Κολατσιό στην Ελασσόνα

mageir

Να τηγανίζεις κεφτέδες στο κουζινάκι.
Ως το ταβάνι γυμνή.
Ω! τι έξαψη, να τσιρίζει το λάδι.
Χαίρε! να λέει σε σένα τη δούλη των ατμών.
Χαίρε! να λέει ο κομισάριος της σάρκας.
Αυτός που περιμένει να σε καταπιεί ωσάν κεφτέ
αυτός ο Ιμπεράτωρ
αυτός ο Εγώ
αυτός της βουλιμίας ο μπολιάρης.
Παντού κυρτός κι αλίμενος.
Παντού υγρός.
Παντού στομάχι έτοιμο
να καταπιεί την πείνα μιας γυμνής
να καταπιεί το Σύμπαν.
Ω! ναι
Να τηγανίζεις κεφτέδες στο κουζινάκι.
Ως το ταβάνι γυμνή.
Να μαγειρεύεις το φαΐ με το γαμήσι
βαθιά στο βουβαμένο χωροχρόνο
ν’ αφήνεις τη μονάδα, εμέ,
να διεισδύω στο απειράριθμο μηδέν.
Να κολατσίζω τους κεφτέδες και τα στήθια σου
να γλείφω δάχτυλα που τρύπωσαν στο μέλι
πόδια πλοκάμια λυρισμό
να με χορτάσεις ποιήματα
να με χορτάσεις οίστρο
Αγία των κουζινικών
Αμνάδα εσύ των οργασμών
Μάρτυς μου η σχισμή και το λοφίο της
Μάρτυς μου η λέξη δαγκωνιά
Η λέξη Ελασσόνα

Ρομάντζο

SONY DSC

Είναι σπουδαίο πράγμα να μπορεί ο καλλιτέχνης να σου μεταδώσει τη θλίψη του ή τη χαρά του. Να σε βάλει μέσα στις φλέβες του για ν’ ακούσεις το μουρμουρητό ενός άλλου κόσμου. Να αποθέσει πάνω σου ένα σωματίδιο ανθρώπινης σάρκας, σα να αφήνει σπόρια και μικροοργανισμούς να γονιμοποιήσουν τη γη.

Είναι σπουδαίο πράγμα αυτός ο βάνδαλος αλχημιστής των νοημάτων να σε τραβήξει για λίγο μέσα στο φετιχιστικό του σύμπαν. Διότι ο καλλιτέχνης είναι πρωτίστως φετιχιστής. Υπογραμμίζει την ερωτοποίηση του σώματος χωρίς το σώμα, υποσκάπτοντας τις κατεστημένες αξίες της σεξουαλικότητας και της κανονικότητας.

Είναι ο εραστής που περιφέρεται φορώντας στο κεφάλι του την κιλότα της αγαπημένης του. Είναι αυτός που θα σε μυήσει, αυτός που θα σε εκπαιδεύσει. Αυτός που θα σε οδηγήσει στη ρίζα κάθε πράγματος μέσω μιας διαρκούς μαθητείας.

Είναι ο δάσκαλος που δεν έχεις δει ούτε έχεις αγγίξει αλλά έχεις πλαγιάσει μαζί του με τον πιο γόνιμο και ερωτοποιό τρόπο.

Ο καλλιτέχνης είναι μεγάλος από τη στιγμή που κάνει το θεατή του καλλιτέχνη, διαρρηγνύοντας τα ιμάτια των βεβαιοτήτων του, παρουσιάζοντας τα πράγματα ως είναι και ως έχουν μέσα στην εσχατιά της γυμνότητας που ένα χιλιοστό πιο πέρα γίνεται πράξη και επανάσταση και αλλαγή, ξεφεύγοντας απ’ τα δεσμά της κατεστημένης τέχνης.

Είναι η στιγμή που το πρόσωπο ξαναβρίσκει το σώμα του και λειτουργεί μαζί του ως φυσική ενότητα, ως Ένα. Είναι η στιγμή που η τέχνη και τα πράγματα κυλούν πλέον στο ίδιο φυσικό ρυάκι και η καλλιτεχνική πράξη έχει σαρκωθεί ονομάζοντας, ορίζοντας και κινώντας τα ζωντανά όντα.

Είναι η στιγμή που η τέχνη αξιοποιείται ως δυνατότητα απελευθέρωσης του σώματος από την κοινωνική τάξη και την τυραννία του λόγου. Απ’ τις σφαγές, τον εξανδραποδισμό και τη βαρβαρότητα.

Είναι η στιγμή χαρτογράφησης της ανδρόγυνης αγωνίας. Τα δυο όντα που για να ευτυχήσουν γίνονται ένα. Τα δυο όντα που γνωρίζονται με τον πλέον συνουσιακό τρόπο.

Με τον καλλιτέχνη πρώτα ερωτοτροπείς και ξεσχίζεσαι και κατόπιν αρχίζεις γνωριμία και συνύπαρξη. Εδώ η σχέση είναι ανάποδη. Δηλαδή ορθή και ζωοποιός. Εδώ δεν υπάρχει επιτήδευση και διαμεσολάβηση. Συντάγματα και κανόνες και ηθικές επιταγές.

Εδώ υπάρχει το Αιώνιο Θηλυκό, ο δημιουργός του κόσμου. Εδώ βλέπω κάθε πόρο της σαρκώδους μάζας των γλουτών της. Βλέπω τα νεύρα της και τα αγγεία της μέχρι το κόκκαλο. Εκείνο το απίθανο σημείο όπου ενώνονται τα μπούτια σαν γαλαξίες περιμένοντας τον αρσενικό κανίβαλο σπασμό. Εκείνο το ιερό χύσιμο. Εκείνο το ξαλάφρωμα της μιας και μοναδικής ζωής.

Εισάγω Στην Ποίηση Τη Λέξη Διάρροια

4410565_001_anton_solomoukha____E_O___E__E___A___________P

Στην Ελλαδίτσα μας οι φιλόλογοι στέκονται σαν τις μύγες πάνω στα σκατά του Σεφέρη. Μέσα στην ασφάλεια του νοήματος που έχει σκανάρει η Κακαδημία και ο κατεστημένος εκδοτικός συρφετός η λογοτεχνία μοιάζει με παλούκι στον κώλο της μαθητιώσας νεολαίας.

Με προσοχή χειρούργου, οι ανθολόγοι, φορώντας το φωτοστέφανο της κυρίαρχης ιδεολογίας, θα αφήσουν τα ανεξίτηλα στίγματα της χρηστής ηθικότητας που επιτάσσει η εξουσία. Ολίγη σχολική κουλτούρα και μετά βουρ στον σκυλάδικο πατσά. Στον αχταρμά του καθημερινού βίου που έχει ενσωματώσει όλα τα πορνογραφικά συμφραζόμενα του αστικού πολιτικού αμοραλισμού.

Χρειαζόμαστε τόσα ώστε να πουλήσουμε ακριβά το τομάρι μας. Και μας φτάνουν οι νομπελίστες και οι αυλικοί τους και μερικά σακιά βαρετής μυθιστορίας του άστεως για να περάσουμε τις εξετάσεις. Μέχρι εδώ. Δεν ψάχνουμε για τίποτε άλλο και δεν πειραματιζόμαστε και δεν ανοίγουμε δρόμους.

Βολεμένοι και άβουλοι αντάμα, σνομπάρουμε το μέσα μας δαίμονα που δε βολεύεται με τσάι, και, κακής ποιότητας αλκοόλ, για να το παίξουμε καταραμένοι, προωθώντας τη σαβούρα μας, πουλώντας αλητεία και κατάθλιψη στη Μύκονο με τα λεφτά του μπαμπά.

Στη λογοτεχνία που γράφεται σήμερα και αναπνέει απ’ την κωλοτρυπίδα της ζωής κι όχι απ’ το γυάλινο ρουθούνι του εκδότη-νταβατζή δεν συνιστούν κριτήρια καθ’ εαυτά ούτε το ωραίο ούτε το άσχημο, ούτε το καλό ούτε το κακό. Δεν έχουν αξία παρά βιωμένα μέσα σ’ ένα «δι’ εαυτόν» στα πλαίσια μιας αέναης εσωτερίκευσης της αισθητικής.

Γι’ αυτό η λογοτεχνία αυτή ενοχλεί. Αρνείται την εκ των προτέρων ισχύ των απόλυτων, ελεγχόμενων κριτηρίων, υποσκάπτοντας τις σίγουρες αξίες που ορίζονται άπαξ δια παντός από τους θιασώτες μιας συγκεκριμένης ηθικής τάξης.

Μπορούν λοιπόν, οι νέες και οι νέοι να αναφωνήσουν πια, «Γαμώ τη λογοτεχνία σας», και μπορούν να το γράψουν στους τοίχους του σχολείου τους, όπως έκανε ο Ουκρανός καλλιτέχνης Άντον Σολομούκα δίνοντας σε μιαν έκθεσή του τον τίτλο «Γαμώ την τηλεόρασή σας», όπου τη θέση της μικρής οθόνης καταλάμβαναν οι γλουτοί της Ίρμα Μπολκόφ, αξιοποιώντας το διαβρωτικό και διεκδικητικό δυναμικό του «υπογείου» και του «κάτω» που υπενθύμιζε ο ποιητής Φερέιρα Γκουλάρ για να καταγγείλει την πείνα στο Νορντέστε της Βραζιλίας: «Εισάγω στην ποίηση/Τη λέξη διάρροια./Όποιος δεν μιλάει παρά για λουλούδια δεν τα λέει όλα».

Αθλοπαιδιές

atlo

Το ποίημα μου είναι προϊόν εγκατάλειψης. Ποτέ δεν τελειώνουμε τα ποιήματά μας, απλώς τα εγκαταλείπουμε. Κι αυτή τη μέγιστη συνουσιακή πράξη της γραφής την οφείλουμε στην καχυποψία μας για τον κόσμο. Ο κόσμος αμφιβάλει για μας κι εμείς γι’ αυτόν.

Το ποίημα σφετερίζεται το μέλλον. Γράφεται σαν διάλογος με κάποιον απόντα που καιροφυλακτεί για να τρυπώσει κι αυτός μέσα στο λεξιακό κυκεώνα. Γράφεται απορυθμίζοντας τον φόβο, καταγράφοντας αλλιώς τη στιγμή που πέρασε μέσα στη μνήμη των ανθρώπων.

Γράφεται με την ηλιόλουστη διάθεση της χαράς αλλά και του αιώνιου πένθους. Πάντα μέσα στην επισφάλεια που ο χρόνος φευγατίζει στα βάθη της λήθης.

Το ποιηματάκι μας διαθέτει τη ρέμπελη ασέβεια κάθε δημιουργικής αυταπάτης. Μοναχικό και δύσβατο, ποτισμένο με το πατρογονικό αίμα κάθε υπαρξιακής φάρσας που έστησε εμπρός μας η ιστορία.

Διαθέτουμε γονίδια που θρησκεύονται στα σεπτά δώματα της ηδονής. Της ηδονής που γίνεται και οδύνη απειράριθμη και απόκριμα της δημιουργικής μας φύσης εν κραταιά φωτοστασία.

Γράφω και ανταμώνω με στερεά και υγρά, με αερικά και πετούμενα. Ίπταμαι ή τρώω τα μούτρα μου. Μεγαλουργώ και μεγαλοπιάνομαι μέσα στο μονοπάτι της μοναχικότητας.

Πότε αυτιστικός βρεφογέροντας εκτοξεύοντας πορδοσοφίες και πότε γυμνασμένος ουροβόρος όφις δαγκώνοντας την ουρά μου ή γλείφοντας το πέος μου σαν τον τρομερό και φοβερό Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο εξασκημένος απ’ την αδιάκοπη ποιητική γιόγκα και τον αποσυνάγωγο οίστρο των ορμών.

Δεν έχω ηθικούς σκοπούς γι’ αυτό ασκώ τη δημοσιογραφία των μηδαμινών. Τα ποιήματα μου στάζουν, τα ποιήματά μου μυρίζουν μουνί, τα ποιήματά μου πεινάνε, γι’ αυτό κατασπαράσσουν τους φτωχούληδες του θεού που τους μαγάρισε ο θαυματοποιός μύθος που έγινε μάγος, παπάς, γκουρού, ηγέτης, διαφωτιστής και βγάζει φράγκα.

Το ποίημά μου βγαίνει πολλές φορές λίγο πιο έξυπνο από μένα, γι’ αυτό προτιμώ τα χαζά ποιήματα και τα ποιήματα που μου υπαγορεύει ο παμφάγος αγριόχοιρος της στιγμής, αυτός που αδιαφορεί για τα σκάγια των αδιάκριτων βλεμμάτων και τα δηλητηριώδη σχόλια. Αυτός που διακονεί την υπεροψία της ορμής του. Την μέσα μύχια καύλα που απαιτεί την πιο βαθιά ακοή.

Εδώ σας μιλάει η σάρκα, καταβάλλοντας τα υψηλά λύτρα της ηδονής και της οδύνης. Από εδώ σας ομιλούν οι ελεύθεροι αγωνιζόμενοι μοναχικοί, οι βροτοί και κατατεθνηότες.

Το Μέγα Αφροδίσιον

megafro

Ζούμε την απόλαυση του ξεβρακώματος. Ξεβρακώνουμε κάθε ιδιωτική μας στιγμή. Έχοντας εσωτερικεύσει πλήρως τον πανοπτισμό που μετατρέπει την κακούργα κοινωνία σε μιαν απέραντη φυλακή. Απ’ το μαντρί έχεις μια ελπίδα να το σκάσεις, απ’ την φυλακή όμως καμιά.

Η ολοκληρωτική άλωση του ιδιωτικού χώρου βγάζει στο σφυρί κάθε στιγμή χαράς ή πόνου. Οι έφηβοι, που, παλαιόθεν ήτο τραγιά καυλωμένα, τώρα μοντάρουν το ναρκισσισμό των στιγμών τους για να τον ποστάρουν στο υπερπέραν. Για να σαλέψουν μέσα στη ζεστή ψηφιακή μασχάλη της φιλίας εξ αποστάσεως και του θυμού εξ αποστάσεως και της καύλας εξ αποστάσεως.

Ακόμα και την πιο μηδαμινή μυστική κόχη τους την έχει βγάλει απ’ τη σκιά ένα σκληρό φως. Απ’ τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των σχολείων θα μεταφερθούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της εργασίας, της καριέρας ή της ανεργίας. Θα αναγκαστούν να υπακούσουν σε νόμους για τους οποίους δε συναίνεσαν ποτέ, πληρώντας υπέρογκους φόρους για τη συντήρηση των φυλακών μέσα στις οποίες είναι κλεισμένοι.

Εδώ λαμβάνει χώρα η σύγκρουση ανάμεσα στην αυτό-περιγραφή ή την αυτό-αναπαράσταση του ξεβρακωμένου και της προσπάθειας του διαφημιστή να διαρρήξει τον εξωτερικό πέπλο αξιοπρέπειας του, ώστε να τον αποκαλύψει κοινωνικά, ηθικά, σεξουαλικά και να τον κατακτήσει πουλώντας του μια μαλακία ή έναν τρόπο ζωής.

Για να τον κάνει ένα δραστήριο κουράδα που θα ανταλλάσει ανενόχλητα ιδιωτικές στιγμές. Για να προσπορίσει κάθε επιθυμία εις τον αγοραίο φουτουρισμό της παρακμής.

Κομμένα κεφάλια, πνιγμένα παιδιά, βόμβες και πτώματα προελαύνουν εις τον εθισμένο λοβό. Θα σε σκοτώσω για να μη με σκοτώσεις, θα σε γαμήσω για να μη με γαμήσεις. Και το φάρμακο για την αποκατάσταση του ψυχισμού μου είναι το ξεβράκωμα.

Μέσα στις χαοτικές εικόνες βίας και βλακείας των ειδήσεων εγώ προτάσσω το ξυρισμένο μου κεφάλι, το τατουάζ στον αφαλό, την κωλοχαράδρα της συμμαθήτριας που απαθανάτισα εν κρυπτώ και παραβύστω. Εγώ προτάσσω το Εγώ. Ξεβρακώνομαι χωρίς να μου το ζητήσεις.

Αν κάποτε υπήρχε μια βαθειά διαβολικά θεϊκή ανάγκη για το κουτσομπολιό της γειτονιάς σήμερα η μόνη ανάγκη για το διαρκές ψηφιακό κουτσομπολιό είναι τα φλόκια. Τα χύσια. Το ξέσπασμα. Μπουκωμένοι και καταπιεσμένοι προσπαθούν να ξεσπάσουν υποβιβάζοντας την ύπαρξή τους στην εικόνα τους και το φύλλο τους στο γεννητικό τους όργανο, εκφράζοντας μια χασάπικη αντίληψη για την ανθρώπινη σάρκα.

Προωθώντας μιαν άχαρη μηχανική της επικοινωνίας των σωμάτων που βρίσκεται στον αντίποδα των ελεύθερων ηδονών, ευθυγραμμίζοντας τις ανάγκες τους με το σεξουαλικό ψεύδος της κοινωνίας της ακραίας βίας και της ακραίας εκμετάλλευσης.

Ας ξεβρακωθούμε λοιπόν όλοι μαζί στο μεγάλο ψηφιακό παχνί. Εξ αποστάσεως πάντα και εξ αντανακλάσεως. Δια να μην κολλήσουμε το Μέγα Αφροδίσιον.

Φίλτατοι έφηβοι και μη έφηβοι, αλιείς δόξης και αποδοχής και αλοξοκωλιάς, αγρευτές φίλων που δεν κοινώνησαν το ζουμάκι σας, αδέρφια ποιητές που σας ξέγραψε το συγκρότημα Λαμπράκη και το κανάλι της βουλής και η κακαδημία σας άφησε χωρίς βραβείο εις το απατηλόν μασκαρεμένο γήρας σας, σας πληροφορώ πως η απόσταση είναι η μεγαλύτερη καπότα. Δεν πρόκειται να κολλήσετε Τίποτε και Ποτέ.

Food For Thought

food-for-thought-oil-2022-x-3022

στην Καναδή Καλλιτέχνιδα Circe  

Ο έρωτας είναι μια λιχουδιά. Δίπλα στην κλίνη των περιπτύξεων υπάρχουν φρούτα, παγωτά και εκλεκτά γλυκίσματα. Τα χαϊδολογήματα συνοδεύονται με λικέρ και κρέμα βανίλιας. Κάθε πράγμα σε τούτο το μικρό μας κόσμο θέλει να σερβιριστεί, θέλει να το δρέψουμε και να το καταβροχθίσουμε στην ώρα του.

Οι εραστές σιγοψήνονται μέχρι να καταβροχθίσουν ο ένας τον άλλο. Μέχρι να δαγκώσει ο ένας τον άλλο. Μέχρι να ξελιγώσει ο ένας τον άλλο. Μια κοπέλα με όλη τη φρεσκάδα της και την ομορφιά πάλλεται και σπαρταρά σαν ομελέτα, έτοιμη να την καταβροχθίσουμε μόλις βγαίνει απ’ το τηγάνι της παρθενίας.

Το ερωτικό γλέντι είναι ένα σαρκικό φαγοπότι. Γαστρονομική ηδονή και ερωτική ηδονή ανταμώνουν υπό την αιγίδα του στόματος. Χείλη και γλώσσα φέρνουν στον ουρανίσκο το ζουμερό δέλεαρ προσκρούοντας στους θύλακες της απροσπέλαστης και ποθούμενης παρειάς. Οι ερωτευμένοι ζουν μέσα στα μέλια. Ζουν το μήνα του μέλιτος.

Κάποιοι προσπαθούν να ψήσουν το αντικείμενο του πόθου τους κι αρχίζουν το ψηστήρι. Τα βυζιά, ποιητική αδεία, είναι μήλα, αχλάδια, πεπόνια, πορτοκάλια. Οι όρχεις καρύδια, ο φαλλός μπανάνα, αγγούρι, μελιτζάνα. Μια γυναίκα έχει μάτια αμυγδαλωτά, σαρκώδη χείλη, μάγουλο βερίκοκο, χειλάκι πετροκέρασο. Ένας κήπος από ώριμους καρπούς για το λαίμαργο στόμα του εραστή.

Αγαπώ τον άλλο σημαίνει ότι τρέφομαι απ’ αυτόν, τον γεύομαι, ότι ξελιγώνομαι γι’ αυτόν. Το σεξ είναι ένα μεταφορικό σχήμα του γεύματος. Ο έρωτας είναι το φαγητό του μυαλού και της καρδιάς. Η έλλειψή του οδηγεί στην τρέλα και στην κακή παλαβομάρα. Ο στερημένος από φαΐ θα κλέψει και θα σκοτώσει για να φάει. Ο στερημένος από σεξ θα βιάσει έως θανάτου για να θρέψει τη στέρησή του που έγινε τέρας και θέλει αίμα.

Οι αχόρταγοι άνθρωποι θέλουν όλο το φαΐ και όλο το σεξ μόνο γι’ αυτούς. Έχουν φτιάξει στρατούς και αστυνομίες, κόμματα και εκκλησιές, μαντριά και σχολεία, για να μην τους πάρουν το σεξ και το φαΐ. Ολόκληρη η ανθρωπότητα δουλεύει για το καλό φαΐ και το ακόμα καλύτερο σεξ του καπιταλιστή.

Απ’ την ρομαντική ερωτογραφία μέχρι την οργανική γκουρμέ μηχανική της μαγειρικής υπάρχουν εργάτες που δε χαίρονται το δικό τους φαΐ και το δικό τους σεξ. Διότι μονίμως ετοιμάζουν το φαΐ και το σεξ των άλλων.

Συγγραφείς που πέθαναν φθισικοί σε υπόγεια τραγούδησαν μέσα στη δική τους σεξουαλική ένδεια τον ερωτικό οίστρο και τον λιμπιντικό πληθωρισμό του ιππότη και του βασιλιά. Η ευχαρίστηση των βασιλιάδων έγινε το αγαπημένο ανάγνωσμα των φτωχών. Χλιδάτοι και παθιασμένοι έρωτες και φαγιά. Φαγοπότια και ποτά για του ανδρείους της ηδονής. Αυτά που παίρνουν μάτι οι φτωχοί στις εικόνες και στις λογοτεχνίες ως σεξουαλικά συμπληρώματα διατροφής.

Ο τηλεοπτικός μαγειρικός πανζουρλισμός με τα εξωτικά φαγιά. Αυτά που δεν θα τα δοκιμάσουν ποτέ οι τηλεπότες υπήκοοι αλλά θα ερεθίσουν τα γαστρικά τους υγρά για να τρέξουν και να καταβροχθίσουν ένα χάμπουργκερ από αρουραίο.

Για να τρέξουν στο ψηφιακό πλανητικό πορνείο να ξελαμπικάρουν. Να μαλακιστούν, να χύσουν, να ξεδώσουν στα γρήγορα, να κρατήσουν δυνάμεις για τη δουλειά και την καριέρα. Να δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό ετοιμάζοντας το σούπερ φαί και το σούπερ σεξ του κυρίου ημών καπιταλιστή.

Light My Fire

light

στη Χαρά Πελεκάνου και στον Τέο Ρόμβο

Λατρεύουμε τη φωτιά, αυτή που εξανεμίζει την πνοή της μέσα στο χωροχρονικό συνεχές του σύμπαντος κόσμου. Λατρεύουμε αυτό το στοιχείο του πάθους. Τη γλώσσα της αγάπης και του πόθου. Τους ερωτοχτυπημένους που φλέγονται. Τους ποιητές που βάζουν φωτιά στον εαυτό τους και οι άνθρωποι τους βλέπουν να καίγονται μες στα ποιήματά τους.

Οι αρχαίοι άνθρωποι κατάφεραν να κλέψουν τη φωτιά απ’ τους θεούς. Κατάφεραν δηλαδή να ξεφύγουν απ’ την κατάσταση της μακαρίου άγνοιας.

Μια πονηρή αλεπού έκλεψε τη φωτιά απ’ το χωριό των πυγολαμπίδων και τη σκόρπισε στη γη. Ένας κάστορας έκλεψε τη φωτιά απ’ τα πεύκα κι ένας κόρακας έκαψε τα φτερά του κρύβοντάς τη. Μα ο πιο διάσημος κλέφτης φωτιάς υπήρξε ο Προμηθέας τον οποίο ο Δίας αλυσόδεσε σ’ ένα βράχο στον Καύκασο, όπου καθημερινά ένας αετός του έτρωγε το συκώτι.

Η φωτιά έδωσε τη γλώσσα και την ομιλία στους ανθρώπους. Γύρω απ’ τη φωτιά, πίνοντας τα πρώτα φτηνά ποτά άρχισαν οι μυθολογίες και οι θρύλοι, το μοίρασμα της εμπειρίας, το τραγούδι και το καλό φαγητό. Γύρω απ’ τη φωτιά άρχιζε το τρελό γαμήσι και τα μεγαλειώδη ηρωικά έπη.

Η φωτιά έκλωθε τις ιστορίες και ζωντάνευε την ανθρώπινη περιέργεια. Εκεί γύρω απ’ τη φωτιά οι πρώτοι άνθρωποι του πλανήτη επιχείρησαν να εξηγήσουν τον ήλιο και τ’ αστέρια, τον άνεμο και τη βροχή και συνάμα ολόκληρο τον θαυμαστό και ακατάληπτο κόσμο.

Μα στη φωτιά καίνε τους επαναστάτες και τους επιστήμονες. Τους φιλοσόφους και τους συγγραφείς κάθε ερωτογραφίας. Ο Τζιορντάνο Μπρούνο καίγεται επειδή υποστήριξε ότι το σύμπαν είναι αιώνιο και άπειρο. Ο Βανίνι καίγεται δεμένος σ’ έναν πάσαλο στην Τουλούζη αφού προηγουμένως του έχουν κόψει τη γλώσσα. Ο Κλώντ Λε Πετί έχει την ίδια τύχη επειδή ένα άσεμνο σονέτο του, που ο αέρας σήκωσε από το γραφείο του, βρέθηκε στο δρόμο.

Η πυρά περιμένει όποιον δεν βγάζει το καπέλο του στο πέρασμα μιας λιτανείας.

Η ανάγνωση του Επίκουρου θεωρείται διαστροφή και απιστία. Οι χριστιανοί και οι φασίστες καίνε βιβλία και ανθρώπους. Μέσα στη φωτιά που τα γέννησε εκεί όπου το άυλο και το ρευστό ζύμωσαν τις πιο επικίνδυνες ιδέες για την εξουσία και τον κλήρο.

Όμως ακόμα και η απειροελάχιστη στάχτη θεραπεύει τους μώλωπες των μονομάχων και το ξυλοκάρβουνο με το μέλι επουλώνει τις πληγές. Μέσα απ’ αυτές τις στάχτες του πολέμου και της ιεράς εξέτασης εμφανίζεται ξανά και ξανά ο υπερμεγέθης φαλλός των νέων ιδεών, γονιμοποιώντας την καυλωμένη νεότητα.

Η αριστοκρατία και η αστική τάξη βούλιαξαν στην κενοδοξία, τη φιλαυτία και την επίδειξη. Ο κόσμος θα διχαστεί ευτυχώς ξανά, για να αλλάξει, και πάλι πρωταγωνίστρια θα είναι η φωτιά. Η ηδονή γίνεται το όπλο των μηδαμινών και των καταφρονεμένων. Οι κολασμένοι της γης θέλουν να φάνε και να γαμήσουν σαν άνθρωποι. Αποκηρύσσουν τη δουλεία και σφάζουν τους πατρόνους της.

Ο νέος κόσμος, αυτό το μεγαλειώδες δημιούργημα της φωτιάς, θα διχαστεί σε λαμπρούς κατεργάρηδες και ενάρετα χούφταλα, τους οποίους αποπλανά όλους η μαντάμ Ακολασία, αυτή η αιωνίως άκαυστη φωτιά.