ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Δεκέμβριος, 2009

στον πάτο αυτού του κόσμου

στον πάτο αυτού του κόσμου
αρχίζω να γράφω ένα ποίημα
που δε βγάζει πουθενά
για να ξορκίσω το γειρατιό
να οργανώσω άγονες γραμμές
αισθήματα ιδιωτικά να τακτοποιήσω
σαλιαρίζοντας με την άστατη μούσα

αν και τη γυναίκα κανονικά δε τη συζητάς
χώνεις το κεφάλι σου
βαθειά μέσα στα σπλάχνα της
μέχρι να σε ζεματίσει

καλό καλοκαίρι

το κύμα έρχεται να σβήσει απ’ την άμμο
αυτό που γράφτηκε για να σβηστεί

Τίποτε

Οι συγγενείς μου ανησυχούν
τι πρότυπα θα δώσω στα παιδιά μου
εγώ που υμνώ τη γύμνια και τον έρωτα
το χώμα και τα πάθη.
Η κόρη μου έξι χρονώ
ήδη στην πρωινή της προσευχή
εκεί
που τη μαντρώνουνε ορθόδοξοι φασίστες
κάθεται ολότελα βουβή
γκριμάτσες κάνοντας
μπροστά στο μέγα τίποτε
και τις κακές συνήθειές μου αντιγράφει
ποιήματα και ζωγραφιές
και χριστοπαναγίες
ξορκίζοντας απο μικρή
του βίου την ακόρεστη θανατίλα.

Πάντα το βάζει ο διάολος

Πάντα το βάζει ο διάολος
να με ζουρλένουνε τα θηλυκά στο δρόμο
και το μυαλό να κάνει πράγματα τρομερά.
Τα μάτια να μην υπακούν
όλο ξεδιάντροπα γδυσίματα
και η καρδιά σφυριές να βαρά.
Πάντα το βάζει ο διάολος να με στύβουνε
τα θηλυκά στο δρόμο
να μεγαλουργούν οι ορμόνες
διαιωνίζοντας φαντασιώσεις και υγρά
που φορτώνω το στίχο
και το βίο ξανά και ξανά.

αιωνίων και μη

είναι το ντερμπι αιωνίων και μη
απο δεύτερο χέρι στιχάκια και συλλαβές
καθώς η μούργα χνωτίζει το κορμάκι
αλβανού που, περιμένει να πάρει
μια βράση ακόμα η ελιά, που περιμένει
τα κέρματα να κουδουνίσουν ξανά
να μαζέψει λεφτά για εμβόλια
να στήσει αυτοάμυνες και μπετά
στο Δυράχιο να οργανώσει δουλειά
μαγαζάτορας πια, εστιάτωρ περιμένοντας
την πρώτη του αγάπη να’ρθεί
κάτω απο ταπετσαρία υγρή με βουνά
σε λιβάδι με παπαρούνες και
ν’ ανοίξει τη φούστα ανάερη
να του δείξει πως τον περίμενε
τόσα χρόνια σπο μέσα γυμνή.

Ο φόβος είναι η μητέρα της ηθικής

Ο Nietzsche στη δική του γενεαλογία της ηθικής σημειώνει πως, υπάρχουν δυο είδη ηθικής στον κόσμο. Η ηθική του αφέντη και η ηθική του σκλάβου. Για τον αφέντη το καλό ορίζεται ως κάτι ευγενές και ισχυρό ενώ το κακό ως αδύναμο, δειλό και αξιολύπητο. Ο ευγενής κύριος, ο ευυπόληπτος αστός είναι αυτός που ορίζει τις αξίες. Οι ορισμοί του δεν χρειάζονται έγκριση, εφόσον κρίνει πως ότι είναι βλαβερό για τον ίδιο είναι βλαβερό για την ανθρωπότητα. Το αφεντικό είναι ο δημιουργός της ηθικής ενώ ο σκλάβος ανταποκρίνεται τυφλά στην ηθική του αφέντη του με το να παράγει τις τεχνικές πρόσληψής της, δηλαδή την ηθική του σκλάβου. Έτσι η ηθική της κοινότητας συνολικά διαμορφώνεται από το σχέδιο προστασίας που ο αφέντης ορίζει ως αξία, δημιουργώντας την αίσθηση στο σκλάβο πως ο φόβος είναι η μητέρα της ηθικής.

Ο φόβος είναι καθημερινός και αδυσώπητος. Έρχεται στα μάτια μας τʼ αυτιά μας, το δέρμα μας με κάθε μέσο. Γαντζώνεται στα σωθικά μας όπως τα βρύα στα κεραμίδια. Είναι η βέργα που μας βάζει στη γραμμή που μας αλφαδιάζει με την κοινή λογική.

Ο αφέντης στήνει τις σκηνές βίας. Διαμορφώνει κατά περίσταση τους κοινούς φόβους. Τη μια διδάσκει την τάξη με τον ξυλοδαρμό σε κοινή θέα ασκώντας τη βία τελεστικά και την άλλη αναπαράγει εικόνες πολέμου, βιασμούς, μούντζες, κατάρες, εμβατήρια, θρησκείες, τελετουργίες που μεταβιβάζουν το μήνυμα δια μέσου της σωματοποίησης.

Οι λεγόμενοι δημοσιογράφοι είναι οι ντίλερ του φόβου που ρημάζουν με τον ευσπλαχνικό τους ανθρωπισμό και τα τελευταία ψήγματα διαλεκτικής σκέψης απʼ το κρανίο του αιχμάλωτου τηλεθεατή. Ας αναλογιστούμε την απατηλή αίσθηση του επείγοντος που διαποτίζει τον φιλελεύθερο ανθρωπιστικό τους λόγο περί βίας.

Το τελεμάρκετινγ της σοβαρής δημοσιογραφίας δεν πουλάει κιλότες, ταψιά ή δονητές αλλά ανθρώπινο πόνο με ένα ευρώ. Η πληροφορία παιανίζει με συναισθηματική χροιά ερεθίζοντας πολλαπλώς τα μηνίγγια του θεατή. <<Το επόμενο λεπτό δέκα παιδιά θα πεθάνουν από την πείνα>>, << κάθε έξι δευτερόλεπτα μια γυναίκα πέφτει θύμα βιασμού>>, << με ένα μόνο ευρώ μπορείς να υιοθετήσεις ένα παιδί στον τρίτο κόσμο>> και πάει λέγοντας. Τα παιδιά παρουσιάζονται ως κουτάβια της κυρίας Βαρδινογιάννη, οι βιασμοί παρουσιάζονται με εξαιρετική μαθηματική ακρίβεια, με μια ζηλευτή περιοδικότητα, δίνοντας την αίσθηση φυσικών φαινομένων που το πανίσχυρο ένα και μοναδικό ευρώ θα απαλύνει με την παντοδυναμία του τον πόνο και την κακή τους μοίρα.

Πίσω απʼ όλα αυτά κρύβεται ένα βαθύτατα υποκριτικό αίσθημα ηθικής αγανάκτησης. Υποβόσκει μια θεμελιακή αναθεωρητική χροιά σε όλες αυτές τις επιτακτικές προτροπές του στυλ δώσε και σώσε, δεν υπάρχει χρόνος πρέπει να δράσουμε τώρα. Η δράση φυσικά είναι το παντοδύναμο ευρώ.

Η πληροφορία πλέον λειτουργεί ως δούρειος ίππος του φόβου. Ο φόβος είναι δαιδαλώδης και καρκινικός. Είναι η βίαιη εκτέλεση της παρτιτούρας της ζωής που ξεχαρβαλώνει τις χορδές της ανθρώπινης ψυχής. Ο φόβος είναι ηθική καταστολή που αλλοιώνει την ουσία των πράξεών μας. Ο φόβος είναι ο μπαμπούλας της πωλήτριας μπροστά στο φάσμα της ανεργίας που επιτρέπει στο αφεντικό να μην της κολλά τα ένσημα, να την κρατά δουλικά όρθια ένα ολόκληρο οχτάωρο, να της πασπατεύει τα κωλομέρια.

Ο φόβος είναι η χωματερή της ανθρώπινης ύπαρξης.

Τηλε φονικώς

Η σπαραχτική φωνή έρχεται απ’ το υπερπέραν. Μια εξουθενωμένη απόκριση, αραιωμένη χωρίς αίμα. Φωνή που ξεψυχά στο άπειρο. Ξέπνοη, σύντομη, θλιβερή. Η φωνή γίνεται ανάμνηση ενός μακρινού γεγονότος. Σα να σου σπάνε τα δάχτυλα με μπαλτά  και να λιποθυμάς. Παρατημένος, απόβλητος.

Η φωνή που περνά μέσα απ’ το καλώδιο είναι κίβδηλη. Το πρόσωπο απουσιάζει. Μονάχα η ανάμνηση του προσώπου είναι παρούσα. Σαν μια μάσκα που επιτελεί μαγική λειτουργία. Δίνει χθόνια προέλευση στη φωνή. Παραμορφώνει τις παύσεις, στρεβλώνει την πορεία της. Πάντα είμαστε σε θέση αποχώρησης μία με τη φωνή μας, μία με τη σιωπή. Ποιος είναι να μιλήσει; Ποιος έχει σειρά; Έτσι αντάμα σωπαίνουμε. Ασφυκτικά αγκαλιάζονται τα κενά μας. Πρέπει να σ’ αφήσω τώρα, ακούγεται. Ή θες να κλείσουμε;

Η εικόνα του άλλου μαυρίζει απ’ τη γάνα της απόστασης απ’ το ενδιάμεσο κενό. Πώς να παλέψεις με την κούραση της απουσίας; Άραγε να νιώθουμε πάντα το τηλέφωνο σαν μια κακοφωνία σαν ένα αόρατο παραβάν που μας κρύβει το πιο σπουδαίο της απόκριμα, το σωματικό λόγο!

Θηλαστικά

Θηλαστικά εμείς, από δάκρυα και αίμα
μεγαλουργούμε στο ζευγάρωμα, ψευτίζοντας
την αντικειμενική αλήθεια του θανάτου
και καθώς, μέρα με τη μέρα τα χρόνια περνούν

με τον ίδιο τρόπο θα ζευγαρώνουν
οι μεταγενέστεροι, τις ίδιες λέξεις θα ψιθυρίζουν
τα ίδια σβησίματα, τις ίδιες προχειρότητες
με φούρια θα στριφώνουν σε πλήρη εξέλιξη

όπως κι εμείς, την αναλλοίωτη θανατίλα
καθώς οι αέρηδες της βιοπάλης
θα κατσιάζουν την ποιητική τους κόμη
και με όψιμα στιχουργήματα
θα στοκάρουν τις υγρές χαραμάδες του βιου.


«Τι είναι η τέχνη;»

«Όλοι οι ηλίθιοι της αστικής τάξης που προφέρουν συνεχώς τις λέξεις: ‘ανήθικο, ανηθικότης, ηθική στην Τέχνη’ και άλλες βλακείες», γράφει ο Baudelaire, «με κάνουν να σκέπτομαι την Luise Villedieu, πουτάνα των πέντε φράγκων, που, συνοδεύοντάς με μια φορά στο Λούβρο, όπου δεν είχε πάει ποτέ της, άρχισε να κοκκινίζει, να κρύβει το πρόσωπό της, και, τραβώντας με κάθε πέντε λεπτά από το μανίκι, με ρωτούσε μπροστά σε πολλά αθάνατα αγάλματα και πίνακες, πως ήταν δυνατόν να εκθέτει κανείς δημόσια παρόμοιες χυδαιότητες».

Ο Baudelaire έβαζε την πορνεία (και τις πόρνες) πάνω από την αστική ηθική. Η εκπόρνευση δεν ήταν γι αυτόν μόνον συναλλαγή αλλά και δόσιμο, και γενναιοδωρία και φιλευσπλαχνία. «Τι είναι η Τέχνη;» ρωτάει. «Πορνεία». «Ο Έρωτας είναι η κλίση για εκπόρνευση. Δεν υπάρχει ευγενής απόλαυση, που να μην μπορεί να αναχθεί στην Πορνεία». Ακόμα και ο Θεός αποκαλείται: «το πλέον εκπορνευμένο όν… αφού είναι ο ύψιστος φίλος για κάθε άτομο, αφού είναι η κοινή, ανεξάντλητη δεξαμενή της αγάπης.»

Ο ακροβάτης ποιητής

Ο ακροβάτης ποιητής περιφρονεί κάθε είδους
δίχτυ.
Κι όταν εκτελεί το κεντρικό
στροβίλισμα της τριπλής του τούμπας στο διάστημα
του ποιήματος
καταλαβαίνεις πως η καθαρότητά του φτάνει
πέρα απ’ την απλή περηφάνια
και πως, μερικές πτήσεις απαιτούν ολοκληρωτικό κίνδυνο.

Χύνω, άρα υπάρχω!

Να γράφω παχιά λόγια θέλω
με γυμνό αίσθημα
Να χυτεύω χνώτο στα θηλυκά
σαν
για  ν’ αποδομήσω τόσα αισθήματα
σαν
για να γλείψω τη ζωή που περνά.
Κι όλο με φούρια τακροδάχτυλα
να βαρούνε πλήκτρα
να υπηρετούν σεμνά την καύλα
και τους λογοκριτές
τη βιοπάλη που αλλοιώνει τις ηδονές
και την κρίσιμη ώρα να βαρώ ντενεκέδες
να πιπιλίζω με λέξεις τις ρόγες που
ποιητής συνάδελφος και προσωκρατικός
παρομοίασε με σταφίδες.

Δουλειά των ποιητών

Δουλειά των ποιητών, να σε υμνούν
κάθε που ξεμυτίζει σάρκα απ’ το μπλουζάκι σου
κάθε που διατυμπανίζουν τα βυζιά σου
υπεροπλία
κάθε που ο αφαλός σου ανοιγοκλείνει
ο πολύφημος
κι εμείς σαν τις σφαγμένες κότες
με τον κομμένο το λαιμό
τσαλαβουτώντας μέσ’ το αίμα
γράφουμε
σπαρταριστά ποιήματα
μπροσούρες των μοναχικών μετά το μακελειό

εκστομίζοντας ωδές, εμβάζοντας
την πύρρεια λατρεία του κορμιού
σε ακροατήριο ποιητικής ανίας.

Εδώ ο κόσμος καίγεται

Δεν είναι τόση σάρκα, φτηνή ρητορεία
οι ψηλές με τα ανερμάτιστα ήθη στο δρόμο
τόσα ποιήματα
τόσες τεχνοτροπίες.
Δε λέω, έχω μέσα μου βρισίδια πολλά
λέξεις, μελαγχολίες και φρόνημα ποιητικό
την εντροπία καθώς αισθάνομαι τα χαράματα
του αιδοίου
ο εκ γενετής εγώ
που χτενίζω χαδιάρικα
το καυλωμένο γραπτό.