Ψίχες ψωμιού ζεστού

Η ποίηση είναι η κλειτορίδα της ουτοπίας. Κι όταν η γλώσσα κάνει το χρέος της η ουτοπία φτάνει σε οργασμό.

Με θέα το κενό επινοείς τους πιο στέρεους κόσμους.

Το σαρκοβόρο ωδικό πτηνό γοητεύει με στιχάκια.

Εν μέσω αλγεβρικών δομών το συναγμένο αλατάκι της μήτρας.

Στέφανα γάμου χειροπέδες κι ατιμασμένες προαιρέσεις. Βαφτιστικά εν μέσω θρόμβων ευτυχίας.

Παραδεισένια Λάρισα. Οίστρος καμπίσιος.

Όλες στη σειρά οι βεβαιότητες πήραν όρκο σιωπής.

Αν θέλεις μίλα τόσο δυνατά όσο η ηχηρή σιωπή της νύχτας.

Τα παραδείγματα σκοτώνουν την ακρίβεια της φόρμας.

Η ανεργία του διαβόλου σπέρνει διαβολόπαιδα.

Ιδιότροπες παρθένες με το δάχτυλο στη σκανδάλη.

Το γαμήσι είναι το πρατήριο καυσίμων της ευτυχίας. Κι οι ποιητές στυγνοί πρατη-ριούχοι.

Τα παιδιά των οπορτουνιστών έχουν βιομηχανία με μολότωφ.

Ω διανόηση, αδέξια παλακίδα.

Η παρακμή της νόησης είναι η πραγμάτωση της κοινωνικής βλακείας.

Η ελεημοσύνη είναι μια ιδιαίτερα αξιοπρόσεχτη παραδοξότητα.

Οι μουχλιασμένες θεωρίες των παιδαγωγών είναι η πενικιλίνη της εξουσίας.

Γενναίοι ομοφυλόφιλοι ρυθμίζουν τη λογοτεχνική κυκλοφορία της χώρας.

Το ειρωνικό σαρδόνιο γέλιο των οδοκαθαριστών του κόσμου. Φαφούτικο πάντα εκπληρώνει τις υποσχέσεις κάθε απόρριψης.

Συμμαζεμένοι άνθρωποι του οικονομικού χάους.

Μια χιονοστιβάδα μπαλαρίνες τόσο ανελέητα λευκή.

Όταν ο μικροαστισμός κήρυξε την πλήρη ιδιωτικοποίηση του σεξ, τα μπουρδέλα απέκτησαν ταμειακή μηχανή.

Το παιδί είναι η πραμάτεια της άγονης αρμονίας των συζύγων.

Παρδαλά παρατσούκλια δεσποτάδων στο καρναβάλι του θεού.

Όλες οι θρησκείες έχουν για πιστούς πλάσματα που ζητιανεύουν αυταπάτες.

Ένα φίνο Κυριακάτικο πρωινό προϋποθέτει μια χαμηλόφωνη πόλη.

Άδειο στομάχι πάνω από γεμάτες πιατέλες φέρνει καυγάδες.

Η οικογενειακή εστία είναι ένα συγκαλυμμένο οπλοστάσιο.

Παρατηρώ στις ταβέρνες τους μοναχικούς παραδομένους στην πιο οδυνηρή στιγμή της μοναξιάς.

Ένα ασοβάντιστο φανταστικό πορνείο στα καλάθια των νοικοκυραίων.

Την άνοιξη ο λαμπερός ήλιος επαληθεύει τη βασική αρχή της διείσδυσης.

Ιστιοφόρο με φεγγάρι και φρεσκοκομμένα λουλούδια άδετα και σκόρπια στο κατάστρωμα του κόσμου.

Όταν η τέχνη γίνεται αυστηρή ακόμα και το βαμβάκι σφάζει.

Τουρίστες ξεμαλλιασμένοι με φωτογραφικές μηχανές ψωνίζουν την πόλη.

Να ξεχωρίζεις τις χώρες απ’ τον τρόπο που γδύνονται τα θηλυκά.

Όταν κόβεις τον ομφάλιο λώρο με τα μυστήρια της φύσης, η ζωή σε πετάει έξω με τις κλωτσιές.

Το άκουσμα του κακού σβήνει μέσα στην πρώτη βουβή τρομάρα.

Οι θυγατέρες του διαβόλου έχουν επιστημονικές παρορμήσεις.

Περιμένω την πρώτη τουφεκιά να το βάλω στα πόδια.

Η γενιά που θα σαλτάρει

Φτάσαμε σχεδόν να ζητάμε οίκτο και να επαληθεύουμε θεωρίες νικητών. Μπροστά στο δέντρο του ιερού οικονομισμού, εκεί, που στα κλαδιά του οι αστοί ρυμοτομούν την ανθρώπινη ύπαρξη, στεκόμαστε σαν χάνοι και μετράμε βαριά πλήγματα και φαύλες μεγαλοφυείς μοχθηρίες πολιτικών φιλοσόφων και δεινοσαύρων του δημόσιου βίου. Η εθνική κουλτούρα από τη μια, γυαλισμένη και λουστραρισμένη κι απ’ την άλλη η νεωτερική υστερία για έναν νέο αλλόγλωσσο πατριό. Είμαστε παιδιά που στα δεκαπέντε μας δεν το σκάσαμε απ’ το σπίτι κι αυτό πληρώνουμε. Απ’ το παραχάιδεμα και τις υποσχέσεις παραλείψαμε να το κάνουμε σκαστό απ’ τους γονείς μας. Αποφύγαμε την έκθεση στην ανασφάλεια όταν η εφηβική μας ηλικία το απαιτούσε και δεν γνωρίσαμε αυτό που η γοητεία της αλητείας και της πλάνης μας ωθούσε να γνωρίσουμε και δεν ήταν τίποτε άλλο έξω απ’ την ευτυχία της ζωής. Του νοήματος που χάθηκε σε εξετάσεις, προσδοκίες, πτυχία και όνειρα που ζέχνουν μικροαστισμό. Η άψυχη πληθωρικότητα μιας ιστορίας μαγαρισμένης με μισαλλοδοξία μας καταπλάκωσε. Οι γενναίοι και οι ήρωες που τους ρούφηξαν τα ωραία δειλινά και το καθεστωτικό σινεμά της μεσαίας τάξης μεταμορφώθηκαν σε νωθρούς πασάδες στα χάνια του οκνηρού κοινοβουλευτισμού. Διδαχθήκαμε αντί για την ισότητα την ισοπέδωση κι αντί για την αλληλεγγύη την ανοχή. Ένα τελετουργικό γκρίνιας μπροστά στο μπούστο του Πατέρα Παντοκράτορα πλούτου που μας κλειδώνει τελευταία έξω απ’ το σπίτι πετώντας μας τα ξεροκόμματα που αφήσαν τα σκυλιά του. Όμως κατά βάθος εκείνο που τρομοκρατεί κάθε κατεστημένο είναι η σκοτεινή επίγνωση της πατροκτονίας. Η γενιά που θα σαλτάρει σαν μαργαριτάρι απ’ το κέλυφος του ανοιχτού στρειδιού στολίζοντας τον κόρφο του τρομερού μέλλοντος. Ένα προλεταριάτο ζυμωμένο με χασούρες και μια αστική τάξη αποβλακωμένη απ’ την κερδοσκοπική μανία δεν έχουν παρά να περιμένουν τις καταστροφικές νύχτες του τελευταίου πολέμου. Με κείνη την ελάχιστα πονετική μακαριότητα των επιληπτικών.

Αιώρα στο φωταγωγό

Κάποιοι κάνουν ασκήσεις δικαίου. Ένα παραγινωμένο δίκαιο. Ένα δίκαιο άδικο. Ένα νοσηρό δίκαιο χωρίς ηθικά αιτήματα για το μέλλον. Ένα δίκαιο προορισμένο γι’ αυτούς που υπακούουν τυφλά στο εγώ τους. Μετρούν το ύστατο κουράγιο της ντροπής και της καταισχύνης όσων υποφέρουν από πείνα, ύπαρξη ή αναμνήσεις. Είναι οι σταδιακοί ερειπωτές ενός κόσμου που αποπειράθηκε να τιθασεύσει τους δαίμονές του κατευθύνοντας τη συμποτική ευωχία του σε μιαν απεριόριστη ηδονή εν φθόνω. Σε μια διαρκή εξακρίβωση στοιχείων όσων στοχαστήκαν την ανθρώπινη μοίρα έξω απ’ τους φράχτες των καταναγκασμών. Χρησιμοποιώντας μια θλιβερή μέθοδο αποδόμησης, αποθεώνοντας φετιχιστικά τη φιλολογία περί δικαίου αλλά καταρρακώνοντας δραματικά την ουσίας της. Τα έθνη πια δεν μπορούν να ταΐσουν τους ήρωές τους και στοιβάζονται στα συσσίτια και τις ελεημοσύνες, ποδοπατημένα απ’ τους διαχειριστές του δικαίου. Απ’ τα πρώην παιδιά που σπούδασαν την οικονομία της εργατικής δύναμης και τη διαχείριση του αφανισμού όσων περισσεύουν. Που άδραξαν ψιχία ορθολογισμού στην εσπερία ανάμεσα από ιωβηλαία και εστεμμένες κεφαλές. Μισθοφόροι των αριθμών, ένας μικρός στρατός από γραβάτες προορισμένος να ποζάρει για τη νέα Γκουέρνικα που με μιαν αποβλακωτική ακρίβεια προελαύνει.

Η ανίατη ασθένεια

Στον Τίτο Π.

Ρημάχτηκες δικέ μου
σα χαρτογράφος που
ζητιάνεψε διαβήτη
απ’ τον κατακτητή.
Με το φαράσι μάζεψες
το διασυρμό, τις φήμες
κι έξω στο μακρινό ωκεανό δεν
έσωσες κανέναν απ’ το θάνατο.
Κι όλη η σοφία σου, οι καύλες σου
τα ποιήματα, τα ωραία τιμαλφή
έγιναν αλοιφή στα χέρια
των φονιάδων. Και τώρα αυτό
σου απέμεινε μονάχα ποιητή
της ήττας, βραχμάνε
της ατημέλητης βραχνάδας
αυτό μονάχα τώρα σου απέμεινε
η ανίατη ασθένεια της ζωής.

Αφήστε μας στον πόνο μας

Αφήστε μας στον πόνο μας
κάτω απ’ τον ήλιο και κάτω
απ’ τα σκεπάσματα. Αφήστε μας
στη γύμνια μας, στην παρακμή,
στο βαθύ γαλάζιο δίπλα μας.
Αφήστε μας στα νησιά και στις
χαράδρες. Αφήστε μας στην
ησυχία μας, δάσκαλοι ραπτομηχανές
και ποντοπόροι του κράτους
διαφωτιστές. Αφήστε μας
έξω απ’ τα κουτιά και τις πλάνες
τις ψευδαισθήσεις, τον ούριο
άνεμο της καλοζωίας. Αφήστε μας
έκθετους στις μυρουδιές και
τους κινδύνους. Αφήστε μας
μόνους κι αβοήθητους στα σκοτάδια.
Αφήστε μας να πράξουμε τα δέοντα
των ασέμνων υπερουρανίων κόσμων.
Αφήστε μας να χύνουμε με φυσικό
τρόπο. Να γαμούμε όποτε θέλουμε.
Να μην έχουμε καθήκοντα συζυγικά
εκτελέσεις, ομήρους, διαπραγματεύσεις.
Αφήστε μας στα βουνά μας και στα
χωράφια μας να λέμε παραμύθια γύρω
απ’ τη φωτιά με καλούς και κακούς
με πνιγμένους μετανάστες ρύπανση
πετρέλαια υφαλοκρηπίδες φόνους
πολέμους και κρυφά σχολειά
απ’ τον περασμένο καιρό
των καταναγκασμών.

Πολεμιστές της φωτιάς

Αγόρια πολεμιστές της φωτιάς
με τη σκαφτή ύλη των ονείρων
κατακτητές πονηρεμένοι με τη
βάρβαρη ευγένεια της αλλαγής και
του κοσμικού ρυθμού την αναπνοή
όλο άβυσσος σας κατέχει και
μυρουδιά από οργισμένο κόρφο.
Αν είναι καλό να πολεμάτε
τότε καλλίτερο είναι να ονειρεύεστε
όμως το πιο καλό απ’ όλα
είναι να ζείτε.

Απόγευμα Κυριακής

Ο ήλιος με το ζόρι φτάνει ως τα μισά. Η κυριακάτικη Σοφοκλέους εκεί που αρχίζει να γίνεται μεγαλόσχημα φτωχική-μετά την οδό Αθηνάς-και δεν αφήνει ούτε μια γαλάζια ριπή του μακρινού ορίζοντα να διακόψει το τόσο θανάσιμα θλιμμένο κέφι των ανθρώπων της, θυμίζει το ασπρόμαυρο απόμακρο βάθος σκηνής του μεσοπολέμου. Άνθρωποι με φοβερές πανοπλίες, πολύχρωμα ρούχα και φεσάκια, ναρκωμένοι ίσως από κάποια προσευχή, χορεύουν τον πολεμικό χορό της πατρίδας τους πάνω από θαμμένους θολωτούς τάφους. Προγύμναση για τις πρώτες τάξεις του θανάτου. Πιο κάτω οι Βερσαλλίες των συσσιτίων. Μυρουδιά από βραστό κόκκαλο και σκιές. Σκεβρωμένοι άνθρωποι, με μια βασιλική μοναχικότητα, παίρνουν μικρή παράταση απ’ αυτούς που υπολογίζουν τη ζωή με προθεσμίες. Κι έπειτα λουφάζουν σε στενά δρομάκια που δε συνορεύουν ούτε με τη θάλασσα ούτε με το θεό. Μαγκώνονται στα ερείπια που υψώνουν τα συντρίμμια τους στον ουρανό. Ρουφηγμένοι απ’ τον ορυμαγδό της κίνησης παρατηρούν τις κούρσες πολυτελείας του Σατανά, τα μπρούτζινα πόδια των γυναικών και τα πλήθη των αδερφών τους που συνωστίζονται ανήμπορα μπροστά σε κουτάλες και καζάνια, δίνοντας το ρυθμό σ’ αυτή τη μεγαλειώδη παρέλαση της φτώχιας. Κι ίσως είναι η ελπίδα, αυτή, που κάνει ν’ ακούγεται στ’ αυτιά τους, όλος αυτός ο κουρνιαχτός σαν μοναχικό αρχαϊκό μουρμουρητό νερού.