ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Η κυρία Ντορεμί

kiria

Είναι πολλές φορές οι ανθρώπινες ιστορίες-αλλά και οι μύθοι που αφήνουν πίσω τους ως ουρά-τόσο πληκτικές και αφόρητες που σου έρχεται σκοτοδίνη.

Απελπίζεσαι με την ανθρώπινη μικρότητα και το ανθρώπινο μεγαλείο που τέμνονται στα σύνορα του συμφέροντος.

Όταν όμως βλέπεις, πως, το να υπάρχεις απλώς, είναι θαυμάσιο, γιατί είναι κάτι που δεν έχει τέλος και δεν χρειάζεται απόδειξη τότε νιώθεις πραγματικά σαν ένας ευτυχισμένος βράχος στη μέση του ωκεανού.

Το να νιώθεις πως υπάρχεις και μόνο είναι μια βεβήλωση της σιωπής. Ένα μουσικό κομμάτι που απλώς ακούγεται σε κάθε αναπνοή και σε κάθε τυχαία συνεύρεση.

Μέσα στο βασίλειο του θανάτου που είναι και βασίλειο της ζωής εγγράφεται η μοναδική αλήθεια της δημιουργίας.

Όταν πάψει να σε συγκινεί η γη, ο αέρας, η φωτιά, το νερό, το υδρογόνο, το οξυγόνο, το νάτριο, ξεπέφτεις στις ιστοριούλες με καλό ή κακό τέλος.

Βυθίζεσαι ανυπεράσπιστος στη μακάβρια καταβόθρα ενός ψεύτικου κόσμου. Μιας ονειροπόλησης με παντόφλες και υποκρισία. Μιας γραφειοκρατίας που ψάχνει με το μαχαίρι μέσα στα κρέατα αναζητώντας την καρδιά.

Οι δαφνοστεφείς πρωταγωνιστές της ιστορίας αφού σε πετάξουν στο χαντάκι της ανωνυμίας και αφού σε παραχώσουν στους ομαδικούς τάφους της νοικοκυροσύνης, σου φορτώνουν όλα τους τα εγκλήματα.

Σαν τα σαλεμένα παιδιά αυστηρών δασκάλων σε βάζουν να γυρνάς από παπά σε παπά και από ψυχολόγο σε ψυχολόγο. Σε αφήνουν να λιώνεις μέσα στον μικρόκοσμό σου. Ξέρουν πως είσαι ακίνδυνος διότι σου έχουν χρυσώσει τις αλυσίδες.

Οι επιθυμίες σου από γλουτούς και μπούτια, από διαρρέον συμπαντικό χάος γίνονται μικροαστικές σκοτούρες. Ο έρωτάς σου ξεπέφτει στη συγκατοίκηση και στο στρίμωγμα για να βολέψει την ευρυχωρία του καπιταλιστή.

Οι ανάγκες σου και οι εκκρίσεις σου μετριούνται με τη μεζούρα του συμφέροντας μιας τάξης που έκανε τέχνη το να ζει εις βάρος των άλλων.

Γράψτε λοιπόν τις πεθαμενατζίδικες ιστορίες σας και τα ποιηματάκια με τους στεναγμούς. Πιαστείτε απ’ τ’ αρχίδια των αναμνήσεων και αγκαλιάστε τα σφιχτά για να μην πέσετε στην πραγματικότητα της στιγμής και στην καύλα της αλητείας.

Η αιωνιότητα περνάει μόνο μια φορά από τούτο εδώ τον κόσμο. Και η αιωνιότητα είμαστε εμείς.

Η Σκυλαδίτσα μας

skiladitsa

Πως είν’ της αλαξοκολιάς αυτό το εθνοτόπι
το ξέρουν δα κι οι ψείρες
που κάθονται στο σβέρκο του παπά.
Όλο πρυτάνεις έχομε
υπουργούς και επισκόπους
αργόμισθους λιγνούς καντηλανάφτες
που αργοσβήνουνε μπαγιάτικα κεριά.
Ο Αρχιεπίσκοψ σκύλα λυσσασμένη
ορμά στον άλλον σκύλο τον πουά.
Ω αδερφοί,
τα ορθόδοξα μπουλντόγκ μας περιμένουν στη γωνία
για του χριστού την πίστη την αγία
θα μας γαμήσουνε θαρρώ, ξανά την παναγία.

Ζήτω το έθνος, ξανά

ziton

Τόσα φιλιά και τόσα φύλλα
πότε γάμα πότε φίλα
παγούρια καραβάνες και ξευτίλα
Ελλάς ελλήνων χριστιανών
και πατρική σκατίλα

Ax! ωραία μου καμωματού
έχεις την ηθική στρειδιού
και ξέρεις πως
δακρύζω και γελώ
στην ίδια φράση πάντα

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
Των ελλήνων τα ιερά

Χαφιέδες, τσάτσοι, σπιούνοι
μουστάκια μου καραμπογιά
που δεν γλεντήσατε ντουνιά
την εποχή αναπολώ
που ήμουν σερβιτόρα
την εποχή που διάβαζα Dante
Vita Nuova

Μάτι μάτι

matia

Μάτια μου τα μάτια σου με μάτιασαν
με πήγαν στον χαμένο κόσμο που τα
βλέπει όλα υγρά. Όλο ξετυλίγοντας την
αγκιστρωμένη γλώσσα στο πλατύ κρεβάτι
του ύπνου. Όλο μυρίζοντας στα βλέμματα
ναυμαχίες και ζουμιά. Όλο σάρκα ξυπόλητη
ανιχνεύοντας, αγαπησιάρικα επιδέξια φιλιά,
κοιλίτσα αφαλό, μια μύγα με τα τηλεσκοπικά
της μάτια να φλερτάρει την τέχνη ετούτη
της ανταμοιβής, ένα σατανά να σαλιώνει
τον πούτσο του, να εισβάλει δια παντός
στο ψαχνό σου στόμα.

Σημείωμα για τους φίλους

simioma

Φίλοι μη βαριέστε με τα ποιήματα
δεν είναι σχολική ύλη αλλά αργόσχολη μονοκοπανιά
και πρέπει να ξέρετε πως βουρκώνω όταν τα γράφω
ωσάν ιεροψάλτης μπρος στα τούλια τραγανής κυράς
και χαρισάμενης
ωσάν κεφτές μες στην κοιλιά του σκύλου

Φίλοι ο ελαιώνας μου αντηχεί
λαχτάρες αρραβώνες ερπετά
νιώστε πως βόσκει το αίμα στα μηλίγγια μου
να! πιάστε εδώ λίγο του μπούφου εμένα το σφυγμό

Ουδέν κρυπτόν

beautiful-girl-in-the-meadow-enjoying-the-sun

Είπα καλημέρα στον ήλιο σαν
ανατολίτης με ολύμπια διάθεση
και είπα Ω! μέγα σουλατσάρισμα
στον μη υποτακτικό ουρανό με
τα διαλεχτά επιμήκη λογοπαίγνια
τις κόρες με τη γαλλική παιδεία
που μας έμαθαν τι πάει να πει
έγχορδος σπασμός γαλλικά και
πιάνο τι εστί πανωλεθρία νικηφόρα
ανάμεσα σε παχουλούς λευκούς
γλουτούς Αχ! ήλιε που οδηγείς τα
παιδιά της τέχνης στις δίγλωσσες
αναμνήσεις και στα μπαρ όλο εν
σκότει αλαζονεία όλο φίλια πυρά
και το ληστή που τον τρως σαν
απίδι και το σβέρκο καθώς δαγκώνεις
των ωραίων τσολιάδων με τα χρυσά
φλουριά στο στήθος Αχ! ήλιε μούτρο
ανυπόληπτο ουδέν κρυπτόν

Sans culotte

sans-culotte

Εισβάλομε στην ιστορία όπως οι Αβράκωτοι στην εποχή της Γαλλικής επαναστάσεως.

Χωρίς να θέλομε να ξεχωρίσομε αλλά για να κάνουμε σαματά. Χωρίς να θέλομε να διδάξομε τι εστί βίος χαρισάμενος και τι εστί savoir vivre της ηδονής αλλά τι εστί ερωτικός αγών έως τελικής πτώσεως.

Εισβάλομε όχι δια να θεραπεύσομε και να φέρομε αναμνήσεις και ρομαντικά παλίνδρομα εις την εκδοτική γαστέρα αλλά δια να καλαφατίσομε τα πάθη μας.

Χωρίς το γιλέκο του γραφιά και του πολυσταυλίτη, χωρίς τα λεφτά του μπαμπά και τα δαφνόφυλλα της ακαδημίας, χωρίς vastavision ντεκολτέ, γάμπα και αδηφάγο στόμα για oral-pipe όπου λάχει, αλλά κυρίως χωρίς σύγχυση και χωρίς περιστροφές.

Εισβάλομε στην ιστορία όχι με περίστροφα ή εμετική χριστιανική αγάπη αλλά με την αγνή παρθενία της λογικής του έρωτα. Διότι τι πιο λευκό και καθαρότατο απ’ τη δικαιοσύνη των κορμιών, απ’ αυτό που αφήνουν πίσω τους και βαραίνει περισσότερο από ένα τσουβάλι διατριβές.

Εισβάλομε στην ιστορία για να λιανίσουμε τους βουρκωμένους καλόγερους του ψεύτικου βίου και τους μετρ των υπαρξιακών αινιγμάτων. Για να πετάξουμε στη χωματερή τα νεκρά σφουγγάρια της ξέχειλης και κορεσμένης ζωής.

Εισβάλομε στην ιστορία με την υπεροπλία του ουρλιαχτού της νύχτας που γεννηθήκαμε και της νύχτας του ξεπεσμού μας στο μηδέν. Και γινόμαστε οι κλεφταράδες κάθε ιδέας και οι προβοκάτορες κάθε συναισθήματος. Και γινόμαστε οι κυρίαρχοι της φωνής.

Φωνάζουμε και φωνασκούμε και σκούζουμε. Υπάρχει ένα παιδί στο μπαούλο που μας ακούει κι ένας διάολος κλειδωμένος στο υπόγειο.

Ας φωνάξουμε, λοιπόν, όχι ακατάληπτα και πονετικά σαν καλλιτεχνικοί λούστροι, αλλά ως κορμάκια ελεύθερα και καυλωμένα. Αφού ξέρομε πως πίσω απ’ τα χείλη μας το Σύμπαν ενορχηστρώνει τους κραδασμούς του.

Οδηγίες ψαύσεως ή Τι θα κάνουμε πια με τόση ελευθερία του λόγου!

oddio

Ο συνήθης τρόπος ψαύσεως των μαστών είναι το ολοκληρωτικό χούφτωμα. Η ποικιλία τους όμως και η ιδιοτροπία της βαρύτητος απαιτούν ιδιαίτερη σπουδή.

Εθιμοτυπικώς δεν είναι σωστό αυτό που συνηθίζουν μερικοί, να μαλάζουν έως συνθλίψεως τα έρμα βυζάκια, σαν να επρόκειτο για ιδιοκτήτες οπωροπωλείου ή πλανόδιους παγωτατζήδες.

Αν η προσέγγισις δεν είναι ερωτική η ψαύσις θα είναι μια αποτυχία.

Οι ψυχροί άνθρωποι δεν ξέρουν να χαϊδεύουν. Βάζουν χέρι κι όποιον πάρει ο χάρος. Ατσούμπαλοι έως παρεξηγήσεως, αφήνουν πάντα ένα χλιμίντρισμα ευχαρίστησης, άνθρωποι του θεού ή του κόμματος που νομίζουν πως από στιγμή σε στιγμή θα διαρρεύσει απ’ το βυζίον απόσταγμα τουλούμπας ή απεμπλουτισμένο ουράνιο.

Χαλαρώστε λοιπόν, πάρτε βαθιά ανάσα και συντονιστείτε με τους κοσμικούς κραδασμούς.

Δώστε στην παλάμη και στα δάχτυλα το σχήμα θόλου. Χρειάζεται όμως προσοχή, γιατί η βασική αυτή κίνηση εκφράζει αρκούντως το χαρακτήρα σας.

Τα δάχτυλα δεν πρέπει να θυμίζουν αρπαχτικό πτηνό, ούτε ατσάλινα δόντια εκσκαφέως, έτοιμα να επιτεθούν εναντίον ενός αθώου και αδρανούς στήθους.

Χαμηλώστε την παλάμη σας με την αίσθηση ότι κρατάτε ένα ιδανικό στήθος, όπως ακριβώς επικάθεται ένας βυζαντινός τρούλος γεμάτος κομψότητα, χάρη και φως. Και τότε οι χούφτες θα πράξουν τα δέοντα πατινάροντας πάνω στο λευκό αθώο στήθος.

Παρότι τα στήθη είναι σιωπηλά, η σιωπή δεν είναι του χαρακτήρα τους. Ρίγη χαδιάρικης αγάπης και συγκίνησης τα κατακλύζει, αποκτούν ζωή, γίνονται οντότητες που σαλεύουν, οι ρόγες τους πάλλονται και σκληραίνουν και γίνονται εκ νέου τα μάτια του ερωτικού κορμιού, το βλέμμα τους ένα κοπάδι βίσωνες που σκάβουν με τις οπλές τους το χώμα του εραστή, απορροφώντας χάδι για ορεκτικό και γλειψιές για κυρίως γεύμα.

Τα βυζιά είναι οι τουρμπίνες του μεγάλου εργοστασίου της χαράς, το καμινέτο που έχει ανάψει κιόλας πυρώνοντας αργά τη λεσβία φύση μας.

Η δημοσίευση είναι η ψυχή της δικαιοσύνης

epideixias

Η πρόκληση είναι επαναστατική πράξη ενώ η επιδειξία ψυχική νόσος.

Όταν γινόμαστε προκλητικοί ζυμώνουμε αυτό το αντι-ρητορικό μένος της υπερβολής. Η πρόκληση είναι μια νέα πράξη, ένα ξαναγράψιμο με όρους σφετερισμού του παλιού.

Κάθε κατεστημένο παλεύει με νύχια και με δόντια να κάνει τον προκλητικό επιδειξία.

Οι προκλητικοί ποιητές παρουσιάζουν τον εαυτό τους να αναζητά την αλήθεια εντός του κόσμου. Παραμένουν υπό την κυριαρχία της επιθυμίας και των ενστικτωδών ενορμήσεων. Έχουν ένα μοναδικό τρόπο να καταπίνουν το κασέρι και τη μυζήθρα και να κάνουν λογοτεχνικά ανδραγαθήματα.

Οι προκλητικοί υπήρξαν πολλές φορές στην πρωτοπορία, οδηγώντας με αντιδιδακτικό τρόπο στα στοιχειώδη σωματίδια των νέων ιδεών.

Η πρόκληση είναι φύση και θέση αντιεξουσιαστική. Δεν κάνει σαματά για να βγάλει ξύγκι και υπεραξία και δεν στέκεται σαν αμήχανη και ντροπαλή παιδούλα μπροστά στον φιλότεχνο αστό.

Απ’ την αρχαιότητα μέχρι σήμερα οι ποιητές που ύμνησαν τη λαδερή ντομάτα και τις ελιές, το γαμήσι και την δημιουργική τεμπελιά-ως έναν τρόπο ζωής που διέθετε ηδονικό λογισμό και μια βία παράδρομη πάνω στις εμμονές των άλλων-αποθέωσαν την πρόκληση.

Κοιμήθηκαν αγκαλιά με τα ανυπόμονα κορμάκια και με τον αντιδιακοσμητικό τους λυρισμό κατούρησαν τα ρομαντικά δειλινά και τα κλασμένα μαρούλια της χριστιανικής αγάπης.

Κύκνειο Άσμα

kyknos

Τι εστί χίπικη μονοκοντυλιά και τι εστί παρνασσισμός της κοινής λογικής το ξέρει καλά ο γέρος μέσα μας που διαψεύδει ελπίδες και οράματα επί οχταώρου και κατεβαίνει φορτσάτος σκάβοντας σάρκα.

Τι εστί εραστής των καλών τεχνών μαγκωμένος από σύννεφα και ιδιότροπους λυρισμούς και τι εστί πάνθηρ ροζ σε μπεζ σκηνικό αφροδίσιας καθαρότητας το ξέρει καλά ο μοιρολάτρης εαυτός που με όλους τους παραδοξολογικούς εμπαιγμούς των λετριστών χώνει την προβοκατόρικη μουσούδα του παντού.

Διατρέχοντας τόμους φυσικής ιστορίας, ο επιφανής γιατρός Τριμπουλά Μπονομέ έμαθε πως ο κύκνος τραγουδά ωραία πριν πεθάνει. Σαν τέλειος εραστής της μουσικής ονειρευόταν να χορτάσει μουσική.

Πλησίαζε εκεί στην άκρη του βάλτου για να εμψυχώσει τους καλλιτέχνες. Γινόταν ένα όρνιο που με τα σιδερένια του δάχτυλα βυθιζόταν στους αγνούς λευκότατους λαιμούς.

Τους θρυμμάτιζε νιώθοντας στα δάχτυλά του την ψυχή των κύκνων να σαλεύει μ’ ένα τραγούδι αθάνατης ελπίδας, απελευθέρωσης κι αγάπης, προς τους άγνωστους ουρανούς.

Κι ο γιατρός Μπονομέ ανέπνεε το τραγούδι, οι αρμονικοί κραδασμοί έσκαβαν την καρδιά του, χίλιοι οργασμοί ως την αιωνιότητα που αναλογούσε στον απολαυστικό νυχτερινό του θανατόκοσμο.

Οι αγαπημένοι του καλλιτέχνες, οι κατάλευκοι κύκνοι, έσβηναν προσφέροντάς του τον πιο τρυφερό επιθανάτιο σπασμό. Την μουσική που προκαλούσε το αιμοβόρο πάθος.

Κάθε ειλικρινής και γνήσιος φιλότεχνος ξέρει τον τρόπο που θα δολοφονήσει τον καλλιτέχνη, ξέρει πως το κύκνειο άσμα του είναι αποτέλεσμα της βαμπιρικής του φύσης.

Πλούσιοι μαικήνες, αντεροβγάλτες των καλλιτεχνών με τα χρυσά τους νομίσματα ακολουθούν το γιατρό Μπονομέ στο βάλτο με τους αθώους καλλιτέχνες.

Εκεί όπου λίγο λίγο η αγωνία του θανάσιμου κινδύνου ζευγαρώνει με τα παθητικά αποκυήματα της φαντασίας.

Εκεί όπου ο πλούτος και η δύναμη στραγγαλίζουν το λευκό κύκνο για να ακούσουν το επιθανάτιο αριστούργημα.

Και τώρα στα εκτροφεία καλλιτεχνών και στα εκτροφεία λευκών κύκνων, στων τεχνών και των γραμμάτων τους λευκούς λαιμούς που άφησαν πίσω τους ηχογραφημένο τον επιθανάτιο ρόγχο τους, το αριστούργημα που σφράγισε ο φόνος.

Κάτοπτρο νεοσύλλεκτου γραφέως

eys

Είμαι ο ιδρυτής αυτού του εξωανθρώπινου κόσμου. Υπήρξα αμπαρωμένος χρόνια στην κοιλιά της πραγματικότητας, μα τώρα αδερφέ, πήρα το μαχαίρι και έσκισα αυτό το τοξικό στομάχι.

Και κατάλαβα και ένιωσα τι εστί παράδεισος. Τι εστί βακχεία.

Απατημένοι, εσείς, απ’ το μαγνητισμό της ύλης και των συνευρέσεων, η εκσπερμάτωσή μου είναι αδίστακτη, αδιάντροπη, αδυσώπητη.

Χαχανίζετε κλαψιάρικα. Με το μακρύ γυαλιστερό μάτι από διαλυτικά οράματα. Κλάνετε αλλά δε ευχαριστιέστε το κλάσιμο. Χαχανίζετε κλαψιάρικα. Πάλι ξανά. Τρώτε αυτό τον υπέροχο πουρέ από φασόλια και κόκκινες πιπεριές. Αλλά δεν τρώτε. Αυτοδιαλύεστε στο αιώνιο νεκροκρέβατο της επιβίωσης. Λιανίζετε και λιανίζεστε. Προσεύχεστε και καταριέστε.

Αδερφέ από κλάψα και ναφθαλίνη είμαι ο ιδρυτής αυτού του εξωανθρώπινου κόσμου. Είμαι στον παράδεισο που είναι περικυκλωμένος από μυστήρια. Είμαι όλος ένα καβλί. Αντιβιοποριστής, αδερφέ, ζηλωτικά και αυθάδικα, όλο χαζούλικα λογάκια. Όλο εξωανθρώπινη άχρηστη ποίηση.

Όλο αριστουργήματα της πούτσας. Όλο μπρούμυτα. Με τα σαθρά πνευμονάκια να μυρίζουν τις γρήγορες κατουριές. Τα χείλη του μουνιού που τανιέται εντατικά, σκούρο και γενετήσιο, αυτό το θρεφτάρι που πλατειάζει αφρισμένη λαχτάρα, έτσι φασκιωμένο από θαμπές ζηλόφθονες κουβέντες.

Ω μουνί περικλεισμένο μέσα σε οικόσιτες ακτινοβολίες, θα τραβήξω δια μιας όλες τις κουρτίνες για να φωταγωγήσεις τον κόσμο.

Είσαι ο κάτοχος του εξωανθρώπινου σύμπαντος που ιδρύω καθημερινώς και αδιαλείπτως. Εγώ ο νεοσύλλεκτος γραφέας ο γραφιάς ο γραφομανής ο γραφομουνής ο γραφομούνης.

Φτιάχνω πάλι το θαύμα. Φτιάχνω πάλι το ποίημα που γαμεί και σεμνύνεται. Αυτό τον ξεπλυμένο σβώλο ανθρώπινης λαλιάς μέσα στην αιώνια βροχερή νύχτα.

Αδερφή ψυχή, λεσβία. Είμαι ένα θαύμα. Στον πυθμένα του μουνιού μου ένα στρώμα χημικά άλατα, απλωμένα σε χαριτόβρυτους κρυστάλλινους σχηματισμούς.

Είμαι ισάξιος του Dante και του Shakespeare, νιώθω αυτό που ο γερασμένος Victor Hugo ένιωσε στα εβδομήντα του, αυτό που ο Ναπολέων ένοιωσε στα 1811, εκείνο που ο Tannhauser ονειρευόταν στο Venusberg.

Μουσείο μεταφυσικής ιστορίας και ειδών ηδονής και πολέμου

%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%cf%86%cf%85%ce%b3%ce%b5%cf%82

Διαθέτουμε Έλληνα Χάρο που σαλιώνει
xώμα, κουφέτα που πιπίλισε η Φωτεινή
Πιπιλή, σβόλους από λαχτάρα παιδούλας
στην πρώτη της αποτρίχωση, έμπειρη
παλάμη ανδρός στις απολαύσεις, φτερά
και πούπουλα μαύρης κότας, πίνακες
ζωγραφικής εβραίων που γλύτωσαν το
Άουσβιτς, ιστορικά είδη τεχνολογίας θα
νάτου, πετρώματα απ’ το Νίγηρα, δάχτυλα
ρομαντικών που έδειχναν το φεγγάρι, ζώα,
ερπετά, πτηνά, έντομα, ιστορικά όπλα
ζωντανών, μακέτες πλοίων που βύθισε
ο έρωτας, στολές ιστορικών προσώπων
ανιστόρητων, δύο στολές αστροναυτών
που δραπέτευσαν στο υπερπέραν, αρχαία
αγγεία, αρχαία αντικείμενα, άμμο από 5
ερήμους, ηφαιστειακό υλικό από 3 ηφαίστεια,
μακέτα δεινοσαύρων, φωλιές πτηνών,
μουσικά όργανα, το σπαθί του Μάρκου
Μπότσαρη και του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη,
Βαλίστρα Βενετών, γραμμόφωνο, ηλεκτρόφωνο,
πικάπ, το πρώτο Walkman (1978), κούκλα
ορειβάτης με πλήρη εξοπλισμό, αυθεντική
στολή ευζώνου του 1900, δύο ταριχευμένες
κόμπρες, σπαθί και καπέλο Σαμουράϊ,
φωτογραφικές μηχανές, το πρώτο
ραδιόφωνο Philips, το πρώτο κλαρίνο
του Τάσου Χαλκιά, το μπαγλαμαδάκι του
Μάρκου Βαμβακάρη, πολεμικά κράνη,
κοράλλια, κοχύλια, φωλιές πουλιών,
ιστορικά έγγραφα, πατούσα παιδιού
ετοιμοθάνατου σε καταυλισμό, ντροπιασμένη
γουρουνοκεφαλή σε ψησταριά με κρεατόμυγα,
το βαθύ λαρύγγι της Λίντα Λάβλεϊς, τον
πρώτο καταψύκτη που έγινε παρανάλωμα,
την τσίμπλα έλληνα μαθητή, τον τελευταίο
ουροσυλλέκτη του Αντρέα Παπανδρέου,
ποιήματα σε χαρτοπετσέτα του Νίκου
Καρούζου, τον πρώτο δονητή της Sanyo,
διαθέτουμε σύνεργα δημιουργικής ταφής,
κτερίσματα κάθε απερίγραπτης τραγωδίας.

Ανοιχτά όλο το εικοσιτετράωρο

Η μαντάμ Μποβαρύ είμαι εγώ

maxresdefault

Το πιο εύκολο πράγμα για το μυαλό δεν είναι πάντα και το πιο εύκολο για το σώμα.

Κάθε κρίση, γράφει ο Φλομπέρ είναι σαν αιμορραγία του νευρικού συστήματος, σαν ξερίζωμα της ψυχής μέσα απ’ το σώμα.

Στα κείμενά του μορφάζουν ολοένα και περισσότερο μοναχικές φιγούρες. Η κλονισμένη του υγεία δεν του επιτρέπει παρά λιγοστές αυταπάτες.

Βλέπει ήρωες και ηρωίδες στ’ αμπάρια του μυαλού του ξέροντας πως ο χρόνος θα τους αναγκάσει να εγκαταλείψουν γρήγορα το πλοίο και ως σκιώδη πρόσωπα που υπήρξαν θα φύγουν σιωπηλά πάνω σε μια σχεδία με τα πανιά φουσκωμένα από την πνοή μιας ξεχασμένης μουσικής.

Ο μόχθος του για τη μορφή παίρνει το χαρακτήρα εξιλέωσης απέναντι στην αρρώστια του.

Αυτός ο αστός που πάσχει από παθολογική αστοφοβία έχει ανάγκη την κατευναστική φαρμακεία της φράσης.

Σίγουρα δεν ανήκει στα τυχερά παιδιά της ζωής. Το σώμα του είναι διάτρητο. Αρπάζει στην Αίγυπτο σύφιλη. Χάνει σχεδόν όλα του τα μαλλιά. Το πάθος του για έρωτες αργοσβήνει μέσα στα κόκκαλα μαζί με το σάπιο μεδούλι.

Παχαίνει τόσο που η μητέρα του τρομάζει να τον αναγνωρίσει. Στα χρόνια που ακολουθούν ο Φλομπέρ θα χάσει όλα του τα δόντια πλην ενός. Κάνει θεραπείες με υδράργυρο και το σάλιο του βγαίνει μαύρο. Ζει θανάτους και αποχωρισμούς.

Η καρδιά μου, σημειώνει, έγινε νεκρούπολη.

Τηλεγράφημα

tile

Ο συνάδελφος στο γραφείο ήταν παλαβός. Θεοπάλαβος. Έγινε παλαβός. Έλεγε παλαβά πράγματα με παλαβό τρόπο. Κάθε πρωί ακούγαμε τις παλαβομάρες του και νιώθαμε πόσο παλαβός είναι. Πόσο παλαβός γίνεται μέρα με τη μέρα. Αποφασίσαμε να ενημερώσουμε τη διεύθυνση για τον παλαβό συνάδελφο που έλεγε παλαβά πράγμα. Αμέσως με συνοπτικές διαδικασίες ο παλαβός συνάδελφος οδηγήθηκε στο τρελοκομείο. Επιστρέψαμε σιγά σιγά στους κανονικούς ρυθμούς. Ο παλαβός συνάδελφος δεν μπορούσε πια να μας παλαβώνει με τις παλαβομάρες του. Ύστερα από μερικές μέρες έφτασε στο γραφείο ένα τηλεγράφημα απ’ το φρενοκομείο. Το τηλεγράφημα έγραφε: Από Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι Στοπ υπάλληλο της ανθρώπινης ψυχής Στοπ αγαπητοί συνάδελφοι να ξέρετε πως δεν μπορείτε να είστε βέβαιοι ότι έχετε σώας τας φρένας κλείνοντας το συνάδελφό σας στο φρενοκομείο Στοπ

Η φωνή του θεού ή Διακοπή για διαφημίσεις

foni

Συνήθως δεν υπάρχει τίποτε επάνω. Όλα είναι κάτω. Το χώμα και το νερό, οι πέτρες και τα δέντρα. Οι άνθρωποι είναι κάτω.

Περιμένουν σαν ανυποψίαστα φανταράκια να κάνουν το καθήκον τους. Περιμένουν υπομονετικά πίσω απ’ τη σκηνή να έρθει η σειρά τους.

Η φωνή του θεού μονάχα ακούγεται πίσω απ’ τα μεγάφωνα και πίσω απ’ τις εικόνες που διαφημίζουν τηλεοράσεις, κινητά, σερβιέτες, καφέδες, αυτοκίνητα, φάρμακα, ρόγες, μπούτια, αφαλούς.

Η φωνή του θεού είναι μελιστάλαχτη, μιλάει απλά και κατανοητά. Λίγες λέξεις, νεανική χροιά με μια διαπεραστική αίσθηση χαράς αλλά και με μια χθόνια δύναμη που κάθε τόσο αναβλύζει στον απέραντο τηλεοπτικό θόλο.

Τα ιδρύματα των πλουσίων που βοηθάνε τους φτωχούς είναι περισσότερα απ’ τους φτωχούς, οι αγαθοεργίες και οι καλές πράξεις εξαπλώνονται σαν επιδημίες που σπέρνουν οι καλές θρησκείες στον κακό κόσμο.

Παντού η φωνή του θεού. Στα κομμωτήρια και στα βενζινάδικα, στα σχολεία και στα μπουρδέλα. Στα σπίτια και στα καλυβάκια.

Η φωνή του θεού από μέλι και γάλα, από σπέρμα και σάλιο. Η φωνή του θεού απ’ τα Εγώ όλων μας. Η φωνή του θεού από άρβυλα πολέμου και ακατάσχετα γέλια.

Ο θεός δεν έχει σάρκα, ούτε πνεύμα. Μόνο φωνή. Ο θεός είναι ο καλύτερος πωλητής του κόσμου. Πουλάει τον κόσμο στον κόσμο. Καθημερινώς και αδιαλείπτως.

Συνήθως δεν υπάρχει τίποτε επάνω. Όλα είναι κάτω. Ο θεός είναι κάτω. Εδώ μαζί μας. Η φωνή του μας ακολουθεί ακόμα και στον καμπινέ.

Ο θεός είναι πανταχού παρόν. Είναι εδώ κάτω μαζί μας. Μας οδηγεί σαν συμπαντικό γαμικό υνί στο ταμείο. Άλλος με χλαμύδιον και άλλος με υποκάμισον. Εκεί πληρώνονται όλα. Στο ταμείο. Εδώ δηλαδή.

Το Ποίημα

to-poiima

Η ποιητική γλώσσα είναι πάντα μια αναθεώρηση της προγενέστερης γλώσσας. Κι όταν δεν είναι αυτό είναι κλαταρισμένος ρομαντισμός και ψεύτικα γλυκόλογα.

Κάθε νέος ποιητικός λόγος είναι βίαιος. Είναι κατ’ ανάγκη μιαν αλλοίωση του παλιού. Απωθεί κάποια ίχνη και θυμάται κάποια άλλα.

Γράφω το ποίημα σημαίνει ξαναγράφω το ποίημα. Επαναλαμβάνω και επαναλαμβάνομαι. Είμαι ο άνθρωπος των σπηλαίων, χαράζω το περίγραμμα ενός ζώου πάνω στο βράχο. Δεν κάνω τίποτε άλλο απ’ το να χαράζω εκ νέου το περίγραμμα που είχε κάνει ένας πρόδρομός μου.

Το ποίημά μας γεννιέται μέσα απ’ την άγνοιά μας για τις αιτίες που το γέννησαν. Αν γνωρίσουμε τις αιτίες και αρχίσουμε την έρευνα στο τέλος θα καταφέρουμε να γράψουμε γιατί θέλαμε να γράψουμε ένα ποίημα που τελικά δεν γράψαμε.

Το ποίημα μας είναι μια πράξη επιβολής, μια διακήρυξη ιδιοκτησίας της άυλης πραγματικότητας που η γραφειοκρατία της κυριαρχίας την έχει καταστήσει μετρήσιμη για να την πουλά.

Μεταξύ της άγνοιας και της αυτοσυνείδησης εκδηλώνεται η εκδίκηση της θέλησης.

Είναι οι αυτόνομες λανθάνουσες αρχές έξω απ’ το νου και το Ασυνείδητο που γράφουν και ξαναγράφουν το ποίημα.

Όπως οι εμμονικοί τρελοί του χωριού βρίσκονται σε μια συνεχή θυελλώδη διαμάχη με τον εαυτό τους όπως και με τα προγενέστερα λόγια τους έτσι και τα ποιήματα, που, ο στρόβιλος των καταστάσεων της ζωής τα μεταμορφώνει σε μπαλτάδες που ασκούνται στη συνεχή θραύση των δοχείων της σιγουριάς και της κανονικότητας.

Τα ποιήματα ακολουθούν το διαλεκτικό λογισμό της εξέλιξης. Καταστρέφουν προϋπάρχουσες μορφές για να επιτρέψουν στις νέες να αναδυθούν απ’ το καθημερινό υπερπέραν.

Και είναι η καχυποψία που σπέρνουν προβοκάροντας το συναίσθημα.

Το ποίημα υπογραμμίζει αυτό το απόθεμα σιωπής της λογοτεχνίας, αυτό που εντός της ομιλίας είναι ανίκανο να μιλήσει.

Είναι η σιωπή ενός λόγου που αγνοεί αυτό το οποίο γνωρίζει.

Η ερώτηση στις απαντήσεις είναι το ποίημα. Το ποίημα ρωτά και η ζωή απαντά. Το ποίημα που δεν παίρνει απαντήσεις απ’ τη ζωή είναι κακό ποίημα. Το ποίημα που δε ρωτάει τη ζωή είναι αυτιστικό ποίημα.

Το ποίημα είναι το ερώτημα. Αν το ερώτημα δεν είναι και ερωτικό κάλεσμα πάει στο βρόντο. Είναι κούφιο. Κουφάρι.

Ο άντρας είναι η δόξα της γυναίκας

topor1

Διέθετε την παθιασμένη απελπισία του αυτόχειρα όταν κοιτά το έρεβος, αλλά δεν κοιτούσε το έρεβος, κοιτούσε το μουνί μου. Σχεδόν σαν να μελετούσε κάποιο χάρτη και σαν να ζήλευε που δεν διέθετε κι αυτός μουνί. Έβλεπα στα μάτια του τι σημαίνει ερωτική απογοήτευση κι αυτό το όμορφο πεινασμένο ζώο απέναντί μου να φερμάρει τη σάρκα μου. Να παραφυλά σαν μαύρο ζαλισμένο μαμούνι πίσω απ’ τα μαδημένα ηλιοτρόπια του αγρού. Άρχισα τότε να με βλέπω μέσα απ’ τα μάτια του. Άρχισα να αισθάνομαι όμορφη κι επιθυμητή. Άρχισα να υγραίνομαι και να ερεθίζομαι. Ήμουν το κέντρο του σύμπαντος. Είχα στα σκέλια μου αυτό που δεν είχε αυτός. Αυτό που ήθελε να έχει αυτός. Άρχισα να φουσκώνω από υπερηφάνεια, άρχισα να λατρεύω το μουνί μου. Κι αυτός αφού δε μπορούσε να το κάνει δικό του, τρύπωσε μέσα στο μουνί μου για πάντα.

Ο Στόμας

o-stomas

Τρώμε απ’ το στόμα αλλά η τροφή πηγαίνει κατευθείαν στο στομάχι. Το στομάχι γεμίζει. Το στόμα δεν χορταίνει ποτέ.

Μιλάμε με το στόμα αλλά σκεφτόμαστε με το μυαλό. Το κεφάλι γεμίζει σκέψεις μπουχτίζει αλλά το στόμα εξακολουθεί να μιλά. Το στόμα έχει ανάγκη να απασχολείται είτε με τροφή είτε με λόγια.

Δεν είναι τυχαίο πως τα στόματα σταματάνε να τρώνε και σταματάνε να φλυαρούν όταν κάνουν έρωτα.

Οι άνθρωποι κάνουν έρωτα με το στόμα. Ο όρος στοματικός έρωτας είναι βλακώδης. Ο έρωτας είναι εξ ορισμού στοματικός.

Για να χάσετε κιλά λοιπόν θα πρέπει να σταματήσετε να τρώτε. Η καλύτερη μέθοδος αδυνατίσματος είναι ο έρωτας. Το φιλί αρκεί. Το φιλί είναι έρωτας. Φιληθείτε ένα τρίωρο τη μέρα και θα χάσετε κιλά.

Για να πάψετε να φλυαρείτε επίσης αρχίστε τα φιλιά. Τα γλωσσόφιλα. Το στόμα σας κάποια στιγμή θα πεινάσει και θα γλιστρήσει στο λαιμό του άλλου και τα στήθη του άλλου και στα γεννητικά όργανα του άλλου και στα πόδια του άλλου.

Το στόμα θέλει να φάει. Διψάει και θέλει να πιεί. Στον έρωτα το στόμα τρώει. Ο έρωτας ικανοποιεί την ανάγκη του στόματος για τροφή. Το στόμα έχει την ψευδαίσθηση πως τρώει.

Στον έρωτα μιλάμε αλλά δεν λέμε τίποτε. Δεν ικανοποιούμε ιδέες και δεν εκφράζουμε σκέψεις. Τα λόγια του έρωτα είναι τα πιο γελοία λόγια. Δυο τρεις τέσσερις λέξεις, αλλά το στόμα νομίζει πως μιλά νομίζοντας πως ικανοποιείται η ανάγκη του για ομιλία.

Η καλύτερη μέθοδος αδυνατίσματος λοιπόν είναι ο έρωτας.

Οι χοντροί άνθρωποι και οι φλύαροι άνθρωποι θα μπορούσαν να είναι οι πιο ερωτικοί άνθρωποι. Οι πιο σπουδαίοι εραστές. Γιατί είναι οι άνθρωποι που θέλουν μετά μανίας να ικανοποιήσουν το στόμα τους κι όχι το στομάχι ή το μυαλό τους.

Κοιτάξτε έναν χοντρό που τρώει ένα χάμπουργκερ. Στην πραγματικότητα κάνει σεξ με το χάμπουργκερ. Ακούστε μια φλύαρη κυρία και σκεφτείτε τι θα μπορούσε να δώσει στο κρεβάτι. Αυτές οι δύο κατηγορίες ανθρώπων αν ανακάλυπταν το χάρισμά τους θα ήταν οι πιο σπέσιαλ ερωτικές μηχανές.

Οι εγκρατείς άνθρωποι, οι λεπτόκορμοι, οι καλόγεροι, απασχολούν την ανάγκη του στόματος με άλλα μέσα. Γυμνάζονται, κάνουν νηστείες, δίνονται με πάθος σ’ έναν προγραμματικό αντιερωτισμό.

Οι άνθρωποι που τρέχουν ολημερίς κι ολονυχτίς στα γυμναστήρια είναι απεγνωσμένοι. Αντί για υγρά ερωτικά παράγουν συνεχώς ιδρώτα. Έχουν την τάση συνεχώς να αποβάλουν, χέζουν και κατουρούν απ’ το δέρμα.

Οι άνθρωποι που προσέχουν τη σιλουέτα τους είναι οι πιο τραγικοί και οι πιο δυστυχισμένοι. Κάνουν ποδήλατο στην κρεβατοκάμαρα και περπατούν στον κυλιόμενο διάδρομο. Τρώνε λάιτ καρκινογόνες ουσίες και μπιφτέκια χωρίς κρέας και γιαούρτι χωρίς γάλα.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι ερωτικοί. Να ευχαριστήσουν το στόμα τους και να ευχαριστήσουν και το στόμα του άλλου.

Όταν γαμάνε συνήθως για να κάνουν παιδιά ή επειδή πρέπει να το κάνουν κι αυτό δυο φορές τη βδομάδα δεν χρησιμοποιούν τη γλώσσα παρά ελάχιστα. Το στόμα είναι αμέτοχο. Ο ναρκισσισμός τους οδηγεί στον καθρέφτη.

Η εικόνα έχει αξία. Ούτε στόμα ούτε μυαλό ούτε στομάχι. Ούτε μουνί ούτε πούτσος. Εικόνα. Και πάλι εικόνα. Το στόμα πέφτει σε αχρηστία, τα χείλη μικραίνουν και μαραζώνουν και γίνονται αντι-ερωτικά. Η γλώσσα δεν καταλαβαίνει και πολλά. Μονάχα ο βραχίονας μεγαλώνει, γίνεται σελφοκόνταρο της ανάγκης να αρέσουν.

Εργαλείο ματαιοδοξίας ενός κορμιού που δεν νιώθει και δεν αισθάνεται κάτω από ένα φωτάκι που αστράφτει. Κάτω απ’ το φλας της δημοσιότητας μιας κοινωνικής διαστροφής που ελέγετο κοινωνική δικτύωση. Κάτω από ένα έστω ζοφερό κάλεσμα για γαμήσι αλλά χωρίς το γαμήσι.

Περιορίζω το στόμα μου για να αρέσω. Δεν τρώω πολύ και δεν μιλάω πολύ. Γιαουρτάκι και ατάκα.

Αντι-κριτική

toporeye640

Μου οφείλεις μια εξήγηση, λέει
ο αναγνώστης-θεατής. Του λέω
πρέπει να σταθείς και να σκεφτείς
πόσο πολύ με πλήγωσες. Μου λέει,
νομίζεις πως μπορείς να πηγαίνεις
από δω κι από κει και να χρησιμο-
ποιείς τον κόσμο, γιατί στην πρα-
γματικότητα δεν πιστεύεις σε τίποτε
παρά μονάχα στον κυνισμό. Του
λέω πως, είμαι έτοιμος να σου δώσω
τα πάντα, αλλά εσύ με χρησιμοποιείς
για να γεμίσεις τον κενό χρόνο, να
υποκαταστήσεις το σεξ, την παρέα,
το περπάτημα δίπλα στη λίμνη και
πάνω στο βουνό, τις κακές σκέψεις
και τον δύσκολο εαυτό. Μου λέει,
δεν νομίζω ότι αγαπάς πραγματικά
κανέναν, ούτε τον ίδιο σου τον εαυτό
και μην ανησυχείς θα φροντίσω να
μάθει ο κόσμος τι κουμάσι είσαι. Του
λέω, έχω φροντίσει εγώ πριν από
σένα να μάθει ο κόσμος τι κουμάσι
είμαι και να μάθει πως αγάπη σημαίνει
να μην αγαπάς κανένα ούτε τον ίδιο σου τον εαυτό.

Μάδερ Φάκερ

lopo

Αν η μοντέρνα τέχνη διερευνά με όρους ιστορίας την πραγματικότητα, η αντι-τέχνη το κάνει με όρους «ζωής».

Η αντι-τέχνη αρχίζει απ’ την απόλαυση και καταλήγει ίσως στο σκεπτικισμό και την απόγνωση. Το σίγουρο είναι όμως πως έχει εξοστρακίσει την πλήξη και τον διδακτισμό.

Οι εικόνες της αντι-τέχνης δεν είναι ψυχαναγκαστικές σειρήνες που με αφροδίσιο μένος ή γραφειοκρατικό σπασμό σε οδηγούν στο νόημα.

Η αντι-τέχνη που είναι η τέχνη της καθημερινής ζωής με όρους συνταγματικής εκτροπής απ’ την πραγματικότητα και τα συμπαρομαρτούντα της, διακηρύσσει χωρίς μανιφέστα αλλά με πράξη και πράξεις, πως πρέπει να απολαύσουμε τις εικόνες ως εικόνες, όπως απολαμβάνουμε τα παιχνίδια ως παιχνίδια και τον έρωτα ως έρωτα.

Οι εικόνες-κλειδιά υπήρξαν πάντα οι εικόνες ανθρώπων και τόπων. Στην πραγματικότητα οι καλλιτέχνες όλων των εποχών ανακυκλώνουν πρόσωπα και τοπία μέσα στο πλαίσιο των πολιτικοκοινωνικών συσχετισμών της εποχής τους.

Ο Πικάσο που με τα εργαλεία του κυβισμού παραμόρφωσε τα πρόσωπα μίλησε για την εποχή του υποδηλώνοντας τη διχασμένη προσωπικότητα, συγχωνεύοντας την πλάγια και την μπροστινή όψη ενός προσώπου.

Ένας ρεαλιστικός πίνακας εκείνη την εποχή δεν θα μπορούσε να περιγράψει καλύτερα το διχασμό της αστικής τάξης ανάμεσα στην εικόνα της και την εξουσία της εικόνας.

Η μεταβιομηχανική εποχή αντανακλούσε την κατάλυση της μορφής μέσα σ’ ένα αφιλόξενο αστικό περιβάλλον που τον πρώτο ρόλο είχε η ταχύτητα.

Είναι η εποχή που οι μεγάλες ταχύτητες άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο τρώμε ή τον τρόπο με τον οποίο φλερτάρουμε ή επαναστατούμε.

Οι μεγάλες ταχύτητες που ήρθαν ως επιτεύγματα του ανθρώπου άλλαξαν τους ρυθμούς της ζωής, ανατρέψαν δηλαδή μια προϋπάρχουσα φυσική τάξη πραγμάτων. Μα, κυρίως άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο πολεμούσε ο άνθρωπος. Κι έτσι διευρύνθηκαν οι θεσμοί της κυριαρχίας αφού ο ένας πλέον μπορεί να πολεμήσει πολλούς και οι λίγοι χωρίς κόπο να αφανίσουν ακόμη περισσότερους.

Δυο χώρες με προτεσταντική κουλτούρα, η Αγγλία ως εκπρόσωπος της αποικιοκρατίας και οι Ηνωμένες πολιτείες ως εκπρόσωπος της νέο-αποικιοκρατίας οδήγησαν με ακαδημαϊκή μαεστρία την εικόνα στο διαφημιστικό φυλλάδιο.

Αποθέωσαν την τέχνη της διαφήμισης αφού συνέθεσαν μέσα σ’ αυτή πολιτική προπαγάνδα και λίμπιντο, δημιουργώντας πρότυπα ζυμωμένα στο σινεμά και την τηλεόραση. Σβήνοντας ακόπως μνήμες, ακόμα και του άμεσου παρελθόντος απ’ το μυαλό του τηλεθεατή, συγκέντρωσαν την προσοχή τους στον κερδώο θετικισμό του παρόντος.

Χαμένοι άνθρωποι των μεγαλουπόλεων οδηγημένοι στο λαβύρινθο πολυκαταστημάτων που είναι χτισμένα με απροσπέλαστα ράφια προϊόντων περιμένουν το Μινώταυρο να δοκιμάσει την τρυφερή τους σάρκα.

Κι είναι το θέαμα, δηλαδή η σύγχρονη λαϊκή τέχνη, το μπαστουνάκι που οδηγεί τους μικρομεσαίους και τους προλετάριους-τους ταξικά τυφλούς δηλαδή-στο ναό της κατανάλωσης.

Εκεί όπου με τον οβολό της μισθωτής σκλαβιάς ή το απειροελάχιστο επίδομα ανέχειας θα γίνουν Κύριοι, δηλαδή θα αγοράσουν.

Περί Αριστείας

afst

Πληθαίνουν τα άρθρα των αρίστων για την αριστεία. Κυρίως ντελικάτοι καθηγητές πανεπιστημίου με τη σχεδιαστική γραμμή του σοφού που αψηφά την κοινωνική βαρύτητα και μαζί με σύννεφα, φεγγάρια και παραλίες αραδιάζει επιχειρήματα για να καταλήξει στην ανάγκη μιας πνευματικής ελίτ αρίστων που θα προωθήσει αλλαγές και μεταρρυθμίσεις.

Αν και οπωσδήποτε οι νεοφιλελεύθεροι έχουν εγκαταλείψει τη στιβαρότητα για χάρη της ελκυστικότητας, προωθούν με όρους σφαγείου τα εκπαιδευτικά γκουλάγκ.

Τα παραδείγματα είναι πάντα παραδείγματα χωρών στις οποίες οι άνθρωποι δεν ζουν αλλά δουλεύουν.

Ως άκακοι ονειροπόλοι οι αρθρογράφοι-της εφημερίδας που προσδιορίζεται ως αστική αλλά απευθύνεται σε χωριάτες που μένουν σε πλούσια προάστια-κάνουν βουτιά στη νοσηρή ψυχοσύνθεση του νεοέλληνα.

Ξέρουν πως τα παιχνίδια του νεοέλληνα είναι τα παιδάκια του και πως η παιδοκεντρική του πλήξη ζητά σανό και αφρώδες πνεύμα.

Ξέρουν πως θα του γαργαλίσουν το ναρκισσιστικό του λοβό με έξαλλες ποσότητες αριστείας.

Όλες οι εφαπτόμενες τροχιές της ματαιοδοξίας του ξέρουν πως οδηγούν στα φράγκα και στην καλή ξαπλώστρα στην Ψαρού.

Μα κανένας σπουδαίος υπερφίαλος μαλάκας και κανένας ηθικολόγος της αριστείας δεν υπήρξε παιδί. Και κανένας απ’ αυτούς τους στρατηγούς του νεομεσαίωνα δεν μπορεί να νιώσει τη νοσταλγία και τη θλίψη που προκαλεί η εντελώς καθορισμένη ζωή των παιδικών χρόνων.

Παιδιά κλειδωμένα σε χώρους που συνεχώς μικραίνουν.

Σχολεία που μπαίνεις μέσα τους και σε καταπίνουν.

Το ψωμί όπως και η ζωή αρχίζει εκεί να χάνει τη γεύση του. Ακόμα και το παιχνίδι είναι προγραμματισμένο και στημένο με ωράριο και απολύμανση σε κλειστούς πάντα χώρους.

Είναι οι επίλεκτοι δάσκαλοι, που σε μαθαίνουν εκεί στο σχολείο της αριστείας πως το να κερδίζεις το ψωμί είναι σημαντικότερο απ’ το να το τρως. Και πως κάθε τι είναι υπολογισμένο κι έχει την τιμή του.

Δαίμονες

laf

Ένα παιδί που αρχινά το παραμύθι του κι ένα θηλυκό που γελά.

Τα παιδιά δεν λένε συχνά δικά τους παραμύθια, μα όταν το κάνουν τα παραμύθια τους είναι μοναδικά. Όπως και τα θηλυκά που γελάνε σπανίως. Μα όταν γελάσουν το γέλιο τους είναι ηφαιστειώδες και συνταρακτικό.

Τίποτε δεν μπορεί ν’ αντισταθεί στο γέλιο του θηλυκού. Το γέλιο του θηλυκού είναι κολπική θύελλα κι όταν στη γυναίκα ξυπνά η διάθεση να γελάσει, μπορεί να ξεπεράσει το γέλιο της αγριόγατας, της ύαινας και του τσακαλιού.

Τις ακούς πότε-πότε να γελούν τις στιγμές που οι μέλισσες λιντσάρουν τους κηφήνες και τότε νιώθεις πως βγήκαν να θερίσουν τους όρχεις σου στους αγρούς.

Νιώθεις μισός ψάρι και μισός άνθρωπος. Νιώθεις πως το θέμα του βιβλίου που δεν θα τελειώσεις ποτέ είναι ο πόλεμος.

Νιώθεις τους δαίμονες να ξεμπουκάρουν σαν ζουλάπια απ’ τα δόντια της και να ξεσπάμε μαζί σε ακατάσχετα γέλια υμνώντας τα κατορθώματα της αμοιβαίας μας ήττας.

Υποσημείωση ανατομίας

anatom

Το αυτί είναι το πιο σπουδαίο όργανο. Αυτί, αυτάρα, αυτάκι είναι το όργανο που ακούει πάνω απ’ όλα το αφεντικό.

Περί μέθης

pota

Όχι δα πως έχω πολύ χρόνο, γράφει, στην τελευταία του ανισόρροπη επιστολή ο Φρειδερίκος Νίτσε στη δεσποινίδα Βάγκνερ.

Ο χρόνος υπήρξε ο μεγάλος μπελάς των φιλοσόφων.

Ο δαίμων που προσκομίζει τα πάθη στη συντέλεια και το φίδι που αγκαλιάζει εν τέλει όλες τις αγύρτισσες ιδέες που δεν έσωσαν την κούτρα που τις ξεγέννησε.

Ζηλειολυσσάρικες και τσαπερδόνες, χωριάτισσες και μακαρονικές.

Οι παλαβοί που γεννούν τις ιδέες διακηρύσσουν την εθελοντική αγραμματοσύνη τους απέναντι στην ορθότητα. Την ποιητική ορθότητα και την πολιτική ορθότητα. Την ερωτική και την σεξουαλική.

Μα κυρίως υπογραμμίζουν με λέξεις και γλώσσα πως όσες ρουφηξιάς απ’ το απαγορευμένο κρασί κι αν πιούμε θα κουβαλάμε αυτή την μαινόμενη δίψα για μέθη, μέχρι την αιωνιότητα.

Ωδές της φασολάδος

vdes

Λάβετε τώρα πολλά φιλιά
κορμάκια κλεισμένα στα κορμιά σας
ενενήντα τοις εκατό υγρά και σύνεση
ύλη σκόρπια στου κρυπτού φωτός τα στρατηγία

λάβετε φάγετε και δαγκώστε λαιμούς
για τα μελλοντικά αρχεία λαγνείας και έρωτος

σας γράφω το παλίμψηστον ετούτο με τα νύχια
σας γράφω απ’ το υπερώο κουζινάκι της Ελλάδος
σας γράφω εκ του προχείρου
ένδοξες ωδές της φασολάδος
αφού ο έρωτας περνά απ’ το στομάχι
και φτάνει ως τ’ ακρότατα του σώματος
και ξεψυχά ως ένδοξη πορδούλα
ως χύσιμο στον αφαλό
ως χάιδεμα σκανδάλης περιστρόφου

ω! πιστοί, από στομάχια και καυλιά
που μούσκεμα σας βρίσκει της αυγής η καταβόθρα
βρίσκομαι εδώ, βρίσκομαι πάντα εδώ
για να σας μαγειρεύω
ταΐζοντας τη γύμνια σας με γύμνια

ω! υπέρ της αφθονίας πάντα εργάζομαι
πάνω απ’ τους άτιμους ατμούς με την κουτάλα μου

ω! μπούτια τρυφερά
που αχνίζετε όσα ο θάνατος θα μας πάρει πίσω

Looping the loop

loop

Πατήστε το κουμπάκι σας μαντάμ
της κλειτορίδος χειριστείτε τη σκανδάλη
πατήστε τα αρσενικά στον κάλο
αεριστείτε εις την διαπασών
μεσουρανεί ο λόγος σας στου Άδη τ’ ακρογιάλια
η λεία των ματάκηδων
οι αιμοβόρες νοσοκόμες με το σεξ
οι θεωρίες που άπλωσαν στο ημίγυμνο κορμάκι σας
του Μαγγελάνου οι ναύτες
πέριξ της ηδονής και πέριξ του αιδοίου
εν τόπω χλοερό και τόπω αναψύξεως
looping the loop εμείς οι Αιτωλοί
εμείς οι Ακαρνάνες
εμείς οι αμαρτωλοί ξεγυμνωμένοι εις τας αιωνίας μονάς
ξεγυμνωμένοι άντρες και γυναίκες αλητήριοι
ξεγυμνωμένοι νυν και αεί σαν κοριτσάκια
μπροστά στο ιεροεξεταστή της παρθενίας

Τέλος ενοχής

agkon

Το καλοκαίρι τέλειωσε και τώρα
οργώνουν την άμμο με τα τρακτέρ
οι πόθοι παραμένουν ατερμάτιστοι
και ασύστολοι οι ποθητές κοπέλες
γύρισαν στα σπίτια τους οι έμποροι
των εθνών προσφέρουν φακές και
φασόλια στα συσσίτια το αιγαίο
ανήκει στα ψάρια του στους σαργούς
στους ροφούς στις σκορπίνες στα
μπαρμπούνια νέοι οργανώνουν
εκ νέου την επανάσταση παράνομοι
εραστές χαρίζουν φυσίγγια σε
απελπισμένες νοικοκυρές η τηλεόραση
δείχνει σεισμούς καταποντισμούς
αλωπεκία αποτρίχωση στο μπικίνι
στρουκτουραλιστές τροχαία αιμομιξίες
οι χειμωνιάτικοι τύποι εύχονται καλό
χειμώνα ώριμες κυρίες στραφταλίζουν
έναν ερυθρό ερεθισμό στη νωπογραφία
του ντεκολτέ γνώμες και φιλάκια
πηγαινοέρχονται στον αέρα τα κορίτσια
ξενυχτάνε μ’ ένα κινητό μόνα ή δυό-δυό
τα κορίτσια ξενυχτάνε μ’ ένα μυστικό
που κανείς δεν θα το μάθει μα το χριστό
γιατί τα κορίτσια διαλέγουν ένα δέντρο
και σκαλίζουνε μια τρύπα στον κορμό
ψιθυρίζουν εκεί μέσα το γαμάτο μυστικό
και την τρύπα κλείνουν με λάσπη
χορταράκια και νερό

Δια χειρός αιδοίου ή Ο κόσμος δεν θα τελειώσει ποτέ

Jessica-Ballantyne-Reach-Collage

Γράφουμε για τους άλλους. Κι όταν δε γράφουμε έχουμε σβηστές τις μηχανές, στεκόμαστε χωρίς ανάσα στη μέση μιας μαιανδρικής διαδρομής κι αφουγκραζόμαστε χτυποκάρδια.

Γινόμαστε ιεροί γιατί ποθούμε. Και ο πόθος μας είναι γνώση. Με τον πόθο γνωρίζουμε και ψηλαφούμε τον κόσμο.

Και βέβαια όλα αυτά, σχηματικά ή μη, παλαίουν να εκφράσουν αυτό που δε λέγεται. Κι αυτό το ανείπωτο δεν είναι παρά η ερωτική πράξη.

Οι σεξουαλικές σχέσεις είναι οι μόνες που ενώνουν όλους τους ανθρώπους. Η αφοριστική αθωότητα και η αφορισμένη λαγνεία. Ο λόγος που ραντίζεται με τη σκοτεινή ομορφιά των ορυκτών λέξεων που βαπτίστηκαν στην κολυμπήθρα της μήτρας.

Τα χοϊκά πλοκάμια των υπαινιγμών που μας τυλίγουν προκαλώντας ρίγη μιας νοσταλγικής βιαιότητας.

Τα τρομερά οράματα της δαιμονισμένης ηδονής και των ερωτικών παραλλαγών που βαπτίστηκαν διαστροφές, μόνο και μόνο για να τονιστεί η ελκυστικότητά τους.

Γράφουμε για τους άλλους. Όπως οι ηθικολόγοι όλων των εποχών που ανακάλυψαν το πιο ευχάριστο είδος ενασχόλησης, συντάσσοντας οργίλες καταγγελίες και μανιασμένους καταλόγους για όλων των ειδών τις ερωτοτροπίες, που, δεν αργούσαν βέβαια με τη σειρά τους να μετατραπούν σε ερεθιστικά μανιφέστα για τους επίγονους.

Οι ρύποι που εκτοξεύουμε επιστρέφουν πειθήνια σ’ εμάς. Οι κατάρες γίνονται κρυφή δοξολογία και το αιρετικό πάθος φτάνει να γίνει στην έξαρσή του η δεσπόζουσα γραμμή.

Τρίβουμε τα χέρια μας στη βασιλική μυρουδιά της σάρκας που είναι σάρκα μόνο όταν ποθεί και γίνεται γαμική σάρκα και γόνιμη και ιδρώτας και θηλαστικό χνώτο μέχρι διαμελίσεως.

Γιατί ο έρωτας χωρίζει. Ο έρωτας καταλήγει στο χωρισμό και στο διαμελισμό.

Αυτό που με τόση σφοδρότητα ενώθηκε μες στην ίδια ανάσα και στο ίδιο αγκομαχητό τώρα χωρίζεται και κόβεται απ’ τα τρυφερά σκυλόδοντα της θείας φθοράς και του ευγενούς θανάτου.

Η μια σάρκα που ήμασταν γίνεται γνώση γενετική σε κορμιά άλλων.

Το εωσφορικό ποίημα που γράφουμε με το σπέρμα μας και διαβάζεται αιωνίως στα κατηχητικά των εραστών.

Γράφουμε μετά μανίας και γαμούμε μετά μανίας. Είμαστε το είδος που θα κατακλύσει ατελεύτητα το σύμπαν.

Χαρτογραφούμε ανηλεώς κάθε ενοχλητικό ζωύφιο της ερωτικής πράξης. Της πιο αθώας πράξης.

Γελαδερόν

geladeron

Όταν γελάμε με μια μαϊμού, μια γάτα ή ένα σκύλο, γελάμε διότι αναγνωρίζουμε στις εκφράσεις τους κάτι ανθρώπινα κωμικό. Βλέπουμε τον εαυτό μας, έναν κόσμο αστείο αλλά υπέροχο.

Γελάμε με τα παθήματα των άλλων όπως και οι άλλοι γελάνε με τα δικά μας παθήματα.

Το γέλιο είναι υγεία όπως και η μαλακία. Το γέλιο ανήκει σ’ εκείνους που το προκαλούν, το ασκούν ή το υφίστανται. Το γέλιο δεν είναι χάπι ή υπόθετο να το πάρεις με πρόγραμμα όπως οι δυστυχισμένοι αμερικανοί μετά τη δουλειά.

Πολλές τραγωδίες προκαλούν γέλιο. Οι θεατές ξεσπούν με τρανταχτά γέλια όταν η υπερβολή ξεχειλίζει και γίνεται διδακτική βλακεία.

Τα θεάματα και δη τα κωμικά γίνονται για μια εύπορη τάξη που δεν τα καταφέρνει να γελάει με τον εαυτό της αλλά πηγαίνει στο θέατρο ή στο σινεμά για να γελάσει με τη διακωμώδησή της.

Αυτή τη δουλειά έκανε ο Αριστοφάνης. Διασκέδαζε την τάξη που δεν μπορούσε να γελάσει στο σπίτι της και να ευχαριστηθεί αλλά πλήρωνε τον οβολόν της για να γελάσει. Χρειαζόταν κάποιον που θα γινόταν κωμικός και θα μπορούσε να τσαλακωθεί.

Σκεφτείτε πόσο γέλιο προκαλεί σε μερικούς το κλάσιμο του κωμικού ηθοποιού στη σκηνή αλλά το κλάσιμο εντός της οικίας δεν φέρνει γέλιο αλλά γκρίνια και μπόχα.

Σκεφτείτε πόσο γέλιο προσφέρει το τραύλισμα του ηθοποιού στη σκηνή αλλά αν τραυλίζει το αγγελούδι μας είναι ντροπή.

Δυστυχώς το γέλιο περιχαρακώθηκε στο θέαμα. Μόλις κλείσουμε την τηλεόραση μετά την κωμωδία-συνήθως την αμερικάνικη για μην ξεχνάμε και τις ρίζες μας απ’ το μακρινό Αϊντάχο- πέφτουμε με τα μούτρα στα τσιγάρα τα ποτά και τα γουρουνόπουλα.

Γινόμαστε πάλι καταθλιπτικοί και σοβαροί. Μα οι άνθρωποι που μπορούν και γελούν χωρίς υποκατάστατα είναι υγιείς. Πραγματικά υγιείς κι ας έχουν ζάχαρο ή αρτηριακή πίεση.

Βεβαίως το γέλιο απαιτεί συντροφικότητα. Στο λεωφορείο ή στο βαγόνι του τραίνου, στο καφενείο ή στη δουλειά πολλές φορές οι συμπεριφορές μεταλλάσσονται, συμπαθητικά και εξομολογητικά λέγονται ιστορίες και ακούγονται γέλια. Μα για να μετάσχει κι ο ακριανός και ο διπλανός και ο άλλος θα πρέπει να μπει στο κλίμα, να τον δεχτούμε στην ομήγυρη.

Ο γελαστός άνθρωπος επωμίζεται τα αποσιωπημένα αίσχη των σοβαρών και των αγέλαστων.

Το γέλιο είναι η έσχατη εκδίκηση των μηδαμινών απέναντι στη θεολογική πρωτοκαθεδρία των προσωπείων.

Όποιος δεν μπορεί να γελάσει με τη μούρη ενός αρχιεπισκόπου, που, φορά στο κεφάλι του μια χρυσοποίκιλτη καμινάδα, τουτέστιν την αρχιερατική μήτρα που ο όγκος της ισούται με τον όγκο του μουνιού της όρκας ή με το ψεύτικο χαμόγελο ενός πολιτικάντη που μοιάζει με τον ξυρισμένο κώλο του Γκαστόνε, δημοφιλούς τραβελίου απ’ το Αμστελόδαμο, ε, είναι σοβαρός άνθρωπος. Ένδοξος απόγονος σφιχτοκούραδου χουντικού γυμνασιάρχη.

Η κότα μόνο χέζει και ποτέ δεν κατουρεί

hen_party_large

Είναι πολλές φορές αυτά τα όμορφα μηνύματα που παραμένουν αφηρημένα με το συγκρατημένο τους λυρισμό.

Μέσα στον εικαστικό παλιμπαιδισμό τού συναισθήματος ο ένας παίζει το ταξίδι κι ο άλλος το δρόμο. Κι εκεί νοιώθεις πως μόνο το ανεπίδοτο έχει πιθανότητες να επιδοθεί.

Πως το παιχνίδι, ερωτικό ή μη, -αλλά πάντα ερωτικό- είναι μια φαντασμαγορία. Ένα καρναβάλι όπου την εξουσία έχουμε όλοι εμείς.

Ύστερα από τόσες και τόσες σχολές εγκλεισμού που μας δίδαξαν οι ειδικοί της Κυριαρχίας προστρέχουμε στο παιχνίδι της γραφής για να πληρώσουμε ολόκληρο το φόρο της εξουθένωσης.

Όλο λαχτάρες και απερίγραπτες τραγωδίες εισβάλουν στο κέλυφος της ιδιωτίας μας.

Κανείς δεν είναι ασφαλισμένος στο νοικοκυριό του.

Το σπίτι μας τρέχει βολίδα. Μέσα στο σχετικιστικό σύμπαν και τις μεγάλες ταχύτητες η σάρκα είναι καταδικασμένη σε περίτεχνες ασυμφωνίες.

Όλα τα ευαγγέλια, οι κανόνες και οι οδηγοί ορθότητας πολλαπλασιάζουν τα λαβυρινθώδη ψεύδη της εξουσίας. Και μας απομένει μονάχα το πείσμα, όχι να πολεμήσουμε με φουσκωμένα ρουθούνια και σφιγμένα δόντια αλλά να ανιχνεύσουμε την ουσία δηλαδή να εκφράσουμε το μη λεχθέν.

Όχι να ζήσουμε ως νταβραντισμένοι γυμνασιάρχες, υψώνοντας το δάχτυλο στην αχαλίνωτη διάθεση για παιχνίδι, με όλο το παιδεραστικό μένος του καταπιεσμένου, που, διυλίζει τα πάθη του μεταξύ στέρησης και μελαγχολίας, μεταξύ κοινωνικής ένδειας και ναρκισσισμού. Μα, να ζήσουμε τη λαχτάρα μας σαν βλαμμένοι που ανακαλύπτουν τα λουλουδάκια που ξεφυτρώνουν απ’ το μηδέν. Απ’ τον καταπιόνα που θα μας καταπιεί.

Να βρούμε στη σχισμή της κόρης που μας γέννησε τον ορίζοντα.

Ν’ ανακαλύψουμε πάλι πως ανακαλύπτουμε τον κόσμο. Τον κόσμο τον δικό μας και των άλλων.

Να παίξουμε με τα κορμιά μας και το Είναι μας. Να μην αφήσουμε να μας ξεριζώσουν το κεντρί οι αγάμητοι στιχοπλόκοι, οι μουχλιασμένοι εθνικόφρονες και οι καταθλιπτικοί γραφειοκράτες.

Η γραφή είναι το παιχνίδι μας. Και φυλαχτείτε απ’ το παιχνίδι μας.

Κι αύριο μέρα είναι

topor

Οι οθόνες πλημμυρίζουν απ’ τη μυρουδιά μιας πείνας που δεν έχει καμιά σχέση με την αγάπη. Μυρίζουν την αχόρταγη κοιλιά.

Πέρα απ’ τα όρια της ανθρώπινης οδύνης ο πλούτος χαλκεύει τα ένστιχτα.

Οι αλήθειες μας γίνονται τριμμένα φτερά και λόγια για τα παζάρια. Νιώθουμε τη ζωή διχασμένη και παράταιρη, συντετριμμένη και ανικανοποίητη, άρα ρομαντική.

Ξεγλιστράμε πάντα αλλάζοντας πετσί και συνήθειες. Παίζουμε ρόλους. Κι όταν τελειώνουν οι ρόλοι νιώθουμε τους άλλους να ξερνούν πάνω μας ένα πυκνό χνώτο.

Όποιος έχει αγαπήσει με δύναμη και πάθος, δηλαδή τερατωδώς, πεθαίνοντας απ’ τη δυστυχία αυτού το έρωτα, όταν ξαναγεννιέται δεν ξέρει τίποτε, ούτε από αγάπη, ούτε από μίσος.

Είτε σαν διαστροφή λογιστεί αυτό, είτε σαν δολιοφθορά, το κορμί μας έχει ανάγκη την οργανωμένη αποδοκιμασία του άλλου για να ζήσει με εξεγερμένο μάτι και άπληστο αυτί.

Κι έπειτα κάθε φορά που κερδίζουμε λίγα ψίχουλα έρωτος και ανταπόκρισης ακουμπάμε το χέρι μας πάνω στην καρδιά, ελαφρά σκυφτοί, σαν κλέφτες που ψηλαφούν τις τσέπες τους με τα κλεμμένα ασημικά.

Τζόυς και Μπέκετ

Wisława

Γελούμε με τις ιρλανδικές αποκλίσεις.

Με τους βόρειους εκείνους που διαβάζονται ως ποιητές, αποσπασματικοί και ανολοκλήρωτοι, σκόρπιοι και γραφομανείς.

Όντα που αστράφτουν καταιγιστικά ανθρωπίλα και σκατά.

Βράγχια που στραφταλίζουν στη νωπογραφία της σεξουαλικής αυγής.

Μάτια διαυγή σαν ζελατίνες χαράς και θανάτου.

Αυτό που ξεχωρίζει τον Τζόυς από τον Μπέκετ είναι το γεγονός πως ο πρώτος θέλησε να συμπεριλάβει όλο τον κόσμο στο έργο του, ενώ ο δεύτερος προσπάθησε ν’ αδειάσει το έργο του από ολόκληρο τον κόσμο.

Οι κριτικοί τα βλέπουν αυτά και σιχτιρίζουν. Διότι όταν το έργο περιέχει την κριτική του τι να μας πει ο μαλάκας!

Οι άθλοι του Ηρακλέους

viol

στον Ηρακλή Ιωσηφίδη

 

Τα ρόπαλα του Ηρακλή είν’ τα βιολιά
οι κιθάρες οι γκρανκάσες.
Αμήν, ψιθυρίζει.
Τρίβει τα χέρια του με ταλκ
σαν αθλητής βαρέων βαρών
σηκώνοντας ποιήματα
τον ήλιο μπαγλαρώνοντας
τον ήχο της βουβής αχτίδος
τον ήχο τού έρωτος
τεντώνοντας στη διαπασών
το τόξο της χορδής της ειμαρμένης.

Όλο εκφωνώντας μπάσα
κρύο ιδρώτα καρδιοχτύπι
το χάρο τιμονιέρη της ζωής ντυμένο σερβιτόρα
ρεμάλι του Θερμαϊκού που κατουράει τη θάλασσα
παιδί για τα θελήματα
που όλο κοιτά κλεφτά αν έβρασε το κόλλυβο
ντελιβερά αθίγγανο και μπήχτη.

Πως θησαυρίζει ο διάολος κοιτά ο Ηρακλής
μετρά, πως, τσίφτικο περνά την κουνουπιέρα το αεράκι
χαϊδεύοντας μια γυμνούλα που αγαπά
παντού στα χείλη και στα πέλματα
στον αφαλό και στο μουνί
στις ρόγες και στα δάχτυλα.

Στα δάχτυλα που όλο ξαμώνουν στη σχισμή.

Άνθη ευλαβείας

anuoyla

Όλο αγκαλίτσες και φιλάκια. Μα
εγώ θέλω να κάνουμε σεξ καυτό
όπως στις ταινίες όπως στις χίλιες
και μια νύχτες όπως οι δράκοι στα
δρακόσπιτα της Εύβοιας όπως οι
σοπράνο στη σκάλα του Μιλάνο
όπως οι μπολσεβίκοι στην τσαρίνα
όπως η χελώνα στην πλάτη μιας
χελώνας όπως ο Γαργαντούας στα
κεφτεδάκια όπως γριά οχιά κουρνιάζει
στην άμμο και ξεχωρίζουν αμυδρά
οι λέξεις δάγκωσέ με και οι λέξεις
σκίσε με κι άλλο πουτσαρά. Όχι
άλλες αγκαλίτσες φιλάκια μουρμούρες
και πονόψυχα λογάκια. Αχ! συγχυσμένος
να εισβάλω θέλω στα σκέλια σου
να σπαταλήσω τα σπάταλα σάλια

Εις τα τερέν τού έρωτος

teren

Εσύ, κοπέλα μου, που έπιασες
το ρεκόρ στο μυστικό σου
μαραθώνιο, βράδυ Κυριακής
προς Κυριακή, άψυχη χωρίς
ψυχή, που παίρνεις τις ψυχές
και φεύγεις, τα κορδόνια σου
πρόσεχε, του ψυχοβγάλτη
οργασμού το θέλημα μην
πατήσεις, που σε θέλει όργανο
του σατανά, πρωταθλήτρια
σπασμών εις τα τερέν του έρωτος
που σε θέλει με τα φτεράκια σου
να φτερουγίζεις αλύπητα να
τανιέσαι χνούδι, η σάρκα φορτσάτη
τιμονιέρης ο θολός αρσενικός,
ο μαουνιέρης, ο τιμουνιέρης,
ο άτιμος που χασμουριέται μετά
και αποκοιμιέται δίπλα στα
πολλαπλά σου ρεκόρ, σβησμένος
άνεμος ξέπνοος, όλο εντερο-
σπασμούς και κάτι σαχλά όνειρα
με ελεγχόμενα κέφια ωσάν
μπάρμαν νηφάλιος ξημερώματα
που κατουρά λεμονίτα ηδύποτα
και κουβέντες του μπαρ

Βγάλτε γλώσσα

gloassa

Ένα σπουδαίο όπλο των ανθρώπων που δεν διαθέτουν όπλα είναι η ειρωνεία. Η δεινότητα να αντιμετωπίζεις αυτούς που διαθέτουν αληθινά φονικά όπλα με υπεροψία.

Η ειρωνεία είναι το όπλο τού κυνικού που είναι αποφασισμένος να χτυπήσει την υποκρισία και την κοινωνική γλίτσα.

Ο κυνικός είναι ο αποχαλινωμένος γυρολόγος, ένα τραγόμορφο είδος που ξέφυγε από κάποια βακχική πομπή.

Διαθέτει μια ικανότητα παρουσίας και απουσίας. Είναι εδώ και αυτόχρημα αλλού.

Είναι, κάποιος, κυνικός από δύναμη ή αδυναμία, από πολύ μυαλό αλλά και από λίγο μυαλό, από κακεντρέχεια αλλά και από καλοσύνη.

Ο κυνικός ξεπέφτει σ’ έναν ατελεύτητο τεμαχισμό διαθέσεων. Αφήνει την καρδιά έξω από τις υποθέσεις τού σώματος προτιμώντας την ψευδο-αριστοκρατική αδράνεια.

Αντί να παθιαστεί φιλολογήζει, καταφεύγοντας σε περίτεχνες περιφράσεις και ρητορικά σχήματα της ατάκας.

Ο κυνικός έχει μεγάλο εχθρό του το χρόνο. Τη βαρεμάρα. Βαριέται και πλήττει αφόρητα. Το διάστημα ανάμεσα στη σπορά και τον καρπό τον απελπίζει.

Ο κυνικός είναι ένας μελαγχολικός ηδονιστής που οι καταστάσεις τον οδήγησαν στο φρόνημα τού είρωνα. Αποφασίζει να είναι είρων, δηλαδή μια μηχανή που καταστρέφει αισθήσεις. Που σκίζει βίαια το περιτύλιγμα της τακτοποιημένης ζωής των άλλων.

Ο κυνικός διαθέτει μια σοφία υψηλού διαμετρήματος. Ξέρει πως η άμεση πραγματικότητα είναι ένας μάταιος πλούτος, ότι όσο τρώει τόσο περισσότερο πεινάει.

Ο κυνικός φυτρώνει ως ζιζάνιο σε κοινωνίες που διαθέτουν πλούτο και αλαζονεία. Ο Διογένης φύτρωσε στην υπερφίαλη αθηναϊκή δημοκρατία των κτήσεων και των κατακτήσεων. Ήταν αγκαθάκι στο μάτι του αποικιοκράτη. Δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει ένας τέτοιος τύπος σε μια φυλή της Αφρικής ή σε μια ινδιάνικη κοινότητα στις Άνδεις.

Ο κυνικός υπάρχει εκεί που δεν υπάρχει χιούμορ. Κι είναι σκληρός σαν πέτρα. Αδυσώπητος.

Ανάμεσα στο ασύλληπτα μικρό και στο ασύλληπτα μεγάλο ο κυνικός προτιμά να είναι διαφθορέας. Είτε στην αγορά και στα καφενεία ως τρελός τού χωριού, είτε ως γραφιάς, ως τρελός δηλαδή τού χωριού της λογοτεχνίας που απεχθάνεται τις συμβάσεις και την καλολογία μαζί με όλο τον οχετό του ρομαντισμού.

Ο κυνικός διακηρύσσει: Ματαιότης ματαιοτήτων! Κι η ματαιότης μαζί.

Ποιος ευθύνεται για τον γερμανικό πεσιμισμό; Οι σόμπες εμαγιέ, αποκρίνεται ο Νίτσε.

Ποια είναι η ουσία του έρωτα; Η αναπαραγωγή αποφαίνεται ο Σοπενάουερ.

Και φυσικά προεκτείνοντας την τεθλασμένη σκέψη του κυνικού απαντάμε στα πάντα.

Τι είναι η εργασιομανία; Εφαρμοσμένος μισογυνισμός. Τι είναι η βιβλιοφιλία; Ηλιθιότητα και φετιχισμός τρυπωμένα μέσα στη διάνοια άλλων. Τι είναι η λογοτεχνία; Ο μάταιος κόπος των τεμπέληδων να αποδείξουν πως δεν είναι ματαιόδοξοι.

Vive la France. Χέστηκα, μα είμαι πρωταθλητής

gal

Γυρίζοντας προς τα πίσω, αρκετούς αιώνες πριν, θα βρούμε έναν άνθρωπο που μπορούσε να θρέψει μόνο τον εαυτό του.

Σιγά-σιγά όμως με την εξέλιξη των μέσων παραγωγής, δηλαδή του πολιτισμού και της οργάνωσης, ένας άνθρωπος μπορούσε να θρέψει δέκα, εκατό, χίλιους, δέκα χιλιάδες συνανθρώπους του.

Σήμερα μπορούμε να πούμε πως ένας άνθρωπος μπορεί να θρέψει ένα εκατομμύριο συνανθρώπους του!

Και φυσικά αιώνες πριν αυτός που μπορούσε να θρέψει έναν άνθρωπο μπορούσε να σκοτώσει έναν άνθρωπο, μα σήμερα αυτός που μπορεί να θρέψει ένα εκατομμύριο ανθρώπους μπορεί να σκοτώσει πολλαπλάσιους.

Αυτά τα περίεργα μαθηματικά της εξέλιξης και της ελεγχόμενης βαρβαρότητας δημιούργησαν την έννοια της ελεύθερης ώρας, ήτοι δεν είναι ανάγκη όλοι οι άνθρωποι να δουλεύουν.

Συνεπώς κάποιοι σταμάτησαν τη χειρονακτική δουλειά και τη δουλειά γενικώς.

Τι κάναν και τι κάνουν όμως οι άνθρωποι που δεν δουλεύουν; Γιατί οι άλλοι τους ταΐζουν και τους φροντίζουν;

Μα φυσικά για να τους διασκεδάζουν. Για να σπάνε πλάκα μαζί τους. Για τις ώρες της πλήξης και της ανίας. Διότι ο άρτος δεν χωνεύεται άνευ θεάματος.

Οι μονομάχοι που διασκέδαζαν τους κατοίκους της Ρώμης ήταν το θέαμα μετά τη δουλειά.

Οι ολυμπιονίκες και οι πρωταθλητές που σπάνε τα ρεκόρ μέσα στην αρένα. Ο σκοπός είναι ένας και μοναδικός. Με μώλωπες, με λυγισμένους αστραγάλους, με στραμπουλιγμένα χέρια, να γρονθοκοπήσουν τον αντίπαλο για να ζητωκραυγάσει το πλήθος.

Να τερματίσουν με κάθε τίμημα. Να τα δώσουν όλα. Να χεστούν απάνω τους ή να λιποθυμήσουν. Να πάθουν ανακοπή ή να σπάσουν τα κεφάλια τους. Να δείξουν πως είναι πρωταθλητές, δηλαδή δυνατοί. Πάνω απ’ το μέσο όρο που τους παρακολουθεί και τους παίρνει μάτι. Που τους σέβεται και τους στεφανώνει και τους προσκυνά μόνο ως πρωταθλητές, αλλά ως ανθρώπους τους γράφει στ’ αρχίδια του.

Παρακολουθεί τις αδυναμίες τους μόνο, δηλαδή την ανθρώπινη φύση. Τη φύση του όταν την τεντώνει και τη φτάνει στα άκρα.

Η περίσσεια πλούτου και ανθρώπων δημιουργεί την δυνατότητα διασκέδασης της κοινωνίας με ανθρώπους.

Μα η περίσσεια πλούτου των πλουσίων δεν πάει στους φτωχούς. Επενδύεται ξανά και ξανά για να παράγει θέαμα και μονομάχους. Κατανάλωση. Από αναβολικά μέχρι αθλητικά παπούτσια. Από καπότες μέχρι σταυρουδάκι και φυλαχτά.

Κάθε χωριό έχει τον παλαβό του. Κι αν δεν τον έχει τον φτιάχνει για να περνά την ώρα του.

Ο πρωταθλητής και ο ολυμπιονίκης είναι ένας εκ των παλαβών για να περνά την ώρα της η κοινωνία.

Μόνο ένας παλαβός θα μπορούσε να τρέχει χεσμένος ανάμεσα στο πλήθος. Μα ο παλαβός τρέχει χεσμένος γιατί στο νήμα υπάρχει το τυράκι του χορηγού και το κλαδί ελιάς, τα πλούτη και η δόξα, που, για να τα κατακτήσεις πρέπει να θυσιάσεις τις ανθρώπινες δυνατότητες, δηλαδή την αξιοπρέπειά σου.

Πρέπει να δώσεις ακόμη κι αυτό το απειροελάχιστο λίγο παρά πάνω για να μπεις στο πάνθεο των μαγαρισμένων ηρώων απ’ την ανθρώπινη ματαιοδοξία.

Η αρχιδοθήκη τού Γκαμπριέλε

gkampri

Ο Πλάτωνας ήταν ο πρώτος που ανέλαβε το τραγελαφικό εγχείρημα να κυβερνήσει ως φιλόσοφος μιαν ελληνική πόλη.

Δημιουργώντας σχέσεις έντασης ως προς την ολότητα, διακηρύσσοντας πως η αυθεντία είναι έκφραση της συλλογικής συνείδησης. Δηλαδή συνείδηση κατά οργανωμένο και συγκεκριμένο τρόπο, με την αυθεντία να την εκπροσωπεί δημιουργώντας εμπειρίες ευτυχίας και απόλαυσης.

Μα στην πραγματικότητα συνθήκες άγριας εκμετάλλευσης για τους πολλούς δηλαδή καταστάσεις απελπισίας και αθλιότητας.

Ο Γκαμπριέλε ντ’ Ανούντσιο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κατευθείαν απόγονος του αρχαίου φιλοσόφου προσπάθησε κι αυτός να στήσει την ιδιότυπη πολιτεία του αναλαμβάνοντας την εκκεντρική δεκαεπτάμηνη διακυβέρνηση του Φιούμε, που κατέλαβε ο ίδιος ως επικεφαλής ενός εκστρατευτικού σώματος εθελοντών οργισμένων από τη συνδιάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού του 1919.

Μα απ’ αυτή την πράξη δεν απέμεινε παρά το γελοιογραφικό salute romano.

Βεβαίως ο στρατηλάτης-ποιητής μετά την εκδίωξή του δεν ασχολήθηκε ξανά με την πολιτική, όμως οι λέξεις του, πομπώδεις, γεμάτες μανδαρινικό κλέος έμελε να ταλαιπωρούν για πολλά χρόνια την Ιταλία, καθώς αποτέλεσαν τα πιο θεατρινίστικα εξαρτήματα της φασιστικής αρματωσιάς.

Μέγας πρόδρομος όχι μόνο του ιταλικού φασισμού, αλλά και της μοντέρνας κουλτούρας της διασημότητας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, καθώς είχε κατανοήσει σε βάθος το ρόλο, τη σημασία και τη δύναμη της φήμης, ως έφηβος ακόμη είχε γράψει και εκδώσει έναν τόμο με ποιήματά του, ενημερώνοντας εν συνεχεία τον εκδότη μιας μεγάλης εφημερίδας ότι ο νεαρός ποιητής, δημιουργός του τόμου, είχε πεθάνει αμέσως μετά την έκδοση, εξασφαλίζοντας έτσι δημοσιότητα σε εθνικό επίπεδο και επιτυχία.

Στην εποχή του οργίαζαν οι φήμες πως είχε αφαιρέσει τα πλευρά του για να μπορεί να κάνει πίπες στον εαυτό του, πως είχε γευτεί ανθρώπινη παιδική σάρκα, καθώς και πως προς το τέλος της ζωής του, επιβαρυμένος από μία διαρκώς επιδεινούμενη υγεία, επιδιδόταν σε ακατάσχετη λήψη ναρκωτικών.

Η ζωή του έλαβε τέλος στην έπαυλή του στη λίμνη Γκάρντα, την οποία είχε μετατρέψει σε ναό λατρείας του εαυτού του.

Ο βίος και η πολιτεία του δείχνουν με αδιάψευστα αιματηρά ίχνη, ότι τα φιλολογικά και φιλοσοφικά δάνεια της πολιτικής εκτρέπουν την άσκησή της σε μεγαλύτερες βαρβαρότητες από εκείνες που μας έχει ήδη συνηθίσει.

Κι όταν ποζάρει ο ναρκισσισμός της αυθεντίας και ο ποιητής θέλει να γίνει στρατηγός στη θέση του στρατηγού, η φύση ξεσπά σε τρανταχτά γέλια.

The Phantom Of Liberty

Phantom_of_Liberty_0003

Στο Φάντασμα της Ελευθερίας, ένα απ’ τα τελευταία φίλμ τού Μπουνιουέλ οι κοινωνικές λειτουργίες της τουαλέτας και της τραπεζαρίας έχουν υποκατασταθεί αμοιβαία.

Η μεγάλη δημοκρατία είναι ένας χοντρός κώλος με στέμμα.

Francisco-de-Goya-3-Μαίου-1808

Η ταινία ξεκινά με την «ανατροπή» της, με μια ζωντανή αναπαράσταση του αντιπολεμικού πίνακα του Γκόγια «Η 3η Μαΐου 1808», όπου οι Ισπανοί πατριώτες, πριν εκτελεστούν από τους στρατιώτες του Ναπολέοντα, κραύγαζαν: «Κάτω η ελευθερία». Και καταλήγει στη σημερινή εποχή, σε μια παραλλαγή του πίνακα του Γκόγια, με τους διαδηλωτές να ανταποκρίνονται με το ίδιο σλόγκαν στα πυρά της γαλλικής αστυνομίας -μαζί και στις μικροαστικές, κατασταλτικές στην πραγματικότητα απόψεις της περί ελευθερίας.

Ένας άντρας, που αρχικά πιστεύεις ότι πουλάει πορνογραφικά καρτ-ποστάλ σε κοριτσάκια, αποδεικνύεται πως στην πραγματικότητα δεν πουλά παρά αθώες φωτογραφίες τοπίων.

Στρατιώτες επιδίδονται στο κυνήγι μιας αλεπούς (αναφορά στον «Κανόνα του παιχνιδιού» του Ρενουάρ).

Μια νοσοκόμα παίζει χαρτιά με καλόγερους (η εκκλησία είναι πάντα στο στόχαστρο του σκηνοθέτη), που χρησιμοποιούν εκκλησιαστικά αντικείμενα για χαρτοπαιχτικές μάρκες.

phantom1

Οι καλεσμένοι σ’ ένα δείπνο κάθονται σε λεκάνες τουαλέτας.

Ένα πρόσωπο, που ετοιμάζεται να μαστιγωθεί από μια ντυμένη με δερμάτινα ρούχα γυναίκα, παρακαλεί εκείνους που τρέχουν έντρομοι (μαζί και μερικοί καλόγεροι) να βγουν από το δωμάτιο, «δεν μπορούν τουλάχιστο να παραμείνουν οι καλόγεροι;».

Ενώ πελάτες ενός επαρχιακού ξενοδοχείου αποδεικνύονται αιμομίκτες και σαδιστές, κι ένας ελεύθερος σκοπευτής, που σκοτώνει περαστικούς, αθωώνεται από το δικαστήριο και αρχίζει να υπογράφει αυτόγραφα.

Όλο αυτό το σουρεαλιστικό πανδαιμόνιο είναι η χημική ανάλυση που κάνει ο σκηνοθέτης στην κοινωνία.

Με εκπληκτική ηρεμία και απόλυτη λογική, από τις οποίες δεν λείπει το σαρδόνιο, σουρεαλιστικό του χιούμορ, για να μας αποκαλύψει τι κρύβεται κάτω από την επιφάνεια, εκεί που χώνει, χωρίς όμως να μπορεί να φτάσει, το στρουθοκαμηλικό κεφάλι της η αστική κοινωνία μας.

Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης

amines

Ο μόνος στον οποίο επιτρέπουμε να κουμαντάρει την ασημαντότητά μας είναι ο έρωτας. Όχι το πρόσωπο αλλά το συμβάν.

Όχι το ευλογημένο αιδοίο της κοπέλας, το πανάρχαιο και σαγηνευτικό, αλλά αυτό που αφήνει πάνω στο σώμα, μέσα στο σώμα και γύρω από αυτό.

Η λεσβία φύση μου οδηγείται μοιραία στις γυναίκες όπως η ανδρική φύση της γυναίκας οδηγείται μοιραία στον άντρα.

Κι εδώ αρχίζει ο έρωτας, στα μπερδέματα των ρόλων. Τη στιγμή που ο ένας προσφέρει στον άλλο αυτό που δεν έχει. Το κενό του. Την έλλειψή του. Το μισό φύλλο του που είναι ο Άλλος. Διότι είμαστε μισά φύλλα και γινόμαστε ένα φύλλο δια του έρωτος και της πορνικής του συνεκδοχής.

Όλη η συμπαντική ιστορία πάλλεται μεταξύ ένωσης και χωρισμού. Μα η δική μας ένωση, η ανθρώπινη ένωση είναι η στιγμή που βρίσκεις την πατρίδα σου πάνω σ’ ένα κρεβάτι ή σ’ έναν καταπράσινο αγρό.

Διότι πατρίδα μας είναι ο σεξουαλικός Άλλος. Πατρίδα μου είναι η κλειτορίδα της  και πατρίδα της ο φαλλός μου.

Ονειροκρίτες κοριτσιών

loner

Το ναρκοθετημένο πεδίο της αποδοχής είναι η έσχατη παγίδα για την ερωτική λογοτεχνία.

Την επαναστατική ερωτική λογοτεχνία. Αυτή τη λογοτεχνία της οποίας οι τίτλοι ευγενείας έχουν ζυμωθεί στο κρύο και στο σκοτάδι.

Στο φούρνο μικροκυμάτων της μήτρας που γεννά την προμηθεϊκή ουσία του ερωτισμού και στον κολοσσιαίο μικρογραφικό λαβύρινθο της γλώσσας που δημιουργεί ένα προσωπικό είδος φωνητικής γραφής.

Διότι η ερωτική λογοτεχνία διαθέτει κλειδιά και κώδικες κι ένα ιδιαίτερο φωνορυθμικό σύμπαν.

Δεν μιλάμε για μια ιερόκρυφη σκοτεινή κώχη αλλά για ένα πολυσύνθετο ιστό απλωμένο πάνω στη σάρκα που θέλει να ακούει.

Γιατί έρωτας σημαίνει ανάγνωση και επιθυμία. Όταν σωπαίνουμε ο έρωτας μιλάει και όταν μιλάμε ο έρωτας ουρλιάζει.

Είναι η συναίρεση τού Είναι της και του Εγώ μου.

Είναι οι υπεροπτικές γεωμετρίες του άσπιλου κοχυλιού που ζητά τη σπίλωσή του.

Το σώμα μου της ανήκει.

Τα ανοιχτά της πόδια προεικονίζουν την παγίδευσή μου.

Γίνομαι ο φύλακας ενός σκοτεινού μητρώου μέσα στο κρυπτικό και αλλόκοτο σύμπαν που γεννούν οι λέξεις, τυλίγοντας στο πέπλο της λησμονιάς αυτό που γέννησε η γυμνότητα. Τα χύσια. Διότι περί αυτού πρόκειται.

Την ένωση που θα γίνει εκμηδενισμός των Εγώ και μετά χωρισμός και φθορά.

Στιγμιότυπο

perist

Μου χαμογέλασε. Με το κοφτερό χαμόγελο των πλασμάτων του αγρού. Υπολόγισε το βάρος των αισθημάτων μου χωρίς μαθηματικούς υπολογισμούς. Ακριβώς με όση δύναμη χρειάζεται η ελαφρότητα για να ποδοπατήσει τη μοναξιά. Έβαλε όση ακριβώς δύναμη χρειάζεται για να καταλάβει αν πιάστηκα στο αγκίστρι της. Οι άνθρωποι της πόλης όμως δεν καταλαβαίνουν απ’ αυτά. Ακουμπούν πάνω σου τα κτητικά τους δάχτυλα σαν ήρεμοι γερο-μπάτσοι που συλλαμβάνουν ένα αγαθό κλεφτρόνι. Σου χαμογελούν παγωμένα ή ψεύτικα, γρήγορα και βιαστικά. Μα αυτή μου χαμογέλασε κι ένιωσα πως θα μπορούσα να κουβαλήσω το χαμόγελό της στο σπίτι μου. Να το ακουμπήσω δίπλα μου το βράδυ στο μαξιλάρι, να το αγκαλιάσω σφιχτά και μια για πάντα. Μου χαμογέλασε. Κι αυτό το χαμόγελο, αυτό το πρόσωπο βρισκόταν στην κορυφή ενός λευκού γεροδεμένου κύκνειου λαιμού, τού λαιμού της κατάρας και της απώλειας.

Pokemon Go

selfie_girl_arrested600x400

Ότι δεν προχωράει μπροστά πεθαίνει. Και οι πεθαμένοι γύρω μας είναι πολλοί.

Πτώματα παντού περιφέρουν την πτωματίλα τους.

Φάτσες ξυρισμένες ή με μούσι αντί για πρόσωπα, φωτογραφίες θαρρείς σαν διαφημιστικά μπουρδέλου.

Είστε παντού πρίγκιπά μου, νοστιμούλη σιτεμένε εραστή, τυλιγμένοι εσείς με περγαμηνές βακχείας ψηφιακών φίλων, είστε παντού κυρία μου κι εσύ μυστικιστή ποιητή που εργάζεσαι την εταιρία Ποιητής και ψάχνεις πελάτες κι εσύ θεά γκόμενα που θες άρμεγμα.

Είστε παντού όντα που θέλετε να γαμηθείτε σε ετούτη εδώ την ετοιμόρροπη μπαρουταποθήκη με τη σκοροφαγωμένη σας ηθική και την ασταθή σας υπόληψη.

Είστε παντού όντα με καπέλο ή με βέλο, όχι σε δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας στραγγισμένα αλλά σε αιώνιο ντεζαβού εξυπνάδος και ομορφιάς, ατάκας και καλοπέρασης, είστε παντού άτομα που κρύβετε δύναμη, φόβο, μίσος, πόνο, θάνατο, σεξ.

Είστε ένας φονικός ιός, ένα πετυχημένο σήριαλ της μικροαστικής μοναρχίας, κάνετε ανταρσία με τα φαρμακερά σας σχόλια και τη γαλανόλευκη ματιά σας.

Σας θέλουν όλοι γιατί έχετε ωραία παιδιά, ωραία βυζιά, τρώτε καλό πρωινό και μετά γαμάτε ή μάλλον δεν γαμάτε ή μάλλον υποθέτουμε πως γαμάτε αφού φωτογραφίζεστε μόνοι και μόνες κι ο πάπας ακόμα σας ζηλεύει κι οι δεσποτάδες που ξεζουμίσουν κορόιδα, με οικογένεια ή χωρίς, με σκύλο ή με γάτα, με το μουνί της μαμάς σας ή το μουνί της αδερφής σας ή τού μπαγάσα του μπαμπά σας την ψωλή, είστε ωραίοι και όμορφοι.

Αρεστοί. Αρεστές. Αδερφοί. Αδερφές. Κρυφοί και κρυφές.

Είστε παντού, όντα κάτοχοι πτυχίου δακτυλοσκοπήσεως φίλων και εχθρών, κάτοχοι μάστερ ανασκολοπίσεως ποιημάτων, ερωτημάτων, τραυμάτων, διδάκτορες της απολυμάνσεως και της στειρώσεως.

Είστε παντού Πόκεμον, ωραία γαμημένα Πόκεμον, με τις ανθρωπίσιες φάτσες σας και την υγρή μούχλα στα ρουθούνια σας, που παραφυλάνε για μια τζούρα αποδοχής.

Αντί προλόγου

anti

Αυτός ο τύπος, ο ρυπαρός και εξωλέστατος στέκεται στη μέση τού στίχου μου βάζοντας τρικλοποδιά στην έμπνευσή μου και σαν νταρντανογύναικα που σου τσιμπάει το μαγουλάκι χαμογελά πονηρά εν τω μέσω της φράσεως και εν τω μέσω της συγγραφικής νυκτός.

Διότι όποια ώρα κι αν γράφω έξω είναι πηχτό σκοτάδι. Νύχτα. Νύχτα του κερατά.

Κι αυτός ο τύπος, ο ρυπαρός και εξωλέστατος με παρακολουθεί, εμένα και τις πλάνες μου, τις πιο λατρευτές ερωμένες μου, λίγο πριν τις οδηγήσω στο λιβάδι των αποπλανήσεων και στον ανιχνευτή ψεύδους της σάρκας όταν αγκαλιάζει άλλη σάρκα.

Είναι αυτός που με οδηγεί στη λογική και στη συστηματική τρέλα δείχνοντας πίσω απ’ τις φράσεις ιδέες και σχήματα, σαρκωμένα όλα με τέτοιο τρόπο που να μυρίζουν ιδρώτα ή αέρα του βουνού.

Σε λίγο θα ανατείλει ο ήλιος, κι η γη θ’ αρχίσει να ζεσταίνεται με τον άσφαλτο τρόπο της αιωνιότητας και τα κορίτσια θα επιστρέψουν στους δρόμους, κάνοντας βόλτες στα μαγαζιά, αγοράζοντας σπίρτα για να κάψουν όλα τα ξενέρωτα ερωτικά ποιήματα, όλα τα άρθρα και τις αναλύσεις πονηρών γέρων που πίνουν τσάι με συνοφρυωμένες γριές αλλά ονειρεύονται όμορφες νεαρές μαθητευόμενες νοσοκόμες.

Κι αυτός ο ρυπαρός και εξωλέστατος τύπος που στέκεται στη μέση τού στίχου μου, βάζοντας τρικλοποδιά στην έμπνευσή μου, θα επιστρέψει στο άσυλο τρελών για να περάσει το χειμώνα αφήνοντάς με μόνο να ανακαλύψω τον εαυτό μου.

Ωδή στην πανσέληνο

moon

Aχ! πανσέληνος σε ξέρασα μέσα στο γιαούρτι
με το μέλι και τα καρύδια. Σε έβγαλα στα
κακά και σε κοίταξα με καμάρι όπως κοιτάζουν
την κουράδα τους οι στρατηλάτες. Αχ! πανσέληνος
είσαι απλωμένη σα γροθιά στα ερείπια, σαν
τροχός στα αναπηρικά καροτσάκια των ρομαντικών.
Αχ! πανσέληνος αλοιφή του δρόμου με τα
σκουπίδια, πασαλειμένη οσμές από σκατά νυφίτσας
λευκή και κρύα σαν γύψινος επίδεσμος γύρω
απ’ το σπασμένο χέρι της πίστης. Αχ! πανσέληνος
στα ματοτσίνοτρα γύρω απ’ τις κουμπότρυπες
στροβιλιζόμενη στους γκρεμούς και τους καθρέφτες
αναβράζον δισκίο ερωτικών υγρών μύξα του ήλιου
βλενόρια ρεύσις βλαμμένων υπό το φως σου.
Αχ! πανσέληνος μνήμη από αρχαία κοριτσάκια
χνούδια λυρισμού που τα σκόρπισε στη σουηδική
ακαδημία ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης. Αχ! πανσέληνος
που θα σε τραγουδήσουνε τα ψώνια και θα σε
αλείψουν στο μουνί τους μαύρες πουτάνες λίγο
πριν βγουν παγανιά. Αχ! πανσέληνος πλύστρα
που κύρτωσες τη ράχη σου σαν λουλούδι απ’ τη
ζέστη της μέρας τρίβοντας τα κορμιά μας από
τόσες βρωμιές, εσύ φώτισες όλες τις μανιασμένες
μου μάχες με τις λέξεις και τα κορμιά

Αυτά

afta

Αγαπάς κάποιον ερωτικά όταν το πρόσωπό του σου εμπνέει μεγαλύτερη φυσική επιθυμία από οποιοδήποτε άλλο μέρος τού κορμιού του.

Μα όλες αυτές οι εξυπνάδες είναι σαν φαλλικές σκιές σε μακρινό τοίχο.

Ω! συνεργαστείτε με το αιδοίο μου κύριε, οδηγείστε το όπως τού πρέπει στην ευτυχία, ο έρωτας δεν είναι κολπική εξέταση, ο έρωτας είναι Αγάμη, αγάπη και γαμήσι μαζί.

Λέξεις βιταμίνες έρωτος

bitamin

Θα σας ξεγελάσω χειλάκια ένθερμα
νησάκια όρη και χωριά αμπέλια με
τα σκιάχτρα σας που βγάζετε σε
χθαμαλούς θάμνους στους μηρούς
τού Αιγαίου στη γεύση αλμύρας και
στη μισόγυμνη Ελένη της Τροίας
στα μαγειριά των ωραίων νησιών
στη φλεβίτιδα στην υγρασία θα σας
ξεγελάσω με στίχους απ’ την Ιλιάδα
κασέρι απ’ το μπακάλικο του Κύκλωπα
με τις πρώτες αχτίδες τού ήλιου θα
σας ταΐσω έπος πρωινό ελπίζοντας
στον πιο σφοδρό αναγραμματισμό
κι αντί για πόλεμος πατήρ πάντων
χειλάκια ένθερμα εσείς και ποντοπόρα
να δείξετε στους Φράγκους και στα
φράγκα τους πως γαμήσι πατήρ
πάντων και πως γαμήσι μήτηρ πάντων
ορατών τε και αοράτων πάντα παιχνίδια
κάνοντας η γλώσσα με τη γλώσσα

Περί της διαδικασίας ούρησης και αφόδευσης στο ύπαιθρο

kol1

είναι κεφάτη γυρίζει απ’ το σκατόλακκο 

Συμφωνήσαμε χέζοντας αντικριστά ο ένας με τον άλλον, πως, ο Χίτλερ υπήρξε ο πρώτος συνεπής νεοφιλελεύθερος.

Είναι αυτός που διατύπωσε τη φράση: Η επιτυχία είναι το μόνο γήινο κριτήριο για το τι είναι καλό και κακό.

Και φυσικά, αφού τα κακά κόποις κτώνται, εν αναμονή και προσδοκία, και τα καλά είναι απαραίτητα για να δημιουργήσουν τα κακά, η επιτυχία είναι πάντα εξασφαλισμένη.

Οι Χιτλερικοί, συμφωνήσαμε επίσης, πως είναι εμβολισμένοι μεταξύ πρωκτικού σταδίου και νεύρωσης.

Οι σύγχρονοι εξουσιαστές εμπέδωσαν αυτό το σπουδαίο μάθημα του Χίτλερ, πως η επιτυχία είναι το μόνο γήινο κριτήριο για το τι είναι καλό και τι είναι κακό.

Οι εξουσιαστές είναι επιτυχημένοι μόνο και μόνο επειδή έγιναν εξουσιαστές, άρα ως επιτυχημένοι κάνουν το καλό. Αυτό θα σας το πει ο παπάς και ο δάσκαλος, ο δικαστής και ο αστυνόμος, ο ακαδημαϊκός και ο μαγαζάτορας, ο εφοπλιστής και ο έμπορος όπλων.

Όλοι οι επιτυχημένοι άνθρωποι κάνουν το καλό. Αυτό μας έμαθε ο Χίτλερ και αυτό διακηρύσσουν σήμερα οι κληρονόμοι της βασιλείας του. Οι Χιτλερικοί χωρίς τον αγκυλωτό σταυρό. Οι άριστοι που επιδεικνύουν την αριστεία τους είναι χιτλερικοί χωρίς αγκυλωτό σταυρό. Η αριστερά, η δεξιά και το κέντρο είναι χιτλερικοί χωρίς αγκυλωτό σταυρό.

Οι Χιτλερικοί με τον αγκυλωτό σταυρό είναι ο στρατός σωτηρίας τους όταν δεν θα μπορούν πια να έχουν εξουσία, δηλαδή όταν δεν θα μπορούν να φαίνονται επιτυχημένοι από τις μάζες και το εκλογικό σώμα.

Τα πρόβατα που χέζουν στο μαντρί τους.

Στις πολυκατοικίες τους και στα σπιρτόκουτά τους.

Στη μεγάλη βαβελική οικοδομή που είναι περιτυλιγμένη από νευρώνες αποχέτευσης.

Εκεί που ακούς τις κουράδες να γλιστρούν απ’ τα ρετιρέ διατρέχοντας ολόκληρη την κοινωνική πυραμίδα πριν φτάσουν στην αποχέτευση.

Εμείς εδώ παρ’ όλα αυτά χέζουμε ως λάγνοι κατασκηνωτές, μιλώντας για εκκενώσεις και κοινωνική ανθρωπολογία δηλαδή εφαρμοσμένη σκατολογία, δείχνοντας τον ατέλειωτο θαυμασμό που τρέφουμε για το χέσιμο στην κατασκήνωση.

Το χέσιμο στη φύση είναι πολιτισμός. Δηλαδή ελευθερία.

Η φύση δεν είναι αποχωρητήριο, ένα μικρό στενό δωματιάκι που ακούγονται ντροπαλές ψεύτικες κλανιές για να μην τις ακούσουν οι καλεσμένοι μας και παρεξηγήσουν τον κώλο μας.

Στη φύση τα σκατά γίνονται κοπριά και τρέφουν λουλουδάκια και γλυκούς καρπούς.

Στην πόλη της Κυριαρχίας εκεί που τρύπωσαν όλοι για να γίνουν επιτυχημένοι και να κάνουν το καλό κατά τη Χιτλερική μαύρη ουτοπία τα σκατά είναι κάτω απ’ τα πόδια μας.

Γλιστρούν μέσα σε τεράστιους σωλήνες σουλατσάροντας νυχθημερόν σε μια αέναη σκατοπομπή, αφήνοντας αυτό το προϊόν εκατομμυρίων κώλων στο βασίλειο της υπόγειας κυριαρχίας του.

Την επόμενη φορά θα μπω σε λεπτομέρειες. Χέσιμο σε ατομικές λακκούβες, άδειασμα, εκσφενδόνιση από μακριά, βροντερές εκκενώσεις, ειδικές τρύπες με άμμο θαλάσσης και λοιπά.

Τώρα ο ήλιος κρύβεται πίσω από ένα σύννεφο και οι οσμές ελαττώνονται.

Μα όταν o ήλιος εμφανίζεται και πάλι οι μυρουδιές είναι δυνατές όπως ο ήχος της πορδής τού διαβόλου στον τρούλο της μητρόπολης των Αθηνών.

Οι χαρές δεν γελούν. Οι λύπες δεν κλαίνε.

moketa

Στο τέρμα υπάρχει πάντα η άρνηση του καλού και του κακού. Στο τέρμα αναλαμβάνει η φύση να τερματίσει τον ατερμάτιστο και ασύστολο οίστρο του πιστού.

Η όποια αναπηρία μου αποτελεί την ατελεύτητη κένωση της ύπαρξής μου και ο πόνος μου παρατείνει ατέρμονα κάθε στιγμή του βίου μου.

Θέλω να πιστέψω στο θαύμα για να γιατρέψω τον πόνο. Μα ξέρω πως ο πόνος δε γιατρεύεται.

Ξέρω πως ο πόνος εγκαθιδρύει το βασίλειό του στις ενώσεις των οργάνων μας και των υγρών μας.

Για εμάς τους βετεράνους του πόνου απομένουν μονάχα τεχνικές μιθριδατισμού και ομοιοπαθητικής.

Για να γλιτώσεις απ’ τον πόνο δεν πρέπει να επιχειρείς να γλιτώσεις απ’ αυτόν, αλλά ακριβώς το αντίθετο, να καταγίνεσαι μαζί του, με τη μεγαλύτερη προσοχή και όσο πιο κοντά γίνεται.

Τα όργανά μας μεγαλουργούν μέσα στη βία τους. Ο πόνος γίνεται ρυθμιστής του λογχισμού και της εισδοχής, του ξεχειλισμού και της κατάποσης. Ο άρχων του ερωτικού σφαγείου.

Ο πόνος παίρνει εξουσία μες στα κορμιά εμάς των αρρώστων, που οι καρδιές μας έχουν δεχτεί κατά τη διάρκεια της ζωής τους τόσες μαχαιριές που έχουν μεταμορφωθεί σε επουλωμένο ιστό.

Αναίσθητες στο κρύο, στον πόνο, στη ζέστη. Μα ακόμα πιο αναίσθητες στην υδαρή μεμβράνη της μεταφυσικής.

Στους θαυματοποιούς και τους κομπογιαννίτες, στους χοντρούς υπερφίαλους παπάδες και τους βλοσυρούς θεολόγους. Στους απατεώνες και τους ταματοφόρους.

Στις βιτρίνες που φέρουν πίστη και αγνότητα για να αποθέσουμε τα θηλαστικά μας χνώτα κι από μέσα ζυγίζουν το χρυσό.

Κι από μέσα οργανώνουν ληστείες και γιουρούσια στα καταγαμημένα σαρκία από δουλική πίστη και ψυχαναγκασμό. Οργανώνουν ψεύτικα θαύματα και παραφροσύνες.

Με το καμουτσίκι της αγάπης του θεού βάζουν τους ανθρώπους να σέρνονται στα τέσσερα ανεβαίνοντας τους γολγοθάδες ενός υπερβατικού νοήματος μέσα στον πιο ακραίο και χυδαίο σαδισμό.

Εκεί που τα προγούλια των δεσποτάδων του αιγαίου και της ενδοχώρας πάλλονται απ’ το λίπος που έχει αφήσει στα παγκάρια τους ο ανθρώπινος πόνος. Ο πόνος μας. Ο πόνος όλων μας.

Θυμήσου αδερφέ μου και εχθρέ μου, ξόανο ντόπιας ή αλλοδαπής πίστης πως καθένας μας γεννιέται κατέχοντας διπλή υπηκοότητα, μια στο βασίλειο των υγιών και μια στο βασίλειο των αρρώστων.

Και θυμήσου πως αν μπεις στον ίσιο δρόμο της υποταγής που σου προσφέρει η τρομερή εξουσία της υπόσχεσης για μετά θάνατον ζωή θα καταλήξεις αιωνίως να ποδοπατάς τον εαυτό σου.

Γιατί η αιωνιότητα είναι αυτές οι στιγμές της υγείας και της αρρώστιας, της ευχαρίστησης και του πόνου, του έρωτα και του θανάτου, της καύλας και της φθοράς, της δημιουργίας και της αποσύνθεσης.

Γιατί θα σε κομματιάσει και θα σε θρυμματίσει το σύμπαν και θα σε επανασυνθέσει με τον πιο γαμησιουργικό τρόπο.

Γιατί είσαι δεκατριών και βάλε δισεκατομμυρίων ετών. Υπερκόσμια αστρικά γαυγίσματα υδρογόνου. Βογγητά, αγκομαχητά, μουγκρητά. Μηδέν αγνότητα.

Τα πάντα

ta panta

Σκέφτομαι πως άλλαξε η σάρκα μου όταν με ρώτησες αν ήθελα να σε δω γυμνή. Η ώρα ήταν περασμένες δώδεκα τη νύχτα, καθίσαμε ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλους που βρισκόταν εκεί, και, μου ψιθύρισες στο αυτί πως όταν βρισκόμασταν μόνοι μας θα μου έδειχνες τα πάντα. Το σκέφτομαι τώρα που είμαι μόνος, τώρα που πάω για ύπνο, όπου θα δείξω εγώ σε μένα αντί για σένα, μέσα στον ύπνο μου, τα πάντα που θα μου έδειχνες εσύ στον ξύπνο μου.