάβλα εκχωρείται στο κέρδος. Εδώ σ’ αυτό το πολυεθνικό πάρκο με τις άπειρες ανθρώπινες ιστορίες για τη φθίνουσα ερωτική ανθρώπινη πανίδα.

Εδώ όπου ο ορυμαγδός της ηδονής και της κάβλας, συνεχής και αδιάπτωτος, δεν αφήνει καμιά πιθανότητα για τη λαλιά.

Λουλουδάκια του αγρού

lalao

Τις τόσες εκδοχές τού έρωτά μας
σου διαβιβάζω εγγράφως. Αχ!
πες πως είμαι ψυχικάρης και πες πως
είμαι ερπύστρια, τσουλί, φτυστός
επιλοχίας και σκυλόψαρο. Tα Νίψον
ανομήματα μη μόναν όψη έκαμνα
γαργαλήστρες. Μαντάρω τώρα το
καλτσόν σου αχαμνή αγάπη,
βαρύοσμη λοξά υγρά και λόξα, αφού
βλαστήμησα νταούλια κι αφού η χάρις
τ’ ουρανού μ’ έκανε σφυροδρέπανο
στην πλάτη σου το κόκκινο βρακί σου
για να δρέψω. Να ξεκοιλιάσω Καίσαρες
Βαρόνους Φρύνους και τσιλιαδόρους
γέρους καταστασιακούς που γέρνουν
σε κοριτσίστικα βυζιά, βυζιά κινίνα. Ω ναι
το τοπικό κογκρέσο σου με διόρισε
φρικιό και λαίλαπα, πατημασιά φαλλού
μέσα σε τόσες άρρωστες καρδούλες.
Σου διαβιβάζω εγγράφως αυτό το Αχ!
που έσκουζα καθώς χυνόμουν μέσα σου,
έξω σου, παντού, κι έλεγες και ξανάλεγες
Αχ! Τι τενόρος θεέ μου!

Δηλωσίας

dilosias

Θα γίνω ο γλείφτης σου.
Το έχω ξαναπεί.

Τα ερωτικά σου χείλη και οι μικροστεναγμοί
δεν αφήνουν περιθώριο για λόγια και κουβέντες.

Θα γίνω ο γλείφτης σου. Το έχω ξαναπεί.

Ορκίζομαι στα γογγύλια και στα ρεπάνια
στη ζεστούλα σου φωνή απ’ τα έγκατα
στις φτέρνες και στους χαρταετούς
στα κορίτσια και στις γάμπες τους.

Τρόπος του λέγειν ορκίζομαι
γιατί οι όρκοι
είναι μια τελείως μαραμένη και ζαρωμένη ζωή.
Της αχράντου ψωλής μου μόνο σέβομαι τη σκληρότητα.
Είμαι ευαίσθητος
ένα πληγωμένο πουλάκι, γι’ αυτό,
θα γίνω ο γλείφτης σου
και το ξέρεις καθώς κρατώ την κοιλιά σου
κι ακούω να γουργουρίζει η ψυχούλα των σπλάχνων σου
και κάνω να ξεριζώσω με τα ίδια μου τα χέρια
τόσες τσουκνίδες τόσες απελπισίες
και τόσους πλατωνικούς έρωτες
και τόσες σβουνιές νοσταλγίας.

Ο έρωτας μας κάνει κακούς και ανώριμους.
Κι ο ανεκπλήρωτος έρωτας βλαμμένους.

Θα γίνω ο γλείφτης σου.
Θα σου βυζάξω το δάχτυλα και τις ρόγες.
Θα σου διαβάσω το ποίημα
που έγραψα για σένα από γεννησιμιού.
Να με προστατεύει και πέραν του τάφου
η τόση προσήλωση στο μουνί σου.

Άλση σπηλιές και λιμνούλες με κύκνους
στους τεθλιμμένους προσφέρουν παρηγοριά.
Μα εγώ θα γίνω ο γλείφτης σου.
Το έχω ξαναπεί.

Η αλητεία είναι πρωτοπορία

alitia

Γινόμαστε συχνά σκλάβοι όσων αγαπούμε. Αλλά και σκλάβοι όσων μεγαλοποίησαν τη λατρεία των κοινών παθών μας. Είμαστε πιο κοντά στο μελόδραμα και τη συγνώμη παρά στη μυστική έξοδο και τη γαλήνη.

Είμαστε ρουφηγμένοι απ’ το χρέος που μας θέλει καλούς και συνοφρυωμένους αισθηματίες. Όλα τα αρχαία μαγικά βιβλία με τα ερωτικά δοκίμια και τις σεξουαλικές αιρέσεις τα έχουμε τοποθετημένα ως μοναχικά εκθέματα στο βιβλιακό μουσειακό κοιτώνα του νοικοκυριού μας.

Διάσπαρτοι σε διαμερίσματα και λεωφόρους, τίμιοι και φτωχοί και φιλόξενοι. Γινόμαστε συχνά σκλάβοι ακόμα και της πιο απίθανης συνήθειας.

Μεταμφιεσμένοι σε καθηγητές και ντοκτοράδες, βιδωμένοι στην καρέκλα της απεγνωσμένης υστεροφημίας μας βγάζουμε τα τελευταία λεφτούλια απ’ την εντροπία της εργατικής δύναμης άλλων.

Εντός της νέας μεταφυσικής που πλασάρει το συστημικό κονκλάβιο ακαδημαϊκών και παπάδων, υπαλλήλων και μη της δουλοφροσύνης στο κέρδος και στα κλασμένα μαρούλια που το συντηρούν, βλέπουμε πως ο χρόνος που τόσο μοχθήσαμε να δαμάσουμε, να γίνεται δύναμη περισσότερο επίβουλη και μυστηριώδη όσο ποτέ.

Ακούμε το βραχνό ψίθυρο των πραγμάτων γύρω μας κάνοντάς τα καλλιτεχνίες και φράσεις μέσα στις γλυπτές ατέρμονες ευλογίες μιας ανάπηρης ελευθερίας.

Μιας ελευθερίας που τα προνομιούχα υλικά της κάβλας δεν έχουν εξουσία.

Μιας ελευθερίας που υμνεί τον αιώνα της αναπαραγωγής και όχι τους επαναστατικούς πυρήνες της αλλαγής και τους φοβερούς γαμηστρώνες της ανάγκης μας για κοινή ζωή και κοινοβιακό βίο.

Αλλά βεβαίως πάλι, υπάρχουν και υπάρχουμε, όσοι διασώζουμε τους έξοχους ερωτικούς κάτω κόσμους με τις υγρές διακυμάνσεις τους, τις κοφτές μεταφορές πάθους και έκλαμψης, τα μαλάματα των ίσκιων μιας γυφτοπούλας που κατουρά την ερωτική βολεμένη μικροαστική πλήξη.

Και τι σημασία έχει η δειλία μας αν η γη έχει έστω κι ένα γενναίο, και τι σημασία έχει η άσφαιρη λύπη μας μέσα στους δύσκολους καιρούς αν κάποιος ή κάποια ένιωσε ευτυχισμένος ή ευτυχισμένη και καβλωμένος ή καβλωμένη και ευλογημένος ή ευλογημένη τόσο ώστε να γράψει όλες τις ευλογίες στ’ αρχίδια του ή στο μουνί της.

Είμαστε οι άλλοι. Είμαστε όλοι εκείνοι που περισώθηκαν απ’ τον πεισματικό μόχθο της ερωτικής πράξης. Ξέρουμε πια καλά πως η αλητεία είναι πρωτοπορία. Πως τα καλά παιδιά είναι βαρετά και κούφια. Και πως ψάχνουμε μόνο και μόνο για να’ χουμε τη χαρά να ψάχνουμε κι όχι να βρίσκουμε.

Glory Hole

glory-hole

Ο ποιητής Λένιν ονόμαζε την επανάσταση πανηγύρι των καταπιεσμένων. Πόσο καλά, αλήθεια, ξέρουμε αυτή την πηγή που μας γεμίζει και μας ξεδιψά! Αυτό το καρναβάλι της μη βίας που κληροδότησε στους ελεγειακούς το λυρισμό και την ευφυΐα.

Μια οιονεί εξέγερση που καταλύει προσωρινά κάθε ισχύουσα ηθική απαγόρευση επιτρέποντας στους απόκληρους να κηρύξουν κι αυτοί απ’ το βυθό της κοινωνίας μιαν επίθεση.

Με όπλο τη σεξουαλικότητα το καρναβάλι είναι η γιορτή της Παράβασης και της ρήξης, η μετατόπιση των ορίων έως τα έσχατα και τα ευτράπελα.

Η πανήγυρις των σωμάτων και η αποχαλίνωση του ηφαιστειακού ερωτισμού τους.

Τα σώματα ζητούν ερωτική δικαιοσύνη, μεταμορφώνουν τη φλούδα τους ταριχεύοντας τα βλέμματα των άλλων μες στην ερωτική οδύνη και την υπαρξιακή απόγνωση.

Ανάμεσα στο Λόγο της Αποκάλυψης και το καρναβάλι μια κοινότητα ονείρων και παραισθήσεων ξεδιπλώνεται φορώντας πότε πότε τη μάσκα που θα καλύψει το πρόσωπο που γίνεται άσεμνο και το σώμα που ζητά την ακριβέστατη εκδίκηση του ξεσαλώματος και του ξεκαυλώματος.

Οι Απόκριες ζητούν απόκριση και η απόκρυψη αποκρίνεται παρουσία αντιμετωπίζοντας τη σεξουαλικότητα με ότι πιο σχιζοφρενικό τη χαρακτηρίζει.

Διχασμένη ανάμεσα στον ανδρισμό και τη θηλυκότητα, ανάμεσα στη βία και το φαλλοκρατισμό, το δεσποτισμό και την άκρα επιτήδευση, την αβρότητα και τη γενναιοδωρία.

Πάντα μες στην ταραχή και την απορύθμιση των αισθήσεων, παραμονεύοντας για μιαν αλλαγή στον τόνο της φωνής, μια χειρονομία που λέει πολλά, μια μυρουδιά που αναδίδει το σώμα, ένα αφύσικο φούσκωμα στο παντελόνι.

Αποκρεύω, τουτέστιν διαπνέομαι ολόκληρος από πόθο και σεξουαλική διέγερση. Είμαι καυλωμένος για επανάσταση και ζωή. Δεν είναι λόγια του αέρα τα λόγια μου, ούτε παραξενιές και κατουρόκαυλες του Διόνυσου.

Απ’ τις αρχαίες νύχτες μέχρι σήμερα εμείς οι λαοί ποτίζουμε την κόλαση και τον παράδεισό μας με φαντασιώσεις και καύλες.

Καυλοπεριούσιοι, μιάσματα του χυμένου αίματος των προγόνων μας.

Εμιγκρέδες και φλεγόμενα λαρύγγια. Μασκαράδες και μπούλες.

Θέλουμε μιαν αγκαλιά κι έναν τόπο που δεν θα μυρίζει καψαλισμένη σάρκα και πατρίδα.

Μιαν ουτοπία στο χείλος των αιώνων που μας απομένουν.

Eros Center

saco-de-boxe-concreto

Ο Ήφαιστος, πικραμένος και μοναχικός, ειδικεύεται στην κατασκευή μηχανών, κυρίως της περίφημης γυναίκας από χρυσό, και μηχανικών παγίδων, με τη βοήθεια των οποίων εκδικείται τα πρόσωπα που οπλίζει ο Έρως.

Ο Ήφαιστος με τη συναισθηματική φτώχεια που αναλογούσε σ’ ένα κουτσό θεό οργανώνει στο αμόνι του τις πιο βλάσφημες εκρήξεις εναντίον του έρωτα.

Ο Ήφαιστος είναι ένας ανάπηρος θεός, πλασμένος σιδεράς και μηχανολόγος, ένα αρχέτυπο του αντιερωτισμού που ο ξεψυχισμένος ηδονικός σφυγμός του συνοδεύει την πράξη της μεγάλης παραίτησης.

Όμως είναι ο θεός που απαρνιέται τη θεϊκή του φύση, γανωμένος, στο ολύμπιο μαγαζάκι του, δεν κυνηγάει τσούπες αλλά μηχανολογεί τη δαιμονική σταχτόμαυρη τύρφη.

Φτιάχνει σίδερα και σιδεριές, όπλα και οπλικά συστήματα, είναι ο προπομπός της κινητικής τέχνης και της βούλησης να ζήσει στη θαλπωρή της φωτιάς.

Οι λυγμοί του έχουν στερέψει μα οι άναρθροι πλέον κόμποι του ναυλοχούν στη μήτρα μιας ανεκλάλητης απώλειας.

Ο Ήφαιστος είναι ο αγάμητος θεός. Ο έκπτωτος και δοξασμένος που φέρει το στίγμα της πύρινης ρομφαίας ως το τέλος. Γι’ αυτό συχνά, συχνότατα, η κατάρρευσή του συντελείται εν ακαρεί. Τα όνειρά του για το μέλλον ζυγίζονται στην κόχη του εφιάλτη.

Τον Ήφαιστο τον καίει ένας ασίγαστος πυρετός. Κάθε του σκέψη ζαρώνει και αφανίζεται φλεγόμενη, όπως τα φτερά της πεταλούδας πάνω απ’ τη δυνατή φωτιά.

Τώρα ο Ήφαιστος μέσα στο τετραγωνισμένο και συμπαγές σύμπαν του τελειοποιεί τη μηχανή που διασυνδέει τους ανθρώπους. Φτιάχνει τα κυκλώματα αυτής της παράξενης και γλυκιάς ουτοπίας που γέννησε εσκεμμένα το δικό της ψηφιακό Eros Center.

Ο Ήφαιστος είναι ο μόνος θεός που γλύτωσε τη σάρκα του απ’ τα δόντια του χριστιανικού όχλου.

Ο Ήφαιστος είναι ένας επιστήμονας στη Μασαχουσέτη που κατασκευάζει την σεξουαλική μηχανή του μέλλοντος.

Μια μηχανή που μπορείς να βρεις την εμπειρία χωρίς να τη ζήσεις και τη γνώση χωρίς να την ανακαλύψεις.

Μια μηχανή αναζήτησης έρωτα εξ’ αποστάσεως που οδηγεί σ’ ένα στερέωμα πούτσων και μουνιών, σε μια προπατορική και κοινή αρχαιολογία των αποριών του σώματός μας.

Ο Ήφαιστος φέρνει απ’ τα χρόνια της πρώτης του νιότης την αγωνία του ανθρώπου να υπάρχει παντού και να βλέπει παντού μέσα στην σεξουαλική πλανητική Βαβέλ.

Απ’ τις ρακένδυτες αφρικανές που προσπορίζουν τον βιοπορισμό τους με αχαλίνωτο σεξ, προσφέροντας στο μπανιστήρι το μυθικό εξωτισμό του εξερευνητή, μέχρι τις γριές πουτάνες του Βερολίνου μεσολαβεί το πείραμα Cern.

Όλοι οι σπόνδυλοι του εφήμερου μέσου έχουν την πορνογραφία ως συγκολλητικό υλικό.

Ένας ψάλτης σερφάρει στις χριστιανικές του ιστοσελίδες και στις ηχογραφήσεις του ακάθιστου ύμνου απ’ τη Μονή Βαρλαάμ κάνοντας μια εικονική στάση στα μπούτια μιας αλόγας καλογραίας  που ανοίγει με τα δάχτυλά τα πορφυρά της μουνόχειλα.

Ο ερευνητής της Nasa μετά δεκάωρου επιστημονικού οίστρου ξαποσταίνει στα μεριά μιας παιδούλας απ’ το Καζακστάν.

Κι ο νοικοκύρης μετά το άσκοπο σερφάρισμα στην καλοζωία των αστών πορνουσιάζεται με μια ρετρό γαμησιάδα στο ιερό γιού πόρν.

Ο Ήφαιστος δουλεύει σκληρά. Από καταβολής αιδοίου.

Για σφυρί και δρεπάνι

imagehandler

Οι φασίστες συνέβαλαν τους φίλους μου.
Τους έδεσαν τα χέρια και τις γλώσσες.
Τους υποχρέωσαν
-όπως υποχρεώνεις ένα διάβολο
ν’ ανέβει στην πλάτη του θεού-
να εγκαταλείψουν την πόλη.

Οι φίλοι μου βλάστησαν στη σιωπή
αγκάθια και τριβόλια.
Η καρδιά τους ένα πορφυρό ασκί.

Μα κάποτε έφτασε η σειρά μου.
Με αποκάλεσαν κομμούνι αγύριστο
σκύλο και σκύλας γιο.

Μα αυτό δεν είναι θέμα προς λύση.
Λέξεις ολόκληρες έντρομες
να σηκώνουν ψηλά τα φουστάνια
ώσπου να φανεί η κυλόττα.

Μα αυτό δεν είναι θέμα που μπορεί
να λυθεί μ’ ένα ποίημα.

Την ώρα που έφτασε η σειρά μου
και με αποκάλεσαν κομμούνι αγύριστο
σκύλο και σκύλας γιο.

Μα εγώ έχω ένα σκύλο
του έχω μιλήσει και του έχω δώσει τροφή
του έχω κάνει ενέσεις για τη γάγγραινα στο μηλίγγι
του έχω μάθει να δαγκώνει τους κακούς που δαγκώνουν.

Για όποιον είχε κάποτε ένα σκύλο
η λέξη σκύλος είναι πιστή όπως η λέξη φίλος
λαμπερή όπως η λέξη αστέρι
και η λέξη ήλιος. Απαραίτητη
όπως η λέξη σφυρί και η λέξη δρεπάνι.

Τα κορίτσια απόψε αντιστάθηκαν στον έρωτα

sleepparalysis_adambaker

Τα κορίτσια απόψε αντιστάθηκαν
στον έρωτα. Και τα κορίτσια
απόψε κοιμηθήκαν αγκαλιά με το
αρκουδάκι τους. Τρίφτηκαν σα
μοναχές τού Μαχαβίρα πάνω στις
φλοκάτες κι έψαξαν τον πρίγκιπα
ανάμεσα στους τρελούς μνηστήρες
που βούλιαξαν στον ύπνο τους.
Τα κορίτσια απόψε δε μπλέχτηκαν
σε αριθμούς μητρώου και γρανάζια
συγκινήσεως. Μονοκοπανιά εβγάλανε
τη νύχτα με το δάχτυλο, καθώς
φούσκωναν τις προβιές τους οι
ονειρώξεις. Καθώς ίσα με το ρέμα
της Ερμίτσας στο Βραχώρι εβγήκε
ο άρχων των βατράχων, να χυθεί
στ’ αργιλικά καλούπια τους. Καθώς
το σύμπαν γέλαε ένστολο. Καθώς
απ’ τις βαβαλικές κουίντες τού
κορμιού τους δεσμεύτηκαν
οι καύλες ν’ αρχηγέψουν.

Η Αγία Συμμορία

simoria

Όταν ο ολοκληρωτισμός τού αστικού κράτους καταφέρνει να μαζέψει όλα τα φυντάνια της αγίας συμμορίας ο κεφαλαιοκράτης τρίβει τα χέρια του.

Ο φασίστας ως ακοίμητος φρουρός τού πατριωτισμού και της φυλετικής καθαρότητας, μοστράρει δίπλα στον ορθόδοξο τράγο και σε κείνο το γύφτικο σκεπάρνι της απατεωνιάς και της κακομοιροσύνης που προεδρεύει στον κοινοβουλευτικό στάβλο.

Ο φασίστας κατάφερε να βγάλει ταμπελάκι εξουσίας και να βγει στο προσκήνιο της ιστορίας για να δείξει τα δόντια του.

Για να τρομοκρατήσει και να υποδαυλίσει άσχημα προαισθήματα. Για να επιβάλει το δεσποτισμό της φασιστικής του κραυγής που θέλει αίμα και λεφτά. Στρατιωτικούς νόμους και φάλαγγα.

Μέσα στην πολιτική σούπα ακροδεξιάς και μικροαστικής αριστεράς φυτρώνει ένα αγκάθι θανάτου πάνω στις συνειδήσεις των πιο λούμπεν κομματιών του λαού.

Των κομματιών τού λαού που έγιναν μπίλιες στο φλιπεράκι της κρίσης τού κεφαλαίου και τώρα ψάχνουν αγίους με τσαμπουκά και μπράτσα για προστασία.

Σήμερα που ο κοινωνικός αυτοματισμός έγινε άτυπος νόμος του κράτους επιβάλλοντας με αξιοσημείωτη σπουδή τους ληστρικούς οικονομικούς όρους του κεφαλαίου στις κατώτερες τάξεις.

Σήμερα που η μόρφωση και η προστασία των παιδιών πρέπει να περάσει απ’ το γραφείο πολέμου του χρυσαυγίτη.

Σήμερα που η αριστεροσύνη μετριέται με τον πήχη της χρησιμοθηρικής ελπίδας και η κυβερνώσα ψευτοαριστερά με ακροδεξιό πρόσημο προστατεύει την πιο σκληρή φασιστική οργάνωση της Ευρώπης. Την πιο δολοφονική συμμορία που υπολογίζει στα μυαλά των ηλιθίων ψηφοφόρων και στα πατριωτικά τους αρχίδια.

Σήμερα όπου η ενοίκηση του θηρίου μέσα μας καθιστά οικείους τους βρυχηθμούς του.

Συνηθίζοντας τη νεοφιλελεύθερη χούντα με τους φασίστες προστάτες της συνηθίζουμε το κακό. Χώνουμε στον κώλο μας για να το ζεστάνουμε, εμείς οι ίδιοι, το αυγό του φιδιού, περιμένοντας τους κασιδιάρηδες να ακονίσουν τις ξιφολόγχες τους στα πεζοδρόμια για ν’ αρχίσουν να ξεκοιλιάζουν.

Μα πάντα η ανοχή της κοινωνίας και η ανοχή όλων μας μάς καθιστά κι εμάς δολοφόνους.

Μας καθιστά υπεύθυνους του νεοφασισμού που διαμορφώνεται ξανά πάνω στις σάπιες δομές τού Πατρίς θρησκεία οικογένεια.

Μας κάνει θεατές σε μιαν αρένα όπου σφάζονται αθώοι.

Μας κάνει μάρτυρες των θεατρινισμών των πολιτικών αρλεκίνων που για να κρατηθούν στην εξουσία γλείφουν τα παπάρια του Γερμενή και την κλειτορίδα της Ουρανίας Μιχαλολιάκου.

Καρότσα

karotsa

Ήμασταν όλοι εκεί, στοιβαγμένοι σαν κοκόρια στην καρότσα του γύφτου. Απ’ το κασετόφωνο μπορούσες να ακούσεις μια γενιά άκαμπτη σαν παλούκι, και υπερήφανη. Μακριά από καλλιτεχνίες και κατρουλιά με δυο χερούλια κι ένα καπάκι σα χύτρες. Μακριά από παπαδίστικα καπέλα και αλλήθωρες γεροντοκόρες που δαγκώνουν το ξερό ψωμί απ’ τα χέρια της μνήμης. Τα μνήματα ανασκαλεύοντας και τα ποιήματα που σε κάνουν να νιώθεις περισσότερο νεκρός παρά ζωντανός.

Μινώταυρος

Minotaure attaquant une amazone

Ο Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε καθόλου. Αυτοί που διέδωσαν πως ήταν φαντασμένος και μισάνθρωπος και τρελός έχουν βασιλέψει πια. Έτσι η σοφία του τέρατος εξευτέλισε την ανθρώπινη αλαζονεία. Το όνομά του χάθηκε και έσβησε. Όμως περπατά ακόμα αυτός εδώ, στους δρόμους, ολόγυμνος ή σκεπασμένος με κουρέλια, μετρώντας τα τερατώδη του δάχτυλα με τον αντίχειρα, πίνοντας μαγαρισμένο νερό για να ξεχάσει πως αφέθηκε στην κρίση ενός προικοθήρα. Κι είναι τα πράγματα που με κάνουν και κλαίω. Κι αυτός ο επίμονος τρόπος να αγαπήσω το τέρας που υπήρξα κάποτε.

Θεοτικόν

dyo

Με σκάβει στα τυφλά,
βλέμμα μιανής που ξέχασε, χαράματα,
τις λήγουσες στα χείλη μου.
Όλο λιγούρα σόλο
όλο κρεατόμυγες γύρω
τεκμήρια σήψης.
Όλο προπατορικά μέσα στα γιωταχή
συντρόφια με το δέρμα τους ψωμί
κηροπλαστεία έρωτος
ανοιχτά το Σάββατο
η λέξη τέφρα αιμάσσουσα
ζεστό σπουργίτι
μες στο σπλάχνο της το σπέρμα μου.
Αχ! τώρα που σε θυμήθηκα
στη φλέβα μου να ρέεις
έφηβη στύση
ο νους μου εκεί,
σπειροειδές αγγόνι κλειτορίδος
τεκές των Ουραλίων
μες στο μακρύ συλλείτουργο
της πιο στυγνής αιδοιλειχίας
κάνοντας
οι δεντρογαλιές της ομορφιάς
το πιο ανελέητο και φίνο γλειφομούνι.

Mein Kampf

fisas

Ήταν στασιαστής, ταραχοποιός, συκοφάντης, αγύρτης, ανήθικος, μεγάλος φαρσέρ και επικίνδυνος αχρείος.

Κατείχε την τέχνη να επιβάλλεται στο λαό και στους νέους με τον πιο ατιμωτικό λυρισμό εναντίον μας και γινόταν άξιος τιμωρίας μέσα σ’ ένα βασίλειο καθαρότητας και πειθαρχίας, υποταγής και τυφλής πίστης.

Ήταν λοιπόν πολύ σοφό να τον ξεκάνουμε και να τον καρφώσουμε εκεί στη ρίζα της καρδιάς και να τού κόψουμε τα δάχτυλα με τις φαγωμένες πέτρες και τους λοστούς.

Όταν το ένα χέρι γίνεται μέγγενη το άλλο γίνεται τανάλια.

Συγχωρώ όλα τα λάθη εκτός από κείνα που μπορούν να γίνουν επικίνδυνα μέσα στο κράτος που ζούμε.

Οι βασιλείς και οι μεγαλειότητές τους είναι τα μόνα πράγματα που μου επιβάλλονται, τα μόνα που σέβομαι, κι εκείνος που δεν αγαπά το κράτος και το βασιλιά του δεν αξίζει να ζει.

Υγρή Ασία

ygri

Ύστερα από εφτά χρόνια δυστυχίας
έσπασε τον καθρέφτη της για μένα.
Αγαπητέ αναγνώστη, εσύ,
μπορείς να κρίνεις
τι Χάρυβδη υπήρξε
η λέξη οργασμός μέσα στο ποίημα.
Πόσα κορμάκια θηλυκά τη φόρεσαν κατάσαρκα
και πως
οι Αλκυονίδες μέρες του αιδοίου της
με διόρισαν
έφεδρο κολπικών υγρών και Μάρκο Πόλο.
Αχ! πάλι εκείνη η υγρασία απ’ τις ρώγες
πάλι σαν ξαπλωμένοι παλαιστές
γλιστρούμε μες στη λάσπη.
Κι αν στα έγκατα της γης, ο χάρος είναι μύθος
εντός μας είναι αληθινός
γι’ αυτό παλεύουν τα κορμιά μας στο κρεβάτι
να βγάλουν από μέσα τους το Χάρο.
Ω! Υγρή Ασία
υγρασία της ψωλής μου
τώρα θα ξεψυχήσω δια παντός
εδώ μέσα στο ποίημα
σε τούτο το πεδίο των μαχών
που γράφουμε ολημερίς κι ολονυχτίς
όσα ποθούμε.

H Mαντάμ Χούφτα και ο Άγιος Βαλεντίνος

mantam

Η σωτηρία της ανθρωπότητας κρέμεται από μια μουνότριχα.

Ξέρουμε καλά πλέον, πως η πραγματικότητα που μας επιβάλουν οι αρχιεπίσκοποι των αγορών και οι γλίτσες της πολιτικής ορθότητας, βίου και πράξεων, έχει έναν ξέφρενο ρυθμό συναλλαγής ώστε να μην αμφιβάλουμε διόλου για την τερατωδία της.

Ετούτη η πραγματικότητα που μας έρχεται φυτευτή απ’ το γραφείο τύπου της Νέας Αγαμίας ομιλεί εντός μας με την ίδια ρυπαρότητα που ο ανταγωνισμός και η ιερή αριστεία απλώνει τα πλοκάμια της φρίκης, στο μητρικό σπασμό της ανθρωπότητας που θάβεται κάτω απ’ τα ερείπια της καλοζωίας των λίγων.

Η σωτηρία της ανθρωπότητας κρέμεται από μια μουνότριχα. Απ’ την ανταρσία της γυναίκας απέναντι στην πολεμική έγνοια των αντρών.

Όταν η χυδαία ανδροκρατία της Κυριαρχίας υποπτευόταν τη συμμετοχή των γυναικών στο διονυσιακό υπέδαφος της κοινωνικής ζωής και τις οργιαστικές τελετές υπέρ του Άδωνι και υπέρ του φαλλού άρχιζε να πετσοκόβει κλειτορίδες για να σταματήσει την εκτροφή της εξέγερσης και την επέλαση των γυναικείων υγρών, που, ορμητικά έρχονται να καταλύσουν την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.

Η ερωτική επιθυμία των γυναικών πηγαίνει πέρα απ’ τους θεσμούς και τα καρναβάλια που απελευθερώνουν προσωρινά αλλά λειτουργούν ως δικλίδες ασφαλείας για τους κρατούντες.

Η ερωτική εξέγερση των γυναικών ήταν είναι και θα είναι επαναστατική πολιτική πράξη.

Μέσα στις πολιτείες των ανθρώπων η Φύση και ο Έρωτας παραμένουν ασυμφιλίωτες δυνάμεις που βράζουν μέσα στη χύτρα της εξομολόγησης και στο καταναλωτικό όργιο.

Απ’ τους τράγους παπάδες μέχρι τα πολιτικά τσόλια που κηδεμονεύουν το μουνί της γυναίκας ίπταται ο πιστός μαλακοκαύλης κάθε αυταπάτης.

Ο νοικοκύρης που γαμεί με προφύλαξη και ο νοικοκύρης που κάνει μια ευχή και δίνει ένα απατηλό νόμισμα στο στόμα του λύκου για να σώσει έναν άστεγο ή ένα παιδί στην Αφρική.

Ο νοικοκύρης που γιορτάζει τα εννιάμερα της χούφτας του τραβώντας ακροποδητί μιαν ένδοξη μαλακία υπέρ Αγίου Βαλεντίνου.

Ο νοικοκύρης που θα ψηφίσει στις εκλογές έρεβος και ελπίδα μαγαρισμένη άλλα όχι γαμήσι και ελεύθερη επιλογή.

Ο νοικοκύρης που σαν τα ερπετά στους θάμνους και στα χορτάρια θα χαθεί στο πένθος και στην κατάθλιψη. Στην τιμή της αδερφής του και της πατρίδας του.

Εκεί που οι αυταπάτες θα σιγοντάρουν την ιερά φρουρά της τραυματισμένης του μνήμης, μακριά απ’ τα υγρά πλοκάμια της Ουτοπίας. Μακριά απ’ τις ζωοφόρες μήτρες και το κλέος τους.

Ο ύπνος του έρωτα γεννά τέρατα

h-texni

Η τέχνη τού να κοιμάσαι στον κόρφο της και να σε λικνίζει το υπόγειο ρεύμα των μαστών σε κάνει δόκιμο καλλιτέχνη που όταν βγει στα μαγνητικά πεδία τού πολιτισμού αναζητά μορφές.

Μορφές ανερμάτιστες αλλά καθαρές μες στον τερατομορφισμό τους και στην αφηρημένη τους έγνοια για το παρόν.

Μορφές από ντενεκέδες και σύρματα και αγκαθωτή κόμη.

Κορμιά από βαρέλια που τα φόρτωσαν αυτόματες μηχανές σε πλατφόρμες για να τα ρουφήξει ο ευρωπαίος κι ο αμερικάνος, κινώντας το σύμπαν τους από αεροπλάνα και κούρσες, από πειράματα σωματιδίων που ξετυλίγουν οι κλαψιάρικες προσευχές της επιστήμης στο μαλακό υπογάστριο των λαών.

Η τέχνη τού να κοιμάσαι στον κόρφο της σε κάνει να ξυπνάς αντάρτης τού λυρισμού και φτασμένος αλητήριος ειδικός στο ανεμογκάστρι Ανατολής και βαθειάς Δύσης.

Σε κάνει διαιτητή της δυαδικότητας ζωής και θανάτου, διαλύοντας τη λέξη Τέλος μ’ ένα βάναυσο χτύπημα.

Σε κάνει τελάλη μιας δίψας πάνω απ’ το μεγαλειώδη σκελετό τού πλήρους έργου.

Σε κάνει χειροτέχνη που υλοποιεί απ’ την αρχή κάθε σκουπίδι για να ξανακερδίσει ακέραιο το σώμα του.

Να κάνει αυτό που προϋπήρξε μες στην εκρηκτική ονείρωξη της χρηστικής του αξίας, ένα κομμάτι απ’ το κορμί του τέρατος κι ένα κομμάτι ανίερο που θα φέρει εγγενώς το στίγμα της απώλειας της φαντασμένης ολότητας.

Η τέχνη τού να κοιμάσαι στον κόρφο της σε κάνει παιδί που βγάζει το θυμό απ’ τα σπλάχνα κι όχι απ’ το λαρύγγι, αμήχανο και αδέσποτο υποκινητή μιας γενικευμένης ανταρσίας.

Εμείς που δεν έχουμε φύλλο δεν μας ενδιαφέρουν οι έμφυλες ταυτότητες και οι ταξινομήσεις τού Μένγκελε, εμείς που δεν έχουμε πατρίδα μέσα στο φιλανθρωπικό σφαγείο των εταιριών κάνουμε τις σημαίες ωραία πολύχρωμα μουνόπανα.

Εμείς, τα αλητάκια τού πολιτισμού, ορθώνουμε τη νέα τέχνη και τη σπουδή τού ερωτικού μακελειού και τους δράκους από σίδερο και σκουριά.

Βάνδαλοι εκεί που ο ήλιος ματώνει κι εκεί που τα κορμάκια γουργουρίζουν σκλαβιά κι εκεί που η ομόκεντρη λαχτάρα όλων μας είναι η χαρά.

Εμείς κάνουμε τέχνη την πράξη της καθημερινής ζωής.

Ακροβάτες και ταχυδακτυλουργοί, γλύπτες της πιο φτηνής φθοράς και χαρτογράφοι, χαράσσουμε γραμμές πλεύσεις, διαγράφουμε τόξα που σχίζουν τα Βόρεια Στενά και τα Δυτικά περάσματα.

Αρματωμένοι εκείνη την υγράδα τού τεθλασμένου ερωτισμού προς τον κομουνισμό τού μέλλοντος και την αναρχία της στιγμής.

Ζήτω!

zhtv

Έχω στην κατοχή μου λέξεις
σαν αυτές που εκτόξευε η Yvonne George:

Ζήτω!

Ζήτω οι κοπέλες της Ναντ
κι όλοι οι φυλακισμένοι!

Μα έχω και λαϊκά τραγούδια
-ω! φίλοι, σ’ αυτούς τους ερεβώδεις καιρούς-

κι έχω καβάτζα στο δάχτυλο
λίγη βρωμιά
απ’ την καθαρότητα της αγάπης μου για κείνη
ώσπου να πω:

Αντίο φτώχεια!
Αντίο πλοίο!

Αγάπες μου παιδούλες στα σπάργανα της έξαψης!

Και θα πάω στο Βαλπαραΐσο
που είναι οι λίμνες αλμυρές
να κυνηγάω φυσητήρες
Αχ! ναύτη, ε! χο! Βίρα! ε! χο!

Να κυνηγάω τσούπες
Να γίνω ο Μέγας Πανγαμίων

Μα ναι
όμως
δεν έχω ανάγκη να φύγω εις το Βαλπαραΐσο
που είναι οι λίμνες αλμυρές
να κυνηγάω φυσητήρες
Αχ! ναύτη, ε! χο! Βίρα! ε! χο!

Να κυνηγάω τσούπες
Να γίνω ο Μέγας Πανγαμίων

Αχ! ναι γιατί
έχω στην κατοχή μου λέξεις
σαν αυτές που εκτόξευε η Yvonne George:

Ζήτω!

Ζήτω οι κοπέλες της Ναντ
κι όλοι οι φυλακισμένοι!

Ζήτω!

Σκάψε με

skapse-me

Σκάψε με
Να πάρω έπαθλο το σπόρο σου
Λέω τώρα, να σου ψάλλω ένα Κεκραγάριο
Λέω, να σου ρημάξω Αρθούρους εραστές απ’ τα μελίγγια
Αχ! το λειρί σου, μεσονύχτιο και λάβρο
Κορμάκι που σε γεύτηκα
Μες στη μακριά φασκιά της αγκαλιάς σου!

Lovers in a field

loverz.jpg

[εγκάρδιος χαιρετισμός στον Loui Jover]

Να προλάβεις ν’ αλείψεις λίγη ζωή
πάνω στο ψωμί της πραγματικότητας
πριν το καταβροχθίσει ο χρόνος, να
προλάβεις στάρι απ’ τα μνημόσυνα
γλουτών, κατηφόρες με γελάδια,
Βαρδούσια τού Άδη κατηφοριές,
να προλάβεις βροχή σε περιβόλι και
κάτω απ’ τα φουστάνια της βατράχους
και ερπύστριες, να προλάβεις την
Αλόννησο με τα ποντίκια της
νυφούλα των μετασεισμών τού
Αιγαίου ρήγματος, να προλάβεις
της ψωλής την πιο έφηβη διάνοια,
τους Γότθους που μετοίκησαν στο
Πέραμα, τις ομιχλώδεις εσοχές τού
κάμπου της Λαρίσης, να προλάβεις
να μεθύσεις με κώνειο τη ματαιοδοξία σου,
να προλάβεις το μουνάκι της υγρό
σαν φρεσκογεννημένο μοσχάρι
μες στα αίματα της αιώνιας σφαγής

Love and deαth Ή Σημειώσεις μετά τη συσκότιση

love-and

Πεθαίνουμε πρόωρα τη στιγμή που χάνουμε την ερωτική μας όραση. Τη στιγμή που η ερωτική μας όραση αποκτά μια προβληματική σχέση με τη ζωή και τη στιγμή που το ανθάκι με την ομορφιά και τις μυρουδιές του πνίγεται άταφο μπροστά στο οπτικό μας πεδίο.

Πριν φτάσουμε στο χώμα και στην τέφρα και πριν αποθέσουμε τον πρώτο μεταθανάτιο ρόγχο μας κάτω απ’ το παγερό μάρμαρο, εντρυφούμε ασύδοτα στις λύπες και στους φόβους που μας έρχονται απ’ τα κεντρικά γραφεία του κυβερνώντος κόμματος της απελπισίας.

Σκεφτόμαστε μόνο το λιώσιμο, με όλους τους άδηλους ειρμούς του, ξέροντας πως η φθορά θα καταλύσει κάθε πέπλο της γύμνιας μας μες στους πικρούς αγρούς.

Μα, αν καταφέρουμε να διατηρήσουμε την ερωτική μας όραση μέχρι τέλους θα έχουμε νικήσει πραγματικά το θάνατο.

Γιατί ο θάνατος είναι η ιδέα τού θανάτου που αν σε καταβάλει και σε πασαλείψει με την πυκνή μαύρη μούτελι της απελπισίας θα σε περιφέρει άταφο και δυστυχή έως λύχνου.

Η ερωτική ματιά μπορεί να φονεύσει όλους τους σοφιστές και τις σοφιστείες τους. Όλους τους υπαλλήλους εφαρμοσμένης θλιβερής ζωής και όλους τους κερατάδες δια βίου πένθους που κονομάνε γρόσια και ευροδολάρια απ’ την έλλειψη ερωτικής ματιάς των ανθρώπων.

Μέσα στα μνησίκακα ρίγη κάθε ρητορείας φόβου και μισανθρωπίας βρίσκεις τα ίχνη της ακατάβλητης σκατολογικής φύσης όσων εξουσιάζουν και όσων πιστεύουν πως πρέπει αυτοί και μόνο να εξουσιάζουν.

Βρίσκεις τους σοφιστές που είχαν πάντα πολλούς πελάτες, διότι η επιτυχία στις πολιτείες τού αρχαίου και τού νέου κόσμου εξαρτιέται απ’ τη ρητορική δεινότητα.

Η βαρύγδουπη ομιλία κάθε αχυράνθρωπου που κοκορεύεται τον ηγέτη, δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για την αλήθεια, παρά μόνο για τα δημιουργικά τεχνάσματα που θα εκτοξεύσει για να κρατηθεί στην εξουσία.

Οι ηγέτες και οι φωτισμένοι και οι παντός είδους ηγεμόνες είχαν ως πρώτο μέλημα το να κατουρήσουν την ερωτική όραση των ανθρώπων.

Να τους κάψουν τα μάτια με το ζεστό τους κάτουρο για να μη βλέπουν στις επιφάνειες της ομορφιάς τα ερωτικά βάθη και τις αλήθειες.

Οι εξουσιαστές μπαμπάδες μαζί με τους παπάδες και τους ψυχολόγους κατάλαβαν νωρίς τη σπουδαιότητα της αγαμησιάς και της κακογαμίας.

Κατάλαβαν πως κοινωνικός έλεγχος σημαίνει ταριχευμένα πουτσάκια και μουνάκια σκόρπια στον καταναλωτικό όλεθρο.

Κατάλαβαν πως όσο τα κορμιά είναι μακριά και η επικοινωνία είναι εφαρμοσμένος αυτισμός εξ’ αποστάσεως, ο άνθρωπος είναι σαρκίο περιφερόμενο, σμιλεμένος απ’ τα πιο θεατρινίστικα εξαρτήματα της φασιστικής αρματωσιάς.

Χωρίς την ερωτική μας όραση γινόμαστε άκαμπτοι και βλαμμένοι τόσο όσο χρειάζεται η σοφή κορούλα υπεραξία της Κυριαρχίας για να βγάζει ζουμί καλοζωίας για τα δικά της τέκνα απ’ τον ακρωτηριασμένο μας πόθο. Απ’ τις καύλες μας που πάνε άκλαυτες σε μνημόσυνα και διατριβές λαμπρού μέλλοντος στα θυμαράκια.

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με γκαυλώνει

opoy

[δοκίμιο για το Ρεαλισμό]

-απόσπασμα-

Όπως ο ήλιος και το φεγγάρι, όπως ο διάολος και το λιβάνι, όπως ο θεός και ο Μπέρτραντ Ράσελ, όπως το μουνί κι ο πούτσος, όπως η μαμά και ο μπαμπάς.

Όπως βλέπουν με φθόνο την ερωτική επίδραση της βαρύτητας πάνω στο νερό, όλα τα πλάσματα, όπως ο ήλιος και το φεγγάρι και προσπαθούν να την εξουσιάσουν πότε πότε παρακρατώντας έναν μεγαλύτερο και πιο άδικο φόρο.

Επιβάλλοντας στο νερό μια κυκλική κίνηση και στη ζωή μιαν επανάληψη, όπως τού σκίουρου στον τροχό κι όπως της φτερωτής που καταποντίζεται σαν αληθινός σκλάβος στη βοή του νερού, δυναμώνοντας το διαβρωτικό ρυθμό της επέκτασης του κόσμου.

Όπως περπατούσα δίπλα στη λίμνη ανακαλύπτοντας ένα ομιχλώδες ατέλειωτο πεδίο μες στην κακόγλωσση άβυσσο της υγρασίας είδα το Μαγγελάνο ποντοπόρο εραστή να βατεύει τις αποικίες.

Είδα τη χώρα μου καρφωμένη στην ψωλή του Χριστού και τα γρεντάλια στο Γράμμο να ψήνουν κομουνιστές.

Είδα το λαμπρό και φωτεινό Εωσφόρο που είχε καρφώσει τα φουγάρα του πάνω στις αρχαίες πέτρες να βγάζει δολάρια κι απ’ την πορδή τού λαγού.

Είδα δόντια απ’ τις μήτρες των κοριτσιών που τα καταγάμησε ο Ντόναλντ Ντακ.

Είδα τη χώρα μου τερατόμορφη γουρούνα, ένα μούλικο, ένα βιασμό πάνω στο όριο Δύσης Ανατολής, εδώ που οι ντομάτες φυτρώνουν δίπλα στα πολυβολεία και το κόκκινο τρυπά την πέτσα απ’ τις καρδούλες των θνητών κι όλοι μια μάζα γίνονται μες στην εμφύλια αναρχία τους και οι σκλάβοι αρχαιοσκάπτες ξερνούν χρυσά νομίσματα, κιθάρες και αδέξια φλερτ των αυτοκτόνων.

Μα πιο πολύ είδα κορίτσια καμωμένα από παράβαση και μουνόχυμα, τα πιο ηγεμονικά μπούτια, μια χώρα ολόκληρη από γλυκοθρεμμένες σχισμές και μια Πομπηία σκόρπια μαδημένη γριά σαν τα φτερά του τσαλαπετεινού που τον παράτησε ο θάνατος στα περιστέρια.

Είδα κορίτσια της φιλαρμονικής του Δήμου να ξεκαρφώνουν το όργανό τους μετά τον εθνικό ύμνο. Και τα λάτρεψα και μ’ αυτά ζω.

Στη Μεσόγειο τού Κύκλωπα που φορούσε περιδέραιο μιαν ερωτική φράση απ’ το μαρτύριο της τύφλωσης, αφήνοντας να γλιστρήσουν απ’ τα δάχτυλά του τα προβατάκια που παν τους καυλωμένους συντρόφους στη Ναυσικά στα λιμάνια και στις παρτούζες.

Είδα κορίτσια λουλουδάκια κομμένα τού αγρού στις ποιητικές ανθολογίες στρατηγών του μεσοπολέμου, στα κάτεργα της Φίνος Φιλμ να κατουράνε σε δώματα, σαν μικρές γοργόνες που περιμένουν τον πρίγκιπα και τον εργολάβο.

Σαν τις μηχανές τού εργοστασίου της ραπτικής αφήνοντας σφυροκοπώντας το πιο ανελέητο γαζί στα μελίγγια της μάνας μου.

Είδα τους γύφτους σαν χορδές από έντερο τεντωμένους και άμαχους, να φτύνουν τα χρυσά τους δόντια για ν’ αγοράσουν πρέζα και μανταρίνια.

Είδα την καταγωγή μου στο σκοτάδι της άγνοιας, εκεί που ρόδιζε η ρίγανη στα οργισμένα σούρουπα της Πίνδου, εκεί που μια κοπέλα δεκάξι χρονώ και πολλών αιώνων αναζητούσε τον πούτσο τον πολύτροπο και ζητιάνευε απ’ την ηδονή δικαιοσύνη και μέλλον, πατώντας πάνω στα θρυμματισμένα κλαδιά της καρδιάς.

Καντηλάκια

%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%b9%ce%bd%ce%b9%ce%b1

Πάντα θυμάμαι μεσόκοπες γυναίκες να συντηρούνται υπαρξιακά ανάβοντας καντήλια στα νεκροταφεία και να αποθέτουν τους ερωτικούς κροτάφους τους δια παντός στο μαρμάρινο παραπέτασμα που περικλείει άφαντα κορμιά και ασκέπαστα από μυστικά και εκπλήξεις.

Νεκροβατούμε στον σταυρικό νυμφώνα ενός μαυσωλείου που το μεγεθύνουν οι θρησκευτικοί φραμπαλάδες και τα στέφανα από καύσιμη ύλη ανοιξιάτικης εσπέρας.

Με τα πορτοφόλια των πιστών να κλωσάνε τις συγκινήσεις, δίκην ερωτικού σπασμού και δίκην σφυροκοπώδους γαμεύσεως.

Κάθε ερωτική επιθυμία τοποθετήθηκε όπως όπως στην κωλότσεπη της φαντασίας και στο πίσω μέρος τού μυαλού και δεν είναι όπως παλιά ένα φτερούγισμα καύλας και μιαν υγράδα που έχει εκκολαφτεί στη ζεστασιά της μασχάλης, εκεί όπου αν μετρήσεις με το ερωτικό θερμόμετρο θα βρεις πυρετούς ανίατους και σακατεμένες ψυχές απ’ την κακή σεξουαλική εκπαίδευση.

Οι δυστυχίες όλες μαζεύονται πάνω απ’ τους τάφους.

Κουφές γυναίκες και κουτσές και στραβές, παραμορφωμένες, που διαθέτουν στιλπνό ξύγκι έγγαμου βίου ή ζωή θρίλερ, καμωμένη από δουλική πρώτη ύλη υπηρεσίας στο σύζυγο στον πατέρα ή στον αδερφό.

Κεντημένες με την ούγια της αποδοχής τού θανάτου φτασμένες εκεί που η φετιχοποίηση της απώλειας φέρνει φράγκα στον παπά και στο δήμαρχο.

Στους ιθύνοντες της προστασίας μιας απονεκρωμένης ζωής και ενός αβίωτου βίου.

Ανάβουν το καντηλάκι τους οι μαυροφορεμένες και οι χαροκαμένες με το σπίρτο που αρπάζει φωτιά απ’ τα μετόπισθεν της ζωής, απ’ την τρέλα που λαγάρισε σαν πειρατική σημαία και σαν λευκό εσώρουχο ερωτικής ανακωχής που θριαμβεύει φυλακισμένο στα μαύρα ρούχα τού πένθους.

Happy Eyes

xapi-aiz

Η ευπρέπεια σχετικοποιεί το συναίσθημα. Θέλγεται από μιαν αγνότητα χωρίς λάμψη και μια σταθερότητα με καταργημένη τη βία της αλλαγής.

Τα επιβλητικά και καμιά φορά στολισμένα λογάκια της, ηχούν όπως το χαλάζι στο ντενεκέ, αφήνοντας ένα υπόκωφο τιποτένιο αλγόριθμο συναλλαγής.

Μπορούμε πάραυτα να τα εκλάβουμε ως πολύ διακοσμητικά όλα ετούτα τα πολύτροπα ανθρωπάκια που μόλις βγάλαν τη χλαμύδα της ορθόδοξης χριστιανικής ευπρέπειας φόρεσαν τη λαιμαριά της εταιρίας που τους αγόρασε απ’ τη μαμά και το μπαμπά.

Ποικιλοτρόπως σκέφτομαι πως μπορεί κάποιος να διδάξει ως αποτυχημένος μαθητής στον επιτυχημένο του δάσκαλο την απρέπεια ως δημιουργική αντίφαση στον κρατικό καπιταλισμό που ευπρεπώς απρεπεί.

Σκέφτομαι πως η διανοητική απρέπεια είναι ο μονόδρομος που μας οδηγεί στην ελευθερία. Σε μιαν ελευθερία όμως που κρατά μέχρι το θάνατό μας, θυμίζοντάς μας πάντα την έξοδό από τον άρρωστο κόσμο.

Η ελευθερία που κατακτάμε είναι να βλέπουμε τα πράγματα αλλιώς.

Να περνάμε με το δάχτυλο ως ζαβολιάρικα γυμνασιόπαιδα το σκατούλι της μύτης κάτω απ’ το θρανίο.

Να σκιαγραφούμε κάθε ομορφιά και κάθε διερχόμενη καύλα. Άνευ ευπρεπείας να ακούμε τη μέσα φωνή του σαρκικού ποιήματος τη στιγμή που αποπνευματικοποιείται κάθε ιδεοληπτικός μηχανισμός περί κοινωνικότητος και επέρχετο στύσις.

Ηρωική στύση, υπερφίαλα υγρή, συνοψισμένη στο σάλιο μιας ανθισμένης πλαγγόνας, που όλα τα συναισθήματα τραγουδούν γι’ αυτή και οι ανεμώνες λιποθυμούν απ’ τη λυρική επιθυμία τού ανέμου να υποτάξει τα νερά και τα μήλα, την ηδονοβλεψία και το λιτό βίο της άδολης αγάπης και της πυγής των δακρύων μας.

Ο ίδιος δεν ξέρω τίποτε γι’ αυτά, με μιαν απόλυτη μόνο εσωτερική ελευθερία που ανακατεύει το αυθόρμητο με το φλογερό, ξαναπερνώντας την άμεση αίσθηση στο ανάπηρο χέρι της πραγματικότητας, όπως οι Βελέσκεθ και οι Ρούμπενς ζωγράφισαν κνήμες και βραχίονες, μαστούς που βαραίνουν και πρήζονται σαν οπώρες που ωριμάζουν και σαν αστροπελέκια που χοροπηδούν στη ρεματιά που βγάζει στο φαλλικό αποτύπωμα της κλειτορίδος πάνω στα ανθρώπινα μυαλά και που εμείς με τις φευγαλέες σωματικές κινήσεις παίζουμε με τον ήλιο και τα χορτάρια και τις φουρτουνιασμένες θάλασσες της μητρότητας, του έρωτα και των παιδικών μας χρόνων.

Φιλί με γλώσσα

fili

Μαθαίνουμε να μιλάμε στα όρια της φθοράς, προτού πέσει η νύχτα. Βρισκόμαστε στους κρημνούς της γλώσσας των λεξικών.

Νιώθουμε σαν έλλειψη τη γλώσσα και γινόμαστε ελλειπτικοί γιατί μας λείπει η γλώσσα, αισθανόμενοι ότι την χάνουμε κάθε στιγμή στην καθημερινή συναλλαγή και έκφρασή της.

Η γλώσσα της καθημερινότητάς μας είναι γλώσσα συναλλαγής και γλώσσα μιας παράξενης ελευθερίας που μας δεσμεύει ακόμα περισσότερο μες στον λαβύρινθό της.

Τούτη η γλώσσα είναι που μας έχει τραυματίσει από πολύ μικρή ηλικία. Οι φωνές των ανθρώπων, οι παροτρύνσεις, η αγάπη και ο θυμός τους είναι Λόγος που μας συντρέχει απ’ τα γεννοφάσκια.

Μέσα στην αγωνία μας να ξεπεράσουμε τον παιδικό αυτισμό της επικοινωνίας με το περιβάλλον μας, η γλώσσα αποκτά μιαν εντελώς ιδιαίτερη σωστική σημασία και υποσυνείδητα τη θεωρούμε σαν το μοναδικό σωσίβιο που γλίτωσε την προσωπικότητά μας απ’ τα δόντια τού υπαρξιακού χάρου που καιροφυλαχτεί.

Νιώθουμε μια παράξενη ευτυχία και μια γλυκιά ευγνωμοσύνη γι’ αυτό το πανδαιμόνιο σπινθήρων απ’ τις φλεγόμενες σημασίες.

Η γλώσσα μάς καυλώνει και την καυλώνουμε, γιατί την βρίσκουμε πάντα εκεί στις ερωτικές εστίες των πραγμάτων.

Γιατί η ποιητική γλώσσα είναι η μόνη δυνατότητα που μπορεί να απόρυπάνει τον κόσμο απ’ τα υποπροϊόντα του και τα δηλητήριά του.

Είναι η μόνη καθαρτική δύναμη στον κόσμο που διαθέτει ο κάθε άνθρωπος απέναντι στη σκλαβιά και τη ματαιοδοξία.

Τα ποιητικά λόγια μπορεί να σου τα ψιθυρίσει μια γύφτισα πάνω στις χαρακιές τού χεριού σου, φτιάχνοντας ένα οργασμικό μείγμα από τη λοιμική των θαυμάτων ή μπορεί η ερωμένη σου με τον πιο κακόφημο γλωσσικό σπασμό να σε κάνει τόσο ποιητή όσο δε μπορούν να σε κάνουν μια ντουζίνα δημιουργικές γραφές.

Τα ποιητικά λόγια είναι η παρόρμηση που αντιστοιχεί στους πρωτόγονους λαούς. Μα οι πρωτόγονοι λαοί είμαστε εμείς που ψάχνουμε με τη γλώσσα την πηγή της ζωής, ακούγοντας τη μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων.

Είμαστε όλοι όσοι δεν έχουμε πατρίδα και ζητάμε-ως πρόσφυγες απ’ την παιδική ηλικία της ανθρωπότητας-φιλοξενία στις πτυχές της. Στις πτυχές μιας γλώσσας που μας προσφέρει τα πιο συναρπαστικά επιφωνήματα απ’ τη γέννηση ως το θάνατο. Τα Αχ! και τα Ωχ! που με την εν δυνάμει κρυμμένη ποιητική τους υπόσταση μας κρατούν ζωντανούς.

Πολιορκία κοντινού μέλλοντος

baron

Όταν το πρώτο βιολί στα εκδοτικά χαρακώματα το παίζει κάποιος άνευρος ειδικός, τακτοποιημένος στο γεωγραφικό μήκος και πλάτος των ιδεών τού αφεντικού του, στους υπόλοιπους, τότε, δεν μένει παρά να χρησιμοποιήσουν το πληκτρολόγιο, ως το ακορντεόν τού τρομοκράτη που καιροφυλαχτεί μαζί με τις μελωδίες του να ρίξει και μια κροτίδα. Όχι τόσο για να τρομάξει την υπνωτισμένη κοινή γνώμη αλλά για να την ξυπνήσει.

Κάθε σκέψη που αναδύεται απ’ τον αφώτιστο εσωτερικό μας κόσμο αγοράζεται φτηνά απ’ τον αρμόδιο νταβατζή για να πουληθεί πανάκριβα ως βασιλικός πολτός ή βουβαλίσιο γάλα.

Οι βιβλιομπακάληδες τού κέντρου των Αθηνών και της περιφέρειας, κάτι φιγούρες που σφιχταγκαλιάζουν τον εαυτό τους, κάτι πρόσωπα χωρίς εξωτερική φυσιογνωμία, πασπαλισμένοι θραύσματα εκφράσεων αυτολύπησης και κακομοιριάς, εγίναν χρυσές σκατόμυγες που εμπορεύονται ως επί το πλείστον την αγωνία τού ψώνιου να δείξει τη φάτσα του στη μαμά, μέσω του κοινωνικού καθρέφτη.

Αρωστούληδες νεογέροντες, αποτυχημένοι καλλιτέχνες αλλά βαρβάτοι εμπορόμυαλοι, καρφωμένοι σε καρέκλες βγάζουν φράγκα απ’ τα ψηφιακά τους μετερίζια με την απλήρωτη εργασία των άλλων.

Ζώντας διαρκώς τον εαυτό τους ως εσωτερική ένταση, αδυνατούν να δεχτούν πως όλο αυτό το σάρκινο τσουβάλι από ράκη και λειψές αισθήσεις και παράταιρους ερεθισμούς καλύπτεται απ’ αυτό το ψέμα της ευπρεπούς δερματόδετης επιφάνειας.

Μα το ψέμα τους είναι και το αλάτι της αλήθειας, είναι η αίσθηση της μοναδικότητας που κουβαλάει σαν σκήπτρο το Εγώ. Και καθώς αυγατίζει μέσα στο χρόνο η κατάσταση αυτή, οι επαναλαμβανόμενες συγκινήσεις και εμμονές αποβαίνουν ναρκωτικά και δηλητήρια.

Η προσωπική ζωή και η προσωπικότητα εξαχρειώνονται και δουλεύουν μονάχα με τις υποψίες που γενούν οι κακοφορμισμένες σκέψεις.

Μικροαπατεώνες που εγίναν εκδότες και εκδιδόμενοι, μεταμφιεσμένοι με τα κωμικά τσαλίμια τού έμπειρου κοσμογυρισμένου που το μόνο που κοσμογύρισε είναι το καπάκι της χέστρας του.

Μεταμφιεσμένοι σακατιλίκια και προσωπικότητα καταραμένου β’ διαλογής απ’ τα λίντλ, όλο πόζα θαρρείς καμωμένη απ’ τις σκιές των ανεμόμυλων, περιμένουν τον πελάτη τους πίσω απ’ τον πάγκο του ταμείου.

Σαν γανωμένα λευκά κουνέλια και σαν μισοτελειωμένες οντότητες που παλεύουν να ξεχάσουν την τιποτένια τους καταγωγή σέρνουν πίσω τους έναν αχό ανισορροπίας και κλονισμού.

Μακριά από κάθε έννοια συλλογικότητας αλλά με όρους κακιασμένου αποκλεισμού λαδώνουν την μηχανή της παρακμής.

Κι όταν το βράδυ, εκεί, στο μισοσκόταδο κατεβάζουν τα ρολά, τινάζονται ψηλά οι μαύρες σκέψεις κι ένα στριγκό παράφωνο ποίημα ξεχύνεται στη λευκή οθόνη, στο κάτεργο της απλήρωτης εργασίας όλων μας.

Κωλογραφία σε κυρτό κάτοπτρο

Captured 2/17/2015. UNVARNISHED. For press ONLY, not for catalog.

Κοιταζόμαστε γυμνοί στον καθρέφτη. Κοιταζόμαστε γυμνοί στον καθρέφτη τού κόσμου. Κοιτάζουμε αυτούς που μας κοιτάζουν. Κοιτάζουμε τα μάτια και τα αιδοία μας.

Είμαστε το θαύμα που βγαίνει από το θέαμα και είμαστε το θέαμα που θαυμάζουμε και είμαστε το θέαμα που γίνεται θαύμα κατ’ αναφοράν.

Είμαστε η εικόνα της εικόνας μας και ο καθρέφτης είναι ο μοχλός της συνείδησης της γύμνιας μας.

Μες στις διάχυτες αντανακλάσεις τού καθρέφτη, μεγαλουργεί η ολότητα της γυμνότητάς μας. Εκεί όπου δεν βλέπεις καθαρτήρια και μετενσαρκώσεις, τυλιγμένος άμφια και λιβανισμένους παραδείσους, εκεί που βλέπεις μόνο αυτό που βλέπουν τα μάτια.

Η ορατή αλήθεια είναι η πιο βαθειά Ποιητική που αγκομαχεί ξέφρενα με περισσό ζήλο σε κάθε σεξουαλικό γαργαλητό.

Όταν πάψουμε να καθρεφτιζόμαστε στα χαρτιά των λογαριασμών και στα σκουπίδια μας θα επιστρέψουμε στον κοινό παρανομαστή του ερωτικού μας καθρέφτη.

Θα περάσουμε ξανά αυτό το θαύμα τού καθρεφτίσματος, όπου το σώμα μας γίνεται μια οντότητα διαφορετική από τα άλλα σχήματα που μας περιτριγυρίζουν, βλέποντας τα πόδια και τα χέρια μας, ανακαλύπτοντας τους λαιμούς και τις κοιλιές μας μες στις πτυχές τού σαρκικού χωροχρόνου.

Ανακαλύπτοντας τον Άλλον σχεδόν ταυτόχρονα με τον εαυτό μας. Και πρώτα απ’ όλα ανακαλύπτοντας ξανά την αρχέγονη μήτρα που μας γέννησε, την μανούλα αυτή που ικανοποιούσε τις ανάγκες μας με το στήθος της, την αγκαλιά της και την ανάσα της.

Το φλούδι αυτό που μας προστάτεψε όταν ήμασταν απροστάτευτοι κι αδιαμόρφωτοι και λιγότερο φοβισμένοι όσο ποτέ, άρα κι επικίνδυνα έκθετοι στους κινδύνους.

Και βεβαίως ανακαλύπτοντας τα υποκατάστατα της μανούλας, αυτά που διαισθανόμασταν στην ατμόσφαιρα ενώ εξελίσσονταν οι ερωτογενείς μας ζώνες.

Όλα τα σκιρτήματα της αρχέγονης βίας και όλες τις ανεξιχνίαστες τρέλες τού γενετήσιου οίστρου και της μνήμης.

Στοματική, πρωκτική, γεννητική, όλες αυτές τις νοστιμιές και τις μιζέριες του παιδικού ερωτισμού, ώσπου να αρχίσει τέλος η μεγάλη τραγωδία, εκεί όπου εμείς οι μικροί Οιδίποδες θα τρέξουμε να συναντήσουμε τη μοίρα μας.