ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Καλός Λύκος

antonakos-cortasar

Την Παρασκευή 22 Μαΐου στις 9:30 μ.μ οι εκδόσεις Bibliothèque σας καλούν στη πρώτη παρουσίαση των ποιητικών συλλογών

Α Ν Τ Ω Ν Η Α Ν Τ Ω Ν Α Κ Ο Υ
“Καλός Λύκος

και

Χ Ο Υ Λ Ι Ο Κ Ο Ρ Τ Α Σ Α Ρ
“H σύνθλιψη των Σταγόνων”
σε μετάφραση
ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ

Θα μιλήσουν οι Βασίλης Λαλιώτης, Γιάννης Ζελιαναίος και ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος.

Ποιήματα του Κορτάσαρ θα διαβάσει η Θέκλα Τσελεπή.

Ποιήματα του Αντώνη Αντωνάκου θα διαβάσει ο Δημήτρης Πουλικάκος.

Μετά τη παρουσίαση θα ακολουθήσει πάρτι με μουσικές διαλεγμένες απ΄τα χεράκια του Bill Hunchback.

είσοδος ελεύθερη :
Όλοι οι καλοί λύκοι χωράνε, καμμιά φορά χωράνε και οι κακοί λύκοι

https://www.facebook.com/events/466006823563380/

Kiss my ass

kiss my ass

Είπαμε να χορτάσουμε ναφθαλίνη, άρωμα τραμπούκου στα δικαστήρια, εξωτισμό και μπάσκετ δυνατών χαρακτήρων που ψυχαγωγεί ψυχάκηδες. Ωραίους σαν Έλληνες ψυχάκηδες, που περιμένουν τον Αλέξη τον πορθητή να λιανίσει τις γραμμές των Ευρωπαίων.

Ο λαός αυτός μεγαλώνει με μπάσκετ και τρίποντα και άγιο φως και κοκαλάκια αγίων και πανελλαδικές εξετάσεις και τσιμπουκάκι πέντε ευρώ παραδοσιακό απ’ το δέλτα του Νίγηρα και φράουλα ποτισμένη με Πακιστανικό ιδρώτα.

Ο λαός αυτός προσφέρει τα αποθεματικά του στην πατρίδα, μεγαλόψυχος και ταμένος στις μη κυβερνητικές και ζυγισμένος πάνω στη σγουρή αλλά σίγουρη τρίχα του Παπαχελά.

Παιδιά της Ελλάδος παιδιά, υπερσεξουαλικέ λαέ με τον Κοτζιά να ξεσηκώνει το ΝΑΤΟ και να χύνουν εμβρόντητες όλες οι κυρίες του καλού κόσμου με τα συνολάκια τους από αρχίδι αλιγάτορα και τα ωραία τους χαμόγελα απ’ το βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας.

«Είμαστε ο κόσμος, είμαστε τα παιδιά/ Είμαστε αυτοί που θα δημιουργήσουμε μια φωτεινότερη μέρα».

Είμαστε αυτοί που σώζουμε αμάχους από την Κορέα μέχρι την Αίγυπτο, από την Τυνησία και το Μαρόκο μέχρι τη Νικαράγουα, από τη Γουατεμάλα μέχρι το Κονγκό κι από το Βιετνάμ μέχρι τον Παναμά. Είμαστε αυτοί που ξεβρομίσαμε τον κόσμο από τους τρομοκράτες. Είμαστε αυτοί που θα κατακτήσουν το σύμπαν και θα πάμε στο Άρη.

Σύντροφοι, σφαγές, εξανδραποδισμός, εξαγορά. Ο ηγέτης λέει μαλακιούλες στον Economist. Το μπάσκετ είναι εδώ. Η αγία Βαρβάρα βάζει τρίποντο. Η διανόηση μελετά εμβριθώς τον ντε Σάντ. Ιουλιέτα ή οι ευτυχίες του βίτσιου.

Κι ο κλήρος αναφωνεί και το ΔΝΤ και το ΝΑΤΟ και η ΕΚΤ και η CIA και η  lehman brothers και η Δεξιά και το Κέντρο και το Ποτάμι υπέγραψε Αλέξη μου υπέγραψε, εμείς θα σε στηρίξουμε.  Σκύψε λίγο ακόμα μαλάκα μου.

KISS MY ASS.

Η Αλίκη στη χώρα των Πανελλαδικών

kol2

Πτυχία.Τι’ναι τα πτυχία?
Παραφορά του επιτυχία?
του ευτυχία?
σύντμηση του πτυελοδοχεία?
Πανεπιστήμιο Αθηνών κρεματόριο του πνεύματος!
εφτά χρόνια να κατεβώ τριανταεφτά σκαλιά.
Τι κάθεστε εκεί μέσα αριβίστες πασοκάκια
φιλόσοφοι του μεσονυκτίου
κυρίες με διπλά επίθετα?
Κι έχετε και τον Ηράκλειτο
στα ράφια σας
να σας κοιτάει!

Γ. Π.

 

 

Η γενιά του ΔΝΤ πήρε και επισήμως το βάπτισμα του πυρός. Το επιστημονικό προλεταριάτο του νέου εργασιακού μεσαίωνα διάβηκε το Ρουβίκωνα των πανελλαδικών. Των πανελλαδικών που υπήρξαν το ψυχότροπο της γενιάς της μεταπολίτευσης, που πίστεψε πως, ευτυχία είναι να κερδίζεις δέκα ευρώ περσότερα απ’ τον κουνιάδο σου. Της γενιάς που γαλουχήθηκε με το οιδιπόδειο της σοσιαλδημοκρατίας και του παπανδρεισμού καταλήγοντας στη φούσκα του εκσυγχρονισμού και της επανίδρυσης του κράτους. Της γενιάς που έχτισε τις νέες υπερούσιες θεολογίες καλλιεργώντας το δικό της αστικό μύθο. Της γενιάς που μεγάλωσε τα τέκνα της ανάμεσα σε απολιθωμένες εθνικές γιορτές και αιματόβρεχτα βιντεογκέιμ.

Εικονικά άρθρα σε σχολικές δήθεν εφημερίδες, πρόβες νυφικού για τους μελλοντικούς μνηστήρες-αφεντικά που θα συνεκτιμήσουν την πορεία της υποψήφιας νύφης στη αγορά των αγαπητικών. Ντιρεκτίβες στρατολογημένες στο υπερούσιο αγαθό που λέγεται κέρδος. Υποψήφιοι που μπολιάζονται με την κοινωνική νόρμα, σύμφωνα με την οποία άλλες ζωές είναι εγγενώς καλές και άλλες όχι.

Παιδιά που σκόρπισαν την τρυφερότητά τους και τον δημιουργικό οίστρο της εφηβείας τους παπαγαλίζοντας τα λυσάρια του Πατάκη, κυνηγώντας το γραμμάριο αξιολόγησης που θα τους οδηγήσει στην αγκαλιά των υπερούσιων σχολών. Παιδιά εκπαιδευμένα με το τηλεσυναίσθημα που στοχοποιεί και ισοπεδώνει τα πάντα και τους πάντες καλλιεργώντας έναν συνεχή καταγγελτικό λόγο που θεωρεί ότι, τα άτομα, δεν είναι τα θύματα ενός συνολικού συστήματος κυριαρχίας και των στρεβλώσεων που προκύπτουν απ’ τα αντικρουόμενα συμφέροντα και τις ανισότητες που παράγει η εξουσία, αλλά ότι το ίδιο το σύστημα είναι αποτέλεσμα της φαυλότητας των πολιτών του. Μετατρέποντας στα μάτια τους, εν πολλοίς, την πολιτική σε μια συνεχή και ατέρμονη ηθικολογία. Παρουσιάζοντάς τη ως ένα κουβούκλιο νομιμοποίησης και επιβεβαίωσης της μιας και μοναδικής άποψης. Ανοίγοντας το δρόμο στους επίδοξους Ροβεσπιέρους να στήνουν τις γκιλοτίνες του αποκλεισμού για όλους εμάς τους κακούς και απεχθείς που πολεμάμε το σύστημα που παράγει με γεωμετρική πρόοδο τη δυστυχία.

Οι αυτόκλητοι ταγοί υποβάλουν την κοινωνία σε υποκριτικές ασκήσεις συλλογικής αυτοκριτικής μ’ έναν απίστευτα μονότονο και ρηχό αντι-λαϊκισμό επιδιώκοντας μια νέα μεταπολίτευση στην οποία τα εξόχως ανορθολογικά κριτήρια των καπιταλιστικών μηχανισμών θα αποφασίζουν για τον ορθολογισμό στην πολιτική, την εκπαίδευση και την έρευνα. Προσβλέποντας κυρίως σε μια φωτισμένη απολυταρχία με την πλήρη μετατροπή του λαού σε ένα μωσαϊκό εξατομικευμένων κοινών με ενισχυμένο τον ηγεμονικό ρόλο των ειδικών σωμάτων της νέας τεχνοκρατίας.

Ολιγαρχία της <<κοινωνίας της γνώσης>>, της καινοτομίας, των δράσεων, της αυτομόρφωσης, της e- governance και πάει λέγοντας. Χαπάκια που προωθούνται παντοιοτρόπως στο κοινωνικό σώμα. Χαπάκια και υπόθετα που διακονούν προς τη βάση κυριούλες του Παντείου μετεκπαιδευθείσες εις την αλλοδαπή με τα λιπώδη τους αρθράκια περί αυτομόρφωσης, αυτολύπησης και αυτοϊκανοποίησης. Σχολικοί σύμβουλοι ντίλερς που προσπαθούν με τα ξεροκόμματα του ΕΣΠΑ να δελεάσουν εκπαιδευτικούς που αφαιμάχθησαν και αφαιμάσσονται-λοιδορούμενοι απ’ το πρετεντέριο περί δικαίου τηλεαίσθημα -να κατεβάσουν οικειοθελώς τα παντελόνια τους στο όνομα μιας μεσσιανικής αυτοαξιολόγησης.

Ένας στρατός υπηκόων που ακούσια ή εκούσια έχει στρατευτεί με το συλλογισμό του Φουκουγιάμα για το τέλος της Ιστορίας την ιδέα δηλαδή ότι η δυτικοποίηση του κόσμου είναι εγγύηση ειρήνης και ευημερίας. Μια ιδέα που σκορπά την τέφρα των δύο παγκοσμίων πολέμων στο κορμάκι της σφαδάζουσας ανθρωπότητας μπολιάζοντας τις αδρές δανειοδοτήσεις του εβραίου Ροκφέλερ προς τον Αδόλφο Χίτλερ και τα κουτάβια του, με την παγκόσμια κυριαρχία του κεφαλαίου.

Το κεφάλαιο ζητά νέο αίμα, νέους καταναλωτές, νέους πολέμους. Όπως το Ισραήλ αποκεφάλισε τα λιοστάσια των παλαιστινίων κόβοντας τον ομφάλιο λώρο τους με την πρωτογενή παραγωγή, όπως η ευρωπαϊκή συμμορία χρηματοδότησε γενναιόδωρα την αγρανάπαυση της ελληνικής γης έτσι τώρα η εκπαίδευση θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με το λούκι της αγοράς και τις καύλες του επιχειρηματία. Τα σχολεία θα ψάχνουν για χορηγούς και μάνατζερ κάνοντας κονσομασιόν μπρός στον επίδοξο ευεργέτη χορεύοντας στο ρυθμό της αγοράς όπως η αρκούδα με την κρικέλα μπρός στο ντέφι του αρκουδιάρη.

Η εκπαίδευση είναι το πρόσφορο έδαφος που ο ιδρυματικός καπιταλισμός προετοιμάζει για να απορροφήσει τους κραδασμούς των μελλοντικών του κρίσεων. Η κρεατομηχανή που θέλει τους νέους να αλλάζουν τις δουλειές σαν τα πουκάμισα προσαρμόζοντας την υπόστασή τους αποκλειστικά στον εργασιακό βίο βαφτίζοντας την μπολιάρικη λογική απόκτησης πιστοποιητικών δια βίου μάθηση, διαστρεβλώνοντας με άκρατη βαρβαρότητα, την ζωτική ανάγκη του ανθρώπου για αληθινή δια βιου μάθηση, που σχετίζεται με την υπαρξιακή του αγωνία και την οραματική νομοτέλεια για μια αταξική κοινωνία.

Μεγαλόσχημοι καθηγητές, διανοούμενοι, μητροπολίτες, παπαγαλάκια κλαψουρίζουν για τις δύσκολες εποχές που περνάει ο τόπος καταπραΰνοντας την οργή και το θυμό. Στρέφοντας τα όπλα κάθε φορά σε λάθος κατεύθυνση επικαλούμενοι την αμπελοσοφική νότα μιας κούφιας νεοτερικότητας ή δρώντας καθ’ υπαγόρευση του αφεντικού που προσφέρει τα γρόσια για να μπαλσαμώσουν κάθε φορά τις εξεγέρσεις και τη συλλογική μνήμη.

Σ’ ένα σύστημα που παράγει εις το διηνεκές αντιφάσεις ένας λόγος περί ερειπίων πλεονάζει. Η απαισιόδοξη στάση είναι μικρόψυχη και άκαιρη. Εμείς θα πρέπει να δοκιμάσουμε πρώτοι το γιαταγάνι με τη γλώσσα.

Santa Barbara

sant

Λείψανα κοκαλάκια και εντόσθια, γοβάκια αγίας και κόπιτσες εσωρούχων αγίων και νεομαρτύρων, πέδιλα και καλτσάκια, κροταφικές αρτηρίες απολιθωμένες σε τίμιο ξύλο, σπλήνες και βορβοσυραγώδεις μύες, άπαν το αιμοροϊδικό και μητροκολεϊκό πλέγμα ταξιδεύουν εις την επικράτειαν δια την αναψυχή των πιστών. Όλα τα θαυματουργά κομματάκια του πεθαμένου μέσα σε ψυκτικούς θαλάμους κυρίως για συντήρηση και προστασία απ’ τη μπόχα, θα γιατρέψουν και θα θαυματουργήσουν. Εκεί όπου η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά ο αριστερός όρχις του αγίου Νεκταρίου θα κάνει το θαύμα του. Η μήτρα της Αγίας Βαρβάρας θα βοηθήσει γεροντάκια να πετάξουν τον καθετήρα και συμβασιούχους να επαναπροσληφθούν. Δεν χάνεις τίποτε μ’ ένα προσκύνημα. Κι αν σου κάτσει; Κι αν σε βοηθήσει στο τζόκερ θα σου αλλάξει τη ζωή. Και βεβαίως διαθέτουμε αγίους για όλες τις παθήσεις. Για τη στύση έχουμε τον Άγιο θεράπων, προστάτη των ουρολόγων απ’ τον οποίο διασώζεται μονάχα ο δείκτης-ω! του θαύματος- κάνοντας σε επιλεγμένους πάντα πιστούς την εξέταση προστάτη. Για τις αιμορροΐδες των άγιο Μαυρίκιο τον παλουκοφόρο, προστάτη των ταξιτζήδων και των καταραμένων ποιητών. Για τον καρκίνο την Αγία Αγάθη προστάτιδα των ακτινολόγων και των κηπουρών, της οποίας διασώζονται οι μαστοί και ο αφαλός της σε γυάλα. Την Αγία Αναστασία τη φαρμακολύτρα που προστατεύει τους φαρμακοποιούς και τα λεφτά τους στην Ελβετία. Τον Άγιο Αρτέμιο για τους βαρεμένους και τους δαιμονισμένους. Την Αγία Βαρβάρα για τα λοιμώδη νοσήματα. Ουρολοιμώξεις, δυσεντερία, ηπατίτιδες, τοξοπλάσμωση, σύφιλη, ερυθρά, αλλαντίαση, χολέρα και λοιπά. Είναι μακρύς ο κατάλογος των θαυματουργών Αγίων μας. Τι φάρμακα και εγχειρήσεις και μαλακίες. Πιστοί ανά την επικράτεια γλιτώστε το φακελάκι. Ιδού η λύση. Οι άγιοί μας. Η ορθοδοξία ποτέ δεν σας αφήνει ακάλυπτους. Έχει όλες τις ειδικότητες και καθαρίζεις σχεδόν τζάμπα. Τα πληρώνει όλα το Κράτος. Οι θαυματουργοί Ιατροί-Άγιοι είναι συμβεβλημένοι με όλα τα ταμία. Και βεβαίως διαθέτουν το πρεστίζ αρχηγού Κράτους. Κι όχι σαν κάτι μαλακισμένα γιατρουδάκια που δεν τα ξέρει ούτε η μάνα τους. Γι’ αυτό εν Χριστώ αδερφοί, αδερφές και λοιποί, η Santa Barbara είναι εδώ. Ιδού η κάρα, ιδού το οίδημα. Προσοχή στις γριές, υπάρχει κίνδυνος ποδοπατήματος και ασφυξίας και φυσικά στους ανώμαλους που περιμένουν κάτι τέτοιες άγιες συναθροίσεις για να βάλουν χέρι οι άθλιοι!

Κατάλογος Ιερών Ναών Ξάνθης

hxp

 

στη Γλυκερία Μπασδέκη 

Πως γλυκοφίλησες ξυπόλυτη το στίχο μου
Κι έβγαλε αγκάθια ο λυρισμός στις επαρχίες
Βόρειο σέλας αίρεση γδυτής που καβαλά
Λευκότατο μπιντέ μες τ’ άγρια μεσάνυχτα
Για να ξεπλύνει απ’ τον κορμό της το ρετσίνι
Τόσο βαθειά και τόσο νικητήρια. Κοπάδι
αγκομαχητά και χάσμα αφύλαχτο παντού
Έτοιμη πάλι για να μπεις στις μυροφόρες μάχες
Πιο ανοιχτή πιο ένδοξη πιο αλάργα
Πιο λυσσασμένη στο λαρύγγι σου πιο Αγία
Πιο μουσκεμένη στη σχισμή πιο σαρκοφάγα
Εσύ που εδέχθης στο κορμάκι σου γκαρσόνια
Της γραμμής Νεαπόλεως-Κυθήρων Ολημερίς
λαιμούς που ξεφωνίζαν Ντελιβεράδες και χασάπηδες
Ριχάρδους βασιλιάδες Παιδιά του βουλκανιζατέρ
Νεωκόρους που ξεψύχησαν στη φλόγα σου
Παιδάκια που ξεμείνανε στο Λούνα Παρκ
των οργασμών Πιστούς που εκσπερματώσανε
εντός Ιεράς Μητροπόλεως Ξάνθης εντός Αγίου
Κωνσταντίνου και Ελένης εντός Μεταμορφώσεως
Σωτήρος εντός Θεού Σοφίας εντός Αγίας Φωτεινής
Χρυσών εντός Αγίου Κυρήκου και Ιουλίτης εντός
Παμμέγιστων Ταξιαρχών εντός Αγίας Ειρήνης
εντός Ακαθίστου Ύμνου και Αγίου Θεοφάνους
εντός Αγίου Βλασίου και Αρχαγγελιωτίσσης
εντός Αγίου Ελευθερίου εντός Αγίου Νεκταρίου
Πηγαδίων εντός και εκτός και πάντα και παντού
εντός ψυχούλας γύφτου που βαρά ντέφι και τρώει σύκα
εντός σπασμού εντός του ραγισμένου ύπνου που γεννά
κροτίδες ποιηματάκια που γεννά σπέρμα ως τη μύχια ρίζα

Ω! αγία Βαρβάρα πορνοστάρ των καθεστώτων

ikt

ω! αγία Βαρβάρα πορνοστάρ των καθεστώτων

το σαρκοβόρο ρήγμα σου φιλώ
πιστός ολοσχερώς
βουλιμικός αλλόφρων
ω! το λείψανό σου εδιάβηκε το Γράμμο
εδιάβηκε τον Κορινθιακό
λαίμαργο κάποτε αντάρτικο
τώρα γυμνούλι γάγγλιο
τώρα θυμίαμα υγρών
ω! λιώμα εσύ, ακέφαλη ανεμώνη
έρμαιο του πατρός που λύσσαξε ο Αρχίδης
να σε κάνει ντάμα πίκα
πληγή απ’ το λαιμό και κάτω
σκύβαλον αιωνιότητος
παντός καιρού Αγία
φράκταλ
αιθάλη
σφήκα
Μπάρμπαρα εσύ κι εγώ ο Μπαρμπαρόσα
Πως το γλωσσίδι σου αλάφιασε
Πως σφαγμένη εσύ χίλιες φορές γυναίκα
Άφησες το μουνάκι σου στα τέμπλα να το γλείφουν οι πιστοί
Εις τους αιώνες των αιώνων
Την κλειτορίδα σου άφησες ενέχυρο στους τράγους
Στον Πρίαπο εμέ, τον πιο αγνό των δεσποτάδων

Εικόνες από μια έκθεση

eikon

Βεβαίως θα πρέπει να μυήσετε τις νεαρές ποιήτριες στον πρωκτικό έρωτα. Και βεβαίως τόσοι πολιτισμοί διαστροφών μας άφησαν υπέροχους στίχους. Εκθέσεις βιβλίων που δεν διαβάζει κανείς, αφού τα βιβλία δεν διαβάζονται αλλά πουλιούνται και αγοράζονται. Αφού κατά βάθος ο πολιτισμός μας είναι πορνογραφικός. Μια πορνογραφία που γέρνει στο διαφημιστικό πλαγκτόν του Μάρκετινγκ. Εκεί όπου οι παπάδες συμμαχούν με το διάολο για να πουλήσουν λίγα φαντάσματα ακόμα στους σεμνοκαυλωμένους πιστούς. Και οι αποστακτήρες της ματαιοδοξίας δουλεύουν στο φουλ. Και οι νέοι λογοτέχνες κωλοτρίβονται στους παλιούς. Κι όλος ο πλούτος των μαγικών λέξεων και των κρυφών νοημάτων τρυπώνει στην ταμειακή μηχανή. Βεβαίως θα πρέπει να μυήσετε τις νεαρές ποιήτριες στον πρωκτικό έρωτα, κύριοι των περιοδικών της λογοτεχνίας και της Οξφόρδης. Κύριοι διευθυντές της αθρόας λογοκλοπής και κύριοι νοσταλγοί της αποικιοκρατίας. Κύριοι με ψυχούλα αγγλοσάξονα ντετερμινιστή, που χαρακώσατε τη ρόγα του βυζιού της μανούλας που σας διόρισε ισοβίως προαγωγούς της εργατικής δύναμης των άλλων. Κύριοι λογοκριτές της καύλας μας βεβαίως θα πρέπει να μυήσετε τις νεαρές ποιήτριες στον πρωκτικό έρωτα. Για να νοιώσουν τα οιδηματώδη και παραμορφωμένα σας ιδανικά. Τους νέους νατοϊκούς βομβαρδισμούς. Τις έξυπνες βόμβες και το μειλίχιο πατερναλισμό. Κύριοι φιλόδοξοι και κύριοι δια παντός μαγαρισμένοι απ’ την ανάγκη για φιλοδοξία διδάξτε στις νεαρές ποιήτριες το σκύψιμο, την τούρλα, το ξεκώλιασμα για λίγα ψίχουλα ψεύτικης χαράς. Την αβιταμίνωση, την αναιμία, το σονέτο, το ξεπάστρεμα πληθυσμών.

Μουνί καπέλο

VATICAN-POPE-EASTER-URBI ORBI

Εικάζεται πως ο όρος αφορά την αρχιερατική μήτρα. Οι παπάδες που κακολογούνται ως άγαμοι ή και αγάμητοι φορούν ένα μουνί στο κεφάλι τους. Βεβαίως χωρίς τα υγρά του. Αλλά σίγουρα με τη φάκλα του, τουτέστιν την υψηλή θερμοκρασία που αναπτύσσεται μεταξύ πίλου και κεφαλής. Καθολικό ή ορθόδοξο δεν έχει σημασία. Το μουνί δεν γνωρίζει θρησκευτικά σύνορα. Η κοινωνιολογία της κοντόθωρης αστικής ερμηνείας δεν μπορεί να κατανοήσει τους ετυμολογικούς ισομορφισμούς της έκφρασης με τη θεία φώτιση. Εντός του αιδοίου συσπάται το ανδρικό μόριο και παράγει πρώτη ύλη για τη δημιουργία πιστών ορθοδόξων ή μη. Με τον ίδιο τρόπο παράγεται θεία φώτιση εις το μυαλό του ιερέα. Βεβαίως όπως η κατσαρόλα χρειάζεται το καπάκι της για να βράσει το ζουμάκι έτσι και η κούτρα του απεσταλμένου του Κυρίου χρειάζεται το καπέλο της για να πάρει χόχλο η θεία φώτιση. Πολλοί αδαείς και άθεοι πιστεύουν πως η θεία φώτιση είναι φόλα, μα υπάρχουν πειστήρια. Δάχτυλα, πόδια, μύτες και τσουτσούνες αγίων που δεν έλιωσαν πιστοποιούν το γεγονός της φώτισης. Λαμπροί επιστήμονες ερευνηταί εις ινστιτούτα ανά την υφήλιο κάνουν τις ανακαλύψεις των ύστερα απ’ την επίσκεψη της θείας φώτισης. Γενικώς οι φωτισμένοι άνθρωποι φέρουν άνωθεν της κεφαλής φωτοστέφανο που επίσης προσομοιάζει με μουνί, αλλά λόγω κακόηχης εκφοράς αντί να πούμε μουνί φωτοστέφανο λέμε μουνί καπέλο. Βεβαίως η έκφραση αυτή παραπέμπει και σε αιδοίο έτοιμο προς γάμευση ή σε λαϊκή αποστροφή απευθυνόμενη στον υπουργό οικονομικών εντός του κοινοβουλίου: τάκανες μουνί καπέλο. Δηλαδή τα γάμησες όλα. Φανερώνοντας φυσικά τον αδέξιο και ξενέρωτο εραστή που με τη σκέψη και μόνο της διείσδυσης έχυν έχυν, που λέει και το δημώδες άσμα. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πως η έκφραση χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να εκφράσει φάρδος, μα είναι αστήρικτες παντελώς. Οι μεταφορές άλλωστε έβλαψαν τη γλώσσα ανεπιστρεπτί, γι’ αυτό επιστρέψαμε ασμένως με ειλικρινή ευγνωμοσύνη στην κυριολεξία. Ας κάνουμε λοιπόν πέρα την υποκρισία της μεταφοράς. Ας βυθίσουμε ως τολμηροί ξιφίες τη λόγχη της ερμηνείας μέσα στην κοιλιά της φάλαινας-γλώσσας. Δηλαδή του υπερμεγέθους φαλλού. Και ας αφουγκραστούμε τη θεία φώτιση του αρχιμανδρίτη ή του πάπα, που ως θεόρατο φαλλικό κτέρισμα της Δήλου διεισδύει με το κεφάλι-βάλανο στην αρχιερατική του μήτρα.

Οικογενειακές αξίες

oik papandre

(με αφορμή την εργατική πρωτομαγιά που τη μαγάρισαν οι ΑΞΙΕΣ και οι ΘΕΣΜΟΙ)

Οι οικογενειακές αξίες είναι ο σκελετός που βγάζει η εξουσία απ’ το μπαούλο της.

Είναι ο μπαμπούλας ενός λαού που πάει να ορθοποδήσει, όχι με τα κλασμένα μαρούλια της ορθοδοξίας, της πατρίδας και της οικογένειας αλλά με την εργασία.

Τη δημιουργία ενός κήπου που θα βγάζει φαΐ κι όχι χαρτονομίσματα.

Τη δημιουργία ενός κήπου όπου θα ανθίζουν όλα τα λουλούδια.Κι όχι οι μεταλλαγμένες πολιτικές οικογένειες εξ Αμερικής. Απ’ τα εργαστήρια του ντόκτορ μάρκετινκγ. Από εκεί που σερβίρουν σοσιαλισμό με τη σέσουλα αλλά κατά βάθος υποκρισία και αμοραλισμό.

Από εκεί όπου ο οργασμός καταφθάνει μόλις ανοίξουν οι πόρτες των πολυκαταστημάτων. Από εκεί όπου ο Φρέντυ Κρούγκερ ως δαίμονας πριονίζει το όνειρο του νοικοκύρη.

Οι οικογενειακές αξίες φοριούνται όλες τις εποχές και από όλα τα καθεστώτα. Κατά βάθος το ένα και μοναδικό καθεστώς, αυτό που σε θέλει καταναλωτή και γαμπρό στο νυφοπάζαρο του Σαββάτου. Όχι γαμπρό από ανάγκη αλλά από ακραίο ναρκισσισμό. Γιατί πρέπει να δείξεις στο γείτονα ή στον μπατζανάκη πως είσαι πιο μάγκας απ’ αυτόν. Πιο κιμπάρης και πιο αρχιδάτος. Και για να δείξεις όλα αυτά θες λεφτά και κάρτες και δάνεια και επιδοτήσεις.

Μέσα στη δεκαετία του ογδόντα άρχισαν να μας επισκέπτονται ξανά οι οικογενειακές αξίες. Την ίδια στιγμή που η αγία οικογένεια υπέγραφε το θάψιμο της παραγωγής στη χωματερή. Την ίδια στιγμή που έσκαβε το λάκκο των ηλίθιων οπαδών της που θαμπώθηκαν απ’ τις αξίες και τις μελιστάλαχτες μαλαγανιές.

Οι οικογενειακές αξίες ήρθαν μετά το, ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο και μετά απ’ το, Φονιάδες των λαών Αμερικάνοι.

Οι οικογενειακές αξίες ήρθαν για να γλυκάνουν τις εξαγορασμένες συνειδήσεις. Για να ανανεώσουν το πολιτικό προσωπικό και να φέρουν την Αυριανή στο προσκήνιο.

Ο τίμιος πασόκος οικογενειάρχης χέζοντας μέσα στο μαυσωλείο των οικογενειακών αξιών διάβαζε με θρησκευτική προσήλωση τη θεόσταλτη Αυριανή που έκοβε φέτες κάθε αποσυνάγωγο και κάθε αντιφρονούντα. Εκεί που ζυμώθηκε η ψυχή του νεοέλληνα και όλος ο βόθρος με τα σκατά που άνοιξε το οδόντα εννιά.

Η δεκαετία του ογδόντα ήταν ένα μεταίχμιο και μια ευκαιρία της κοινωνίας να προχωρήσει μπροστά. Να δημιουργήσει και να ευτυχήσει. Κι αντί για γνώση και αλήθεια ξέπεσε στον ανταγωνισμό και στην υποκρισία. Αντί για αισθητική και ομορφιά ξέπεσε στην πλαστή καλοζωία.

Η μαζική παράκρουση απαιτούσε αυτόν τον αποπροσανατολισμό. Όλοι πίστεψαν πως θα τα οικονομήσουν. Πως θα γίνουν κεφάλαιο. Οι αγώνες κακοποιήθηκαν και γίνανε επέτειοι για να μαλακίζονται κάτι κωθώνια αχυράνθρωποι υπουργοί, βολεμένοι στην καρέκλα τους, αφού προμήθευαν γκόμενες τον αρχηγό. Τον θεματοφύλακα των οικογενειακών αξιών. Το μέγα καυλιάρη που σαγήνευε τα πλήθη με τα σημαιάκια και τις καραμούζες. Άτομα στερημένα σεξουαλικά που κατέβηκαν απ’ τα χωριά τους στην Αθήνα για να βρουν μια δουλίτσα και να γαμήσουν. Να λουφάξουν μέσα στην ανωνυμία που τους πρόσφερε την ελευθερία που στερήθηκαν στο χωριό τους.

Η καθολική τάση για πλαστή ευημερία και εύκολο πλουτισμό διατήρησε την εύρυθμη λειτουργία των μηχανισμών, όχι όμως την αλήθεια και την ομορφιά. Γιατί η ομορφιά καταστράφηκε απ’ την αντιπαροχή και η αλήθεια απ’ την αλαζονεία.

Απ’ τον εθνάρχη και το γέρο της δημοκρατίας που εκμεταλλεύτηκαν τις πληγές του εμφυλίου για να μαντρώσουν τον κόσμο, περάσαμε στον ηγέτη που σαγήνεψε το μαντρωμένο λαό. Κι από εκεί στο γιο του που ήρθε να γιατρέψει τις αμαρτίες του πατρός του με ΔΝΤ. Με σκληρή λιτότητα, με καταστολή και κοινωνικό αυτοματισμό.

Η οικογένεια Παπανδρέου κρατάει επαξίως τα σκήπτρα των οικογενειακών αξιών. Ακολουθούν κι άλλες σπουδαίες οικογένειες. Καραμανλήδες Μητσοτάκηδες και σία.

Περήφανε ελληνικέ λαέ, αποσβολωμένε απ’ τις εξελίξεις, οι οικογενειακές αξίες σε πήραν φαλάγγι. Ο ωραίος καπιταλισμός πότε σε μαρκαλεύει με οικογενειακές αξίες και πότε με τη σπουδαία ευρωπαϊκή οικογένεια.

Μα σε τούτες τις σπουδαίες οικογένειες ο πατήρ διάολος όταν δεν έχει δουλειά γαμάει τα παιδιά του. Και τα παιδιά του είμαστε εμείς. Όταν ο πατήρ καπιταλισμός περνάει κρίσεις γαμάει εμάς. Με θεσμούς και αξίες. Με οικογενειακές και μη.

Ένδοξε ελληνικέ λαέ φάε σκατά, κερνάνε οι αξίες. Οι θεσμοί.

Αφοδεύοντας πριν τη δουλειά

afo

Ξανά και ξανά στο Σαίξπηρ η τελευταία πράξη είναι γεμάτη μάχες. Όλες οι ιδιωτικές υποθέσεις ξετυλίγονται μεγαλοπρεπώς. Ο θεατής παρατηρεί τις συγκρούσεις μέσα απ’ το εύθραυστο τσόφλι της καλοζωίας του. Ο θεατής είναι παροπλισμένος αλλά και παντοδύναμος. Μπορεί να πάρει έναν υπνάκο ή να στοχασθεί περί της οδυνηρής διαδικασίας των συγκρούσεων και του ζόφου που ξεμπουκάρει απ’ αυτές. Ο θεατής πηγαίνει στην τέχνη σαγηνεμένος. Πηγαίνει στα στρατόπεδα συγκέντρωσης θεατών όχι για να συνουσιαστεί ή να ερωτοτροπήσει, αλλά για να παρακολουθήσει και να υπνωτιστεί. Για να αποκοπεί απ’ το διπλανό του και να ζήσει μιαν οριακή φαντασίωση. Να βγει έξω απ’ το πετσί του και να ονειροπολήσει η να πονέσει υπό την επήρεια της εκλεπτυσμένης βραδύτητας που του επιτρέπει η πλοκή. Η εξουσία δηλαδή του συγγραφέα. Μα ο συγγραφέας είναι απότοκος της εξουσίας και του ποιητικού ακτιβισμού που αυτή υπαγορεύει στους Υποτελείς. Είναι ο τυπάκος που διδάσκει κομφορμισμό και διαλεκτική συναισθήματος. Είναι ο μάστορας που θα σερβίρει το φεγγαράκι στο πιάτο. Είναι ο σκηνογράφος της αιώνιας σφαγής. Ο πλάστης συνειδήσεων που ξέπεσαν στον αμοραλισμό της πολιτικής ορθότητας. Έχει από πίσω τον εκδότη και τον παραγωγό. Την ακαδημία και το μάνατζερ. Τον πιο σφοδρό λογοκριτή της ουσίας. Ο μάνατζερ σήμερα διοικεί τους λαούς και τις υπάκουες ψωλές του. Ο μάνατζερ διοικεί τη χώρα μας και τις χώρες των άλλων. Ο μάνατζερ στρατολογεί απατεώνες και ηλίθιους που διψάνε για το σανίδι. Για το προεδρικό μέγαρο για τη Λυρική για το υπουργείο δημόσιας τάξης. Ο μάνατζερ που μανατζάρει τα λεφτά των πλουσίων και θέλει αποδόσεις και τίποτε άλλο δεν είναι ο συναισθηματικός ευαίσθητος φλούφλης που μαλακίζεται με την ελπίδα των υποτελών και τις κατουρόκαυλες στελεχών που την πιο σαδιστική εκδοχή της σοσιαλδημοκρατίας τη βάφτισαν αριστερά και συνιστώσες του κώλου. Γιατί μονάχα ο κώλος έχει συνιστώσες. Κι η συνισταμένη των συνιστωσών είναι μια ζεστή κουράδα. Κι ο ματατζής κάνει διάλειμμα για κακά του και ξανά προς τη δόξα τραβά.

Περιστατικό στην εθνική

LOVEHURTS

Εριστική, σχεδόν νυχτόβια νυφούλα
Ακράτα Κόρινθος
Λήγουσα παραλήγουσα
Κατούρημα εκεί αέναο στην άκρη του θεού
Με τέχνη το βρακί σου κατεβάζεις
Ξοπίσω χνώτο αφήνεις σφύριγμα
Ο αχινός σου κάργα απόκρυφος
Τόσο ορθωμένος
Τόσο απεταξάμην
Τόσο ο ζόφος του φωτός
Τόσο τα alarm ευλαβικά ιριδίζουν
Εμένα τον κλητήρα σου
Το συναξαριστή σου
Το σκλάβο σου
Το σκοτωμένο σου ελαφάκι για το τίποτα

Αμβρακικός ή Λίτσα όλο χυμούς

tarkay_57802_3

Αφού σε είπα Πρέβεζα
ζεύξη
υπόγεια σήραγγα
ακροτελεύτιο Άκτιον
κόρη Αμβρακικού ξεβράκωτη
όμορφη Κάτια έγκαυλη κομμώτρια.
Αφού σε είπα Λίτσα όλο χυμούς
απ’ το υπογάστριο και κάτω
τώρα υποκλίνομαι
δια τέσσερα
επί τέσσερα
στα τέσσερα.
Λίγο πιο κάτω απ’ την Άρτα
εις την οδό γκρεμών
εις την οδό ρηγμάτων.
Λίγο πιο κάτω απ’ το αντάμωμα της γλώσσας με το έρεβος
λίγο πριν των ουρλιαχτών η επέτειος αφρίσει
και πάρει χόχλο ο πυρετός μες τα ρουθούνια
όλο σπιρτάδα ανεβάζοντας
παπαδάκια εξαπτέρυγα ζουμιά
μες την πληβεία μήτρα.
Αχ! ο νάρκισσος φαλλός μητροπολίτης
ο καυλωμένος τράγος που απόθεσε
στα γόνατά της σπέρμα
και στους γοφούς ξενύχτι σερνικών
μουσκεύοντας τα τέμπλα.
Αφού σε είπα έγκλειστη αδένων
κόλπο κλειστό που μέσα σου
χαώδες χύνουν υλικό ο Λούρος και ο Άραχθος.
Εκεί στο δέλτα σου εκεί στις ανεμώνες
που οι Κένταυροι μαζεύονται και ζητιανεύουν σώμα
βουλιάζοντας μες το λασπώδες όρυγμα
τις Θεσαλλές οπλές τους που ξεσάλωσαν.
Πάντα ασελγώντας
δια τέσσερα
επί τέσσερα
στα τέσσερα.

Όταν τα κοκόρια παίζουν μπάλα

ta kokor

Είμαι βαθύτατα ανιθρησκειακός. Δηλαδή εναντίον της θρησκείας. Όχι φυσικά εναντίον του θεού της θρησκείας που είναι μια μπαρούφα και τίποτε άλλο. Γιατί δεν μπορείς να προσδιορίζεσαι με βάση τη μπαρούφα. Είτε θετικά, είτε αρνητικά. Είμαι εναντίον του θρήσκου που είναι και βαθιά θρησκόληπτος και βαθιά μονομανής. Ο θρήσκος είναι υποχείριο του θεού του, και επειδή δεν υπάρχει θεός ο θρήσκος είναι υποχείριο του ιερατείου. Είναι έτοιμος κιμάς για μπιφτέκια. Την προσευχή του που είναι μια βαθιά ιδιωτική πράξη, την επιβάλει ως κοινωνική, με το φονταμενταλισμό της κρατικής μηχανής που είναι κατοχυρωμένος συνταγματικά. Φυσικά και δεν θίγεται κανείς από όποιον πιστεύει σε οτιδήποτε εντός της οικίας του και εντός της κούτρας του. Όταν όμως κάθε μαλακισμένη πίστη καταλαμβάνει χώρο μέσα στην κοινωνία, η κοινωνία γίνεται υπηρέτης της και θεραπαινίδα των ανοργασμικών της οργασμών. Γίνεται η κούρνια κάθε ανορθολογισμού. Με όλη την παρδαλή αμεριμνησία της επιτίθεται τυφλά και με κάθε μέσο στη ζωή. Γιατί η αληθινή ζωή δεν έχει θαύματα. Γιατί το θαύμα αντιπροσωπεύει την πιο δολερή αισχρότητα. Τη σαγήνη πριν το μαρκάλεμα. Τα ωραία διδάγματα των θρησκειών είναι η πέτσα του τέρατος. Από μέσα έχει μόνο πύον και σκατά. Και βεβαίως πολλά λεφτά για τους απατεώνες και τους φακίρηδες. Για το ιερατείο που στηρίζει το κατεστημένο. Για το ιερατείο που είναι πνιγμένο στο χρυσό και τις ιερές μερσεντές. Για το ιερατείο που περιμένει τις κρίσεις για να πάρει δύναμη. Διότι ένα αποδυναμωμένο κράτος πρόνοιας θέλει τον παπά και τον επιχειρηματία. Θέλει το συσσίτιο και τις καινοτόμες δράσεις. Θέλει τους γελωτοποιούς για να τροφοδοτούν τον άρτο και τα θεάματα. Απ’ τη σκατίλα της Δεξιάς στον μικροαστικό αριστερό μποβαρισμό. Αφεντικά και δούλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε. Το ίδιο θεϊκό χέρι μας γαργαλάει τ’ αρχίδια και μας πασπατεύει το μουνί. Γι’ αυτό δώστε την τσόντα στο λαό, την ελπίδα, την ηρωίνη και τη θεία φώτιση.

Η Αμερικάνα Φίλη

LydiaLGalleryAnnieSprinkle_zps1eab016d

δεν ξέρω αν
πιο πρωκτικό το λήμμα Θάνατος
ή το σουφλί της μοίρας
πως ξαφνικά όλο χαλβά με μπούκωσες
κι όλα τα περί Ισλανδίας και Κροστάνδης
κι όλα τα μαλθακά χαδάκια σου
τα πήρε πίσω η Μούσα των λυγμών
η Αμερικάνα φίλη
που βλάστησε απ’ το στόμα της οχλοβοή εραστών
κι απ’ το αιδοίο της ξεμπούκαραν
βαρβάτοι καστανάδες
διακορευτές εγγράφων
τσούπες γδυτές
μπρος στις ορέξεις της βαρύτητας
πιο βλοσυρές κι απ’ την υγρή βανίλια
πιο μονορούφι κι απ’ τη Λίντα Λάβλεϊς
πάντα μιγάδα στα καπούλια
πάντα στις ρόγες Παναγιώτα των Αγράφων
πάντα στα χείλη Κρεολή

Ωδή στη νοικοκυρά Μαρία Π.

Samoidentyfikacja-1980

Ναι, σε συμφέρει η τηλεόραση
Έθνος αναποφάσιστων
Έθνος απόστρατων λυγμών
Κορμάκι εκεί στην άκρη των σκιών
Νοικοκυρούλα απ’ το μπαλκόνι σου που βλέπεις παρελάσεις
Πλυντήρια πιάτων αλαλάζοντας
Πατώντας τα πονεμένα σου κουμπιά
Νοικοκυρούλα μου που κλαις όταν περνάει η μπάντα
Και μες το χάος πάλι ξεκουράζεσαι απ’ τη δούλεψή του
Κρύβοντας το γαλανό ουρανό μες το ζεστό μουνάκι σου

Γιουχάισμα του ποιητή

24-27_retro_collage

να την πάλι μπροστά μου η λέξη σπλήνα
η λέξη κερασφόρος
η αυγή που σπαρτά τα ανόσια κυνήγια
έξω απ’ το μπαρ καθαρογράφουν τα λιοντάρια
υπόλοιπα χασμουρητού
ρομαντικά στιχάκια νεαρών λελέδων
λαϊκά
άσθματα όχι άσματα

αύριο πλασιέ της άνοιξης ο ποιητής
αύριο σταθμάρχης σε μπουτάκια ροδαλά
μα σήμερα αλκοολικός και φαντασμένος
να κατουρά μπύρα ουίσκι στο κορμάκι της νυκτός
προβατάκια να μετρά και να κοιμάται άδειος
όλο σκέψεις για το υπερπέραν
σαν βρέφος τυλιγμένο με μπετό
τυλιγμένο με της μανούλας τα λαμπρά ηλεκτρονικά σκουπίδια

να την πάλι μπροστά μου η λέξη Μήδεια, μανούλα
οι ορθωμένες κλειτορίδες κοριτσιών

ω! πάνω σε Zundapp πάνε τα κορίτσια στο γιαλό

Βάθος αιδοίου

bath

Πως με φαντάστηκες απόφοιτο του Γέιλ
Έπαρχο Σαμαρκάνδης
Ήλιο που εγέννησε τ’ αυγά του μες τις λάσπες
Πως με φαντάστηκες αιμόφυρτο λοχία σε παρέλαση
να σπαρταρώ στα σκέλια σου
να λέω πως χνούδιασε ο τόπος στα Οινόφυτα
κάτω απ’ τον αφαλό της νήσου Θεσσαλίας
να λέω ωδές
να βράζω το ζουμάκι της νυφούλας μου
Πως με φαντάστηκες στυγνό διορθωτή με το ξυράφι μου
να χαρακώνω ελιές και να ζυμώνω λέξεις
ζήλιες της ερωμένης
κρίνα
οιδιπόδεια
και γελασμένες τσούπες
Πως με φαντάστηκες Μωάμεθ πορθητή και λήσταρχο Νταβέλη
Πως με φαντάστηκες δαφνόφυλλο ν’ αχνίζω
σε φακές της Εγκλουβής
Πως με φαντάστηκες πρόχειρο διαγώνισμα χημείας
να λέω πόσο αλκαλικό είναι το σάλιο σου
πώς τα υγρά σου εκτοξεύονται ψηλά σαν τα χαλκούνια
όλο ρινίσματα φαλλού
μπαρούτι φιλημένο από καύτρα λιμασμένη
χύσιμο αβέρτα κατά πάνω στους πιστούς
στην κεντρική πλατεία οργασμών
στην κεντρική πλατεία καυλωμένων
στην κεντρική πλατεία Αγρινίου
εκεί που συναντιούνται οι επιτάφιοι της κάθε ενορίας
μήτρες θεόρατες που παν ντουγρού στον Κάτω Κόσμο το φαλλό
λίγο πριν έρθουν νύμφες αλαλάζοντας για να τον αναστήσουν
όλο γλυψιές
όλο ελιγμούς
χορεύοντας με ατάκτους φλοίσβους και αφρούς
προσφέροντας
βάθος αιδοίου μυροφόρου
βάθος κολάσεως νυν και αεί
και εις τους λαγόνας

Ενός λεπτού υγρή

ikop

Σχεδίασα λυγμό ο βάρβαρος, εγώ
ώρα καταστημάτων
ώρα που η γλώσσα της η δούλη του θεού έγλειφε πάστα.
Ζουλάπι εγώ κι αυτή μια καταβόθρα
μιαν ερωμένη όλο χείλη και βυθούς
ίδιο ανάχωμα εραστών
γύφτων που άφησαν την τελευταία τους πνοή στον αφαλό της
σε πανηγύρια
οι αλητάμπουρες νεκροί
πάντα προξενητές Κυκλάδων
πάντα εγκέλαδοι
ταμπουρωμένοι στα Ταμπάχανα
πάντα με δόντια και μαλλιά και αστροπελέκια
μπλεγμένα εκεί στα μπούτια της
στο τάμα που αφήσανε στην Τήνο
κι έπειτα με το πλοίο της γραμμής
τραβώντας μαλακία στο κατάστρωμα
κουφέτα ψωμοτύρι
κι άγριο παραθέρισμα στα χνώτα του πελάγους
στα χνώτα μιας ξανθιάς αλλοδαπής ξεροψημένης
ω! έμπνευση σχεδίασα ολονύχτιο λυγμό
δόκανα της αγάπης
να πιάσω αυτή τη μπέιμπι σίτερ των σπασμών
αυτή την Άπω Ανατολή
ω! μέσα της θα με βρουν θεέ τα περιπολικά
τα ξημερώματα
μέσα της δια παντός
αφού υπήρξε αυτή για μένανε
ενός λεπτού υγρή
ενός λεπτού δαμάλα

Φάε με

fae me

Δαιμονισμένος είμαι στρατηγέ ως το μεδούλι
ελευθέρας βοσκής ερωτικό σφαχτό μιανής.
Κι εσύ χασάπη σφάξε με όσο γλυκά μπορείς
βάλε με στη βιτρίνα ως νυμφίο, στο τσιγκέλι.
Να με αγοράσει Αυτή, η Μούσα των παθών
και να με ψήσει, να με φάει με μπόλικο κρασί
και λαγνική σαλάτα, μαρούλι από τον κήπο της
κρεμμύδι απ’ το βυζί της λαδάκι απ’ τα
σπλάχνα της αλάτι απ’ το μουνί της. Αρνάκι
άσπρο και παχύ υπήρξα κάποτε τώρα
καυχιέμαι ως εραστής στο εντεράκι της.
Ω ναι, σε χόρτασα καλή μου, λίπος χοληστερίνη
πρωτεΐνες. Καύλα ως τα έγκατα σε χόρτασα
ψυχή ξεροψημένη.

Ωδή για τη μπαλαρίνα Ζοζεφίν Βιτ

aktiv

Η γυναίκα θα σώσει τον κόσμο. Αυτή η γυναίκα που γιουχάρει τον έξω σάπιο κόσμο. Τους άντρες με τη σουβλισμένη καρδιά και το ειρωνικό γέλιο στις οδοντοστοιχίες. Τους ανθρώπους χωρίς φύλο που κάθε τους λέξη αντιλαλεί μια κραυγή μάχης. Η γυναίκα εκπληρώνει τις υποσχέσεις της. Επαναστατεί ενάντια στο θλιβερό κόσμο που τιμωρεί. Και η επανάστασή της δεν είναι οι έως απελπισίας παλινωδίες, οι γκρίνιες και ο καταναλωτικός οργασμός αλλά ο ερωτικός οίστρος. Η νεότητα που παίρνει φαλάγγι το γερασμένο κόσμο, που την παθολογική του μνησικακία την έκανε ιδεολογία και ακαδημαϊκό μάθημα. Η γυναίκα αυτή δε χρειάζεται την ελπίδα γιατί απ’ την κορφή ως τα νύχια είναι παντοδύναμη. Είναι το θηλυκό που εντελώς παραδομένο στη ζωή και την καύλα, απλά και οικεία, πυκνά και αδιάκοπα σε αγκαλιάζει σαν χιονοστιβάδα. Και το αγκάλιασμά της παρόλο τη φαινομενική ηδυπάθεια του ακτιβισμού, είναι τανάλια. Είναι τανάλια που σου σφίγγει τις ρόγες και σου τραβάει το πετσί. Είναι η θεϊκή παρέμβαση της μήτρας που δε την μαγάρισε ο Ντράγκι. Που δεν την κατούρησε ο Μοσχοβισί. Που δεν τη στρίμωξε στο λουτρό ο Στρός Καν για να τη γαμήσει. Τα όπλα της είναι τα υγρά της και το μυαλό της και η εργατική της δύναμη, που δεν την παζαρεύει με τους χίτες του ολοκληρωτισμού των αγορών. Ο διάφανος λόγος. Όχι οι φιοριτούρες, οι διαπραγματεύσεις και οι πουστιές. Η πόζα και η αμερικανιά. Είναι η παίχτρια που ολοένα στοχάζεται πάνω στη φιγούρα της, έχοντας για κέντρο βάρους όλων των πράξεων το κορμί της. Η σκέψη της αποποιείται κάθε φαινομενικότητα ασφαλείας και τίθεται στη διάθεση της κίνησης. Πόσοι ξέρουν στ’ αλήθεια τι σφαγείο είναι η ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα και τι δήμιοι είναι οι αξιοσέβαστοι τραπεζίτες! Πόσοι έχουν πάρει χαμπάρι πως το μεγάλο ευρωπαϊκό μαντρί ξεπλένει χρήμα και ξεπαστρεύει λαούς. Πόσοι νιώθουν την καύλα αυτής της κοπέλας που λέει την αλήθεια και δεν την νοιάζει να πάρει ένα όπλο για να ξεκάνει αυτό το χέστη που θέλει αίμα και ευρώ. Αλλά φωνάζει: θεριακλήδες μαλάκες ξεσηκωθείτε, δείτε πως μπορώ εγώ η αδύναμη ύπαρξη, το ασθενές φύλο να τα βάλω μ’ αυτόν εδώ τον ξεκολιάρη που φοβάται τον ίσκιο του κι εσείς του κάνετε τεμενάδες. Δείτε πως ρίχνω στη μούρη του κομφερί και πως μπορώ να βάλω στον κώλο του δυναμίτη. Χάνοι της ανθρωπότητας και χαμένοι μέσα σε ωράρια και καθήκοντα, εσείς αρχάγγελοι της μετριότητας με τις πατρίδες σας και τις θρησκείες, σας προσφέρω το χαμόγελό μου και την αδέσποτη καύλα μου, λίγο πριν κάνετε το τελευταίο βήμα προς το γκρεμό. Φάτε σκατά και χέστε ευρώ. Κερνάει ο Ντράγκι.

Εντόσθια και λοιπά και λοιπά

kail

Οι σφαγμένοι άνθρωποι και οι πνιγμένοι άνθρωποι-Κύριε Πόθε των Δυτικών για κυριαρχία και Κύριε εραστή του Φράχτη και της τιμωρίας-δεν είναι ούτε χριστιανοί ούτε μουσουλμάνοι, αλλά σφαγμένοι. Δεν έχουν ιδιοτροπίες, αδυναμίες, ταυτότητα. Δεν έχουν πάθη και δεν είναι ούτε ένοχοι ούτε αθώοι. Μονάχα πτώματα. Πτώματα, πτώματα, πτώματα που έλεγε κι ο μακαρίτης ο Ηλίας. Και δεν είναι φυσικά φαινόμενα οι δολοφονίες, Κύριε καπιταλισμέ που σε βάφτισαν Αγορά και Κύριε Ιμπεριαλισμέ που σε βάφτισαν παγκοσμιοποίηση, για να μην τρομάζουν οι μικροαστοί εν Χριστώ αδερφοί απ’ την ξύλινη γλώσσα.

Ο διάβολος μέσα μας

bok

Υπήρχαν αυτοί που κορόιδευαν το Βοκάκιο για το πάθος του για τις γυναίκες, συμβουλεύοντάς τον να φροντίσει να βρει ψωμί για να χορτάσει την πείνα του ψάχνοντάς το στα παραμύθια, δηλαδή στις ψευδαισθήσεις. Μα ο Βοκάκιος αφηγείται τις σαγηνευτικές κινήσεις ανάμεσα στα φύλα. Την ατέλειωτη επανάληψη του παιχνιδιού που είναι αποτέλεσμα της φυσιοκρατίας. Ο έρωτας είναι η τρέλα που σε οδηγεί να ακολουθείς την ανίκητη έλξη μέσα από τις σκιές της εξαπάτησης, αλλά αυτή η τρέλα συγχωνεύεται στη φύση και στο παιχνίδι του κόσμου. Χωρίς μύθο και διήγηση δεν υπάρχει καύλα. Και χωρίς καύλα δεν υπάρχει έρωτας. Υπάρχουν πλαστικά υποκατάστατα, δίκτυα και εξ αποστάσεως απολιθωμένη ηδονή. Εγωισμοί και πετσοκομμένα αιδοία. Μουχλιασμένες και μαραγκιασμένες ψωλές πεταμένες στη χωματερή του νοικοκυριού. Η φύση είναι πιο δυνατή από κάθε παπαδίστικο υπολογισμό. Από κάθε στέρηση κι από κάθε φίμωτρο. Ακόμα κι ο πιο ακραιφνής ζηλωτής του μοναχισμού θα τραβήξει τη μαλακία του. Θα κάνει κακούς λογισμούς, τουτέστιν θα καυλώσει. Η ηδονή των εραστών γίνεται ενδόμυχη ηγεμονία, που δεν υποβάλλεται στην αυστηρότητα της συνειδησιακής γνώσης και στους κανόνες και στις εντολές από άνωθεν. Δηλαδή απ’ την εξουσία που δένει τα κουτάβια της απ’ τα επαναστατημένα καυλιά. Το μέλημα όλων των ευσπλαχνικών θρησκειών είναι να τροχίσουν τον πούτσο των πιστών. Να τον κάνουν εργαλείο κυριαρχίας και επιβολής κι όχι όργανο ευχαρίστησης. Να τον κάνουν αφέντη και δικτάτορα και πάστορα και αρχιεπίσκοπο και πάτρωνα της επιθυμίας και αξιοσέβαστο νταβατζή. Οι βαρβάτοι ερωτικοί ποιητές και ερωτογράφοι χρησιμοποίησαν πάντα την ποίηση ως μυστική συμμαχία με τη γυναίκα. Ανοίγοντας πάντα με τον πλέον φυσικό τρόπο τα απόκρυφα δωμάτια της καρδιάς. Αυτά που καταδίκαζαν τα κατεστημένα στη μούχλα και την αγαμία. Τις μοναχές που μιλάνε για τον έρωτα με τον πιο συνωμοτικό τρόπο ξέροντας πως όλες οι άλλες γλύκες του κόσμου δεν είναι τίποτε σε σύγκριση μ’ αυτήν που νιώθει η γυναίκα μ’ έναν άντρα. Και η Madonna Filippa, που κατηγορείται για μοιχεία, πείθει τους δικαστές ότι δεν έχει διαπράξει τίποτε κακό βάσει του εγχειρήματος ότι ο έρωτας είναι νόμος της φύσης και δικαιολογεί το ορμέμφυτο και κατά συνέπεια δικαιολογεί τις συζύγους που ανακουφίζονται και εκτός συζυγικής κλίνης. Και είναι αυτή που, μη θέλοντας να πετάξει το σώμα της στα σκυλιά, της φάνηκε σωστό να έχει εραστή. Θα πρέπει κάποιος κάποτε στο μέλλον να γράψει για τις γυναίκες που κατέστρεψαν οι θεούσες, οι βδέλλες του εκδικητικού θεού και οι παράφρονες κατηχητές που την εφαρμοσμένη διαστροφή τους την εξαπέλυσαν σε άγουρα κορμάκια. Οι ερωτικοί ποιητές βρίσκονται πάντα εδώ για να διώξουν τη μελαγχολία απ’ τις γυναίκες. Για να ξεγελάσουν το χρόνο σε μια περίοδο σεξουαλικής πανούκλας που είτε σου στερεί το γαμήσι είτε σου πουλάει ακριβά τη μινιατούρα του.

Οδηγίες για το νεκροθάφτη μου

est

Ω νεκροθάφτη μου, εσύ
καθώς θα ισιάζεις τα παπάρια μου στην κάσα
Και θα μιλάς με το θεό στο κινητό
πρόσεξε
μην τσαλακώσεις το λευκό μου το πουκάμισο
μην πάει άκλαυτη η ματαιοδοξία τόσων συγγενών
τα έξοδα
οι λύπες
τα στεφάνια
η τρύπα από γαρούφαλλα
τα ήθη των νεκρόφιλων πιστών
η μέθη εμού που άφησα
την τελευταία μου πνοή στην πρωινή μου στύση
ω jesus christ με τη Μεγάλη έγειρα Αρκούδα
κι αποδήμησα εις τα χάη

Δεύτε λάβετε Φως

safe_image

διήγησις Αγίου Καλαβρύτων και Μουσουνίτσας δια τη Οδύσσειαν του Αγίου Φωτός 

Ήτο μέρα βαριάς μελαγχολίας και σκοτοδίνης. Η πτήσις από Αθήνα είχεν καθυστέρησιν διότι ο άτιμος πιλότος έκανε μαγκιές εις την αεροσυνοδό με στόχο να την γαμεύσει εις αέρος. Ήμασταν κουρνιασμένοι σαν τσόνια 27 Πατριάρχες και 40 διάκοι εις το αεροδρόμιον των Ιεροσολύμων περιμένοντας τον μαλάκα να γαμήσει και να δεήσει κατόπιν να παραλάβει εμάς και το Άγιον Φως για τους Εν Ελλάδι αδερφούς μας, που το περιμένουν με τις λαμπάδες των και τας οικογενείας των, δια να γεμίσουν φώτιση τας ψυχάς των και τα καντήλια των. Αφού εδέησε ο ιπτάμενος εραστής απ’ το Μπογιάτι να προσγειωθεί εις το διεθνές αεροδρόμιον των Ιεροσολύμων δια να μας γλυκάνει και να μετριάσει τα μπινελίκια μας εκέρασεν τουλούμπες απ’ τα χεράκια του εν Χριστώ αδερφού Παρλιάρου Στυλιανού και μας ησπάσθη την δεξιάν. Βεβαίως πολλοί εξ ημών τραβηχτήκαμεν διότι νιώσαμεν αηδίαν απ’ τους γλυκασμούς του που εμύριζαν μουνίλα και γαλοπούλα καπνιστή. Κι αντί να σπεύσει ο άτιμος δια να αναχωρήσωμεν για την πατρίδαν ήθελε να μας κεράσει σάντουιτς με ριζότο και γίδα βραστή. Ο Άγιος Καρπαθίων και Κάτω Μουχρίτσας του έριξε ένα ξεγυρισμένο καντήλι. Ο πιλότος συνετίσθει και απεφάσισε να αναχωρήσει αμέσως. Απογειωθήκαμεν συγκινημένοι απ’ τους Αγίους τόπους ύστερα απ’ την σοβαρήν περιπέτειαν της καθυστερήσεως. Τοποθετήσαμε την λαμπάδαν με το Άγιον φως εις την business class και εδέσαμε τις ζώνες μας. Αφού εκάμναμεν το σταυρό μας δια να έχομεν πτήσιν ασφαλή ανοίξαμε το μπολ με τα κεφτεδάκια που είχε ετοιμάσει ο άγιος Αντιοχείας μαζί με άρτο και κρασί Ρομπόλα. Κάποια στιγμή ηκούσθει σαματάς και χριστοπαναγίες εκ των τεσσάρων θεματοφυλάκων διάκων της αγίας φλογός. Η ατυχία μας ηκολούθει ακροποδητί. Ω τι είχεν διαμειφθεί! Ο Άγιος Στουτγάρδης και Μέσης Αφρικής έβαλεν πιστολάκι δια να στεγνώσει την κοτσίδα του που είχεν κρατήσει υγρασίες απ’ το πρωινό λούσιμο και έσβησεν ακαριαίως το Άγιον Φως. Πανικός και σκηνές αλλοφροσύνης. Τι θα πάμε τώρα πίσω εις την πατρίδαν μιαν σβηστή λαμπάδα με τον Γκούφη! οποίαν ντροπή! Ζόφος εκατέκλυσε την αεροκαμπίναν. Ο Άγιος Συμεών εκ Πάργας Θεσπρωτίας ενόμισεν πως πέφτωμεν διότι ο άτιμος πιλότος αερογαμεί και εβγήκεν αλλόφρων εκ της τουαλέτης με τα ράσα ως τον αφαλόν και τον κούραδον ετοιμοπόλεμον. Κοινώς τα κάμναμεν σκατά και αφού περιπαθώς επέσαμε εις δίνην μελαγχολίας ο Άγιος Περγάμου και Λιοσίων επέταξε μια μεγαλοφυή ιδέαν. Να ανάψωμεν τη λαμπάδα εκ νέου με αναπτήραν. Ακολούθησαν πανηγυρισμοί και ζητωκραυγαί δια την φαεινή ιδέα του. Ο Άγιος Ζωνιανών και Τήλου έβγαλε το τσακμάκι του και άναψε τη λαμπάδαν με σφοδρόν γέλωτα κάνοντας πλάκα αφού φύσαγε τη φλόγα και την ξανάναβε για να μας δείξει πως το πρόβλημα ελύθηκε και οι Έλληνες δεν θα μείνουν με τη λαμπάδα στο χέρι. Ακολούθησε πάρτυ με σιντί από λάιβ ολονυχτία στο Βατοπέδι. Ήτο μια αξέχαστη μεταφορά θείου φωτός εις την πατρίδα. Η ώρα έφτασεν. Το αερόπλοιον ετροχιοδρομούσε εις το Ελευθέριος Βενιζέλος και ένα σμάρι πιστών επλησίαζε το σκάφος με κατάνυξη προεξάρχοντος του πρωθυπουργού Αλεξίου Τσίπρα. Η πόρτα άνοιξεν και το Άγιον φως με τιμές αρχηγού κράτους έφτασε εις τα πάτρια Ελληνικά Εδάφη. Η μπάντα παιάνιζε. Η μυροβόλος Άνοιξις εσκόρπιζε το αεράκι της και οι πιστοί μετέδιδαν με θωπίαν το χαρμόσυνον μαντάτο. Ο Άγιος Ορχομενού και Οιχαλίας άναψε τη λαμπάδα του πρωθυπουργού και τον ησπάσθει τρις. Ο πρωθυπουργός κρατούσε τη λαμπάδα με το αριστερό του χέρι. Το πλήθος αλαλάζοντας εφώναξε: Θαύμα, θαύμα. Πρώτη φορά Αριστερά.

Η αιώνια σφαγή ή United Colors of Benetton

garisa_1

Όποιος νιώσει για λίγο στο πετσί του την Αφρική θα κλαίει με μαύρο δάκρυ για χίλια χρόνια. Την ώρα που οι ορθόδοξοι περιμένουν το άγιο φως, συνοδεία Ιερών Κουράδων εξ Ιεροσολύμων, με τιμές αρχηγού κράτους και την κατάνυξη να δουλεύει στο φουλ, η μισή Αφρική σφάζεται με τον πιο πούστικο τρόπο. Και είναι συνήθεια παλαιά των αποικιοκρατών να κρύβουν τα εγκλήματά τους κάτω απ’ το χαλάκι της ιστορίας, με ακόρεστη προπαγάνδα, πασπαλισμένη με κορώνες περί ελευθερίας και μπόλικη συνωμοσία σιωπής. Στο Κονγκό σφάξανε τον Πατρίς Λουμούμπα που αγωνίστηκε ενάντια στην ταπεινωτική σκλαβιά της αποικιοκρατίας. Οι σύντροφοί του βρέθηκαν δολοφονημένοι, φυλακισμένοι, εξόριστοι. Ο Αϊζενχάουερ έδωσε παραγγελία να βρεθεί ο Λουμούμπα σε ένα ποτάμι γεμάτο κροκόδειλους. Οι Βέλγοι τον εκτέλεσαν και τον πέταξαν σ’ ένα βαρέλι με θειικό οξύ για να σαπίσει. Χαλκός, κοβάλτιο, διαμάντια, χρυσός, ουράνιο, πετρέλαιο ήταν τα αγαθά που ήθελαν για να χορτάσουν τους χριστιανούς του πολιτισμένου κόσμου. Ο Λουμούμπα είχε πει πως κάποια μέρα η ιστορία θα πάρει το λόγο. Όχι η ιστορία που μας μαθαίνουν τα Ηνωμένα Έθνη, η Ουάσιγκτον, το Παρίσι ή οι Βρυξέλες. Στη Μοζαμβίκη οι Πορτογάλοι άφησαν αναλφάβητο για δεκαετίες ολόκληρες το ενενήντα εννέα τοις εκατό του πληθυσμού. Στην Μπουρκίνα Φάσο, τη γη των ενάρετων ανθρώπων-όπως την ονόμασε μετά τους Γάλλους αποικιοκράτες ο Τομά Σανκάρα-η παγκόσμια τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αρνούνταν τους πόρους για να βρούνε πόσιμο νερό στα εκατό μέτρα αλλά διέθεταν μυθικά ποσά για να σκάψουν πηγάδια τριών χιλιάδων μέτρων για πετρέλαιο. Οι κάτοικοι έπρεπε να διαλέξουν ανάμεσα στην κόλαση και το καθαρτήριο. Στη δεκαετία του πενήντα η παγκόσμια κοινή γνώμη πίστευε πως οι Μάου Μάου στην Κένυα χόρευαν αποκεφαλίζοντας Εγγλέζους, τους οποίους έκοβαν κομματάκια και τους έπιναν το αίμα σε σατανιστικές τελετές. Οι Δυτικοί έβρισκαν πάντα τρόπους για να βγάζουν λεφτά. Για να έχουν τη μπότα τους στο σβέρκο των λαών της Αφρικής. Μαζί με τους ιεραπόστολους, τους γιατρούς χωρίς σύνορα, τις ελεημοσύνες και την εκλεπτυσμένη υποκρισία για τα παιδάκια της Αφρικής έρχεται το απόλυτο κακό. Οι φανατικοί Ισλαμιστές, παιδιά των εργαστηρίων τρόμου της Δύσης. Σπουδαγμένοι εκεί που μαθαίνεις πώς να ρουφάς ανθρώπινο μεδούλι. Βιομηχανίες όπλων της πολιτισμένης Ευρώπης που κάνουν παιχνίδι. Που φτιάχνουν ωραία μωσαϊκά πτωμάτων για τους φωτογράφους. Για τη μπένετον, τους διαφημιστές, για τον παρδαλό Ευρωπαίο που γαμεί με κατάνυξη τον τρίτο Κόσμο. Αυτόν που έχτισε με τόσο τρόμο και τόσες σφαγές.

Οδηγίες για ένα ερωτικό τροπάριο της Κασσιανής

kas

Να πεις, αυτή, πως λάτρεψε φαλλούς,
κορμιά αμέσου δράσεως,
σβέρκο ανδρός που λύγισε το χνώτο του στ’ αυτί της.
Να πεις, πως είχε για χωράφι το κρεβάτι της.
Εκεί την έσπερναν οι εραστές.
Εκεί θηρία τρακτέρ όργωναν το κορμί της.
Εκεί κάτω απ’ του ήλιου τ’ αχαμνά
τη βόσκησαν ερωτικά βουβάλια.
Κάτι αρχηγοί λοκροί της κεντρικής Ασίας
εμάτωσαν τα σπλάχνα της με λύσσα.
Εκεί χορέψανε ζεϊμπέκικο στη μήτρα της οι Κύκλωπες.
Εκεί γαμήσαν φοιτητές επί πτυχίω.
Εκεί στον αφαλό της έπεφτε η ερωτική βροχή
και τα νερά της ξέχωναν τις μνήμες.
Ένα κουβάρι από λιοπύρια ανελέητα.
Οίστρος ακολασίας.
Ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας.
Μα πάντα ευλαβώς κι αλάργα η μοιχεία.
Η αγία Σελεστίνα με το λαιμό της κάτεργο ανδρών.
Κοψίδι αλαφιασμένο έρωτος.

Ω φιλτάτη πατρίς, αιδοίον,
πηδάλιον εσύ της ιστορίας.
Μην ψάχνεις λύτρωση. Σωτήρες, ρητορείες.
Ω βγες απόψε, γοερή εσύ, με τα εσώρουχα στον άμβωνα
γδύσου εκεί μπροστά στα πετραχήλια
πρόσφερε το μουνί σου στους πιστούς
να δεις πως θα σχιστούν τα βάραθρα,
να δεις πως θα βγουν απ’ τον Άδη τους τόσοι νοικοκυραίοι.

Μεγαλοβδόμαδο

stratos-kalafaths

Ανεβήκαμε στην Αθήνα μ’ ένα παλαιότατο στέισον βάγκον. Οδηγούσε ο Ήβος. Θα διαβάζαμε ποιήματα στη φιλολογική λέσχη Παρνασσός. Στο δρόμο σταματήσαμε στον Ισθμό. Ανάψαμε τσιγάρο και ρίξαμε πέτρα απ’ τη γέφυρα στο χαντάκι. Φτάσαμε στη Αθήνα μεσημέρι. Κατηφορίζοντας στην 3ης Σεπτεμβρίου στρίψαμε στη Βερανζέρου και χωθήκαμε σ’ ένα οβελιστήριο του παλιού καιρού με το καμένο λίπος και τους υδρατμούς να’ χουν κάνει στα τζάμια ψυχεδελικά σχέδια. Στον τοίχο είχε σε περίοπτη θέση κρεμασμένη τη φωτογραφία ενός τύπου που έμοιαζε με διοικητή χωροφυλακής κι ένα ημερολόγιο με θερμόμετρο. Ο Ήβος μου έδειξε με τα μάτια ένα γέρο απέναντι που έξυνε τ’ αρχίδια του με μανία. Πάνω απ’ το κεφάλι του η τηλεόραση έδειχνε τον πατριάρχη Ιεροσολύμων να πλένει τα πόδια ενός παπά σε μια λεκάνη. Ο γέρος μας είδε που τον καρφώναμε κι ήρθε κάθισε δίπλα μας. Χαμογελάσαμε και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια. «Σημαδεύω γλόμπους» μας είπε, «όταν τους σπάσω όλους θα πέσω να κοιμηθώ». Του είπαμε ένα ανέκδοτο που ακούσαμε στο ραδιόφωνο, τον κεράσαμε και φύγαμε. «Αυτός είναι ποιητής» λέω στον Ήβο φεύγοντας. «Παλαβός είναι» μου λέει.

Στην είσοδο του Παρνασσού μας περίμενε η κυρία Τασούλα Καραπάνου φιλόλογος και εκδότρια του περιοδικού Ασφόδελος. Μας είπε, θα διαβάστε το πολύ τρία ποιήματα ανέκδοτα και όχι πάνω από μια σελίδα άλφα τέσσερα. Ο Ήβος μου ψιθύρισε, «καλά ρε μαλάκα κάναμε εξακόσια χιλιόμετρα για τρία ποιήματα;». Καθίσαμε στην τρίτη σειρά εκεί που τέλειωνε το πλήθος. Οι ακροατές διάβασαν σχεδόν όλοι. Μια κοπελίτσα με ψιλή φωνή διάβαζε τα βιογραφικά των ποιητών. Φορούσε ένα κόκκινο παντελόνι και περπατούσε σα χήνα. Κάποια στιγμή σηκώθηκε ένας παππούς κι άνοιξε το παράθυρο. Τον κοιτάξαμε όλοι απότομα κι αυτός με στεντόρεια φωνή γύρισε και είπε, «μυρίζει ξινίλα διάολε».

Μετά κάνα τέταρτο άνοιξαν οι πόρτες και μπήκε στην αίθουσα υποβασταζόμενος από δυο κυρίες ένας παπούκας που είχε στο λάρυγγα ένα μηχανάκι. Τον προσφώνησαν ως επίτιμο. Χρύσανθος Καμχής, πρέσβης επί τιμή. Πατούσε το κουμπί και απήγγειλε σαν μέσα σε ντεπόζιτο. Μου θύμισε έναν ανάπηρο στην Αγία Ελεούσα που πουλάει λαμπάδες. Μετά σηκώθηκε έβγαλε έναν αναστεναγμό κι έφυγε απ’ την ίδια πόρτα. Σα να’ λεγε «άντε καλή αντάμωση στα θυμαράκια».

Ήρθε η σειρά μου. Η κυρία Τασούλα έκανε ειδική μνεία μιας κι ερχόμασταν απ’ την επαρχία ζητώντας απ’ τους παρευρισκόμενους να γίνει για μας μιαν εξαίρεση και να διαβάσουμε τέσσερα ποιήματα. Το πλήθος συναίνεσε με μιαν ελαφριά κλίση του κεφαλιού αλλά πετάχτηκε ο κύριος με το παπιγιόν λέγοντας «όχι, όχι τρία όπως και μείς, τι πάει να πει ήρθαν απ’ την επαρχία, κι εγώ απόδημος Έλλην είμαι». Ο κύριος κάθισε πάλι στη θέση του κι άρχισα τότε να διαβάζω τα τρία μου. Το δεύτερο ποίημα ελέγετο λαμπάδες για τάματα. Φάνηκε πως ο τίτλος ενθουσίασε το ακροατήριο. Άρχισα να διαβάζω.

Αλίμονο, θα’ ρθει καιρός, που
οι άνθρωποι θα χαίρονται τον έρωτα
και θα προσεύχονται μονάχα στα βυζιά και το φαλλό.
Οι κακογαμημένοι θα κλειστούν στα μοναστήρια τους
και θα τη βρίσκουν με νηστεία κι αυνανισμό.

Αλίμονο θα’ ρθει καιρός, που
οι άνθρωποι θα νιώσουνε βαθειά, πως
το μέγα θαύμα της ζωής
το ιερό αιδοίον το γεννά.

Τόποι λατρείας θα’ ναι τα κορμιά
και οι πιστοί για τάματα
θ’ αφήνουνε καυλιά
στο εικονοστάσι πάνω εκεί
στων γυναικών τα σκέλια τα γλυπτά
εκεί, που κατοικεί
η πάναγνη αγία ηδονή.

Πριν τελειώσω το διάβασμα καλά καλά μια κυρία που μισοκοιμότανε λίγο πριν πετάχτηκε σα να τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. «Ντροπή σας κύριε, μεγαλοβδόμαδο, ντροπή σας κι είστε κι από επαρχία».

Κρυφτό

krifto

Η λογοτεχνία είναι τα καλιαρντά των μηδαμινών, το απονενοημένο διάβημα της μονάδας προς το μεγάλο κοινό. Απελευθερώσου, λέει. Προστάζει με ηλίθιο ζήλο να φτάσεις εκεί που δε χρειάζεσαι τίποτε για να ζήσεις. Ούτε νίκες, ούτε ήττες, ούτε νικητές και μνημεία. Μονάχα γρύλλους και αραποσίτια και το ρεαλισμό του γαμησιού και μια διάθεση περιέργειας που θα κάνει το στεγνό βίο και τις αναποδιές ένα σπουδαίο ταξίδι στην κόλαση της ομορφιάς. Εκεί όπου θα εισχωρεί απ’ τα ανοιχτά παράθυρα και τις ανοιχτές πόρτες το ελκυστικό βοτανικό ιντερμέδιο της ζωής. Ρυθμικοί αρπισμοί με μυρουδιά λεβάντας, θηλυκά υγρά, δεντρολίβανο, βασιλικός, μυρτιά, κόπρανα γουρουνιού, μακρόσυρτες φράσεις, γυναικείες φωνές, μέλισσες, πεταλούδες και σιωπή. Μπαίνω στους διαδρόμους της μνήμης. Στα οιδήματα των ιδεών που σακάτεψαν τα χέρια, τις κλειδώσεις, τα μυαλά. Την υστερία για τον πλούτο και το αγνό πελώριο υστερόγραφο του θανάτου, τα αγαθά της συντριβής όταν η καρδιά αποζητά την ηδονή και το στομάχι ψωμί για να θρέψει το σώμα και το σώμα ζητά την εξαίρεση απ’ τον Πόνο, εκείνα τα μικρά αναλγητικά που νεκρώνουν το βάσανο και απαλύνουν την Οδύνη, όλα με πάθος στη χλοερή γη, στην Ανοιξιάτικη ειρωνεία του οργασμού, σε όλη την πολύχρωμη πλάση που σαγηνεύει. Νεύρα, αγωνία, λεφτά, παιδιά, εκτρώσεις, θάβονται και ξεχνιούνται και χάνονται και οδηγούνται στη φθορά αφήνοντας πίσω δυο βλαμμένα μάτια σφηνωμένα σε ρυτίδες και ένα στόμα που μασάει αργά και ήρεμα σαν μικρό ζώο που περιμένει το λιώσιμο. Η λογοτεχνία καταφεύγει στο έγκλημα για να γλιτώσει τη φθορά. Η λογοτεχνία είναι η εξουσία των μηδαμινών σε πολλές γλώσσες ανήξερες, αφήνει ίχνη πίσω της και πάθη. Όλη την ευφυΐα της ζωής την κάνει μια κεραυνοβόλα ριπή μέσα σε μια φράση αδέσποτη. Ερωτική αράχνη που υφαίνει τις φλύαρες βεβαιότητες όσων αυτομόλησαν στην υπερβολή. Όσων δεν έβαλαν το δάχτυλο αλλά ολόκληρο το χέρι τους κι ολόκληρο το κορμί τους μέσα στο βάζο με το μέλι της ζωής. Και το μέλι της αλητείας. Αναζητώντας ουσίες και νοήματα στα αγκαλιάσματα και τους οργασμούς. Στην απόλυτη ελευθερία της άγνοιας που εξαπολύει χυμούς μες τις αθάνατες ωοθήκες αυτού του κάλυκα από αιώνια σιωπή. Αυτού του αφανισμού των πάντων μέσα σε μια ελαχιστότατη μαύρη τρύπα και η γέννα ξανά και ξανά του ήλιου απ’ τον αφαλό του κοριτσιού. Απ’ τα έγκατα της παμφάγας έναστρης νύχτας. Το ιερό συμπαντικό μουνί. Το άφθαρτο γεννητικό όργανο της φθοράς.

Ξενύχτια

miror

1
Θα κάνουμε καθρέφτη στο τέλος
όπως κάνουμε ταμείο
κι εκεί να δεις ρυτίδα

2
Αχ! πονετικά γκαρσόνια
τροπαιοφόροι αγέρωχοι της συμπόνιας
κάντε μας την τελευταία αποκαθήλωση με ουίσκι
βότκα υποχθόνια και λαγνικό τζίν
μουδιάζοντας τις φλέβες και την ένδοξη ψωλή
πριχού λαλήσει τρείς ο πετεινός
πριχού μας αρνηθεί η νύχτα το ξημέρωμα

3
Δεν την αξίζουμε μπάρμαν την τρικυμία
που λέει κι ο ποιητής Βαρβέρης
ο νεκρός

Δήλωση ερωτικών φρονημάτων

Edgar_Germain_Hilaire_Degas_032

Αντίθετα απ’ τη λαμπρή κοινωνικότητα, βρίσκει κανείς εδώ στο ερωτικό του τσαρδί μια πεισματάρικη τεμπελιά, που αντιστέκεται χωρίς κανένα λόγο, μόνο για τη χαρά της αντίστασης. Αυτό το γλυκό μούδιασμα και η αποκαθήλωση κάθε έγνοιας στέκει απέναντι στο νου σαν εικόνα καλόκαρδης δικαιοσύνης. Γιατί δικαιοσύνη σημαίνει ισορροπία, εκεί που το υπαρξιακό μεθύσι συναντά τους ανδρείους της ηδονής. Τα δυνατά ποτά και τους δυνατούς εραστές που τα δοκίμασαν. Τα κορμιά που έρχονται να υψωθούν μέσα στη λάσπη. Νυσταλέα σα χελώνες και ευχαριστημένα σα γελάδες που γουργουρίζουν στο απέραντο λιβάδι τους. Κόρες που καθαγιάζουν το σώμα τους ετοιμάζοντας την ιερή υποδοχή. Τη διείσδυση που θα φέρει το σκόρπισμα. Τον άφθαρτο σαρκασμό του ερωτισμού.

Ποδολαγνεία

feet-in-water

Οι μοναδικοί άνθρωποι που βρίσκονται γύρω μου και με συγκινούν είναι οι γύφτοι. Λατρεύω τη γυφτιά και το βλέμμα των γύφτων. Αυτή την υγράδα από μισοσβησμένα μονοπάτια που προσπαθεί να ιχνηλατήσει τον κόσμο. Ο αστός και ο άνθρωπος της ευκολίας δεν μπορεί να καταλάβει την ψυχή του γύφτου. Την επίγνωση τού εαυτού του έξω από κανόνες και συμπεριφορές. Η αναρχία τού γύφτου είναι ουσιαστική. Θέλει απ’ την εξουσία των νοικοκυραίων το ελάχιστο περίσσευμα. Τίποτε άλλο. Γι’ αυτό η μεγαλύτερη τέχνη του είναι η ζητιανιά. Και το πλιάτσικο. Και το εμπόριο τιμαλφών. Και πολλές φορές η κλεψιά. Ο γύφτος είναι κοινωνικός επαναστάτης, ούτε μισθωτός, ούτε έμπορος, ούτε σκλάβος, ούτε αφέντης. Έξω απ’ τις κοινωνικές νόρμες. Ο γύφτος επινοεί ιστορίες, είναι μυθομανής και ψεύτης. Περνάει τη ζωή του στο τεράστιο σπίτι της φύσης. Χωρίς εμβόλια, χωρίς πόσιμο νερό, χωρίς εκπαίδευση. Στην καρότσα ενός φορτηγού ή σ’ ένα τσαντίρι. Οι γύφτοι προσεύχονται γονατιστοί μπροστά στην παναγία μα στην πραγματικότητα λατρεύουν το φίδι που πατά με το πόδι της. Κι όταν φιλούν το σταυρό, ευχαριστούν τη βροχή που ποτίζει τη γη. Οι γύφτοι τραγουδούν και χορεύουν, ως γνήσιοι σφετεριστές του Πλατωνικού αμοραλισμού, μακριά απ’ τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της εργασίας. Ο Χίτλερ τους τίμησε και με το παραπάνω. Το ίδιο και οι συμπατριώτες μου ελληναράδες που τους φτύνουν και τους κλωτσούν, πιστεύοντας πως αυτή η φυλή με το σκούρο δέρμα και το σκοτεινό παρελθόν έχει το έγκλημα μέσα στο αίμα της. Καταραμένοι και αιώνια περιπλανώμενοι, με μοναδικό σπίτι τους το δρόμο. Τον Αύγουστο του 1944, σχεδόν τρεις χιλιάδες Τσιγγάνοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, μέσα σε μια νύχτα, έγιναν στάχτη στις αίθουσες αερίου του Άουσβιτς. Το ένα τέταρτο των Τσιγγάνων της Ευρώπης χάθηκε εκείνα τα χρόνια της βαρβαρότητας. Ποιος αλήθεια ρώτησε να μάθει γι’ αυτούς; Σε ποια ιστορία πέρασε το δικό τους ολοκαύτωμα; Ποιος έστησε έστω και ένα μνημείο γι’ αυτούς; Ποιος ζήτησε αποζημιώσεις για τα δικά τους βασανιστήρια; Και ποιος προσπαθεί να συνεχίσει το θεάρεστο έργο του Αδόλφου; Τώρα που εμείς οι ταχτοποιημένοι λευκοί ταμπουρωθήκαμε στις πατρίδες μας και στην φυλετική μας καθαρότητα αγναντεύουμε απ’ το παράθυρο του γιωταχή μέρη που έχει φιλήσει με το στόμα του ο Σατανάς. Ο Γύφτος, που πλένει τα πόδια της αγαπημένης του εκεί που θα φυτρώσει κάποτε ο ήλιος.

Βουκολικόν Ιντρερμέδιον

POP ASS-6

Οι κριτικοί δεν με συμπαθούν
και οι ομότεχνοι μ’ έχουν στη μπούκα
και οι εκδότες επίσης
που κρυφογράφουν φανερά
και εμπορεύονται
την οχτάωρη εργασία πεθαμένων
ή μισοπεθαμένων
που έβγαλαν στον κώλο τους σπυρί
και στα δάχτυλα καντήλες
και όσων είχαν σκουλήκια στον κώλο τους
και όσων λάτρεψαν τον κώλο της έμπνευσης
και όσων
δεν έβγαλαν μια όσο ήταν ζωντανοί
και πέθαναν απαρηγόρητοι και μόνοι
στην ψάθα, περήφανοι όμως
και καυλωμένοι αφού,
ποιος έχει να πει για την ύπαρξή του
κάτι παραπάνω, παρά πως πέρασε
μες απ’ τη ζωή δυο τριών ανθρώπων
τόσο τρυφερά και με τόση οικειότητα
όσο ένας ποιητής!
Ω, διάολε
οι κριτικοί δεν με συμπαθούν
και οι ομότεχνοι μ’ έχουν στη μπούκα
και οι εκδότες επίσης…

Το σκοτεινό πιλοτήριο

skot

Τα μεγέθη κάνουν τη διαφορά. Η ποσότητα. Οι ιστορίες όσων δε γλίτωσαν το πλιάτσικο. Το λιώσιμο. Τον εκμηδενισμό κάθε ουσίας που θα μπορούσε να επιτρέψει πένθος και έλεος. Ο πολιτισμός έχει για τιμονιέρηδες δύστροπα παιδιά. Φιλόδοξα. Ανταγωνιστικά. Στα όρια της μνησικακίας, χωρίς πρακτικούς ενδοιασμούς. Η αποτυχία πλέον είναι ντροπή και η ντροπή ξεπλένεται με αίμα. Το τέκνο της δυτικής Κυριαρχίας όταν παθαίνει στραπάτσο ξεμπουκάρει απ’ τη ζωή με ηρωικό τρόπο. Με εκδίκηση. Με πόλεμο. Με θάνατο. Με εκτελέσεις αμάχων. Όταν οι γερμανοί έφευγαν ηττημένοι και πληγωμένοι απ’ τον πόλεμο έκαιγαν ότι έβρισκαν στο πέρασμά τους. Όταν οι μεγαλοχρηματιστές παθαίνουν κατάθλιψη γαμάνε μιαν ολόκληρη τράπεζα κι όταν οι διεστραμμένοι ηγέτες βλέπουν το τέλος τους γαμάνε έναν ολόκληρο λαό. Τα μεγέθη αλλάζουν. Και είναι νόμος εδώ, πως, αν ο τιμονιέρης τα πάρει στο κρανίο θα μας μαζεύουν απ’ το γκρεμό με τα κουταλάκια. Θα μας βάζουν σε σακούλες σκουπιδιών για να μας πετάξουν στον καιάδα της λήθης. Για να βρει ξανά το ρυθμό του το χάος. Αίθουσες αναμονής με ταξιδιώτες που κάθονται στριμωγμένοι ανάμεσα σε αποσκευές διαβάζοντας με κατάνυξη τους διεθνείς πίνακες δρομολογίων σαν υμνολόγια με τις κονκορντάντσες και τις ανταποκρίσεις τους. Τα τεράστια ταμπλό που κρέμονται στους τοίχους σαν ποιμαντορικές επιστολές, άνθρωποι που συμβουλεύονται ταρίφες για την έκπτωση τιμών και τις φτηνές πτήσεις στις ειδικές διαδρομές με το αεροπλάνο πολυτελείας του Σατανά. Φτηνές πτήσεις, φτηνά ξενοδοχεία, φτηνό φαγητό, φτηνό χειρουργείο, φτηνό σχολείο, φτηνά τσιγάρα, φτηνή διασκέδαση, φτηνή ζωή. Μια φτηνή προσομοίωση με τον πλούτο. Μπορούμε κι εμείς οι μικροαστοί να ταξιδεύουμε, να τρώμε, να διασκεδάζουμε, να κάνουμε όργια αλλά φτηνά. Με φτηνό εισιτήριο και φτηνό πιλότο, που επειδή δε μπορεί να εκδικηθεί το μεγάλο του αφεντικό, τον Κύριο καπιταλιστή, για τη φτήνια του και τη φτήνια μας, εκδικείται τους φτηνούς. Το σόι του, τους φίλους του, τους μικροαστούς αδερφούς του που παρακολουθούν νυχθημερόν τις εκπτώσεις του Κυρίου για να περάσουν καλά. Γιατί αν δεν έχεις λεφτά δεν περνάς καλά. Αν δεν κυνηγάς τις εκπτώσεις θα έχεις πάντα λίγα. Και τα λίγα είναι ντροπή. Αποτυχία. Σ’ ένα κόσμο έξω απ’ τα ανθρώπινα μεγέθη και τις ανθρώπινες ανάγκες ο πόνος ακούγεται ψεύτικος, κάλπικος. Φτηνές πτήσεις λοιπόν που απευθύνονται στην αιωνιότητα ξεκινούν από εδώ την ώρα της θείας λειτουργίας του Αγίου Κέρδους και της Αγίας Υποκρισίας.

Ελλάς Ελλήνων ΟΥΚάδων

StevenArnoldQINet

Όταν ακούω για το DNA των Ελλήνων βγάζω σπυριά. Χοντρά σπυριά. Φλύκταινες. Όπως βγάζω σπυριά όταν ακούω για το DNA των Βουργουνδών ή των Μακεδόνων. Πίσω απ’ τις ηρωικές μαλακίες κάθε έθνους υπάρχει ως γνωστόν ένας ωκεανός αίματος και μιαν απέραντη χαβούζα με πτώματα. Κάθε πόλεμος που πέρασε και κάθε μνήμη που τον θυμίζει μου προκαλεί θανατερή θλίψη. Κάθε κωλομνημείο πόλεμου είναι μια αθεράπευτη αρρώστια που την κουβαλά στο κορμί του ο λαός. Ο λαός που στέλνει τα παιδιά του στα πεδία των μαχών και στις παρελάσεις μίσους. Ο λαός που μαθαίνει παπαγαλία την ιστορία και ζητάει απ’ το μεγαλοδύναμο κύριο καπιταλιστή προστασία, υποβρύχια, φράχτες, πυρηνικά και ανάπτυξη για να περνάει καλά. Ο λαός με τις νεκρόφιλες παραδόσεις του, που τον κολακεύουν οι μετρ της πολιτικής ορθότητας και οι ντόκτορες της ανακωχής του σφοδρού κοινωνικού πολέμου. Ο λαός που γλείφει τ’ αρχίδια της άρχουσας τάξης και περιμένει το καλοκαίρι για να ρουφήξει με όλη τη ραγιάδικη φιλοξενία του τις πεταμένες καπότες των πλούσιων δυτικοευρωπαίων γαμιάδων. Ο λαός που αγαπά αυτόν που τού φέρνει τα φράγκα. Ο λαός που δεν αφήνει παπά και πετραχήλι απροσκύνητο και καυλώνει ανυπερθέτως με το χοντρό παλούκι της ορθοδοξίας. Ο λαός που δέχεται αμάσητη κάθε εθνικιστική κορώνα και κάθε πατριωτική πουτανιά. Ο λαός που θέλει να φορολογηθούν οι πλούσιοι κι όχι να εξαφανιστούν. Ο λαός που ονομάζει τη φτώχια και την εξαθλίωση ανθρωπιστική κρίση γιατί έτσι του είπε το πουλάκι στο τουίτερ και ο κύριος καλοζωισμένος αριστερός της χοντρής πούτσας παρέα με τα κουνέλια της νέο-ορθόδοξης διανόησης. Ο λαός που μουντζώνει και φτύνει τα πρόσωπα αλλά όχι τις πολιτικές. Ο λαός που νιώθει ένα κρυφό φτερούγισμα στην ελληνική του καρδιά και μιαν ανατριχίλα στο ελληνικό του αίμα όταν ακούει τους μπρατσωμένους ΟΥΚάδες να ετοιμάζονται για να πάρουν την Πόλη. Την Αγιά Σοφιά. Όταν ακονίζουν τις βατραχανθρωπίσιες τους ψωλές για να γαμήσουν τα χανουμάκια. Ο λαός που, αφού έκανε τα παιδιά του σχιζοφρενικά τα βρίζει τώρα γιατί μαύρισαν τη μούρη του Παλαμά και γιατί κατούρησαν το πορτραίτο της Μπουμπουλίνας. Ο λαός που έκανε παντιέρα του την υποκρισία της εξουσίας και την αυθάδεια του ανήθικου πλούτου. Ο λαός που δεν τσούζεται απ’ τον καπιταλισμό αλλά απ’ τις μεταρρυθμίσεις. Ο λαός που έμαθε να αγαπάει τις αλυσίδες του. Ο λαός που δεν νιώθει πως το μπούλινγκ της εθνομαλακίας του και το αντριλίκι της δοξασμένης του φυλής ξεσπά στα κεφάλια των παιδιών του. Ο λαός που δεν νιώθει πως το πιο ακραίο μπούλινκγ είναι να στήνει κώλο στον κύριο βουλευτή για να του χαρίσει ένα τετράωρο εργασίας έναντι ευτελούς αμοιβής στα άλφα βήτα Βασιλόπουλος. Ο λαός που προχωρά αγέρωχα προς νέο συμβιβασμό και νέα συνθηκολόγηση με τον θεϊκό και αναλλοίωτο καπιταλισμό, τον μεγάλο κοσμοκράτορα και Κύριο της Μοίρας, τον αυτοδίκαιο δήμιο μιας ανθρωπότητας άρρωστης από αταραξία και δουλικό κομφορμισμό.

Τα σκυλιά καυλώνουν με εμβατήρια

dog

Μας πυρπολεί ο χρόνος εμάς τα σκυλάκια του,
μας καίει τις τρίχες, μας βάζει να τρώμε
ξερό ψωμί, να ψάχνουμε νόημα. Είναι
υπέροχα μελαγχολικός και μονομανής.
Πίνω λίγο καφέ και τρώω λίγο μπισκότο.
Ο χρόνος είναι το σύμβολο όλων των οιωνών
και όλων των προλήψεων, η αστεία απόδειξη
της θείας εντροπίας. Αιώνιος όσο κι ο φόβος.
Όσο και τα σημάδια απ’ το μαγιό στους ώμους.
Το γαλακτώδες βυζί σαν στάμπα αγνότητας
πάνω στο μαυρισμένο δέρμα. Τα πετάμενα
πλαστικά που σμιλεύει η άμμος, μάτια υγρά
σαν τη μελίγκρα που ρουφά το ρόδο
και σαν τα μάτια ελαφιού που ξεθάρρεψε
στο φρέσκο χιόνι και στο πρώτο φιλήδονο κορμί.
Ας υμνήσουν οι ουρανοί τη δόξα σου χρόνε
τούτη τη λυμφατική σφαίρα της αμφιβολίας
και της πλήξης. Την ανορθόδοξη γύμνια
απ’ τα σκέλια κοριτσιού που όλο μπρούμυτα
βυθίζεται στην πυρωμένη άμμο
και στο υπερκόσμιο κουκούλι της ηδονής.
Νύχτα θαμμένη στην κατσαρόλα της μαμάς
και στα ποιηματάκια τοίχου. Νύχτα κόκκινα
χείλη που περιμένουν φιλί, νύχτα μεγέθυνση
του χρόνου και του χώρου σμίκρυνση,
σε μετρώ και σε βρίσκω υγρή, ιδιότροπη,
με όλο το κοριτσίστικο αιματάκι των σπλάχνων σου
και τον κηφήνα θάνατο στην κερήθρα σου.
Σάρκα αποξεχασμένη, σπέρμα αγνό
μες τη φθορά και τους κιρσούς, τα κόπρανα,
τα ούρα, μες τις θερμοπηγές της Αιδηψού ταμένη
με τα λιπόσαρκα γκαρσόνια γύρω γύρω
να στολίζουν τη μαραμένη σου ομορφιά
και τις ρυτίδες. Χρόνε γκρίζα πεθαμένη ύλη,
συντρίμμι αεροπλάνου στο όρος Όθρυς,
πειραματόζωο, εκτόπλασμα, που όλο
στο νου μου φέρνεις θανατερά συμβάντα,
πόλεμο, στειρότητα, αναιμία, δυσκοιλιότητα,
βλεννόρροια, ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη,
μηνιγγίτιδα, γραφειοκρατία, εργατικό ατύχημα,
φουγάρα, εργοστάσια, κοπέλες με τρίχες
στα πόδια της ΧΑΝ, φανατικούς σκυλάδες,
σχολικές αίθουσες, την παναγία λιγωμένη
στο σαλονάκι του μπουρδέλου, τους θεραπευτές
του καρκίνου, τους χρηματιστές, το να ονειρεύεσαι
καλύτερες μέρες και να γίνεσαι λιώμα,
το να πεθαίνεις από λόξιγκα ή από κλύσμα.
Χρόνε εγώ ο αδέσποτος σκύλος σε παλεύω.
Με τις αδέσποτες σκύλες μου. Τις ποιήτριες.
Ω χρόνε, εμάς μας καυλώνουν τα εμβατήρια.
Στοίχισε εσύ τους θνητούς στις ουρές
κι άσε εμάς τα παλιόσκυλα να γαμιόμαστε.

Εγώ, ο λαπάς

Man_and_Bird19Apr1971

Το σκαρπίνι φορώ του ελάσσονος.
Διαβάζω χορικά των δανειστών,
αγγλικό δίκαιο, τον Έλιοτ για πάντα
στη μαύρη λάσπη. Πρακτικά συνεδρίων
ποιητών που καταλάγιασαν στη δίνη
των ρηχών ανταποδόσεων. Εγώ ειμί
η αλήθεια, η βορβορόφιλος χαρά,
η στενωπός τού κράτους των ηρώων.
Εγώ ειμί οι νόμοι κι οι θεσμοί. Τέκνο
γεωχαρές, Μήδειας, Μεσσαλίνας και
Βρουγχίλδης. Το εσώτατο πυρ της
συγκινήσεως διασαλεύοντας. Εγώ
ειμί ο λαπάς για το στομαχάκι τού
έθνους των εφήβων, ο ακονιστής
της διαρκούς σύγκορμης στύσης.
Τού μέσα και τού έξω ο δολοπλόκος.
Εγώ ειμί ο υπέρτατος κριτής των
ακατάσχετων εκκρίσεων. Εγώ ειμί
ο γλωσσοπλάστης της σχισμής,
ο ακαριαίος. Εγώ ειμί η αιμορραγία
τού κατευνασμού των σπλάχνων,
το προκαθήμενο αιματάκι στη σερβιέτα.
Ο ελάσσων ήλιος. Ο πιο σεσημασμένος
των μηδαμινών. Ο πιο οιδιπόδειος της
χαράς. Ο πιο υπονοούμενος της γύμνιας.

Το σχολείο έξω απ’ το σχολείο

Ashcroft600

Το σχολείο είναι έξω απ’ το σχολείο, εκεί όπου οι κοινότητες είναι πολλές κι όχι μία. Έξω απ’ τη θεσμική παιδαγωγική και τη θεσπισμένη διδακτική πράξη. Το σχολείο είναι έξω απ’ το σχολείο, ενάντια στην κανονιστική και οιδιπόδεια ακολουθία που εξωραΐζει τη συγκρουσιακή σχέση δασκάλου και μαθητή. Το σχολείο είναι στο δρόμο. Στη σύναψη των σχέσεων. Στα υλικά δίκτυα. Το σχολείο είναι έξω απ’ τα κτήρια που εκφράζουν τις οιδιπόδειες σχέσεις. Σχέσεις που συμβάλλουν στην υποτακτική πολιτική κουλτούρα, την εξέγερση ή τον θυμό, την επιθετικότητα και το δόλο, τον ανταγωνισμό και τη στέρηση. Το σχολείο βρίσκεται μακριά απ’ τους δασκάλους και το μαυροπίνακα, το θλιβερό τους καβούκι. Το σχολείο είναι έξω απ’ τα ντουβάρια. Έξω απ’ τις μυοσκελετικές ανωμαλίες της καθήλωσης επί συνεχούς εξαώρου σε στάση άκακου καθιστόζωου. Το σχολείο είναι έξω απ’ το στρατωνισμό της μοναδικής άποψης. Μακριά απ’ τους επαγγελματίες διευθυντές και τα μαντρόσκυλα της κρατικής εκπαίδευσης. Της ιδεολογίας που γίνεται κυρίαρχη μέρα με τη μέρα. Λεπτό με το λεπτό. Της ιδεολογίας που θέλει τους ανθρώπους ρομπότ. Της ιδεολογίας που θέλει τα σχολεία πρότυπα ή αλλιώς δεν τα θέλει καθόλου. Πρότυπα σχολεία για ανθρώπους πρότυπα. Αφού τα ρομπότ δεν πεινάνε, ούτε νιώθουν φόβο. Δεν ξεχνούν ποτέ τις διαταγές και αδιαφορούν αν πέφτει νεκρός ο διπλανός τους στη μάχη. Το σχολείο είναι εκεί που κάποιος περνάει καλά. Εκεί που διασκεδάζει. Εκεί που η χαρά έχει τον πρώτο λόγο. Γιατί, όταν η χαρά λείπει απ’ τη γνώση η γνώση στάζει δηλητήριο. Βερμπαλισμό, διδακτισμό και ακατάσχετη φλυαρία. Το σχολείο είναι έξω απ’ το σχολείο. Μακριά απ’ το δάσκαλο που μιλάει πολύ και ακούει λίγο και βαθμολογεί το βαθμό πρόσληψης της εξουσίας του απ’ τους υποτελείς και κουνάει το δάχτυλο αντί να το βάλει στο χοντρό του κώλο.

Σύντομη ιστορία της ανθρωπότητας

Adam-and-Eve-Arme-Eva18-likes_2

Είμαστε μια παράξενη οικογένεια. Ο μαύρος Αδάμ και η μαύρη Εύα. Σ’ αυτό τον κόσμο όπου τα πράγματα γίνονται από υποχρέωση ή από κομπορρημοσύνη εμάς μας αρέσουν οι ελεύθερες και άσκοπες ασχολίες. Οι ασήμαντες δουλειές. Δεν φοράμε φίμωτρα. Δεν έχουμε μεταξωτά βρακιά. Δεν είμαστε φτωχοί ή πλούσιοι. Φυλακισμένοι ή άρρωστοι, καλοί ή κακοί. Δεν είμαστε πρωτότυποι, δεν έχουμε τεχνολογία και μηχανές. Κυνηγάμε για να φάμε κι όχι για να σκοτώσουμε. Έχουμε τον τρόπο να κάνουμε τον ήλιο μαύρο και την νύχτα να φλέγεται. Είμαστε απλοϊκοί και άξεστοι. Οι πρόγονοί μας είναι ποτάμια, δέντρα, δάση, λιβάδια. Είμαστε σκόνη, ένα τίποτε. Όλα όσα φτιάχνουμε τα παίρνει ο άνεμος. Τα παιδιά μας έχουν πολλές μητέρες και πολλούς πατεράδες. Εδώ απ’ τους πόρους των αντρών ξεπηδούν γυναίκες και απ’ τον ιδρώτα των γυναικών άντρες. Όποιος πεθαίνει γεννιέται κι όποιος γεννιέται παθαίνει. Η καλή και η ανάποδη μπερδεύονται. Κανείς δεν κάνει κουμάντο κι ούτε ποιό είναι το πάνω και το κάτω ξέρουμε. Εδώ δεν υπάρχει ιεραρχία και τρέλα. Ο κόσμος είναι ακυβέρνητος και ο θεός είναι το σπέρμα μας. Δεν έχουμε καθεδρικούς ναούς με το λευκό Αδάμ και τη λευκή Εύα. Δεν έχουμε πάπα και παπάδες. Βατικανό και αρχιεπισκοπή και μπόκο χαράμ. Είμαστε ο μαύρος Αδάμ και η μαύρη Εύα που ζευγαρώσαμε με το ουράνιο τόξο και σκορπίσαμε πολύχρωμοι στον ορίζοντα. Γιατί ακόμα κι οι πιο λευκοί απ’ τους λευκούς είναι δικά μας παιδιά. Κι ας αρνούνται να θυμούνται την κοινή μας καταγωγή, γιατί ο ρατσισμός προκαλεί αμνησία, κι ας αρνούνται την ελευθερία για τα κλουβιά, γιατί η συνήθεια προκαλεί δούλους. Είμαστε ο μαύρος Αδάμ και η μαύρη Εύα που τα λευκά μας παιδιά μας έβαψαν λευκούς και μας έκαναν εχθρούς. Και οι καρποί της χαράς έγιναν απαγορευμένοι. Και επινόησαν την αιώνια ψησταριά της κόλασης οι Άγιοι και οι θεολόγοι. Τα διεστραμμένα μας παιδιά έφτιαξαν ένα τέρας που μυρίζει θειάφι και κρατάει τρίαινα κι έχει ουρά, κέρατα, νύχια και οπλές ζώου, πόδια κατσίκας και φτερά δράκου. Τα διεστραμμένα μας παιδιά για να διορθώσουν την πίστη χρησιμοποίησαν κολάρο με καρφιά, σιδερένια φίμωτρα, πυρακτωμένες τανάλιες, πριόνια που σ’ έκοβαν στα δυο αργά, εκκρεμές που έσπαγε κόκαλα, πυρωμένη βελόνα που τρυπούσε τις κρεατοελιές του διαβόλου, μαστίγια με γάντζους και λεπίδες, τανάλιες που έσφιγγαν τα βυζιά των γυναικών, φωτιά στα πέλματα, φάλαγγα, σιδερένια νύχια που έγδερναν τη σάρκα, φυσερό για το στόμα των αιρετικών και τον κώλο των πούστηδων και το μουνί των γυναικών που είχαν εραστή το Σατανά. Είμαστε ο μαύρος Αδάμ και η μαύρη Εύα και ξέρουμε πως το πεπρωμένο μας κάνει κομμάτια, σαν να είμαστε από γυαλί, κι αυτά τα κομμάτια δεν ξανασμίγουν ποτέ.

Περιμένοντας το δοσατζή

banksy-graffiti-street-art-mona-lisa-bum

Οι πάλαι ποτέ ένδοξες αποικίες και οι κάποτε εξωτικές χώρες, που και μόνο τ’ όνομά τους ήταν μαγεία, έγιναν τώρα νησάκια για να γαμάν οι πλούσιοι και να παίρνουν μάτι οι φτωχοί. Αποθήκες καλοπέρασης ζευγαριών, που η μικροαστική τους ευτυχία τα επισκέπτεται για να μελώσει τον πρώτο μήνα του ευλογημένου έγγαμου βαρετού βίου. Μαζί βέβαια και το καουτσούκ, ο χρυσός, ο ψευδάργυρος, το πιπέρι, ο καφές και τόσα άλλα προϊόντα για το ευκατάστατο στομαχάκι του αστού της Δύσης. Ιθαγενείς, έρμαια του Λονδρέζικου λόμπι και της Παρισινής ιντελιγκέντσιας. Των όπου γης πλαστών συναισθημάτων φιλανθρωπίας και ψηφιακής οδύνης. Ανθρώπων που δεν εκπολιτίστηκαν αλλά απλώς άλλαξαν συνήθειες. Εκεί που έτρωγαν με τα χέρια τώρα τρώνε με μαχαίρια και πιρούνια. Εκεί που είχαν κεριά έβαλαν ηλεκτρικές λάμπες. Εκεί που είχαν ράφια για το τουφέκι τώρα έχουν τη Βίβλο και περιοδικά για το κυνήγι και το νόμιμο φόνο. Άλλοι, αντί για ρόπαλα αποκτήσαν ρεβόλβερ. Κι άλλοι αντί για τον ήλιο απόκτησαν τον Ιησού Χριστό χωρίς να ξέρουν τι να τον κάνουν. Οι πιο εκφυλισμένοι θα πάρουν ένα όπλο για να πάνε να πολεμήσουν τους κακούς. Να σφαχτούν για έναν πολιτισμό που δεν τους έφερε παρά μιζέρια και εκφυλισμό. Ανικανοποίητοι, ζηλόφθονοι, με όλη τη λέπρα του ανταγωνισμού περιμένουν τον καρκίνο. Την τηλεόραση που φέρνει θάνατο. Τους νόμους που φέρνουν θάνατο. Τον ηλεκτρισμό που φέρνει θάνατο. Τα βιβλία που φέρνουν θάνατο. Την αναπνοή που φέρνει θάνατο. Το γαμήσι που φέρνει θάνατο. Τη σκέψη που φέρνει θάνατο. Την ελεημοσύνη που φέρνει θάνατο. Τα λεφτά που φέρνουν θάνατο. Ετοιμοθάνατοι ξεζουμισμένοι Ρουμάνοι για ένα πιάτο φαί σε πτηνοτροφία της Αχαΐας. Σε θερμοκήπια της Κατοχής. Πακιστανοί στα κάτεργα της φράουλας στη Μανωλάδα. Αγνώστου ταυτότητας ανθρώπινα αντικείμενα στις οικοδομές, στα μεγάλα έργα, στους δρόμους, στις γέφυρες. Για ένα ξεροκόμματο στις χώρες της ελευθερίας, με την ένδοξη ιστορία και τους ένδοξους κατοίκους, τους περήφανους, τους ηρωικούς, που γκρινιάζουν όταν βλέπουν το χοντρό παλούκι του καπιταλισμού στον δικό τους κώλο, μα όταν αυτό το παλούκι έμπαινε βαθιά σε άλλους κώλους αλλοδαπούς οι ευγενείς αυτοί νοικοκυραίοι είχαν ανάπτυξη, ολυμπιακούς αγώνες, χρηματιστήριο, δάνεια, κάρτες, γάμους, βαφτίσια, πανηγύρια, τελετές και ευρώ. Ήταν απασχολημένοι με τα πλαστικά τους παιχνίδια και τα μπετά των εργολάβων που τσιμένταραν τις χαλαρές συνειδήσεις. Εδώ το υπερώο της Ευρώπης. Σας ομιλούν οι ελεύθεροι πολιορκημένοι ελληναράδες. Περιμένοντας το δοσατζή.

Όπως με δασκάλεψε ο Νίτσε

art-nude-photography-52

Γράφεις ωραία ποιήματα, εσύ μωρό μου, για το θάνατο

μα εγώ συνηθίζω το χορό, όπως με δασκάλεψε ο Νίτσε
και λυπάμαι
που δε μπορώ να κρύψω την ποιητική μου στύση
από σένα, σεμνή θεούσα της ποιήσεως
που με αγαπάς και με συμπονάς
και με συμβουλεύεις και με κακολογείς
σκοτεινό και φιλήδονο
και πως πάω χαμένος με τόσο ταλέντο
κι άκλαφτος, αλλά
γράφεις ωραία ποιήματα, εσύ μωρό μου, για το θάνατο

μα εγώ συνηθίζω το χορό, όπως με δασκάλεψε ο Νίτσε.

Χέρια

pakistan-charity

Μην ψάχνετε δικαιοσύνη στις εικόνες. Στις μεγάλες ταχύτητες. Στα μεγάλα και στα μικρά κανάλια. Στα μαύρα και στα άσπρα τετράγωνα της μουχλιασμένης σκακιέρας. Κάτω απ’ το πέπλο της βαρβαρότητας δεν μπορεί να καμώνεσαι τον άσπιλο. Να ζεις αγκαλιά με το βρικολακιασμένο παρελθόν και τη νοσταλγία. Να αρνείσαι να πεθάνεις με φυσικό θάνατο. Να βρομίζεις μέσα στην ασφάλεια που σου προσφέρει η ακινησία. Να προσφέρεις γη και ύδωρ στο παρδαλό σύστημα που μας εκπολίτισε όλους με φόνους και μίσος. Να υπερασπίζεσαι τα συρματοπλέγματα που προστατεύουν τις αυταπάτες σου. Και με όλη τη χριστιανική σου αγάπη να χρησιμοποιείς μια αρμαθιά από δυστυχισμένους ανθρώπους για να σε ξεσκατίσουν. Χωρίς άδεια παραμονής, χωρίς υπόσταση, χωρίς μέλλον. Είναι οι ξένοι που τους χύνουμε βενζίνη στα μαλλιά και τους ψήνουμε στα κάρβουνα κι απ’ τις δυο μεριές όταν τελειώνει η σεζόν. Πακιστανοί, Σύριοι, Ιρακινοί που τους λιανίζουμε με την μηχανή του πουρέ. Η Ευρώπη που κρύβει κάτω απ’ το χαλάκι τις βρωμιές. Τα περισσεύματα της ανθρώπινης ύπαρξης, τους λαθραίους που δεν τους θέλει κανείς. Η Ευρώπη με τους ευσυνείδητους εργάτες της που γεμίζουν βόμβες, που κατασκευάζουν υποβρύχια και πυραύλους, όχι για τα δικά τους κεφάλια αλλά για τα κεφάλια των άλλων. Και μετά ουρλιάζει αυτή η πολιτισμένη Ευρώπη, να πάτε σπίτια σας μουνόπανα, μαύροι σκύλοι, πακιστάνια του κερατά. Εσείς που μας τρώτε τις δουλειές και μας γαμάτε τις γυναίκες. Εσείς που πουλάτε το νεφρό σας για να βγάλετε εισιτήριο για τα κάτεργα της Ευρώπης. Και πνίγεστε στο γαλανόλευκο Αιγαίο. Στη χώρα μου που έγινε ένας κουβάς από έντερα. Από ποντικούς και ψείρες και πτώματα. Πόδια και δόντια σκόρπια στα χαρακώματα του Έβρου. Δηλώσεις και προοίμια και πρωτόκολλα. Δίδυμους στραβοπόδαρους και ευνούχους φαλακρούς και ατσάλινους φράχτες. Και στρατόπεδα συγκέντρωσης. Χριστιανική επιστήμη και δηλητηριώδη αέρια και πλαστικά εσώρουχα και πλατινένια δόντια. Όλα τυλιγμένα σ’ ένα μεγάλο χοντρό κομμάτι κιμά. Θέλουμε λεφτά κι εργατικά χέρια για το τηγάνι μας. Θέλουμε μέλλον για μας χωρίς να θέλουμε μέλλον για τους άλλους. Γι’ αυτό μαραζώνουμε μέσα στο ίδιο μας το λίπος. Γι’ αυτό σβήνουμε μέσα σε μια λαδερή κηλίδα. Γι’ αυτό απευθυνόμαστε πάλι και πάλι για να αγοράσουμε μια ψευτοζωή από δεύτερο χέρι στην εταιρία «Φόνος, Θάνατος, Όλεθρος και Σία». Με όλο το ένδοξο παρελθόν μας και το αρχαίο κλέος πρωτοκολλημένο στην πράξη θάνατος και καταστροφή του πλανήτη Γη, κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του δυνατού και του αδίστακτου. Του μορφονιού που τα γαμάει όλα.

Σημειώσεις στον κόρφο της

vario-35

Δεν μου αρέσουν οι μάντρες, τα φρούρια, τα παλάτια, τα μνημεία, οι φυλακές, οι εκκλησίες, τα μουσεία, τα δημόσια αγάλματα των σπουδαίων νεκρών. Δε μου αρέσουν οι πολεμιστές, οι φύλακες, οι ιερείς, οι στρατώνες, η ιεραρχία. Δε μου αρέσει ό,τι συμβολίζει το φόβο μας για τη ζωή. Κι όλες οι δομές είναι χτισμένες πάνω στο φόβο. Ο φόβος φυλάει τα έρμα κι ο φόβος τρώει τα σωθικά. Με φόβο θα ποτίσει η μανούλα το βλαστάρι της, όχι τόσο για να το προφυλάξει απ’ τα ατυχήματα και τους κακούς, αλλά για να το μυήσει στην εξάρτηση. Γιατί ο φόβος είναι πρωτίστως εξάρτηση. Σε φοβίζω για να σε ελέγχω συναισθηματικά. Απ’ την αραχνοφοβία μέχρι τη γαμησοφοβία ένα μικρό αγαθό τερατάκι κρύβεται από πίσω. Ένας προστάτης που διαιωνίζει την εξουσία του σπέρνοντας φόβους. Η μαμά, ο μπαμπάς, ο δάσκαλος, ο λοχίας, ο σύζυγος, μια στρατιά νταβατζήδων, σαν έτοιμοι και πρόθυμοι από καιρό να σου χώσουν το παλούκι του φόβου στον τρυφερό σου κώλο. Να σε μυήσουν σε μια χυδαία συνθήκη που σε βγάζει έξω απ’ τον κύκλο της ζωής. Να γίνεις υπάκουος και πειθήνιος. Να ακούς τους ανωτέρους, τους μεγαλύτερους, τους σοφούς. Να πνίξεις τη δική σου αισχρή φύση που αμφισβητεί και αμφιβάλει. Που γράφει στ’ αρχίδια της το μέσο όρο και το μέσο πολίτη και το μέσο τακτοποιημένο κενό. Σε μαθαίνω να μισείς τον άλλον και το διαφορετικό, να γλείφεις το αίμα απ’ τις σελίδες της ιστορίας με τους αλλόθρησκους μιαρούς σκύλους κι έπειτα σου παραδίδω μαθήματα αγάπης και χρηστομάθειας. Μιας αγάπης πλαστής, προγραμματικής, που η γραφειοκρατία όλων των θρησκειών την έχει στα συντάγματά της για ξεκάρφωμα. Η αγάπη δεν είναι το αντίθετο του μίσους περισσότερο απ’ ότι ο θάνατος είναι το αντίθετο της ζωής. Η βαθιά φτώχεια των ανθρώπων του μισαλλόδοξου πολιτισμού μας είναι η φτώχεια της εσωτερικής ζωής. Οι μπλεγμένες ζωές με τα καλώδια του ανταγωνισμού. Ο σοφός που σου κουνάει το δάχτυλο κι ο γείτονας που σου βγάζει το μάτι με το νυστέρι της υποκρισίας. Εδώ σ’ αυτό το βασίλειο των ανταγωνισμών και των καταναγκασμών βασιλεύει η κοινωνική ειρήνη. Δηλαδή η παύση των εχθροτήτων, η ανακωχή, η ανάπαυλα, το αποκοίμισμα. Μια ειρήνη-διάλειμμα, μεταξύ των μεγάλων κακών. Των πολέμων δηλαδή με σπαθιά, πυρηνικά όπλα και πανέξυπνες βόμβες. Μια ειρήνη που προετοιμάζει το νέο κακό αφού ανακατεύει την πίσσα όλων των ένδοξων σφαγών του παρελθόντος. Δεν αρχίζει να ζει ο άνθρωπος θριαμβεύοντας πάνω στον εχθρό του, ούτε αρχίζει να αποχτά υγεία κάνοντας θεραπείες και διαλογισμό. Η χαρά της ζωής είναι κοντά στη Φύση κι όχι στη φυσιολατρία. Κοντά στο γαμήσι κι όχι κοντά στη στέρηση και τους φόβους και την αναπαραγωγή έξυπνων, μορφωμένων και πιστών δούλων. Οι αρρώστιες μας είναι όλα εκείνα που μας δεσμεύουν. Ιδανικά, πίστη, ελπίδα και άλλες περισπούδαστες αρλούμπες κρατούν το χέρι τού ετοιμοθάνατου νοικοκύρη. Γιατί η ζωή θέλει εραστή κι όχι νοικοκύρη. Και πρέπει να είσαι έτοιμος να φτάσεις στο τέλος. Να γίνεις στάχτη στα μάτια της. Να της βουρτσίσεις τα δόντια και να της κόψεις τα νύχια. Να φας τις μύξες της και να πιείς τον αφρό της. Να την παντρευτείς χωρίς προφυλάξεις, ολόκληρη. Και χωρίς υπουργείο άμυνας και χωρίς αρχιεπισκοπή και χωρίς χυδαιότατη υποκρισία αλλά βαθύτατο ερωτισμό. Καύλα.

Autostop

auto-stop-1966

Με βρήκε ο ωραίος ήλιος του πρωινού να βήχω
Όχι σε γιοταχί μα σε νταλίκα
Βενζίνα μύριζε η καμπίνα
Ντομάτες μεταφέραμε στην ασπρουλιάρα Αθήνα
Της επαρχίας μου τα βιβλικά αποφθέγματα εγώ
Η τέχνη είναι αυτοκαταστροφική μου είπε ο σοφός φορτηγατζής
Νόμοι παντού αποταμίευση βουρτσάκια τουαλέτας
Μονάχα οι καθαροί θα πάνε στον παράδεισο
Μου λέει ο αυτεξούσιος ο λούμπεν
Καπνίζοντας τους συνειρμούς σαν άσπιλη αμνάδα

Μάρτυς μου ο φαλλός

savioroftheworld

Αρχίζω να ζω και να αναπνέω εδώ στο γραφείο μου.
Στο στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Εδώ γύρω από ζαμπόν τσάι και τυρί
και φαντασία και μπέρμπον.
Ο Σατί βγάζει το άχτι του ως οικοδόμος ψυχών κι εγώ
σε ξεφλουδίζω πάθος των άλλων που πας χαμένο.
Μάρτυς μου ο φαλλός κι η περεστρόικα
των κοριτσιών της πορνογραφίας.
Οι γλώσσες που αναβλύζουν ανεμπόδιστα
σάλιο και τρέλα.
Λαγνεία απ’ τα έγκατα.
Παλίνδρομα υγρά.
Υπεροψία και μέθη παλλακίδας.
Ποίημα που θυμίζει κότα.
Όλο λαρυγγοσπασμικές επικλήσεις
για ένα πράγμα απερίγραπτα κωμικό.
Τουρλώνοντας η έμπνευση τον κώλο της
για να γεννήσει το λεκιασμένο της αυγό.

Μερικές ευλογίες

farser

Τα πράγματα που είναι ωραία και νόστιμα είναι τα χείλη το στήθος οι γλουτοί το αρσενικό και το θηλυκό φύλο.

Γράψτε με φυσικό τρόπο και χωρίς δισταγμό. Μην αφήσετε τίποτε πίσω σας ούτε πέντε στίχους ούτε μια αράδα.

Η σεξουαλική επιθυμία είναι απεριόριστη: θέλει όλα τα θηλυκά.

Προέλευση του Κόσμου, πάλι το θηλυκό!

Ο άνθρωπος αφήνει το θηλυκό και επιστρέφει στο θηλυκό.

Το μεγαλύτερο προνόμιο του ανθρώπου δεν είναι η σκέψη, αλλά η επιθυμία της ακατέργαστης σκέψης που δημιουργήθηκε από το όραμα του γυναικείου φύλου.

Αγάπησε με φυσικό τρόπο και χωρίς δισταγμό. Κράτησε απ’ το ζώο το ένστιχτο που δεν έχει φόνο κι απ’ τον άνθρωπο το ένστιχτο που δεν έχει υποταγή.

Η μόνη εξωτική χώρα είναι το θηλυκό. Μόνο και μόνο γι’ αυτό αξίζει να ταξιδέψεις.

Αυτό το, θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοϊδωμένους είναι η πιο ακαταμάχητη ποιητική προστυχιά.

Η μεγάλη απόσταση από τη φύση είναι η αιτία όλων των δεινών: τη θρησκεία, την ιδιωτική περιουσία, το γάμο και το βιασμό.

Ευτυχία σημαίνει πως υποστηρίζω χωρίς κανένα περιορισμό την τελική νίκη κατά των απαγορεύσεων και των προκαταλήψεων.

Oἶον τὸ γλυκύμαλον

images (1)

Σουλατσάρω
όχι διαχρονικός αλλά αχρονικός
με το άλφα τόσο στερητικό σα σύνδρομο
και την οχλοβοή γραμμούλα γραμμούλα
ρουφηχτά και αυτόβουλα
και σκέφτομαι εκείνο το ξεμυάλισμα που υπέστην
τη ζέστη που τα καλοκαίρια εμπαινόβγαινε
στις μασχάλες και τις κλειδώσεις
και με στραπατσάρισε οντολογικώς
κι με έκανε ωραιότατο παραμυθά των χυμών μιανής
κι όχι αρνάκι στα φιλοσοφικά κρεματόρια
χειμαδιό
τέκνο που πάει γυρεύοντας
κι όλο δραπετεύει στο βαθύ υπνάκο της
ρίχνοντας λάδι στη φωτιά της φαντασίας
λιανοτράγουδα μιανής σχισμής νυφούλας
οἶον τὸ γλυκύμαλον ἐρεύθεται ἄκρωι ἐπ΄ ὔσδωι
και λοιπά και λοιπά

Πατριωτικόν ποίημα

poihma

Θα σου πάρω γλυκιά μου μια βάρκα
τον ελεύθερο στίχο να πηγαίνουμε τσάρκα.
Έργον πατριωτικό στην οθόνη
με λεφτά και φουσάτα
φορτωμένα στο γαϊδούρι του Σάντσο.
Τα χαράματα γυμνοί Θα ξυπνάμε
όχι τρέχοντας για να πάμε στο μήτινγκ
αλλά να γαμιόμαστε μύτη με μύτη.
Θα φεύγει η σελήνη της νύχτας
κι η Πυθία θα βόσκει κοπάδια
στων Δελφών την ολόμαυρη ράχη.
Τα προβατάκια θ’ ακούν με προσοχή τους χρησμούς
κι οι βασιλιάδες θα γλύφουν το χρυσό απ’ τις πέτρες
μα, γυμνοί στη δουλειά μας εμείς, στο γαμήσι
στουπί στο υπερκόσμιο άγριο μεθύσι.
Με σύκα ξερά και ψωμί κριθαρένιο
τα κορμάκια θα ταΐζουμε που δεν πήγαν στο Γαίηλ
για να μάθουν να φτιάχνουν από αίμα κοκτέιλ.
Αχ, πως χοχλάζει η καύλα μονάχα
και πως κόβεις σωστά μια ντομάτα
στο βαθύσκιωτο αυτό κουζινάκι.
Κι ας τους γόηδες, τους βαρβάτους ατσίδες
στις Βρυξέλες να χύνουν με πάθος
μπροστά στα μαρκούτσια των Ούννων
τα βρακιά κατεβάζοντας
δείχνοντας των ελλήνων το ένδοξο βάθος.
Τα πτυχία, τα βραβεία, τα βιογραφικά τα γαμάτα.
Της ωραίας Ελλάδος μας τα υπερήλικα νιάτα.
Αχ, αψηλάφητο αδυσώπητο χάος
οι φαλλοί, τα αιδοία μας, τα κορμιά μας
μια συκιά στα ερείπια η πατρίδα μας
τα γλυκομίλητα κορίτσια που μας φέρνουν τις λέξεις στο πιάτο.
Αχ, ιδρωμένοι τον Αύγουστο.
Δια παντός θεϊκοί στο ταψάκι της άμμου.
Πριν μας σπείρουν της αγίας φθοράς τα χεράκια
στα υγρά μουχλιασμένα φρεάτια
στα χωράφια
στους λάκκους.

Και ο μεγαλοδύναμος δημιούργησε τις μπανιέρες

odi

Γυναίκες εξωτικές και καλοθρεμμένες. Απλησίαστες και σκοτεινές. Οδαλίσκες φασματικές της αναγέννησης. Βγαλμένες απ’ τα κάτεργα των διαφημιστών. Με τους μπρούτζινους κόρφους και τον ωμό ερωτισμό, ερεθίζοντας ανυποψίαστους διαβολάκους, με τα στρογγυλά φοβισμένα μάτια του λαγού. Αντράκια που η σεξουαλική πείνα μεταμόρφωσε σε λαγωνικά έτοιμα να χώσουν τη μουσούδα τους σε καυτά ψηφιακά μουνάκια απ’ την Αργεντινή, το Μεξικό, τη Μαλαισία, το Σουδάν. Μιαν επιδημία του σεξ εις άπταιστα αγκομαχητά, γαρνιρισμένα με διαφημίσεις, ως υπόκρουση στο διαβολικό στρίγκλισμα της εξουσίας που θέλει και τα μυαλά και τα κορμιά. Εκεί που οι θόρυβοι της ερωτικής κολάσεως φτάνουν ως χασμωδίες στα ξεκούρδιστα αυτιά. Εκεί που η αγριότητα και η βία κρατούν το χέρι του βλαμμένου παιδιού που ορφάνεψε από ζωτική ορμή. Εκεί που ο χαρούμενος είναι αγχωμένος και ο ευτυχισμένος κάνει εμετό. Γιατί η χαρά και η ευτυχία είναι καταπλακωμένα συναισθήματα από λεφτά. Αγοράζονται και πουλιούνται. Μες το θυμό κοιμούνται και μες τον εφιάλτη ξυπνούν. Σαν άγρια ζώα με το δασύτριχο δέρμα τους και το ανίερο λαίμαργο στομάχι. Με μια καρδιά τρελού που φουσκώνει για φιλί και τρυφερότητα αλλά ξεπέφτει στην τηλεθέαση. Στη συνήθεια. Στον αμοραλισμό. Στα χούγια των άλλων. Εξόριστος απ’ τον αληθινό καυλωμένο λόγο των ποιητών, των πειρατών, των παλαβών, των βοσκών που χαίρονται την μαλακία και την μυρουδιά της βροχής. Όλων αυτών που ταΐζουν κομμάτια ήλιο το αποστεωμένο σκυλί του πολιτισμού. Χυμούς και χιούμορ. Όχι ντροπές και επιμήκυνση πέους και επιμήκυνση καλοζωίας. Και μνημόνια και γερμανικά μπιμπερό. Και ολλανδικούς δονητές και σκανδιναβικά κομπολόγια για την κλειτορίδα. Μόνο χυμούς και χιούμορ. Διότι το χιούμορ δεν κατέχει υποδεέστερη θέση απ’ ότι ο ερωτισμός και η οσία σεξουαλική εμμονή. Διότι η ερωτογραφία είναι μια πρώτης τάξεως ανταρσία που συνταιριάζει την τρυφερότητα με την χαρωπή ειρωνεία. Διότι μόνο στους μεγάλους καυλωμένους ερωτικούς συναντούμε σε κάθε σχεδόν λέξη τους αυτό το είδος του κλεισίματος του ματιού της χλευαστικής συνενοχής, που οι καλλιτέχνες και οι θεοπάλαβοι ποιητές απευθύνουν μεγαλειωδώς στον έξω κόσμο.

Υποκριτή αναγνώστη, όμοιε μου – αδερφέ μου!

xezontas

Μόνο στους πεθαμένους δεν αρέσει
το γαμήσι monsieur, η ευκλείδεια
γεωμετρία, η Ιλιάδα και τα ντόμπρα
κορίτσια. Ω, ευελπιστώ στην οδύνη
και στη ντροπή των μαλθακών. Και
σας πληροφορώ χιονισμένες κορφούλες
αγριοκάτσικα που χαθήκατε και αρκούδες
σκλάβες της σημασίας, σας πληροφορώ
παγωμένες ποιήτριες, δασκάλες που
χάσατε το δρόμο σας για την Ιθάκη
και βρεθήκατε νοικοκυρές στο Δομοκό.
Σας πληροφορώ αναλώσιμα κορμάκια
δεσποινίδες λαίμαργες, εργάτες που
κόψατε τη γλώσσα σας και προβατάκια
της λογικής, σας πληροφορώ μικροαστοί
γάτες, σαΐνια υπάλληλοι οραματιστές
πως για σας διαπραγματεύονται οι μύγες
με τα σκατά, οι ψήλοι με το σβέρκο της
εξουσίας, τα λεφτά με τα λεφτά για σας
ζευγαρώνουν, για σας οι κυβερνήσεις, τα
κράτη, οι αρχηγοί, για σας ο Πικάσο
ζωγράφισε τη Γκουέρνικα κι ο Ντελακρουά
τη σφαγή της Χίου και σε πληροφορώ.
Μόνο στους πεθαμένους δεν αρέσει το
γαμήσι, hypoctrite lecteur, -mon semblable, –
mon frère!

Ποτέ μου δε μπόρεσα να θαυμάσω το Ρόκυ με το αμερικάνικο βρακί του

nino

Πάντα με ανατρίχιαζε η γαλανόλευκη αμερικανιά των συμπολιτών μου.

Αγαπώ όλους τους τόπους γιατί όλοι οι τόποι είναι ένας τόπος. Δεν αγαπώ τις ξεχωριστές περιπτώσεις που φορούν τη νεκρική τους μάσκα και κατεβαίνουν στη χώρα μου, δηλαδή στο χώρο μου, για πλιάτσικο.

Ζήσαμε σε καπνοχώραφα κοντά, και σιγανές βροχούλες. Σε οικόπεδα με κοτέτσια ανάμεσα σε πολυκατοικίες. Σε κάμπους που η φυλή μας διέπρεψε. Σε γειτονιές που ένας στους εκατό είχε Άμστραντ 464 και παιχνίδια που για μας τους Νεάντερνταλ της ψηφιακής εποχής ήταν ένας άλλος μαγικός κόσμος.

Μια αθωότητα που άχνιζε χαρούμενη μέσα στο μεταπολιτευτικό χυλό των πρώτων καιρών του κόσμου μας.

Μαζί με τους σούπερ ήρωες και τον ρομαντισμό τους καλλιεργήσαμε μια λεπτή στρώση ηρωισμού στην εσωτερική μας στοιβάδα. Ο σούπερμαν ήταν αυτομάτως δυνατός χωρίς χέμο ή κατσικίσιο γάλα, όταν το απαιτούσαν οι περιστάσεις. Όταν οι κακοί έβγαιναν στους δρόμους και δε μπορούσε κανείς να τους αντιμετωπίσει.

Τυπικά ανήκουμε στη γενιά του χάους. Ένα χάος που αναδύθηκε τη δεκαετία του εβδομήντα. Τη δεκαετία που ο πολιτισμένος κόσμος έβαλε τη ζωή του στα μουσεία. Στο μουσείο του κράτους, της οικογένειας, της θρησκείας, της εργασίας και της κατασκευασμένης ψυχαγωγίας.

Της ψυχαγωγίας που ήταν και ιδεολογία μαζί και το καπιταλιστικό τερατάκι ευλογούσε τα γένια του. Έχτιζε μέλλον ατσάλινο. Κι όλη την ανθρώπινη περιπέτεια την έκανε δίπολο, καλό και κακό, συν και πλην, Δύση και Ανατολή.

Ετοιμάζοντας μια γενιά που θα χόρταινε εμπειρίες εικονικά. Με διαμεσολάβηση. Με εικόνες και ήχο. Με χρήση των ακροδαχτύλων και της κόρης του ματιού.

Χωρίς κίνδυνο να πέσεις στο κενό μπορείς να πετάς από κτίριο σε κτίριο και χωρίς κίνδυνο να κολλήσεις έιτζ βλεννόρροια σύφιλη και λοιπά μπορείς να γαμείς με τα μάτια. Μια ολόκληρη βιομηχανία του μπανιστιρτζή υποκατέστησε το δίκιο την ομορφιά το σεξ το παιχνίδι το φαγητό.

Οι σούπερ ήρωες της παιδικής μας ηλικίας, οι άτρωτοι, έγιναν οι θεοί της ανθρώπινης αναπηρίας που άφηνε τη δράση στους κακούς. Στους βάρβαρους και τους κακούς που επινοούσε συνεχώς η Βίβλος του ελεύθερου κόσμου και της ελεύθερης αγοράς.

Ο κακός ήταν ο σπεσιαλίστας του ανταγωνισμού χωρίς κανόνες. Ήταν η φυσική ροή προς το σκοπό που αγιάζει τα μέσα.

Ο καλός και ο κακός. Ο κακός κοντός και χοντρός με μικρό μουστάκι. Έτοιμος να δηλητηριάσει μια πόλη, να καταστρέψει τον πλανήτη. Ο καλός είχε εκπαιδευτεί στον παράδεισο, έπαιζε την ασημένια του άρπα. Γλυκός, συνεσταλμένος, χαμογελαστός.

Παράγωγα του θεάματος που ήθελε νικητή και νικημένο. Που ήθελε κάθαρση πάση θυσία. Ένα σινεμά τσικ του τσικ. Κολακεύοντας το κοινό. Την υποκρισία των παραγωγικών σχέσεων. Την φυλετική ανθρωπομετρική των νικητών.

Σιγά σιγά με το πέρασμα των ψυχρών χρόνων και των μαζικών σφαγών που ξεχάστηκαν, η Αμερική κατάφερε να φτιάξει ένα ήρωα πιο ανθρώπινο, με αίμα και ιδρώτα.

Τον πεζοναύτη της, που προστατεύει τον πολιτισμένο της κόσμο και τις κτήσεις του απ’ τους κακούς. Τους άραβες, τους μαύρους, του ινδιάνους, τους αφγανούς, τους ιρακινούς και τους σύριους, τους κούρδους και τους γύφτους.

Τώρα τα ψηφιακά μας παιχνίδια έχουν έναν ελεύθερο σκοπευτή που περιμένει το μελαμψό τρομοκράτη να του γαμήσει τα μάτια. Να τον διαμελίσει, να τον πάει ο ΟΗΕ στη μάνα του σε σακούλες.
Η Αμερική διαπαιδαγώγησε τον έλληνα αριστερό με όση αμερικανιά διαπαιδαγώγησε και τον έλληνα δεξιό.

Ο μοντέρνος Έλλην αριστερός δεν έχει πρόβλημα με το ΝΑΤΟ και το μπαμπούλα των λαών. Τους τραπεζίτες τους παίζει στα δάχτυλα. Με ντρίπλες λάιφ στάιλ διαπραγματεύεται με τον γερμανό καπιταλιστή και με Τεξανή προφορά μαντάρει ερωτισμό σε χαροκαμένες αγάμητες αγγλίδες που κάνουν πικάντικα τα στεγνά τους ρεπορτάζ.

Η γενιά μου που είναι στα πράγματα, μεγάλωσε με σουπερ ήρωες. Κι ο λαός θέλει σούπερ ήρωες για να τον προστατέψουν απ’ τους κακούς.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 266 other followers