ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Ερωτική αυτοδιοίκηση

erot

1
Στριφογυρίζω
ανάμεσα στα μπούτια σου.
Είμαι κυνηγημένος
απ’ όλες τις στιγμές
που θα ζήσω χωρίς εσένα.

2
Έλα! Καύλωσε!
Καύλωσε! Καύλωσε σαν ελάφι!
Καύλωσε σαν άγριος τράγος!
Έτσι θέλει η Αστάρτη.
Έτσι θέλει το καυλωμένο κορίτσι.

3
Συλλαβίζω τις ηχητικές δονήσεις σου
σαν πρωτόγονος μουσικός.
Ιδρύω την ερωτική αυτοδιοίκηση
γιατί δεν έχω χρόνο.

4
Τα πολιτικά συστήματα είναι βαρετά.
Οι μισάνθρωποι πολιτικολογούν
με όλο τον απελπισμένο αντιερωτικό τους οίστρο.

5
Γράψτε τώρα το ερωτικό σας ποίημα
και στείλτε το στο δήμαρχο.
Μαζί με τα δημοτικά σας τέλη
πληρώστε και τα καυλωτικά σας τέλη.

6
Ακόμα κι απ’ τα φθαρμένα καπέλα
ξεπετιούνται κάποτε
ολόφρεσκα λαγουδάκια.

7
Αποδυναμωμένες
από την ευτελή τους πολυχρησία
οι λέξεις προσπέφτουν ικέτισες
στο βωμό τού αντίπαλου δέους.

8
Η κλειδωνιά του μυστικού δεν ανοίγει
αν οι λέξεις δεν προφερθούν σωστά.
Οι πύλες τού παραδείσου δεν ανοίγουν
αν οι γλώσσες δεν λαδώσουν τα μάνταλα.
Η αφωνία της καρδιάς αποτρέπει τους τυχάρπαστους.
Απογοητεύει τους βιαστικούς.
Παραπλανεί τους θρησκόληπτους.
9
Μα, η φωνή της καρδιάς
είναι η ποιητική επέλαση της ηδονής.
Θα πρέπει πρώτα με την καρδιά σου
να τραντάξεις το καυλωμένο κορίτσι.

10
Και να ξέρεις πως,
το βαθύ δάσος της ερωτικής στιγμής
έχει διαφορετικής ποιότητας απεραντοσύνη
από κείνη του σύμπαντος.

Life Is Life

life

Όλες οι φιλήδονες σκέψεις είναι τοποθετημένες κάτω από την προστασία του θανάτου.

Οι εραστές συνομολογούν καλές σχέσεις με τον θάνατο. Διότι γνωρίζουν πως ο θάνατος δεν είναι απειλή αλλά βεβαιότητα.

Δεν είναι ούτε φάντασμα, ούτε μυστήριο, αλλά ένα απλό φυσικό φαινόμενο, λογικό, ψυχολογικά αναγκαίο και επιθυμητό.

Μα η εμμονή στη θεώρηση του θανάτου αποτελεί λεηλασία της ζωής.

Η θανατοφοβία των ποιητών πυροδοτούσε πάντα υπόγειες αλυσιδωτές αντιδράσεις ανατινάζοντας όλα τα νοήματα.

Ο συλλογικός φθόνος για την αιώνια φθορά και η άχρηστη μα αληθινή γνώση πως η γη θα γίνει παρανάλωμα του ηλιακού πυρός, βάζει τους ποιητές να ανακατεύουν στο αφηγηματικό τους τσουκάλι κάθε ποιητική προφητεία.

Ο Έλιοτ, στο ποίημά του Οι Ασήμαντοι Άνθρωποι, θεωρεί δεδομένο πως ο κόσμος θα σβήσει σαν ελαττωματική κροτίδα, με ένα απογοητευτικό σύριγμα, όχι με κρότο αλλά με λυγμό.

Ο Ρόμπερτ Φροστ στο ποίημά του Φωτιά Και Πάγος έχει κάπως καλύτερη γνώμη για το ανθρώπινο είδος, αμφιταλαντευόμενος μεταξύ ενός κόσμου που θα καταστραφεί από φωτιά ή από πάγο. Τελικά προτιμάει τη φωτιά όπως οι περισσότερες μυθολογίες τού κόσμου.

Κανείς δεν φαντάζεται την ανθρωπότητα να σβήνει σιγά σιγά μέσα στην όμορφη νυχτιά. Φανταζόμαστε ένα ένδοξο φλογερό τέλος.

Μα όποιο τέλος κι αν φανταζόμαστε εμείς δεν πρόκειται να το ζήσουμε ποτέ, αφήνουμε όμως πίσω μας, όπως τα σαλιγκάρια, την λογοτεχνική μας μύξα, αυτό το έκκριμα που προέκυψε αναδεύοντας τους μυστικούς κύκλους τού έρωτα και τού θανάτου ίσα ίσα για να ξεραθεί κι αυτό στον ήλιο της ζωής ή να θρέψει καχύποπτα φιλολογικά ζωύφια.

Θηλυκού εγκώμιον ανεξιχνίαστο

klio

Μα, είσαι ολόκληρη από σάρκα
και τα κλαδιά σου και τα χάδια
σου από σάρκα. Είσαι θυμάρι και
λεβάντα, μισθωτή σκλαβιά και
γιασεμί. Εμπόλεμη ζώνη μαντζουράνα
παράκτιο οικοσύστημα ασβός
νερόκοτα αλεπού. Είσαι χώμα και
τσιγκέλια αρχαίο πνεύμα αθάνατο
είσαι πλαστικό ποτηράκι ντιρλαντά
ντιρλανταντά είσαι εσπερόβιο έντομο
ξερολιθιά μεσαιωνικός τροχός
λεφτουδάκια γύφτος και γύφτισσα
μαζί είσαι της στύσης μου ο άμβωνας
είσαι το κόμμα του λαού η λύσσα
είσαι προσφυγικός καταυλισμός
πολιτικός κρατούμενος είσαι χώμα
και υγρά και σπόροι. Κι ότι υπόσχεται
ο έρωτάς σου το εξασφαλίζει η λεηλασία.

Ιχθύων και έρωτος

karabi

Το καλοκαίρι
θα εξαλείψει
το χλωμό χρώμα σας, κορίτσια.
Χαϊδέψτε τα μαλλιά σας
που φτάνουν στα χέρια μου από μακριά
αφήνοντάς σας
εντελώς γυμνές.
Αφήστε τα χείλη σας
στην αλμυρή λίγδα του ανέμου.
Τ’ αυτιά σας
στον ψίθυρο της πολυμήχανης λέξης.
Τη μύτη σας έκθετη
μεταξύ ιχθύων και έρωτος.
Αφήστε στο δέρμα μου έστω μια δαγκωνιά
απ’ όλα αυτά τα ατίθασα δοντάκια
που μασήσανε τους έρωτες.

Νωχελικοί αρουραίοι με παιδικά μάτια

noxel

Ο αγώνας ενάντια στις ιδεολογίες έγινε καινούργια ιδεολογία και το πάθος για ζωή έγινε λίστα με μικροπράγματα και κατάστιχα με λογαριασμούς.

Απ’ τους πειθαρχικούς μαθητές της παλιάς εποχής περάσαμε στους κλέφτες των ιδιοτροπιών του δασκάλου.

Σε μια μίμηση άνευ ορίων και όρων που δημιουργεί τέλεια αντίγραφα ενός και μόνο πράγματος. Μιαν ομοιομορφία που τρέφει τον πιο έντονο ατομικισμό κι απ’ την οποία δεν ξεπηδά παρά η μοναξιά.

Άνθρωποι που μοιράζονται το ίδιο πνευματικό κελί και το ίδιο υπαρξιακό ορυχείο.

Άνθρωποι που βιάζονται και δεν περιμένουν την εποχή να γεννήσει τους καρπούς στην ώρα τους. Άνθρωποι που βιάζονται να μεγαλώσουν.

Άνθρωποι που θέλουν σύκα το καταχείμωνο και φτιάχνουν σύκα το καταχείμωνο. Μα σ’ αυτή την πράξη δεν υπάρχει σοφία αλλά κυριαρχία και απόγνωση.

Η αλαζονεία του παντοδύναμου όντος που βομβαρδίζει σύννεφα για να βρέξει και λιπαίνει τη γη με δηλητήρια για να βλαστήσει πρόωρα και γρήγορα.

Μα η αλαζονεία είναι η πιο προδοτική αδυναμία. Διαπερνά τη συνείδησή μας σαν τον πανικό. Γρήγορη, ρευστή σαν τον υδράργυρο, πλημμυρισμένη ως τα μύχια από τον ανείπωτο τρόπο της μετάδοσής της.

Γλωσσικό ζήτημα

tad

Της δόθηκα και μου δόθηκε
αφού και οι δύο υπήρξαμε
ερπετά. Θέαμα στα μάτια
ανεπιθύμητων αστών και

βεβαίως σουλατσάραμε τις
νύχτες στην πόλη των ιδεών
και ψάχναμε κάτω απ’ τις
πέτρες και τις φούστες των

κοριτσιών, αθέατοι σαν τον
άνεμο, αισθησιακοί, γυμνοί
μάθαμε τα χιλιάδες ανθρωπάκια
πως διαβιούν απ’ τον καιρό

της μεγάλης έκρηξης, μάθαμε
για κυρίους που ταξιδεύουν
στην Ταϋλάνδη για να γνωρίσουν
μιαν ήρεμη τίγρησα, μια παιδούλα

στις ακρογιαλιές της παιδεραστίας.
Μάθαμε κουτσά στραβά αγγλικά
γλώσσες του εμπορίου ανθρωπίνων
οργάνων, γλώσσες του θεού και

του διαβόλου, γλώσσες των
γραναζιών του ρολογιού που
κρατάει το σύμπαν ζεστό ψυχρό
υγρό, γλώσσες με σπυρί και

μόλυνση, γλώσσες κομμένες
και πεταμένες σε κουβάδες
γλώσσες που γλείφουν με
πυγμή την ποιητική μας ιλαροτραγωδία.

Αμανές

baret

Η ζωή είναι τόσο βαρετή
που κάποιοι γράφουν ποιήματα
για τη βαρετή ζωή!
Mα είναι βαρετά ποιήματα
κι όταν τα διαβάζεις
βαριέσαι τόσο που σκέφτεσαι
πως η βαρετή ζωή
είναι προτιμότερη
απ’ τα βαρετά ποιήματα
που μιλούν για τη βαρετή ζωή.

Φαινομενολογία τού πνεύματος των τζιτζικιών

τζιτζι

Εδώ ο θάνατος και η ζωή είναι ένα. Ενσωματωμένα. Εδώ ο πυρήνας κάθε ποιητικής, βουλιμικά μεταμορφώνεται σε ομορφιά που βγάζει φτερά και τραγουδά σκωπτικά την επανάληψη της ευχαρίστησης και την ευχαρίστηση της επανάληψης.

Διότι ο τζίτζικας δραπετεύει απ’ το αρχικό σχήμα. Αλλάζει περιβάλλον. Εισβάλει στον πραγματικό κόσμο για να φάει, να τραγουδήσει και να γαμήσει. Και μετά πεθαίνει δια παντός.

Αφήνει τους σπόρους του μονάχα και τα απολιθώματα τού έρωτά του μέσα σε τρύπες που κάνει πάνω στους μαλακούς βλαστούς.

Αυτό συμβαίνει τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο, μέσα στην τραγάνα και την κάψα. Από τα αυγά βγαίνουν οι προνύμφες, περίπου κατά το τέλος του καλοκαιριού, οι οποίες κατεβαίνουν από τα δέντρα, κάνουν τρύπες μέσα στη γη, κοντά στις ρίζες κι εκεί μπορούν να ζήσουν και τέσσερα χρόνια (αλλού 17 ή 13 χρόνια) μέχρι που να μετατραπούν σε κανονικές νύμφες.

Ένας αέναος κύκλος ζωής και θανάτου. Ένα συσσωμάτωμα παροξυσμικού ερωτισμού που διαρκεί έξι βδομάδες.

Εδώ, ο χρόνος δεν είναι λίγος ή πολύς. Είναι απλώς ένα κομμάτι του κύκλου και της σπειροειδούς διάρκειας.

Ο τζίτζικας δεν θα γνωρίσει τα παιδιά του. Δεν θα τα αναθρέψει και δεν θα τα στείλει σχολείο. Δεν θα τα οδηγήσει στο γάμο ή στα ναρκωτικά. Δεν θα χρειαστεί να τους μάθει τη ζωή.

Διότι εδώ λειτουργεί ο χρόνος της αναδημιουργίας του. Γιατί τίποτε δεν χάνεται και καμιά απώλεια δεν είναι ανεπανόρθωτη.

Μελετώ αυτό τον κύκλο μέσα στον οποίο έχει αφεθεί ο Τέττιγας, γράφοντας και γυρίζοντας αργά τα ροδάνια των αναμνήσεων.

Τη γλώσσα που δεν είναι γλώσσα και το πνεύμα που δεν είναι πνεύμα.

Μελετώ αυτό το ηχόπλασμα για να εξηγήσω καλύτερα τη σάρκα μου, αγλαΐζοντας τις όμορφες φράσεις σαν κυδώνια που σκάνε τα αρώματά τους μέσα στο στόμα.

Σαν τις ερωτικές φράσεις που σφηνώνουν στα δόντια των κοριτσιών. Στο στόμα. Στο στόμα που συντελείται ο έρωτας. Γιατί κάνουμε έρωτα μόνο με το στόμα.

Από εκεί ξεκινά και εκεί καταλήγει ο έρωτας, λούζοντας την αρρώστια και το θάνατο μ’ ένα καινούργιο φως, γλαυκό, στο κέντρο μιας απερίγραπτης υπαρξιακής ομίχλης, η οποία ενώ σκεπάζει τα περασμένα όπως τα κουκούλια μέσα στην κρύα γη, αποκαλύπτει τις λεπτομέρειές τους, αφανίζοντας το φόντο.

Μελετώ την υπέρβαση των ορίων απ’ αυτό που βλέπω και παρατηρώ και μετά το κάνω σκέψη, δηλαδή το ενσαρκώνω με ατομικούς όρους.

Καμία φαντασία εκεί που υπάρχει η φύση και η μια και μοναδική μας ζωή.

Εκεί, που ο τζίτζικας αφήνει πίσω του αυτό που τον καθηλώνει και γεννιέται ξανά, σαν έτοιμος από καιρό να βιώσει την βραχύβια ελευθερία του. Να φάει, να τραγουδήσει και να εκσπερματώσει μέσα στο ψυχεδελικό του παραλήρημα.

Με όλο τον ποιητικό οίστρο που επιτάσσει το οντολογικό προνόμιο της εξόδου του από την πρωταρχική μορφή.

Από τα δεσμά του παιδικού σώματος στην ευφρόσυνη ελευθερία τού παιχνιδιού και της επανάληψής του.

Devil Got My Woman

eikonisma

Ερχόμαστε κατεβαίνοντας από τη Σκλάβαινα και από τα Ακαρνανικά όρη.

Σταματήσαμε στο δρόμο μας για να πιούμε λίγο νερό.

Υπήρχε ένα μικρό λευκό μνημείο δίπλα στη βρύση στην άκρη του δρόμου. Πάνω στη στροφή. Προχώρησα προς το εικόνισμα για να δω.

Το τζαμένιο πορτάκι του ήταν μισάνοιχτο και τα καντήλι φρεσκοαναμμένο. Ακουγόταν το λάδι που τσιτσίριζε. Στο κέντρο υπήρχε πάνω στο μάρμαρο μια φωτογραφία.

Ήταν η κλασική φωτογραφία ενός ζευγαριού μπροστά στο κατώφλι ενός σπιτιού της Αμερικής.

Ο άντρας έμοιαζε με κάποιον αμερικάνο εφευρέτη και η γυναίκα που στεκόταν δίπλα του ήταν κουλουριασμένη πάνω του, αφοσιωμένη σ’ αυτόν, με λευκό δέρμα και πλατύ χαμόγελο.

Ήταν μια από κείνες τις μεγαλόσωμες χαδιάρες γυναίκες του παρελθόντος που φορούσαν αυτές τις μεγάλες φούστες κι αυτές τις ψηλές, γεμάτες σιρίτια μπότες.

Πάνω στο μνημείο υπήρχαν μερικά λόγια και ένα ποίημα στα αγγλικά.

I’d rather be the devil, to be that woman man
I’d rather be the devil, to be that woman man
Aw, nothin’ but the devil, changed my baby’s mind
Was nothin’ but the devil, changed my baby’s mind

I laid down last night, laid down last night
I laid down last night, tried to take my rest
My mind got to ramblin’, like a wild geese
From the west, from the west

The woman I love, woman that I loved
Woman I loved, took her from my best friend
But he got lucky, stoled her back again
And he got lucky, stoled her back again

Έρως, θέρος, κόκαλα

kokala

Πως μπορείς να στήσεις το χαρακτήρα ενός ήρωα που δεν μιλά;

Να διασταυρώσεις κάθε υποψία του με την ανάγκη της ανθρωπότητας να μπορεί να ονειρευτεί συλλογικά. Κι απ’ το αβάσταχτο φορτίο των σιωπηλών ηρώων να βγάλεις λογοτεχνικό ζουμί.

Να βγάλεις αυτή τη διάθεση συνουσίας με τα πάντα και τους πάντες όχι ως ιδιωτική πράξη αλλά ως κοινωνική ανάγκη.

Να μπολιάσεις το σεξουαλικά αρπαχτικό άντρα με τη σεξουαλικά πειθήνια γυναίκα.

Να διδάξεις χωρίς διδακτισμό το αρπαγησόμεθα εις σάρκαν μία. Τους χυμούς της σάρκας δίπλα στις φραγκοσυκιές και την κοπριά.

Να λιώσεις μες στην πρωτόγονη φιλοξενία της γραφής τον τουριστικό πατριωτισμό των ρουμτζήδων της παραλιακής ζώνης.

Με όση κανιβαλική αναρχία επιτάσσει ο μέσα εαυτός.

Ο παντού και πάντα μόνος με την κοινωνία να κρυφοκοιτά και την οσία Μαρίνα Αμπράμοβιτς να τραγουδά νανουρίσματα μπροστά σ’ ένα βουνό από κόκαλα βοδιών, που πλένει και ξεπλένει ρυθμικά.

Υπογραμμίζοντας με σιωπή τη συναισθηματική δολιοφθορά της τέχνης κατά της θεσμοθετημένης βαρβαρότητας.

Sunset ή Περί έλξεων

paralp

Αποδείχθηκε, η εν ψυχρώ
ομαδική δολοφονία αρσενικών στην παραλία.
Αποδείχθηκε, κράτος εν κράτει γύμνια.
Μονόφθαλμη οδός της μαγγανείας.
Όλη η εγκόλπια ομορφιά της
να κοιτά το ηλιοβασίλεμα.
Απόγνωση της Αδριατικής
καθώς ο δαίμων ήλιος δεν μπορούσε πια
να γλείψει το κορμί της.
Καθώς φακίρηδες περνούσαμε
κάθυγροι,
με τα μαγιό μας φουσκωμένα σαν αντίσκηνα.
Δήθεν κοιτώντας θάλασσα
δήθεν κοιτώντας ουρανό
δήθεν κοιτώντας σούρουπο.
Μα εμείς
αναζητούσαμε κυκλώπειες ακροπόλεις ηδονής.
Τα βλέμματά μας σαν ψωριάρικα αδέσποτα
αναζητούσαν κλειτορίδα να ξυθούν.
Ματάκηδες, κανίβαλοι,
κομματικοί της γενετήσιας πείνας
στο πιάτο μας, εδώ,
η ομορφιά με τις σχισμές της.
Εδώ, η ανάσκελη ευθύτητα ψιθύρων βογγητών
απ’ το υπερπέραν.
Εδώ η πιο γυμνή απ’ όλες τις γυμνές
η πιο αυτόφωτη Αφροδίτη συνειρμών.
Εδώ η ανίερη υπερορία γλώσσας.
Εδώ οι τρύπες έκθετες στην πιο αθώα ερωτική ωμοφαγία.

Λογοδιάρροια

Lisa Levy.jpg

Λόγος σημαίνει παγίδα που οδηγεί τη σκέψη στην ελευθερία.

Ένα οξύμωρο σχήμα που διακονεί τον πνευματικό παρά όταν το βίωμα πεθαίνει και σήπεται αβοήθητο και αποκαθίσταται σαν βιογραφία ή σαν ανταλλαγή υγρών μεταξύ γοερών ματάκηδων του βίου.

Ο λόγος είναι ο ρυπαρός αποστάτης κάθε προγραμματικής συναναστροφής.

Ο Βάκχος που πλανάται οικτρά αλλά οι πλάνες του είναι οι πιο λατρευτές ανάμεσα στις ερωμένες του.

Εμβλήματα σαρκασμού μιας λαλιάς που θα ξεπέσει αργά ή γρήγορα στην πιο σκοτεινή μήτρα του θανάτου. Στη σιωπή. Στον τόπο που ορίζει η αφωνία και η αγλωσσία.

Γι’ αυτό ο άνθρωπος παράγει λόγο. Από αγωνία να προλάβει πριν φτάσει στη σιωπή, εκεί όπου η υπερφίαλη δεσποτεία της φθοράς θα μας τσιμπήσει για να μας ρίξει στον αιώνιο λάκκο.

Η θανατοφοβία μας είναι το καύσιμο που τροφοδοτεί την ποιητική μηχανή και το βιοπορισμό των ερωτικών θαυμάτων από τα μοσχεύματα της καρδιάς. Την ιερή λογοδιάρροια έως τάφου.

Βολή εγγύς φιλίων τμημάτων

boli

Περιμένω φίλους κι οι φίλοι με περιμένουν.

Θα πρέπει να δούμε ως προϊόν αγωνίας τη φιλία μέσα στον καθρέφτη του αυτοματισμού του συναισθήματος. Και τις μαύρες τρύπες της κοινωνικότητας που ξεμπουκάρουν από εκεί διάφορες διαφορές, διαφωνίες, σκοτωμοί.

Αναχωρούμε όλοι για τους φίλους μας έξω απ’ τον οικείο χώρο της οικογένειας που πνίγει τα άτομα, αναχωρούμε για κει όπου η συνήθεια αποδεικνύεται σοφό και πανίσχυρο αναλγητικό.

Διότι η συνήθεια δεν φθείρει τη φιλία αλλά την τροφοδοτεί. Άσχετα αν η συνήθεια είναι έξυπνη, ηλίθια, ποταπή.

Συνηθίζουμε τις συνήθειες μόνο με φίλους. Με έμπιστους που δεν έχουμε κάνει παιδιά ή λεφτά μαζί. Που οι σκέψεις μας ομονοούν στην κατ’ εξακολούθηση συνομωσία χαράς και καλοπέρασης αλλά και στη βαθύτητα της ρηχότητας που η φάρσα της συμβίωσης επιτάσσει.

Με τους φίλους μας δεν δίνουμε όρκους αγάπης, δεν ανταλλάσουμε βέρες και στέφανα, δεν τρώμε στους γονείς τους και δεν μας τρων οι γονείς τους.

Οι φίλοι μας είναι μαντρωμένοι σ’ αυτό το περίσσευμα ελεύθερου χρόνου που είμαστε κι εμείς.

Κολλητοί, γνωστοί, ξένοι και παράξενοι. Εντρυφώντας ο ένας στη λύπη του άλλου με εγκαρδιότητα πρόσφορη σε κουβέντες. Λέξεις και λέξεις. Και ξανά λέξεις.

Κουβέντες στο ταμείο της αθεράπευτης θλίψης και της ιεράς βαρεμάρας, χαμένα κορμιά εξ’ ολοκλήρου στο κοινό παρελθόν και στην κοινή χαζομάρα.

Νευρικά γέλια καραδοκούν και σιωπές που δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Οι ιστορίες εδώ έχουν ξαναειπωθεί, αλλά δεν είναι ίδιες. Οι μέρες και τα χρόνια τις αλλάζουν. Ζυμώνονται στο θάνατο και τη σήψη των άλλων που δεν είναι φίλοι μας και δεν μας ακούν.

Οι φίλοι και η φιλία δεν ταυτίζονται. Άλλο οι φίλοι και άλλο η φιλία. Οι φίλοι σφετερίζονται τη φιλία και η φιλία σφετερίζεται την ανθρώπινη τάση για κυριαρχία.

Κάθε συναναστροφή φίλων διαθέτει δεσμούς. Μια μηχανική του σκοπού που ποδηγετεί την αλαζονεία για να μπορεί να έχει διάρκεια η φιλία.

Ειδάλλως νικά ο Εαυτός και η τάση του ατόμου να είναι διαρκώς και πάντα άτομο. Η τάση να βιώνεις το συλλογικό τραυματικά και οι άλλοι να νιώθεις ότι εισβάλουν διαρκώς στο ρουθούνι σου.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν φίλους, ούτε πρόκειται να κάνουν φίλους. Ακόμα και η συγκυρία γι’ αυτούς ή το κοινό βίωμα του καλού ή του κακού είναι ένας τελεστής απόρριψης του άλλου. Κάθε συναναστροφή είναι τυπική, ακόμα κι αν είναι χαρμόσυνη με όσο θεατρινισμό επιτάσσει ο συντελεστής συμφέροντος.

Εξάλλου δεν υπάρχουν αληθινοί φίλοι αλλά μόνο φίλοι. Με σάρκα και οστά. Φίλοι που μυρίζει ο ιδρώτας τους και φίλοι που κλάνουν. Φίλοι που φοβούνται και φίλοι που κλαίνε.

Φίλοι που συναισθάνονται την μακάβρια κατάληξη του άφευκτου κοινού μας πεπρωμένου χωρίς εξηγήσεις, περιβάλλοντας πάντα την κοινή μας ζωή με τα άμβροτα είματα της καλής κουβέντας.

Επιστολή στην Marriana Alcoforado

epistoli

Μου ζήτησες Ιούλιο και κάψα
να σου στείλω απ’ το ακρωτήριο
Δουκάτο. Γύρη απ’ το ακρωτήριο
Κανάβεραλ των ηδονών, μου
ζήτησες μπουγάτσα και φιλί
με κραγιόν στον καθρέφτη
που οδηγεί στη Λισαβόνα τού
κορμιού σου, εσύ, Marriana
Alcoforado, εσύ ρίγανη τριμμένη
στ’ αχαμνά μου, που σε μεταφράζω
τώρα σε πήδημα του θανάτου και
σε παρά φύσιν σεξ, εσύ, σπλήνα
της Ιβηρικής που παίρνεις την
επιθυμία κατά γράμμα, την αυγή,
ξεριζώνοντας απ’ τα σπλάχνα σου
με τα δάχτυλα εντόσθια εραστών,
δαιμόνους που τρυπώσανε στον
αγαθό ναό σου. Κοπέλα ολόδροση
και γδυτή που πέταξες τα μαύρα
σκοτάδια από πάνω σου και
τρύπωσες στα βεσέ της Λουζιτανίας
συνθήματα γράφοντας στα πλακάκια
για ουρανομήκης οργασμούς
Πανάγαθη μοναχή που αυτομόλησες
στις καύλες, σε περιμένω τώρα στο
καλύβι μου να ’ρθεις να σου
προσφέρω Ιούλιο και κάψα. Σύκα
απ’ το δέντρο που καταράστηκε
ο πρώην σου εραστής.

Μαρτυρολόγιο σκιών

skion

Η τέχνη είναι συνήθως άτομα που παράγουν μιμητές και οι σχολές είναι δομές που εξαπολύουν τη φάρσα των ατόμων στο μέσο όρο.

Σε όσους ψάχνουν να χειραγωγήσουν ναυάγια και χασούρες προσωπικές με υλικά πολιτισμού άλλων.

Χωριάτες και νιόπαντροι μέσα στο χυλό της πληροφορίας γράφουν και φαντασιώνονται του μιμητή τους τη λάβρα πνοή έργου που άφησε στη μέση.

Υπάρχουν διάφορα είδη παθιασμένων με ιδανικά άλλων και θαυμάσιοι εραστές που διατηρούν τα κείμενα τού αγαπημένου τους συγγραφέα ως σεξουαλικό βοήθημα της φαντασίας. Για να παράγει υγρά, να πάρει μπροστά και να φτιαχτεί ανυπερθέτως και να πλάσει νέα ψωμάκια στις ευκαιριακές του μελαγχολίες.

Συνήθως γράφουν και ερωτεύονται οι αργόσχολοι. Το επί οχταώρου κοπάνημα της εργατικής τάξης στην καλοζωία των άλλων δεν της επιτρέπει ποιήματα και καταραμένες τσαχπινιές.

Βεβαίως τούτος ο λαμπρός πόλος έλξης ατόμων με ειδικές ανάγκες, όχι ψυχοσωματικές αλλά ειδικές και ανεξιχνίαστες, λειτουργεί επεκτατικά.

Η μίμηση είναι δεύτερη φύση. Η μίμηση δημιουργεί και καταστρέφει, με μιαν αγγελική γαλήνη και μπόλικους συναθροισμένους στον γκισέ εξαργύρωσης των νοημάτων.

Η τέχνη είναι μόνιμη εξαπάτηση μέσω της μίμησης. Χρωματίζουμε λουλούδια για να εξαπατήσουμε τα μελισσάκια να έρθουν να δοκιμάσουν τη γύρη μας.

Προκαλούμε σπινθήρες παντρεύοντας αντιθέσεις, φτιάχνοντας ατμόσφαιρα ουτοπίας.

Η γραπτή γλώσσα αφήνει απολιθώματα μύησης και μίμησης απ’ την εποχή της πιθηκόμορφης βάσης του ανθρώπινου μηχανισμού.

Ένας σπαραχτικός οδηγός επιβίωσης εν εξελίξει, σφραγισμένος πάνω σε βράχινα χνάρια των Κυκλάδων, κατά μήκος της όχθης των ποταμών πάνω στις λευκές πέτρες, σε αγριολούλουδα και σκούρα φτέρη πατικωμένη πάνω στο χαρτί, σε οθόνες υγρών κρυστάλλων, σε αμμουδιές και καθρέφτες.

Ποίημα ωραίο για τις ωραίες

hannah-hoch-2_2789736b

Γράφω για να’ χω κάτι πρόχειρο
να διαβάζω και ομολογώ πολλά
καθώς πιάνομαι απ’ τη λέξη που
πιάνεται απ’ τα γεγονότα που

πιάνονται απ’ τα πάθη και δεν
έχει τέλος αυτή η ονείρωξη αυτή
η διεσταλμένη κόρη του ματιού
η βαριά συννεφιά απ’ το κοινό

ντουμάνι των παθών μας κάτω
από αγριοσυκιές που αγαπώ και
θαυμάζω και χαϊδεύω τον κορμό
τους και νιώθω τους χυμούς

μέσα απ’ το δέρμα τους και νιώθω
τ’ άπαρτα κάστρα και τα ψηλά
βουνά τα πετραδάκια στη σαγιονάρα
καθώς επιστρέφω απ’ τα βράχια

τους αχινούς τις πεταλίδες στο
φαλλοκρατικό καπιταλισμό στα
κεφτεδάκια της μαμάς στο σεξ
στον κονστρουκτιβισμό της ηδονής

Μνεία του Καύσωνος

gourounitsa

Όταν σφίξουν οι ζέστες θα με νιώσεις
και θα δεις το λιοπύρι ως πεδίο μαχών.
Υπαίθριους υπνοβάτες στα υδροκίνητα
βίτσια τους να ανταλλάσουν ματιές

αφροδίσιες με τους όμορφους γύφτους,
πεφταστέρια να τήκονται αθέατα στην
μνήμη του φωτός, γουρουνάτες γκόμενες
που συνευρέθησαν με παπάδες κλέβοντας

αντίδωρα απ’ την κανίστρα και χούγια
αγίας που αυτομόλησε στα τέμπλα και
στα γλωσσόφιλα με τους πιστούς.
Μανούλες που ψάχνουν παιδιά, ποιητές

ταφοφοβικούς που τραγούδησαν την
παπαρούνα και την μαντζουράνα, το
φασκόμηλο και το χαμομήλι για τις
αιμορροΐδες του αναγνώστη, απαλύνοντας

την επαναστατική του λύσσα και τη μέσα
Αναρχία πάντα υπό συνθήκας θέρους,
χούλιγκαν σατανικούς της συνειδήσεως,
φιλάθλους του συνδέσμου των ματάκηδων

σε πεύκους θάμνους αρμυρίκια με το
μαλακό υπογάστριο σαλεμένο και τα
βλεφαρικά χείλη να τρεμοπαίζουν
εν χυμώδει εκφυλίσει

Cuming Out

cuming-out-stefan-kuhn

Μη μου σκοτίζετε αδέρφια μου τ’ αρχίδια
με το ένα και μοναδικό σας ποίημα και σας
λέω τώρα και σας προειδοποιώ, μακριά
απ’ τους άμβωνες, ας ξαναγίνετε εραστές

όπως σας θέλουν οι δημιουργοί των μικρών
πραγμάτων, όπως σας θέλει η πρωινή στύση
γράψτε, εξερευνήστε, περιπλανηθείτε,
καθημερινώς αλλιώς δεν υπάρχει έργο και

καύλα παρά εικονικά μεγαλεία στον κυβερνο-
χώρο και τη σκουριά. Κυρίως μη ρουφάτε
την κοιλιά σας και μην κρύβετε το τραύλισμα
ο άνθρωπος είναι οι αναπηρίες του, οι υγιείς

και οι άψογοι είναι θαμμένοι στα νεκροταφεία
οι ζωντανοί μονάχα διαθέτουν φοβίες πόνους
αναμνήσεις σακούλες με ποιήματα αστιγματισμούς
μυωπίες και τέτοια. Γι’ αυτό αφήστε την υπεροψία

για τα στελέχη επιχειρήσεων και το εργάκι σας
για τα ποντίκια, μα ταΐστε τα καθημερνώς και
αδιαλείπτως στέλνοντας υπερφίαλα μηνύματα
στην ανθρωπότητα, λογισμικά έρωτος και θυμού

Πως αιμομικτούν τόσα νοήματα στη σάρκα Πως
οι Μάγοι των Περσών γαμούσι τας μητέρας των
και πως οι Αιγύπτιοι τας αδερφάς των Πως άγονται
προς γάμον με τα σήμαντρα τόσες γυμνούλες λέξεις

Επιτάφιες Σπονδές

epitaf

Όταν πονούν τα πράγματα οι άνθρωποι
σωπαίνουν, τώρα, που γράφω αυτό το
άψογο και τελεσίδικο αξίωμα εκτός εμπορίου,
τώρα, που γέρνω σαν κλαδάκι στο σεξουαλικό
πόθο και τη βία που δεν αξιώθηκα, τώρα, που
διαβάζω τις Επιτάφιες Σπονδές του Ζενέ το
γαμήσι του νεαρού Γάλου Ριτόν που πρόδωσε
το λαό του για να υπηρετήσει τους Γερμανούς.
Αυτόν που ξεκολιάζει με αιφνίδιο λυρισμό
και ασυγχώρητα βαθιές σκέψεις μια δράκα
αξιωματικών των Ες-Ες που έχουν καταφύγει
σε διαμέρισμα του Παρισιού, αποκαμωμένοι
απ’ την προοπτική της ήττας που πλησιάζει,
δίνοντας το δικαίωμα στον αναγνώστη να
καυλώνει με τα βίτσια του συγγραφέα όπως
ο λαός με τα βίτσια της εξουσίας. Η λεπτότητα
της ηδονοβλεψίας και η τρύπα ως δόκιμη
χαβούζα του θανάτου. Απέναντι αίμα και σφαγές
ειδήσεις καταστολή νεκρά μωρά αντάρτικο και
φόβος και το μάτι του παντοκράτορα άσπρο
γαλακτώδες να μας κοιτάζει απαρηγόρητα τυφλό.
Σπασμένη χάντρα του διαβόλου που κύλησε
ανάμεσα στον πόνο των ανθρώπων και των
πραγμάτων, ανάμεσα στη ζωή που χάνεται και
στον άνθρωπο που ποθεί να χαθεί, ανάμεσα
στον πορφυρό υγρό κρίνο της μήτρας που
σάλεψε στα χαλάσματα και στη μαύρη πρησμένη
μούρη του νεκρού που κύλησε στης πατρίδος
τον ένδοξο λάκκο.

Ιουλιανά ή Το σαπούνι του Ζαμπούνη

sap

Αν του πέσει το σαπούνι του Ζαμπούνη ο κόσμος θα χάσει τον άξονά του και το σαβουάρ βίβρ θα πάθει ήττα μεγίστη διότι ο καλός σύμβουλος καλοζωίας και συμπεριφοράς ακόμα και στις ιδιωτικές του στιγμές είναι ένας κύριος που προσέχει τις κινήσεις του.

Οι αδέξιοι δεν θα μπουν ποτέ στη βασιλεία των Ζαμπουνιστών.

Οι κύριοι που έρχονται απ’ τις ταινίες του Τζέιμς Πάρις, μέσα απ’ τις ακριβούτσικες χουντικές παραγωγές με ελικόπτερα, θαλαμηγούς και δε συμμαζεύεται, είναι χαλαροί τύποι με πούρο και ουίσκι περιμένοντας το κολ γκέρλ στην καμπάνα τους στη Βουλιαγμένη.

Επιχειρηματίες συνήθως σε κάποιο γυάλινο κτήριο μπάι μπάμπης βωβός ατενίζουν τον Πειραιά και τσεκάρουν την γαμησιοαντζέντα.

Ένα δύσκολο ημίωρο στο γραφείο έχει τελειώσει.

Το ιδιωτικό τους αυτοκίνητο με τον προσωπικό σοφέρ περιμένει στο ιδιωτικό τεράστιο παρκινγκ για να τους πάει στην ιδιωτική θαλαμηγό με την οποία θα ξεσκάσουν στο Σαρωνικό τρώγοντας αστακομακαρονάδα με μπιζέλια σβησμένα σε ζωμό μήτρας ιαγουάρου.

Και φυσικά δυο αποτριχωμένες θεές περιμένουν για να φαγωθούν ως επιδόρπιο, πασπαλισμένες με μια λεπτή γραμμή κολομβιανής κόκας που ξεκινά απ’ τον αφαλό και φτάνει στην κλειτορίδα.

Άνθρωποι του στυλ και της κουλτούρας κι όχι μαλάκες της διπλανής πόρτας, συλλέκτες αρχαιοτήτων με βίλες γεμάτες κεφάλια και τσουτσούνια αρχαίων που σώθηκαν τελευταία στιγμή από τα χέρια του αρχαιοκάπηλου λαουτζίκου που τα βρήκε στα χωράφια του.

Μοντέρνοι άνθρωποι που βοηθούν την εθνική οικονομία με θέσεις εργασίας και φυσικά τους φτωχούς μέσω της εκκλησίας. Ιδρύματα, προσφορές, κούτες με χαβιάρι και λοιπά.

Είναι οι τύποι που φέρνουν τη μόδα στην ψωροκώσταινα δια μέσω τηλεοπτικού Ρουβίκωνα.

Μύκονος, Ίμπιθα και σαν Τροπέ.

Ο κασιδόκωστας με την πριγκίπισσα Λουκία του Μονακό, ο μαρλαφέκας με τον γιο άραβα μεγιστάνα λανσάρουν τα καινούργια μαγιό στο νησί των ανέμων και της καύλας.

Ένας όμορφος κόσμος του στυλ με κορμιά φρεσκοψημένα απ’ το φούρνο μικροκυμάτων της κυρίας πρίνου ξεκουράζεται στις αριστοτεχνικές ξαπλώστρες μπάι βαράγκης της ψαρούς διαβάζοντας το νέο πόνημα του αειθαλούς σαβουαρβιβροφύλακα μεσιέ Ζαμπούνη.

Το σαπούνι του Ζαμπούνη έγινε μπέστ σέλερ και θα ενσωματωθεί από φέτος στο αναλυτικό πρόγραμμα του υπουργείου παιδείας.

Φυσικά μαζί θα μοιράζονται και τα νέα μαγιό ημιστρίγκ ή αλλιώς αρχιδοπιάστρες που αποτελούν το θαύμα της μοδιστρικής μηχανικής επιστήμης αφού διαθέτουν μικροτσίπ καρφωμένο εις την πρωκτική κοιλότητα που τραβάει το ύφασμα ανάλογα με τους κραδασμούς. Μια ιδέα κλεμμένη κατά το ήμισυ από τους παλαιστές σούμο.

Εν αρχή είναι η αρχή

tom

Όπως σου λέω μιαν ατάκα σαχλή
από σαπουνόπερα και μπερδεύω
την γλώσσα μου με τη δική σου
συστηματικά θαυμάζοντας τις
σιωπές γέρων που έγιναν βρέφη
και δεν είπαν πολλά για τον έρωτα
μόνο γράψανε γνωμικά για το
άνοστο κρέας του χωρισμού και
συνεργάστηκαν με γυμνά κορίτσια
μες στην τρελή χαρά ρίχνοντας
πέτρες στο πηγάδι της φαντασίας
ρίχνοντας ζάρια σε άδειους κουβάδες
αγορεύοντας στα λιβάδια και τους
αγρούς εταίρες προλογίζοντας
στην αραχνοΰφαντο ύπαιθρο των
συνειρμών με την άσπρη τους
κιλοτίτσα κατεβασμένη στα γόνατα.

Επί πόνου

ponou

Παίρνει φαλάγγι ο πόνος πολλούς, πρωινές
ώρες ή νύχτες με πανσέληνο, πότε ντυμένος
με πολιτικά και πότε στη λαγόνιο φλέβα.

Σε κάθε σταθμό μπαίνουν καινούργιοι φίλαθλοι
του πόνου. Τρυφερές ψυχές, αγριολούλουδα.
Της ηβικής χώρας το τρίχωμα ανατριχιάζει.

Ο πόνος καθοδηγεί τις έξυπνες βόμβες,
αγουροξυπνημένους δασκάλους στις τρυφερές
φλέβες των παιδιών, ένδοξος αποθέτει στα

κατάλευκα μπούτια δάκρυα και χυμούς, σπόρους
των σπλάχνων που ξεχείλισαν. Αυτός ο κυκλοθυμικός,
αυτός ο τσαρλατάνος ιδρυτής των τεχνών και των

γραμμάτων, αυτός ο κουμπάρος των Αντιθέτων.

Περί αιωνιότητος

xapi

Η αιωνιότητα χωράει σε αποφθέγματα
και σφηνώνει σε υγρά χείλη. Έχει λευκά
όμορφα δόντια κανιβάλου είναι μια
γρατζουνιά στο πόδι της τρικυμισμένης
ψυχής των όντων που έχουν καρδούλα
και ορμές και ορμητήρια. Οικοσκευή και
λάφυρα απ’ το λαμπύρισμα της νύχτας.
Σχολές καλής συμπεριφοράς, πολιτισμό,
λίμπιντο, τα δυο σου χέρια πήρανε
βεργούλες και με δείρανε. Η αιωνιότητα
έχει υπερόπτη γκόμενο το θάνατο,
αδέσποτα σκυλιά σαν εμάς απ’ όλες τις
πρωτόγονες φυλές να την υμνούμε και
να της κάνουμε τα χατίρια καθώς μας
καταβροχθίζει αμάσητους η γυμνή σκύλα.

Συμβουλές για Λουόμενους

_image_1

Όλα τα μεγάλα έργα είναι απότοκα παρανάγνωσης άλλων μικρότερων έργων, που φιλοδοξούσαν να είναι μεγάλα γιατί ήταν πρωτότυπα και βιωματικά, αλλά η πρωτοτυπία και το βίωμα υπήρξε πάντα η παιδική αρρώστια της συγγραφής, που πολλές φορές είναι ανίατη. Η μεγαλοσύνη ενός έργου δεν κρίνεται από τη δια βίου προώθηση τού έργου απ’ τον δημιουργό του ή απ’ τον κοσμοπολίτικο βίο του, ή απ’ τις δημόσιες σχέσεις, αλλά απ’ τη δύναμη και μόνο του έργου το οποίο ακόμα κι αν το θάψεις κάτω απ’ το τσιμέντο αυτό θα βρει τρόπο να ανθίσει. Άλλωστε η γραφή λειτουργεί ως αφροδισιακή μηχανή νοσταλγίας εκείνων που γνωρίζουν ότι η πραγματική ζωή είναι αλλού.

Παραλία Λούρου ή Ανάμνησις Καύσωνος

anamnisi

Ο ήλιος μύριζε προβατίλα. Ο πρωινός ήλιος. Ο πρώτος ήλιος που κάνει τον πόθο να αδρανεί.

Τα βλέμματα γύρω που ξεπετιούνται σαν ναρκωμένες οχιές απ’ τον υπνόσακο και τα ενδότερα.

Είναι η ώρα που έχεις δύσκολη διάθεση ερπετοειδή. Κολλώδες και παγωμένο σώμα. Μα ο ήλιος και η θάλασσα είναι εκεί, με όλες τις μυρουδιές τους.

Οι χίλιοι σατανάδες αγουροξυπνημένοι με τα σκέλια ανοιχτά και οι πρώτες σιγανές κουβέντες σαν να κυλούν απ’ τα κρινάκια που μπλέχτηκαν βραδιάτικα γύρω απ’ τα κορδόνια των παπουτσιών.

Κορίτσια με διάθεση εικοστού αιώνος φορούν τα κυνηγετικά τους καπέλα και τρυπώνουν πίσω απ’ τις καλαμιές για να κατουρήσουν.

Εμείς τα αδιάφορα αρσενικά σέρνουμε το κορμί μας σαν υνί μέσα στην άμμο περιμένοντας να δούμε από τύχη λίγη έστω τη ρεματιά του παραδείσου.

Σκέλια θηλυκά, σαρκώδη, που ξεσπούν ανάμεσά τους τα σπλάχνα κάτουρο αχνιστό.

Μακριά απ’ όλες τις αγριότητες του σύμπαντος, τις συγκρούσεις κομητών κατά μέτωπο, εμείς τρυπωμένοι εδώ σαν πτωματοφάγα σκουλήκια, ανάμεσα από αγριόχορτα και λαχανίδες, πλαστικά μπουκαλάκια με νερό και κονσέρβες με φασόλια και ντολμαδάκια.

Εμείς παιδιά απλωμένα στο ταψί της άμμου, όντα ακίνδυνα σαν φρεσκογεννημένα κουτάβια, με τις πατούσες μας να έχουν πιάσει μαύρη πέτσα, ξυπόλητοι και ηλιοκαμένοι, αφημένοι εκεί που η στεριά γίνεται αλάτι και ιώδιο.

Και οι άνθρωποι επιπλέουν και βυθίζονται γυμνοί και μόνοι. Απροστάτευτοι, χωρίς εξουσία, παραδομένοι στα ρεύματα, στον κόσμο των ψαριών, στα μάτια και τις γλώσσες που παραμονεύουν στο βυθό.

Και έξω απ’ τη θάλασσα, γύρω, κατσίκια και αλμυρίκια και πάλι μυρουδιές απ’ το αρχαίο παρελθόν και τα καταποντισμένα προάστια.

Και πάλι εμείς με τα γεννητικά μας όργανα απλωμένα στις πετσέτες. Να μας κλώθει ο ήλιος έξω απ’ το θάνατο και το σεξ.

Να μας μαγαρίζει με χαρά και ιδρώτα, αυτό το παράδοξο άστρο που μαγείρεψε ο άπειρος χρόνος στο συμπαντικό καζάνι.

Να κεντάει πάνω στη γύμνια μας επιθυμίες, σε κάθε πόρο του κορμιού μας να βυθίζει τα δάχτυλά του και να μας καρφώνει με τις ακτίνες του.

Εμείς αγόρια και κορίτσια έκθετα στην ηρωική ηλιθιότητα της εφηβείας, με το μέσα γυρισμένο έξω, σπαρμένο εκεί δίπλα στα μπάζα και τις τσουκνίδες, στις πεταμένες καπότες, στα φτερά και τα πούπουλα των γλάρων.

Λίγο μακριά απ’ τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία.

Αποχαυνωμένοι μες στο σκληρό και ρεαλιστικό αριστούργημα της αμμουδιάς. Μακάριοι με τις στύσεις μας και τα τσιμπήματα από κουνούπια.

Αρσενικά και θηλυκά ένα κουβαράκι που κύλησε ολοσχερώς στον καλοκαιριάτικο οίστρο.

Σάρκες κοιλιές γλουτοί αιδοία και πρόσωπα. Σαν τα ψάρια που πιάναμε κι έπειτα τα πετούσαμε στη θάλασσα και μόλις άγγιζαν το νερό οι άσπρες κοιλιές τους γύριζαν προς τα πάνω και κυλούσαν νεκρά επιπλέοντας πάνω στο ζεστό νερό.

Αληθινά σενάρια

anapoda

Σκέφτομαι όπως δεν πρέπει να
σκέφτομαι, με νότες και λέξεις
και εργαλεία μέλλοντος. Κάποιοι
δεν καταλαβαίνουν γρι από
ποιήματα και γρυλίζουν, γράφουν,
βρίζουν, πιάνουν τ’ αυγό με τον
κώλο, τηλεφωνούν στον Φίλιππο
τον μακεδών, μοιράζουν αποικιακά
ενθύμια, καρδούλες στο φέισμπουκ,
τσουράπια και ψωλές. Καταβροχθίζουν
χάπια για να ευτυχήσουν στην
κούρνια με το πελώριο μουνί της
μεγάλης έκρηξης, με τους φρικιαστικούς
επιστήμονες και τους φρικτούς
λεπτολόγους, τους ηλεκτρολόγους
της ΔΕΗ, τον χασάπη της γειτονιάς,
τον ψαρά και το νυχτοφύλακα. Όμως
δεν βλέπουν τον κλέφτη που κλέφτηκε
με την κλέφτρα, τον αλλόκοτο ποιητή
τού αισθήματος του Καλού και της
Καύλας, τους αγίους της αγίας γραφής
των ηδονών, την κομμώτρια Λίτσα από
προηγούμενο ποίημα. Αυτούς που
κουβαλώ ως συντρίμμια στη μια και
μοναδική γραφή την υπερχειλίζουσα,
την γλεντοκώλα, τη σπαραχτική γκόμενα
που καταπίνει καθημερινώς το καθαρτικό
της επικοινωνίας και της επαφής και
οδηγεί τα τόσα όσα στη φθορά, στα
μάτια εισαγγελέων αναγνωστών της
νέας εποχής που θέλουν να γαμήσουν
χωρίς να ιδρώσουν και θέλουν να
μάθουν χωρίς να ψάξουν και θέλουν
να διαβάσουν χωρίς να νιώσουν και
θέλουν ψηφιακά και παστρικά να
καυλώσουν και μετά να παν στη
δουλειά και στο λάκκο με τα φίδια
της αληθινής ζωής, εκεί που τα
ποιήματά μου είναι ζωντανά και
αληθινά όπως τα γράφω
με έρπητες μύκητες και λοιπά.

Η μετά θάνατον πορδή

Υπάρχουν δυο ειδών λογοτεχνίες, η λογοτεχνία του κώλου και η λογοτεχνία που υμνεί τον κώλο.

Η πρώτη ζέχνει ρομαντισμό και ψευτοζωή μικροαστών, που μπερδεύονται σε γελοία δραματικές καταστάσεις, ενώ η δεύτερη αποτελεί ποιητικό ακτιβισμό σε μια κοινωνία που τη μαγάρισαν οι ηγέτες του κόμματος και οι πατέρες της εκκλησίας.

Η λογοτεχνία του κώλου είναι συνήθως σενάρια για σήριαλ τόσο άθλιας αισθητικής που σου προκαλούν εκνευρισμό και απόγνωση.

Οι γάμοι, το κέρατο, οι χωρισμοί και οι πλούσιοι με τα προβλήματά τους. Η λογοτεχνία του κώλου έχει γίνει θεσμός στο μίζερο μικροαστικό περιβάλλον που έχουν χτίσει τα κανάλια, οι καναλάρχες και οι μεγαλοεκδότες που λειτουργούν πλέον ως τσατσάδες.

Οι σκυλάδες συγγραφείς με το σκουπιδαριό τους έχουν καταχέσει με το βρωμερό τους κώλο τα μυαλά αναγνωστών και τηλεθεατών.

Απ’ την άλλη οι ερωτικοί συγγραφείς δίνουν τη μάχη της επιβίωσης μέσα στον οργουελικό χυλό της εκδοτικής αγοράς που την καταδυναστεύει η αισχροκέρδεια και η εκμετάλλευση.

Απ’ την εποχή των σπηλαίων οι άνθρωποι ζωγράφιζαν ποίηση και έγραφαν ποίηση γιατί είχαν ανάγκη να εκφράσουν και να αναπαραστήσουν το αντικείμενο του πόθου τους. Το άκρως αρχαϊκό σήμα που υπάρχει εντυπωμένο στην πατρογονική μας μνήμη μεταξύ των στοιχείων που θέτουν σε κίνηση τις ορμές.

Η θεσμική πορνογραφία όμως ήταν επινόηση των παπάδων και της εξουσίας. Οι πρώτοι πορνογράφοι ήταν οι εξομολογητές, που, ακούγοντας τις αισχρές διηγήσεις των αμαρτωλών τον παίζαν κάτω απ’ το ράσο τους με θρησκευτική προσήλωση συγγράφοντας το μακρύ και ατέλειωτο κατάλογο των αμαρτιών.

Σήμερα οι τουρλωμένοι κώλοι με μαγιό μπορούν να διακόψουν τη θεία λειτουργία σε απευθείας μετάδοση για να πουλήσουν κρέμα για την κυτταρίτιδα στις πιστές κυρίες του χριστεπώνυμου ποιμνίου.

Μα η καλλιτεχνική έκφραση του ερωτισμού απ’ την οποία δεν θα βγάλει λεφτά ο νταβατζής Αλαφούζος και ο κάθε προστάτης του νεοφιλελευθερισμού στην ψωροκώσταινα, είναι καταδικαστέα και απορριπτέα.

Εδώ δεν πρόκειται να ακούσεις τον Μπέρναρντ Ράσελ να μιλά τη γλώσσα της αλήθειας ή να δεις τα αριστουργήματα του Μπέρκγμαν ή τον βαθύτατο ιερό ερωτισμό του Κουρμπέ.

Σ’ αυτά τα αστραφτερά χαμαιτυπεία της πληροφόρησης και της πληροφορίας έχει πληρωμένους άθλιους τύπους που ο καλύτερος απ’ αυτούς έχει γαμήσει τη μάνα του και τα παιδιά του και τώρα θέλει να γαμήσει κι εμάς με το θατσερικό του λογιοτατισμό και την πολιτική ορθότητα που επιβάλει το κύρος του ευυπόληπτου αφεντικού του.

Μα η αγνότητα του κώλου και του ερωτισμού επιβιώνει μέσα στους αιώνες κόντρα στους ανθρωποδιορθωτές.

Κόντρα σε όσους ανακάλυψαν τον ερωτισμό στα γεράματα γιατί είναι της μόδας, κόντρα σε όσους γίνανε ποιητές με τη σύνταξη της πεθεράς και τον οβολό της μισθωτής σκλαβιάς της γκόμενας που λαγάριζε τον ποιητικό οίστρο του ματαιόδοξου επιβήτορα. Κόντρα στους σφραγιδοκράτορες της ακαδημίας με τη γελοία τους τήβεννο.

Μα ο ερωτισμός και η σάτιρα απέδιδαν πάντα μια χαρμόσυνη δικαιοσύνη. Καμιά απαγόρευση, μονάχα μοιρασιά. Οι σατυρικοί παρνασσιστές του 19ο αιώνα έγραψαν:

Ο θεός έκανε το μουνί,
Τεράστιο οξυκόρυφο τόξο
Για τους χριστιανούς,
Και τον κώλο, διπλό τρούλο
Για τους ειδωλολάτρες.

Περιπλανηθείτε και μην πληθύνεστε

periplan

Η μια και μοναδική αλήθεια είναι πάντα προβληματική όπως η μια και μοναδική ομορφιά.

Η αλήθεια και η ομορφιά σού φανερώνονται μέσα απ’ την περιπλάνηση.

Το παιχνίδι της περιπλάνησης είναι αυτό που κάνει να εμφανίζονται, να εξαφανίζονται και να ξαναγεννιούνται όλες οι αλήθειες και όλες οι ομορφιές.

Η αλητεία δηλαδή η αναζήτηση της αλήθειας και όχι ο μικροαστικός τυχοδιωκτισμός, σε καθιστά αυτομάτως ένα τεράστιο μάτι.

Έναν προβολέα που σαρώνει τους μακρινούς ορίζοντες και που περιστρέφεται αδιάκοπα και ανελέητα.

Ένα ολάνοιχτο μάτι που ξοδεύει την όρασή του στο δράμα αυτού του κόσμου που παλινδρομεί μεταξύ δημιουργίας και καταστροφής.

Ένα δαιμονικό και δαιμονισμένο μάτι που μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε το δικό μας σώμα και τις δικές μας επιθυμίες.

Να αφουγκραστούμε με τον πιο φλογερό τρόπο το αίμα στις φλέβες μας ακόμα κι αν το πληρώσουμε με τον εκμηδενισμό.

Να βουτήξουμε στο βαθύ πηγάδι της μήτρας και να βυθιστούμε στο ερωτικό χνώτο της σιωπής, βρίσκοντας ξανά τη σκοτεινή γονιμότητα της γης και την ποιητική ουσία των πραγμάτων που μας ορίζουν.

Να γίνουμε ένα με τον κόσμο και τον τρόμο του, με το τεράστιο αυτό μείγμα βουβαμάρας και ευφράδειας.

Μονάχα γήινα ανθρώπινοι σαν τα φυτά και σαν τα δέντρα και σαν τα σκουλήκια. Σαν τις δεντρογαλιές που αφήνουν το δέρμα τους στο ζεστό αμπέλι και σαν τα ποντίκια που ζευγαρώνουν μέσα στο χώμα, στα λαγούμια της τρύπιας και υγρής γης.

Υπάρχουν άνθρωποι που κοιτάζουν τα πράγματα χωρίς να τα βλέπουν, δηλαδή χωρίς να τα ερωτεύονται και χωρίς να τα γνωρίζουν.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν περιπλανήθηκαν και δεν καθρεφτίστηκαν στο σύμπαν. Σε μια θάλασσα ή σε μια δροσερή πηγή.

Στα κορμιά των άλλων μακριά απ’ τον προγραμματισμένο εξαναγκασμό της γονιμοποίησης, στα φτερά μιας πεταλούδας πάνω στην αλετροπόδα στίξη κάθε αρχέγονης γεωμετρίας, στα υγρά μουνόχειλα μιας κοινής θνητής που ξεβρακώθηκε στους αγρούς για να μας προσφέρει το γλυφό ανατρίχιασμα των σπλάχνων της και το ζεστό της καρδιοχτύπι που διεκδικεί κι αυτό τους άδηλους ειρμούς του ερωτικού οίστρου.

Υπάρχουν άνθρωποι κλεισμένοι σε μια κάψουλα μελαγχολίας και απρόσιτης εσωτερικής συγκίνησης που τρέχουν στους συμβουλέμπορους και τους ψυχολόγους.

Στους ακρωτηριασμένους αγίους από αγιοσύνη και ομορφιά χωρίς να ψάχνουν τις αλήθειες και τις ομορφιές με το στόμα και τα δάχτυλα, με τα πόδια και τα αιδοία.

Βουτηγμένοι μέσα στη μοναξιά που είναι πληγή, μακριά απ’ την ιερή μοναχικότητα που είναι η παρουσία του εαυτού. Μια παρουσία που ξεχειλίζει. Μια παρουσία σαν καθαρό γάργαρο άπειρο.

Μια καρδιά κάτω από έναν τρίφτη

miaka

Σκάρωσε πάλι ποίημα
ο μουεζίνης των λωλών
θα λεν οι Αιτωλοί
πραγματογνώμονες.
Αυτός ο αμήχανος και
πρώην ντροπαλός που
έχει διάθεση εφήβου,
που έχει στα σκαριά
λογοπαίγνιο και γαλλική
παιδία μεσοπολέμου
διανθισμένη πορνογραφίες
ρετάλια έρωτος δεκάτου
ενάτου αιώνος, αβρόχοις
ποσί περνώντας τα μπικουτί
και τις μπάμιες κυράς που
έσταξε βλέμμα ξεκούμπωτο
που απόθεσε εις την κοίτη
του σεξ το αιδοίο της όπως
στο νεροχύτη το σφαχτό.

Περί αριστείας ή τα κακά κόποις κτώνται

kakami

στην εύχαρη Millie Jackson 

Έχω την κακή εντύπωση πως διάφοροι Μένγκελε έχουν μαζευτεί γύρω μας ετοιμάζοντας με σπουδή τα πειράματά τους.

Συνεντεύξεις για την Αριστεία σιγοψήνονται στο φούρνο της Καθημερινής. Άρθρα από μεγαλόσχημους κονκισταδόρους του δημόσιου βίου, ξεθάβουν με την απαραίτητη πολιτική ορθότητα, μισανθρωπισμό και κακεντρέχεια, πασπαλισμένα με ολίγο αντικομουνισμό.

Πάγιο αίτημα πολλών ταλαντούχων και εξειδικευμένων ηλιθίων είναι να μας κυβερνήσουν οι άριστοι.

Μα ως ηλίθιοι που είναι αλλά και πονηροί-πιστεύοντας πως αυτοί είναι οι άριστοι και πως αυτοί θα πρέπει να κυβερνήσουν-ξεχνούν ή θέλουν να ξεχνούν πως κάποιοι άλλοι άριστοι μας κυβερνούν με ελαφρώς μεταλλαγμένα επιχειρήματα.

Μέσα απ’ το μακιγιαρισμένο τους φασισμό ποντάρουν στο συναισθηματισμό και την αγανάκτηση του λεγόμενου λαού, δηλαδή των δούλων που χρειάζονται για να ξεσκατίζουν τους πλούσιους άριστους αδερφούς επιστήμονες, επιχειρηματίες, παπάδες, ακαδημαϊκούς.

Ειδικά οι κακαδημαϊκοί που καταφτάνουν καραβιές απ’ την Αμερική, συγκινώντας συμπλεγματικούς νεοέλληνες που καυλώνουν με τις αριστείες και τα βραβεία και τις καλές πρακτικές, έχουν την τιμητική τους.

Είναι αυτοί που συμπαλεύουν τα τινάγματα μιας τάξης που προσπαθεί να κρατηθεί ζωντανή μέσα στο παγκόσμιο σφαγείο του ανταγωνισμού, αυτό που οι αθώοι καθηγητές του αμερικάνικου κλιματιζόμενου εφιάλτη δε βλέπουν και δεν ακούν.

Μέσα στο αβρό και σαρκοβόρο πλέξιμο της εκκωφαντικής διάλυσης του ανθρώπου οι λεγόμενοι άριστοι τρυπώνουν σε επιτροπές και ιδρύματα, κουρνιάζουν πρώτοι στην ποδιά του καναλάρχη και του μαικήνα.

Όλα τα φασιστικά μορφώματα στηρίχτηκαν στις στρατιές των αρίστων. Οι άριστοι που ενδιαφέρονται αποκλειστικά και μόνο για την αριστεία τους ποδοπατούν ανθρώπους και ισοπεδώνουν τη φύση προσανατολίζοντας την ανθρωπότητα στη δημιουργική ασάφεια του ανταγωνισμού. Στο μιλιταρισμό των αγορών και στο λιώσιμο του περιττού πληθυσμού.

Θα ζήσετε αξιοπρεπώς μόνο όσοι αντέξετε τον ανταγωνισμό. Μόνο όσοι προσφέρετε γη και ύδωρ στον κεφαλαιοκράτη. Στον επενδυτή.

Σ’ αυτόν που τα βρήκε απ’ το θεό και θέλει τώρα να σας αγοράσει, να σας κάνει υπαλλήλους του, μάνατζερ του φραπέ και της σκουπιδιάρας, να σας κάνει και σας άριστους, πρόθυμους περήφανους έλληνες έτοιμους να ξεπουλήσουν και τη μάνα τους στους ιδιώτες, στους άριστους Κινέζους και στους άριστους Ρώσους και στους άριστους γερμανούς και στους άριστους έλληνες του διεθνούς τζετ-σετ και της ντόπιας εθνικόφρονης μπουρζουαζίας.

Γιατί όπως και να το κάνουμε οι άριστοι ξέρουν τις ανάγκες μας, οι άριστοι διαβάζουν τις προφητείες, οι άριστοι ξέρουν πως εμείς είμεθα μαλάκες και τους χρειαζόμαστε.

Καταστατικό του κόμματος των μασκαράδων

paidia

Η ζωή μας έχει για μας τρομακτική σημασία, αφού, είναι ότι πιο σημαντικό συνέβη ποτέ.

Δεν είναι τόσο σημαντικά τα πράγματα γύρω μας όσο εμείς που τα ορίζουμε, αφού, αν δεν υπήρχαμε δεν θα υπήρχαν κι αυτά.

Παίζουμε με τα πράγματα γύρω μας γιατί το παιχνίδι όλα τα μεγάλα του κόσμου τα κάνει να φαίνονται μηδαμινά.

Και βεβαίως όλα αυτά τα καμώματα μας κάνουν από μικρούς και ελάχιστους μέγιστους και τρανούς.

Η φάρσα και το παιχνίδι είναι εκ προοιμίου σφετεριστές της σοβαρότητας και της σοβαροφάνειας που κατά βάθος είναι τραύματα ανεπούλωτα της παιδικής ηλικίας.

Βλέπω ανθρώπους σοβαρούς που ψάχνουν σαμάνο και καθοδηγητή και ηγέτη, ανθρώπους που δεν μπορούν να διαβάσουν την αλήθεια, δηλαδή το κωμικό και το αστείο. Που δεν μπορούν να διακωμωδήσουν το γελοίο τους εαυτό και γίνονται φασίστες που ψάχνουν αναγνώριση, αυλή και θαυμαστές.

Μα υπάρχουμε πάντα εμείς που μπορούμε να δούμε το γελοίο και το κωμικό στον εαυτό μας και στους άλλους.

Που μπορούμε να παίξουμε και να διακωμωδήσουμε τα χούγια κάθε νεοσύλλεκτου ηγεμόνα, άγευστου ακόμα στο θάνατο και στον πόνο.

Που μπορούμε να σκαρώσουμε φάρσες προκαλώντας σύγχυση στο ανίδεο κοινό της επίσημης λογοτεχνικής πιάτσας.

Που μπορούμε να γελάμε με την ψυχή μας βλέποντας τους γέρους κάθε ηλικίας να απαγγέλουν τα σοβαρά τους ποιήματα.

Ξέρουμε πως όλο αυτό το αισθητικό και κοινωνικό κατεστημένο δείχνει έλλειψη σεβασμού προς το παιχνίδι και σημαδεύει με το πιστόλι της ερμηνείας τον κρόταφό μας.

Μα εμείς δεν περιμένουμε τίποτε, ούτε επιστολές ομοτέχνων για το μεγαλείο μας, ούτε κριτικές με τη σέσουλα στην Αυγή για την ιδιοφυή δραματικότητα του ποιητικού μας ταπεραμέντου και τα κλασμένα μαρούλια που πληρώσαμε ακριβά σε μεγαλόσχημους εκδότες που τα πιάνουν χοντρά απ’ τα ψώνια.

Διατηρούμε όμως το δικαίωμα της ανακουφιστικής αποδιοργάνωσης της λογοκρατίας που έχει επιβάλει η κυρίαρχη ιδεολογία.

Των ερωτικών ποιημάτων που κάποιοι τα θέλουν με κορσέ. Των πολιτικών ιδεών που κάποιοι τις θέλουν γατούλες του καναπέ και της καθημερινότητας που κάποιοι την θέλουν στον αποχυμωτή της ματαιόδοξης ματιάς τους.

Τα ψώνια και οι ποιητάρες υπήρξαν πάντα η καύσιμη ύλη της λογοτεχνίας. Χωρίς αυτούς εμείς οι παλιάτσοι δεν θα υπήρχαμε.

Κι είναι αυτοί που μας κάνουν συνεχώς παιδιά γιατί εμείς μπορούμε και ξεκοιλιάζουμε τα παιχνίδια που μας πουλάνε.

Γιατί εμείς ψάχνουμε στα σπλάχνα και στα έντερα και στα πλαδαρά λογοτεχνικά στομάχια να βρούμε τα διαμάντια της ομορφιάς, της χαράς και της καύλας, αυτά που κατάπιε αμάσητα ο αστραφτερός πλην βάρβαρος ανθρώπινος πολιτισμός.

Ελληνικό Καλοκαίρι

koxili

Κάνε το θαύμα σου εθνικίστρια
των ηδονών, να σε βρω στο δάσος
γυμνή, δίπλα στο ποτάμι να
κολατσίσουμε μαζί του Νέου
Σαρδανάπαλου τα χούγια και όσο
λυρισμό απέμεινε στην οικουμένη.
Να φάμε το κασέρι με το ψωμί
και τις ελιές, βατόμουρα και σύκα
και να χυθεί ο ένας χορτασμένος
μες στον άλλο, να χύσουμε κι οι
δυο πάνω στις πέτρες τις λευκές
το σπέρμα μας να οδηγήσει
ο αρχαίος Αχελώος στο Ιόνιο πέλαγος
και στους γοφούς της Πίνδου στις
ακτές να ξεψυχήσει εκεί ο όσιος
σατανάς που μας κατέχει.

Ποίημα νυκτός

kolim

Υπέροχη νύχτα, δόξα της αστρικής
προϊστορίας. Εγώ ο στρατηγός που
πέφτω στην αγκαλιά σου με τους
στρατιώτες μου. Εγώ ο κολυμβητής
που κάνω βουτιά στα σπλάχνα σου.
Ω γλυκά και απόμακρα
μπουμπούκια του Μονάχου και του
Βερολίνου, κορίτσια ξενυχτισμένα
που δεν σας χόρτασα, βιβλία που
σας άφησα αδιάβαστα αναγγέλλοντας
πάθος και λογοπαίγνια, συναρμολογώντας
διαμελισμένους ποιητές της έμπνευσής μου
χάδια στα χέρσα κορμάκια, επί χάρτου
λειψές απολαύσεις του στόματος, γλειψιές
και χείλη ανορθόγραφα μα εύστοχα
στην περιρρέουσα βοή της γύμνιας.
Ω νύχτα από μυρουδιά σπαρματσέτου
και γάνας, αγωγός σπέρματος εν ικεσία
υπήρξα, ένα λιβιδικό πλατάγισμα του
βλέμματος μιας μοναχής δαιμονισμένης
με τις πύλες ανοιχτές στο αγιογαμήσι.

Εισαγωγή στα χαρακτικά του Pablo Picasso

picas

[απόσπασμα]

Οι χορευτές κρατούν τη φαντασία μας στα πόδια τους. Λυγίζουν με τον πιο αρμονικό τρόπο διαγράφοντας πολύπλοκα σχέδια στον αέρα.

Ο Πικάσο υπήρξε ένας τέτοιος χορευτής. Ένας ποιητής που περιίπταται, κουβαλώντας όλα τα φριχτά τραύματα του έρωτά του, γνωρίζοντας βαθιά πως το χιούμορ είναι απόσταγμα της λύπης και όχι της χαράς.

Στην τύρβη της αγοράς έβρισκε το σάλιο του καλλιτέχνη και τη φωνή του διαβόλου.

Επιστήμονας και τρελός μάγος, σουρεαλιστής πριν και μετά τους σουρεαλιστές, αντηχών παιάνες και κρούων πίδακες. Με όλο τον παγανισμό της αρχαιότητας περασμένο διπλοβελονιά στο παιχνίδι του και στην παιδική τέχνη ενός ενήλικα, που η αθωότητα και ο ερωτισμός του είναι ένα.

Οι επιθυμίες ορατές και ο χρόνος που δουλεύει νύχτα μέρα για την ηδονή. Φιγούρες χαραγμένες θαρρείς με πρόκες και πενάκια σινικής μελάνης υπό πίεση πάθους.

Το ύφος και το πνεύμα του μεταδίδουν τόσο μεγάλη ενέργεια ώστε η ίδια η ενέργεια γίνεται το μήνυμα.

Ένα θηρίο ανελέητο που βουτάει ψυχή τε και σώματι στο όργιο.

Ένα κουβάρι εραστών ξετυλίγει τον ερωτικό του οίστρο, μπλεγμένο και παραμορφωμένο, έξω από κάθε ιστορικό χρόνο και αναφορά.

Εδώ μέσα έχει όντα που συνωμοτούν με τα αιδοία τους εναντίον μιας άρρωστης ανθρωπότητας.

Έκπτωτα όντα, μορφές αγίων που προσεύχονται στο μουνί. Στην πληρότητα που ολοσχερώς μας κυβερνά με τις μύχιες σημάνσεις της.

Ο σάτυρος άντρας αρσενικός, γονυπετής υψώνει τις παλάμες του στον ουρανό των υγρών της. Δεν παρακαλάει αλλά προσεύχεται και μυρίζει και αισθάνεται, γιατί δεν βρίσκεται μπροστά σε μια βιτρίνα ειδώλου της παρθενίας αλλά μπροστά στο αντικείμενο του πόθου του.

Στο λατρεμένο μουνί που οι μαχαιροβγάλτες αρχιερείς πέταξαν απ’ το ναό του. Μα αυτό βρίσκεται πάντα στον αληθινό του ναό. Στο ναό της φύσης. Εκεί που οι στρατοδίκες και ο βδελυρός σάπιος κόσμος δεν μπορούν να το δουν.

Γιατί εδώ κυριαρχεί η απόλυτη αγαθότητα και η απόλυτη αθωότητα. Γιατί εδώ για να δεις πρέπει να είσαι παιδί. Δηλαδή καλλιτέχνης και όχι ιδιοκτήτης ανθρώπινου κρέατος και κατεψυγμένης πατσάς.

Ο δαίμονας, εδώ, που έχει χαράξει με τα δάχτυλά του τους πόθους μας, επενδύει στις μοιχαλίδες και στην πανσπερμία. Στο όνειρο και στον εφιάλτη της αλήθειας. Στον ύπνο του έρωτα που πότε γεννάει τέρατα και πότε αλητήρια λαγνεία σπαρμένη μες στα απολωλά νυμφίδια της φαντασίας.

Απίθανες γήινες καμπύλες και ανοιγμένα μαλλιαρά μουνιά, μετέωρα στην εγωπληξία του έρωτα και τις διάσπαρτες επιπτώσεις της φαλλοκρατίας.

Άσεμνα όλα μέσα στην ιερότητά τους δείχνουν πως η μεγάλη τέχνη είναι διαρκής ερωτική σκυταλοδρομία για το ανεξόφλητο αντίτιμο της φθοράς.

Γράμμα Σε Νέο Ποιητή

grama

Μου παραπονιέσαι φίλε μου πως δεν μπορείς να γράψεις ένα ποίημα της προκοπής και πως τρέχεις σε ψυχιάτρους και πως οι γυναίκες δεν σου κάθονται και πως έγινες εκδότης λογοτεχνικού περιοδικού για να βρεις γκόμενα.

Μα σε πληροφορώ πως όσες γυναίκες δεν σου κάθονται είναι αυτές που δεν τους το ζήτησες.

Αναρωτήθηκες ποτέ πόσο τυραννιούνται οι καημένες περιμένοντας το ντροπαλό μαλάκα να τους ζητήσει αυτό που σκέφτεται;

Να ξέρεις πως η γυναίκα είναι πιο φυσιολογική απ’ τον άντρα, δηλαδή πιο κοντά στη φύση της. Επιθυμεί πρώτα το γαμήσι και μετά τη γνωριμία. Τι να την κάνει τη γνωριμία αν είσαι μπάμιας και αντιερωτικός και καταθλιπτικός.

Μέσα στα πατριαρχικά γλαστράκια που σε φύτεψε η μαμά και ο μπαμπάς τα σποράκια σου περιμένουν τη φιλευσπλαχνία των θηλυκών για να πετάξουν βλασταράκια στο σεξουαλικό χωματάκι.

Εσύ, ο Έλλην άνδρας, με κοφτερή λάμα χάλκινη τον ανδρισμό σου και τον αντρίκιο σου εγωισμό έχεις τη γυναίκα στα συρταράκια του μυαλού σου ως αχνογελούσα παλαιά οδαλίσκη, που μόλις δει την εμορφιά σου θα σου κάτσει, θα σου κάνει παιδιά και νοικοκυριό, θα σου πλένει το νεροχύτη απ’ τα φλέματα, θα σου κάνει μαγειρίτσα, πίπα, μασάζ.

Μέσα στη μεταμοντέρνα παραζάλη των λωτοφάγων αρσενικών που εγίναν τελικώς και τελεσιδίκως ματάκηδες, αφού η στέρηση βάρεσε κόκκινο και ο ψηφιακός μπαξές προσφέρει μόνο μάτι και όχι γεύση και πολυπλόκαμο σπασμό, κάθε άντρας είναι κι ένας βιαστής που περιμένει τη συζυγική αμαξοστοιχία του οργασμού να την εκτροχιάσει.

Η ανίατος ασθένεια της μονογαμίας να ξέρεις πως, απαιτεί εδώ και τώρα γηρατειά κι έναν κατά φαντασίαν υγιή φαλλοκράτη που περιμένει τα κεφτεδάκια απ’ το τάπερ της μαμάς.

Φίλε μου, για να γράψεις ποιήματα πρέπει να τα ζήσεις και για να σου κάτσει μια κυρία πρέπει να της το ζητήσεις ευγενικά. Θέλετε να γαμηθούμε μαντάμ;

Το φλερτ είναι για τους πλούσιους μπουρζουάδες που γαμάνε με τα λεφτά τους και φλερτάρουν απλώς για να φτιάξουν ατμόσφαιρα και να σκοτώσουν κι άλλο τον σκοτωμένο χρόνο τους.

Σου λέω επίσης πως δεν χρειάζεται να εκδίδεις άλλη ρομαντική σαβούρα και λυρισμό του περασμένου αιώνα και σου λέω επίσης πως οι κυρίες που σου στέλνουνε ποιήματα δεν θέλουν ούτε εσένα ούτε το κορμί σου, απλώς είναι φιλόδοξες.

Μακριά λοιπόν από φιλόδοξες ποιήτριες, συνήθως απεχθάνονται το σεξ και κάνουν παρέα μόνο με διάσημα γεροντοπαλίκαρα, παρουσιάζοντας ποιητικές συλλογές της οκάς στου Γαβριηλίδη, βγάζοντας αδιάκοπα σέλφις με το κινητό λες και είναι φλόμπερ.

Επίσης μην δημοσιεύεις άλλους καταραμένους και μπιτ και αυτοκτόνους με το τσουβάλι, γεμίσαμε μαμμόθρεφτους μεταφραστές και προικοθήρες που προκαλούν άφθονο γέλιο.

Να θυμάσαι μόνο, πως, το χιούμορ είναι ένας καλός τρόπος να μασκαρέψεις το θυμό σου και πως το γράψιμο είναι η πιο ενδιαφέρουσα δειλία.

Το ποίημα

ukrain

Ποίημα σημαίνει αναταραχή του μυαλού
αναταραχή της κλειτορίδος αναταραχή
των γοφών ούτε ιδέες ούτε αισθήματα
ούτε αναλύσεις το ποίημα είναι τσίρκο
και πανηγύρι δίχως επαύριον γραμμάτια
και οφειλέτες είναι ο κόσμος όλος για το
τίποτε κάτω απ’ το παράθυρό της
το μάνταλό της τον αφαλό της στην άκρη
της γης το ποίημα είναι για τους αγράμματους
που λατρεύουν τα χόρτα με τυρί
τη βωμολοχία τα φαγώσιμα κορίτσια

Δημιουργία Ξανά ή γιατί οι κουράδες παινεύουν το βόθρο τους

mpogdanos_roupakias

Ο ειδικός, ο αναλυτής, ο διανοούμενος, τουτέστιν ο σύγχρονος μάντης, μολονότι τυφλός από ζωή, αφού δεν την έχει βιώσει αλλά την έχει μελετήσει ως παρατηρητής, δείχνει στους άλλους το δρόμο.

Είναι ο σοφός και ο άριστος που έγινε σοφός και άριστος με λεφτά.

Είναι εκείνος που έχει χάσει την συναίσθηση του άλλου ως απαράβατα άλλου, και ο οποίος δεν είναι ικανός ούτε για οίκτο ούτε για τρόμο παρά μονάχα για μια γοητεία που κίβδηλα συνδέεται με την ευσπλαχνία, η οποία είναι απλώς η ιδιαίτερη βουβαμάρα της αδιαφορίας των ανθρώπων για την κοινή ζωή.

Πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη υπάρχουν ανθρώπινες ορδές καταδικασμένες στην αδιάφορη κίνηση μιας νεκρής και συναισθηματικά αδιάφορης καθημερινότητας.

Ένας κουρασμένος και αδιάφορος μάντης, βολεμένος μέσα στα προνόμια που του εξασφάλισε η εξουσία, φιλεύσπλαχνος και απελπισμένος αποθεώνει καθημερινά τα γκεσέμια του νεοφιλελευθερισμού.

Η επίκλησή του στο βασίλειο του τεχνητού φωτός του επάνω κόσμου δηλαδή του χρήματος γίνεται με δουλοπρεπή συνέπεια.

Είναι το χρήμα που τον έθρεψε και τον έκανε σοφό, αυθεντία, οικονομολόγο, πάστορα, επιχειρηματία.

Είναι το χρήμα που του δίνει το λόγο, και του επιτρέπει να μιλά στα πλήθη, να απευθύνεται στους πολλούς κι όχι στο περιθώριο.

Είναι το χρήμα, η δύναμη και η δόξα το σημείο τομής του με το ναζισμό.

Η επιβίωση και η κοινωνική άνοδος των ικανοτέρων, δηλαδή των ισχυρότερων, είναι το παιχνίδι της πολιτικής βίας το οποίο αποθεώνει ο ναζισμός.

Για τα θύματα ενός τέτοιου κοινωνικού πολέμου, όλους τους αδύναμους ανθρώπους και τους υπερασπιστές τους (τους προδότες του Έθνους, αναρχικούς, αντιεξουσιαστές και κομμουνιστές), δεν υπάρχει καμία πρόνοια, αντιθέτως υπάρχει η πρόθεση της εξόντωσης.

Το κοινωνικό κράτος έχει αξία για τους ναζήδες, μόνο όμως για τους Έλληνες ή μόνο για τους Γερμανούς, επειδή είναι μηχανισμός αλληλεγγύης μεταξύ των μελών της Φυλής.

Ο κοινωνικός δαρβινισμός του ναζί είναι ένα καθεστώς διακρίσεων που θέλει να εμφανίζεται ως αποτέλεσμα δικαιοσύνης –μιας δικαιοσύνης που απονέμεται στους «άξιους», σε μια βιολογική ελίτ, που προσδιορίζεται από τον υποτιθέμενο φυσικό τόπο παραγωγής αλήθειας που είναι η βιολογική διαφορά, το Αίμα.

Οι πιο αδύναμοι πρέπει να κάνουν στην άκρη, στην εξορία ή στον θάνατο, για να ζήσουν οι ισχυροί με τον πλούτο και την δόξα που τους αξίζει.

Ο νεοφιλελευθερισμός απ’ την άλλη είναι ο κοινωνικός δαρβινισμός δια της αγοράς. Τόπος που παράγει αλήθεια, η αγορά, επικυρώνει κοινωνικά τις ατομικές δεξιότητες, γνώσεις, προσπάθειες και θυσίες όσων παράγουν εμπορεύματα –είτε αυτοπροσώπως είτε με τη διαμεσολάβηση ενός εργοδότη.

Κάθε άτομο ρίχνεται στον ανταγωνισμό με τους άλλους παραγωγούς, με τα εφόδιά του, που είναι το «ανθρώπινο κεφάλαιο» του, για την επικράτηση, την υλική ανταμοιβή, τον πλουτισμό και την κοινωνική αναγνώριση.

Η επιβίωση και η κοινωνική άνοδος των ικανοτέρων, δηλαδή των ισχυρότερων, είναι το παιχνίδι της καπιταλιστικής αγοράς το οποίο αποθεώνει ο νεοφιλελευθερισμός.

Για τα θύματα αυτού του κοινωνικού πολέμου δεν υπάρχει καμία πρόνοια εκτός από την φιλανθρωπία, είτε με την παραδοσιακή της μορφή είτε ως «δίχτυ κοινωνικής προστασίας» για όσους πέφτουν εκτός παλαίστρας.

Το μεταπολεμικό κοινωνικό κράτος δεν έχει αξία για αυτούς επειδή νοθεύει το παιχνίδι της αγοράς, που είναι τόπος παραγωγής αλήθειας: μιας αλήθειας που πρέπει να ακουστεί επειδή εγκαθιδρύει μια φυσική τάξη πραγμάτων μεταξύ ατόμων με κριτήριο την προσωπική τους αξία, το «ανθρώπινο κεφάλαιό» τους.

Ο κοινωνικός δαρβινισμός των νεοφιλελεύθερων είναι ένα καθεστώς διακρίσεων που θέλει να εμφανίζεται ως αποτέλεσμα δικαιοσύνης –μιας δικαιοσύνης που απονέμεται στους «άξιους», σε μια δημοκρατική ελίτ, που δεν προσδιορίζεται από τον Θεό, αλλά από τον φυσικό τόπο παραγωγής αλήθειας που είναι η αγορά.

Οι χαμένοι της αγοράς, σε μια νεοφιλελεύθερη κοινωνία με δεξιά διακυβέρνηση είναι οι φτωχοί που ζουν στο όριο της ανθρώπινης ύπαρξης, αυτοί δηλαδή που κάνουν το σκατό τους παξιμάδι και σε μια νεοφιλελεύθερη κοινωνία με σοσιαλδημοκρατική διακυβέρνηση είναι οι φτωχοί που ζουν με «δίχτυ κοινωνικής προστασίας», με φιλανθρωπία και ευσπλαχνικό παπαδαριό-κυρίως αυτό που έχει αδυναμία στα αγοράκια-.

Σε κάθε περίπτωση, οι πιο αδύναμοι πρέπει να κάνουν στην άκρη για να ζήσουν οι ισχυροί με τον πλούτο και την φήμη που τους αξίζει.

Ένα μίσος βουβό και υπόγειο έρχεται τώρα να πυροδοτήσει ο ειδικός, ο σοφός, ο δημοσιολόγος, το σπουδαγμένο παιδί που έρχεται φρέσκο απ’ τη Λόντρα με ξυρισμένο κεφάλι και ξυρισμένο μυαλό.

Ο νεοφιλελευθερισμός είναι καλυμμένος ναζισμός με φτέρες φιλανθρωπίας μέσα στη ζούγκλα των ανθρώπινων διαφορών που διαμόρφωσε η ιστορία.

Οι νεοφιλελεύθεροι χρειάζονται τους ηλίθιους φασίστες για να κάνουν τη δουλειά τους. Τους μπράβους και τους δολοφόνους.

Κανείς μπούλης νεοφιλελεύθερος δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνος του. Θέλει προστασία. Ο Χίτλερ δεν λέρωσε ποτέ τα χέρια του με αίμα. Αυτό ήταν δουλειά των ηλιθίων.

Μέσα στην αγκαλιά του νεοφιλελεύθερου δια της κοινοβουλευτικής οδού και του λεγόμενου συνταγματικού τόξου-ας φτύσουμε όλοι μαζί τ’ αρχίδια μας- χωράνε και οι μαχαιροβγάλτες, οι δολοφόνοι και οι κάθε λογής πατριώτες παλληκαράδες.

Όσο για την ακραιφνή συμπάθεια του δηλωμένου νεοφιλελεύθερου προς τον δηλωμένο ναζί ας μην ξεχνάμε πως κάθε κουράδα παινεύει το βόθρο της.

Ο ταχυδρόμος ζει

leters

Μερικές φορές φτάνουμε τόσο κοντά στην καρδιά της σύγχυσης που περιμένουμε τα πάντα γύρω μας ν’ ανατιναχτούν.

Κάτω όμως απ’ τον φλοιό των θεωριών και των συστημάτων, κάτω απ’ την κυματίζουσα επιφάνεια των ηθών, αυτό που εξακολουθεί να υπάρχει είναι η ιδιοσυγκρασία του ανθρώπου.

Ο τρόπος με τον οποίο ο καθένας, διασχίζοντας τη ζωή της εποχής του, καθηλώνεται μέσα στις μορφές του σύμπαντος. Στα πρόσωπα και στις καταστάσεις. Στα ζουμιά του χρόνου και της φθοράς.

Πολλές φορές απαγορεύουμε στον εαυτό μας να μετατοπίζει, να φαντάζεται, να συνθέτει, να επινοεί, να ζητάει απ’ το μύθο και την ιστορία τα θέματά του αλλά θέλουμε πια μόνο ν’ ανοίξουμε το παράθυρο, να ξεφύγουμε απ’ την δωματίλα της ακαδημίας και τη μούχλα της σιγουρεμένης γνώσης, και ν’ αντιγράψουμε το δρόμο κι εκείνους που τον διασχίζουν, τον ουρανό, τα δέντρα, τις αγορές, τις συνάξεις, όλα όσα συμβαίνουν κι όλα όσα περνούν.

Να ψηλαφήσουμε την ίδια την ύλη, την πυκνότητα και τη γεύση της.

Να βγάλουμε τον ερωτισμό απ’ τη ντουλάπα του ρομαντισμού και το πλατωνικό κωλογλείψιμο των ιδεών που χρεοκόπησε τη φαντασία και την έσυρε στα μπουντρούμια της μεταφυσικής.

Να γίνουμε ο φακός που βγάζει στη φόρα τη βλακεία και τη μηδαμινότητα που υπάρχει στο καθετί.

Στη θέση των θεών, δηλαδή των ηλίθιων κατασκευασμάτων των ανθρώπων, να βάλουμε τους εαυτούς μας.

Αν είναι να γίνουμε κάτι, να γίνουμε παντοδύναμοι θεοί, δυναμικά τουρλωμένα όντα χωρίς κοινοβούλια και μεσσίες.

Όχι άλλα τροχαία, άλλες οδοντόπαστες, άλλα γυάλινα κτήρια, άλλα βραβεία. Όχι άλλα ματαιόδοξα κοκοράκια και σοφούς.

Μονάχα το φως της Δήλου να μας φωτίσει, η γυμνή πέτρα με τις σαύρες και τους σκορπιούς, το σκοτάδι ανάμεσα στα μπούτια της γυμνής αναβλύζουσας χαράς.

Όχι άλλα βαρβιτουρικά και ψυχοφάρμακα. Αλλά βαρβάτες ψωλές και τρυφερά μουνάκια. Σκόρπισμα εκεί σε καθετί ακτινοβόλο και γενναιόδωρο.

Μακριά απ’ την υποταγή στα φαντάσματα και στα ανδρείκελα. Στην ανθρωποβοσκή που μας θέλει στοιχισμένους στο εμπόριο και την οικογένεια.

Μακριά απ’ τη διαβρωτική συνύπαρξη με το συμφέρον. Εκδρομές και όχι διακοπές. Γαμήσια και όχι εκπομπές, πομπές και διαπομπεύσεις.

Τρυφερή Ωδή

lejeis

Ω λέξεις! ο λυρισμός σας κάνει πλούσιους τους εκδότες.
Τα κοριτσάκια νευρικά στο γυμνάσιο.
Τη νύχτα ανθρακιά και πλήξη, που λέει ο Γκόρπας.
Σας παραδίνομαι τώρα, γυμνός στον καύσωνα. Και μόνος.
Σας έχω γκόμενες, γειτόνισσες και σας διαβάζω δυνατά
σαν λογοτέχνης βήτα εθνικής.
Σαν κάποιος που όλες του οι αναπνοές κουρνιάζουν στα βυζιά σας.
Ω λέξεις! που σας θέλω τώρα εδώ ανάφτρες
μαζί σας να τηγανίζω πατάτες στο κουζινάκι
να βγάζω απ’ την καρδούλα σας ζουμί
όχι νοικοκύρης ποιητής που σας θέλει δούλες
αλλά διαβολικός ματάκιας γλίσχρος
που σας θέλει ατίθασες καυλιάρες περαστικές
εμφύλιες λάγνες
της μιας βραδιάς αιθέρια πουτανάκια
της μιας στιγμής δισύλλαβες υγρές

Φιλαράκια

rimbaud-verlain

είμαστε ξετσίπωτοι λάφυρα αγωγοί θερμότητος μανούλια ερασιτέχνες χνώτα του θεού χοντρόπετσοι μας πήρε καιρό να μην γίνουμε λογοτέχνες φρικιά κερδοσκόποι οι πράξεις μας σπείραν πανικό και μησικακία στον πληθυσμό ο πρόεδρος κοκκίνισε η μάνα μας χάθηκε αρώστησε δεν μας διάβασε ποτέ ο πατέρας έσβησε μέσα στο λήθαργο μας διαβάζουν δερβίσηδες με εξοχικό στο Πήλιο γαβγίσματα σκυλιών και χλιμιντρίσματα αλόγου σπλάχνα παρθένας γίναμε τρελοί για να γλιτώσουμε απ’ την τρέλα πούστηδες εραστές σύντροφοι γραφειοκράτες εκτός γραφείου φορμαλιστές και μισόκλειστα κρίνα κολυμβητές αφρικανοί ινδιάνοι είρωνες λουλουδάκια δαγκώσαμε στο λαιμό μακρινά αστέρια αγναντέψαμε στο χέσιμο πείνα χαφιέδες δάνεια καύσωνες σκοτωθήκαμε και γράψαμε ποιήματα για να μας αγκαλιάσουν με στοργή όσοι χάσανε το δρόμο τους όσοι παντρεύτηκαν κι ανοίξανε μαγαζί όσες μοσχαναθρέψανε τον κόλπο τους με λυρισμό όσοι γίναν σκυλάδες υπάλληλοι κομφορμιστές ρομαντικοί βιβλιοπώλες κομματόσκυλα περιοδικάριοι αλητάκια στιχοπλόκοι καταραμένοι μεταφραστές πιοτήδες απελπισμένοι και λοιπά και λοιπά

Ερωταφείον

ervtafeion

Οι πιο έμπιστοι για να κουβεντιάσεις για το θάνατο είναι οι ποιητές. Όχι απαραίτητα αυτοί που γράφουν τα ποιήματα αλλά αυτοί που τα ζουν.

Εκεί θα βρεις τις πολικές ζώνες του ερωτισμού που αφουγκράζεται το θάνατο. Εκεί αιφνιδίως στις πτυχώσεις ενός γυναικείου κορμιού θα τρυπώσεις κάνοντας σπουδή θανάτου.

Διότι μόνο εκεί μπορείς να αναμετρηθείς μαζί του. Ακροβολισμένος και ασυντόνιστος και μοναχικός εθελοντής.

Εκεί που η ομορφιά είναι ζύγι του χρόνου που αραιώνει ώσπου ξαφνικά ακινητεί.

Στα μαλακά κοιλώματα, στα λακκάκια, στις λιπαρές καμπύλες της σάρκας.

Εκεί όπου η σπουδή στο όργιο φέρνει τη γνώση. Γιατί μόνον αυτός ο χαλασμός του έρωτα απομαγνητίζει το βάρος του θανάτου.

Μόνο μέσα στο όργιο που προσφέρει η φύση μπορείς να μαθητεύσεις, στεριώνοντας το πάθος όχι στην πανουργία της κυριαρχίας πάνω στον άλλο αλλά στην ανακάλυψη του οργασμού.

Της ευχαρίστησης που θα γεννήσει υγεία και θα λυτρώσει το σώμα απ’ την αγωνία της επιβίωσης.

Της μιας και μοναδικής στιγμής που θα αναβλύσει το σπέρμα και θα βασιλέψει η σάρκα ολοκληρωτικά μέσα στον αγριότοπο των ανθρώπων.

Μόνον όσους έχει συνεπάρει η μέθη του ζην μπορούν να ψηλαφίσουν το θάνατο, δαγκώνοντας το δάχτυλο των χριστιανών και των κουλτουριάρηδων που δείχνει τα σκατά.

Ψηλαφώ το θάνατο σημαίνει πως έχω κλειδωμένη τη ραχοκοκαλιά μου στον ερωτικό σπασμό.

Στο ξόδεμα και στο σκόρπισμα της θερμής αρωματικής σάρκας. Στο πείσμα να μην αποδέχεσαι ούτε τις αισθήσεις ούτε την ψυχή αποκομμένα απ’ τη σάρκα.

Ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο, ανάμεσα στο κρησφύγετο του πόνου και το χώρο παραγωγής του υπάρχει ο ποιητικός σπινθήρας της σάρκας που ζητά το ξέσχισμά της, το όργιο, τον επιθανάτιο ρόγχο της συνουσίας.

Μια δοκιμή θανάτου.

Όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη

vavel

Αυτή η άγρια ορμή των κατασκευών προς τον ουρανό. Η μηχανική των δαιμόνων του μέλλοντος και της αγνωμοσύνης του παρελθόντος.

Συμπτώματα και συμπτώματα. Οι ερωτογενείς ζώνες μπλέχτηκαν στα καλώδια της διανοητικής ηγεμονίας του πλούτου.

Κατά βάθος, μικρή σημασία έχει το γεγονός ότι πολλοί απ’ αυτούς που νιώθουν την οικουμενική ανάγκη για επικοινωνία θα ζητήσουν από νεκρά πολιτικά κατασκευάσματα το μυστικό της καινούργιας τάξης πραγμάτων.

Ατσάλινα ζώα με μια καρδιά, ένα έντερο, νεύρα, μάτια, μέλη, σιδερένια κόκκαλα αρθρωμένα σαν ανθρώπινος σκελετός.

Περιστροφή, ολίσθηση, ιμάντες, τροχαλίες, έμβολα στις άκαμπτες οδούς που αστραποβολούν και επεκτείνονται και διασταυρώνονται στο άπειρο.

Ο σιωπηλός κυκλικός χορός των αστρονομικών ημισφαιρικών θόλων που ακολουθούν την κίνηση των ουρανών, οι γιγάντιες αίθουσες όπου ο άνθρωπος αφουγκράζεται ολοκληρωτικά τη μικρότητά του.

Καθεδρικοί ναοί αφιερωμένοι στον άγριο θεό που δεν γνωρίζει νόμο άλλον απ’ την παραγωγή μέχρις υπερβολής.

Ζούμε μέσα σε κτήρια όπου ο αέρας είναι γεμάτος ένταση. Σχεδόν φτιαγμένος από ηλεκτρισμό και ανακυκλώσιμα συναισθήματα.

Η κάθε μέρα μας αποτελεί μια νέα επιβεβαίωση νίκης ή ήττας.

Είμαστε τέκνα της πατριαρχίας ενός κόσμου που ηγετοκρατείται.

Πέρασε η εποχή όπου ανήκαμε μονάχα στον εαυτό μας, λεύτεροι το βράδυ για να ανακαλύψουμε μόνοι μας τα πράγματα.

Γίναμε γραμματοκομιστές και κλαψιάρηδες, προσποιούμαστε ευγένεια αλλά η σάρκα μας είναι κρεμασμένη σε καρέκλες και ψηφιακά ερμάρια.

Ζούμε περισσότερο μέσα στις θεωρίες και τις προθέσεις παρά μέσα στις καρδιές.

Οι μεγάλες πόλεις έχουν σαπίσει και οι κατασκευές που λαμπυρίζουν γλείφοντας τον ουρανό έχουν μέσα τους καρκίνο και αποστείρωση.

Μετά τον ιμπρεσιονισμό η διάλυση υπήρξε ολοκληρωτική. Μα η διάλυση είναι πάντα μια ευκαιρία.

Μικρό αλαφροΐσκιωτο καλωσόρισμα στον Werner Herzog

στον Λευτέρη Τηλιγάδα

Όλοι αυτοί οι αντιήρωες χαρακτηρίζονται από μια αγνότητα κινήτρων, περιβάλλονται από ένα φωτοστέφανο εκτυφλωτικής, κυνικής αθωότητας.

Είναι προικισμένοι με την αρχέγονη σοφία των παιδιών και των ζώων.

Ο Werner Herzog δίνει ένα μικρό μάθημα προσωπικής καλλιτεχνικής ματιάς όπου η ευαισθησία και το πομπώδες συναντούν το προσωπικό δράμα.

Τοποθέτησε τη θάλασσα και το τοπίο στα μέτρα του ανθρώπου γιατί τα αγνάντεψε με ελληνικό μάτι.

Το δέος που ένοιωσε μπροστά στον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων το επειθάρχησε, σφραγίζοντας καλά το δοχείο της απορίας του.

Βάζει τους ανθρώπους να Παίζουν κι όχι να Είναι. Κι αυτό τους κάνει παιδιά, δείχνοντας πως μόνο παίζοντας μπορείς να αντέξεις την τραγωδία.

Η αθώα μοναδική περίπτωση δεν παρουσιάζεται ως απόκλιση αλλά ως ποιητικό γεγονός μέσα στην πλήξη και την επανάληψη της κοινής ζωής.

Ο Herzog δεν πήγε να τραβήξει φωτογραφίες, ούτε να φιλμάρει το κακό με τον εξωτικό μοντερνισμό του Γερμανού αποικιοκράτη, αλλά να αποδώσει διαλεκτικά αυτή την πολλαπλότητα των μεγεθών της φύσης και του ανθρώπου.

Να δείξει με τον πιο μεροληπτικό τρόπο πως οι άνθρωποι γνωρίζουν ότι το παιχνίδι αυτό ονομάζεται ΕΠΙΒΙΩΣΗ.

Κανένας ειδικός και κανένας επίσημος δεν έχει λόγο παρά μονάχα η χασματική στην τραχύτητά της ανθρώπινη ιστορία.

Εκεί όπου οι εποχές μοιάζουν μικρόψυχες ο κόσμος αντικρίζεται με τη μεγαλοψυχία του καλλιτέχνη και ο αιρετικός οδοιπόρος γίνεται το ποιητικό συμπλήρωμα της ανθρώπινης φωνής.

Η ζωή είναι δαιμονική κι ο ανίσκιωτος μεσογειακός γυμνός τόπος πρωταγωνιστεί στην παίδεψη του ανθρώπου.

Η ομορφιά είναι η σιωπή και το μουγκό πλάνο που δεν κουβαλά τίποτε από τα μαλάματα που στολίζουν το πρόσωπο της ιστορίας.

Εδώ, στο ελληνικό αρχιπέλαγος υπήρξαν άνθρωποι με σάρκα και οστά πριν τους καθηλώσει η μεγάλη νύχτα του ευρωπαϊκού μηδενισμού στον ανταγωνισμό και στα τσολιαδάκια. Στα ενοικιαζόμενα δωμάτια και τις ταβέρνες.

Δια παντός αντιήρωες που αστραποβολούν μέσα στην αρχαϊκή τους καθαρότητα, δηλαδή την αφέλειά τους, λουσμένοι από έναν ήλιο που διυλίζει τα πράγματα γιατί έχουν φτάσει στο μέγα και στο ιερό τέρμα του θριάμβου.

Οδηγίες για τη δημιουργία μιας αίρεσης

????????????????????????????????????

Το δέος το οποίο ενέπνεαν οι αρχαίοι ιερείς-βασιλείς οφειλόταν στην ικανότητά τους να αναπαράγουν τη φωνή τους στον εγκέφαλο των πιστών τους υπηκόων.

Αυτή είναι η φωνή του θεού που ξεχύνεται μέσα απ’ το μη κυρίαρχο ημισφαίριο του εγκεφάλου.

Το ζυμωτήριο της μίμησης, της φαντασίωσης, της μονομανίας, του σολοικισμού.

Η διέγερση του μη κυρίαρχου ημισφαιρίου του εγκεφάλου κάνει τα ανθρώπινα πειραματόζωα να ακούν φωνές.

Κάποιος που αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει κάποτε και σώθηκε λίγο πριν πνιγεί, ομολόγησε πως μια φωνή μέσα στο κεφάλι του, τού έλεγε να αυτοκτονήσει και ότι, για κάποιο λόγο έπρεπε να υπακούσει σ’ αυτή τη φωνή.

Αν θέλετε λοιπόν να ιδρύσετε μια δική σας αίρεση, το πρώτο σας βήμα είναι να μεταδώσετε τη φωνής σας στο μη κυρίαρχο εγκεφαλικό ημισφαίριο των υποψήφιων αφοσιωμένων οπαδών σας.

Περί Ασπαλάθων Και Μούργας

klarino

Όταν οι κοπετοί κοπάσουν και
οι πλούσιες κόρες που αλιεύσαμε
στα ρηχά της ιστορίας ησυχάσουν
δια παντός και αμετάκλητα και
γίνουνε ποιήτριες της εταιρίας
λογοτεχνών, ακρότατες φωνούλες
σε ξένη γη, σαδομαζό κουφάρια
σε κλουβί της Πειραιώς κλάμπ
τέσσερα πάροδος Ιουλιανού του
παραβάτη και γίνουνε γιρλάντες
στο τρελάδικο της μνήμης,
ταφόπετρες μαρμάρινες, άνθη
που αφεθήκαν δεκαοχτώ χρονώ
στην αλητεία, σαν μεθυσμένοι
φοιτητές επί πτυχίω που εμάθαν
πόσο εύκολα μπαλεύει ο βίος από
άσωτες κραιπάλες και εγίναν κόρες
της ντροπής που τις φωνάζουν
φούλες τα ρεμάλια, μούργα
απιθώνοντας ερωτική στις σούστες
στα ντιβάνια και έρω ντιπ αμάχητο
που γράφει αντί για Σώμα Σόμα
σύνολο δηλαδή και άθροισμα υγρών
και τα τοιαύτα, αυτά που ο περί
ασπαλάθων νους του πρέσβη δεν
τα αμόλησε στους αγγλοσάξονες
κακεντρεχείς που επίναν τσάι στη
Σαχάρα, Βάρκιζες ζαχαρώνοντας
και Γράμμους

Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας κόκκος άμμου

kokkos

Η νύχτα με τύλιγε.

Οι λόφοι που έφραζαν απ’ όλες τις μεριές τον ορίζοντα αρμένιζαν στο φεγγαρόφωτο.

Είχα ξεμείνει στην ερημιά με το ποδήλατο. Στο απαλόφραχτο σκοτάδι. Στα ερωτικά προξενιά των τρωκτικών, εκεί που γίνεσαι λυρικός και πλεονέχτης και ψάχνεις με το αυτί αχόρταγος, ήχους και φωνές.

Τον ήρεμο μανδύα της νύχτας διαπερνούσαν οι φωνές χιλιάδων γρύλων.

Τραγουδούσαν κρυμμένοι μέσα στο σανό και στα άχυρα απ’ το θερισμένο στάρι.

Από καιρό σε καιρό οι φωνές τους διέκοπταν το τραγούδι απ’ τα νυχτοπούλια και τους κοασμούς των βατράχων που βρίσκονταν στο ποτάμι και τα ρυάκια. Αυτά που κελάρυζαν ανάμεσα απ’ τ’ άγουρα καλαμπόκια.

Μαζί με τις φωνές της νύχτας ερχόταν η θεσπέσια μυρουδιά απ’ το φρεσκοκομμένο σανό και το τριφύλλι.

Τρόπον τινά είχα μεθύσει απ’ τη μυρουδιά του σανού. Ήθελα να μείνω εκεί κάτω απ’ την ιτιά, όλη νύχτα. Αντιμέτωπος με το σύμπαν, ένας κόκκος άμμου.

Ένας κόκκος άμμου που δε λογαριάζει ποτέ σωστά το μέγεθός του.

Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα στο αυλάκι στην άκρη του δρόμου. Κατέβηκε βιαστικά ένα τύπος και ήρθε σχεδόν μπροστά μου χωρίς να με βλέπει. Τον έβγαλε έξω κι άρχισε να με κατουράει.

Ακουγόταν μονάχα η μηχανή στο ρελαντί και τέλος η πορδή του ως προωθητικό αέριο της τελευταίας σταγόνας του ποτίσματος.

Ο τύπος μπήκε στο αυτοκίνητο κι έφυγε ξαλαφρωμένος. Εγώ έμεινα εκεί άναυδος και κατουρημένος πατόκορφα.

Δεν μπορούσα ακόμα και να ψιθυρίσω κάτι. Έκοψα τότε ένα μικρό κλαράκι ιτιάς, το έβαλα στο στόμα μου κι άρχισα να το μασουλάω.

Ερωσφόρος

erosforos

Κάθε απόγευμα οδηγούμουν σχεδόν υπνωτισμένος στο μικρό και μοναδικό βιβλιοπωλείο του Γυθείου Λακωνίας.

Ο βιβλιοπώλης ήτο φίλος μου και άνθρωπος με μεγάλη καρδιά.

Στο πίσω μέρος του μαγαζιού υπήρχε ένα δωμάτιο μ’ ένα μικρό κουζινάκι. Ένας καναπές, ένα ντουλάπι, ένα τραπέζι και τρεις καρέκλες, ένα πετρογκάζ και μια ασπρόμαυρη φωτογραφία με κορνίζα στον τοίχο. Η ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου μ’ ένα λευκό νυχτικό ξαπλωμένη στο κρεβάτι, φωτογραφημένη απ’ τον Αντρέα Εμπειρίκο.

Ένα μικροσκοπικό μπάνιο στο βάθος και πέτρες απ’ τη θάλασσα στο τσιμέντο, μ’ ένα παραθυράκι που έβλεπε στο κεντρικό δρόμο.

Κάθε απόγευμα καθόμουν σ’ ένα σκαμνί με τον πηχτό τούρκικο καφέ δίπλα μου να μοσχοβολά. Διάβαζα και άκουγα μακρινούς ήχους.

Ήταν η χρονιά των Ρώσων κλασικών.

Καθόμουν σαν κουρούνα πάνω απ’ τον Ντοστογιέφσκι και ξεφύλλιζα τις σελίδες του σαν καινούργιους παρθενικούς υμένες.

Θεούς και δαίμονες σαν φυσαρμόνικες στην άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής. Έρωτες και θανατικά, ένας μελισσόκηπος αγωνίας με τα πάθη σαν λιωμένο σίδερο στα καλούπια της γλώσσας.

Εγώ ένας ανειδίκευτος εργάτης νεκροταφείου, σκάβοντας τάφους το πρωί και το απόγευμα διαβάζοντας, τρυπωμένος χαρτοπόντικας στου διαβόλου την κάλτσα.

Γιατί τα βιβλιοπωλεία είναι τα πιο διαβολικά μέρη. Και οι βιβλιοπώλες αρχιδιάβολοι και σατανικοί.

Ένα απόγευμα που βρισκόμουν εκεί μόνος και στεναχωρημένος, έξω απ’ τη ζωή του δρόμου και τη δράση, μαγκωμένος απ’ τα βιβλία, ο φίλος μου με πλησίασε αφήνοντας το χέρι του να πέσει στον ώμο μου.

«Θες να πηδήξεις;» μου είπε με σταθερή και ευγενική φωνή. «Όχι» του είπα. Γυρίζει με την ίδια σταθερή και ευγενική φωνή λέγοντάς μου «κάνεις λάθος».

Χωρίς να πει τίποτε άλλο βγαίνει απ’ την μπροστινή πόρτα του βιβλιοπωλείου και σταματά ένα ζευγάρι, αγνώστων σε μένα, για λίγα λεπτά.

Δεν μπορούσα να τον ακούσω, έδειχνε όμως προς τη μεριά μου στο βιβλιοπωλείο.

Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι της και το ίδιο έκανε έπειτα και ο άντρας. Μπήκαν και τρεις στο βιβλιοπωλείο.

Ένιωσα αμήχανος κι έτσι αποφάσισα να πάω να χωθώ στην τουαλέτα. Μπορούσα και τους άκουγα καθώς είχαν φτάσει στο δωμάτιο, σχεδόν χωρίς να μιλάνε.

Όταν βγήκα απ’ το μπάνιο η γυναίκα ήταν ξαπλωμένη, γυμνή στον καναπέ και ο άντρας καθισμένος σε μια καρέκλα έχοντας ένα βιβλίο στα πόδια του.

«Μη σε νοιάζει γι’ αυτόν» μου είπε το κορίτσι χαϊδεύοντας απαλά με την παλάμη το μουνί της. «Δεν τον πληγώνουν όλα αυτά γιατί με αγαπά και θέλει να είμαι ευτυχισμένη. Είναι ευτυχισμένος όταν είμαι κι εγώ ευτυχισμένη. Οι άνθρωποι που αγαπούν ξέρουν», μου είπε.

Το κορίτσι ήταν πανέμορφο και το σώμα της έμοιαζε με βουνίσιο ποτάμι. Μια δροσερή πηγή από νεύρα και μύες που κυλούσε πάνω από βράχινα κόκαλα και κρυμμένα νεύρα. «Έλα πουλάκι μου» είπε, «σ’ αγαπώ».

Οι τέσσερις εποχές ή Σοσιαλιστικός ρεαλισμός

amanda-charchian-02

αχ οι πέστροφες πως σπαρταρούν
στο νεροχύτη της μαμάς πριν το
μοιραίο και τα κοκόρια ακέφαλα
πως τρέχουν να σωθούν πριν
ξεψυχήσουν αχ τα κορίτσια που
αγαπώ το φίδι βγάζουν απ’ την
τρύπα και οικοδομούν το σοσιαλισμό
σε ένα μόνο Σώμα περαστικές απ’ το
κορμί μου φθινόπωρο χειμώνα
άνοιξη καλοκαίρι φανατικές νοικοκυρές
της ηδονής στο καλυβάκι μου έρχονται
να με ταΐσουν το ζουμάκι της ζωής

Υποσημείωση για την κατασκήνωση στο βουνό

moynt

Είσαι η αγαπημένη μου, όπως
ο ήχος του κεραυνού σ’ ένα
φλιτζάνι του καφέ. Κι όπως
ο ήλιος κρύβεται πίσω από ένα
σύννεφο. Και σου λέω πως
θα τη σκαπουλάρουμε και σήμερα
ως φουτουριστές, από τα δόντια
της εξουσίας. Έφιππες κυρίες θα
οδηγήσουμε στη μεγάλη έκρηξη.
Να νιώσουν οι παρακρατικοί
τι εστί επιστήμη του σεξ,
αλαζονικοί γλουτοί, οφθαλμό
αντί οφθαλμού με άλλα μέσα.
Να νιώσουν οι επίτροποι των εθνών
το θωρηκτό Ποτέμκιν, την ναυμαχία
της Ναυπάκτου, το Θερβάντες
πληγωμένο να κατουράει μυαλά
Οθωμανού. Να νιώσουν οι τρυφεροί
μαστοί γυμνής χωριατοπούλας το
θυμάρι, τι εστί βάτεμα πρωινό
εν φαντασία και λόγω, τι εστί σκύψε
ευλογημένη στις ραχούλες, ήλιος
πρωινός γαμήλιος

Νωτιαίος μυελός

afri

[απόσπασμα]

Περιδιαβαίνουμε τα περιθώρια των δημοσίων ηθών. Τις τόσο απλοϊκές δέκα εντολές και τα λάβαρα.

Οι θρήσκοι και οι θρησκευόμενοι έχουν μια μεγάλη καμπούρα στη ράχη τους. Τραύματα, αμαρτίες, ένα γαμήσι επί πληρωμή σε παρκινγκ, μια σκοτωμένη γάτα, ένα σκοτωμένο σκύλο.

Αγαθοεργίες, άποψη του παρία του μονογενούς που τα ξέρει όλα ως ταπεινός διαφωτιστής και οξυδερκής αναλυτής της κακοδαιμονίας μας.

Πατριώτης με πηλήκιο τσιφλικά και βραβευμένος από κάποιο σύλλογο αθλητικό.

Με άποψη για το καλό και το κακό που γίνεται καινοφανής μηδενισμός, όμορφη γλυκιά αλητεία της σκέψης, ονειροφαντασία, ποίημα με φεγγάρι, κλεμμένες μουνότριχες αναμνηστικές, παρελθόν, κουταλάκια και πιατελάκια, γυμνοί βραχίονες και λοιπά.

Γωνιώδη και πλαδαρά σώματα που κάθονται ανακούρκουδα μέσα στην ξεφλουδισμένη μπανιέρα κάνοντας την υγιεινή τους να μοιάζει με κρυμμένο ελάττωμα.

Κόρες κοπέλες κοριτσάκια που μαλακίζονται με το δάχτυλο κάτω απ’ τον αφρό. Γλυκιά αποχαυνωτική μαλακία, ατμός και λιωμένα διαφημιστικά φυλλάδια από υγρασία.

Υδραυλικές εγκαταστάσεις που προκαλούν τη φαντασία. Ραδιόφωνα κάπου γύρω απόκοσμα που ψιθυρίζουν κάτι για τη θανατική ποινή. Πράξεις πολιτειακής δοσοληψίας, τραγουδάκια και συνταγές μαγειρικής.

Ισχνές μορφές, στις οποίες προεξέχουν τα κόκαλα, φτωχή, μυτερή και ξεχαρβαλωμένη μορφή της ζωικής μηχανής όταν τη βλέπουμε από πάρα πολύ κοντά, χωρίς αγάπη, με τη μοναδική ανελέητη αγωνία να την περιγράψουμε.

Η στεγνή λάμψη του βλέμματος που σβήνει. Η ωμότητα που εξακολουθεί να υπάρχει, να μετατρέπεται σε σαδισμό, να ματώνει τα μαραμένα στόματα, να φονεύει τα βλέφαρα, να λαδώνει τα φτωχά ίσια μαλλιά, να λεπταίνει και να χλομιαίνει τις άθλιες σάρκες που ο κόσμος αγοράζει και πουλάει στην αγορά.

Η μηχανική θλίψη του χωριάτη που έγινε αστός, τα νοτισμένα γυναικεία εσώρουχα, οι μυρουδιές απ’ τα φαρμακεία και οι μυραλοιφές, όλα τα λιπόσαρκα ερωτικά θηρία που σέρνει πίσω απ’ τον κατακτητικό του στρατό ένα ισχυρός αιώνας που πέρασε.

Ένας πολεμοχαρής ξεχαρβαλωτής της ύπαρξης, ένας λύκος ερεθισμένος απ’ τη μυρουδιά των προβάτων. Με τη λάσπη και τη βροχερή ομίχλη στην πέτσα της κοιλιάς. Με τα σκατούλια στο χωματένιο μαντρί πατημένα και ζυμωμένα έτοιμα και φρέσκα για την παγκόσμια κοινή γνώμη.

Εκεί όπου μια πλούσια νέα γριά διαλέγει διαμάντια σ’ ένα κοσμηματοπωλείο ή ένας νέος θάλαμος αερίων εγκαινιάζεται απ’ το πλήθος στο γερμανικό βορρά ή τον αφρικανικό νότο.

Εκεί όπου σταματά η καρδιά και βγαίνει η ψυχή απ’ τις κωλοτρυπίδες μας.

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 346 ακόμα followers