ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Ιουνίου, 2011

Προεόρτια

Τα τόσα εικαστικά που βλέπεις γύρω είναι
τα προεόρτια και τα ρετάλια σεμνού βίου
που ξέπεσε στη γκρίνια και στα δακρυγόνα.
Σαράντα χρόνια συναίσθημα πασόκ
για να βελτιώσουν την τεχνική τους οι άξιοι
του επιχειρείν που έπιασαν το νόημα νωρίς
χτίζοντας πολιτικό μέλλον μ’ αυτούς που
απέτυχαν στην καλλιτεχνία και γίναν
διδάκτορες στο μαντρί της Παντείου
με τελικό προορισμό τη νετ και τα φωτάκια
της Κατεχάκη που αναβοσβήνουν κοινές
εμπειρίες υποκλοπές νερωμένα ούζα
αυτόματους τηλεφωνητές όψιμα γλυκόλογα
από εκτελεστές που δεν προφέρουν το ρ
με το μυαλό να αστράφτει εξαιρετικά και
να ζουρλαίνεται σφυρίζοντας αμήχανα
εθνικό ύμνο χώρας που ξέπεσε στα δανεικά
και στου αντιπάλου τον αιμοσταγή ανθρωπισμό.

Φιγουρίνια

Βλέπω τις επαρχίες που δε μετρήθηκαν στα
σχέδια. Μεζονέτες σαλέ και ντόπιους Βίκινγκ
που ξεπατίκωσαν φιγουρίνια Σουηδίας με τις
άριστες λύσεις και το πρακτικό μυαλό.
Σάουνες χωροταξία με σκοπό να εκπορθήσουν
πάλιωμα στοργικό γονέα. Επιπλάκι στις
φασκιές του. Με το λούστρο φτώχιας σε
αποθηκάκι χτισμένο με τον ουμανισμό
του τρίτου δρόμου. Τις δυο δουλειές τα
εκπαιδευτήρια Γείτονα το Μουράνο και
τις Χαλκιδικές για ν’ απαγκιάσει η
μαραγκιασμένη ψυχούλα που περιμένει
πολιτιστικό πλαγκτόν σε κάποιον ερειπιώνα
της ενδοχώρας με τους θαμπούς ηθοποιούς
που επούλησαν τον κώλο τους για την τέχνη
χνωτίζοντας τις διαστροφούλες του μεσαίου
και τους θεσμούς που μας θέλουν φιλικούς
με την ηδονούλα της συναίνεσης. Έτοιμες
μηχανές αναζήτησης κέρδους δια βίου.

Εξυπνάδες σε μπλοκάκια

Έγραφα πάντα εξυπνάδες σε μπλοκάκια. Πολλές απ’ αυτές χάθηκαν μαζί με τα μπλοκάκια  και καλά να πάθουν. Παρόλα αυτά η ανθρωπότητα εξακολουθεί να πίνει τον τούρκικο καφέ της φλερτάροντας τη μέσα γύμνια και τα σαπουνισμένα λαιμουδάκια κοριτσιών. Τα όσα  διαθέσιμα για φίλημα. Η έκπληξη να μπορείς να αφαιρείς δέρμα για να βλέπεις φλέβες αιμοσφαίρια και μεδούλια από αυτό που αφήνει πίσω της η ύπαρξη, αυτή, που υμνήθηκε από βλαχαδερά και θωπεύτηκε ιεροπρεπώς από ηλικιωμένους χτίζοντας έργο για να το βραβεύσει μεσόκοπη κόρη εντύπου που έχτισε περιφέρεια ψωμάκια κυτταρίτιδα για να δυναμώσει λίγο την αρμονία που ένιωσε κάποτε μπρούμυτα σε δυάρι γεμάτο βιβλία και τζαζ με μια γάτα έτοιμη να της βγάλει τα μάτια. Οι δυο γραμμές που σου βγαίνουν στο δρόμο ή στη δουλειά από κεκτημένη δια βίου παρατήρηση και μπούκωμα γεγονότων αντιφάσεων απόψεων δεν εντοιχίζονται σε ποίημα ή σε εκδοχή διφορούμενου γραπτού. Αφού η ζωή σε θέλει ή να παπαγαλίζεις άλλους ή να γίνεσαι ζηλωτής μελλοντικής τυραννίας της όποιας νυφούλας θα σου γδυθεί ταιριάζοντας τις καταπαχτές του Κάτω κόσμου με τις πανωλεθρίες του ουρανομήκη οργασμού που μας καταδίκασε με κρίκους και κρικέλια να κροταλίζουμε στη φυλακή μέσα του ελεύθερου χρόνου.

Ιδού:

Η εκκλησία ταξινομεί τις ιερόδουλες με δυο τρόπους. Ο ένας είναι το μπουρδέλο κι ο άλλος ο γάμος.

Ο δασκαλίστικος ιδεαλισμός αρχίζει εκεί που τελειώνει η λογική. Αφού προϋποθέτει πως κάθε γνώση και κάθε ανακάλυψη είναι προορισμένη για να διδαχθεί.

Όσοι δεν κατάφεραν να γράψουν ποίημα έγιναν ανθολόγοι.

Παλαιότερα ο παπάς ήταν το σκιάχτρο στο αμπέλι της ηδονής. Σήμερα είναι ο ψυχολόγος.

Το χαμόγελο του πωλητή είναι η μπούρκα του δυτικού πολιτισμού.

Το πρωτότυπο καταργείται όταν η μίμησή του το υπερβαίνει.

Ο διδακτισμός είναι το ξινισμένο γάλα του δασκάλου.

Η Δύση μπουκώνει τα παιδιά της πολιτισμό κι αυτά ξερνούν βαρβαρότητα.

Οι απόψεις ταξιδεύουν αστραπιαία ενώ οι σκέψεις πηγαίνουν σημειωτόν.

Αφού η παρθένος έτεκεν με τη βοήθεια ενός κρίνου η χυδαιότητά μου είναι ισοδύναμη με την ηθική του κρίνου.

Η αγάπη είναι το τελευταίο στάδιο της φαντασίωσης του ερωτευμένου. Το πρώτο είναι η τρύπα.

Οι ανθολογίες ποίησης είναι κάτι σαν σκληρό πορνό. Μονταρισμένοι οργασμοί. Αφήνοντας την αίσθηση στο ματάκια αναγνώστη πως οι ποιητές διαβιούν χύνοντας.

Οι θρησκευόμενοι φίλοι μου αποφεύγουν να μοιραστούν ακόμα και την ανοησία τους μαζί μου.

Αν η επιστήμη είναι μια ραπτομηχανή, η πρόοδος είναι το βελόνι της που μεταποιεί την ανθρώπινη ύπαρξη για να τη φορέσει ο έμπορος.

Η πολυμάθεια σού είναι άχρηστη όταν σε εκνευρίζει η αμάθεια των άλλων.

Ο ανθρωπισμός είναι μια διαστροφή της ανθρώπινης φύσης. Επινοημένος για να χαίρεται κάποιος χωρίς τύψεις τις υπόλοιπες διαστροφές του.

Ξόδι απόλαυσης

Για την περίσταση θα εφεύρω ξόδι απόλαυσης
ένα πνεύμα άτρωτο του έρωτα που φέρνει τρόμο
κι όμορφο κάμπο με κοιμητήρια. Θα σκηνοθετήσω
δροσερή αυγή και τρυφερούς ώμους. Κάποιους
να αλέθουν τα μεσάνυχτα μελαχρινή χλωρασιά
στις μυλόπετρες του ύπνου και τη λαμαρίνα
να γυαλίζει δίπλα στον ίσκιο που ξεφλούδισαν
μπρούμυτα λιανά κορμάκια εραστές
βλαστημώντας τις μύγες που κυνηγιούνται
στη στέρφα πηγή γλείφοντας την υγρασία της γύμνιας.

Χτίζοντας μέλλον

Τώρα σκάβουμε τις αντιφάσεις για
να βγάλουμε πειραγμένο ποίημα.
Για να συρθεί επί πώλου η σάρκα
που μάτωσε σε πόλη επαρχιακή

έχοντας να τη συνδράμει τάπερ με
κεφτεδάκια και χτένι από μάγισσες
που άφησαν τούφες γόητρα και
μύχιες σκέψεις δίπλα στο νεροχύτη

και το ζεστό νερό. Με τον πανικό
της ευπρέπειας και της επώδυνης
αναμονής μέλλοντος ίδιου κι
απαράλαχτου που περιμένει

ανασχηματισμό από κορτάκηδες
συζυγικού βίου υπέρβαρους
στηριγμένους στο λιπόσαρκο
κορμάκι θαμπωμένου μισθωτού

που ονειρεύεται πανωσήκωμα
για να ’χει παιδιά νύφες εγγόνια
στο μαντρί της παράταξης και
το χνώτο τους ν’ ακολουθεί όλες

τις πτυχές του θανάτου. Ταΐζοντας
χαρτζιλίκι αδυσώπητο και απόψεις
για τα κοινά. Ιδέες σα γινωμένα
καρπούζια έτοιμα να θυσιάσουν

στη δοκιμή, την τρυφερή καρδιά.

Οι χαρές είναι για τους παλαβούς

Τώρα οι χαρές είναι για τους παλαβούς
που ακούν τα νέα της ημέρας μετά από
χρόνια σε παραλία. Με το σακίδιο πλάι
να εγκυμονεί βίο ανθόσπαρτο και άνθη
αμύριστα και τους αρωγούς χρυσής
αλυσίδας να πέφτουν στο γκρεμό γιατί
σάπισαν οι σεζλόνγκ που φέρναν κέρδος
και τα φρικιά της ύπατης αρμοστείας
οδηγήθηκαν σε ναρκοπέδια και μαύρες
τρύπες. Τώρα οι χαρές είναι για τους
έρωτες και τις περιπτύξεις σε αμμουδιές
με τη μυρουδιά της γλύκας χθεσινού σεξ
φωνούλες που βυθίζονται εκ περιτροπής
στην καύλα και την αιώνια σκόνη της
κι όσα θα φέρει μονοκοπανιά κάποιος
κοκκινολαίμης στης νυφούλας τα αρχέγονα
κοπάδια στα απλωμένα της προικιά
σε καρότσα φορτηγού που πάει ντουγρού
για την Αχερουσία.

Σκυλί

Την περίμενα στην είσοδο σαν το σκυλί. Όπως εκείνα τα σκυλιά που τα παράτησε το αφεντικό τους γιατί πλέον δε μπορούν να κάνουν καμία δουλειά. Γιατί δε γαβγίζουν τους ξένους και στα κυνήγια μένουν πίσω και χαζεύουν τη διαδρομή. Περίμενα ώρες πολλές να φανεί. Να τη δω να κατεβαίνει τις σκάλες. Να με χαϊδέψει. Να μου προσφέρει ζαχαρωτό. Να μου πει μια γλυκιά κουβέντα. Αυτή όμως όταν φάνηκε κατέβηκε βιαστικά τις σκάλες χωρίς να μου δώσει σημασία. Απομακρύνθηκε και χάθηκε στη γωνιά του δρόμου. Εγώ όμως έμεινα εκεί, πιστός, περιμένοντας να επιστρέψει, με την κρυφή ελπίδα του σκύλου που περιμένει ανταπόκριση από έναν περαστικό όταν όλα γύρω δείχνουν να έχουν χαθεί.

Ψάρεμα στο Λούρο

Όταν φτάσαμε είχε ακόμα πηχτό σκοτάδι. Ανάψαμε τσιγάρο και μιλήσαμε περί οικονομικής κρίσης. Στο πρώτο φως της αυγής, με την πρώτη αχτίνα του ήλιου ρίξαμε τις πετονιές. Στη θέση κολοβό νερό εκεί που ξεμπουκάρει ο Αχελώος. Μείναμε για λίγο σιωπηλοί κοιτάζοντας απέναντι το δέλτα του ποταμού. Τα γελάδια να γλείφουν τις λάσπες στην απέραντη στέπα του Λούρου. Έκοψα με τα δάχτυλα ένα κομμάτι κέικ. Το σβόλιασα και το ‘ριξα στο νερό. Σα ν’ άνοιξε καταπαχτή μαζεύτηκαν ψαράκια του Κάτω κόσμου και τσιμπολογούσαν. Ο φίλος μου τράβηξε την πετονιά. Στο αγκίστρι του σπαρταρούσε μια μικροκαμωμένη τσιπούρα. Πήρε ένα σουγιά από τη θήκη της ζώνης του κι έκοψε το κεφάλι της με μια πολύ απαλή κίνηση, δείχνοντας με ποιητικό τρόπο πόσο κοφτερός ήταν ο σουγιάς του. Έριξε το σώμα του ψαριού στο ποτάμι που γινόταν θάλασσα. Ακούστηκε ένα άχαρο νεκρό πλατς υπακούοντας σε όλους τους φυσικούς νόμους αυτού του κόσμου. Βυθίστηκε για λίγο στον ψυχρό πάτο κι έπειτα άρχισε να βγαίνει προς τα πάνω με την άσπρη κοιλιά του και να παρασύρεται προς τη θάλασσα. Ένα σμήνος από τσιπούρες άρχισαν να το πολιορκούν. Το τσιμπολογούσαν και του ξέσχιζαν τις σάρκες. Τα σπλάχνα του ψαριού άπλωσαν γύρω του με το πηχτό αίμα. Μια μεγάλη τσιπούρα τότε κολύμπησε  δίπλα του κι έριξε μια ματιά, έτσι για να χαζέψει, κι έφυγε πέρα.

Ο μάγκας

Ήτο ένας μάγκας που έβγαζε τα φρύδια
και περιφρονούσε τους θεσμούς. Γνώριζε
από τεχνάσματα και φρέσκο βερνίκι και
σιλικόνες στο βυζί της εξουσίας για να
το πιπιλούν γόηδες απαράμιλλης ευφράδειας.
Γνώριζε τι λαιμαργία αχόρταγη έχει η
φωνούλα του Κακλαμάνη που φυλλοροεί
από στήθους αιμομιξία πασόκου. Γνώριζε
του παλαιού των ημερών ηγέτη τα βίτσια
που ανήμερα κάθε πλάνης τον τριγυρνούν
τις νύχτες τυπωμένο σε αφίσες στ’ ακρόωρα
κολόνας που κουβαλά κηδείες διαφημίσεις
κι αναπάντητα ερωτήματα.

Καθρεφτάκι στο κλαδί

   

    Γλύκανα καθώς με κοιτούσα στα μάτια. Κρέμασα το καθρεφτάκι στο κλαδί κι άρχισα να χαϊδεύω με τ’ ακροδάχτυλα τις ρυτίδες. Να μετρώ το βάθος τους. Ξαφνικά δεν είμαι τίποτε περισσότερο από επισκέπτης. Έγινα αυτό που ονειρευόμουν στα νιάτα μου. Αλήτης, γυρολόγος. Περιφερόμενος. Τίποτε πια δεν είναι δικό μου. Διαμέρισμα, αμάξι, γραφείο. Ιδίως το γραφείο. Ιδίως η θέση μου στο γραφείο.

    Όλα πήγαν στραβά. Νομίζω πως το κατάλαβα πριν από πολλούς άλλους. Ο πύργος κατέρρεε. Όσο περισσότερο πάσχιζα να συνδέσω κομμάτια τόσο περισσότερο τον γκρέμιζα. Τι θυμάμαι απ’ όλα αυτά; ανθρώπους να ουρλιάζουν στα τηλέφωνα. Άλλους να μην κατορθώνουν να βγάλουν γραμμή. Την τεχνολογία να χρεοκοπεί. Να καταντάει ένα μάτσο καλώδια. Μια χωματερή από βύσματα και μόνιτορ. Τα στοιχεία να χάνονται απ’ τις οθόνες στην άβυσσο. Τις οθόνες να κοιτούν μπροστά αδυσώπητα, απειλητικά φωσφορίζοντας φωτεινά κενά. Θυμάμαι το αφεντικό να φωνάζει προστάζοντας τη γραμματέα να μη φύγει. Οξύθυμος χωρίς το σακάκι του με τη γραβάτα χαλαρωμένη προσπαθούσε κάτι να περισώσει. Όταν συνδεθήκαμε με τα κεντρικά καταλάβαμε πως όλα είχαν τελειώσει.

   Σχεδόν εκπλήσσομαι όταν με χαιρετά κάποιος στην αγορά. Σ’ αυτή την πόλη έχω πλέον την αίσθηση πως δεν υπάρχω. Σ’ αυτή την πόλη που κανείς δε βάζει το κεφάλι του στο ντορβά για κάποιον σαν εμένα.

Το γράψιμο

  

    Κάποτε ένας φίλος συγγραφέας μου εκμυστηρεύτηκε σε μια πλατεία του Χαλανδρίου, της οποίας αυτή τη στιγμή ξεχνώ το όνομα, πως ευτυχώς υπάρχει και το γράψιμο για να πνίγει το σάτυρο που κρύβει μέσα του.

    Βέβαια, και το γράψιμο και το διάβασμα πολλές φορές είναι μαρτύρια αφού, μου είπε, όταν διαβάζω Αντρέα Εμπειρίκο ή μαρκήσιο ντε Σαντ αντί να ερεθιστώ απ’ τα ξεσχισμένα ρετάλια της μπουρζουαζίας ερεθίζομαι απ’ τα γαμήσια και τα όργια και πάει περίπατο ο θυμός κι η επανάσταση. Λέξη δεν μπορώ να αρθρώσω. Η γλώσσα γίνεται κομμάτια. Τα μάτια θαμπώνουν. Τ’ αυτιά βουίζουν. Χλομιάζω. Όταν βλέπω ένα κορμί παραδομένο στον ύπνο, χείλη μισάνοιχτα, σάρκα ν’ αχνοφαίνεται κάτω απ’ τη φούστα θα’ θελα να’ χω τη δύναμη να χιμήξω.

    Τη στιγμή εκείνη κατέφθασε η γκαρσόνα με το μπλουτζίν και το ανοιχτό μπλουζάκι της μα ο φίλος δε χίμηξε.

Υπερσιβηρικός

Από τη Μόσχα των χειλιών σου
στου αιδοίου σου το υγρό Βλαδιβοστόκ.

Επιμύθιο τάματος

Ταμένοι είμαστε κάποιοι ζωντανοί
να μερεμετίζουμε αδρά, νοσταλγία
και χνώτο προσομοίωσης ηδονούλας
στα ριζά θηλυκιάς μεγαλομάτας
που εξασκήθηκε νωρίς στο άγνωστο
και το συντακτικό των οργασμών
από σκονάκια αιρετικών κι από
Χαρμίδεια στίξη αρσενικού καβάλου.
Καταπώς κοχεύει ο ήλιος σχισμές
και σκοτάδια και ζυμώνει ελόγου του
ουρλιαχτά τ’ ανάσκελα ξαπλωτός
στον κάμπο βαθιά μπήγοντας τις
αχτίνες του στ’ αραποσίτι που
εφύετο στα σκέλια της για να τη
μαγαρίσει με πνοή ζωής και
νέα φωτόνια. Για να κραυγάσει
νυν και αεί το πυρωμένο είναι της.

Συνεισφορά στη θεωρία των πάντων

Πολλοί εύχονται να σβήσουν
όταν τα πάντα γύρω θα είναι
φωτεινά κι η γη φρέσκια για το
φτυαράκι. Την ώρα που σε κάποια
γκούντις θα καθρεπτίζονται
μπεμπούδες σιάχνοντας το μαλλί
τσιμπολογώντας πατάτες τηγανητές
και στίχους ρομαντικών που
τους αφομοίωσε το κατεστημένο.
Πάνω σε λαδόκολλες και πλαστικά
ποτηράκια δίπλα σε αναψυκτικά
και λύσσα εχέμυθη ρουφηγμένη
σαν μυξούλα προς τα μέσα αφού
ο ιδιώνυμος λιπαντής των στίχων
δεν κατάφερε έξαψη παρά μονάχα
ανακάτεψε πόνο και ηδονή, καύλα
και φόβο χτίζοντας πένθος στα
ζεστά κορμάκια. Να σπαρταρούν
ως το ύστερό τους βλέμμα ώσπου
να γίνουν σκύβαλα χαμένα οριστικά
απροσδιόριστα κι ανούσια μες την
ανώδυνη κι αέναη αποσύνθεση
των πάντων.

Παλλακίδα

Παλλακίδα, εσύ που απέχεις απ’ τα κοινά και
δίνεσαι με ακάλυπτους μηρούς στη δίνη
γεγονότων, που ορίζουν άλλοι σύννοες
Γότθοι χιλιαστές ανελέητοι στην παραχάραξη.
Παπαδαριό κάποιας ιερά μονής μεταμορφώσεως
σαρωτικής με το φραγκμέντο της γύμνιας
να ιστορείτε ανελλιπώς από χείλη ηγούμενου
λάτρη μοιχείας του Οδυσσαίου κύκλωπα
με βυζαντινισμούς και βάραθρα κηρύγματος
μυστριά που δούλεψαν κορμάκια φαρμακωμένα
ψηλαφίζοντας αγιογραφίες χωρίς αιδοία και
φαλλούς και αυτοσχέδια τρέλα του καλλιτέχνη
χάροντα που κατηχεί οργανοπαίχτες και
πενταδάχτυλες αφές στα ζουμιά
του λάκκου μιανής.

Αστυνόμου Χαρίτου τα επίχειρα

Είναι αυτές οι έξοχες απολέμητες ομίχλες
βγαλμένες από φίλμ ζόρικα με κακούς κι
ατημέλητες γόησσες που ρουφιούνται ως το
μεδούλι. Φιγουρίνια που τα κυκλώνει

δολοφόνος φριχτός. Ιστορίες με μπόσικο
σενάριο γητευτή διανοούμενου που γράφει
αστυνομικά πιασάρικα και κουλτουριάρικα.
Ενεργού πολίτη με βλέμμα ζαβό. Χτίστη

επιστολών για θαυμαστές πιστούς στην
απλωσιά άποψης ποτισμένης με λίγδα
σοφού ζυγιάζοντας απ’ τις φασκιές το
εργάκι του με τις καύλες του εκδότη και

τα στυφά χειλάκια αναγνώστη που ξεπέφτει
στην τέφρα του εργατικού παππού αφού
σίτεψε στο ρετιρέ του, χλομάδες αντιγράφοντας
κι αμερικανιές δόλιες σαν βουβός στις

σφαγές δίπλα του με φούρια σαν έτοιμος
από καιρό να σερβίρει φρέσκο πετσί και
ζεστό κώλο στου εργοδότη τις μελαγχολίες.
Να αντισταθμίσει κέρδη και ζημιές ως

πατριώτης σκεπτόμενος που ελπίζει
πέτρα να μην πειραχτεί απ’ το φθαρμένο
τοπίο κι ούτε μια τρίχα απ’ το μαδημένο
της μπουρζουαζίας μουνί

και τις χτικιάρες εργάσιμες των άλλων.

Ο επιούσιος

Τον επιούσιο γης που εμνημόνευσε κάποιος πικάσο
της πλάνης σε γραφτά με χαίτες κοριτσιών που
καραδοκούν σε κάποια στάση σε κάποιο λιμώνα
ρομαντικού καυλιάρη που εγέρασε με ψευδώνυμο
κι εχάιδευε πάντα τα φρούτα στη λαική σα
νάταν στήθια συσωρεύοντας δεήσεις και
πονηρίας για μυθιστορίες, παίρνοντας το αίμα του
πίσω αφήνοντας στην κυρά χειρόγραφα χαώδη
σπαρμένα φλάτ συγκινήσεις αρσενικού
αιδοία εργόχειρα σε κάποια ξέρα κρεβατιού
πυρωμένα μυρωδάτα αχνιστά
σα φασουλάδα του παλιού καιρού.

Μοντέρνο

Κάθε λόγος περί μοντέρνου είναι παλιομοδίτικη φλυαρία. Ποιο είναι άραγε το μέτρο του μοντερνισμού και ποια η μονάδα μέτρησης ευαίσθητου χνώτου πάνω από σφυγμό σύγκρουσης καταπιεστή-καταπιεζόμενου; Ποια μήτρα γέννησε το μοντέρνο και τι κορμάκι έβγαλε στο δύσκολο νυχτέρι της γέννας; Μήπως πρωτοπορία και μοντερνισμός είναι η σατυρική ουτοπία της αστικής ρητορείας ενός καταγέλαστου κόσμου που ξέπεσε σε θεούς και σε χαρτορίχτρες; Που επινόησε σοφούς για να δώσει άλλοθι στις μπουρζουαζίες της κάθε εποχής να γαμούν και να δέρνουν δια μέσω θεωριών χτισμένων πάνω στον πλούτο του προλεταριάτου και της αποικίας;

 Ο ένας προσφέρει εργατική δύναμη κι ο άλλος πρώτες ύλες. Έτσι δούλεψε μέχρι τώρα το σύστημα. Οι μεγάλοι πόλεμοι φέραν τα κινήματα τις εμπνεύσεις και τις πρωτοπορίες. Τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό ως απόπειρα απελευθέρωσης από την εργασία. Η εργασία και το συσσωρευμένο χρήμα σήμερα ψυχορραγούν. Ο μοντέρνος ορίζοντας ισοπεδώνει τους ανταγωνισμούς του παρελθόντος μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου εξαφανίζοντας την κοινή βάση των συγκρούσεών τους. Δημιουργεί απολίτικα κινήματα. Και κάθε απολίτικο κίνημα ξεπέφτει στον αυτισμό της πολυχρωμίας του. Γίνεται χυλός που υπονομεύει την ταξική πάλη. Το μοντέρνο μετατράπηκε σε κοινωνικό έλεγχο αφού πέρασε τα στάδια του πειραματισμού και της σοσιαλδημοκρατίας.

Διαβόλους

Υπάρξεις που βγάζεται σκέτη ποίηση
κι αγκαθάκι απ’ την πατούσα, έχετε να
σας εμψυχώνει εμένα το μοντέρνο
παλιομοδίτη. Εμένα, που περιμένω διαβόλους
από στιγμή σε στιγμή να με κουτρουβαλιάσουν
αγέρωχο και ξιπασμένο όπως μου πρέπει
στο σύμπαν που δε προφταίνει να φωτιστεί
ολόκληρο παρά μονάχα σπέρνει λίγο φως
για να θερίσει αργότερα σκοτάδια. Χνουδάκια
ολόγυρα στ’ αρτεσιανά σας τα βυζιά
ντουφέκια για μελλοντικό εμφύλιο σπαραγμό.

Εκ γενετής

Επιστρέφουν οι πολιτικοί κρατούμενοι
στα κελιά τους. Με τα παιδάκια τους στον
ώμο κραδαίνοντας μαλλί της γριάς και
κινητό πέμπτης γενιάς με κάμερα για

ν’ απαθανατίζουν γεγονότα να επαληθεύουν
κοσμοθεωρίες διαφημιστών να γλείφουν
το συριγμό ομογάλακτης φιλενάδας
γράφοντας μαντινάδες χάρβαλα σε

υπάρξεις που ψευτίζουν ανέγγιχτες
σε θέση συνοδηγού. Σε θέση μάχης
εκ γενετής.

Τα κόλπα της αγάπης

Μας άφησε ένα κενό η συνουσία
και παρομοιώσεις μπόλικες για να
ξεφτίζει το νόημα και το θέλημα
του Κυρίου. Την αυγή που οι σάρκες
έχουν στεγνώσει. Κι αλλάζουν θέση
τα στεγνά κορμάκια. Εξοντωμένα
στου υπνάκου το ξεφτισμένο κρόσσι
λίγο πριν βγουν στην επιφάνεια του
ξύπνου. Ναρκωμένα ακόμα απ’ τις
γύρες στα γριβάδια. Μεταξύ ζωής και
θανάτου. Εκεί που χτίζεται αιματόβρεχτη
πλοκή κι ένδοξες παρτούζες. Στην απλωσιά
ομίχλης σκηνοθετημένης από δαφνοστεφή
ιδιώτη βιοπαλαιστή που έμαθε φαρσί
στα κατηχητικά τα κόλπα της αγάπης.

Ποιητής στυγνός

Είναι ποιητής στυγνός, γενιάς που χαϊδεύτηκε
από εκδότες συγκροτήματα και φιλενάδες
που επιδοτήθηκε αδρά απ’ τη μισθωτή σκλαβιά
κυράς που σκόρπισε χαραμάδα γύμνιας
στο χάροντα μπανιστιρτζή.
Είναι ποιητής στα τελειώματα. Ασφυκτιά μέσα
στην τόση ματαιοδοξία του χτίστη μυθοπλασίας.
Κάνει επιθέσεις αγάπης με φωνούλα μπόσικη
στα σεμνά αυτάκια υγρής κόρης. Ψάχνει
κάψα αναλλοίωτη και μέρισμα ηδονής σε γραπτό
νεοσύστατου γόη. Έχει φρόνημα γηρατειών
στα ριζά οικοδομής που τη ρόδισε απόγευμα
ποσόστωση ήλιου σε κάποια κωμόπολη καθώς
καρφώνει μπόσικο καρπουζάκι στη βεράντα, παρέα
με γυμνούλα βουλιαγμένη κι ακατάδεχτη ύπαρξη
έκθετη στον επικό διάλογο βραχμάνου
που σκόρπισε το σπέρμα του πατώντας
πλήκτρα κινητού. Παθαίνοντας πρόωρη
εκσπερμάτωση μηνυμάτων.

Η ώρα του κοινού

Είναι η ώρα του κοινού που καραδοκεί
στο μακρύ δρόμο με τους λάκκους και
τις λάσπες και τα προσχέδια εκφωνητή

που θα τα βρει η νύχτα της εκκωφαντικής
χαράς κι οι γραμματικοί του μέλλοντος
στυγνοί παραχαράκτες που θα ιστορήσουν

μύθους μαστόρων που τρυφερά και
θανάσιμα αφήσαν το κορμάκι τους
στα νύχια της νύχτας.

Ντοκιμαντέρ

Ω ναι! Εσύ, υπήρξες το ντοκιμαντέρ της ζωής
μου. Η ανηφοριά κι η μάγισσα που επάτησε
το γκάζι σε κλειστή στροφή λάμνοντας ύλη

και φως ερημιάς κρεβατιού, αναπολώντας
σάντουιτς που άφησα κάποτε σε πεζούλι πόλεως
εις ανάμνηση έρωτος μισοφαγωμένου
καθότι η γύμνια σου με καταβρόχθισε
δια παντός.

Μέλλον

Καυτός και πνιγηρός αέρας. Αποκαΐδια της θεωρίας των κύκλων των πολιτισμών. Βυθίζεται ο ένας κύκλος κι αναδύεται ο άλλος. Εμείς μοιάζουμε κούκλες και κομπάρσοι σε τούτα τα ηλιακά δράματα. Η ποίηση που γράφεται πάνω στη ρωγμή είναι η πιο δυνατή. Η πιο ατόφια. Δεν έχει μέσα κεραμίδια φλιτζάνια χρυσόσκονες. Δεν έχει εκδότες εξουσία κράτος αβύσσους υπαρξιακές κι εκφυλισμένη ηδυπάθεια. Κυράδες στεριωμένες κοντά σ’ αρωματικά κεριά και ποιητές που απαγγέλουν δίπλα σε ταμειακή μηχανή. Έχει σωρούς πνιγμένων στην καρότσα του νεκροτόμου. Έχει μελλοθάνατους να καθαρίζουν παρμπρίζ στα φανάρια για να δούμε την αλήθεια καθαρά. Έχει φράχτες σφαγεία θλιβερούς τροπικούς. Ολόκληρη η ανθρωπότητα τρέφεται απ’ το έργο όσων κατόρθωσαν να συναντήσουν τον άλλο. Να τον ταρακουνήσουν χωρίς να τον αγγίξουν καν. Η ποίηση δε βελτιώνει τα πράγματα, δε βελτιώνει τη ζωή. Η ποίηση δεν είναι θερμοσίφωνας ζεστό κρεβάτι πιάτο φαί. Η ποίηση μεταβάλει. Δεν είναι φάρμακο θεραπεία δεν παιδαγωγεί. Η ποίηση επιστρέφει ανοιχτές τις πληγές στους φυσικούς δικαιούχους. Η ποίηση ποτίζει με το νερό της αφθονίας τη γη που έμεινε χέρσα και άκαρπη κι αποκαμωμένη. Αφθονία που πολλές φορές σαστίζει τα δουλοπρεπή πνεύματα και μένει ακατανόητη απ’ τους πολλούς αλλά ρένει με σπόρους γόνιμους τους έρημους όχτους. Η ποίηση γουστάρει τα σοβιέτ, παλεύει για να έχουν όλοι ψωμί δουλειά φίλους κι αρμονία με τις καύλες της φύσης. Η ποίηση γουστάρει να διαβάζεται σε αγρούς δρόμους εργοστάσια. Η ποίηση γουστάρει να ξεκοιλιάζει βεβαιότητες πεποιθήσεις χωροφύλακες κορμιών και στρατιώτες συνειδήσεων. Ο πυρήνας της είναι εκρηχτικός και το άγγιγμα της πυρωμένο. Συλλέξτε ποιητική ακατέργαστη ύλη χτίστε σημειωματάριο οργασμών και θαυμάτων. Κατανοήστε την ύπαρξη ναυαγώντας. Μυρίστε τη καθώς χύνεται σα βενζίνα στο ρεζερβουάρ της ύπαρξης για να σας πάει στο μέλλον.

Λοξά

Τόσα που ψέλνω εδώ, λοξά, από αλματώδεις
καύλες και στα γρανάζια εμπλέκομαι
συγκινήσεως ως πτυχιούχος Οδυσσαίου
θάμνου, παίρνοντας μάτι μιαν αθώα
Ναυσικά, κόρη που πρήστηκε να
μηχανεύεται ωθήσεις, με φούστα
ανασηκωμένη ως την κοιλιά, με αφαλό
ορθάνοιχτο σε αντίχριστο λεμονανθό
πιο κάτω αφήνοντας να στάζει απ’ το
θόλο της αλαφιασμένη ηχώ
κι ορθοδοξία ανελέητη υγρών.

Σύμβολα

Τι κραυγαλέα παραχάραξη τα σύμβολα
και τι λωποδυτιά! Όσων σκυλεύτηκαν
από βυζί, όσων ποδοπατήθηκαν απ’ το
στρατάρχη Ζούκοφ των μηρών κάποιας
ξανθιάς, που πέτρωσε ελόγου της
κακόφημη στα χείλη κάποιου άμοιρου
επαίτη ηδονής, που ευθυτενώς λαμπάδιαζε
αλέγκρο κάθε φορά που πάλευε αυτός
ολονυχτίς να λύσει το χαοτικό αλγόριθμο
αιδοίου.

Τα νιόβγαλτα

Τα νιόβγαλτα σε νοσταλγίες και ζοριλίκια που
χτίκιασαν παππούδες και γιαγιούλες κόβοντας
το εκάς και το εφάπαξ από παλαίμαχους
που γύρισαν κάποτε το ύπαιθρο με πούλμαν
για να φλομώσουν τον ηγέτη αδρεναλίνη καθώς
επιχειρούσε να λιάνει πλήθη αρειμάνια
να καταστείλει θεότητες, πείσματα που
κρατούσαν από εμφύλιους και χούντες
με τις αμνάδες τους να ξεστρατίζουν σε
ντιβάνια αγροτών που σούβλισαν αυλακιές
για φυντάνι κι είδαν τσόντα μεταμεσονύχτια
στο RTL με προσδοκίες για το μέλλον
ξεφλουδίζοντας κρεμμύδι σε υγρό κουζινάκι
ενθυμούμενοι τα παλιά που δεν έζησαν
όσα σκέπασε η ξεχασιά κι οι μαύρες αράχνες.

Γνώστης του οριζόντιου πάθους

Γνώστης του οριζόντιου πάθους, υμνώντας
υποταγή στ’ ολισθηρό οδόστρωμα γλουτών.
Μπάκακες λιωμένοι από κάποιο γιοταχί
συλλογισμοί για τους πολλούς ακατανόητοι

ποίηση, χαρτογράφηση γκρεμών, στρατηγική,
παιγνία, διαλεκτική, πείνα των χορτασμένων
για εγκλήματα. Να μοιάζουμε ποιητικοί και
πονεμένοι μεσ’ τη γύμνια μας, γράφοντας

επιστολές αναίσχυντες και συκοφαντικές
τη φυσική ορμή αντιγράφοντας των όρχεων
πεποιθήσεις, γεγονότα συνεισφέροντας στην
προπαγάνδα περί καταγωγής των ειδών
και των δαιμόνων.

Σονέτο θεραπευτικό

Όταν δε σε βαράει η έμπνευση στο δόξα πατρί
δώστη ’ς εσύ αδιόρθωτε μια κλωτσιά εκεί που
έχει κάψα. Γράψε σονέτο θεραπευτικό απ’ αυτά
που ο συνάδερφος Σαίξπηρ έγραφε δίπλα στη

φωτιά μετά το σεξ με τον ηρωισμό του ευγενούς
που σκόρπαε τα πάθη του δίπλα σε χωνευτική
μουσική και  πλεξούδες με το τραντζίστορ της εποχής
όπου τα ξιπασμένα ερτζιανά όλο παράσιτα

παινούσαν τις αποικίες και τα εξωτικά φεγγαρόφωτα
τις φοβερές τραγωδίες και τα φαρμάκια του
κοσμάκη που ετράβαγε κάρο από ΙΚΑ σε ΙΚΑ
της εποχής για να του γράψουν τα χάπια

για το ζάχαρο την πίεση τις καύλες.