ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Σεπτεμβρίου, 2012

Ψίχες ψωμιού ζεστού

Η ποίηση είναι η κλειτορίδα της ουτοπίας. Κι όταν η γλώσσα κάνει το χρέος της η ουτοπία φτάνει σε οργασμό.

Με θέα το κενό επινοείς τους πιο στέρεους κόσμους.

Το σαρκοβόρο ωδικό πτηνό γοητεύει με στιχάκια.

Εν μέσω αλγεβρικών δομών το συναγμένο αλατάκι της μήτρας.

Στέφανα γάμου χειροπέδες κι ατιμασμένες προαιρέσεις. Βαφτιστικά εν μέσω θρόμβων ευτυχίας.

Παραδεισένια Λάρισα. Οίστρος καμπίσιος.

Όλες στη σειρά οι βεβαιότητες πήραν όρκο σιωπής.

Αν θέλεις μίλα τόσο δυνατά όσο η ηχηρή σιωπή της νύχτας.

Τα παραδείγματα σκοτώνουν την ακρίβεια της φόρμας.

Η ανεργία του διαβόλου σπέρνει διαβολόπαιδα.

Ιδιότροπες παρθένες με το δάχτυλο στη σκανδάλη.

Το γαμήσι είναι το πρατήριο καυσίμων της ευτυχίας. Κι οι ποιητές στυγνοί πρατη-ριούχοι.

Τα παιδιά των οπορτουνιστών έχουν βιομηχανία με μολότωφ.

Ω διανόηση, αδέξια παλακίδα.

Η παρακμή της νόησης είναι η πραγμάτωση της κοινωνικής βλακείας.

Η ελεημοσύνη είναι μια ιδιαίτερα αξιοπρόσεχτη παραδοξότητα.

Οι μουχλιασμένες θεωρίες των παιδαγωγών είναι η πενικιλίνη της εξουσίας.

Γενναίοι ομοφυλόφιλοι ρυθμίζουν τη λογοτεχνική κυκλοφορία της χώρας.

Το ειρωνικό σαρδόνιο γέλιο των οδοκαθαριστών του κόσμου. Φαφούτικο πάντα εκπληρώνει τις υποσχέσεις κάθε απόρριψης.

Συμμαζεμένοι άνθρωποι του οικονομικού χάους.

Μια χιονοστιβάδα μπαλαρίνες τόσο ανελέητα λευκή.

Όταν ο μικροαστισμός κήρυξε την πλήρη ιδιωτικοποίηση του σεξ, τα μπουρδέλα απέκτησαν ταμειακή μηχανή.

Το παιδί είναι η πραμάτεια της άγονης αρμονίας των συζύγων.

Παρδαλά παρατσούκλια δεσποτάδων στο καρναβάλι του θεού.

Όλες οι θρησκείες έχουν για πιστούς πλάσματα που ζητιανεύουν αυταπάτες.

Ένα φίνο Κυριακάτικο πρωινό προϋποθέτει μια χαμηλόφωνη πόλη.

Άδειο στομάχι πάνω από γεμάτες πιατέλες φέρνει καυγάδες.

Η οικογενειακή εστία είναι ένα συγκαλυμμένο οπλοστάσιο.

Παρατηρώ στις ταβέρνες τους μοναχικούς παραδομένους στην πιο οδυνηρή στιγμή της μοναξιάς.

Ένα ασοβάντιστο φανταστικό πορνείο στα καλάθια των νοικοκυραίων.

Την άνοιξη ο λαμπερός ήλιος επαληθεύει τη βασική αρχή της διείσδυσης.

Ιστιοφόρο με φεγγάρι και φρεσκοκομμένα λουλούδια άδετα και σκόρπια στο κατάστρωμα του κόσμου.

Όταν η τέχνη γίνεται αυστηρή ακόμα και το βαμβάκι σφάζει.

Τουρίστες ξεμαλλιασμένοι με φωτογραφικές μηχανές ψωνίζουν την πόλη.

Να ξεχωρίζεις τις χώρες απ’ τον τρόπο που γδύνονται τα θηλυκά.

Όταν κόβεις τον ομφάλιο λώρο με τα μυστήρια της φύσης, η ζωή σε πετάει έξω με τις κλωτσιές.

Το άκουσμα του κακού σβήνει μέσα στην πρώτη βουβή τρομάρα.

Οι θυγατέρες του διαβόλου έχουν επιστημονικές παρορμήσεις.

Περιμένω την πρώτη τουφεκιά να το βάλω στα πόδια.

Η γενιά που θα σαλτάρει

Φτάσαμε σχεδόν να ζητάμε οίκτο και να επαληθεύουμε θεωρίες νικητών. Μπροστά στο δέντρο του ιερού οικονομισμού, εκεί, που στα κλαδιά του οι αστοί ρυμοτομούν την ανθρώπινη ύπαρξη, στεκόμαστε σαν χάνοι και μετράμε βαριά πλήγματα και φαύλες μεγαλοφυείς μοχθηρίες πολιτικών φιλοσόφων και δεινοσαύρων του δημόσιου βίου. Η εθνική κουλτούρα από τη μια, γυαλισμένη και λουστραρισμένη κι απ’ την άλλη η νεωτερική υστερία για έναν νέο αλλόγλωσσο πατριό. Είμαστε παιδιά που στα δεκαπέντε μας δεν το σκάσαμε απ’ το σπίτι κι αυτό πληρώνουμε. Απ’ το παραχάιδεμα και τις υποσχέσεις παραλείψαμε να το κάνουμε σκαστό απ’ τους γονείς μας. Αποφύγαμε την έκθεση στην ανασφάλεια όταν η εφηβική μας ηλικία το απαιτούσε και δεν γνωρίσαμε αυτό που η γοητεία της αλητείας και της πλάνης μας ωθούσε να γνωρίσουμε και δεν ήταν τίποτε άλλο έξω απ’ την ευτυχία της ζωής. Του νοήματος που χάθηκε σε εξετάσεις, προσδοκίες, πτυχία και όνειρα που ζέχνουν μικροαστισμό. Η άψυχη πληθωρικότητα μιας ιστορίας μαγαρισμένης με μισαλλοδοξία μας καταπλάκωσε. Οι γενναίοι και οι ήρωες που τους ρούφηξαν τα ωραία δειλινά και το καθεστωτικό σινεμά της μεσαίας τάξης μεταμορφώθηκαν σε νωθρούς πασάδες στα χάνια του οκνηρού κοινοβουλευτισμού. Διδαχθήκαμε αντί για την ισότητα την ισοπέδωση κι αντί για την αλληλεγγύη την ανοχή. Ένα τελετουργικό γκρίνιας μπροστά στο μπούστο του Πατέρα Παντοκράτορα πλούτου που μας κλειδώνει τελευταία έξω απ’ το σπίτι πετώντας μας τα ξεροκόμματα που αφήσαν τα σκυλιά του. Όμως κατά βάθος εκείνο που τρομοκρατεί κάθε κατεστημένο είναι η σκοτεινή επίγνωση της πατροκτονίας. Η γενιά που θα σαλτάρει σαν μαργαριτάρι απ’ το κέλυφος του ανοιχτού στρειδιού στολίζοντας τον κόρφο του τρομερού μέλλοντος. Ένα προλεταριάτο ζυμωμένο με χασούρες και μια αστική τάξη αποβλακωμένη απ’ την κερδοσκοπική μανία δεν έχουν παρά να περιμένουν τις καταστροφικές νύχτες του τελευταίου πολέμου. Με κείνη την ελάχιστα πονετική μακαριότητα των επιληπτικών.

Αιώρα στο φωταγωγό

Κάποιοι κάνουν ασκήσεις δικαίου. Ένα παραγινωμένο δίκαιο. Ένα δίκαιο άδικο. Ένα νοσηρό δίκαιο χωρίς ηθικά αιτήματα για το μέλλον. Ένα δίκαιο προορισμένο γι’ αυτούς που υπακούουν τυφλά στο εγώ τους. Μετρούν το ύστατο κουράγιο της ντροπής και της καταισχύνης όσων υποφέρουν από πείνα, ύπαρξη ή αναμνήσεις. Είναι οι σταδιακοί ερειπωτές ενός κόσμου που αποπειράθηκε να τιθασεύσει τους δαίμονές του κατευθύνοντας τη συμποτική ευωχία του σε μιαν απεριόριστη ηδονή εν φθόνω. Σε μια διαρκή εξακρίβωση στοιχείων όσων στοχαστήκαν την ανθρώπινη μοίρα έξω απ’ τους φράχτες των καταναγκασμών. Χρησιμοποιώντας μια θλιβερή μέθοδο αποδόμησης, αποθεώνοντας φετιχιστικά τη φιλολογία περί δικαίου αλλά καταρρακώνοντας δραματικά την ουσίας της. Τα έθνη πια δεν μπορούν να ταΐσουν τους ήρωές τους και στοιβάζονται στα συσσίτια και τις ελεημοσύνες, ποδοπατημένα απ’ τους διαχειριστές του δικαίου. Απ’ τα πρώην παιδιά που σπούδασαν την οικονομία της εργατικής δύναμης και τη διαχείριση του αφανισμού όσων περισσεύουν. Που άδραξαν ψιχία ορθολογισμού στην εσπερία ανάμεσα από ιωβηλαία και εστεμμένες κεφαλές. Μισθοφόροι των αριθμών, ένας μικρός στρατός από γραβάτες προορισμένος να ποζάρει για τη νέα Γκουέρνικα που με μιαν αποβλακωτική ακρίβεια προελαύνει.

Η ανίατη ασθένεια

Στον Τίτο Π.

Ρημάχτηκες δικέ μου
σα χαρτογράφος που
ζητιάνεψε διαβήτη
απ’ τον κατακτητή.
Με το φαράσι μάζεψες
το διασυρμό, τις φήμες
κι έξω στο μακρινό ωκεανό δεν
έσωσες κανέναν απ’ το θάνατο.
Κι όλη η σοφία σου, οι καύλες σου
τα ποιήματα, τα ωραία τιμαλφή
έγιναν αλοιφή στα χέρια
των φονιάδων. Και τώρα αυτό
σου απέμεινε μονάχα ποιητή
της ήττας, βραχμάνε
της ατημέλητης βραχνάδας
αυτό μονάχα τώρα σου απέμεινε
η ανίατη ασθένεια της ζωής.

Αφήστε μας στον πόνο μας

Αφήστε μας στον πόνο μας
κάτω απ’ τον ήλιο και κάτω
απ’ τα σκεπάσματα. Αφήστε μας
στη γύμνια μας, στην παρακμή,
στο βαθύ γαλάζιο δίπλα μας.
Αφήστε μας στα νησιά και στις
χαράδρες. Αφήστε μας στην
ησυχία μας, δάσκαλοι ραπτομηχανές
και ποντοπόροι του κράτους
διαφωτιστές. Αφήστε μας
έξω απ’ τα κουτιά και τις πλάνες
τις ψευδαισθήσεις, τον ούριο
άνεμο της καλοζωίας. Αφήστε μας
έκθετους στις μυρουδιές και
τους κινδύνους. Αφήστε μας
μόνους κι αβοήθητους στα σκοτάδια.
Αφήστε μας να πράξουμε τα δέοντα
των ασέμνων υπερουρανίων κόσμων.
Αφήστε μας να χύνουμε με φυσικό
τρόπο. Να γαμούμε όποτε θέλουμε.
Να μην έχουμε καθήκοντα συζυγικά
εκτελέσεις, ομήρους, διαπραγματεύσεις.
Αφήστε μας στα βουνά μας και στα
χωράφια μας να λέμε παραμύθια γύρω
απ’ τη φωτιά με καλούς και κακούς
με πνιγμένους μετανάστες ρύπανση
πετρέλαια υφαλοκρηπίδες φόνους
πολέμους και κρυφά σχολειά
απ’ τον περασμένο καιρό
των καταναγκασμών.

Πολεμιστές της φωτιάς

Αγόρια πολεμιστές της φωτιάς
με τη σκαφτή ύλη των ονείρων
κατακτητές πονηρεμένοι με τη
βάρβαρη ευγένεια της αλλαγής και
του κοσμικού ρυθμού την αναπνοή
όλο άβυσσος σας κατέχει και
μυρουδιά από οργισμένο κόρφο.
Αν είναι καλό να πολεμάτε
τότε καλλίτερο είναι να ονειρεύεστε
όμως το πιο καλό απ’ όλα
είναι να ζείτε.

Απόγευμα Κυριακής

Ο ήλιος με το ζόρι φτάνει ως τα μισά. Η κυριακάτικη Σοφοκλέους εκεί που αρχίζει να γίνεται μεγαλόσχημα φτωχική-μετά την οδό Αθηνάς-και δεν αφήνει ούτε μια γαλάζια ριπή του μακρινού ορίζοντα να διακόψει το τόσο θανάσιμα θλιμμένο κέφι των ανθρώπων της, θυμίζει το ασπρόμαυρο απόμακρο βάθος σκηνής του μεσοπολέμου. Άνθρωποι με φοβερές πανοπλίες, πολύχρωμα ρούχα και φεσάκια, ναρκωμένοι ίσως από κάποια προσευχή, χορεύουν τον πολεμικό χορό της πατρίδας τους πάνω από θαμμένους θολωτούς τάφους. Προγύμναση για τις πρώτες τάξεις του θανάτου. Πιο κάτω οι Βερσαλλίες των συσσιτίων. Μυρουδιά από βραστό κόκκαλο και σκιές. Σκεβρωμένοι άνθρωποι, με μια βασιλική μοναχικότητα, παίρνουν μικρή παράταση απ’ αυτούς που υπολογίζουν τη ζωή με προθεσμίες. Κι έπειτα λουφάζουν σε στενά δρομάκια που δε συνορεύουν ούτε με τη θάλασσα ούτε με το θεό. Μαγκώνονται στα ερείπια που υψώνουν τα συντρίμμια τους στον ουρανό. Ρουφηγμένοι απ’ τον ορυμαγδό της κίνησης παρατηρούν τις κούρσες πολυτελείας του Σατανά, τα μπρούτζινα πόδια των γυναικών και τα πλήθη των αδερφών τους που συνωστίζονται ανήμπορα μπροστά σε κουτάλες και καζάνια, δίνοντας το ρυθμό σ’ αυτή τη μεγαλειώδη παρέλαση της φτώχιας. Κι ίσως είναι η ελπίδα, αυτή, που κάνει ν’ ακούγεται στ’ αυτιά τους, όλος αυτός ο κουρνιαχτός σαν μοναχικό αρχαϊκό μουρμουρητό νερού.

Κουβέντες

Μαγκωμένοι τύποι που γράφουν γράμματα
σ’ εφημερίδες. Προτείνουν λύσεις, ανοίγουν
καυγάδες, παίρνουν το αίμα τους πίσω. Στο
κοιμισμένο άστυ συμπληρώνουν προπό
παρατηρούν σεξουαλικές ανωμαλίες περαστικών
βλέπουν ντοκιμαντέρ δίχως ήχο με άγριους
λαούς και ημίγυμνες καλλονές όλο γλυπτά
κατάστικτα κρανία. Χαίρονται τη βροχούλα
τα υπονοούμενα τα διφορούμενα και τα
μεταφυσικά αστεία. Με ολίγο συναίσθημα
πτυσσόμενο τελούν τα μυστήρια της ζωής
και πιάνουν κουβέντα για τον καιρό σε
μελλοντικές ξεπεσμένες νυφούλες.

Οι αφηρημένοι άνθρωποι που ξέρω

Ξέρω κάποιους που είναι αφηρημένοι. Στο μέρος του μυαλού τους, εκεί, που οι άλλοι έχουν δουλειές, ραντεβού, έγγραφα, υποσχέσεις και αριθμούς τηλεφώνων αυτοί έχουν μόνιμα ερωτικές έγνοιες. Ζουν σε μια πόλη ερωτικών συνθημάτων και κατοικούν σε μια γειτονιά συνωμοτικών βλεμμάτων όπου κάθε κορμάκι ομολογεί την κάψα του και κάθε λέξη αντιλαλεί μια κραυγή ηδονής. Οι αφηρημένοι άνθρωποι που ξέρω έχουν μια λίστα ερωτικών επιθυμιών. Είναι συνήθως αποτυχημένοι επαγγελματίες, ανυπόληπτοι, δοσμένοι σε εξάψεις που τους απομυζούν. Έχουν μια πένθιμη επίγνωση ευτυχίας κάτι σαν σφιχτό επίδεσμο πάνω στην αιωνίως ανοιχτή πληγή.

Θ’ αρχίσουμε τον πόλεμο στα ρηχά

Θ’ αρχίσουμε τον πόλεμο στα ρηχά.
Τους υπηκόους βλέποντας να ρημάζουν
το κράτος. Να κάνουν πλιάτσικο στα
συσσίτια. Να παίζουν θέατρο, να κάνουν
κοινόβια. Τους θεσμούς να σαρκάζουν.
Πάντα με ασυνταξίες και φεγγάρια
πορφυρά. Θ’ αρχίσουμε τον πόλεμο
με έρωτα. Θα κάνουμε τους λογιστές
νυχτοφύλακες και τους νυχτοφύλακες
εραστές. Αναγνωστικά θα τυπώσουμε
νέα. Τη βροχούλα θα βλέπομε αιωνίως
στον κήπο, να ξεθάβει καρδούλες και
το νεράκι γλίσχρο να συνδράμει.

Καπρίτσια

Συνεχίζουν τα καπρίτσια τους στα
ποιήματα μέσα, γυμνές πυργοδέσποινες.
Πυρ και μανία, μέλη μιας συμμορίας.
Ντουέτο λυσσασμένο όλο αρμονικές
ταλαντώσεις, σονέτα καταιγιστικά.
Σα να βγαίνει η ψυχή μαζί με το χούι.
Σαν καλόγριες, καρδερίνες καυλωμένες
στα κιούπια με υποχθόνιους δαιμόνους
που επράτουν τα δέοντα, όλο στόμφο
αφήνοντας τα σάλια να τρέχουν, σε
μονοπάτια απάτητα, αγγίζοντας μηρούς
ακατάσχετα υγρούς κι αποτρόπαια μόνους.

Οι ευκολόπιστοι

Οι ευκολόπιστοι πάσχουν από
αιώνια τύφλα. Σταθμεύουν
παράνομα, πληρώνουν πρόστιμα,
ρυπαίνουν, λύνουν σταυρόλεξα
για να περάσει η ώρα, ο χρόνος,
να σπρώξουν τις ασυνάρτητες
σκέψεις που τους σπρώχνουν
στο κενό, αβρόχοις ποσί περνούν
τους θανάτους, τα φανάρια τη
νύχτα, σπουδάζουν ψυχολογία
του γητευτή, καταναλώνουν
εικόνες, θεάματα, ερεβώδη
προϊστορία. Ονειρεύονται
όνειρα με σαγιονάρες, στα βουβά
συνευρίσκονται κι όλο λιμνάζουν
οι ευκολόπιστοι στου τελικού
τεχνάσματος τη λύση. Ατομική
πρωτοβουλία, εθελοντισμό,
λιγότερο κράτος κι έναν
φιλελεύθερο επιθανάτιο
ρεγχασμό.

Λέξεις της συμφοράς

Τις μεγάλες λέξεις της συμφοράς
τις προφέρει ο τρόμος, το κατοικίδιο
προγούλι του ρεπόρτερ σε μια
πόλη της Ανατολής. Με τα χρώματα
της Δύσης και τα σφαγιασμένα
χείλη της νύχτας. Ανταποκριτές
μεσ’ τις ντουφεκιές, σκάγια και
τοιχογραφίες με φλουριά, μια
ναρκωμένη οχιά ξεχασμένη στο
παζάρι και σουπερ μάρκετ φτηνά.
Σύριοι των αυτοκινητόδρομων
χίλιες και μία νύχτες πατικωμένοι
στης αυγής το πρώτο φως με λίγη
ψευδαίσθηση από Γένεση κατακλυσμό
πλάνες ψηφίσματα τιμή και δόξα
των καιροσκόπων, για να χαρούν
εμβρίθεια οι αναλυτές, να παίξουν
διαφημίσεις για λίγο τη μπαλάντα
του σιλικόνειου στήθους, λίγη μπάλα.
Μια στρογγυλεμένη του μέλλοντος
προοπτική.

Γολγοθάδες

Τους γολγοθάδες πήρες παραμάζωμα
κυρά. Φωτοβολίδες, στου γαλαξία
τ’ ανοιχτά. Της γης το γύρο έκανες
κι απ’ τη στριφτή τη σκάλα της

κουζίνας στην ταρατσούλα βρέθηκες
ρουφώντας σκόνη αστρική, κομήτες.
Στο Μινερβίνο Μούρτζε ονειρεύτηκες
να πας για μια στιγμή λίγο πριν

θυμηθείς να ράψεις ναφθαλίνες στα
μανίκια, να ταριχεύσεις τα παλτά, τις
αναμνήσεις που δεν έζησες, μακριά
εκεί στις κοσμικές συγχύσεις, εκεί κυρά

που κάποιος θα σε ήθελε γυμνή του
παραδείσου. Λειτουργιά. Με τσεκουριά
ανοίγοντας το αιδοίο, να ξεμπουκάρουν
τα πουλιά της ηδονής, με τα βραχνά

λαρύγγια τους απ’ το καυτό αλάτι.

20 μικρού μήκους ποιητικές ιδέες

1.Το πορνείο. Οι πρώτες μεταθανάτιες λέξεις. Λέξεις ηδονής.
2. Ένα ράγισμα. Δύο πανέμορφα βυζάκια.
3. Ο γλωσούτσος μου και το στομνί σου.
4. Έρωτες με σκληρή γλώσσα.
5. Δαρμένο σκυλί ο πατέρας.
6. Με όρους θηλασμού και πόνου.
7. Ποιητικό κάτεργο με ιλιγγιώδεις συλλογισμούς.
8. Αίμα.
9. Οχτώ ευρώ το μάλμπορο στις φυλακές Διαβατών.
10. Σε αστρικά μεσοαστρικά σκοτάδια μανούλα μου.
11. Μαύρο σκυλί με απορίες τρόμου.
12. Σαρκοβόρες μελαγχολίες.
13. Νυφούλα γάργαρο κατούρημα την πρώτη νύχτα γάμου.
14. Αιμάσσουσες μπριζόλες οι καρδιές μας.
15. Τηγανιτές πατάτες παζάρεμα του πνεύματος.
16. Ρώσικη επανάσταση κυβιστικό αιδοίο.
17. Πιο βαθύς απ’ όλους τους άλλους και υγρός.
18. Εντόσθια σκανδάλου στα θεάματα.
19. Φαύλο μουνάκι.
20. Σπιρτάδα απ’ την κοιλιά ενός λουλουδένιου μυαλού.

Νυχτερινό λεωφορείο

Είχε φοβερό κρύο. Τσουχτερό. Η παγωνιά συνέθλιβε τα πάντα σαν την πατούσα ενός ελέφαντα. Το λεωφορείο κυλούσε σχεδόν βασανιστικά στον παγωμένο δρόμο. Εκατό πουλιά άρχισαν να στριφογυρίζουν γύρω από ένα στύλο ηλεκτρισμού κι έπειτα εκατό νυχτερίδες, κι ύστερα νύχτωσε για τα καλά και δε φαινόταν πια τίποτε. Είπαμε τα τυπικά κι αυτή σχεδόν έγειρε κάποια στιγμή στον ώμο μου να κοιμηθεί. Τότε φαντάστηκα πως μου έδωσε ένα φιλί κι ένοιωσα τη γλώσσα της μέσα στο στόμα μου κι άρχισα να νοιώθω την υγράδα στην άκρη της πούτσας μου όπως όταν αγγίζεις τη μουσούδα ενός σκύλου. Όταν φτάσαμε και σταματήσαμε στο σταθμό είχε τόσο πολύ νυχτώσει κι ήταν τόσο πηχτό το σκοτάδι που θα μπορούσε να βρισκόμαστε σε οποιοδήποτε μέρος. Όλα όσα κάναμε κι όσα είπαμε κι όσα φανταστήκαμε εξανεμίστηκαν σα να μην υπήρχαν και σαν να μην είχαν συμβεί ποτέ.

Ζωντανή σύνδεση

 

    Βρισκόμασταν στο ίδιο στούντιο και περιμέναμε τη ζωντανή σύνδεση. Προσπαθούσαν να ρυθμίσουν τα φώτα και τις κάμερες. Ένας ψηλός αμίλητος άρχισε να μας κάνει το μακιγιάζ. Αυτή έμοιαζε φοβισμένη αλλά σίγουρη γι’ αυτό που έκανε. Όση ώρα περιμέναμε έπιασα μαζί της φιλίες. Μου είπε πως ο πατέρας της έβγαλε μια καραμπίνα στη δουλειά κι άρχισε να πυροβολεί αδιακρίτως. Δεν κατάφερε όμως να πετύχει κανένα. Από τότε όμως ήταν κλεισμένος στο τρελάδικο. Εγώ της είπα πως ήρθα για τον αδερφό μου. Πυροβόλησε και σκότωσε πέντε κυνηγούς που μπήκαν να κυνηγήσουν στο χωράφι μας στον κάμπο του Αγρινίου. Τους πήγε μια κι έξω.

   Όλα ήταν σχεδόν έτοιμα. Ο αρχισυντάκτης πλησίασε και της είπε πως θα μιλήσει πέντε λεπτά ενώ εγώ περίπου τριάντα. Μα γιατί; διαμαρτυρήθηκε αυτή, αρκετά απογοητευμένη. Δεν ξέρω, της είπε τότε ο αρχισυντάκτης, ίσως επειδή ο πατέρας σου δεν είναι τόσο καλός στο σημάδι όσο ο αδερφός της. Κι έδειξε με τα μάτια του εμένα.

Η τραγωδία της Γκουέρνικα

Δυο συγχωριανοί πίνουν τον καφέ τους στο καφενείο «Η συνάντησις» στο χωριό Φούσια του Γράμμου. Κάθονται σε χωριστά τραπέζια και συζητούν για τον καιρό. Μόλις απόσωσε την κουβέντα του ο ένας, ο άλλος έπιασε την εφημερίδα κι άρχισε να διαβάζει δυνατά: «Το πολεμικόν μέτωπον της Ισπανίας. Η τραγωδία της Γκουέρνικα». «Καταπατώντας διά δευτέραν φοράν τας αποφάσεις της Επιτροπής μη Επεμβάσεως, σμήνος γερμανικών αεροπλάνων εβομβάρδιζαν επί έξη συνεχείς ώρας την ανοχύρωτην πόλιν της Γκουέρνικα. Τ’ αεροπλάνα κατήλθαν εις ύψος σαράντα μέτρων πολυβολούντα τον άμαχον πληθυσμόν όστις έτρεχεν έντρομος εντός της πυρπολουμένης πόλεως. Από τας δέκα χιλιάδας των κατοίκων εσώθησαν μόλις εξακόσιοι, των υπολοίπων απολεσθέντων εις τας φλόγας ή από τας σφαίρας των αεροπόρων οίτινες επολυβόλουν εκ μικρού ύψους……». Σταμάτησε τότε να διαβάζει κι απλώθηκε για λίγο σιωπή. Όλοι τους είχαν πάει στον πόλεμο αλλά κανείς δεν ήξερε από αεροπλάνα. «Πως διάολο μωρέ», αναρωτήθηκε ο ίδιος «μπορείς και πυροβολείς με το μυδράλιο απ’ τ’ αεροπλάνο;». «Να κάτι τέτοιο μας χρειαζότανε κι εδώ» γύρισε ο άλλος και του είπε σχεδόν εχθρικά και το σκοτεινό του πρόσωπο έγινε μαβή.

Στο δρόμο

Σηκώθηκα ένα πρωί κι άρχισα να γράφω όσα έλεγε ο κόσμος στο δρόμο. Πέρασα τη μέρα μου κόβοντας βόλτες. Πάνω κάτω, ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας σε λεωφορεία, μπαίνοντας σε μαγαζιά και σε στοές, σε φαγάδικα και σε κουρεία. Αργά γύρισα σπίτι κι άρχισα να καθαρογράφω πράγματα όπως: Ίσως κάποτε, κι εμένα μ’ ενδιαφέρει, τον περιμένω ακόμα, δεν έχω δύναμη, δε νομίζω να βρω δύναμη, δεν έχω λεφτά, δεν έχω κουράγιο, φύγε, έλα, κερδίσαμε, χάσαμε, θα μας πιάσουν, δε θα με πιστέψει, είναι ωραίος σαν θεός, βρήκα καινούργια δουλειά, σκύλοι στα υπόγεια και γάτοι στα σκαλιά, μας περιμένουν, μια ντουζίνα αγάπες, θα βρέξει, μετά βίας τον αγαπώ, κάτι μου λέει πως θα θρηνήσουμε θύματα, ο διάολος έχει πολλά ποδάρια, ποτέ δεν είχα δει σκιουράκια στο πάρκο, δε φορώ εσώρουχα, πήρα καινούργια παπούτσια, πεθαίνω, που τις βρήκες αυτές τις μπότες; θα σκότωνες ένα παιδί; Σ’ αγαπώ, δεν σ’ αγαπώ πια. Θα σκότωνες ένα αφηνιασμένο άλογο; αυτή η ζωή είναι σα να’ χεις καβαλήσει ένα αφηνιασμένο άλογο.

Μας πήραν τα ζουμιά

Μας πήραν τα ζουμιά
και μας πήραν τα χρόνια
μας πήραν στο τηλέφωνο
και μας πήραν στη δουλειά.

Η ζωή μας τρύπια
ωραία λυρική φτώχεια
σε παροξυσμό. Μας πήραν
τα ωραία λόγια, τις
ωραίες γυναίκες, τα
ωραία πρόβατα, τα
ωραία κατσίκια, τα ωραία δαμάλια.

Οι αγρότες μας εγίναν αποτρόπαιοι
μικροαστοί, οι μικροαστοί
αποτρόπαιοι αγρότες, ο λαός
αποτρόπαια ευρωπαίος
με πολλά μεταξωτά βρακιά
αλλά χωρίς επιδέξιο κώλο.

Μας πήραν απ’ τη μύτη και
μας πήραν από πίσω, μας γαμούν
οι ρήτορες, οι πρόεδροι κρατών,
μας γαμούν οι πεθαμένοι θεοί,
ο Καίσαρας, οι καταχθόνιοι
μάγειρες απ’ τα μαγεριά τους,
οι μέγαιρες, οι μάγιστροι,
τα έξυπνα πουλιά που μας πιάνουν
απ’ τη μύτη, οι αρχαίοι ημών
πρόγονοι με τις πρωινές τους
γυμναστικές και τις εφιδρώσεις
απ’ το πανσεξουαλικό τους
παρελθόν!

Μας πήραν στο στρατό και
μας πήραν στο κόμμα
μας πήραν στο πανεπιστήμιο
και μας πήραν χαμπάρι.

Γάτοι του Αχέροντα και
σκύλοι του άλλου κόσμου
γλώσσες από άλλες χώρες
χώρες από άλλες γλώσσες

ποντίκια και κοριοί
σκορπιοί και σκόρπιοι
ναύτες και ναυτίες
ναυάγια Ειρηνικοί ωκεανοί
πολεμικοί ανταποκριτές

μανούλες άπορες και
μανούλες άστεγες και
μανούλες μόνες
φαγωμένες απ’ το σκόρο
τους δεσμοφύλακες, τα κέντρα
φύλαξης, εξ ουρανού
αποδιωγμένες.

Μας πήραν φως οι φωτογραφίες
μας πήραν είδηση και μας πήραν
δώρο, μας πήραν τη θέση
στο λεωφορείο, μας πήραν τις
εκλογές, μας πήραν τα σώβρακα.

Μας πήραν την ιστορία, μας πήραν
τον ήλιο, μας πήραν το σκοτάδι,
μας πήραν τα συνδικάτα, μας
πήραν το διαφωτισμό, ότι είχαμε
και δεν είχαμε, οι αστοί μας πήραν
τη ρεβάνς.

Οι αστοί γεννοβολούν
διανοούμενα τέκνα και
τρελούς αντισοβιετικούς.
Κάνουν μνημόσυνα στα ντουβάρια.
Ανάβουν κεράκια στους σοβάδες.

Βραβεύουν, επιχορηγούν,
επιβραβεύουν, επιδοτούν
επαρχιώτες λογοτέχνες της Αθήνας
κι αυτοί γράφουν, συγγράφουν,
συνομιλούν, δηλώνουν,
ξεχερσώνουν, υποδηλώνουν,
δικάζουν, καταδικάζουν, καυτηριάζουν
και το χοντρό τους δάχτυλο κουνούν
στις μάζες που καραδοκούν.

Eκ των ουκ άνευ

Θέλω να έχω μια διαρκή αίσθηση ελευθερίας
να κερδίζω έδαφος και να χάνω έδαφος
να μην έχω τίποτε σίγουρο, να είναι στον
αέρα αυτό που υπήρχε πριν στον αέρα
κι οι λέξεις να γίνονται άλλες λέξεις να
σκάνε σαν κροτίδες, ν’ αλλάζουν τα δεδομένα
να βρίσκομαι στη μάχη αλλά κι έξω απ’ αυτή
να στήνω αυτί στο εγώ που με στύβει, να
μη δίνω συμβουλές και τεχνικές οδηγίες
σε νέους ποιητές, ν’ αφήνω τη ζαριά
του συνειρμού στο χάος των αντιφάσεων
και να κλείνω το ποίημα έτσι που να
φαίνεται πως δεν υπήρξε ποίημα εκεί
που τώρα υπάρχει το τίποτε. Εκεί που
η πρώτη λέξη έφερε τη δεύτερη κι η
δεύτερη την τρίτη σε μια αλληλουχία
ανυπαρξίας νοημάτων. Ένα βαθύ
μετασχηματισμό ακραίου υλισμού
κραιπάλης, πάλης, βιοπάλης, κλινοπάλης
άνευ χαρακτήρων και άνευ υποθέσεων
εκ των ουκ άνευ.

Συνταγή για ολοκαυτώματα

Πλεονάζουν τα γίδια κι ο κυνισμός.
Οι σάτιρες που μαλακώνουν το
κωλοδάχτυλο και την ανδροπρεπή
διείσδυση στον κόσμο των ιδεών.
Επιχειρματίες με τη βραχνάδα του
Δαυίδ όλο ψαλμούς και γαϊτανάκια.
Χαδάκια στης αγοράς τα βυζάκια.
Αυτοί με το φαλλό τους, τον
ενθουσιασμό τους, καταπάνω στου
καταναλωτή το υγρό μουνί, σε
οπαδούς και αντιπάλους. Σε θεούσες
που συντάσσουν πορτραίτα οργίων
στυφές ολοένα ξεβάφοντας τη
νιότη των άλλων, με αποφθέγματα
και κατηχητικά πνευματικού σεξ
στη μεταβατική μας εποχή που
κάποιοι ατσίδες συγγράφουν μανιφέστα
χωρίς να βάζουν μέσα τη μυρουδιά
του πλησίον.

Μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας


Χαίρεται ο κοσμάκης τους θεωρητικούς
της αιχμαλωσίας και της στάνης, του
Πλάτωνα τον αποστειρωμένο γενετήσιο
σπασμό. Γέννηση θάνατος σχολειό.

Όλο μαντριά με μαδημένα πρόβατα και
συναντήσεις με τον άγνωστο θεό. Ανδρόγυνα
ατενίζοντας τη δύση και τη δροσιά του
φεγγαριού. Μίμησις πράξεως τελείας.

Εικασίες για σπουδαία γεμιστά κι αχνές
μορφές αγίων. Βασίλισσες στα κατσαρόλια
τους ή γλάστρες υπερούσιες, ημίγυμνες
υπονοώντας τρυφερά αγνότητα και

προστυχιά για διαιώνιση του είδους των
εκλεπτυσμένων οργασμών, των συγκινήσεων
όσων εν μια νυκτί εγίνανε αστοί, τα τέκνα
τους στρατολογώντας, να κελαηδούνε
στο κλουβί του νικητή.

Tα τελευταία ποιήματα

Γράψαμε τα τελευταία ποιήματα και
φύγαμε. Μεταναστεύσαμε στη χώρα
που δεν έχει βουνά και θάλασσες και
ζοφερές αμήχανες ποιήτριες. Γδυτές
ντίβες σε μονοπάτια απάτητα, όλο
εκθειάζοντας της Βιργινίας Λύκου
τις εγγλέζικες δίαιτες, φλιτζάνια και
γλυκίσματα και κουταλάκια όλο
στόμφο. Ένα αλφάβητο μελαγχολίας.
Οδυνηρές με κατάρτιση, βιογραφικά
χορτάτα, σεμινάρια στις επινοήσεις
και στου Ζντάνοφ τις ατέλειωτες
προοπτικές.

Εκδρομή

Με γιωταχή φτάσαμε στις πύλες του Άδη.
Ένα γέρος που τρυγούσε τ’ αμπέλι του
μας ξενάγησε. Κι ένα φεγγάρι πρωτόπλαστο
μας συνόδευσε, στου ληξίαρχου το υπαίθριο γραφείο.
Κι αυτός ολομόναχος με τις γκαζόζες του
τα χαρτιά του και τα τσιγάρα του και
το φοβερό ντενεκέ που πετούσε τις ζωές
των ανθρώπων. Έγραφα, βεβαιώσεις,
αποδεικτικά. Δηλώσεις γάμων, χωρισμών.
Αποδείξεις, ένσημα, πρωτόκολλα. Σαβούρα
μιας ζωής σπαταλημένης.

Mια χαρωπή ουτοπική αυτοκτονία

Έκανα πρόταση στους ένοπλους
αποστάτες και στους χαροκαμένους
χαρτογιακάδες της ουτοπίας-που
σκέβρωσαν με το χλομό φεγγαράκι
και τις διαθήκες της φριχτής
νομοτέλειας-να οδηγήσουν το
προλεταριάτο στην έσχατη αποχή
απ’ την εργασία, να ξεκάνουν
τις υπερούσιες τάξεις με την
ακινησία. Βουλιάζοντας στον
ουρανό της τεμπελιάς τη
ζαρωμένη τους ύπαρξη, που
κάτι δικά της ρεμάλια οδήγησαν
σε ιστορικούς συμβιβασμούς
εργοστάσια που παράγουν
ακατάσχετη αδολεσχία και μπόλικους
γαμπρούς ιστοριοδίφες σωτήρες
με κατάρτιση και φρέσκο βερνίκι
στις απόψεις και τα τεχνάσματα
που προελαύνουν. Τους πρότεινα
μια χαρωπή ουτοπική αυτοκτονία
της τάξης που παράγει τον πλούτο
και δεν μπορεί να τον χαρεί και
κάθεται τρείς χιλιάδες χρόνια
στ’ αυγά της παρακολουθώντας
χειρονομίες ζηλωτών σπουδάζοντας
τα τέκνα της ματαιότητα και
καταναλωτικό βερμπαλισμό
χτικιάρικη γραφιστική για προσπέκτους
φροντιστηρίων και σούπερ μάρκετ.

Άνθη ευλαβείας

Παπαγαλίζουμε την ελευθερία στο σχολείο των καταναγκασμών.

Ύστερα από κάμποσες αποτυχίες έγραψα ένα αληθινά αποτυχημένο ποίημα. Τόσο που το δημοσίευσα.

Η διαφορά ανάμεσα σ’ έναν χασάπη κι έναν χειρούργο είναι η διαφορά ανάμεσα στην οπτική σαχλαμάρα και στην ανάγλυφη ακουστικότητα.

Η ζωή κυλά ανάμεσα στις εκλεπτυσμένες αβεβαιότητες και τις χοντροκομμένες βεβαιότητες.

Ο διάβολος χρειάζεται πολλαπλάσιο μυαλό για να δίνει εντολές στα πολλά του ποδάρια.

Η κριτική είναι η χειρουργική άποψη των γραμμάτων.

Ευχαρίστως πολλά σφαχτά θα έπαιζαν το ρόλο του σφαγέα με αξιοζήλευτο ζήλο.

Ο φόβος προκαλεί μια κάποια ηθική αστάθεια στα δουλοπρεπή πνεύματα.

Όταν η επιστήμη δεν μπορεί να μας ανοίξει τα μάτια έρχεται η θρησκεία και μας τα ξεριζώνει.

Πολλοί παντρευτήκαν με το ζόρι την ποίηση. Μα αυτή τους απάτησε με τον πρώτο τυχόντα.

Κουτσομπολιό. Αυτή η σκόπιμη φλυαρία του γυναικείου ταπεραμέντου μεταξύ ζωής και θανάτου.

Η αδεξιότητα του κλεπταποδόχου μπορεί να προδώσει τη δεξιοτεχνία του κλέφτη.

Οι βιαστικοί και οι τσαπατσούληδες είναι η εύκολη λεία του αυνανισμού.

Ο κρατικός έπαινος είναι μια κάποιας μορφής πνευματική καταστολή που τα φιλόδοξα ταλαντούχα άτομα την αποδέχονται μεγαλοπρεπώς.

Ο κυνηγός είναι ο άνθρωπος που δε νιώθει βλάκας σημαδεύοντας ένα άμοιρο ανυπεράσπιστο ζώο μ’ αυτή τη γελοία χειρονομία θανάτου και μπορεί να προχωρήσει ανεπιφύλακτα στο επόμενο βήμα του φόνου.

Ένας ερασιτέχνης των τσίρκων, των μπουρδέλων και των πανηγυριών. Από παιδί η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει.

Αντίθετα από κάθε προσδοκία και πιθανότητα το στοίχημα είναι να κρατήσεις το κοινό ξύπνιο.

Μικρός κήπος των τέρψεων

Η ποίηση πολλές φορές φανερώνει το μέτρο της βλακείας μας όταν ερχόμαστε σ’ επαφή με την καθημερινότητα που δε μπορούμε να αντιμετωπίσουμε.

Αν πάρεις το θεό στα σοβαρά θα δυσκολευτείς ν’ αγιάσεις. Αν πάρεις τη ζωή στα σοβαρά θα δυσκολευτείς να ζήσεις.

Ο ιδιοφυής κορνιζάς αφήνει πάντα τον καλλιτέχνη απ’ έξω.

Για να σ’ εκτιμήσει το αναγνωστικό κοινό θα πρέπει να του χαρίσεις ένα μεγαλοπρεπές σκάνδαλο.

Η φυσική μας ασφάλεια εγκρίνει συζύγους ανάλογους με εραστές που η ηθική μας ασφάλεια απορρίπτει.

Προτιμώ ένα θεσπέσιο ποίημα για τον κώλο παρά μια εμετική ωδή στην παπαρούνα.

Ο ποιητής είναι ο πανηγυριστής της μοναξιάς. Ένα δαιμονισμένο βουβάλι στο παζάρι των λέξεων. Ένας αμετανόητος γυρολόγος φυλακισμένος στο σκοτεινό κλιμακοστάσιο της ύπαρξης.

Να γράφεις καυλωμένος, απαλλαγμένος απ’ όλη την πλήξη που σαγηνεύει τους σοβαροφανείς βλάκες.

Χάραξε δρόμο χωρίς ν’ αφήσεις πίσω σου ίχνη. Κάποιος θα εκτιμήσει βαθύτατα κάποτε τον καθαρό δρόμο που του άφησες.

Ο διδακτισμός γίνεται αβάστακτα βλαπτικός όταν ερεθίζει, με το δάχτυλό του που δείχνει τα πράγματα, κι όχι με τα ίδια τα πράγματα που δείχνει.

Ο πιο απροκάλυπτος ναρκισσισμός είναι η μετριοφροσύνη του καλλιτέχνη.

Ακόμα και το πιο γελοίο έργο τέχνης έχει την αυθάδεια τού να θέλει να είναι έργο τέχνης.

Οι ήρωες καθυστερούν δραματικά την επόμενη γενιά, αφού αυτή βραδυπορεί στήνοντας στο δρόμο της μνημεία.

Η πιο ακραία χυδαιότητα είναι να σφαλίζεις τα μπούτια σου μπροστά στη θέα του φαλλού.

Οι ιδέες είναι οι λεπτεπίλεπτες ραδιουργίες της ύλης φορτωμένες την παραδοξότητά της να επιλύει τα προβλήματά της δημιουργώντας ιδέες, προσθέτοντας σ’ αυτά μια νέα περιπετειώδη λάμψη.

Η μεγαλοφυΐα του ποιητή προορίζει ένα συνηθισμένο αντικείμενο για μιαν απρόβλεπτη χρήση.

Η σιωπή είναι χρυσός. Μα οι νεκροί δεν έχουν τι να τον κάνουν τόσο χρυσό. Η εγκράτεια είναι σοφία. Μα οι νεκροί δεν έχουν τι να την κάνουν τόση σοφία.

Ακόμα και στο Παρίσι η λογοτεχνία πάσχει από επαρχιωτισμό.

Η γνησιότητα της ερωτικής πράξης διαρκεί γύρω στο ένα λεπτό.

Μοναδική μέθοδός μου: πως θα γλιτώσω από μένα.

Το ένστιχτο δεν πάσχει ποτέ από έλλειψη γούστου.

Ο παπάς ζει απ’ τον αμαρτωλό οβολό του πιστού. Η αμαρτία είναι ο αιμοδότης της προοπτικής μιας δευτέρας παρουσίας.

Γύρνα τη λέξη έρωτας το μέσα έξω και θα’ χεις τη μικρότερη μερίδα ποίησης που κάθεται εκεί στην άκρη των χειλιών σου.

Θαρρώ πως τόσο λατρεύουμε το τίποτε που θα μας ρουφήξει.

Ένας κήπος των τέρψεων, σαν την ουτοπία καθρεφτισμένη στο μάτι του κύκλωπα.

Χειρονομίες

Η ξεβρακωταρία της κατεστημένης διανόησης τρίβει τα ακαδημαϊκά της μουστάκια όταν βλέπει κρίση. Όταν βλέπει πως, αυτή, η βλακεία του κοινού έχει ψαχνό. Πως η καθοδήγηση έπιασε κι η τριπλέτα δεξιάς, κέντρου κι αριστεράς με μιαν αδερφική αγάπη και μια μεγαλοφυή μεθοδολογία, χρησιμοποιώντας τη δύναμη της μαζικής ύπνωσης που κατέχει ένας Ινδός φακίρης, βάζει κωλοδάχτυλο στους περήφανους έλληνες. Ο λαός που δεν διδάσκεται τίποτε απ’ τις γκάφες του χειροκροτεί τον ίδιο τον εαυτό του. Ανεβασμένος στο αλογάκι της βλακείας του επιτρέπει στον εαυτό του ν’ αδιαφορεί. Η διανόηση αυτού τού τόπου υπήρξε κωμική και εγκληματική. Απ’ τη μία οι ξεθυμασμένοι ελληνοκεντρικοί κι απ’ την άλλη οι εραστές της εσπερίας και του βαρύγδουπου ευρωπαϊσμού, επέβαλαν και εδραίωσαν μια σχιζοειδή κουλτούρα, κάνοντας το πλήθος έρμαιο του διαφημιστή. Χτίζοντας συνειδήσεις που αρέσκονται σε έργα που υπνωτίζουν και που καθιστούν υπερτροφική την ευαισθησία του, σε σημείο που να αποκοιμίζουν την κριτική του αίσθηση. Κατασκεύασαν ένα θηλυκό πλήθος που αρέσκεται να υποτάσσεται ή να δαγκώνει. Θεατές και τηλεθεατές που τσεκάρουν ποιος τα λέει καλά. Ποιος χύνει στα μούτρα τους ευφράδεια και κολακείες καλυμμένες με τη δήθεν ειλικρίνεια τού μετανοημένου. Η μάζα έφτασε στο ρόλο τού υποταγμένου εραστή. Η μάζα που περίμενε το τσίρκο μεντράνο και την πολύχρωμη νεωτερική παιδική χαρά του καπιταλισμού, νομίζοντας πως θα παίζει νυχθημερόν με τα κουβαδάκια της όπως της είχαν υποσχεθεί, τώρα ακούει τις ερπύστριες της μπουλντόζας που έρχεται καταπάνω της. Ο καθένας προσπαθεί να κρυφτεί κάτω απ’ τον άλλο νομίζοντας πως θα πατικωθεί λιγότερο την ώρα της ισοπέδωσης. Ένας ακραίος αμοραλισμός απλώνει το πέπλο του. Απ’ τη μία η αυτοχειρία κι απ’ την άλλη ότι φάμε, ότι πιούμε κι ότι αρπάξει ο κώλος μας.

Απόπειρα για το Χρόνο

Ο Χρόνος είναι η μονάδα μέτρησης φθοράς του χώρου.
Είναι η διαφθορά στο βάθος των συρταριών. Ο Χρόνος
είναι η άγνοια τού εαυτού του. Η αγωνία των ορισμών
από κάθε ευφυή και φυσιολογικό τύπο. Ο Χρόνος είναι
το ποδοπάτημα της ζωής που κατά 1/3 τη ρούφηξε
ο ύπνος και οι δύσκολες αποφάσεις. Είναι η καλλιγραφία
του πόνου πάνω στο κορμί. Η σφυρηλάτηση της οξύτητας
και της πολυπλοκότητας. Ο Χρόνος είναι όλο υποδιαιρέσεις
άχρηστες. Όλο σύγχυση συλλογισμών. Μια αρμαθιά
ασυνέχειας. Ο Χρόνος είναι συντροφευμένος από το
σύμπαν ολόκληρο. Είναι η ουσία της υλικότητας και
της γύμνιας. Η μεγαλοπρέπεια του γεωργού μπροστά
στη σπορά του. Ο Χρόνος είναι η τέλεια ολοκληρωτική
απομόνωση. Είναι η μπάσταρδη φιλοσοφική συνείδηση
του πολιτισμού. Ο Χρόνος είναι η κατσαρίδα με τα ζοφερά
μουστάκια. Μας υπενθυμίζει πως δεν υπάρχει μονάχα
ένας θάνατος κατά τη διάρκεια της ζωής. Πως η ζωή
έχει εκατό τσέπες κι εκατό βαθειά πηγάδια. Ο Χρόνος
βλαστίζει τα λάθη των παθόντων. Λουστράρει τα τέμπλα
κι αφήνει στα θηλασμένα χείλη μια προοπτική οργασμού.
Ο Χρόνος συνδράμει την τρέλα και της λογικής τη θαλερή
συντέλεια. Ο Χρόνος είναι η θυελλώδης αποτελμάτωση
τού σύμπαντος κόσμου. Ο Χρόνος τού χειρουργείου
μού επρόβαλε λύκους από αρχαία αραβουργήματα.
Ο Χρόνος ύπνος και ο Χρόνος μέθη. Ο ελεύθερος Χρόνος
και ο Χρόνος της αϋπνίας κι ο Χρόνος που ξοδεύουν
τα πλάσματα για να πουληθούν. Ο Χρόνος της ορθοστασίας
κι ο Χρόνος της απελπισίας κι ο νέος Χρόνος. Ο Χρόνος
που ξεδοντιάζει τις φάλαινες κι αφήνει το απόθεμα της
λείας του στ’ αφηνιασμένα σκέλια φρέσκιας παρθένας.
Ο Χρόνος δεν έχει αφαλό. Ο Χρόνος δεν έχει μνήμη.
Είναι ένα τραύλισμα του Άδη. Μια διαπόρθμευση της
ηδονής. Της ευκλείδειας ωραιότητας το χνούδιαμα.

Τα σύκα

Τόση είχα κάψα που σηκώθηκα
νύχτα με το φακό μου να πάω να
κόψω σύκα. Να βγάλω απ’ τη
σάρκα του τον καρπό, να γλιστρήσω
στον οισοφάγο μου αυτή τη δίχως
γυρισμό ευτυχία. Να ενδώσω στη
λαιμαργία και στην πανέμορφη
μοιραία γυναίκα του κήπου που
δεν κρατά μυστικά και κακολογεί
τον ήλιο και τους θνητούς και
μου βάζει λόγια γι’ αυτόν τον
ξεσχισμένο μάταιο κόσμο.

Έρως, ποίηση, ζουμιά

Αγαπούσα πάντα τη μη κανονικότητα. Την ολίγη έως πολύ ζαβομάρα. Τα τυπικά θέματα μού ήταν πάντα βαρετά. Μού δημιουργούσαν ακαριαία μιαν απέχθεια. Ένας λεπτεπίλεπτος μηχανισμός απειθαρχίας με πήγε σιγά σιγά προς την ποίηση και τον βιτριολικό ερωτισμό που πυροδοτεί ο σπινθήρας της παρατήρησης. Αρχίζεις να γράφεις κάποια στιγμή μ’ έναν πολύ απλό μηχανισμό σαν αυτόν που χρησιμοποιεί το σύμπαν για να περιστρέφεται. Με μια μέθοδο που φαίνεται πολύπλοκη αλλά είναι τόσο αληθινά απλή. Η φύση δεν προβληματίζεται απ’ τα ανθρώπινα πάθη και τις ανθρώπινες συνήθειες. Έχει με το μέρος της το μέγεθος των πιθανοτήτων. Το μη χρηστικό δεν είναι παρά μια πολυτέλεια της φύσης. Η ανάγκη της τεκνοποίησης είναι μοιρασμένη στα τυφλά. Είναι κουκουλωμένη κάτω από μιαν άλλη ανάγκη που δεν έχει χρηστική αξία. Ο έρωτας δεν είναι ένας αρρωστημένος αδένας ή μια συνωμοσία των απολήξεων αλλά ένα διανοητικό πλεονέκτημα του ανθρώπινου είδους. Εδώ εδράζεται ο ισομορφισμός του έρωτα και της ποίησης. Της γραφής, που ως αχαλίνωτο άσκοπο γαμήσι οδηγεί σε μιαν υπερβολική συνειδητότητα. Σε μια τρέλα και σε μια ξέφρενη μανία, σε μιαν αδιάκοπη συνουσία απ’ την οποία ζήτημα είναι αν θα προκύψουν δυο ή τρία τέκνα και αυτά ίσως κακομαθημένα και δύστροπα. Η μεγαλοφυΐα των αισθήσεων είναι για την κοινωνία διαφθορά. Ο ερωτισμός είναι υπόλογος στην αυλή των καταναγκασμών. Η κοινωνία αφήνει τον ερωτισμό και την ποίηση να φυτοζωούν. Δεν παίρνει στα σοβαρά το ουτοπικό πλεόνασμα αυτής της σπατάλης. Να γράφεις άσκοπα ή να γαμείς άσκοπα. Να κάνεις τέχνη την ανθρώπινη περιπέτεια όχι για τις αποθήκες του κομπορρήμονα συλλέκτη διακοσμώντας έναν άδικο και βλακώδη κόσμο αλλά να επινοείς εξαίσιες ουτοπίες, αντίδοτα στις ανθρώπινες απογοητεύσεις.

Θεατές και θεάματα

Γεμίσαμε υπαινιγμούς, γεμίσαμε κοριούς,
προσπέκτους, αδιάβαστα ποιήματα.
Γεμίσαμε ψύλλους, χάσαμε φίλους
χάσαμε εδάφη τον περασμένο αιώνα.
Βάζουμε την τελεία σε λάθος λέξη.
Βιαστικά κλείνουμε το ποίημα και
τις κουρτίνες το σούρουπο. Βιαστικά
χύνουμε και βιαστικά πίνουμε. Έχουμε
υποψίες πως κάποιος μας κοιτά, μας
αναλύει, μας κρατάει απ’ τ’ αρχίδια
γερά, μας δίνει συμβουλές, μας χτυπά
στην πλάτη. Γεμίσαμε παρείσακτους
ντόπιους ξένους αφρικανούς ευρωπαίους.
Γεμίσαμε τα στομάχια μας ενθουσιασμό.
Τα σπίτια μας αλεξικέραυνα, τα χωριά μας
κάγκελα και τις καρδιές μας παραπετάσματα.
Γεμίσαμε υγρασία, δασκάλους, διδακτισμό.
Ψώνια που απαγγέλουν την τρανή ετούτη
μοίρα των πραγμάτων, γεμίσαμε θεατές
και θεάματα και εγκόλπια και κολπικές
και πρωκτικές κι αγέλαστες κι άλλες που
ροβολάνε γύρω απ’ τον άξονα της γης.
Γεμίσαμε στειρωμένες που κάνουν
καριέρα και στείρους που στειρώνουν,
που διορθώνουν, που εφευρίσκουν
σκοτάδια για τις φωτεινές πατρίδες
και τους φωτεινούς ανθρώπους που θέλουν
μονάχα να ζουν, να συνευρίσκονται, να
τρίβουν τα όργανά τους, τα χείλη τους.
Όσους δεν θέλουν συναλλαγές ανταγωνισμό
μεγαλεία μέγαρα πτυχία από μουντούς
κοσμοκράτορες κι ευνουχισμένους
ξερόλες που διευθύνουν τις σφαγές
απ’ τις μπανιέρες τους.