Απορίες του Pablo Picasso τη νύχτα

aporiew

Γνωρίζουν οι κολποφύλακες του ναού σου την Ισπανική;
Γνωρίζουν πως ψάχνω βαρύοσμα ψαχνά αδρεναλίνης;
Γνωρίζουν τι εστί εκμαυλισμός των οριζόντων;
Γνωρίζουν πως νιώθει ο αφαλός ενός τρελού στο Γιβραλτάρ;
Γνωρίσουν μιγαδική ανάλυση και χνούδι;
Γνωρίζουν τι οχιές πατικωμένες έχει το σαρκίο μου;
Γνωρίσουν πως κοιτάζονται στα μάτια δυο αγρίμια;
πως τρώει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι;
Γνωρίζουν πως για πάντα θάφτηκα στις λάσπες της Γκερνίκα;

Love is in the air

lover

Θα σου προφέρω τις τελευταίες μου
λέξεις και θα κοιμηθώ, δείχνοντας το
φουντωτό σου αιδοίο στους περαστικούς
αιωνιότητα. Μπράτσα χέρια δάχτυλα
αυτιά μύτες και ματοτσίνορα περασμένα
στο βελονάκι της ηδονής. Όποιος πονάει
χαίρεται κι όποιος πονάει παραπάνω
χαίρεται ακόμα πιο πολύ. Τόσο κοντά
είν’ ηδονή και πόνος. Κι ο έρως δεν
χρειάζεται μαμή για να τον ξεγεννήσεις
γλιστρά όπως γλιστρά το δάχτυλο παντού
εκεί για πάντα στις σχισμές.

Απεριτίφ

gkros

Σμήνη γονέων πέφτουν πάνω στα παιδιά τους να τα πνίξουν. Η αιτία παραμένει άγνωστη. Κανείς δεν λογαριάζει κανέναν. Βρέχει κατσαρίδες και αστραπές. Βρισκόμαστε στο τελευταίο στάδιο εμμηνόπαυσης του καπιταλιστικού ρεαλισμού. Ο Γκρος σχεδιάζει τον καπιταλιστή σαν ένα άσχημο και χοντρό εγκληματία. Μα ο καπιταλιστής μπορεί να είναι όμορφος, ένας καθωσπρέπει οικογενειάρχης με όμορφες κόρες. Ο Αρντς απεικονίζει τη θέση του καπιταλιστή μέσα στο σύστημα παραγωγής, γι’ αυτό δεν τον κάνει τόσο άσχημο όσο τον κάνει ο Γκρος. Στις κοινωνίες των μικροαστών στις οποίες ξέπεσε η τέχνη η συνειρμική αφήγηση διακόπτετε από διαφημίσεις ή αναγγελίες θανάτου ή πρόσκληση για σκληρό σεξ. Και στο βάθος ο νεκρός ποιητής παρακολουθεί το νεκροστόλισμά του.

1+1=1

ena

στο Γερμανό καλλιτέχνη Pierre Schmidt

Ότι γράφουμε το έχουμε πληρώσει ακριβά. Κανείς από μας δεν αποτελεί θρύψαλο μιας γενικευμένης ψευδαίσθησης. Κάθε πράξη μας σημαίνει πως είμαστε παρόν και πως παραδιδόμαστε στον άλλον μέσω της ελευθερίας που διαλέγει τον έρωτα του παντός κι όχι το φετιχισμό του.

Πίσω απ’ όλα τα κατορθώματά μας κρύβεται η αγωνία πως θα συναντηθούμε με τον άλλο.

Στον τόπο που δουλεύει ο αλγεβρικός λογισμός της καρδιάς που έχει αίμα και πολύπλοκους δακτυλίους και δαιδαλώδεις απολήξεις στα ερωτικά μας όργανα. Το μάτι, το αυτί, τα ρουθούνι, το στόμα.

Υπάρχει μια σκηνή στη νοσταλγία του Ταρκόφσκι όπου ο ποιητής πηγαίνει στο σπίτι ενός τρελού. Ο τρελός, που είναι κι αυτός ποιητής πριν και μετά τον ποιητή, γράφει σ’ έναν τοίχο του σπιτιού του: 1+1=1.

Ο ποιητής ζητά εξηγήσεις. Τι σημαίνει αυτή η παλαβομάρα. Και τότε ο τρελός παίρνει το χέρι του ποιητή και του ανοίγει την παλάμη για να στάξει μέσα της μια σταγόνα από ένα μπουκάλι, κι ύστερα άλλη μια που ενώνονται με την προηγούμενη και γίνονται ένα.

Αυτό το ένα που δεν είναι αναλλοίωτο, αφού με τη σειρά του κι αυτό θα προστεθεί στο ένα για να μας κάνει πάλι ένα.

Τα μαθηματικά του θανάτου είναι προσθαφαιρέσεις λογιστών ενώ τα μαθηματικά της ζωής είναι ποίηση δια βίου.

Είμαστε η φωνή των πραγμάτων, κι ότι μας μαγεύει έχει τις ρίζες του στις καρδιές μας.

Γράφουμε χρησιμοποιώντας ένα όπλο που μας δόθηκε όχι για να σκοτώνουμε ανθρώπους αλλά για να τους φέρουμε κοντά μας. Να τους αναστήσουμε με όλο το λυρικό φονταμενταλισμό της κάβλας μας και της ανησυχίας μας, μετρώντας το ακριβές βάρος του σύμπαντος με λέξεις.

DOCOUMENTA

docy.jpg

Τα πάθη του ανθρώπου μες στην ορμητικότητά τους δικαιώνουν ενίοτε το έγκλημα. Ο καλός και ο κακός ψηλαφούν την ένταση της φήμης τους με ανάλογες πράξεις.

Κάποιος μπορεί να περάσει ένα σύρμα απ’ το ρουθούνι σου για να σου τρυπήσει την καρδιά. Μια μαζορέτα μπορεί να σε δηλητηριάσει με τη σπαραχτική της θηλυκότητα κι ένας ψεύτης να θυμώσει τόσο τις λέξεις που ν’ αρχίσουν να κόβουν λαρύγγια.

Η Ευρώπη χαμογελά όπως όλοι οι διεστραμμένοι. Έχει διαψευσθεί. Δεν είναι το παν να είσαι ελεύθερος στη ζωή. Η ελευθερία είναι η μέγγενη του πλούτου που διαθέτεις. Και η ελευθερία που κατακτούν οι φτωχοί είναι αναπηρία και δουλοπρέπεια.

Για άλλους είναι η φήμη, ο έρωτας, η ανεξαρτησία, μα η ορμή όλων αυτών όταν ξεπερνά το σκοπό, μ’ ένα έντονο και ζηλότυπο πάθος φτάνει αρκετά γρήγορα στο σημείο να καταφρονεί την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Κι όταν όλα συντρίβονται μένει πίσω η τρέλα ως καλλιτεχνική πράξη. Εκεί που οι άθεοι και οι ακόλαστοι ζευγαρώνουν με τα λεφτά. Και το πάθος γίνεται προγραμματισμένο καθήκον και η κάβλα γίνεται γιρλάντα από σκουληκιασμένο πρωκτό. Εκεί που η δόξα δεν είναι παρά απόκομμα εφημερίδος και ύποπτες επιδοκιμασίες και ψήφοι του λαού που θα στραφούν εναντίον του.

Εκεί που η πιο άχαρη κενοδοξία διακοσμεί τους τοίχους των πλουσίων αδερφών με συκώτια ξεριζωμένα και δάχτυλα λιωμένα απ’ τις πιο πυρωμένες λαμαρίνες του θεού που κυβερνά τον κόσμο των ανθρώπων.

Του θεού που ως κερδώος Ερμής λεηλατεί τα κουφάρια κάθε βρέφους που προσπαθεί σαν επίμονο ρόδο να φυτρώσει στα χαλάσματα.

Του θεού που διδάσκει το δόλο και τον αυτοσαρκασμό όταν δεν πουλάει αγάπη και λιωμένες σοκολάτες στον απέραντο τρίτο κόσμο της φτώχειας που μοιάζει πλέον με φυσικό φαινόμενο.

Μα έρχεται κάποτε η ώρα που ο κατακτητής αισθάνεται νικημένος απ’ την κατάκτησή του. Και η ώρα που ο ερωτευμένος αποφεύγει την ερωμένη του και η ώρα που η ανέχεια γίνεται για το φιλάργυρο το ίδιο το σύμβολο του πλούτου.

Η απελευθέρωση της σκέψης έφτασε στην επιβράβευση της τερατωδίας.

Γερμανοί συνταξιούχοι περιμένουν το χάδι της μελαμψής κοπέλας απ’ το Κομπάνι την ώρα που θα τους αλλάζει τον καθετήρα. Γάλλοι στρουκτουραλιστές σφουγγαρίζουν την αίθουσα του εθνικιστικού βαλς των νοικοκυραίων και βέλγοι τραπεζίτες αγοράζουν οικόπεδα στη Βοϊδοκοιλιά.

Νύχτα του Μεσαίωνα και νύχτα της αναγέννησης και της τύψης. Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και νύχτα από κρέας και θύελλα. Νύχτα από ένδοξο παρελθόν και σφαγές. Νύχτα από πετσοκομμένες κλειτορίδες και ναζισμό.

Νύχτες από καρναβάλι και Χριστούγεννα. Νύχτες, μακριά, σε αφώτιστα κουζινάκια, εκεί όπου μισοπεθαμένες μανούλες σπάνε τις κόνιδες των μωρών με τα νύχια λίγο πριν τον τελευταίο βομβαρδισμό.

Ο Σφαλιάρας και ο Πετσοκοκεφτές

sfaliar

1η δημοσίευση στο γερμανικό περιοδικά DADA

Εδώ αρχίζουν τα έργα της Ιεχωβάδικης λογικής. Αυτή η φουσκονεριά, αυτή η ναυτία. Αυτοί οι ιμάντες από θέαμα και υγρασία και μοναξιά. Δυο άντρες στο άντρο τους, μοιράζουν φυλλάδια με λόγια του Χριστού.

Ο Χριστός είπε πως η αγάπη είναι το εσώρουχο της ψυχής. Μα η ψυχή μου είναι θηλυκιά κοπέλα χριστούλι μου και το σουτιέν της και το βρακί της είναι αγάπη. Είναι το άρωμά μου σα να λέμε και το κλειδί της ύπαρξής μου. Είναι αυτό που με κορώνει και με διαπερνά.

Καμιά λογοτεχνία και καμιά λογική. Οι κομψοί φραμπαλάδες απλωμένοι εκεί στα σχισμικά έγκατα και τα βυζιά και τις ρόγες. Πηδάλια εκσπερμάτωσης και βυρσοδεψία. Κιλότες σχεδιασμένες απ’ τις διάνοιες της ανελέητης Ορθοδοξίας των συμπαντικών υγρών.

Ανελέητα πένθη του Γιαχβέ κεντημένα με τις κλωστούλες της ανάσας μου. Ένστολοι φρύνοι εμείς οι κατά βούλησιν γαμιάδες. Εμείς που απ’ τ’ αυγό μας όταν βγαίνουμε μυρίζουμε κρίνους και πούτσους και μουνάκια.

Ω! ψυχή μου εσύ, ένας αχερώνας γεμάτος καλοξεραμένο άχερο και χόρτο, και μες στη μέση μια μεγάλη φωτιά από ξύλα που πετά σπίθες και φλόγες σ’ όλο τον αχερώνα.

Με καίει, με πυρπολεί, με ποθεί. Η παρουσία της με σάρκα και οστά φωτίζει τα εκθέματα. Κομπινεζόν, κολάν, κάλτσες, σλιπ και φανελάκια. Αντικείμενα ορφανά χωρίς αυτήν. Χωρίς την ψυχούλα και την ψίχα της.

Ο Σφαλιάρας και ο Πετσοκοκεφτές μοιράζουν φυλλάδια στο Μοναστηράκι. Το ιερό καθήκον τους είναι να με κάνουν να πιστέψω. Μα ο Χριστός είπε, δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ, ή σώστε με αμέσως ή σταυρώστε με.

Και τότε ξεσπάει μια θύελλα ντανταϊστική στην αρχαία αγορά. Τουρίστριες αμερικάνες, γυναίκες μαλλιαρές. Η πτώσις της τιμής των εσώρουχων αμέσως προκαλεί το διπλασιασμό των οργασμών. Ντύστε καριόλες τις ψυχές σας. Βρακάκια και βρακιά λογιών-λογιών.

Ω! ψυχούλα μου βρακώσου, για να’ ρθει ο εραστής σου ο Ιησούς. Εδώ πωλούνται κιλότες για σκίσιμο, ερωτικές κασέτες με παρτούζες και πιπίλες. Εδώ ο Γιαχβέ μιλά με τσιτάτα και ρητά. Λίγο πριν μπει ο κοσμάκης να ψωνίσει με τα μάτια έρωντα και λουλουδιασμένη Ιτιά. Λίγο πριν περάσουν ανάμεσα απ’ τον Σφαλιάρα και τον Πετσοκοκεφτέ. Και εις την πλατεία Αβυσινίας δουν από δεύτερο χέρι χάντρες και φυλαχτά.

Εκεί που ο Γιαχβέ θα με κάνει αρχηγό του κράτους των ψυχών. Μόδιστρο κάθε ψυχούλας. Εκεί που θα με ονομάσει πρόεδρο του Σώματος πυροσβεστών της καυλωμένης οικουμένης, εκεί που θα με κάνει Λυκειάρχη και Λύκο, εκεί που θα με διορίσει επόπτη του Νεκροτομείου Οργασμών.

Εκεί που θα μ’ αφήσει να βλέπω τις ψυχούλες να στριφογυρίζουν σ’ έναν φαύλο κύκλο. Και θα τους κάνω κήρυγμα εγώ. Εγώ ο μετεμψυχωτής κάθε διάνοιας. Εγώ, που θα τους λέω: Ψυχούλες, μες στο κλουβί έχει τροφή. Λίγη, ωστόσο έχει τροφή. Έξω όμως απ’ αυτό έχει απέραντη μονάχα ελευθερία.

Σε μύρισα και με μύρισες

semir

Σε μύρισα και με μύρισες. Μα ο θεός απεβίωσε.
Και μπορούμε τώρα να μυριζόμαστε χωρίς να μας
παίρνει μάτι ο θεός που τριγυρνούσε κάποτε
καβάλα σ’ ένα γυαλιστερό ασημένιο σύννεφο.
Σε μύρισα και με μύρισες. Κι ούτε μια λέξη δεν
χρειάστηκε, για να μάθω πως γίνεται να μην πεθάνεις
από τίποτε άλλο, παρά μόνο από μανία για να ζήσεις.