ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Και ο μεγαλοδύναμος δημιούργησε τις μπανιέρες

odi

Γυναίκες εξωτικές και καλοθρεμμένες. Απλησίαστες και σκοτεινές. Οδαλίσκες φασματικές της αναγέννησης. Βγαλμένες απ’ τα κάτεργα των διαφημιστών. Με τους μπρούτζινους κόρφους και τον ωμό ερωτισμό, ερεθίζοντας ανυποψίαστους διαβολάκους, με τα στρογγυλά φοβισμένα μάτια του λαγού. Αντράκια που η σεξουαλική πείνα μεταμόρφωσε σε λαγωνικά έτοιμα να χώσουν τη μουσούδα τους σε καυτά ψηφιακά μουνάκια απ’ την Αργεντινή, το Μεξικό, τη Μαλαισία, το Σουδάν. Μιαν επιδημία του σεξ εις άπταιστα αγκομαχητά, γαρνιρισμένα με διαφημίσεις, ως υπόκρουση στο διαβολικό στρίγκλισμα της εξουσίας που θέλει και τα μυαλά και τα κορμιά. Εκεί που οι θόρυβοι της ερωτικής κολάσεως φτάνουν ως χασμωδίες στα ξεκούρδιστα αυτιά. Εκεί που η αγριότητα και η βία κρατούν το χέρι του βλαμμένου παιδιού που ορφάνεψε από ζωτική ορμή. Εκεί που ο χαρούμενος είναι αγχωμένος και ο ευτυχισμένος κάνει εμετό. Γιατί η χαρά και η ευτυχία είναι καταπλακωμένα συναισθήματα από λεφτά. Αγοράζονται και πουλιούνται. Μες το θυμό κοιμούνται και μες τον εφιάλτη ξυπνούν. Σαν άγρια ζώα με το δασύτριχο δέρμα τους και το ανίερο λαίμαργο στομάχι. Με μια καρδιά τρελού που φουσκώνει για φιλί και τρυφερότητα αλλά ξεπέφτει στην τηλεθέαση. Στη συνήθεια. Στον αμοραλισμό. Στα χούγια των άλλων. Εξόριστος απ’ τον αληθινό καυλωμένο λόγο των ποιητών, των πειρατών, των παλαβών, των βοσκών που χαίρονται την μαλακία και την μυρουδιά της βροχής. Όλων αυτών που ταΐζουν κομμάτια ήλιο το αποστεωμένο σκυλί του πολιτισμού. Χυμούς και χιούμορ. Όχι ντροπές και επιμήκυνση πέους και επιμήκυνση καλοζωίας. Και μνημόνια και γερμανικά μπιμπερό. Και ολλανδικούς δονητές και σκανδιναβικά κομπολόγια για την κλειτορίδα. Μόνο χυμούς και χιούμορ. Διότι το χιούμορ δεν κατέχει υποδεέστερη θέση απ’ ότι ο ερωτισμός και η οσία σεξουαλική εμμονή. Διότι η ερωτογραφία είναι μια πρώτης τάξεως ανταρσία που συνταιριάζει την τρυφερότητα με την χαρωπή ειρωνεία. Διότι μόνο στους μεγάλους καυλωμένους ερωτικούς συναντούμε σε κάθε σχεδόν λέξη τους αυτό το είδος του κλεισίματος του ματιού της χλευαστικής συνενοχής, που οι καλλιτέχνες και οι θεοπάλαβοι ποιητές απευθύνουν μεγαλειωδώς στον έξω κόσμο.

Υποκριτή αναγνώστη, όμοιε μου – αδερφέ μου!

xezontas

Μόνο στους πεθαμένους δεν αρέσει
το γαμήσι monsieur, η ευκλείδεια
γεωμετρία, η Ιλιάδα και τα ντόμπρα
κορίτσια. Ω, ευελπιστώ στην οδύνη
και στη ντροπή των μαλθακών. Και
σας πληροφορώ χιονισμένες κορφούλες
αγριοκάτσικα που χαθήκατε και αρκούδες
σκλάβες της σημασίας, σας πληροφορώ
παγωμένες ποιήτριες, δασκάλες που
χάσατε το δρόμο σας για την Ιθάκη
και βρεθήκατε νοικοκυρές στο Δομοκό.
Σας πληροφορώ αναλώσιμα κορμάκια
δεσποινίδες λαίμαργες, εργάτες που
κόψατε τη γλώσσα σας και προβατάκια
της λογικής, σας πληροφορώ μικροαστοί
γάτες, σαΐνια υπάλληλοι οραματιστές
πως για σας διαπραγματεύονται οι μύγες
με τα σκατά, οι ψήλοι με το σβέρκο της
εξουσίας, τα λεφτά με τα λεφτά για σας
ζευγαρώνουν, για σας οι κυβερνήσεις, τα
κράτη, οι αρχηγοί, για σας ο Πικάσο
ζωγράφισε τη Γκουέρνικα κι ο Ντελακρουά
τη σφαγή της Χίου και σε πληροφορώ.
Μόνο στους πεθαμένους δεν αρέσει το
γαμήσι, hypoctrite lecteur, -mon semblable, –
mon frère!

Ποτέ μου δε μπόρεσα να θαυμάσω το Ρόκυ με το αμερικάνικο βρακί του

nino

Πάντα με ανατρίχιαζε η γαλανόλευκη αμερικανιά των συμπολιτών μου.

Αγαπώ όλους τους τόπους γιατί όλοι οι τόποι είναι ένας τόπος. Δεν αγαπώ τις ξεχωριστές περιπτώσεις που φορούν τη νεκρική τους μάσκα και κατεβαίνουν στη χώρα μου, δηλαδή στο χώρο μου, για πλιάτσικο.

Ζήσαμε σε καπνοχώραφα κοντά, και σιγανές βροχούλες. Σε οικόπεδα με κοτέτσια ανάμεσα σε πολυκατοικίες. Σε κάμπους που η φυλή μας διέπρεψε. Σε γειτονιές που ένας στους εκατό είχε Άμστραντ 464 και παιχνίδια που για μας τους Νεάντερνταλ της ψηφιακής εποχής ήταν ένας άλλος μαγικός κόσμος.

Μια αθωότητα που άχνιζε χαρούμενη μέσα στο μεταπολιτευτικό χυλό των πρώτων καιρών του κόσμου μας.

Μαζί με τους σούπερ ήρωες και τον ρομαντισμό τους καλλιεργήσαμε μια λεπτή στρώση ηρωισμού στην εσωτερική μας στοιβάδα. Ο σούπερμαν ήταν αυτομάτως δυνατός χωρίς χέμο ή κατσικίσιο γάλα, όταν το απαιτούσαν οι περιστάσεις. Όταν οι κακοί έβγαιναν στους δρόμους και δε μπορούσε κανείς να τους αντιμετωπίσει.

Τυπικά ανήκουμε στη γενιά του χάους. Ένα χάος που αναδύθηκε τη δεκαετία του εβδομήντα. Τη δεκαετία που ο πολιτισμένος κόσμος έβαλε τη ζωή του στα μουσεία. Στο μουσείο του κράτους, της οικογένειας, της θρησκείας, της εργασίας και της κατασκευασμένης ψυχαγωγίας.

Της ψυχαγωγίας που ήταν και ιδεολογία μαζί και το καπιταλιστικό τερατάκι ευλογούσε τα γένια του. Έχτιζε μέλλον ατσάλινο. Κι όλη την ανθρώπινη περιπέτεια την έκανε δίπολο, καλό και κακό, συν και πλην, Δύση και Ανατολή.

Ετοιμάζοντας μια γενιά που θα χόρταινε εμπειρίες εικονικά. Με διαμεσολάβηση. Με εικόνες και ήχο. Με χρήση των ακροδαχτύλων και της κόρης του ματιού.

Χωρίς κίνδυνο να πέσεις στο κενό μπορείς να πετάς από κτίριο σε κτίριο και χωρίς κίνδυνο να κολλήσεις έιτζ βλεννόρροια σύφιλη και λοιπά μπορείς να γαμείς με τα μάτια. Μια ολόκληρη βιομηχανία του μπανιστιρτζή υποκατέστησε το δίκιο την ομορφιά το σεξ το παιχνίδι το φαγητό.

Οι σούπερ ήρωες της παιδικής μας ηλικίας, οι άτρωτοι, έγιναν οι θεοί της ανθρώπινης αναπηρίας που άφηνε τη δράση στους κακούς. Στους βάρβαρους και τους κακούς που επινοούσε συνεχώς η Βίβλος του ελεύθερου κόσμου και της ελεύθερης αγοράς.

Ο κακός ήταν ο σπεσιαλίστας του ανταγωνισμού χωρίς κανόνες. Ήταν η φυσική ροή προς το σκοπό που αγιάζει τα μέσα.

Ο καλός και ο κακός. Ο κακός κοντός και χοντρός με μικρό μουστάκι. Έτοιμος να δηλητηριάσει μια πόλη, να καταστρέψει τον πλανήτη. Ο καλός είχε εκπαιδευτεί στον παράδεισο, έπαιζε την ασημένια του άρπα. Γλυκός, συνεσταλμένος, χαμογελαστός.

Παράγωγα του θεάματος που ήθελε νικητή και νικημένο. Που ήθελε κάθαρση πάση θυσία. Ένα σινεμά τσικ του τσικ. Κολακεύοντας το κοινό. Την υποκρισία των παραγωγικών σχέσεων. Την φυλετική ανθρωπομετρική των νικητών.

Σιγά σιγά με το πέρασμα των ψυχρών χρόνων και των μαζικών σφαγών που ξεχάστηκαν, η Αμερική κατάφερε να φτιάξει ένα ήρωα πιο ανθρώπινο, με αίμα και ιδρώτα.

Τον πεζοναύτη της, που προστατεύει τον πολιτισμένο της κόσμο και τις κτήσεις του απ’ τους κακούς. Τους άραβες, τους μαύρους, του ινδιάνους, τους αφγανούς, τους ιρακινούς και τους σύριους, τους κούρδους και τους γύφτους.

Τώρα τα ψηφιακά μας παιχνίδια έχουν έναν ελεύθερο σκοπευτή που περιμένει το μελαμψό τρομοκράτη να του γαμήσει τα μάτια. Να τον διαμελίσει, να τον πάει ο ΟΗΕ στη μάνα του σε σακούλες.
Η Αμερική διαπαιδαγώγησε τον έλληνα αριστερό με όση αμερικανιά διαπαιδαγώγησε και τον έλληνα δεξιό.

Ο μοντέρνος Έλλην αριστερός δεν έχει πρόβλημα με το ΝΑΤΟ και το μπαμπούλα των λαών. Τους τραπεζίτες τους παίζει στα δάχτυλα. Με ντρίπλες λάιφ στάιλ διαπραγματεύεται με τον γερμανό καπιταλιστή και με Τεξανή προφορά μαντάρει ερωτισμό σε χαροκαμένες αγάμητες αγγλίδες που κάνουν πικάντικα τα στεγνά τους ρεπορτάζ.

Η γενιά μου που είναι στα πράγματα, μεγάλωσε με σουπερ ήρωες. Κι ο λαός θέλει σούπερ ήρωες για να τον προστατέψουν απ’ τους κακούς.

Στο μετρό βρεθήκαμε

bus-girl-pretty-train-Favim.com-188578

Στο μετρό βρεθήκαμε
Τρείς μέρες είχαμε να κοιταχθούμε
Ξαναμμένοι άγνωστοι
Μήνες χρόνια στο μετρό
Σχεδόν αντικριστά
Αφελώς κοιτάζοντας το στερέωμα
Κτήρια να πηγαινοέρχονται
Γνωστούς άγνωστους που σκουριάζει ο χρόνος
Θερμοκρασίες τρίτων
Που έτριψαν πάνω μας τη φθορά τους
Άλλους που μας χούφτωσαν επιδέξια
Στον ευλογημένο της εξόδου συνωστισμό
Άλλους τζέντλεμαν ατσαλάκωτους του μαντριού
Με καθαρό μαντηλάκι στο πέτο
Εξωστρεφείς επίπεδους και τα ρέστα
Ντουγρού στο βοσκοτόπι του γραφείου
Όλο φροϋδική ψωρίαση να τρέχει απ’ τα μπατζάκια
Χωρίς λίγο γυμνό φλοιό
Μια χαραμάδα τύψεων
Χωρίς αλληγορίες βάθος αισθησιασμό
Άλλους να διαβάζουν Άρλεκιν του Ντεριντά
Νεολογισμούς
Μυρουδιές ανάδοχες άλλων
Αρώματα σωματικά υγρά
Στο μετρό βρεθήκαμε
Τρείς μέρες είχαμε να κοιταχθούμε
Και μου ψιθύρισε βγαίνοντας, στο αυτί
Σήμερα μωρό μου δε φοράω βρακί

Ο Μουνούτσος

KARNABALI_AGIAS_ANNAS_DEKAETIA_1980__1_

Το υγιές ανθρώπινο πνεύμα ρέπει αενάως προς τη βωμολοχία. Τα καταπιεσμένα προσωπεία απ’ την υποκρισία της θρησκείας και την ασφυξία της πολιτικής ορθότητας, θέλουν να γίνουν αυτό που είναι. Να μασκαρευτούν. Οι μασκαράδες είναι οι διαδηλωτές της χαμένης αθωότητας. Είναι τα μουνιά και οι πούτσοι που θέλουν εξουσία. Είναι ο αρχαίος λόχος των ζητιάνων που περιμένουν έξω απ’ το ναό να ψηθούν τα σφάγια της θυσίας προς τους θεούς. Είναι οι επαίτες που περιμένουν να μπουκάρουν για να κόψουν ένα κομμάτι κρέας. Έτοιμοι να πλακώσουν στις μπουνιές και τα βρισίδια τους ιεροφάντες κωλογλείφτες της εξουσίας. Να τρομάξουν με όργιο την παρθένο Μαρία των αγορών. Να ορμήσουν στα πολυκαταστήματα για μια κονσέρβα και λίγο χαβιάρι. Να χέσουν πάνω στα ταμία και να κρεμάσουν μια τεράστια γαϊδουρόπουτσα στον τρούλο του ναού. Εκεί που το αυστηρό μάτι του παντοκράτορα επιτηρεί το ποίμνιο. Αυτό το ποίμνιο που έχει μια βαθύτατη ανάγκη για γαμήσι και φαί. Για παιχνίδι και τεμπελιά. Για μιαν αισχρότητα που σημαίνει άρνηση της εξουσίας. Του λοχία, του μπαμπά και της μαμάς. Για μιαν άνευ όρων και ορίων παρέλαση των ηδονών. Ενάντια στον πολιτισμό των καθωσπρέπει διαστροφών και ενάντια στον ιερό καταναγκασμό των ποικιλώνυμων εξουσιών. Ενάντια στους μικρούς λαούς που αυτοθαυμάζονται και στους μεγάλους που ισοπεδώνουν. Ενάντια στους λαούς που περιμένουν το Μεσσία. Ενάντια στους διεφθαρμένους μαλάκες που πιστεύουν σ’ αυτό το επικίνδυνο είδος ανθρώπου που λέμε: γεννημένος αρχηγός. Ενάντια σε υδροκέφαλες ιδιοφυίες που παίζουν ζάρια με δυναμίτη στην υποκριτική αγκαλιά των αγίων ισχυρών. Ενάντια στους λαούς που έχουν στα σπλάχνα τους τον καρκίνο. Την ιεραρχία. Ενάντια στους μικρούς λοχαγούς και τους αδίστακτους πατερούληδες που είναι προσηλωμένοι σε κάποιον ιερό σκοπό. Και ενάντια σ’ αυτούς τους μικρότατους καθημερινούς δικτατορίσκους με τις σπουδαίες απόψεις τους και τις βάρβαρες σοφίες τους, όπου ακόμα κι ο Χίτλερ μπροστά τους δεν είναι παρά μινιατούρα κι ο Μουσολίνι θλιβερός ξεπερασμένος θεατρίνος. Ενάντια σε κάθε μικρό αδίστακτο αρχίδι που παρεμβαίνει στις ζωές των ανθρώπων. Που ψαλιδίζει κλειτορίδες που κουνάει το δάχτυλο που πουλάει ελπίδα. Εναντίον των διαχειριστών της οργής. Εναντίον του κέντρου και της μοναδικής αλήθειας. Θυμάμαι κάποιες απόκριες αρχές του ενενήντα στο καυλωμένο χωριό της Αγίας Άννας. Ο παπάς και ο δάσκαλος πήγαν ένα βράδυ και κατέβασαν το πανό με τις βωμολοχίες που ήταν στην είσοδο του χωριού για να καλωσορίζει τους επισκέπτες. Την επόμενη μέρα το πρωί υπήρχε ένα άλλο πανό που έγραφε:

Ο Παπάς κι ο Δασκαλός μας
κατεβάσαν το πανό μας
γι αυτό κι εμείς τους γράφουμε
στ’ αρχίδια μας τα δυό μας!

Μήδεια

Mhdeia

Είδα τη Μήδεια του Παζολίνι με την Κάλλας σε αφρικανικά τοπία. Η φύση δεν είναι φυσική. Η φυσικότητα είναι αδυναμία του ανθρώπου να της μοιάσει. Η φύση είναι θεϊκή μα θεός δεν υπάρχει. Η φύση δε μιμείται, είναι αυτό που λέμε: μη προσπαθείς, πράξε.

Η φύση πράττει συνεχώς. Παράγει φαινόμενα που το καλό μάτι με τη σπιρτάδα του ταξινομεί. Ο λαός παρακαλά το βασιλιά της βροχής για βροχή την εποχή των βροχών. Κι αυτό σημαίνει ακριβώς πως δεν πιστεύει στο βασιλιά της βροχής διότι αλλιώς θα παρακαλούσε για βροχή την εποχή της ξηρασίας τότε που η χώρα είναι κατάξερη άγονη έρημος.

Η ανάγκη για παιχνίδι και τελετουργία κάνει τους αρχαίους να φτιάχνουν θεούς όπως το παιδάριο φτιάχνει χαρταετό και περιμένει αέρα για να τον αμολήσει. Γιόρταζαν τον ερχομό της μέρας το πρωί όταν έσκαγε μύτη ο ήλιος κι όχι τη νύχτα που έκαιγαν τα λυχνάρια.

Όταν θυμώνω χτυπώ με το πόδι το έδαφος με μανία γνωρίζοντας πως δε φταίει το χώμα αλλά έχω ανάγκη να γειώσω το θυμό. Οι τελετουργίες είναι τέτοιες και το να χτυπάς το έδαφος είναι σκιαμαχία που δεν εξηγεί τίποτε. Η ομοιότητα της πράξης όμως με την πράξη τιμωρίας είναι διαλεκτική του ενστίκτου.

Κανένας λόγος δεν ώθησε τους πρωτόγονους να λατρέψουν τη βελανίδια παρά το ότι φυλή και βελανίδια ήταν ένα. Βρίσκονταν ενωμένα σε μια κοινότητα ζωής. Όμως δεν είναι η ένωση βελανιδιάς κι ανθρώπου που γέννησε τελετουργίες και θυσίες μα ο χωρισμός τους, διότι η αφύπνιση της διάνοιας συμβαίνει ταυτόχρονα με την αποκοπή απ’ το αρχικό έδαφος απ’ το αρχικό θεμέλιο της ζωής.

Όταν το βρέφος βυζαίνει τη μάνα γίνονται ένα. Ο απογαλακτισμός θα φέρει τη λατρεία για να υποκαταστήσει φαντασιακά την πρωταρχική εικόνα. Ο βίαιος χωρισμός θα οδηγήσει σε κάτι άλλο. Δημιουργεί αισθήματα και χρειάζεται χώρο.

Ο έρωτας μας κάνει μονάδες συχνά χωρίς σκέψεις, μας αλέθει με τις σωματικές του μυλόπετρες. Οι τρύπες του σώματος και οι απολήξεις του, που συμμετέχουν σε μιαν απόλυτη ένωση, σε μιαν άσκοπη πράξη. Όταν έρχεται ο χωρισμός, έρχεται κι η λατρεία, ο βαθύς πόνος του χωρισμού που η απροκάλυπτη παραδοξότητά του μας είναι απατηλά οικεία. Ο ερωτευμένος θα προσφύγει στο θεό του έρωτα, θα γράψει ποιήματα, θα κλαψουρίσει σαν γατί, θα κατεβάσει τους διακόπτες, θα προσφέρει το ίδιο του το σώμα όπως ο αρχαίος πρόσφερε στο βασιλιά της βροχής μιαν αγελάδα για να κάνει τα ευλογημένα νερά του ουρανού να πέσουν πάνω στα ηλιοκαμένα και μαραμένα βοσκοτόπια. Στο ξερό χώμα.

Ο κήπος των ευρωπαϊκών τέρψεων

ioio

Η φύση από μόνη της δε γιατρεύει. Η φύση θεραπεύει μόνο όταν ο άνθρωπος αναγνωρίσει τη θέση του στον κόσμο. Όταν ξεπεράσει τη χριστιανική επιστήμη της μοχθηρίας και τη σκοταδιστική πρόοδο που τον οδηγεί στο χειρουργικό τραπέζι, στα άσυλα φρενοβλαβών και στα χαρακώματα. Όταν κατανοήσει το χάσμα ανάμεσα στην απόλυτη φτώχεια και στον απόλυτο πλούτο. Ο Γαργαντούας με τα κεφτεδάκια του. Ο Ιησούς εσταυρωμένος και σιωπηλός. Η κοκκινοσκουφίτσα παίζει σκάκι με τον Ηρώδη. Κεφάλια στο Λιβυκό πέλαγος μισοφαγωμένα απ’ τους καρχαρίες. Βουδιστές μοναχοί απ’ την Κομποθέκλα διαπραγματεύονται στα αμερικάνικα με γερμανούς. Φανταράκια γαμούν και δέρνουν. Αγανακτισμένοι μικροαστοί το πρωί ξεκαπνίζουν τα ΑΤΜ και το βράδυ παίρνουν ανάσες αξιοπρέπειας στις πλατείες. Ο Κολοκοτρώνης χορεύει ζεμπεκιά με τους ηλίθιους του τόπου μου. Ο Αι Γιώργης σουλατσάρει στο τέμπλο της παρθένου Μαρίας. Ποιητές της γενιάς του προγαμιαίου σεξ γράφουν ύμνους για το DNA των ελλήνων. Μοσχαναθρεμμένοι έγκλειστοι των Αθηνών και των περιχώρων σε έκτακτη πρωινή πνευματική στύση κάνουν επανάσταση γράφοντας το Γιάννης με ένα ν και το πούτσος με δυο ου. Ελληνοχριστιανοί του δημοσίου συσσωρεύουν κεφάλαια. Φροντίζουν τα τέκνα τους σε φροντιστήρια για να στείλουνε γιατρούς στο Ντίσελντορφ. Το έθνος μπαίνει με φόρα στα σκυλάδικα τού θεσσαλικού κάμπου και τα σπάει. Καλοφαγάδες της γενιάς τού πολυτεχνείου γράφουν άρθρα για το αμάρτημα της λαιμαργίας. Οι έλληνες σηκώνουν κεφάλι βγάζοντας σέλφις. Βγάζοντας απ’ την κατάψυξη το ένδοξο παρελθόν. Το σβέρκο του Καποδίστρια και τη σπάλα της Μπουμπουλίνας. Μόνο γυφτάκια έξω απ’ το λίντλ δεν πήραν χαμπάρι την επανάσταση. Την εξέγερση των ελλήνων στο φου μπου. Οι πληβείοι που έχουν εμετούς ξεραμένους στο πουκάμισο από παρατεταμένη δυσπεψία πείνας, αυτοί που δεν έχουν γαρύφαλλο στο πέτο, αλλά δάγκωμα λυσσασμένου σκύλου στην καρδιά, δεν πήραν χαμπάρι τον κουρνιαχτό της εξέγερσης. Δεν είδαν τις κόκκινες γραμμές και τις πάτησαν. Δεν είδαν τους αχινούς και τις τσούχτρες και τα σκυφόζωα. Δεν κατάλαβαν την ελπίδα που ήρθε. Τους τσαμπουκάδες. Την εθνική υπερηφάνεια. Τους ερμαφρόδιτους αναλυτές απ’ το Τέξας που διαβάζουν Ερωτικούς διαλόγους του Λουκιανού στο CNN. Τις αδίστακτες αγγλίδες του Σόχο να μοντάρουν τους γιάπις με το Νίτσε. Με την άσπρη τους κιλοτίτσα κατεβασμένη στα γόνατα. Δεν είδαν και δεν άκουσαν τα μηχανήματα θρυμματισμού μνήμης. Δεν ένοιωσαν την ιστορική στιγμή. Το πέρασμα απ’ τον τρόμο στην υποκρισία. Τους κάφρους να διορθώνουν τα πολεμικά ανακοινωθέντα. Τις λέξεις που πρέπει να μαγειρευτούν σωστά για να ταΐσουν αυταπάτες τους ιθαγενείς.

Τσάι του βουνού

xoriko

Υπάρχει μια μουσική που δε χρειάζεται νότες. Είναι άγρια εφιαλτική, νοσταλγική, θλιμμένη. Είναι προκλητική γιατί δεν είναι φτιαγμένη για τα αυτιά των ανθρώπων αλλά για τα αυτιά των θεών. Των ανθρώπων που έγιναν θεοί για να μην καταλήξουν σκουλήκια. Είναι η μουσική των βουνών, ο ήχος του μοναχικού ανθρώπου που δεν έχει τίποτε άλλο εκτός απ’ τη φλογέρα του. Είναι η ζωή και ο θάνατος στην τέλεια άνθησή τους. Σ’ έναν ελκυστικό χορό, μέσα σε μιαν αισθησιακή και κοχλάζουσα διαφθορά. Είναι ο βοσκός που γίνεται χίλια δυο κομμάτια. Κατακερματισμένος μέσα στη γύμνια τού τοπίου. Μεγαλόπρεπος σ’ αυτές τις πλαγιές γιατί απαρνιέται τα πάντα. Δεν έχει ιδιοκτησία αλλά γιγαντώνεται. Βγάζει όλη τη δύναμη απ’ τα πνευμόνια του και γίνεται πέτρα, λουλούδι, δέντρο. Ο βοσκός είναι τρελός άνθρωπος. Όχι ο άρρωστος τρελός, ο έγκλειστος της μισθωτής σκλαβιάς και της πλαστικής ευτυχίας, αλλά ο δημιουργικός τρελός. Ο καυλωμένος. Ο νομάς, το πνευματικό μηδέν. Ο άνθρωπος που δεν έχει φιλοδοξίες. Που συνομιλεί με τα όντα και τα πλάσματα. Είναι το καθαρό πνεύμα. Ούτε παραμυθάς, ούτε διασκεδαστής. Ξέρει πως σ’ αυτή τη γη υπήρχαν άνθρωποι που ζούσαν σαν θεοί. Ελεύθεροι. Που δεν έκλεβαν απ’ τη γη αλλά ήταν ένα μ’ αυτή. Που είχαν ζωή αιώνια γιατί δεν δολοφονούσαν. Γιατί λάτρευαν το μουνί τους και τον πούτσο τους και δεν αφήναν καμιά παπαδιά και κανένα πρωτοσύγκελο να τα ξεριζώσει και να τα καταβροχθίσει μέσα στο βουλιμικό όργιο του μεσαίωνα. Γιατί δεν υπήρχε η ασυναρτησία της χυδαιότητας αλλά η ζωντάνια του ερωτισμού. Ο βοσκός είναι αιώνιος. Κι είναι αιώνιος γιατί απαρνιέται τα πάντα. Είναι μεγαλύτερος απ’ τη ζωή και το θάνατο. Έχει τα πρόβατά του τυλιγμένα με χρυσές προβιές. Κινείται νωχελικά μέσα στον απέραντο ξεχασμένο χρόνο. Μέσα στο βασίλειο της φθοράς είναι ο άφθαρτος. Δεν είναι το ανθρωπόμορφο κουφάρι που μετατρέπει τη γη σε καμίνι και εργοστάσιο. Δεν λειώνει μέταλλα, δεν έχει σπαθιά, δεν καβαλάει άλογα, δεν έχει ασπίδες και κοντάρια. Ο αέρας γι’ αυτόν είναι ζωντανός. Φτερωτός σαρκοβόρος γίγαντας. Νοιώθει δέος, μαγεμένος απ’ την ίδια την αστραφτερή του εικόνα που βλέπει παντού. Είναι αυτός που δε σκορπίζει τη ζωή του στη ματαιοδοξία, αφήνοντας για κάποιο θλιβερό μουσείο πίσω του ένα σκόρπιο λείψανο, μια νεκρική μάσκα ή ένα χρυσό γιαταγάνι. Ο βοσκός είναι ο αρχαίος φύλακας του κοπαδιού. Η αναλλοίωτη μορφή που θρέφει τη βουλιμία της απλότητας. Εκεί που οι νυχτερίδες και τα φίδια έχουν τον ίδιο ρόλο μ’ αυτόν. Εκεί που κανένα πλάσμα δεν είναι περιττό. Κι εκεί που ο ένας θρέφει τον άλλο για να επιβιώσει και δεν τον καταβροχθίζει και δεν τον σφάζει και δεν τον πετάει στον καιάδα και στο κάτεργο για να του φέρει λεφτά.

Pork Memoirs

pork-memoirs

Είναι ένας κόσμος τρελός. Βίαιος και ασυνάρτητος. Παραγεμισμένος με νόμους και τηλεοράσεις. Ανικανοποίητους και ζηλόφθονους. Ένας κόσμος που φαίνεται πιο τρελός αν απομακρυνθείς ελαφρά σε μια πιο ήσυχη ζωή. Ένας κόσμος που ζει σε κουβούκλια. Σε κλειστούς χώρους. Που έχει ωράριο για το κατούρημα και το χέσιμο. Ένας κόσμος που φοράει πάνες για να μη λείψει ένα λεπτό απ’ τη δουλειά. Ένας κόσμος που πεθαίνει από ασιτία ή βαρυστομαχιά. Χώρες εξωτικές που προμηθεύουν την Αμερική και την Ευρώπη μπαχαρικά, καουτσούκ, ψευδάργυρο, καφέ και πρόθυμες πουτάνες. Χώρες αγορασμένες απ’ το θεόρατο χταπόδι που απλώνει τα πλοκάμια του απ’ το Λονδίνο, το Βερολίνο, το Παρίσι, το Σικάγο μέχρι τη Σιγκαπούρη, το Τόκιο, τη Βομβάη, το νέο Δελχί, τις άκρες της Ισλανδίας και τα άγρια βάθη της στέπας. Εκεί που ο πολιτισμός στοιβάζεται δίχως ειρμό και τα γλοιώδη του πλοκάμια εκπολιτίζουν τους ιθαγενείς. Εκεί που φτάνει πρώτα η Βίβλος και τα τουφέκια. Εκεί που αποκτούν Ιησού Χριστό ενώ είχαν τον ήλιο. Χώρες του ήλιου που τις φαρμάκωσε η ελεημοσύνη. Χώρες που βάζουν τα παιδιά τους στα λαγούμια για να φέρουν χρυσό στα δάχτυλα και στους λαιμούς δυστυχισμένων γυναικών. Χώρες διχασμένες. Χωρισμένες στα δύο. Παραδομένες ανάμεσα στην απόλυτη φτώχια και την παρανοϊκή χλιδή. Χώρες με όση βρώμικη ελευθερία τις έχει σκεπάσει ο ολοκληρωτισμός του Διαφωτισμού. Χώρες μινιατούρες για τα ράφια του σούπερ μάρκετ και το ντισκάβερι τσάνελ. Χώρες στη μεγάλη σεξουαλική τους σκλαβιά. Μπουρδέλα των δυτικών που φρεσκάρουν φτηνά την καταπιεσμένη τους λίμπιντο. Αποικίες έτοιμες για όλα. Χώρες που σκορπίζουν και φυλλοροούν. Χώρες που καταστρέφονται και ελπίζουν. Χώρες που μαχαιρώνονται στην κοιλιά. Χώρες γεμάτες μεγάφωνα που διαλαλούν καταστροφικά νέα νίκης και ήττας. Χώρες με γειτονιές που γίνεται πόλεμος. Χώρες που θέλουν χωροφύλακα για να κοιμηθούν. Τον αστυνομικό της γειτονιάς. Χώρες καταδικασμένες να ζήσουν με τους εφιάλτες τους. Μεταλλεία Χαλκιδικής, κυανίδια, ξανθογονικά αλάτα, θειονοκαρβαμίδια. Χρυσός και σιωπή. Γιατί η σιωπή είναι χρυσός. Κι η σιωπή φέρνει φράγκα. Και τα γουρούνια θέλουν λάσπη για να κυλιστούν.

Ερωτική εξαναγκασμένη ταλάντωση

roman-artwork-threesome-pompeii

συνεισφορά στις 14 του Φλεβάρη

1
Ψάχνω αγίους να πιστέψω. Αγίους συμμαθητές παλαιούς και αγίες συμμαθήτριες με πάθη. Και ψάχνω μιαν αγία για το εικονοστάσι μου. Αυτήν που περιγράφει ωραιότατα ο Εμπειρίκος κι αυτήν που έχει ζωγραφίσει ο Μαυροΐδης θεόγυμνη και ανελέητα καυλωτική.

2
Όλη η δαιμονολογία του πρωτόγονου ανθρώπου είναι εδώ. Ο νεογέννητος έρως που καθώς γεννιέται φέρνει και τις ακαθαρσίες του μαζί του στον κόσμο.

3
Πιστεύω εις την Οσία Μαρίνα Αμπράμοβιτς που βρίσκεται δίπλα μου την ώρα των σεισμών. Στη γυμνή της κοιλιά που τη χαράσσει με ξυράφι. Στο χάρτη πάνω της Γιουγκοσλαβίας. Δείχνοντας στους φιλότεχνους δυτικούς το κανιβαλικό τους επίτευγμα. Κι αυτός είναι ο ύψιστος ερωτισμός, να τραγουδάς νανουρίσματα μπροστά σ’ ένα βουνό από κόκκαλα βοδιών.

4
Πιστεύω εις τα ορυκτά συστατικά των γυναικών της κάτω Ακαρνανίας. Χωριά του κάμπου και χωριατοπούλες τρυφερότατες. Νυχτερίδες στοιχειωμένες. Καβαλάν μηχανάκια, ερεθισμένες ύαινες, μικρόσωμες, σαυροειδείς, εκβάλουν μέσα σε φρύγανα και άνθη. Φοράνε την κιλότα στο κεφάλι του εραστή τους και γελούν.

5
Υπέρ υγείας και προστασίας σας δεόμεθα κόρες με το μονόφθαλμο κορμάκι.

6
Ανταλλάσουμε βαθιά φιλιά. Τίποτε περισσότερο. Ερωτοτροπούμε. Αίφνης σκέφτομαι ένα χωράφι δίπλα στη Μονή Βατοπεδίου με χιλιάδες αποστεωμένα κρανία. Ο μοναχός που μας ξεναγεί μου λέει: όλοι οι πολιτισμοί είναι θηριώδεις. Αυτά είναι τα απορρίμματα, οι ψυχές είναι αλλού.

7
Μην αφήσεις τα όνειρα να σε καταπιούν, της είπα, καθώς έσταζε κι εγώ πρηνής στην άκρη του κρεβατιού ασπαζόμουν τις υφάλμυρες πύλες της. Η πραγματικότητα είναι απείρως ονειρική.

8
Ταξιδεύουμε με το φίλο μου για τα νησιά. Για το ωραίο γαλανό Αιγαίο. Δεν ψάχνουμε ηλιοβασίλεμα και μικροσκοπικά λευκά εκκλησάκια αλλά μουνί κώλο βυζιά. Στο πλοίο για το επόμενο άγνωστο νησί ερωτοτροπούμε με δυο γαλλίδες. Στο τέλος μας φτύνουν. Ο φίλος μου λέει: χέστες μαλάκα, τις κακομαθημένες θυγατέρες αποικιοκρατών της Αλγερίας, τις κόρες δολοφόνων του Τσαντ.

9
Εδώ η αρμονία συμπλέει με τη χαρά. Εδώ ξέρεις πως οι κατακτήσεις φέρνουν μόνο θάνατο και αγαμία. Θεούς που βρωμούν και ζέχνουν. Οι αγάμητοι άνθρωποι κουτσομπολεύουν το σύμπαν, το διπλανό τους. Περιφρουρούν την αγαμία τους. Την αχαλίνωτη εγκράτεια. Ηθικολογούν χυδαία. Πολιτισμός διαστροφών, εμπόριο. Άγιος Βαλεντίνος, ιδιοκτήτης του γαμησιού που πάσχει από αβιταμίνωση, αναιμία, μισθωτή σκλαβιά και λοιπά και λοιπά.

10
Θυμάμαι πως γιορτάσαμε κάποτε την αγάπη σ’ ένα εκκλησάκι στο Λυγουριό. Κι αυτή πως ύψωσε τα σκέλια της προς τον τρούλο, για να ευφρανθεί το στερημένο μάτι του παντοκράτορα.

11
Ο Πρίαπος είχε ένα τεράστιο πούτσο. Ο άγιος Βαλεντίνος κρύβει τη στύση του κάτω απ’ το ρομαντισμό. Λουλουδάκια, αρκουδάκια, σοκολατάκια. Κι ανάμεσα εκεί αποκεφαλισμένοι, πνιγμένοι, αιχμάλωτοι, κατάδικοι, αριστεροί δηλωσίες. Κι ένας αγαθός λαός γίγαντας. Μιαν υπέροχα σεξουαλική άρχουσα τάξη που πάει το καθυστερημένο της παιδί στις αγορές. Να ψωνίσει οργασμούς με τα μάτια.

12
Αχ κορίτσια, Αγίες, εσείς πλάσατε τον οξύμωρο εαυτό μου. Μαζί σας έγινα αυτό που είμαι τώρα. Κοντά στις θάλασσες και τα ωραία λιβάδια. Κάτω απ’ τον ήλιο αποσαρκώνοντας τη φθορά. Στις αγκαλιές και τις υγρές κρυψώνες σας.

13
Εδώ αυτό το φως είναι ιερό. Δηλαδή ερωτικό. Εδώ ο νευρωτικός είτε θεραπεύεται είτε τρελαίνεται. Κι ίσως εδώ πρέπει να έρθουν για να εξαγνιστούν τα καραβάνια των νευρωτικών του πολιτισμού. Εδώ να περπατήσουν γυμνοί και μόνοι χωρίς την προβιά της χριστιανικής ανοησίας. Εδώ πρέπει να τινάξουν από πάνω τους τη νεκρή αρρωστιάρικη υπόγεια ζωή. Τις λιτανείες, τα μαστιγώματα της σάρκας. Τα μαρτύρια.

14
Ο έρωτας ζει. Ζει αιώνια στο μέσο ενός κόσμου που πεθαίνει.

Μικρή ιστορία του ματιού

friday-nudity-mirrormadness

Όταν διαβείς το κατώφλι του καθρέφτη μαζεύεις όλη αυτή την εν δυνάμει κοπριά του εγωισμού και τη ζυμώνεις κάνοντάς τη ένα σβόλο κατανόησης. Μόνον αυτός ο φοβερός καθρέφτης απ’ όλους τους μεγάλους συμβούλους, μας λέει αδιάκοπα την αλήθεια. Μόνον αυτός με τη συνδρομή του φωτός λειτουργεί ως ηθικό παραπέτασμα των ελαττωμάτων και των αρετών μας. Μόνον αυτός πολλαπλασιάζει γύρω μας και αντανακλά με γεωμετρική ακρίβεια το φως και την αλήθεια. Τη μεγαλειώδη στιγμή που οι ακτίνες εισχωρούν στα μάτια μας και μας χρωματίζουν έτσι όπως είμαστε. Το χιλιοστό εκείνο του χρόνου που η φιλαυτία γλιστρά το απατηλό πρίσμα της ανάμεσα σε μας και το είδωλό μας και μας παρουσιάζει μια θεότητα. Φλογερά μάτια και τερατώδη πάθη. Μόνον εμείς μπορούμε να δούμε αυτό που δε βλέπουν οι άλλοι. Μπροστά σ’ έναν καθρέφτη εκπαιδεύουμε τον εαυτό μας. Γυμνάζουμε το πρόσωπο και ρυθμίζουμε τις εκφράσεις του, για να το ρίξουμε ασφαλώς στην ανίερη κοινωνικότητα ως δόλωμα. Για να μας φέρει ψωμί και τριαντάφυλλα και έρωτα. Για να ταΐσουμε το σώμα, την ύπαρξη και το νόημά της. Γιατί με το πρόσωπο κατακτούμε το ζεστό ψωμί. Γιατί είμαστε αυτό που δείχνει το πρόσωπό μας. Είμαστε αυτό που πλάθουμε μπροστά στον καθρέφτη. Μπροστά στον καθρέφτη οξύνουμε τα χαρακτηριστικά μας και σχεδιάζουμε τις σκληρότητές μας. Εκεί επαναλαμβάνουμε τις ραδιουργίες μας, μελετάμε τις κινήσεις μας, κηρύσσουμε τον πόλεμο. Εκεί δοκιμάζουμε να κάνουμε τα γλυκά μάτια, γκριμάτσες. Επιτηδευμένα καμώματα, σαν τον ηθοποιό που ασκείτε μπροστά στο είδωλό του πριν εμφανιστεί στο κοινό. Πρωί μεσημέρι βράδυ καθρεφτιζόμαστε. Στους καθρέφτες και στα μάτια των άλλων. Εκεί όπου η πραγματικότητα των απέραντων προοπτικών της ζωής αντανακλά στα μάτια μας τα ρόδα της νιότης και τις ρυτίδες των γηρατειών. Εκεί όπου η γύμνια μας κοιτάζει τον εαυτό της χωρίς να τον συκοφαντεί ή να τον κολακεύει. Εκεί όπου γυμνά κορίτσια ποζάρουν στο είδωλό τους, δείχνοντας το μουνί τους στο σατανά.

Ενδοχώρα

Arcademi_Nicolas_Gavino_01

Οι καλύτερες γυναίκες ήταν αυτές που δεν με παντρεύτηκαν, τα καλύτερα βιβλία ήταν αυτά που ξέχασα και οι καλύτερες ιστορίες που διάβασα δεν είχαν τίποτε να πουν. Οι άνθρωποι και τα βιβλία που πασχίζουν κάτι σοβαρό να πουν, συνήθως χάνονται μέσα στις τετριμμένες λεπτομέρειες. Άλλες φορές με θωρακίζουν με νάρκες και συρματοπλέγματα και κούφιες ρητορείες. Με φοβητσιάρικες κι ακριβολόγες περιγραφές τόσο που τρέμουν μήπως φανούν ψεύτικοι και δειλοί. Υπάρχουν όμως και άνθρωποι και βιβλία που πλέεις αργά ανάμεσά τους κι είναι σαν να ξαναζείς τη χαρά τού περάσματος από την μήτρα στον κόσμο. Κι είναι μια χαρά πολύ βαθιά για να τη θυμάται κανείς. Γιατί δεν έχει καμία σημασία η θύμησή της αλλά το βίωμα. Γιατί είναι μια χαρά που μοιάζει μ’ εκείνες τις μουδιασμένες απολαύσεις του βρέφους ή του ερωτοχτυπημένου που ξαναγίνεται βρέφος, σβήνοντας τη μνήμη κι αφήνοντας τις εκκρίσεις του να θωρακίσουν το σώμα με χαρά. Με ηλιόλουστη διάθεση. Γιατί η πάλλουσα ανάσα της αγάπης τους δεν κρύβει ναρκισσισμό και μαγειρεμένη εξυπνάδα, αλλά μαγεία, αγκαλιά, συμπάθεια, φιλία, καθοδήγηση. Δεν κρύβει ζόμπι εικονικά που αυτόφωτογραφίζονται και αυτοθαυμάζονται στον κυβερνοχώρο και τη σκουριά. Η καλύτερη γυναίκα είναι αυτή που θα σε ανατινάξει σαν άστρο που τέλειωσε το σκοπό του κι η καρδιά θα στείλει τα λιωμένα συντρίμμια της παντού στον κόσμο. Καμιά συνοχή δεν κρίνεται απ’ το γραμμικό χρόνο. Κανένα μεθύσι και καμιά ευτυχία. Το καλύτερο βιβλίο είναι αυτό που θα σε αφήσει στο τέλος να απολαύσεις το θαύμα της ζωής, να απολαύσεις τις νυχτερίδες, τα φίδια, τις σαύρες και τον αετό που κρέμεται μ’ απλωμένα φτερά πάνω απ’ το καζάνι της γης. Ο καλύτερος φίλος είναι αυτός που θα σου ανοίξει μια καινούργια φλέβα εμπειρίας σαν ανθρακωρύχος της μεγάλης καρδιάς του κόσμου, που νιώθει το νόημα του πόνου και της λύπης και της χαράς. Σήμερα που οι άνθρωποι συμφωνούν ή διαφωνούν αλλά δε νιώθουν και θέλουν μανιωδώς να ταυτιστούν με κάτι για να υπάρξουν και σήμερα που η κοινότητα έγινε ένα άθροισμα από ξεχαρβαλωμένες μοναξιές και σήμερα που οι άνθρωποι ξεσπαθώνουν εναντίον όλων, γράφω το άσκοπο ποίημα μου και περιφέρω την άσκοπη ύπαρξή μου, θαμπωμένος απ’ το φανταχτερό μωσαϊκό της ομορφιάς πού στολίζει την πολυτάραχη άβυσσο. Τη σκοτεινή ύλη ενός λυρισμού που φλογίζει μέσα μου εκείνο το εσώτερο μάτι. Το μάτι που παρατηρεί τη ζωή που βρίσκεται στις ρίζες, καταχωνιασμένη στο ροδαλό μουνάκι της απλότητας.

Βίος λιτός, νηστεία, προσευχή, διαπραγμάτευση

litos

Φτώχεια της γλώσσας σημαίνει φτώχεια της φαντασίας και φτώχεια της εσωτερικής μας ζωής. Η γλώσσα μιλιέται, γράφεται, νιώθεται. Η γλώσσα ξεσπά. Όλοι οι έρωτες εξαρτιούνται απ’ τη γλώσσα. Η γλώσσα τους χτίζει κι η γλώσσα τους γκρεμίζει ξανά και ξανά.

Ο έρωτας για τη ζωή είναι ο έρωτας για την αλήθεια. Και αλήθεια είναι αυτό που θέλεις να είσαι κι όχι αυτό που θέλουν οι άλλοι να γίνεις για να τους αρέσεις.

Ελπίδα, πίστη, αφοσίωση. Αρρώστιες που τις κουβαλάμε δια βίου. Αρρώστιες που δε γιατρεύονται με σιρόπια και χάπια. Στον κόσμο μας οι τυφλοί οδηγούν τους τυφλούς και οι άρρωστοι τρέχουν στους άρρωστους για θεραπεία.

Εφαρμοσμένος αμοραλισμός. Δάσκαλοι εκκεντρικοί, νάρκισσοι της ακαδημίας, διπλωματούχοι που ξεριζώνουν με το νυστέρι αρρώστιες χωρίς να μπορούν να ξεριζώσουν αυτό που γεννά τις αρρώστιες.

Ολόκληρη η χώρα είναι ένα υπουργείο αμύνης που εκδίδει πολεμικά ανακοινωθέντα. Θρίαμβοι που αναγγέλλονται και ρίχνονται ως στάχτη στα μάτια για να συγκαλύψουν το θάνατο και την καταστροφή. Τον όλεθρο της φτώχειας και της μιζέριας.

Δεν φτάνει να ρίξεις κυβερνήσεις, τυράννους, βασιλιάδες, πρέπει να πετάξεις από πάνω σου προκαταλήψεις αιώνων. Η επανάσταση για να είναι αποτελεσματική πρέπει να είναι συνεχής και χωρίς έλεος. Να μη σε οδηγεί κάθε φορά η απελπισία σε μια νέα υποταγή.

Τώρα που ο θετικισμός των οικονομολόγων αποπνέει βαρβαρισμό και βία- αφού ο άνθρωπος έγινε προϊόν και χρήμα -έρχεται το ιδεολόγημα τού λιτού βίου να φορεθεί στους αποχαυνωμένους υποτελείς φανερώνοντας τις πιο εκφυλισμένες όψεις ενός πολιτισμού που τον θρέφει η υποκρισία.

Τις μεγαλύτερες αχρειότητες και μαλακίες θα τις ακούσεις από οικονομολόγους. Ο δόκτωρ Μάρκετινγκ έγινε διανοούμενος Σόιμπλε, ο ευρωπαϊκός αχταρμάς που ομονοεί στο ξεπάστρεμα λαών έγινε η ευρωπαϊκή μας οικογένεια και άλλα ωραία και συγκινητικά έγιναν πίτουρα για ζαλισμένα κοτόπουλα.

Παντού και πάντα υπάρχει ένας φιλόδοξος ωραιοπαθής σοφός, που συγκινεί τα πλήθη. Όταν οι άνθρωποι κοιτάζονται στον καθρέφτη της τηλεόρασης θέλουν να βλέπουν τον εαυτό τους. Για να νοιώθουν σιγουριά και ν’ ακούνε πρακτικές συμβουλές για το νοικοκυριό, την ιδιοκτησία τους και την ψυχούλα τους(όταν ακούω την λέξη ψυχούλα βάζω το δάχτυλο στο στόμα για να ξεράσω).

Κι όταν ακούω την έκφραση ευρωπαϊκή οικογένεια παθαίνω εγκεφαλική κράμπα. Κι όταν μάλιστα την ακούω από αριστερό νιώθω φαγούρα και πρήξιμο(κατά την ραφτικήν βεβαίως αριστερός είναι ο έχων τους όρχεις εις το αριστερό μέρος του καβάλου. Κατά την πολιτικήν ο έχων τους όρχεις σε συννεφάκι).

Αν οι Δεξιοί υπήρξαν καυλωμένοι γερμανοτσολιάδες οι ξεθυμασμένοι αριστεροί θα μείνουν στην ιστορία ως απατημένοι ευρωπαϊστές.

Βεβαίως γιατί ο ευρωπαϊσμός τους δεν είναι παρά έκφυλος γερμανισμός. Βεβαίως γιατί, ενώ στην Ελλάδα το ΑΕΠ μειώθηκε τα τελευταία τέσσερα χρόνια 27%, στη Γερμανία αυξήθηκε 12% και πάνω κι ενώ στην Ελλάδα η ανεργία ανέρχεται επισήμως στο 30%, εκατοντάδες χιλιάδες κάθε χρόνο από όλη τη υφήλιο πάνε στη Γερμανία και βρίσκουν δουλειά!

Κάθε διαπραγμάτευση του φτωχομπινέδικου ελληνικού καπιταλισμού με τον γερμανικό επεκτατικό καπιταλισμό αποτελεί σύντομο ανέκδοτο. Η γερμανική επίθεση θα φτάσει μέχρι τέλους. Όπως οι γερμανοί ναζί δεν κώλωσαν να ισοπεδώσουν ολόκληρη την Ευρώπη για να καταλάβει ζωτικό χώρο ο γερμανικός καπιταλιστής έτσι δεν θα κωλώσουν τώρα να κάνουν την Ευρώπη Γερμανική.

Σήμερα που η υπερσυσσώρευση πλούτου έχει βαρέσει κόκκινο είναι τουλάχιστον άτιμο να μιλάς για βίο λιτό και απέριττο. Είναι ύβρις να απευθύνεις στους εξαθλιωμένους πανεπιστημιακά μαθήματα λιτού βίου.

Κι ίσως είναι γελοίο να απευθύνεις κάτι τέτοιο στους πλούσιους και στα κοράκια. Να διδάσκεις το αρπαχτικό προσευχή και νηστεία.

Σήμερα που το χοντρό παιδί της Αμερικής ξερνά πάνω στους λαούς έξυπνες βόμβες, βάζοντας δήθεν μπροστά τους Μωάμεθ και τους Μεσσίες, εσύ μιλάς για λιτό βίο και προστασία του ΝΑΤΟ, παρακολουθώντας με ψηφιακό σήμα κομμάτια ανθρώπινης σάρκας πεταμένα ολόγυρα σαν τροφή για κότες.

Κοιτάς αποχαυνωμένος τα ακόρεστα σαγόνια του τέρατος που καταπίνει τα πάντα. Νόμος, ηθική, δικαιοσύνη μοιάζουν με άσχημα αστεία που παίζει η τύχη σ’ ένα κόσμο ηλιθίων. Σ’ ένα κόσμο που ιδιωτεύει και επαίρεται για την ιδιωτεία του. Σ’ ένα κόσμο που περιμένει να δει την απελευθέρωσή του σε απευθείας μετάδοση.

Και δυστυχώς ακούγονται προφητικά τα λόγια του Ηλία Πετρόπουλου που έλεγε: «Δε μένει, ας πούμε, επαγγελματικά κανένα άλλο μέλλον για τον έλληνα από το να αποβεί γκαρσόνι σε τουριστικά ρεστοράν ή συλλέκτης καποτών στο δρόμο, απ’ τις καπότες που θα πετάνε οι ξένοι τουρίστες. Τίποτε άλλο. Όσο για τη γλώσσα μας, δε νομίζω ότι έχει άλλο μέλλον από το να αποβεί μία αργκό προς χρήση των ιθαγενών, πλέον, της Ελλάδος».

Η παταφυσική πάλη των τάξεων

nikki soppelsa-matt taggart 2

Οι τάξεις βρίσκονται σε πλήρη αταξία
ατακτούν φαντάζονται δαγκώνονται
φιλιούνται χλομιάζουν ιδρώνουν
αγωνίζονται για τα στομάχια τους και
κοκκινίζουν ελαφρώς μπρος στη γύμνια
χαμογελούν πονηρά δοκιμάζουν εσώρουχα
υποφέρουν λιώνουν πεινάνε μεταφέρουν
πυρομαχικά πυροβολούν τη γυναίκα τους
διχογνωμούν οι τάξεις θα χαθούν στο
σύμπαν θα στοχαστούν θα μονιάσουν
θα λύσουν σταυρόλεξα θα κάνουν σεξ
θα ξενυχτήσουν θα σκουπίσουν τη μύξα
τους θα καρικώσουν κάλτσες θα ξενυχτήσουν
νεκρούς θα στρώσουν πετσέτα στην παραλία
θα κοιμηθούν με βρεγμένο μαγιό με δάκρυα
νατοϊκούς βομβαρδισμούς λύπη κομμάτια
κρέατος στα δόντια οι τάξεις αγοράζουν
εφημερίδα και ομιλούν σαν την εφημερίδα
που αγοράζουν διατηρούν σπίτια εξοχικά
παράγκες ανάβουν κεριά ιδρώνουν βγάζουν
λεφτά δίνουν λεφτά παίρνουν λεφτά οι τάξεις
γκρεμίζουν και ξαναχτίζουν θυσιάζουν τη
γυναίκα του πρωτομάστορα για το γεφύρι
της Άρτας οργώνουν σπέρνουν θερίζουν
ιδιοτροπούν αυνανίζονται καμαρώνουν
φωτογραφίζονται ξανά και ξανά ερμηνεύουν
μολύνουν ξεπαστρεύουν οι τάξεις διαφέρουν
διαφθείρονται υπολογίζουν μακαρίζουν
μακελεύουν γράφουν ποιήματα γραδώνουν
ανάμεσα σε γόπες αρχαία συντρίμμια οι τάξεις
διαδηλώνουν πνίγονται χέζουν χάνονται
ψοφάνε οι τάξεις θα γίνουν κάποτε μια τάξη
μια επιθυμία μια όπερα μια περιουσία
ένα σακ βουαγιάζ για την αιώνια εκδρομή

Προς την νίκην

prow tin

Αν αγαπάτε το θεό σας πιστοί, απελευθερώστε τον απ’ το όνομά του. Απ’ τα δεσμά της προσευχής σας και τα παρακάλια σας. Πιστοί όλων των αποχρώσεων αν αγαπάτε το θεό σας σφάξτε τον με το μαχαίρι της κουζίνας. Χαρίστε του την ελευθερία της εκλογής. Αφήστε τον να διαλέξει δημιουργήματα και πιστούς. Αν αγαπάτε το θεό σας πιστοί, δολοφονήστε τον. Κόψτε του τ’ αρχίδια. Ξεριζώστε του την πούτσα. Ευνουχίστε τον αρσενικό σας θεό, που κατέχει τις γυναίκες και τις κλειτορίδες τους. Που κατουράει στο μουνί τους. Γιατί ο θεός που είναι αγάπη και συγχώρεση είναι χρήμα και διαχείριση του θανάτου. Υποβιβασμός της ζωής σε κενό χρόνο. Σε ελπίδα και οίκτο. Σε ζευγάρωμα θηλαστικών για τη διαιώνιση της κυριαρχίας. Απελευθερωθείτε πιστοί απ’ το μέλλον και το χρήμα, απ’ την εξουσία δηλαδή του παντοδύναμου θεού. Γιατί η πίστη σας στο θεό είναι πίστη στην εξουσία που σας εξασφαλίζει μέλλον και χρήμα. Ξεπαστρέψτε πιστοί το θεό άρα και το φόβο του μέλλοντος. Εδραιώστε την απιστία σας σ’ αυτό που σας κάνει να φοβάστε το άγνωστο μέλλον. Γιατί το μέλλον δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ. Γιατί μονάχα μιαν ενιαία στιγμή υπάρχει που σπαταλάτε στην πίστη και την ελπίδα για το ανύπαρκτο μέλλον. Στον φόβο του θανάτου. Στον κούφιο φόβο και στο φόβο χωρίς περιεχόμενο που κινεί τον κόσμο. Τον κόσμο που αλλάζει κάθε στιγμή και κάθε δευτερόλεπτο αλλά δεν έχει μέλλον. Εσείς πιστοί, πρέπει να στραγγαλίσετε το θεό σας. Εσείς πιστοί, πρέπει να πάψετε να πουλάτε το κορμί σας στο γάμο και στον Κύριο διοικητή των ηδονών. Να πάψετε να φιλοδοξείτε τακτοποίηση, τίτλους σπουδών, διπλώματα, ενδείξεις υποταγής και πίστης. Σκαλοπάτια ανόδου, διαδοχικές προαγωγές, εμπορικές επεκτάσεις, επαγγελματικές βελτιώσεις, μέχρι την σύνταξη και τα πούλμαν συνταξιούχων που σας γυρίζουν στον κόσμο για να απολαύσετε αυτό που δε ζήσατε. Αυτό που χάσατε ελπίζοντας. Αυτό το μέλλον με ρυτίδες που έφτασε και το μέλλον με χρήμα που σας χάρισε την τελευταία εκδρομή στην πραγματικότητα που δεν αλλάξατε.

Απ’ τα οδοφράγματα στις παντόφλες

panto

Όπως πίσω απ’ τον Δον Κιχώτη βαδίζει ο Σάντσο Πάντσα, πίσω απ’ την εξέγερση βαδίζει ο συμβιβασμός.

Οι εξεγέρσεις είναι προβλέψιμες και τις αποζητά το κατεστημένο.

Η εξέγερση απορρέει απ’ το θυμικό, απ’ την αγανάκτηση, απ’ την οργή.

Οι εξεγερμένοι νέοι είναι στην ουσία αντεπαναστάτες.

Η ρίζα της επανάστασης είναι ανθρωπολογική.

Xαρακτηριστικό της εξέγερσης είναι η αφετηριακή δυσπιστία της και η ολοένα και πιο φτωχή σχέση της με το Λόγο.

H αστική πολιτική είναι γεμάτη πρώην εξεγερμένους που χρησιμοποίησαν την εξέγερση για να νομιμοποιήσουν την παρουσία τους στην εξουσία, ενισχύοντας την αυξανόμενη εμπιστοσύνη σε «μάγκες» που «θα καθαρίσουν την κατάσταση».

Η εξεγερμένη αριστερά τρύπωσε στον κοινοβουλευτικό στάβλο.

Η εξέγερση δεν οδηγεί σε επανάσταση αλλά σε διαφημίσεις.

Ελπίδα, μεσσιανισμός, ταυτοχρονία του μεσαίωνα, χιλιαστικές ουτοπίες, εξέγερση.

Η επανάσταση προϋποθέτει ανάληψη ευθύνης. Είναι η μη ταύτιση με το ενοχικό πουριτανικό αυτομαστίγωμα.

Κάποτε οι εξεγερμένοι νέοι σταματούν την εξέγερση και ανοίγουν επιχειρήσεις.

Η επανάσταση κατασκευάζει Πόλεις ενώ η εξέγερση ασχολείται με τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων.

Η εξέγερση είναι αποτέλεσμα συλλογικών μύθων.

Οι εξεγέρσεις είναι οι εξατμίσεις των κοινωνικών συγκρούσεων.

Διαρκής διάψευση και αναζωπύρωση της επιθυμίας. Η ελπίδα πωλείται στα περίπτερα.

Απ’ τα οδοφράγματα στις παντόφλες.

Οι εξεγέρσεις έχουν ηγέτες. Οι επαναστάσεις εργατικά συμβούλια.

Η αριστερά που θέλει να κυβερνήσει είναι η δεξιά του μέλλοντος.

Οι εξεγερμένοι είναι ρομαντικοί τύποι. Μα ο ρομαντισμός είναι η παιδική αρρώστια του μικροαστισμού.

Η εξέγερση σηματοδοτεί μια απλή αντίδραση στις κυρίαρχες συνθήκες χωρίς να προσκομίζει νέες, διαφορετικές συνθήκες ζωής, ενώ η επανάσταση αποτελεί εκδήλωση νέων τρόπων ζωής.

Η εξέγερση είναι το ξινισμένο γάλα της επανάστασης που έμεινε στα χαρτιά.

Και λοιπά και λοιπά.

Ελεγείο για το κραγιόν της

yparxe

Υπάρχει για όλους και για όλες μια μυστική ζωή.
Βροχούλες μέσα στη νύχτα.
Αιδοία που δεν υπάρχουν στο χάρτη.
Ζεστή σιωπή κάτω απ’ τις πέτρες.
Μια μέλισσα παγιδευμένη στο μπουκάλι της ψυχής.
Υπάρχει το λεξικό των εραστών
κι ο φιλοπαίγμων ήλιος όσων χάσαν το δρόμο τους.
Υπάρχει ο διάβολος που φωλιάζει στις λεπτομέρειες
και τα κορίτσια που λαμπαδιάζουν.
Και τα κορίτσια που σκορπάν το κορμί τους στο σύμπαν
και τα αγόρια που τα σκέφτονται γυμνά αλειμμένα με βούτυρο.
Υπάρχουν γαντζωμένα κορμιά και δαγκωμένα μήλα.
Ψυγεία που ξεχάστηκαν ανοιχτά.
Υπάρχουν στρατηγοί υπουργοί αρουραίοι.
Ομορφονιοί που φωτογραφίζονται με πτώματα.
Φτωχοί που φωσφορίζουν στο σκοτάδι.
Νομοσχέδια για τον έρωτα την αγάπη το γάμο
το χωρισμό και το φόνο.
Σουηδέζες που αλείφουν το μουνί τους μαγιονέζα
για να κολατσίσει ο μαύρος φαλλός.
Υπάρχουν οι ελαφρόμυαλοι
που γράφουν λογοτεχνία αντί να βγάζουν λεφτά.
Και οι τελείως γυμνοί που περιμένουν την τελευταία φροντίδα.

Αγία τριάς

troik

Η πιο βαθιά προσωπική αίσθηση του ερωτισμού συνδέεται με τον τόνο και την απόσταση απ’ όπου ξεκινά ο χτύπος των ρολογιών της καρδιάς. Και τα ρολόγια της καρδιάς τα κουρδίζει η γειτονιά και τα βλέμματα. Η κουβέντα που άκουσες στο δρόμο για την ευχαρίστηση. Στο δρόμο για τη θεία λειτουργία της χαράς. Γιατί η χαρά σε βάζει μέσα. Όσο χαίρεσαι τόσο επιδιώκεις τη χαρά. Τη συναναστροφή με τα πλάσματα που θα σου προσφέρουν τη συνείδηση του σώματός σου. Κι όχι αυτό που τους έμαθε ο δηλητηριώδης όφις των απαγορεύσεων και των κατηχητικών. Διότι μαζί με τους εραστές στο δωμάτιο τρυπώνει και η κοινωνία. Και παρακολουθεί το θέαμα του σεξουαλικά αρπαχτικού άντρα και της σεξουαλικά πειθήνιας γυναίκας. Και βάζει ρόλους στα συμπλέγματα και στις συνουσίες. Κι όταν ακολουθείς ρόλους τρως σκατά. Κοιτάζεσαι στον καθρέφτη, ανησυχείς, κορδώνεσαι. Δεν είσαι εσύ αλλά ο ρόλος. Το κακέκτυπο του εαυτού σου. Ο νάρκισσος που θαυμάζει τα κωλομέρια του. Ο βραχυκυκλωμένος γαμιάς που βιντεοσκοπεί την ευχαρίστηση για να τη δείξει στους άλλους. Για να επικυρώσει την φύση των πραγμάτων που διαφεντεύει το εγώ του. Για να λάβει εύσημα και αναστενάρικα σχόλια για τη μεγαλοσύνη του. Όμως όταν οι εραστές αφήνουν τη φυλετική τους προέλευση εκτός ερωτικής κλίνης τότε μεταμορφώνονται. Δεν θέλουν να αποδείξουν τίποτε. Γίνονται ένα κουβάρι. Η Αφροδίτη κι ο Διόνυσος γίνονται ένα. Πλάθονται. Αλλάζουν. Αντιτάσσουν στον αποθνήσκοντα ανθρωπισμό το σκληρό καθήκον της ηδονής.

Αυθαδιάζω άρα υπάρχω

aftu

Η αυθάδεια είναι ένα είδος πνευματικού οξυγόνου. Η αυθάδεια έχει μέσα ψυχολογικά δίπολα και μουτζούρες. Απελπισία με γέλιο. Δράμα με κωμωδία. Στοχασμό με προχειρότητες. Αν δε βάλεις στόχο τη βλακεία, τη μισαλλοδοξία, την τύφλωση της πολιτικής τάξης, τη μεγαλομανία των ισχυρών, τη μικροπρέπεια της ψυχής πολλών γκουρού, τον εξτρεμισμό και την άγνοια, τη δημαγωγία και τη διαφθορά συνήθως γράφεις μαλακίες με ήπιο κυματισμό. Κι αν δεν παθαίνει κάτι αυτός που σε διαβάζει να ξέρεις πως δεν φταίει αυτός αλλά εσύ. Κι αν θες να πάθει κάτι ο άλλος πρέπει να αυθαδιάσεις. Να βάλεις στο ρουθούνι του μύκητες και γεγονότα που να γκρεμίζουν εν ρυθμώ βεβαιότητες και κουσούρια του διδακτισμού. Η γραφή και η ανάγνωση δεν είναι συνεύρεση ιδιωτικής φύσεως. Αλλά μια μεγαλοπρεπέστατη κοινωνική πράξη. Απ’ το χάλασμα των κοινοβίων και μετά είναι ένας τρόπος να τρυπήσουμε τα ντουβάρια. Και για να τρυπήσεις το μπετό της κυρίαρχης ιδεολογίας θέλει δουλειά. Για να ξεμάθεις γενικώς και να πετάξεις τα σκουριασμένα γρανάζια πρέπει να αυθαδιάσεις .Είτε γράφοντας, είτε διαβάζοντας. Όποιος δεν αυθαδιάζει είναι ξενέρωτος. Κι ο κατάλογος των ξενέρωτων συγγραφέων είναι μακρύς. Κι ο κατάλογος των ξενέρωτων ανθρώπων ατελείωτος.

Arabian nights

arabian-nights

Ανάμεσα στα πόδια της σαν διάολος,
σφηνωμένος στον ιερό της κήπο που
βάζω τη γλώσσα μου, μετέωρος να μυρίζω
το μουνί της, την κολόνια, το αντισηπτικό,
τις φυσικές καταστροφές, το αίμα της
που περιμένει να κάνει τον κύκλο του.
Ανταλλάσσουμε φιλιά συμφραζόμενα
και θέλω να της φάω το στήθος.
Δικαιούμαι λίγο βυζί. Λίγο τρυφερό
γυναικείο κρέας. Δίνω την αίσθηση
διαβρωμένου Ευρωπαίου. Αγροίκου
που θέλει να δαγκώσει την ερωμένη
του. Το κορμί διψά. Διψά για πόνο.
Ο πόνος είναι μονήρης. Χωρίς παρόν,
ούτε παρελθόν. Απόλυτα αποκομμένος.

Ο Έλβις ζει!

pigg

Κάθε τεχνίτης με μεγάλη φαντασία και σπουδαίες πλαστουργικές ικανότητες έχει αυτό το ελαφρώς παιγνιώδες και αστείο ύφος. Έχει μηχανισμό που κόβει Αγάπη από δακρύβρεχτες παρειές.

Το έθνος μας, το τόσο θλιμμένο και καημένο στην καρδιά αντιγράφει και ποθεί. Μικρότατον, αλλά κυβισμένο με μικροαστικά ένστικτα προσεύχεται και φιλοσοφεί.

Κι όταν το τέκνο του διεκδικεί την παρόρμησή του έρχεται η παιδεία και τη διακωμωδεί.

Παιδί μου, κρύψε τη στύση σου για να μην πάρει στραβό δρόμο και διεκπεραίωσε καθήκοντα συζυγικά και πάθη εντός της οικίας. Ζήσε λιτά. Με ζυμωτό ψωμάκι ελιές και φάβα.

Να καταναλώνεις αλλά με μέτρο. Να ζεις εσωτερική ζωή. Του πλησίον σου να μην εποφθαλμιάς τη γυναίκα και τον εύρωστον βίο.

Tο σύστημα που περνάει κρίσεις μεταδίδει εις τον γαιάνθρωπο τα πιο αντιφατικά μηνύματα. Βάζει καλλιτέχνες και διανοούμενους να οργώσουν τα πνευματικά χωραφάκια που στειρώθηκαν απ’ τα ακαδημαϊκά λιπάσματα και τους ηγέτες.

Μην αμφισβητείς το σύστημα αλλά τον εαυτό σου. Με λίγο τσαμπουκά και νηστεία θα πάρουμε την Πόλη. Θα διαπραγματευτούμε το βρεγμένο σανό. Τις αποικίες. Το έσπα. Το εράσμους. Θα μας βοηθήσει ο διάβολος, η Ρωσία, το Βατικανό. Ο πάπας θα πει μια καλή κουβέντα για μας στο γερμανικό ιμπεριαλισμό.

Η παντοδύναμη μικροαστική τάξη που δεν ζει εις τα υψίπεδα του Γκολάν αλλά εις τα ντουβάρια της Αττικής -που ιεροκρυφίως πάσαραν οι αρχιερείς της αντιπαροχής στους χωριάτες- πανηγυρίζει τη συγκρότηση κυβέρνησης που θα διαχειριστεί το καπιταλιστικό κράτος.

Οι μικροαστοί παρηγορούνται έχοντας την ψευδαίσθηση πως απομακρύνθηκαν απ’ τον εφιάλτη. Χωρίς βέβαια να ομολογούν πως ο εφιάλτης ήταν κι αυτός δικό τους δημιούργημα.

Το όνειρο των μικροαστών είναι να γίνουν πιο μεγάλοι, να γίνουν αστοί. Αλλά καλοί αστοί. Μπουτάρηδες, λαϊκοί. Δημιουργικοί επιχειρηματίες. Να φτάσουν στα σαλόνια της αστικής τάξης όχι βέβαια με γραβάτα αλλά με μαγιό ζιβάγκο και τιράντες.

Κι εδώ βρίσκεται η υποκρισία του αριστερού μικροαστισμού. Επειδή φοράει διαφορετικά ρούχα απ’ τους δυνάστες του νομίζει πως δεν μοιάζει μ’ αυτούς.

Κι επειδή φοράω κίτρινο παντελόνι έχω κοτσίδα σκουλαρίκι τατού, έ, δεν είμαι υψηλόβαθμος τσανακογλείφτης του Κυρίου ημών Καπιταλιστή.

Η μικροαστική τάξη διαθέτει μια πονηριά και μια κακία πρωτίστως για τον ίδιο της τον εαυτό. Πότε θέλει τα τέκνα της ανταγωνιστικά να δαγκώνουν το ένα το λαρύγγι του αλλουνού και πότε τα θέλει κουταβάκια να ζουν με τα στοιχειώδη.

Πότε θέλει τη δεξιά του τρόμου για να βάζει ασάλιωτο κωλοδάχτυλο στην εργατική τάξη και πότε θέλει την αριστερά της υποκρισίας για να βάζει το κωλοδάχτυλο προσεχτικά με βαζελίνη και γλυκόλογα.

Ο μικροαστός ζει την κατάσταση τού συμβιβασμού ως φυσική κατάσταση. Άβουλος, μοιραίος, θεατής, σχολιαστής, κομπορρήμων.

Θέλει να νικήσει χωρίς να παλέψει. Κι αυτό είναι το δράμα του. Όταν ο καπιταλιστής τού ρίχνει κλωτσιές αυτός συνεργάζεται μαζί του. Μπαίνει στα χειμερινά ανάκτορα ως εγγυητής της ανακωχής του σφοδρού κοινωνικού πόλεμου.

Δύσκολα αντιλαμβάνεται πως είναι προορισμένος να πεταχτεί στα σκουπίδια. Δύσκολα αντιλαμβάνεται τους βομβαρδισμούς στους τρίτους κόσμους, τα γρασωμένα άρβυλα των παππούδων του, τη μισαλλόδοξη θρησκεία, την εθνομαλακία, το μεγαλοϊδεατισμό του.

Δύσκολα αντιλαμβάνεται πως και οι γείτονες είναι το ίδιο μαλάκες και εθνικιστές σαν κι αυτόν. Και το ίδιο θεοσεβούμενοι και χαζοχαρούμενοι μικροαστοί. Και πως ο καπιταλιστής δεν έχει πατρίδα αλλά μια τεράστια πούτσα έτοιμη για όλα.

Κυνήγια

rubens

Θα σου γράψω ένα δοκίμιο για το πένθος
αυτό το ψυχοπλάκωμα στο Δανέζικο σινεμά
με τα δάση και τις βροχές
με τα καυτερά φαγητά και το χιόνι
με το εισαγόμενο λάδι απ’ τη Μεσόγειο
και τους μέτριους ποιητές
που δεν γνώρισαν ποτέ κύκλωπες και γυμνές
στις παραλίες των Κυκλάδων
παρά μονάχα ηλεκτρίζουν τα πάθη τους και
κυνηγούν ελάφια έξω στα σκοτεινά νερά
και κάποιοι ντόπιοι δικοί μας τους αντιγράφουν
και βάζουν στα ποιήματα θύελλες
αγάπες ερημιές καθρέφτες μοναξιές
και δεν βάζουν στα ποιήματα μέσα
καύλες υγρά μουνοπέταλα
και με κάνουν να βαριέμαι τόσο που
αναγκάζομαι να γράψω ποιήματα
με καύλες υγρά μουνοπέταλα
για να έχω να διαβάζω κάτι και να μην πλήττω
και να καυλώνω αυτοστιγμεί
και να μην βάζω στο μυαλό μου
υπερβόρειες παλαβομάρες για αυτοχειρίες και τέτοια

Ωδή στους πάγκους των βιβλιοπωλείων

erotik

Οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
είναι γεμάτοι με χάος ομορφιά και αμφιβολία
με οδηγούς επιβίωσης και οδηγούς μαγειρικής
Καταφθάνουν οι αναγνώστες
οι απόμαχοι
οι συνταξιούχοι
οι μισθωτοί
Μετράνε τα λεφτά τους
Παζαρεύουν διευκολύνσεις
Γυροφέρνουν τα εξώφυλλα και τα συνοφρυωμένα αυτιά
Χαίρονται σαν ματάκηδες τα σεξουαλικά γυρίσματα της γραμματοσειράς
Ξεφυλλίζουν με κάποια συστολή
Χαδιάρικα προσεχτικά
Ψάχνουν ένα σερσέγγι να τους κεντρίσει
Άλλοι σαν καθολικοί παπάδες θέλουν να ψωνίσουν ένα Έπος
Άλλοι θέλουν αποφθέγματα για το καφενείο
Κάποιες κυρίες που τις έχει φτύσει ο σύζυγος
ψάχνουν απεγνωσμένα εραστή
στα χοντρά μυθιστορήματα
Βγάζουν απ’ το πορτοφόλι το χαρτονόμισμα
όπως βγάζουν τα αγάλματα
απ’ την καλτσοδέτα το παρελθόν
Αγοράζουν λίγη τρυφερότητα
για να διαιωνίσουν το φονικό νοικοκυριό
Για να διαιωνίσουν τους εκδότες και τους συγγραφείς
Τις αποθήκες χάρτου
Βεβαίως το βιβλίο είναι ένας τρόπος να αμαρτήσεις χωρίς να κολλήσεις βλεννόρροια
Να πλησιάσεις αθόρυβα και να της σηκώσεις τη φούστα
Να χαζέψεις άσπρα καπούλια ν’ ανεβοκατεβαίνουν
Ακόμα και να θωπεύσεις
μια πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
χωρίς να μπλέξεις με το νόμο
Να μαστουρώσεις τζάμπα
Να κάνεις μια φοβερή αθάνατη παρτούζα
Να δοκιμάσεις αψέντι όπιο
Ν’ ανατινάξεις πρεσβείες
Οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
υπήρξαν κάποτε γιορτινά τραπέζια
με ζυμωτό ψωμί ελιές και ξερά καυτερά κρεμμύδια
Κλίνες έρωτος και αποδημίας
Τράπεζες ιεράς μονής
όπου συνέφαγαν οι καλόγριες με το Μεσσία τους
Οι δον Κιχώτες με τη Δουλτσινέα τους
Πάγκοι βασανιστηρίων στα κολαστήρια της ασφάλειας
Τάβλες σε χασάπικα
και πατάρια σε σκοτεινά ζαχαροπλαστεία
Την εποχή της παρακμής οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
γεμίζουν εφιάλτες αλλάζουν χρήση
Γεμίζουν γέρικη σοφία και περιτετμημένους σωτήρες
Γεμίζουν εγκώμια για το γούστο του κοινού
Σαβουάρ βιβρ για κουνέλια
Κυνικούς
Όμως οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
γίνονται και οδοφράγματα
φράχτες σε κοτέτσια και φράχτες σε μαντριά
Γίνονται γέφυρες
για να φτάσουν τα ποιήματα στην άλλη όχθη
Γίνονται στέγες και σκεπές για τους Έρωτες
Γίνονται ασπίδες για τις παιδικές ψυχές
Γίνονται πάλι δέντρα και γίνονται πάλι κλαδιά
Γίνονται πάλι ξύλινα σπαθιά για να σφάξουν
Το φόβο το θάνατο την παγερή μοναξιά
Γίνονται μολύβια για να γράψουν αισχρά ραβασάκια
Γίνονται πεδία μάχης των λέξεων
Γίνονται ταμπλώ
για να ζωγραφίσουν οι μερακλήδες τις καρδερίνες τους
Ω οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
που σε θέλουν λίγο να σκύψεις πάνω τους
Λίγο να σε κάνουν δικό τους
Λίγο να σε ζορίσουν ξεγελώντας την τρέλα σου
Λίγο να σε κάνουν θύμα και θύτη
Λίγο να σου θολώσουν τη θανατοφοβία σου
Ω οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
αιχμάλωτοι σε μαγαζιά και σκλαβωμένοι σε υπόγεια
και οι πάγκοι κάτω από τέντα στην Κοτζιά
Έξω ήλιος φύση αέρας βροχή
Έξω η ζωή που καλπάζει
Έξω ένα φράκταλ αρπαχτικό κι ωραίο
Κι η ζώνη του Κάιπερ ακόμα πιο έξω

Παραλειπόμενα προεκλογικής περιόδου

Roman-artwork-cover

Κάποια βρωμιά έχεις μέσα σου για να πιστεύεις σε κάτι ανώτερο. Για να δεχτείς το ανώτερο πρέπει να ισοπεδώσεις την ύπαρξή σου. Και για να ισοπεδώσεις την ύπαρξή σου πρέπει να έχεις ισοπεδώσει άλλες υπάρξεις που θεωρείς κατώτερες. Άρα κατά κάποιο τρόπο η πίστη σου είναι αποτέλεσμα φόνου. Έχεις σκοτώσει κάποιον επειδή και μόνο τον έχεις υποβιβάσει. Έχεις ξεκοιλιάσει κάποιον μόνο και μόνο επειδή τον θεωρείς κατώτερο. Το αίσθημα ανωτερότητας που έχεις πρέπει να το θρέψεις με θεό. Με πίστη. Με υποκρισία. Με ξέπλυμα. Για να μετριάσεις τις τύψεις και να τα βρεις με το δολοφόνο εαυτό σου πρέπει να ξεπέσεις στη σαγήνη του ανώτερου όντος. Βέβαια ο πονηρούλης σου εαυτός ξέρει πως κανένα ανώτερο όν δεν απαιτεί από σένα καραγκιοζλίκια και προσευχές. Και πως το ιδεώδες της παρθενίας και της αγνότητας που διαλαλείς είναι το ιδεώδες της δικής σου αχαλίνωτης τάσης να ξεπαρθενεύεις. Γιατί ακόμα και η διαστροφή πρέπει να ντυθεί με πετραχήλια. Για να μπορείς τελετουργικά να υπηρετείς τα χρηστά ήθη. Για να μπορείς εσύ που διαπράττεις έγκλημα πάθους να ομολογείς το έγκλημα αλλά όχι το πάθος. Γιατί το πάθος θέλει ένα καλλιτέχνη να το ομολογήσει και να το διακηρύξει κι όχι ένα χριστιανομαλάκα που κρυμμένος πίσω απ’ την ομολογία τού εγκλήματος διακωμωδεί το πάθος. Ω ναι, η εγκράτεια εκδικείται πάντοτε. Η εγκράτεια οδηγεί σε σαδιστικές παρορμήσεις. Τα νεορθόδοξα όντα και οι νεοχριστιανοί της γενιάς μου το γνωρίζουν αυτό. Και οι διαφημιστές που τους τροφοδοτούν μεταφυσική υστερία το έχουν σπουδάσει. Όλες οι διαφημίσεις έχουν μέσα θεολογία. Μεσσιανισμό. Απ’ την επιλογή καπότας έως την επιλογή αρχηγού κράτους. Γιατί τα πρόβατα θέλουν θεό. Θέλουν αρχηγό. Θέλουν να γαμάν με ασφάλεια.

Ντόπιο Στριπτίζ

i xor

Είναι το βασίλειο της λασπουριάς
εδώ και της αγαπημένης μου τέχνης.
Η στέρνα, οι μνήμες, το χαλάκι της
κουζίνας. Το στήθος της, ο σβέρκος της,
οι ρώγες. Όλα βορά στον επιτήδειο
ματάκια. Είναι τα χείλη στο βροχερό
σκοτάδι. Υγρασία, υγρά, χίλια κομμάτια
σκύλοι ελεύθεροι πολιορκημένοι. Εδώ
το έθνος μας από μπίζνες και φιλόδοξους
χορευτές. Ο φόβος, η λύσσα, η διεφθαρμένη
τρέλα του καταναλωτή. Εδώ βιομήχανοι
ηλιοβασίλεμα, πράκτορες, καρδιές, μυαλά
εδώ το περιθώριο και τα σαλόνια, το
αχόρταγο μουνί το διαδίκτυο, οι μη
κυβερνητικές, εδώ μια πλάκα σαπούνι
στο νεροχύτη. Πακιστάν Σιέρα Λεόνε
Κουρδιστάν, ποιήματα που πυροβολούν
ποιήματα φονιάδες, παράνομοι αξύριστοι
μυστικιστές ρομαντικοί. Οχτώ ευρώ το
μεροκάματο στις φράουλες. Εφτά ευρώ
το ξεσκάτισμα γέρου. Πέντε ευρώ το
τσιμπούκι στον Κολωνό. Je suis animaux!
μουνόπανα, ουρλιάζει ο μαύρος
ντανταϊστικός μηδενισμός.

Προεκλογική παραβολή για επίδοξους μάγους

proekl

Ο λαός έρχεται να διορθώσει το σφάλμα τού μέντιουμ και με τη φιλόδοξη ψυχούλα του να κερδίσει λίγα ψίχουλα καλοζωίας και τα ναύλα για μια εκδρομή στη Μονή Βαρλαάμ. Εκεί που, ταξίδια, λεφτά, έρωτες, υγεία, ταπεινά προβλέπει ο μοναχός Παΐσιος ο Β΄ στη σκιά ενός μαυρισμένου κάκτου. Εκεί που σου μαντεύει το όνομα και το δείκτη κακομοιριάς.

Εκεί που ο λαός με την αχόρταγη αφέλεια καταναλώνει καραμελίτσες απ’ τα ευλογημένα χεράκια της εξουσίας. Με αντάλλαγμα λόγια αγάπης, τρίμματα αθανασίας και κομποσκοίνια, ο λαός δέχεται και παίρνει μέρος σ’ ένα κόλπο τεμαχισμού. Κόλπο κλασικό και παλαιό. Ο ταχυδακτυλουργός, ο μάγος, ο αρχηγός, ο γκουρού, τοποθετεί το λαό στο ορθογώνιο κουτί με τα τέσσερα πορτάκια.

Στη συνέχεια ο μάγος περνά ένα σπαθί μέσα απ’ τις ειδικές σχισμές κι ανοίγει γρήγορα καθένα απ’ τα πορτάκια δείχνοντας το σώμα τού λαού κομμένο φέτες. Οι Ευρωπαίοι χειροκροτούν, ενθουσιάζονται. Το κεφάλι τού λαού εμφανίζεται στο βάθος, τα πόδια στη μέση κι ο κορμός επάνω. Ο μάγος κάνει την επίδειξη γρήγορα, τμηματικά, υπολογίζοντας την απόσταση απ’ το κοινό, αποφεύγοντας τις αντανακλάσεις των φώτων.

Ο μάγος όμως, ο αρχηγός, ο ηγέτης, φιλοδοξεί να γίνει ο καλύτερος. Δουλεύει με επιμονή και φτιάχνει έναν ανώτερο θάλαμο. Ανοίγει τώρα τα τέσσερα πορτάκια ταυτόχρονα και δείχνει το λαό πραγματικά τεμαχισμένο στα τέσσερα. Χωρίς διπλά τοιχώματα, χωρίς μυστικές οδούς διαφυγής, χωρίς καθρέφτες.

Σε βαθμό που επιτρέπει στην τρόικα του κοινού να πλησιάσει και να ελέγξει. Να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι το θαύμα του τεμαχισμού. Να αξιολογήσει την τεχνική και τις λεπτεπίλεπτες κινήσεις. Η τρόικα ενθουσιάζεται. Οι Ευρωπαίοι χειροκροτούν. Τα λεφτά τους πιάνουν τόπο. Το θέαμα τούς ενθουσιάζει.

Ο μάγος τότε θριαμβευτικά ανοίγει για να βγει ο λαός περπατώντας χαμογελαστά. Όμως ο λαός δεν μπορεί. Εξακολουθεί να είναι διαμελισμένος. Με το σώμα του χωρισμένο σε τέσσερα εξαρθρωμένα κομμάτια, χαμογελά νευρικά στους Ευρωπαίους.

Ο μάγος ξεροκαταπίνει. Απευθύνει ένα τεράστιο χαμόγελο στο ευρωπαϊκό κοινό. Ευχαριστεί για τα εκκωφαντικά χειροκροτήματα. Υποκλίνεται ιπποτικά και φεύγει τρέμοντας απ’ τη σκηνή. Περνούν μέρες, εβδομάδες, μήνες, προσπαθεί να εξηγήσει την αποτυχία του αλλά δεν τα καταφέρνει. Ανοίγει τα πορτάκια και κοιτάζει τα μάτια του λαού, ο οποίος παραμένει τεμαχισμένος με σημάδια καλπάζουσας παράνοιας.

Καλπικός οργασμός

normal_pmom11

Η δημοκρατία μας συγγενεύει με το άφραχτο στόμα της σχισμής. Εδώ η σχισμή δε βυθομετριέται με γυμνό μάτι.

Καταφτάνουν απ’ την ερωτική φωλιά τους οι εύθραυστοι ψηφοφόροι. Τα νεογέννητα από εμβρυουλκό δημοσκόπου. Για λογαριασμό της εταιρίας που ανάμεσα στη φρίκη και την ομορφιά διαλέγει με προσήλωση φράγκα.

Εκεί που η εξίσωση στοιχίζει τη δεξιά με το φόβο και την αριστερά με την υποκρισία. Αφού με τη μυρουδιά του χασάπη θα πλαγιάσουν οι μαζούλες της έχτρας και του κέρδους. Και στο βασίλειο των πολιτικών παραβολών θα κρύψουν οι χειριστές τού πλήθους τα νομίσματα. Το συναίσθημα και τη μνήμη που επωάζει τα πισώπλατα μαχαιρώματα.

Το συμπαθέστατο γιγάντιο καπετάνιο που ξεμπάρκαρε και παλινωδεί στα ουζερί του Αγρινίου λέγοντας πως απ’ το μουνί της μάνας του εβγήκε Δεξιός και δεν πρόκειται ν’ αλλάξει.

Η κάλπη χωρά μόνο των δυο διαστάσεων κατάλογο ονομάτων, ανθρώπων που θέλουν να γίνουν βεζίρηδες και βεζιροπούλες. Να εκπροσωπήσουν το λαό στις διαπραγματεύσεις με το φαραώ.

Η κάλπη ξέρει και δεν αφήνει να γραδώσει στη σχισμή ο σατανικός κουμμουνισμός της ζωής.

Η κοιλιά της κάλπης γίνεται μήτρα του θηρίου. Αγροτική επαρχία και μπερδεμένη ομήγυρης στο ίδιο τσουβάλι.

Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας, χωρά τις μικρές του ιστορίες στην κάλπη. Κάλπικα θαύματα. Καλαμάκι για το φραπέ. Παροχές. Εκεί που γράφονται σουρεαλιστικά ποιήματα για σόμπες και θερμάστρες και καλοριφέρ που δε λειτουργούν πια.

Και οι καβαλάρηδες έχουν αποκοιμηθεί με αναμμένα μαγκάλια. Και λέω πως κάποιο είδος ανθρώπινο μου καταστρέφει την έμπνευση. Την ανθρωπιά που την εξηγείς σαν ανέκδοτο στα παιδιά σου. Κι ύστερα τους λες βέβαια αυτά δεν ισχύουν στη ζωή. Και τους κόβεις το βήχα και το οιδιπόδειο και τα μαθαίνεις στον καλπικό οργασμό.

Στο ανοξείδωτο χαμόγελο.

Στο πως πρέπει να κερδίσεις τη ζωή σου με ψέματα και ξύλινα σπαθιά. Δεξιότητες οδηγημένες στον ολοκληρωτισμό της οικόσιτης ευτυχίας.

Η κάλπη είναι προξενήτρα του παράδοξου. Ο κατασκευαστής παραδείσων ξέρει. Βάζει λεβέντες να μνημονεύσουν τη σοφία του λαού. Τους προσφιλείς τροφοδότες κάθε Μεσσία.

Κατενάτσιο

ok

Κάποιος παλαιός αγαπημένος μου άνθρωπος θεωρούσε πως είναι μάταιο αλλά και βλακώδες να συζητάς με θρήσκους και θρησκευόμενους για τη θρησκεία. Πρώτον διότι είναι παράλογο να συζητάς με έναν φανατικό που δεν πρόκειται να αλλάξει και δεύτερον γιατί μεταμορφώνει κι εσένα σε παπά και ιεροκήρυκα του αθεϊσμού. Κι αν καταντήσεις παπάς έστω του αθεϊσμού έχεις ήδη ξεπέσει σ’ αυτό που θεωρείς ξεπεσμένο. Όταν βάζεις τη λογική να αντιμετωπίσει το παράλογο μ’ έναν τυφλό πεισματάρικο εκνευρισμό καταλήγεις να ναρκοθετείς τις θέσεις σου. Η ανάγκη του ανθρώπου να επινοήσει μια ζωή μετά το τέλος της ζωής και να φαντάζεται έναν ουρανό απαλλαγμένο από την επίγεια αθλιότητα έχει βαθύτατα κοινωνικοπολιτικά αίτια. Η κριτική των θρησκειών είναι καταδικασμένη αν ξεπέσει στην παπαδοφαγία όπως ξέπεσε ο ορθολογισμός του Διαφωτισμού και ο μασονικός αντικληρικαλισμός. Το να θες να μετατρέψεις τους πιστούς σε άθεους με εντολή του μουφτή ή με προεδρικό διάταγμα είναι σα να προσπαθείς να πιάσεις κεραυνό με τα χέρια. Το σίγουρο είναι πως θα καείς όπως κάηκαν ολόκληρες επαναστάσεις και γύρισαν εν μια νυκτί στον τσάρο και στον μπαγαπόντη πατριάρχη Αλέξιο. Το να θες να ξεμπερδέψεις με τους θεούς είναι μια καλή πρόθεση αλλά δεν φτάνει αν δεν ξεμπερδέψεις με την ανάγκη που γεννά τους θεούς. Αν δεν αφαιρέσεις απ’ τους ανθρώπους τις αυταπάτες τους και τις απατηλές παρηγοριές τους δεν μπορείς να τους στερήσεις το όπιο. Έτσι λοιπόν η κριτική του ουρανού πρέπει να μετατραπεί σε κριτική της γης, η κριτική της θρησκείας σε κριτική του δικαίου και η κριτική της θεολογίας σε κριτική της πολιτικής. Ο αφηρημένος αθεϊσμός είναι γεμάτος ψευδαισθήσεις αφού παραμένει μια μεταφυσική κριτική της θρησκείας. Και ίσως μια ακραία θρησκευτική κριτική της θρησκείας, η οποία μένει στο μη πρακτικό πεδίο των ιδεών. Κι έτσι αυτός ο αστικός αθεϊσμός είναι ένα είδος αρνητικής αναγνώρισης της ύπαρξης του θεού. Με αποκορύφωμα ο φιλοσοφικός αθεϊσμός να καταντά ιδεολόγημα της πεφωτισμένης αστικής τάξης, που νιώθει την ανάγκη να απαλλάξει την οικονομία από την τροχοπέδη της θρησκείας αφήνοντας άθικτη την κοινωνική τάξη πραγμάτων, βρίσκοντας την πιο καθαρή έκφρασή της στο θετικισμό και στη λατρεία της προόδου. Έτσι λοιπόν ο άθεος φονταμενταλιστής γίνεται ιπποκόμος στα μοναστήρια των αγορών, βοηθώντας τις καλόγριες τού κέρδους να σηκώσουν τα φουστάνια τους μπροστά στους πιστούς καταναλωτές καλωσορίζοντάς τους στην κόλαση.

Κυνήγια

kin

Γράμμα στους κυνηγούς της εκλογικής μου περιφέρειας

 

Φίλε κυνηγέ σου προτείνω αντί να κάνεις πόλεμο και να γυαλίζεις όπλα να καθίσεις σπίτι σου και να γαμήσεις. Κι αν σου είναι δύσκολο το γαμήσι μπορείς να τον παίξεις. Δόξα το γιου πόρν η τεχνολογία μπορεί να σου δώσει ιδέες και θάρρος. Αυτή την αισχρή μαλακία που έχεις ονομάσει σπορ, κάνοντας τη σφαγή καρναβάλι και διασκέδαση, νομίζω πως πρέπει να την κόψεις. Δεν είμαι οικολόγος και δεν ξέρω τι σημαίνει να είσαι οικολόγος. Ξέρω βεβαίως διάφορους μαλάκες που βάζουν πέτρες στο καζανάκι και δουλεύουν στο φουλ τα κλιματιστικά στη Σόλωνος γράφοντας οικολογικά άρθρα για την πράσινη ανάπτυξη και την πράσινη σκατούλα τους. Ξέρω επίσης κι αυτούς που σας ανέχονται και δεν νιώθουν αηδία με την τόση αγριότητά σας. Αλλά είπαμε, είναι ο ασύνειδος ρομαντισμός των μικροαστών που τους κάνει να μην αηδιάζουν με τίποτε. Ούτε βεβαίως μ’ αυτούς που τους έχουν για θήραμα και τους μακελεύουν όπως εσείς μακελεύεται παπιά, φάσες, κιρκινέζια, σιταρίθρες, γερμάνια, κρινέλια, σπαθομύτες, βατοπούλια, τσιλιβίδια, ψαροφάγους, τουρλίδες, ξυλόκοτες, χήνες, συκοπούλες, μπάλιζες, σπίνους, μιγούδια, τρυγόνες, σπέτζους, τρουποφράχτες, θεοπούλια, κοτσύφια, λιάρους, ατσάραντους, κατσουλιέρες, τσόνια, καλημάνες, πέρδικες. Εσείς που γράφεται στ’ αρχίδια σας έναν ολόκληρο κόσμο που ζει και αναπνέει στις ρεματιές, στα βουνά και στα λαγκάδια. Εσείς που με τις ευλογίες του κράτους βγάζετε άδεια δολοφόνου σκορπώντας τον όλεθρο, σπέρνοντας φυσίγγια και σκουπιδαριό, αφού νομίζεται πως η φύση είναι ο μεγάλος καμπινές σας. Εσείς καταπιεσμένα πλασματάκια με τις κοιλιές και τα πατσοκοίλια, που το παίζετε αθλητές και δε μπορείτε να φανταστείτε πόσο πολύ λαχταρούμε εμείς αυτό που εσείς δολοφονείτε. Αυτό που εσείς σκοτώνετε όχι από πείνα αλλά από χόμπι. Γιατί ο φόνος για σας είναι χόμπι και διασκέδαση. Γιατί η διαστροφή σας προστατεύεται από νόμους. Έγραφα κάποτε πως η δυστυχία είναι των πουλιών που δεν μπορούν να πυροβολήσουν. Και το πιστεύω πως τα πουλιά πρέπει να πάρουν κάποτε τα όπλα και να σας γαμήσουν την παναγία. Να σας ζεματήσουν την πέτσα στο νεροχύτη. Να σας καταβροχθίσουν με ρυζάκι, πατατούλες και καλό κρασί. Ω φίλε κυνηγέ, ελπίζω πάντα σ’ ένα θαύμα και σου αφιερώνω ένα παλαιό μου ποίημα.

Η ΑΔΟΞΗ ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΚΥΝΗΓΩΝ

πυροβολούν πουλιά με τα ντουφέκια τους
και με τις καραμπίνες τους
ανδρείοι μέσα στα χακί καπνίζοντας τσιγάρο
χαϊδεύοντας σα να’ ναι κλειτορίδα τη σκανδάλη
στα καλαμπόκια μέσα εκεί χωμένοι και στ’ αυλάκια
να περιμένουν τα κοτσύφια και τις πέρδικες
να ‘ρθούν να ξεδιψάσουν
με τα σιδερικά τους σκνίπα στο μπαρούτι
και τα τσιγκέλια έτοιμα στις ζώνες να καρφώσουν
τα σκοτωμένα τα πουλιά τα τρόπαια
του νόμιμου φονιά

πυροβολούν πουλιά με τα ντουφέκια τους
και με τις καραμπίνες τους
γιατί είναι μικροτσούτσουνοι
και θέλουνε να κάνουν τον καμπόσο.
Γιατί στ’ αλήθεια θέλουνε να σκίσουν τη γυναίκα τους
τη σκύλα που τους τυραννά
γιατί στ’ αλήθεια θέλουν
να γαμήσουν και να δείρουνε
να δείξουνε πως έχουνε λεφτά
κάνοντας σπόρ τη μπαμπεσιά
και την πουστιά που κρύβουνε
στα σπλάχνα τους βαθιά.
Nα δείξουνε στη μάνα τους
πως είναι αντράκια κι άξια παιδιά
πως μισθοφόροι άριστοι είναι
του κράτους του αρχιφονιά
που είν’ τσιφλίκι του ο αέρας
η θάλασσα τα δάση τα βουνά
δίνοντας άδεια στον κάθε κερατά
τη ματαιοδοξία του ν’ αδειάζει
με τα φυσίγγια του
σκοτώνοντας πουλιά.

Ζε σουί σαϊλοί

charlmaho1_0

Σκέφτομαι να τριφτώ στην άμμο και να σηκωθώ ξαναμμένος σαν πρωινό ρόδο. Κι απ’ το μονοπάτι που οδηγεί στην καρδιά να οδηγηθώ στο Παρίσι του πολιτισμένου χριστιανικού όχλου. Εκεί που ξεσπλάχνισαν το Μωάμεθ οι φωνούλες της αγάπης. Εκεί που έπεσαν απ’ τα σύννεφα οι κορδωμένοι εγωισμοί. Εκεί που η ψύχρα της Δύσης στάζει πλακατζίδικο φαρμάκι στα κωλομέρια του μουσουλμάνου. Εκεί που η κοινή γνώμη μοιάζει με όργανο που κουρδίζεται από υποκρισία.

Κι εγώ ο ανόητος μοιάζω σαν κάποιο ζώο σε οργασμό, πεταμένο στους σκουπιδότοπους της Ευρώπης. Εκεί που τρυπώνω σα μοσχαράκι κολλημένο στο μαστάρι, περιμένοντας την αγελάδα του διαφωτισμού να με ταΐσει το γάλα του πολιτισμού που άρμεξε τις αποικίες. Εκεί που ανάμεσα σε σουβλισμένες καρδιές μαγείρεψε μες την κουζίνα της τα δάκρυα κάποιου ξένου. Με όση σαμπάνια χρειάστηκε για να γραδάρει τη ματαιοδοξία μια φυλής που κάνει πικ νικ στους βρυώδεις τόπους.

Ωραίων αστών που κρύφτηκαν στην κουφάλα της άποψης του νικητή για τους νικημένους. Γέρων πρώην επαναστατών που θάφτηκαν μες το σωρό της μουχλιασμένης τύρφης παλαιών ηρωισμών εξαγοράζοντας τα ανδραγαθήματα της νεότητας με βουλευτική ασυλία. Πάντα ανασκαλεύοντας τη λάσπη του πολιτικού βυθού με δηλώσεις και συναίσθημα. Αφήνοντας τους επιτήδειους ηδονοβλεψίες της δεξιάς καλοζωίας και της βαθειάς κανιβαλικής προόδου να αλωνίζουν.

Εκεί που η σάτιρα έγινε χαβαλές και επίθεση στον αδύναμο κι όχι ψείρα στο μουνί της εξουσίας. Εκεί που η τέχνη μεγαλούργησε πάνω σε πελεκημένα κόκκαλα. Εκεί που η ευαισθησία του καπιταλιστή έβαζε ολόκληρη την ψωλή της στον κώλο των λαών. Εκεί που τα νομίσματα, τα βαρίδια και οι ζυγαριές της μοιρασιάς δεν αφήναν περιθώρια για διαδηλώσεις.

Όταν οι σφαγείς των λαών πιάνονται αγκαζέ στις λεωφόρους της ατέλειωτης λεηλασίας βαπτίζοντας ομοψυχία την πράξη που επωάζει το χυμένο αίμα τότε όλα τα κουτάβια ακολουθούν τη βαρβαρότητα που βελάζει σαν αρνάκι.

Η βία σιωπηλή σαν φίδι στη χλοερή της κάθοδο στις καρδιές των ανθρώπων.

Βεβαρημένη ευαισθησία με την τόση ελαφρότητα μέσα της.

Οι κακοί μουσουλμάνοι και οι καλοί ελεύθεροι σκεπτόμενοι καυλιάρηδες πολίτες. Οι πιστοί και οι άπιστοι. Το εξιλαστήριο δίπολο των υφάνσεων κάθε πλεκτάνης. Ο άλλος κόσμος, ο Άδης, κουκουλωμένος και πετσοκομμένος από βόμβες, σεξοτουρισμό και οίκτο. Μα κυρίως μωλωπισμένους πιστούς. Σαλεμένους.

Γεύμα με τον Αρχιεπίσκοπο

kalog

Ο Μεγαλειότατος μας προσκαλεί σε γεύμα εις την μονή Αγκαθοπών. Ένα υπέροχο γαλήνιο γυναικείο μοναστήρι όπου ακούς το σφυγμό του θεού να χτυπάει πιο δυνατά. Βρισκόμαστε στην μεγάλη αίθουσα φαγητού, καλόγριες από όλη την επικράτεια. Το κοινόβιό μας απολαμβάνει ένα δελεαστικό μενού που περιέχει αχινοσαλάτα, καρπάτσιο λαβράκι, τραγανό μπαρμπούνι πάνω σε μους καπνιστής μελιτζάνας, αλλά και χριστόψαρο σε μους σελινόριζας. Και για επιδόρπιο σερβίρεται παρφέ μασκαρπόνε πάνω σε μπισκότο λεμόνι και κρέμα με φρούτα του πάθους. Στα μισά του επιδορπίου ο αρχιεπίσκοπος σηκώνεται και μας απευθύνει ένα συγκινητικό λόγο. Με αγάπη μας μιλά για τα παιδιά της Αφρικής και τους μετανάστες που πνίγονται στο Αιγαίο. Μας λέει πως πρέπει να γίνουμε πιο αποτελεσματικοί. Να σχεδιάσουμε μια πιο τολμηρή εκστρατεία ελεημοσύνης για να βοηθήσουμε του συνανθρώπους μας που πεινάνε. Κάτι που θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο την παρουσία μας σ’ αυτή τη χώρα. Ο αρχιεπίσκοπος υπογραμμίζει το μεγαλείο της δικής μας συνεισφοράς αναμένοντας προτάσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Κάθεται έπειτα και τελειώνει το παρφέ μασκαρπόνε πάνω σε μπισκότο λεμόνι και κρέμα με φρούτα του πάθους, αγναντεύοντας με ιερή συγκατάβαση όλες εμάς, τις μεγαλόσχημες ερωμένες του Ιησού, που γευματίζουμε σιωπηλές, ενδεδυμένες το ασίγαστο αιμοβόρο σκότος της παρθενίας.

Καραμούζες

GypsyCaravan

Ένας τυφλός ονόματι Κόλμαν γύρισε τον κόσμο απ’ άκρη σε άκρη με το λευκό του μπαστούνι να προπορεύεται. Έβλεπε με τα πόδια, όπως ο συγγραφέας βλέπει με τα δάχτυλα. Όπως οι γύφτοι μουσικοί βλέπουν με τα πνευμόνια. Έψαχνε με την αφή ενός ξένου σώματος, το κενό, ανάμεσα στα αγκάθια και τις πέτρες. Την αλήθεια που εισχωρούσε κάθε τόσο στο καταργημένο οπτικό του πεδίο και μπορούσε με μια αξιοσημείωτη ικανότητα αφαίρεσης να περιγράψει το θαυμαστό της αφαλό. Ο Κόλμαν δεν είχε ανάγκη το καθρεφτάκι για να ξυριστεί. Κι ο συγγραφέας δεν έχει ανάγκη την εικόνα για να εκφραστεί. Ψάχνει την τέμνουσα που θρυμματίζει τον κύκλο της ζωής και την εφαπτομένη που οριοθετεί το μυστήριο της ύπαρξης. Τη γλώσσα της αγάπης που παρηγορεί την ματαιοδοξία του. Την αξία χρήσης του γραπτού λόγου που φοβίζει ή μαγεύει. Τις αισθήσεις που καταλήγουν στο στομάχι. Στο παχύ έντερο που έχει προσχεδιάσει την απόρριψη της επιθυμίας. Την ανάμνηση που έχει εξατμιστεί όπως η τσίκνα της ψησταριάς. Ο τυφλός Κόλμαν δεν απάντησε ποτέ στην ερώτηση «για ποιόν περπατάς», όπως ο συγγραφέας δεν απαντά ποτέ στην ερώτηση «γιατί γράφεις», αφήνοντας να φανεί η σοφιστεία που βασίζεται σε μιαν άκρως αμφίβολη υπόθεση. Ο συγγραφέας παλεύει με φθόνο την όραση που του κρύβει αυτό που μπορεί να δει ο τυφλός. Τον απορροφά η δια βίου σπουδή σ’ αυτή την οικειοθελώς προγραμματισμένη αναπηρία. Ακολουθεί το τυφλό σύστημα φτερουγίζοντας πάνω απ’ τα πλήκτρα που αντιστοιχούν ένα προς ένα σε κάθε καίριο πλήγμα της απελπισίας του. Της λύσσας του να γράφει επικήδειους στιγμών που δεν έζησε και δεν είδε αλλά αφουγκράστηκε με κάθε πόρο του κορμιού του. Η γραφή ακόμα και η πιο προσωπική απευθύνεται σε όλους. Η γραφή είναι ο αγωγός εξαερισμού κάθε εκλεπτυσμένης διαστροφής. Κάθε ομολογίας που διεκδικεί ζωτικό χώρο. Εδώ η ήττα είναι η υποχρεωτική στείρωση για να αποκτήσεις φωνή. Για να σε πάρουν στα σοβαρά οι νικηφόροι αναγνώστες που ψωνίζουν λογοτεχνική σαγήνη με τα πενιχρά περισσεύματα καλοζωίας που διαθέτουν. Εδώ οι λέξεις είναι η ανταπόκριση στις τρυφερές απαιτήσεις της ερωτικής οδύνης. Είναι η λίαν σοβαρή υπόθεση τού να μυήσεις την ερωμένη σου στον πρωκτικό έρωτα χωρίς εξηγήσεις. Με έναν άκρως φυσικό τρόπο. Εκεί όπου αναζητώντας στο σκοτάδι μια θαλερή ψυχούλα θα βρεις ένα θεσπέσιο κώλο, μια σχισμή που οδηγεί τον έρωτα στο απώτατο σωματικό σύμπαν, μια τρύπα που θα σε κάνει να εκτιμήσεις βαθιά τον πλούτο και το μυστήριο του σκότους.

Διαβολικόν ιντερμέδιον

Wasnatch_Front-To-Back

Ο διάβολος έχει μόνον εξακόσια εξήντα έξι δόντια ενώ ο θεός δύο χιλιάδες δέκα πέντε. Ο θεός κάθε χρόνο αποκτά ένα δόντι ενώ ο διάολος έχει σταθερή οδοντοστοιχία. Μέσα στο σπίτι του στην κουφάλα ενός δέντρου ο διάολος βρίζει και κλαίει. Γράφει προκηρύξεις μαθαίνει τα όπλα. Αναρωτιέται ποιος τον γέννησε και γιατί. Γράφει μιαν εμπνευσμένη επιστολή και την αφήνει πάνω απ’ το κεφάλι του θεού. Πάνω απ’ το εχθρικό στρατόπεδο. Πάνω στο σβέρκο του Πατριάρχη. Αρκετοί πιστοί συγκινούνται και ψάχνουν να τον βρουν. Αλλάζουν πίστη και περνάνε στις γραμμές του. Γίνονται διαβολικοί και κάνουν διαβολικά πράγματα. Φοράνε στα κεφάλια τους μαύρες κιλότες. Γράφουν διαβολικά ποιήματα και διαβολικούς ύμνους. Ο διάολος μεταμορφώνεται σε νύφη, σε αλεπού, σε θεό δίχως φρύδια. Μαζεύει αγριόχορτα και φρέσκους κεραυνούς. Κρεμμύδια, μανιτάρια, αγριόχορτα. Ο διάβολος ταΐζει τα διαβολάκια του. Μαγειρεύει με αγάπη καρδούλες στα κάρβουνα. Προσφέρει γυμνές κοπέλες στα γυμνά αγόρια. Ζαχαρώνει θεούσες αμαζόνες του θεού με γλυκόλογα. Ζαχαρώνει γέρους στα γηροκομία κάνοντας τη μοναξιά τους λιγότερο πικρή. Ζαχαρώνει ψάλτες, υπουργούς, χωροφύλακες. Ζαχαρώνει λαρύγγια βιομηχάνων και πρωκτούς εφοπλιστών, με όλη τη στυγερή διαύγεια της διαβολοσύνης του. Ζαχαρώνει τις καμαριέρες στο ξενοδοχείο Plaza, τους Ιρλανδούς ποιητές που τον αποθέωσαν άκρως διαβολικά, τα παιδιά των συνεργείων που πιάστηκαν στην απόχη ομοφυλόφιλων καλλιτεχνών. Ζαχαρώνει τους δημοτικούς άρχοντες και τις ξυπόλητες μπαλαρίνες. Ζαχαρώνει τους τηλεθεατές της μεγάλης στρατιάς. Τους διοργανωτές αγώνων σεξ. Αγώνων δρόμου. Αγώνων αγωνίας. Αγώνων μαγειρικής. Αγώνων αυτοκινήτου. Αγώνων πόνου. Αγώνων πείνας. Αγώνων νεκρών και ζωντανών. Ο διάβολος φροντίζει τα εξακόσια εξήντα έξι δόντια του με πάθος. Και ξέρει ο σοφός λαός πως ότι υπόσχεται ο θεός το εξασφαλίζει ο διάολος με τα δόντια του.

Μεγαλυνάριο Θεοφανίων

0

Σήμερον επέφανεν ο Άγιος Φαλλός
εν μορφή ως δούλου βαπτισθήναι
εν Αιδοίου ρείθροις
ίνα βροτών εκπλύνει
τα παραπτώματα.

Ω Αιδοίον, ατρύγητο εσύ. Στη διακονιά ταμένο.
Που θες να αναληφθείς
όχι στους εφτά ουρανούς
αλλά στους χίλιους οργασμούς.

Ω Αιδοίον δέομαι.
Χώρεσέ με, άλεσέ με.
Πολύτροπο εσύ, που σε φθονούν και σε στειρώνουν.
Είμαι ακατάσχετος εγώ.
Όχι ήρωας μπήχτης γενναίος.
Όχι Ρωμιός αλλά σκύλος.

Ω Αιδοίον νύχτα υγρή σαν λεπίδα.
Κουρνιάζουν οι μικροαστοί στα ουζερί.
Ζέχνουν τα χνώτα τους μπύρα κρασί και ήττα.
Κι όλο για σένα ομιλούν.
Μεσίτες δημογέροντες ασφαλιστές.
Έλληνες υπήκοοι και διχασμένοι ποιητές.

Ω Αιδοίον δίκαιο αντίτιμο.
Τόσων θανάτων.
Τόσων κορμιών που πέσαμε στην Τροία.

Τοις εν σκότει αμαρτημάτων πορευομένοις

xeili

Στόμα της ερωμένης που έχεις σφάξει χιλιάδες
στέκι κάθε ξενύχτισσας κουκουβάγιας γλώσσας
αγαπητικιά εσύ
που σε καταβρόχθισε ο Βούδας των οργασμών
εσύ που εδίδαξες ελληνικά των συνειρμών
σάλιο υγρά εν τω γίγνεσθαι
ω τι ωραία χείλη! και τι ρωγμές
τι κρύπτες
τι άλατα ασβεστίου
αχ μωρό μου, που το σώμα σου είναι ένας αγωγός
μέχρι ξελιγωμού θα σου γράφω
θα σου κάνω χατίρια
χαρμάνια με καυτερές πιπεριές
εγώ ο δούλος σου
εγώ η παλλόμενη καρδιά
solo cantabile εν σκότει
μέσα σου εκεί

Καρτ ποστάλ για τη Mona Lisa

kartp

Χανούμισσά μου εσύ και ντοκτορέσα μου
όλα θαυμάσια και όλα μαγικά. Σε τρώω
με το βλέμμα, ζωντανή. Με τρως και συ.
Αλληλολείχονται τα μέσα μας. Το συκώτι
η καρδιά τα κάτω άκρα. Κι όλα τα μη
γεννητικά μας όργανα. Ο έρως είναι
ιδιοτροπία. Έρπητες μύκητες και φάουλ
φαρμακερά. Ζήλιες αντιζηλίες και
μουνόψειρες. Είμαστε εκ γενετής
κορμάκια γυμνά και παρθένα. Κοιτάζουμε
λοξά τα μελλούμενα. Τον τελευταίο πόρο
της σαρκώδους μάζας των βυζιών σου κοιτώ.
Εγώ ο δοσίλογος της ψυχούλας σου.
Ο συνεργάτης των οργασμών. Θα σε
εκτελέσω ο πολύτροπος. Με έκτακτο
παράρτημα στύσεως πρωινής. Με ευδία.
Ω εγώ, που Θα σε πάω ως αντίπερα εκεί
στους αναγνώστες μου. Ως τα πτωματοφάγα
τα σκουληκάκια των γραφών.

Παιχνίδια

peix

Τόση σπουδή για την ερωτική λύσσα.
Πρόζα, υπερσεξουαλισμός, κορίτσια
που τρων χαλβά και κοκκινίζουν.
Διαβάζω για ορθωμένες κλειτορίδες
ρηξιγενείς περιοχές και σκέφτομαι
βιτάμ και μέλια ανάμεσα στα μπούτια
τους. Πως θα σηκώσω το βάρος
της ερωτικής ποίησης χωρίς να γίνω
φαύλος, μεγαλόστομος. Πως θα
τη βγάλω καθαρή το νέο έτος, εγώ
ο ερεθισμένος, ο φτωχούλης τους θεού.
Στοχάζομαι το σαρκίον της στο πρωινό
φως. Μα η λαιμαργία είναι πάθος σχεδόν
θεωρητικό. Κατεβαίνω απ’ την καλύβα
μου με τα πόδια στους Εγκρεμνούς.
Ανάμεσα σε ακανθώδεις θάμνους
αλλάζουν δέρμα οι όμορφες. Κρεμάνε
το μαγιό τους στο κλαδί. Αχνίζουν.
Επιθυμούν άρα υπάρχουν.

Παραμύθια για μικρά διεστραμμένα κοριτσάκια ή Πως ο λαός δείχνει το βρακάκι του στην εξουσία

1938 therese revant

Τώρα που θα ’ρθει σοσιαλισμός
και αρετές θα ξεδιπλώσουν
οι παλαιοί των ημερών πασόκοι
οστεοπάθειες, κατάγματα του κράτους
ένδειες και τέτοια
και η δεξιά θα κολατσίζει στην Αμφίπολη
συκώτι αρχαιολόγου
δάκρυα Σέρβων αδερφών, ορθοδοξία
τον πατριάρχη στα προάστια του Μαρμαρά
τώρα που η τρακοσάρα μερσεντές σε χέρια θα περάσει
σημαιοφόρων της ήπιας προσαρμογής
και η Αυγή θα κάνει ρεπορτάζ
για βιολογικούς καθαρισμούς, νοικοκυριά οιδηματώδη
νέους νατοϊκούς βομβαρδισμούς σε άλλες κτίσεις
τώρα που η πέτρα θα πιάσει τόπο στα καζανάκια
και οι οικολόγοι θα πάρουν υπουργείο
και οι παλιοί παραμυθάδες
θα πιάσουνε δουλειά ξανά στην ερτ
και το εσπα θα πηγαίνει κατευθείαν στο λαό
τώρα που θα ’ρθει σοσιαλισμός ξανά
σε μία μόνο χώρα κι εγώ
στη ντάτσα μου θα λιάζομαι ευφρόσυνος
τώρα θα βρω το χρόνο να διαβάσω το βιβλίο της Μονφίς
Παραμύθια για μικρά διεστραμμένα κοριτσάκια

Ο ύμνος της αγάπης

2-xroma

Οι μετανάστες ελπίζουν. Ανοίγουν
τις γρίλιες του κορμιού τους για να
μπει φως. Για να μπει ο έξω κόσμος
μέσα τους. Το ζεστό ψωμάκι και το
γάλα. Το γλυκοχάραμα και το αεράκι.
Οι γυναίκες που βογκάνε.
Οι μετανάστες ελπίζουν προσεύχονται
και κατρακυλούν ξανά προς τον ύπνο.
Έχουν τα καθρεφτάκια τους γύρω.
Τσουκάλια και αφρό ξυρίσματος.
Ξυραφάκια και διαφημιστικά φυλλάδια.
Αυτοσχέδιες στρώσεις για τα λιωμένα
παπούτσια. Αγρύπνια και γαύγισμα
τού σκύλου. Οι μετανάστες ελπίζουν.
Ομιλούν μια διάλεκτο που λίγοι
καταλαβαίνουν. Η ανάσα τους με βήμα
σημειωτόν διασχίζει την Έρημη Χώρα
με τους νεωτερισμούς, τα ωραία νησιά,
τα φροντιστήρια, τα είδη προικός,
τα ζαχαροπλαστεία, τη διανόηση,
τα φαρμακεία. Οι μετανάστες ελπίζουν.
Λατρεύουν τα σύκα και τους αγρούς.
Τα χόρτα, το τυρί, τις γκαζόζες.
Τη δύση του ήλιου, τα λαγκάδια,
τις οξιές. Οι μετανάστες ελπίζουν.
Πληρώνουν χίλια ευρώ για να βγουν
στον παράδεισο. Στη Μανωλάδα,
στο Βέλγιο, στις Κάννες, στο Σχιστό,
στα βαμβάκια, στα καπνά,
στα θερμοκήπια της Ισπανίας,
σε αποθήκες στο Αγγελόκαστρο,
σε φορτηγά για το Μπρίντιζι,
σε λιμάνια για τον άλλο κόσμο.
Οι μετανάστες ελπίζουν στο χριστό,
στο Μωάμεθ, στο βούδα, στις αλογόμυγες,
στα μαμούνια. Με το καρτοκινητό
στέλνουν χαμόγελα στη μανούλα.
Οι μετανάστες ελπίζουν. Ψάχνουν
το μέλλον στους καμένους χάρτες
και στις ρουφηγμένες ψυχές. Ψάχνουν
για μεροκάματα στα χωράφια. Για φαί
στα σκουπίδια. Για σάπια φρούτα
στις λαϊκές. Οι μετανάστες ελπίζουν.
Λουφάζουν στους σταθμούς των
τραίνων. Δεν τρώνε φασολάκια χλωρά.
Δεν πηγαίνουν σχολείο. Παρά μαζεύουν
καμπανούλες που φυτρώνουν στις ράγες
που οδηγούν στην πατρίδα.

Ευχές

NARAYAMA_MoC_006_01-1024x676

Να κρατάς δυνάμεις για την τεμπελιά.
Απήλαυσε οχείαν εν τοις ουρανοίς και γλυκασμούς.
Όταν ανοίγει διάπλατα το έτσι της.
Φαρμάκωσε με ξάπλες τη μισθωτή σκλαβιά.

Ω, ευλογημένος ο φθόνος σας δεσποσύνες.
Αφού κλάσματα δευτερολέπτων χαράς είμαστε.

Εορταστικόν

pomp5-271x300

Τι αχρεία δουλειά κι αυτή
λέξεις να ψάχνεις για να υμνήσεις το μουνί
-γιατί πολλές φορές οι λέξεις
ενοχλούν τους κακογάμητους-
αχ, όταν εσύ θεά μού ξεσηκώνεις την ψωλή
κι εγώ ζητώ το δίκιο μου

Είναι της μόδας οι αστοί να ομιλούν περί ελευθερίας

lais-700x395

Είναι της μόδας οι αστοί να ομιλούν περί ελευθερίας.
Στους λόγους, στα βιβλία, στα συνθήματα.
Ω ναι, φλυαρούν
και τόσο λεπτεπίλεπτα μας τσαμπουνάν βλακείες.
Και βάζουν φίμωτρο στους ποιητές όταν τους ερμηνεύουν.
Και στα παιδάκια τους φορούν γυαλιά πρεσβυωπίας.
Ελευθερία μάγκες, όπως την θέλουμε εμείς.
Με Νάτο, με βρικόλακες, στρατούς και εταιρίες.
Ελευθερία στα λεφτά. Στη τζάμπα εργασία. Ελευθερία
στους δουλέμπορους, στις βιομηχανίες, στα φουγάρα τους.

Συκιά του βράχου που τρέφεις πολλές κουρούνες,
λέει ο Αρχίλοχος. Κι η Σαπφώ αναθεματίζει τη Δωρίχα.
Την τρομερή εταίρα, γιατί,
εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τον αδερφό της Χάραξο.
Ω σκόρπισε ο αδερφούλης μου τα πλούτη του
για τον ψεύτικο έρωτα μιας κάλπικης γυναίκας
και κοντά στα λεφτά που έχασε
έχασε και το καλό του όνομα.
Και ήταν για το Χάραξο αυτό το τίμημα του έρωτα.
Μα η Δωρίχα, που ο Ηρόδοτος την αναφέρει με το όνομα Ροδώπις
απέσπασε το πιο σπουδαίο αγαθό.
Στον κόσμο που τα πάντα πουλιούνται κι αγοράζονται
ως κι ο έρωτας μαζί
αυτή αγόρασε του ήλιου το χρυσό φλουρί
για να μπορεί να χαίρεται τη φύση και τον έρωτα
όπως γουστάρει αυτή
κι όχι όπως προστάζει ο εκλεγμένος νταβατζής.
Πλούσιοι, κράτος κι εκκλησία.
Ολόκληρη η σεβαστή αγία συμμορία.

Καλά Χριστούγεννα και καλή τύχη

chicken-art_madonna_and_egg

Εκεί που το παιδί μαθαίνει φυσικούς νόμους θετικές επιστήμες και ορθολογισμό έρχονται οι γιορτές και τρώει τη μεγάλη φάπα. Τα Χριστούγεννα που αστράφτουν εξαιρετικά σαν παραμυθάκι αλλά ξεστομίζουν ζούρλιες για την παρθένο και τη λαχτάρα της να σώσει το ανθρώπινο γένος απ’ τις κραιπάλες και τα όργια δείχνοντας πως ο μεγαλοδύναμος δε γεννήθηκε ως κοινός θνητός μέσα στα σκατά και τα αίματα. Υπογραμμίζοντας πως ο θεάνθρωπος ήρθε στον κόσμο χωρίς φυσικό τρόπο παρά με σύμβολα αθωότητας λουσμένος και ποιητικό λόγο ως ασυνήθιστο λογοτεχνικό έκθεμα της εποχής των τόκ σόου του δρόμου. Τότε που το κήρυγμα ξεκολλούσε σοβάδες κι οι προφήτες ήταν οι τεχνίτες της ατάκας ετοιμόλογοι κι ετοιμοπόλεμοι γιατί άρχιζε να παίρνει κεφάλι το πείραμα κι η απόδειξη κι η διαβολεμένη αμφισβήτηση. Ο μέγας γραφιάς και σκιάχτης Ιωάννης της αποκάλυψης υποχόνδριος σφόδρα και ικανός να χρησιμοποιεί τις λέξεις ως ζώντες οργανισμούς με ικανότητα λαγωνικού όσον αφορά τις οσμές και τις σάρκες νεκρών ζώων μαγάρισε τον αρχαίο παγανισμό φτιάχνοντας έναν εφιάλτη στέρεο και συμβατό με το χάος που κυοφορούσαν οι συγκρούσεις της εποχής. Τα Σατουρνάλια έπρεπε να θαφτούν κάτω απ’ την κοπριά της βηθλεέμ.

Οι φλεγματικοί ιστορικοί μπάλωσαν τα παράδοξα της εποχής με το ιδεολόγημα της δικής τους χτίζοντας τους μύθους της επόμενης. Οι θρησκείες ξεφύτρωναν πάντα σαν τα μανιτάρια στο υγρό χωματάκι του δάσους μιας απελπισμένης ανθρώπινης ψυχής φυλακισμένης σε ένα σώμα πονεμένο που δούλευε για να συντηρεί τις εξουσίες και τα πολεμικά έπη. Κορμάκια πεταμένα στον καιάδα της μεταφυσικής μαραμένα λουλούδια σκορπισμένες στάχτες στʼ αυλάκια της γης. Πληθυσμοί μονάχα και στατιστικές όχλος αναιμικός που είχε τις αρρώστιες για οργή θεού και τον καυτό ήλιο που μαλάκωνε το δερματάκι του και χαλάρωνε τις αρθρώσεις του ως θεϊκό χάδι. Όμως παρότι ο κόσμος βυθίστηκε στη σκουριά του μεσαίωνα και τα σκοτεινά χρόνια προετοίμασαν τις σύγχρονες χούντες η ανθρώπινη πράξη έλυσε τη δυσκολία πολύ πριν να την επινοήσει η ανθρώπινη ευφυΐα.

Η θρησκευτική μισαλλοδοξία της μεσαίας τάξης πέρασε μηχανικά στο εργατικό προλεταριάτο το οποίο όταν άρχισε να στριμώχνεται στις πόλεις βαφτίστηκε στην κολυμπήθρα του παντοδύναμου όντος. Και μαζί με τη διάδοση του λαδιού στη σαλάτα που ήταν μέχρι τότε προνόμιο της αριστοκρατίας συνοδεύτηκε από έναν εκσυγχρονισμένο πλέον χριστιανισμό κατασταλαγμένο ως εργαλείο καθημερινής χρήσης. Έναν χριστιανισμό που κατάφερε μέχρι σήμερα να κάνει τους λεγόμενους μορφωμένους ανθρώπους να πιστεύουν σε όλων των ειδών τα απίθανα θαύματα διαστρέφοντας τα δεδομένα της επιστήμης τους έτσι ώστε να μη συγκρούονται έντονα με τους μύθους της βιβλικής γένεσης. Αυτή η συνωμοσία σιωπής που κάνει τη γνώση να προκαλεί συναισθήματα αγωνίας τόμου και δυσθυμίας. Αυτή η γνώση που μεταμορφώνει την τρυφερή σάρκα του παιδιού σε χοντρόπετσο ενήλικα. Αυτή η γνώση που χτίζει τα μικροαστικά οχυρά που αδυνατούν να διαμορφώσουν εν παραλλήλω μια κριτική αναστοχαστική εκτίμηση για τη φύση της γρανγκινιόλικης εξέλιξης των ανθρωπίνων θεμάτων. Αυτή η φαρσική δομή της εκπαίδευσης που τροφοδοτεί τα ιερά και τα όσια ενός πυρηνικού συστήματος εκμετάλλευσης με ιερατεία στρατούς κι ακαδημίες ισορροπώντας ένα πλήθος αντιφατικών στοιχείων απο τη φρίκη και την αγωνία ως τη χαρά και την ευχαρίστηση.

Για τους κρατούντες ο καυλωμένος είναι επικίνδυνος. Οι Εβραίοι κάνανε παρέμβαση στην ανθρώπινη φύση με ξυράφι. Η περιτομή απέβη ένα ασύλληπτο όπλο εναντίον της εξεγερμένης πλέμπας. Αυτής που απειλούσε το ιερατείο. Στην πολιτισμένη δύση βεβαίως η περιτομή γίνεται με το γάντι μέσω απαγορεύσεων. Οι δυτικοί δεν ψαλίδισαν κλειτορίδες έκαψαν όμως στην πυρά τις γυναίκες που αντιστάθηκαν. Σακάτεψαν και σακατεύουν με βιτριόλια όσους δε γουστάρουν. Οι αγάμητοι μητροπολίτες έχουν άποψη για το πώς θα γαμεί ο λαουτζίκος. Ο στρατός των καθολικών ιερέων είναι γεμάτος παιδεραστές. Στην αγία Αμερική οι προτεστάντες έριξαν το Δαρβίνο στον καιάδα.
Οι μπουρζουάδες κατάλαβαν πως χρειάζονται το χριστό περισσότερο απ’ το χωροφύλακα. Οι μπουρζουάδες που είδαν το λαό να σηκώνει κεφάλι πήραν μεγάλη τρομάρα και έριξαν στην αγορά την νέο-ορθόδοξη κουράδα πασπαλισμένη με ολίγη νεοτερικότητα. Κρύψανε πίσω απ’ τη δήθεν θεολογική επιστήμη τη λύσσα τους για τους επαναστάτες, τους αληθινούς ποιητές και τις οργανωμένες εξεγέρσεις. Στην πραγματικότητα αυτές παλεύουν καθημερινά. Η θατσερική ατάκα πως δεν υπάρχουν κοινωνίες παρά οικογένειες και επιχειρήσεις δεν είναι απλώς το νέο-φιλελεύθερο δόγμα αλλά η θεολογία του νέου καπιταλισμού το βιβλικό απόφθεγμα του νέου εργασιακού μεσαίωνα.

Οι θρησκείες πρόσφεραν πάντα απλόχερα χείρα βοηθείας στους νικητές. Όντας στην πρώτη γραμμή των υποκατάστατων θείων προϊόντων οι χριστιανικές εκκλησίες υιοθέτησαν κάτω από την πίεση του εμπορεύματος μια διεστραμμένη επίδειξη του χαμαιλέοντα χριστού. Γιος θεού, γιος παρθένας, δημιουργός άρτων και θαυμάτων ομοφυλόφιλος και πουριτανός πολιτικός ακτιβιστής κατήγορος και κατηγορούμενος δουλευτής κι αστροναύτης. Τον είδαμε έμπορο της στέρησης διανομέα χαρίτων αβράκωτο σοσιαλιστή φασίστα αντιφασίστα. Υπήρξε σε όλα τα εμβλήματα σε όλες τις σημαίες σε κάθε αυτοπεριφρόνηση στις δυο μεριές του ροπάλου στις περισσότερες θανατικές καταδίκες όπου στέκει εξίσου καλά στο χέρι του δήμιου όσο και στου καταδικασμένου. Έχει τη θέση του στα αστυνομικά τμήματα, τις φυλακές, τα σχολεία, τα μπουρδέλα, τους στρατώνες, τα πολυκαταστήματα. Χρησίμεψε σαν υποστήριγμα, σα δείκτης πορείας, σα σκιάχτρο για να εξακολουθήσουν να αναπαύονται οι νεκροί εν ειρήνη κι οι ζωντανοί γονατιστοί, σα βασανιστήριο και σα δίαιτα αδυνατίσματος. Θα χρησιμέψει ως πλαστικός φαλλός όταν οι έμποροι αγίων θα αποκαταστήσουν εμπορικά το αμάρτημα.

Ω ταλαίπωροι μωάμεθ βούδες κομφούκιοι θλιβεροί αντιπρόσωποι ανταγωνιστικών φιρμών χωρίς φαντασία και δυναμισμό ο χριστός κερδίζει σε όλα τα μέτωπα. Ω ανθρωπότητα! Καλά Χριστούγεννα και καλή τύχη!

Ήλιος πρωινός γαμήλιος

PRIAPOS

Μεταξύ δύο γυναικών κουλουριάζεται σαν ένα λιωμένο σκουλήκι
ένα χαμένο κορμί.

Το τέλειο αδιέξοδο δεν έχει ούτε έξοδο ούτε είσοδο. Είναι γύρω μας, όπως ο αέρας στο πουλί.

Ακόμα κι ο πιο ευγνώμων άνθρωπος δεν μπορεί να ανταποδώσει
τον χρόνο που μας ξόδεψε, ώστε να καταφέρει να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για το χρόνο που μας ξόδεψε.

Κάθε πράγμα έχει τις γυναικείες και τις αντρικές πλευρές του.

Η ερωτική συναλλαγή ξεχερσώνει τον ανεκπλήρωτο έρωτα.

Ο σκλάβος είχε πάντα το προνόμιο της ελεύθερης σκέψης.

Όποιος κινείται αισθάνεται πάνω του τα δεσμά της ακινησίας.

Η μεγαλοφυΐα δεν φτιάχνει έργα προς χρήση. Ζυμώνει το ανώφελο για να ταΐσει τους ωφελιμιστές απ’ τη βαρυστομαχιά της ανάγκης.

Όποιος δε γεμίζει τον κόσμο του με ποιήματα , μένει πεζός.

Η ταπετσαρία της επιστήμης έχει καλύψει τον κόσμο της πραγματικότητας.

Ο εκφυλισμός της ποίησης είναι η διδασκαλία της απ’ αυτούς που δε μπορούν να τη γράψουν.

Η δυστυχία του Αμερικανού στη Νέα Υόρκη αποτελεί παγκόσμιο μύθο, ενώ η δυστυχία του Έλληνα στο Λιανοκλάδι αποτελεί κακομοιριά.

Οι Έλληνες συγγραφείς μιμούνται τόσο καλά τους Αμερικάνους συγγραφείς που σε λίγο οι Αμερικάνοι θ’ αρχίσουν να τους μιμούνται.

Κι εσείς φιλόσοφοι του μεσονυχτίου θα σας πλακώσει κάποτε βαριά λιακάδα.

Έχουμε και λέμε. Κι όταν δεν έχουμε πάλι λέμε.

Η αρχή της απροσδιοριστίας είναι το συγχωρητέο ελάττωμα κάθε φιλοσοφικής θεωρίας.

Ίσως η βαθιά οικειότητα μας υποχρεώνει να πληγώσουμε κάποιον.

Ζούμε παρατεταμένη περίοδο προληπτικής αντεπανάστασης.

Διαπασών φωτός στα μάτια.

Ήλιος πρωινός γαμήλιος.

Πάντα Πρίαπος. Όλο ουσία.

Κορίτσια στον ήλιο

kor

Για να περάσει μέσα σου λίγο φως θα πρέπει να ραγίσεις. Να κατευνάσεις λίγο το σκληρό πετσί της εξωτερικής σου στοιβάδας. Να ξεχάσεις την εκπαίδευση του σχολείου και του στρατού. Τον ανταγωνισμό που σε έθρεψε ο χαμένος χρόνος της προσαρμογής σ’ αυτό που θέλουν οι άλλοι να είσαι. Σ’ αυτό που έγινες και τώρα λίγο λίγο παλεύεις να ξεφορτωθείς. Για να περάσουν μέσα σου σπόρια και μικροοργανισμοί χαράς, αλλά και δημιουργικής λύπης, πρέπει να αγαπήσεις τις μυρουδιές και τους ήχους του ταξιδιού. Να έχεις στο μυαλό σου τη ρουφηξιά ενός τσιγάρου στην παγωνιά και το κατούρημα στην άκρη εκείνων των δρόμων που δε βγάζουν πουθενά. Να έχεις στο μυαλό σου, πως, η συντροφικότητα θρυμματίζει το θάνατο και κάνει τα λυγερά υπονοούμενα της μνήμης να υποκλίνονται στην ιερή στιγμή. Δηλαδή στο παρόν. Τώρα ζω διάολε και τώρα πρέπει να φάω που πεινάω και τώρα πρέπει να ξεδιψάσω που καίγομαι. Και τώρα πρέπει να ραγίσω για να πάρουν τα σπλάχνα μου φως. Για να ρίξω τη λοξή ματιά μου μακριά να φωτίσει τους λαμπρούς γόνους της αγωνίας. Να σκορπίσει αυτό το σύνηθες γκρίζο του κόσμου. Του κόσμου που θέλγεται απ’ τη σταδιοδρομία ηρώων και μισθοφόρων. Του κόσμου που τροφοδοτεί τη θανατολάγνα μηχανιστική φιλοσοφία της επιβίωσης. Του κόσμου που φορτώνει τις ελπίδες του σε κάθε τι που δεν υπάρχει αν δεν μετριέται. Τώρα πρέπει να οξύνω το θαυμασμό και τη φαντασία μου. Να πάψω να επιβιώνω και ν’ αρχίσω να ζω. Γιατί στην επιβίωση κάθε ένας είναι εχθρός των άλλων ενώ στη ζωή ο κάθε ένας είναι εραστής του άλλου. Κι οι εραστές δεν ικανοποιούνται με το ακόρεστο πάθος της εξουσίας στις ζωές των άλλων. Τις υποχθόνιες δημοκρατίες και τους αργυρώνητους καταναγκασμούς. Οι εραστές δεν χρειάζονται χαντάκια και σωρούς νεκρών. Δεν χρειάζονται επιβεβαίωση και σακάκια. Μαρκούτσια και κάμερες και ψεύτικα καθρεφτάκια για να καθρεφτίζουν την καλοζωία τους. Μονάχα σωματίδια ανθρώπινης σάρκας που αρνούνται την ανάλωση του θανάτου. Μονάχα απ’ την κορφή ως τα νύχια το θαύμα της αναπνοής. Κι όχι τα θέλγητρα του εξουσιαστή περασμένα στο ψωμάκι του φτωχού. Γιατί ο εξουσιαστής μπορεί να πείσει τα κορμιά να προσέλθουν οικειοθελώς στο κρεματόριο των ανταγωνισμών. Να γίνουν τζάνκι της επιβίωσης και του κοινωνικού πολέμου. Ν’ αφήσουν την ηδονή να πετρώσει μέσα τους. Να γίνουν ένας σωρός από δυστυχισμένους και ξεριζωμένους από κάθε πλευρά της ζωής. Ένας σωρός από μονοκύτταρους οργανισμούς που υπερασπίζονται συμφέροντα. Που λιώνει τις σόλες των παπουτσιών και τις γλώσσες του σε μίσος, αυτοθυσίες και εταιρίες. Σ’ έναν κόσμο όπου την εντελώς αβάσταχτη κατάστασή του τη βαφτίζει φυσική. Σ’ έναν κόσμο που δεν αφήνεται να ραγίσει για να περάσει μέσα του λίγο φως. Για να καταβροχθίσει τους θεούς και τους δαίμονες. Για να χέσει πάνω στις μεγάλες ιδέες. Για να μην ξαναμακελέψει τα σπλάχνα του ο κάθε αρχίδης. Ο κάθε σαλεμένος πρωτομάστορας.

Αν είχαμε άπειρο χρονο

gelia

Είναι κλεισμένα τα χάδια σου σε κουτί
αιωνιότητα. Τα χείλη σου περιμένουν
στο κατώφλι της αγάπης. Αν είχαμε
άπειρο χρόνο θα ψαρεύαμε στην όχθη
σου φιλιά. Θα κάναμε θραύση εις το
όρος Αραράτ θα γεμίζαμε σπόρια την
ποδιά σου και το καθρεφτάκι σου αχνό.
Αν είχαμε χρόνο άπειρο δε θα κωλώναμε
πουθενά. Ο φόβος θα κυκλοφορούσε
στα βιβλία και στο σινεμά. Στα φαράγγια
τη νύχτα με τους λύκους. Στους χέρσους
τάφους. Αν είχαμε άπειρο χρόνο δε θα
κάναμε σπουδές και δε θα κορνιζάραμε
πτυχία. Θα βγάζαμε γλώσσα στο θεό
της φθοράς. Στον ακόρεστο φονιά των
ατίθασων βυζιών θα βάζαμε φωτιά.
Νυχθημερόν θ’ ακούγαμε διαβολικά
γουργουρητά. Γέλια της γύμνιας
κελαρυστά. Δεν θα είχαμε χρονολογίες
θανάτου εντός παρενθέσεως, επικήδειους,
φέρετρα σκεπασμένα με σημαίες.
Χριστιανούς σταυροφόρους με χατζάρες
και μάνατζερ με κοφτερά χαμόγελα. Δεν
θα είχαμε διαφθορά μόλυνση σφαγές παρά
μονάχα του τραπεζίτη ήλιου τα δόντια
να ροκανίζουν τις καταθέσεις μας.

Μεταμεσονύχτιο πάρτυ

part

Κάθε σωματίδιο ανθρώπινης σάρκας ζητά ανταπόκριση. Και κάθε ομορφιά ζητά την εξήγησή της. Γιατί όταν η ομορφιά μένει ανεξήγητη οι πονηροί την οδηγούν στα σκοτάδια και τη φαρμακώνουν. Η εξήγηση δεν καταργεί τη χαρά. Απλώς την κάνει ερωμένη όλων για να μη βρικολακιάσει στο ιερό των χριστιανών και στα βρακοζώνια των μουσουλμάνων. Η ομορφιά δεν είναι η φραγκόκοτα του διαφημιστή ούτε η πλουμιστή πουτανίτσα των εφοπλιστών του Αιγαίου. Η ομορφιά δεν είναι το ηλιοβασίλεμα που βλέπουν με το καλάμι οι φυλακισμένοι των πόλεων. Η ομορφιά δε νοιώθεται στον προγραμματισμένο προαυλισμό του Σαββατοκύριακου. Δεν πιάνεται σε μια φωτογραφία ή σε μιαν ψηφιακή απόχη. Η ομορφιά είναι συνήθως πίσω απ’ αυτό που φαίνεται και πίσω απ’ αυτό που νιώθεται. Είναι η ουσία που σε κάνει να θέλεις να ζεις. Είναι η ουσία που αν τη χάσεις θες να χωθείς μες τη γη. Να βγάλεις αγκάθια. Να βγάλεις βολβούς θανάτου και τσουκνίδες. Η ομορφιά είναι ο φορτιστής της καρδούλας που σπαρταρά. Η ομορφιά δεν είναι μορφή. Είναι η γλώσσα με την οποία διαβάζουμε τον κόσμο για να μπορέσουμε να τον αντέξουμε. Κάθε άλλη ανάγνωση χωρίς τη γλώσσα της ομορφιάς μυρίζει κρεματόριο και εταιρία. Ραχιτικούς επιστήμονες, μηρυκαστικά μαθητούδια που βάζουν την ψυχή στον κώλο για να πάρουν βαθμό και δόξα και να βγάλουν λεφτά και να πάρουν βραβεία και ντελικάτη πρέζα για να ταΐσουν τη μεσόκοπη πλήξη τους. Η ομορφιά αποκτά περιεχόμενο όταν περιγράφει φαινόμενα και καταστάσεις. Όταν εν φαντασία και λόγω βγάζει ζουμί απ’ την πέτρα. Όταν η επιστήμη την βάζει στο στόμα της μιλάει γλυκά και ανθρώπινα. Επουλώνει πληγές, δίνει δύναμη στα κορμιά, χτίζει κόσμους. Όταν η τέχνη τη βάζει στο χέρι της τότε το μέγα Τίποτε παίρνει μορφή και περιεχόμενο. Γιατί η ομορφιά δίνει κλωτσιά στ’ αρχίδια της μπουρζουαζίας που τη θέλει μαντρωμένη. Γιατί η ομορφιά δεν γαμεί και δέρνει δούλους στα αμπάρια των πλοίων, δεν σκοτώνει σαν το σκυλί τον εργάτη της γης. Δε δηλητηριάζει παιδιά και γέρους. Δε λιθοβολεί γυναίκες. Δε φοράει ράσα. Δεν έχει ψεύτικα βυζιά. Η ομορφιά είναι ο τρόπος που βλέπει το μάτι μας. Κι αν το μάτι μας δεν το γυμνάζει η ομορφιά τότε γινόμαστε μισάνθρωποι και σάπιοι. Και ψεύτικοι. Αριβίστες, δάσκαλοι που κουνάνε το δάχτυλο αντί να το βάλουν στο χοντρό τους κώλο. Γινόμαστε σκατόψυχοι και λίγοι. Μηδαμινοί, μίζεροι, υπάλληλοι γραφειοκράτες, διεκπεραιωτές της μιας και μοναδικής μας ζωής. Η ομορφιά μπορεί να πάρει και τα όπλα εν φαντασία και ανάγκη. Μπορεί να βγάλει και περίστροφο. Η ομορφιά είναι ομορφιά πρωτίστως γιατί πολεμά την ασχήμια. Γιατί πολεμά τους κακούς. Γιατί βάζει βόμβες στις πρεσβείες των κακομούτσουνων. Γιατί βράζει στην κατσαρόλα του ποιητή κι όχι στην χύτρα καταστολής του χωροφύλακα.

Λίστα σημείων δωρεάν παροχής φαγητού

xeria 1

Με ρούφηξε το προσωπικό τίποτε
Να παραβγώ στο κρυφό μαχαίρι της αγάπης
Να χάσω το καλό ποίημα πάνω στο χέσιμο
Να χάσω το καλό χέσιμο πάνω στο ποίημα
Και δεν παίρνω όρκο πριν πω την τελευταία μου λέξη
Πριν διαβάσω τη λίστα για τους πεθαμένους και τους νηστικούς
Τη λίστα για τους κάτισχνους σκύλους που πρέπει να βρουν ένα κόκκαλο
Τη λίστα με τις ανεκπλήρωτες λαχτάρες
Τη λίστα με τα παράπονα
Τη λίστα με τα λουκάνικα και τις ληγμένες παρηγοριές
Τη λίστα με τις διευθύνσεις που σερβίρεται βραστό σε πλαστικό πιάτο
Και γλυκό για τους ανήμπορους γέρους
Και ζάχαρη για τα βρέφη
Και μουνί για τους ποιητές
Και πούτσος για τις ποιήτριες
Και αρχίδια για τους φτωχούς
Και κωλοτρυπίδες για τους σαλεμένους

Η αμαρτία είναι υγεία

amart

Συνειδητοποιώ την ενοχή μου κι έτσι αρχίζει η λαγνεία της αμαρτίας. Μπαίνω ως πρωτοσύγκελος στο ιερό των αμαρτιών. Ιερουργώ στο χώρο των απαγορευμένων ηδονών. Στον κήπο των τέρψεων. Με όλη την ανδρική μου περηφάνια κόβω το σύρμα με την τανάλια. Το σιδερόφραχτο μαντρί αφήνω πίσω. Αφήνω στην μονομαχία των ηθών τους τον κοινωνικό αφρό. Τους άριστους αιρετούς που εξέλεξε ο κοσμάκης. Ο ανάπηρος κοσμάκης. Ο κοσμάκης ο ετερόφωτος απ’ τους ηρωισμούς των άλλων. Ο κοσμάκης ο αποφασισμένος να φορτίζει περίλυπος τον εξανδραποδισμό του. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει την καύλα και τον έρωτα της αμαρτίας. Εκεί στον πάτο της ενοχής των άλλων εμένα μού τρέχουν ζουμιά. Όταν δεν είσαι έτοιμος να ξεμάθεις κι απ’ την ελαφρότητα του συμβιβασμού να περάσεις στα μπούτια κάτω απ’ τη φούστα το λαρύγγι σου να ξεδιψάσει ανήκεις αλλού. Πρέπει να θέλεις να γίνεις ρουφήχτρα και βουλιμικό μοσχαράκι. Να θέλεις να σπείρεις τα χείλη σου στις θηλές κάθε ζωογόνου θηλυκού. Όχι άλλες χρηστομάθειες ποικίλων δασκαλίστικων οισοφάγων. Το συμφέρον μας είναι η αμαρτία. Η αμαρτία είναι υγεία. Κι όλοι οι βαλσαμωμένοι γαμπροί της ποίησης που μυξοκλαίνε ποιητικά, οδηγώντας μας στην πλήξη, ας φτύσουν μέσα στην ποίησή τους μια μουνότριχα για να τους συμπαθήσουμε κι εμείς και να τους δώσουμε το μεγάλο βραβείο. Το βραβείο της λεγεώνας των καυλωμένων. Μην μεταφράζετε άλλες αηδίες κοπελίτσες με το περίστροφο της γλωσσομάθειας, στεγνούλες απ’ τα σκοτάδια αλλοδαπών ποιητών που απέκτησαν ράφι στην ακαδημία. Όχι άλλη κλάψα φίλοι. Ποιηματάκια για γατούλες. Ρίξτε μια χριστοπαναγία να σας ακούσει η γειτονιά.

Ω, καυλιάρα εσύ εξουσία!

v kab

Οι ωραίοι ρεπόρτερ της πόλεως των Αθηνών με τη θολή αγωνία και το στεντόρειο παροξυσμό, χάιδεψαν κρυφά τον υδροφόρο Αίαντα λίγο πριν ξεμπουκάρει στη λεωφόρο. Την λεωφόρο, την τραγουδισμένη από ποιητές της μικροαστικής ήττας, που πλούτισαν εκδότες και μεσάζοντες, πουλώντας εξέγερση και ποιητικές βραδιές στα μεσαία στρώματα, αυτά, που στα διαλείμματα της καλοζωίας τους έκαναν μνημόσυνα στα παραστρατημένα τέκνα και τις καλλιτεχνικές μεγαλοφυΐες που φαρμάκωσε η πρέζα.

Οι ωραίοι ρεπόρτερ των Αθηνών του δρόμου διάβασαν Γώγου και Άσιμο αλλά τώρα δουλεύουν στο μέγκα και στο σκάι. Ρουφάνε το πλουμιστό χιλιάρικο, κάνοντας την αμερόληπτη πάπια που ποιεί την νήσσαν. Χωνεμένοι μέσα στα κόλπα του μεγάλου, κατασκευάζουν για τον ιδιοκτήτη τους πιασάρικες αφηγήσεις. Στολίζουν, με φράσεις από αναγνωστικά γυμνασίου, τη δακρυγόνο μέθη νεολαίων που αφέθηκαν στο έλεος ενός θυμού που καταλήγει αναπότρεπτα στο χειρουργείο του σωφρονισμού.

Οι ωραίοι ρεπόρτερ είναι η καβάτζα του τηλεοπτικού όχλου. Του σοφού λαού. Του ένδοξου εθνικάρα. Του πατριώτη που γουστάρει τις πατριωτικές σφαλιάρες, αφού προέρχονται από πατριωτικά χέρια κι είναι για το καλό του.

Οι ωραίοι ρεπόρτερ, που αφουγκράζονται τα πάθη των δρόμων, σε αγαστή συνεργασία με τη χωροφυλακή πόλεων και αμαρτωλών οικοδομικών τετραγώνων, τετραγωνίζουν την άποψη του παντοδύναμου κοινού των ψηφοφόρων. Αυτών δηλαδή που κρατάνε τη δημοκρατία απ’ τ’ αρχίδια και ρυθμίζουν το πολίτευμα. Αυτών που βιώνουν των εκφυλισμό των αναγκών τους αποκοιμισμένοι μέσα σε παιδεραστικές εκπομπές ταλέντων και σε αμερικάνικες σειρές κοινωνικού κανιβαλισμού. Αυτών που σιχτιρίζουν τους πάντες και νομίζουν πως θα τη σκαπουλάρουν.

Οι ωραίοι ρεπόρτερ των Αθηνών με τις χίλιες κάμερες και τα χίλια μαρκούτσια, ρυθμίζουν τον ατμό στη μεγάλη χύτρα ταχύτητας των κοινωνικών παθών. Μέσα στην ανοργανωσιά των κινημάτων βγάζουν ξύγκι απ’ τη μύγα της ελεγχόμενης εξέγερσης.

Οι ωραίοι ρεπόρτερ των Αθηνών αύριο μεθαύριο ή του χρόνου θα περιγράφουν τις ίδιες βιβλικές εικόνες ολίγον διορθωμένες απ’ τον κατασταλτικό μηχανισμό μιας άλλης, αριστερής πλέον κυβέρνησης. Μιας αριστερής βέβαια κυβέρνησης μέσα σε συνθήκες σφοδρού καπιταλισμού, που σε αντιδιαστολή με τη δεξιά κυβέρνηση θα αναγκάζει τους εργοδότες να γαμάνε πιο γλυκά τους εργαζόμενους. Να βάζουν λίγο αίσθημα ή λίγο παραπανίσιο σάλιο ρε αδερφέ. Να κάνουν αυτούς τους ματατζήδες πιο ανθρώπινους, να πετάνε λιγότερα δακρυγόνα και λιγότερες κρότου λάμψης. Να κάνει λίγο τους κατακαυλωμένους αξιολογητές μας πιο ήπιους. Να κάνει τους ανθρωποφύλακες δασκάλους πιο επιδραστικούς.

Οι ωραίοι ρεπόρτερ των Αθηνών απ’ τα πασοκικά ΜΑΤ της δεκαετίας του οδόντα αισίως έφτασαν να ακολουθούν τα πιο νταβραντισμένα ΜΑΤ της ακροδεξιάς. Και πάει λέγοντας. Φτάσανε στον Αίαντα που τον προμοτάρουν στα μάτια των υποτελών, χύνοντας ξανά και ξανά όταν προφέρουν το όνομά του.

Οι ωραίοι ρεπόρτερ των Αθηνών οσονούπω δε θα συνομιλούν με δοσίλογους και χύτες αλλά με πνευματικούς καθωσπρέπει αριστερούς ανθρώπους. Οι φωνούλες πίσω απ’ το θέαμα της καταστολής την ώρα που οι τηλεοράσεις θα παίζουν ξύλο, θα έχουν χνώτο κουλτούρας, ναρκισσισμό, φλυαρία. Θα έχουν εκείνη την ατμόσφαιρα της ξεδιάντροπης συναλλαγής που λέει φέρτε και σε μας κανα βραβείο να το πάμε στη μάνα μας και τους φίλους μας και τους γνωστούς μας να το τρίψουμε στη μούρη τους, να τους δείξουμε πόσο σπουδαίοι είμαστε, εμείς και τα αριστερά μας αρχίδια. Εμείς που διαπραγματευόμαστε τον κώλο σας με τραπεζίτες, εφοπλιστές, βιομήχανους και δεν τον πουλάμε για ένα κομμάτι ψωμί. Εμείς οι πνευματικοί άνθρωποι της αριστεράς, λαέ, θα πουλήσουμε τον κώλο σου όσο αξίζει πραγματικά. Όχι σαν κάτι ψιλικατζήδες αριστερούς Τατσόπουλους Ψαριανούς και δε συμμαζεύεται.

Ω καυλιάρα εσύ εξουσία, ελέησε τους αριβίστες, τα πασοκάκια, την αριστερή Δημάρ. Ελέησε τους πνευματικούς ανθρώπους που θρηνούν για τον τόπο. Ελέησε τις μπάκες των επισκόπων, την ελεύθερη αγορά, την μέλλουσα αριστερή κυβέρνηση που σιδερώνει κουστούμια. Ελέησε τον κοσμάκη που είναι στην κοσμάρα του και περιμένει τους νέους σωτήρες και τον νέο μεσσία. Ελέησε τον καταναλωτή που έχασε την καταναλωτική του δύναμη αλλά ξανά προς τη δόξα τραβά. Ελέησε τον Έλλην αμερικανοτσολιά που περιμένει την ημέρα των Ευχαριστιών στο Κεφάλαιο. Ελέησε τα πολυκαταστήματα και τις παέ. Ελέησε τη χριστιανοσύνη και τον άνεργο. Ελέησε τους πολιτευτές μας και τα τέκνα τους. Ελέησε τις εξεγέρσεις που εκτονώνουν και τις εκτονώσεις που οδηγούν ξανά στη μισθωτή σκλαβιά.

Ω καυλιάρα εσύ εξουσία, ελέησε τους αριστερούς διαπραγματευτές που έρχονται.

Και σεις ξένοι επενδυτές, σας παρακαλώ σας μη λησμονάτε τη χώρα μου!

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 1.742 other followers