ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Αύγουστος, 2011

Το ελληνάκι

Το ελληνάκι είναι πάντα κοντά στους ευσυγκίνητους Παφλαγόνες του δημόσιου βίου. Εκεί που τα φουσάτα της δεξιάς με τις μπαγιάτικες απόψεις και τις συνεδρίες έπιασαν τόπο. Στο λαό που οι ακαδημαϊκοί τού αναπαράγουν τον ιδεαλισμό και τη μεταφυσική σαβούρα. Υπέρ ανεγέρσεως λιγότερου κράτους με ψώνια εκλεγμένα απ’ τη βάση που έχουν εκπομπή στην ερτ και γυρνούν τις πάμπες του Σουδάν και τα ξωκλήσια της Σίφνου. Με γλίτσες κάποιων συζύγων που συγκίνησαν οστρακόδερμα  σε γήπεδα και μέγαρα μουσικής χτίζοντας το λαρύγγι τους και τις βίλλες πάνω στους σκοτωμένους. Ψευδαισθήσεις άυλους τίτλους τροφοδότες λογαριασμούς παρέες που γράφουν ιστορία γόητες μαζών λογολάγνους μαθητευόμενους μάγους και προφήτες. Το ελληνάκι έμαθε φαρσί τα κόντομ και τα πτυχία. Τις αλλοδαπές σπουδές στα κόφι σόπ και τις μαρμάγκες του κίνγκ κόλετζ. Φτασμένο στην εφηβεία με μαμίσια ελαφρολαϊκά έντεχνα και άτεχνα μπολιασμένα με χούλιο ιγλέσιας κλάψα και μπόλικο σαδομαζοχισμό αφού, οι εταιρίες ξελάκωναν το συναίσθημα του μέσου προλετάριου με το μέταλλο του Καζαντζίδη και τα άλλα ζαλισμένα αγγούρια που κάρφωναν ώριμες μετά το κάτεργο του πάλκου. Το ελληνάκι έθρεψε ηγέτες απολίτικους που είτε ερχόταν απ’ τα κάτω είτε απ’ τα πάνω γούσταραν να παίρνουν αποφάσεις και να στριμώχνουν την πλέμπα στην ουρά της εφορίας και τους ιδρώτες του πλησίον. Χόρτασε μπόλικη παράδοση και πλατωνικούς έρωτες. Έμαθε πρώτα το κολύμπι στην πισίνα το ντεριντά τους αποδομιστές και μετά το βρώμικο της Μαβίλη και τα χνώτα μαύρης πουτάνας στο στρατώνα της Πατησίων και τα θερμά λουτρά πολίχνης όπου οι πρώην παιδούλες απ’ το Νίγηρα δεν φυτεύουν άνθη αλλά αρμέγουν φαλλούς στερημένων που ξεμπούκαραν από κάποια στάνη του Μοριά. Το ελληνάκι το πρωί άκουγε καβάφη και το βράδυ μάθαινε από σήριαλ πως ο ποιητής ήτο κολοσφυρίχτρα ατελείωτη αποθεώνοντας το πετυχημένο κράμα ποίησης και παιδαγωγικού αμοραλισμού. Έκανε προσευχή σε προαύλια και ψηλάφησε το πουλί που ακροβατεί στα παταράτζα του μέιν στρίμ. Έκλεισε μέσα του το σκυλί του παβλόφ και φόρεσε περιλαίμιο ελευθερίας καμαρωτό στις μεζονέτες του περιφερειακού καπιταλισμού. Πρόσφερε το τέκνο του στους διαφημιστές και τα καπρίτσια της άρχουσας τάξης που θέλει ντεκόρ με ανθρώπινη πέτσα, ούρα, συναίσθημα εθνικό και μπόλικο απόθεμα μαλακίας για να μαζεύουν ως ηρωικοί εθελοντές τις πεταμένες καπότες των ευρωπαίων.             

Πάχνη πρωινή

Είναι που σου μιλώ με τα χαζά ελληνικά.
Σε πάχνη πρωινή στήνοντας εικόνες ποιητικές
προβλέψιμες. Ασκώντας την παλαιά φωνούλα
στα ζοφερά επιφωνήματα. Με το Αχ! να θερίζει
κόντρα τον τεθλασμένο σου λαιμό και
τα λιπώδη σύθαμπα. Χαραμάδες που
τραγούδησα αδόκιμα. Μασχάλες που δε
γλίτωσαν το πλιάτσικο του υμνητή και
το δρεπάνι του ανθολόγου για να ’χουν
οι μαστόρισσες της λαγνείας άλλοθι όταν
θα επαίρονται για το σωβινισμό τους, καθώς
οι γλώσσες μας θα φτερουγίζουνε ασύστολα
στα υγρά τους κατευόδια.

Ωραία χωριά!

Είναι τα βουβά επιγράμματα κι ο νόμος
προσφοράς ζήτησης που διαμορφώνει
τα δράματα και των γερόντων τις ιστορίες.
Λίγο πριν βγάλουν τη θαμπή βέρα να την
αποθέσουν στο κομοδίνο. Και τις απόψεις
για τη ζωή που θα τις πάρουν μαζί τους
στο τάφο. Είναι ο ήλιος που χύνεται
άσεμνος και νταής στις φλοκάτες
φωτίζοντας αχαλίνωτα τις παλιές δόξες
τους εμφυλίους με φόντο τα βαθιά
χιονισμένα τοπία. Είναι η σαβούρα
που κρατήθηκε ζωντανή για να
στολίσει τα λαογραφικά της επικράτειας.
Ωραία χωριά που εξοκείλατε σε θεσμούς
με τα ελατάκια τις φασουλάδες και τον
αγροτουρισμό σας!

Πανσέληνος

Τι έχει τραβήξει η πανσέληνος δε λέγεται! Κάτι ποιηταί που την έχουν υμνήσει απ’ τα ρετιρέ ή τα εξοχικά τους για να ’χουν τα ψώνια τον Αύγουστο λόγο ύπαρξης και  να σκαρφαλώνουν στα νταμάρια για να χύνουν οι καψερές μεσόκοπες υγρά απ’ το αρρενωπό στιχάκι όταν το απαγγέλουν τσιρίζοντας. Για να ’ρθουν κοντά χνώτα δημάρχου και νεόπλουτης πλέμπας που αδημονεί να ματσαλήσει κριτσανιστό καλαμαράκι σε χερσόνησο ψαροταβέρνας. Για ν’ ακουστεί ο πηχυαίος πανικός για τα δεινά της κρίσης στα διαλείμματα εκεί όπου ο πλησίον σανδαλοφόρος μαγαρίζει την κοινόβια ραστώνη της μαγείας με την φλασιά της μητρικής ντοπιολαλιάς αναφωνώντας ζούμπατου το μαλακιστήρ, υπονοώντας τη δόνηση κινητού οργασμού τελευταίας γενιάς. Εκεί που ο θεατής ως πρωταγωνιστής του δράματος αλλάζει θέση στο πέος του εν κρυπτώ στα σπάργανα βερμούδας που μόνταραν δωδεκάχρονα σε κάποια τριτοκοσμική υμνώντας το αγαθό της παιδικής εργασίας. Εκεί που το αουτάν ως χορηγός απελπισίας πασαλείβει μπράτσα βυζάκια και ευσεβείς πόθους γυαλοκοπώντας το έρμο σαρκίο ως λαμαρίνα που οι κώνωπες εργαζόμενοι αιμοπότες καλούνται να τρυπήσουν στα ελώδη πάτρια εδάφη του Παλαμά και του Μαλακάση. Ω ναι! εκεί που κροταλίζει η διφορούμενη λέξις διείσδυσις στον κόρφο μιανής καρδερίνας τελειόφοιτης των αγκομαχητών που εν μέσω μαμάδων μπαμπάδων και αρχαιοτήτων γυροφέρνει τη ματιά της στον Κάτω κόσμο των ανδρών που δεν είναι συγγενείς της, για να’ χει η καταπακτή της μνήμη πανσελήνου και μύθο κοσκινισμένο από ορθοδοξίες. Εκεί όπου το κίνητρο είναι ν’ ακουστεί το όνομά μου στη γειτονιά κι αφού δεν κάνω σεξ ας κάνω θέατρο. Ας φαντασιωθώ την επιδαύρια αντήχηση του φιλοθεάμονος τεκνού που θα συνδράμει με το βλέμμα του την τέχνη, αποθεώνοντας ταλέντα του αγροτικού μας νομού. Ω ναι! αναγνώστη λάγνε σάτυρε μπανιστιρτζή εκεί, όπου ακούγεται από παραπλεύρων μαντρί βατευομένη αίγα ως υπόκρουση στην οιμωγή του οιδιπόδειου σαλού ή εκεί που παίρνεις μάτι στα κρυφά της μπαλαρίνας το βρακί ή το βυζί της Ανδρομάχης την ώρα που γαλουχεί το μελλοθάνατο βρέφος της  επί σκηνής. Ω! φιλοθεάμων κοινό καλοπροαίρετο που σου σερβίρουν τη γαρδούμπα και τα ξύγκια τους υπό την αλοιφή της πανσελήνου βραχνιασμένες δορκάδες στήνοντας σκηνικό για να περάσει πολιτευτής να σφίξει το χέρι, το ζωνάρι και τ’ αρχίδια σου. Να νιώσεις το μεγαλείο αυτουνού που τα γλειψίματά του πιάνουμε τόπο. Ω ναι! το έθνος τρέφεται με θεάματα. Από πορνογραφία φλού του ερασιτέχνη κολίγου που γαμεί με το λυχναράκι του κινητού ως το κήρυγμα μητροπολίτη που ’χει γραδώσει την μπάκα του κάτω απ’ τη μικροφωνική της μισαλλοδοξίας. Αγαπητέ πιστέ την οικογένεια και τα μάτια σου, το οικόσιτο αιδοίο σου και τα ζαντολάστιχα με ενδιάμεσο σταθμό το μπουτάκι ξένης κυράς στα ριζά πανσελήνου.

Παρακλητικός κανών

Είναι συνήθεια παλαιά των καλογέρων
εκεί, κατά την κόκκινη δύση όπου αρχίζουν
να χορεύουν οι διαβόλοι και δεν υπάρχει
ελπίδα για αρμονία και έρωτα, με τρομερές
προσευχές στο χείλος του γκρεμού της
αγαμίας τους, εν φαντασία και λόγω
διαβάζουν παρακλητικό κανών απ’ τα
σπασμένα τους έγκατα, λουκούμι
προσφέροντας στα θηλυκά για να
γλυκάνουν το σάλιο των φιλιών
τη γύρη που αφήνουν οι χλομάδες τους
στα τέμπλα.

 

Γιατί οι φτωχοί ψηφίζουν δεξιά

Αν κάνουμε μια σούμα των απόψεων που απαντούν στο ακανθώδες ερώτημα: γιατί οι φτωχοί ψηφίζουν δεξιά, θα διαπιστώσουμε πως νεωτερικοί κρυπτοπασόκ φιλόσοφοι που υπήρξαν λάγνοι στα νιάτα τους και ζεμάτισαν κότα σε νεροχύτη μαδώντας τη τελετουργικά για ν’ αποκτήσουν εμπειρία, δίνουν απαντήσεις περί θηλαστικών που σκιάζονται από άλλα και μια βιβλιογραφία θεά για να’ χει το παρδαλό κατσίκι στις ραχούλες λόγο να γελά. Βεβαίως οι σκληρόπετσοι που υπάρχουν ως μοναχικοί παρίες στο σκάμμα λιλιπούτειας πολίχνης με άποψη για τη ντεκαντάνς κουλτούρα νεολαίων που κόβουν με σιδηροπρίονο την εξάτμιση αποθεώνοντας τα μανιφέστα του Μαρινέτι, ομιλούν περί ανακατανομής πλούτου. Ο φτωχός που γεννιέται φτωχός κι ονειρεύεται να πεθάνει πλούσιος στριμώχνεται στα στρογγυλά οπίσθια της δεξιάς για να απολάψει ανύποπτη κόρη που ελούζετο στην ακροποταμιά και να ξεχαστεί μαζί της. Η δεξιά εμεταλλάχθει σε πασόκ και σε ψευδαίσθηση κράτους που παρέχει στον αγρότη επιδότηση και ζεστό μουνί ορμώμενο απ’ την Ουκρανία ή τις αποικίες. Ο Έλλην παλαιός των ημερών τέκνο της πλάνης και της κυριακάτικης λειτουργίας έφτασε μέχρι Σαγγάριο για να ξεθάψει τη νεκρωμένη οχιά του μεγαλοϊδεατισμού. Για να μαζέψει χόρτα και να βοσκήσει πρόβατα αντικριστά με τον προλετάριο της αυτοκρατορίας που λύγισε απ’ τους πολέμους και την πολυγαμία των ηγετών της. Ο φτωχός πρωταγωνιστεί στις περιπέτειες των πλουσίων. Του μεγαλώνει τα παιδιά. Του καλλιεργεί το χωράφι. Του παίζει μουσική και του γράφει ερωτόκριτους. Ο φτωχός συνήθως επαναστατεί για να συνεχίσει να είναι φτωχός με αξιοπρέπεια. Ο φτωχός μυείται στην ταπεινοφροσύνη απ’ τα σπάργανα. Ο φτωχός του δυτικού κόσμου διαθέτει φωτογραφική μηχανή, κάμερα, κινητό για να καταγράφει τη φτώχεια του ως ντοκουμέντο προορισμένο για την ψηφιακή αιωνιότητα. Ο φτωχός του μοντέρνου κόσμου είναι διασωληνωμένος με τις οθόνες. Δεν ζει χωρίς διαφημίσεις. Χωρίς μπριζωμένα ενδιαφέροντα.

Τα μπάνια του λαού

Όντα που θα λουφάξουν σε κάποια ακτή για να κάνουν το γυμνισμό τους ή σε κάποιο ενοικιαζόμενο σαλό. Να εκτίσουν την ποινή των διακοπών. Να πάρουν χταποδάκι αντίδωρο θαλάσσης ν’ ακούσουν καταπέλτη πλοίου κι ετυμηγορία γόησσας για το σεξ και την πλοκή μαντινάδας. Είναι όσοι κατεβάζουν τα σκουπίδια βράδυ και πάσχουν από ανία γνωρίζοντας τι πατάτα υπήρξε ο Αλέξης Ζορμπάς για να αφυπνιστεί το κοιμισμένο άστυ του εξήντα. Τότε που τα σινεμά πορνό λειτουργούσαν ως κλεψύδρες αντρισμού που θα έχτιζε αργότερα τους λαμπράκηδες και τις ουτοπίες στο χείλος του γκρεμού μιας κοινωνίας που ήταν μονίμως σε πανικό. Το πρωί με χουντικό δάσκαλο και το σούρουπο με πληθωρικό καθοδηγητή. Παιδιά υπαλλήλων που τους φύσηξε αεράκι σε ρετιρέ χτίζοντας αγνάντιο ζηλόφθονο κι εξοχικό στα παράλια της αττικής και στα ερμητικά πατρώα βοσκοτόπια. Ο κάτοικος Αθηνών ξεπέρασε τον πόνο των άλλων αφού δέχτηκε την ιεραρχία της πολυκατοικίας. Η επαρχία ακολούθησε παίρνοντας μάτι απ’ το σινεμά και την τηλεόραση χτίζοντας στα λιοστάσια και τις ραχούλες οικοδομές με άδειες βγαλμένες πάνω στο κρεβάτι του νομάρχη ή του δημάρχου. Φτιάχνοντας πάνω απ’ την πρώην αυλή μπαλκόνια. Μαϊμουδίζοντας την προχωρημένη αποσύνθεση και την έλλειψη ελεύθερου χώρου του άστεως. Με την πολεοδομία αρωγό της καλοπροαίρετης συνομωσίας για ανάπτυξη. Αυτό το τραινάκι παρέσυρε στο χορό και το χωριό. Οι αγρότες κατέβηκαν στις μικρές πόλεις και οι μικρές πόλεις στη Αθήνα. Όσοι μάζευαν ελιές και φρέσκα χόρτα γίναν οικοδόμοι εργάτες στη χαλυβουργική συσκευαστές πρέντζας στο Μαρινόπουλο. Μεγάλωσαν παιδιά κακομαθημένα γιατί δεν είχαν να τους προσφέρουν τίποτε άλλο έξω απ’ τα αγγλικά, το μπάσκετ, το βίντεο γκέιμ και την ψευδαίσθηση νίκης ότι ξέφυγαν απ’ το βούρκο του χωριού και την μόνιμη προβατίλα του πατρικού τους. Παιδιά που στοιβάζονται σε παγκάκια σε γήπεδα σε σχολές κομμωτικής. Όντα που απαιτούν μέλλον με έναν τρόπο που προσπαθούν να μάθουν από μόνα τους. Όντα που λουφάζουν στη σκιά ανεμόμυλου στο λιμανάκι της Παροικιάς ή στις χρυσές αλυσίδες πενταήμερης.

Γλυκοπατάτες

Για να εξηγούμε. Λέω πως, ζούσα πάντα με δυο γρασομένα άρβυλα ύπαρξης. Το ένα, είναι το δικαίωμα που έχω να περιγράφω την αντικειμενική αλήθεια από ερωτικά μέχρι ρύπανση και καταγγελία για σιωπηλή συναίνεση φόνων στον Έβρο. Το άλλο να υποδύομαι και να στριμώχνω στη σκοτεινιά του γραπτού μια γκαζόζα ή μια μολότοφ. Κι οι δυο μαζί παράγουν βηματισμό που με κρατά στη ζωή. Εσχάτως επικρατεί άλλοτε η μία άλλοτε η άλλη, μα υπάρχω πάντοτε και με τις δυο. Όσο και να σκεφτώ παραμένω μαινόμενος. Με το χούι να κατεβάζω απ’ το μηχανικό λοβό την ιδέα πρωτόλεια για να καταλήξει στο βιολογικό καθαρισμό της μνήμης του αναγνώστη. Διάγω συγγραφικό βίο ποτιστικό και ορμέμφυτο συνεχίζοντας να απελευθερώνω όλα τα επί αντιπαροχή που μου δόθηκαν. Όσο για το άγραφο χαρτί και τις πλάνες που έσκασαν σα γλυκοπατάτες στον ατμό κάποιας δημιουργικής γραφής, είναι το λευκό σκοτάδι ενός βίου που παλεύει να καταγραφεί, όχι ως ιστορικό ντοκουμέντο αλλά ως μύθος που θ’ αφήσει στις μέλλοντες υπάρξεις ραγισματιά και ανάμνηση αθωότητος.

Διαπασών

Εσύ κι ο ήλιος στη διαπασών. Ωμή σφαγή
στα πατρογονικά μου. Άσπρη πέτρα ξέξασπρη
λαβωμένη από φως στην υγρασίας της
σαίζ λόνγκ. Κορμάκι ευκολόπιστο, ξακρίζεις
τα ζηλόφθονα λιοπύρια. Χαϊδεύεις με τα
δάχτυλα μνημεία μεγαλιθικά στον ίσκιο
του μαγιό σου. Το υγρό το καλυμμαύχι.
Ενσαρκώνοντας στουπιά που έχουν
ρουφήξει αλατάκι ενδόμυχο. Μυρουδιά
απ’ το υπερπέραν θαλάσσης. Έτοιμη
να σηκώσεις το ειδεχθές και τη μπανάλ
αλωπεκία πρώην γόη που όλο διαβάζει
δήθεν το παχύ πλαγκτόν κάποιας Ζυράννας
μα παίρνει μάτι ακροθιγώς, πλησίον της
κυράς του, μπρούμυτα με την ψωλή στην
άμμο, γειώνοντας τη βασκανία της
κρυμμένης σου σχισμής που αχνίζει
ολάκερη ήλιο γαμήλιο.

Νύχτα καλοκαιριού

Μια νύχτα του καλοκαιριού βρέθηκα εντέλει
να βλέπω όνειρο εκκεντρικό από κείνα που
δεν ερμηνεύει της χαμένης ύλης ο εκδορέας.
Από κείνα που παραμορφώνουν τις σάρκες
και δε τα λες ούτε του παπά στο μαύρο
καρναβάλι της ζωής κι ο ονειροκρίτης τα
παραλείπει για λόγους ευπρεπείας για
λόγους πριαπισμού για να μη σκανδαλίσει
τους λαούς που κελαρύζουν προσευχούλες
και διαιώνιση τους είδους απλόχερα με
ισολογισμούς οίκους αξιολόγησης οργασμών
τέχνες δεινά ομοβροντίες από γυμνούλες
υπάρξεις που διαφημίζουν μεθύσι ορφικό
αφήνοντας υπονοούμενα για το εύσαρκο
μουνάκι τους στα μάτια του κοινού και τις
ζηλόφθονες αισθήσεις που περιμένουν
να πάρουν το αίμα τους πίσω λυγερές
όλο υπονοούμενα στα παρασκήνια του βίου
στον υπνάκο όλων εμάς των κάτωθι
υπογεγραμμένων που αγοράσαμε λάκκο
και σύστημα συναγερμού όταν παραβιάζουν
το σαρκίο μας οι καύλες.

Η σοφία των παιδιών

Από τότε που κατάλαβα το ακριβές νόημα της λέξης έρωτας, νιώθω μια ξινίλα όταν την ακούω ή ακόμη κι όταν τη βλέπω γραμμένη στα βιβλία ή τις εφημερίδες. Ο έρωτας είναι η ρομαντική έκφραση της πολεμοχαρούς συνουσίας. Ο άνευ όρων και ορίων σαρκικός κανιβαλισμός. Με λίγο ή με πολύ πάθος. Κατά μόνας κατά ζεύγη ή κατά γκρουπάκια.
Τι κάνουν πατέρα αυτοί οι δύο άνθρωποι στην τηλεόραση;
Έρωτα παιδί μου, έρωτα!
Τι έρωτα ρε πατέρα, αυτοί γαμιούνται, ξεκωλιάζονται. Είναι δυνατόν αυτό το πράγμα να λέγεται έρωτας; πόλεμος ναι, έρωτας όμως! Είναι δυνατόν αυτός ο τύπος που της δαγκώνει τα βυζιά και της ρουφάει το λαιμό σα βρικόλακας διψασμένος για αίμα να κάνει έρωτα; Κι αυτό το παλούκι στο μέγεθος χειρολαβής ποδηλάτου που τη διαπερνά εκατοντάδες φορές και μάλιστα ορμητικά βίαια σα να θέλει να τη σχίσει στα δύο είναι έρωτας;
Ο πατέρας έξυσε το μούσι του σοφού που βρισκόταν κολλημένο στο πηγούνι του και είπε στο φιλομαθές τέκνο του: Ναι! ναι παιδί μου ίσως να έχεις δίκιο.

Αύγουστος πάλι

Περιμένουμε στην ουρά τον Αύγουστο που
είναι ιδανικός για τα σωστά λιοπύρια με τις
γλυψιές του εθνικού μας ήλιου που τραγουδήθηκε
απ’ όλο το ποιητικό σόι και τους μπολιάρηδες
της συνουσίας δίπλα στην άμμο την ξανθή
και τα άλλα φονικά εθνοτόπια τους ομίλους
ανοιχτής θαλάσσης και τις ουτοπίες που
μάδησαν πρακτικιστές με όραμα και σπουδές
φόλες αφήνοντας πίσω τα μπάνια του λαού
τον κύριο Τσόκλη γλίσχρο και οξύμωρο να
διαβάζει Παπαδιαμάντη στους στεγνούς
μπουρζουάδες με θέα το αιγαίο της Vodafone.