ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Μην ομιλείτε εις τον ποιητή

abgo

Ας τα πάρουμε όλα με τη σειρά.
Πόσων ημερών νύχτα είστε κυρία μου;
Κι αυτή η γύμνια που κατάσαρκα φοράτε, σκέτο σονέτο.

Ως ποιητής ανώνυμος που σπαρταρά
γλείφοντας
μιας ανώνυμης κυρίας το κουφέτο, ομιλώ.

Μην ομιλείτε εις τον ποιητή, λοιπόν
όταν αυτός διάγει εκτός γάμου
λειχία εξωγήινη.

Ιδού, ο δικαστικός κλητήρ
ρυτιδιασμένο κρέας ηδονής.
Έκανε έξωση
στο φρέσκο μου συντακτικό από λυγμούς
και τες ομοιοκαταληξίες μου οδήγησε
στο φορτηγό με τα αμπαζούρ και τους κολάφους.

Μα όλα καταλήγουνε σε Αχ!
νυχιές ξεγυρισμένες στους γλουτούς
και στο τηγάνι της κοιλιάς ζάχαρη άχνη
μιαν αλοιφούλα
που αλείφουν στα ρέιβ πάρτι οι μοναχές.

Τώρα μετά απ’ αυτά
παραμονεύω σαν κι εσένα εμένα να με φάω.

Μη με διαβάζετε λοιπόν
αν δεν έχετε παρακολουθήσει
εκσπερματώσεις αγνώστων
οργασμούς με λέπια στ’ αγκίστρια των ψαράδων
τραντζιστοράκια σε κουζινάκια που αντηχούν
τις προσευχές των κοριτσιών
που ανακατεύουνε ζουμιά στις κατσαρόλες.

Ω ναι, είναι το σύμπαν βλέπετε, κυρία μου
αιωνίως γκαστρωμένο
κι όχι οι καιροί, κατά πως λεν
οι αναθεωρητές του οργασμού
και οι κηροπλάστες.

Κι ο χρόνος είναι μαϊντανός
που νοστιμίζει το κομψό μας μαύρο πτώμα.

Τσουτσουνομαχίες

tsoutsouna

Ένα Χεγκελιανό αξίωμα, λέει, πως η κωμωδία αρχίζει εκεί ακριβώς που τελειώνει η τραγωδία.

Ο κωμικός άνθρωπος είναι ασφαλής επειδή ακριβώς οι σκοποί του δεν αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να διακωμωδηθούν.

Ο κωμικός ήρωας υποκρίνεται αυτό που είναι χωρίς να αμφιβάλει για τον εαυτό του. Κάνει τον καραγκιόζη, δηλαδή κάνει τον άλλον να γελά, άρα επιδεικνύει μιαν ανωτερότητα που έχει να κάνει με το συναίσθημα του άλλου.

Το να κάνεις έναν άνθρωπο να γελάσει δεν είναι λίγο. Το να τσαλακώσεις την δεδομένη πραγματικότητα και να την πετάς στα σκουπίδια σημαίνει πως διαθέτεις εξουσία.

Τίποτε δεν σε πτοεί όταν γίνεσαι κωμικός. Ούτε ο θάνατος, ούτε η απελπισία.

Η ασέβεια προς τα ανθρώπινα πάθη και του φόβους είναι η απόλυτη ελευθερία.

Ο κωμικός εαυτός μας υπερτερεί απέναντι σε κάθε τι που ενδέχεται να μας συμβεί.

Ένα περιδέραιο από γέλωτες μπορεί να στολίσει την περιστασιακή ασχήμια της ανθρώπινης φύσης.

Πάνω στο γραφείο του τραπεζίτη ο σάτυρος χορδίζει τα ερωτικά μυστικά ενός αντιερωτικού κόσμου που κρύβει κάτω απ’ το χρυσό φλούδι το σάπιο καρπό.

Η ποίηση του καιρού μας μοιάζει παρασάνταλη και βλαμμένη όταν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά.

Ποιητές που γράφουν για το χειμώνα και το θέρος. Ψώνια που επιδίδονται σε ομηρικές τσουτσουνομαχίες.

Ο έχων τσουτσούνι μακρύ θα κερδίσει το βραβείο Μπαρμπέρη της εταιρίας αντιγραφέων. Ο διαθέτων τσουτσούνι πλακέ θα κερδίσει κρατικό βραβείο.

Καταραμένοι και συγκαμένοι, κωμικοί μες στην τραγικότητά τους, με ψεύτικες πόζες μοιραίων καπνιστών που περιμένουν τον καρκίνο. Απαγγέλοντας ποιήματα που λες και γράφτηκαν την εποχή του Ομέρ Βρυώνη υπό το φως του κεριού και τους ήχους της μπασαβιόλας.

Βούδες με την γουργουριστή ντροπαλοσύνη τους, φωτογραφίζονται για να γίνουν πόστερ στον εκδοτικό πρωκτό της πόλεως των Αθηνών, ψιθυρίζοντας, είμαστε ακίνδυνοι και γι’ αυτό τραγικοί.

Ήσυχη η κοιλία μας ήσυχος κι ο κώλος μας.

Σκονάκι για το μάθημα της ερωτικής οικονομίας

merot

Πόθεν κατάγεται ο κορεσμός;
Απ’ την κατανομή του πλούτου.
Τι είναι το στόμα;
Προαπεικόνιση του οργασμού.
Πότε είναι αληθινά μόνος ο άνθρωπος;
Μόνο όταν βρίσκεται με τα κόπρανά του.
Τι εστί ελευθερία;
Συναισθηματική αξιοπρέπεια του συνόλου.
Τι αναπαράγει ο ευλογημένος γάμος;
Τη διάρθρωση των εμπολέμων στρατευμάτων.
Τι εστί βερίκοκο;
Η μασημένη ομορφιά στα σπλάχνα μιανής.

Η μπαλάντα του παπά-Άρη

papas11

Στη Σάντα Μαύρα εκεί
σε μια ταβέρνα, στη Λευκάδα
έμπλεξα με τον παπά-Άρη τον ιερέα,
καλό κρασί και τον Αρχίλοχο παρέα.

Μες το κρασί και μες το χάος,
ρωτάει: «Είσαι χριστιανός;»
Ήταν καλός παππούλης, πράος,
ε, είπα, ας μη φανώ κακός.

Του απάντησα με ψυχραιμία
δείχνοντάς του το κρασί:
Ετούτο εδώ είναι ευλογία
που δε ρωτάει για θρησκεία.

Αγρότες ήτο οι πρόγονοί μου
και οι γονείς μου δούλοι
εγώ, το εγγόνι, στην ψυχή μου,
πιστεύω μόνο τους μπεκρήδες.

Βαρέθηκα μα το στανιό
την κρατική σφαλιάρα,
ναούς ν’ αλλάζω και προφήτες.
Έτσι κι εγώ τράβηξα πέρα,
από θεούς κι από αγιογδύτες.

Και αποκρίθηκε ως άγγελος Κυρίου
-αφού το σκέφτηκε αρκετά-
απήγγειλε ολίγο Αυγουστίνο,
μουρμουρητά, χριστιανικά
μα εγώ στ’ αυτιά μου
άκουγα μονάχα Αρετίνο.

Στα μάτια του παπά μια σπίθα.
Τρεμόσβηνε σα ναν φακός.
Γελώντας μες από τα στήθια:
«Κρίμα, να γίνεις χριστιανός»

Την πόρτα κοίταξα να φύγω
μα είπε ο παπούλης: «Στάσου!…
Κάτσε να πιούμε ακόμα λίγο.
Για την χριστιανική καρδιά σου!»

Μα ευθύς ξέχασε τα θρησκευτικά του,
ψυχούλες που έχωσε στο λάκκο.
Κι έβαλε τα ελληνικά του,
Έπινε… με τον Αντωνάκο…!

Η σκοπιμότητα καθορίζει τη φόρμα

pliuorism

Η άνοδος της ηδονής δημιουργεί νέα άνοδο της ηδονής.
Η άνοδος των οργασμών
αμέσως προκαλεί τον διπλασιασμό των οργασμών.
Η άνοδος των καυλο-υγρών
οδηγεί σε νέα άνοδο των καυλο-υγρών.
Αδυσώπητα στριφογυρίζουμε σ’ έναν φαύλο κύκλο.
Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει
την ποίηση της κοινωνικής διαμαρτυρίας.

Σ’ αρέσει το γαλανομάτικο τ’ αγόρι μου κύριε θάνατε;

narkis

O Νάρκισσος δεν πνίγηκε μέσα στην εικόνα του αλλά μέσα στη λίμνη.

Η επιφάνεια της λίμνης αντικαθρέφτισε την εικόνα του, την οποία ερωτεύτηκε σε σημείο που να πνιγεί μέσα της.

Πως θα ήξερε ότι ήταν ωραίος αν η λίμνη δεν τον είχε αναγνωρίσει ως ωραίο; Επομένως δεν ήταν ερωτευμένος παρά με το βλέμμα με το οποίο η λίμνη τον κοίταζε.

Η έκσταση παρέχει την αφορμή για χαμό και χάσιμο σε μια τροχιά ομόκεντρη με τη λαχτάρα.

Κι η μάνα του Νάρκισσου στέκεται πάνω απ’ τη λίμνη λέγοντας: Αυτό που θα ‘θελα να ξέρω είναι, σ’ αρέσει το γαλανομάτικο τ’ αγόρι μου κύριε θάνατε;

Η συνθήκη

hsinuiki

Θα κάνω κακά μαζί σου, Άντυ Γουόρχολ.
Αρκετό καιρό σε σιχάθηκα.
Έρχομαι σ’ εσένα σαν μεγάλο σκατόπαιδο
που του ‘λαχε παπιοκέφαλος πατέρας.
Είμαι σε θέση τώρα πια να κάνω κακά.
Ήσουν εσύ που έχεσες τη νέα τέχνη
τώρα είναι καιρός για το ξέχεσμα.
Έχουμε τον ίδιο θυμό και την ίδια μοίρα.
Λοιπόν ας κάνουμε κακά μεταξύ μας.

Ο κόλπος των χοίρων

klpow

Υπάρχουν άνθρωποι που συντηρούν με πάθος και αφοσίωση έναν κρυφό φόβο. Είναι ο φόβος μην υπαχθούν στον γενικό κανόνα, μήπως καταντήσουν αντίγραφα του κοινού νου και του κοινώς φέρεσθαι.

Οι άμοιροι, βεβαίως, αγνοούν πως όλοι από μουνί βγήκαμε-εκτός φυσικά απ’ τον κοκό και τον πρίγκηπα Κάρολο που βγήκαν από βασιλικό μουνί-.

Σε πείσμα κάθε λογικής υποστηρίζουν πως το δικό τους πράμα είναι διαφορετικό απ’ των υπολοίπων μόνο και μόνο επειδή είναι δικό τους.

Οι ιδέες και οι απόψεις τους έχουν τη σφραγίδα του Εγώ, που τη βάρεσε στα μούτρα τους ο ανταγωνισμός και το ψώνιο της ιδιαίτερης περίπτωσης.

Ο τρόπος που βγάζεις λεφτά στον καπιταλισμό είναι και ο τρόπος που γαμάς και ο τρόπος που σκέφτεσαι. Ο τρόπος που γράφεις και ο τρόπος που ειρωνεύεσαι.

Μια πραγματικά επαναστατημένη ύπαρξη ενεργεί και ζει μέσα στη πραγματικότητα. Δεν υπολογίζει πελάτες αλλά συντρόφους. Δεν σου παίρνει το μισό σπίτι για να σου κάνει μια επέμβαση και δεν σου πιάνει τον κώλο για να σου μορφώσει το παιδί.

Διάφοροι γαμημένοι τύποι που θέλουν να είναι αφεντικά δεν μπορούν να νιώσουν πόσο ευφρόσυνο είναι το υπαλληλίκι. Το να δουλεύεις δηλαδή για την κοινότητα και όχι για τον μαμωνά.

Το να έχεις συνείδηση πόσο σπουδαίο είναι να μη σου πιάνουν τον κώλο και να μην ταυτίζουν τη λέξη ελευθερία με την εκμετάλλευση.

Το να γνωρίζεις πως ο επαναστατημένος άνθρωπος δεν θέλει υπηρετικό προσωπικό και περισσότερα απ’ τον άλλον. Νταντάδες και βουλγάρες νοσοκόμες να του ξεσκατίζουν τα μωρά και τους γέρους για ένα ξεροκόμματο.

Το να πιστεύεις πως κανείς δεν μπορεί να ζει εις βάρος του άλλου και πως όσοι θέλουν να ζουν εις βάρος του άλλου θα πρέπει με τον καλό ή τον κακό τρόπο να εξαφανιστούν απ’ τον ανθρώπινο χάρτη.

Όλα καταλήγουν στο ρούμι

woman-in-cuba1

Όλα καταλήγουν στο ρούμι, όπως
ο χρυσός αιώνας του Περικλέους,
όπως οι ομίχλες που αφήσαμε πίσω
μας μετά το σεξ στη λιμνοθάλασσα,
όπως η αστική λογοτεχνία και ο
θάνατος των άλλων, όπως οι ιερόδουλοι
και οι ιερόδουλες που κυβερνούν
με τα λεφτά τους τον κόσμο, όλο
φίδια σκορπιούς και ανεμόμυλους
και δον Κιχώτες γέρους με καθετήρα
που μάχονται ηρωικά τις σκιές. Όλα
καταλήγουν στο ρούμι, ακόμα και η
γυμνή σου ωμοπλάτη με το σπέρμα
του θεού, ακόμα και το λαμπαδιασμένο
σου μουνάκι από δάγκωμα φαλλού.
Σπλάχνο πορφυρό της επανάστασης.
Όλα καταλήγουν στο ρούμι, όπως τα
χείλη πιπιλίζουν την προπατορική μας
μοναξιά, την άσπιλη νυφούλα της λαχτάρας μας.

Κόλλες και σοροπάκια

kollew

Το απαγορευμένο απαιτεί ιεροτελεστία. Στρώναμε κάποτε τον καπνό σε χαρτί που είχαμε σκίσει από λογοτεχνικά βιβλία μεγάλων συγγραφέων.

Μια φορά που είχαμε ξεμείνει βάλαμε στο φούρνο φύλλα απ’ τη συκιά να ψηθούν κι έπειτα τα καπνίσαμε σε χαρτί εφημερίδας.

Θυμάμαι τα αδερφάκια μου στη Ρουμανία, μετά τον Τσαουσέσκου, που έμεναν στους δρόμους και τρύπωναν κάτω απ’ τα πεζοδρόμια στους μεγάλους ζεστούς αγωγούς, εισπνέοντας κόλλες.

Εδώ τα αλητάκια κατέβαζαν φτηνά σοροπάκια για το βήχα και φτιάχνονταν για να περάσουν τη μέρα.

Ήμασταν ένας μικρός στρατός από βασιλιάδες ανάμεσα στα κοντόφθαλμα λουλούδια της επιβίωσης.

Ακούγαμε τις ιστορίες του δασκάλου και κουρνιάζαμε στις μελαγχολικές σκιές της αναπόλησης.

Ένδοξοι πρόγονοι σκοτωμένοι, προδοσίες και διαβρώσεις, Τούρκοι, Βούλγαροι, Αλβανοί, εκσφενδονίζονταν ολόγυρά μας απ’ το υπουργείο παιδείας και τρόμου, απ’ τα έντερα του κυρίου καθηγητή ένα μαύρο κοπάδι πολεμιστών με τη μύτη του όπλου στο μάτι μας.

Πως ονομάζεσαι παιδί μου; Πόσοι σκοτώθηκαν στα Γαυγάμηλα; Πόσους μαστούς μάσησε ο Ιβάν ο Τρομερός; Πόσα κορίτσια βίασε ο μπόγιας της Ασίας;

Το κουδούνι ακουγόταν σαν πολεμική ιαχή. Τρέχαμε να προλάβουμε μια θέση στο συνωστισμό της τουαλέτας.

Καπνίζαμε σαν διάολοι ρουφώντας μονοκοπανιά σχεδόν τα τσιγάρα, δείχνοντας μια αξιοσημείωτη ετοιμότητα για αμαρτία.

Η τουαλέτα ήταν χώρος προσευχής. Ένα μέλλον στολισμένο με λάφυρα και κορίτσια που κατουρούσαν δίπλα από μας τους κοιμισμένους γίγαντες. Ένα παρόν από αγάπη και τρόμο, από παιδικό ιδρώτα και λάσπη χωνεμένη στο λήθαργο των ανθρώπινων οσμών.

Θυμάμαι πως είδα να πεθαίνει ένα σκυλί. Κουβαλήθηκε σε μια γωνία κι έγλειφε τρέμοντας τα πόδια του.

Είδα την ψυχή του να βγαίνει απ’ το στήθος του σαν πουλάκι κι ένιωσα ένα συναίσθημα σα να μ’ έκανε τσακωτό ο πατέρας. Μέτρησα ως το εκατό και κατόπιν ηρέμησα.

Ηρέμησα πολύ και συμφιλιώθηκα για λίγο με το θάνατο. Με κοιτούσε λοξά. Τα μάτια του ήταν γλυκά και όμορφα, χωρίς ιριδισμούς. Μύρισα κάτι ξινισμένο και διαβολικό. Επέστρεψα στους φίλους μου και στη χαραγμένη από το κρύο ερημιά των δρόμων. Δεν είχα τίποτε να εξομολογηθώ.

Ιστορίες για αγρίους ή Όταν έκλασε ο Έντι Ράμα

enti

Ο Όμηρος αναφέρει, πως ο Ερμής, ενώ βρισκόταν στην αγκαλιά του Απόλλωνα, που ήτο ο μεγαλύτερος αδερφός του, άφησε να του ξεφύγει ένα μικρό μήνυμα.

Ένας αυθάδης πόρδος που γλίστρησε ως ξεδιάντροπος αγγελιοφόρος κάνοντας ακόμα και το Δία να ξεσπάσει σε βροντερά και αστείρευτα γέλια που αντηχούσαν σε ολόκληρο τον Όλυμπο.

Ο Οράτιος στις σάτιρές του μιλάει για τα θεϊκά αέρια και τις πορδές του Πριάπου, του οποίου η αγένεια τρέπει σε φυγή ένα τσούρμο μαγισσών που επιδίδονταν στις μαγείες τους.

Οι σύγχρονοι ηγέτες που φαίνονται ατσαλάκωτοι στις οθόνες των τηλεοράσεων, μετά βίας συγκρατούν τις πορδές τους.

Ο ένδοξος Θεόδωρος Πάγκαλος έφυγε κάποτε κλάνοντας απ’ το πλατό του μεγάλου καναλιού, αφήνοντας πίσω του την ηχητική πανδαισία του πορδοπαραληρήματός του.

Ο Κώστας Σημίτης είχε ρίξει μια βροντερή πορδή την ώρα που έβγαζε το πρώτο ευρώ από το μηχάνημα αυτόματης ανάληψης, αλλά ο ελληνικός λαός δεν άκουσε τίποτε διότι ζητωκραύγαζε για την αγαθή του τύχη.

Ελέγετο πως μέγας πορδομανής και σπεσιαλίστας των πρωκτικών συσπάσεων υπήρξε και ο εθνάρχης Κωνσταντίνος Καραμαλής.

Όλοι οι μεγάλοι ηγέτες στις συνεντεύξεις τους επιδίδονται σε εκδηλώσεις εντερικής εγκαρδιότητας. Ο Πούτιν μπροστά στους δημοσιογράφους αμολάει σφιχτές ρούσικες κλανιές Κοζάκου. Ο Τράμπ φοράει ειδικό βρακί με ενσωματωμένο ενισχυτή έκο για μέγιστη ηχητική ευκρίνεια.

Στην πρόσφατη, κατά παραγγελία της CIA συνέντευξη που πήρε ο Αλέξης Παπαχελάς απ’ τον Έντι Ράμα, ο Αλβανός ηγέτης επιδίδεται σε ένα κρεσέντο κλανιάς, το οποίο όμως κόπηκε στο μοντάζ.

Απαράβατος όρος του Αλβανού ηγέτη προς τους Αμερικανούς του Σκάι, ήταν σε κάθε ερώτηση να αμολάει μια πορδή, κάτι που αποτυπώθηκε στο βλέμμα του καλού αμερικανοτσολιά δημοσιογράφου, ο οποίος, όπως πάντα κράτησε τη στάση του αδιάφορου παρατηρητή, που παίρνει απόσταση από τη ζωή και τη βλέπει με ψυχρό μάτι και αίφνης όλα τα δράματα φαίνονται αστεία.

Μεταξύ δυο σημείων

geometr

Η ποίηση είναι το θέμα του ποιήματος της ευκλείδειας γεωμετρίας. Όλη η ιστορία του πολιτισμού είναι το ευθύγραμμο τμήμα που ενώνει δυο τυχαία σημεία. Ο συντομότερος δρόμος μεταξύ του Α και του Β.

Χύθηκε αίμα για να κατακτήσουμε το συντομότερο δρόμο μεταξύ δυο πόλεων. Το συντομότερο δρόμο μεταξύ δυο κορμιών.

Οι πατέρες της εκκλησίας διακηρύσσουν πως η οδός του αληθούς χριστιανού είναι η ευθεία.

Αυτοί που φυτεύουν λάχανα λένε πως η ευθεία είναι η καλυτέρα όλων.

Και ο Κικέρων μιλάει για την ευθεία, λέγοντας πως είναι το σύμβολο της ηθικής ευθύτητας.

Κι ο Αρχιμήδης μιλάει για τη συντομότερη γραμμή μεταξύ δυο σημείων.

Ο Νέρων όμως θέλησε να κατακτήσει την απόλυτη ευθύτητα, να συντομεύσει κι άλλο το δρόμο που οδηγεί απ’ τη Ρώμη στις κτήσεις. Έβαλε φωτιά για να κάψει την πραγματικότητα μεταξύ της αρχής και του τέλους.

Έκανε την εξουσία του πληθωρική και ανελέητη κι έπειτα κοιμήθηκε ήσυχος και ακμαίος μέσα στο εξαίσιο σφρίγος της ομορφιάς του.

Λέω στους μαθητές μου ιστορίες για τα άστρα και το ψωμί. Για τον ανθρώπινο κόπο και για τη συντομοτέρα οδό. Μα κάποιος διάολος μέσα μου πάντα αμφιβάλει για την ανωτερότητα της ευθείας. Και με τραβάει απ’ το μανίκι να μου δείξει τον ήλιο και τις ιερές καμπύλες.

Την τεθλασμένη τεμπελιά μεταξύ του Α και του Β. Την περιπέτεια μεταξύ της αρχής και του τέλους.

Την αλητεία που δεν μπορείς να τη γευτείς περπατώντας πάνω στο δρόμο του θεού της ευθείας. Τη γεύση από τόσα χείλη που σε περιμένουν μακριά.

Ο συντομότερος δρόμος είναι ο δρόμος του καθήκοντος, ενώ ο άλλος δρόμος, η τεθλασμένη της περιπλάνησης, είναι ο δρόμος της ονειροπόλησης.

Αν δεν βγεις απ’ τη ευθεία δεν πρόκειται να γνωρίσεις την ομορφιά.

Η ομορφιά βρίσκεται κρυμμένη στα δύσβατα μονοπάτια και στους κακοτράχαλους γκρεμούς, στους δρόμους που μπορεί να μείνεις νηστικός, μα εκεί, πίσω απ’ τους ψηλούς θάμνους, μπορείς να χορτάσεις με τη γύμνια της Ναυσικάς.

Γραφείο τελετής νηπενθών

grafio

Κηδείες από 700 ευρώ. Φτηνά
θα σε ξαπλώσει ανάσκελα
με διπλωμένα ήσυχα τα χέρια
ο κύριος Βρακοζώνης απ’ τη Βόνιτσα.
Ξέρει, ο τελετάρχης του θανάτου
πως ο θεός δουλεύει με ωράριο
φοράει τη φόρμα της δουλειάς
γρασάροντας καθημερνώς το Σύμπαν.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που
σκεπάζει το ζεστό σου στήθος
θα πει ο ιεροκήρυκας. Όλα ανάκατα.
Σκιές σκακιέρες τραπουλόχαρτα.
Κηδείες από 700 ευρώ.
Έχεις ξοδέψει όλα τα λεφτά κι όλα τα χρόνια.
Κι ακόμα να γράψεις το ποίημα.

Το όνειρο του Topor

topor2

Γύρω απ’ τον ήλιο περιστρέφεται η Γη.
Γύρω απ’ τη Γη γυρίζει το φεγγάρι.
Δεν πεθαίνουμε από θάνατο.
Παθαίνουμε από ζάλη. Ψιθύρισε
μια νύχτα μες στον ύπνο του
ο Archibald MacLeish.

Βιογραφία κοριτσιού

biogra

Μια βιογραφία κοριτσιού, κύριοι,
πρέπει ν’ αρχίζει με τη σκυλίσια αναπνοή
ενός ανθρώπου μέσα της
όταν τα μάτια του αλυχτούν το φως της μέρας.
Να συνεχίζεται έπειτα
με τη γνωστή πορεία ως το θάνατο.
Φως νύχτα μαύρο σκοτάδι έρεβος.
Περάστε δεσποινίς, να λέει ο χάρος στο κορίτσι.
Να κλείνει πίσω της την εμπασιά για πάντα.
Έτσι τελειώνει μια βιογραφία κοριτσιού
κι ο βίος μιας νυφούλας, εκτός
κι αν αντιστρέψουμε τα πράγματα
πηγαίνοντας από το θάνατο στη γέννηση
από το φέρετρο κυλώντας προς την κούνια.
Κύριοι, η βιογραφία κλείνει εδώ, τελειώνει
όταν γεννιέται το κορίτσι
απέξω αφήνοντας πατέρες και προπάτορες,
μητέρες και προπάππους, προγόνους και αγχιστείες
και τα παρόμοια λοιπά που θα μπορούσε
ν’ απαριθμεί κανείς επί μακρόν και επί ματαίω.

Ζεστοί σατανάδες και ψυχροί διάβολοι

dali

Ο Σαίξπηρ ενοχοποιούσε το βοριά για την ουρική αρθρίτιδα, την επιληψία, τη φαγούρα και τον πυρετό με ρίγη.

Ο Βολταίρος ενοχοποιούσε τον ανατολικό άνεμο για την κακή του υγεία και τη μαύρη μελαγχολία που οδηγεί στην κατάθλιψη και τις αυτοκτονίες.

Ο Θεόφραστος κατηγορούσε το νοτιά, ότι έκανε τους άντρες αδύναμους και ανίκανους, επειδή έπηζε τη λιπαντική ουσία των αρθρώσεών τους.

Κάποιοι λένε πως αν ο άνεμος φυσάει αδιάκοπα για πολύ καιρό μπορεί να μας τρελάνει.

Ο άνεμος φέρνει φωνές και σκόνες από άλλες χώρες. Άλλες φορές ακούς να κλαίει σαν μωρό κι άλλες να μουγκρίζει σαν αγελάδα. Νιώθεις να σου τρυπάει το κόκκαλο και να περνά στο μεδούλι.

Ο βιβλικός άνεμος σιρόκος το χειμώνα και την άνοιξη, που τον ονομάζουν σαράβ στο Ισραήλ και λεβάντε στην Ισπανία και λεβές στο Μαρόκο και χαμσίν στην Αίγυπτο.

Άνεμοι χιονοφάγοι που οι ινδιάνοι τους ονόμασαν Σινούκ και οι βάρβαροι βάφτισαν έτσι τα ελικόπτερά τους.

Ο φεν των Άλπεων και ο Σάντα Άνα της Καλιφόρνια.

Άνεμοι της Αδριατικής που γλείφουν την Πίνδο και άνεμοι νεογνοί που σπέρνουν το Κιλιμάντζαρο. Άνεμοι που περνούν μέσα απ’ τα ερωτικά τρίγωνα των ντετερμινιστών και σταματούν τη ρουλέτα στο μηδέν.

Άνεμοι σαν κεραυνοβόλοι έρωτες κάτω απ’ τη φούστα.

Ζεστοί σατανάδες και ψυχροί διάβολοι που κατεβαίνουν απ’ τα ορεινά περάσματα και κατσαρώνουν τα μαλλιά σου και τεντώνουν τα νεύρα σου και σε πιάνει φαγούρα στο δέρμα.

Νύχτες και μέρες όπου κάθε συνάντηση φίλων για ποτό καταλήγει σε καβγά.

Παραθυρόφυλλα που χτυπιούνται πάνω στους τοίχους και γρίλιες που ψιθυρίζουν τα κακά μαντάτα.

Πειθήνιες σύζυγοι που αγγίζουν την κοφτερή λάμα του χασαπομάχαιρου και κοιτάζουν το σβέρκο του συζύγου τους. Όλα είναι πιθανά.

Λίγος καπνός ακόμη

gip

Οι νύχτες αγρύπνιας των εφήβων και των ποιητών διαθέτουν δόλο και φρόνημα θαυματοποιού.

Η φυσαρμόνικα της λατρείας της ζωής πότε ανοίγει υπέρ της φύσης και πότε κλείνει υπέρ της πάλης του ανθρώπου με τη φύση. Ο άνθρωπος λατρεύει τη μήτρα που τον γέννησε αλλά βλέπει σ’ αυτή και την καταβόθρα που θα τον ρουφήξει.

Διαισθητικά έχουμε πειστεί πως μέσα στην άναρθρη φύση γνέφει τραυλίζοντας μια ατροφική εκδοχή του ανθρώπου. Φρονούμε αορίστως και παραισθητικώς ότι μέσα στη φύση ενοικεί κάτι το βαθύτατα ανθρώπινο.

Μεταξύ εμού και της φύσης υπάρχει μια τσιγγάνα εφοδιασμένη με το μαγικό της κόσκινο και τα μαγικά της κουκιά.

Μια Πυθία που συγχωνεύει στους απόκοσμους συλλογισμούς της την οικεία ζωή με τη φασματική γοητεία του κόσμου. Παρατηρώντας μας πάντα και γελώντας με τα καμώματά μας, βλέποντάς μας να αγοράζουμε βελόνες απ’ το βλοσυρό έμπορο των ελπίδων, για να μπαλώσουμε τα ψέματα.

Σεξ και δέος

sexdeos

Ανάμεσα στην ακολασία και την μελαγχολική ενοχή ξεφυτρώνει ο φαλλός. Ο φαλλός απέκτησε τους πρώτους τίτλους ευγενείας στην αρχαιότητα.

Οι φαλλοφορίες ήτο πάνδημες ειρηνικές λιτανείες προς τιμήν του φαλλού, όπου αντάμωναν εχθροί και φίλοι. Εκεί την ισορροπία εξασφάλιζαν οι γυναίκες και η μητριαρχία.

Το πέρασμα απ’ την αρχαία Ελλάδα στην αρχαία Ρώμη συνιστά τομή. Τη μητριαρχία της πρώτης διαδέχεται μια πατριαρχία που εδράζεται στην παντοδυναμία του άντρα και του πατέρα συνδυάζοντας το σεξ και το δέος.

Σ’ αυτό το πέρασμα από τη μια περίοδο στην άλλη, δηλαδή απ’ τη μια πορνογραφία στην άλλη, επιτελείται μια γλωσσική μετατόπιση καθώς ο φαλλός γίνεται fascinus.

Ο πούτσος από αντικείμενο ηδονής γίνεται σαγηνευτικό και τρομακτικό σύμβολο. Απ’ την ερωτική ανεμελιά ξεπέφτουμε στο δέος και την προαίσθηση. Την προαίσθηση κινδύνου και απώλειας, τα οποία θα ανοίξουν τις πόρτες στη θηριωδία και το φόνο μέσα πάντα από την ταπείνωση.

Η ελληνική πορνογραφία υπήρξε ο τόπος του ηδονίζεσθαι, ενώ η ρωμαϊκή είναι αυτή της απαγόρευσης, άρα μια πορνογραφία απολαυστικά παραβατική.

Η ελληνική πορνογραφία πριν απ’ όλα σήμαινε φιλοξενία. Υποδέχεσαι τον φιλοξενούμενό σου άρα και το γεννητικό του όργανο.

Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν καλά πως ο φιλοξενούμενος εκτός από φαγητό θέλει και γαμήσι. Οπότε αν το ζητούσε το πρόσφεραν μετά χαράς. Βεβαίως δεν υπήρχε τέτοιο ζήτημα γιατί τα συμπόσια είχαν φαΐ κρασί κουλτούρα σεξ.

Οι Ρωμαίοι απ’ την άλλη απαιτούσαν περισσότερα απ’ όσα μπορούσαν να προσφέρουν.

Η Ρώμη βασανίστηκε απ’ την έμμονη ιδέα της σπίλωσης, με την οποία ασχολούνταν η ηθική και η νομοθεσία.

Η σημερινή ερωτογραφία πάλλεται μεταξύ του σεμνοκαυλωμένου χριστιανικού όχλου και της νεοφιλελεύθερης ηθικής που υπαγορεύει η αγορά. Αυτή η αγορά που πουλάει και αγοράζει τα κορμιά των ανθρώπων. Σώματα που μπαίνουν μόνα τους πλέον, σχεδόν υπνωτισμένα, στη βιτρίνα για να πουληθούν.

Σώματα ενδεδυμένα τη μυστηριώδη ανησυχία της αυτοκρατορικής Ρώμης, βαπτισμένα στην κολυμπήθρα της Κυριαρχίας και του ξεκωλιάσματος, μακριά απ’ τη χαρωπή ροή της ελληνικής πορνογραφίας που τόσο δωρικά αποτυπώθηκε πάνω στα αγγεία με το λάδι και το κρασί.

Η τέχνη απαιτεί αλήθειες

htexni

ε, μαλάκα, εσύ
κατέβασε το παράθυρο
να μας δώσεις δέκα λεπτά για κρεμμύδι
και δέκα λεπτά για μαϊντανό
κατέβασε το τζάμι ρε μαλάκα
να σου πούμε για τον Υπαρκτό Τσιγγανισμό
και το νόημα της Ζωής
τα αιθέρια έλαια στο βρακί μας
έλα, να σου πούμε πως θα διώξεις το γερατιό
έλα ρε μαλάκα, με το προγούλι
που είσαι ωραίος σαν έλληνας
που είσαι σαν σοβάς που κούφωσε
ξέρουμε να διαβάζουμε το χέρι και να γουρλώνουμε τα μάτια
δώσε μας δέκα λεπτά για το μέλλον της επόμενης μέρας
και κάνε μια ευχή
ρε παρλαπίπα
κατέβασε το τζάμι ρε
η τέχνη απαιτεί αλήθειες
δέκα λεπτά για κρεμμύδι και δέκα λεπτά για μαϊντανό

Το τερατώδες ποίημα

tera

Έγραψα ένα τερατώδες ποίημα που δεν αφορούσε κανένα. Αυτού τού είδους τις τρέλες τις εξασκούσα πάντα σε πιο ηρωικούς καιρούς.

Πολλοί υποστηρίζουν πως είμαι έρμαιο των γραφών μου. Γυρνώ κοιτάζω γύρω μου τον τερατώδη κόσμο. Δεν μπορεί ένας τερατώδης κόσμος, σκέφτομαι, να μου υπαγορεύσει τίποτε άλλο εκτός από ένα τερατώδες ποίημα.

Έκανα μια βουβή πρόποση αντικριστά στο τερατώδες ποίημα μου που κάποια τέρατα θα το διαβάσουν και θα βρουν σ’ αυτό τον εαυτό τους όπως κι εγώ.

Το ποίημα έχει σχήμα παντόφλας. Το ποίημα περιέχει μιαν αρμαθιά κομμένα κεφάλια. Το ποίημα είναι σκέτο επίδειξη.

Η επίδειξη βγάζει κάθε σώμα απ’ τη σκιά. Η επίδειξη του ποιήματος συνιστά μιαν ακολουθία ερωτημάτων. Με ακούει, άραγε, κάποιος; Με βλέπει, άραγε, κανείς; Νοιάζεται κανείς, έστω και ελάχιστα, για μένα; Τουλάχιστον, με βλέπουν;

Η επίδειξη είναι η αναζήτηση αυτού του ματιού που με κοιτά και με προσέχει. Καθρέφτης του εαυτού μου η επίδειξη του σώματος. Καθρέφτης του κόσμου το τερατώδες ποίημα μου.

I want you

i-want

Μέσα στο χαώδες σύμπαν των απείρων πλασμάτων εν εξελίξει, εν ατελεία και αλληλοσπαραγμό, έχουμε αγωνία να αποτυπώσουμε το άυλο πάνω στο υλικό. Οι ιδέες θα πρέπει να περάσουν στο χαρτί και τα χρώματα να ποτίσουν τον καμβά.

Οι καλλιτέχνες είναι οι κοινωνικά νικημένοι που γίνονται είρωνες. Αρκετοί οχυρώνονται σε μια πνευματώδη κακία και δουλεύουν δια βίου αφιερώνοντας κοπιώδεις εργατοώρες στον ανταγωνισμό.

Όμως υπάρχουν κι αυτοί που με μια υπερδραστήρια οξυδέρκεια και ανθρωπογνωσία προχωράνε μπροστά.

Ο καλλιτέχνης παντρεύεται την κοινότητα γι’ αυτό εκφράζεται ερωτικά. Ο οίκος του είναι οι ζωές των άλλων.

Η χαρά και η λύπη γονιμοποιούν την καθαρή ματιά. Ο θρίαμβος της ειρωνείας πάνω στον ίδιο τον εαυτό της γίνεται κανόνας μιας γεωμετρίας που ορίζεται απ’ τη σεξουαλικότητα.

Τα ζώα που είμαστε, θέλουν να πάρουν την εξουσία, όχι των κρατών και των νοικοκυριών αλλά του χρόνου και της αιωνιότητας.

Θέλουμε να αφήσουμε πίσω μας ένα φωτεινό τόξο εκεί όπου το ασύλληπτα μικρό ζευγαρώνει με το ασύλληπτα μεγάλο γεννώντας μια μεγαλοπρεπέστατη βαθύτητα.

Κάθε καλλιτεχνική πράξη είναι θεϊκή πράξη, γι’ αυτό είναι βέβηλη. Μπροστά στην περατότητα του χρόνου και του κόσμου ο καλλιτέχνης θέλει να αφήσει το σκατούλι του. Το οποίο είναι σκατούλι Αγίου που η ανεκπλήρωτη επιθυμία τον οδήγησε στο ξαλάφρωμα.

Για να καλλιτεχνήσεις τον κόσμο θα πρέπει πολλές ώρες να απέχεις απ’ αυτόν. Να γίνεις ηδονιστής της παρατήρησης άρα μελαγχολικός, αφού παρατηρείς αυτό στο οποίο δε συμμετέχεις, δηλαδή τη ζωή και το βίο των πλασμάτων. Τα χρώματα και τους ήχους, τα σώματα που με θρησκευτική προσήλωση ομονοούν στη φθορά και στα γλυκά βάσανα.

Νέες γεύσεις και νέες αισθήσεις. Η ζωή γίνεται κατά κυριολεξία φυγόκεντρη και παθιασμένη. Η αίσθηση της ματαιότητας φαίνεται στείρα και βλαβερή. Η μελαγχολία του μαθητευόμενου ηδονιστή οδηγεί απευθείας στο καλλιτεχνικό φρόνημα του είρωνα.

Ειρωνεύομαι τον βίο άρα υπάρχω. Υπάρχω άρα ζω.

Βιοπορίζομαι μελετώντας τη γελοιότητα της ανθρώπινης φύσης. Με σοβαρότητα αποδίδω στη γελοιότητα τον απαιτούμενο σεβασμό. Το άρωμα και η μπόχα της ανθρωπίλας βρίσκεται μέσα εδώ.

Στόμα ψαχνό

byzi

Τα δάχτυλά μου πρόσταξες
να βγάλουν το σουτιέν σου.
Εκ δεξιών απεκαλύφθη βυζί της τρίτης διεθνούς
με δαχτυλιές λοχία.
Εξ ευωνύμων βυζί κεράκι αναμμένο
χαρά του νεωκόρου.
Δυο πιτσουνάκια ακαριαία με δερμάτινη φωνή.
Στόμα ψαχνό διαθέτω για το σχήμα τους, μωρό μου
φρόντισε
να τηρηθούν καλά τα έθιμα της γλώσσας
να γίνουν οι συστάσεις όπως πρέπει.
Φρόντισε τα μηνίγγια μου καθώς
θα φτιάχνουν το πορτραίτο κλειτορίδος
το χνώτο, του μισθοφόρου οργασμού καθώς
αφρίζει το ασπράδι των ματιών του.
Ξέρεις εσύ, η πεταλίδα εραστών
τι εστί βεντούζα πάνω σε κορμί
τι εστί παραθαλάσσιος ελαιώνας
τσουβάλι με διατριβές υγρών.
Ξέρεις εσύ, από τουλούμπες και μουσκέτα.

Μπιντέ την Κυριακή

mpint1

Αγαπώ τη Γαλλία και τους γάλλους. Οι γάλλοι είναι αφηρημένοι στοχαστές και πρωτοπόροι σε αρκετές καλλιτεχνικές αμαρτίες. Οι γάλλοι περιφέρουν ακόμα τα τρίμματα του διαφωτισμού στη γερμανοκρατούμενη Ευρώπη.

Οι γάλλοι είναι οι εφευρέτες του μπιντέ. Στους καμπινέδες του Παρισιού το φως ανάβει μόνο όταν η πόρτα κλείσει με το κλειδί. Η ιδιωτικότητα φωτίζεται μόνον όταν ασφαλιστεί.

Τα κρασιά και τα αρώματα ήταν το σημείο τομής της κουλτούρας και της καλοζωίας.

Μερικοί γάλλοι γεωπόνοι ισχυρίζονται ότι η υπερβολική βλάστηση των Κήπων των Βερσαλλιών οφείλεται στην ανθρώπινη κόπρωση του εδάφους, αφού για να πάει κάποιος απ’ τον κήπο στο παλάτι κινδύνευε να χεστεί πάνω του και να εκτεθεί ανεπανόρθωτα.

Το πλέον ενδιαφέρον βρίσκεται στο νόημα μιας επιγραφής που είναι κρεμασμένη έξω απ’ τη βασιλική κρεβατοκάμαρα του παλατιού, που γράφει: Il est defend de faire pipi dans la chabre du Roi. (Απαγορεύεται το ουρείν εντός του Βασιλικού δωματίου).

Οι γάλλοι ξέρασαν πολλά για τον ερωτισμό. Ο γάλλος γιατρός Valensin έγραψε για πολλά και διάφορα. Μίλησε για το σοδομισμό των αράβων. Μίλησε για τα μπορντελάκια της Κάσμπα, όπου το κρεβάτι της κοπέλας ήταν γυρισμένο προς τη Μέκκα.

Μίλησε για τις ψωλές των αράβων, που τις έβαφαν με χέννα για να προκαλούν τοπική ευφορία. Μίλησε για την απέχθεια των μουσουλμάνων για το γλειφομούνι.

Μίλησε για τον όλισβο και το γυναικείο αυνανισμό. Για το μνήμα του Μοντιλιάνι, όπου οι γάλλοι αποθέτουν λουλούδια, ενώ ήταν εβραίος.

Ο Valensin μιλάει για τους αλγερινούς που αηδίαζαν στη θέα της καπότας. Γράφει πως οι γυναίκες τους χρησιμοποιούσαν ως αντισυλληπτικό μια φλούδια από ρόιδι ή χοντρό αλάτι, κάνοντας μετά τη συνουσία μικρά πηδηματάκια για να πέσει το σπέρμα καταγής.

Αναφέρει επίσης πως οι γάλλοι έπλεναν τις καπότες και τις χρησιμοποιούσαν. Η τσιγκουνιά βεβαίως, στον έρωτα, είναι αυθάδεια.

Για να μάθεις τους λαούς πρέπει να σκύψεις στον ερωτισμό τους. Η ερωτική κουλτούρα των λαών είναι η ταυτότητά τους. Οι λαοί που είναι κρυόκωλοι και αντιερωτικοί γίνονται ναζί και βιαστές.

Οι μεσογειακοί λαοί παρά τη χολέρα του καθολικισμού και της ορθοδοξίας βγάζουν πότε-πότε τα ερωτικά τους όργανα στον ήλιο.

Στενός Κορσές ή Τα Μαθηματικά Είναι Αλυσίδα

This controversial new art exhibition is due to open next month at one of Britain’s top galleries, despite more than 2,500 people signing a petition calling it RACIST. See SWNS story SWBLACK; Exhibit B, by artist Brett Bailey, features black actors dressed up as slaves, and shows them in cages and a human zoo, to demonstrate the ‘brutal reality behind colonisation.’ Brett, a white man who grew up in Apartheid South Africa, reckons his piece is thought-provoking and not “about black histories made for white audiences.” But activists have slammed the work, set to open at The Barbican in London on September 23.

Γνώρισα τους ηθοποιούς που κινούνταν σαν μαριονέτες. Η δύναμή τους παρουσιάζονταν σαν ανόητη βία.

Αυτό που με διασκέδαζε ήταν η αθωότητα και το πνεύμα τους. Η περπατησιά τους που έμοιαζε με την περπατησιά του σχοινοβάτη που φοβάται μη χάσει την ισορροπία του.

Το παιχνίδι είναι ο καιρός της ευτυχίας σας, τους είπα, παίζοντας το ρόλο εκείνου που δείχνει τα έργα των νεκρών στους ζωντανούς.

Σκηνοθέτησα τον άντρα και τη γυναίκα μέσα στο πιάτο των αφεντάδων τους. Τους είπα πως είναι σκυλιά που θέλει το ένα να καταβροχθίσει το άλλο.

Η ζωώδη φύση σας καθορίζει τον παιδικό θυμό και το χρηματιστήριο. Την απληστία των κληρικών για πορνογραφία και ελεημοσύνη. Το αιμάσσον πένθος μιας χήρας που μαλακίζεται σ’ έναν αγρό.

Η ζωώδη φύση σας βγαίνει μαζί με τη γλώσσα του Ανάξαρχου από τα Άβδηρα που την έκοψε με τα δόντια του και την έφτυσε ματωμένη καθώς ήταν στο πρόσωπο του τυράννου Νικοκρέοντα.

Το παιχνίδι απαιτεί ακρωτηριασμό και πόλεμο. Η σκηνή είναι πεδίο μάχης στο οποίο πρέπει να ρίξεις το θεατή. Αν δεν καταφέρεις να τον πετάξεις στα χαρακώματα απέτυχες. Ο θεατής έρχεται στο θέατρο για να γευτεί τη σάρκα των ηθοποιών.

Έρχεται να κοινωνήσει σώμα και αίμα, έρχεται να δαγκώσει κώλο και βυζί, να δει το βρακί της πρωταγωνίστριας, έρχεται χωρίς να αγαπά, φτάνει ως ανέραστος, σαν μια μύγα πάνω στα κρέατα που είναι για εμπορική χρήση.

Θέλει να δει το ζεύγος. Θέλει να μυρίσει τους ηθοποιούς που μυρίζουν πάντα σκοτάδι και ταραχή. Θέλει ως εξουσιαστής να τους δει να πεθαίνουν τόσο απότομα όσο κι ένα έντομο που το συνθλίβουμε.

Τους είπα δεν έχετε άλλη επιλογή ως ζεύγος. Το μόνο που μπορείτε να παίξετε πειστικά είναι ο έρωτας. Ακόμα κι όταν δοκιμάζετε ένα δαμάσκηνο πάνω στη σκηνή να είναι πράξη γαμησιού. Λοβός και λάρυγγας να υπακούει στα χοντρά καρφιά που δένουν τα σανίδια της σκηνής με τον κόσμο.

Τους είπα πως το ηθικό θεμέλιο της κοινωνίας είναι το εισιτήριο. Οι κυρίες και οι κύριοι που έρχονται στο θέατρο έρχονται να ερεθιστούν. Το θέατρο είναι η εξέλιξη του πορνείου.

Οι θεατρίνοι πάσχουν από ανίατο οπτιμισμό. O μικροαστικός αναρχισμός της πόζας των ηθοποιών είναι η δυστυχία της συνείδησης της κοινωνίας.

Αδύνατοι κοκαλιάρηδες καταφθάνουν. Λούμπεν προλετάριοι του Ισλάμ και χριστιανοί του Νίγηρα θα ανεβούν τα σανίδια της Ευρώπης. Να δείξουν το θάνατο και το θεό πως βγαίνουν απ’ το μπουντρούμι της μήτρας. Να δείξουν ποιος τους μαγάρισε το νερό και ποιος τους γάμησε το σπίτι.

Ωραίος, Σαν Έλληνας

tsoup

Έφτασε λοιπόν η αποφράς εκείνη μέρα που πρέπει να πω:

Εγώ, ο Αντονέν Αντώ, είμ’ ο γιός μου,
ο πατέρας, η μητέρα μου
κι εγώ

Έφτασε η μέρα που ο χαρακτήρας μου θα κρίνει με πολύ αυστηρότητα τον εαυτό μου.

Ιδού:

Κυρίες και κύριοι αυτό το κάθαρμα εκτοξεύει φράσεις δίχως νόημα.

Κυρίες και κύριοι αυτό το κάθαρμα είναι συκοφάντης.

Συκοφαντεί τα σκατά με παρομοιώσεις. Αντί για το βιασμό και την  πυρκαγιά γράφει τις λέξεις εκκλησία και κράτος. Αντί για το Κύριε Ελέησον ζωγραφίζει μια σουβλισμένη καρδιά.

Είναι τυχοδιώκτης τόσο που λικνίζει πάνω απ’ τη λέξη κλειτορίδα ρουθούνια ιεροψάλτου.

Είναι ο Άμλετ της ψωροκώσταινας εμποτισμένος με τα δηλητήριά του.

Κυρίες και κύριοι η ψυχή τού καθάρματος αυτού είναι κρύα σαν ποδάρι κύκνου βουλιαγμένο σε έλος.

Η αστυνομία του πνεύματος είναι έτοιμη να τον μαστιγώσει οχτακόσιες φορές, είναι έτοιμη να τον κλείσει σε λευκό κελί όπου θα ακούγεται νυχθημερόν ο Βέλτσος να διαβάζει Βέλτσο και η Δημουλά να διαβάζει Δημουλά.

Κυρίες και κύριε κοιτάξτε πως τανιέται κάτω απ’ το δέρμα του η πονηριά και η τρέλα του.

Να, διαβάστε εκεί που υμνεί τον εντεροσπασμό και την τουλίπα, να διαβάστε μιαν ωδή του στο κατούρημα κόρης απ’ το Αμστελόδαμον που ουρεί βλέποντας το ηλιοβασίλεμα στη Οία.

Και να, κυρίες και κύριοι, ιδού το ποιηματάκι που έστειλε το κάθαρμα στην ακαδημία Αθηνών γραμμένο με αίμα χουντικού πάνω σε μια συλλεκτική σερβιέτα της Σοφίας Βέμπο.

Ευχαριστίες οφείλω στη Χαρούλα Χάρου
το θηλυκό θάνατο
που θα κάνει το παρόν σώμα μου κομμάτια
κι ευθύς ξανά θα συναρμόσει
με όψεις χιλιάδες και λαμπρές
σε νέο καινούργιο σώμα
που δε θ’ αφήσει να με λησμονήσετε ποτέ.

Dance Me to the End of Love

leo

Είχα μάθει να κρέμομαι απ’ τα χείλη της. Κρεμάστηκα απ’ τα χείλη πολλών γυναικών κι ένοιωσα ευτυχισμένος. Κατάλαβα πως είμαι όλες εκείνες μαζί οι γυναίκες που περισώθηκαν απ’ τον πεισματικό μου μόχθο.

Η μοίρα δεν μπορούσε να συγκαλύψει τίποτε κι ο έρωτας έκανε τον αιώνιο φόβο μου μελαγχολία. Η δυστυχία έφτασε πολλές φορές στο κατώφλι μου και με συντάραξε γερά.

Ξεσκόλισα όλα τα αρχαία μαγικά βιβλία, έσπειρα δαίμονες, έγραψα πάνω στις ρόγες της μέχρι που φτάνει ο λαβύρινθος της αγάπης.

Υπήρξα ένας Εβραίος που αγάπησε το Μπουένος Άιρες και την Ύδρα. Είχα πάντα ένα δώμα μακριά απ’ τη βία και την Αμερική. Η θνητή στάχτη που έξυνα από πάνω μου σκόρπιζε στις τέσσερις άκριες του κόσμου. Σε πεδία μαχών φημισμένα και σε κορμιά κατάστικτα από θολές δεισιδαιμονίες.

Είδα τον ήλιο, τη θάλασσα και τους θανάτους σαν αμίλητους σκλάβους να δουλεύουν μυστικούς κύκλους σε πεζούλια και σε χαρακώματα. Σε τάφρους και στενά δρομάκια.

Είδα την ατέλειωτη μοναξιά και την πλήξη, ώριμες που θέλησαν να τις καρφώσει ο γόης που αιμορραγούσε. Κοριτσάκια δασκαλεμένα στο βογγητό, να θέλουν να τραβήξουν ήσυχα ζώα μέσα στην τρύπα τους. Γέρους φρικαλέους, προέδρους και παπάδες να σκορπίζουν οφθαλμαπάτη και μαγαρισμένη διαλεκτική.

Ένιωσα τη σκοτεινή απόλαυση του φενακισμού κάθε γνώσης. Κολύμπησα μέσα στο παραλήρημα της έκστασης.

Είχα μάθει να προσεγγίζω το θάνατο, γι’ αυτό και τα πάντα, ακόμα και τα πιο σκληρά πράγματα τα έσπρωχνα μέσα σε μια τέλια αδιαφορία νοήματος. Εκεί στη χωματένια γεύση του φιλιού όπου γινόμαστε όλοι πλάσματα που ονειρεύονται χωρίς να λυπούνται που τελειώνουν τα όνειρά τους.

Πλάσματα χωνεμένα στο κέντρο του κορμιού της. Πλάσματα με κορμοστασιά εντόμου. Πολύχρωμες πεταλούδες που αναρωτιούνται, τι λογής θάνατος είναι αυτός όπου είμαστε για πάντα μόνοι, όπου ο έρωτας δεν μας δείχνει ποτέ το δρόμο!

Τα φιλιά θα σώσουν τον κόσμο

ta-filia

Ακούω άδειες ειδήσεις, εγκάρδιες ανταποκρίσεις απ’ τη χώρα που έριξε ψαλιδιά στον ανδρισμό. Ακούω τις κραυγές της γυναίκας που έβαλε ο παπάς στο αμόνι του. Όλα συγκλίνουν σε μια προοπτική χαμού.

Τα χείλη της όμως, σήμερα, έχουν κουρνιάσει κάτω απ’ τη ζεστή άμμο του φιλιού.

Τα φιλιά θα σώσουν τον κόσμο, η μοναχή Πουλχερία με τα στήθη της, η εργατική τάξη που θα το σκάσει απ’ το κοτέτσι, οι κότες που θα δακρύσουν, ο γέρος που αγναντεύει τις νεόκοπες χήρες, ο νεολαίος που γαμεί.

Αν δυσκολεύεσαι να βρεις την ουσία είναι γιατί δεν υπάρχει. Η ευτυχία είναι μια εξυπνάδα που θα σου πει κάποιος στο δρόμο, ένας ορισμός στα λεξικά, μια εύθραυστη βιτρίνα στο μέσο μιας πεδιάδας, μια σκοτεινιά όλο μελάνι που απλώνει τα ετοιμόρροπα τείχη της.

Η ευτυχία είναι αυτό το γραφτό με τα κοφτερά δόντια, τα ψήγματα χρυσού στην κοιλιά ενός Γερμανού χρυσοθήρα.

Η ευτυχία είναι ραδιενεργός σκόνη, γύρη και μικρόβια, στάχτη και πούδρα. Το ανάλαφρο και αραιό χιούμορ, τα αγόρια που γλείφουν αγόρια και τα κορίτσια που γλείφουν κορίτσια.

Η ευτυχία φυτρώνει εκεί που δεν τη σπέρνουν. Ξέρω γύφτους ευτυχισμένους στον ίλιγγο της φτώχειας, εκεί στο σημείο εκροής των υπονόμων του πολιτισμένου κόσμου που βάζει τον κώλο του πάνω απ’ το ντορβά της χέστρας, ποζάροντας με την άσεμνη σιλουέτα του, κλείνοντας το πρωκτικό του μάτι στο έρεβος. Αφήνοντας τα ευσπλαχνικά κτερίσματα της λαιμαργίας του.

Ξέρω πως η κοιλιά σου γυναίκα είναι αγνή. Ξέρω πως η σχισμή σου ποθεί το φαλλό μου που αφοπλίζει όλους τους θεούς του ολέθρου. Ξέρω πως είσαι στο στόμα του αρσενικού το πνεύμα που το τρέφει. Η γλώσσα σου είναι πνεύμα. Τα μουνόχειλά σου είναι πνεύμα.

Ξέρω πως τα φιλιά σου θα σώσουν τον κόσμο όταν ξυπνάει το τέρας.

Αμυγδαλωτό

amygdalo

Γέλασε με όλο το φαλλικό υπαινιγμό που απαιτούσε η σάρκα της.

Δείτε πέρα, εκεί, τα ζευγαράκια της Σελήνης, πως δείχνουν σεβασμό στο έλκος αυτού του δορυφόρου που τα έλκει διηνεκώς. Δείτε πως ξαγρυπνούν στην αίθρια πλήξη των υποσχέσεων.

Δείτε τα χείλη τους πως αγκιστρώνουν τη φθορά που έρχεται.

Δείτε τη χρυσή φουρκέτα στα μαλλιά αυτής που λάτρεψε τις γραμμές των οριζόντων και τη γεωμετρία του δέρματος που ξέρει πολλά.

Δείτε το φαγοπότι των θεών που κάνουν δίαιτα και τραντάζονται απ’ τα βυζιά αυτής που σκορπίζει αναίδεια και κάλος.

Δείτε την μάνα μου στον Υπερσιβηρικό οδοντωτό τού έρωτά της που γέννησε εμένα κι εσένα. Δείτε στο λαιμό της τις ρίζες που βλασταίνουν φιλιά στο στόμα.

Δείτε πως μοντάρουν τα πλάσματα μέσα τους τις παρτούζες της αυγής μα τα χρώματα.

Δείτε τον λυρισμό να μοιράζει τραπουλόχαρτα στους τζογαδόρους. Ντάμα βαλέ υπεροψία. Δείτε την άκρη του νυχιού της πως σπρώχνει σ’ εμένα τον υγρό φεγγίτη που βγάζει μέσα της.

Γέλασε, με όλο το φαλλικό υπαινιγμό που απαιτούσε η σάρκα της. Τα δόντια της ήταν εξαιρετικά μεγάλα και λευκά και τα χείλη της φουσκωτά, με το κραγιόν να έχει φύγει απ’ τις άκρες τους, ένα σχέδιο στόματος με κόκκινο μελάνι.

Οι ψίχες τού αμυγδαλωτού κρεμάστηκαν σαν αστεράκια απ’ τις γωνιές του στόματός της πάνω στο τρεμάμενο ηβικό της συννεφάκι. Με λύσσα πετάγονταν τα εντόσθια του φιλιού απ’ το στόμα της.

Δείτε τη νύχτα που τη μασάει η ερωτική μας ραπτομηχανή. Δείτε τα πόδια της που έχουν ανάμεσα την καρδιά μου.

Δείτε πως, εγώ, ο βραδύνους ιχθύς έγινα αμυγδαλωτό στο στόμα της, αλεσμένος απ’ τα γαστρικά της υγρά, το σκατούλι της που απορρόφησε όλες τις μνήμες και όλα τα ποιήματα που της έγραψα, βουβός στο κατάστρωμα αυτού του κόσμου που με πήρε στο λαιμό του.

Μιράντα

pouta

Γνώρισα κάποτε μια γυναίκα που συγγένευε με την ιερογλυφική τύρφη του καυλωμένου κορμιού. Με το γυμνό της μάτι κατράμι και το μούτρο της λευκό και ανυπεράσπιστο.

Ένα ξέφλουδο δεντράκι, βορά στον επιτήδειο ηδονοβλεψία.

Ήθελε να γαμηθεί με ταξιτζήδες και τεκνά, τουρλωμένη πάνω σ’ ένα βάθρο ή στο πατρικό της κρεβάτι.

Αγαπούσε παράφορα τα αιματηρά ονόματα και τα πράγματα των οποίων η περίσσια έλξη για ζωή λησμονούσε το θάνατο. Στις μικρές επαρχιακές αβύσσους το φιλοθεάμων κοινό θέλει αίμα. Κι αυτή είχε μπόλικο.

Με χάιδευε όταν ήμουν αλλόκοτα άλλος, έφηβος, μια μάζα από μερικά δευτερόλεπτα χυσίματος και ποιητικής αφέλειας.

Λάτρευε τους δαιμόνους που δεν ήρθαν να τη συναντήσουν ποτέ. Φορούσε την κολόνια που κατευνάζει τους τρελούς θεούς και πίστευε πως ο θάνατος δεν είναι τίποτε.

Ζητούσε απ’ τους θεούς της, τους γείτονες και τους βιαστές της όχι μόνο να την κάνουν να δεχτεί τον θάνατο με χαρά, αλλά να τη βοηθήσουν να βρει σ’ αυτόν χάρη και γλυκύτητα.

Ήθελε να τη σπαράξουν τα ξίφη και τα βέλη σαν λιχουδιές.

Μέσα στη μοναξιά που την καταδίκασε το ουρλιαχτό της, βίωνε τη σιωπή και την ελευθερία, την τρέλα για το σεξ και το άγγιγμα του συντρόφου που δεν έφτασε ποτέ.

Αυτή η αποστεωμένη τρυφερή νεράιδα που βίωσε τη στέρηση και το χλευασμό, μέσα στο βόθρο της επαρχίας, δεν υπήρξε ένα ήσυχο ζώο αλλά ένα είδος σκοτεινής θεότητας, κυνηγημένο απ’ το κράτος και τις αρχές.

Αναμνήσεις ενός ζητιάνου ή Ρεπορτάζ απ’ τον κάτω κόσμο της οδού Πατησίων

anamn

Έδωσα μορφή και κορμοστασιά εντόμου στον έρωτα που γουργουρίζει. Σκάλισα χίλιες φορές πάνω στο ξύλο το λυρικό μονόλογο της μοναξιάς που τρύπωσε μέσα στο τέλειο και γλυκύτατο φως, όπου κανένα σώμα δε βασανίζεται, κι ας το μαστίζει το κακό.

Το ξύλο είναι σμιλεμένο με τη βρωμιά του θείου δράματος. Είναι πασαλειμμένο με τα σκατά των οπαδών του κριτή όλων μας. Το ξύλο έχει τον ιδρώτα και τη σκληράδα του ανθρώπου που άνοιξε τις πιο τρομερές πύλες.

Ο σταυρός του μαρτυρίου είναι η κολλημένη πάνω στη σάρκα μου βεβαιότητα της μελλούμενης δυστυχίας μου. Τρώω ξεροκόμματα που τα κατουράν αρουραίοι κουρνιασμένοι κάπου μέσα μου.

Το μέλλον μου μια αρμονική παραφωνία. Ένας μελωδικός αναβρασμός των εντέρων από ερωτικά σημάδια.

Τα πόδια των γυναικών που δεν θα μου παραδοθούν ποτέ. Τα μάτια μου που βλέπουν τα γυμνά τους γόνατα, το κρανίο τους λευκό και γαλακτερό, τα χείλη από κόκκινη μελάνι, τα βυζιά τους από οίστρο και οικεία ηδονή, οι ρόγες τους καυλωμένες και σαρκοφάγες έλκοντας πάντα τα πιο αιμοσταγή πνεύματα. Τις στύσεις εμάς των ζητιάνων που κάθε ανάσα μας είναι μηδέν.

Τα στομάχια μας που φτιάχτηκαν από πριγκιπικά ξερατά, από κωλοτρυπίδες παπάδων και φρεσκοθρεμμένους αγίους ζυμωμένους με τα βίτσια των μαρτυρίων.

Τα στομάχια μας οχυρωμένα πίσω απ’ τα θειαφισμένα χείλη του ελεήμονα. Η μάνα πεθαμένη κι ο πατέρας πηχτή σκιά.

Πάνω στον ουρανό η κυκλική δύναμη των άστρων. Η μπόχα μου μάστιγα ή ο θάνατος μες στη ζωή.

Η μυρουδιά του θανάτου δίπλα στα φαγάδικα και το σκατό ξεραμένο στον κώλο μου. Όλα είναι αγάπη και γαλάζιες μύγες. Όλα είναι συνουσία. Σπόροι της μυστικής μαλακίας που τραβάω στο πεζοδρόμιο. Τρυφερά ανθάκια από λαίμαργες απολαύσεις. Μα κι εκείνο το σκόρπισμα των σπόρων της τρέλας στο βρακί μου.

Και μετά ύπνος. Αιώνιος ύπνος, με τα κέρματα να βροντούν πλάι μου, ποτίζοντας τις τρίχες, την πέτσα, τα μαλλιά. Ψηλώνοντας το χορτάρι της αγάπης που ριζώνει σ’ αυτή τη στυφή κοπριά.

Το Αυτό μου

%ce%b3%ce%b9%cf%8e%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%82-%ce%bb%ce%b1%ce%b6%cf%8c%ce%b3%ce%ba%ce%b1%cf%82

Θέλησα κάποια στιγμή να ζωγραφίσω το Αυτό μου. Από μικρή ζωγράφιζα το Αυτό μου. Ο πρώτος που είδε τη ζωγραφιά μου και ενθουσιάστηκε ήταν ο δάσκαλός μου στο σχολείο.

Είχα ζωγραφίσει ένα τεράστιο κόκκινο στόμα που ούρλιαζε κι από μέσα του έβγαιναν νομίσματα. Ο δάσκαλός μου ενθουσιάστηκε τόσο που μου έδωσε το πρώτο βραβείο.

Άνοιγα τα πόδια, κοιτούσα στον καθρέφτη το Αυτό μου και το ζωγράφιζα. Κάποια μέρα ζωγράφισα μια τεράστια μαύρη κουκίδα και γύρω-γύρω κυματιστές γραμμές. Η μαύρη κουκίδα έμοιαζε με την μαύρη τρύπα του διαστήματος ενώ οι κυματιστές γραμμές έδειχναν ανθρώπους και πράγματα να χάνονται μέσα σ’ αυτή.

Όταν διάβασα για τον Τρωικό πόλεμο ένοιωσα τη δύναμη που είχε το Αυτό μου και σχεδόν το λάτρεψα με μια φυσική μανία.

Κατάλαβα πως αυτή η άβυσσος της ανατομίας μου, αυτός ο πολύπλοκος κόσμος από εντόσθια και αίμα που καταλήγει στο Αυτό μου, ρουφούσε πράγματα απ’ τον περιβάλλοντα χώρο. Και γλιστρούσα πάντα, ανάμεσα εκεί τα δάχτυλά μου.

Ψηλαφούσα τις πτυχές του και τις στρώσεις του. Κι όπως στοχάζεται ο ενήλικος τράγος που ζει κοντά στους απόκρημνους βράχους και στις φαγωμένες πέτρες έτσι τα δάχτυλά μου ψηλαφούσαν με υπέρμετρη φιλαρέσκεια το Αυτό μου.

Το θαύμαζα. Το κοιτούσα και το ψαχούλευα, έχοντας πάντα την εντύπωση ότι είναι μια ανεξάρτητη οντότητα, ένα αστέρι που περιστρέφεται στο δικό του γαλαξία και που εκρήγνυται σε χιλιάδες μικρότερα Αυτά, που με τη σειρά τους περιστρέφονται στους δικούς τους Γαλαξίες.

Ποτέ δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό πως το Αυτό μου είχε πρακτικό και βιολογικό λόγο ύπαρξης. Πάντα πίστευα πως υπήρχε εκεί για να το ζωγραφίσω και να το δείξω στο δάσκαλο που λάτρευε τις τέχνες και ήξερε πως το Αυτό μου είναι ένα στολίδι από γενέσεως κόσμου. Και ήξερε πως είναι το μόνο πράγμα που δεν έχει εκπορνευτεί με την καθημερινή του χρήση, στο χυδαίο μας κόσμο, αιώνες τώρα.

Le Savon

le-savon

Παρότι οι Γάλλοι υπήρξαν αφηρημένοι στοχαστές κατάφεραν να γεννήσουν έναν ποιητή σαν τον Ponge, που έγραψε ένα επικό ποίημα για το Σαπούνι.

Ανάμεσα στα γεμάτα επιτήδευση και κομπασμό ποιηματάκια για τον άνθρωπο και το μεγαλείο του ο Ponge δίνει τη φωνή του στα πράγματα.

Το ίδιο το ποίημα είναι πράγμα όπως τα μάρμαρα ενός αγάλματος είναι στοιχειωμένα απ’ τη ζωή. Επιστρέφει στα πράγματα χωρίς να τα ενοχλήσει, με μιαν αγάπη τέλεια προσαρμοσμένη στις λεπτομέρειές τους.

Οι εραστές των πραγμάτων προτιμούν τον υπαινιγμό. Αφήνουν τα πράγματα να διακοσμούν τις φαντασιώσεις μας κάνοντάς μας να γίνουμε ένα μ’ αυτά.

Ο Καρυωτάκης μιλά για τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων χωρίς να αποβλέπει στην περιγραφή τους. Μέθοδός του η αγάπη και η αδιακρισία να αγαπάς άνευ όρων.

Να κάνεις ένα φύλλο ή ένα κλαδί είδωλό σου, γιατί εμπεριέχεσαι σ’ αυτό και να εκφράζεις για λογαριασμό του την βαθύτερη συνείδηση του κόσμου. Να μην παρατηρείς το βότσαλο αλλά να εγκαθίστασαι μέσα στην καρδιά του βλέποντας τον κόσμο με τα δικά του μάτια.

Ο Ponge δανείζει τα εκφραστικά του μέσα σ’ όλες τις παγιδευμένες φωνές που γεννιούνται γύρω του απ’ τη δημιουργική σήψη και την αιωνίως γενεσιουργό ανακύκλωση των πραγμάτων απ’ το χώμα, τον αέρα και το νερό.

Επιστρέφει στην απλοϊκή θέση που τόσο συμπαθούν όλοι οι ριζοσπάστες φιλόσοφοι από τον Ντεκάρτ ως τον Μπερξόν και τον Χούσερλ: «Ας προσποιηθούμε ότι δεν ξέρουμε τίποτε».

Άντε γαμήσου Πέτρο Κωστόπουλε

kost

Ο Σοφοκλής ξεστομίζει το «έρως ανίκατε μάχαν», μα ο ακροατής ακούει την Αντιγόνη να προκαλεί το θάνατο που τής πήρε τους στρατιώτες αδερφούς της, αλλά είναι ο Σοφοκλής αυτός που μιλάει σαν γυναίκα, υπογραμμίζοντας πως οι λέξεις δεν είναι ποτέ με τη μεριά της ρομφαίας.

Σήμερα που ο ερωτισμός εκφωνείται στο τηλεοπτικό λιανεμπόριο απ’ τα χείλη του νταβατζή, τα ποιήματα βρέθηκαν εξόριστα στα δίκτυα και στα απούλητα βιβλία.

Το σεξ έγινε μια υστερική ανάγκη μέσα στο λοιμοκαθαρτήριο των εικόνων που επιβάλουν οι αίγαγροι των αγορών και οι σωματέμποροι του θεάματος.

Ο Εμπειρίκος είναι εξόριστος σε καλοραμμένα βιβλιαράκια που προορίζονται για προχωρημένους αστούς που ακούνε Τέλεμαν και πίνουν τσάι κοιτάζοντας τη θάλασσα, μα ο Πέτρος Κωστόπουλος προορίζεται για τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση της πλέμπας.

Ανήκει σ’ αυτούς που εισήγαγαν το σεξουαλικό σκουλήκι στο μήλο του δικού τους μονοπωλιακού συστήματος, ανάγοντας το κουτσομπολιό σε είδηση και το νταβατζηλίκι σε επιστήμη.

Το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα δεν θέλει τους ποιητές που είναι και ταραξίες. Δεν θέλει οι άνθρωποι να μάθουν να αγαπούν τα σώματά τους αλλά να πουλάνε το κρέας τους και να σκέφτονται σαν γρασαρισμένα έμβολα.

Θέλει τον παπά και το συσσίτιο χέρι χέρι με το Θέμο Αναστασιάδη και τη Χρυσή Αυγή, τον ηθικολόγο Στέλιο Ράμφο να μεμψιμοιρεί λέγοντας μεγαλόστομες φανφάρες.

Θέλει τους λεγόμενους πολιτικούς, δηλαδή το υπηρετικό προσωπικό της άρχουσας τάξης να μαλακίζεται με εξαπτέρυγα και σημαίες.

Θέλει τον πρωθυπουργό να τρομπάρει μπροστά στον ένδοξο ελληνικό στρατό που συντηρεί ο εξαθλιωμένος φτωχός με το αίμα του.

Θέλει διασημότητες και αριστεία, θέλει την πλαστογραφημένη ιστορία του Βερέμη και του Παπαχελά, θέλει νεοφιλελευθερισμό και ορθόδοξους μουλάδες.

Μα οι λέξεις δεν είναι ποτέ με τη μεριά της ρομφαίας. Οι λέξεις είναι με τη μεριά των ποιημάτων που φωτίζουν την καταγωγή μας. Με τη μεριά των ποιημάτων που διαταράσσουν συνειδήσεις και αναποδογυρίζουν το σώμα για να το γνωρίσουν καλύτερα. Οι λέξεις ουρλιάζουν. Άντε γαμήσου Πέτρο Κωστόπουλε.

Heil Hitler! ή Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα Της Γερμανικής Χέστρας

xail

Κοιτάζω έξω απ’ το παραθυράκι της τουαλέτας. Βρίσκομαι στο οικουμενικό Βερολίνο, εκεί όπου τα αποχωρητήρια έχουν την αίγλη της πολιτικής ορθότητας που επιβάλει η υγιεινή και η υποχονδρία.

Γριές κυρίες με ροδαλά μάγουλα, κοπέλες που βγήκαν στην αγορά με τα δερμάτινα μποτάκια τους, ώριμες με βαριά τυρολέζικα καπέλα και πρακτικά μπεζ παπούτσια με χρωματιστά κορδόνια. Κοιτάζω τα λευκά τους πόδια και τον ωραίο πλαδαρό τους πισινό.

Έξω απ’ τις πόρτες των καμπινέδων βλέπω μια μεγάλη διαφημιστική πινακίδα που, σαν ψυχορράγημα, λίγο πριν την εισβολή στην δημόσια καταβόθρα των περιττωμάτων, γράφει «Sei gut zu deinem Magen», «Να είσαι καλός με το στομάχι σου».

Μέσα στο φινιρισμένο με γερμανικό ιδεαλισμό αποχωρητήριο, οι Γερμανοί σκέφτονται πάλι το στομάχι τους. Φαίνεται η αγωνία και η υπομονή τους για μια απατηλή καθαριότητα.

Απατηλή γιατί στην πραγματικότητα οι Γερμανοί δεν είναι καθόλου καθαροί. Μοστράρουν την καθαριότητα ως μέρος ενός πονηρά μελετημένου σχεδίου για να εκφοβίσουν τους ξένους με την επιθετική υγιεινή της Γερμανίας. Η εξωτερική πολιτική των Γερμανών περνάει μέσα απ’ τη χέστρα τους.

Υπάρχει μια μικρή πλατφόρμα από κεραμικό υλικό όπου μπορεί κανείς να εναποθέσει τα σκατούλια του, ώστε να μπορεί να τα δει και να τα καμαρώσει πριν αυτά διαβούν το Ρουβίκωνα και πριν εξαφανιστούν για πάντα σε μια δίνη δροσερού νερού των Άλπεων.

Αυτό σημαίνει πως αναδίδουν απροσμέτρητη μπόχα και απροσμέτρητο θαυμασμό. Θαυμάζει κανείς την ευγενή προσήλωση στην κουράδα αφού είναι εντολή γιατρού η παρακολούθηση των κοπράνων.

Η καλή υγεία απαιτεί συμπαγές ανοιχτόχρωμο σκατό και οι Γερμανοί αυτό το ξέρουν καλά.

Οι γερμανικοί καμπινέδες ακολουθούν τον κονστρουκτιβισμό της κοινωνικής ταξικής πυραμίδας. Πάνε σύμφωνα με τη θέση στο αεροπλάνο, στο τρένο αλά και στην κατηγορία του ξενοδοχείου.

Στην τουριστική θέση το χαρτί τουαλέτας είναι σκούρο και τραχύ. Μετά γίνεται άσπρο και σχεδόν κανονικού πάχους. Όσοι αγοράζουν κωλόχαρτο από γερμανικό σούπερ μάρκετ μπορούν να καταλάβουν τη διαφορά στον κώλο τους.

Το κωλόχαρτο των φτωχών είναι κάτι σαν αραχνοΰφαντο γυαλόχαρτο, νομίζεις πως σκουπίζεσαι με χαρτοπόλεμο πασπαλισμένο με ρινίσματα σιδήρου. Το κωλόχαρτο των πλουσίων είναι ροζ και παχύ ή ελαφρύ μωβ και ονομάζεται special Krepp.

Οι γερμανικές χέστρες διαθέτουν μια παγκόσμια πατέντα. Το λεγόμενο παλκοσένικο, πάνω στο οποίο πέφτουν τα σκατά και στέκονται για να τα θαυμάσεις ή να τα περιεργαστείς. (Αχ πόσο λυπάμαι τους μικροβιολόγους! Έχω διαπιστώσει ιδίοις όμμασι αυτή την κουραδοσπορά σε γραφείο ιατρού. Βεβαίως όλα τα πρωκτικά κτερίσματα ήτο τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτα και λαδόκολλες ωσάν περιποιημένα κοντοσούφλια.)

Τα γερμανικά αφοδευτήρια διαθέτουν μια κοσμική μεγαλοπρέπεια. Τα γερμανικά αφοδευτήρια, φρονώ, πως είναι υπεύθυνα για όλες τις φρικαλεότητες του Γ’ Ράιχ, αφού άνθρωποι που καταφέρνουν να κατασκευάσουν σκατώνες αυτού του μεγαλοπρεπούς είδους είναι ικανοί για όλα.

Η έλλειψη ζωτικού χώρου της Γερμανίας και οι σύνθετες ανάγκες του παγκόσμιου καπιταλισμού οδήγησαν στη σφαγή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.

Ο γερμανικός φονταμενταλισμός άρχισε να πετά ανθρώπους στους σκατόλακκους.

Απαίτησε απ’ την ανθρωπότητα με τον πιο κτηνώδη τρόπο την ομοιομορφία. Το παλκοσένικο με τα σκατά. Τις χέστρες που η Μητέρα Γερμανία ήθελε να καρφώσει στους κώλους των λαών. Τις χέστρες όπου στρογγυλοκάθονται οι διαπραγματευτές της κακής μας τύχης αφήνοντας την κουράδα τους να γλιστρήσει στον οισοφάγο των φοβισμένων και βολεμένων λαών.

Love story

erotica-erotic-fr-009

Στην Αρχαία Ελλάδα ο θάνατος είναι κοίλος και σκοτεινός, όπως το αιδοίο που οδηγεί κατευθείαν στον Άδη. Η θεά του έρωτα Αφροδίτη παρουσιάζεται απροσπέλαστη, παρότι αποτριχωμένη.

Η αποτρίχωση παρόλη την λαμπρότατη διαφάνειά της και τον ιλαρό ερωτισμό της, απ’ την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, διατηρεί το γκροτέσκο και φιλήδονο θεατρινισμό της.

Η γυναίκα ξυρίζει το μουνί της για να το προσφέρει στον εραστή. Η ιεροτελεστία της αποτρίχωσης συνάδει με το αποκορύφωμα της κατακτητικής ωμότητας της ηδονής.

Η αποψίλωση του ερωτικού οργάνου είναι μια πράξη ιερή και παρά την βαρβαρότητα του βίαιου ξεριζώματος είναι μια πράξη καλλιτεχνική.

Κάθε αρτίστικη γυναικεία φύση ξέρει πως τα λεγόμενα γεννητικά όργανα δεν είναι γεννητικά αλλά ερωτικά. Και ξέρει πως το αλλόκοτο πνεύμα του ερωτισμού απαιτεί μια πληθωρική επινοητικότητα για να κατακτήσει την ελευθερία και τα τρυφερά φιλιά, τα ζεστά υγρά και το βαθύ άγγιγμα.

Με το καθρεφτάκι ανακαλύπτει η γυναίκα την ομορφιά, όπως οι πρώτοι αστρονόμοι εξερευνητές του διαστήματος με τα πρωτόγονα τηλεσκόπιά τους.

Η γυναίκα που ανακαλύπτει το μουνί της είναι μια ευτυχισμένη γυναίκα. Βρίσκει ανάμεσα στις πολλαπλές πτυχές τη δική της πατρίδα. Το σπουδαίο έθνος της κλειτορίδος, αυτή τη ζωοφόρο πηγή της ηδονής που θέλει τον ερωτικό σύντροφο και τη γλώσσα του, που θέλει τη ρευστή άβυσσο της μήτρας αφημένη στα χείλη του πιο διακριτικού ποιητή.

Ανάμεσα στην ταραχή απ’ τα ζοφερά κόκκινα των σπλάχνων και τις χίλιες και μια λέξεις που θα προφέρει ο αποσυνάγωγος φαλλός.

Ανάμεσα απ’ τα μαλακά κοιλώματα και τα λακκάκια, ανάμεσα απ’ τις λιπαρές καμπύλες της σάρκας που αναβρύζουν, ανάμεσα απ’ τα νευρώδη μέλη και τα στρογγυλά στομάχια που πάλλονται.

Στόματα, δόντια, πόδια, χέρια, γόνατα, ματιές, ολόκληρη η γυμνή επιδερμίδα που καταλήγει στα σαρκώδη μουνόχειλα, οδηγώντας τον ελαφρύ και κυνικό κόσμο ως το αυλάκι που είναι γεμάτο αίμα.

Amanita verna

amanita

(απόσπασμα)

Εγκλωβισμένη μέσα στο βασανιστικό παρόν της ορθοστασίας. Εγκλωβισμένη μέσα στις γκρινιάρες αυτοκρατορίες του μπαμπά, του συζύγου, του αφεντικού.

Είναι όμορφη σαν λουλούδι που σπαρταρά από χαρά μα οι ρίζες της είναι από πόνο.

Γύρω της τα τυριά βρωμοκοπούν. Πάνω στα ράφια, στο βάθος του μαγαζιού είναι τοποθετημένες τεράστιες πλάκες βούτυρο. Τα βούτυρα ξεχειλίζουν μέσα στα παρτέρια. Είναι καλυμμένα με τουλπάνι και μοιάζουν σαν προπλάσματα κοιλιών, που πάνω τους ένας γλύπτης έχει πετάξει βρεγμένα λευκά πανιά.

Είμαι αυτός που την κοιτά. Είμαι ο άνθρωπος που την παρακολουθεί. Είμαι ο ποιητής της. Ο ποιητής είναι ένας κατάσκοπος. Είναι ο κατάσκοπος του καθενός. Δουλεύει για τον καθένα και αναφέρει στον καθένα. Ο Keats διακήρυττε πως ήταν ο κατάσκοπος του θεού. Από τότε που άρχισα να πιστεύω στον άνθρωπο άρχισα να τον κατασκοπεύω.

Έγινα κατάσκοπος του ανθρώπινου είδους. Έγινα ένα μάτι τεράστιο μέσα στο τυροκομείο. Έγινα ένα μάτι τεράστιο μέσα στο κορμί της.

Βρίσκομαι στις φλέβες της. Αδέξιος και φοβισμένος. Σκαρφαλώνω στο μυαλό της. Βλέπω ότι βλέπει. Ακούω ότι ακούει. Νιώθω ότι νιώθει. Όταν καυλώνει, καυλώνω. Όταν κατουράει, κατουράω. Όταν κλαίει, κλαίω.

Τώρα τακτοποιεί τα κεφαλοτύρια, τεμαχισμένα και χαραγμένα με φαρδιά μαχαίρια, όπως οι βράχοι με τη σκαπάνη γεμάτοι με μικρές κοιλάδες και ρωγμές.

Tακτοποιεί τα ροκφόρ, κάτω από κρυστάλλινα σκεπάσματα και φαίνεται σαν να παίρνουν όψεις πριγκιπικές, πρόσωπα μαρμαρωμένα και παχουλά, αυλακωμένα με μπλε και κίτρινες φλέβες, σαν προσβεβλημένα απ’ την αρρώστια της ντροπής των πλουσίων ανθρώπων που παραέφαγαν μανιτάρια ενώ, σε μια πιατέλα στο πλάι φαίνονται τα κατσικίσια τυριά, μικρά σαν τη γροθιά ενός παιδιού, σκληρά και γκριζωπά, θυμίζουν βότσαλα και πετραδάκια σαν αυτά που κυλούν οι τράγοι στις γωνιές των μονοπατιών.

Ζω τη ζωή της στο τυροκομείο. Ζω την ορθοστασία της και τη βαρελίσια μπόχα. Ζω το ζεστό απόγευμα που μαλακώνουν τα τυριά. Βλέπω τους μύκητες στις κρούστες να λιώνουν και να βερνικώνονται με πλούσιους τόνους κόκκινου χαλκού και οξειδίου, όμοιες με κακοφορμισμένες πληγές.

Μια δυσωδία υγρού κελαριού που σου αφήνει στο λαρύγγι κάτι σαν ατμό από θειάφι.

Είμαι πάντα εδώ μαζί της. Κατάσκοπος και ποιητής. Ποιητής και κατάσκοπος. Η κατασκοπεία είναι ποίηση. Ένα θαυμάσιο πράγμα. Μονάχα όσοι κατασκοπεύουν δεν πλήττουν.

Τρυπώνουν μέσα σ’ αυτή την εργατική φόρμα της κοπέλας του τυροκομείου. Ψηλαφίζουν όπως εγώ, το χάος της. Χαϊδεύουν τα βυζιά της όπως τα χαϊδεύει αυτή. Μαλακίζονται όπως μαλακίζεται αυτή, με το δάχτυλο, αυτό το μαγικό ραβδί.

Όλα επικοινωνούν με τη σάρκα. Όλα ξεχτίζονται και ξαναχτίζονται. Πεταλούδες και μύγες και έντομα. Το αρπαχτικό αφεντικό. Ο αρπαχτικός άντρας. Ο αρπαχτικός ποιητής, εγώ. Ο κατάσκοπος. Εγώ, που την υπνωτίζω μες στην κοιλιά του εικονογραφημένου πολέμου, που τη γιατρεύω απ’ την ορθοστασία της, που στραγγαλίζω με τα χέρια της το αφεντικό της, που σπάω με τα χέρια της το κεφάλι του συζύγου της.

Εγώ που της προσφέρω ένα δείπνο απ’ το φάγωμα των νεκρών. Τις τρελές γλώσσες των ποιητών. Των κατασκόπων. Τα πλούσια δαιμονικά εδέσματα και τις αμέτρητες μικρές εκτυφλωτικές φλόγες των επαναστατών. Τα σπλάχνα των πουλιών και των ζώων.

Την τρομερή τίγρη του Μπλέικ. Τη χελώνα του Σαίξπηρ, την ακρίδα και το γρύλλο του Κητς, το σκουλήκι του Πόου, την αράχνη του Ουίτμαν, τους ασφόδελους του Ουόρντσουορθ και τον ιπποπόταμο του Έλιοτ.

Pleurotus ostreatus

eytixid

(απόσπασμα)

Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης πήγαν από πνιγμό, από ηλεκτρική καρέκλα, από καρκίνο, από γηρατειά, ο θάνατος ήταν μια έκπληξη μια ανακατωσούρα, ο Ευτυχίδης ήταν νεκροφάγος και ο Δυστυχίδης ήταν νεκροφάγος.

Ο Ευτυχίδης ήταν ευτυχής μες στη δυστυχία του και ο Δυστυχίδης ήταν δυστυχισμένος μες στην ευτυχία του. Και ήταν η ζωή που έχωσε ένα κουτάλι στο στόμα τους. Ένα μαχαίρι, ένα πιάτο, ένα νοικοκυριό.

Ήταν η ζωή μια γελαστή αρρώστια για τον Ευτυχίδη και μιαν άρρωστη γελοιότητα για τον Δυστυχίδη. Ο ένας άκουγε δοξαστικούς ψαλμούς μέσα στην πικρή καταραμένη νύχτα και ο άλλος κυλούσε σαν μοναχικός τροχός κάτω από λαμπρά φορέματα.

Ο ένας ήταν η νίκη της ζωής και ο άλλος πονούσε βαθειά μέχρι το κόκκαλο και τις πατούσες. Μέχρι την άκρη του πούτσου του. Πονούσε μέχρι το στομάχι και τον κώλο.

Ο Δυστυχίδης κληρονόμησε την ευτυχία του, όπως και ο Ευτυχίδης κληρονόμησε την δυστυχία του. Μα ο θάνατος είναι αισιόδοξος και τούτο τους βοηθούσε να προχωρούν εμπρός. Να ταΐζουν με τα χέρια τους ο Ευτυχίδης την ευτυχία του Δυστυχίδη και ο Δυστυχίδης την δυστυχία του Ευτυχίδη.

Η δυστυχία του ενός και η ευτυχία του άλλου συνεργάζονται πυρετωδώς. Μαζί ζευγάρωσαν χτίζοντας τους κίονες μπροστά στους νεκροθαλάμους των Φαραώ, τα βαβυλωνιακά τόξα πύλης, τα τζαμιά του Ισλάμ, τους ναούς των Ινδιών, τις πυραμίδες των Ίνκας, τα ανάκτορα από τις Χίλιες και μια Νύχτες, τις αλγερινές ακροπόλεις, τα προϊστορικά βάζα και τις υδρίες, τα προκατακλυσμιαία σαλιγκάρια και τα εξωτικά ζώα, τα τροπικά φυτά και τα μαντζούνια, τους ειδωλολατρικούς θεούς και τους ομίλους προφητών και ευαγγελιστών, τους προσκυνητές στον Πανάγιο Τάφο, τους λαβύρινθους και τις κατακόμβες.

Η ευτυχία και η δυστυχία παίζουν το φλάουτο που γιορτάζει τη βεβήλωση της δημιουργίας. Τρομερές σκούπες αγάπης και μίσους. Τρομερές γαλιάντρες πάνω απ’ το μακρύ νεκρό σώμα του Τίποτε.

Φωλιάζουν στα σπυριασμένα κορμιά των δαιμόνων. Αλωνίζουν μέσα στις μήτρες. Επιστρέφουν ξανά και ξανά. Εδώ ως Εύα με τον όφι του παραδείσου, εκεί ως βασίλισσα του κόσμου, εδώ ως κυρίαρχος των σπηλαίων, εκεί ως άγγελος του πύργου, εδώ ως Αφροδίτη, εκεί ως Σφίγγα με φτερά, εδώ ως παρθένος Μαρία, εκεί ως αρχέτυπο ιέρειας ναού.

Σκυλιά γαβγίζουν, κότες κακαρίζουν. Γύρω η κίνηση της καθημερινής ζωής. Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης ζουν για τον εαυτό τους, ο καθένας στην απομόνωσή του, ο ένας συντηρώντας αυτό που έχει ο άλλος, περιμένοντας να τους ξεμπροστιάσει η κρύα σκοτεινιά.

Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης σηκώνουν τα χέρια τους στον ουρανό, σα να ζητούν να χαιρετήσουν τον αρχιμάστορα ή να υποδεχτούν τα χάδια του.

Σκυλιά γαβγίζουν, κότες κακαρίζουν.

Amanita phalloides

hannah

(απόσπασμα)

Έφτασα στην αίθουσα των Φωτογραφίσεων. Φόρεσα ένα φράκο. Μου ταίριαζε. Υπήρχαν εκεί στρατιωτικές στολές, αθλητικά ρούχα, χειμωνιάτικα και καλοκαιρινά, ρόμπες σπιτιού και μπάνιου, πουκάμισα με κοκοφοίνικες, φράκα, ρούχα περιπάτου, μα εγώ διάλεξα ένα φράκο. Μου ταίριαζε.

Στη μέση της αίθουσας υπήρχε μια φωτογραφική μηχανή. Πήγα να φωτογραφίσω. Τι πράγμα; Το πράμα. Ένα ωραίο ζουμερό πράμα. Ένα πράμα που δεν είναι πράγμα, αλλά κάποιοι νομίζουν πως είναι πράγμα.

Εκείνο που είδα αμέσως σαν αντικείμενο φωτογράφησης ήταν μια φωτογραφία που έδειχνε ένα μουνί. Μια απ’ τις πολλές που κρεμόταν στους τοίχους. Όμως, σαν πρόσεξα το υγρό φιλμ, είδα κάτι που δεν είχα φωτογραφίσει. Είδα το ίδιο το μουνί κι όχι τη φωτογραφία της φωτογραφίας του στον τοίχο. Μου φάνηκε ζωντανό. Μου φάνηκε σα να με φίμωνε και σα να μ’ έδενε.

Πήρα κι άλλη φωτογραφία. Πάλι το μουνί στο φιλμ. Αυτή τη φορά φάνηκε να απαιτεί να φιμωθώ και να δεθώ μόνος μου. Έκανα και τρίτη λήψη. Πάντα ξεφύτρωνε το μουνί στη φωτογραφία.

Έτρεξα έξω από την Αίθουσα Φωτογραφήσεων. Φοβόμουν. Έτρεμα. Πνίγηκα στον ιδρώτα. Ίδρωσα τόσο πολύ, όσο ποτέ άλλοτε. Παραμιλούσα, χωρίς να το θέλω. Προσπάθησα να σταματήσω, αλλά δεν τα κατάφερα. Παραμιλούσα συνεχώς. Έλεγα την ίδια λέξη. Ύστερα δεν ήξερα τι είδους λέξη ήταν. Σαν να ήταν η λέξη «μουνί» που έλεγα. Αυτή τη λέξη κι έπειτα μιαν άλλη.

Καθώς ήμουν στο κατώφλι για την επόμενη αίθουσα που βρισκόταν παραπλεύρως της Αίθουσας Φωτογραφίσεων άκουσα ξαφνικά φωνές. Ήσαν αντρικές. Φώναζαν. Κάτι έλεγαν. Μου φάνηκε πως φώναζαν εμένα. Αλλά δεν καταλάβαινα καλά. Με καλούσαν. Με φώναζαν. Έπαιζαν χαρτιά. Τώρα μπορούσα να τους δω. Καθένας τους ήταν ένα μουνί. Όλοι έμοιαζαν μεταξύ τους. Μου έμοιαζαν. Έμοιαζα με όλους τους. Ήμουν ένα μουνί σαν κι αυτούς.

Με καλούσαν ξανά και ξανά.
-Έλα, έλα.
-Λοιπόν, τι κάνω; ρώτησα.
-Να παίξεις μαζί μας, απάντησαν.
-Ποιοι είστε; ρώτησα.
-Εγώ, είπε ο πρώτος, είμαι το μουνί.
-Και ποιος είναι ο δεύτερος; ρώτησα.
-Το μουνί, επίσης, απάντησαν.
-Κι ο τέταρτος, ο πέμπτος, ο έκτος;
-Όλοι είμαστε μουνιά.
-Και τότε εγώ ποιος είμαι;
-Κι εσύ είσαι ένα μουνί, μου απάντησαν.
Κάθισα δίπλα τους. Ένα παιχνίδι τέλειωσε.
-Εμπρός, είπαν. Είσαι μέσα.

Ανακάτεψα τα χαρτιά και μοίρασα. Παίξαμε.

-Είμαι το μουνί για τη Δικαιοσύνη, είπε ο ένας τους.
-Είμαι το μουνί για την Εκπαίδευση, είπε ο δεύτερος.
-Είμαι το μουνί για τη Βιομηχανία και το Εμπόριο, είπε ο τρίτος.
-Είμαι το μουνί για τα Πολιτικά, είπε ο τέταρτος.
-Είμαι το μουνί για την Άμυνα και την Πολεμική, είπε ο πέμπτος.
-Είμαι το μουνί για τα Εκκλησιαστικά, είπε ο έκτος.
-Και τότε τι είμαι εγώ; ρώτησα.
-Είσαι το μουνί για την Αστυνόμευση, μου απάντησαν.
-Εντάξει, φώναξα. Που είναι το τηλέφωνό μου;
-Μπροστά σου, απάντησαν.
Ναι, εκεί ήταν. Σήκωσα το ακουστικό και πήρα το νούμερο.
-Εμπρός, είπε κάποιος στην άλλη άκρη της γραμμής.
-Το μουνί, είπα, βρίσκεται στο ακραίο και βαθύτερο δωμάτιο, στις κατακόμβες. Μετά την Αίθουσα Φωτογραφήσεων. Τρέξτε γρήγορα, αλλιώς θα πεθάνει. Περιμένετε, θα σας δείξω το δρόμο. Έρχομαι….

Το Παπάκι Πάει Στην Ποταμιά ή Μπάφος απ’ τα Lidl

ermir

Το δικαίωμα στην επιλογή μάς έκανε όλους μύγες μέσα στη λευκή αγκαλιά της μεγάλης γυαλιστερής κοινοβουλευτικής χέστρας. Ότι κι αν επιλέξουμε στο τέλος θα επιλέξουμε αυτό που έχουν επιλέξει άλλοι για μας. Μια μεγαλοπρεπέστατη κουράδα.

Παρασυρμένοι φτωχοδιάβολοι εμείς, απ’ το φιλήδονο γούστο της αστικής τάξης, βυθιζόμαστε πιότερο νεκροί παρά ζωντανοί σε επικά καραγκιοζιλίκια.

Ο τρίτος δρόμος που άνοιξε το μπασόκ με την μπουλντόζα του λαϊκισμού έφερε στην εξωτική μας χώρα τον υπέροχο κοινωνικό αυτοματισμό, τουτέστιν την ανθρωποφαγία με κοινωνικό πρόσημο, που λένε και οι κωλοπετσωμένοι διανοητές της τηλεοράσεως, αλλά και οι τρέντι εθνοσωτήρες μας, των οποίων η ένδοξη περδικούλα εμεταλλάχθη σε κιτρινοσκατουλί παπάκι απ’ τα τζάμπο.

Η ανθρωποφαγία περνάει σχεδόν σαν αόρατη κλωστή αίματος μέσα απ’ όλες τις αναδιπλώσεις των ανθρώπινων κοινωνιών και βρίσκεται πάντα εκεί κρυμμένη στα βάθη της σκέψης που αυτή γέννησε.

Ο μάστορας θέλει να δαγκώσει το σβέρκο του μαγαζάτορα κι ο μαγαζάτορας το τσουτσούνι του υπαλλήλου. Ο δικηγόρος θέλει να πηδήξει τη γυναίκα του φαρμακοποιού και ο φούρναρης τον εραστή του μπακάλη. Και η καψερή η Σούλα με το περίπτερο που πλέον το ονομάζει καπνοπωλείον μεθοδεύει ένα γερό χέσιμο στο ασανσέρ του κυρίου Μάκη του εισοδηματία.

Αλληλοσφαξίματα και πόλεμοι, φαινόμενα της ανθρωποφαγίας της παρακμής. Μιας παρακμής μετουσιωμένης και εκπολιτισμένης που της έχει αφαιρεθεί η ολοκλήρωση, το κεντρί.

Και βεβαίως τι μπορούμε να κάνουμε αφού έτσι έχουν έρθει τα πράγματα κι αφού έτσι τα βρήκαμεν σκατά και απόσκατα!

Μα αν κάποιος εμβριθής ρέκτης της ανθρωπολογίας ή κάποιος άοκνος μελετητής της ανθρώπινης ανάγκης τοποθετήσει το ερευνητικό στηθοσκόπιό του κάτω απ’ τη φουστίτσα της ιστορίας θα διαπιστώσει πως πίσω απ’ την εξέλιξη του ανθρώπου από πιθηκάνθρωπο σε Κρομανιόν σε Νεάντερταλ και σε Homo Sapiens βρίσκεται η κρυφή ρίζα της ανθρωποφαγίας.

Στην ανθρωποφαγία χρωστάμε τους αρχαίους πολιτισμούς, την Ποίηση, την Τέχνη, τα Μαθηματικά, την Έκσταση και το Μυστικισμό, το Δίκαιον, τον Ανθρωπισμό, τη Βιομηχανική Επανάσταση, τον Τουρισμό, τον Πυρηνικό Πόλεμο, τις διαφημίσεις, την Ψυχιατρική, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τους Οργανικούς Διανοούμενους, την Ανόργανη Γυμναστική, το Στέλιο Ράμφο, τη Σώτη Τριανταφύλλου, το Τζόκινγκ, τα σκυλάκια λουλού.

Στην ανθρωποφαγία χρωστάμε επίσης τη ζωή μας και την ύπαρξή μας. Τι κουμουνισμοί και μαλακίες σύντροφοι!

Μυαλά, καρδιές, συκωταριές, φιλέτα. Η ανθρωποφαγία είναι υγεία. Η ανθρωποφαγία είναι πρόοδος. Η ανθρωποφαγία είναι αριστεία.

Αρχίστε το μενού με πρόσφυγες γαρνιρισμένους με πουρέ σπαραγγιών κοντές, συνεχίστε με δημοσίους υπαλλήλους κονσομέ αλά Ντελινιάκ, συνεχίστε με κρεπινέτ από Πακιστανούς συνοδεία τρούφας και νιόκι, τελειώστε με φιλέτο γλώσσας Νιγηριανού με σος ραβιγκότ. Καλή σας όρεξη.

Ζοζέφ

zozef

Η γνησιότητα των σκανδάλων που παράγουμε εξαρτάται ευθέως και απόλυτα απ’ την αμέλεια που δείχνουμε απέναντι στους κινδύνους που προκαλούμε.

Εκεί στα έγκατα της γης των ιδεών και των πόθων, μέσα στα μυστήρια της υποχθόνιας και ερημικής ζωής, συναθροίζονται τα όντα που γιορτάζουν την ελευθεριότητά τους.

Τα όντα που βλέπουν όνειρα γνωρίζοντας, πως, τα όνειρα είναι μια λειτουργία του μυαλού όταν αυτό επιστρέφει στα ένστικτα, απελευθερώνοντάς τα απ’ τις επιρροές της αφυπνιζόμενης ηθικής.

Τα όνειρα που θα γίνουν τριγμοί μέσα στην πραγματικότητα και θα γίνουν επανάσταση και αλλαγή στην τέχνη και τη ζωή.

Οι λοξοί αλλάζουν την ιστορία βαδίζοντας πάνω σε δύσκολους δρόμους, τραγικούς και εσωτερικούς, αντινατουραλιστικούς και ρυθμικούς που ξυπνούν την νυσταλέα ποιητική κατεστημένη νιρβάνα.

Δουλεύουμε για το μεροκάματο. Η ποίηση είναι κι αυτή μεροκάματο. Είναι το μεροκάματο των λοξών που φέρνουν το καινούργιο. Τους ονειροκρίτες απ’ το ασθματικό λαχάνιασμα του πνεύματος και της τρέλας.

Τις νέες ιδέες μέσα στα μπαλώματα ενός κόσμου που αποθεώνει την παρακμή του. Τα νέα σκάνδαλα που οδηγούν στην αγάπη για τη ζωή και την αιώνια νιότη της ερωτικής ουσίας.

Λοξοί θαυματοποιοί, αδιόρθωτα χαλασμένοι, έξω απ’ τα κυκλώματα και τις στημένες πόζες. Με τους χυμούς της Ζοζέφ στα δάχτυλα και στο στόμα. Της Ζοζέφ, που, πότε γίνεται ζόφος και πότε Ιωσηφίνα, πότε διανόηση και πότε υπόνομος, πότε τάφος και πότε μπάφος, σοδομώντας τα μυαλουδάκια όλων μας.

Επιτύμβιο Αριστοτέλη Ωνάση

arisonasis

Εδώ κείτομαι, ο Μέγας Εγώ.
Εγώ, ο διαρρήκτης παρθενικών υμένων
λιμένων και χειμαδιών.
Εγώ ο Μαγγελάνος.
Εγώ ο Πορθητής Μωάμεθ.
Εγώ ο Ίκαρος και ο Δαίδαλος.
Εγώ ο Πόλεμος.
Εγώ, που γάμησα την Τζάκι πάνω στον τάφο του Κένεντι
και κατούρησα στο λαρύγγι της Κάλλας.

Οριζοντίως και Καθέτως

oriz

Σπανίως λύνεις τα σταυρόλεξα με μπικ
μα πάντα κατουρείς σε ουροσυλέκτες Βοημίας
πάντα τα στήθη σου χαμογελούν καθώς
πλάθουν τις στύσεις στρατηγών και νεωκόρων
εις τα αιδοία των μαχών πεσόντες
μες στα κρανία που ανθίζουν αγκαθάκια της Ανοίξεως
αθλήτριες απ’ το Κονγκό γυμνές
που προσγειώνονται στο σβέρκο των ευζώνων

Σπανίως λύνεις τα σταυρόλεξα με μπικ
οριζοντίως και καθέτως
με συμπληρώνεις στα κουτάκια του κορμιού σου
με τι γλώσσα

οριζοντίως και καθέτως ω! ποίηση
με λέξεις μαλακίζεις το ταφοφοβικό μου Εγώ

Σεξορκισμός

sexorkism

Σεξορκίζω σεξ αγγελικόν της Αγγελικής
της εκ Βουργουνδίας αλλά και της εκ Περγάμου
της εκ Νεοχωρίου αλλά και της εκ Βάλτου Ξηρομέρου
σεξορκίζω άνω κάτω χείλος βέβηλης παιδούλας
που εποίησεν ασπασμούς και γλυκασμούς
μετά συμαθητρίας
όπισθεν ιερού ναού Οσίου Ποταπίου
σεξαφανίζω δισάκι των μοιχαλίδων
γεμάτο πόθους και λωτούς
και οφθαλμούς Αγίων της αναρχίας του σεξ
εν τω μέσω νωπού μεσημεριού
σεξαναγκάζω κόρη των Μυρμιδόνων
να γδυθείς εις το ξέφραγο αμπέλι των ονείρων μου
σεξυπνώ να νιώσεις τι εστί φαλοκρατία
και τι εστί ορυμαγδός και τι εστί γιουρούσι
σεξαπατώ μαμά εν πλω κι εν μέσω καταιγίδας
σεξορκίζω Λίτσα και Λούλα και Λιλή
Αγία Τριάδα καμωμένη από Λάμδα
όλο αυτοφυή χνουδάκια
εις τον ισθμό των ανοιχτών σκελιών σας
σεξαφνιάζω ποιητή ουρανού και γης
που σε λένε Πούτσο και Αιγιώργη
που σε λένε Λένιν
που σε λένε Βυρσοδέψη της χαράς
σεξανεμίζω Χιονάτη
και Κοκκινοσκουφίτσα των εμπόρων
σεξαπλώνω Σαρδανάπαλε εσένα
σκηνοθέτη οργασμών και τυροκόμε
σεξοπλίζω εαυτούλη μου με έρεβος αθίγγανης
που διαλαλεί Δευτέρα Παρουσία
που διαλαλεί τέφρα μελαχρινή για ενθύμιο
σεξαπολύω δούλη του φαλού Μαρία Μεσαλίνα
για να δειπνήσεις εραστές απ’ τα χαρέμια
αρσενικές παρθένες
Μύρο και Βύσσον
σεξυπηρετώ Οσία Κλειτορίδα
πανάχραντη εκμαυλίστρια εμού
του εκ γενετής χαντακωμένου

Ύπνος στην παραλία


paralli

Λίγοι μπορούν να καταλάβουν τι σημαίνει ύπνος στην παραλία. Παραλήρημα. Τι σημαίνει να έχω μπρος στα μάτια μου το παράδειγμα γεννήσεων και αιώνιων αναγεννήσεων της φύσης.

Σήμερα είμαι άνθρωπος, αύριο σκουλήκι, μεθαύριο μύγα. Και μετά ξανά άνθρωπος και κοπριά ξανά, εξ’ άλλου δεν είναι ούτε φριχτό ούτε απόλυτο αυτό το μηδέν που με οδηγεί στη θηλιά του, γιατί με κάνει να υπάρχω για πάντα.

Το μηδέν είναι ο πιο σπουδαίος αριθμός γιατί πολτοποιεί εμάς τις μονάδες. Μας αλέθει χωρίς την ιδέα ενός άλλου κόσμου και μας πλάθει ξανά με τα ίδια παράλογα υλικά.

Με τον παράλογο έρωτα του μπαμπά και της μαμάς, με τα γαμήσια, με το τρίψιμο της ψωλής στους βορβοσυραγώδεις μύες, στους άπειρους νευρώνες και στη σάρκα με τα υγρά και τα σάλια, εκεί που καθρεφτίζεται η τρυφερότητα και η εμπιστοσύνη μαζί με τα κάτουρα και τα σκατά, εκεί που η συνεπέστερη σωφροσύνη θριαμβεύει.

Εκεί όπου κάθε θνητή ύπαρξη ξεχνιέται μέσα σε κραυγές και χυσίματα στα μούτρα και στα κωλομέρια και στα βυζιά και στην κοιλιά και στον τρυφερό λαιμό.

Εκεί στο σπλαχνικό σχολείο των ντελικάτων ανταγωνισμών και του πολέμου με άλλα μέσα, όπου μαθαίνω να απαρνιέμαι με χαρά τα σφάλματα στα οποία με παρασύρει η ματαιοδοξία.

Ο ύπνος στην παραλία, πάνω στη ζεστή άμμο, πάνω στους άπειρους λεπτούς κόκκους που ξεπήδησαν απ’ τα έγκατα της γης και τρίφτηκαν απ’ τον αέρα και την αλμύρα, απ’ τον ήλιο και τη βροχή, ο ύπνος αυτός ναρκώνει τις αισθήσεις μου και η πίστη μου μένει χωρίς δύναμη.

Πιστεύω στον ήλιο γιατί τον βλέπω και γιατί μου ζεσταίνει το κορμί, τον εννοώ σαν το ενωτικό κέντρο όλης της εύφλεκτης ύλης της φύσης, οι περιοδικές του δρασκελιές μ’ ευχαριστούν και με καυλώνουν.

Ο ήλιος συντρίβει αυτό το ανήθικο παραστράτημα της ανθρώπινης διάνοιας που διακηρύσσει το Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης.

Ο ήλιος στην παραλία είναι μια σοβαρή υπόθεση. Κοιμάμαι στην παραλία. Κι όταν ξυπνώ έχω μιαν υπέρλαμπρη στύση.

Μηχανική των ρευστών

max

Φτιάχνουμε θεούς ως μηχανές εξυπηρέτησης των παθών μας. Τα πάθη μας τροφοδοτούνται απ’ τη σταθερή αντίθεση καρδιάς και λογικής, δηλαδή απ’ τη φύση.

Τα πάθη μας είναι έξω απ’ τη συνείδηση που αποτελεί καρπό παιδείας. Η συνείδηση δεν είναι φυσική αλλά κοινωνική. Η συνείδηση περιβάλει την καρδιά και τη λογική σαν ένα κουκούλι προστασίας απ’ τα ξένα βλέμματα που προσπαθούν να τρυπώσουν μέσα μας.

Αυτή η καταρχήν φυσική οργάνωση που λέγεται άνθρωπος, αυτό το σύμμετρο κουβάρι από ίνες, νεύρα, μύες και ρευστή ύλη μας θυμίζει κάθε φορά πως η ηθική δεν είναι παρά ένα θέμα δονήσεων των νευρικών μας χορδών.

Κανένα σώμα δεν είναι όμοιο με ένα άλλο σώμα. Κάθε χαρακτήρας είναι πρωτότυπος και κάθε σκέψη είναι επίσης ιδιόρρυθμη. Όλοι οι στοχασμοί και οι ποιητικές ομολογίες είναι γεννήματα της διαφορετικότητας.

Κάθε ποίημα απ’ το πιο βλαμμένο και ρυπαρό μέχρι το πιο έξυπνο και επιδραστικό είναι εκπάγλου διαυγείας μα οι αποφάνσεις του βρίσκονται στο έλεος κάποιου πράγματος που δεν έχει ειπωθεί. Κι εδώ φαίνεται πως η δημιουργία είναι φυσικό φαινόμενο.

Η μηχανή που φτιάξαμε,-δηλαδή ο θεός που κατασκευάσαμε για να εξυπηρετήσουμε τα πάθη μας εκμαιεύοντας κάθε φορά πρώτες ύλες για τα βίτσια μας-είναι φύση, καθαρότατη φύση.

Και η σκέψη μας είναι το έργο της κοσμικής τρέλας που πλάστηκε από μιαν ανεξιχνίαστη διαφθορά, την οποία είμαστε ανίκανοι να αντικρύσουμε στα ίσα.

Η σκέψη μας είναι η κοσμική μητέρα, μέσα στη μήτρα της οποίας σχηματίζονται τα όργανα που μας καθιστούν επιρρεπείς ως προς τη μια ή την άλλη φαντασίωση.

Είμαστε η σκέψη μας και είμαστε η μητέρα μας, που, μας συντονίζει με την αχρεία θεϊκή χίμαιρα της Φύσης, προς την οποία είμαστε υποτελείς.

Παρά θιν’ αλός

ilios

Λατρεύουμε τον ήλιο μα κανείς δεν μπορεί να τον κοιτάξει κατάματα. Αυτό που πραγματικά μας τροφοδοτεί με τη ζωογόνο έλξη του μπορεί να μας κάψει τα μάτια ή να μας κολλήσει καρκίνους και μελανώματα.

Μέσα στη μάνα μας ακόμα κατασκευάζονται εκείνα τα όργανα που μας κάνουν ευαίσθητους μέχρι να βγούμε στο φως του ήλιου και να νιώσουμε χαρά και ευχαρίστηση ίδια κι απαράλλακτη με την ενδομήτρια ζεστασιά.

Τον ήλιο τον μυρίζουμε στο δέρμα μας και τον νιώθουμε ως πυροφόρο κομιστή καύλας και ηδονής.

Ο ήλιος μας βάζει να γράφουμε ποιήματα αφού είμαστε οι ιερείς του, αφού τρυπώνει κάτω απ’ τα νύχια μας και τα πέλματά μας, αφού μας χαϊδεύει τα γόνατα και τους γλουτούς.

Καυλοκαλιεργητής, χρυσός και λαμπρός όλο σπέρμα από ζέστη και φως, ένας ήλιος αδιάστατος και πριαπικός υπογραμμίζοντας την ιερή αισχρότητά του που λέγεται ζωή.

Μέσα απ’ τις ενδοπυρηνικές του δεσιές ξεχειλίζει ασυνεχώς η θεϊκή του φύση.

Ο ήλιος γέννησε και την κότα και το αυγό. Ο ήλιος γέννησε εμένα και τη μάνα μου. Ο ήλιος γέννησε τους ειδωλολάτρες, τους σάτυρους, τους παράφρονες, τους εκμαυλιστές, τους μητροπολίτες, τους στρατηγούς, τους χρηματιστές.

Είναι ο θεός που σκορπά τα δημιουργήματά του μέσα στην ευγένεια των γενετήσιων ορμών τους. Κι είναι ο θεός που δείχνει στα κορμιά πως η ζωή είναι η αναζήτηση της ηδονής και πως η ηδονή είναι ευθέως ανάλογη προς την καταστροφή της ζωής.

Είναι ο θεός που δεν έχει παγκάρια και υπαλλήλους και αγωνία αν θα τον διδάσκονται τα βρέφη στα μαιευτήρια και οι έφηβοι στα θρανία. Είναι ο θεός που τροφοδοτεί τη ζωή με ζωή και θάνατο για να μπορεί να υπάρχει.

Είναι ο θεός που σκύβει στον ανθό και τον κάνει καυλό. Είναι ο θεός ο οποίος δεν χάνει τίποτε απ’ τη δόξα του αν εμείς αποστρέψουμε απ’ τη λάμψη του τα ασθενικά μας μάτια.

Είναι ο θεός που του χαρίζουμε τη γύμνια μας στις παραλίες αφού δεν μπορούμε να του χαρίσουμε το βλέμμα μας και είναι ο εραστής μας που μας χαϊδολογά με όλη την βαρυτική του έπαρση, εξαπολύοντας ως πολιορκητής φωτόνια και καβλόνια μες στο κοχλιώδες σπείρωμα των δερματικών μας πόρων. Των κρατήρων που αχόρταγα ρουφάνε όλη την εχέμυθη πλεκτάνη της συμπαντικής φάρσας.

Ταύτα δια την αποκατάστασιν της αληθείας

fisi

Κάποιοι στήνουν αυτί να τους πει η φύση κάτι. Μα η φύση δεν μιλά. Η φύση δεν βλέπει και δεν σκέφτεται. Η φύση μόνο γεννά. Είναι αιωνίως λεχώνα.

Η φύση είναι ξέχωρη απ’ τον τυπικό και ανθρωπόμορφο ορθολογισμό, με σκοπό να απελευθερώσει τη σκέψη ακόμα και σε επιβράβευση της τερατωδίας.

Η φύση γεννά μα δεν διαθέτει μητρικό ένστικτο. Το μητρικό ένστικτο εκτός από προστασία είναι και Κυριαρχία. Η φύση διαμορφώνει η ίδια τις δυνάμεις που θα την καταστρέψουν. Κάθε γέννα της έχει μέσα τον ιερό σπόρο της καταστροφής.

Η φύση είναι λεσβία σαν εμένα. Τα δυο φύλλα της γίνονται ένα. Τα δυο φύλλα της χαίρονται τον ερωτικό πλουραλισμό. Την πανγαμία. Τη φύση που πάει με τη φύση και τη φύση που γαμάει τη φύση.

Μέσα σε τούτη τη μορφική αλληλουχία και την συνεχή ανάπλαση που η φύση την δηλώνει ως θάνατο στο ενεχυροδανειστήριο των ειδών, η αντιστροφή της ευαίσθητης παθητικότητας σε ενεργητική νόηση παράγει αδρεναλίνη μεγατόνων, έτοιμη να εκπορνευτεί με χίλιους παλαβούς διαβόλους.

Έτοιμη να βγάλει ζουμιά στις βαμβακερές κιλότες, να μαγαρίσει την ανθρώπινη επιστήμη των ηθών και τα αντιδραστικά της συστήματα με μια στύση αλαζονική, με μια ψωλή κορδωμένη τόσο στην ηδονή όσο και στο έγκλημα.

Και όσο αυτή η λεσβιάζουσα φύση μαθαίνει να υπομένει ψύχραιμα τις διεστραμμένες πράξεις που τελούνται πάνω στο ίδιο της το σώμα, τόσο αποκτά μιαν αντρική ενεργητικότητα, μέσα σε μια τέλεια μορφή θηλυκότητας.

A la maniere de la mort

mynix

στο Βάσο

(σαράντα ημερονυχτίων κοίμησις Θάνου Α.)

 

Ο ετοιμοθάνατος χτύπησε το κουδούνι.
Ήρθαν οι χλωμές νοσοκόμες
-με όλη την κάθυγρη σεμνότητά τους-
να πιάσουν τον τελευταίο σφυγμό.
Μπήκαν οι φίλες και οι γυναίκες
οι ερωμένες και τα κορίτσια
και ο ιεροκήρυκας έγινε μες στις αγκαλιές τους
ένας άνθρωπος διεφθαρμένος απ’ τη φύση
αφού, δεν είχε καταφέρει να εξηγήσει τι εστί
διεφθαρμένη φύση του θανάτου.

Ω! Συγχώρεσέ μας Μαρκήσιε Ντε Σαντ.

Καλοκαίρι με την Έβελυν

kalokai

Εγένετο λήθαργος λοιπόν
Και εγένετο λύπη κυλιόμενη
Η Ωραία επήρε έπαθλο το Τέρας
Ένα φαλλό απόκοσμο
Οσονούπω, της είπε, ο φρενοβλαβής γαμιάς
θα σου δώκω επί πίνακι τον Πρίαπο
νύχια απ’ τις φλέβες στην ωμοπλάτη όπου
λάμπουσα απέβαλε η ανθρωπότητα
και εγένετο αίμα και μωβ φτερά
κλαράκια και κοχύλια
αμμουδιές και δηλητήρια
δαντέλα και καταδρομικές μπότες
και εγένετο κοψίδι κάποιου άστρου
αποικία από μασημένα Αχ! μακρόσυρτα.

Ο αφαλός αλλόθρησκος
το χνούδι έσταζε υγρά στα μούτρα του κλειδούχου
έξω απ’ την Άμφισσα τα άμφια φόρεσα
έδειξα δόντια, γρύλισα
η γλώσσα γράδωσε στα τέμπλα

Αχ! η Έβελυν είχε ένα γελαστό αιδοίο γεμάτο εκρηχτικά
μα τη συγχώρεσα

Τι Λωζάνη, τι Κοζάνη!

durex

Όταν περιμένεις κάτι να συμβεί με αδημονία στο τέλος συμβαίνει συνήθως κάτι που δεν περίμενες και κάτι που δεν ήθελες να συμβεί. Και δεν υπάρχει καμιά μεταφυσική εδώ, αλλά απλή θεωρία πιθανοτήτων.

Μέσα στις άπειρες δυνατότητες θα συμβεί μόνο μία. Η προσευχή και η προσμονή όμως δεν σε οδηγούν στο επιθυμητό αλλά στο τυχαίο. Τα αφήνουμε όλα στην τύχη ή στα χέρια του θεού και στο τέλος παίρνουμε τ’ αρχίδια μας. Τα αφήνουμε όλα στους ανωτέρους και στο τέλος καθόμαστε επάνω σ’ ένα χοντρό στύλο της ΔΕΗ.

Αυτοί που διαπραγματεύονται δήθεν τα συμφέροντά μας έχουν διαφορετικά συμφέροντα από τα δικά μας. Οι διαπραγματευτές είναι μιαν άλλη τάξη που παίρνει πάντα το μέρος του ισχυρού. Αν αυτό το καταλάβουν οι αδύναμοι και οι ανίσχυροι θα καταργήσουν τους διαπραγματευτές.

Όπως δεν υπάρχει ερωτική διαδικασία μέσω διαμεσολάβησης έτσι δεν υπάρχει και ζωή μέσω διαμεσολάβησης. Η εξ’ αποστάσεως ζωή δηλαδή η δικτύωση, η τηλεόραση και λοιπά είναι ψευδαισθήσεις και υποκατάστατα.

Νομίζω πως ζω, ταυτίζομαι με το διαπραγματευτή μου ο οποίος παίζει συνεχώς θέατρο μπροστά στα μάτια μου για να μη χάσει τη θέση τού διαπραγματευτή. Τα λεφτά, τη δόξα και την καλή ζωή.

Ο εκπρόσωπός μου είναι δουλικό με πατέντα. Απαραίτητος γιατί προσφέρει στις τάξεις το άλλοθι που χρειάζονται για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Την άρχουσα που είναι απάνθρωπη άθλια και δολοφονική και την κατώτερη που είναι ασυνάρτητη αγέλη.

Ένας καλός διαπραγματευτής πρέπει να ξέρει να κάνει καλές κωλοτούμπες. Να σε στέλνει στον πόλεμο την ώρα που σου μιλάει για ειρήνη. Να σου λέει γλυκόλογα την ώρα που σε γαμάει κάποιος θεόρατος μπαμπουίνος. Μα κυρίως να σε κάνει να νιώθεις πως είσαι ασφαλής.

Γιατί, ακόμα κι ο φτωχομπινές όταν νιώθει ασφαλής κοιμάται ήσυχος. Ξεπέφτει σ’ ένα ήρεμο ονειροπόλημα παρόμοιο μ’ εκείνο των ανθρώπων της λίθινης εποχής. Και νιώθει σα να βρίσκεται την ώρα τού κατακλυσμού μες στην κιβωτό όπου όλα, μέχρι το κατσαβίδι και μέχρι το μηχάνημα αυτόματης ανάληψης καπότας έχουν προβλεφτεί.

Έξω νερό βροχή καταιγίδα νεροποντή όμως μέσα στην κιβωτό τα πάντα είναι ξερά και στεγνά. Ο θεός μέσω τού διαπραγματευτή-που ξεκολιάστηκε να τον πείσει στις διαπραγματεύσεις μετά από ξενύχτια, τσίμπλες και επαναληπτικούς εσπρέσο-μας έδωσε μια γερή βάρκα μ’ όλους τους αρμούς της στεγανοποιημένους και αδιάβροχους και μας χάρισε τη γνώση ν’ ανεμίζουμε στις τρικυμισμένες θάλασσες.

Μέσα στο κελάρι βρίσκονται αποθηκευμένα νόστιμα χοιρομέρια της Βεστφαλίας, φρέσκα αυγά, ελιές, τουρσιά, μποτιλιαρισμένες σάλτσες κι ένα σωρό άλλες λιχουδιές.

Ασφάλεια. Όσο με κάνεις να νιώθω ασφαλής μπορώ να σου χαρίσω ότι έχει μέσα το βρακί μου και η τσέπη μου. Μπορεί να γκρινιάζω λίγο αλλά νιώθω ασφαλής. Και φυσικά κάθομαι στ’ αυγά μου γιατί που ξέρεις, μπορεί ο θεός να θυμώσει και να κοπανήσει την κιβωτό στα βράχια. Να δω αύριο τίποτε βόμβες να σκάνε στο κεφάλι μου. Τους γκρίζους λύκους, το ΝΑΤΟ, τα Σκόπια, τους αλβανούς να χέζουν τη γαλανόλευκη και τους Τούρκους να γαμάνε την αδερφή μου.