ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Επιθυμώ, άρα υπάρχω

11b20871

Απέναντι στην απέραντη ηθικολογία της ποίησης τα τραγούδια των μυρουδιών.

Οι λειψές αισθήσεις μας, είτε από μεγαλοπρέπεια, είτε από ασέβεια, περιτυλίγουν τη συνείδηση με τους ερωτικούς σπασμούς που μας χιλιοκομματιάζουν μες στην ταριχευμένη πραγματικότητα των κανόνων και των δουλικών της θεραπαινίδων.

Μιλώντας οι ποιητές για ιδανικές αρετές, τις καθρεφτίζουν στη λάμψη της φαντασίωσής τους.

Όσες οι φιλίες και οι αγάπες τόσες οι αποτυχίες και τα γκρεμοτσακίσματα. Έτσι ονειρεύονται να θεραπεύσουν το Είναι που αιμορραγεί έξω απ’ το σώμα των κοινωνικών δεσμών.

Όμως τα φαινόμενα επιστρέφουν και οι ποιητές γίνονται αγύρτες στροβιλιζόμενοι μέσα στη διανοητική τους ορμή.

Ο έρωτας διατάσσει τη λαγνεία. Η λαγνεία διατάσσει το διανοητικό αίμα για να γεμίσει το ποτήρι της ακινησίας. Αυτό που θα κατεβάσουν μονοκοπανιά οι επίδοξοι ονειροπόλοι, σαγηνεμένοι απ’ το λόγο που είναι σκληρός και ανέγγιχτος μες στα απλωμένα δίχτυα της μνήμης.

Όλες οι ποιητικές μας προφητείες, όσο ανόητες κι αν είναι, σμιλεύτηκαν απ’ τη λίμπιντο της συναναστροφής και της περίσσειας του νοήματος που εξακοντίζει κάθε πολιτισμός στο κενό της αιωνίου άγνοιας και της ευσπλαχνικής αγρύπνιας.

Η ποίηση επιβιώνει πάντα ως αντίστιξη της θεολογίας του βιοπορισμού.

Παρηγορεί την ανθρωπότητα που βαδίζει στην αγχόνη την ώρα που οι παπάδες και οι οικονομολόγοι δηλητηριάζουν τη σεξουαλικότητά της και το τελευταίο της γεύμα.

Η ποίηση απελευθερώνει μια για πάντα τις λέξεις που στριμώχθηκαν στην κυριαρχία του νοήματος.

Είναι μια εκ προμελέτης ατιμία ή μια χαζοχαρούμενη κραυγή. Το στιγμιαίο λαχάνιασμα στην τόσο κουτά μονόχνοτη ζωή. Το καρδιοχτύπι που φτάνει στους όρχις. Το καρδιοχτύπι που συνταράσσει το αρχέγονο δασύτριχο μουνί της επιθυμίας.

Προσευχή δόκιμης μοναχής

prose

Κουρνιάζω μέσα στις μάταιες πράξεις και στα μάταια λόγια
Ο Κύριος θάνατος είναι λογιστής που ξεμυτίζει απ’ τη σάρκα του στήθους μου
Λογαριάζει τα πολύχρωμα φτερά του λαιμού μου
Κάνει τα κύτταρά μου φονιάδες
Διαφθείρει κοριτσάκια στου χασάπη το κούτσουρο
Του χαμογελούν τα γλυκά ευωδιαστά αιδοία
Του γλείφει το μπούτι τη γάμπα και το γόνατο ο λαός
Είναι πεινασμένο το μουνί μου, Κύριε Θάνατε, πρέπει να το ταΐσει κάποιος
ο προηγούμενος εραστής μου δεν μπόρεσε, εσύ μπορείς;

Ζακ

zak

Σε καιρό ειρήνης τα παιδιά παίζουν τους στρατιώτες. Σε καιρό πολέμου οι στρατιώτες σκοτώνουν τα παιδιά που σε καιρό ειρήνης παίζουν τους στρατιώτες. Και τα παιδιά εξαφανίζονται απ’ τον κόσμο και μένουν οι στρατιώτες ταΐζοντας τα κοράκια τα τσακάλια και τις ύαινες. Μέχρι να σκοτώσουν όλα τα παιδιά καρφώνοντάς τα στη γελοία τριχωτή πούτσα του νεκρόφιλου παιδεραστή θεούλη.

Σπάργανα

clic_nickturner_collage_2_master

Η λέξη σπάργανα μας φέρνει πιο κοντά, κορίτσια
όπως η λέξη θάλασσα φέρνει τα ψάρια πιο κοντά στον ήλιο
Αχ κορίτσια, που όλες οι διαστροφές μας φύτρωσαν ανάμεσα
στα δάχτυλα των ποδιών σας τη νύχτα
κατηφορίζοντας στις ερήμους της Αμερικής
με τους ποιητές της που ξεψύχησαν στα πευκόκλαδα
ψάχνοντας Ινδιάνες από ατσάλι
με τα μικρά πικρά ελαφίσια κέρατα
και τους ήχους από χιλιάδες φτερούγες
Κι εκείνη την ανοχύρωτη γύμνια τους
των ανοιχτών αγρών το ακρωτηριασμένο σώμα
το χρήμα για τις νέες λογοτεχνίες
και το κάτουρο απ’ τα θαλασσοδάνεια του έρωτα
Αχ κορίτσια, οι κάμποι ετούτοι θα γίνουν κάποτε θάλασσες
η άγρια αγωνία και το τρεμούλιασμα του πέπλου σας
θα γίνουν ποντικοφάρμακα και σερβιέτες
μα εσείς δοκιμάζοντας ξανά και ξανά το κλειδί για το σύμπαν
σαν να ναι σπέρμα ή δάκρυα
θα έρχεστε στον αιώνιο ύπνο μου
όχι για να ξυπνήσετε τον πεθαμένο Λάζαρο
αλλά να ζητιανέψετε φαλλό

Silicon Valley

Lolw

Στον κόσμο αυτό υπάρχουν αμπερόμετρα
ρινίσματα σιδήρου, πλανήτες και φωτεινές ακτίνες
σπλάχνα μαϊμούς στα χασάπικα του Μανχάταν
Αλλά δεν υπάρχουν ηλεκτρόνια
μαγνητικά πεδία
πτολεμαϊκοί επίκυκλοι
και ο αιθέρας της ηδονής

The distance between two bodies Ή Πάρε με αγκαλιά να μη πατήσω τα γυαλιά

dist

Ακούω τα δάκρυά της. Μπορώ να φανταστώ τα χείλη της να τρεμοπαίζουν. Ο χρόνος έχει γίνει μπίλια μες στο φλιπεράκι της καρδιάς.

Κάθε συναίσθημα έχει ένα συγκεκριμένο ρυθμό, μια βασική συγχορδία που μπορεί να καταγραφεί με τη μορφή μουσικής παρτιτούρας.

Ωστόσο, ένα είδος βαθιάς ερωτικής ένωσης έρχεται να δέσει με το νήμα του δυο κορμιά πάνω απ’ τις ρομαντικά χυδαίες μαγειρικές των οργασμών.

Όλες οι αξιοθρήνητες δημιουργίες μας διασχίζουν την ανθρώπινη έρημο για να χαθούν στην άμμο της λησμονιάς.

Μα, οι ερωτικές μας δημιουργίες, αυτές που καταπίνουν κεφάλια, χέρια, πόδια μένουν σαν πανάρχαιο αίμα πάνω στις πέτρες και πάνω στα δόντια της μυλόπετρας που συνθλίβει ένα ένα τα δέντρα της παιδικής μας ηλικίας αφήνοντάς μας ολομόναχους σ’ αυτό το δάσος δίχως εκλογή, σ’ ένα απόκρημνο ατέλειωτο μονοπάτι.

Ο έρωτας αυτό το αγγελόθρεφτο ανθρωπάκι έριξε το βέλος του, τότε, στον παγκόσμιο πόλεμο της ηδονής κι αυτό έκανε τον κύκλο γύρω απ’ τη γη και τον χτύπησε στην πλάτη.

Ο έρωτας, ως δαίμων που υπάρχει μέσα μας, τόσο αλαφροΐσκιωτος όσο η βιοχημεία των σεξουαλικών μας οργάνων, κάθεται τώρα μονάχος πάνω σ’ έναν κορμό πεσμένου δέντρου ακριβώς στο κέντρο της ξεχασμένης μάχης, υφαίνοντας, τους πικρούς διαλογισμούς του.

Κι όμως, κάποια στιγμή στριφογυρίζει στις φτέρνες του και κράζει σαν κόκορας πανευτυχής, αυτοκράτορας της ίδιας της λαλιάς του, κυβερνήτης της δικής του αναπνοής, αδάμαστος πάνω στον τραχύ λαιμό του πολιτισμού της υποκρισίας.

Ο έρωτας που μ’ αυτόν βάφουν τους τοίχους οι δογματικοί αιθέριοι προλετάριοι, μες στις πολιορκίες και τους λοιμούς της πόλης, δεν ξεχωρίζει την ψυχή απ’ το σώμα και τα δάχτυλα απ’ τις σχισμές.

Πότε χορτασμένος κραταιός μονάρχης και πότε χλωμός και λυπημένος όταν τον ανταμείβουν με δηλητήρια και κουφέτα.

Μα, ξαφνικά, πάντα, βγάζει μιαν υπόκωφη βοή τη στιγμή που ο ψίθυρος της παρακμής κυκλώνει τα κορμιά, λες και η ιστορία ξεθεμελιώνεται κι ένα τεράστιο μανιτάρι ξεπροβάλει πελώριο σαν την ίδια τη ζωή, γεμάτο με εκατομμύρια κύτταρα, αιώνιο και χυμώδες, σαν να εμφανίζεται στον κόσμο αυτό για πρώτη και στερνή φορά.

Μανολάδα μπλουζ Ή Μείζων δε πάντων η αγάπη

manol

Να τρώτε άψητες μασχάλες και σκεφτικούς λευκούς μαστούς
βατράχια της παραδοσιακής μας ποίησης
Να τρώτε τον ορθολογισμό με το κουτάλι
τα κβάντα και τη λάσπη της δημιουργίας
Αγαπήστε τις αλυσίδες σας
έλεγε στους σκλάβους ο απόστολος Παύλος
ενώ έπλεε προς Κορινθίους
κατάσκοπος πια, καλοπληρωμένος, των Ρωμαίων

Όταν έκλασε ο Νίτσε

mixal_xairetismos_765246067

Απ’ την παλιά γκραβούρα ξεπετάχτηκε ένας ψυχοπλακωτικός και καταπιεστικός τύπος.

Φαινόταν γκριζομάλλης άντρας σαν παλαιός δάσκαλος γεμάτος καταπιεσμένα βίτσια, σαν εθνικόφρων αριστερός, λίγο ντροπαλός αλλά έτοιμος να διαβεί της λησμονιάς το γάργαρο ποτάμι.

Ήξερε καράτε, κινέζικο μποξ, τζούντο. Στεκόταν όμως εκεί κρατώντας την κυνηγετική του καραμπίνα.

Του άρεσε να επιδεικνύει τα ύποπτης προέλευσης παράσημα απ’ την εποχή του Βιετνάμ.

Με το πρώτο φυσίγγι σκότωσε τη μάνα του που τη θεωρούσε υπεύθυνη για την κατάντια του να τον χωρέσει σε μια γκραβούρα με ομίχλες και Ευζώνους και άλλα όμορφα ψηλά παλικάρια που φαινομενικά ήταν πατριώτες, μα, αν τους έξυνες λίγο την ανδρική πέτσα έβρισκες ένα σωρό πούστηδες, ωραίους σαν Έλληνες της αρχαιότητος.

Με το δεύτερο φυσίγγι πυροβόλησε τον πατέρα του στο λαρύγγι, θέλοντας να εκδικηθεί έναν θείο του απ’ την Αμερική, που τον γάμησε στα έξι κι έπειτα τον ξεκώλιαζε διαδοχικά και επαναληπτικά την ημέρα των ευχαριστιών, βάζοντας μετά το πουλί του στον κώλο της γαλοπούλας που περίμενε υπομονετικά να τη φάνε τα εκπαιδευμένα αμερικάνικα στομάχια.

Μετά το φονικό ξαναγύρισε στην παλιά γκραβούρα χαμογελώντας μ’ εκείνο το γλοιώδες χαμόγελο του ανθρώπου που ξέρει πολλά και μπορεί να κάνει ακόμα περισσότερα.

Αριστερός δανδισμός Ή Οι λεκανατζούδες της Ευρώπης

tsipras-oikogeneiaki-foto-8-708

Η λέξη Δανδής μου προκαλούσε πάντα ένα γελοίο συναίσθημα.

Οι ξεπεσμένοι αριστοκράτες έβρισκαν διάφορες χυμώδεις λέξεις για να καλύψουν τον ξεπεσμό τους.

Ύστερα οι λέξεις αυτές πέρασαν στα βιογραφικά καλλιτεχνών και πολιτικών, που, αντί να γράψουν πως υπήρξαν μεγάλα ρεμάλια, φορούσαν τη γούνα του δανδισμού χοροπηδώντας φασαριόζικα γύρω απ’ τον εκδότη τους, τουτέστιν τον προαγωγό τους.

Ο δανδισμός συνίσταται στο να γίνεται κανείς ωραίος, με το να αποκτά ένα καινούργιο σώμα μέσω του ντυσίματος, μέσω της εξωτερικής εμφάνισης, μέσω της φτιαχτής εικόνας, μέσω του απατηλού περιβλήματος.

Από την ακόρεστη βιομηχανία δανδήδων περάσαμε στην βιομηχανία καταραμένων.

Τα παιδάκια των μικροαστών ήπιαν μπόλικο αψέντι και κουβάδες μαλακίας νομίζοντας πως με τα αδερφίστικα καμώματά τους θα διαβούν τον Ελικώνα της κουλτούρας ξεφεύγοντας απ’ τη θηλιά της χαζοχαρούμενης τάξης τους.

Το πονηρό κατεστημένο έκανε λίφτινγκ στους λεγόμενους αριστερούς του εσωτερικού πατώντας πάνω στην ματαιοδοξία τους να κυβερνήσουν τους άλλους.

Απ’ τη διεφθαρμένη δεξιά με το γουργουριστό της λίπος, που έκανε το σκυλάδικο συνθήκη ζωής, περάσαμε σε μια πονηρή κλίκα που κουβαλά την ταμπέλα του αριστερού στα ευρωπαϊκά πολιτικά κωλάδικα.

Καλλιτέχνες πουτανίτσες και πολιτικοί εργολάβοι της αριστερής μικροαστικής φαντασίωσης  έγιναν λεκανατζούδες* της αστικής τάξης.

Τα βραβεία και η κακαδημία αντί να σαπίσουν μέσα στη μούχλα τους αποκτούν περισσότερη εξουσία και περισσότερο κύρος απ’ τους κομπλεξικούς μικροαστούς αριστερούς που διαθέτουν νταντά για τα παιδάκια τους αλλά και αλλοδαπό δούλο για να ξύσει απ’ τη χέστρα το σκατούλι τους.

———-

 

*Οι πάλαι ποτέ εργαζόμενοι εις οίκους ανοχής, οι οποίοι ήτο επιφορτισμένοι με το καθήκον της πλύσης των γεννητικών οργάνων εκάστοτε πελάτου προ, και, ενίοτε μετά της  συνουσίας. Οι λεκανατζίδαι έφεραν την χαρακτηριστικήν μικρή λεκάνην, σάπων και μάκτρο (πετσέτα), και ήτο συνήθως ξεπεσμένοι ομοφυλόφιλοι. 

Paris – Επιστολή Στον Ηλία Πετρόπουλο

16

 

Ως και τα αισθήματα, τα θαμμένα στα ερείπια ξυπνούν
οι γυναίκες που αγαπούν πολύ 
αυτές που αφηρημένα σ’ αιχμαλωτίζουν
για να φονεύσουν την καρδιά σου.
Όταν είσαι με την αγαπημένη σου 
είσαι με όλες τις γυναίκες του κόσμου.
Κι αν φύγει αυτή θα’ ρθει πάλι η ίδια.

Τις γυναίκες πρέπει να τις αγαπάς
απ’ τα νύχια ως το κεφάλι
όταν τρώνε, όταν πίνουν, όταν κατουρούν, 
οι γυναίκες έχουν ψυχή σαν τόξο
σκληρή χορδή 
τα μάτια τους είναι ρεμπέτικα τραγούδια σκοτωμένα.

Ένα υγρό μουνί είναι ένας φρεσκοσκαμμένος τάφος.

 

 

10

 

Οι άσχημες γυναίκες είναι η απόδειξη 
πως δεν υπάρχει θεός.
Μόνες πάντα μέσα τους βαθιά, 
γιατί η ομορφιά είναι συντροφιά 
είναι το βλέμμα των άλλων. Με κοιτούν σημαίνει υπάρχω.
Ο Φασμπίντερ στις ταινίες του αγάπησε τις άσχημες γυναίκες.
Φύλλα ριγμένα πάνω στα χαλίκια. 
Η θλίψη μου ανεμόμυλος. 
Βλέπω τώρα στην τηλεόραση
πως κάνουν στα παιδιά σεξουαλική διαπαιδαγώγηση 
χαλιναγώγηση και λοιπά. Σα να’ ναι κρέατα.
Είναι αδιανόητο να μιλάς για τέτοια θέματα και να μην καυλώνεις.

Πρέπει να βρέξεις τον κώλο σου για να μάθεις κολύμπι. 
Κι αυτή τη νύχτα για να την περάσεις μόνος 
Θα πρέπει κάτι.

Τώρα θα γράψω σκληρά 
Τώρα θα γράψω βίαια 
Τώρα θα σκάψω βαθιά με τα νύχια
Τώρα θα φάω τις σάρκες μου

 

1

 
Τα δροσερά τριαντάφυλλα μέσα στα ποιήματα
μου φέρνουν αναγούλα 
όπως το ζεστό φρεσκοζυμωμένο ψωμί στους πεινασμένους.
Προτιμώ τη λογοτεχνία των καμπινέδων απ ’τη λογοτεχνία
δυστυχισμένων γυναικών ή πούστηδων 
που τρώμε σωρηδόν στη μάπα.
Κάθομαι τώρα λυπημένος ως το μεδούλι. 
-Η ζωή στην επαρχία είναι θλιβερή. 
-Μα έχουμε τον καθαρό αέρα.
Κυρίες που κλέβουν πορτοφόλια σε κηδείες αστυφυλάκων. 
Κοριτσάκια που τρίβονται σε κορμούς δέντρων, όπως 
στα ποιήματα του Εμπειρίκου. 
Εδώ στην επαρχία ο φίλος μου, 
ο φίλος μου ο Βαγγέλης γράφει ερωτικά ποιήματα
όταν η καύλα τον χτυπάει στα μελίγγια 
βγάζει τη γλώσσα του και γλείφει τις πληγές του 
κι ας μην είναι σκύλος.

Καλλίτερα μουνόπλακα παρά ταφόπλακα.

 

2

 
Τα παιδιά σήμερα 
ακούνε σκωπτικά τραγούδια για τον έρωτα.
Γράφουνε στα τετράδια στιχάκια
για προδοσίες που δε γνώρισαν.
Κι εγώ τόση μοναξιά δεν την αντέχω.
Άστεγος να γυρνώ μέσα στο σπίτι
μόνος και πάλι μόνος. 
Ψυχή πεταμένη μες στο χαντάκι του κορμιού.
Βλέπω τώρα τη φωτογραφία μιας πεθαμένης φίλης 
(ο θάνατος όπως πάντα γαμεί και δέρνει).

Ε ρε πούστη, να ήμασταν λέει σε μια εξοχή, σ’ έναν κήπο
κι εγώ να πήδαγα το φράχτη να σου κόψω λίγα σύκα!

 

4

 
Βλέπω τώρα έναν πίνακα του Σακαγιάν. 
Στολίζει μια κριτική ζωγραφικής στο Τραμ.
Η μητέρα ως καθαρίστρια του σταθμού Λαρίσης.
Οι ζωγράφοι πάντοτε στιλβώνουν την παιδική μου ηλικία.
Γράφω για να κάνω τους άλλους να μην ξεχνούν.
Γράφω για να κάνω τον εαυτό μου να ξεχνά.

Η αγαπημένη με περιμένει γυμνή πάνω στο χαλί
ενισχύει την αγάπη μου για τα απλά και τα κοινά. 
Γαμιόμαστε, γνωρίζοντας πως θα μας φάει κάποτε το χώμα.
Μα δεν το σκεφτόμαστε.

 

 

5

 
Ζούμε μέσα στην αντίφαση. Κι όποιος πει το αντίθετο
είναι ψεύτης. Ολόκληρη η ιστορία είναι 
είναι η ιστορία του εγκλήματος. Στοίβες πτώματα. 
Κόκαλα και πέτρες απ’ του Δευκαλίωνα το τσουβάλι. 
Πέταξα όλα τα ιστορικά βιβλία.
Με τι ευκολία οι δάσκαλοι μας βάζαν
τρυφερά παιδιά και παπαγαλίζαμε.
Τόσες χιλιάδες νεκροί, τόσες χιλιάδες 
κομμένα κεφάλια, ακρωτηριασμένοι 
ανάπηροι, άστεγοι, πεινασμένοι.
Βρήκαν τη μέθοδο να μας κάνουν συνενόχους.
Γι’ αυτό τα ιστορικά βιβλία
μου μυρίζουν πάντα ανθρώπινο κρέας.

Μα οι παπάδες είναι πούστικη φάρα παγκοσμίως 
άλλο τόσο οι δάσκαλοι κι οι χωροφύλακες.
Οι πνευματικοί άνθρωποι τα μεγαλύτερα παχύδερμα.
Δουλεύουν αμισθί για το γαμημένο έθνος.
Γι αυτό πιάνω τη λέξη απ τα μαλλιά και τη βάζω μες στο ποίημα.
Γι’ αυτό γράφω καυλιάρικα ποιήματα. Γι’ αυτό
δεν έχω να δώσω λόγο σε κανένα.
Τόσο αίμα έχει κυλήσει κάτω απ’ τις γέφυρες.

 

3

 

 

Είμαστε μόνοι 
ξεβράκωτοι σε τούτο το κρεβάτι. 
Τι όμορφα αποκομμένοι απ΄ όλους
στη φοβερή εξορία του έρωτα!
Τα βλέφαρά σου μου κόβουν άγριες μαχαιριές.
Με ταΐζουνε μελαγχολία τα μάτια σου. Διασχίζω το κορμάκι σου 
σα να’ ναι δρόμος.
Είσαι ανεξάρτητη χώρα. 
Σκύβω και ψιθυρίζω στο αυτάκι σου 
τη μαγική λέξη. 
-Έχω περίοδο, μου λες. 
Μα όταν έχεις περίοδο σε θέλω πιο πολύ
μέσα σου να γλιστρώ
να σε μυρίζω ολόκληρη
να χύνω ο σφαγμένος 
βαθιά μες στα ωραία σου μάτια.

 

6

 
Λέξεις δηλαδή πόνος που παραληρεί εντός μου.
Είναι πράξη επαναστατική να γράφεις ποιήματα
να κατουράς τους γαμιόλιδες με τα Best-seller
να φτύνεις στα μούτρα την αμερικάνικη υποκουλτούρα
(που σου πασάρει κάθε πουλημένο τσόλι).
Ο αντικομουνισμός του εξήντα έβγαλε ρίζες. Κι άλλο δεν πάει.
Αυτούς που σφάξαν οι δικοί μας και οι ξένοι,
αυτούς που σφάζουν οι δικοί μας και οι ξένοι σήμερα. 

-Γέμισε πτώματα η Γιουγκοσλαβία -.
Κι η τέχνη κάποτε τα ξερνά όλα αυτά. Γιατί κι η τέχνη κάποτε 
γίνεται λεπίδι που κόβει.
Γίνεται λεπίδι που κόβει τ’ αρχίδια κάθε κερατά.

 

 

7

 

 

Το παντελόνι κρύβει τη σάρκα της γυναίκας
μα το φουστάνι την αναδεικνύει. 
Το σκοτάδι κάτω απ’ τις φούστες είναι το πιο γλυκό σκοτάδι.

Είμαι διαβολικός γι’ αυτό τα όνειρά μου είναι αισχρά. 
Μια τρίχα μας χωρίζει από την άβυσσο. Συγκεκριμένα 
μια μουνότριχα. 
Όλοι οι σπουδαίοι ποιητές μονάχα ένα ποίημα έχουν γράψει
καθώς λένε. Έτσι κι εγώ την ανεξάντλητη ωδή μου στη γυναίκα.

Από ένα δαιμόνιο κυριαρχείται η ποίηση.
Βλέπω τώρα στην τηλεόραση τους πνιγμένους μετανάστες 
στη θάλασσα του Μαρμαρά.
Με το χέρι τους γράφω
αυτά τα κωλοποιήματα.

Πρέπει να’ σαι προικισμένος για τη μοναξιά.
Μια γυναίκα γυμνή είναι η φωτεινή πλευρά του θανάτου. 
Ο μοναδικός θάνατος που μέσα του θες να τρυπώσεις. Και τα άνθη 
αυτού του τάφου είναι πάντα τρυφερά. 
Τη γυμνή κοπέλα που χτενίζει το μουνάκι της μπροστά στον
καθρέφτη συντετριμμένος την περιγράφει ο ποιητής 
σ’ αυτό το μάταιο κόσμο.
Μα η δυστυχία μιας γυμνής κοπέλας είναι δυστυχία όλων.

 

 

8

 

Είδαμε στο Βατικανό τα ελληνικά αγγεία, τις πομπές 
με τους τουρλωμένους πούτσους, τα ένδοξα γαμήσια της αρχαιότητας
που ταξίδευσαν σ’ όλο τον κόσμο μεταφέροντας λάδι και κρασί. 

Διασχίσαμε την αίθουσα με τα αγάλματα. Μας βγάλανε φωτογραφία
έπειτα σ’ ένα μπαλκόνι με φόντο τη Ρώμη. 
Ακούσαμε μια Αμερικάνα ξεναγό να λέει
πως η ελληνική κλασσική αρχαιότητα είναι αξεπέραστη. 
Λίγο πολύ ετούτοι εδώ ήσαν αντιγραφείς. 
Επίσης δεν ανεβήκαμε στον τρούλο του Αγίου Πέτρου. 
Δεν χρειάζεται να δεις τη Ρώμη από ψηλά.

Τα συγκινητικά ποιήματα είναι τα σύντομα ποιήματα. 
Αυτά που γράφονται μέσα σε τραίνο.
Τέτοια δεν έγραψε ο Έζρα Πάουντ στη Ρώμη. 
Αυτός έγραψε επικά ποιήματα. 
Και το Κολοσσαίο είναι ένα επικό ποίημα. Δεν καταλήγει πουθενά.
Συνεχίζεται πέρα απ’ την ελπίδα μιας κατάληξης.

Στη Ρώμη είδα πάλι τον Αττικό ουρανό Κυριακή μεσημέρι.
Οι ιταλίδες έχουν παρόμοιο κώλο με τις ελληνίδες. 
Η καύλα είναι παντού ίδια, δεν έχει διαβατήριο.

Σε ποιες γειτονιές να βρίσκονται άραγε κρυμμένα τα μπουρδέλα!

 

9

 

Στα ελληνικά σπίτια και ιδιαιτέρως στα παλαιά φτωχόσπιτα 
το ζευγάρι κάνει έρωτα κάτω απ’ το εικονοστάσι. 
Η Παναγία και οι Άγιοι γίνονται μάρτυρες της ερωτικής πράξης.
Όσο πιο πονεμένος είναι κάποιος τόσο αγαπά τον έρωτα.
Ο βολεμένος είναι μπουχέσας, πλαδαρός. Δε φχαριστιέται.

Κάποτε θα γράψω για τις νοικοκυρές που απλώνουν 
ρούχα στα μπαλκόνια. Για τις σερβιτόρες των McDonald’s
που δε σε κοιτούν στα μάτια. 
Για τις κομμώτριες, για τις μοδίστρες του παλιού καιρού. 
Φανατικός του καθημερινού έπους.

Πρέπει να γυρίσουμε πάλι την ποίηση
στην επικοινωνία.
Να γυρίσουμε την ποίηση στην αγορά.
Γιατί η ποίηση είναι ένα φρενιασμένο κάλεσμα.
Ένα καυλωμένο κορίτσι.

 

11

 

[Η παρούσα επιστολή-ποίημα
γράφτηκε το Μάρτη του 2000
και αποτελεί κομμάτι
της αλληλογραφίας μου
με τον Ηλία Πετρόπουλο.

Αρκετές τέτοιες επιστολές
βρίσκονται
στη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη
μαζί με το υπόλοιπο
αρχείο Πετρόπουλου].

 

 

 

Μη Γράφετε Άλλα Τραγούδια Για Τον Έρωτα

kolaz

Μη γράφετε άλλα τραγούδια για τον έρωτα
και την καταχνιά. Εδώ δεν είναι Οξφόρδη
αλλά χώρα με καημούς και γάγγραινα. Εδώ
οι όψιμοι πλατωνιστές σπαράσσουν
ψαλιδίζοντας σεντόνια. Λεηλατούν αλάλητες
παρθένες, ρυθμίζουν υποθέσεις του κράτους
πληρώνουν δόσεις, καιροφυλακτούν. Προτιμούν
να περάσουν καλά στο μέλλον και στον κάτω κόσμο.
Οργίζονται θερίζουν γεννάνε ήρωες και δασκάλους,
στεντόρεια λογοπαίγνια. Κι εκεί κατά το ξημέρωμα
υποκύπτουν στα τραύματά τους και στην ανίατη
αρρώστια της ζωής. Μη γράφεται άλλα τραγούδια
για τον Έρωτα, ο Έρωτας θα σας φάει θα σας
δαγκώσει το σβέρκο ο Έρωτας δουλεύει από ήλιο
σε ήλιο σπέρνει δαιμόνια σας θέλει εκεί ενορίτες του
σας θέλει εκεί αγνούς ανθρωποφάγους του πλησίον

Goodbye Dubai

Na08-Weather

Με ξύπνησαν σαουδάραβες καρκίνοι και μεγαλέξανδροι
-μύριζε δίπλα ο πυρήνας της αφρό-
Φορούσε τήβεννο η μαντάμ Αδολεσχία
Εδώ είναι Ντουμπάι δεν είναι παίξε γέλασε, ασπόνδυλε παρία
Χρυσάφι ξύγκι και βλεννόρροια
Μουνί πυρέξ
Μουνί λυθρίνι κατακόκκινο
Σπέρμα αλκοόλ γαλαζοαίματοι
Οι παρτιζάνοι στα κοντέινερ δεμένοι με αλυσίδες
Εδώ
οι σφήκες γλείφουνε τον πεθαμένο άνεμο της στέπας
Εδώ
έρχεται σε οργασμό η Παναγία της Τήνου
Εδώ
ξεπλένουνε οι αγιοταφίτες τα παγκάρια
Εδώ
βγάζουν τις πρώτες τρίχες στ’ αρχιδάκια τους
τα πιο μαμόθρεφτα της αυτοκρατορίας
τα πιο αιμοβόρα στήθη που μοιράζουνε το κώνειο

Νόρα

picasso_bird1938

Η γάτα μου έχει μιαν ανθρώπινη ωραία καρδιά
έναν περήφανο βηματισμό προς την αιωνιότητα που πλησιάζει
Όταν κοιταζόμαστε ο ένας καταβροχθίζει τον άλλο
Στα δόντια της έχει φτερά από σπουργίτια
ζυμωμένα με τη γλύκα του βραδινού ουρανού
Τίποτε δεν ταράζει το βασιλικό της ύπνο
ούτε η γη που γουργουρίζει μες στην κοιλιά της

Facebook, Μαλακία, Αντεπανάσταση

samaras

[το κείμενο αυτό αποτελεί απόσπασμα της εισαγωγής στο βιβλίο:
Facebook, Μαλακία, Αντεπανάσταση]

Η στέρηση και η ηθική αναστάτωση που προκαλεί η καύλα που δεν βρίσκει ανταπόκριση, μας οδηγεί όλους, τρελούς και λογικούς, στην αγκαλιά της πορνογραφίας.

Η πορνογραφία υπήρξε ένα σοβαρό κομμάτι της εκπαίδευσής μας.

Μέσα στην υπνωτιστική της αθωότητα μας προσφέρει με καρτεσιανή ψυχραιμία ένα κακέκτυπο ευχαρίστησης και ηδονής, που, συνήθως, ως ντοπαρισμένοι μικροαστοί το χρυσοπληρώνουμε.

Η ερωτική αποχαύνωση της μονογαμίας και της αγαμίας, που δεν είναι παρά δίδυμες αδερφούλες, οδηγεί κατευθείαν στη δημιουργική θλίψη της πορνογραφίας.

Λόγια, φωτογραφίες, ζωγραφιές πεταμένα μέσα στο παγκόσμιο ψηφιακό τσουβάλι, γίνονται τα μαλακιστήρια που θα δώσουν στον καταπιεσμένο ερωτικό μας οίστρο το φιλί της ζωής.

Άντρες και γυναίκες, κυρίως της μεσαίας παρδαλής τάξης, βουτηγμένοι μέσα στις φοβίες τους, όταν δεν βαριούνται οικτρά και θανατηφόρα, τρέμουν μπροστά στη σκέψη να αγγίξουν τον άλλο, βάζοντας σε κίνδυνο την αποστειρωμένη τους κωλοτρυπίδα.

Η σύγχρονη δημόσια πορνογραφία, που μετά τα όπλα, είναι η δεύτερη κραταιά βιομηχανία, οδήγησε στην λατρεία και αποθέωση του εαυτού.

Τα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με την υποκριτική σεμνοτυφία τους είναι σήμερα το πορνογραφικό έμπλαστρο κάθε πονεμένου ημι-μπουρζουά.

Ένα χιλιοφωτογραφημένο πρόσωπο διαθέσιμο όλες τις ώρες. Ο αφαλός, οι γάμπες, τα χείλη, οι ώμοι, ο λαιμός παντού. Άπειρες φωτογραφίες με άπειρες σκατόφατσες, μα τα ερωτικά όργανα ανύπαρχτα και καταχωνιασμένα σε υπονοούμενα.

Οι καθώς πρέπει τίμιοι άνθρωποι, νέοι, μεσήλικες, γέροι δείχνουν αυτο-φωτογραφιζόμενοι πως περνούν καλά.

Οι κοπέλες και οι μεγαλοκοπέλες κάνουν χαρούλες και φιλάκια στο φακό παίρνοντας πόζα αρχοντοπουτάνας γερμανικού μπουρδέλου του μεσοπολέμου, εκεί όπου ο κόσμος καιγόταν μα το μουνί χτενιζόταν για να υποδεχθεί τους οικογενειάρχες πελάτες του.

Το περίφημο facebook ξεκίνησε ως δίκτυο γνωριμιών για να μπορούν να γαμάνε οι Αμερικάνοι φοιτητές κρυφά απ’ τη μαμά τους, χωρίς να χάνουν το χρόνο τους σε σαλιαρίσματα και περιπάτους.

Οι σύγχρονοι μάνατζερ της παγκόσμιας πορνογραφίας γνωρίζοντας πως ο χρόνος είναι χρήμα για τα κωθώνια των μεγαλουπόλεων που παλεύουν να πιάσουν την καλή, έστησε αυτό το σπουδαίο δίκτυο πορνογραφίας όπου μπορείς να δεις και να σε δούνε τζάμπα και παστρικά.

Μέσα σ’ αυτό τον παγκόσμιο πορνογραφικό ιστό ο καθένας προβάλει τον εαυτό του και τις δεξιότητές του. Κοινώς ψάχνει να γαμηθεί αλλά με τον σεμνοκαυλωμένο τρόπο της γαληνοτάτης ηθικής που υπαγορεύει το πνεύμα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και της θεοκρατικής υποκρισίας.

Μαμάδες που θα γούσταραν να γαμηθούν έως θανάτου γράφουν σχόλια για παστίτσια κάτω απ’ το βαθύ ντεκολτέ της κόρης τους που κολυμπά ως μινωικό χρυσόψαρο μέσα στη γυάλα του ξεθυμασμένου ερωτικού ανταγωνισμού, που προσφέρει η ταχύτητα ενός ηλεκτρο-κολοβακτηριδίου μέσα στο λεπτεπίλεπτο αντεράκι της ψηφιακής ίνας.

Μια νέα κοσμική δύναμη διαβρώνει τον ερωτισμό. Είναι η ίδια δύναμη που διαβρώνει τα μυαλά των ανθρώπων.

Καμία μαζική διαμαρτυρία δεν θα δούμε για την ασύλληπτη σύγχρονη δουλεία στα κάτεργα της κοσμοπολίτικης πουτανόγριας Μυκόνου. Τους εργαζόμενους είλωτες που δουλεύουν χωρίς ωράριο και κοιμούνται σε κοντέινερ παίρνοντας για μηνιάτικο τόσο όσο κοστίζει μια ξαπλώστρα για μια ώρα στην Ψαρού.

Οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως δημοκράτες πολιτικοί, ανέκαθεν κωλοτρίβονταν με τους εκμεταλλευτές, εξομοιώνοντας τον θύτη με το θύμα, έχοντας ως άλλοθι τη νομική τους σαβούρα και τα ξενόφερτα δουλικά μνημόνια.

Κάθε πρόσωπο, σήμερα, που αυτοφωτογραφίζεται και αυτοπροβάλλεται, είναι ένα άρρωστο τραυματισμένο εγώ.

Όλες αυτές οι αραχνοΰφαντες φάτσες, παραμορφωμένες απ’ τα φίλτρα του κινητού, διαμορφώνουν το νέο πορνογραφικό προϊόν, όχι ως εργαζόμενοι επαγγελματίες, αλλά ως ερασιτέχνες και εθελοντές μαρκαλεμένοι από τη μεγάλη φόλα της ψυχανάλυσης που λέει: Γίνε ο Εαυτός. Δηλαδή Γίνε ο απόλυτος Μαλάκας.

Ο ψυχαναλυτής, ψυχίατρος, ψυχολόγος, φιλόσοφος και θεολόγος πατήρ Λουδοβίκος φρονώ πως μπορεί να κάνει μια πιο εμπεριστατωμένη μελέτη επί του θέματος: Μαλακία και Facebook, αφού, είναι σπεσιαλίστας του είδους και διαθέτει μάλιστα την πιο σπουδαία συλλογή από μουνότριχες καλογριών (ορθοδόξων φυσικά).

Επί δύο

Ξόνογλου

μέχρι τους ώμους και μέχρι το στόμα
μέχρι τα δάχτυλα και μέχρι την καρδιά
φτάνω ως εκεί που δεν είναι το χάος
αλλά η τρυφερή δανεισμένη ωμότητα

όπως στη Βίβλο οι γλυκιές συμμορίες
μουλαράδες τοκογλύφοι προφήτες
λάσπη της δημιουργίας από
μουτζούρες αίμα και προσβολές

εξόριστοι, όλων των καιρών, οι εραστές
ξέρουν τι τίμημα είναι αυτό
τόσο αθώα να ξεσχίζεσαι
η μούσα να λύνει τη γαλάζια της ποδιά
ν’ απλώνει τους αγκώνες
να τεντώνει το λαιμό
να καρτερά το χωροφύλακά της

Αναφορά στον Mihály Zichy

Mihály-Zichy-Liebe-09-960x714

Πίσω από κάθε παραβάν γεννά τ’ αυγά της μια γυμνή
Οι τοίχοι είναι τ’ αυτιά της
Οι κλειδαρότρυπες τα μάτια της
Τα ποιήματά της πάντοτε με ρίμα
Το πινέλο της βουτηγμένο στο μέλι

Πόδια και χέρια σμιλεύουν το κορμάκι του δύστροπου έρωτα

Αρχίζει να γεννά τ’ αυγά της μέσα στο μάτι του βασιλιά
Ο Βασιλιάς κι αυτός γυμνός
παρακολουθεί τις μάχες
τις κραυγές
τα βογγητά και τα ποδοπατήματα
Κατά την δωδεκάτην επίθεση σμίγει κι αυτός
με μια καστανομάτα αρσενική μύγα

Ένας κώλος γυμνός σαν φεγγάρι του Αυγούστου ξέζεψε εδώ
και μόνο ο ψίθυρος της παρακμής κυκλώνει τα κορμιά
απαλά
μες στο αιώνιο χυμώδες τίποτα
λες και η Ιστορία ξεθεμελιώνεται
και οι πληγές γιατρεύονται μπροστά στα μάτια της ηδονής
κι ας είναι αυτή
ολότελα τυφλή

Mihály_Zichy7-960x640

Mihály_Zichy5-960x640

Ο Mihály Zichy γεννήθηκε στην Ουγγαρία το 1827. Παράλληλα με τις σπουδές του στη Νομική φοίτησε στη σχολή του επίσης Ούγγρου ζωγράφου Jakab Marastoni. Το 1844 βρέθηκε στη Βιέννη όπου υπήρξε μαθητής του Ferdinand Georg Waldmüller, ενός από τους σημαντικότερους Αυστριακούς καλλιτέχνες της εποχής του. Το 1871 ξεκινάει τα ταξίδια του σητν Ευρώπη και το 1874 εγκαθίσταται στο Παρίσι. Δημιουργεί τον πίνακα “The Triumph of the Genius of Destruction” για την Έκθεση του Παρισιού αλλά οι αρχές απαγορεύουν την συμμετοχή του λόγω του ισχυρού αντιπολεμικού μηνύματος του έργου. Εκείνη την περίοδο δημιουργεί και μια σειρά ερωτικών σκίτσων υπό τον τίτλο “Love”. Σε αυτά αποτυπώνεται με τόλμη η ερωτική πράξη, το γυμνό ανδρικό και το γυναικείο σώμα, η ηδονή και η έκσταση.

Περί απόλαυσης

periapol

Η απόλαυση, παραμένει φευγάτη μες στα κοιτάσματα και τους ιριδισμούς του πολιτισμού που μας εκμαυλίζει.

Η απόλαυση, αν θα υπήρχε, θα αντιστοιχούσε σε μια πληρότητα ικανοποίησης των ενορμήσεών μας, αφήνοντάς μας ξέπνοους και αποσβολωμένους σε μια πρωταρχική μυθική ικανοποίηση.

Μα η απόλαυση, σήμερα, είναι ένα κακέκτυπο του ψηφιακού καλπασμού προς το άγνωστο, έχοντας καλά κρυμμένο τον ευνουχιστικό της ρόλο στις σύγχρονες χαίνουσες πληγές.

Η ικανοποίησή μας, το να ζούμε δηλαδή όπως θέλουμε εμείς, είναι ουσιαστικά απαγορευμένη απ’ το πνεύμα της καπιταλιστικής πολιτικής, και η απαγόρευσή της γεννά το επινόημα μιας απόλαυσης που προσδοκούμε να ξεπεράσει τα όρια της ευχαρίστησης.

Εξαιτίας του αιτήματος για αληθινή ζωή και πραγματική ευχαρίστηση ο καθένας από μας μιλά, κι απ’ τη στιγμή που μιλά, έχει τουλάχιστον την ικανοποίηση της ομιλίας, βρίσκοντας εκεί ένα υποκατάστατο απόλαυσης.

Απ’ την άλλη η λογοτεχνία και οι τέχνες, οι καλές και οι κακές, χρησιμεύουν προφανώς ως μέσα στην απόλαυση. Τις περισσότερες φορές στην απόλαυση νοήματος, ειδικά αν πρόκειται για τέχνες που χρησιμοποιούν τη φαντασία ή αλλιώς το φαντασιακό.

Άραγε δεν υπάρχει εδώ κάποια κραυγαλέα αντίφαση;

Μα φυσικά, αφού η τέχνη δεν είναι απλώς το μέσον για ένα μήνυμα, αλλά και ένα αντικείμενο εκτός νοήματος.

Εξωθώντας λοιπόν τις γραπτές κατασκευές μας-και τους φόβους μας και τα μυαλά μας που είναι σαλαμένα απ’ την αιτιότητα- στην αμφισημία, η οποία αποτελεί το κατεξοχήν εργαλείο της ποίησης, εξωθούμε και τη σκέψη μας άρα και τη διάθεσή μας εις την νιοστή μιας δύναμης που αποκλείει τον επικαθορισμό του νοήματος.

Κάνουμε μια τομή στην επιθυμία με το νυστέρι της γλώσσας απελευθερώνοντάς τη απ’ το νοηματικό ιξό. Κι έτσι αφήνουμε την επιθυμία μετέωρη, χωρίς τα συμφραζόμενά της, που έτσι κι αλλιώς μετατρέπονται σε δουλικές εντολές και σε παραφροσύνη σκληρού ανταγωνισμού.

Ξαφνικό ξέσπασμα Ή συντριπτικό κάταγμα όρχεων από καρπούζι

Daniel-Lannes

Η όψη σου θεώρημα για κοριτσάκια
προχριστιανικέ φουστανελά
ηδονιστή των βουβαμένων ουρανών
γάμα το δροσερό καρπούζι σου
όπως κάτι ρεμάλια στη Νεμπράσκα
Ανώμαλοι αθεραπεύτως κι αμερικάνοι
λίγο πριν πιούν το σπίρτο της κολάσεως
Ω ναι, να αλείβεις την ψωλή σου άβυσσο
όπως η υπνοφόρος παπαρούνα τα μηλίγγια
Να φτύνεις τα κουκούτσια
όπως φτύνει ο διάολος τις λαγνείες
Ασάλιωτος να τρυπάς την καρδούλα
αφήνοντας τις φλούδες για τα ράμφη των κοράκων

tots

Σημειώσεις:

Το παραπάνω ποίημα έλαβε το πρώτο βραβείο στον πανελλήνιο ποιητικό διαγωνισμό με θέμα: Τι απέγινε το καρπούζι που γάμησε ο Τότσικας;

Στην τιμητική εκδήλωση παρευρέθησαν η Κική Δημουλά, η Τσιτσιολίνα, Ο Παντελής Θαλασσινός, η Μελάνια Τραμπ, απόγονοι μακεδονομάχων, η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, ο Τέλυ Σταλόνε, ο Κώστα Βουτσάς, η Μαριάννα Βαρδινογιάννη, ο Ησαΐας Ματιάμπα και πλήθος κόσμου, λάτρεις της ποίησης και της καρπουζογαμίας.

 

Υ.Γ: Την άλλη Κυριακή, στον τόπο της θυσίας, θα ψαλεί τρισάγιο απ’ τον Μητροπολίτη Περγάμου και Κατακώλου, πατήρ Λουδοβίκο, και, θα διαβαστεί το εν λόγω βραβευθέν ποίημα απ’ τον ειδικό σύμβουλο του πρωθυπουργού σε θέματα διατροφής και σεξ,  κύριον Καρανίκα.    

Για άλλη μια φορά

outop

Πες μου, μανούλα Oυτοπία, μήνιγγα του νεωκόρου
που του πετιέται η φλέβα στο λαιμό
τι Αύγουστος, υπερόπτης και αγέλαστος
μας έκανε ρεζίλι στα κορίτσια!
Πες μου πως πήγε στράφι η τόση επανάσταση
για να γυαλοκοπάν τα χρυσολάβαρα των Φράγκων!
Πες μου, εσύ πολυεδρική νταντά της αναρχίας
τι ποίημα γοερό να γράψω τώρα
για τα άλλα σαρκοβόρα
τους λουόμενους
Τι κορνιζάρισμα να κάνω στο έκζεμά τους!
Πες μου, μανούλα Oυτοπία
πόσες θυσίες θα κάνουν τα εσώψυχα
για να γιατρέψουνε τον τέτανο της καύλας!

Υπόμνημα για τα καφενεία της ενδοχώρας Ή διέγερσις καβάλου και περιχώρων

kafen

Όταν μιαν όμορφη γυναίκα, μοιράζει σαν αντίδωρο την ομορφιά της, εισβάλλοντας Κυριακή πρωί σε καφενείο παλαιό της ενδοχώρας, υιοθετεί, με πολύ έξυπνο τρόπο, μια στάση χαρούμενη και παιχνιδιάρικη.

Κάτω από τόσα βλέμματα αφημένη, γύρω από μιαν ατμόσφαιρα παιδικής αθωότητας επιδεικνύει τα κατάρτια της και όλες τις πολύχρωμες σημαίες της.

Κι έτσι αυτοί οι λαβωμένοι σπίνοι γύρω της, αυτές οι μάζες αρσενικών από ατσάλι και θάνατο, μετατρέπονται σε συγκινητικό και ευγενές θέαμα.

Οι άντρες αυτοί, δείχνουν την παιδική τους καρδιά με μιαν αφέλεια που προδίδει την έπαρση της σημαίας, στο κοντάρι τους, που, αρχίζει να υψώνεται απ’ τον καβάλο, στοχεύοντας τα υγρά ερωτικά πολυβολεία.

Στα βάθη τού κάθε αρσενικού κύτους κρύβονται πυρομαχικά σε τεράστιες ποσότητες, έτοιμα ν’ ανατιναχτούν προκαλώντας την καταστροφή μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

Οι θαμώνες όμως το ξέρουν και νιώθουν ευχαριστημένοι απ’ το συμπτωματικό ξεφάντωμα.

Νιώθουν όλοι το στομάχι τους να ανακατεύεται, αλλά χαμογελούν συνεσταλμένα ανεμίζοντας τις πολύχρωμες σημαιούλες τους.

Τα λόγια, οι φράσεις, οι λέξεις αποτελούν όλη την απαραίτητη πρώτη ύλη για το μεταβολισμό της λαγνείας.

Αναφορά στον κήπο της Εδέμ

proi

Πρόστυχη μύγα
-κύτταρο Ινδής στα ζυγωματικά μου-
χαιρέκακα, όπως τα χέρια σε βραδυνή προσευχή
θα σε λιώσω
Τώρα μ’ αρέσει να κατοικώ στη ζούγκλα σου
Να φεύγεις και να’ ρχεσαι και να μ’ αφήνεις ζωντανό
κι ακάθαρτο στο συμπαγή μου ύπνο
σκεπτόμενο πάντα
μια παιδική παντόφλα
να αιωρείται στη χλωμή ατέλειωτη νύχτα
Μια μασημένη καρδούλα
ανάμεσα στα κοπάδια των ψαριών
Τη γλώσσα μου αιωνίως
να ψάχνει σάλιο θηλυκιάς
και τα δάχτυλα
να φτερουγίζουν
στην πρώτη θρασιά βροχούλα της σάρκας

Mες στον ύπνο μου

ipnos

μετά που ήρθες στο κρεβάτι και γυμνώθηκες
-μες στον ύπνο μου-
η ζάχαρη απ’ το λουλούδι σου με λίγωσε
έξω έριχνε βροχούλα αντιποιητική
ο Σεφέρης διάβαζε Σεφέρη στο Σεφέρη
οι μασόνοι χάιδευαν τον πηχτό υδράργυρο της νύχτας
την τελευταία στιγμή έσωσα τα βυζιά σου απ’ τα δόντια του σκύλου
-μες στον ύπνο μου-

Εγώ, ο Κλαύδιος

klav

Σου σήκωσε το φουστανάκι σου, πατρίδα μου
της ιστορίας -ας πούμε- το αεράκι
Έψαχνα εγώ Βυζάντια, ξερολιθιές
Μες στο άρβυλο η ψείρα
Ο νυν τέττιγας φορούσε σπλάχνο μοναχής
Θυμήθηκα τότε
-φαντάρος- που εκσπερμάτωνα επάνω στα τηλέτυπα
Θυμήθηκα τη στραβοτιμονιά του οργασμού
πριν πέσω ολοταχώς στις κλειτορίδες
Κι ήταν στα βράχια επάνω ο Κλαύδιος
Μονολογούσε το Εγώ του, όργια ρωμαϊκά
Αλαζονεία διχάλας
Το κλέος των επίδοξων ιμπερατόρων
Πέτρες πετώντας στον ορίζοντα απ’ τα νεφρά της Δαμασκού

Ποτέ η γραμμή δεν είναι ευθεία

Γυμνό-Γεύμα-4

Ποτέ η γραμμή δεν είναι ευθεία. Εν τέλει, η απόλαυση του καλλιτέχνη συγγενεύει περισσότερο με την απόλαυση του μαθηματικού παρά με εκείνη του μυθιστοριογράφου, διότι ο μαθηματικός όπως και ο καλλιτέχνης, βραχυκυκλώνει το νόημα με τον τρόπο του.

Και λες, πως, βγαίνει από τούτες τις τελετές ιερό μεδούλι απ’ τα κόκαλα του ονείρου που το λιάνισαν οι ερμηνείες.

Η ακαδημία ψάχνει το νόημα, μα ποτέ η γραμμή δεν είναι ευθεία.

Και οι εχθροί δεν είναι εχθροί και η μάνα των ανοιχτών αγρών έχει μια ποδιά γεμάτη γρύλους και μια παγερή μοναξιά για να ακονίζουν οι αρουραίοι τα ατσάλινα δόντια τους.

Ορμάμε πάνω στους εμπόρους της απόλαυσης. Είναι οι ψύλλοι που κουβαλάνε μια σακούλα αρρώστιες.

Και μετά ξανά οι λόφοι που πλάθονται από σκοτάδια της μνήμης και το μάτι σηκώνεται απ’ τον τάφο του και τρυπώνει στις ζητιάνικες σχισμές, στην πληγή που ποτέ δεν κλείνει, αλλά είναι πάντα η πύλη απ’ όπου το ακατονόμαστο κραυγάζει ως το τέλος της νύχτας, γιομάτο αλαζονεία και έπαρση απ’ την τόσο κουτή χρησιμότητά του.

Τη διαιώνιση της ζωής και του πόνου.

Το σχοινί που τεντώνει ο χρόνος ανάμεσα σε δυο πρόκες.

Μα ποτέ η γραμμή δεν είναι ευθεία. Και το ποιητικό ένστιχτο των πλασμάτων που νιώθουν τις βαθιές ερωτικές δονήσεις καταφρονεί το ψεύδος που φέρουν από τη φύση τους τα προσχήματα.

Ωδή στις γίδες

germany-goats-in-a-tree

Ω! γίδες ζώα άγρια από πείσμα
θα συναντηθούμε καθ’ οδόν για τον παράδεισο
αφού είμαι οπαδός σας
ο πρώτος διδάξας των σπλάχνων σας
όλο ποδοβολητό και ανταρσία

Ω! γίδες σκαρφαλωμένες στα χείλη της ανίας
που δεν σκέφτεστε το μισθό σας
αλλά ένα πραξικόπημα με κακαράνζες
μες στο γάλα μας

Να και οι μουνότριχες

akritha

Ο Ακριθάκης έκανε τέχνη το να υποφέρεις σ’ αυτή την παρανοϊκή χώρα
Αγκάλιασε την τρέλα του και τη φίλησε στα μάτια
Έτρεξε σε γιατρούς στο Βερολίνο
Γέμισε τις τσέπες του με πέτρες
Έβλεπε αφρισμένα μουνιά με γυαλιστερές μουνότριχες
Μπορούσε να ζωγραφίσει πάνω στον πούτσο του ένα ακάνθινιο στεφάνι
Το χνώτο του μύριζε μπύρα και γερμανική άσφαλτο
Υπήρξε βασιλιάς των αδέσποτων σκύλων
αφού δεν πέθαινε απ’ την επιθυμία να είναι ευτυχισμένος
κι απ’ την επιθυμία να είναι καλλιτέχνης
κι απ’ την επιθυμία να δαγκώσει τον άλλον στο σβέρκο

Περί Θανάτου Ή Το σώμα μου είναι ο νικητής

Collage 1 George H

Το σώμα μου είναι ο νικητής
Αναπαύεται, τώρα, στιλπνό στον πάτο της απελπισίας του
Κοιτάζει γύρω και ακούει
Ξαπλωμένο
γυμνό στο χορτάρι
Νιώθει στην πλάτη του τη ζέστα της κρύας γης
Ψάχνει στα τυφλά
το καλάθι με τις αχνιστές λέξεις
τους γυαλιστερούς ώμους απ’ την κρέμα του ήλιου
και τα κοπάδια από ζεματιστά στήθη
που ζητούν τη χούφτα της αγάπης

Το σώμα μου είναι ο νικητής
πλάι σ’ αυτό, εδώ, το μονοπάτι των μυρμηγκιών
πλάι στη γελοιότητά του
και πλάι στο μεγαλείο του να τρομάζει
όχι απ’ τη ζωή
αλλά απ’ την παράλογη μεταμφίεσή της

Η τρίτη διάσταση Ή Μερικές ξυλιές στα κωλομέρια του πνεύματος

trit

στον Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη

 

Σήμερα, δηλαδή τώρα, θα σου μιλήσω για την αποτυχία μου αλλά και τη μεγάλη μου επιτυχία να μπορώ να αναγνωρίζω την αποτυχία.

Ναι, απέτυχα να πω τα πάντα για τα πάντα χωρίς ψεγάδι, ελάττωμα ή αδυναμία. Άλλες τόσες φορές πρόκειται να αποτύχω ξανά.

Απέτυχα να πω εκείνο για το οποίο υπήρξα έγκλειστος σ΄ ένα δωμάτιο με ένα γραφείο και μια βιβλιοθήκη, νομίζοντας πως βρίσκομαι στο γυάλινο κουβούκλιο της πληθωρικής διανόησης που παρατηρεί τα πάντα.

Ίσως, πάλι, αυτό το λογοτεχνικό ικρίωμα πάνω απ’ το γραφειοκρατικό χαρτοβασίλειο της ανθρώπινης σκέψης να είναι και το μοναδικό καταφύγιο μέσα στην εμπειρία του τραγικού.

Πίστευα και πιστεύω πως ο έρωτας, για παράδειγμα, δεν μπορεί να είναι μια χαλκομανία πάνω σ’ ένα φλιτζάνι τσαγιού και πως κανένα αριστούργημα ή μη, δεν μπορεί να είναι αποστειρωμένο, όλως παραδόξως, χωρίς ίχνος από ανθρώπινα πάθη, ερωτισμό, θέρμη συναισθημάτων, αγώνα και ιδρώτα.

Ο έρωτας δεν μπορεί να είναι συμπλήρωμα αναγνωστικής διατροφής ανθρώπων παροπλισμένων στην ηθική μέγγενη ενός δόγματος ή μιας κοινωνικής συνθήκης που εδράζεται πάνω στην υποκρισία.

Και φυσικά δεν μπορεί να είναι προνόμιο μιας ισχυρής και άρχουσας τάξης που με τα φράγκα της και μόνο απενοχοποίησε την κωλοτρυπίδα της.

Μέσα στην αλλόκοτη διάθλαση των εικόνων που χειρίζονται οι λέξεις με τον δικό τους αχαλίνωτο ολοκληρωτισμό, η λογοτεχνία προσφέρει κάθε φορά στην ανθρωπότητα το παραλυτικό γεννοβόλημα των νέων ιδεών.

Όμοια με τον ιστό που ξεμπουκάρει απ’ την κοιλιά της αράχνης, το καλλιτεχνικό έργο, γίνεται η εστία απ’ την οποία εκπέμπει την ακτινοβολία του ο πολυμορφισμός της ανθρώπινης κατάστασης.

Μπορεί εύκολα ο καθένας από εμάς, σήμερα, να διαπιστώσει πως η διανόηση που δεν είναι τίποτε άλλο παρά το βυζί που τροφοδοτεί με γάλα τον καλλιτέχνη που φτιάχνει πολιτισμό, κινείται σ’ έναν κόσμο φαντασμάτων απ’ όπου εκστομίζει παράξενες προφητείες περί του τέλους του κόσμου.

Ο ανθρώπινος μόχθος, τα κοινά πάθη, η φλόγα του ερωτισμού έχουν αποπεμφθεί απ’ τις εκδοτικές καλένδες δίνοντας τη θέση τους στα κλανιάρικα γατάκια μιας δημιουργικής γραφής τόσο πολυκαιρισμένης που δεν φοριέται με τίποτε.

Βεβαίως μπουχτίσαμε κι από καταραμένους της μιας σεζόν, δεξιο-αναρχικούς που μπέρδεψαν τη βούρτσα με τον αλγεβρικό λογισμό και την πούτσα με το αλκοολίκι, ψευτο-παγανιστές της οκάς που αγαπούν σφόδρα την παπαρούνα και τα παπάρια τους, ομολογώντας άλλωστε, ότι τα μόνα τους πρόβατα είναι οι σκέψεις τους, καλλιεργώντας μέσα τους τον κατά φύση εγωισμό των λουλουδιών και των κοπράνων.

Η ύπαρξή μας, αρχίζει πλέον, να χάνει την τρίτη της ζωογόνα διάσταση. Τη σαρκική. Αφήνοντας έτσι, μιαν επιφάνεια δύο διαστάσεων πάνω στην οποία διαγράφονται οι καταθλιπτικές σύγχρονες σιλουέτες μας.

Η ηθική τού να μην κάνουμε σε κανέναν ούτε καλό ούτε κακό, έχοντας μεταξύ μας την ευγενή επιτηδευμένη καλοσύνη που παρουσιάζουν οι συνεπιβάτες ενός πλοίου μας κάνει να νιώθουμε για όσα υπάρχουν και όσα συμβαίνουν μία δι’ οράσεως στοργή, μια τρυφερότητα της νοημοσύνης αλλά τίποτε μέσα στην καρδιά.

Αν υπάρχει κάποιος ζόρικος συγγραφέας ως παράδειγμα εκείνου που ο Λακάν ονόμασε ασθένεια της διανόησης αυτός είναι ο Φερνάντο Πεσσόα.

Είναι εμφανές ότι η απονέκρωση του κοινωνικού δεσμού προέρχεται απ’ το ίδιο λαίμαργο στομάχι της ανεξέλεγκτης περίσσειας του φαντασιακού, μη μπορώντας να διασώσει κάτι από την τρίτη διάσταση των πραγμάτων και των όντων.

Μια διανόηση αποτραβηγμένη από τις ενορμήσεις, ένα φαντασιακό χωρίς Εγώ, μετέωρο στις αναρίθμητες μεταμορφώσεις, διαιωνίζοντας το αινιγματικό κενό που έχει εγκατασταθεί στην καρδιά του Είναι.

Ο Μπερνάντο Σουάρες που έχει χάσει τον κόσμο διατυμπανίζοντας την περιφρόνησή του για τη σάρκα, την αηδία του για την αγάπη και την απέχθειά του για τις πραγματικές γυναίκες, που γράφει εις δόξαν των στείρων γυναικών, λέει, στη Δέσποινα των ονείρων του: Ας μείνουμε αιώνια έτσι, μια ανδρική σιλουέτα πάνω σε ένα τζάμι, απέναντι σε μια γυναικεία σιλουέτα πάνω σε ένα άλλο τζάμι. Οι αιώνες θα κρατήσουν ακέραια τη γυάλινη σιωπή μας.

Όσο για τον Άλλον, τη γυναίκα δηλαδή, μας λέει: Ποτέ μην την αγγίξεις, διότι, το να βλέπουμε και να ακούμε είναι τα μόνα πράγματα που μας προσφέρει η ζωή. Οι υπόλοιπες αισθήσεις είναι πληβείες και σαρκικές.

Αυτές τις πληβείες, λοιπόν, και σαρκικές αισθήσεις, που, ο ετερώνυμος του Πεσσόα καταδίκαζε, δεν μπορούμε να τις ξεριζώσουμε, αφήνοντας την απόλαυση ορφανή και δυσανάγνωστη στο μανιχαϊσμό ενός απογοητευμένου σκεπτόμενου.

Οι σύγχρονοι καταθλιπτικοί είναι παιδιά του Πεσσόα και μιας προγραμματικά απολίτικης ανάγνωσης του κόσμου, που έχει τοποθετήσει το διανόημα έξω απ’ την πραγματικότητα, μη μπορώντας να διαχειριστεί τη στύση του που είναι πραγματική και τη φύση του που είναι πολυδιάστατη.

Ο Άρχων φασισμός, που σήμερα ξεγλιστρά σαν ζεστό σπέρμα απ’ τη νεοφιλελεύθερη καπότα, έκανε τις μάζες μπέιμπι-σίτερ της ιστορίας, στηρίζοντας τα δοκάρια στα χαρακώματα, εκεί όπου, οι πληβείες και σαρκικές αισθήσεις τρίβονται σαν τη ρίγανη για να νοστιμίσουν τις απολαύσεις της άρχουσας τάξης.

Ο Άγιος Και Ο Ποιητής

agios

Βλασταίνει ο ποιητής μέσα στο ποίημα, δηλώνοντας πρεζάκιας της απόλαυσης, ενώ ο άγιος απέναντι δεν τολμά να χαϊδέψει τα παπάρια του μυρίζοντάς τα.

Ο άγιος είναι το λείψανο της απόλαυσης, αυτό που απέβαλε η ζωή αφού το ευνούχισαν οι περιστάσεις.

Η αγιοσύνη είναι μια τραγική περίσταση. Ο άγιος βρίσκει το ναρκισσιστικό του έρεισμα μέσα στη σχέση επιθυμίας των προγόνων, δηλαδή μέσα στη γενεαλογία του.

Το σώμα είναι γι’  αυτόν όχημα που θα τον πάει στον θεό. Μα ο ποιητής δηλώνει κάλλιστα την αγάπη του για το σώμα.

Ξέρει πως μόνο το σώμα μπορεί να σε σώσει απ’ το πνεύμα κι απ’ τη χίμαιρα του θρυμματισμένου λόγου κάθε ψυχαναγκαστικού δόγματος.

Διακηρύσσει το μίσος του για τις συμβατικές αρετές και τις παπαδίστικες ιστοριούλες και τα πεζά φληναφήματα της γραμμικής αφήγησης.

Ο άγιος, ερμηνεύοντας συνεχώς, καθηλώνει τα πρόβατα σε μιαν ερημιά αναμονής, αφού, δεν υπάρχει το παρόν αλλά ο συννεφιασμένος βλοσυρός καιρός και το κακό μάτι, από εκεί δηλαδή που τρυπώνει ο διάολος της επιθυμίας μέσα στο σώμα.

Οι κοινοί θνητοί -αγωνιωδώς- πότε τρέχουν στον άγιο και πότε στον ποιητή. Κι έτσι βραχυκυκλωμένοι και απογοητευμένοι δεν καταφέρνουν να θεραπεύσουν την παράνοιά τους, η οποία θεραπεύεται μόνο εάν ο κοινός θνητός γίνει αθάνατος, δηλαδή γίνει ο ίδιος άγιος και ποιητής. Πολέμιος κάθε εξουσίας που χρησιμοποιεί το εμπορικό τέχνασμα της σαγήνης και της καθήλωσης.

 

Νυφιάτικο

nifi

Καλύτερα να ήσουν σερπαντίνα
-να σε φυσήξω σαν ηλίθιος εραστής-
παρά ανάσκελη γεμάτη χαμομήλια
εις τους γκρεμούς. Καλύτερα να ήσουνα
Βουλγάρα πεταλούδα λίγο πριν βγεις
αλκαλική απ’ το αλαβάστρινο λουτρό σου
Καλύτερα να ήσουν έγχορδο αλητείας
πιο κουρδισμένο κι από αδέσποτο σκυλί
Αχ! καλύτερα να ήσουν πέστροφα γλυκιά μου
να σε φάω με όλα τα ωμέγα τρία λιπαρά
τις βλεφαρίδες σου κριτσανιστές
λιωμένες μες στο βούτυρο της λήθης

Σαλιγκάρια

salig2.jpg

Φάγαμε σαλιγκάρια που τα λένε και κοχλίες
Κι έπειτα πετάξαμε τα κουφάρια τους
στις αρσενικές μας γάτες να τα γλείψουν
Κι έτσι όπως απαιτεί μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα
γαμηθήκαμε
και δεν ήταν η πρώτη φορά
που οι πιπιλιές στα πρησμένα μου αρχίδια
σκαρφάλωναν στην καρδιά

Adults Only Ή Στην Κορυφή Του Παρνασσού

parnas

Άρχισε η αυγή να υποδύεται αηδόνια
Τα ξόανα στις εύφορες πλαγιές της κλειτορίδος

Ανηφορίζουν ποιητές στον Παρνασσό
Για ψύλλου πήδημα πλακώνονται στο ξύλο
Οι ποιήτριες υγρές χωρίς βρακί

Να στάζει το κερί τους αρώματα θηλής
Οι γάμπες
Ω! οι γάμπες
Όλο δαχτυλικά αποτυπώματα
Και οι λαιμοί σημαδεμένοι ευκολόπιστοι
Έτοιμοι για το μπάρμπεκιου της στύσης

Λαρύγγια κοριτσιών του Αγίου όρους
Έρχεται ο πρωτοσύγκελος σπασμός
Έρχεται ο τυχάρπαστος Αννίβας
Σερσέγκια έρχονται απ’ τον πόθο ζαλισμένα
Αφροί όλο αφροί και χύσια

Αχ! ποιος θα καρφώσει πρώτος το στιχάκι του στην κορυφή
Ποιανής θα ομολογήσει πρώτος ο αφαλός
πως μέσα εδώ ξεψύχησε το κάλος
του λήσταρχου Νταβέλη
και του λήσταρχου Φαλλού
που επήραν παραμάζωμα όλα τα κορφομούνια του ντουνιά
διευρύνοντας τις ξυραφιές κάτω απ’ τα φουστανάκια

Ήσυχες μέρες του Αυγούστου

tumblr_p807gtUZBl1rojfyfo1_500

Δεν είμαι αρχαίος κυνικός
ούτε πρόκειται να αυτοκτονήσω με κωλοδάχτυλο
και ασπιρίνες όπως τόσοι και τόσοι
Βγάζω πολλές φορές φουσκάλες στα πόδια απ’ το περπάτημα
κι όλο σκέφτομαι τη στιγμή που θα λούσω το λυσσασμένο μουνί σου
Αχ! το ξέρουν αυτό δα και οι δήμιοι
πως όταν γράφεις κοφτερά ποιήματα μπορεί και να κοπείς

Ο Διευθυντής του Ταχυδρομείου

dief

Γράμματα γράφουν ακόμα οι ερωτευμένοι και οι φαρμακωμένοι, βουτώντας τη γλώσσα τους μες στο ξύδι, διότι αν δε το κάνουν, όλο το πρόσωπο θα γεμίσει σπυριά κι έπειτα κανείς δεν θα τους αναγνωρίζει και κανείς δεν θα τους αγαπά. Όμως ο διευθυντής του ταχυδρομείου είναι ένας βλάκας. Τίποτε δεν καταλαβαίνει απ’ αυτά.

Διψάμε το πρωί και τρέχουμε στο ποίημα

sli

Διψάμε το πρωί και τρέχουμε στο ποίημα
Εμείς το γράφουμε μα εκείνο μας ξεγράφει
Αρχίζει η επίθεση πέφτει η πρώτη τουφεκιά
Να βρούμε ψάχνουμε έναν ακόμα πιο χαμένο
από μας Πληρώνουμε αδρά για τις ωμότητες
της σάρκας και του πνεύματος Ω! δίψα
γιατρεμένη για μερικά λεπτά Κι εσύ λαγνεία
γιατρεμένη για μια μέρα Τη νύχτα θα μας
μείνει η μοναξιά σαν πρόβατο χαμένο στα
σφαγεία

Καπιταλιστικός ρεαλισμός

Adam and Eve 1

Ένα βράδυ, ο Αδάμ, ξεφεύγοντας απ’ την επιτήρηση του μπαμπά του μετέφερε ο ίδιος το φίδι μες στο παντελόνι του, ψάχνοντας επί χρήμασι τον παράδεισο και την Εύα.

Περί γέλιου

gaza

Είπε ο ισραηλινός στρατιώτης στον παλαιστίνιο:
Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος
Είπε ο παλαιστίνιος στον ισραηλινό στρατιώτη:
Όποιος γελάει τελευταίος γελάει μόνος του

Ο Βασιλιάς και ο Γελωτοποιός

SAX001

Ναι, βασιλιά μου, είπε ο γελωτοποιός στο βασιλιά του όταν τον πρόσταξε να βγάλει το γελοίο του καπέλο. Εγώ, μπορώ να βγάζω το καπέλο χωρίς να μου κόβουν το κεφάλι. Εσύ όμως να προσέχεις με το στέμμα σου, γιατί είναι ένα καπέλο που αφαιρείται μαζί με το κεφάλι.

Ο θάνατος στην Αμερική

electricair.png

Σκεφτόταν ένα δέντρο ή ένα σπίτι, ίσως, έναν αργοπορημένο ήλιο. Μια πόρτα απ’ όπου οι αναμνήσεις, σπασμωδικές και θολές, σαν ανάερα έντομα γύρω από δυνατά φώτα ξετρύπωναν. Σαν Μοίρες με πονηρά χαμόγελα. Ο δεσμοφύλακας ήταν εκεί περιμένοντας τις τελευταίες σκέψεις του μελλοθάνατου να του θολώσουν το μάτι. Η μητέρα του και οι δύο θείες πρόβαλαν στη σκηνή. Πίσω απ’ το τζάμι σούφρωσαν τα μαδημένα τους φρύδια. Τα μπράτσα τους πλεγμένα αγκαζέ. Τα ωχρά τους χείλη σάλευαν. Μέσα απ’ τη μελαγχολία της αγάπης ξέφυγε ένα μειδίαμα. Η ασπρομαλλούσα μητέρα κοιτά το γιό της δεμένο στην καρέκλα. Αυτός σ’ ένα συννεφάκι καπνού βυθισμένος. Να σκέφτεται πως, κάθε είδος ανθρώπου το βρίσκει εντάξει, αρκεί να είναι γνήσιος άνθρωπος, κι ας είναι πάντα αυτός ο ασυνήθιστα κακός άνθρωπος, ο ασυνήθιστα καλός ή ο ασυνήθιστα αδιάφορος, αφού στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένα πρότυπο για τον άνθρωπο.

Άγγελμα Υγρών και Πανσελήνου

aggelma

Οι ιδέες περνούν ψηλά στο κεφάλι μας. Παραδινόμαστε σ’ αυτές όπως παραδινόμαστε στον πόλεμο.

Το βλέμμα μας ξεγυμνώνεται και ψάχνουμε τότε έναν ηλίθιο τρόπο να περιγράψουμε την αυτοκρατορική αποφασιστικότητα του σύμπαντος.

Να περιγράψουμε τα γουρουνάκια μες στο σκατό τους, τη δυσωδία της ελευθερίας που κατέκτησε ο πόθος του άντρα και το σπέρμα του άντρα και το σάλιο και η γλώσσα του άντρα.

Το να ακολουθήσουμε κατά γράμμα τις λέξεις και τις οδηγίες, τη γνώση που δεν έρχεται απ’ τη σάρκα και το χορτασμένο έρωτα, σημαίνει πως έχουμε κυριευτεί από ισχυρογνωμοσύνη.

Σημαίνει πως αποκτούμε αυτή την παπαδίστικη αποκοτιά, φτάνοντας στη μοιραία στιγμή, όπου το πέπλο της χίμαιρας σκίζεται για ν’ αφήσει στο διεφθαρμένο άνθρωπο τον σκληρό κατάλογο των σφαλμάτων του και των αμαρτιών του.

Αποβλακωμένοι απ’ την ανάγκη και τη σύσσωμη άνθισή της μέσα μας, ροκανίζουμε τα μυαλά μας ή τα αφήνουμε να τα ροκανίσουν οι ατσίδες που ξέρουν καλύτερα από μας πως να κόψουν τον πορφυρό υγρό κρίνο και το γόνιμο γάλα της γυναίκας.

Μα η φύση μας δημιούργησε με ζωντανές επιθυμίες κι όχι με φαντασιακά τεχνάσματα. Δηλαδή η φύση είναι αυτάρκης και, γι’ αυτό δεν χρειάζεται εξουσιαστή. Κι εμείς ως γέννημά της ξέρουμε πως οτιδήποτε βρίσκεται πάνω απ’ τα όρια του πνεύματός μας είναι χιμαιρικό και άχρηστο.

Ξέρουμε πως πρέπει να νιώσουμε και να καταλάβουμε και να βυθιστούμε μέσα στη σάρκα και τη μανιακή της διάθεση για το νέο ερωτοδυόμενο σκάνδαλο.

Όπως η πυρίτιδα που εκρήγνυται όταν της βάλουν φωτιά ένα μουνάκι γίνεται χρυσό λαμπρό ηλιακό, εκηβόλο από ζέστη και φως, σπαρταρά τόσο σοφά που η προστυχιά του ξορκίζει τη μελλούμενη βεβαιότητα της αχρηστίας του.

Ζήτω λοιπόν, η προστυχιά, που είναι φυσική σοφία και πίστη στον ήλιο γιατί τον βλέπεις και τον εννοείς ως το ενωτικό κέντρο όλης της εύφλεκτης ύλης.

Γιατί είναι η ευγένεια του θερμού μυρωδικού ιδρώτα των σωμάτων αφού ο ιδρώτας του έρωτα δεν ζέχνει δουλεία και εκμετάλλευση, ξέχειλος και έσχατος μέχρι ο άντρας και η γυναίκα να χαθούν δια παντός μες στον πρωτοφανή άγνωστο ανεξερεύνητο και ανεξάντλητο οργασμό.

Οδηγός Επιβίωσης Του Ποιητή

odigos

Το ποίημα δεν απαγορεύει τίποτε.
Το ποίημα δε γράφεται για μια ντουζίνα εκλεκτών.
Πρέπει ο ποιητής να διαθέτει περίστροφο λέξεων.
Ο ποιητής πρέπει να αγαπά το καλό φαγητό αλλά και την κακοπέραση.
Έχει να του προσφέρει πολλά.
Ο ποιητής πρέπει να λατρεύει το σεξ.
Ο ποιητής που δεν λατρεύει το σεξ είναι υπάλληλος της ποίησης.
Ως και ο Σεφέρης ήτο φοβερός ματάκιας.
Οι αρετές του ποιητή όταν περνάνε στο ποίημα το ποίημα γίνεται ψεύτικο,
διδακτικό για σχολικά εγχειρίδια.
Ο ποιητής πρέπει να λέει τα πράγματα όπως είναι.
Ο ποιητής πρέπει να αφήνει το ποίημα στην τύχη του.
Ο ποιητής πρέπει να καπνίζει άφιλτρα στην πρώτη του νεότητα.
Ο ποιητής πρέπει να έχει κατά νου τον αδιάκοπο πόλεμο με το φόβο.
Ο ποιητής πρέπει να μυρίζει το μουνί σα να μυρίζει λουλούδι.
Ο ποιητής που δεν ξεπέφτει στο μουνί γίνεται εκδότης.
Η γλώσσα του ποιητή είναι η γλώσσα κατά των ασθενειών του γήρατος.
Ο ποιητής είναι και τη νύχτα ποιητής.
Ο ποιητής δεν βγαίνει στην σύνταξη ποτέ.
Ο ποιητής που δε ρίχνει χαστούκια στο γούστο του κοινού
και γροθιές στο στομάχι του κράτους είναι λαπάς.
Ο ποιητής είναι επαγγελματίας ερασιτέχνης.
Ο ποιητής πρέπει να λατρεύει ότι έχει σάρκα και οστά.
Ο ποιητής στην πόλη των ιδεών γίνεται γραφειοκράτης ή σχολικός σύμβουλος.
Ο ποιητής ξέρει πως οι ιδέες χωρίς τον άνθρωπο είναι σαν καρφίτσες στον κώλο.
Ο ποιητής δε λύνει γρίφους.
Ο ποιητής δίνει φωτιά στις άγριες γυναικάρες.

odi1

Όταν πρέπει να είναι στρατευμένος ο ποιητής θα πρέπει με πάθος να είναι στρατευμένος.
Κι ας μοιάζει με πλασιέ.
Δεν θα πρέπει να δίνει υποσχέσεις στον καθρέφτη του ο ποιητής.
Ο ποιητής που δεν προβοκάρει είναι μαλάκας ποιητής.
Δεν υπάρχει ποιητής κακός αλλά ποιητής που δε διαβάζεται υπάρχει.
Υπάρχουν συνταγές μαγειρικής που βγάζουν ποίηση.
Υπάρχουν κορμάκια που αχνίζουν ποίηση.
Ο ποιητής πρέπει να κοιτά τη γυναίκα στα χείλη.
Γράφω ποίηση σημαίνει εκδίδω με σέβας την ασέβειά μου.
Η ασέβεια του ποιητή απέναντι στην υποκρισία είναι ποίηση.
Αν ο ποιητής δεν είναι βέβηλος του πλούτου θα βραβευτεί απ’ τους βέβηλους της ζωής.
Ο ποιητής δεν είναι στοχαστής.
Ο ποιητής πρέπει να γράφει κάθε μέρα.
Ο ποιητής έχει για εργαστήρια κρεβάτια και αγρούς από καταβολής υγρών.
Η ερωτική διάθεση είναι ο παράξενος ελκυστής του ποιητή με τα πρόσωπα.
Όλα τα πρόσωπα έχουν για τον ποιητή αυτό το εκτυφλωτικό μεγαλείο της μοναδικότητας.
Ο ύμνος του ποιητή είναι ο ύμνος στην πολυμορφία.
Ο ποιητής δεν διαθέτει ατζέντα αλλά μνήμη αλανιάρα.
Ο ποιητής ζει με τα ψίχουλα των βλεμμάτων του κόσμου.
Ο ποιητής που το παίζει πατριώτης είναι ένας σπουδαίος γλείφτης των πελατών του.
Ο ποιητής που γράφει παραδοσιακά έχει κληρονομήσει ένα σκυλί που δε γαβγίζει.
Ο ποιητής που καίγεται για τους νέους τους έχει βάλει ήδη φωτιά.
Δεν υπάρχουν ποιητές στον πύργο τους,
αλλά προικοθήρες στο προικώο τέμενος της μαμής υπεραξίας.
Ο ποιητής είναι το όχημα που μεταφέρει τις αλλόκοτες καταστάσεις στο μέλλον.
Ο ποιητής δεν έχει πίστη.
Ο ποιητής έχει χεσμένα τα εθνικά σύμβολα.
Ο ποιητής δεν πιστεύει στο αρχαίο κλέος.
Καταϊδρωμένα κορμιά αρμενίζουν στην κάμαρα του ποιητή.

Ανάμεσα Βοσπόρου Και Σχισμής

bosp

Υπήρξα μέγας οδηγός και μέγας στρατηλάτης
οικοδεσπότης και παρείσακτος
καταστροφέας και τροφός
Υπήρξα ως πνεύμα κωπηλάτη σε πορνείο
Υπήρξα το σχοινάκι του ταμπόν
σελιδοδείκτης οργασμών
δαμάλι που μουρμούρησε χυσιά στα μαύρα τέμπλα
ανάμεσα μηρών
ανάμεσα Πίνδου και Αδριατικής
ανάμεσα Βοσπόρου και Σχισμής
όλων των κατακρημνισμών ο παις
το πέος
ο πέουλας ο πεπτωκός
ο τρυφερός ο αδηφάγος
Υπήρξα σουβλατζής στη Φιλανδία
Γαλάτης ανθοκόμος
Υπήρξα σπλάχνο κοιμωμένης
και ζητιάνος στο μετρό
Υπήρξα χαρουπιά και τυφλοπόντικας
όμορφος βρωμερός ασβός και εισβολέας
Υπήρξα δάκτυλον μεσαίον μιας υγρής
Υπήρξα νοσοκόμος κλειτορίδος

Περί Αλοννήσου

alon

Θα πάρω στον τάφο μου μερικά μυστικά
τώρα που πιάσανε τα πόστα οι μοναχές
και οι μοναχοί και οι μοναχικοί άνθρωποι
αποχώρησαν για το βυθό και για την
Αλόννησο. Για το νησάκι με τις ταραντούλες
και τα μικροσκοπικά ζωύφια που σκαρφαλώνουν
νυχθημερόν στον κόρφο της γυμνής βασίλισσας
και του γυμνού βασιλιά, του Αδάμ και της Εύας
που ζουν τον έρωτά τους σε μια βραχονησίδα
με τις υπέροχες οχιές και τα υπέροχα όργια
της φύσης, ολημερίς περπατώντας πάνω στην
άμμο, όλο σεξ και καλοζωία και ψητά ψαράκια
της θαλάσσης, στα κάρβουνα του θεού των
γυμνών πραγμάτων γύρω που κατοπτεύουν
τον αργοκίνητο οργασμό της αιωνιότητας
και σέρνονται καταγκρεμνού αλαλιασμένοι
για να δαγκώσουν άβυσσο και νοστιμιές

7 Λίμερικ

 

limerik

Κυρά εσύ που ψάχνεις την αγάπη
Και κρέμεσαι γυμνούλα απ’ τον πούτσο του αράπη
Διάβασε και ξεσκόλισε όλο το κάμα σούτρα
Να δεις πόσο είν’ τονωτικό το χύσιμο στα μούτρα
Κυρά εσύ που καύλωσες για αγάπη

***

Ήτανε μια κυρά απ’ την Κομποθέκλα
Που ήθελε να γαμιέται σε καρέκλα
Κι οι εραστές της πάθαιναν λουμπάγκο
Για να ισιώσουν πλάγιαζαν στον πάγκο
Έτσι περνούσε τη ζωή η κυρά απ’ την Κομποθέκλα

***

Ένα γιαούρτι έτρωγε η κυρά του λιμανιού
Μα ήταν ώρα για το γεύμα του μουνιού
Και τότε έψαχνε η κυρά για να’ βρει πέος
Να κάνει μ’ αυταπάρνηση η φύση της το χρέος
Έτσι βούλωνε τρύπες η κυρά του λιμανιού

***

Κυρά που σ’ έπαιρνε ο στόλος από πίσω
Άσε με τώρα μέσ’ τον κώλο σου να χύσω
Άραχλα όλα μάταια και μαύρα
Μέσ’ το μουνί σου κρύφτηκε μια σαύρα
Κυρά εσύ που μπέρδεψες το μπρός με το ξω-πίσω

***

Ήτανε μια κυρά που γούσταρε ένα αγόρι
Μ’ αυτό πηδιόταν με το διάκο το Γρηγόρη
Στις χαρτορίχτρες έτρεχε να ρίξει τα χαρτιά
Φυρή κι ολοφυρόμενη να βρει παρηγοριά
Αυτή η κυρά που γούσταρε έν’ αγόρι.

***

Ήτανε μια όμορφη κυρά απ’ τη Ζαγορά
Μήλα πουλούσε στην υπαίθρια αγορά
Μα είχε μια συνήθεια να μη φορά βρακί
Κι όλοι οι νοικοκυραίοι ψώνιζαν από κει
Κι έγινε πλούσια η κυρά απ’ τη Ζαγορά

***

Μια φορά κι έναν καιρό η κυρά Φροσύνη
Τρύπωσε μέσα σ’ ένα ποίημα του Δροσίνη
Και το Μαβίλη ενέπνευσε να γράψει ένα σονέτο
Πως ζέσταινε με το μουνί, ψωλές, σα νάταν καμινέτο.
Στης παγωμένης λίμνης τα νερά η κυρά Φροσύνη.

tumblr_nbqqgkoQgb1qg08uio1_1280

Υ.Γ
Τα λίμερικ (limerick) είναι ποιήματα σύντομα, σατιρικά
ή απλώς κωμικά, «δίχως νόημα». Ξακουστά είναι εκείνα
του Έντουαρντ Λιρ (Edward Lear), που το 1864
δημοσίευσε μια ποιητική συλλογή με λίμερικ, με τον τίτλο
The book of nonsense. Τον Λιρ τον μιμήθηκαν μεγάλοι
συγγραφείς, όπως ο Σουίνμπερν, ο Τένυσον, ο Κίπλινγκ,
αλλά μάλλον δεν μπόρεσαν να τον φτάσουν.

Στην Ελλάδα, πρώτος που αποπειράθηκε να γράψει λίμερικ
είναι ο Γιώργος Σεφέρης. Μάλιστα, πήγε να αποδώσει τον
όρο στα ελληνικά με τη λέξη «ληρολόγημα», συνδυάζοντας
το όνομα του Λιρ με τη λέξη «λήρος», που σημαίνει τρελή
κουβέντα, ασυνάρτητα λόγια. Το 1975 εξέδωσε μια συλλογή
από λίμερικ, με τον τίτλο Ποιήματα με ζωγραφιές σε μικρά
παιδιά.

Τα λίμερικ ομοιοκαταληκτούν συνήθως αα-ββ-α.

Ο πρώτος στίχος περιέχει την παρουσίαση του πρωταγωνιστή

Στον δεύτερο αποκαλύπτεται η ιδιότητά του.

Στον τρίτο και τέταρτο έχουμε την πραγματοποίηση κάποιας
ενέργειας.

Ο πέμπτος στίχος είναι αφιερωμένος στην εμφάνιση ενός τελικού
επιθέτου ή παραλόγου ή κάνει επανάληψη με παραλαγή του
πρώτου στίχου…

Θα φτύσω στους κόρφους σας κορίτσια

death-and-the-maidens-18-157x236-olivier-lelong

θα φτύσω στους κόρφους σας κορίτσια
τους ανοιχτούς τάφους κάτω από τόσα βλέμματα
θα χύσω πάνω στον αφαλό σας τις ζεστές μου σκέψεις
είμαι φρικιό από χώμα που απλώς θριαμβεύει
είμαι ο επισκέπτης του γουρλωμένου μουνιού σας
θα σας βγάλω το μάτι κορίτσια για να δείτε
τι εστί εντεροσπασμός της ηδονής και τι ώρα
περνά το λεωφορείο για το Πάντα Βρέχει
και το Πάντα Χύνει του οσίου και θεοφόρου ημών
πούτσου Αχ κορίτσια θα σας σηκώσω
απ’ τους τάφους σας για να σας χαρίσω τη ζωή
κι όχι για να σας καθίσω στο εδώλιο

Μελετώντας τα αμελέτητα

frans fiedler

Πονάμε χωρίς να ξέρουμε τι προκαλεί ο πόνος στο κορμί μας. Τρώμε χωρίς να γνωρίζουμε τι είναι το στομάχι και οι αδένες, κοιτάμε, χωρίς να έχουμε μελετήσει τη σύσταση του οφθαλμού.

Έτσι λοιπόν πηγαίνουμε ολοταχώς στην αγκαλιά του θανάτου, χωρίς να τον γνωρίζουμε και χωρίς να μας έχει συστήσει κάποιος εκ των προτέρων σ’ αυτόν.

Ίσως οι νεκροί συγγενείς και φίλοι, μας ανάγκασαν κάποτε να ανταλλάξουμε μαζί του μια φευγαλέα χειραψία περισσότερο νιώθοντάς τον ως βασιλέα της ακαμψίας που οδηγεί την ιερή μέρα και την ιερή νύχτα στην εκμηδένιση.

Οι χρυσοί επαγγελματίες της κάθε θρησκείας για να μαλακώσουν τη σκληρή ζωή των δούλων της εργασίας που εκτός απ’ τον ατέρμον κόπο και την εξάντληση, διάγουν βίο αβίωτο, βουτηγμένοι μέσα στα βαλτόνερα της συνήθειας, ανάλαβαν τη διαχείριση του τρόμου, τόσο πριν όσο και μετά το θάνατο.

Τρόμος για επιβίωση μέσα στην ειρωνική ωμότητα του post mortem εκεί που το να αρνείσε το θάνατο συγγενεύει με το να τον εμπορεύεσαι.

Οι μικροπωλητές των θαυμάτων, οι ορθόδοξοι σαμάνοι και οι χαρισματικοί ασκητές μπορούν να σου βρουν το όνομα ή τα δηλητήρια που έχουν καταπιεί τα μάτια και τα νεφρά σου μα ποτέ δεν μπορούν να σε κάνουν αθάνατο.

Μα οι άνθρωποι φοβισμένοι κι ανυπεράσπιστοι τρέχουν σ’ αυτούς, ψάχνοντας το τελευταίο έσχατο καταφύγιο, την αμυδρή ελπίδα να κερδηθεί μια αθανασία δίχως όρους.

Αθανασία του ζωντανού κορμιού που στερήθηκε το φαγητό, το γαμήσι, την ελευθερία.

Μα ποιος μπορεί να πιστεύει αλήθεια έναν θεό που είναι ανίκανος να μας προσφέρει αυτό το αγαθό που αυτός για τον εαυτό του διαθέτει εν αφθονία! την αθανασία.

Να μας κάνει ευτυχισμένους μες στις φαντασιώσεις της παιδικής μας ηλικίας όταν αρχίζει ο διάβολος να στάζει το κερί του πάνω στις ορμές και στα πάθη μας μακριά απ’ τα ενθάδε κείται που σκαρφίστηκαν οι νεκρόφιλοι για να διαλογίζονται με τον τρόμο τους.

Μα πεθαίνουμε και γνωρίζουμε το θάνατο κάθε στιγμή που δεν τη ζούμε και κάθε στιγμή που μας την κλέβουν τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις.

Η απροθυμία μας να καταλάβουμε πως πεθαίνουμε μόνοι, αβοήθητοι και δια παντός, μας καθιστά αξιοθρήνητα εξαρτημένους.

Ξόρκια παπάδες λιβάνια σαμάνοι και χαρτορίχτρες και ψυχαναλυτές έρχονται όταν έχουμε χάσει πια την πίστη μας στη ζωή αλλά και στην ικανότητά μας να πεθαίνουμε σωστά, δηλαδή φυσικά όπως μια κατσαρίδα, μια κότα ή ένα άλογο.

Όλοι εμείς οι αλαφροΐσκιωτοι θνητοί, νιώθουμε πως κάθε μέρα είναι και μια νέα φτυαριά χώμα. Όμως κάθε πένθος ξεθωριάζει προς όφελος της ζωής κι έτσι η καρδιά νιώθει μιαν ανεξήγητη απάθεια απέναντι στο θάνατο, όπως χορταριάζει το μνήμα κι όπως σπάνε τα οστά των νεκρών ζώων στο όργωμα.

Η επιβίωση της βιομηχανίας του θανάτου και των θρησκειών οφείλεται εξολοκλήρου στο διεφθαρμένο παράγωγο της εργασίας, δηλαδή στην υπεραξία που είναι και ο εκφυλισμός της.

Όταν ο άνθρωπος θα σταματήσει τη δουλεία και την εκμετάλλευση, όχι μόνο γι’ αυτόν αλλά και για τους άλλους, ίσως τότε δει τον ήλιο της αθανασίας να του χαμογελά, αφού θα έχει καλοδεχθεί τον θάνατο σαν το μεγάλο συμπαντικό μουνί που τον γέννησε.

Αισθάνομαι για την ποίηση ότι αισθάνομαι για τον έρπητα

xili

αισθάνομαι για την ποίηση ότι αισθάνομαι για τον έρπητα
-το γλειφομούνι άλλωστε κοστίζει ακριβά-
κι αν δε σε ρουφήξει το μουνί κινδυνεύεις να πεθάνεις από βαρεμάρα
κι είναι σα να προσπαθείς να τον χώσεις
στην πλαστική κωλοτρυπίδα μιας κινέζικης κούκλας
γράφοντας και ξεγράφοντας
πάλι και πάλι
ξανά και ξανά λογαριάζοντας
πόσες ψυχές θα ποδοπατήσεις για μια στιγμή θριάμβου
και πόσους ρομαντισμούς θα τσουβαλιάσεις
για να φέρεις αναγούλα στο φιλοθεάμον κοινό
μα το γαμήσι και η ποίησις
έχουν γούστο μόνο εάν είσαι ερασιτέχνης
να κοιτάς το μουνί και τις λέξεις
σα να τα βλέπεις για πρώτη φορά

Γλείφοντας έρχεται η όρεξη

glif

Σας βλέπω πίσω απ’ το τζάμι
να γράφετε για τη μοναξιά και τον έρωτα
Να στέλνετε μπιλιέτα στο Γαβριηλίδη
με τα διπλά σας ονόματα
Με πάθος θέλετε να δημοσιεύσετε
να δείξετε το ποίημα σας στο λαό
στο σύζυγο που σας εγκατέλειψε στην κουζίνα
Μα ο λαός δεν θέλει να διαβάσει
για τη μοναξιά και τον έρωτα

Αν ο λαός έχει να διαλέξει ανάμεσα
στο γαμήσι και στο ποίημα
θα διαλέξει το γαμήσι, κυρίες μου

Ωδή στο σαπούνι

lolo

Γυροφέρνω την γλώσσα μου στο μουνί σου
έτσι που ο Σαίξπηρ να σχεδιάζει την τραγωδία του
Έχω πάρει την κλίση μου προς τη θηλυκιά σου λεκάνη
όπως τόσοι και τόσοι ποιητές που πήγαν άκλαφτοι
Σαπουνίζω το μουνί σου με ποιητικό πάθος
γονατιστός σαν το διάολο που επιμένει
και βλέπω να δακρύζει το μουνί σου
να δακρύζουν και τα μάτια μου

Aπελευθερώστε μας απ’ τα σουτιέν

sout

Η πτώση μας
μες στα βελούδινα σεντόνια

δαμάσκηνα και ακουαρέλες

Θυμηθείτε να ζείτε ότι ζείτε

ξεχάστε μας στο δροσερό αεράκι το βράδυ
και στη βιασύνη της γλώσσας
απελευθερώστε μας απ’ τα σουτιέν

ξεχάστε μας στων χεριών σας την ευχαρίστηση

ξεχάστε μας στο στόμα σας
στη γλώσσα στις θηλές
στην έντονη πεινασμένη μας στύση

ξεχάστε τις αισθήσεις που ξεκινούν είτε
δεξιά ή αριστερά
πηγαίνετε κατευθείαν μέσα στο σώμα
τρυπώστε μεταξύ των μηρών

γλυκιά γλυκιά μάγια κάντε μας