ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Εικονογραφία ζεύγους εν ηδονή

topor-souffle

Καταναλώνουμε σαν ξόανα αυτή τη γραφή της καταχνιάς των σοφών πάνω στους αιώνες και τιναζόμαστε αλαφιασμένοι μες στον ύπνο μας, έχοντας την αίσθηση του ροκανίσματος του ανθρώπου μες στο ίδιο μας το στόμα.

Συναντιόμαστε στο αρχέγονο δάσος της καταβρόχθισης. Εξολόθρευση αντί για απόλαυση. Πόλεμος αντί για έρωτα. Ελεύθερη πτώση και αυτοκτονικές τάσεις αντί για κωλοτούμπες και παιχνίδι.

Ακολουθώντας τα χνάρια της ανθρώπινης ματαιοδοξίας θα βρούμε μέσα στην τυπική θεατρική ατμόσφαιρα της συμβίωσης ανθρώπους που για το συμφέρον τους ακολουθούν τους ίδιους νόμους και φορούν με πάσα ειλικρίνεια τη μάσκα τους.

Η ζωή που κυλά ανάμεσα στο ζεστό ψιθύρισμα των ηδονών και στο άρρωστο κενό της συγκομιδής των θανάτων γύρω μας, διαθέτει πάντα ένα γερό χαρτί για να διαιωνίσει το τετραπέρατο ανθρώπινο ον.

Αυτό το πλάσμα που μπορεί και σκέφτεται άρα και να επαναστατεί. Που μπορεί να γίνει ποιητής, δηλαδή τρελός χωρίς το ζουρλομανδύα του.

Υπάρχει πάντα μια εποχή που ένας καλόγερος ξυρίζεται. Δε διαρκεί όμως για πολύ. Σε λίγο επιστρέφει στη γενειάδα του. Όλοι οι σοφοί κάποια στιγμή επιστρέφουν στη γενειάδα τους.

Γι’ αυτό υπάρχει το ποίημα. Γι’ αυτό υπάρχει ο εραστής και με μια κραυγή μέσα στους αιώνες επιβεβαιώνει τον αντιφατικό του βηματισμό.

Βροντοφωνάζει πως: Αυτό το ποίημα κι αυτός ο έρωτας είναι μονάχα μια πρόφαση. Με σώζει απ’ το θάνατο. Εδώ υπάρχω εγώ!

Εδώ είναι το βασίλειο της ελευθερίας μου. Εδώ βιώνω την εμπειρία της ηδονής που όποιος την καταναλώνει με μέτρο και νόμους δεν την φτάνει ως τα κατάβαθα του εαυτού.

Εκεί όπου η μηδαμινή στιγμή νικά την αιωνιότητα του θανάτου κι εκεί που ο σοφός είναι σοφός γιατί ανοηταίνει όταν το απαιτούν οι περιστάσεις.

Γίνεται έφηβος και νεολαίος και μαλάζει ερωτικά με τη χούφτα του την ψωλή του και το ροδαλό αιδοίο, γνωρίζοντας τα πάντα για μια στιγμή, μέσα στους αστρικούς βάλτους που αιμορραγεί ακόμα και η πιο αλαφροΐσκιωτη παρθενιά.

Tattoo

salvador-dali-tattoo

Τα σύντομα πάθη μας είναι πάθη γηροκομείου. Όμως τα πάθη της μέθης, το να τρως δηλαδή, λυσσωδώς, τα νύχια σου μέχρι το κόκκαλο και να σκορπίζεις το σώμα σου στην εξαγνιστική γενετήσια ανάγκη των πάντων είναι πάθη άλλων υπάρξεων που είναι πιο κοντά στο λιασμένο ένστιχτο και όχι σε κάποιο προθανάτιο Νενικήκαμεν.

Σ’ ένα παραμύθι για το Βούδα, ένας νεαρός πρίγκιπας ταξιδεύει μέσα στο δάσος. Μια άσχημη ξηρασία είχε στερέψει τις πηγές και οι όχθες δεν ήταν τίποτε άλλο παρά άμμος και πέτρες και φύλλα αποτεφρωμένα απ’ το σάτυρο ήλιο και την αναβροχιά.

Εκεί στη μέση της ερημιάς, ο πρίγκιπας βλέπει κοντά του σε μια απόμερη συστάδα μια πεινασμένη τίγρη να αργοπεθαίνει περιτριγυρισμένη απ’ τα μικρά της.

Η τίγρη τον βλέπει και τα μάτια της λάμπουν με τη φοβερή επιθυμία να ορμήσει πάνω του σχίζοντας τη σάρκα του στο μέρος της καρδιάς, ταΐζοντας μ’ αυτή τα μικρά της που δεν μπορεί πια να θηλάσει και τα οποία όπως κι εκείνη, θα πέθαιναν της πείνας.

Όμως είναι αδύναμη και κοκαλιάρα, ανίκανη να σηκωθεί και να του ορμήσει. Ξαπλωμένη, αξιολύπητη στη μητρική της απελπισία και στην επιθυμία της για ζωή.

Τότε ο νεαρός πρίγκιπας, με ατάραχη συμπόνια, βγαίνει απ’ το δρόμο του και πλησιάζει την τίγρη, που δεν μπορούσε να τον φτάσει και της δίνεται σαν τροφή.

Χιμά εκεί στα κοφτερά ακόμα δόντια για να ξεσχίσει τις σάρκες απ’ τα κόκκαλα, με μιαν απόκοσμη δόνηση που μοιάζει με ολοκληρωτική αποσάθρωση των αρμών της ανθρώπινης δέσης.

Ο νεαρός πρίγκιπας θα ομοιωθεί με το κρώξιμο ενός κοράκου, ο ίδιος ένα πάθος που ολοφύρεται στους αδένες μιας φύσης που αναρριχάται πάνω της η τίγρη.

Ο νεαρός πρίγκιπας ως παντεπόπτης οφθαλμός, έτοιμος να καταβροχθιστεί για να θρέψει το ανυπόταχτο κωδωνοστάσιο μιας άγριας μητέρας φύσης.

Η νεότητα και το πάθος για ζωή που θα αναστήσει τα αυριανά τέρατα.

Μακριά απ’ τα σύντομα πλαστικά μας πάθη ο νεαρός πρίγκιπας δίνεται στο ένα και μοναδικό του πάθος. Στη ζωή, που θα τον κατασπαράξει, αυτή την άγρια τίγρη που θα της χαριστεί ως μανιακός εραστής μέχρι να γίνει αφρός και ξύγκι στα σπλάχνα της.

Εξηγώντας στην κόρη μου γιατί οι άνθρωποι γαμάνε καρπούζια

karpoyzogamia

[Ο καλλιτέχνης Τότσικας επί το έργον] 

Οι άνθρωποι, εμείς, κατασκευάζουμε νυχθημερόν δράματα και ιστορίες γεμάτες θυμό, αμηχανία, ευθυμία, σπέρμα, αίμα και λοιπά.

Απ’ τους αρχαίους δασκάλους των κοινωνιών, που τις ξεσκάτιζαν καραβιές δούλων, μέχρι σήμερα έχει χυθεί πολλών κουβάδων νερό στον ιδιωτικό μύλο της συναισθηματικής ανάγνωσης.

Η κριτική της πίστης στο υποτιθέμενα αμετάβλητο αυτό σύστημα, που απ’ τους νόμους και τα συντάγματά του υπέρ του ανθρώπου, ξεπηδά πολύ εύκολα στους νόμους και στα συντάγματα της ζούγκλας, καθίσταται πολλές φορές ανήθικη, ανάρμοστη, κακόβουλη, περιττή και αγενής.

Η αγορασμένη διανόηση απ’ το κράτος και τους θεσμούς, οι νάρκισσοι κωλογλείφτες της εξουσίας, που φωτογραφίζονται και συνεντευξιάζονται ακόπως με τις αριστερές τους ευαισθησίες, που στην πραγματικότητα είναι υποκριτικός κωλοπαιδισμός, μας στήνουν στον τοίχο καθημερινά.

Μα δεν μπορείς ποτέ να σκοτώσεις την αλήθεια και την καύλα.

Οι βαρόνοι της πνευματικής κοκαΐνης που βαυκαλίζονται με πνευματικές μαλακιούλες ξέρουν πως στο τέλος το εμπόριο θα τους πλακώσει.

Ξέρουν πως η αλαζονεία τους είναι ιδεολογική τύφλωση και ηθική δειλία.

Ξέρουν πως τα δικά μας καυλιάρικα ποιήματα ούτε μπορούν να τα ζήσουν ούτε μπορούν να τα γράψουν. Γι’ αυτό τα κυνηγάνε και τα σβήνουν, νομίζοντας πως θα τα εξαφανίσουν, μα οι σπόροι της διάθεσης για έρωτα και επανάσταση είναι οι σπόροι της ζωής που ξεφυτρώνουν ακόμα και στη πιο σκληρή άσφαλτο.

Η αληθινή λογοτεχνική ερωτογραφία είναι η επαναστατική λογοτεχνία. Αυτή που χωρίς καμιά αμφιβολία θα σου δημιουργήσει μια σωματική εντύπωση κι αυτή που θα σου προκαλέσει μια συγκίνηση σωματικής τάξης.

Γιατί είναι προφανές πως όταν συμμετέχουμε σωματικά σε μια ανάγνωση δεν συμμετέχουμε αφηρημένα με την άκρη του μυαλού, αλλά επιδρούμε ευχάριστα ή δυσάρεστα, προκαλώντας ανεπαίσθητες διεγέρσεις, ενεργοποιώντας τις πιο βίαιες αλλά και τις πιο θετικές αισθήσεις που είναι και οι πιο ενδιαφέρουσες.

Η σκλαβιά και η απόλυτη υποδούλωση της σημερινής κακομοιριάς έχει έναν και μόνο εχθρό. Τον ερωτισμό.

Η σύγχρονη επαναστατική λογοτεχνία καταδεικνύει τις δυο όψεις μιας συνωμοσίας που έχει να κάνει με το βλαβερό. Γιατί είναι απολύτως υγιές, μιλώντας σε σωματικό επίπεδο, να αφήνεσαι στην ερωτική γλύκα του χαρμόσυνου μυστηρίου της ηδονής απ’ το να παθαίνεις κύρωση του ήπατος πίνοντας αλκοόλ.

Πολλοί μαλάκες ποτίζουν τα σπλάχνα τους οινόπνευμα και αυτοπυρπολούνται παίζοντάς το καταραμένοι. Μα το αλκοόλ είναι η νόμιμη κατεστημένη πρέζα. Το κατεστημένο σε σκοτώνει αργά, νόμιμα και παστρικά.

Πολλά καφενεία, ουζερί και μπαρ είναι γεμάτα με ηλίθιους αλκοολικούς που νομίζουν πως είναι και αντισυστημικοί. Οι ιστορίες τους είναι η λογοτεχνία του ξερατού και της κακομοιριάς.

Αν μπορούσαμε να έχουμε τον έρωτα-που μας τον στερούν, το κράτος και η εκκλησία, οι πιο σκληροί μηχανισμοί από καταβολής οργασμού-τόσο εύκολα όσο ένα ποτήρι βιομηχανική μπύρα ή ένα πακέτο Marlboro, κι αν είχαμε τη δυνατότητα, όπως συμβαίνει με το αλκοόλ και το τσιγάρο, να τον απολαύσουμε καταμεσής μιας πλατείας χωρίς να είμαστε αναγκασμένοι να τον κλείσουμε σε μια ρυπαρή κάμαρα, ο αλκοολισμός και η τοξικομανία θα εξαφανίζονταν τάχιστα.

Οι περισσότεροι άνθρωποι διαβάζουν κακή λογοτεχνία και πίνουν τόνους αλκοόλ και καπνίζουν ολόκληρη τη χημική βιομηχανία επειδή δεν γαμάνε.

Κανένα πλάσμα του σύμπαντος δεν έχει καταδικαστεί στα δεσμά της μονογαμίας και της αγαμίας και της κακογαμίας όσο ο άνθρωπος, επειδή έκανε συμβόλαιο με το θεό και το κράτος και την υποκριτική κοινωνία που κρύβει τις πουτανιές της κάτω απ’ το χαλάκι του νοικοκυριού.

Να ακούτε λοιπόν παιδιά μου, πάντα, την ιερή ευχή που ξεπηδάει απ’ τα ερωτικά ποιήματα. Άντε Γαμηθείτε.

Η σκέψη σου μ’ έχει μουσκέψει

iskepsi

Έχω μου σκέψη
Απ’ το νεφρό μέχρι το δόντι
Η σκέψη σου μ’ έχει μουσκέψει
Ενδοστρεφής από λαγνεία
Λαγνεύω κάποιου κράλη Συμεών το βλέμμα
Καθώς χυμούν συνδικαλίστριες ορμόνες
Στο υπουργείο σπέρματος
Στάζοντας λήθη η πότνια βάτος
Κι ο εγκέλαδος στάζοντας φτυσιά στην απληστία του Χάους
Αχ! σε τι κοχύλια μ’ έφερες
Και πας τη μια του θανάτου
Και πας την άλλη καταπάνω του φαλλού
Χλευάζοντας τα επίγεια
Σκαμπανεβάζοντας στο άπειρο της ηδονής την ανασούλα σου
Των σπλάχνων σου το άσπρο αλατάκι
Στ’ αγριολίθαρα
Τ’ ασπράδι σου στους όρχεις μου
Τι σαρκασμός!
Τι ονείρωξη!
Το χούγια φεγγοβόλα!

Ποίημα μειλίχιον οπωροφόρου οργασμού

milixio

Οργασμέ, μη σταματάς
αν σου κάνει ωτοστόπ το κορίτσι του Μάη
Ξεκίνησα οσιομάρτυρας
δικαιούχος ανασούλας απ’ την τρυφερή καρδιά της
ίσα για ν’ ακούσω λυγμούς και στήθος που κοιμάται
Να ανασαίνει
παίρνοντας τον πρώτο χόχλο η γλειψιά στις ρόγες
Οργασμέ από δίψα και ένδοξη παραφροσύνη
Οργασμέ που πύρωσες τη χούφτα μου διαλεκτική σχισμής
Τη γλώσσα αγριόγατα να παραφυλάει τη στύση
Βάζοντας το ερωτικό της φεγγαράκι ολοπόρφυρο
στην πιο βαθειά μου τσέπη
Όπως σουγιάς μπηγμένος στην κοιλιά του μηδενός
Όπως στάζει ο ήλιος τη χλομάδα του στα τρομαγμένα μάτια
Όπως βουλιάζει ανίδεη στους πόνους της αγάπης μια παιδούλα
με το δάχτυλο ξανά
μέχρι να έρθει ο πρώτος εραστής
να διακορεύσει ο λεχρίτης
δια παντός της παρθενίας την ψευδοκτρατορία
εκτινάσσοντας εκείνα τα μονοσύλλαβα ζουμιά
προς τους κολάφους

Αίμα πηχτό και γεύση από χείλη

lorka

Αίμα πηχτό και γεύση από χείλη, σήμερα
που οι κανίβαλοι ξύπνησαν νωρίς και
θυμήθηκαν το Λόρκα ποιητή στη Νόβα
Γιόρκη, να κρούει συνέχεια τη λύρα του
ως Ορφέας αγοραφοβικός ξενυχτισμένος
με αγόρια που τραγουδούσαν το δόξα εν
υψίστοις μες στης ύλης τα πυρηνοστάσια
με τα μαμόθρεφτα γύρω να τρέχουν να
προφτάσουν τις μετοχές και τη λαγνεία.
Αβανταδόρος κάθε ανυποψίαστου, σαΐτες
πετώντας στο χάρο μέσα του, όπως στην
εθνοσυνέλευση των διαβόλων οι ποιητές
υπερασπίζονται την ύπαρξη, όπως φαιά
καταχνιά μας σκεπάζει απ’ τους βουβαμένους
ουρανούς κι η μνήμη ελάφι που πάει να ξεδιψάσει

Σημείωμα περί ελευθερίας Ή Όταν οι αστοί παίζουν το πουλί του Αδόλφου

elefteri

Η ελευθερία, όπως και το σπέρμα, ανήκει στο παρόν και όχι στο παρελθόν και το ένδοξο μέλλον.

Λέμε όχι σε μια ελευθερία παγωμένη, στεγνωμένη πάνω σ’ ένα σεντόνι. Λέμε όχι στις σημαίες που θυμίζουν το ρυπαρό μας παρελθόν.

Στα όρια της ευπρεπούς συλλογικής ανοχής ελευθερία σημαίνει συμβιβασμός με τη φτώχεια και τον υπέρμετρο πλούτο, την αλαζονεία, τη μνησικακία, τη μισαλλοδοξία και τον αναρχοφασισμό που επιβάλει η κατασκευασμένη ημιμάθεια του μέσου όρου.

Κάθε μέρα ο ουρανός ξεδιπλώνει το άλλοτε κόκκινο και άλλοτε μαύρο παραπέτασμά του, που δεν το λεκιάζει καμιά ανθρώπινη ελπίδα. Άρα, η ελευθερία, πιστή στον προορισμό της θα ξεγυμνώσει την αλήθεια και θα την μεταχειριστεί όπως αρμόζει σε μια γυμνή γυναίκα, ολοπρόθυμη και συναινούσα.

Η ελευθερία έχει νόημα όταν μας επαναφέρει στην ισορροπία, στον μυθικό μας ομφαλό, στη λογαριθμική σπείρα ή στο ισογώνιο του Jacob Bernoulli, εικόνα της αιωνιότητας των κόσμων, και ως εκ τούτου στο αίσθημα της αιθέριας ερωτικής συναναστροφής.

Ναι, οι αληθινοί προπαγανδιστές της ελευθερίας και της καύλας, οι αληθινοί απόστολοι της μελλοντικής επανάστασης είναι βεβαίως οι λεγόμενοι ελευθεριάζοντες συγγραφείς.

Μακριά από την κατασκευασμένη λαγνεία του πολέμου και των συγκρούσεων και μακριά απ’ τη μικροαστική μιζέρια που κατάντησε τον κομμουνισμό ένα είδος εθνικιστικού κομφορμισμού ανοίγει ο δρόμος για την αληθινή επανάσταση του παρόντος.

Εκεί που δεν έχει εργοδότες και δούλους και καραβιές δυστυχίας και πατικωμένους ανθρώπους για τα λεφτά του Νιάρχου και του Ωνάση. Για τα ευαγή ιδρύματα πολιτισμού και τα χρυσωμένα κωλοδάχτυλα των αστών και των παρατρεχάμενών τους.

Εκεί όπου ο έρωτας δεν είναι το ξεκόλιασμα κι ο βιασμός μιας παιδούλας από ένα γέρο με λεφτά που πρέπει να του φιλήσει το στόμα με τα χαλασμένα δόντια και να του σαλιώσει τη μαραμένη μπάμια.

Εκεί όπου η λαγνεία δεν είναι ο ανταγωνισμός και η τρέλα της καθημερινότητας που φέρνει υπεραξία στο νταβατζή, αφήνοντάς τον ανενόχλητο να μασουλά έμβρυα σαν να είναι φρέσκες σαρδέλες.

ΒίΟΙ ΑΓΡίΩΝ

bioiagrion

[απόσπασμα]

Ο θεός έφτιαξε τον κόσμο ή ο κόσμος το θεό; Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Η ενοχή κρατάει όσο κι η τύψη ή λίγο πιο πολύ ή πολύ πιο λίγο; Η κότα έκανε τ’ αυγό ή το αυγό την κότα;

Πολλές φορές λυπάμαι μόνος μου και πολλές φορές λυπάμαι με παρέα και με άλλους. Μα πάντα απευθύνω ερωτήματα εις εαυτόν και τα χείλη μου τρεμοπαίζουν όταν ψιθυρίζω αλήθειες που βγαίνουν απ’ τα έγκατα κι απ’ το στέρνο μου, μα πάντα κάθε φορά επιχειρώ μια προσευχή προσωπική που την απευθύνω στον Ένα.

Ο Ένας είμαι Εγώ. Κι ο ένας Εγώ ξέρω πως δεν θα μάθω την πλήρη λογική του σύμπαντος ποτέ, μα θέλω κάποτε να πεθάνω τελείως, όπως επιθυμεί το Σύμπαν που με περιέχει και θέλω να πεθάνω δίπλα στο Σώμα μου. Δίπλα στο κορμί μου.

Το κορμί και το Σώμα που είναι πολλά κορμιά και Σώματα, πολλές ορμές γενετήσιες, πολλές πατρίδες και πολλά εγκλήματα.

Μέσα στο ενεργειακό πεδίο των νεκρών, εκεί που κάθε συζήτηση για καλό φαγητό και ηθικά πρότυπα είναι μια φάρσα και μέσα εκεί που ο πλεονασμός είναι σελίδες της Βίβλου λεπτές σαν περίβλημα κρεμμυδιού, πασαλειμμένες κοπριά και μαύρο αίμα. Μέσα εκεί ακόμα όλο ερωτήματα. Γεμάτος. Ξεχειλισμένος.

Γιατί η λησμονιά είναι συγχώρεση; Γιατί ο κόσμος γερνά σαν φοβισμένο σκυλί; Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Μου αρέσει ν’ ακούω το ξεφύσημα της ανάσας μου, γιατί ξέρω ότι ενοχλεί τους διπλανούς μου.

Μ’ αρέσει να απελευθερώνω το πνεύμα μου και τις πνοές μου, γιατί ξέρω πως ενοχλεί αυτά τα θλιβερά μαθητούδια της ζωής που περιφέρονται γύρω μου, με τις έγνοιες και τις σκοτούρες από λεφτά και χαρτονομίσματα και κέρματα.

Μ’ αρέσει ν’ αφήνω ελεύθερες απ’ το κεφάλι μου σκέψεις και ιδέες και εικόνες και κάβλες και δεκάρικους κυλιόμενους λόγους στον καθημερινό Άδη και στη ρουτίνα των άλλων που κρύβει μέσα της πολύ σκοτάδι και πολύ σεξ.

Μ’ αρέσει απ’ τη σκυθρωπή καρδιά μου να ξεπετάγεται μια ψωλή. Ένας πούτσος ωραίος σαν Έλληνας. Ένας που δεν έχει να δώσει λόγο σε κανένα αλλά έχει λόγο να πει. Ένας Εγώ σαν εμένα. Ένας που φυσάει μέσα στις χούφτες του.

Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Μου αρέσει ν’ ακούω τους δαίμονες της ανάσας μου, τα φοβισμένα ανθρωπάκια που τόσο πολύ τρομοκρατεί ο Τρισμέγιστος Υπηρεσίας. Ο δάσκαλος, ο παπάς, ο κατηχητής, ο διαφωτιστής, ο Σας Γαμώ Όλους Δίχως Σάλιο.

Κοιτάζω με βλέμμα απλανές το γραφείο μου, τα χαρτιά, το πουκάμισο του φιδιού, τις πέτρες, τα δόντια, τα δάχτυλα. Βαριέμαι. Ο κόσμος είναι βαρετός. Ο κόσμος κάνει επανάληψη. Μαθαίνει το ρόλο του. Μαθαίνει τους ρόλους του. Κάνει πρόβα τα λόγια του μπαμπά και της μαμάς. Τα λόγια του δικαστή και τα λόγια του αυτοκράτορα. Το λόγο του θεού και το λόγο του διαβόλου.

Βαριέμαι. Τα μικρά παιδιά βουλιάζουν στην πλήξη και τα μεγάλα παιδιά βουλιάζουν στην πλήξη.

Αρχίζω πάλι τα ερωτήματα. Το στόμα μου βγάζει φωτιές. Τα μάγουλά μου καίνε. Τα μάτια μου είναι φλογισμένα κι εγώ καλπάζω σαν τρελός.

Το σύμπαν είναι δικό μου. Όλα όσα διδάχτηκα τα ξεχνώ στη στιγμή. Τα ερωτήματά μου είναι τρελά, μανιασμένα. Το τρέξιμό μου είναι τρελό, μανιασμένο. Είμαι λαχανιασμένος. Τα βλέφαρά μου, τ’ αυτιά μου, τα ρουθούνια μου βγάζουν αίμα. Πεινάω για απαντήσεις.

Δεν έχω τίποτε να φάω και δαγκώνω τη γλώσσα μου. Το αίμα μου αχνίζει πάνω στα χείλη.

Τα Κατά Ψωλής Πάθη

ta kata

[τρυφερό απόσπασμα] 

Φίλες μου σας λιγουρεύομαι.
Είμαι φτιαγμένος από ψωλόχυμα
και τόσο δυνατός κάτω απ’ το χνούδι σας νιώθω
που ο πούτσος μου σκιρτά
όχι με σκέψεις αλλά
σαν άγρια γαϊδουρόπουτσα ποθεί
να ξεκολιάσει μια γαϊδάρα από σας
από το πρώτο σκαλί της ποιήσεως χοροπηδώντας
στους εφτά ουρανούς και στα μεσίστια μουνόχειλα.
Αχ! πόσες νικηφόρες πανωλεθρίες έχει υποστεί για σας
πόσους γκρεμούς και λαγκάδια
σε πόσους επιταφίους τρύπωσε από κάτω θριαμβευτής
περιμένοντας ιέρειες να τον βάλουν στο στόμα τους
θεούσες τρωκτικά μαλλιαρομούνες εμβριθέστατους γλουτούς.
Αχ! πόσους ήχους άφησε η άβυσσος
πόσες πορδούλες το άγριο ξέσχισμα
χύσι και αίμα.
Αχ! μουνάκι, μουσούδα του θεού και χαΐδολούλουδο
χίλια κόλπα που ξέρεις και χίλια μάτια που βγάζεις
για σε ο πολεμόχαρός μου Εαυτός αυξάνεται ολοένα
για σε εστέφθη αυτοκράτωρ
μέγα αγγούρι
Λουδοβίκος σοδομάκιας
φάλαινα φόνισσα και μελιτζάνα χαρωπή
αλαλάζοντας, Ου φονεύσεις τις καύλες
μονάχα τ’ ολόφρεσκο γάλα απ’ το σύκο της πιες
μονάχα μαργαρίτες μάδησε μες στων χυμών της το νεροζούμι.
Αχ! τουρλωμένος γυρνώ καρδινάλιος
ένα μαρκούτσι ολόκληρος
άχρηστος ντιπ για ντιπ
μονάχα δοξασμένος

Αφροδίσιες κλίνες

afrodisies

Είμεθα άνθρωποι και διανοητές που μας ενδιαφέρει το εθνικό συμφέρον. Όσο θα υπάρχει το γένος των ανθρώπων, ατάραχοι και αιώνιοι θα προπαγανδίσουμε το αρχαίο ρητό που λέει: Γαμάτε γιατί χανόμαστε.

Οι δρόμοι είναι δύο. Ο δρόμος της μαλακίας και της εργένικης κακομοιριάς από τη μια και ο δρόμος της ερωτικής μέθης και της δημόσιας εξουσίας τού σεξ απ’ την άλλη.

Όσο νωρίτερα το καταλάβουμε τούτο τόσο θα ευτυχίσουμε ως έθνος. Διότι το έθνος είναι αποτέλεσμα ένδοξων γαμησιών και διότι στάλα-στάλα η κλεψύδρα του αιωνίου παρόντος μας γυρνά στο χώμα και στο πετρωμένο δάσος των παθών.

Διότι το αρχαιότερο έθνος είναι και το νεώτερο. Διότι για να μάθουμε τη γλώσσα του παραδείσου θα πρέπει να ξεριζώσουμε τη γλώσσα των πατέρων μας.

Και βεβαίως από εθνική άποψη η ερωτική λογοτεχνία και τα καυλιάρικα ποιήματα είναι ένας από τους πιο σπουδαίους παράγοντες καταπολέμησης της υπογεννητικότητας.

Ο πρίγκιπας των ποιητικών απολαύσεων και των σεξουαλικών γλυκαδιών, στα Κατορθώματα ενός νεαρού Δον Ζουάν, μας μιλά για τον φοβερό αυτό τύπο που, αφού έκανε παιδί με την νεαρά υπηρέτρια Ούρσουλα αλλά και με την αδερφή του Ελίζα, αλλά και με τη θεία του Μαργαρίτα, καταλήγει:

«Την ίδια μέρα έγινα νονός του μικρού Ροζέ της Ούρσουλας, της μικρής Λουίζας της Ελίζας και της μικρής Άννας της θείας μου, όλα παιδιά του ίδιου πατέρα και τα οποία δεν θα το μάθουν ποτέ. Ελπίζω να αποχτήσω και άλλα πολλά και, με αυτόν τον τρόπο να εκπληρώσω ένα πατριωτικό καθήκον, την αύξηση του πληθυσμού της χώρας μου».

Ομαδικός τάφος ή Η σιωπή είναι χρυσός

omadikos_tafos1480274732

Κάποιος κάπου κάποτε, μου είπε: ποτέ μη μένεις θεατής μπροστά στην αδικία ή την ανοησία, στον τάφο θα έχεις άφθονο χρόνο για να σιωπήσεις.

Ο έρωτας στα χρόνια της μπριζόλας

erotaw

Όταν η γραφή μεταμορφώνεται σε λαλιά γίνεται το αντηχείο της ίδιας της αναπηρίας μας.

Υπό την επήρεια του συναισθήματος το γράψιμο μοιάζει με τη φωνή της ανάγκης για εξομολόγηση και γίνεται χνώτο της ακοίμητης ανάσας του σκοτωμένου εαυτού.

Γιατί, για να εξομολογηθείς πρέπει να κάνεις φόνο. Γιατί, μονάχα οι φονιάδες εξομολογούνται. Γιατί, ο αβάσταχτος πόνος ακούγεται παράφωνος όταν δεν αντηχεί στ’ αυτιά των πλασμάτων που μας περιβάλουν.

Η φωνή και η λαλιά και η κραυγή είναι βαθύτατα κυριαρχικές απίστευτες αισχρότητες, τυλιγμένες πολλές φορές στο ματωμένο ύφασμα της πιο βαθιάς αθωότητας.

Η εξομολογητική γραφή δεν είναι τέχνη, αλλά μπορεί να γίνει τέχνη όταν ξεφύγει απ’ την καταναγκαστική κλάψα.

Μπορεί να γίνει τέχνη όταν σκοτώσει το κατοπτρικό φάντασμα της εσωτερικότητάς μας, αφήνοντας ελεύθερες τις σκέψεις στην αμοιβαία γυμνότητα των κοινών μας πόθων.

Πρέπει εδώ το ένστιχτο να μπορεί να αγκυλώνει τη γλώσσα και να μπορεί να γίνεται βούρδουλας των εφησυχασμένων συνειδήσεων και των παραιτημένων σαρκίων.

Η βελούδινη βιαιότητα της γοητείας των λόγων μας είναι τόσο επαναστατική που επαναδιατυπώνει κάθε φορά τη διαλεκτική σχέση μεταξύ ύλης και σκέψης.

Γιατί πρέπει να καταλάβουμε κάποτε πως η γραφή δεν είναι γνώση, αλλά παρατήρηση του κόσμου μέσα από έναν ελεύθερο τρόπο ζωής. Κι αυτό δεν χωράει συναισθηματισμούς.

Οι συναισθηματισμοί γίνονται μανιέρα και υποχθόνιοι μετρικοί κανόνες της υπαρξιακής μας αγωνίας. Γίνονται θέατρο και υποκρισία απελπισμένων όντων που διακονούν τη σαβούρα τους στο εμπόριο.

Γίνονται συνεντεύξεις μαλακισμένων ανθρώπων που μαϊμουδίζουν τους καλούς τρόπους των αφεντικών τους. Γίνονται κακή κοπριά που μας μαγαρίζει.

Γι’ αυτό μια είναι η λύση. Ατέλειωτη αίσθηση ιλίγγου. Εκσπερμάτωση. Επιστροφή στη Φύση. Και Γαμήσι. Και κυρίως μην αφήσουμε πίσω μας ούτε μια λέξη τυραννική. Σημαίες, πατρίδες, αγίους και λοιπά σκατά και κόπρανα.

Το Ποίημα Αρχίζει Εκεί Που Τελειώνει Η Λογική

a1

Το ποίημα αρχίζει εκεί που τελειώνει η λογική
ο θάνατος του εμποράκου και η γέννηση του γαμευτή
το ποίημα είναι κάποιας μήτρας,
κάποιας μαμάς σπασμός προθανάτιος
μες στον απέραντο του αίματος λεκέ
μέσα στου ντοματοπελτέ τη ζουμερή γλυκάδα
το ποίημα είναι του ξεγυμνωμένου σπλάχνου αχνιστή ζωή
και είναι του μαστού η παρηγοριά
πότε αιχμηρός φαλλός στης νύχτας τα καπούλια
και πότε φασουλάδα
μες στου σύμπαντος την άπειρη κοιλιά
το ποίημα με δικαστική απόφαση
εκδοτών και εκδιδομένων γητευτών
είναι παράνομο αντισυνταγματικό αντίδρομο αντιεμπορικό
το ποίημα πάντα είναι εδώ και σπαρταρά
του γλάρου-αναγνώστη περιμένει τη χαψιά

Περεστρόικα

Viksraitis_slider

Το ποίημα είναι ο συντομότερος δρόμος μεταξύ δυο ανθρώπων που θέλουν ο ένας να φτάσει στον άλλο.

Απ’ τη φαντασία στο βιωμένο γεγονός και στην πρώτη ύλη του ερωτικού βλέμματος, με τα όρια δυσδιάκριτα, αφού και η φαντασία είναι μια μορφή μνήμης γεμάτη βίο και βία, απ’ αυτή που μας καταχώνιασε η μαμά, ο μπαμπάς, η κακή εκπαίδευση κι ο μισός ντουνιάς που πέρασε δίπλα μας.

Αν μας λείπει κάτι σήμερα για να βρεθούμε με τον Άλλο, αυτό είναι το Αύριο. Όχι το Αύριο ως άσυλο υποχρεωτικό της ύπαρξής μας αλλά το Αύριο ως λιβάδι ή ως ορίζοντας χαράς.

Οι σοφοί Ινδιάνοι που τους κατέστρεψε η ιερά σύνοδος της εκκλησίας του κέρδους λέγαν πως όταν σκέφτεσαι το μέλλον να κοιτάς πίσω, όταν σκέφτεσαι το παρελθόν να κοιτάς μπροστά κι όταν σκέφτεσαι το παρόν να κοιτάς πάνω. Δηλαδή τον ουρανό.

Ο ουρανός είναι χαρά και ηλιόλουστη διάθεση. Ο ουρανός είναι η μια και μοναδική μας πατρίδα αφού δεν διαθέτει σύνορα φράχτες παλούκια και μισαλλόδοξες σκατούλες αντρών και γυναικών που ξύπνησε μέσα τους ο χίτης μπαμπάς και ο ταγματασφαλίτης θείος.

Ο ουρανός είναι αυτός που μας παρακινεί συνεχώς να μην ξεχάσουμε να χαρίσουμε τον εαυτό μας στους άλλους.

Ο ουρανός δεν ασχολείται με παρηκμασμένους λογοτέχνες που περιφέρουν τις νευρώσεις πολυτελείας στην αγορά.

Ο ουρανός δεν ασχολείται με αγορασμένους ανθρώπους που διακονούν το συστημικό μισανθρωπισμό.

Ο ουρανός δεν ασχολείται με τους εχθρούς του Εμπεδοκλή που έλεγε: Αυτόν το δρόμο βαδίζω κι εγώ τώρα, φυγάς, θεόθεν και αλήτης, στη μανιασμένη διαμάχη υπακούοντας.

Μάσκα ομορφιάς

maska

Η τάξη έχει καταρρεύσει προ πολλού. Αλλά αυτή η τάξη ήταν μηχανισμός τρόμου και πόνος.

Ήταν κόσμος κομμένος και ραμμένος πάνω στον άξονα μιας ισχυρής αρχής που μπορούσε να μεταμορφώνεται από πηχτή σκιά σε κεραυνό στην κορυφή του στερεώματος.

Μα η τάξη αυτή γέννησε και το κατοπινό χάος, όπου η γραφή ως όχημα ιδεών πήρε τη θέση πυροβόλου όπλου. Κι όσοι πιο πολλοί σπουδάζουν τη μηχανική των ιδεών τόσο πιο πολύ πολλαπλασιάζονται τα όπλα.

Ο καθένας έχει την πολυτέλεια να πυροβολεί απ’ το παράθυρό του μέσα στην εξασφαλισμένη του ιδιωτικότητα απ’ την αστυνομία, το κράτος, την εκκλησία, τους θεσμούς.

Η εφεύρεση της μονάδας μέσα στον κατανυκτικό σαδισμό του ανταγωνισμού έλυσε το πρόβλημα στους διαχειριστές του χάους.

Έχουμε ακόμα το κουράγιο να ισχυριζόμαστε ότι με το να αποδεχτούμε άφοβα τις καύλες μας, κάνοντάς τες αφετηρία και αρχή κάθε λόγου, δίνουμε στη ζωή το σταθερότερο θεμέλιο που θα μπορούσε ποτέ να ελπίζει ότι θα έχει.

Είμαστε μονάδες, και με όρους απόλαυσης αλλά και με όρους εκμετάλλευσης.

Βρισκόμαστε στην κόψη της αντίφασης μεταξύ απόλαυσης, δηλαδή πόνου χαράς, και μεταξύ κακοπάθειας, δηλαδή πόνου δυστυχίας. Τόσο που να λειτουργεί ετούτο το σωματικό ξυράφι ως φόβος που κατακρεουργεί το σύνολο της ανθρώπινης συνύπαρξης.

Τόσο που για λόγους εθελοτυφλίας και δειλίας κόβουμε τη μοναξιά μας σαν υπαρξιακό ξεροκόμματο, βουτηγμένο στα σεξουαλικά υγρά, και την πετάμε στους ανεκπλήρωτους έρωτες και στους φτωχούληδες του θεού των μικρών πραγμάτων.

Αντί στεφάνου

erow

Ντοπαρισμένος υλιστής, βαθειά
στα κόλπα. Aστεράκι μετέωρο
πανδαίμων, πυρολάτρης, χιμαιρικός
βουίζω ζερβά ίσαμε τη βλάστηση
του αυτιού μιανής που μπάταρε
όπως η ανθρωπότης. Όλο λιβάδια
και ρυτίδες και μιας παιδούλας τα
μυστικά στην τερατώδη μου παλάμη.
Χνάρια και γραμμούλες δείχνουν
πόσο παντοτινά χωρισμένος είμαι απ’ αυτήν.

Το εργοστάσιο των κουραδιών

to ergo

Πλάθουμε πολλές φορές στο μυαλό μας εικόνες για να σκοτώσουμε την κοσμική μας μοναξιά. Βλέπουμε στους βράχους πρόσωπα και στους ουρανούς θεούς, διαβόλους και αγγέλους.

Απ’ το παιχνίδι της παρατήρησης των πρωτόγονων ανθρώπων περάσαμε αισίως στις χατζάρες και στις σταυροφορίες και στις έξυπνες βόμβες των χριστιανών εναντίον των απίστων και των βαρβάρων.

Όταν ακούω την έκφραση ανοιχτή κοινωνία μου έρχεται να ξεριζώσω τις αρχιδότριχές μου.

Ένας συρφετός υπαλλήλων και μισθοφόρων της πιο άθλιας έκφρασης αυτού που ονομάζουμε δυτική κουλτούρα θρέφει το αυγό του φιδιού με τον πιο λεπτεπίλεπτο συγγραφικό οίστρο.

Όταν ξεσπαθώνεις εναντίον μιας θρησκείας, δηλαδή εναντίον μιας οργανωμένης μεταφυσικής μαλακίας, χωρίς να φανερώνεις τα αίτια που τη γεννούν και την αναπαράγουν τότε ξεσπαθώνεις εναντίον αθώων ανθρώπων, θυμάτων του ιερατείου και της στοχευμένα κακής εκπαίδευσης.

Όταν σε τρώει το μουνί σου ή ο πούτσος σου για το Ισλάμ και δε σε τρώει για το σαρκοβόρο Άγιο καπιταλισμό μέσα στον οποίο ενσωματώνεσαι καθημερινά με τον πιο χυδαίο τρόπο, τότε είσαι αμερικανοτσολιαδάκι με γαλλική κιλότα και οξυζενέ μαλλί.

Μα όλος αυτός ο βρωμερός αναρχισμός του μικροαστού που εκφράζεται συστηματικά από την αμερικάνικη πρεσβεία και τα έντυπά της κουμπώνει πάνω στη νεοελληνική φαρσοκωμωδία.

Ακαδημαϊκοί σαλτιμπάγκοι που πατρονάρονται ως σοφοί στον τηλεοπτικό αχταρμά-με τον καλύτερο απ’ αυτούς να έχει γαμήσει τη μάνα του-, συγγραφείς και δημοσιογράφοι και κωλογλύφτες της εξουσίας, μικροεπιτήδειοι εκδότες που φαντασιώνονται πως είναι απόγονα τέκνα του Προυντόν και του Μπακούνιν, βαρόνοι της ποιητικής κλάψας και της απατεωνιάς περιφέρουν τις καλλιτεχνικές αιμορροΐδες τους στα καθίσματα της πλατειάς Εξαρχείων πουλώντας επανάσταση για την καύλα τους. Για το στομάχι και το χοντρό τους κώλο.

Ντίλερ της λεγόμενης ανοιχτής κοινωνίας που τη νοιάζει μόνο η κωλοτρυπίδα της, τυλίγοντας μέσα της τις λίγες κοκκαλιάρικες «αιώνιες αλήθειες» που χρησιμεύουν μόνο για να μεγαλώνει η κατανάλωση των άχρηστων εμπορευμάτων της.

Φιλάνθρωποι, οικονομιστές, ανθρωπιστές, διορισμένοι νταβατζήδες που ασχολούνται με την καλυτέρεψη της κατάστασης των εργαζόμενων τάξεων, οργανωτές της αγαθοεργίας, μητροπολίτες και δημιουργικοί επιχειρηματίες, προστάτες των ζώων, ιδρυτές συλλόγων υπέρ της μετριοπάθειας και παρδαλοί ψευτομεταρρυθμιστές σέρνονται σαν κουτάβια στην αυλή του μεγάλου Ποσάδα.

Άλλοι περιμένουν το βραβείο τους απ’ την ακαδημία Αθηνών, άλλοι περιμένουν να τρυπώσουν σε επιτροπή σοφών και άλλοι να τα πιάσουν χοντρά για να αγοράσουν εξοχικό στο Αιγαίο. Να κοιτάνε τη θάλασσα και να γράφουν λίβελους για το γαμημένο Ισλάμ, ξέροντας πως η ανοιχτή τους κοινωνία είναι η κρεατομηχανή της εργατικής δύναμης όλων μας.

Περί έρωτος πάλι

kosmolo

Η λογική μού δάγκωσε τη γλώσσα
και τι να πω; όλο βαρβαρικά ονόματα
και προφήτες και βαρβιτουρικά για τους
εκατόν δύο Προσκυνητές του Μεϊφλάουερ.
Mνήμες από λαδερή ντομάτα στη σχάρα
μνήμες από ισθμό της Κορίνθου και
αχόρταστους χασικλήδες. Με το δισάκι
στον ώμο περνώ απ’ τον κόσμο σας
μισός Αιτωλός και μισός Ακαρνάν πάω
να βρω γυμνοσάλιαγκες και γυμνές
πάω να πω τα κάλαντα στο σύμπαν

Εισαγωγή στα κολάζ του Rocío Montoya

Rocio-Montoya-Vintage-Collagen

Ανακαλύπτω τον κόσμο με τα μεγάλα
μαύρα μυστικά, τα γαλλικά και το πιάνο,
την κονσέρβα και τον κονστρουκτιβισμό,
τα ωραία λογοπαίγνια κάτω απ’ τη σπάθα
του Δαμοκλή, τους υγρούς φασίστες
δασκάλους που δεν αφήσαν ούτε ένα
αμαγάριστο όστρακο κάτω απ’ τη γλώσσα τους,
το μανιχαϊσμό και τις νυχιές απ’ τις φράσεις
και τις λέξεις ανακαλύπτω πως είμαι αυτός
που κούρνιασε στις αμμουδιές και τις λίμνες
μαζί με την ανδρόγυνη μεγάλη έκρηξη στα
μπούτια και στους λευκούς γλουτούς και
στα έφιππα καπούλια μιανής που παραχάραξε
την ναυμαχία της Ναυπάκτου, την ναυμαχία
οφθαλμό αντί οφθαλμού και το ζουμάκι που
στάζει η πασίγνωστη φθορά εδώ κι εκεί

Για την αποκατάσταση της αλήθειας Ή Σάλιο στο βυζί

sali

Τι να πω για την τέχνη μου που ανασηκώνει
στάχτες, δονήσεις και δαγκωμένα φιλιά!
Πιπιλίζω τώρα το νόημα του Διόνυσου για να
αντηχήσει σύγκορμος ο συμφραζόμενος σπασμός
ρίχνοντας σκόρπιο σπερματόσπορο στα στηθάκια
κορασίδων που δε τα μαγάρισαν οι βλακώδεις
αυταπάτες ευτυχίας συγγενών φίλων και γνωστών
και μελλοντικών συζύγων. Και τι να πω στην ανάσα
του λύκου που σφαδάζει πάνω στη σελίδα σε μιαν
αληθινά μαινόμενη καβλομαχία φαντασίας και
χαλασμού! Αχ μανούλα μου και πονεμένη ανθρωπότητα
θα με αποκαλέσουν μαέστρο και σεξουαλικό ερπετό
θα με πουν αραχνοΰφαντο και βλαμμένο, θα με πουν
ρεμάλι και καταστασιακό του παθιασμένου φιλιού και
του φιλιού με όση γλώσσα χρειάζεται η σπατάλη για
να βάλει φωτιά στα ρουμάνια της Νέβεσκας και στα υγρά
συμφραζόμενα μουνάκια του παλίμπαιδος έθνους μας.

Απορίες του Pablo Picasso τη νύχτα

aporiew

Γνωρίζουν οι κολποφύλακες του ναού σου την Ισπανική;
Γνωρίζουν πως ψάχνω βαρύοσμα ψαχνά αδρεναλίνης;
Γνωρίζουν τι εστί εκμαυλισμός των οριζόντων;
Γνωρίζουν πως νιώθει ο αφαλός ενός τρελού στο Γιβραλτάρ;
Γνωρίσουν μιγαδική ανάλυση και χνούδι;
Γνωρίζουν τι οχιές πατικωμένες έχει το σαρκίο μου;
Γνωρίσουν πως κοιτάζονται στα μάτια δυο αγρίμια;
πως τρώει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι;
Γνωρίζουν πως για πάντα θάφτηκα στις λάσπες της Γκερνίκα;

Love is in the air

lover

Θα σου προφέρω τις τελευταίες μου
λέξεις και θα κοιμηθώ, δείχνοντας το
φουντωτό σου αιδοίο στους περαστικούς
αιωνιότητα. Μπράτσα χέρια δάχτυλα
αυτιά μύτες και ματοτσίνορα περασμένα
στο βελονάκι της ηδονής. Όποιος πονάει
χαίρεται κι όποιος πονάει παραπάνω
χαίρεται ακόμα πιο πολύ. Τόσο κοντά
είν’ ηδονή και πόνος. Κι ο έρως δεν
χρειάζεται μαμή για να τον ξεγεννήσεις
γλιστρά όπως γλιστρά το δάχτυλο παντού
εκεί για πάντα στις σχισμές.

Απεριτίφ

gkros

Σμήνη γονέων πέφτουν πάνω στα παιδιά τους να τα πνίξουν. Η αιτία παραμένει άγνωστη. Κανείς δεν λογαριάζει κανέναν. Βρέχει κατσαρίδες και αστραπές. Βρισκόμαστε στο τελευταίο στάδιο εμμηνόπαυσης του καπιταλιστικού ρεαλισμού. Ο Γκρος σχεδιάζει τον καπιταλιστή σαν ένα άσχημο και χοντρό εγκληματία. Μα ο καπιταλιστής μπορεί να είναι όμορφος, ένας καθωσπρέπει οικογενειάρχης με όμορφες κόρες. Ο Αρντς απεικονίζει τη θέση του καπιταλιστή μέσα στο σύστημα παραγωγής, γι’ αυτό δεν τον κάνει τόσο άσχημο όσο τον κάνει ο Γκρος. Στις κοινωνίες των μικροαστών στις οποίες ξέπεσε η τέχνη η συνειρμική αφήγηση διακόπτετε από διαφημίσεις ή αναγγελίες θανάτου ή πρόσκληση για σκληρό σεξ. Και στο βάθος ο νεκρός ποιητής παρακολουθεί το νεκροστόλισμά του.

1+1=1

ena

στο Γερμανό καλλιτέχνη Pierre Schmidt

Ότι γράφουμε το έχουμε πληρώσει ακριβά. Κανείς από μας δεν αποτελεί θρύψαλο μιας γενικευμένης ψευδαίσθησης. Κάθε πράξη μας σημαίνει πως είμαστε παρόν και πως παραδιδόμαστε στον άλλον μέσω της ελευθερίας που διαλέγει τον έρωτα του παντός κι όχι το φετιχισμό του.

Πίσω απ’ όλα τα κατορθώματά μας κρύβεται η αγωνία πως θα συναντηθούμε με τον άλλο.

Στον τόπο που δουλεύει ο αλγεβρικός λογισμός της καρδιάς που έχει αίμα και πολύπλοκους δακτυλίους και δαιδαλώδεις απολήξεις στα ερωτικά μας όργανα. Το μάτι, το αυτί, τα ρουθούνι, το στόμα.

Υπάρχει μια σκηνή στη νοσταλγία του Ταρκόφσκι όπου ο ποιητής πηγαίνει στο σπίτι ενός τρελού. Ο τρελός, που είναι κι αυτός ποιητής πριν και μετά τον ποιητή, γράφει σ’ έναν τοίχο του σπιτιού του: 1+1=1.

Ο ποιητής ζητά εξηγήσεις. Τι σημαίνει αυτή η παλαβομάρα. Και τότε ο τρελός παίρνει το χέρι του ποιητή και του ανοίγει την παλάμη για να στάξει μέσα της μια σταγόνα από ένα μπουκάλι, κι ύστερα άλλη μια που ενώνονται με την προηγούμενη και γίνονται ένα.

Αυτό το ένα που δεν είναι αναλλοίωτο, αφού με τη σειρά του κι αυτό θα προστεθεί στο ένα για να μας κάνει πάλι ένα.

Τα μαθηματικά του θανάτου είναι προσθαφαιρέσεις λογιστών ενώ τα μαθηματικά της ζωής είναι ποίηση δια βίου.

Είμαστε η φωνή των πραγμάτων, κι ότι μας μαγεύει έχει τις ρίζες του στις καρδιές μας.

Γράφουμε χρησιμοποιώντας ένα όπλο που μας δόθηκε όχι για να σκοτώνουμε ανθρώπους αλλά για να τους φέρουμε κοντά μας. Να τους αναστήσουμε με όλο το λυρικό φονταμενταλισμό της κάβλας μας και της ανησυχίας μας, μετρώντας το ακριβές βάρος του σύμπαντος με λέξεις.

DOCOUMENTA

docy.jpg

Τα πάθη του ανθρώπου μες στην ορμητικότητά τους δικαιώνουν ενίοτε το έγκλημα. Ο καλός και ο κακός ψηλαφούν την ένταση της φήμης τους με ανάλογες πράξεις.

Κάποιος μπορεί να περάσει ένα σύρμα απ’ το ρουθούνι σου για να σου τρυπήσει την καρδιά. Μια μαζορέτα μπορεί να σε δηλητηριάσει με τη σπαραχτική της θηλυκότητα κι ένας ψεύτης να θυμώσει τόσο τις λέξεις που ν’ αρχίσουν να κόβουν λαρύγγια.

Η Ευρώπη χαμογελά όπως όλοι οι διεστραμμένοι. Έχει διαψευσθεί. Δεν είναι το παν να είσαι ελεύθερος στη ζωή. Η ελευθερία είναι η μέγγενη του πλούτου που διαθέτεις. Και η ελευθερία που κατακτούν οι φτωχοί είναι αναπηρία και δουλοπρέπεια.

Για άλλους είναι η φήμη, ο έρωτας, η ανεξαρτησία, μα η ορμή όλων αυτών όταν ξεπερνά το σκοπό, μ’ ένα έντονο και ζηλότυπο πάθος φτάνει αρκετά γρήγορα στο σημείο να καταφρονεί την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Κι όταν όλα συντρίβονται μένει πίσω η τρέλα ως καλλιτεχνική πράξη. Εκεί που οι άθεοι και οι ακόλαστοι ζευγαρώνουν με τα λεφτά. Και το πάθος γίνεται προγραμματισμένο καθήκον και η κάβλα γίνεται γιρλάντα από σκουληκιασμένο πρωκτό. Εκεί που η δόξα δεν είναι παρά απόκομμα εφημερίδος και ύποπτες επιδοκιμασίες και ψήφοι του λαού που θα στραφούν εναντίον του.

Εκεί που η πιο άχαρη κενοδοξία διακοσμεί τους τοίχους των πλουσίων αδερφών με συκώτια ξεριζωμένα και δάχτυλα λιωμένα απ’ τις πιο πυρωμένες λαμαρίνες του θεού που κυβερνά τον κόσμο των ανθρώπων.

Του θεού που ως κερδώος Ερμής λεηλατεί τα κουφάρια κάθε βρέφους που προσπαθεί σαν επίμονο ρόδο να φυτρώσει στα χαλάσματα.

Του θεού που διδάσκει το δόλο και τον αυτοσαρκασμό όταν δεν πουλάει αγάπη και λιωμένες σοκολάτες στον απέραντο τρίτο κόσμο της φτώχειας που μοιάζει πλέον με φυσικό φαινόμενο.

Μα έρχεται κάποτε η ώρα που ο κατακτητής αισθάνεται νικημένος απ’ την κατάκτησή του. Και η ώρα που ο ερωτευμένος αποφεύγει την ερωμένη του και η ώρα που η ανέχεια γίνεται για το φιλάργυρο το ίδιο το σύμβολο του πλούτου.

Η απελευθέρωση της σκέψης έφτασε στην επιβράβευση της τερατωδίας.

Γερμανοί συνταξιούχοι περιμένουν το χάδι της μελαμψής κοπέλας απ’ το Κομπάνι την ώρα που θα τους αλλάζει τον καθετήρα. Γάλλοι στρουκτουραλιστές σφουγγαρίζουν την αίθουσα του εθνικιστικού βαλς των νοικοκυραίων και βέλγοι τραπεζίτες αγοράζουν οικόπεδα στη Βοϊδοκοιλιά.

Νύχτα του Μεσαίωνα και νύχτα της αναγέννησης και της τύψης. Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και νύχτα από κρέας και θύελλα. Νύχτα από ένδοξο παρελθόν και σφαγές. Νύχτα από πετσοκομμένες κλειτορίδες και ναζισμό.

Νύχτες από καρναβάλι και Χριστούγεννα. Νύχτες, μακριά, σε αφώτιστα κουζινάκια, εκεί όπου μισοπεθαμένες μανούλες σπάνε τις κόνιδες των μωρών με τα νύχια λίγο πριν τον τελευταίο βομβαρδισμό.

Ο Σφαλιάρας και ο Πετσοκοκεφτές

sfaliar

1η δημοσίευση στο γερμανικό περιοδικά DADA

Εδώ αρχίζουν τα έργα της Ιεχωβάδικης λογικής. Αυτή η φουσκονεριά, αυτή η ναυτία. Αυτοί οι ιμάντες από θέαμα και υγρασία και μοναξιά. Δυο άντρες στο άντρο τους, μοιράζουν φυλλάδια με λόγια του Χριστού.

Ο Χριστός είπε πως η αγάπη είναι το εσώρουχο της ψυχής. Μα η ψυχή μου είναι θηλυκιά κοπέλα χριστούλι μου και το σουτιέν της και το βρακί της είναι αγάπη. Είναι το άρωμά μου σα να λέμε και το κλειδί της ύπαρξής μου. Είναι αυτό που με κορώνει και με διαπερνά.

Καμιά λογοτεχνία και καμιά λογική. Οι κομψοί φραμπαλάδες απλωμένοι εκεί στα σχισμικά έγκατα και τα βυζιά και τις ρόγες. Πηδάλια εκσπερμάτωσης και βυρσοδεψία. Κιλότες σχεδιασμένες απ’ τις διάνοιες της ανελέητης Ορθοδοξίας των συμπαντικών υγρών.

Ανελέητα πένθη του Γιαχβέ κεντημένα με τις κλωστούλες της ανάσας μου. Ένστολοι φρύνοι εμείς οι κατά βούλησιν γαμιάδες. Εμείς που απ’ τ’ αυγό μας όταν βγαίνουμε μυρίζουμε κρίνους και πούτσους και μουνάκια.

Ω! ψυχή μου εσύ, ένας αχερώνας γεμάτος καλοξεραμένο άχερο και χόρτο, και μες στη μέση μια μεγάλη φωτιά από ξύλα που πετά σπίθες και φλόγες σ’ όλο τον αχερώνα.

Με καίει, με πυρπολεί, με ποθεί. Η παρουσία της με σάρκα και οστά φωτίζει τα εκθέματα. Κομπινεζόν, κολάν, κάλτσες, σλιπ και φανελάκια. Αντικείμενα ορφανά χωρίς αυτήν. Χωρίς την ψυχούλα και την ψίχα της.

Ο Σφαλιάρας και ο Πετσοκοκεφτές μοιράζουν φυλλάδια στο Μοναστηράκι. Το ιερό καθήκον τους είναι να με κάνουν να πιστέψω. Μα ο Χριστός είπε, δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ, ή σώστε με αμέσως ή σταυρώστε με.

Και τότε ξεσπάει μια θύελλα ντανταϊστική στην αρχαία αγορά. Τουρίστριες αμερικάνες, γυναίκες μαλλιαρές. Η πτώσις της τιμής των εσώρουχων αμέσως προκαλεί το διπλασιασμό των οργασμών. Ντύστε καριόλες τις ψυχές σας. Βρακάκια και βρακιά λογιών-λογιών.

Ω! ψυχούλα μου βρακώσου, για να’ ρθει ο εραστής σου ο Ιησούς. Εδώ πωλούνται κιλότες για σκίσιμο, ερωτικές κασέτες με παρτούζες και πιπίλες. Εδώ ο Γιαχβέ μιλά με τσιτάτα και ρητά. Λίγο πριν μπει ο κοσμάκης να ψωνίσει με τα μάτια έρωντα και λουλουδιασμένη Ιτιά. Λίγο πριν περάσουν ανάμεσα απ’ τον Σφαλιάρα και τον Πετσοκοκεφτέ. Και εις την πλατεία Αβυσινίας δουν από δεύτερο χέρι χάντρες και φυλαχτά.

Εκεί που ο Γιαχβέ θα με κάνει αρχηγό του κράτους των ψυχών. Μόδιστρο κάθε ψυχούλας. Εκεί που θα με ονομάσει πρόεδρο του Σώματος πυροσβεστών της καυλωμένης οικουμένης, εκεί που θα με κάνει Λυκειάρχη και Λύκο, εκεί που θα με διορίσει επόπτη του Νεκροτομείου Οργασμών.

Εκεί που θα μ’ αφήσει να βλέπω τις ψυχούλες να στριφογυρίζουν σ’ έναν φαύλο κύκλο. Και θα τους κάνω κήρυγμα εγώ. Εγώ ο μετεμψυχωτής κάθε διάνοιας. Εγώ, που θα τους λέω: Ψυχούλες, μες στο κλουβί έχει τροφή. Λίγη, ωστόσο έχει τροφή. Έξω όμως απ’ αυτό έχει απέραντη μονάχα ελευθερία.

Σε μύρισα και με μύρισες

semir

Σε μύρισα και με μύρισες. Μα ο θεός απεβίωσε.
Και μπορούμε τώρα να μυριζόμαστε χωρίς να μας
παίρνει μάτι ο θεός που τριγυρνούσε κάποτε
καβάλα σ’ ένα γυαλιστερό ασημένιο σύννεφο.
Σε μύρισα και με μύρισες. Κι ούτε μια λέξη δεν
χρειάστηκε, για να μάθω πως γίνεται να μην πεθάνεις
από τίποτε άλλο, παρά μόνο από μανία για να ζήσεις.

Agnus Dei

kladi

Το θέμα τού ποιήματος είναι το ίδιο το ποίημα.
Ένα βήμα μπρος δυο πίσω. Εκτός κι αν
αντιστρέψουμε τα πράγματα. Εκτός κι αν η ζωή
αρχίζει απ’ το φέρετρο και καταλήγει στην κούνια.
Πάντα με τον κίνδυνο να ξεχαστεί κανείς επί μακρόν
στη χνουδωτή γραμμούλα του χρόνου, που πάει
απ’ τον αφαλό προς τα έγκατα. Κι αφού η αρχή
δεν έχει τέλος, δεν θα πονέσεις καθόλου μωρό μου.

Προσευχή κορασίδος Ή Πασχαλιές μες απ’ τη νεκρή Γη

pasxaliew

Αλίμονο, αλείψτε με,
όσοι γλυτώσατε απ’ τη Χάρυβδη του Ιησού Χριστού
κι απ’ των Ρωμαίων τα καρφιά και τις τανάλιες.
Εγώ ειμί κόρη αποστάτησα
κάθε αμαρτία μου κραδαίνω σαν τσεκούρι.
Μ’ αποκαλούν τσουλί της τρίτης γυμνασίου.
Μ’ αποκαλούν τσουλί της Αποκάλυψης.
Κι όλοι ομιλούν για τα υγρά μου
καθώς κοχλάζουν μες στη χύτρα της Ανοίξεως.
Μ’ αποκαλούνε γλείφτρω σκύλα κλαίουσα ιτιά
μα στέκομαι στο χείλος των αιώνων
στα γλιστερά βασίλεια.
Γη έτοιμη ν’ απογδυθεί τη σκοτεινή πλευρά της
Γη-φωλιά και Γη καυλοπαρμένη.
Αλίμονο, νοικοκυραίοι εσείς που με κοιτάτε στα βυζιά
κι εσείς κουρείς της πόλεως που νείρεστε το τριχωτό μουνί μου
κι εσείς αγόρια που τραβάτε μαλακία
με τις κιλότες της μαμάς κι εσείς
αλείψτε με
όπως με βούτυρο αλείφουν τα ζεστά κορμιά στα χαρακώματα
για να τα φάει ο Χάρος
αλείψτε με
στην ερωτόστομη σχισμή μύρο και μαγιονέζα.
Υπήρξα επιτάφιο κορμί και περιμένω σκύλους εραστές
πολιορκητές γυφταίους
στρατάρχες φαλλοφόρους
να έρθουν
στα μιασμένα έγκατα να επωάσουν Νύμφες λαμπερές.
Αχ! ο λαός μου σκέφτεται το χρήμα και μιλά για τον καιρό.
Επιδόματα νανουρίσουν το μέλλον του.
Κι εγώ η γυμνούλα Γη
περιμένω το καυλί του και το σπόρο του.
Αχ! τον οργασμό της Αναστάσεως περιμένω.
Βεγγαλικά και βαρελότα
κομμένα δάχτυλα βγαλμένα μάτια και ψωλές
ρινίσματα φωτιάς
εκσπερματώσεις.

Αdagio

demon

Η λογική και ο ορθός λόγος αποτελούν μέρη της φύσης και ελέγχονται απ’ αυτή. Ο άνθρωπος για να γίνει ισχυρός πρέπει να ξαναβρεί τη χαρά. Και η χαρά βρίσκεται στην δικαιοδοσία των φτωχών ανθρώπων.

Όσοι από μας τους φτωχούς πιστέψουμε στη χαρά και στις νυφούλες που ανακατεύουν με τα δάχτυλα το ερωτικό στάρι θα κατακτήσουμε άνευ πολέμων και οιμωγής τη Βασιλεία των οργασμών.

Θα γίνουμε Άγιοι ισχυροί ποιητές και ποιήτριες που θα σέβονται το μουνί και τον πούτσο. Δηλαδή των άνθρωπο. Που οι θρήνοι μας δεν θα είναι μυξοκλαψιάρια στιχάκια αλλά πυρωμένες βελόνες στ’ αυτιά του άδειου μεταφυσικού κενού και της κάθε φιλελεύθερης πίπας που θέλει ανταγωνισμό και θεοκρατία.

Θα γίνουμε εραστές ποιητές και ποιήτριες, φτάνοντας στις λέξεις όπως η φύση φτάνει τους χυμούς της στα ξερά κλωνάρια.

Ασφαλώς ο φτωχός άνθρωπος υποφέρει, στην καρδιά του στο συκώτι του, στα κόκκαλά του, είναι λυπημένος και αλλόκοτος, μα είναι ανθάκι μέσα στα αιχμηρά αγκάθια και τους θανάτους.

Την μεγάλη καρδιά του φτωχού την καίει η γη του που καίγεται με λάμψη. Τα ηλεκτρισμένα της νερά, τα δέντρα και τα χορτάρια που μυρίζουν σαν πύρινες γλώσσες, οι δρόμοι, τα σπίτια, οι θερισμοί, τα σχήματα, όλα τα πρόσωπα τού ανθρώπου, αναστατωμένα, σκεβρωμένα, παραμορφωμένα με εξογκώματα σαν να εκφράζουν μια κάποια υπόγεια συναισθηματική πυρκαγιά.

Οι φτωχοί αυτού του πλανήτη θα πλουτίσουν αν απομυθοποιήσουν την επιτάχυνση του σάπιου κόσμου που τους θέλει φτωχούς και καταφρονεμένους.

Αν απομυθοποιηθεί η επιτάχυνση οι άνθρωποι σ’ ανατολή και δύση, σε βορά και νότο, θα επιβάλουν περιορισμούς στα εργαλεία τους, περιορισμούς που θα τα κάνουν όργανα απελευθέρωσης και χαράς.

Μια απελευθέρωση φτηνή για τους φτωχούς αλλά που θα κοστίσει ακριβά στους πλούσιους. Μια απελευθέρωση δαιμονική πάνω απ’ το σωρό με τα χαλασμένα ρολόγια και τα ερείπια και τους τσιμεντένιους τάφους της Συρίας.

 

Απρίλης μες στο στόμα σου

pica

Τώρα που μας χτυπούν, κορίτσι μου, αλύπητα οι λέξεις
και νιώθω το τίναγμά σου πάνω μου
την αγκαλιά σου χιαστί στην ωμοπλάτη
να μού συστήνεται ως Λίμνη Αμβρακία
με όλα τα συναφή τσουλιά της γαλανόλευκης.
Να ξεστομίζω εγώ τη λέξη εκδρομή
τη λέξη Απρίλης μες στο στόμα σου
να στέλνω κάθε τόσο με τη γλώσσα χαιρετίσματα στη μήτρα σου.

Πλάνητας ειμί, από πολέμους άσχετος μα πολεμοχαρής
-δάχτυλο στόμα σπυριασμένο αυτί πανωλεθρία-

ξεφλουδισμένος πέρα ο κόσμος, τον κοιτώ να μας σουτάρει
εδώ δίπλα στη βόμβα της Ανοίξεως
στους κάλυκες
στον αγαθό αφρό που κελαρύζει όλο γύρη αποτρόπαια
όλο αφήνοντας σαν το πουκάμισο φιδιού
το ερωτικό λαρύγγι μας ανάμεσα στις πέτρες

Λάζαρε δεύρω έξω

fanal2

Μέλλον που με στόλισες με λάφυρα
κι εσύ ψωλή μου λαίμαργη
την κάθε πτώση σου τη θρέφει η βαρύτητα με αγάπη.
Εις τις επάλξεις επαξίως άξια φτιάχνεις το ποιηματάκι.
Ω! κοίτα, την ανδρική μου φλέβα και πως στέκομαι
στο χείλος των χειλιών σου.
Είμαι αυτός που σου μιλάει νύμφη ακόρεστη.
Ο πιο ταριχευτής και σκύλος
ο πιο ανίδεος ληστής στο μουσκεμένο πρώτο χνούδι.
Λάζαρε δεύρω έξω
Λάζαρε ζώο εσύ σε οργασμό, που σε κλωσά η ονείρωξη
Λάζαρε μοσχαράκι κολλημένο στο μαστάρι της σιωπής
Λάζαρε ταφοφοβικέ, που σε λικνίζει ο δαίμονας της καύλας
μες στις ρηχές γαβάθες των ματιών της
Λάζαρε χασικλή
αγκιστρωμένε στις σχισμές των κοριτσιών
πέτα μου έστω ένα ξεροκόματο ανάστασης
ο θάνατος είν’ για μια στιγμή
μα η ζωή αιώνια

Μαύρε Ντανταϊστικέ μηδενισμέ!

mabre

Τα τελευταία άξια τέκνα των ντανταϊστών τα συνεπαίρνουν οι πλάνες της τελετουργικής αντίληψης που έχουν για την ευτυχία οι αστοί.

Ξέρουν πως οι φυτοφαγικές εξάρσεις και οι φιλοτεχνίες της άρχουσας τάξης έχουν κάτι το σαρκαστικά ευαγγελικό.

Αυτή η αθωότητα και η καλοσύνη των γαντζωμένων στην εξουσία αρπαχτικών μας εξωθεί να ανακράξουμε: Σκατά.

Ο Τριστάν Τζαρά δηλώνει ως ειδικός και περιωπής σκατολόγος, στο Μανιφέστο του κ. Αντιπυρίν: «Το Νταντά παραμένει στο ευρωπαϊκό πλαίσιο των αδυναμιών, με άλλα λόγια των σκατών, αλλά που από δω και στο εξής θα τα λέμε αλλιώς: δηλαδή θα λέμε ότι χέζουμε μέσα στην ποικιλοχρωμία για να στολίσουμε τον ζωολογικό κήπο της τέχνης με όλες τις σημαίες των προξενείων».

Και ο Λεό Φερέ τού αποκρίνεται μισόν αιώνα αργότερα με το έργο του: Ποιητή, τα Χαρτιά σας: «Όσο ο Τζαρά καβαλικεύει τον μπιντέ/Στο πανδοχείο Νταντά το σκατό είναι λογοτεχνικό».

Όταν μεγαλώνει η κοιλιά των χορτάτων η έμπνευση των ντανταϊστών φορά τα πασουμάκια της και πάει να ρίξει ένα γερό λογοτεχνικό χέσιμο στην ακαδημία Αθηνών, στο Μέγαρο Μουσικής, στο Ίδρυμα Νιάρχου και στα γιουσουφάκια του, στη γλάστρα έξω απ’ το υπουργείο πολιτισμού και μέσα στο υπουργείο πολιτισμού, στη μαμά Πατρίδα, στις μπάμιες της αρχιεπισκοπής, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Παρομοιώσεις, γλυκόλογα, σεξ

paromiosis

Στο λαιμό μου περπατά ένα μυρμήγκι.
Οδός άνω και κάτω.
θα φτάσει ως καθεύδων το άτιμο
στο βασίλειο της αυτοκρατορίας των όρχεων
γαργαλώντας με την περπατησιά του
την αρχή της Ποιητικής μου ουσίας.
Πράγματα που δεν καταλαβαίνουν οι μαστραπάδες
στη μικρή επαρχιακή μας πόλη
και θα πρέπει τώρα να κάνω τα λυρικά μου κόλπα
και τις πιρουέτες από τσαχπινιά
να δουν το λίπος της σεξουαλικής μου σκέψεως
ως και οι Λαίδες που κουρσεύουν χωριάτες
βγάζοντάς τους το ζουμάκι απ’ τα σπλάχνα
κι απ’ τα μάτια μόνο μιαν αχνή λάμψη
την ώρα που ζητάν το δάχτυλο να νιώσουν
τον επαμφοτερίζων σπασμό.
Μα εδώ έφτασε η ώρα να ανακράξω:
Ιδού η ομίχλη. Ο κάμπος γύρω. Τα ερπετά.
Ιδού όσα περνούν και τρεμουλιάζουν.
Ιδού η μυρουδιά απ’ τα χορτάρια που τα καίει ο ήλιος.
Μαμά πατρίδα, ζωγράφισέ με στις πέτρες σου
και στο πλεμόνι της προβατίνας
εγώ είμαι ο Αγριάν κι εσύ η θηλυκιά
που με χόρτασε γάλα εβαπορέ και τσουκνίδες.
Εδώ είναι η Βενετία, εδώ η Λόντρα, εδώ
ο ποταμός της Γαλλίας ονόματι Μουλέν Ρούζ
μια διώρυγα της Ολλανδίας με λασπωμένο νερό
και αφγανικό χασίς, εδώ η θάλασσα της Νορμανδίας,
εδώ το Ζάλογγο και τα βότσαλα στην κορφή του βουνού.
Παντού η απεριόριστη κυριαρχία σου
μαμά πατρίδα, ποίηση που φτυαρίζω τα χωματάκια σου
όπως ο χτίστης ανακατώνει το γαρμπίλι του
κι όπως μια γυμνή περιμένει
δια χειρός εραστού παρομοιώσεις γλυκόλογα σεξ.

Τα άνθη του καυλού Ή Ανθοφορίας εγκώμιο

agr

Να σε ερμηνεύσω προσπαθώ
όπως να ερμηνεύσουν προσπαθούν
οι Ουλεμάδες το Κοράνι. Θεός υπήρξα
στον αφρό σου τυλιγμένος. Ως και το
λειρί σου ακόμα έβγαζε λαλιά. Και για
τον αφαλό σου έγραψα. Έκαμα πρόβα
ως πατριάρχης. Της μήτρας σου
τη σκαλωσιά και τα υπόλοιπα γύρης
στο ασβεστωμένο κουζινάκι που σε πήρα
με τα μάτια, για μια στιγμή, για να σε πάω
στους βρυώδης τόπους. Ω! δασώδη σχισμή
εσύ στοματάκι αυτάκι μουνάκι απ’ άκρη
σ’ άκρη στους αγρούς σ’ άκουσα να ηχείς.

Εισαγωγή στο κομμουνιστικό μανιφέστο

kk

Άφρισαν οι Αφρικανές, οι αλλόθρησκοι παρίες.
Εδώ είναι νεοκλασικός τεκές με κοριτσάκια
πορφύρες και πλοκάμια εραστών
που εσπούδασαν υγρή γεωδαισία
όλο το βίαιο πουταναριό απ’ τις στράτες
ο χορευτής στο αντίσκηνο, γεμάτος ψείρες και κοριούς
ολόκληρη σχολή αιμομιξίας.
Εδώ είναι σοβιέτ!
οι κήνσορες ξωπίσω απ’ τα γεράκια
ψάχνοντας καύκαλα σπασμένα όλο τρύπες
να μπαινοβγαίνει η λύσσα η σαυροειδής του μπολσεβίκου
εγώ, ο πιο νυμφομανής των Βαλκανίων
εγώ, ο πιο στυγνός διακορευτής τραμπούκων
ξοπίσω τρέχοντας ανήμερα της ξυποληταριάς
να φτάσω με το τρένο στο Κρεμλίνο
να φέρω αχινούς ζεστούς απ’ τη Μεσόγειο
να διακορεύσω τα βυζιά της τροφαντής τσαρίνας
Λένιν ακροτελεύτιος
Λένιν κονκισταδόρος

Των γραφειοκρατών η φάρα

grafis

Ήταν της γραφής γραφτό
να γεννηθούν στυγνοί γραφειοκράτες
που θα γράφουν λίστες, αναφορές και συμβόλαια
που συμβουλές θα δίνουνε στα δάση
πως να αποφύγουν τις πυρκαγιές
στις κοπέλες, πως, να προστατευθούν από τους μύκητες
στα βρύα και στις λειχήνες, πως, να γίνουνε της έξαψης
στα ερπετά πως να κουρσεύουν κόρφους
και στις μανούλες οδηγίες χρήσεως βυζιού
και στα μωρά φωνήεντα λιοπύρια.
Πως, οι δράκοι, να καταπίνουνε τους ήλιους σαν κινίνα.
Πως, τον ήλιο, πάνω στις πέτρες να σπάνε
σαν τα μύγδαλα, οι ερεβικοί χωριάτες.
Πώς, να ψειριάσουνε τα στέφανα στο υγρό εικονοστάσι.
Πώς να κρατούν το εσώρουχο στεγνό
οι κάριες οι αγγλίδες, όταν διαβαίνουν τους Δελφούς.
Πώς να πονά μιαν υπηρέτρια στις Σπέτσες, και
πόσα επιδόματα μετάληψης
να εισπράττει η γυφτοπούλα ύπαρξις
η σφήκα που ετράνταξε μηρούς κάτω απ’ τη φούστα.
Πως, ο οσποδάρος οργασμός
θα ξεκρεμάσει απ’ τα τσιγκέλια τις λαγνείες.

Τροπάριο

zografiki

Τάχα Μαγδαληνή, εσύ
τάχα υπάλληλος τεκέ
τάχα ακροβυστία.
Πένθος που καταπλάκωσε συκιές της Μεσσηνίας
χείλη που επίνανε βερμούτ
σπλάχνα που καταβρόχθισαν το φαλικό τρυγόνι.
Στα μαύρα εσύ
στα μαύρα εγώ
στα μαύρα το μουνί σου.
Το πεπτικό μου όλο σαύρες
ψυχή υγρή
που έζεχνε σεξ και αυγά νοικοκυραίων.
Η μάνα μου ερχόταν πίσω με το μπιμπερό
να με ποτίσει λέξεις γάλακτος
το σπλάχνο της να μάθει
δισύλλαβα της κλειτορίδος
και ουρανομήκη χορικά.
Πως μουρμουρίζουν οι πονόψυχες καρδούλες.

Γκριμάτσες

grimatses

Όποιος αποκτά τις χαρές της ζωής με αφύσικο τρόπο καταλήγει πολλές φορές να φαρμακώσει ολόκληρο τον κόσμο.

Βάζοντας οι άνθρωποι πέτρα στο ερωτικό τους καζανάκι κάνουν οικονομία στο σεξουαλικό ζουμί και βάζουν φρένο στην ορμή και τις παλαβομάρες. Και οι άνθρωποι γίνονται χομπίστες καλοζωίας, συνήθως δίχως κόπο και ζωτικό μόχθο, καταλήγοντας στο αυτί του ψυχολόγου που δεν μπορεί να θεραπεύσει την κουραστική μονοτονία.

Μέσα στη σκυθρωπή του απόγνωση ο μικροαστός της πόλης θα συναντήσει την αναπόφευκτη πλήξη των ενασχολήσεων που προσφέρουν μια μινιατούρα ευτυχίας επί χρήμασι.

Βολεμένος στο αίσθημα του τραγικού που γίνεται τραγέλαφος και γεννοβολά δράματα και δυστυχίες.

Τηλεορασάκιας έως θανάτου και τηλεορασόπληκτος έως τάφου χάνει μυρουδιές και πρωινές πάχνες.

Μα αν δε χάσεις το αίσθημα του τραγικού για να ζήσεις όπως ένα λουλούδι ή ένας βράχος ή ένα δέντρο, ταυτισμένος με τη φύση και ταυτόχρονα ενάντιά της δεν πρόκειται να ευτυχήσεις ποτέ.

Αχελώου και Στερεάς

kokoras

Ούρλιαξες, χάμω εκεί, στου Αχελώου την κοίτη.
Φοβήθηκες μην έρθει ο Αχέροντας, μωρό μου
μην έρθει ο μαύρος κόκορας,
ο ευθυτενής χασάπης.
Φοβήθηκες το εικόνισμα που θόλωσε
μη στάξει το καντήλι μου
λάδι καυτό στον πατραϊκό σου κόλπο.
Φοβήθηκες μη μαζευτούν στο δέλτα σου
ψαράδες για να κάνουν πυροφάνι
ολονυχτίς σιωπώντας μες στο πένθος τους
τρώγοντας ψωμί κι ελιές απ’ τα γυμνά λιοστάσια
τρώγοντας λέξεις θηλυκές που χύθηκαν στο πέλαγος
παραμονή οργασμού,
παραμονή της μάχης της Ναυπάκτου.

Πορτρέτο του καλλιτέχνη με τσεκούρι

kalitexn

Ζητάω λίγη μουσική
-εδώ στο κέντρο του κόσμου που είναι ο εαυτός μου-.

Διαβάζω ένα ποίημα του Frost
για τον δρόμο που δεν πήραμε
και βλέπω τους κατσικογάμηδες
να διαπρέπουν στην πρωτεύουσα.

Άλλοι κουβαλάνε σάκους γεμάτους κονσερβοκούτια,
χαρτιά, φλούδια, μπουκάλια, αλοιφές για το έκζεμα.

Το Σύμπαν ενορχηστρώνει τους κραδασμούς του.

Ω! μούσα, στραγγαλισμένο θύμα τόσων και τόσων
ζητάω λίγη μουσική,
-εδώ στο κέντρο του κόσμου που είναι ο εαυτός μου-.

Φωτορομάντζο για σεμνές Κυρίες

variations1.jpg

Αλλά τον έρωτα δεν τον παραγγέλνει κανείς. Ο έρωτας είναι ένα καλάθι με φρούτα μπροστά από δυο κορμιά που περιμένουν να έρθει ο έρωτας. Να έρθει η πρώτη δαγκωνιά και το δάχτυλο για να σμίξει τις σάρκες εις σάρκαν μια. Για να σαρκωθεί ο άσαρκος χρόνος. Να έρθει ο γάμος παραμερίζοντας βίαια τη σιωπή.

variations2

Ο πρώτος χαιρετισμός εραστών. Η γνωριμία με τους χυμούς και τις χλωμές μέρες που τελειώνουν γρήγορα. Οι ερωτικές επιστολές που γράφω καθημερνώς. Δεν υπάρχει όμως το ωραίο συζυγικό κρεβάτι, με τα δαντελένια λευκά σεντόνια και τις γάργαρες υποσχέσεις του λυρισμού που αφήνουν τα βλέμματα πάνω στα γυμνά αιδοία. Είμαστε τα αιδοία μας. Εδώ αρχίζουν οι ερωτικές χειραψίες.

variations3

Εσύ κρατάς τον καθρέφτη κι εγώ τα λουλούδια. Ζω, λέει, κάτω απ’ τη φούστα σου. Όχι σε έγχρωμη τηλεόραση με ζόμπι γελαστά, με εικονικά σώματα που κινούνται στον κυβερνοχώρο. Ζω γλείφοντας με περιέργεια και δέος, σε στάση προσευχής. Εσύ κοιτάς το πρόσωπό σου στον καθρέφτη τη στιγμή που η γλώσσα μου και η κλειτορίδα σου γίνονται ένα. Εν το παν.

variations4

Εις το ανάκλιντρο η γραφή γίνεται ονειροπαγίδα. Σε καρφώνω όπως περνούν οι νυχτερίδες στις στοιχειωμένες πολεμίστρες, όπως μέσα στα ρήγματα βυθίζονται ασθένεια και θάνατος για να βγει σπέρμα και ζωή. Για να χύσω ξεδιάντροπα, πέραν κάθε συγκινήσεως. Σε αποπλανώ με δάκρυα στα μάτια. Σε καρφώνω. Παλινδρομώ. Η κόρη του ματιού σου μέσα στην κόλαση της άγνοιας. Ηδονή σαν μισοβγαλμένη απ’ το χώμα. Σαν βολβός ο πούτσος που ψάχνει το οξυγόνο του.

variations5

Ο κύριος που σε κρατάει αγκαλιά είμαι. Ο Κυρίαρχος ανίσχυρος σερνικός. Πάνω στα πόδια μου είσαι ένα θηλυκό χωρίς σχήμα, χωρίς ηλικία, θα μπορούσες να είσαι μια γριά ή ένα κοριτσάκι. Άνθρωποι πρωτόγονοι είμαστε. Θεατρίνοι με τρομαχτικές φωνές. Γουστάρουμε τον Απόλυτο Άλλο. Το Γαμήσι. Ουρλιάζουμε, ενώ τα άκρα μας τραντάζονται σα να έχουμε πάθει επιληπτική κρίση. Συνομιλούμε με Σφίγγες, Οιδίποδες και Πυθίες. Είμαστε Φύση. Δια παντός.

Κυριακή αργία

kiriaki argia

Σήμερα που είναι Κυριακή αργία
θα αφεθώ στη μαμά Αδρεναλίνη
και θα βγω να κατουρήσω στον
κήπο όπως κάθε Κυριακή αργία
χρόνια τώρα, θα κοιτάξω ξανά τα
μελισσάκια και θα ζηλέψω αυτά
τα πουλιά που με κάνουν να θέλω
να γράψω ποίηση σαν αφηνιασμένος
παμφάγος αγριόχοιρος που αδιαφορεί
για τα σκάγια και τους κακούς

Ιερή σχισμή Ή Ο Λόγος του θεού

courbe

Αν ο καλλιτέχνης δεν καταφέρει να κάνει τον θεατή ηδονοβλεψία, δηλαδή καλλιτέχνη, είναι σκέτος μπάμιας και αποτυχημένος όσο καλός ελαιοχρωματιστής ή φιλολογικάριος κι αν είναι.

Αν ο ποιητής ή ο επίδοξος γραφολάγνος δεν θέτει ερωτήματα στο ίδιο το βλέμμα του αναγνώστη, ε, τότε ας πασαλειφτεί σκατό και καρπούζι κατά τη Σαχτούρεια ακρίβεια της ποιητικής σύγχυσης.

Ξαναβάζοντας το ποιητικό μονόκλ του ρομαντισμού οι ύστεροι μαλακάσηδες ξέχασαν τα ερωτικά όργανα του ανθρώπου έξω απ’ το ποίημα και τον έρωτα έξω απ’ το φωταγωγό της συμβίωσης και της κοινής ζωής.

Όλα τα κινήματα απ’ τον Αρχίλοχο μέχρι τον σουρεαλισμό που του φόρεσαν καπότα οι ντόπιοι ελληνορθόδοξοι εκδότες, φέραν στο προσκήνιο την ανθρώπινη ανάγκη για ψωμί και γαμήσι, εκφρασμένη έξω από γραμματικούς κανόνες και ακαδημαϊκούς καθετήρες.

Ο τούρκο-αιγύπτιος διπλωμάτης Χαλίλ-Μπέης παρήγγειλε απ’ τον Κουρμπέ ένα απίθανο γυμνό, ζητώντας του να στιγματίσει τα αίτια της σύφιλης που είχε κολλήσει λίγο καιρό νωρίτερα στην Πετρούπολη.

Η Καταγωγή του Κόσμου του Κουρμπέ είναι στην πραγματικότητα ένα είδος τάματος για τη συμφιλίωση του Έρωτα και του Θανάτου. Των θετικών δυνάμεων του σεξουαλικού πόθου και της ηδονής και των αρνητικών δυνάμεων του θανάτου.

Η καταγωγή του Κόσμου δείχνει και την καταγωγή της τέχνης. Τον τρόπο με τον οποίο το ζωντανό και το νεκρό ανταμώνουν, αποδίδοντας καλλιτεχνικά την ίδια αρχή της αμφισημίας που χαρακτηρίζει τη σχέση μας με τη σεξουαλικότητα και τον πόθο.

Η έκφραση Καταγωγή του Κόσμου παραπέμπει ευθέως στη μητρική γονιμότητα και καταλήγει αποδίδοντας τιμή στο Αιώνιο Θηλυκό ως αμετάλλακτο παρελθόν και μέλλον όχι μόνο του ανδρός, αλλά του ανθρώπου.

Σε όλες τις ανθρώπινες γλώσσες δεν υπάρχει ούτε μια πρόταση που να μην περικλείει το σύμπαν.

Όταν λες «ο άνθρωπος», λες για τις μάνες που τον γέννησαν, τα πουλιά και τα κατσίκια που κατασπάραξε, τα χόρτα που έτρωγαν αυτά τα κατσίκια, τη γη που βλάστησε αυτά τα χόρτα, τον ουρανό που φώτισε αυτή τη γη.

Στη γλώσσα ενός ποιητή, κάθε λέξη θα πρέπει όχι απλώς να εκφράζει αυτή την άπειρη αλληλουχία των γεγονότων, αλλά να την εκφράζει μ’ έναν τρόπο απερίφραστο και ακαριαίο.

Οι φιλόδοξες και φτωχές ανθρώπινες λέξεις όπως σύμπαν, κόσμος, άπειρο, δεν είναι παρά απόηχοι της καύλας μας να ψαύσουμε την αιωνιότητα. Να γίνουμε αθάνατοι, δηλαδή θεοί. Μα ο λόγος του θεού των ανθρώπων είναι ο λόγος του ποιητή. Είναι ο λόγος που γίνεται ένα βουνό ή ένας ποταμός ή η διάταξη των άστρων.

Όμως στο πέρασμα των αιώνων τα βουνά ισοπεδώνονται και η πορεία ενός ποταμού εκτρέπεται και οι αυτοκρατορίες αλλάζουν και συντρίβονται και η διάταξη των άστρων μεταβάλλεται μεγαλειωδώς.

Όλα αλλάζουν στο στερέωμα. Κι όταν αυτό ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να το δείξει είναι ανάπηρος. Κι όταν ο ποιητής δεν μπορεί να το πει είναι μουγκός δεσμοφύλακας λέξεων. Κρέας για πούλημα ή σάπιο κρέας για τα σκυλιά.

Φεστιβάλ ποίησης Ή Πού χέζουν οι παίχτες στο σαρβάιβορ;

buk-3

Τα φεστιβάλ ποίησης και οι αναγνώσεις ποίησης κατάντησαν η πιο χυδαία πνευματική νεκροφάνεια ποιητών εκδοτών και μικροεμπόρων.

Μέσα στον ετερότροφο παρασιτισμό τους, οι κλίκες που επιφανώς έχουν διαπρέψει ως οπισθοαβανγκάρντ καλόγεροι του καταραμένου κέντρου των Αθηνών-βλέπε κωλόμπαρα και εναλλακτικά βιβλιοπωλεία-αυτά που, πρώην κνίτες που εγίναν αντικνίτες εν μια νυκτί αναγνώσεως Δημουλά, τώρα κονσερβοποιούν το σκατούλι τους και το βάζουν στο ράφι της καθημερινής μπανιστηρτζίδικης ουτοπίας.

Ψιλικατζήδες και γερογαμιάδες, κόμισες και κομισάριοι, γυρολόγοι με άποψη και λίμπιντο, κόρες βιοτεχνών και φιλάργυροι γαστρονόμοι, πυκνοπόγονοι νεολαίοι με πρόωρο γήρας-ακαύλωτοι διαχειριστές του εαυτού τους-,πλάνητες και πλανεμένοι καρβουνιάρηδες-μαυρισμένοι απ’ το υπερφίαλο τίποτα-αεροπτεριστές της εφήμερης πλην καθεστωτικής Αυγής, χρυσόφτερνοι κλακαδόροι, χοντρόκωλοι ακαδημαϊκοί σπεσιαλίστες τού κόπυ πέιστ, φιλόλογοι που σπούδασαν γηρατειά στα δεκαοχτώ, πρώην διευθυντές εκπαιδεύσεως παιδεραστικής κοπής, περιφερειάρχες και θυμωμένοι κομμωτές, ζεσταίνουν το πλεμόνι της ποίησης στο μεγάλο τσουκάλι της μαλακίας, ξαναγυρίζοντας στη μισοντυμένη αίσθηση ενός θαυμαστού εσωτερικού αυνανισμού πασπαλισμένου με τη διάφανη αχλή του βρωμοαρώματος του καταλυτικού τους γιοταχί που θα τους πάει στην ποιητική πλατφόρμα.

Παίχτες όλοι ενός ποιητικού σαρβάιβορ έτοιμοι για τρελές πιπίλες. Για αναγνώριση και χειροκρότημα την στιγμή που η εκσπερματική μοναξιά τους πιτσιλίζει τα πλήθη.

Το έπαθλον είναι εκατό χιλιάδες δάφνινα στεφάνια πασπαλισμένα με τσουτσουνόσκονη απ’ το Λίγο Του Κώλου. Ω! σύντροφοι, που δεν έχουμε συμφάγει ποτέ μαζί, πού χέζουν τελικά οι παίχτες του σαρβάιβορ;

Αγκαλιά

pasion

Ο εγκέφαλός μας είναι η παρωδία της ίδιας της ζωής. Ζούμε, αναπνέουμε, συνουσιαζόμαστε, παρωδώντας την περιστροφική κίνηση της γης.

Η σεξουαλικότητά μας πραγματώνει πεισματικά τη λήθη του θανάτου. Η αγκαλιά μας παίρνει το σχήμα του έρωτα και γίνεται κινητήριος δύναμη της συνεχούς μεταμόρφωσης.

Πεθαίνουμε για να ξαναγεννηθούμε. Χωρίζουμε για να ξανασμίξουμε. Κλαίμε για να μπορέσουμε να ξαναγελάσουμε.

Απλωμένοι μες στην ερωτική φρενίτιδα των αλλαγών γύρω μας παρωδούμε καθετί ιερό με τη σεξουαλικότητά μας.

Απ’ τον παιδικό θυμό και τη ματαιοδοξία της εφηβείας γλιστράμε στη γενεσιουργία της ενήλικης ζωής, τρέφοντας τις ρίζες και τους βολβούς, τα μάτια των νεκρών που η κυκλική κίνηση σπέρνει κάθε φορά στα πατρικά μας χωράφια.

Κομμουνιστικό Μανιφέστο Ή Ποίημα γραμμένο από τον Άνθρωπο

marx

Το σύστημα γραφής μου βασίζεται στον ομοιόμορφο χαρακτήρα όλων των ανθρώπων. Αν όλοι οι ποιητές υπέγραφαν τα έργα τους με μια και μόνη υπογραφή, «Ποίημα γραμμένο από τον Άνθρωπο», το πρόβλημα της διαφοροποίησης, της κατάταξης, της αξιολόγησης των ανθρώπων με βάση διάφορα μέτρα και σταθμά δεν θα είχε νόημα. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι το ψωμί κι όχι το παντεσπάνι.

Αιρέσεις και Έρως

filim

Η ερωτική αλληλογραφία καθίστατο πολλές φορές ένα σπουδαίο σεξουαλικό μέσο. Ασφαλώς πρόκειται για μια λογοτεχνική μέθοδο, υπαγορευμένη απ’ τους κανόνες της λογοκρισίας αλλά και της ορθότητας που υπαγορεύει η κοινωνική υποκρισία.

Θα μπορούσε κάποιος εξωγήινος αρχαιολόγος στο μέλλον να καταλάβει, πως, τελικά κάθε αλληλογραφία-εκτός απ’ την επαγγελματική και την οικογενειακή-είναι δυνητικά πορνογραφική.

Όλες οι μακροσκελείς εκμυστηρεύσεις που ποντάρουν στην εχεμύθεια αποζητούν να οπλίσουν τις ορμές του κορμιού αφού αποτελούν συνήθως τα προκαταρκτικά της σεξουαλικής πράξης.

Ο γλωσσικός πλούτος του πορνογραφικού ασέμνου συνιστά την πιο σπουδαία διάσταση της πορνογραφικής αλληλογραφίας, την οποία ανακαλύπτουμε, συχνά μετά θάνατον, ακόμα και σε συγγραφείς με ελάχιστη σκανδαλιστική φήμη.

Κάθε ερωτευμένος μπροστά στο λευκό χαρτί και τις καύλες του γίνεται ποιητής. Αληθινός ποιητής και όχι ματαιόδοξος μαλακοκαύλης.

Η ίδια η αλληλογραφία γίνεται σεξουαλική πράξη που αυτονομείται. Το βασικό της εύρημα είναι οι ερωταποκρίσεις εν κενώ χώρο. Πάνω στο λευκό χαρτί ή πάνω στο λευκό πινάκιο της οθόνης βάζεις μιαν ερώτηση στα χείλη του άλλου και την απαντάς αυτοστιγμεί.

Ένας μυγιάγγιχτος αναγνώστης θα εξανεμίσει με φρίκη την ερωτική επιστολογραφία αλλά ένας εραστής θα την εκτιμήσει περισσότερο κι απ’ τη ζωή του.

Αυτή η αμιγώς παιγνιώδης ενασχόληση μας κάνει να πειραματιζόμαστε ελεύθερα και να παίζουμε με τον άλλο εντελώς ατιμώρητα.

Πάντα όταν γράφουμε απευθυνόμαστε σε κάποιον. Το γράψιμο εάν δεν έχει βάση τον ερωτισμό είναι γραφειοκρατία. Κι από γραφειοκράτες έχει γεμίσει το βρακί μας.

Ο Τζόυς υπερθεματίζει υπέρ αυτής της ηδονής που προσφέρει η γλώσσα στην άσεμνη εκφορά της.

Νόρα γλυκιά μου πουτανίτσα, γράφει, δίπλα απ’ αυτό τον πνευματικό έρωτα που τρέφω για σένα υπάρχει ένας άγριος και ζωώδης πόθος για κάθε εκατοστό τού σώματός σου, για κάθε απόκρυφο και αισχρό μέρος του. Θα ήθελα ν’ ακούσω τα χείλη σου να ψελλίζουν βρομόλογα εξαισίως ερεθιστικά, να δω το στόμα σου να βγάζει βρώμικους ήχους και θορύβους, ν’ ακούσω και να μυρίσω τις χοντρές και βρομερές κοριτσίστικες πορδές να αναβλύζουν από το όμορφο κωλαράκι σου, κοριτσάκι, και να γαμήσω να γαμήσω να γαμήσω δια παντός το μουνί σου φλογερό και γαμιόλικο πουλάκι μου.

Το φλουρί του διαβόλου

lefto

Την άφησα εκεί, άκαμπτη, μες στα λουλούδια, με την αλαζονεία της σμιλεμένη απ’ τον οργασμό.

Απ’ όλες τις εκδοχές αυτού τού κορμιού που τόσο αναστάτωσε τη ζωή μου καμιά δεν είναι τόσο άξια να την θυμάμαι όσο ετούτη εδώ η έσχατη εκδοχή.

Όταν τ’ απλουστεύει όλα το σκοτάδι κι η σιωπή οι μνήμες γίνονται συγκεχυμένες και οξύμωρες. Με το οξύμωρον σχήμα να αντιφάσκει μες στην οξύτητα και τη μωρία του. Σχεδόν πατικωμένο απ’ το σκοτεινό φως των γνωστικών και των αλχημιστών τον μαύρο ήλιο.

Και σκέφτομαι πως κάθε έρωτας και κάθε ερωτοτροπία είναι σύμβολο όλων των ερώτων που έλαμψαν κατά καιρούς στο στερέωμα της Ιστορία και του Πόθου.

Μέσα στον αμείλικτο και απρόβλεπτο χρόνο, που μπορεί να γίνουμε στάχτη ή χρήμα, ο έρωτας δεν παύει να συμβολίζει το δικαίωμα της ελεύθερης εκλογής μας.

Βγάζει τη γλώσσα σε όσους ζουν τα κουσούρια τους δραματικά, διογκώνοντάς τα και χορδίζοντάς τα, κάνοντας το βίο γελοίο και τερπνό.

Χαϊδευτείτε αντί να σκέφτεστε τον οβολό για το Χάροντα και τα τριάκοντα αργύρια του Ιούδα και τις δραχμές της Λαΐδος και τα νομίσματα με τους ανάγλυφους κοιμωμένους της Εφέσου και τ’ ασημένια φλουριά και τα χρυσά φιορίνια.

Δεν είμαστε σε θέση ν’ αγοράσουμε τίποτε. Μόνο το απόλυτο της κάθε στιγμής μας ανήκει, αυτή η άμεμπτη ορθότητα της δαιμονικής αναρχίας που μας αναλογεί.

Κι αποκοιμήθηκα καυλωμένος, μέσα σε δαιδαλώδεις διαλογισμούς, κι ονειρεύτηκα πως ήμουν εγώ το φλουρί που φύλαγε ο διάβολος κάτω απ’ το δέρμα του.

Λαγνεία πάρε τ’ όπλο σου

lagnia pare toplo soy

Όταν πάψουμε να ανανεώνουμε την εμπειρία γινόμαστε συμπαθείς καρικατούρες συσσώρευσης πόνου και συνήθειας. Καθιστόζωα που οδεύουν θριαμβευτικά προς τα απώτερα όρια της σπατάλης.

Οι αγάπες μας και οι έρωτές μας γίνονται εικονικά κτερίσματα μέσα στο λήθαργο των εξαρτήσεων. Τα μάτια ψιθυρίζουν και τα χείλη κοιτούν. Ζούμε με τις εμπειρίες των άλλων.

Οι ενορμήσεις του Έρωτα και του θανάτου, οι βυθισμένοι πόθοι, οι ανομολόγητες ενοχές, οι πικρές επιθυμίες γίνονται άφαντες λέξεις που σβήνουν μέσα στο μηχανικό οίστρο της επικοινωνίας εξ’ αποστάσεως.

Ανανέωση της εμπειρίας σημαίνει ακολουθώ κατά πόδας την ηδονή. Σημαίνει πως ο κόσμος είναι ο εαυτός μου και πως ο εαυτός μου πλάθει τον κόσμο των άλλων και πλάθεται απ’ αυτόν. Αφοριστική αθωότητα και αφορισμένη λαγνεία.

Λαγνικά πλησιάζουμε στα ρουθούνια μας τις κορφές των λουλουδιών και τις καύλες. Λαχταρούμε και η λαχτάρα μας λαχταρά. Η εμπειρία ζητά τροφή, αλλά και αίμα. Ζητά τη συνέχεια όπως μέσα στο ποίημα ο δαίμων εαυτός ζητά τη ζωή και τον μελωδικό της απόηχο.

Η εμπειρία είναι ένα αίτημα του Εγώ. Το Εγώ ζητάει την εμπειρία για να μη σβήσει ή για να μην πυρποληθεί απ’ την υποκρισία της ηθικής ορθότητας του μέσου όρου.

Όταν το σώμα απορφανιστεί απ’ τις ηδονικές του χρήσεις ξεπέφτει στα υποκατάστατα και την μαλακία. Ο καθήμενος άνθρωπος βαριέται να γαμήσει. Γαμάει στο τηλέφωνο ή στο μήνυμα. Έχει βαλσαμώσει τη μια και μοναδική εμπειρία και την έχει βάλει στο μουσείο της μνήμης.

Όλες οι ηδονές και οι λαγνείες πολτοποιούνται στα βιβλία και τις εικόνες. Οδηγούνται στην εξορία της αναπαράστασης και στις γεωγραφικές επικράτειες μιας αυτιστικής καλλιτεχνίας. Μιας έκφρασης των επινοήσεων και των διανοημάτων και όχι των αναγκών. Ενός ρομαντισμού της παραφροσύνης.

Εμπειρία σημαίνει αποδέσμευση από τη μια και μοναδική πραγματικότητα. Σημαίνει πως κάνω τη γλώσσα να βλέπει και να ποιεί. Να δημιουργεί ένα παρόν τελειούμενο, μιαν ανταμοιβή έρωτος μέσα στην ανίατη πενία της ζωής.

Μιλώ για ξεμοντάρισμα εδώ, των αξιών που μας καθορίζουν. Τον αξιών που μας βάζουν να πουλάμε τον εαυτό μας. Μακριά από κάθε νέα σκλαβιά, σαν να ορμά μέσα μας ο ήλιος, έκθαμβος και εκθαμβωτικός.