Ο Έλβις ζει!

pigg

Κάθε τεχνίτης με μεγάλη φαντασία και σπουδαίες πλαστουργικές ικανότητες έχει αυτό το ελαφρώς παιγνιώδες και αστείο ύφος. Έχει μηχανισμό που κόβει Αγάπη από δακρύβρεχτες παρειές.

Το έθνος μας, το τόσο θλιμμένο και καημένο στην καρδιά αντιγράφει και ποθεί. Μικρότατον, αλλά κυβισμένο με μικροαστικά ένστικτα προσεύχεται και φιλοσοφεί.

Κι όταν το τέκνο του διεκδικεί την παρόρμησή του έρχεται η παιδεία και τη διακωμωδεί.

Παιδί μου, κρύψε τη στύση σου για να μην πάρει στραβό δρόμο και διεκπεραίωσε καθήκοντα συζυγικά και πάθη εντός της οικίας. Ζήσε λιτά. Με ζυμωτό ψωμάκι ελιές και φάβα.

Να καταναλώνεις αλλά με μέτρο. Να ζεις εσωτερική ζωή. Του πλησίον σου να μην εποφθαλμιάς τη γυναίκα και τον εύρωστον βίο.

Tο σύστημα που περνάει κρίσεις μεταδίδει εις τον γαιάνθρωπο τα πιο αντιφατικά μηνύματα. Βάζει καλλιτέχνες και διανοούμενους να οργώσουν τα πνευματικά χωραφάκια που στειρώθηκαν απ’ τα ακαδημαϊκά λιπάσματα και τους ηγέτες.

Μην αμφισβητείς το σύστημα αλλά τον εαυτό σου. Με λίγο τσαμπουκά και νηστεία θα πάρουμε την Πόλη. Θα διαπραγματευτούμε το βρεγμένο σανό. Τις αποικίες. Το έσπα. Το εράσμους. Θα μας βοηθήσει ο διάβολος, η Ρωσία, το Βατικανό. Ο πάπας θα πει μια καλή κουβέντα για μας στο γερμανικό ιμπεριαλισμό.

Η παντοδύναμη μικροαστική τάξη που δεν ζει εις τα υψίπεδα του Γκολάν αλλά εις τα ντουβάρια της Αττικής -που ιεροκρυφίως πάσαραν οι αρχιερείς της αντιπαροχής στους χωριάτες- πανηγυρίζει τη συγκρότηση κυβέρνησης που θα διαχειριστεί το καπιταλιστικό κράτος.

Οι μικροαστοί παρηγορούνται έχοντας την ψευδαίσθηση πως απομακρύνθηκαν απ’ τον εφιάλτη. Χωρίς βέβαια να ομολογούν πως ο εφιάλτης ήταν κι αυτός δικό τους δημιούργημα.

Το όνειρο των μικροαστών είναι να γίνουν πιο μεγάλοι, να γίνουν αστοί. Αλλά καλοί αστοί. Μπουτάρηδες, λαϊκοί. Δημιουργικοί επιχειρηματίες. Να φτάσουν στα σαλόνια της αστικής τάξης όχι βέβαια με γραβάτα αλλά με μαγιό ζιβάγκο και τιράντες.

Κι εδώ βρίσκεται η υποκρισία του αριστερού μικροαστισμού. Επειδή φοράει διαφορετικά ρούχα απ’ τους δυνάστες του νομίζει πως δεν μοιάζει μ’ αυτούς.

Κι επειδή φοράω κίτρινο παντελόνι έχω κοτσίδα σκουλαρίκι τατού, έ, δεν είμαι υψηλόβαθμος τσανακογλείφτης του Κυρίου ημών Καπιταλιστή.

Η μικροαστική τάξη διαθέτει μια πονηριά και μια κακία πρωτίστως για τον ίδιο της τον εαυτό. Πότε θέλει τα τέκνα της ανταγωνιστικά να δαγκώνουν το ένα το λαρύγγι του αλλουνού και πότε τα θέλει κουταβάκια να ζουν με τα στοιχειώδη.

Πότε θέλει τη δεξιά του τρόμου για να βάζει ασάλιωτο κωλοδάχτυλο στην εργατική τάξη και πότε θέλει την αριστερά της υποκρισίας για να βάζει το κωλοδάχτυλο προσεχτικά με βαζελίνη και γλυκόλογα.

Ο μικροαστός ζει την κατάσταση τού συμβιβασμού ως φυσική κατάσταση. Άβουλος, μοιραίος, θεατής, σχολιαστής, κομπορρήμων.

Θέλει να νικήσει χωρίς να παλέψει. Κι αυτό είναι το δράμα του. Όταν ο καπιταλιστής τού ρίχνει κλωτσιές αυτός συνεργάζεται μαζί του. Μπαίνει στα χειμερινά ανάκτορα ως εγγυητής της ανακωχής του σφοδρού κοινωνικού πόλεμου.

Δύσκολα αντιλαμβάνεται πως είναι προορισμένος να πεταχτεί στα σκουπίδια. Δύσκολα αντιλαμβάνεται τους βομβαρδισμούς στους τρίτους κόσμους, τα γρασωμένα άρβυλα των παππούδων του, τη μισαλλόδοξη θρησκεία, την εθνομαλακία, το μεγαλοϊδεατισμό του.

Δύσκολα αντιλαμβάνεται πως και οι γείτονες είναι το ίδιο μαλάκες και εθνικιστές σαν κι αυτόν. Και το ίδιο θεοσεβούμενοι και χαζοχαρούμενοι μικροαστοί. Και πως ο καπιταλιστής δεν έχει πατρίδα αλλά μια τεράστια πούτσα έτοιμη για όλα.

Κυνήγια

rubens

Θα σου γράψω ένα δοκίμιο για το πένθος
αυτό το ψυχοπλάκωμα στο Δανέζικο σινεμά
με τα δάση και τις βροχές
με τα καυτερά φαγητά και το χιόνι
με το εισαγόμενο λάδι απ’ τη Μεσόγειο
και τους μέτριους ποιητές
που δεν γνώρισαν ποτέ κύκλωπες και γυμνές
στις παραλίες των Κυκλάδων
παρά μονάχα ηλεκτρίζουν τα πάθη τους και
κυνηγούν ελάφια έξω στα σκοτεινά νερά
και κάποιοι ντόπιοι δικοί μας τους αντιγράφουν
και βάζουν στα ποιήματα θύελλες
αγάπες ερημιές καθρέφτες μοναξιές
και δεν βάζουν στα ποιήματα μέσα
καύλες υγρά μουνοπέταλα
και με κάνουν να βαριέμαι τόσο που
αναγκάζομαι να γράψω ποιήματα
με καύλες υγρά μουνοπέταλα
για να έχω να διαβάζω κάτι και να μην πλήττω
και να καυλώνω αυτοστιγμεί
και να μην βάζω στο μυαλό μου
υπερβόρειες παλαβομάρες για αυτοχειρίες και τέτοια

Ωδή στους πάγκους των βιβλιοπωλείων

erotik

Οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
είναι γεμάτοι με χάος ομορφιά και αμφιβολία
με οδηγούς επιβίωσης και οδηγούς μαγειρικής
Καταφθάνουν οι αναγνώστες
οι απόμαχοι
οι συνταξιούχοι
οι μισθωτοί
Μετράνε τα λεφτά τους
Παζαρεύουν διευκολύνσεις
Γυροφέρνουν τα εξώφυλλα και τα συνοφρυωμένα αυτιά
Χαίρονται σαν ματάκηδες τα σεξουαλικά γυρίσματα της γραμματοσειράς
Ξεφυλλίζουν με κάποια συστολή
Χαδιάρικα προσεχτικά
Ψάχνουν ένα σερσέγγι να τους κεντρίσει
Άλλοι σαν καθολικοί παπάδες θέλουν να ψωνίσουν ένα Έπος
Άλλοι θέλουν αποφθέγματα για το καφενείο
Κάποιες κυρίες που τις έχει φτύσει ο σύζυγος
ψάχνουν απεγνωσμένα εραστή
στα χοντρά μυθιστορήματα
Βγάζουν απ’ το πορτοφόλι το χαρτονόμισμα
όπως βγάζουν τα αγάλματα
απ’ την καλτσοδέτα το παρελθόν
Αγοράζουν λίγη τρυφερότητα
για να διαιωνίσουν το φονικό νοικοκυριό
Για να διαιωνίσουν τους εκδότες και τους συγγραφείς
Τις αποθήκες χάρτου
Βεβαίως το βιβλίο είναι ένας τρόπος να αμαρτήσεις χωρίς να κολλήσεις βλεννόρροια
Να πλησιάσεις αθόρυβα και να της σηκώσεις τη φούστα
Να χαζέψεις άσπρα καπούλια ν’ ανεβοκατεβαίνουν
Ακόμα και να θωπεύσεις
μια πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
χωρίς να μπλέξεις με το νόμο
Να μαστουρώσεις τζάμπα
Να κάνεις μια φοβερή αθάνατη παρτούζα
Να δοκιμάσεις αψέντι όπιο
Ν’ ανατινάξεις πρεσβείες
Οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
υπήρξαν κάποτε γιορτινά τραπέζια
με ζυμωτό ψωμί ελιές και ξερά καυτερά κρεμμύδια
Κλίνες έρωτος και αποδημίας
Τράπεζες ιεράς μονής
όπου συνέφαγαν οι καλόγριες με το Μεσσία τους
Οι δον Κιχώτες με τη Δουλτσινέα τους
Πάγκοι βασανιστηρίων στα κολαστήρια της ασφάλειας
Τάβλες σε χασάπικα
και πατάρια σε σκοτεινά ζαχαροπλαστεία
Την εποχή της παρακμής οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
γεμίζουν εφιάλτες αλλάζουν χρήση
Γεμίζουν γέρικη σοφία και περιτετμημένους σωτήρες
Γεμίζουν εγκώμια για το γούστο του κοινού
Σαβουάρ βιβρ για κουνέλια
Κυνικούς
Όμως οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
γίνονται και οδοφράγματα
φράχτες σε κοτέτσια και φράχτες σε μαντριά
Γίνονται γέφυρες
για να φτάσουν τα ποιήματα στην άλλη όχθη
Γίνονται στέγες και σκεπές για τους Έρωτες
Γίνονται ασπίδες για τις παιδικές ψυχές
Γίνονται πάλι δέντρα και γίνονται πάλι κλαδιά
Γίνονται πάλι ξύλινα σπαθιά για να σφάξουν
Το φόβο το θάνατο την παγερή μοναξιά
Γίνονται μολύβια για να γράψουν αισχρά ραβασάκια
Γίνονται πεδία μάχης των λέξεων
Γίνονται ταμπλώ
για να ζωγραφίσουν οι μερακλήδες τις καρδερίνες τους
Ω οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
που σε θέλουν λίγο να σκύψεις πάνω τους
Λίγο να σε κάνουν δικό τους
Λίγο να σε ζορίσουν ξεγελώντας την τρέλα σου
Λίγο να σε κάνουν θύμα και θύτη
Λίγο να σου θολώσουν τη θανατοφοβία σου
Ω οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
αιχμάλωτοι σε μαγαζιά και σκλαβωμένοι σε υπόγεια
και οι πάγκοι κάτω από τέντα στην Κοτζιά
Έξω ήλιος φύση αέρας βροχή
Έξω η ζωή που καλπάζει
Έξω ένα φράκταλ αρπαχτικό κι ωραίο
Κι η ζώνη του Κάιπερ ακόμα πιο έξω

Παραλειπόμενα προεκλογικής περιόδου

Roman-artwork-cover

Κάποια βρωμιά έχεις μέσα σου για να πιστεύεις σε κάτι ανώτερο. Για να δεχτείς το ανώτερο πρέπει να ισοπεδώσεις την ύπαρξή σου. Και για να ισοπεδώσεις την ύπαρξή σου πρέπει να έχεις ισοπεδώσει άλλες υπάρξεις που θεωρείς κατώτερες. Άρα κατά κάποιο τρόπο η πίστη σου είναι αποτέλεσμα φόνου. Έχεις σκοτώσει κάποιον επειδή και μόνο τον έχεις υποβιβάσει. Έχεις ξεκοιλιάσει κάποιον μόνο και μόνο επειδή τον θεωρείς κατώτερο. Το αίσθημα ανωτερότητας που έχεις πρέπει να το θρέψεις με θεό. Με πίστη. Με υποκρισία. Με ξέπλυμα. Για να μετριάσεις τις τύψεις και να τα βρεις με το δολοφόνο εαυτό σου πρέπει να ξεπέσεις στη σαγήνη του ανώτερου όντος. Βέβαια ο πονηρούλης σου εαυτός ξέρει πως κανένα ανώτερο όν δεν απαιτεί από σένα καραγκιοζλίκια και προσευχές. Και πως το ιδεώδες της παρθενίας και της αγνότητας που διαλαλείς είναι το ιδεώδες της δικής σου αχαλίνωτης τάσης να ξεπαρθενεύεις. Γιατί ακόμα και η διαστροφή πρέπει να ντυθεί με πετραχήλια. Για να μπορείς τελετουργικά να υπηρετείς τα χρηστά ήθη. Για να μπορείς εσύ που διαπράττεις έγκλημα πάθους να ομολογείς το έγκλημα αλλά όχι το πάθος. Γιατί το πάθος θέλει ένα καλλιτέχνη να το ομολογήσει και να το διακηρύξει κι όχι ένα χριστιανομαλάκα που κρυμμένος πίσω απ’ την ομολογία τού εγκλήματος διακωμωδεί το πάθος. Ω ναι, η εγκράτεια εκδικείται πάντοτε. Η εγκράτεια οδηγεί σε σαδιστικές παρορμήσεις. Τα νεορθόδοξα όντα και οι νεοχριστιανοί της γενιάς μου το γνωρίζουν αυτό. Και οι διαφημιστές που τους τροφοδοτούν μεταφυσική υστερία το έχουν σπουδάσει. Όλες οι διαφημίσεις έχουν μέσα θεολογία. Μεσσιανισμό. Απ’ την επιλογή καπότας έως την επιλογή αρχηγού κράτους. Γιατί τα πρόβατα θέλουν θεό. Θέλουν αρχηγό. Θέλουν να γαμάν με ασφάλεια.

Ντόπιο Στριπτίζ

i xor

Είναι το βασίλειο της λασπουριάς
εδώ και της αγαπημένης μου τέχνης.
Η στέρνα, οι μνήμες, το χαλάκι της
κουζίνας. Το στήθος της, ο σβέρκος της,
οι ρώγες. Όλα βορά στον επιτήδειο
ματάκια. Είναι τα χείλη στο βροχερό
σκοτάδι. Υγρασία, υγρά, χίλια κομμάτια
σκύλοι ελεύθεροι πολιορκημένοι. Εδώ
το έθνος μας από μπίζνες και φιλόδοξους
χορευτές. Ο φόβος, η λύσσα, η διεφθαρμένη
τρέλα του καταναλωτή. Εδώ βιομήχανοι
ηλιοβασίλεμα, πράκτορες, καρδιές, μυαλά
εδώ το περιθώριο και τα σαλόνια, το
αχόρταγο μουνί το διαδίκτυο, οι μη
κυβερνητικές, εδώ μια πλάκα σαπούνι
στο νεροχύτη. Πακιστάν Σιέρα Λεόνε
Κουρδιστάν, ποιήματα που πυροβολούν
ποιήματα φονιάδες, παράνομοι αξύριστοι
μυστικιστές ρομαντικοί. Οχτώ ευρώ το
μεροκάματο στις φράουλες. Εφτά ευρώ
το ξεσκάτισμα γέρου. Πέντε ευρώ το
τσιμπούκι στον Κολωνό. Je suis animaux!
μουνόπανα, ουρλιάζει ο μαύρος
ντανταϊστικός μηδενισμός.

Προεκλογική παραβολή για επίδοξους μάγους

proekl

Ο λαός έρχεται να διορθώσει το σφάλμα τού μέντιουμ και με τη φιλόδοξη ψυχούλα του να κερδίσει λίγα ψίχουλα καλοζωίας και τα ναύλα για μια εκδρομή στη Μονή Βαρλαάμ. Εκεί που, ταξίδια, λεφτά, έρωτες, υγεία, ταπεινά προβλέπει ο μοναχός Παΐσιος ο Β΄ στη σκιά ενός μαυρισμένου κάκτου. Εκεί που σου μαντεύει το όνομα και το δείκτη κακομοιριάς.

Εκεί που ο λαός με την αχόρταγη αφέλεια καταναλώνει καραμελίτσες απ’ τα ευλογημένα χεράκια της εξουσίας. Με αντάλλαγμα λόγια αγάπης, τρίμματα αθανασίας και κομποσκοίνια, ο λαός δέχεται και παίρνει μέρος σ’ ένα κόλπο τεμαχισμού. Κόλπο κλασικό και παλαιό. Ο ταχυδακτυλουργός, ο μάγος, ο αρχηγός, ο γκουρού, τοποθετεί το λαό στο ορθογώνιο κουτί με τα τέσσερα πορτάκια.

Στη συνέχεια ο μάγος περνά ένα σπαθί μέσα απ’ τις ειδικές σχισμές κι ανοίγει γρήγορα καθένα απ’ τα πορτάκια δείχνοντας το σώμα τού λαού κομμένο φέτες. Οι Ευρωπαίοι χειροκροτούν, ενθουσιάζονται. Το κεφάλι τού λαού εμφανίζεται στο βάθος, τα πόδια στη μέση κι ο κορμός επάνω. Ο μάγος κάνει την επίδειξη γρήγορα, τμηματικά, υπολογίζοντας την απόσταση απ’ το κοινό, αποφεύγοντας τις αντανακλάσεις των φώτων.

Ο μάγος όμως, ο αρχηγός, ο ηγέτης, φιλοδοξεί να γίνει ο καλύτερος. Δουλεύει με επιμονή και φτιάχνει έναν ανώτερο θάλαμο. Ανοίγει τώρα τα τέσσερα πορτάκια ταυτόχρονα και δείχνει το λαό πραγματικά τεμαχισμένο στα τέσσερα. Χωρίς διπλά τοιχώματα, χωρίς μυστικές οδούς διαφυγής, χωρίς καθρέφτες.

Σε βαθμό που επιτρέπει στην τρόικα του κοινού να πλησιάσει και να ελέγξει. Να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι το θαύμα του τεμαχισμού. Να αξιολογήσει την τεχνική και τις λεπτεπίλεπτες κινήσεις. Η τρόικα ενθουσιάζεται. Οι Ευρωπαίοι χειροκροτούν. Τα λεφτά τους πιάνουν τόπο. Το θέαμα τούς ενθουσιάζει.

Ο μάγος τότε θριαμβευτικά ανοίγει για να βγει ο λαός περπατώντας χαμογελαστά. Όμως ο λαός δεν μπορεί. Εξακολουθεί να είναι διαμελισμένος. Με το σώμα του χωρισμένο σε τέσσερα εξαρθρωμένα κομμάτια, χαμογελά νευρικά στους Ευρωπαίους.

Ο μάγος ξεροκαταπίνει. Απευθύνει ένα τεράστιο χαμόγελο στο ευρωπαϊκό κοινό. Ευχαριστεί για τα εκκωφαντικά χειροκροτήματα. Υποκλίνεται ιπποτικά και φεύγει τρέμοντας απ’ τη σκηνή. Περνούν μέρες, εβδομάδες, μήνες, προσπαθεί να εξηγήσει την αποτυχία του αλλά δεν τα καταφέρνει. Ανοίγει τα πορτάκια και κοιτάζει τα μάτια του λαού, ο οποίος παραμένει τεμαχισμένος με σημάδια καλπάζουσας παράνοιας.

Καλπικός οργασμός

normal_pmom11

Η δημοκρατία μας συγγενεύει με το άφραχτο στόμα της σχισμής. Εδώ η σχισμή δε βυθομετριέται με γυμνό μάτι.

Καταφτάνουν απ’ την ερωτική φωλιά τους οι εύθραυστοι ψηφοφόροι. Τα νεογέννητα από εμβρυουλκό δημοσκόπου. Για λογαριασμό της εταιρίας που ανάμεσα στη φρίκη και την ομορφιά διαλέγει με προσήλωση φράγκα.

Εκεί που η εξίσωση στοιχίζει τη δεξιά με το φόβο και την αριστερά με την υποκρισία. Αφού με τη μυρουδιά του χασάπη θα πλαγιάσουν οι μαζούλες της έχτρας και του κέρδους. Και στο βασίλειο των πολιτικών παραβολών θα κρύψουν οι χειριστές τού πλήθους τα νομίσματα. Το συναίσθημα και τη μνήμη που επωάζει τα πισώπλατα μαχαιρώματα.

Το συμπαθέστατο γιγάντιο καπετάνιο που ξεμπάρκαρε και παλινωδεί στα ουζερί του Αγρινίου λέγοντας πως απ’ το μουνί της μάνας του εβγήκε Δεξιός και δεν πρόκειται ν’ αλλάξει.

Η κάλπη χωρά μόνο των δυο διαστάσεων κατάλογο ονομάτων, ανθρώπων που θέλουν να γίνουν βεζίρηδες και βεζιροπούλες. Να εκπροσωπήσουν το λαό στις διαπραγματεύσεις με το φαραώ.

Η κάλπη ξέρει και δεν αφήνει να γραδώσει στη σχισμή ο σατανικός κουμμουνισμός της ζωής.

Η κοιλιά της κάλπης γίνεται μήτρα του θηρίου. Αγροτική επαρχία και μπερδεμένη ομήγυρης στο ίδιο τσουβάλι.

Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας, χωρά τις μικρές του ιστορίες στην κάλπη. Κάλπικα θαύματα. Καλαμάκι για το φραπέ. Παροχές. Εκεί που γράφονται σουρεαλιστικά ποιήματα για σόμπες και θερμάστρες και καλοριφέρ που δε λειτουργούν πια.

Και οι καβαλάρηδες έχουν αποκοιμηθεί με αναμμένα μαγκάλια. Και λέω πως κάποιο είδος ανθρώπινο μου καταστρέφει την έμπνευση. Την ανθρωπιά που την εξηγείς σαν ανέκδοτο στα παιδιά σου. Κι ύστερα τους λες βέβαια αυτά δεν ισχύουν στη ζωή. Και τους κόβεις το βήχα και το οιδιπόδειο και τα μαθαίνεις στον καλπικό οργασμό.

Στο ανοξείδωτο χαμόγελο.

Στο πως πρέπει να κερδίσεις τη ζωή σου με ψέματα και ξύλινα σπαθιά. Δεξιότητες οδηγημένες στον ολοκληρωτισμό της οικόσιτης ευτυχίας.

Η κάλπη είναι προξενήτρα του παράδοξου. Ο κατασκευαστής παραδείσων ξέρει. Βάζει λεβέντες να μνημονεύσουν τη σοφία του λαού. Τους προσφιλείς τροφοδότες κάθε Μεσσία.