στον πάτο αυτού του κόσμου

στον πάτο αυτού του κόσμου
αρχίζω να γράφω ένα ποίημα
που δε βγάζει πουθενά
για να ξορκίσω το γειρατιό
να οργανώσω άγονες γραμμές
αισθήματα ιδιωτικά να τακτοποιήσω
σαλιαρίζοντας με την άστατη μούσα

αν και τη γυναίκα κανονικά δε τη συζητάς
χώνεις το κεφάλι σου
βαθειά μέσα στα σπλάχνα της
μέχρι να σε ζεματίσει

Τίποτε

Οι συγγενείς μου ανησυχούν
τι πρότυπα θα δώσω στα παιδιά μου
εγώ που υμνώ τη γύμνια και τον έρωτα
το χώμα και τα πάθη.
Η κόρη μου έξι χρονώ
ήδη στην πρωινή της προσευχή
εκεί
που τη μαντρώνουνε ορθόδοξοι φασίστες
κάθεται ολότελα βουβή
γκριμάτσες κάνοντας
μπροστά στο μέγα τίποτε
και τις κακές συνήθειές μου αντιγράφει
ποιήματα και ζωγραφιές
και χριστοπαναγίες
ξορκίζοντας απο μικρή
του βίου την ακόρεστη θανατίλα.

Πάντα το βάζει ο διάολος

Πάντα το βάζει ο διάολος
να με ζουρλένουνε τα θηλυκά στο δρόμο
και το μυαλό να κάνει πράγματα τρομερά.
Τα μάτια να μην υπακούν
όλο ξεδιάντροπα γδυσίματα
και η καρδιά σφυριές να βαρά.
Πάντα το βάζει ο διάολος να με στύβουνε
τα θηλυκά στο δρόμο
να μεγαλουργούν οι ορμόνες
διαιωνίζοντας φαντασιώσεις και υγρά
που φορτώνω το στίχο
και το βίο ξανά και ξανά.

αιωνίων και μη

είναι το ντερμπι αιωνίων και μη
απο δεύτερο χέρι στιχάκια και συλλαβές
καθώς η μούργα χνωτίζει το κορμάκι
αλβανού που, περιμένει να πάρει
μια βράση ακόμα η ελιά, που περιμένει
τα κέρματα να κουδουνίσουν ξανά
να μαζέψει λεφτά για εμβόλια
να στήσει αυτοάμυνες και μπετά
στο Δυράχιο να οργανώσει δουλειά
μαγαζάτορας πια, εστιάτωρ περιμένοντας
την πρώτη του αγάπη να’ρθεί
κάτω απο ταπετσαρία υγρή με βουνά
σε λιβάδι με παπαρούνες και
ν’ ανοίξει τη φούστα ανάερη
να του δείξει πως τον περίμενε
τόσα χρόνια σπο μέσα γυμνή.

Ο φόβος είναι η μητέρα της ηθικής

Ο Nietzsche στη δική του γενεαλογία της ηθικής σημειώνει πως, υπάρχουν δυο είδη ηθικής στον κόσμο. Η ηθική του αφέντη και η ηθική του σκλάβου. Για τον αφέντη το καλό ορίζεται ως κάτι ευγενές και ισχυρό ενώ το κακό ως αδύναμο, δειλό και αξιολύπητο. Ο ευγενής κύριος, ο ευυπόληπτος αστός είναι αυτός που ορίζει τις αξίες. Οι ορισμοί του δεν χρειάζονται έγκριση, εφόσον κρίνει πως ότι είναι βλαβερό για τον ίδιο είναι βλαβερό για την ανθρωπότητα. Το αφεντικό είναι ο δημιουργός της ηθικής ενώ ο σκλάβος ανταποκρίνεται τυφλά στην ηθική του αφέντη του με το να παράγει τις τεχνικές πρόσληψής της, δηλαδή την ηθική του σκλάβου. Έτσι η ηθική της κοινότητας συνολικά διαμορφώνεται από το σχέδιο προστασίας που ο αφέντης ορίζει ως αξία, δημιουργώντας την αίσθηση στο σκλάβο πως ο φόβος είναι η μητέρα της ηθικής.

Ο φόβος είναι καθημερινός και αδυσώπητος. Έρχεται στα μάτια μας τʼ αυτιά μας, το δέρμα μας με κάθε μέσο. Γαντζώνεται στα σωθικά μας όπως τα βρύα στα κεραμίδια. Είναι η βέργα που μας βάζει στη γραμμή που μας αλφαδιάζει με την κοινή λογική.

Ο αφέντης στήνει τις σκηνές βίας. Διαμορφώνει κατά περίσταση τους κοινούς φόβους. Τη μια διδάσκει την τάξη με τον ξυλοδαρμό σε κοινή θέα ασκώντας τη βία τελεστικά και την άλλη αναπαράγει εικόνες πολέμου, βιασμούς, μούντζες, κατάρες, εμβατήρια, θρησκείες, τελετουργίες που μεταβιβάζουν το μήνυμα δια μέσου της σωματοποίησης.

Οι λεγόμενοι δημοσιογράφοι είναι οι ντίλερ του φόβου που ρημάζουν με τον ευσπλαχνικό τους ανθρωπισμό και τα τελευταία ψήγματα διαλεκτικής σκέψης απʼ το κρανίο του αιχμάλωτου τηλεθεατή. Ας αναλογιστούμε την απατηλή αίσθηση του επείγοντος που διαποτίζει τον φιλελεύθερο ανθρωπιστικό τους λόγο περί βίας.

Το τελεμάρκετινγ της σοβαρής δημοσιογραφίας δεν πουλάει κιλότες, ταψιά ή δονητές αλλά ανθρώπινο πόνο με ένα ευρώ. Η πληροφορία παιανίζει με συναισθηματική χροιά ερεθίζοντας πολλαπλώς τα μηνίγγια του θεατή. <<Το επόμενο λεπτό δέκα παιδιά θα πεθάνουν από την πείνα>>, << κάθε έξι δευτερόλεπτα μια γυναίκα πέφτει θύμα βιασμού>>, << με ένα μόνο ευρώ μπορείς να υιοθετήσεις ένα παιδί στον τρίτο κόσμο>> και πάει λέγοντας. Τα παιδιά παρουσιάζονται ως κουτάβια της κυρίας Βαρδινογιάννη, οι βιασμοί παρουσιάζονται με εξαιρετική μαθηματική ακρίβεια, με μια ζηλευτή περιοδικότητα, δίνοντας την αίσθηση φυσικών φαινομένων που το πανίσχυρο ένα και μοναδικό ευρώ θα απαλύνει με την παντοδυναμία του τον πόνο και την κακή τους μοίρα.

Πίσω απʼ όλα αυτά κρύβεται ένα βαθύτατα υποκριτικό αίσθημα ηθικής αγανάκτησης. Υποβόσκει μια θεμελιακή αναθεωρητική χροιά σε όλες αυτές τις επιτακτικές προτροπές του στυλ δώσε και σώσε, δεν υπάρχει χρόνος πρέπει να δράσουμε τώρα. Η δράση φυσικά είναι το παντοδύναμο ευρώ.

Η πληροφορία πλέον λειτουργεί ως δούρειος ίππος του φόβου. Ο φόβος είναι δαιδαλώδης και καρκινικός. Είναι η βίαιη εκτέλεση της παρτιτούρας της ζωής που ξεχαρβαλώνει τις χορδές της ανθρώπινης ψυχής. Ο φόβος είναι ηθική καταστολή που αλλοιώνει την ουσία των πράξεών μας. Ο φόβος είναι ο μπαμπούλας της πωλήτριας μπροστά στο φάσμα της ανεργίας που επιτρέπει στο αφεντικό να μην της κολλά τα ένσημα, να την κρατά δουλικά όρθια ένα ολόκληρο οχτάωρο, να της πασπατεύει τα κωλομέρια.

Ο φόβος είναι η χωματερή της ανθρώπινης ύπαρξης.

Τηλε φονικώς

Η σπαραχτική φωνή έρχεται απ’ το υπερπέραν. Μια εξουθενωμένη απόκριση, αραιωμένη χωρίς αίμα. Φωνή που ξεψυχά στο άπειρο. Ξέπνοη, σύντομη, θλιβερή. Η φωνή γίνεται ανάμνηση ενός μακρινού γεγονότος. Σα να σου σπάνε τα δάχτυλα με μπαλτά  και να λιποθυμάς. Παρατημένος, απόβλητος.

Η φωνή που περνά μέσα απ’ το καλώδιο είναι κίβδηλη. Το πρόσωπο απουσιάζει. Μονάχα η ανάμνηση του προσώπου είναι παρούσα. Σαν μια μάσκα που επιτελεί μαγική λειτουργία. Δίνει χθόνια προέλευση στη φωνή. Παραμορφώνει τις παύσεις, στρεβλώνει την πορεία της. Πάντα είμαστε σε θέση αποχώρησης μία με τη φωνή μας, μία με τη σιωπή. Ποιος είναι να μιλήσει; Ποιος έχει σειρά; Έτσι αντάμα σωπαίνουμε. Ασφυκτικά αγκαλιάζονται τα κενά μας. Πρέπει να σ’ αφήσω τώρα, ακούγεται. Ή θες να κλείσουμε;

Η εικόνα του άλλου μαυρίζει απ’ τη γάνα της απόστασης απ’ το ενδιάμεσο κενό. Πώς να παλέψεις με την κούραση της απουσίας; Άραγε να νιώθουμε πάντα το τηλέφωνο σαν μια κακοφωνία σαν ένα αόρατο παραβάν που μας κρύβει το πιο σπουδαίο της απόκριμα, το σωματικό λόγο!