ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Όταν τα κοκόρια παίζουν μπάλα

ta kokor

Είμαι βαθύτατα ανιθρησκειακός. Δηλαδή εναντίον της θρησκείας. Όχι φυσικά εναντίον του θεού της θρησκείας που είναι μια μπαρούφα και τίποτε άλλο. Γιατί δεν μπορείς να προσδιορίζεσαι με βάση τη μπαρούφα. Είτε θετικά, είτε αρνητικά. Είμαι εναντίον του θρήσκου που είναι και βαθιά θρησκόληπτος και βαθιά μονομανής. Ο θρήσκος είναι υποχείριο του θεού του, και επειδή δεν υπάρχει θεός ο θρήσκος είναι υποχείριο του ιερατείου. Είναι έτοιμος κιμάς για μπιφτέκια. Την προσευχή του που είναι μια βαθιά ιδιωτική πράξη, την επιβάλει ως κοινωνική, με το φονταμενταλισμό της κρατικής μηχανής που είναι κατοχυρωμένος συνταγματικά. Φυσικά και δεν θίγεται κανείς από όποιον πιστεύει σε οτιδήποτε εντός της οικίας του και εντός της κούτρας του. Όταν όμως κάθε μαλακισμένη πίστη καταλαμβάνει χώρο μέσα στην κοινωνία, η κοινωνία γίνεται υπηρέτης της και θεραπαινίδα των ανοργασμικών της οργασμών. Γίνεται η κούρνια κάθε ανορθολογισμού. Με όλη την παρδαλή αμεριμνησία της επιτίθεται τυφλά και με κάθε μέσο στη ζωή. Γιατί η αληθινή ζωή δεν έχει θαύματα. Γιατί το θαύμα αντιπροσωπεύει την πιο δολερή αισχρότητα. Τη σαγήνη πριν το μαρκάλεμα. Τα ωραία διδάγματα των θρησκειών είναι η πέτσα του τέρατος. Από μέσα έχει μόνο πύον και σκατά. Και βεβαίως πολλά λεφτά για τους απατεώνες και τους φακίρηδες. Για το ιερατείο που στηρίζει το κατεστημένο. Για το ιερατείο που είναι πνιγμένο στο χρυσό και τις ιερές μερσεντές. Για το ιερατείο που περιμένει τις κρίσεις για να πάρει δύναμη. Διότι ένα αποδυναμωμένο κράτος πρόνοιας θέλει τον παπά και τον επιχειρηματία. Θέλει το συσσίτιο και τις καινοτόμες δράσεις. Θέλει τους γελωτοποιούς για να τροφοδοτούν τον άρτο και τα θεάματα. Απ’ τη σκατίλα της Δεξιάς στον μικροαστικό αριστερό μποβαρισμό. Αφεντικά και δούλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε. Το ίδιο θεϊκό χέρι μας γαργαλάει τ’ αρχίδια και μας πασπατεύει το μουνί. Γι’ αυτό δώστε την τσόντα στο λαό, την ελπίδα, την ηρωίνη και τη θεία φώτιση.

Η Αμερικάνα Φίλη

LydiaLGalleryAnnieSprinkle_zps1eab016d

δεν ξέρω αν
πιο πρωκτικό το λήμμα Θάνατος
ή το σουφλί της μοίρας
πως ξαφνικά όλο χαλβά με μπούκωσες
κι όλα τα περί Ισλανδίας και Κροστάνδης
κι όλα τα μαλθακά χαδάκια σου
τα πήρε πίσω η Μούσα των λυγμών
η Αμερικάνα φίλη
που βλάστησε απ’ το στόμα της οχλοβοή εραστών
κι απ’ το αιδοίο της ξεμπούκαραν
βαρβάτοι καστανάδες
διακορευτές εγγράφων
τσούπες γδυτές
μπρος στις ορέξεις της βαρύτητας
πιο βλοσυρές κι απ’ την υγρή βανίλια
πιο μονορούφι κι απ’ τη Λίντα Λάβλεϊς
πάντα μιγάδα στα καπούλια
πάντα στις ρόγες Παναγιώτα των Αγράφων
πάντα στα χείλη Κρεολή

Ωδή στη νοικοκυρά Μαρία Π.

Samoidentyfikacja-1980

Ναι, σε συμφέρει η τηλεόραση
Έθνος αναποφάσιστων
Έθνος απόστρατων λυγμών
Κορμάκι εκεί στην άκρη των σκιών
Νοικοκυρούλα απ’ το μπαλκόνι σου που βλέπεις παρελάσεις
Πλυντήρια πιάτων αλαλάζοντας
Πατώντας τα πονεμένα σου κουμπιά
Νοικοκυρούλα μου που κλαις όταν περνάει η μπάντα
Και μες το χάος πάλι ξεκουράζεσαι απ’ τη δούλεψή του
Κρύβοντας το γαλανό ουρανό μες το ζεστό μουνάκι σου

Γιουχάισμα του ποιητή

24-27_retro_collage

να την πάλι μπροστά μου η λέξη σπλήνα
η λέξη κερασφόρος
η αυγή που σπαρτά τα ανόσια κυνήγια
έξω απ’ το μπαρ καθαρογράφουν τα λιοντάρια
υπόλοιπα χασμουρητού
ρομαντικά στιχάκια νεαρών λελέδων
λαϊκά
άσθματα όχι άσματα

αύριο πλασιέ της άνοιξης ο ποιητής
αύριο σταθμάρχης σε μπουτάκια ροδαλά
μα σήμερα αλκοολικός και φαντασμένος
να κατουρά μπύρα ουίσκι στο κορμάκι της νυκτός
προβατάκια να μετρά και να κοιμάται άδειος
όλο σκέψεις για το υπερπέραν
σαν βρέφος τυλιγμένο με μπετό
τυλιγμένο με της μανούλας τα λαμπρά ηλεκτρονικά σκουπίδια

να την πάλι μπροστά μου η λέξη Μήδεια, μανούλα
οι ορθωμένες κλειτορίδες κοριτσιών

ω! πάνω σε Zundapp πάνε τα κορίτσια στο γιαλό

Βάθος αιδοίου

bath

Πως με φαντάστηκες απόφοιτο του Γέιλ
Έπαρχο Σαμαρκάνδης
Ήλιο που εγέννησε τ’ αυγά του μες τις λάσπες
Πως με φαντάστηκες αιμόφυρτο λοχία σε παρέλαση
να σπαρταρώ στα σκέλια σου
να λέω πως χνούδιασε ο τόπος στα Οινόφυτα
κάτω απ’ τον αφαλό της νήσου Θεσσαλίας
να λέω ωδές
να βράζω το ζουμάκι της νυφούλας μου
Πως με φαντάστηκες στυγνό διορθωτή με το ξυράφι μου
να χαρακώνω ελιές και να ζυμώνω λέξεις
ζήλιες της ερωμένης
κρίνα
οιδιπόδεια
και γελασμένες τσούπες
Πως με φαντάστηκες Μωάμεθ πορθητή και λήσταρχο Νταβέλη
Πως με φαντάστηκες δαφνόφυλλο ν’ αχνίζω
σε φακές της Εγκλουβής
Πως με φαντάστηκες πρόχειρο διαγώνισμα χημείας
να λέω πόσο αλκαλικό είναι το σάλιο σου
πώς τα υγρά σου εκτοξεύονται ψηλά σαν τα χαλκούνια
όλο ρινίσματα φαλλού
μπαρούτι φιλημένο από καύτρα λιμασμένη
χύσιμο αβέρτα κατά πάνω στους πιστούς
στην κεντρική πλατεία οργασμών
στην κεντρική πλατεία καυλωμένων
στην κεντρική πλατεία Αγρινίου
εκεί που συναντιούνται οι επιτάφιοι της κάθε ενορίας
μήτρες θεόρατες που παν ντουγρού στον Κάτω Κόσμο το φαλλό
λίγο πριν έρθουν νύμφες αλαλάζοντας για να τον αναστήσουν
όλο γλυψιές
όλο ελιγμούς
χορεύοντας με ατάκτους φλοίσβους και αφρούς
προσφέροντας
βάθος αιδοίου μυροφόρου
βάθος κολάσεως νυν και αεί
και εις τους λαγόνας

Ενός λεπτού υγρή

ikop

Σχεδίασα λυγμό ο βάρβαρος, εγώ
ώρα καταστημάτων
ώρα που η γλώσσα της η δούλη του θεού έγλειφε πάστα.
Ζουλάπι εγώ κι αυτή μια καταβόθρα
μιαν ερωμένη όλο χείλη και βυθούς
ίδιο ανάχωμα εραστών
γύφτων που άφησαν την τελευταία τους πνοή στον αφαλό της
σε πανηγύρια
οι αλητάμπουρες νεκροί
πάντα προξενητές Κυκλάδων
πάντα εγκέλαδοι
ταμπουρωμένοι στα Ταμπάχανα
πάντα με δόντια και μαλλιά και αστροπελέκια
μπλεγμένα εκεί στα μπούτια της
στο τάμα που αφήσανε στην Τήνο
κι έπειτα με το πλοίο της γραμμής
τραβώντας μαλακία στο κατάστρωμα
κουφέτα ψωμοτύρι
κι άγριο παραθέρισμα στα χνώτα του πελάγους
στα χνώτα μιας ξανθιάς αλλοδαπής ξεροψημένης
ω! έμπνευση σχεδίασα ολονύχτιο λυγμό
δόκανα της αγάπης
να πιάσω αυτή τη μπέιμπι σίτερ των σπασμών
αυτή την Άπω Ανατολή
ω! μέσα της θα με βρουν θεέ τα περιπολικά
τα ξημερώματα
μέσα της δια παντός
αφού υπήρξε αυτή για μένανε
ενός λεπτού υγρή
ενός λεπτού δαμάλα

Φάε με

fae me

Δαιμονισμένος είμαι στρατηγέ ως το μεδούλι
ελευθέρας βοσκής ερωτικό σφαχτό μιανής.
Κι εσύ χασάπη σφάξε με όσο γλυκά μπορείς
βάλε με στη βιτρίνα ως νυμφίο, στο τσιγκέλι.
Να με αγοράσει Αυτή, η Μούσα των παθών
και να με ψήσει, να με φάει με μπόλικο κρασί
και λαγνική σαλάτα, μαρούλι από τον κήπο της
κρεμμύδι απ’ το βυζί της λαδάκι απ’ τα
σπλάχνα της αλάτι απ’ το μουνί της. Αρνάκι
άσπρο και παχύ υπήρξα κάποτε τώρα
καυχιέμαι ως εραστής στο εντεράκι της.
Ω ναι, σε χόρτασα καλή μου, λίπος χοληστερίνη
πρωτεΐνες. Καύλα ως τα έγκατα σε χόρτασα
ψυχή ξεροψημένη.

Ωδή για τη μπαλαρίνα Ζοζεφίν Βιτ

aktiv

Η γυναίκα θα σώσει τον κόσμο. Αυτή η γυναίκα που γιουχάρει τον έξω σάπιο κόσμο. Τους άντρες με τη σουβλισμένη καρδιά και το ειρωνικό γέλιο στις οδοντοστοιχίες. Τους ανθρώπους χωρίς φύλο που κάθε τους λέξη αντιλαλεί μια κραυγή μάχης. Η γυναίκα εκπληρώνει τις υποσχέσεις της. Επαναστατεί ενάντια στο θλιβερό κόσμο που τιμωρεί. Και η επανάστασή της δεν είναι οι έως απελπισίας παλινωδίες, οι γκρίνιες και ο καταναλωτικός οργασμός αλλά ο ερωτικός οίστρος. Η νεότητα που παίρνει φαλάγγι το γερασμένο κόσμο, που την παθολογική του μνησικακία την έκανε ιδεολογία και ακαδημαϊκό μάθημα. Η γυναίκα αυτή δε χρειάζεται την ελπίδα γιατί απ’ την κορφή ως τα νύχια είναι παντοδύναμη. Είναι το θηλυκό που εντελώς παραδομένο στη ζωή και την καύλα, απλά και οικεία, πυκνά και αδιάκοπα σε αγκαλιάζει σαν χιονοστιβάδα. Και το αγκάλιασμά της παρόλο τη φαινομενική ηδυπάθεια του ακτιβισμού, είναι τανάλια. Είναι τανάλια που σου σφίγγει τις ρόγες και σου τραβάει το πετσί. Είναι η θεϊκή παρέμβαση της μήτρας που δε την μαγάρισε ο Ντράγκι. Που δεν την κατούρησε ο Μοσχοβισί. Που δεν τη στρίμωξε στο λουτρό ο Στρός Καν για να τη γαμήσει. Τα όπλα της είναι τα υγρά της και το μυαλό της και η εργατική της δύναμη, που δεν την παζαρεύει με τους χίτες του ολοκληρωτισμού των αγορών. Ο διάφανος λόγος. Όχι οι φιοριτούρες, οι διαπραγματεύσεις και οι πουστιές. Η πόζα και η αμερικανιά. Είναι η παίχτρια που ολοένα στοχάζεται πάνω στη φιγούρα της, έχοντας για κέντρο βάρους όλων των πράξεων το κορμί της. Η σκέψη της αποποιείται κάθε φαινομενικότητα ασφαλείας και τίθεται στη διάθεση της κίνησης. Πόσοι ξέρουν στ’ αλήθεια τι σφαγείο είναι η ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα και τι δήμιοι είναι οι αξιοσέβαστοι τραπεζίτες! Πόσοι έχουν πάρει χαμπάρι πως το μεγάλο ευρωπαϊκό μαντρί ξεπλένει χρήμα και ξεπαστρεύει λαούς. Πόσοι νιώθουν την καύλα αυτής της κοπέλας που λέει την αλήθεια και δεν την νοιάζει να πάρει ένα όπλο για να ξεκάνει αυτό το χέστη που θέλει αίμα και ευρώ. Αλλά φωνάζει: θεριακλήδες μαλάκες ξεσηκωθείτε, δείτε πως μπορώ εγώ η αδύναμη ύπαρξη, το ασθενές φύλο να τα βάλω μ’ αυτόν εδώ τον ξεκολιάρη που φοβάται τον ίσκιο του κι εσείς του κάνετε τεμενάδες. Δείτε πως ρίχνω στη μούρη του κομφερί και πως μπορώ να βάλω στον κώλο του δυναμίτη. Χάνοι της ανθρωπότητας και χαμένοι μέσα σε ωράρια και καθήκοντα, εσείς αρχάγγελοι της μετριότητας με τις πατρίδες σας και τις θρησκείες, σας προσφέρω το χαμόγελό μου και την αδέσποτη καύλα μου, λίγο πριν κάνετε το τελευταίο βήμα προς το γκρεμό. Φάτε σκατά και χέστε ευρώ. Κερνάει ο Ντράγκι.

Εντόσθια και λοιπά και λοιπά

kail

Οι σφαγμένοι άνθρωποι και οι πνιγμένοι άνθρωποι-Κύριε Πόθε των Δυτικών για κυριαρχία και Κύριε εραστή του Φράχτη και της τιμωρίας-δεν είναι ούτε χριστιανοί ούτε μουσουλμάνοι, αλλά σφαγμένοι. Δεν έχουν ιδιοτροπίες, αδυναμίες, ταυτότητα. Δεν έχουν πάθη και δεν είναι ούτε ένοχοι ούτε αθώοι. Μονάχα πτώματα. Πτώματα, πτώματα, πτώματα που έλεγε κι ο μακαρίτης ο Ηλίας. Και δεν είναι φυσικά φαινόμενα οι δολοφονίες, Κύριε καπιταλισμέ που σε βάφτισαν Αγορά και Κύριε Ιμπεριαλισμέ που σε βάφτισαν παγκοσμιοποίηση, για να μην τρομάζουν οι μικροαστοί εν Χριστώ αδερφοί απ’ την ξύλινη γλώσσα.

Ο διάβολος μέσα μας

bok

Υπήρχαν αυτοί που κορόιδευαν το Βοκάκιο για το πάθος του για τις γυναίκες, συμβουλεύοντάς τον να φροντίσει να βρει ψωμί για να χορτάσει την πείνα του ψάχνοντάς το στα παραμύθια, δηλαδή στις ψευδαισθήσεις. Μα ο Βοκάκιος αφηγείται τις σαγηνευτικές κινήσεις ανάμεσα στα φύλα. Την ατέλειωτη επανάληψη του παιχνιδιού που είναι αποτέλεσμα της φυσιοκρατίας. Ο έρωτας είναι η τρέλα που σε οδηγεί να ακολουθείς την ανίκητη έλξη μέσα από τις σκιές της εξαπάτησης, αλλά αυτή η τρέλα συγχωνεύεται στη φύση και στο παιχνίδι του κόσμου. Χωρίς μύθο και διήγηση δεν υπάρχει καύλα. Και χωρίς καύλα δεν υπάρχει έρωτας. Υπάρχουν πλαστικά υποκατάστατα, δίκτυα και εξ αποστάσεως απολιθωμένη ηδονή. Εγωισμοί και πετσοκομμένα αιδοία. Μουχλιασμένες και μαραγκιασμένες ψωλές πεταμένες στη χωματερή του νοικοκυριού. Η φύση είναι πιο δυνατή από κάθε παπαδίστικο υπολογισμό. Από κάθε στέρηση κι από κάθε φίμωτρο. Ακόμα κι ο πιο ακραιφνής ζηλωτής του μοναχισμού θα τραβήξει τη μαλακία του. Θα κάνει κακούς λογισμούς, τουτέστιν θα καυλώσει. Η ηδονή των εραστών γίνεται ενδόμυχη ηγεμονία, που δεν υποβάλλεται στην αυστηρότητα της συνειδησιακής γνώσης και στους κανόνες και στις εντολές από άνωθεν. Δηλαδή απ’ την εξουσία που δένει τα κουτάβια της απ’ τα επαναστατημένα καυλιά. Το μέλημα όλων των ευσπλαχνικών θρησκειών είναι να τροχίσουν τον πούτσο των πιστών. Να τον κάνουν εργαλείο κυριαρχίας και επιβολής κι όχι όργανο ευχαρίστησης. Να τον κάνουν αφέντη και δικτάτορα και πάστορα και αρχιεπίσκοπο και πάτρωνα της επιθυμίας και αξιοσέβαστο νταβατζή. Οι βαρβάτοι ερωτικοί ποιητές και ερωτογράφοι χρησιμοποίησαν πάντα την ποίηση ως μυστική συμμαχία με τη γυναίκα. Ανοίγοντας πάντα με τον πλέον φυσικό τρόπο τα απόκρυφα δωμάτια της καρδιάς. Αυτά που καταδίκαζαν τα κατεστημένα στη μούχλα και την αγαμία. Τις μοναχές που μιλάνε για τον έρωτα με τον πιο συνωμοτικό τρόπο ξέροντας πως όλες οι άλλες γλύκες του κόσμου δεν είναι τίποτε σε σύγκριση μ’ αυτήν που νιώθει η γυναίκα μ’ έναν άντρα. Και η Madonna Filippa, που κατηγορείται για μοιχεία, πείθει τους δικαστές ότι δεν έχει διαπράξει τίποτε κακό βάσει του εγχειρήματος ότι ο έρωτας είναι νόμος της φύσης και δικαιολογεί το ορμέμφυτο και κατά συνέπεια δικαιολογεί τις συζύγους που ανακουφίζονται και εκτός συζυγικής κλίνης. Και είναι αυτή που, μη θέλοντας να πετάξει το σώμα της στα σκυλιά, της φάνηκε σωστό να έχει εραστή. Θα πρέπει κάποιος κάποτε στο μέλλον να γράψει για τις γυναίκες που κατέστρεψαν οι θεούσες, οι βδέλλες του εκδικητικού θεού και οι παράφρονες κατηχητές που την εφαρμοσμένη διαστροφή τους την εξαπέλυσαν σε άγουρα κορμάκια. Οι ερωτικοί ποιητές βρίσκονται πάντα εδώ για να διώξουν τη μελαγχολία απ’ τις γυναίκες. Για να ξεγελάσουν το χρόνο σε μια περίοδο σεξουαλικής πανούκλας που είτε σου στερεί το γαμήσι είτε σου πουλάει ακριβά τη μινιατούρα του.

Οδηγίες για το νεκροθάφτη μου

est

Ω νεκροθάφτη μου, εσύ
καθώς θα ισιάζεις τα παπάρια μου στην κάσα
Και θα μιλάς με το θεό στο κινητό
πρόσεξε
μην τσαλακώσεις το λευκό μου το πουκάμισο
μην πάει άκλαυτη η ματαιοδοξία τόσων συγγενών
τα έξοδα
οι λύπες
τα στεφάνια
η τρύπα από γαρούφαλλα
τα ήθη των νεκρόφιλων πιστών
η μέθη εμού που άφησα
την τελευταία μου πνοή στην πρωινή μου στύση
ω jesus christ με τη Μεγάλη έγειρα Αρκούδα
κι αποδήμησα εις τα χάη

Δεύτε λάβετε Φως

safe_image

διήγησις Αγίου Καλαβρύτων και Μουσουνίτσας δια τη Οδύσσειαν του Αγίου Φωτός 

Ήτο μέρα βαριάς μελαγχολίας και σκοτοδίνης. Η πτήσις από Αθήνα είχεν καθυστέρησιν διότι ο άτιμος πιλότος έκανε μαγκιές εις την αεροσυνοδό με στόχο να την γαμεύσει εις αέρος. Ήμασταν κουρνιασμένοι σαν τσόνια 27 Πατριάρχες και 40 διάκοι εις το αεροδρόμιον των Ιεροσολύμων περιμένοντας τον μαλάκα να γαμήσει και να δεήσει κατόπιν να παραλάβει εμάς και το Άγιον Φως για τους Εν Ελλάδι αδερφούς μας, που το περιμένουν με τις λαμπάδες των και τας οικογενείας των, δια να γεμίσουν φώτιση τας ψυχάς των και τα καντήλια των. Αφού εδέησε ο ιπτάμενος εραστής απ’ το Μπογιάτι να προσγειωθεί εις το διεθνές αεροδρόμιον των Ιεροσολύμων δια να μας γλυκάνει και να μετριάσει τα μπινελίκια μας εκέρασεν τουλούμπες απ’ τα χεράκια του εν Χριστώ αδερφού Παρλιάρου Στυλιανού και μας ησπάσθη την δεξιάν. Βεβαίως πολλοί εξ ημών τραβηχτήκαμεν διότι νιώσαμεν αηδίαν απ’ τους γλυκασμούς του που εμύριζαν μουνίλα και γαλοπούλα καπνιστή. Κι αντί να σπεύσει ο άτιμος δια να αναχωρήσωμεν για την πατρίδαν ήθελε να μας κεράσει σάντουιτς με ριζότο και γίδα βραστή. Ο Άγιος Καρπαθίων και Κάτω Μουχρίτσας του έριξε ένα ξεγυρισμένο καντήλι. Ο πιλότος συνετίσθει και απεφάσισε να αναχωρήσει αμέσως. Απογειωθήκαμεν συγκινημένοι απ’ τους Αγίους τόπους ύστερα απ’ την σοβαρήν περιπέτειαν της καθυστερήσεως. Τοποθετήσαμε την λαμπάδαν με το Άγιον φως εις την business class και εδέσαμε τις ζώνες μας. Αφού εκάμναμεν το σταυρό μας δια να έχομεν πτήσιν ασφαλή ανοίξαμε το μπολ με τα κεφτεδάκια που είχε ετοιμάσει ο άγιος Αντιοχείας μαζί με άρτο και κρασί Ρομπόλα. Κάποια στιγμή ηκούσθει σαματάς και χριστοπαναγίες εκ των τεσσάρων θεματοφυλάκων διάκων της αγίας φλογός. Η ατυχία μας ηκολούθει ακροποδητί. Ω τι είχεν διαμειφθεί! Ο Άγιος Στουτγάρδης και Μέσης Αφρικής έβαλεν πιστολάκι δια να στεγνώσει την κοτσίδα του που είχεν κρατήσει υγρασίες απ’ το πρωινό λούσιμο και έσβησεν ακαριαίως το Άγιον Φως. Πανικός και σκηνές αλλοφροσύνης. Τι θα πάμε τώρα πίσω εις την πατρίδαν μιαν σβηστή λαμπάδα με τον Γκούφη! οποίαν ντροπή! Ζόφος εκατέκλυσε την αεροκαμπίναν. Ο Άγιος Συμεών εκ Πάργας Θεσπρωτίας ενόμισεν πως πέφτωμεν διότι ο άτιμος πιλότος αερογαμεί και εβγήκεν αλλόφρων εκ της τουαλέτης με τα ράσα ως τον αφαλόν και τον κούραδον ετοιμοπόλεμον. Κοινώς τα κάμναμεν σκατά και αφού περιπαθώς επέσαμε εις δίνην μελαγχολίας ο Άγιος Περγάμου και Λιοσίων επέταξε μια μεγαλοφυή ιδέαν. Να ανάψωμεν τη λαμπάδα εκ νέου με αναπτήραν. Ακολούθησαν πανηγυρισμοί και ζητωκραυγαί δια την φαεινή ιδέα του. Ο Άγιος Ζωνιανών και Τήλου έβγαλε το τσακμάκι του και άναψε τη λαμπάδαν με σφοδρόν γέλωτα κάνοντας πλάκα αφού φύσαγε τη φλόγα και την ξανάναβε για να μας δείξει πως το πρόβλημα ελύθηκε και οι Έλληνες δεν θα μείνουν με τη λαμπάδα στο χέρι. Ακολούθησε πάρτυ με σιντί από λάιβ ολονυχτία στο Βατοπέδι. Ήτο μια αξέχαστη μεταφορά θείου φωτός εις την πατρίδα. Η ώρα έφτασεν. Το αερόπλοιον ετροχιοδρομούσε εις το Ελευθέριος Βενιζέλος και ένα σμάρι πιστών επλησίαζε το σκάφος με κατάνυξη προεξάρχοντος του πρωθυπουργού Αλεξίου Τσίπρα. Η πόρτα άνοιξεν και το Άγιον φως με τιμές αρχηγού κράτους έφτασε εις τα πάτρια Ελληνικά Εδάφη. Η μπάντα παιάνιζε. Η μυροβόλος Άνοιξις εσκόρπιζε το αεράκι της και οι πιστοί μετέδιδαν με θωπίαν το χαρμόσυνον μαντάτο. Ο Άγιος Ορχομενού και Οιχαλίας άναψε τη λαμπάδα του πρωθυπουργού και τον ησπάσθει τρις. Ο πρωθυπουργός κρατούσε τη λαμπάδα με το αριστερό του χέρι. Το πλήθος αλαλάζοντας εφώναξε: Θαύμα, θαύμα. Πρώτη φορά Αριστερά.

Η αιώνια σφαγή ή United Colors of Benetton

garisa_1

Όποιος νιώσει για λίγο στο πετσί του την Αφρική θα κλαίει με μαύρο δάκρυ για χίλια χρόνια. Την ώρα που οι ορθόδοξοι περιμένουν το άγιο φως, συνοδεία Ιερών Κουράδων εξ Ιεροσολύμων, με τιμές αρχηγού κράτους και την κατάνυξη να δουλεύει στο φουλ, η μισή Αφρική σφάζεται με τον πιο πούστικο τρόπο. Και είναι συνήθεια παλαιά των αποικιοκρατών να κρύβουν τα εγκλήματά τους κάτω απ’ το χαλάκι της ιστορίας, με ακόρεστη προπαγάνδα, πασπαλισμένη με κορώνες περί ελευθερίας και μπόλικη συνωμοσία σιωπής. Στο Κονγκό σφάξανε τον Πατρίς Λουμούμπα που αγωνίστηκε ενάντια στην ταπεινωτική σκλαβιά της αποικιοκρατίας. Οι σύντροφοί του βρέθηκαν δολοφονημένοι, φυλακισμένοι, εξόριστοι. Ο Αϊζενχάουερ έδωσε παραγγελία να βρεθεί ο Λουμούμπα σε ένα ποτάμι γεμάτο κροκόδειλους. Οι Βέλγοι τον εκτέλεσαν και τον πέταξαν σ’ ένα βαρέλι με θειικό οξύ για να σαπίσει. Χαλκός, κοβάλτιο, διαμάντια, χρυσός, ουράνιο, πετρέλαιο ήταν τα αγαθά που ήθελαν για να χορτάσουν τους χριστιανούς του πολιτισμένου κόσμου. Ο Λουμούμπα είχε πει πως κάποια μέρα η ιστορία θα πάρει το λόγο. Όχι η ιστορία που μας μαθαίνουν τα Ηνωμένα Έθνη, η Ουάσιγκτον, το Παρίσι ή οι Βρυξέλες. Στη Μοζαμβίκη οι Πορτογάλοι άφησαν αναλφάβητο για δεκαετίες ολόκληρες το ενενήντα εννέα τοις εκατό του πληθυσμού. Στην Μπουρκίνα Φάσο, τη γη των ενάρετων ανθρώπων-όπως την ονόμασε μετά τους Γάλλους αποικιοκράτες ο Τομά Σανκάρα-η παγκόσμια τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αρνούνταν τους πόρους για να βρούνε πόσιμο νερό στα εκατό μέτρα αλλά διέθεταν μυθικά ποσά για να σκάψουν πηγάδια τριών χιλιάδων μέτρων για πετρέλαιο. Οι κάτοικοι έπρεπε να διαλέξουν ανάμεσα στην κόλαση και το καθαρτήριο. Στη δεκαετία του πενήντα η παγκόσμια κοινή γνώμη πίστευε πως οι Μάου Μάου στην Κένυα χόρευαν αποκεφαλίζοντας Εγγλέζους, τους οποίους έκοβαν κομματάκια και τους έπιναν το αίμα σε σατανιστικές τελετές. Οι Δυτικοί έβρισκαν πάντα τρόπους για να βγάζουν λεφτά. Για να έχουν τη μπότα τους στο σβέρκο των λαών της Αφρικής. Μαζί με τους ιεραπόστολους, τους γιατρούς χωρίς σύνορα, τις ελεημοσύνες και την εκλεπτυσμένη υποκρισία για τα παιδάκια της Αφρικής έρχεται το απόλυτο κακό. Οι φανατικοί Ισλαμιστές, παιδιά των εργαστηρίων τρόμου της Δύσης. Σπουδαγμένοι εκεί που μαθαίνεις πώς να ρουφάς ανθρώπινο μεδούλι. Βιομηχανίες όπλων της πολιτισμένης Ευρώπης που κάνουν παιχνίδι. Που φτιάχνουν ωραία μωσαϊκά πτωμάτων για τους φωτογράφους. Για τη μπένετον, τους διαφημιστές, για τον παρδαλό Ευρωπαίο που γαμεί με κατάνυξη τον τρίτο Κόσμο. Αυτόν που έχτισε με τόσο τρόμο και τόσες σφαγές.

Οδηγίες για ένα ερωτικό τροπάριο της Κασσιανής

kas

Να πεις, αυτή, πως λάτρεψε φαλλούς,
κορμιά αμέσου δράσεως,
σβέρκο ανδρός που λύγισε το χνώτο του στ’ αυτί της.
Να πεις, πως είχε για χωράφι το κρεβάτι της.
Εκεί την έσπερναν οι εραστές.
Εκεί θηρία τρακτέρ όργωναν το κορμί της.
Εκεί κάτω απ’ του ήλιου τ’ αχαμνά
τη βόσκησαν ερωτικά βουβάλια.
Κάτι αρχηγοί λοκροί της κεντρικής Ασίας
εμάτωσαν τα σπλάχνα της με λύσσα.
Εκεί χορέψανε ζεϊμπέκικο στη μήτρα της οι Κύκλωπες.
Εκεί γαμήσαν φοιτητές επί πτυχίω.
Εκεί στον αφαλό της έπεφτε η ερωτική βροχή
και τα νερά της ξέχωναν τις μνήμες.
Ένα κουβάρι από λιοπύρια ανελέητα.
Οίστρος ακολασίας.
Ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας.
Μα πάντα ευλαβώς κι αλάργα η μοιχεία.
Η αγία Σελεστίνα με το λαιμό της κάτεργο ανδρών.
Κοψίδι αλαφιασμένο έρωτος.

Ω φιλτάτη πατρίς, αιδοίον,
πηδάλιον εσύ της ιστορίας.
Μην ψάχνεις λύτρωση. Σωτήρες, ρητορείες.
Ω βγες απόψε, γοερή εσύ, με τα εσώρουχα στον άμβωνα
γδύσου εκεί μπροστά στα πετραχήλια
πρόσφερε το μουνί σου στους πιστούς
να δεις πως θα σχιστούν τα βάραθρα,
να δεις πως θα βγουν απ’ τον Άδη τους τόσοι νοικοκυραίοι.

Μεγαλοβδόμαδο

stratos-kalafaths

Ανεβήκαμε στην Αθήνα μ’ ένα παλαιότατο στέισον βάγκον. Οδηγούσε ο Ήβος. Θα διαβάζαμε ποιήματα στη φιλολογική λέσχη Παρνασσός. Στο δρόμο σταματήσαμε στον Ισθμό. Ανάψαμε τσιγάρο και ρίξαμε πέτρα απ’ τη γέφυρα στο χαντάκι. Φτάσαμε στη Αθήνα μεσημέρι. Κατηφορίζοντας στην 3ης Σεπτεμβρίου στρίψαμε στη Βερανζέρου και χωθήκαμε σ’ ένα οβελιστήριο του παλιού καιρού με το καμένο λίπος και τους υδρατμούς να’ χουν κάνει στα τζάμια ψυχεδελικά σχέδια. Στον τοίχο είχε σε περίοπτη θέση κρεμασμένη τη φωτογραφία ενός τύπου που έμοιαζε με διοικητή χωροφυλακής κι ένα ημερολόγιο με θερμόμετρο. Ο Ήβος μου έδειξε με τα μάτια ένα γέρο απέναντι που έξυνε τ’ αρχίδια του με μανία. Πάνω απ’ το κεφάλι του η τηλεόραση έδειχνε τον πατριάρχη Ιεροσολύμων να πλένει τα πόδια ενός παπά σε μια λεκάνη. Ο γέρος μας είδε που τον καρφώναμε κι ήρθε κάθισε δίπλα μας. Χαμογελάσαμε και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια. «Σημαδεύω γλόμπους» μας είπε, «όταν τους σπάσω όλους θα πέσω να κοιμηθώ». Του είπαμε ένα ανέκδοτο που ακούσαμε στο ραδιόφωνο, τον κεράσαμε και φύγαμε. «Αυτός είναι ποιητής» λέω στον Ήβο φεύγοντας. «Παλαβός είναι» μου λέει.

Στην είσοδο του Παρνασσού μας περίμενε η κυρία Τασούλα Καραπάνου φιλόλογος και εκδότρια του περιοδικού Ασφόδελος. Μας είπε, θα διαβάστε το πολύ τρία ποιήματα ανέκδοτα και όχι πάνω από μια σελίδα άλφα τέσσερα. Ο Ήβος μου ψιθύρισε, «καλά ρε μαλάκα κάναμε εξακόσια χιλιόμετρα για τρία ποιήματα;». Καθίσαμε στην τρίτη σειρά εκεί που τέλειωνε το πλήθος. Οι ακροατές διάβασαν σχεδόν όλοι. Μια κοπελίτσα με ψιλή φωνή διάβαζε τα βιογραφικά των ποιητών. Φορούσε ένα κόκκινο παντελόνι και περπατούσε σα χήνα. Κάποια στιγμή σηκώθηκε ένας παππούς κι άνοιξε το παράθυρο. Τον κοιτάξαμε όλοι απότομα κι αυτός με στεντόρεια φωνή γύρισε και είπε, «μυρίζει ξινίλα διάολε».

Μετά κάνα τέταρτο άνοιξαν οι πόρτες και μπήκε στην αίθουσα υποβασταζόμενος από δυο κυρίες ένας παπούκας που είχε στο λάρυγγα ένα μηχανάκι. Τον προσφώνησαν ως επίτιμο. Χρύσανθος Καμχής, πρέσβης επί τιμή. Πατούσε το κουμπί και απήγγειλε σαν μέσα σε ντεπόζιτο. Μου θύμισε έναν ανάπηρο στην Αγία Ελεούσα που πουλάει λαμπάδες. Μετά σηκώθηκε έβγαλε έναν αναστεναγμό κι έφυγε απ’ την ίδια πόρτα. Σα να’ λεγε «άντε καλή αντάμωση στα θυμαράκια».

Ήρθε η σειρά μου. Η κυρία Τασούλα έκανε ειδική μνεία μιας κι ερχόμασταν απ’ την επαρχία ζητώντας απ’ τους παρευρισκόμενους να γίνει για μας μιαν εξαίρεση και να διαβάσουμε τέσσερα ποιήματα. Το πλήθος συναίνεσε με μιαν ελαφριά κλίση του κεφαλιού αλλά πετάχτηκε ο κύριος με το παπιγιόν λέγοντας «όχι, όχι τρία όπως και μείς, τι πάει να πει ήρθαν απ’ την επαρχία, κι εγώ απόδημος Έλλην είμαι». Ο κύριος κάθισε πάλι στη θέση του κι άρχισα τότε να διαβάζω τα τρία μου. Το δεύτερο ποίημα ελέγετο λαμπάδες για τάματα. Φάνηκε πως ο τίτλος ενθουσίασε το ακροατήριο. Άρχισα να διαβάζω.

Αλίμονο, θα’ ρθει καιρός, που
οι άνθρωποι θα χαίρονται τον έρωτα
και θα προσεύχονται μονάχα στα βυζιά και το φαλλό.
Οι κακογαμημένοι θα κλειστούν στα μοναστήρια τους
και θα τη βρίσκουν με νηστεία κι αυνανισμό.

Αλίμονο θα’ ρθει καιρός, που
οι άνθρωποι θα νιώσουνε βαθειά, πως
το μέγα θαύμα της ζωής
το ιερό αιδοίον το γεννά.

Τόποι λατρείας θα’ ναι τα κορμιά
και οι πιστοί για τάματα
θ’ αφήνουνε καυλιά
στο εικονοστάσι πάνω εκεί
στων γυναικών τα σκέλια τα γλυπτά
εκεί, που κατοικεί
η πάναγνη αγία ηδονή.

Πριν τελειώσω το διάβασμα καλά καλά μια κυρία που μισοκοιμότανε λίγο πριν πετάχτηκε σα να τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. «Ντροπή σας κύριε, μεγαλοβδόμαδο, ντροπή σας κι είστε κι από επαρχία».

Κρυφτό

krifto

Η λογοτεχνία είναι τα καλιαρντά των μηδαμινών, το απονενοημένο διάβημα της μονάδας προς το μεγάλο κοινό. Απελευθερώσου, λέει. Προστάζει με ηλίθιο ζήλο να φτάσεις εκεί που δε χρειάζεσαι τίποτε για να ζήσεις. Ούτε νίκες, ούτε ήττες, ούτε νικητές και μνημεία. Μονάχα γρύλλους και αραποσίτια και το ρεαλισμό του γαμησιού και μια διάθεση περιέργειας που θα κάνει το στεγνό βίο και τις αναποδιές ένα σπουδαίο ταξίδι στην κόλαση της ομορφιάς. Εκεί όπου θα εισχωρεί απ’ τα ανοιχτά παράθυρα και τις ανοιχτές πόρτες το ελκυστικό βοτανικό ιντερμέδιο της ζωής. Ρυθμικοί αρπισμοί με μυρουδιά λεβάντας, θηλυκά υγρά, δεντρολίβανο, βασιλικός, μυρτιά, κόπρανα γουρουνιού, μακρόσυρτες φράσεις, γυναικείες φωνές, μέλισσες, πεταλούδες και σιωπή. Μπαίνω στους διαδρόμους της μνήμης. Στα οιδήματα των ιδεών που σακάτεψαν τα χέρια, τις κλειδώσεις, τα μυαλά. Την υστερία για τον πλούτο και το αγνό πελώριο υστερόγραφο του θανάτου, τα αγαθά της συντριβής όταν η καρδιά αποζητά την ηδονή και το στομάχι ψωμί για να θρέψει το σώμα και το σώμα ζητά την εξαίρεση απ’ τον Πόνο, εκείνα τα μικρά αναλγητικά που νεκρώνουν το βάσανο και απαλύνουν την Οδύνη, όλα με πάθος στη χλοερή γη, στην Ανοιξιάτικη ειρωνεία του οργασμού, σε όλη την πολύχρωμη πλάση που σαγηνεύει. Νεύρα, αγωνία, λεφτά, παιδιά, εκτρώσεις, θάβονται και ξεχνιούνται και χάνονται και οδηγούνται στη φθορά αφήνοντας πίσω δυο βλαμμένα μάτια σφηνωμένα σε ρυτίδες και ένα στόμα που μασάει αργά και ήρεμα σαν μικρό ζώο που περιμένει το λιώσιμο. Η λογοτεχνία καταφεύγει στο έγκλημα για να γλιτώσει τη φθορά. Η λογοτεχνία είναι η εξουσία των μηδαμινών σε πολλές γλώσσες ανήξερες, αφήνει ίχνη πίσω της και πάθη. Όλη την ευφυΐα της ζωής την κάνει μια κεραυνοβόλα ριπή μέσα σε μια φράση αδέσποτη. Ερωτική αράχνη που υφαίνει τις φλύαρες βεβαιότητες όσων αυτομόλησαν στην υπερβολή. Όσων δεν έβαλαν το δάχτυλο αλλά ολόκληρο το χέρι τους κι ολόκληρο το κορμί τους μέσα στο βάζο με το μέλι της ζωής. Και το μέλι της αλητείας. Αναζητώντας ουσίες και νοήματα στα αγκαλιάσματα και τους οργασμούς. Στην απόλυτη ελευθερία της άγνοιας που εξαπολύει χυμούς μες τις αθάνατες ωοθήκες αυτού του κάλυκα από αιώνια σιωπή. Αυτού του αφανισμού των πάντων μέσα σε μια ελαχιστότατη μαύρη τρύπα και η γέννα ξανά και ξανά του ήλιου απ’ τον αφαλό του κοριτσιού. Απ’ τα έγκατα της παμφάγας έναστρης νύχτας. Το ιερό συμπαντικό μουνί. Το άφθαρτο γεννητικό όργανο της φθοράς.

Ξενύχτια

miror

1
Θα κάνουμε καθρέφτη στο τέλος
όπως κάνουμε ταμείο
κι εκεί να δεις ρυτίδα

2
Αχ! πονετικά γκαρσόνια
τροπαιοφόροι αγέρωχοι της συμπόνιας
κάντε μας την τελευταία αποκαθήλωση με ουίσκι
βότκα υποχθόνια και λαγνικό τζίν
μουδιάζοντας τις φλέβες και την ένδοξη ψωλή
πριχού λαλήσει τρείς ο πετεινός
πριχού μας αρνηθεί η νύχτα το ξημέρωμα

3
Δεν την αξίζουμε μπάρμαν την τρικυμία
που λέει κι ο ποιητής Βαρβέρης
ο νεκρός

Δήλωση ερωτικών φρονημάτων

Edgar_Germain_Hilaire_Degas_032

Αντίθετα απ’ τη λαμπρή κοινωνικότητα, βρίσκει κανείς εδώ στο ερωτικό του τσαρδί μια πεισματάρικη τεμπελιά, που αντιστέκεται χωρίς κανένα λόγο, μόνο για τη χαρά της αντίστασης. Αυτό το γλυκό μούδιασμα και η αποκαθήλωση κάθε έγνοιας στέκει απέναντι στο νου σαν εικόνα καλόκαρδης δικαιοσύνης. Γιατί δικαιοσύνη σημαίνει ισορροπία, εκεί που το υπαρξιακό μεθύσι συναντά τους ανδρείους της ηδονής. Τα δυνατά ποτά και τους δυνατούς εραστές που τα δοκίμασαν. Τα κορμιά που έρχονται να υψωθούν μέσα στη λάσπη. Νυσταλέα σα χελώνες και ευχαριστημένα σα γελάδες που γουργουρίζουν στο απέραντο λιβάδι τους. Κόρες που καθαγιάζουν το σώμα τους ετοιμάζοντας την ιερή υποδοχή. Τη διείσδυση που θα φέρει το σκόρπισμα. Τον άφθαρτο σαρκασμό του ερωτισμού.

Ποδολαγνεία

feet-in-water

Οι μοναδικοί άνθρωποι που βρίσκονται γύρω μου και με συγκινούν είναι οι γύφτοι. Λατρεύω τη γυφτιά και το βλέμμα των γύφτων. Αυτή την υγράδα από μισοσβησμένα μονοπάτια που προσπαθεί να ιχνηλατήσει τον κόσμο. Ο αστός και ο άνθρωπος της ευκολίας δεν μπορεί να καταλάβει την ψυχή του γύφτου. Την επίγνωση τού εαυτού του έξω από κανόνες και συμπεριφορές. Η αναρχία τού γύφτου είναι ουσιαστική. Θέλει απ’ την εξουσία των νοικοκυραίων το ελάχιστο περίσσευμα. Τίποτε άλλο. Γι’ αυτό η μεγαλύτερη τέχνη του είναι η ζητιανιά. Και το πλιάτσικο. Και το εμπόριο τιμαλφών. Και πολλές φορές η κλεψιά. Ο γύφτος είναι κοινωνικός επαναστάτης, ούτε μισθωτός, ούτε έμπορος, ούτε σκλάβος, ούτε αφέντης. Έξω απ’ τις κοινωνικές νόρμες. Ο γύφτος επινοεί ιστορίες, είναι μυθομανής και ψεύτης. Περνάει τη ζωή του στο τεράστιο σπίτι της φύσης. Χωρίς εμβόλια, χωρίς πόσιμο νερό, χωρίς εκπαίδευση. Στην καρότσα ενός φορτηγού ή σ’ ένα τσαντίρι. Οι γύφτοι προσεύχονται γονατιστοί μπροστά στην παναγία μα στην πραγματικότητα λατρεύουν το φίδι που πατά με το πόδι της. Κι όταν φιλούν το σταυρό, ευχαριστούν τη βροχή που ποτίζει τη γη. Οι γύφτοι τραγουδούν και χορεύουν, ως γνήσιοι σφετεριστές του Πλατωνικού αμοραλισμού, μακριά απ’ τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της εργασίας. Ο Χίτλερ τους τίμησε και με το παραπάνω. Το ίδιο και οι συμπατριώτες μου ελληναράδες που τους φτύνουν και τους κλωτσούν, πιστεύοντας πως αυτή η φυλή με το σκούρο δέρμα και το σκοτεινό παρελθόν έχει το έγκλημα μέσα στο αίμα της. Καταραμένοι και αιώνια περιπλανώμενοι, με μοναδικό σπίτι τους το δρόμο. Τον Αύγουστο του 1944, σχεδόν τρεις χιλιάδες Τσιγγάνοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, μέσα σε μια νύχτα, έγιναν στάχτη στις αίθουσες αερίου του Άουσβιτς. Το ένα τέταρτο των Τσιγγάνων της Ευρώπης χάθηκε εκείνα τα χρόνια της βαρβαρότητας. Ποιος αλήθεια ρώτησε να μάθει γι’ αυτούς; Σε ποια ιστορία πέρασε το δικό τους ολοκαύτωμα; Ποιος έστησε έστω και ένα μνημείο γι’ αυτούς; Ποιος ζήτησε αποζημιώσεις για τα δικά τους βασανιστήρια; Και ποιος προσπαθεί να συνεχίσει το θεάρεστο έργο του Αδόλφου; Τώρα που εμείς οι ταχτοποιημένοι λευκοί ταμπουρωθήκαμε στις πατρίδες μας και στην φυλετική μας καθαρότητα αγναντεύουμε απ’ το παράθυρο του γιωταχή μέρη που έχει φιλήσει με το στόμα του ο Σατανάς. Ο Γύφτος, που πλένει τα πόδια της αγαπημένης του εκεί που θα φυτρώσει κάποτε ο ήλιος.

Βουκολικόν Ιντρερμέδιον

POP ASS-6

Οι κριτικοί δεν με συμπαθούν
και οι ομότεχνοι μ’ έχουν στη μπούκα
και οι εκδότες επίσης
που κρυφογράφουν φανερά
και εμπορεύονται
την οχτάωρη εργασία πεθαμένων
ή μισοπεθαμένων
που έβγαλαν στον κώλο τους σπυρί
και στα δάχτυλα καντήλες
και όσων είχαν σκουλήκια στον κώλο τους
και όσων λάτρεψαν τον κώλο της έμπνευσης
και όσων
δεν έβγαλαν μια όσο ήταν ζωντανοί
και πέθαναν απαρηγόρητοι και μόνοι
στην ψάθα, περήφανοι όμως
και καυλωμένοι αφού,
ποιος έχει να πει για την ύπαρξή του
κάτι παραπάνω, παρά πως πέρασε
μες απ’ τη ζωή δυο τριών ανθρώπων
τόσο τρυφερά και με τόση οικειότητα
όσο ένας ποιητής!
Ω, διάολε
οι κριτικοί δεν με συμπαθούν
και οι ομότεχνοι μ’ έχουν στη μπούκα
και οι εκδότες επίσης…

Το σκοτεινό πιλοτήριο

skot

Τα μεγέθη κάνουν τη διαφορά. Η ποσότητα. Οι ιστορίες όσων δε γλίτωσαν το πλιάτσικο. Το λιώσιμο. Τον εκμηδενισμό κάθε ουσίας που θα μπορούσε να επιτρέψει πένθος και έλεος. Ο πολιτισμός έχει για τιμονιέρηδες δύστροπα παιδιά. Φιλόδοξα. Ανταγωνιστικά. Στα όρια της μνησικακίας, χωρίς πρακτικούς ενδοιασμούς. Η αποτυχία πλέον είναι ντροπή και η ντροπή ξεπλένεται με αίμα. Το τέκνο της δυτικής Κυριαρχίας όταν παθαίνει στραπάτσο ξεμπουκάρει απ’ τη ζωή με ηρωικό τρόπο. Με εκδίκηση. Με πόλεμο. Με θάνατο. Με εκτελέσεις αμάχων. Όταν οι γερμανοί έφευγαν ηττημένοι και πληγωμένοι απ’ τον πόλεμο έκαιγαν ότι έβρισκαν στο πέρασμά τους. Όταν οι μεγαλοχρηματιστές παθαίνουν κατάθλιψη γαμάνε μιαν ολόκληρη τράπεζα κι όταν οι διεστραμμένοι ηγέτες βλέπουν το τέλος τους γαμάνε έναν ολόκληρο λαό. Τα μεγέθη αλλάζουν. Και είναι νόμος εδώ, πως, αν ο τιμονιέρης τα πάρει στο κρανίο θα μας μαζεύουν απ’ το γκρεμό με τα κουταλάκια. Θα μας βάζουν σε σακούλες σκουπιδιών για να μας πετάξουν στον καιάδα της λήθης. Για να βρει ξανά το ρυθμό του το χάος. Αίθουσες αναμονής με ταξιδιώτες που κάθονται στριμωγμένοι ανάμεσα σε αποσκευές διαβάζοντας με κατάνυξη τους διεθνείς πίνακες δρομολογίων σαν υμνολόγια με τις κονκορντάντσες και τις ανταποκρίσεις τους. Τα τεράστια ταμπλό που κρέμονται στους τοίχους σαν ποιμαντορικές επιστολές, άνθρωποι που συμβουλεύονται ταρίφες για την έκπτωση τιμών και τις φτηνές πτήσεις στις ειδικές διαδρομές με το αεροπλάνο πολυτελείας του Σατανά. Φτηνές πτήσεις, φτηνά ξενοδοχεία, φτηνό φαγητό, φτηνό χειρουργείο, φτηνό σχολείο, φτηνά τσιγάρα, φτηνή διασκέδαση, φτηνή ζωή. Μια φτηνή προσομοίωση με τον πλούτο. Μπορούμε κι εμείς οι μικροαστοί να ταξιδεύουμε, να τρώμε, να διασκεδάζουμε, να κάνουμε όργια αλλά φτηνά. Με φτηνό εισιτήριο και φτηνό πιλότο, που επειδή δε μπορεί να εκδικηθεί το μεγάλο του αφεντικό, τον Κύριο καπιταλιστή, για τη φτήνια του και τη φτήνια μας, εκδικείται τους φτηνούς. Το σόι του, τους φίλους του, τους μικροαστούς αδερφούς του που παρακολουθούν νυχθημερόν τις εκπτώσεις του Κυρίου για να περάσουν καλά. Γιατί αν δεν έχεις λεφτά δεν περνάς καλά. Αν δεν κυνηγάς τις εκπτώσεις θα έχεις πάντα λίγα. Και τα λίγα είναι ντροπή. Αποτυχία. Σ’ ένα κόσμο έξω απ’ τα ανθρώπινα μεγέθη και τις ανθρώπινες ανάγκες ο πόνος ακούγεται ψεύτικος, κάλπικος. Φτηνές πτήσεις λοιπόν που απευθύνονται στην αιωνιότητα ξεκινούν από εδώ την ώρα της θείας λειτουργίας του Αγίου Κέρδους και της Αγίας Υποκρισίας.

Ελλάς Ελλήνων ΟΥΚάδων

StevenArnoldQINet

Όταν ακούω για το DNA των Ελλήνων βγάζω σπυριά. Χοντρά σπυριά. Φλύκταινες. Όπως βγάζω σπυριά όταν ακούω για το DNA των Βουργουνδών ή των Μακεδόνων. Πίσω απ’ τις ηρωικές μαλακίες κάθε έθνους υπάρχει ως γνωστόν ένας ωκεανός αίματος και μιαν απέραντη χαβούζα με πτώματα. Κάθε πόλεμος που πέρασε και κάθε μνήμη που τον θυμίζει μου προκαλεί θανατερή θλίψη. Κάθε κωλομνημείο πόλεμου είναι μια αθεράπευτη αρρώστια που την κουβαλά στο κορμί του ο λαός. Ο λαός που στέλνει τα παιδιά του στα πεδία των μαχών και στις παρελάσεις μίσους. Ο λαός που μαθαίνει παπαγαλία την ιστορία και ζητάει απ’ το μεγαλοδύναμο κύριο καπιταλιστή προστασία, υποβρύχια, φράχτες, πυρηνικά και ανάπτυξη για να περνάει καλά. Ο λαός με τις νεκρόφιλες παραδόσεις του, που τον κολακεύουν οι μετρ της πολιτικής ορθότητας και οι ντόκτορες της ανακωχής του σφοδρού κοινωνικού πολέμου. Ο λαός που γλείφει τ’ αρχίδια της άρχουσας τάξης και περιμένει το καλοκαίρι για να ρουφήξει με όλη τη ραγιάδικη φιλοξενία του τις πεταμένες καπότες των πλούσιων δυτικοευρωπαίων γαμιάδων. Ο λαός που αγαπά αυτόν που τού φέρνει τα φράγκα. Ο λαός που δεν αφήνει παπά και πετραχήλι απροσκύνητο και καυλώνει ανυπερθέτως με το χοντρό παλούκι της ορθοδοξίας. Ο λαός που δέχεται αμάσητη κάθε εθνικιστική κορώνα και κάθε πατριωτική πουτανιά. Ο λαός που θέλει να φορολογηθούν οι πλούσιοι κι όχι να εξαφανιστούν. Ο λαός που ονομάζει τη φτώχια και την εξαθλίωση ανθρωπιστική κρίση γιατί έτσι του είπε το πουλάκι στο τουίτερ και ο κύριος καλοζωισμένος αριστερός της χοντρής πούτσας παρέα με τα κουνέλια της νέο-ορθόδοξης διανόησης. Ο λαός που μουντζώνει και φτύνει τα πρόσωπα αλλά όχι τις πολιτικές. Ο λαός που νιώθει ένα κρυφό φτερούγισμα στην ελληνική του καρδιά και μιαν ανατριχίλα στο ελληνικό του αίμα όταν ακούει τους μπρατσωμένους ΟΥΚάδες να ετοιμάζονται για να πάρουν την Πόλη. Την Αγιά Σοφιά. Όταν ακονίζουν τις βατραχανθρωπίσιες τους ψωλές για να γαμήσουν τα χανουμάκια. Ο λαός που, αφού έκανε τα παιδιά του σχιζοφρενικά τα βρίζει τώρα γιατί μαύρισαν τη μούρη του Παλαμά και γιατί κατούρησαν το πορτραίτο της Μπουμπουλίνας. Ο λαός που έκανε παντιέρα του την υποκρισία της εξουσίας και την αυθάδεια του ανήθικου πλούτου. Ο λαός που δεν τσούζεται απ’ τον καπιταλισμό αλλά απ’ τις μεταρρυθμίσεις. Ο λαός που έμαθε να αγαπάει τις αλυσίδες του. Ο λαός που δεν νιώθει πως το μπούλινγκ της εθνομαλακίας του και το αντριλίκι της δοξασμένης του φυλής ξεσπά στα κεφάλια των παιδιών του. Ο λαός που δεν νιώθει πως το πιο ακραίο μπούλινκγ είναι να στήνει κώλο στον κύριο βουλευτή για να του χαρίσει ένα τετράωρο εργασίας έναντι ευτελούς αμοιβής στα άλφα βήτα Βασιλόπουλος. Ο λαός που προχωρά αγέρωχα προς νέο συμβιβασμό και νέα συνθηκολόγηση με τον θεϊκό και αναλλοίωτο καπιταλισμό, τον μεγάλο κοσμοκράτορα και Κύριο της Μοίρας, τον αυτοδίκαιο δήμιο μιας ανθρωπότητας άρρωστης από αταραξία και δουλικό κομφορμισμό.

Τα σκυλιά καυλώνουν με εμβατήρια

dog

Μας πυρπολεί ο χρόνος εμάς τα σκυλάκια του,
μας καίει τις τρίχες, μας βάζει να τρώμε
ξερό ψωμί, να ψάχνουμε νόημα. Είναι
υπέροχα μελαγχολικός και μονομανής.
Πίνω λίγο καφέ και τρώω λίγο μπισκότο.
Ο χρόνος είναι το σύμβολο όλων των οιωνών
και όλων των προλήψεων, η αστεία απόδειξη
της θείας εντροπίας. Αιώνιος όσο κι ο φόβος.
Όσο και τα σημάδια απ’ το μαγιό στους ώμους.
Το γαλακτώδες βυζί σαν στάμπα αγνότητας
πάνω στο μαυρισμένο δέρμα. Τα πετάμενα
πλαστικά που σμιλεύει η άμμος, μάτια υγρά
σαν τη μελίγκρα που ρουφά το ρόδο
και σαν τα μάτια ελαφιού που ξεθάρρεψε
στο φρέσκο χιόνι και στο πρώτο φιλήδονο κορμί.
Ας υμνήσουν οι ουρανοί τη δόξα σου χρόνε
τούτη τη λυμφατική σφαίρα της αμφιβολίας
και της πλήξης. Την ανορθόδοξη γύμνια
απ’ τα σκέλια κοριτσιού που όλο μπρούμυτα
βυθίζεται στην πυρωμένη άμμο
και στο υπερκόσμιο κουκούλι της ηδονής.
Νύχτα θαμμένη στην κατσαρόλα της μαμάς
και στα ποιηματάκια τοίχου. Νύχτα κόκκινα
χείλη που περιμένουν φιλί, νύχτα μεγέθυνση
του χρόνου και του χώρου σμίκρυνση,
σε μετρώ και σε βρίσκω υγρή, ιδιότροπη,
με όλο το κοριτσίστικο αιματάκι των σπλάχνων σου
και τον κηφήνα θάνατο στην κερήθρα σου.
Σάρκα αποξεχασμένη, σπέρμα αγνό
μες τη φθορά και τους κιρσούς, τα κόπρανα,
τα ούρα, μες τις θερμοπηγές της Αιδηψού ταμένη
με τα λιπόσαρκα γκαρσόνια γύρω γύρω
να στολίζουν τη μαραμένη σου ομορφιά
και τις ρυτίδες. Χρόνε γκρίζα πεθαμένη ύλη,
συντρίμμι αεροπλάνου στο όρος Όθρυς,
πειραματόζωο, εκτόπλασμα, που όλο
στο νου μου φέρνεις θανατερά συμβάντα,
πόλεμο, στειρότητα, αναιμία, δυσκοιλιότητα,
βλεννόρροια, ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη,
μηνιγγίτιδα, γραφειοκρατία, εργατικό ατύχημα,
φουγάρα, εργοστάσια, κοπέλες με τρίχες
στα πόδια της ΧΑΝ, φανατικούς σκυλάδες,
σχολικές αίθουσες, την παναγία λιγωμένη
στο σαλονάκι του μπουρδέλου, τους θεραπευτές
του καρκίνου, τους χρηματιστές, το να ονειρεύεσαι
καλύτερες μέρες και να γίνεσαι λιώμα,
το να πεθαίνεις από λόξιγκα ή από κλύσμα.
Χρόνε εγώ ο αδέσποτος σκύλος σε παλεύω.
Με τις αδέσποτες σκύλες μου. Τις ποιήτριες.
Ω χρόνε, εμάς μας καυλώνουν τα εμβατήρια.
Στοίχισε εσύ τους θνητούς στις ουρές
κι άσε εμάς τα παλιόσκυλα να γαμιόμαστε.

Εγώ, ο λαπάς

Man_and_Bird19Apr1971

Το σκαρπίνι φορώ του ελάσσονος.
Διαβάζω χορικά των δανειστών,
αγγλικό δίκαιο, τον Έλιοτ για πάντα
στη μαύρη λάσπη. Πρακτικά συνεδρίων
ποιητών που καταλάγιασαν στη δίνη
των ρηχών ανταποδόσεων. Εγώ ειμί
η αλήθεια, η βορβορόφιλος χαρά,
η στενωπός τού κράτους των ηρώων.
Εγώ ειμί οι νόμοι κι οι θεσμοί. Τέκνο
γεωχαρές, Μήδειας, Μεσσαλίνας και
Βρουγχίλδης. Το εσώτατο πυρ της
συγκινήσεως διασαλεύοντας. Εγώ
ειμί ο λαπάς για το στομαχάκι τού
έθνους των εφήβων, ο ακονιστής
της διαρκούς σύγκορμης στύσης.
Τού μέσα και τού έξω ο δολοπλόκος.
Εγώ ειμί ο υπέρτατος κριτής των
ακατάσχετων εκκρίσεων. Εγώ ειμί
ο γλωσσοπλάστης της σχισμής,
ο ακαριαίος. Εγώ ειμί η αιμορραγία
τού κατευνασμού των σπλάχνων,
το προκαθήμενο αιματάκι στη σερβιέτα.
Ο ελάσσων ήλιος. Ο πιο σεσημασμένος
των μηδαμινών. Ο πιο οιδιπόδειος της
χαράς. Ο πιο υπονοούμενος της γύμνιας.

Το σχολείο έξω απ’ το σχολείο

Ashcroft600

Το σχολείο είναι έξω απ’ το σχολείο, εκεί όπου οι κοινότητες είναι πολλές κι όχι μία. Έξω απ’ τη θεσμική παιδαγωγική και τη θεσπισμένη διδακτική πράξη. Το σχολείο είναι έξω απ’ το σχολείο, ενάντια στην κανονιστική και οιδιπόδεια ακολουθία που εξωραΐζει τη συγκρουσιακή σχέση δασκάλου και μαθητή. Το σχολείο είναι στο δρόμο. Στη σύναψη των σχέσεων. Στα υλικά δίκτυα. Το σχολείο είναι έξω απ’ τα κτήρια που εκφράζουν τις οιδιπόδειες σχέσεις. Σχέσεις που συμβάλλουν στην υποτακτική πολιτική κουλτούρα, την εξέγερση ή τον θυμό, την επιθετικότητα και το δόλο, τον ανταγωνισμό και τη στέρηση. Το σχολείο βρίσκεται μακριά απ’ τους δασκάλους και το μαυροπίνακα, το θλιβερό τους καβούκι. Το σχολείο είναι έξω απ’ τα ντουβάρια. Έξω απ’ τις μυοσκελετικές ανωμαλίες της καθήλωσης επί συνεχούς εξαώρου σε στάση άκακου καθιστόζωου. Το σχολείο είναι έξω απ’ το στρατωνισμό της μοναδικής άποψης. Μακριά απ’ τους επαγγελματίες διευθυντές και τα μαντρόσκυλα της κρατικής εκπαίδευσης. Της ιδεολογίας που γίνεται κυρίαρχη μέρα με τη μέρα. Λεπτό με το λεπτό. Της ιδεολογίας που θέλει τους ανθρώπους ρομπότ. Της ιδεολογίας που θέλει τα σχολεία πρότυπα ή αλλιώς δεν τα θέλει καθόλου. Πρότυπα σχολεία για ανθρώπους πρότυπα. Αφού τα ρομπότ δεν πεινάνε, ούτε νιώθουν φόβο. Δεν ξεχνούν ποτέ τις διαταγές και αδιαφορούν αν πέφτει νεκρός ο διπλανός τους στη μάχη. Το σχολείο είναι εκεί που κάποιος περνάει καλά. Εκεί που διασκεδάζει. Εκεί που η χαρά έχει τον πρώτο λόγο. Γιατί, όταν η χαρά λείπει απ’ τη γνώση η γνώση στάζει δηλητήριο. Βερμπαλισμό, διδακτισμό και ακατάσχετη φλυαρία. Το σχολείο είναι έξω απ’ το σχολείο. Μακριά απ’ το δάσκαλο που μιλάει πολύ και ακούει λίγο και βαθμολογεί το βαθμό πρόσληψης της εξουσίας του απ’ τους υποτελείς και κουνάει το δάχτυλο αντί να το βάλει στο χοντρό του κώλο.

Σύντομη ιστορία της ανθρωπότητας

Adam-and-Eve-Arme-Eva18-likes_2

Είμαστε μια παράξενη οικογένεια. Ο μαύρος Αδάμ και η μαύρη Εύα. Σ’ αυτό τον κόσμο όπου τα πράγματα γίνονται από υποχρέωση ή από κομπορρημοσύνη εμάς μας αρέσουν οι ελεύθερες και άσκοπες ασχολίες. Οι ασήμαντες δουλειές. Δεν φοράμε φίμωτρα. Δεν έχουμε μεταξωτά βρακιά. Δεν είμαστε φτωχοί ή πλούσιοι. Φυλακισμένοι ή άρρωστοι, καλοί ή κακοί. Δεν είμαστε πρωτότυποι, δεν έχουμε τεχνολογία και μηχανές. Κυνηγάμε για να φάμε κι όχι για να σκοτώσουμε. Έχουμε τον τρόπο να κάνουμε τον ήλιο μαύρο και την νύχτα να φλέγεται. Είμαστε απλοϊκοί και άξεστοι. Οι πρόγονοί μας είναι ποτάμια, δέντρα, δάση, λιβάδια. Είμαστε σκόνη, ένα τίποτε. Όλα όσα φτιάχνουμε τα παίρνει ο άνεμος. Τα παιδιά μας έχουν πολλές μητέρες και πολλούς πατεράδες. Εδώ απ’ τους πόρους των αντρών ξεπηδούν γυναίκες και απ’ τον ιδρώτα των γυναικών άντρες. Όποιος πεθαίνει γεννιέται κι όποιος γεννιέται παθαίνει. Η καλή και η ανάποδη μπερδεύονται. Κανείς δεν κάνει κουμάντο κι ούτε ποιό είναι το πάνω και το κάτω ξέρουμε. Εδώ δεν υπάρχει ιεραρχία και τρέλα. Ο κόσμος είναι ακυβέρνητος και ο θεός είναι το σπέρμα μας. Δεν έχουμε καθεδρικούς ναούς με το λευκό Αδάμ και τη λευκή Εύα. Δεν έχουμε πάπα και παπάδες. Βατικανό και αρχιεπισκοπή και μπόκο χαράμ. Είμαστε ο μαύρος Αδάμ και η μαύρη Εύα που ζευγαρώσαμε με το ουράνιο τόξο και σκορπίσαμε πολύχρωμοι στον ορίζοντα. Γιατί ακόμα κι οι πιο λευκοί απ’ τους λευκούς είναι δικά μας παιδιά. Κι ας αρνούνται να θυμούνται την κοινή μας καταγωγή, γιατί ο ρατσισμός προκαλεί αμνησία, κι ας αρνούνται την ελευθερία για τα κλουβιά, γιατί η συνήθεια προκαλεί δούλους. Είμαστε ο μαύρος Αδάμ και η μαύρη Εύα που τα λευκά μας παιδιά μας έβαψαν λευκούς και μας έκαναν εχθρούς. Και οι καρποί της χαράς έγιναν απαγορευμένοι. Και επινόησαν την αιώνια ψησταριά της κόλασης οι Άγιοι και οι θεολόγοι. Τα διεστραμμένα μας παιδιά έφτιαξαν ένα τέρας που μυρίζει θειάφι και κρατάει τρίαινα κι έχει ουρά, κέρατα, νύχια και οπλές ζώου, πόδια κατσίκας και φτερά δράκου. Τα διεστραμμένα μας παιδιά για να διορθώσουν την πίστη χρησιμοποίησαν κολάρο με καρφιά, σιδερένια φίμωτρα, πυρακτωμένες τανάλιες, πριόνια που σ’ έκοβαν στα δυο αργά, εκκρεμές που έσπαγε κόκαλα, πυρωμένη βελόνα που τρυπούσε τις κρεατοελιές του διαβόλου, μαστίγια με γάντζους και λεπίδες, τανάλιες που έσφιγγαν τα βυζιά των γυναικών, φωτιά στα πέλματα, φάλαγγα, σιδερένια νύχια που έγδερναν τη σάρκα, φυσερό για το στόμα των αιρετικών και τον κώλο των πούστηδων και το μουνί των γυναικών που είχαν εραστή το Σατανά. Είμαστε ο μαύρος Αδάμ και η μαύρη Εύα και ξέρουμε πως το πεπρωμένο μας κάνει κομμάτια, σαν να είμαστε από γυαλί, κι αυτά τα κομμάτια δεν ξανασμίγουν ποτέ.

Περιμένοντας το δοσατζή

banksy-graffiti-street-art-mona-lisa-bum

Οι πάλαι ποτέ ένδοξες αποικίες και οι κάποτε εξωτικές χώρες, που και μόνο τ’ όνομά τους ήταν μαγεία, έγιναν τώρα νησάκια για να γαμάν οι πλούσιοι και να παίρνουν μάτι οι φτωχοί. Αποθήκες καλοπέρασης ζευγαριών, που η μικροαστική τους ευτυχία τα επισκέπτεται για να μελώσει τον πρώτο μήνα του ευλογημένου έγγαμου βαρετού βίου. Μαζί βέβαια και το καουτσούκ, ο χρυσός, ο ψευδάργυρος, το πιπέρι, ο καφές και τόσα άλλα προϊόντα για το ευκατάστατο στομαχάκι του αστού της Δύσης. Ιθαγενείς, έρμαια του Λονδρέζικου λόμπι και της Παρισινής ιντελιγκέντσιας. Των όπου γης πλαστών συναισθημάτων φιλανθρωπίας και ψηφιακής οδύνης. Ανθρώπων που δεν εκπολιτίστηκαν αλλά απλώς άλλαξαν συνήθειες. Εκεί που έτρωγαν με τα χέρια τώρα τρώνε με μαχαίρια και πιρούνια. Εκεί που είχαν κεριά έβαλαν ηλεκτρικές λάμπες. Εκεί που είχαν ράφια για το τουφέκι τώρα έχουν τη Βίβλο και περιοδικά για το κυνήγι και το νόμιμο φόνο. Άλλοι, αντί για ρόπαλα αποκτήσαν ρεβόλβερ. Κι άλλοι αντί για τον ήλιο απόκτησαν τον Ιησού Χριστό χωρίς να ξέρουν τι να τον κάνουν. Οι πιο εκφυλισμένοι θα πάρουν ένα όπλο για να πάνε να πολεμήσουν τους κακούς. Να σφαχτούν για έναν πολιτισμό που δεν τους έφερε παρά μιζέρια και εκφυλισμό. Ανικανοποίητοι, ζηλόφθονοι, με όλη τη λέπρα του ανταγωνισμού περιμένουν τον καρκίνο. Την τηλεόραση που φέρνει θάνατο. Τους νόμους που φέρνουν θάνατο. Τον ηλεκτρισμό που φέρνει θάνατο. Τα βιβλία που φέρνουν θάνατο. Την αναπνοή που φέρνει θάνατο. Το γαμήσι που φέρνει θάνατο. Τη σκέψη που φέρνει θάνατο. Την ελεημοσύνη που φέρνει θάνατο. Τα λεφτά που φέρνουν θάνατο. Ετοιμοθάνατοι ξεζουμισμένοι Ρουμάνοι για ένα πιάτο φαί σε πτηνοτροφία της Αχαΐας. Σε θερμοκήπια της Κατοχής. Πακιστανοί στα κάτεργα της φράουλας στη Μανωλάδα. Αγνώστου ταυτότητας ανθρώπινα αντικείμενα στις οικοδομές, στα μεγάλα έργα, στους δρόμους, στις γέφυρες. Για ένα ξεροκόμματο στις χώρες της ελευθερίας, με την ένδοξη ιστορία και τους ένδοξους κατοίκους, τους περήφανους, τους ηρωικούς, που γκρινιάζουν όταν βλέπουν το χοντρό παλούκι του καπιταλισμού στον δικό τους κώλο, μα όταν αυτό το παλούκι έμπαινε βαθιά σε άλλους κώλους αλλοδαπούς οι ευγενείς αυτοί νοικοκυραίοι είχαν ανάπτυξη, ολυμπιακούς αγώνες, χρηματιστήριο, δάνεια, κάρτες, γάμους, βαφτίσια, πανηγύρια, τελετές και ευρώ. Ήταν απασχολημένοι με τα πλαστικά τους παιχνίδια και τα μπετά των εργολάβων που τσιμένταραν τις χαλαρές συνειδήσεις. Εδώ το υπερώο της Ευρώπης. Σας ομιλούν οι ελεύθεροι πολιορκημένοι ελληναράδες. Περιμένοντας το δοσατζή.

Όπως με δασκάλεψε ο Νίτσε

art-nude-photography-52

Γράφεις ωραία ποιήματα, εσύ μωρό μου, για το θάνατο

μα εγώ συνηθίζω το χορό, όπως με δασκάλεψε ο Νίτσε
και λυπάμαι
που δε μπορώ να κρύψω την ποιητική μου στύση
από σένα, σεμνή θεούσα της ποιήσεως
που με αγαπάς και με συμπονάς
και με συμβουλεύεις και με κακολογείς
σκοτεινό και φιλήδονο
και πως πάω χαμένος με τόσο ταλέντο
κι άκλαφτος, αλλά
γράφεις ωραία ποιήματα, εσύ μωρό μου, για το θάνατο

μα εγώ συνηθίζω το χορό, όπως με δασκάλεψε ο Νίτσε.

Χέρια

pakistan-charity

Μην ψάχνετε δικαιοσύνη στις εικόνες. Στις μεγάλες ταχύτητες. Στα μεγάλα και στα μικρά κανάλια. Στα μαύρα και στα άσπρα τετράγωνα της μουχλιασμένης σκακιέρας. Κάτω απ’ το πέπλο της βαρβαρότητας δεν μπορεί να καμώνεσαι τον άσπιλο. Να ζεις αγκαλιά με το βρικολακιασμένο παρελθόν και τη νοσταλγία. Να αρνείσαι να πεθάνεις με φυσικό θάνατο. Να βρομίζεις μέσα στην ασφάλεια που σου προσφέρει η ακινησία. Να προσφέρεις γη και ύδωρ στο παρδαλό σύστημα που μας εκπολίτισε όλους με φόνους και μίσος. Να υπερασπίζεσαι τα συρματοπλέγματα που προστατεύουν τις αυταπάτες σου. Και με όλη τη χριστιανική σου αγάπη να χρησιμοποιείς μια αρμαθιά από δυστυχισμένους ανθρώπους για να σε ξεσκατίσουν. Χωρίς άδεια παραμονής, χωρίς υπόσταση, χωρίς μέλλον. Είναι οι ξένοι που τους χύνουμε βενζίνη στα μαλλιά και τους ψήνουμε στα κάρβουνα κι απ’ τις δυο μεριές όταν τελειώνει η σεζόν. Πακιστανοί, Σύριοι, Ιρακινοί που τους λιανίζουμε με την μηχανή του πουρέ. Η Ευρώπη που κρύβει κάτω απ’ το χαλάκι τις βρωμιές. Τα περισσεύματα της ανθρώπινης ύπαρξης, τους λαθραίους που δεν τους θέλει κανείς. Η Ευρώπη με τους ευσυνείδητους εργάτες της που γεμίζουν βόμβες, που κατασκευάζουν υποβρύχια και πυραύλους, όχι για τα δικά τους κεφάλια αλλά για τα κεφάλια των άλλων. Και μετά ουρλιάζει αυτή η πολιτισμένη Ευρώπη, να πάτε σπίτια σας μουνόπανα, μαύροι σκύλοι, πακιστάνια του κερατά. Εσείς που μας τρώτε τις δουλειές και μας γαμάτε τις γυναίκες. Εσείς που πουλάτε το νεφρό σας για να βγάλετε εισιτήριο για τα κάτεργα της Ευρώπης. Και πνίγεστε στο γαλανόλευκο Αιγαίο. Στη χώρα μου που έγινε ένας κουβάς από έντερα. Από ποντικούς και ψείρες και πτώματα. Πόδια και δόντια σκόρπια στα χαρακώματα του Έβρου. Δηλώσεις και προοίμια και πρωτόκολλα. Δίδυμους στραβοπόδαρους και ευνούχους φαλακρούς και ατσάλινους φράχτες. Και στρατόπεδα συγκέντρωσης. Χριστιανική επιστήμη και δηλητηριώδη αέρια και πλαστικά εσώρουχα και πλατινένια δόντια. Όλα τυλιγμένα σ’ ένα μεγάλο χοντρό κομμάτι κιμά. Θέλουμε λεφτά κι εργατικά χέρια για το τηγάνι μας. Θέλουμε μέλλον για μας χωρίς να θέλουμε μέλλον για τους άλλους. Γι’ αυτό μαραζώνουμε μέσα στο ίδιο μας το λίπος. Γι’ αυτό σβήνουμε μέσα σε μια λαδερή κηλίδα. Γι’ αυτό απευθυνόμαστε πάλι και πάλι για να αγοράσουμε μια ψευτοζωή από δεύτερο χέρι στην εταιρία «Φόνος, Θάνατος, Όλεθρος και Σία». Με όλο το ένδοξο παρελθόν μας και το αρχαίο κλέος πρωτοκολλημένο στην πράξη θάνατος και καταστροφή του πλανήτη Γη, κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του δυνατού και του αδίστακτου. Του μορφονιού που τα γαμάει όλα.

Σημειώσεις στον κόρφο της

vario-35

Δεν μου αρέσουν οι μάντρες, τα φρούρια, τα παλάτια, τα μνημεία, οι φυλακές, οι εκκλησίες, τα μουσεία, τα δημόσια αγάλματα των σπουδαίων νεκρών. Δε μου αρέσουν οι πολεμιστές, οι φύλακες, οι ιερείς, οι στρατώνες, η ιεραρχία. Δε μου αρέσει ό,τι συμβολίζει το φόβο μας για τη ζωή. Κι όλες οι δομές είναι χτισμένες πάνω στο φόβο. Ο φόβος φυλάει τα έρμα κι ο φόβος τρώει τα σωθικά. Με φόβο θα ποτίσει η μανούλα το βλαστάρι της, όχι τόσο για να το προφυλάξει απ’ τα ατυχήματα και τους κακούς, αλλά για να το μυήσει στην εξάρτηση. Γιατί ο φόβος είναι πρωτίστως εξάρτηση. Σε φοβίζω για να σε ελέγχω συναισθηματικά. Απ’ την αραχνοφοβία μέχρι τη γαμησοφοβία ένα μικρό αγαθό τερατάκι κρύβεται από πίσω. Ένας προστάτης που διαιωνίζει την εξουσία του σπέρνοντας φόβους. Η μαμά, ο μπαμπάς, ο δάσκαλος, ο λοχίας, ο σύζυγος, μια στρατιά νταβατζήδων, σαν έτοιμοι και πρόθυμοι από καιρό να σου χώσουν το παλούκι του φόβου στον τρυφερό σου κώλο. Να σε μυήσουν σε μια χυδαία συνθήκη που σε βγάζει έξω απ’ τον κύκλο της ζωής. Να γίνεις υπάκουος και πειθήνιος. Να ακούς τους ανωτέρους, τους μεγαλύτερους, τους σοφούς. Να πνίξεις τη δική σου αισχρή φύση που αμφισβητεί και αμφιβάλει. Που γράφει στ’ αρχίδια της το μέσο όρο και το μέσο πολίτη και το μέσο τακτοποιημένο κενό. Σε μαθαίνω να μισείς τον άλλον και το διαφορετικό, να γλείφεις το αίμα απ’ τις σελίδες της ιστορίας με τους αλλόθρησκους μιαρούς σκύλους κι έπειτα σου παραδίδω μαθήματα αγάπης και χρηστομάθειας. Μιας αγάπης πλαστής, προγραμματικής, που η γραφειοκρατία όλων των θρησκειών την έχει στα συντάγματά της για ξεκάρφωμα. Η αγάπη δεν είναι το αντίθετο του μίσους περισσότερο απ’ ότι ο θάνατος είναι το αντίθετο της ζωής. Η βαθιά φτώχεια των ανθρώπων του μισαλλόδοξου πολιτισμού μας είναι η φτώχεια της εσωτερικής ζωής. Οι μπλεγμένες ζωές με τα καλώδια του ανταγωνισμού. Ο σοφός που σου κουνάει το δάχτυλο κι ο γείτονας που σου βγάζει το μάτι με το νυστέρι της υποκρισίας. Εδώ σ’ αυτό το βασίλειο των ανταγωνισμών και των καταναγκασμών βασιλεύει η κοινωνική ειρήνη. Δηλαδή η παύση των εχθροτήτων, η ανακωχή, η ανάπαυλα, το αποκοίμισμα. Μια ειρήνη-διάλειμμα, μεταξύ των μεγάλων κακών. Των πολέμων δηλαδή με σπαθιά, πυρηνικά όπλα και πανέξυπνες βόμβες. Μια ειρήνη που προετοιμάζει το νέο κακό αφού ανακατεύει την πίσσα όλων των ένδοξων σφαγών του παρελθόντος. Δεν αρχίζει να ζει ο άνθρωπος θριαμβεύοντας πάνω στον εχθρό του, ούτε αρχίζει να αποχτά υγεία κάνοντας θεραπείες και διαλογισμό. Η χαρά της ζωής είναι κοντά στη Φύση κι όχι στη φυσιολατρία. Κοντά στο γαμήσι κι όχι κοντά στη στέρηση και τους φόβους και την αναπαραγωγή έξυπνων, μορφωμένων και πιστών δούλων. Οι αρρώστιες μας είναι όλα εκείνα που μας δεσμεύουν. Ιδανικά, πίστη, ελπίδα και άλλες περισπούδαστες αρλούμπες κρατούν το χέρι τού ετοιμοθάνατου νοικοκύρη. Γιατί η ζωή θέλει εραστή κι όχι νοικοκύρη. Και πρέπει να είσαι έτοιμος να φτάσεις στο τέλος. Να γίνεις στάχτη στα μάτια της. Να της βουρτσίσεις τα δόντια και να της κόψεις τα νύχια. Να φας τις μύξες της και να πιείς τον αφρό της. Να την παντρευτείς χωρίς προφυλάξεις, ολόκληρη. Και χωρίς υπουργείο άμυνας και χωρίς αρχιεπισκοπή και χωρίς χυδαιότατη υποκρισία αλλά βαθύτατο ερωτισμό. Καύλα.

Autostop

auto-stop-1966

Με βρήκε ο ωραίος ήλιος του πρωινού να βήχω
Όχι σε γιοταχί μα σε νταλίκα
Βενζίνα μύριζε η καμπίνα
Ντομάτες μεταφέραμε στην ασπρουλιάρα Αθήνα
Της επαρχίας μου τα βιβλικά αποφθέγματα εγώ
Η τέχνη είναι αυτοκαταστροφική μου είπε ο σοφός φορτηγατζής
Νόμοι παντού αποταμίευση βουρτσάκια τουαλέτας
Μονάχα οι καθαροί θα πάνε στον παράδεισο
Μου λέει ο αυτεξούσιος ο λούμπεν
Καπνίζοντας τους συνειρμούς σαν άσπιλη αμνάδα

Μάρτυς μου ο φαλλός

savioroftheworld

Αρχίζω να ζω και να αναπνέω εδώ στο γραφείο μου.
Στο στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Εδώ γύρω από ζαμπόν τσάι και τυρί
και φαντασία και μπέρμπον.
Ο Σατί βγάζει το άχτι του ως οικοδόμος ψυχών κι εγώ
σε ξεφλουδίζω πάθος των άλλων που πας χαμένο.
Μάρτυς μου ο φαλλός κι η περεστρόικα
των κοριτσιών της πορνογραφίας.
Οι γλώσσες που αναβλύζουν ανεμπόδιστα
σάλιο και τρέλα.
Λαγνεία απ’ τα έγκατα.
Παλίνδρομα υγρά.
Υπεροψία και μέθη παλλακίδας.
Ποίημα που θυμίζει κότα.
Όλο λαρυγγοσπασμικές επικλήσεις
για ένα πράγμα απερίγραπτα κωμικό.
Τουρλώνοντας η έμπνευση τον κώλο της
για να γεννήσει το λεκιασμένο της αυγό.

Μερικές ευλογίες

farser

Τα πράγματα που είναι ωραία και νόστιμα είναι τα χείλη το στήθος οι γλουτοί το αρσενικό και το θηλυκό φύλο.

Γράψτε με φυσικό τρόπο και χωρίς δισταγμό. Μην αφήσετε τίποτε πίσω σας ούτε πέντε στίχους ούτε μια αράδα.

Η σεξουαλική επιθυμία είναι απεριόριστη: θέλει όλα τα θηλυκά.

Προέλευση του Κόσμου, πάλι το θηλυκό!

Ο άνθρωπος αφήνει το θηλυκό και επιστρέφει στο θηλυκό.

Το μεγαλύτερο προνόμιο του ανθρώπου δεν είναι η σκέψη, αλλά η επιθυμία της ακατέργαστης σκέψης που δημιουργήθηκε από το όραμα του γυναικείου φύλου.

Αγάπησε με φυσικό τρόπο και χωρίς δισταγμό. Κράτησε απ’ το ζώο το ένστιχτο που δεν έχει φόνο κι απ’ τον άνθρωπο το ένστιχτο που δεν έχει υποταγή.

Η μόνη εξωτική χώρα είναι το θηλυκό. Μόνο και μόνο γι’ αυτό αξίζει να ταξιδέψεις.

Αυτό το, θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοϊδωμένους είναι η πιο ακαταμάχητη ποιητική προστυχιά.

Η μεγάλη απόσταση από τη φύση είναι η αιτία όλων των δεινών: τη θρησκεία, την ιδιωτική περιουσία, το γάμο και το βιασμό.

Ευτυχία σημαίνει πως υποστηρίζω χωρίς κανένα περιορισμό την τελική νίκη κατά των απαγορεύσεων και των προκαταλήψεων.

Oἶον τὸ γλυκύμαλον

images (1)

Σουλατσάρω
όχι διαχρονικός αλλά αχρονικός
με το άλφα τόσο στερητικό σα σύνδρομο
και την οχλοβοή γραμμούλα γραμμούλα
ρουφηχτά και αυτόβουλα
και σκέφτομαι εκείνο το ξεμυάλισμα που υπέστην
τη ζέστη που τα καλοκαίρια εμπαινόβγαινε
στις μασχάλες και τις κλειδώσεις
και με στραπατσάρισε οντολογικώς
κι με έκανε ωραιότατο παραμυθά των χυμών μιανής
κι όχι αρνάκι στα φιλοσοφικά κρεματόρια
χειμαδιό
τέκνο που πάει γυρεύοντας
κι όλο δραπετεύει στο βαθύ υπνάκο της
ρίχνοντας λάδι στη φωτιά της φαντασίας
λιανοτράγουδα μιανής σχισμής νυφούλας
οἶον τὸ γλυκύμαλον ἐρεύθεται ἄκρωι ἐπ΄ ὔσδωι
και λοιπά και λοιπά

Πατριωτικόν ποίημα

poihma

Θα σου πάρω γλυκιά μου μια βάρκα
τον ελεύθερο στίχο να πηγαίνουμε τσάρκα.
Έργον πατριωτικό στην οθόνη
με λεφτά και φουσάτα
φορτωμένα στο γαϊδούρι του Σάντσο.
Τα χαράματα γυμνοί Θα ξυπνάμε
όχι τρέχοντας για να πάμε στο μήτινγκ
αλλά να γαμιόμαστε μύτη με μύτη.
Θα φεύγει η σελήνη της νύχτας
κι η Πυθία θα βόσκει κοπάδια
στων Δελφών την ολόμαυρη ράχη.
Τα προβατάκια θ’ ακούν με προσοχή τους χρησμούς
κι οι βασιλιάδες θα γλύφουν το χρυσό απ’ τις πέτρες
μα, γυμνοί στη δουλειά μας εμείς, στο γαμήσι
στουπί στο υπερκόσμιο άγριο μεθύσι.
Με σύκα ξερά και ψωμί κριθαρένιο
τα κορμάκια θα ταΐζουμε που δεν πήγαν στο Γαίηλ
για να μάθουν να φτιάχνουν από αίμα κοκτέιλ.
Αχ, πως χοχλάζει η καύλα μονάχα
και πως κόβεις σωστά μια ντομάτα
στο βαθύσκιωτο αυτό κουζινάκι.
Κι ας τους γόηδες, τους βαρβάτους ατσίδες
στις Βρυξέλες να χύνουν με πάθος
μπροστά στα μαρκούτσια των Ούννων
τα βρακιά κατεβάζοντας
δείχνοντας των ελλήνων το ένδοξο βάθος.
Τα πτυχία, τα βραβεία, τα βιογραφικά τα γαμάτα.
Της ωραίας Ελλάδος μας τα υπερήλικα νιάτα.
Αχ, αψηλάφητο αδυσώπητο χάος
οι φαλλοί, τα αιδοία μας, τα κορμιά μας
μια συκιά στα ερείπια η πατρίδα μας
τα γλυκομίλητα κορίτσια που μας φέρνουν τις λέξεις στο πιάτο.
Αχ, ιδρωμένοι τον Αύγουστο.
Δια παντός θεϊκοί στο ταψάκι της άμμου.
Πριν μας σπείρουν της αγίας φθοράς τα χεράκια
στα υγρά μουχλιασμένα φρεάτια
στα χωράφια
στους λάκκους.

Και ο μεγαλοδύναμος δημιούργησε τις μπανιέρες

odi

Γυναίκες εξωτικές και καλοθρεμμένες. Απλησίαστες και σκοτεινές. Οδαλίσκες φασματικές της αναγέννησης. Βγαλμένες απ’ τα κάτεργα των διαφημιστών. Με τους μπρούτζινους κόρφους και τον ωμό ερωτισμό, ερεθίζοντας ανυποψίαστους διαβολάκους, με τα στρογγυλά φοβισμένα μάτια του λαγού. Αντράκια που η σεξουαλική πείνα μεταμόρφωσε σε λαγωνικά έτοιμα να χώσουν τη μουσούδα τους σε καυτά ψηφιακά μουνάκια απ’ την Αργεντινή, το Μεξικό, τη Μαλαισία, το Σουδάν. Μιαν επιδημία του σεξ εις άπταιστα αγκομαχητά, γαρνιρισμένα με διαφημίσεις, ως υπόκρουση στο διαβολικό στρίγκλισμα της εξουσίας που θέλει και τα μυαλά και τα κορμιά. Εκεί που οι θόρυβοι της ερωτικής κολάσεως φτάνουν ως χασμωδίες στα ξεκούρδιστα αυτιά. Εκεί που η αγριότητα και η βία κρατούν το χέρι του βλαμμένου παιδιού που ορφάνεψε από ζωτική ορμή. Εκεί που ο χαρούμενος είναι αγχωμένος και ο ευτυχισμένος κάνει εμετό. Γιατί η χαρά και η ευτυχία είναι καταπλακωμένα συναισθήματα από λεφτά. Αγοράζονται και πουλιούνται. Μες το θυμό κοιμούνται και μες τον εφιάλτη ξυπνούν. Σαν άγρια ζώα με το δασύτριχο δέρμα τους και το ανίερο λαίμαργο στομάχι. Με μια καρδιά τρελού που φουσκώνει για φιλί και τρυφερότητα αλλά ξεπέφτει στην τηλεθέαση. Στη συνήθεια. Στον αμοραλισμό. Στα χούγια των άλλων. Εξόριστος απ’ τον αληθινό καυλωμένο λόγο των ποιητών, των πειρατών, των παλαβών, των βοσκών που χαίρονται την μαλακία και την μυρουδιά της βροχής. Όλων αυτών που ταΐζουν κομμάτια ήλιο το αποστεωμένο σκυλί του πολιτισμού. Χυμούς και χιούμορ. Όχι ντροπές και επιμήκυνση πέους και επιμήκυνση καλοζωίας. Και μνημόνια και γερμανικά μπιμπερό. Και ολλανδικούς δονητές και σκανδιναβικά κομπολόγια για την κλειτορίδα. Μόνο χυμούς και χιούμορ. Διότι το χιούμορ δεν κατέχει υποδεέστερη θέση απ’ ότι ο ερωτισμός και η οσία σεξουαλική εμμονή. Διότι η ερωτογραφία είναι μια πρώτης τάξεως ανταρσία που συνταιριάζει την τρυφερότητα με την χαρωπή ειρωνεία. Διότι μόνο στους μεγάλους καυλωμένους ερωτικούς συναντούμε σε κάθε σχεδόν λέξη τους αυτό το είδος του κλεισίματος του ματιού της χλευαστικής συνενοχής, που οι καλλιτέχνες και οι θεοπάλαβοι ποιητές απευθύνουν μεγαλειωδώς στον έξω κόσμο.

Υποκριτή αναγνώστη, όμοιε μου – αδερφέ μου!

xezontas

Μόνο στους πεθαμένους δεν αρέσει
το γαμήσι monsieur, η ευκλείδεια
γεωμετρία, η Ιλιάδα και τα ντόμπρα
κορίτσια. Ω, ευελπιστώ στην οδύνη
και στη ντροπή των μαλθακών. Και
σας πληροφορώ χιονισμένες κορφούλες
αγριοκάτσικα που χαθήκατε και αρκούδες
σκλάβες της σημασίας, σας πληροφορώ
παγωμένες ποιήτριες, δασκάλες που
χάσατε το δρόμο σας για την Ιθάκη
και βρεθήκατε νοικοκυρές στο Δομοκό.
Σας πληροφορώ αναλώσιμα κορμάκια
δεσποινίδες λαίμαργες, εργάτες που
κόψατε τη γλώσσα σας και προβατάκια
της λογικής, σας πληροφορώ μικροαστοί
γάτες, σαΐνια υπάλληλοι οραματιστές
πως για σας διαπραγματεύονται οι μύγες
με τα σκατά, οι ψήλοι με το σβέρκο της
εξουσίας, τα λεφτά με τα λεφτά για σας
ζευγαρώνουν, για σας οι κυβερνήσεις, τα
κράτη, οι αρχηγοί, για σας ο Πικάσο
ζωγράφισε τη Γκουέρνικα κι ο Ντελακρουά
τη σφαγή της Χίου και σε πληροφορώ.
Μόνο στους πεθαμένους δεν αρέσει το
γαμήσι, hypoctrite lecteur, -mon semblable, –
mon frère!

Ποτέ μου δε μπόρεσα να θαυμάσω το Ρόκυ με το αμερικάνικο βρακί του

nino

Πάντα με ανατρίχιαζε η γαλανόλευκη αμερικανιά των συμπολιτών μου.

Αγαπώ όλους τους τόπους γιατί όλοι οι τόποι είναι ένας τόπος. Δεν αγαπώ τις ξεχωριστές περιπτώσεις που φορούν τη νεκρική τους μάσκα και κατεβαίνουν στη χώρα μου, δηλαδή στο χώρο μου, για πλιάτσικο.

Ζήσαμε σε καπνοχώραφα κοντά, και σιγανές βροχούλες. Σε οικόπεδα με κοτέτσια ανάμεσα σε πολυκατοικίες. Σε κάμπους που η φυλή μας διέπρεψε. Σε γειτονιές που ένας στους εκατό είχε Άμστραντ 464 και παιχνίδια που για μας τους Νεάντερνταλ της ψηφιακής εποχής ήταν ένας άλλος μαγικός κόσμος.

Μια αθωότητα που άχνιζε χαρούμενη μέσα στο μεταπολιτευτικό χυλό των πρώτων καιρών του κόσμου μας.

Μαζί με τους σούπερ ήρωες και τον ρομαντισμό τους καλλιεργήσαμε μια λεπτή στρώση ηρωισμού στην εσωτερική μας στοιβάδα. Ο σούπερμαν ήταν αυτομάτως δυνατός χωρίς χέμο ή κατσικίσιο γάλα, όταν το απαιτούσαν οι περιστάσεις. Όταν οι κακοί έβγαιναν στους δρόμους και δε μπορούσε κανείς να τους αντιμετωπίσει.

Τυπικά ανήκουμε στη γενιά του χάους. Ένα χάος που αναδύθηκε τη δεκαετία του εβδομήντα. Τη δεκαετία που ο πολιτισμένος κόσμος έβαλε τη ζωή του στα μουσεία. Στο μουσείο του κράτους, της οικογένειας, της θρησκείας, της εργασίας και της κατασκευασμένης ψυχαγωγίας.

Της ψυχαγωγίας που ήταν και ιδεολογία μαζί και το καπιταλιστικό τερατάκι ευλογούσε τα γένια του. Έχτιζε μέλλον ατσάλινο. Κι όλη την ανθρώπινη περιπέτεια την έκανε δίπολο, καλό και κακό, συν και πλην, Δύση και Ανατολή.

Ετοιμάζοντας μια γενιά που θα χόρταινε εμπειρίες εικονικά. Με διαμεσολάβηση. Με εικόνες και ήχο. Με χρήση των ακροδαχτύλων και της κόρης του ματιού.

Χωρίς κίνδυνο να πέσεις στο κενό μπορείς να πετάς από κτίριο σε κτίριο και χωρίς κίνδυνο να κολλήσεις έιτζ βλεννόρροια σύφιλη και λοιπά μπορείς να γαμείς με τα μάτια. Μια ολόκληρη βιομηχανία του μπανιστιρτζή υποκατέστησε το δίκιο την ομορφιά το σεξ το παιχνίδι το φαγητό.

Οι σούπερ ήρωες της παιδικής μας ηλικίας, οι άτρωτοι, έγιναν οι θεοί της ανθρώπινης αναπηρίας που άφηνε τη δράση στους κακούς. Στους βάρβαρους και τους κακούς που επινοούσε συνεχώς η Βίβλος του ελεύθερου κόσμου και της ελεύθερης αγοράς.

Ο κακός ήταν ο σπεσιαλίστας του ανταγωνισμού χωρίς κανόνες. Ήταν η φυσική ροή προς το σκοπό που αγιάζει τα μέσα.

Ο καλός και ο κακός. Ο κακός κοντός και χοντρός με μικρό μουστάκι. Έτοιμος να δηλητηριάσει μια πόλη, να καταστρέψει τον πλανήτη. Ο καλός είχε εκπαιδευτεί στον παράδεισο, έπαιζε την ασημένια του άρπα. Γλυκός, συνεσταλμένος, χαμογελαστός.

Παράγωγα του θεάματος που ήθελε νικητή και νικημένο. Που ήθελε κάθαρση πάση θυσία. Ένα σινεμά τσικ του τσικ. Κολακεύοντας το κοινό. Την υποκρισία των παραγωγικών σχέσεων. Την φυλετική ανθρωπομετρική των νικητών.

Σιγά σιγά με το πέρασμα των ψυχρών χρόνων και των μαζικών σφαγών που ξεχάστηκαν, η Αμερική κατάφερε να φτιάξει ένα ήρωα πιο ανθρώπινο, με αίμα και ιδρώτα.

Τον πεζοναύτη της, που προστατεύει τον πολιτισμένο της κόσμο και τις κτήσεις του απ’ τους κακούς. Τους άραβες, τους μαύρους, του ινδιάνους, τους αφγανούς, τους ιρακινούς και τους σύριους, τους κούρδους και τους γύφτους.

Τώρα τα ψηφιακά μας παιχνίδια έχουν έναν ελεύθερο σκοπευτή που περιμένει το μελαμψό τρομοκράτη να του γαμήσει τα μάτια. Να τον διαμελίσει, να τον πάει ο ΟΗΕ στη μάνα του σε σακούλες.
Η Αμερική διαπαιδαγώγησε τον έλληνα αριστερό με όση αμερικανιά διαπαιδαγώγησε και τον έλληνα δεξιό.

Ο μοντέρνος Έλλην αριστερός δεν έχει πρόβλημα με το ΝΑΤΟ και το μπαμπούλα των λαών. Τους τραπεζίτες τους παίζει στα δάχτυλα. Με ντρίπλες λάιφ στάιλ διαπραγματεύεται με τον γερμανό καπιταλιστή και με Τεξανή προφορά μαντάρει ερωτισμό σε χαροκαμένες αγάμητες αγγλίδες που κάνουν πικάντικα τα στεγνά τους ρεπορτάζ.

Η γενιά μου που είναι στα πράγματα, μεγάλωσε με σουπερ ήρωες. Κι ο λαός θέλει σούπερ ήρωες για να τον προστατέψουν απ’ τους κακούς.

Στο μετρό βρεθήκαμε

bus-girl-pretty-train-Favim.com-188578

Στο μετρό βρεθήκαμε
Τρείς μέρες είχαμε να κοιταχθούμε
Ξαναμμένοι άγνωστοι
Μήνες χρόνια στο μετρό
Σχεδόν αντικριστά
Αφελώς κοιτάζοντας το στερέωμα
Κτήρια να πηγαινοέρχονται
Γνωστούς άγνωστους που σκουριάζει ο χρόνος
Θερμοκρασίες τρίτων
Που έτριψαν πάνω μας τη φθορά τους
Άλλους που μας χούφτωσαν επιδέξια
Στον ευλογημένο της εξόδου συνωστισμό
Άλλους τζέντλεμαν ατσαλάκωτους του μαντριού
Με καθαρό μαντηλάκι στο πέτο
Εξωστρεφείς επίπεδους και τα ρέστα
Ντουγρού στο βοσκοτόπι του γραφείου
Όλο φροϋδική ψωρίαση να τρέχει απ’ τα μπατζάκια
Χωρίς λίγο γυμνό φλοιό
Μια χαραμάδα τύψεων
Χωρίς αλληγορίες βάθος αισθησιασμό
Άλλους να διαβάζουν Άρλεκιν του Ντεριντά
Νεολογισμούς
Μυρουδιές ανάδοχες άλλων
Αρώματα σωματικά υγρά
Στο μετρό βρεθήκαμε
Τρείς μέρες είχαμε να κοιταχθούμε
Και μου ψιθύρισε βγαίνοντας, στο αυτί
Σήμερα μωρό μου δε φοράω βρακί

Ο Μουνούτσος

KARNABALI_AGIAS_ANNAS_DEKAETIA_1980__1_

Το υγιές ανθρώπινο πνεύμα ρέπει αενάως προς τη βωμολοχία. Τα καταπιεσμένα προσωπεία απ’ την υποκρισία της θρησκείας και την ασφυξία της πολιτικής ορθότητας, θέλουν να γίνουν αυτό που είναι. Να μασκαρευτούν. Οι μασκαράδες είναι οι διαδηλωτές της χαμένης αθωότητας. Είναι τα μουνιά και οι πούτσοι που θέλουν εξουσία. Είναι ο αρχαίος λόχος των ζητιάνων που περιμένουν έξω απ’ το ναό να ψηθούν τα σφάγια της θυσίας προς τους θεούς. Είναι οι επαίτες που περιμένουν να μπουκάρουν για να κόψουν ένα κομμάτι κρέας. Έτοιμοι να πλακώσουν στις μπουνιές και τα βρισίδια τους ιεροφάντες κωλογλείφτες της εξουσίας. Να τρομάξουν με όργιο την παρθένο Μαρία των αγορών. Να ορμήσουν στα πολυκαταστήματα για μια κονσέρβα και λίγο χαβιάρι. Να χέσουν πάνω στα ταμία και να κρεμάσουν μια τεράστια γαϊδουρόπουτσα στον τρούλο του ναού. Εκεί που το αυστηρό μάτι του παντοκράτορα επιτηρεί το ποίμνιο. Αυτό το ποίμνιο που έχει μια βαθύτατη ανάγκη για γαμήσι και φαί. Για παιχνίδι και τεμπελιά. Για μιαν αισχρότητα που σημαίνει άρνηση της εξουσίας. Του λοχία, του μπαμπά και της μαμάς. Για μιαν άνευ όρων και ορίων παρέλαση των ηδονών. Ενάντια στον πολιτισμό των καθωσπρέπει διαστροφών και ενάντια στον ιερό καταναγκασμό των ποικιλώνυμων εξουσιών. Ενάντια στους μικρούς λαούς που αυτοθαυμάζονται και στους μεγάλους που ισοπεδώνουν. Ενάντια στους λαούς που περιμένουν το Μεσσία. Ενάντια στους διεφθαρμένους μαλάκες που πιστεύουν σ’ αυτό το επικίνδυνο είδος ανθρώπου που λέμε: γεννημένος αρχηγός. Ενάντια σε υδροκέφαλες ιδιοφυίες που παίζουν ζάρια με δυναμίτη στην υποκριτική αγκαλιά των αγίων ισχυρών. Ενάντια στους λαούς που έχουν στα σπλάχνα τους τον καρκίνο. Την ιεραρχία. Ενάντια στους μικρούς λοχαγούς και τους αδίστακτους πατερούληδες που είναι προσηλωμένοι σε κάποιον ιερό σκοπό. Και ενάντια σ’ αυτούς τους μικρότατους καθημερινούς δικτατορίσκους με τις σπουδαίες απόψεις τους και τις βάρβαρες σοφίες τους, όπου ακόμα κι ο Χίτλερ μπροστά τους δεν είναι παρά μινιατούρα κι ο Μουσολίνι θλιβερός ξεπερασμένος θεατρίνος. Ενάντια σε κάθε μικρό αδίστακτο αρχίδι που παρεμβαίνει στις ζωές των ανθρώπων. Που ψαλιδίζει κλειτορίδες που κουνάει το δάχτυλο που πουλάει ελπίδα. Εναντίον των διαχειριστών της οργής. Εναντίον του κέντρου και της μοναδικής αλήθειας. Θυμάμαι κάποιες απόκριες αρχές του ενενήντα στο καυλωμένο χωριό της Αγίας Άννας. Ο παπάς και ο δάσκαλος πήγαν ένα βράδυ και κατέβασαν το πανό με τις βωμολοχίες που ήταν στην είσοδο του χωριού για να καλωσορίζει τους επισκέπτες. Την επόμενη μέρα το πρωί υπήρχε ένα άλλο πανό που έγραφε:

Ο Παπάς κι ο Δασκαλός μας
κατεβάσαν το πανό μας
γι αυτό κι εμείς τους γράφουμε
στ’ αρχίδια μας τα δυό μας!

Μήδεια

Mhdeia

Είδα τη Μήδεια του Παζολίνι με την Κάλλας σε αφρικανικά τοπία. Η φύση δεν είναι φυσική. Η φυσικότητα είναι αδυναμία του ανθρώπου να της μοιάσει. Η φύση είναι θεϊκή μα θεός δεν υπάρχει. Η φύση δε μιμείται, είναι αυτό που λέμε: μη προσπαθείς, πράξε.

Η φύση πράττει συνεχώς. Παράγει φαινόμενα που το καλό μάτι με τη σπιρτάδα του ταξινομεί. Ο λαός παρακαλά το βασιλιά της βροχής για βροχή την εποχή των βροχών. Κι αυτό σημαίνει ακριβώς πως δεν πιστεύει στο βασιλιά της βροχής διότι αλλιώς θα παρακαλούσε για βροχή την εποχή της ξηρασίας τότε που η χώρα είναι κατάξερη άγονη έρημος.

Η ανάγκη για παιχνίδι και τελετουργία κάνει τους αρχαίους να φτιάχνουν θεούς όπως το παιδάριο φτιάχνει χαρταετό και περιμένει αέρα για να τον αμολήσει. Γιόρταζαν τον ερχομό της μέρας το πρωί όταν έσκαγε μύτη ο ήλιος κι όχι τη νύχτα που έκαιγαν τα λυχνάρια.

Όταν θυμώνω χτυπώ με το πόδι το έδαφος με μανία γνωρίζοντας πως δε φταίει το χώμα αλλά έχω ανάγκη να γειώσω το θυμό. Οι τελετουργίες είναι τέτοιες και το να χτυπάς το έδαφος είναι σκιαμαχία που δεν εξηγεί τίποτε. Η ομοιότητα της πράξης όμως με την πράξη τιμωρίας είναι διαλεκτική του ενστίκτου.

Κανένας λόγος δεν ώθησε τους πρωτόγονους να λατρέψουν τη βελανίδια παρά το ότι φυλή και βελανίδια ήταν ένα. Βρίσκονταν ενωμένα σε μια κοινότητα ζωής. Όμως δεν είναι η ένωση βελανιδιάς κι ανθρώπου που γέννησε τελετουργίες και θυσίες μα ο χωρισμός τους, διότι η αφύπνιση της διάνοιας συμβαίνει ταυτόχρονα με την αποκοπή απ’ το αρχικό έδαφος απ’ το αρχικό θεμέλιο της ζωής.

Όταν το βρέφος βυζαίνει τη μάνα γίνονται ένα. Ο απογαλακτισμός θα φέρει τη λατρεία για να υποκαταστήσει φαντασιακά την πρωταρχική εικόνα. Ο βίαιος χωρισμός θα οδηγήσει σε κάτι άλλο. Δημιουργεί αισθήματα και χρειάζεται χώρο.

Ο έρωτας μας κάνει μονάδες συχνά χωρίς σκέψεις, μας αλέθει με τις σωματικές του μυλόπετρες. Οι τρύπες του σώματος και οι απολήξεις του, που συμμετέχουν σε μιαν απόλυτη ένωση, σε μιαν άσκοπη πράξη. Όταν έρχεται ο χωρισμός, έρχεται κι η λατρεία, ο βαθύς πόνος του χωρισμού που η απροκάλυπτη παραδοξότητά του μας είναι απατηλά οικεία. Ο ερωτευμένος θα προσφύγει στο θεό του έρωτα, θα γράψει ποιήματα, θα κλαψουρίσει σαν γατί, θα κατεβάσει τους διακόπτες, θα προσφέρει το ίδιο του το σώμα όπως ο αρχαίος πρόσφερε στο βασιλιά της βροχής μιαν αγελάδα για να κάνει τα ευλογημένα νερά του ουρανού να πέσουν πάνω στα ηλιοκαμένα και μαραμένα βοσκοτόπια. Στο ξερό χώμα.

Ο κήπος των ευρωπαϊκών τέρψεων

ioio

Η φύση από μόνη της δε γιατρεύει. Η φύση θεραπεύει μόνο όταν ο άνθρωπος αναγνωρίσει τη θέση του στον κόσμο. Όταν ξεπεράσει τη χριστιανική επιστήμη της μοχθηρίας και τη σκοταδιστική πρόοδο που τον οδηγεί στο χειρουργικό τραπέζι, στα άσυλα φρενοβλαβών και στα χαρακώματα. Όταν κατανοήσει το χάσμα ανάμεσα στην απόλυτη φτώχεια και στον απόλυτο πλούτο. Ο Γαργαντούας με τα κεφτεδάκια του. Ο Ιησούς εσταυρωμένος και σιωπηλός. Η κοκκινοσκουφίτσα παίζει σκάκι με τον Ηρώδη. Κεφάλια στο Λιβυκό πέλαγος μισοφαγωμένα απ’ τους καρχαρίες. Βουδιστές μοναχοί απ’ την Κομποθέκλα διαπραγματεύονται στα αμερικάνικα με γερμανούς. Φανταράκια γαμούν και δέρνουν. Αγανακτισμένοι μικροαστοί το πρωί ξεκαπνίζουν τα ΑΤΜ και το βράδυ παίρνουν ανάσες αξιοπρέπειας στις πλατείες. Ο Κολοκοτρώνης χορεύει ζεμπεκιά με τους ηλίθιους του τόπου μου. Ο Αι Γιώργης σουλατσάρει στο τέμπλο της παρθένου Μαρίας. Ποιητές της γενιάς του προγαμιαίου σεξ γράφουν ύμνους για το DNA των ελλήνων. Μοσχαναθρεμμένοι έγκλειστοι των Αθηνών και των περιχώρων σε έκτακτη πρωινή πνευματική στύση κάνουν επανάσταση γράφοντας το Γιάννης με ένα ν και το πούτσος με δυο ου. Ελληνοχριστιανοί του δημοσίου συσσωρεύουν κεφάλαια. Φροντίζουν τα τέκνα τους σε φροντιστήρια για να στείλουνε γιατρούς στο Ντίσελντορφ. Το έθνος μπαίνει με φόρα στα σκυλάδικα τού θεσσαλικού κάμπου και τα σπάει. Καλοφαγάδες της γενιάς τού πολυτεχνείου γράφουν άρθρα για το αμάρτημα της λαιμαργίας. Οι έλληνες σηκώνουν κεφάλι βγάζοντας σέλφις. Βγάζοντας απ’ την κατάψυξη το ένδοξο παρελθόν. Το σβέρκο του Καποδίστρια και τη σπάλα της Μπουμπουλίνας. Μόνο γυφτάκια έξω απ’ το λίντλ δεν πήραν χαμπάρι την επανάσταση. Την εξέγερση των ελλήνων στο φου μπου. Οι πληβείοι που έχουν εμετούς ξεραμένους στο πουκάμισο από παρατεταμένη δυσπεψία πείνας, αυτοί που δεν έχουν γαρύφαλλο στο πέτο, αλλά δάγκωμα λυσσασμένου σκύλου στην καρδιά, δεν πήραν χαμπάρι τον κουρνιαχτό της εξέγερσης. Δεν είδαν τις κόκκινες γραμμές και τις πάτησαν. Δεν είδαν τους αχινούς και τις τσούχτρες και τα σκυφόζωα. Δεν κατάλαβαν την ελπίδα που ήρθε. Τους τσαμπουκάδες. Την εθνική υπερηφάνεια. Τους ερμαφρόδιτους αναλυτές απ’ το Τέξας που διαβάζουν Ερωτικούς διαλόγους του Λουκιανού στο CNN. Τις αδίστακτες αγγλίδες του Σόχο να μοντάρουν τους γιάπις με το Νίτσε. Με την άσπρη τους κιλοτίτσα κατεβασμένη στα γόνατα. Δεν είδαν και δεν άκουσαν τα μηχανήματα θρυμματισμού μνήμης. Δεν ένοιωσαν την ιστορική στιγμή. Το πέρασμα απ’ τον τρόμο στην υποκρισία. Τους κάφρους να διορθώνουν τα πολεμικά ανακοινωθέντα. Τις λέξεις που πρέπει να μαγειρευτούν σωστά για να ταΐσουν αυταπάτες τους ιθαγενείς.

Τσάι του βουνού

xoriko

Υπάρχει μια μουσική που δε χρειάζεται νότες. Είναι άγρια εφιαλτική, νοσταλγική, θλιμμένη. Είναι προκλητική γιατί δεν είναι φτιαγμένη για τα αυτιά των ανθρώπων αλλά για τα αυτιά των θεών. Των ανθρώπων που έγιναν θεοί για να μην καταλήξουν σκουλήκια. Είναι η μουσική των βουνών, ο ήχος του μοναχικού ανθρώπου που δεν έχει τίποτε άλλο εκτός απ’ τη φλογέρα του. Είναι η ζωή και ο θάνατος στην τέλεια άνθησή τους. Σ’ έναν ελκυστικό χορό, μέσα σε μιαν αισθησιακή και κοχλάζουσα διαφθορά. Είναι ο βοσκός που γίνεται χίλια δυο κομμάτια. Κατακερματισμένος μέσα στη γύμνια τού τοπίου. Μεγαλόπρεπος σ’ αυτές τις πλαγιές γιατί απαρνιέται τα πάντα. Δεν έχει ιδιοκτησία αλλά γιγαντώνεται. Βγάζει όλη τη δύναμη απ’ τα πνευμόνια του και γίνεται πέτρα, λουλούδι, δέντρο. Ο βοσκός είναι τρελός άνθρωπος. Όχι ο άρρωστος τρελός, ο έγκλειστος της μισθωτής σκλαβιάς και της πλαστικής ευτυχίας, αλλά ο δημιουργικός τρελός. Ο καυλωμένος. Ο νομάς, το πνευματικό μηδέν. Ο άνθρωπος που δεν έχει φιλοδοξίες. Που συνομιλεί με τα όντα και τα πλάσματα. Είναι το καθαρό πνεύμα. Ούτε παραμυθάς, ούτε διασκεδαστής. Ξέρει πως σ’ αυτή τη γη υπήρχαν άνθρωποι που ζούσαν σαν θεοί. Ελεύθεροι. Που δεν έκλεβαν απ’ τη γη αλλά ήταν ένα μ’ αυτή. Που είχαν ζωή αιώνια γιατί δεν δολοφονούσαν. Γιατί λάτρευαν το μουνί τους και τον πούτσο τους και δεν αφήναν καμιά παπαδιά και κανένα πρωτοσύγκελο να τα ξεριζώσει και να τα καταβροχθίσει μέσα στο βουλιμικό όργιο του μεσαίωνα. Γιατί δεν υπήρχε η ασυναρτησία της χυδαιότητας αλλά η ζωντάνια του ερωτισμού. Ο βοσκός είναι αιώνιος. Κι είναι αιώνιος γιατί απαρνιέται τα πάντα. Είναι μεγαλύτερος απ’ τη ζωή και το θάνατο. Έχει τα πρόβατά του τυλιγμένα με χρυσές προβιές. Κινείται νωχελικά μέσα στον απέραντο ξεχασμένο χρόνο. Μέσα στο βασίλειο της φθοράς είναι ο άφθαρτος. Δεν είναι το ανθρωπόμορφο κουφάρι που μετατρέπει τη γη σε καμίνι και εργοστάσιο. Δεν λειώνει μέταλλα, δεν έχει σπαθιά, δεν καβαλάει άλογα, δεν έχει ασπίδες και κοντάρια. Ο αέρας γι’ αυτόν είναι ζωντανός. Φτερωτός σαρκοβόρος γίγαντας. Νοιώθει δέος, μαγεμένος απ’ την ίδια την αστραφτερή του εικόνα που βλέπει παντού. Είναι αυτός που δε σκορπίζει τη ζωή του στη ματαιοδοξία, αφήνοντας για κάποιο θλιβερό μουσείο πίσω του ένα σκόρπιο λείψανο, μια νεκρική μάσκα ή ένα χρυσό γιαταγάνι. Ο βοσκός είναι ο αρχαίος φύλακας του κοπαδιού. Η αναλλοίωτη μορφή που θρέφει τη βουλιμία της απλότητας. Εκεί που οι νυχτερίδες και τα φίδια έχουν τον ίδιο ρόλο μ’ αυτόν. Εκεί που κανένα πλάσμα δεν είναι περιττό. Κι εκεί που ο ένας θρέφει τον άλλο για να επιβιώσει και δεν τον καταβροχθίζει και δεν τον σφάζει και δεν τον πετάει στον καιάδα και στο κάτεργο για να του φέρει λεφτά.

Pork Memoirs

pork-memoirs

Είναι ένας κόσμος τρελός. Βίαιος και ασυνάρτητος. Παραγεμισμένος με νόμους και τηλεοράσεις. Ανικανοποίητους και ζηλόφθονους. Ένας κόσμος που φαίνεται πιο τρελός αν απομακρυνθείς ελαφρά σε μια πιο ήσυχη ζωή. Ένας κόσμος που ζει σε κουβούκλια. Σε κλειστούς χώρους. Που έχει ωράριο για το κατούρημα και το χέσιμο. Ένας κόσμος που φοράει πάνες για να μη λείψει ένα λεπτό απ’ τη δουλειά. Ένας κόσμος που πεθαίνει από ασιτία ή βαρυστομαχιά. Χώρες εξωτικές που προμηθεύουν την Αμερική και την Ευρώπη μπαχαρικά, καουτσούκ, ψευδάργυρο, καφέ και πρόθυμες πουτάνες. Χώρες αγορασμένες απ’ το θεόρατο χταπόδι που απλώνει τα πλοκάμια του απ’ το Λονδίνο, το Βερολίνο, το Παρίσι, το Σικάγο μέχρι τη Σιγκαπούρη, το Τόκιο, τη Βομβάη, το νέο Δελχί, τις άκρες της Ισλανδίας και τα άγρια βάθη της στέπας. Εκεί που ο πολιτισμός στοιβάζεται δίχως ειρμό και τα γλοιώδη του πλοκάμια εκπολιτίζουν τους ιθαγενείς. Εκεί που φτάνει πρώτα η Βίβλος και τα τουφέκια. Εκεί που αποκτούν Ιησού Χριστό ενώ είχαν τον ήλιο. Χώρες του ήλιου που τις φαρμάκωσε η ελεημοσύνη. Χώρες που βάζουν τα παιδιά τους στα λαγούμια για να φέρουν χρυσό στα δάχτυλα και στους λαιμούς δυστυχισμένων γυναικών. Χώρες διχασμένες. Χωρισμένες στα δύο. Παραδομένες ανάμεσα στην απόλυτη φτώχια και την παρανοϊκή χλιδή. Χώρες με όση βρώμικη ελευθερία τις έχει σκεπάσει ο ολοκληρωτισμός του Διαφωτισμού. Χώρες μινιατούρες για τα ράφια του σούπερ μάρκετ και το ντισκάβερι τσάνελ. Χώρες στη μεγάλη σεξουαλική τους σκλαβιά. Μπουρδέλα των δυτικών που φρεσκάρουν φτηνά την καταπιεσμένη τους λίμπιντο. Αποικίες έτοιμες για όλα. Χώρες που σκορπίζουν και φυλλοροούν. Χώρες που καταστρέφονται και ελπίζουν. Χώρες που μαχαιρώνονται στην κοιλιά. Χώρες γεμάτες μεγάφωνα που διαλαλούν καταστροφικά νέα νίκης και ήττας. Χώρες με γειτονιές που γίνεται πόλεμος. Χώρες που θέλουν χωροφύλακα για να κοιμηθούν. Τον αστυνομικό της γειτονιάς. Χώρες καταδικασμένες να ζήσουν με τους εφιάλτες τους. Μεταλλεία Χαλκιδικής, κυανίδια, ξανθογονικά αλάτα, θειονοκαρβαμίδια. Χρυσός και σιωπή. Γιατί η σιωπή είναι χρυσός. Κι η σιωπή φέρνει φράγκα. Και τα γουρούνια θέλουν λάσπη για να κυλιστούν.

Ερωτική εξαναγκασμένη ταλάντωση

roman-artwork-threesome-pompeii

συνεισφορά στις 14 του Φλεβάρη

1
Ψάχνω αγίους να πιστέψω. Αγίους συμμαθητές παλαιούς και αγίες συμμαθήτριες με πάθη. Και ψάχνω μιαν αγία για το εικονοστάσι μου. Αυτήν που περιγράφει ωραιότατα ο Εμπειρίκος κι αυτήν που έχει ζωγραφίσει ο Μαυροΐδης θεόγυμνη και ανελέητα καυλωτική.

2
Όλη η δαιμονολογία του πρωτόγονου ανθρώπου είναι εδώ. Ο νεογέννητος έρως που καθώς γεννιέται φέρνει και τις ακαθαρσίες του μαζί του στον κόσμο.

3
Πιστεύω εις την Οσία Μαρίνα Αμπράμοβιτς που βρίσκεται δίπλα μου την ώρα των σεισμών. Στη γυμνή της κοιλιά που τη χαράσσει με ξυράφι. Στο χάρτη πάνω της Γιουγκοσλαβίας. Δείχνοντας στους φιλότεχνους δυτικούς το κανιβαλικό τους επίτευγμα. Κι αυτός είναι ο ύψιστος ερωτισμός, να τραγουδάς νανουρίσματα μπροστά σ’ ένα βουνό από κόκκαλα βοδιών.

4
Πιστεύω εις τα ορυκτά συστατικά των γυναικών της κάτω Ακαρνανίας. Χωριά του κάμπου και χωριατοπούλες τρυφερότατες. Νυχτερίδες στοιχειωμένες. Καβαλάν μηχανάκια, ερεθισμένες ύαινες, μικρόσωμες, σαυροειδείς, εκβάλουν μέσα σε φρύγανα και άνθη. Φοράνε την κιλότα στο κεφάλι του εραστή τους και γελούν.

5
Υπέρ υγείας και προστασίας σας δεόμεθα κόρες με το μονόφθαλμο κορμάκι.

6
Ανταλλάσουμε βαθιά φιλιά. Τίποτε περισσότερο. Ερωτοτροπούμε. Αίφνης σκέφτομαι ένα χωράφι δίπλα στη Μονή Βατοπεδίου με χιλιάδες αποστεωμένα κρανία. Ο μοναχός που μας ξεναγεί μου λέει: όλοι οι πολιτισμοί είναι θηριώδεις. Αυτά είναι τα απορρίμματα, οι ψυχές είναι αλλού.

7
Μην αφήσεις τα όνειρα να σε καταπιούν, της είπα, καθώς έσταζε κι εγώ πρηνής στην άκρη του κρεβατιού ασπαζόμουν τις υφάλμυρες πύλες της. Η πραγματικότητα είναι απείρως ονειρική.

8
Ταξιδεύουμε με το φίλο μου για τα νησιά. Για το ωραίο γαλανό Αιγαίο. Δεν ψάχνουμε ηλιοβασίλεμα και μικροσκοπικά λευκά εκκλησάκια αλλά μουνί κώλο βυζιά. Στο πλοίο για το επόμενο άγνωστο νησί ερωτοτροπούμε με δυο γαλλίδες. Στο τέλος μας φτύνουν. Ο φίλος μου λέει: χέστες μαλάκα, τις κακομαθημένες θυγατέρες αποικιοκρατών της Αλγερίας, τις κόρες δολοφόνων του Τσαντ.

9
Εδώ η αρμονία συμπλέει με τη χαρά. Εδώ ξέρεις πως οι κατακτήσεις φέρνουν μόνο θάνατο και αγαμία. Θεούς που βρωμούν και ζέχνουν. Οι αγάμητοι άνθρωποι κουτσομπολεύουν το σύμπαν, το διπλανό τους. Περιφρουρούν την αγαμία τους. Την αχαλίνωτη εγκράτεια. Ηθικολογούν χυδαία. Πολιτισμός διαστροφών, εμπόριο. Άγιος Βαλεντίνος, ιδιοκτήτης του γαμησιού που πάσχει από αβιταμίνωση, αναιμία, μισθωτή σκλαβιά και λοιπά και λοιπά.

10
Θυμάμαι πως γιορτάσαμε κάποτε την αγάπη σ’ ένα εκκλησάκι στο Λυγουριό. Κι αυτή πως ύψωσε τα σκέλια της προς τον τρούλο, για να ευφρανθεί το στερημένο μάτι του παντοκράτορα.

11
Ο Πρίαπος είχε ένα τεράστιο πούτσο. Ο άγιος Βαλεντίνος κρύβει τη στύση του κάτω απ’ το ρομαντισμό. Λουλουδάκια, αρκουδάκια, σοκολατάκια. Κι ανάμεσα εκεί αποκεφαλισμένοι, πνιγμένοι, αιχμάλωτοι, κατάδικοι, αριστεροί δηλωσίες. Κι ένας αγαθός λαός γίγαντας. Μιαν υπέροχα σεξουαλική άρχουσα τάξη που πάει το καθυστερημένο της παιδί στις αγορές. Να ψωνίσει οργασμούς με τα μάτια.

12
Αχ κορίτσια, Αγίες, εσείς πλάσατε τον οξύμωρο εαυτό μου. Μαζί σας έγινα αυτό που είμαι τώρα. Κοντά στις θάλασσες και τα ωραία λιβάδια. Κάτω απ’ τον ήλιο αποσαρκώνοντας τη φθορά. Στις αγκαλιές και τις υγρές κρυψώνες σας.

13
Εδώ αυτό το φως είναι ιερό. Δηλαδή ερωτικό. Εδώ ο νευρωτικός είτε θεραπεύεται είτε τρελαίνεται. Κι ίσως εδώ πρέπει να έρθουν για να εξαγνιστούν τα καραβάνια των νευρωτικών του πολιτισμού. Εδώ να περπατήσουν γυμνοί και μόνοι χωρίς την προβιά της χριστιανικής ανοησίας. Εδώ πρέπει να τινάξουν από πάνω τους τη νεκρή αρρωστιάρικη υπόγεια ζωή. Τις λιτανείες, τα μαστιγώματα της σάρκας. Τα μαρτύρια.

14
Ο έρωτας ζει. Ζει αιώνια στο μέσο ενός κόσμου που πεθαίνει.

Μικρή ιστορία του ματιού

friday-nudity-mirrormadness

Όταν διαβείς το κατώφλι του καθρέφτη μαζεύεις όλη αυτή την εν δυνάμει κοπριά του εγωισμού και τη ζυμώνεις κάνοντάς τη ένα σβόλο κατανόησης. Μόνον αυτός ο φοβερός καθρέφτης απ’ όλους τους μεγάλους συμβούλους, μας λέει αδιάκοπα την αλήθεια. Μόνον αυτός με τη συνδρομή του φωτός λειτουργεί ως ηθικό παραπέτασμα των ελαττωμάτων και των αρετών μας. Μόνον αυτός πολλαπλασιάζει γύρω μας και αντανακλά με γεωμετρική ακρίβεια το φως και την αλήθεια. Τη μεγαλειώδη στιγμή που οι ακτίνες εισχωρούν στα μάτια μας και μας χρωματίζουν έτσι όπως είμαστε. Το χιλιοστό εκείνο του χρόνου που η φιλαυτία γλιστρά το απατηλό πρίσμα της ανάμεσα σε μας και το είδωλό μας και μας παρουσιάζει μια θεότητα. Φλογερά μάτια και τερατώδη πάθη. Μόνον εμείς μπορούμε να δούμε αυτό που δε βλέπουν οι άλλοι. Μπροστά σ’ έναν καθρέφτη εκπαιδεύουμε τον εαυτό μας. Γυμνάζουμε το πρόσωπο και ρυθμίζουμε τις εκφράσεις του, για να το ρίξουμε ασφαλώς στην ανίερη κοινωνικότητα ως δόλωμα. Για να μας φέρει ψωμί και τριαντάφυλλα και έρωτα. Για να ταΐσουμε το σώμα, την ύπαρξη και το νόημά της. Γιατί με το πρόσωπο κατακτούμε το ζεστό ψωμί. Γιατί είμαστε αυτό που δείχνει το πρόσωπό μας. Είμαστε αυτό που πλάθουμε μπροστά στον καθρέφτη. Μπροστά στον καθρέφτη οξύνουμε τα χαρακτηριστικά μας και σχεδιάζουμε τις σκληρότητές μας. Εκεί επαναλαμβάνουμε τις ραδιουργίες μας, μελετάμε τις κινήσεις μας, κηρύσσουμε τον πόλεμο. Εκεί δοκιμάζουμε να κάνουμε τα γλυκά μάτια, γκριμάτσες. Επιτηδευμένα καμώματα, σαν τον ηθοποιό που ασκείτε μπροστά στο είδωλό του πριν εμφανιστεί στο κοινό. Πρωί μεσημέρι βράδυ καθρεφτιζόμαστε. Στους καθρέφτες και στα μάτια των άλλων. Εκεί όπου η πραγματικότητα των απέραντων προοπτικών της ζωής αντανακλά στα μάτια μας τα ρόδα της νιότης και τις ρυτίδες των γηρατειών. Εκεί όπου η γύμνια μας κοιτάζει τον εαυτό της χωρίς να τον συκοφαντεί ή να τον κολακεύει. Εκεί όπου γυμνά κορίτσια ποζάρουν στο είδωλό τους, δείχνοντας το μουνί τους στο σατανά.

Ενδοχώρα

Arcademi_Nicolas_Gavino_01

Οι καλύτερες γυναίκες ήταν αυτές που δεν με παντρεύτηκαν, τα καλύτερα βιβλία ήταν αυτά που ξέχασα και οι καλύτερες ιστορίες που διάβασα δεν είχαν τίποτε να πουν. Οι άνθρωποι και τα βιβλία που πασχίζουν κάτι σοβαρό να πουν, συνήθως χάνονται μέσα στις τετριμμένες λεπτομέρειες. Άλλες φορές με θωρακίζουν με νάρκες και συρματοπλέγματα και κούφιες ρητορείες. Με φοβητσιάρικες κι ακριβολόγες περιγραφές τόσο που τρέμουν μήπως φανούν ψεύτικοι και δειλοί. Υπάρχουν όμως και άνθρωποι και βιβλία που πλέεις αργά ανάμεσά τους κι είναι σαν να ξαναζείς τη χαρά τού περάσματος από την μήτρα στον κόσμο. Κι είναι μια χαρά πολύ βαθιά για να τη θυμάται κανείς. Γιατί δεν έχει καμία σημασία η θύμησή της αλλά το βίωμα. Γιατί είναι μια χαρά που μοιάζει μ’ εκείνες τις μουδιασμένες απολαύσεις του βρέφους ή του ερωτοχτυπημένου που ξαναγίνεται βρέφος, σβήνοντας τη μνήμη κι αφήνοντας τις εκκρίσεις του να θωρακίσουν το σώμα με χαρά. Με ηλιόλουστη διάθεση. Γιατί η πάλλουσα ανάσα της αγάπης τους δεν κρύβει ναρκισσισμό και μαγειρεμένη εξυπνάδα, αλλά μαγεία, αγκαλιά, συμπάθεια, φιλία, καθοδήγηση. Δεν κρύβει ζόμπι εικονικά που αυτόφωτογραφίζονται και αυτοθαυμάζονται στον κυβερνοχώρο και τη σκουριά. Η καλύτερη γυναίκα είναι αυτή που θα σε ανατινάξει σαν άστρο που τέλειωσε το σκοπό του κι η καρδιά θα στείλει τα λιωμένα συντρίμμια της παντού στον κόσμο. Καμιά συνοχή δεν κρίνεται απ’ το γραμμικό χρόνο. Κανένα μεθύσι και καμιά ευτυχία. Το καλύτερο βιβλίο είναι αυτό που θα σε αφήσει στο τέλος να απολαύσεις το θαύμα της ζωής, να απολαύσεις τις νυχτερίδες, τα φίδια, τις σαύρες και τον αετό που κρέμεται μ’ απλωμένα φτερά πάνω απ’ το καζάνι της γης. Ο καλύτερος φίλος είναι αυτός που θα σου ανοίξει μια καινούργια φλέβα εμπειρίας σαν ανθρακωρύχος της μεγάλης καρδιάς του κόσμου, που νιώθει το νόημα του πόνου και της λύπης και της χαράς. Σήμερα που οι άνθρωποι συμφωνούν ή διαφωνούν αλλά δε νιώθουν και θέλουν μανιωδώς να ταυτιστούν με κάτι για να υπάρξουν και σήμερα που η κοινότητα έγινε ένα άθροισμα από ξεχαρβαλωμένες μοναξιές και σήμερα που οι άνθρωποι ξεσπαθώνουν εναντίον όλων, γράφω το άσκοπο ποίημα μου και περιφέρω την άσκοπη ύπαρξή μου, θαμπωμένος απ’ το φανταχτερό μωσαϊκό της ομορφιάς πού στολίζει την πολυτάραχη άβυσσο. Τη σκοτεινή ύλη ενός λυρισμού που φλογίζει μέσα μου εκείνο το εσώτερο μάτι. Το μάτι που παρατηρεί τη ζωή που βρίσκεται στις ρίζες, καταχωνιασμένη στο ροδαλό μουνάκι της απλότητας.

Βίος λιτός, νηστεία, προσευχή, διαπραγμάτευση

litos

Φτώχεια της γλώσσας σημαίνει φτώχεια της φαντασίας και φτώχεια της εσωτερικής μας ζωής. Η γλώσσα μιλιέται, γράφεται, νιώθεται. Η γλώσσα ξεσπά. Όλοι οι έρωτες εξαρτιούνται απ’ τη γλώσσα. Η γλώσσα τους χτίζει κι η γλώσσα τους γκρεμίζει ξανά και ξανά.

Ο έρωτας για τη ζωή είναι ο έρωτας για την αλήθεια. Και αλήθεια είναι αυτό που θέλεις να είσαι κι όχι αυτό που θέλουν οι άλλοι να γίνεις για να τους αρέσεις.

Ελπίδα, πίστη, αφοσίωση. Αρρώστιες που τις κουβαλάμε δια βίου. Αρρώστιες που δε γιατρεύονται με σιρόπια και χάπια. Στον κόσμο μας οι τυφλοί οδηγούν τους τυφλούς και οι άρρωστοι τρέχουν στους άρρωστους για θεραπεία.

Εφαρμοσμένος αμοραλισμός. Δάσκαλοι εκκεντρικοί, νάρκισσοι της ακαδημίας, διπλωματούχοι που ξεριζώνουν με το νυστέρι αρρώστιες χωρίς να μπορούν να ξεριζώσουν αυτό που γεννά τις αρρώστιες.

Ολόκληρη η χώρα είναι ένα υπουργείο αμύνης που εκδίδει πολεμικά ανακοινωθέντα. Θρίαμβοι που αναγγέλλονται και ρίχνονται ως στάχτη στα μάτια για να συγκαλύψουν το θάνατο και την καταστροφή. Τον όλεθρο της φτώχειας και της μιζέριας.

Δεν φτάνει να ρίξεις κυβερνήσεις, τυράννους, βασιλιάδες, πρέπει να πετάξεις από πάνω σου προκαταλήψεις αιώνων. Η επανάσταση για να είναι αποτελεσματική πρέπει να είναι συνεχής και χωρίς έλεος. Να μη σε οδηγεί κάθε φορά η απελπισία σε μια νέα υποταγή.

Τώρα που ο θετικισμός των οικονομολόγων αποπνέει βαρβαρισμό και βία- αφού ο άνθρωπος έγινε προϊόν και χρήμα -έρχεται το ιδεολόγημα τού λιτού βίου να φορεθεί στους αποχαυνωμένους υποτελείς φανερώνοντας τις πιο εκφυλισμένες όψεις ενός πολιτισμού που τον θρέφει η υποκρισία.

Τις μεγαλύτερες αχρειότητες και μαλακίες θα τις ακούσεις από οικονομολόγους. Ο δόκτωρ Μάρκετινγκ έγινε διανοούμενος Σόιμπλε, ο ευρωπαϊκός αχταρμάς που ομονοεί στο ξεπάστρεμα λαών έγινε η ευρωπαϊκή μας οικογένεια και άλλα ωραία και συγκινητικά έγιναν πίτουρα για ζαλισμένα κοτόπουλα.

Παντού και πάντα υπάρχει ένας φιλόδοξος ωραιοπαθής σοφός, που συγκινεί τα πλήθη. Όταν οι άνθρωποι κοιτάζονται στον καθρέφτη της τηλεόρασης θέλουν να βλέπουν τον εαυτό τους. Για να νοιώθουν σιγουριά και ν’ ακούνε πρακτικές συμβουλές για το νοικοκυριό, την ιδιοκτησία τους και την ψυχούλα τους(όταν ακούω την λέξη ψυχούλα βάζω το δάχτυλο στο στόμα για να ξεράσω).

Κι όταν ακούω την έκφραση ευρωπαϊκή οικογένεια παθαίνω εγκεφαλική κράμπα. Κι όταν μάλιστα την ακούω από αριστερό νιώθω φαγούρα και πρήξιμο(κατά την ραφτικήν βεβαίως αριστερός είναι ο έχων τους όρχεις εις το αριστερό μέρος του καβάλου. Κατά την πολιτικήν ο έχων τους όρχεις σε συννεφάκι).

Αν οι Δεξιοί υπήρξαν καυλωμένοι γερμανοτσολιάδες οι ξεθυμασμένοι αριστεροί θα μείνουν στην ιστορία ως απατημένοι ευρωπαϊστές.

Βεβαίως γιατί ο ευρωπαϊσμός τους δεν είναι παρά έκφυλος γερμανισμός. Βεβαίως γιατί, ενώ στην Ελλάδα το ΑΕΠ μειώθηκε τα τελευταία τέσσερα χρόνια 27%, στη Γερμανία αυξήθηκε 12% και πάνω κι ενώ στην Ελλάδα η ανεργία ανέρχεται επισήμως στο 30%, εκατοντάδες χιλιάδες κάθε χρόνο από όλη τη υφήλιο πάνε στη Γερμανία και βρίσκουν δουλειά!

Κάθε διαπραγμάτευση του φτωχομπινέδικου ελληνικού καπιταλισμού με τον γερμανικό επεκτατικό καπιταλισμό αποτελεί σύντομο ανέκδοτο. Η γερμανική επίθεση θα φτάσει μέχρι τέλους. Όπως οι γερμανοί ναζί δεν κώλωσαν να ισοπεδώσουν ολόκληρη την Ευρώπη για να καταλάβει ζωτικό χώρο ο γερμανικός καπιταλιστής έτσι δεν θα κωλώσουν τώρα να κάνουν την Ευρώπη Γερμανική.

Σήμερα που η υπερσυσσώρευση πλούτου έχει βαρέσει κόκκινο είναι τουλάχιστον άτιμο να μιλάς για βίο λιτό και απέριττο. Είναι ύβρις να απευθύνεις στους εξαθλιωμένους πανεπιστημιακά μαθήματα λιτού βίου.

Κι ίσως είναι γελοίο να απευθύνεις κάτι τέτοιο στους πλούσιους και στα κοράκια. Να διδάσκεις το αρπαχτικό προσευχή και νηστεία.

Σήμερα που το χοντρό παιδί της Αμερικής ξερνά πάνω στους λαούς έξυπνες βόμβες, βάζοντας δήθεν μπροστά τους Μωάμεθ και τους Μεσσίες, εσύ μιλάς για λιτό βίο και προστασία του ΝΑΤΟ, παρακολουθώντας με ψηφιακό σήμα κομμάτια ανθρώπινης σάρκας πεταμένα ολόγυρα σαν τροφή για κότες.

Κοιτάς αποχαυνωμένος τα ακόρεστα σαγόνια του τέρατος που καταπίνει τα πάντα. Νόμος, ηθική, δικαιοσύνη μοιάζουν με άσχημα αστεία που παίζει η τύχη σ’ ένα κόσμο ηλιθίων. Σ’ ένα κόσμο που ιδιωτεύει και επαίρεται για την ιδιωτεία του. Σ’ ένα κόσμο που περιμένει να δει την απελευθέρωσή του σε απευθείας μετάδοση.

Και δυστυχώς ακούγονται προφητικά τα λόγια του Ηλία Πετρόπουλου που έλεγε: «Δε μένει, ας πούμε, επαγγελματικά κανένα άλλο μέλλον για τον έλληνα από το να αποβεί γκαρσόνι σε τουριστικά ρεστοράν ή συλλέκτης καποτών στο δρόμο, απ’ τις καπότες που θα πετάνε οι ξένοι τουρίστες. Τίποτε άλλο. Όσο για τη γλώσσα μας, δε νομίζω ότι έχει άλλο μέλλον από το να αποβεί μία αργκό προς χρήση των ιθαγενών, πλέον, της Ελλάδος».

Η παταφυσική πάλη των τάξεων

nikki soppelsa-matt taggart 2

Οι τάξεις βρίσκονται σε πλήρη αταξία
ατακτούν φαντάζονται δαγκώνονται
φιλιούνται χλομιάζουν ιδρώνουν
αγωνίζονται για τα στομάχια τους και
κοκκινίζουν ελαφρώς μπρος στη γύμνια
χαμογελούν πονηρά δοκιμάζουν εσώρουχα
υποφέρουν λιώνουν πεινάνε μεταφέρουν
πυρομαχικά πυροβολούν τη γυναίκα τους
διχογνωμούν οι τάξεις θα χαθούν στο
σύμπαν θα στοχαστούν θα μονιάσουν
θα λύσουν σταυρόλεξα θα κάνουν σεξ
θα ξενυχτήσουν θα σκουπίσουν τη μύξα
τους θα καρικώσουν κάλτσες θα ξενυχτήσουν
νεκρούς θα στρώσουν πετσέτα στην παραλία
θα κοιμηθούν με βρεγμένο μαγιό με δάκρυα
νατοϊκούς βομβαρδισμούς λύπη κομμάτια
κρέατος στα δόντια οι τάξεις αγοράζουν
εφημερίδα και ομιλούν σαν την εφημερίδα
που αγοράζουν διατηρούν σπίτια εξοχικά
παράγκες ανάβουν κεριά ιδρώνουν βγάζουν
λεφτά δίνουν λεφτά παίρνουν λεφτά οι τάξεις
γκρεμίζουν και ξαναχτίζουν θυσιάζουν τη
γυναίκα του πρωτομάστορα για το γεφύρι
της Άρτας οργώνουν σπέρνουν θερίζουν
ιδιοτροπούν αυνανίζονται καμαρώνουν
φωτογραφίζονται ξανά και ξανά ερμηνεύουν
μολύνουν ξεπαστρεύουν οι τάξεις διαφέρουν
διαφθείρονται υπολογίζουν μακαρίζουν
μακελεύουν γράφουν ποιήματα γραδώνουν
ανάμεσα σε γόπες αρχαία συντρίμμια οι τάξεις
διαδηλώνουν πνίγονται χέζουν χάνονται
ψοφάνε οι τάξεις θα γίνουν κάποτε μια τάξη
μια επιθυμία μια όπερα μια περιουσία
ένα σακ βουαγιάζ για την αιώνια εκδρομή

Προς την νίκην

prow tin

Αν αγαπάτε το θεό σας πιστοί, απελευθερώστε τον απ’ το όνομά του. Απ’ τα δεσμά της προσευχής σας και τα παρακάλια σας. Πιστοί όλων των αποχρώσεων αν αγαπάτε το θεό σας σφάξτε τον με το μαχαίρι της κουζίνας. Χαρίστε του την ελευθερία της εκλογής. Αφήστε τον να διαλέξει δημιουργήματα και πιστούς. Αν αγαπάτε το θεό σας πιστοί, δολοφονήστε τον. Κόψτε του τ’ αρχίδια. Ξεριζώστε του την πούτσα. Ευνουχίστε τον αρσενικό σας θεό, που κατέχει τις γυναίκες και τις κλειτορίδες τους. Που κατουράει στο μουνί τους. Γιατί ο θεός που είναι αγάπη και συγχώρεση είναι χρήμα και διαχείριση του θανάτου. Υποβιβασμός της ζωής σε κενό χρόνο. Σε ελπίδα και οίκτο. Σε ζευγάρωμα θηλαστικών για τη διαιώνιση της κυριαρχίας. Απελευθερωθείτε πιστοί απ’ το μέλλον και το χρήμα, απ’ την εξουσία δηλαδή του παντοδύναμου θεού. Γιατί η πίστη σας στο θεό είναι πίστη στην εξουσία που σας εξασφαλίζει μέλλον και χρήμα. Ξεπαστρέψτε πιστοί το θεό άρα και το φόβο του μέλλοντος. Εδραιώστε την απιστία σας σ’ αυτό που σας κάνει να φοβάστε το άγνωστο μέλλον. Γιατί το μέλλον δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ. Γιατί μονάχα μιαν ενιαία στιγμή υπάρχει που σπαταλάτε στην πίστη και την ελπίδα για το ανύπαρκτο μέλλον. Στον φόβο του θανάτου. Στον κούφιο φόβο και στο φόβο χωρίς περιεχόμενο που κινεί τον κόσμο. Τον κόσμο που αλλάζει κάθε στιγμή και κάθε δευτερόλεπτο αλλά δεν έχει μέλλον. Εσείς πιστοί, πρέπει να στραγγαλίσετε το θεό σας. Εσείς πιστοί, πρέπει να πάψετε να πουλάτε το κορμί σας στο γάμο και στον Κύριο διοικητή των ηδονών. Να πάψετε να φιλοδοξείτε τακτοποίηση, τίτλους σπουδών, διπλώματα, ενδείξεις υποταγής και πίστης. Σκαλοπάτια ανόδου, διαδοχικές προαγωγές, εμπορικές επεκτάσεις, επαγγελματικές βελτιώσεις, μέχρι την σύνταξη και τα πούλμαν συνταξιούχων που σας γυρίζουν στον κόσμο για να απολαύσετε αυτό που δε ζήσατε. Αυτό που χάσατε ελπίζοντας. Αυτό το μέλλον με ρυτίδες που έφτασε και το μέλλον με χρήμα που σας χάρισε την τελευταία εκδρομή στην πραγματικότητα που δεν αλλάξατε.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 258 other followers