ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Αναπνοές και βογγητά

anapnoew

Το ποίημα γράφεται με παρδαλό τρόπο. Λειτουργεί ως εκκρεμές της ανέκφραστης προσέγγισης της ερμηνείας. Ερμηνεύω το ποίημα σημαίνει καταδυναστεύω το εύρος των νοηματικών του αποθεμάτων.

Τα ίχνη χιούμορ αυτής της λαϊκής τέχνης κι αυτής της φόρμας που διαθέτει απειρία στάσεων και υπαρξιακών χειρονομιών πρέπει να καταλήγουν στο στομάχι του ανυποψίαστου εραστή-αναγνώστη.

Στην αρχαία αυτή τέχνη έχουν την τιμητική τους οι θάνατοι και οι καταστροφές.

Τα ερωτικά ποιήματα έρχονται δεύτερα και πολλές φορές οδηγούνται στην εξορία από μια κοινωνική ρητορική που μας θέλει άριστους, αποτελεσματικούς, μα κυρίως ανταγωνιστικούς.

Η σεξουαλική χροιά των ποιητικών γραφών έχει ρητορική μη βίας, δηλαδή τεμπελιά και μεταερωτικό ραχάτι σε κάποια αμμουδερή κλίνη ηλιότροπη και γουργουριστή.

Οι αισθήσεις μας είναι τόσο βομβαρδισμένες με τεχνητές και ψεύτικες συγκινήσεις από πολιτικούς λόγους και σαπουνόπερες που δύσκολα αντέχουν την αλήθεια του σωματικού ερωτισμού μετά το συναισθηματικό μας ξυλοδαρμό.

Η αγωνία μας επιδρά στις αόρατες σμικρύνσεις κάθε στοιχείου εμπλοκής των πραγμάτων που μας ερεθίζουν.

Αν δεν ερεθιστείς δεν παράγεις το υπονοούμενο και την αντιλογία, δεν δημιουργείς σπινθήρες και συγκρούσεις.

Δεν βάζεις τα δάχτυλα των χεριών σου πάνω στην τραμπάλα των αγκομαχητών απ’ το αναβρυτό παράδομα της σάρκας στην ταραχή και τη λιποθυμία.

Εγκώμιο για μια σπηλιά

mikro egomio

Μετά, που γδύθηκε απ’ τις μασχάλες
μέχρι κάτω στους θόλους και φάνηκε
το μεσονύχτι κι οι μικρές αράχνες
να βάζουν φουρνέλο στο λυρισμό.
Μετά, που το ουρλιαχτό της χτυπημένο ορτύκι
λίγο κάτω απ’ τις χαράδρες και τα Βελούχια.
Μετά που εδιάβαινε ο τζίτζικας Διόνυσος
στο ανοιγμένο του έρωτα μηλίγγι. Μετά
που ήρθε ο θρίαμβος. Ένα φωνήεν πρωτόπλαστο
μαζί με ένα σύμφωνο ασώματο και χθαμαλό.
Αχ! Αχ! Αχ! και μύρισ’ ο αέρας αρραβώνα
χύσια δάχτυλα γλώσσες αστόχαστα ερπετά
να μπαινοβγαίνουν στα νυφιάτικά της.

Προσευχή για τον Fazil Say

Βρίσκω ένα ένα τα χαμένα μου αδέρφια.
Τον Fazil Say και τους τούρκους ποιητές
να χαζεύουν την πανσέληνο
και να ονειρεύονται βίσωνες.
Λάμψεις του θανάτου και της δόξας.
Νεογέννητα μουλάρια της ανατολής.
Ναι, έτσι έγιναν τα πράγματα.
Ο αδερφός μου ανέβηκε στο πιάνο.
Τα δάχτυλά του ένας σωρός θρυμματισμένοι καθρέφτες.
Χορδιστής των λαβυρίνθων.
Πρίγκιπας όσων ανήκουν ήδη στο βασίλειο του έρωτα και της φωτιάς.
Στους δικαστές του είπε πως ο παράδεισος είναι ένα μπορντέλο.

Το αίμα του θεού

to aima

Η αληθινή φύση της ηθικής δεν είναι παρά ένα σύμπλεγμα δονήσεων των νευρικών μας χορδών.

Από την άκρα ευαισθησία έως την πιο αδιαπέραστη απάθεια, εν μέσω ενός παιγνίου αφαιρέσεων, κυριαρχεί το «σκέπτομαι, άρα απολαμβάνω». Η αναγνώριση και η σημασία του ηθικού κραδασμού που είναι απόλυτα υποταγμένος σ’ εκείνον των αισθήσεων.

Οι ανθρώπινες αρετές που συσσωματώνουν την καρδιά και το πνεύμα, δίνουν το ρυθμό μες στο κοχύλι της υπαρξιακής μας σιωπής. Μας επιτρέπουν να ζούμε λιγότερο χιμαιρικά, συνθέτοντας την αταξία και τον παραλογισμό, κάνοντάς μας δημιουργούς δηλαδή ολοκληρωτικά εγωιστές.

Η φύση μας γίνεται θεϊκή, δηλαδή δημιουργική, μέσω της γνώσης και της έρευνας. Η φιλοδοξία της δικαιώνει τον εγωισμό μας που θέλει να μεταστρέψει τα πάντα και να μεταβάλει τις απέχθειες σε ηδονές και τις δυστυχίες σ’ ευτυχίες.

Ο προσδιορισμός όμως αυτός της ανθρώπινης φύσεως οδηγεί στην άρνηση των νόμων, στην άρνηση του θεού και στην άρνηση της ηθικής.

Οι νόμοι, ο θεός και η ηθική είναι τα αποτελέσματα ταξικών συμφερόντων και ταξικών συγκρούσεων που διαμορφώθηκαν μες στη ροή του ιστορικού χρόνου.

Τα άτομα χάνονται. Εγκαταλείπονται στον καρτεσιανό αγνωστικισμό τους, επιδιώκοντας εξουσίες και προνόμια. Όταν στο δρόμο τους βρίσκουν το παραμικρό υπόλειμμα του θεού τότε ξυπνάει άμεσα η βία και η περιφρόνηση και η ένταση της υπερηφάνειας, όπως και ο ίλιγγος της δύναμης και της άνευ όρων αρπαχτικής επιθυμίας.

Οι νόμοι, ο θεός και η ηθική ενσαρκώνουν σε κάθε κοινωνία το όχημα του μίσους. Κατασκευάσματα που πλήττουν αιώνες τώρα την οικουμενική ζωή. Μιαν οικουμενική ζωή που σήμερα θα γιόρταζε τον πανσεξουαλισμό της ψυχορραγεί τώρα αποσυρμένη στα εθνικά της διαμερίσματα και στις φαντασιώσεις που έπλασε μέσα στον ιστορικό χωροχρόνο.

Δυστυχείς γυρνούμε έξω απ’ τη Φύση μας. Έξω απ’ τη μήτρα της μητέρας. Έκθετοι στην καταστροφή και τον εκμηδενισμό.

Γινόμαστε στρατιώτες δηλαδή εγκληματίες. Γινόμαστε κατηχητές δηλαδή διαστροφείς της ελεύθερης βούλησης.

Μέσα στο κοιμισμένο κουκούλι των παθών μας φυτρώνουν όμως οι σπόροι της εξέγερσης.

Η νοημοσύνη μας εξελίσσεται και τα ερωτικά μας όργανα, εσαεί εύθραυστα και θνητά, υπακούουν στην άπειρη μουσικότητα των κυμάτων του νευρικού μας συστήματος.

Σε μια βιολογία ανασυγκρότησης των ευάλωτων κυττάρων της παιδικότητάς μας. Εκεί όπου ο θάνατος εμφανιζόταν ως αστέρευτο ανάβρυσμα αναστάτωσης, οδηγώντας μας στην ενότητα της ζωής που ήταν σφόδρα εμποτισμένη από μια τέλια καρποφόρα αιώνια γνώση της εμπειρίας και του παιχνιδιού.

Ο νέος άμβωνας Ή Όταν η επιστήμη ανασταίνει τη θεοκρατία

daskalakis

Ως παιδιά της ψωροκώσταινας αγαπάμε τους μύθους και το παραμύθιασμα. Ο ίδιος ο άνθρωπος που κατασκεύασε τους θεούς, τους έχρισε τελικά κατασκευαστές του και αφέντες της ζωής του.

Η επιστήμη ενώ χρησιμοποιήθηκε από την αστική τάξη για την εκθρόνιση της φεουδαρχίας και της θρησκείας που τη στήριζε, όταν ανέβηκε στη θέση της μετατράπηκε η ίδια σε θρησκεία και ιδεολογία της αστικής τάξης, κάνοντας αυτή τη συγκεκριμένη τάξη να αποκτήσει μια ψευδή άρα ευάλωτη συνείδηση.

Η τεχνολογία από την άλλη, υποταγμένη στις επιταγές του θετικισμού και της καπιταλιστικής λογικής της «απόδοσης» και της «αποτελεσματικότητας», δε θα μπορούσε παρά να αντανακλά αυτή την ιδεολογία.

Αφήνοντας τη σημασία των οικονομικών αιτιών του πολέμου, μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος καθορίζεται στον πιο σκληρό και ολέθριο πυρήνα του από το χάσμα ανάμεσα στα γιγαντιαία μέσα τεχνολογίας από τη μια μεριά και την ελάχιστα ηθική ανταύγειά τους από την άλλη.

Η αστική τάξη απομονώνει οτιδήποτε τεχνολογικό απ’ το επονομαζόμενο πνευματικό, αποκλείοντας αποφασιστικά την τεχνολογική σκέψη από τη δυνατότητα να συνδιαμορφώνει την κοινωνική οργάνωση.

Κάθε μελλοντικός πόλεμος θα είναι ταυτόχρονα μια εξέγερση των σκλάβων της τεχνολογίας.

Πάνω στα «ερείπια» των παλιών μεταφυσικών πεποιθήσεων ανεγέρθηκε ο «άυλος» άμβωνας της μαζικής κουλτούρας ως ένας προνομιακός χώρος έκφρασης κηρυγματικού λόγου σχετικά με τα επιτεύγματα της τεχνολογίας ή με τα δεινά που η εξέλιξή της μπορεί να επιφέρει.

Το πρότυπο για το Εγώ του αστού πολίτη και επιστήμονα διαμορφώθηκε πάνω στη βάση ενός εσωτερικού χάσματος ανάμεσα σε ανώτερες πνευματικές-δηλαδή μαθηματικές-και νομοκανονιστικές λειτουργίες και σε κατώτερες σωματικές.

Είναι αυτός ο διανοητικά υπερτροφικός κι εσώτερος «Θεός» που καλείται τώρα να καθυποτάξει τόσο τη Φύση-δηλαδή να την ανακρίνει, όπως σημειώνει ο Kant-όσο και την Ιστορία, σε μια πορεία τελείωσης του ανθρώπου.

Ο επιστημονικός ναρκισσισμός γίνεται εταίρος της θεοκρατίας χαράσσοντας τις συντεταγμένες της νέας μεταφυσικής.

Δίπλα στον παπά στέκεται πλέον ο νέος επιστήμων, μεταγράφοντας στις αόρατες γωνίτσες της επιστημολογικής πρόζας-του νέου δηλαδή υπερούσιου αφηγήματος-την απαίτηση για τον έλεγχο της παρέκκλισης. Του επαναστατικού και του διαφορετικού, που δεν διαμορφώνεται μέσα σ’ αυτούς τους ταξικά αποστειρωμένους χώρους.

Εδώ λαμβάνει χώρα η αναλγητική εσωτερίκευση των όρων Κυριαρχίας του δυνατού και συνακόλουθα η παραγωγή μιας ρητορικής που απειλώντας και καθησυχάζοντας ταυτόχρονα, θα στηρίξει το κοινωνικό σώμα στη βουλητική του απάθεια.

Οι συναντήσεις και οι συνυπάρξεις αυτές, συνιστούν τις καθόλου αθώες όψεις ενός εκλεπτυσμένου όσο και βορβορώδους πνεύματος καθυπόταξης.

Μια νέα πατρωνία βασιλεύει στο δημόσιο χώρο, απορφανισμένη πια, απ’ τις αληθινές ανθρώπινες ανάγκες,

Πρώτη Γραφή

proti

Το ξέρω αυτό το αεράκι της Κυριακής
από παιδί. Ζηλόφθονες δίποδες ώρες.
Απόγευμα, λέπι κολλημένο
κάτω απ’ το νύχι της μαμάς.
Ο καφές ελληνικός και το δάκρυ τούρκικο.
Ένα κρασοπότηρο με κραγιόν από χείλη
έξω απ’ το παράθυρο. Στη βροχή.
Λάσπες της επαρχίας και τριχούλες.
Σαν χορταράκια μες από καυτά σορτς.

Ω! θεοσεβούμενη νύχτα που έρχεσαι.
Με όψη νηπίου θα πιπιλίσω απ’ το μπιμπερό σου
αλκοόλ κουβέντες τα κορίτσια που πέφτουν
στα γνωστά τάρταρα του γάμου
μετά τους πρώτους οργασμούς.

Ηρωικές πένθιμες ψυχούλες, χάριν ειρωνείας
σας διεκδικώ. Εγκώμια γράφω για να σκάνε
στα γέλια οι τρυφηλές αγρότισσες των Αθηνών.
Οι χυμώδεις χορεύτριες των μπαλέτων Μπολσόι.

Μακροπρόθεσμα η αλήθεια δεν έχει καμιά
σημασία. Το γνωρίζουν όλοι αυτό.

Η μεγαλύτερη φιλοδοξία μου είναι να ζήσω τη ζωή μου

imegaliteri

Η μεγαλύτερη φιλοδοξία μου είναι να ζήσω τη ζωή μου. Εδώ αρχίζουν όμως οι συμφορές. Γιατί το να θες να ζήσεις τη ζωή σου είναι μια προκλητική φιλοδοξία.

Πρέπει να διαθέτεις ένα πνεύμα τέλεια διαυγές, το οποίο όμως να στερείται του ενστίκτου της κυριαρχίας.

Αν δεν πολεμήσουμε οργανωμένα την ανάγκη του άρχειν δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ζήσουμε τη ζωή μας.

Εφτά αιώνες πριν ένας διάβολος ονόματι Τζελαλουντίν Ρουμί άφησε το χνάρι της φωνής του απευθυνόμενος στ’ αδέρφια του, δείχνοντάς τους την αληθινή του ταυτότητα.

Την ταυτότητα του πλάσματος που η μόνη του φιλοδοξία είναι να ζήσει τη ζωή του, αφήνοντας πίσω ολίγα σκύβαλα κάτω απ’ τ’ αγριολούλουδα και τις μαργαρίτες:

Aδέρφια Μουσουλμάνοι δεν ξέρω τι να κάνω.
Δεν ξέρω τι να πω.
Δεν είμαι Χριστιανός ούτε Εβραίος.
Δεν είμαι Μουσουλμάνος ούτε και Ινδουιστής.
Δεν είμαι Βουδιστής ούτε και Σούφι.
Δεν είμαι και διόλου Ζεν.
Δεν έχω μια θρησκεία ή παράδοση.
Δεν είμαι απ’ την ανατολή μήτε τη δύση
ούτε από θάλασσα ούτε κι απ’ τα βουνά.
Δεν είμαι στοιχειωμένος ή αιθέριος
αλλά δεν είμαι ούτε και φυσικός.
Δεν είμαι οντότητα και δεν υπάρχω
ούτε σ’ αυτόν μηδέ στον κόσμο τον επόμενο.
Δεν έρχομαι από την Εύα τον Αδάμ
ή κάποιαν άλλην ιστορία.
Ο τόπος μου είναι άτοπος
χνάρι δεν έχει το χνάρι μου.
Ούτε σώμα ούτε ψυχή.
Ανήκω στον Αγαπημένο.
Είδα τους δύο κόσμους σ’ έναν και γνωρίζω
τον πρώτο και τον τελευταίο
που αναπνέει μ’ ανθρώπινη αναπνοή.

Πάτερ ημών

vagia

Ο πατέρας μού χάρισε έναν ελαιώνα.
Τον ήλιο με τα λέπια του σε στάση ακροβυστίας.
Κλαδευτήρια οχτωβριανής μη αριθμήσιμα.
Ήτο πηδαλιούχος ραπτομηχανής και κόμης.
Στα κατηχητικά και τους προσκόπους
δεν με χάρισε ποτέ. Είχε μόλις πιεί καφέ.
Είναι η ώρα μου να κολατσίσω, είπε.
Ήρθε το ρίγος του τότε. Θυμήθηκε τον Βαγιαζήτ.
Το νεφρό που του κλέψαν οι γερμανοί.
Χορτασμένος σκύλος από δρόμο.
Η νοσοκόμα τον έκρυψε με το σεντόνι.
Να τον γυμνώσουν πρόσταξε, ο αρσενοκοίτης
ιατρός του κάτω κόσμου. Γλίστρησε τότε από τα χέρια μου
όπως γλιστράνε τα λιθάρια στις αβύσσους.

Μνήμη γυμνή

abe_kobo_07

Μνήμη γυμνή, που με κουρσεύεις.
Ιδού η λάμα μου. Θα ζήσει περισσότερο
απ’ το λαιμό σου, έρωτα αμνέ του θεού.
Ιδού ο θάνατος, ο πλάστης κάθε ομορφιάς.
Κι εμείς οι συνεργοί του. Όλα τα μανιφέστα
λίπους που συνέγραψα για χορτάτους.
Όλα τα στιχάκια για τον έρωτα
που θα τα ρημάξουν οι καρακάξες. Έδωσα
μεγάλη σημασία στη ζωή. Την κατέγραψα
σε κιτάπια, την παράχωσα σε συρτάρια
για να μη τη βρει η μάνα μου και θρηνήσει
για το χαμένο της γιο.

Ένα ημερολόγιο ζωής
σπανίως είναι ημερολόγιο ευτυχίας.

Ο εναργής έρως

orgasmo

Αυτός ο δικός μας πάνω κόσμος, ο αιώνια κακόγλωσσος
που συνομιλεί με αβύσσους. Με τις απίθανες ομίχλες του
και τους απαρχαιωμένους του ποιητές, που ψάχνουν με τη
γλώσσα το πεπρωμένο και τη δεσποινίς κλειτορίδα
που ξέρει πολλά.

Ταΐζω τώρα τ’ αδέσποτα που διαβαίνουν το κατώφλι μου
όπως με ταΐζουν οι όμορφες γλυκάδια λύσσας και ταΐζω
το πυρετικό μου βλέμμα στάχτες, αλησμόνητα πλάνα
με σλάβικα γυμνά κορμιά. Ταΐζω το στομάχι μου
αρχαία ντομάτα με χοντρό αλάτι και ρίγανη. Χαϊδεύω
και ψιθυρίζω.

Την κεφαλή της Σαλώμης αποθέτω
μες στα φιλήδονα σκοτάδια του έρωτα.

Η άγνοιά μου είναι το κύριο προσόν μου. Λέω, στις κυρίες
όταν έρχονται να μου μάθουν τον οργασμό.

Κλινοπάλη

klinopali

Πολλές φορές δεν μπορούμε να συμφιλιωθούμε με την ιδέα ενός χωροχρόνου που εξουσιάζει τις σωματικές μας ανάγκες.

Η σχέση μας με τα γεγονότα γίνεται ποίηση, πολλές φορές τραχιά και μονοσήμαντη, αλλά εξόχως εικαστική, φανερώνοντας τις διαθέσεις μιας παρορμητικής ενόρασης.

Μας περιβάλει το ίδιο εκτεθειμένο κενό ανάμεσα στα πράγματα. Σώματα και πρόσωπα που τα παρακολουθούμε ως τοπία, ντυμένα με τις ιδιότροπες έγνοιες ενός πολιτισμού των ανταγωνισμών και των τύψεων.

Όλα τα σαλιγκάρια του πνεύματος που τα προγυμνάζουν οι αυταπάτες της συνεχούς ροής ερεθισμάτων και πληροφοριών.

Η συνήθεια καταβροχθίζει σχέσεις, ανθρώπους, ρούχα, έπιπλα, τόπους. Μα υπάρχει πάντα η τέχνη γύρω μας για να μπορούμε να ανακτήσουμε την αίσθηση της ζωής. Να βιώσουμε την καλλιτεχνικότατα μιας κατάστασης, ακόμα κι αν η κατάσταση αυτή είναι ασήμαντη και μηδαμινή.

Χαίρομαι και αγαπώ τη ζωή γύρω μου. Όχι απαραίτητα τη δική μου ζωή. Χαίρομαι την πραγματικότητα που αποτελεί το ουσιαστικό στοιχείο κάθε μεταφοράς.

Ο υπερτροφικός ναρκισσισμός της σύγχρονης επιστήμης μας θέλει παράγωγα παράλληλων κόσμων και κβαντικά απολειφάδια της συμπαντικής διάνοιας.

Μα όλα αυτά τα περίφημα και θαυμαστά, χάνουν την ουσία τους χωρίς την καρδιά που χτυπά εκεί, που βρίσκει κανείς την αλήθεια της ευχαρίστησης.

Όλες οι χημικές ουσίες μες στα κορμιά μας ζυμώνονται πάνω στον πάγκο των αισθήσεων με τα υλικά της φερτής ύλης απ’ τα βάθη των προγονικών αιώνων.

Ένας έφηβος που παίζει το πουλί του για να ευχαριστηθεί, μας θυμίζει πως η ποίηση είναι ένα είδος υγείας.

Ακούω το κορμί μου, κι όταν το ακούω σωστά ακούω και το κορμί του άλλου. Συνομιλούμε ερωτικά, δηλαδή ερωτάμε για να φτάσουμε κάποτε στο σημείο εκείνο που δεν θα είναι πλέον αναγκαίο το να ρωτάμε.

Οι επιπόλαιες ερωτήσεις δέχονται επιπόλαιες απαντήσεις. Μόνο ένας ευγενής έρως καλλιεργεί έναν ευγενή λόγο. Και μόνο ένας ευγενής λόγος χαίρεται την ουσία των πραγμάτων.

Η αληθινή ευγένεια στον έρωτα είναι η ισχύς των μηδαμινών έναντι του θανάτου που πλασάρουν όσοι ξεχαρβαλώνουν την ύπαρξη. Προφήτες και αρχηγοί και οδηγοί προβάτων. Κερδοσκόποι της ανάγκης των πλασμάτων για ψωμί και ελευθερία.

Μα κάθε φορά η απώλεια πίστης στις ανθρωποκτόνες αξίες συνεπάγεται εξέλιξη.

Μοιραζόμαστε την κραυγή απ’ τα βάθη των επαναστάσεων και των καταιγίδων.

Ξέρουμε πως η παρουσία του έρωτα μας προσφέρει τόση αγωνία όση και η στέρησή του.

Είμαστε πλάσματα που αλλάζουμε συνεχώς απ’ τις θανάσιμες μάχες γύρω μας.

Αυτό, στο οποίο πολλές φορές δεν συμμετέχουμε μας επηρεάζει βασανιστικά. Κάνει την αδαμική μας αθωότητα ευάλωτη στο ζόφο που έσπειρε η ηθική ελονοσία του κερδώου εγωισμού ενός κόσμου εμπόρων και στρατηγών.

Ενός κόσμου που θεσμοθέτησε την κοινωνική λιποταξία εκφυλίζοντας το λόγο σε φλυαρία και τον έρωτα σε νερόβραστο θέαμα καλωδιωμένων ευνούχων.

Γλώσσα

glosa

Συντονίζω την καρδιά μου
με τις πολύ τρυφερές καταστάσεις.
Εργάζομαι ψηλαφώντας.
Για κάθε πράγμα ξέρω πως υπάρχει και μια λέξη.
Το σύμπαν είναι ρευστό και ατέρμονο.

Η γλώσσα όμως
στερεοποιεί το ρευστό και ατέρμονο σύμπαν.

Κάποτε θα δραπετεύσω απ’ την ύλη
για να φτάσω ξανά σ’ αυτήν.

Σπουδαγμένος θα φύγω
από ένδοξους γερόντους
και γλυκοαίματα κορίτσια.

Αριστοτελικός ή Πλατωνικός;

aristo

Ζούμε μέσα στην επανάληψη των κύκλων της φύσης. Δεν είμαστε τα έξοχα τέρατα της φαντασίας μας, αλλά οι αυθεντίες της επανάληψης.

Στρατευμένοι στην απογύμνωση παθών και προαιρέσεων, στην εύθραυστη σχέση μεταξύ του ανθρώπου και του κόσμου.

Στρατευμένοι στη θεραπευτική ενέργεια της ερωτικής επαφής. Μια επαφής που γυρεύει τα αγαθά της αγιότητας. Μιας επαφής που δίνει έναν πνευματικά καινούργιο ορισμό στην έννοια της επανάληψης.

Η σάρκα και η φαντασία δηλαδή, σε μια σχέση αμοιβαιότητας και χαράς.

Κάθε ποιητική σκέψη είναι σαν αιμορραγία του νευρικού συστήματος. Ένα φυσικό φαινόμενο μέσα μας που υπογραμμίζει την άστατη φύση μας. Που ξυπνά το ίδιο μας το σώμα με ολόκληρο τον συμπαντικό υλισμό που κουβαλά.

Ως βασιλιάς στα νησιά της Βαβυλωνίας και στα όρη των Αιτωλών, μαζεύω κάθε τόσο τους αρχιτέκτονες και τους μάγους μου παραγγέλνοντας να μου χτίσουν έναν λαβύρινθο, τόσο περίπλοκο και τόσο αριστοτεχνικό, ώστε κανένας γνωστικός να μην μπορεί να διασχίσει το κατώφλι του.

Ώστε μονάχα οι τρελοί, δηλαδή οι ελεύθεροι άνθρωποι και τα παιδιά, να μπορούν να τον διαβούν. Αυτοί που δεν ντρέπονται για το κορμί τους και για τις ιδέες τους.

Αυτοί που περνούν μέσα απ’ τους ατρύγητους αμπελώνες του ερωτισμού και της ομορφιάς σαν διψασμένες σφήκες, για να τρυπώσουν έπειτα στις στέρνες της λογοτεχνίας.

Μιας λογοτεχνίας που αν δεν μυρίζει εξέγερση ζέχνει ματαιοδοξία και ποιητικό μνημόσυνο θλιβερών υπάρξεων, που, επειδή δεν βρίσκουν να γαμήσουν μας σκοτίζουν τ’ αρχίδια επανειλημμένως και επαναληπτικώς.

Ηθικόν Ακμαιότατον

iuikon

Η διαφορά μου με τους ατάλαντους, είναι πως, εγώ δεν πιστεύω στο ταλέντο που έχω, ενώ αυτοί πιστεύουν στο ταλέντο που δεν έχουν.

Αφού η ατέλεια τόσο κυριαρχεί μέσα μας δεν μπορεί να αναγνωρίζουμε εμείς στον εαυτό μας τελειότητες.

Όσοι παρακολουθούμε την αντιπαλότητα μεταξύ των φυσικών πραγμάτων και του ανθρώπου, σκεπάζουμε το διαβολικό ζωηρό Εγώ μας με σημαίες ευκαιρίας γραπτής ύλης, που στρίφωσε πάνω στα πλοκάμια της φαντασίας η επιθυμία για αληθινή ζωή.

Αρωματικές νιφάδες ιδεών πάνω στο δέρμα αυτού του κόσμου της αιώνιας αλλαγής και της άπειρης άφθαρτης φθοράς.

Αν απογυμνωθείς από κάθε προκατάληψη, συντάσσοντας τα ποιηματάκια και τις βιογραφίες παράξενων πλασμάτων, υπό το μάτι του ήλιου που ερευνά και φωτίζει και επιδρά πάνω στα πράγματα, τότε θα έχεις κερδίσει τα ζουμιά μιας κυράς που ελέγετο δικαιοσύνη, που ελέγετο αφέντρα της όρασης των ανθρώπων που θέλουν να βλέπουν και όχι να νομίζουν πως βλέπουν.

Όταν ξέρεις, πως, το ψεύτικο και το αληθινό είναι ένα, ξέρεις πως, ο ήλιος είναι ποιητής τεράτων. Και ξέρεις πως η πραγματικότητα, ακόμα και στις πιο όμορφες και ευνοϊκές της εκφάνσεις, δεν ικανοποιεί στο βάθος την ανήσυχη φύση μας.

Και τότε ξεσπά η βία της γραφής για να περιγράψει την ποίηση που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αθωότητα της φύσης, άδολη και ιαματικά πανούργα μέσα μας. Δουλεύοντας για το καλό και το κακό που είναι Ένα. Βοηθώντας μας να βρούμε τη δική μας φωνή και να εφεύρουμε τα δικά μας άσματα σωτηρίας.

Αν υπάρχει ταλέντο αυτό είναι μόνο ο διάβολος που φέρουμε μέσα μας.

Αν καταφέρεις λοιπόν να ξυπνήσεις το διάβολο που κοιμάται μέσα σου, θα έχεις καταφέρει να ξυπνήσεις το διάβολο που κοιμάται μέσα σου. Κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο κατόρθωμα. Να ξυπνήσεις το διάβολο που κοιμάται μέσα σου.

Ξανά και ξανά να ανατινάξεις τις γέφυρες της παρηγοριάς και να σπάσεις τα δεσμά της συνήθειας.

Ξανά και ξανά να ανακαλύψεις τους πιο παράφορους εαυτούς σου, περπατώντας σαν βασιλιάς ανάμεσα σε μια προβλέψιμη και κουρδισμένη ανθρωπότητα. Αφήνοντας το ισχνό σου ίχνος. Το σάλιο και το σπέρμα σου που μπόλιασαν την ερωτική αναρχία του μέλλοντος, δηλαδή του άπειρου παρόντος.

Να λένε οι άνθρωποι, πως, εδώ ζούσε κάποτε ένας βασιλιάς. Ένας βασιλιάς όμως αληθινός, που διάβαινε στο δρόμο του μονάχος, δίχως ακολουθίες και τούμπανα, όχι σαν αυτούς που φοράνε στο κεφάλι τους κορώνες και βαστάνε στα χέρια πατερίτσες και ορίζουν τους λαούς σαν κοπάδια.

Γη, χωρίς ψωμί

Luis Bunuel shooting Robinson Crusoe

Έχουμε μια δυσκολία σήμερα να κοιτάξουμε όπως πρέπει το παρελθόν για να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και πως φτάσαμε μέχρι εδώ.

Ξεχνάμε πως το λίγο ή το πολύ που μας δόθηκε το οφείλουμε σε κάποιους διαβόλους που δεν συμβιβάστηκαν με τη μιζέρια, την αθλιότητα και την αδικία. Ένας τέτοιος διάβολος υπήρξε ο Ισπανός σκηνοθέτης Λουί Μπουνιουέλ.

Ο παραβατικός αυτός κινηματογραφιστής έφτιαξε την ταινία «Γη, χωρίς ψωμί» δείχνοντας με την οξυμένη καλλιτεχνική του όραση τις άθλιες συνθήκες στις οποίες ζούσαν οι άνθρωποι σε μια περιοχή της Ισπανίας κοντά στη Salamanca.

Μια περιοχή που είχε μείνει μακριά από κάθε έννοια προόδου και ευημερίας.

Ο Bunuel άκουσε και διάβασε γι’ αυτήν και όταν την επισκέφθηκε αποφάσισε να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ.

Το Las Hurdes είναι μια κοιλάδα με πενήντα χωριά που δεν ξέρουν τι θα πει ψωμί, που ζουν σε σπίτια χωρίς καμινάδες, που το καλοκαίρι τρέφονται μόνο με άγουρα κεράσια, που μετακινούνται χιλιόμετρα για να βρουν μια δουλειά ή για να θάψουν τους νεκρούς τους, που δεν τραγουδάνε ποτέ, που πεθαίνουν από δυσεντερίες ή από ελονοσία, που μαθαίνουν στο σχολείο ότι πρέπει να σέβονται την ιδιοκτησία, όταν οι ίδιοι δεν έχουν ιδιοκτησία και ζουν στην πιο έσχατη εξαθλίωση.

Ο λόγος ο οποίος εκφέρεται από αόρατο ομιλητή είναι στεγνός και περιγραφικός, όπως θα συνέβαινε σε ένα επιστημονικό ντοκιμαντέρ.

Η ταινία συνοδεύεται από την 4η συμφωνία του Brahms, μουσική ρομαντική, σε προφανή αντίθεση με το περιεχόμενο και την εικόνα.

Η Ισπανική κυβέρνηση απαγόρευσε την ταινία ως προσβλητική για την χώρα.

Χρηματοδότης του εγχειρήματος ήταν ένας φίλος του Bunuel, καθηγητής σχεδίου, ο οποίος του είχε πει πως αν κερδίσει το λαχείο, θα του δώσει χρήματα να κάνει μια ταινία. Όταν το κέρδισε, κράτησε το λόγο του, δίνοντας την ευκαιρία στον Bunuel να γυρίσει την τρίτη μόλις ταινία του (μετά τον Ανδαλουσιανό σκύλο και τη Χρυσή εποχή), αποτυπώνοντας πάνω στο φιλμ πάνω από 27 λεπτά ανθρωπογεωγραφίας του απόλυτου περιθωρίου.

Αιμομιξία, δυστυχία, χάσμα ανάμεσα στην εκκλησία και την εκπαίδευση από τη μία και τον κόσμο από την άλλη. Τα όσα μαθαίνουν τα παιδιά στο σχολείο έρχονται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα γύρω τους.

Η ταινία δημιουργεί τριπλό σοκ: με την εικόνα της φτώχειας, ασιτίας, αρρώστιας, με το ξερό ρεαλιστικό σχόλιο της (ο ήχος γράφτηκε το 1937) και με τη μουσική του Brahms.

Δυο χρόνια πριν το θάνατό του ο Μπουνιουέλ κυκλοφόρησε ένα είδος αποκαλυπτικών απομνημονευμάτων με τίτλο «Η τελευταία μου πνοή». Εκεί αναφέρει τα εξής:

«Ο δάσκαλος Ραμόν Αθίν που ήταν αναρχικός χρηματοδότησε το γύρισμα της ταινίας, αφού είχε κερδίσει χρήματα από ένα λαχείο. Είχε μαζευτεί ένα γκρουπ γύρω από τον ποιητή Πιέρ Υνίκ και τον οπερατέρ Ελί Λοτάρ και πήγαμε στον καταραμένο τόπο Λας Χούρντες όπου είδαμε την ανικανότητα της Δυτικής Χριστιανικής Παιδείας και του αστικού ανθρωπισμού μεσ’ απ’ την αιμομιξία. Δυστυχία, χάσμα ανάμεσα στην εκπαίδευση και την εκκλησία από τη μια μεριά και τoν κόσμο από την άλλη. Τα γυρίσματα έγιναν βουβά και ο ήχος μπήκε το 1937 ενώ η μουσική ήταν από την Τέταρτη Συμφωνία του Μπραμς. Όταν τέλειωσα την κόπια εργασίας την έδειξα στο Παρίσι σε μερικούς φίλους, που ανάμεσά τους ήταν και ο Ζαν Κοκτώ, που με συμβούλεψε να την ¨μαζέψω¨. Τέλειωσα την κόπια όταν τέλειωσε και ο Εμφύλιος στην Ισπανία.»

Άγιον Πνεύμα Ή Η μαλακία ως συμπλήρωμα διαστροφής

malakantreas

Θυμάμαι τον πατέρα μου, παλαιόθεν, να με συμβουλεύει να μην παίζω συχνά το πετσάκι μου. Καταλάβαινα τότε πως η συχνότις της πράξεως ταύτης είναι που την καθιστά κατάπτυστη και διαστροφική.

Πολλοί συμμαθητές μου κρατούσαν το ημερήσιο σκορ σε χαρτάκια ή σε λευκώματα, αντίστοιχα με κείνα των κοριτσιών που επιδαψίλευαν καρδούλες και φωτογραφίες από μπογιατισμένους ηθοποιούς που το πρόσωπό τους προσομοίαζε με γυαλισμένο κώλο γουρουνόπουλου.

Όταν η φύσις μού χτυπούσε το καμπανάκι και οι όρχεις εγίνοντο σκληροί σαν φρεσκοκομμένα καρύδια και στο μυαλό μου εβούιζαν μελισσούλες απ’ τα βάθη και τα λαγκάδια της θηλυκής επικράτειας, η δεξιά ευλογημένη χειρ επλησίαζε στα σκέλια σχεδόν αυτόματα και σχεδόν απειλητικά.

Έκλεινα τα μάτια τότε για να ακούσω τα γλαφυρά μηνύματα απ’ το ερωτικό υπερπέραν και να αφουγκραστώ τους χυμούς του σεξουαλικού όρθρου μιας Δήμητρας τότε, που ανάμεσα στα ανθισμένα σκέλια της φαντασιωνόμουν πως θρόιζαν μαύρες Κίχλες.

Μειράκιον βεβαίως εγώ, αλλά και ποιητής απ’ τα γεννοφάσκια, προσέφερα ανεκτίμητες υπηρεσίες εις την τέχνη της μαλακίας, βάζοντας το όνομά μου δίπλα στους σημαντικότερους σκαπανείς και καινοτόμους συναθλητές αυτού του συμπαντικού ολυμπιακού αθλήματος.

Σκεφτείτε όλα αυτά τα σπουδαία πρόσωπα του τηλεοπτικού άμβωνος να επιστρέφουν στην αθωότητα της πρώτης χυσιάς.

Σκεφτείτε τον καθηγητή κύριο Θάνο Βερέμη να τον παίζει στους μετανεωτερικούς καμπινέδες του Σκάι, σκεπτόμενος την κωλοχαράδρα της θεσπεσίας αφέντρας, δημοσιογράφου και ψυχαναλύτριας Σίας Κοσιώνη ή τον εθνικιστή ναζί και μπουρδελομαγαζάτορα Νικόλαο Μιχαλολιάκο να εκσπερματώνει πάνω στα μούτρα του πνευματικού του μπαμπά Αδόλφου Χίτλερ.

Σκεφτείτε πως η αλήθεια και η πραγματικότητα των ανθρώπων είναι η ευχαρίστησις και πως όλα αυτά τα ανθρώπινα σκατολοΐδια της ανθρωποβοσκής, αυτό που κατά βάθος θέλουν είναι να τον παίξουν.

Αν σας πει κάποιος ανήρ, φιλεύσπλαχνες αγαπημένες μου ερωτικές μαινάδες, ότι έκοψε τη μαλακία θα σας πει ένα οικτρό ψέμα.

Ναι! ο Αλέξης Τσίπρας βαράει μαλακία. Ο Σόιμπλε βαράει μαλακία. Ακόμα και ο Σταύρος Θεοδωράκης βαράει μαλακία έστω με το γαλλικό μαλακιστήρι petit tsoutsoun.

Ω ναι! αυτή τη στιγμή ο Θάνος Τζήμερος τον παίζει στο εξοχικό του στο Πικέρμι και ο Κώστας Σημίτης σφουγγίζει με εκσυγχρονιστική δεξιοτεχνία τις ρανίδες άνυδρου σπόρου που εκτόξευσε εις τα σοκολατάκια τζιοκόντα.

Η μαλακία είναι υγεία, υποστηρίζουν σήμερις αρκετοί απενοχοποιημένοι επιστήμονες, αλλά και πολλοί άγιοι αγιορείτες μοναχοί έχουν αναθεωρήσει τις ποινές του θεού όταν δικάζουν την αθώα μαλακία.

Σπεύδω εδώ να σημειώσω και να αναφέρω αρκετές σπουδαίες πληροφορίες που αρκετοί δάσκαλοί μας και χωροφύλακες των σωματικών μας υγρών είχαν αντλήσει από το ευσεβές πόνημα που έφερε τον ερωτόστροφο τίτλο: Πηδάλιον.

Μιαν ανεκτίμητη συλλογή ιερών κανόνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Συγγραφείς του αναφέρονται οι μοναχοί Νικόδημος Αγιορείτης και Αγάπιος, το κείμενο είναι σε δημώδη γλώσσα και υποτίθεται πως περιέχει μια συνοπτική συλλογή των κανόνων των αποστόλων, των πατέρων, των οικουμενικών και τοπικών συνόδων, προς χρήση για όλους τους, κληρικούς και λαϊκούς, χριστιανούς ορθόδοξους.

Το βιβλίο συντάχθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα και τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1800 στη Λειψία.

Αναφέρει για τα είδη που υπάρχουν: «Η μαλακία γίνεται τριών λογιών, ή με το χέρι το ίδιον του ανθρώπου, ή με το χέρι άλλου, ή με το κοπάνισμα και κτύπημα εις τα μηρία.»

Και βεβαίως τεκμηριώνει με ακράδαντα θεολογικά επιχειρήματα τα παρακάτω αληθή που έφεραν την ανθρωπότητα στο χείλος της παρακμής.

«Καθώς όλοι κοινώς λέγουσιν, οι τε παλαιοί και νεώτεροι ιατροί, οι μαλακοί (οι μαλάκες δηλαδής) είναι άθλιοι και ελεεινοί, διατί:
Α΄ κιτρινίζουσι,
Β΄ αδυνατεί ο στόμαχός των και να χωνεύσουν δεν ημπορούν,
Γ΄ ασθενεί η όρασις των οφθαλμών τους,
Δ΄ χάνουσι την φωνήν,
Ε΄ χάνουσι την ευφυΐαν και οξύτητα του νοός,
ΣΤ΄ χάνουσι την μνήμην,
Ζ΄ χάνουσι τον ύπνον, με κάποια ταραχώδη ενύπνια,
Η΄ τρέμει το σώμα των,
Θ΄ χάνουσιν όλην την ανδρείαν του σώματος και της ψυχής και γίνονται άνανδροι ωσάν γυναίκες,
Ι΄ ακολουθεί εις αυτούς η αποπληξία, ήτοι ο ταμπλάς,
ΙΑ΄ ακολουθεί εις αυτούς συχνάκις η καθ’ ύπνους ρεύσις, πολλάκις δε και όταν είναι έξυπνοι διά το πολύ άνοιγμα των σπερματικών τους πόρων, και
ΙΒ΄ τέλος πάντων γηράσκουσιν ογλίγωρα και αποθνήσκουσι κακώς.»

Βεβαίως η αρχιεπισκοπή Αθηνών έχει αναθεωρήσει τα άνωθι επιτρέποντας στους ιεράρχες μας την αποσυμπίεσιν μετά το θεάρεστο έργο κατάποσης αστακομακαρονάδων, σπληνάντερων και μπακλαβάδων απ’ την Κωνσταντινούπολη.

Η ακαδημία Αθηνών έχει θεσπίσει ειδικό κονδύλι για τη μαλακία με διαχειριστή τον Λουκά Παπαδήμο.

Οι έλληνες εκδότες υποστηρίζουν εμπράκτως τη μαλακία εκδίδοντάς τη.

Οι έλληνες ιατροί συνταγογραφούν τη μαλακία.

Οι έλληνες βουλευταί τον παίζουν κάτω απ’ τα έδρανα της βουλής, άλλοι διαβάζοντας Τεν Τεν και Τιραμόλα κι άλλοι ξεφυλλίζοντας το τελευταίο τεύχος της επιθεώρησης για τα μπαζούκας και τα περίστροφα.

Η μαλακία πλέον είναι από όλους σεβαστή.

Σήμερις που η ελληνική διανόησις γιορτάζει το ιερόν Άγιον Πνεύμα ας τιμήσουμε τη θεία φώτιση με μιαν ομαδική μαλακία.

Ας κατεβούμε στις πλατείες συντονισμένοι μες sms. Ας φαντασιωθούμε την Ζαν ντ’ Αρκ, τη Μπουμπουλίνα, τη Μιμή Ντενίση, τα μάτια της Έλλης Στάη, τη Μελίνα Μερκούρη και τη Σοφία Βέμπο, την Αγία Τερέζα και τη δούκισσα του Ουίνδσορ.

Ας φαντασιωθούμε όλα αυτά τα θεσπέσια θηλυκά, που ως παρηγορήτρες γαλούχησαν τόσους σπερματοφόρους αδένες ανδρών με τη συνδρομή του αγίου πνεύματος και του γιουπόρν.

Ω! μαλακία ανδρών επιφανών και μη, ας είναι ελαφρύ το σιφόνι που σε σκεπάζει.

Συζυγή αρμονικά σημεία

dean-wareham-hey-paula

Η σημερινή θεματολογία της λογοτεχνίας τρέφεται απ’ την αποκάλυψη της ιδιωτικής ζωής.

Η καθημερινή, πεζή και ασήμαντη ιδιωτική ζωή γίνεται ένα σφιχτοπλεγμένο κείμενο με πλήρη συνείδηση να αποσβέσει οριστικά τον εαυτό της υπέρ του έργου.

Απ’ τις Φροϋδικές ενορμήσεις της βιοφυσιολογίας και τους κοινωνικούς περιορισμούς, τις οικογενειακές δομές και τους τρόπους παραγωγής, περνάμε αισίως στη χλαπάτσα της αυτοεξομολόγησης.

Ότι ζούμε προορίζεται να καταγραφεί. Ότι καταγράφεται υπό το φως του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, προορίζεται να διαβαστεί διαγωνίως. Να τυπωθεί και να μοιραστεί ως ενθύμιο στους φίλους και τους συγγενείς που προσπορίζουν τις παρουσιάσεις και τις εμπορικές εκδηλώσεις άχρηστης γραπτής ύλης.

Απ’ την εμπορευματοποίηση της ιδιωτικότητας, που έφερε λεφτά στα ταμία, περάσαμε στην εκποίηση του χρόνου της σχόλης των κατοίκων του παγκόσμιου ψηφιακού χωριού.

Ότι δεν μπορεί να επενδυθεί ως χρησιμοθηρική ελπίδα φαίνεται πως δεν έχει κερδοφόρο αποτέλεσμα.

Ότι γράφεται σήμερα μέσα στο ευρύτερο εμπορικό κύκλωμα γράφεται για να καταναλωθεί αυτοστιγμεί.

Ένα κείμενο σήμερα γίνεται μπαγιάτικο την ίδια τη στιγμή της δημοσίευσής του. Συνήθως αποσυντίθεται νοηματικά μέσα σ’ ένα πανδαιμόνιο λεξιακών κρότων και συναισθηματικών βορβορυγμών.

Τα μυγιάγγιχτα κορίτσια και τα αγόρια-κυνηγοί τρυπώνουν πίσω απ’ τη φιλολογία της κραιπάλης, σαν το σπέρμα που σημαδεύει όχι τη μήτρα αλλά τον εαυτό του. Ο ίδιος ο γονιμοποιητής προσπαθεί αυτιστικά να γονιμοποιήσει τον εαυτό του.

Μέσα στις καθεστωτικές χρήσεις του λογοτεχνικού υλικού, η ατομικότητα, φαίνεται πως αισθητικοποιεί την πολιτική αντί να πολιτικοποιεί την τέχνη.

Απ’ τις πολιτικές ιδέες μέχρι τις γενετήσιες ορμές ένα πέπλο στειρότητας σκεπάζει τις ανθρώπινες σχέσεις, συνοδεύοντας την ακατάσχετη ροή της εξομολόγησης και του φτηνού προσωπικού βιώματος.

Υπάρχει πολιτική σκέψη, αλλά κλεψιμαίικη απ’ το συστημικό ιδεολόγημα που σε θεωρεί υγιή όταν πουλάς τον εαυτό σου πακέτο με τις δεξιότητες που αγόρασαν για σένα η μαμά και ο μπαμπάς.

Υπάρχει σεξουαλικότητα, μόνο που οι περισσότεροι τη βλέπουν γυάλινη, υδραργυρική και ψυχρή σαν τον αιθέρα.

Υπάρχει χαρά, αλλά μια χαρά σαν στενός κορσές, ίδιο νούμερο, που προσπαθούν να τη φορέσουν όλοι.

Θεάνθρωπος

Εσταυρωμένος, Συρία

Στη χώρα της βίας οι θεοί είναι μισθοφόροι.

Κάλεσμα για έναν ριψοκίνδυνο ρομαντισμό

kalesma

Ταξιδεύω χρόνια μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο. Θα ήθελα με όλη μου την καρδιά, να σε κάνω να το περιεργαστείς.

Να διανύσουμε μαζί την απόσταση ανάμεσα στην καρδιά του κόσμου και τα δάχτυλά μου. Να φτάσουμε στο γραφείο μου. Να βγάλουμε τη φλούδα των πραγμάτων που συναντά το βλέμμα.

Να ξεσκεπάσουμε τις αγωνίες της μάταιης και απαρηγόρητης αγάπης που είναι αποτυπωμένη στα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω μας.

Πόσες φορές δεν επιχείρησα να σπάσω αυτό τον τοίχο ανάμεσα σε μένα και τον κόσμο, να τον κάνω κομμάτια, να τον ποδοπατήσω! Μα σπάω πάντα τα δάχτυλά μου. Τι ξεροκέφαλος!

Καλώ τους φίλους μου και τις φίλες μου για να μοιραστούμε τις γλυκές συγκινήσεις της καρδιάς και τις ορμές της φαντασίας.

Καλώ τα διαβολάκια, στις αλύγιστες ραχούλες και τους αγρούς.

Καλώ την παιδική ηλικία που ξέμεινε στους ευσπλαχνικούς θεατρινισμούς, άνευ χορδών και άνευ όρων.

Σπερματόσπορος

sperm

Για να βρει ένας άνθρωπος το σθένος του πρέπει ν’ αψηφήσει όλες τις συμβάσεις. Να κάνει τις πιο μύχιες σκέψεις του πράξεις, με μιαν υπερφυσική ιταμότητα, όπως θα έκανε ένας θεός της γνώσης, λιβιδικός και συνάμα αγνός.

Όπως η δυσλεξία οδήγησε το Δημοσθένη στην άσκηση της ρητορικής, έτσι τα κουσούρια μας πλάθουν δεξιότητες βλέμματος και θέασης του παρδαλού κόσμου που εξάπτει κάθε κλιμακούμενη αντιμαχία μέσα μας.

Μιλάμε με ευκολία για καταστροφές, εγκωμιάζουμε τους γαμήλιους δεσμούς της οντολογίας με τη μεταφυσική, λαχταρούμε την κάβλα για να μπορέσουμε να ψηλαφίσουμε όλες τις μεθυστικές εκδοχές του βίου μας.

Απέναντι στον ξέφρενο χορό ενός σύμπαντος, του οποίου η βιαιότητα εκπορεύεται απ’ την απειλητική του αδράνεια, ξεσπά αυτή η ακατάσχετη ροή προς το έτερον ήμισυ.

Τρυπώνουμε στις σχισμές του άλλου, γλείφουμε σαν τα σκυλιά το σώμα που μας δίνεται, επιστρέφοντας στη μήτρα της αθωότητας.

Ξέρουμε πια, πως, κατοικούμε ένα περιθωριακό αστεράκι στην άκρη του Γαλαξία.

Ζούμε την εξαΰλωση του μαθηματικού σύμπαντος, το θρίαμβο και την πτώση της οικονομίας, την ανταρσία της βιολογίας, τα αδιέξοδα της ανθρωπολογίας, την αποβλάκωση της φιλοσοφίας μες στις ακαδημίες.

Ζούμε τη μελαγχολία ενός κόσμου γύρω μας που βουτά νυχθημερόν το πνεύμα του σε πράξεις απεγνωσμένης υστεροφημίας.

Ζούμε τα άτεγκτα πολιτικά μορφώματα της νέας δουλείας. Μα εδώ σε μας φτάνει και ο σκόρπιος σπερματόσπορος αυτής της γης.

Οι ανάσες των εραστών που κατατρώγουν τις πλαστικές αυταπάτες ευτυχίας.

Εδώ φτάνουν οι αχτίδες ενός ήλιου ειλικρίνειας και διαύγειας.

Εδώ φτάνουν τα ζεματιστά κορμάκια, μακριά απ’ την εκπαίδευση και την υποκρισία που χαλιναγωγούν τις επιθυμίες και τα νεύματά μας.

Μακριά απ’ τις ουράνιες τοξίνες και τους θεούς. Μακριά απ’ τους λυγερόκορμους στρατηγούς και τους τραμπούκους που η πονεμένη ανθρωπότητα διόρισε υπαλλήλους στο βρακί της.

Τι είναι ποιητής;

scan 43_6985675

Εν αρχή είναι η ματαιοδοξία, που συμπορεύεται πολλές φορές με τον πόνο και την απελπισία.

Αυτό το γηραλέο δίδυμο ερανίζεται από τους σπόρους των διαδοχικών μας αποτυχιών. Από την αμαρτύρητη εμπειρία που κυριαρχεί ως μοναδικό λίκνο της ολότητας, τα ανθρωπάκια που είμαστε ξεπέφτουμε στις κολοβωμένες μνήμες.

Φτιάχνουμε έναν ψευδέστατο μύθο για να κρύψουμε μέσα του τα τραγελαφικά μας αδιέξοδα.

Με σχεδόν μανιακή εμμονή τοποθετούμε τον εαυτούλη μας στο κέντρο του σύμπαντος. Τον φωτογραφίζουμε νομίζοντας πως έτσι δεν πρόκειται να εκμηδενιστεί. Τον διαστρεβλώνουμε για να χωρά στις διατυπώσεις των άλλων. Τoν περιχαρακώνουμε για να αρέσει.

Μέσα στο δαιμονικό σύμπαν ειδών εν εξελίξει, εν ατελεία και αλληλοσπαραγμώ, υπονομεύουμε αυτό που είμαστε με χειμαρρώδη ευκολία, ζητάμε επαίνους, αφήνοντας την καρδιά να αποκοιμηθεί απ’ τη μέθη της ματαιοδοξίας.

Όπως οι επικήδειες πομπές ενδιαφέρουν περισσότερο τη ματαιοδοξία των ζωντανών παρά τη μνήμη των πεθαμένων, έτσι τα έργα μας συνιστούν μια θαμπή κόκκινη γραμμή απελπισίας.

Τι είναι ποιητής; Ξεχασμένη γυναίκα, πεινασμένα παιδιά και ματαιοδοξία.

Εικονογραφία ζεύγους εν ηδονή

topor-souffle

Καταναλώνουμε σαν ξόανα αυτή τη γραφή της καταχνιάς των σοφών πάνω στους αιώνες και τιναζόμαστε αλαφιασμένοι μες στον ύπνο μας, έχοντας την αίσθηση του ροκανίσματος του ανθρώπου μες στο ίδιο μας το στόμα.

Συναντιόμαστε στο αρχέγονο δάσος της καταβρόχθισης. Εξολόθρευση αντί για απόλαυση. Πόλεμος αντί για έρωτα. Ελεύθερη πτώση και αυτοκτονικές τάσεις αντί για κωλοτούμπες και παιχνίδι.

Ακολουθώντας τα χνάρια της ανθρώπινης ματαιοδοξίας θα βρούμε μέσα στην τυπική θεατρική ατμόσφαιρα της συμβίωσης ανθρώπους που για το συμφέρον τους ακολουθούν τους ίδιους νόμους και φορούν με πάσα ειλικρίνεια τη μάσκα τους.

Η ζωή που κυλά ανάμεσα στο ζεστό ψιθύρισμα των ηδονών και στο άρρωστο κενό της συγκομιδής των θανάτων γύρω μας, διαθέτει πάντα ένα γερό χαρτί για να διαιωνίσει το τετραπέρατο ανθρώπινο ον.

Αυτό το πλάσμα που μπορεί και σκέφτεται άρα και να επαναστατεί. Που μπορεί να γίνει ποιητής, δηλαδή τρελός χωρίς το ζουρλομανδύα του.

Υπάρχει πάντα μια εποχή που ένας καλόγερος ξυρίζεται. Δε διαρκεί όμως για πολύ. Σε λίγο επιστρέφει στη γενειάδα του. Όλοι οι σοφοί κάποια στιγμή επιστρέφουν στη γενειάδα τους.

Γι’ αυτό υπάρχει το ποίημα. Γι’ αυτό υπάρχει ο εραστής και με μια κραυγή μέσα στους αιώνες επιβεβαιώνει τον αντιφατικό του βηματισμό.

Βροντοφωνάζει πως: Αυτό το ποίημα κι αυτός ο έρωτας είναι μονάχα μια πρόφαση. Με σώζει απ’ το θάνατο. Εδώ υπάρχω εγώ!

Εδώ είναι το βασίλειο της ελευθερίας μου. Εδώ βιώνω την εμπειρία της ηδονής που όποιος την καταναλώνει με μέτρο και νόμους δεν την φτάνει ως τα κατάβαθα του εαυτού.

Εκεί όπου η μηδαμινή στιγμή νικά την αιωνιότητα του θανάτου κι εκεί που ο σοφός είναι σοφός γιατί ανοηταίνει όταν το απαιτούν οι περιστάσεις.

Γίνεται έφηβος και νεολαίος και μαλάζει ερωτικά με τη χούφτα του την ψωλή του και το ροδαλό αιδοίο, γνωρίζοντας τα πάντα για μια στιγμή, μέσα στους αστρικούς βάλτους που αιμορραγεί ακόμα και η πιο αλαφροΐσκιωτη παρθενιά.

Tattoo

salvador-dali-tattoo

Τα σύντομα πάθη μας είναι πάθη γηροκομείου. Όμως τα πάθη της μέθης, το να τρως δηλαδή, λυσσωδώς, τα νύχια σου μέχρι το κόκκαλο και να σκορπίζεις το σώμα σου στην εξαγνιστική γενετήσια ανάγκη των πάντων είναι πάθη άλλων υπάρξεων που είναι πιο κοντά στο λιασμένο ένστιχτο και όχι σε κάποιο προθανάτιο Νενικήκαμεν.

Σ’ ένα παραμύθι για το Βούδα, ένας νεαρός πρίγκιπας ταξιδεύει μέσα στο δάσος. Μια άσχημη ξηρασία είχε στερέψει τις πηγές και οι όχθες δεν ήταν τίποτε άλλο παρά άμμος και πέτρες και φύλλα αποτεφρωμένα απ’ το σάτυρο ήλιο και την αναβροχιά.

Εκεί στη μέση της ερημιάς, ο πρίγκιπας βλέπει κοντά του σε μια απόμερη συστάδα μια πεινασμένη τίγρη να αργοπεθαίνει περιτριγυρισμένη απ’ τα μικρά της.

Η τίγρη τον βλέπει και τα μάτια της λάμπουν με τη φοβερή επιθυμία να ορμήσει πάνω του σχίζοντας τη σάρκα του στο μέρος της καρδιάς, ταΐζοντας μ’ αυτή τα μικρά της που δεν μπορεί πια να θηλάσει και τα οποία όπως κι εκείνη, θα πέθαιναν της πείνας.

Όμως είναι αδύναμη και κοκαλιάρα, ανίκανη να σηκωθεί και να του ορμήσει. Ξαπλωμένη, αξιολύπητη στη μητρική της απελπισία και στην επιθυμία της για ζωή.

Τότε ο νεαρός πρίγκιπας, με ατάραχη συμπόνια, βγαίνει απ’ το δρόμο του και πλησιάζει την τίγρη, που δεν μπορούσε να τον φτάσει και της δίνεται σαν τροφή.

Χιμά εκεί στα κοφτερά ακόμα δόντια για να ξεσχίσει τις σάρκες απ’ τα κόκκαλα, με μιαν απόκοσμη δόνηση που μοιάζει με ολοκληρωτική αποσάθρωση των αρμών της ανθρώπινης δέσης.

Ο νεαρός πρίγκιπας θα ομοιωθεί με το κρώξιμο ενός κοράκου, ο ίδιος ένα πάθος που ολοφύρεται στους αδένες μιας φύσης που αναρριχάται πάνω της η τίγρη.

Ο νεαρός πρίγκιπας ως παντεπόπτης οφθαλμός, έτοιμος να καταβροχθιστεί για να θρέψει το ανυπόταχτο κωδωνοστάσιο μιας άγριας μητέρας φύσης.

Η νεότητα και το πάθος για ζωή που θα αναστήσει τα αυριανά τέρατα.

Μακριά απ’ τα σύντομα πλαστικά μας πάθη ο νεαρός πρίγκιπας δίνεται στο ένα και μοναδικό του πάθος. Στη ζωή, που θα τον κατασπαράξει, αυτή την άγρια τίγρη που θα της χαριστεί ως μανιακός εραστής μέχρι να γίνει αφρός και ξύγκι στα σπλάχνα της.

Εξηγώντας στην κόρη μου γιατί οι άνθρωποι γαμάνε καρπούζια

karpoyzogamia

[Ο καλλιτέχνης Τότσικας επί το έργον] 

Οι άνθρωποι, εμείς, κατασκευάζουμε νυχθημερόν δράματα και ιστορίες γεμάτες θυμό, αμηχανία, ευθυμία, σπέρμα, αίμα και λοιπά.

Απ’ τους αρχαίους δασκάλους των κοινωνιών, που τις ξεσκάτιζαν καραβιές δούλων, μέχρι σήμερα έχει χυθεί πολλών κουβάδων νερό στον ιδιωτικό μύλο της συναισθηματικής ανάγνωσης.

Η κριτική της πίστης στο υποτιθέμενα αμετάβλητο αυτό σύστημα, που απ’ τους νόμους και τα συντάγματά του υπέρ του ανθρώπου, ξεπηδά πολύ εύκολα στους νόμους και στα συντάγματα της ζούγκλας, καθίσταται πολλές φορές ανήθικη, ανάρμοστη, κακόβουλη, περιττή και αγενής.

Η αγορασμένη διανόηση απ’ το κράτος και τους θεσμούς, οι νάρκισσοι κωλογλείφτες της εξουσίας, που φωτογραφίζονται και συνεντευξιάζονται ακόπως με τις αριστερές τους ευαισθησίες, που στην πραγματικότητα είναι υποκριτικός κωλοπαιδισμός, μας στήνουν στον τοίχο καθημερινά.

Μα δεν μπορείς ποτέ να σκοτώσεις την αλήθεια και την καύλα.

Οι βαρόνοι της πνευματικής κοκαΐνης που βαυκαλίζονται με πνευματικές μαλακιούλες ξέρουν πως στο τέλος το εμπόριο θα τους πλακώσει.

Ξέρουν πως η αλαζονεία τους είναι ιδεολογική τύφλωση και ηθική δειλία.

Ξέρουν πως τα δικά μας καυλιάρικα ποιήματα ούτε μπορούν να τα ζήσουν ούτε μπορούν να τα γράψουν. Γι’ αυτό τα κυνηγάνε και τα σβήνουν, νομίζοντας πως θα τα εξαφανίσουν, μα οι σπόροι της διάθεσης για έρωτα και επανάσταση είναι οι σπόροι της ζωής που ξεφυτρώνουν ακόμα και στη πιο σκληρή άσφαλτο.

Η αληθινή λογοτεχνική ερωτογραφία είναι η επαναστατική λογοτεχνία. Αυτή που χωρίς καμιά αμφιβολία θα σου δημιουργήσει μια σωματική εντύπωση κι αυτή που θα σου προκαλέσει μια συγκίνηση σωματικής τάξης.

Γιατί είναι προφανές πως όταν συμμετέχουμε σωματικά σε μια ανάγνωση δεν συμμετέχουμε αφηρημένα με την άκρη του μυαλού, αλλά επιδρούμε ευχάριστα ή δυσάρεστα, προκαλώντας ανεπαίσθητες διεγέρσεις, ενεργοποιώντας τις πιο βίαιες αλλά και τις πιο θετικές αισθήσεις που είναι και οι πιο ενδιαφέρουσες.

Η σκλαβιά και η απόλυτη υποδούλωση της σημερινής κακομοιριάς έχει έναν και μόνο εχθρό. Τον ερωτισμό.

Η σύγχρονη επαναστατική λογοτεχνία καταδεικνύει τις δυο όψεις μιας συνωμοσίας που έχει να κάνει με το βλαβερό. Γιατί είναι απολύτως υγιές, μιλώντας σε σωματικό επίπεδο, να αφήνεσαι στην ερωτική γλύκα του χαρμόσυνου μυστηρίου της ηδονής απ’ το να παθαίνεις κύρωση του ήπατος πίνοντας αλκοόλ.

Πολλοί μαλάκες ποτίζουν τα σπλάχνα τους οινόπνευμα και αυτοπυρπολούνται παίζοντάς το καταραμένοι. Μα το αλκοόλ είναι η νόμιμη κατεστημένη πρέζα. Το κατεστημένο σε σκοτώνει αργά, νόμιμα και παστρικά.

Πολλά καφενεία, ουζερί και μπαρ είναι γεμάτα με ηλίθιους αλκοολικούς που νομίζουν πως είναι και αντισυστημικοί. Οι ιστορίες τους είναι η λογοτεχνία του ξερατού και της κακομοιριάς.

Αν μπορούσαμε να έχουμε τον έρωτα-που μας τον στερούν, το κράτος και η εκκλησία, οι πιο σκληροί μηχανισμοί από καταβολής οργασμού-τόσο εύκολα όσο ένα ποτήρι βιομηχανική μπύρα ή ένα πακέτο Marlboro, κι αν είχαμε τη δυνατότητα, όπως συμβαίνει με το αλκοόλ και το τσιγάρο, να τον απολαύσουμε καταμεσής μιας πλατείας χωρίς να είμαστε αναγκασμένοι να τον κλείσουμε σε μια ρυπαρή κάμαρα, ο αλκοολισμός και η τοξικομανία θα εξαφανίζονταν τάχιστα.

Οι περισσότεροι άνθρωποι διαβάζουν κακή λογοτεχνία και πίνουν τόνους αλκοόλ και καπνίζουν ολόκληρη τη χημική βιομηχανία επειδή δεν γαμάνε.

Κανένα πλάσμα του σύμπαντος δεν έχει καταδικαστεί στα δεσμά της μονογαμίας και της αγαμίας και της κακογαμίας όσο ο άνθρωπος, επειδή έκανε συμβόλαιο με το θεό και το κράτος και την υποκριτική κοινωνία που κρύβει τις πουτανιές της κάτω απ’ το χαλάκι του νοικοκυριού.

Να ακούτε λοιπόν παιδιά μου, πάντα, την ιερή ευχή που ξεπηδάει απ’ τα ερωτικά ποιήματα. Άντε Γαμηθείτε.

Η σκέψη σου μ’ έχει μουσκέψει

iskepsi

Έχω μου σκέψη
Απ’ το νεφρό μέχρι το δόντι
Η σκέψη σου μ’ έχει μουσκέψει
Ενδοστρεφής από λαγνεία
Λαγνεύω κάποιου κράλη Συμεών το βλέμμα
Καθώς χυμούν συνδικαλίστριες ορμόνες
Στο υπουργείο σπέρματος
Στάζοντας λήθη η πότνια βάτος
Κι ο εγκέλαδος στάζοντας φτυσιά στην απληστία του Χάους
Αχ! σε τι κοχύλια μ’ έφερες
Και πας τη μια του θανάτου
Και πας την άλλη καταπάνω του φαλλού
Χλευάζοντας τα επίγεια
Σκαμπανεβάζοντας στο άπειρο της ηδονής την ανασούλα σου
Των σπλάχνων σου το άσπρο αλατάκι
Στ’ αγριολίθαρα
Τ’ ασπράδι σου στους όρχεις μου
Τι σαρκασμός!
Τι ονείρωξη!
Το χούγια φεγγοβόλα!

Ποίημα μειλίχιον οπωροφόρου οργασμού

milixio

Οργασμέ, μη σταματάς
αν σου κάνει ωτοστόπ το κορίτσι του Μάη
Ξεκίνησα οσιομάρτυρας
δικαιούχος ανασούλας απ’ την τρυφερή καρδιά της
ίσα για ν’ ακούσω λυγμούς και στήθος που κοιμάται
Να ανασαίνει
παίρνοντας τον πρώτο χόχλο η γλειψιά στις ρόγες
Οργασμέ από δίψα και ένδοξη παραφροσύνη
Οργασμέ που πύρωσες τη χούφτα μου διαλεκτική σχισμής
Τη γλώσσα αγριόγατα να παραφυλάει τη στύση
Βάζοντας το ερωτικό της φεγγαράκι ολοπόρφυρο
στην πιο βαθειά μου τσέπη
Όπως σουγιάς μπηγμένος στην κοιλιά του μηδενός
Όπως στάζει ο ήλιος τη χλομάδα του στα τρομαγμένα μάτια
Όπως βουλιάζει ανίδεη στους πόνους της αγάπης μια παιδούλα
με το δάχτυλο ξανά
μέχρι να έρθει ο πρώτος εραστής
να διακορεύσει ο λεχρίτης
δια παντός της παρθενίας την ψευδοκτρατορία
εκτινάσσοντας εκείνα τα μονοσύλλαβα ζουμιά
προς τους κολάφους

Αίμα πηχτό και γεύση από χείλη

lorka

Αίμα πηχτό και γεύση από χείλη, σήμερα
που οι κανίβαλοι ξύπνησαν νωρίς και
θυμήθηκαν το Λόρκα ποιητή στη Νόβα
Γιόρκη, να κρούει συνέχεια τη λύρα του
ως Ορφέας αγοραφοβικός ξενυχτισμένος
με αγόρια που τραγουδούσαν το δόξα εν
υψίστοις μες στης ύλης τα πυρηνοστάσια
με τα μαμόθρεφτα γύρω να τρέχουν να
προφτάσουν τις μετοχές και τη λαγνεία.
Αβανταδόρος κάθε ανυποψίαστου, σαΐτες
πετώντας στο χάρο μέσα του, όπως στην
εθνοσυνέλευση των διαβόλων οι ποιητές
υπερασπίζονται την ύπαρξη, όπως φαιά
καταχνιά μας σκεπάζει απ’ τους βουβαμένους
ουρανούς κι η μνήμη ελάφι που πάει να ξεδιψάσει

Σημείωμα περί ελευθερίας Ή Όταν οι αστοί παίζουν το πουλί του Αδόλφου

elefteri

Η ελευθερία, όπως και το σπέρμα, ανήκει στο παρόν και όχι στο παρελθόν και το ένδοξο μέλλον.

Λέμε όχι σε μια ελευθερία παγωμένη, στεγνωμένη πάνω σ’ ένα σεντόνι. Λέμε όχι στις σημαίες που θυμίζουν το ρυπαρό μας παρελθόν.

Στα όρια της ευπρεπούς συλλογικής ανοχής ελευθερία σημαίνει συμβιβασμός με τη φτώχεια και τον υπέρμετρο πλούτο, την αλαζονεία, τη μνησικακία, τη μισαλλοδοξία και τον αναρχοφασισμό που επιβάλει η κατασκευασμένη ημιμάθεια του μέσου όρου.

Κάθε μέρα ο ουρανός ξεδιπλώνει το άλλοτε κόκκινο και άλλοτε μαύρο παραπέτασμά του, που δεν το λεκιάζει καμιά ανθρώπινη ελπίδα. Άρα, η ελευθερία, πιστή στον προορισμό της θα ξεγυμνώσει την αλήθεια και θα την μεταχειριστεί όπως αρμόζει σε μια γυμνή γυναίκα, ολοπρόθυμη και συναινούσα.

Η ελευθερία έχει νόημα όταν μας επαναφέρει στην ισορροπία, στον μυθικό μας ομφαλό, στη λογαριθμική σπείρα ή στο ισογώνιο του Jacob Bernoulli, εικόνα της αιωνιότητας των κόσμων, και ως εκ τούτου στο αίσθημα της αιθέριας ερωτικής συναναστροφής.

Ναι, οι αληθινοί προπαγανδιστές της ελευθερίας και της καύλας, οι αληθινοί απόστολοι της μελλοντικής επανάστασης είναι βεβαίως οι λεγόμενοι ελευθεριάζοντες συγγραφείς.

Μακριά από την κατασκευασμένη λαγνεία του πολέμου και των συγκρούσεων και μακριά απ’ τη μικροαστική μιζέρια που κατάντησε τον κομμουνισμό ένα είδος εθνικιστικού κομφορμισμού ανοίγει ο δρόμος για την αληθινή επανάσταση του παρόντος.

Εκεί που δεν έχει εργοδότες και δούλους και καραβιές δυστυχίας και πατικωμένους ανθρώπους για τα λεφτά του Νιάρχου και του Ωνάση. Για τα ευαγή ιδρύματα πολιτισμού και τα χρυσωμένα κωλοδάχτυλα των αστών και των παρατρεχάμενών τους.

Εκεί όπου ο έρωτας δεν είναι το ξεκόλιασμα κι ο βιασμός μιας παιδούλας από ένα γέρο με λεφτά που πρέπει να του φιλήσει το στόμα με τα χαλασμένα δόντια και να του σαλιώσει τη μαραμένη μπάμια.

Εκεί όπου η λαγνεία δεν είναι ο ανταγωνισμός και η τρέλα της καθημερινότητας που φέρνει υπεραξία στο νταβατζή, αφήνοντάς τον ανενόχλητο να μασουλά έμβρυα σαν να είναι φρέσκες σαρδέλες.

ΒίΟΙ ΑΓΡίΩΝ

bioiagrion

[απόσπασμα]

Ο θεός έφτιαξε τον κόσμο ή ο κόσμος το θεό; Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Η ενοχή κρατάει όσο κι η τύψη ή λίγο πιο πολύ ή πολύ πιο λίγο; Η κότα έκανε τ’ αυγό ή το αυγό την κότα;

Πολλές φορές λυπάμαι μόνος μου και πολλές φορές λυπάμαι με παρέα και με άλλους. Μα πάντα απευθύνω ερωτήματα εις εαυτόν και τα χείλη μου τρεμοπαίζουν όταν ψιθυρίζω αλήθειες που βγαίνουν απ’ τα έγκατα κι απ’ το στέρνο μου, μα πάντα κάθε φορά επιχειρώ μια προσευχή προσωπική που την απευθύνω στον Ένα.

Ο Ένας είμαι Εγώ. Κι ο ένας Εγώ ξέρω πως δεν θα μάθω την πλήρη λογική του σύμπαντος ποτέ, μα θέλω κάποτε να πεθάνω τελείως, όπως επιθυμεί το Σύμπαν που με περιέχει και θέλω να πεθάνω δίπλα στο Σώμα μου. Δίπλα στο κορμί μου.

Το κορμί και το Σώμα που είναι πολλά κορμιά και Σώματα, πολλές ορμές γενετήσιες, πολλές πατρίδες και πολλά εγκλήματα.

Μέσα στο ενεργειακό πεδίο των νεκρών, εκεί που κάθε συζήτηση για καλό φαγητό και ηθικά πρότυπα είναι μια φάρσα και μέσα εκεί που ο πλεονασμός είναι σελίδες της Βίβλου λεπτές σαν περίβλημα κρεμμυδιού, πασαλειμμένες κοπριά και μαύρο αίμα. Μέσα εκεί ακόμα όλο ερωτήματα. Γεμάτος. Ξεχειλισμένος.

Γιατί η λησμονιά είναι συγχώρεση; Γιατί ο κόσμος γερνά σαν φοβισμένο σκυλί; Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Μου αρέσει ν’ ακούω το ξεφύσημα της ανάσας μου, γιατί ξέρω ότι ενοχλεί τους διπλανούς μου.

Μ’ αρέσει να απελευθερώνω το πνεύμα μου και τις πνοές μου, γιατί ξέρω πως ενοχλεί αυτά τα θλιβερά μαθητούδια της ζωής που περιφέρονται γύρω μου, με τις έγνοιες και τις σκοτούρες από λεφτά και χαρτονομίσματα και κέρματα.

Μ’ αρέσει ν’ αφήνω ελεύθερες απ’ το κεφάλι μου σκέψεις και ιδέες και εικόνες και κάβλες και δεκάρικους κυλιόμενους λόγους στον καθημερινό Άδη και στη ρουτίνα των άλλων που κρύβει μέσα της πολύ σκοτάδι και πολύ σεξ.

Μ’ αρέσει απ’ τη σκυθρωπή καρδιά μου να ξεπετάγεται μια ψωλή. Ένας πούτσος ωραίος σαν Έλληνας. Ένας που δεν έχει να δώσει λόγο σε κανένα αλλά έχει λόγο να πει. Ένας Εγώ σαν εμένα. Ένας που φυσάει μέσα στις χούφτες του.

Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Μου αρέσει ν’ ακούω τους δαίμονες της ανάσας μου, τα φοβισμένα ανθρωπάκια που τόσο πολύ τρομοκρατεί ο Τρισμέγιστος Υπηρεσίας. Ο δάσκαλος, ο παπάς, ο κατηχητής, ο διαφωτιστής, ο Σας Γαμώ Όλους Δίχως Σάλιο.

Κοιτάζω με βλέμμα απλανές το γραφείο μου, τα χαρτιά, το πουκάμισο του φιδιού, τις πέτρες, τα δόντια, τα δάχτυλα. Βαριέμαι. Ο κόσμος είναι βαρετός. Ο κόσμος κάνει επανάληψη. Μαθαίνει το ρόλο του. Μαθαίνει τους ρόλους του. Κάνει πρόβα τα λόγια του μπαμπά και της μαμάς. Τα λόγια του δικαστή και τα λόγια του αυτοκράτορα. Το λόγο του θεού και το λόγο του διαβόλου.

Βαριέμαι. Τα μικρά παιδιά βουλιάζουν στην πλήξη και τα μεγάλα παιδιά βουλιάζουν στην πλήξη.

Αρχίζω πάλι τα ερωτήματα. Το στόμα μου βγάζει φωτιές. Τα μάγουλά μου καίνε. Τα μάτια μου είναι φλογισμένα κι εγώ καλπάζω σαν τρελός.

Το σύμπαν είναι δικό μου. Όλα όσα διδάχτηκα τα ξεχνώ στη στιγμή. Τα ερωτήματά μου είναι τρελά, μανιασμένα. Το τρέξιμό μου είναι τρελό, μανιασμένο. Είμαι λαχανιασμένος. Τα βλέφαρά μου, τ’ αυτιά μου, τα ρουθούνια μου βγάζουν αίμα. Πεινάω για απαντήσεις.

Δεν έχω τίποτε να φάω και δαγκώνω τη γλώσσα μου. Το αίμα μου αχνίζει πάνω στα χείλη.

Τα Κατά Ψωλής Πάθη

ta kata

[τρυφερό απόσπασμα] 

Φίλες μου σας λιγουρεύομαι.
Είμαι φτιαγμένος από ψωλόχυμα
και τόσο δυνατός κάτω απ’ το χνούδι σας νιώθω
που ο πούτσος μου σκιρτά
όχι με σκέψεις αλλά
σαν άγρια γαϊδουρόπουτσα ποθεί
να ξεκολιάσει μια γαϊδάρα από σας
από το πρώτο σκαλί της ποιήσεως χοροπηδώντας
στους εφτά ουρανούς και στα μεσίστια μουνόχειλα.
Αχ! πόσες νικηφόρες πανωλεθρίες έχει υποστεί για σας
πόσους γκρεμούς και λαγκάδια
σε πόσους επιταφίους τρύπωσε από κάτω θριαμβευτής
περιμένοντας ιέρειες να τον βάλουν στο στόμα τους
θεούσες τρωκτικά μαλλιαρομούνες εμβριθέστατους γλουτούς.
Αχ! πόσους ήχους άφησε η άβυσσος
πόσες πορδούλες το άγριο ξέσχισμα
χύσι και αίμα.
Αχ! μουνάκι, μουσούδα του θεού και χαΐδολούλουδο
χίλια κόλπα που ξέρεις και χίλια μάτια που βγάζεις
για σε ο πολεμόχαρός μου Εαυτός αυξάνεται ολοένα
για σε εστέφθη αυτοκράτωρ
μέγα αγγούρι
Λουδοβίκος σοδομάκιας
φάλαινα φόνισσα και μελιτζάνα χαρωπή
αλαλάζοντας, Ου φονεύσεις τις καύλες
μονάχα τ’ ολόφρεσκο γάλα απ’ το σύκο της πιες
μονάχα μαργαρίτες μάδησε μες στων χυμών της το νεροζούμι.
Αχ! τουρλωμένος γυρνώ καρδινάλιος
ένα μαρκούτσι ολόκληρος
άχρηστος ντιπ για ντιπ
μονάχα δοξασμένος

Αφροδίσιες κλίνες

afrodisies

Είμεθα άνθρωποι και διανοητές που μας ενδιαφέρει το εθνικό συμφέρον. Όσο θα υπάρχει το γένος των ανθρώπων, ατάραχοι και αιώνιοι θα προπαγανδίσουμε το αρχαίο ρητό που λέει: Γαμάτε γιατί χανόμαστε.

Οι δρόμοι είναι δύο. Ο δρόμος της μαλακίας και της εργένικης κακομοιριάς από τη μια και ο δρόμος της ερωτικής μέθης και της δημόσιας εξουσίας τού σεξ απ’ την άλλη.

Όσο νωρίτερα το καταλάβουμε τούτο τόσο θα ευτυχίσουμε ως έθνος. Διότι το έθνος είναι αποτέλεσμα ένδοξων γαμησιών και διότι στάλα-στάλα η κλεψύδρα του αιωνίου παρόντος μας γυρνά στο χώμα και στο πετρωμένο δάσος των παθών.

Διότι το αρχαιότερο έθνος είναι και το νεώτερο. Διότι για να μάθουμε τη γλώσσα του παραδείσου θα πρέπει να ξεριζώσουμε τη γλώσσα των πατέρων μας.

Και βεβαίως από εθνική άποψη η ερωτική λογοτεχνία και τα καυλιάρικα ποιήματα είναι ένας από τους πιο σπουδαίους παράγοντες καταπολέμησης της υπογεννητικότητας.

Ο πρίγκιπας των ποιητικών απολαύσεων και των σεξουαλικών γλυκαδιών, στα Κατορθώματα ενός νεαρού Δον Ζουάν, μας μιλά για τον φοβερό αυτό τύπο που, αφού έκανε παιδί με την νεαρά υπηρέτρια Ούρσουλα αλλά και με την αδερφή του Ελίζα, αλλά και με τη θεία του Μαργαρίτα, καταλήγει:

«Την ίδια μέρα έγινα νονός του μικρού Ροζέ της Ούρσουλας, της μικρής Λουίζας της Ελίζας και της μικρής Άννας της θείας μου, όλα παιδιά του ίδιου πατέρα και τα οποία δεν θα το μάθουν ποτέ. Ελπίζω να αποχτήσω και άλλα πολλά και, με αυτόν τον τρόπο να εκπληρώσω ένα πατριωτικό καθήκον, την αύξηση του πληθυσμού της χώρας μου».

Ομαδικός τάφος ή Η σιωπή είναι χρυσός

omadikos_tafos1480274732

Κάποιος κάπου κάποτε, μου είπε: ποτέ μη μένεις θεατής μπροστά στην αδικία ή την ανοησία, στον τάφο θα έχεις άφθονο χρόνο για να σιωπήσεις.

Ο έρωτας στα χρόνια της μπριζόλας

erotaw

Όταν η γραφή μεταμορφώνεται σε λαλιά γίνεται το αντηχείο της ίδιας της αναπηρίας μας.

Υπό την επήρεια του συναισθήματος το γράψιμο μοιάζει με τη φωνή της ανάγκης για εξομολόγηση και γίνεται χνώτο της ακοίμητης ανάσας του σκοτωμένου εαυτού.

Γιατί, για να εξομολογηθείς πρέπει να κάνεις φόνο. Γιατί, μονάχα οι φονιάδες εξομολογούνται. Γιατί, ο αβάσταχτος πόνος ακούγεται παράφωνος όταν δεν αντηχεί στ’ αυτιά των πλασμάτων που μας περιβάλουν.

Η φωνή και η λαλιά και η κραυγή είναι βαθύτατα κυριαρχικές απίστευτες αισχρότητες, τυλιγμένες πολλές φορές στο ματωμένο ύφασμα της πιο βαθιάς αθωότητας.

Η εξομολογητική γραφή δεν είναι τέχνη, αλλά μπορεί να γίνει τέχνη όταν ξεφύγει απ’ την καταναγκαστική κλάψα.

Μπορεί να γίνει τέχνη όταν σκοτώσει το κατοπτρικό φάντασμα της εσωτερικότητάς μας, αφήνοντας ελεύθερες τις σκέψεις στην αμοιβαία γυμνότητα των κοινών μας πόθων.

Πρέπει εδώ το ένστιχτο να μπορεί να αγκυλώνει τη γλώσσα και να μπορεί να γίνεται βούρδουλας των εφησυχασμένων συνειδήσεων και των παραιτημένων σαρκίων.

Η βελούδινη βιαιότητα της γοητείας των λόγων μας είναι τόσο επαναστατική που επαναδιατυπώνει κάθε φορά τη διαλεκτική σχέση μεταξύ ύλης και σκέψης.

Γιατί πρέπει να καταλάβουμε κάποτε πως η γραφή δεν είναι γνώση, αλλά παρατήρηση του κόσμου μέσα από έναν ελεύθερο τρόπο ζωής. Κι αυτό δεν χωράει συναισθηματισμούς.

Οι συναισθηματισμοί γίνονται μανιέρα και υποχθόνιοι μετρικοί κανόνες της υπαρξιακής μας αγωνίας. Γίνονται θέατρο και υποκρισία απελπισμένων όντων που διακονούν τη σαβούρα τους στο εμπόριο.

Γίνονται συνεντεύξεις μαλακισμένων ανθρώπων που μαϊμουδίζουν τους καλούς τρόπους των αφεντικών τους. Γίνονται κακή κοπριά που μας μαγαρίζει.

Γι’ αυτό μια είναι η λύση. Ατέλειωτη αίσθηση ιλίγγου. Εκσπερμάτωση. Επιστροφή στη Φύση. Και Γαμήσι. Και κυρίως μην αφήσουμε πίσω μας ούτε μια λέξη τυραννική. Σημαίες, πατρίδες, αγίους και λοιπά σκατά και κόπρανα.

Το Ποίημα Αρχίζει Εκεί Που Τελειώνει Η Λογική

a1

Το ποίημα αρχίζει εκεί που τελειώνει η λογική
ο θάνατος του εμποράκου και η γέννηση του γαμευτή
το ποίημα είναι κάποιας μήτρας,
κάποιας μαμάς σπασμός προθανάτιος
μες στον απέραντο του αίματος λεκέ
μέσα στου ντοματοπελτέ τη ζουμερή γλυκάδα
το ποίημα είναι του ξεγυμνωμένου σπλάχνου αχνιστή ζωή
και είναι του μαστού η παρηγοριά
πότε αιχμηρός φαλλός στης νύχτας τα καπούλια
και πότε φασουλάδα
μες στου σύμπαντος την άπειρη κοιλιά
το ποίημα με δικαστική απόφαση
εκδοτών και εκδιδομένων γητευτών
είναι παράνομο αντισυνταγματικό αντίδρομο αντιεμπορικό
το ποίημα πάντα είναι εδώ και σπαρταρά
του γλάρου-αναγνώστη περιμένει τη χαψιά

Περεστρόικα

Viksraitis_slider

Το ποίημα είναι ο συντομότερος δρόμος μεταξύ δυο ανθρώπων που θέλουν ο ένας να φτάσει στον άλλο.

Απ’ τη φαντασία στο βιωμένο γεγονός και στην πρώτη ύλη του ερωτικού βλέμματος, με τα όρια δυσδιάκριτα, αφού και η φαντασία είναι μια μορφή μνήμης γεμάτη βίο και βία, απ’ αυτή που μας καταχώνιασε η μαμά, ο μπαμπάς, η κακή εκπαίδευση κι ο μισός ντουνιάς που πέρασε δίπλα μας.

Αν μας λείπει κάτι σήμερα για να βρεθούμε με τον Άλλο, αυτό είναι το Αύριο. Όχι το Αύριο ως άσυλο υποχρεωτικό της ύπαρξής μας αλλά το Αύριο ως λιβάδι ή ως ορίζοντας χαράς.

Οι σοφοί Ινδιάνοι που τους κατέστρεψε η ιερά σύνοδος της εκκλησίας του κέρδους λέγαν πως όταν σκέφτεσαι το μέλλον να κοιτάς πίσω, όταν σκέφτεσαι το παρελθόν να κοιτάς μπροστά κι όταν σκέφτεσαι το παρόν να κοιτάς πάνω. Δηλαδή τον ουρανό.

Ο ουρανός είναι χαρά και ηλιόλουστη διάθεση. Ο ουρανός είναι η μια και μοναδική μας πατρίδα αφού δεν διαθέτει σύνορα φράχτες παλούκια και μισαλλόδοξες σκατούλες αντρών και γυναικών που ξύπνησε μέσα τους ο χίτης μπαμπάς και ο ταγματασφαλίτης θείος.

Ο ουρανός είναι αυτός που μας παρακινεί συνεχώς να μην ξεχάσουμε να χαρίσουμε τον εαυτό μας στους άλλους.

Ο ουρανός δεν ασχολείται με παρηκμασμένους λογοτέχνες που περιφέρουν τις νευρώσεις πολυτελείας στην αγορά.

Ο ουρανός δεν ασχολείται με αγορασμένους ανθρώπους που διακονούν το συστημικό μισανθρωπισμό.

Ο ουρανός δεν ασχολείται με τους εχθρούς του Εμπεδοκλή που έλεγε: Αυτόν το δρόμο βαδίζω κι εγώ τώρα, φυγάς, θεόθεν και αλήτης, στη μανιασμένη διαμάχη υπακούοντας.

Μάσκα ομορφιάς

maska

Η τάξη έχει καταρρεύσει προ πολλού. Αλλά αυτή η τάξη ήταν μηχανισμός τρόμου και πόνος.

Ήταν κόσμος κομμένος και ραμμένος πάνω στον άξονα μιας ισχυρής αρχής που μπορούσε να μεταμορφώνεται από πηχτή σκιά σε κεραυνό στην κορυφή του στερεώματος.

Μα η τάξη αυτή γέννησε και το κατοπινό χάος, όπου η γραφή ως όχημα ιδεών πήρε τη θέση πυροβόλου όπλου. Κι όσοι πιο πολλοί σπουδάζουν τη μηχανική των ιδεών τόσο πιο πολύ πολλαπλασιάζονται τα όπλα.

Ο καθένας έχει την πολυτέλεια να πυροβολεί απ’ το παράθυρό του μέσα στην εξασφαλισμένη του ιδιωτικότητα απ’ την αστυνομία, το κράτος, την εκκλησία, τους θεσμούς.

Η εφεύρεση της μονάδας μέσα στον κατανυκτικό σαδισμό του ανταγωνισμού έλυσε το πρόβλημα στους διαχειριστές του χάους.

Έχουμε ακόμα το κουράγιο να ισχυριζόμαστε ότι με το να αποδεχτούμε άφοβα τις καύλες μας, κάνοντάς τες αφετηρία και αρχή κάθε λόγου, δίνουμε στη ζωή το σταθερότερο θεμέλιο που θα μπορούσε ποτέ να ελπίζει ότι θα έχει.

Είμαστε μονάδες, και με όρους απόλαυσης αλλά και με όρους εκμετάλλευσης.

Βρισκόμαστε στην κόψη της αντίφασης μεταξύ απόλαυσης, δηλαδή πόνου χαράς, και μεταξύ κακοπάθειας, δηλαδή πόνου δυστυχίας. Τόσο που να λειτουργεί ετούτο το σωματικό ξυράφι ως φόβος που κατακρεουργεί το σύνολο της ανθρώπινης συνύπαρξης.

Τόσο που για λόγους εθελοτυφλίας και δειλίας κόβουμε τη μοναξιά μας σαν υπαρξιακό ξεροκόμματο, βουτηγμένο στα σεξουαλικά υγρά, και την πετάμε στους ανεκπλήρωτους έρωτες και στους φτωχούληδες του θεού των μικρών πραγμάτων.

Αντί στεφάνου

erow

Ντοπαρισμένος υλιστής, βαθειά
στα κόλπα. Aστεράκι μετέωρο
πανδαίμων, πυρολάτρης, χιμαιρικός
βουίζω ζερβά ίσαμε τη βλάστηση
του αυτιού μιανής που μπάταρε
όπως η ανθρωπότης. Όλο λιβάδια
και ρυτίδες και μιας παιδούλας τα
μυστικά στην τερατώδη μου παλάμη.
Χνάρια και γραμμούλες δείχνουν
πόσο παντοτινά χωρισμένος είμαι απ’ αυτήν.

Το εργοστάσιο των κουραδιών

to ergo

Πλάθουμε πολλές φορές στο μυαλό μας εικόνες για να σκοτώσουμε την κοσμική μας μοναξιά. Βλέπουμε στους βράχους πρόσωπα και στους ουρανούς θεούς, διαβόλους και αγγέλους.

Απ’ το παιχνίδι της παρατήρησης των πρωτόγονων ανθρώπων περάσαμε αισίως στις χατζάρες και στις σταυροφορίες και στις έξυπνες βόμβες των χριστιανών εναντίον των απίστων και των βαρβάρων.

Όταν ακούω την έκφραση ανοιχτή κοινωνία μου έρχεται να ξεριζώσω τις αρχιδότριχές μου.

Ένας συρφετός υπαλλήλων και μισθοφόρων της πιο άθλιας έκφρασης αυτού που ονομάζουμε δυτική κουλτούρα θρέφει το αυγό του φιδιού με τον πιο λεπτεπίλεπτο συγγραφικό οίστρο.

Όταν ξεσπαθώνεις εναντίον μιας θρησκείας, δηλαδή εναντίον μιας οργανωμένης μεταφυσικής μαλακίας, χωρίς να φανερώνεις τα αίτια που τη γεννούν και την αναπαράγουν τότε ξεσπαθώνεις εναντίον αθώων ανθρώπων, θυμάτων του ιερατείου και της στοχευμένα κακής εκπαίδευσης.

Όταν σε τρώει το μουνί σου ή ο πούτσος σου για το Ισλάμ και δε σε τρώει για το σαρκοβόρο Άγιο καπιταλισμό μέσα στον οποίο ενσωματώνεσαι καθημερινά με τον πιο χυδαίο τρόπο, τότε είσαι αμερικανοτσολιαδάκι με γαλλική κιλότα και οξυζενέ μαλλί.

Μα όλος αυτός ο βρωμερός αναρχισμός του μικροαστού που εκφράζεται συστηματικά από την αμερικάνικη πρεσβεία και τα έντυπά της κουμπώνει πάνω στη νεοελληνική φαρσοκωμωδία.

Ακαδημαϊκοί σαλτιμπάγκοι που πατρονάρονται ως σοφοί στον τηλεοπτικό αχταρμά-με τον καλύτερο απ’ αυτούς να έχει γαμήσει τη μάνα του-, συγγραφείς και δημοσιογράφοι και κωλογλύφτες της εξουσίας, μικροεπιτήδειοι εκδότες που φαντασιώνονται πως είναι απόγονα τέκνα του Προυντόν και του Μπακούνιν, βαρόνοι της ποιητικής κλάψας και της απατεωνιάς περιφέρουν τις καλλιτεχνικές αιμορροΐδες τους στα καθίσματα της πλατειάς Εξαρχείων πουλώντας επανάσταση για την καύλα τους. Για το στομάχι και το χοντρό τους κώλο.

Ντίλερ της λεγόμενης ανοιχτής κοινωνίας που τη νοιάζει μόνο η κωλοτρυπίδα της, τυλίγοντας μέσα της τις λίγες κοκκαλιάρικες «αιώνιες αλήθειες» που χρησιμεύουν μόνο για να μεγαλώνει η κατανάλωση των άχρηστων εμπορευμάτων της.

Φιλάνθρωποι, οικονομιστές, ανθρωπιστές, διορισμένοι νταβατζήδες που ασχολούνται με την καλυτέρεψη της κατάστασης των εργαζόμενων τάξεων, οργανωτές της αγαθοεργίας, μητροπολίτες και δημιουργικοί επιχειρηματίες, προστάτες των ζώων, ιδρυτές συλλόγων υπέρ της μετριοπάθειας και παρδαλοί ψευτομεταρρυθμιστές σέρνονται σαν κουτάβια στην αυλή του μεγάλου Ποσάδα.

Άλλοι περιμένουν το βραβείο τους απ’ την ακαδημία Αθηνών, άλλοι περιμένουν να τρυπώσουν σε επιτροπή σοφών και άλλοι να τα πιάσουν χοντρά για να αγοράσουν εξοχικό στο Αιγαίο. Να κοιτάνε τη θάλασσα και να γράφουν λίβελους για το γαμημένο Ισλάμ, ξέροντας πως η ανοιχτή τους κοινωνία είναι η κρεατομηχανή της εργατικής δύναμης όλων μας.

Περί έρωτος πάλι

kosmolo

Η λογική μού δάγκωσε τη γλώσσα
και τι να πω; όλο βαρβαρικά ονόματα
και προφήτες και βαρβιτουρικά για τους
εκατόν δύο Προσκυνητές του Μεϊφλάουερ.
Mνήμες από λαδερή ντομάτα στη σχάρα
μνήμες από ισθμό της Κορίνθου και
αχόρταστους χασικλήδες. Με το δισάκι
στον ώμο περνώ απ’ τον κόσμο σας
μισός Αιτωλός και μισός Ακαρνάν πάω
να βρω γυμνοσάλιαγκες και γυμνές
πάω να πω τα κάλαντα στο σύμπαν

Εισαγωγή στα κολάζ του Rocío Montoya

Rocio-Montoya-Vintage-Collagen

Ανακαλύπτω τον κόσμο με τα μεγάλα
μαύρα μυστικά, τα γαλλικά και το πιάνο,
την κονσέρβα και τον κονστρουκτιβισμό,
τα ωραία λογοπαίγνια κάτω απ’ τη σπάθα
του Δαμοκλή, τους υγρούς φασίστες
δασκάλους που δεν αφήσαν ούτε ένα
αμαγάριστο όστρακο κάτω απ’ τη γλώσσα τους,
το μανιχαϊσμό και τις νυχιές απ’ τις φράσεις
και τις λέξεις ανακαλύπτω πως είμαι αυτός
που κούρνιασε στις αμμουδιές και τις λίμνες
μαζί με την ανδρόγυνη μεγάλη έκρηξη στα
μπούτια και στους λευκούς γλουτούς και
στα έφιππα καπούλια μιανής που παραχάραξε
την ναυμαχία της Ναυπάκτου, την ναυμαχία
οφθαλμό αντί οφθαλμού και το ζουμάκι που
στάζει η πασίγνωστη φθορά εδώ κι εκεί

Για την αποκατάσταση της αλήθειας Ή Σάλιο στο βυζί

sali

Τι να πω για την τέχνη μου που ανασηκώνει
στάχτες, δονήσεις και δαγκωμένα φιλιά!
Πιπιλίζω τώρα το νόημα του Διόνυσου για να
αντηχήσει σύγκορμος ο συμφραζόμενος σπασμός
ρίχνοντας σκόρπιο σπερματόσπορο στα στηθάκια
κορασίδων που δε τα μαγάρισαν οι βλακώδεις
αυταπάτες ευτυχίας συγγενών φίλων και γνωστών
και μελλοντικών συζύγων. Και τι να πω στην ανάσα
του λύκου που σφαδάζει πάνω στη σελίδα σε μιαν
αληθινά μαινόμενη καβλομαχία φαντασίας και
χαλασμού! Αχ μανούλα μου και πονεμένη ανθρωπότητα
θα με αποκαλέσουν μαέστρο και σεξουαλικό ερπετό
θα με πουν αραχνοΰφαντο και βλαμμένο, θα με πουν
ρεμάλι και καταστασιακό του παθιασμένου φιλιού και
του φιλιού με όση γλώσσα χρειάζεται η σπατάλη για
να βάλει φωτιά στα ρουμάνια της Νέβεσκας και στα υγρά
συμφραζόμενα μουνάκια του παλίμπαιδος έθνους μας.

Απορίες του Pablo Picasso τη νύχτα

aporiew

Γνωρίζουν οι κολποφύλακες του ναού σου την Ισπανική;
Γνωρίζουν πως ψάχνω βαρύοσμα ψαχνά αδρεναλίνης;
Γνωρίζουν τι εστί εκμαυλισμός των οριζόντων;
Γνωρίζουν πως νιώθει ο αφαλός ενός τρελού στο Γιβραλτάρ;
Γνωρίσουν μιγαδική ανάλυση και χνούδι;
Γνωρίζουν τι οχιές πατικωμένες έχει το σαρκίο μου;
Γνωρίσουν πως κοιτάζονται στα μάτια δυο αγρίμια;
πως τρώει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι;
Γνωρίζουν πως για πάντα θάφτηκα στις λάσπες της Γκερνίκα;

Love is in the air

lover

Θα σου προφέρω τις τελευταίες μου
λέξεις και θα κοιμηθώ, δείχνοντας το
φουντωτό σου αιδοίο στους περαστικούς
αιωνιότητα. Μπράτσα χέρια δάχτυλα
αυτιά μύτες και ματοτσίνορα περασμένα
στο βελονάκι της ηδονής. Όποιος πονάει
χαίρεται κι όποιος πονάει παραπάνω
χαίρεται ακόμα πιο πολύ. Τόσο κοντά
είν’ ηδονή και πόνος. Κι ο έρως δεν
χρειάζεται μαμή για να τον ξεγεννήσεις
γλιστρά όπως γλιστρά το δάχτυλο παντού
εκεί για πάντα στις σχισμές.

Απεριτίφ

gkros

Σμήνη γονέων πέφτουν πάνω στα παιδιά τους να τα πνίξουν. Η αιτία παραμένει άγνωστη. Κανείς δεν λογαριάζει κανέναν. Βρέχει κατσαρίδες και αστραπές. Βρισκόμαστε στο τελευταίο στάδιο εμμηνόπαυσης του καπιταλιστικού ρεαλισμού. Ο Γκρος σχεδιάζει τον καπιταλιστή σαν ένα άσχημο και χοντρό εγκληματία. Μα ο καπιταλιστής μπορεί να είναι όμορφος, ένας καθωσπρέπει οικογενειάρχης με όμορφες κόρες. Ο Αρντς απεικονίζει τη θέση του καπιταλιστή μέσα στο σύστημα παραγωγής, γι’ αυτό δεν τον κάνει τόσο άσχημο όσο τον κάνει ο Γκρος. Στις κοινωνίες των μικροαστών στις οποίες ξέπεσε η τέχνη η συνειρμική αφήγηση διακόπτετε από διαφημίσεις ή αναγγελίες θανάτου ή πρόσκληση για σκληρό σεξ. Και στο βάθος ο νεκρός ποιητής παρακολουθεί το νεκροστόλισμά του.

1+1=1

ena

στο Γερμανό καλλιτέχνη Pierre Schmidt

Ότι γράφουμε το έχουμε πληρώσει ακριβά. Κανείς από μας δεν αποτελεί θρύψαλο μιας γενικευμένης ψευδαίσθησης. Κάθε πράξη μας σημαίνει πως είμαστε παρόν και πως παραδιδόμαστε στον άλλον μέσω της ελευθερίας που διαλέγει τον έρωτα του παντός κι όχι το φετιχισμό του.

Πίσω απ’ όλα τα κατορθώματά μας κρύβεται η αγωνία πως θα συναντηθούμε με τον άλλο.

Στον τόπο που δουλεύει ο αλγεβρικός λογισμός της καρδιάς που έχει αίμα και πολύπλοκους δακτυλίους και δαιδαλώδεις απολήξεις στα ερωτικά μας όργανα. Το μάτι, το αυτί, τα ρουθούνι, το στόμα.

Υπάρχει μια σκηνή στη νοσταλγία του Ταρκόφσκι όπου ο ποιητής πηγαίνει στο σπίτι ενός τρελού. Ο τρελός, που είναι κι αυτός ποιητής πριν και μετά τον ποιητή, γράφει σ’ έναν τοίχο του σπιτιού του: 1+1=1.

Ο ποιητής ζητά εξηγήσεις. Τι σημαίνει αυτή η παλαβομάρα. Και τότε ο τρελός παίρνει το χέρι του ποιητή και του ανοίγει την παλάμη για να στάξει μέσα της μια σταγόνα από ένα μπουκάλι, κι ύστερα άλλη μια που ενώνονται με την προηγούμενη και γίνονται ένα.

Αυτό το ένα που δεν είναι αναλλοίωτο, αφού με τη σειρά του κι αυτό θα προστεθεί στο ένα για να μας κάνει πάλι ένα.

Τα μαθηματικά του θανάτου είναι προσθαφαιρέσεις λογιστών ενώ τα μαθηματικά της ζωής είναι ποίηση δια βίου.

Είμαστε η φωνή των πραγμάτων, κι ότι μας μαγεύει έχει τις ρίζες του στις καρδιές μας.

Γράφουμε χρησιμοποιώντας ένα όπλο που μας δόθηκε όχι για να σκοτώνουμε ανθρώπους αλλά για να τους φέρουμε κοντά μας. Να τους αναστήσουμε με όλο το λυρικό φονταμενταλισμό της κάβλας μας και της ανησυχίας μας, μετρώντας το ακριβές βάρος του σύμπαντος με λέξεις.

DOCOUMENTA

docy.jpg

Τα πάθη του ανθρώπου μες στην ορμητικότητά τους δικαιώνουν ενίοτε το έγκλημα. Ο καλός και ο κακός ψηλαφούν την ένταση της φήμης τους με ανάλογες πράξεις.

Κάποιος μπορεί να περάσει ένα σύρμα απ’ το ρουθούνι σου για να σου τρυπήσει την καρδιά. Μια μαζορέτα μπορεί να σε δηλητηριάσει με τη σπαραχτική της θηλυκότητα κι ένας ψεύτης να θυμώσει τόσο τις λέξεις που ν’ αρχίσουν να κόβουν λαρύγγια.

Η Ευρώπη χαμογελά όπως όλοι οι διεστραμμένοι. Έχει διαψευσθεί. Δεν είναι το παν να είσαι ελεύθερος στη ζωή. Η ελευθερία είναι η μέγγενη του πλούτου που διαθέτεις. Και η ελευθερία που κατακτούν οι φτωχοί είναι αναπηρία και δουλοπρέπεια.

Για άλλους είναι η φήμη, ο έρωτας, η ανεξαρτησία, μα η ορμή όλων αυτών όταν ξεπερνά το σκοπό, μ’ ένα έντονο και ζηλότυπο πάθος φτάνει αρκετά γρήγορα στο σημείο να καταφρονεί την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Κι όταν όλα συντρίβονται μένει πίσω η τρέλα ως καλλιτεχνική πράξη. Εκεί που οι άθεοι και οι ακόλαστοι ζευγαρώνουν με τα λεφτά. Και το πάθος γίνεται προγραμματισμένο καθήκον και η κάβλα γίνεται γιρλάντα από σκουληκιασμένο πρωκτό. Εκεί που η δόξα δεν είναι παρά απόκομμα εφημερίδος και ύποπτες επιδοκιμασίες και ψήφοι του λαού που θα στραφούν εναντίον του.

Εκεί που η πιο άχαρη κενοδοξία διακοσμεί τους τοίχους των πλουσίων αδερφών με συκώτια ξεριζωμένα και δάχτυλα λιωμένα απ’ τις πιο πυρωμένες λαμαρίνες του θεού που κυβερνά τον κόσμο των ανθρώπων.

Του θεού που ως κερδώος Ερμής λεηλατεί τα κουφάρια κάθε βρέφους που προσπαθεί σαν επίμονο ρόδο να φυτρώσει στα χαλάσματα.

Του θεού που διδάσκει το δόλο και τον αυτοσαρκασμό όταν δεν πουλάει αγάπη και λιωμένες σοκολάτες στον απέραντο τρίτο κόσμο της φτώχειας που μοιάζει πλέον με φυσικό φαινόμενο.

Μα έρχεται κάποτε η ώρα που ο κατακτητής αισθάνεται νικημένος απ’ την κατάκτησή του. Και η ώρα που ο ερωτευμένος αποφεύγει την ερωμένη του και η ώρα που η ανέχεια γίνεται για το φιλάργυρο το ίδιο το σύμβολο του πλούτου.

Η απελευθέρωση της σκέψης έφτασε στην επιβράβευση της τερατωδίας.

Γερμανοί συνταξιούχοι περιμένουν το χάδι της μελαμψής κοπέλας απ’ το Κομπάνι την ώρα που θα τους αλλάζει τον καθετήρα. Γάλλοι στρουκτουραλιστές σφουγγαρίζουν την αίθουσα του εθνικιστικού βαλς των νοικοκυραίων και βέλγοι τραπεζίτες αγοράζουν οικόπεδα στη Βοϊδοκοιλιά.

Νύχτα του Μεσαίωνα και νύχτα της αναγέννησης και της τύψης. Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και νύχτα από κρέας και θύελλα. Νύχτα από ένδοξο παρελθόν και σφαγές. Νύχτα από πετσοκομμένες κλειτορίδες και ναζισμό.

Νύχτες από καρναβάλι και Χριστούγεννα. Νύχτες, μακριά, σε αφώτιστα κουζινάκια, εκεί όπου μισοπεθαμένες μανούλες σπάνε τις κόνιδες των μωρών με τα νύχια λίγο πριν τον τελευταίο βομβαρδισμό.

Ο Σφαλιάρας και ο Πετσοκοκεφτές

sfaliar

1η δημοσίευση στο γερμανικό περιοδικά DADA

Εδώ αρχίζουν τα έργα της Ιεχωβάδικης λογικής. Αυτή η φουσκονεριά, αυτή η ναυτία. Αυτοί οι ιμάντες από θέαμα και υγρασία και μοναξιά. Δυο άντρες στο άντρο τους, μοιράζουν φυλλάδια με λόγια του Χριστού.

Ο Χριστός είπε πως η αγάπη είναι το εσώρουχο της ψυχής. Μα η ψυχή μου είναι θηλυκιά κοπέλα χριστούλι μου και το σουτιέν της και το βρακί της είναι αγάπη. Είναι το άρωμά μου σα να λέμε και το κλειδί της ύπαρξής μου. Είναι αυτό που με κορώνει και με διαπερνά.

Καμιά λογοτεχνία και καμιά λογική. Οι κομψοί φραμπαλάδες απλωμένοι εκεί στα σχισμικά έγκατα και τα βυζιά και τις ρόγες. Πηδάλια εκσπερμάτωσης και βυρσοδεψία. Κιλότες σχεδιασμένες απ’ τις διάνοιες της ανελέητης Ορθοδοξίας των συμπαντικών υγρών.

Ανελέητα πένθη του Γιαχβέ κεντημένα με τις κλωστούλες της ανάσας μου. Ένστολοι φρύνοι εμείς οι κατά βούλησιν γαμιάδες. Εμείς που απ’ τ’ αυγό μας όταν βγαίνουμε μυρίζουμε κρίνους και πούτσους και μουνάκια.

Ω! ψυχή μου εσύ, ένας αχερώνας γεμάτος καλοξεραμένο άχερο και χόρτο, και μες στη μέση μια μεγάλη φωτιά από ξύλα που πετά σπίθες και φλόγες σ’ όλο τον αχερώνα.

Με καίει, με πυρπολεί, με ποθεί. Η παρουσία της με σάρκα και οστά φωτίζει τα εκθέματα. Κομπινεζόν, κολάν, κάλτσες, σλιπ και φανελάκια. Αντικείμενα ορφανά χωρίς αυτήν. Χωρίς την ψυχούλα και την ψίχα της.

Ο Σφαλιάρας και ο Πετσοκοκεφτές μοιράζουν φυλλάδια στο Μοναστηράκι. Το ιερό καθήκον τους είναι να με κάνουν να πιστέψω. Μα ο Χριστός είπε, δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ, ή σώστε με αμέσως ή σταυρώστε με.

Και τότε ξεσπάει μια θύελλα ντανταϊστική στην αρχαία αγορά. Τουρίστριες αμερικάνες, γυναίκες μαλλιαρές. Η πτώσις της τιμής των εσώρουχων αμέσως προκαλεί το διπλασιασμό των οργασμών. Ντύστε καριόλες τις ψυχές σας. Βρακάκια και βρακιά λογιών-λογιών.

Ω! ψυχούλα μου βρακώσου, για να’ ρθει ο εραστής σου ο Ιησούς. Εδώ πωλούνται κιλότες για σκίσιμο, ερωτικές κασέτες με παρτούζες και πιπίλες. Εδώ ο Γιαχβέ μιλά με τσιτάτα και ρητά. Λίγο πριν μπει ο κοσμάκης να ψωνίσει με τα μάτια έρωντα και λουλουδιασμένη Ιτιά. Λίγο πριν περάσουν ανάμεσα απ’ τον Σφαλιάρα και τον Πετσοκοκεφτέ. Και εις την πλατεία Αβυσινίας δουν από δεύτερο χέρι χάντρες και φυλαχτά.

Εκεί που ο Γιαχβέ θα με κάνει αρχηγό του κράτους των ψυχών. Μόδιστρο κάθε ψυχούλας. Εκεί που θα με ονομάσει πρόεδρο του Σώματος πυροσβεστών της καυλωμένης οικουμένης, εκεί που θα με κάνει Λυκειάρχη και Λύκο, εκεί που θα με διορίσει επόπτη του Νεκροτομείου Οργασμών.

Εκεί που θα μ’ αφήσει να βλέπω τις ψυχούλες να στριφογυρίζουν σ’ έναν φαύλο κύκλο. Και θα τους κάνω κήρυγμα εγώ. Εγώ ο μετεμψυχωτής κάθε διάνοιας. Εγώ, που θα τους λέω: Ψυχούλες, μες στο κλουβί έχει τροφή. Λίγη, ωστόσο έχει τροφή. Έξω όμως απ’ αυτό έχει απέραντη μονάχα ελευθερία.

Σε μύρισα και με μύρισες

semir

Σε μύρισα και με μύρισες. Μα ο θεός απεβίωσε.
Και μπορούμε τώρα να μυριζόμαστε χωρίς να μας
παίρνει μάτι ο θεός που τριγυρνούσε κάποτε
καβάλα σ’ ένα γυαλιστερό ασημένιο σύννεφο.
Σε μύρισα και με μύρισες. Κι ούτε μια λέξη δεν
χρειάστηκε, για να μάθω πως γίνεται να μην πεθάνεις
από τίποτε άλλο, παρά μόνο από μανία για να ζήσεις.

Agnus Dei

kladi

Το θέμα τού ποιήματος είναι το ίδιο το ποίημα.
Ένα βήμα μπρος δυο πίσω. Εκτός κι αν
αντιστρέψουμε τα πράγματα. Εκτός κι αν η ζωή
αρχίζει απ’ το φέρετρο και καταλήγει στην κούνια.
Πάντα με τον κίνδυνο να ξεχαστεί κανείς επί μακρόν
στη χνουδωτή γραμμούλα του χρόνου, που πάει
απ’ τον αφαλό προς τα έγκατα. Κι αφού η αρχή
δεν έχει τέλος, δεν θα πονέσεις καθόλου μωρό μου.

Προσευχή κορασίδος Ή Πασχαλιές μες απ’ τη νεκρή Γη

pasxaliew

Αλίμονο, αλείψτε με,
όσοι γλυτώσατε απ’ τη Χάρυβδη του Ιησού Χριστού
κι απ’ των Ρωμαίων τα καρφιά και τις τανάλιες.
Εγώ ειμί κόρη αποστάτησα
κάθε αμαρτία μου κραδαίνω σαν τσεκούρι.
Μ’ αποκαλούν τσουλί της τρίτης γυμνασίου.
Μ’ αποκαλούν τσουλί της Αποκάλυψης.
Κι όλοι ομιλούν για τα υγρά μου
καθώς κοχλάζουν μες στη χύτρα της Ανοίξεως.
Μ’ αποκαλούνε γλείφτρω σκύλα κλαίουσα ιτιά
μα στέκομαι στο χείλος των αιώνων
στα γλιστερά βασίλεια.
Γη έτοιμη ν’ απογδυθεί τη σκοτεινή πλευρά της
Γη-φωλιά και Γη καυλοπαρμένη.
Αλίμονο, νοικοκυραίοι εσείς που με κοιτάτε στα βυζιά
κι εσείς κουρείς της πόλεως που νείρεστε το τριχωτό μουνί μου
κι εσείς αγόρια που τραβάτε μαλακία
με τις κιλότες της μαμάς κι εσείς
αλείψτε με
όπως με βούτυρο αλείφουν τα ζεστά κορμιά στα χαρακώματα
για να τα φάει ο Χάρος
αλείψτε με
στην ερωτόστομη σχισμή μύρο και μαγιονέζα.
Υπήρξα επιτάφιο κορμί και περιμένω σκύλους εραστές
πολιορκητές γυφταίους
στρατάρχες φαλλοφόρους
να έρθουν
στα μιασμένα έγκατα να επωάσουν Νύμφες λαμπερές.
Αχ! ο λαός μου σκέφτεται το χρήμα και μιλά για τον καιρό.
Επιδόματα νανουρίσουν το μέλλον του.
Κι εγώ η γυμνούλα Γη
περιμένω το καυλί του και το σπόρο του.
Αχ! τον οργασμό της Αναστάσεως περιμένω.
Βεγγαλικά και βαρελότα
κομμένα δάχτυλα βγαλμένα μάτια και ψωλές
ρινίσματα φωτιάς
εκσπερματώσεις.