ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Αισθάνομαι για την ποίηση ότι αισθάνομαι για τον έρπητα

xili

αισθάνομαι για την ποίηση ότι αισθάνομαι για τον έρπητα
-το γλειφομούνι άλλωστε κοστίζει ακριβά-
κι αν δε σε ρουφήξει το μουνί κινδυνεύεις να πεθάνεις από βαρεμάρα
κι είναι σα να προσπαθείς να τον χώσεις
στην πλαστική κωλοτρυπίδα μιας κινέζικης κούκλας
γράφοντας και ξεγράφοντας
πάλι και πάλι
ξανά και ξανά λογαριάζοντας
πόσες ψυχές θα ποδοπατήσεις για μια στιγμή θριάμβου
και πόσους ρομαντισμούς θα τσουβαλιάσεις
για να φέρεις αναγούλα στο φιλοθεάμον κοινό
μα το γαμήσι και η ποίησις
έχουν γούστο μόνο εάν είσαι ερασιτέχνης
να κοιτάς το μουνί και τις λέξεις
σα να τα βλέπεις για πρώτη φορά

Γλείφοντας έρχεται η όρεξη

glif

Σας βλέπω πίσω απ’ το τζάμι
να γράφετε για τη μοναξιά και τον έρωτα
Να στέλνετε μπιλιέτα στο Γαβριηλίδη
με τα διπλά σας ονόματα
Με πάθος θέλετε να δημοσιεύσετε
να δείξετε το ποίημα σας στο λαό
στο σύζυγο που σας εγκατέλειψε στην κουζίνα
Μα ο λαός δεν θέλει να διαβάσει
για τη μοναξιά και τον έρωτα

Αν ο λαός έχει να διαλέξει ανάμεσα
στο γαμήσι και στο ποίημα
θα διαλέξει το γαμήσι, κυρίες μου

Ωδή στο σαπούνι

lolo

Γυροφέρνω την γλώσσα μου στο μουνί σου
έτσι που ο Σαίξπηρ να σχεδιάζει την τραγωδία του
Έχω πάρει την κλίση μου προς τη θηλυκιά σου λεκάνη
όπως τόσοι και τόσοι ποιητές που πήγαν άκλαφτοι
Σαπουνίζω το μουνί σου με ποιητικό πάθος
γονατιστός σαν το διάολο που επιμένει
και βλέπω να δακρύζει το μουνί σου
να δακρύζουν και τα μάτια μου

Aπελευθερώστε μας απ’ τα σουτιέν

sout

Η πτώση μας
μες στα βελούδινα σεντόνια

δαμάσκηνα και ακουαρέλες

Θυμηθείτε να ζείτε ότι ζείτε

ξεχάστε μας στο δροσερό αεράκι το βράδυ
και στη βιασύνη της γλώσσας
απελευθερώστε μας απ’ τα σουτιέν

ξεχάστε μας στων χεριών σας την ευχαρίστηση

ξεχάστε μας στο στόμα σας
στη γλώσσα στις θηλές
στην έντονη πεινασμένη μας στύση

ξεχάστε τις αισθήσεις που ξεκινούν είτε
δεξιά ή αριστερά
πηγαίνετε κατευθείαν μέσα στο σώμα
τρυπώστε μεταξύ των μηρών

γλυκιά γλυκιά μάγια κάντε μας

Ψυχοστασία Διονύσου

gaidourogamia

Όταν ο ερωτισμός έχασε το θείο χαρακτήρα του έγινε ακάθαρτος.

Λούστηκε μες στο τεχνητό φως της ωφελιμιστικής ηθικής εδραιώνοντας υπόγεια τη λαϊκίζουσα πεποίθηση που συνδέει την ευχαρίστηση με την τεκνοποιία ευθέως καταδικάζοντας το διονυσιακό παρελθόν ως παρεκκλίνον κι επομένως τιμωρητέο.

Θεϊκό θα πει, αυτό, που αρνείται τους κανόνες της κοινής λογικής κι όχι αυτό που τους ενστερνίζεται ιδρύοντας μιαν απόκρυφη μασονία μυημένων στην αρπαχτή και στη συναισθηματική μαστούρα.

Γάμοι, κηδείες μνημόσυνα τελετές κούφιες για το εξεγερμένο μάτι και το άπληστο αφτί.

Τελετές που λειτούργησαν ως διάθλαση των οργίων της αρχαίας εποχής, όταν άρχισαν, να ξεψυχούν στα χρόνια της φυλετικής δημοκρατίας και των πολέμων.

Μα όσο και να στομώνεις τη βαλβίδα κάποια στιγμή συμβαίνει η έκρηξη.

Το σώμα ζητά την συμμετοχή στη ζωή, δηλαδή την αυτοδιάθεση για να ασκείται αυθορμήτως στην παρέκκλιση και στην ηδονή. Από τα τρίσβαθα των σπλάχνων του αποβλέπει όχι στην ελευθερία αλλά στην απελευθέρωση.

Μοναδική άμυνα του σώματος είναι η διαφάνειά του προστατεύοντας τη ραφιναρισμένη ομορφιά του πυρήνα που είναι ευάλωτη σαν λεπτό κοφτερό γυαλί.

Η αρχαία θρησκεία πέρασε μέσα απ’ αυτόν τον κολοσσιαίο λαβύρινθο του ερωτισμού για να καταλήξει στο κήρυγμα και τη βοσκή των πιστών παραχώνοντας τον ερωτισμό σε μια σκοτεινή κόχη φτιάχνοντας το χριστιανισμό μια προσωποκεντρική αίρεση που έχει καταρρεύσει σ’ έναν άδειο συμβολισμό εδώ και αιώνες.

Ο Διόνυσος υπήρξε ο αντίχριστος πριν το Χριστό ως θεός της παράβασης και του γλεντιού, της έκστασης και της τρέλας.

Μια μεθυσμένη φιγούρα μιαν αγροτική θεότητα αρχαϊκή, αγλαΐσμένη μες στην καυλοπυρέσσουσα σκοτοδίνη του οργίου.

Ένας ερωτισμός με ιλιγγιώδες βάθος που ήρθε να τον ξεριζώσει ο ευνουχισμένος αρχαίος τράγος με τις τανάλιες βδελύσσοντάς τον και κατηγορώντας τον ως το σάπιο δόντι μες στο στόμα της ομορφιάς.

Μα το δόντι του ερωτισμού ήταν πάντα το χρυσό δόντι του γύφτου. Το γλίστρημα προς το όργιο και τη βακχεία ήταν ο κόπος του εργάτη των αγρών. Δηλαδή του δημιουργού.

Η διονυσιακή τρέλα εξασφάλιζε το συμφέρον των θυμάτων της. Οι μαινάδες αντί για βρέφη καταβρόχθιζαν κατσικάκια που οι αγωνιώδεις κραυγές τους λίγο διέφεραν απ’ το κλάμα των βρεφών.

Οι Βάκχες μπορούσαν να κατουρήσουν μέσα στο κρασί της μεταλαβιάς. Να πασαλείψουν στο κορμί τους τα ερωτικά υγρά σκάγια του φαλλού καβαλώντας τον και καταργώντας έτσι την απάνθρωπη βίας της πρωταρχής των μυστηρίων που μύριζαν ανθρώπινο κρέας καρυκευμένο με μπόλικο μυστικισμό.

Η τσίκνα της ψησταριάς φέρνει στα ρουθούνια μας μνήμες της διονυσιακής πρακτικής που εκφυλίστηκε σε χυδαία κραιπάλη.

Τρώμε τα κατσίκια και τα γουρούνια τις προβατίνες και τα αρνιά, πηγαίνοντας έπειτα για ύπνο, αγάμητοι και βιαστικοί, γιατί την επόμενη μέρα μας περιμένει ο σκοπός και το οχτάωρο.

Το άγχος της έγερσης για τη μισθωτή σκλαβιά της οποίας το ποσοστό συντήρησής μας είναι μηδαμινό. Το άλλο πάει στις μπάκες των αρχιεπισκόπων της ηδονής και του πλούτου.

Στους βόθρους πολυτελείας του φρονιματισμένου και ευπρεπούς διονυσιασμού.

Επιστολή του Auguste Rodin στο Μουνί

auguste-rodin11

Θα γίνουμε σκουληκάκια και θα τρυπώσουμε πάλι στη Γη
Η μορφή είναι η έκφραση της συνείδησης Θα γίνουμε τα σκ
ουλικάκια που θα μας φαν Μα στεναχωριέμαι όμως τρομερ
α για σένα Μουνί Σ’ όλα αυτά μη βλέπεις τίποτε άλλο εκτό
ς απ’ την αγάπη που τρέφω για σένα Ετοιμάζομαι αδιάκοπ
α για την επιστροφή σου Θέλω να με ξαναβρείς πολύτιμο κ
αι αγνό Σε σκέφτομαι περισσότερο από ποτέ Είσαι το κατα
φύγιο της ζωής μου Σε φιλώ παντού

Σε ξέρω ξερογλείφεσαι χασάπισα Marina Abramovic

marina

Τόσοι είμαστε. Κι άλλοι τόσοι
Κι αυτοί οι ωραίοι λευκοί γλουτοί της αποθεώσεως
Κι αυτός ο κώλος καρμανιόλα Βέλγου ζωγράφου
Σχισμή του μειδιάματος
Ένα κτήνος ωρυόμενο

Σε ξέρω ξερογλείφεσαι χασάπισα Marina Abramovic
Τα νυχάκια στην κοιλιά σου με χαράσουν
Το λαρύγγι σου συγκρατεί τα ζουμιά μου

Περνά ένα άγημα σπασμών
Άπασαι αι συλλογαί οργασμών που παν’ στο διάβολο

Ο Άνδρας από την αρχή

andras

Ιδού μια μουνότριχα που έπεσε
από κάποιο μου ποίημα
μες στον ποιητικό υπόνομο της χώρας μου

Ιδού οι σκασμένες φτέρνες και οι απόκρημνες καμπύλες
Ιδού το σερσέγκι στη σχισμή του κώλου σου

Ω φιλενάδα,
ενόσω το φεγγάρι είναι υγρό και μαύρο
κι ο βασιλιάς είναι γυμνός
και η βασίλισσα είναι σε πλήρη στύση
το γαμήσι είναι πρέπον να τραγουδήσει

Ω μικροσκοπική κλειτορίς
εσύ επίσης
Ω αστεία δούκισσα
Ω ξανθό πράγμα γύρω της

Ερωτοδιαβολικόν ποίημα

erosdiabolo.jpeg

Δεν αντιλέγω, δεν
Και δεν πεθαίνω από ντροπή και
τη θηλή σου γλείφω τόσο νόστιμα
μέχρι το τέλος που δεν θα υπάρξει ποτέ
και μέχρι το σαπούνι να καμουφλάρει
τις πρωινές μυρουδιές του Σύμπαντος

Αχ! αυτός ο αγκαθωτός λυρισμός και τα γλειφομούνια
Κι εσείς μπούτια
Διψασμένοι γεμιστήρες των καλάσνικοφ
καλά τα κατάφερα κάνοντας μακροβούτια στο αίμα σας
Καλλιεργώντας πατάτες και πρόπολη

Ω να, στα χείλη μου γύρω ο αυτοκρατορικός σου αφρός
Ο ζύθος σου που καμουφλάρεται λίγο πριν σε καταπιώ
όπως κατάπια το μάτι της αγελάδας
κι όλα τα ντεσιμπέλ του αναστεναγμού σου

Κοίτα. Να

koita na

Κοίτα. Να
Έτοιμος είν’ ο κόσμος να γαμηθεί.
Το δέρμα οι τρίχες τα μούτρα η γλώσσα

Κοίτα. Να
Ο κόσμος τα φώτα του ετοιμάζεται να σβήσει
και στου σκοταδιού το πηγάδι να βυθιστεί
Ο ήλιος αμαρτωλές ελιές φυτεύει

Να η φλούδα μου κόκκινη σαν υφαντό
Χίλιες εκρήξεις και προσευχούλες
Εσύ σκέφτεσαι πούτσες Εγώ μουνιά
Τρίβουμε τους κώλους μας
Τα ρουθούνια μας η πιο ερωτογενής ζώνη του γαλαξία
Έχει νυχτώσει, είναι αργά, για να σου δώσω την ευχή μου
Μονάχα γεύση της ψωλής
Μονάχα χνώτο καλογριάς που τη βατεύει ο Ιησούς
και πεθαίνει και χορεύει και κλαίει
και φωνάζει και κλαψουρίζει και τσιρίζει σαν ποντικίνα
Όπως κι εσύ

Συναντήσεις

sina

Δεν ήξερα να χρησιμοποιώ πολύ καλά τα δέκα μου δάχτυλα
μέχρι τη μέρα που έφερες σπίτι μου το μουνί σου

Ιστορία αγάπης

eric_zener_girl_swimming_pool3

Όλο μένος αφροδίσιο
Η μαμά ξερνά βολβούς ο μπαμπάς νύστα
Είναι ένα κορίτσι με κινητήρα
Είναι ένα κορίτσι με βυζιά
Ένα κορίτσι με σάλια
Μπαίνει στη θάλασσα
Στα σάπια ευτυχισμένα γαλανόλευκα νερά
Οι μηχανές στο φουλ
Γκαζώνει για τ’ ανοιχτά
Κι εκεί τη γαμεί ένα ψάρι
Σφυροκοπημένο απ’ τα λέπια του
γυρνά το κορίτσι στην αμμουδιά
Η μαμά κι ο μπαμπάς ροχαλίζουν
μες στο κρύο σπέρμα τους
Ένα καβούρι γελά
Μια θεούσα μέδουσα ψυχορραγεί και τρέμει
Το κορίτσι κλειδώνεται στα όνειρά του
μα αφήνει λίγο απ’ το πυρακτωμένο χείλος του
στην άκρη του γκρεμού του βλέμματός μου

Η Frida Kahlo κάνει έρωτα με τις γάτες της

Pablo-Picasso-Reclining-female-nude-playing-with-cat-1964

Όταν ο έρωτας πέφτει βροχή καμιά ιδέα δεν της έρχεται στο κεφάλι
Οι Αμερικάνοι τη ζωγραφίζουν με δάκρυα στο δέρμα
Ωστόσο αυτή έχει έναν ξεδιάντροπο αφαλό ακόλαστο
Τριχούλες απ’ την Πομπηία έως την πόλη του Μεξικού
Εκλεκτά εδέσματα ανθεκτικά στα αντιβιοτικά
Βουστροφηδόν γυμνή
Κατουράει μες στη σούπα του προέδρου των ΗΠΑ
Ζωγραφίζει ένα μονόφθαλμο πέος
Τον Έλληνα Ήλιο
Σκληρό αποτρόπαιο
Να βατεύει μπαλαρίνες των Μπολσόι
Ένα φερμουάρ την κρύβει μες στο κορμί της
Στην ωμοπλάτη μια σκηνή σοδομισμού
Στις κνήμες της μια καρδιά
Το αιδοίον της εις στρατοσφαιρικόν κλοιόν
Μα οι γάτες όλες εκεί της παραστέκονται
με τις γλωσσίτσες ακονισμένες στα ψαροκόκαλα

Χνούδι Βοϊδοκοιλιάς και περιχώρων

xnoudi

Θα κυλιέμαι κατά σένα Βοϊδοκοιλιά
σε γλέντια και διαγωνισμούς έρωτος
ω! μυρουδάτη σπλήνα της Μεσσηνίας
με της Γιάλοβας τους τσαλαπετεινούς
και τους μύκητες βρήκα στα βενζινάδικά
σου νύφες να περιμένουν το γαμιά να
ξεκαμπίσει απ’ το Πόρτο Ναβαρίνο
στηθάκια γαλατένεια στην αδιάφανη
βλακεία τους γήπεδα γκολφ αστούς
Γάλλους να παζαρεύουν με τον
ταβερνιάρη το κρασί αποικιοκράτες
Ντεγκωλικοί εθνικιστές το Νέστορα
να παίζει ακορντεόν ξεψυχισμένος
στη Μεθώνη για το αλαζονικό ευρώ
των τουριστών κάστρα που βγάζουν
στο Γιβραλτάρ και στις θωπείες όλα
παιδιά της φθοράς μες στη γύμνια τους

Το Ουρλιαχτό του εκθεσά

ekt

Είδα τους καλύτερους εκθεσάδες της γειτονιάς μου διαλυμένους απ’ τα φράγκα
χαδιάρικοι βασανιστές να ξεκοιλιάζουν ολότελα ένα πτώμα
ηθικολόγους αμοραλιστές ψιλικαντζήδες της γνώσης
να δείχνουν με το δάχτυλο τους χαζούς τους βλαμμένους και τους ανάπηρους
Είδα στα εξοχικά τους μαστίγια αγορασμένα σε δημοπρασίες
Σπασμένες αντένες στις αποχρώσεις του λυκόφωτος
Μισαλλόδοξους μαγαρισμένους απ’ το δίκιο του ισχυρού
με τα ηλεκτρικά τους μουστάκια γεμάτα χρυσόσκονη
όλο ανοιχτήρια πουλώντας για κονσέρβες επιτυχίας
Αριστούχοι μες στην οικόσιτη γαλήνη τους
όλο ποιητικά καπρίτσια και κουμπαριές και μπίζνες
πουλώντας χασμουρητά και δαμάσκηνα με κινίνο
σε νεολαίους που αγιάζουν τα στυλό των πανελλαδικών
στους βόθρους της καλοζωίας που ονειρεύονται
Είδα να γλείφουν της μαμάς υπεραξίας το ξεροκόμματο
και να παρηγορούν υπαλλήλους τραπέζης που επένδυσαν στα παιδιά τους
χάνοντας τα λεφτούλια τους αφού δεν χωράνε όλοι στον παράδεισο
Είδα να ακονίζουν τις ξιφολόγχες στα πεζοδρόμια
για να τις καρφώσουν στον κώλο της μαϊμούς που τους συντηρεί
Είδα τους καλύτερους εκθεσάδες της γειτονιάς μου πικρόχολους προφήτες
να διακονούν την πραμάτεια τους να ονειρεύονται στρατόπεδα συγκέντρωσης
για τους φτωχούς και τους αποτυχημένους
να γράφουν καντάδες στον Εωσφόρο της χώρας για την αριστεία
Υπερφίαλα μοναδικοί και ανεκτίμητοι που όταν θίγονται τα συμφέροντά τους
είναι έτοιμοι να γαμήσουν χίλιους καρδιναλίους με τον Πάπα μαζί
μα όταν θίγονται τα συμφέροντα των άλλων τρώνε κολιούς και γράφουν
ποιήματα για εξατμισμένες κορασίδες που δεν καβάλησαν

Υπεράσπιση του Σώματος

ipoklisi

Το Σώμα φαντάζεται κάθε ρωγμή του
-καθώς ιδρώνει-
απαθανατίζοντας άναρθρο
όλες τις γλώσσες που το άγγιξαν
κάτω απ’ την αστείρευτη αγάπη
του θερμαινόμενου μηρού.

Αφηρημένο εκ των προτέρων το Σώμα

Νύχτα στιγμιαία λευκασμένη από
βολβό μονόφθαλμου έρωτος.

Ξυπνά το Σώμα
ίσως προς τον επιθυμητό οργασμό
αρχίζοντας την πάλη με τα όνειρα

Και το σκοτάδι λυγισμένο γύρω του.
Αναπόφευκτα τεράστιο υπογάστριο του φωτός.

Οι ζυγισμένοι μαστοί

και τα πόδια της
να παθαίνουν κράμπες στον αέρα

με τους λωτούς στα χείλη
και τα εύφλεκτα περιβάλλοντα
τις κάλτσες και τα φουστάνια στο πάτωμα

τις νεροφίδες με τα ποντίκια στην κοιλιά

τις ονειρώξεις που συντηρούν τους ανεκπλήρωτους έρωτες.

Το φιλί σου ήταν από πέτρα αίμα και ψάρια

zev

Το φιλί σου ήταν από πέτρα αίμα και ψάρια
Τα δάχτυλά σου είχαν κάτι απ’ τον οίστρο της καθαρεύουσας
Η απληστία και η συνήθεια ψαχούλευαν το ωραίο σου στήθος
Τα μάτι σου μέσα στο λάκκο του γεννητικού μου οργάνου

Αναδιπλωμένη τώρα, μυρίζεις τα χίλια χρόνια έρωτος
και αίματος κατευθείαν απ’ το μουνί σου, με τα μάτια κλειστά
ενάντια σε κάποιο αδιανόητο σκοτάδι, εκεί όπου θάφτηκαν
τόσες δαγκωματιές σε έναν πόνο

Ύμνος στον θάνατο Ή Ο Τζιουζέππε παίζει με τη γάτα του

ougka

Ο Ουνγαρέττι ανάβει το τσιμπούκι του
Και γράφει ένα ποίημα για το θάνατο
Ερμητικά ανοιχτός
Σαν τον ήλιο που ξαπλώνει στη σαλιάρα του βρέφους
Από αρχαιοτάτων χρόνων γράφοντας όπως τόσοι άλλοι
Κουρδίζοντας τη μακάβρια αρμονία
Μ’ ένα τέχνασμα προσπερνώντας το μύθο της νιότης του
Μες στο υγρό απομεσήμερο της Τοσκάνης

Εις τον Μακεδόνα καλλιτέχνη Andy Warhol

andi

Τού ενός το πουλί ήτο λαίμαργο τού άλλου ονειροκρίτης
τυφλοπόντικας ο Μεγαλέξανδρος ο Μέγας έκανε εμετό
μέσα στα ΚΤΕΛ Κηφισού ταστέρι της Βεργίνας των ηλιθίων
που εγένοντο κοράκια σαρκοβόρα κομισαρίου σπασμών και πετρελαιοκηλίδων όλα δικοτυλήδονα φυτά ερπετά εις σάρκαν μια μακεδονική ως έλαφον παρθένον μετά τ’απόδειπνα της αιωνίου σφαγής στο Μεσολόγγι στο Αφιόν Καραχισάρ
με κάκτους Σαν Πέδρο
στα πριονιστήρια στο Βελιγράδι και στο Μανχάταν μέσα που
ο μεταξοσκώληξ ο γουορκχόλης επέροντο πως τόχε κιναιδείο

Ο θρόνος του χρήματος Ή Λεύκανσις πρωκτού

kiki

Όταν μαζεύτηκαν όλοι μαζί οι έξαλλοι Ζορμπάδες, με την υπαρκτική τους προδιάθεση, έχοντας στο τσεπάκι τη συμβουλή του Γκαίτε: Werde, was du bist (Γίνε, αυτός που είσαι) δεν φανταζόταν τον ψυχίατρο που τους περίμενε στη γωνία.

Ανάμεσα στην αφοριστική αθωότητα και την αφορισμένη λαγνεία άνθισε το χρήμα με όλες τις νεκρές λέξεις που περιφέρονται στο νεκρό διάστημα γιατί τους λείπει η χοϊκότητα.

Η αλητεία και η αλήθεια έμειναν μετέωρες στη λογοτεχνική εμβρίθεια γιγάντων που τους πρόσφερε ηδονή η στάση γραφείου από νωρίς τα χαράματα μέχρι τη βαθιά νύχτα.

Άνθρωποι μεγαλοφυείς και πονεμένοι που έχτισαν μοναχικές και λοξές φιγούρες ασφαλισμένες μέσα στην αυνανιστική πρακτική τους κι έτσι στο πέρασμα των χρόνων άρχισαν να συρρικνώνονται οι ίδιοι μες στις αρχιερατικές τους γενειάδες.

Με το σκήνωμά τους πεταμένο πάνω στο ανατομείο της ακαδημίας, όλοι κάτοχοι μιας δύναμης ακριβής μα παράταιρα ξοδεμένης.

Η νευρωτική κατασκευασμένη αλητεία πέρασε στα κόλπα του διαφημιστή ως γελοία μίμηση χαμηλού επιπέδου, δηλαδή πολύ κατώτερη από το αντικείμενό της.

Η μόδα και η εικόνα, τουτέστιν το φαίνεσθαι, έγινε ο σαδιστικός νόμος του χρήματος αφού η σημασία της απέκτησε επικό χαρακτήρα δίνοντας νόημα στις κλούβιες ζωές των ανθρώπων.

Κι έτσι από την θεσμική αλητεία της φιλολογικής φαντασίωσης φτάσαμε στον Άγιο δονητή ο οποίος-ας μη κρυβόμαστε πίσω απ’ την πούτσα μας-είναι από όλους σεβαστός.

Ανδροκορίτσαρους και δεσποτάδες.

Γηραιές ποιήτριες και πλούσιες κυρίες διατρανώνοντας την αυταπάτη τους για την ολοσχερή κατανόηση των νόμων που διέπουν τον κόσμο και τη φύση μέσω του ταξικού τους επιχρίσματος.

Ο Ζορμπάς ξέπεσε σε μια μηχανή διακωμώδησης της αλητείας και ο Όσιος Φαλλός κατάντησε σαν το μηχανικό παπί του Βωκρεσσόν που χώνευε υποτίθεται την τροφή του.

Δούλοι και μασόνοι της υπεραξίας. Με τα δάχτυλα βουτηγμένα στο αίμα, σέρνοντάς τα πάνω στον καμβά που διαιωνίζει τη γοητεία του εγώ από το εγώ. Τελάληδες μιας σεξουαλικότητας εγωιστικής που μες στον ψυχαναγκασμό της γίνεται φασιστική και επίβουλη.

Απολιτική και βαθιά αντιδραστική, χαίρεται τη λίγδα του ελεύθερου εμπορίου και του ανταγωνισμού, διοργανώνοντας φιλανθρωπίες και γκαλά, ως τα τελευταία σκιρτήματα ενός χριστιανικού σοσιαλισμού που δεν υπήρξε τίποτε άλλο παρά ο αγιασμός που μ’ αυτόν ο παπάς ευλογούσε τη φούρκα του αριστοκράτη.

Μόνο το ανθρώπινο ον μπορεί να αναπαράγει την ίδια την τερατωδία της ύπαρξής του με ακόμα μεγαλύτερη ένταση μες στη φρενήρη του βιολογία. Αδυσώπητο, λάγνο μαυροφορεμένο, σπαταλημένο στην πορνογραφία του ζευγαρώματος και την καταπληξία της σεξουαλικότητας.

Ο πλούσιος πάτος που λαλεί τον ανθρωπισμό του ως έκκεντρο κοσμικής σοφίας και απελευθέρωσης, αφού η επιστήμη του κώλου παρέχει λεύκανση εις τους αμβλύωπες αποστειρωμένους πρωκτούς που θάλπουν ωσάν αιγαιοπελαγίτικα εκκλησάκια στην άκρη ενός καψαλισμένου γκρεμού.

 

Φτερά Σημαιοφόρου

xnoud

Κατέβηκα ως εντολέας στην κοιλιά της μαμής
Να με σκεφτεί ως έμβρυο η μανούλα μέσα της
Να συμπονέσει το αιμάσσον σπλάχνο της
Πριν το δει στη μπανιέρα Αφήνοντάς το
Για λίγο ελεύθερο ν’ ακούσει
Μες στον αμνιακό αλκοολισμό
Κάποια άρια στους δρόμους προς τα χασάπικα
Χωρίς Eβραίους κι ‘Eλληνες θεούς
Και γύρω μόνο η σάρκα

Τοπιογραφία ματιού σε στύση

sea

Το θρησκευτικό νόημα του ερωτισμού βρίσκεται μέσα στην πλήρη ακινησία του ήρεμου Μέτρου της ηδονής.

Στους ψιθύρους εκτός χρόνου και χώρου που θέλουν να γίνουν χώρος και χρόνος, που θέλουν να κερδίσουν μέσα σ’ αυτή την παχύρευστη ροή του σπέρματος έναν ρόλο ουσίας.

Ολόκληρη η ζωή μας είναι φορτισμένη με θάνατο, γι’ αυτό περιμένει όλο αγωνία μαζί με μας στη στάση του λεωφορείου τη γκάβλα να κάνει το πρώτο ή το δεύτερο βήμα. Το παραστράτημα σε μια χαρά που δεν την αφιονίζει το καθήκον μα την ξεσηκώνει το απέραντα χαρμόσυνο γέλιο της συνάντησης.

Οι συναντήσεις ανήκουν στο διονυσιακό κόσμο, δηλαδή στο γαμήσι και στις ακαθαρσίες του.

Συναντώ σημαίνει συνευρίσκομαι. Συνευρίσκομαι σημαίνει γίνομαι ο θεός της παράβασης και του γλεντιού.

Παράβαση απ’ τις θνητές έγνοιες και την ανθρωποβοσκή που θεμελίωσε την εργασία ως μηχανισμό εκφυλισμού της τάσης του ανθρώπου για ελευθερία. Και γλέντι, ώστε, αυτό το θρύμμα της χαράς να παραδοθεί ατόφιο στις κραιπάλες και στις τόσες αδόκιμες δοκιμές θανάτου.

Ο πολιτισμός έδεσε τη σεξουαλική έξαψη στο αμάρτημα, προσδίδοντας στον ερωτισμό μιαν έξαλλη και απελπισμένη βία.

Ο πολιτισμός έκρυψε την ηδονή κάτω απ’ το χαλί της εκκλησίας και του εμπορίου.

Όσοι μιλούν ανοιχτά και επισήμως σήμερα για την ηδονή είναι ψυχίατροι ή κρεοπώλαι σαρκός κάθε χρώματος.

Γι’ αυτό οι ποιητές γράφουν ποιήματα και οι έφηβοι στολίζουν την περίλαμπρη κόμη των γεννητικών τους οργάνων με χύσια.

Γι’ αυτό τα λόγια μας έχουν κάτι απ’ την παθιασμένη ευφυΐα της ευχαρίστησης και της τρέλας, αφού μπορούμε να διακρίνουμε μέσα στα τόσα αδιάκριτα βλέμματα των ερωτιάρικων ζώων γύρω μας το πένθιμο νόημά τους.

 

Ο Νταντάς Ή Μάχη σώμα με σώμα

dadas

Ο Νταντάς, απόγονος του Σεβάχ και του αποσπερίτη
ιδρυτής της Βαβέλ και των κόμικς μιας υγρής Ελεονώρας
μιας χώρας ελαιοκάρπου μιας θαυμασίας νήσου που
ιδρύσανε οι Δούλες του Ζενέ με το χαρτοκόπτη πάνω
στην καρδιά και στην καμπούρα μου πάνω στα κωλομέρια
μιας θεάς από μάρμαρο κι ενός θεού από μορταδέλα

ω! μονόφθαλμο αρκούδι μπροστά στον ερμαφρόδιτο
ήλιο η Αφροδίτη κλειτορίς αδέκαστη η Ήρα χήρα στον
Ορχομενό κι ο Δίας ψήστης της λιπόθυμης αγάπης των
κοινών θνητών για τα κοινά και τις κοινές για το αδιάντροπο
γέλιο της μεγαλομανίας του αιδοίου που θέλει την εξουσία
του τρελού γλύπτη πάνω στα χείλη της Φίλης που δεν ήρθε

μα καταπλάκωσε το Γεράσιμο Σκλάβο δια παντός μέσα
στη νύχτα και στις ομιχλώδεις φούστες μέσα στα κομουνι-
στικά μανιφέστα τόσων πόθων ξαίνοντας νευρικά τ’ άσπρο
μαλλί των γάμων απ’ το έρκος των θνητών μας οδόντων

Τετράστιχον Παρισίων

tetra

Στα Παρίσια στα Παρίσια
μελετάνε τα χασίσια
ω! χύστε τα ζεστά σας χύσια
εις τα ένδοξα Παρίσια

Ωδή στις κινέζικες βιοτεχνίες και στη σπαστική κολίτιδα

bout

Τριγυρνούν στους δρόμους αυτής της γυμνής δημοκρατίας
έχουν πετάξει τα ρούχα τους
έχουν γράψει συνθήματα με χημικά της Revlon στις ρόγες τους
-ωδή στις κινέζικες βιοτεχνίες και στη σπαστική κολίτιδα-
Η γύμνια είναι ένας αβρός αιφνιδιασμός
Το ρίσκο να στέκεις αγνός ενώπιον της αχρειότητας
Περιφέρονται στους δρόμους μ’ ένα κέφι τρελό
Ερμαφρόδιτα κουνέλια με αυτιά στητά και
μουστάκια από ανεμογκάστρι
Ένα έκπαγλο απόλυτο στη συμπολή με τη δύναμη
Τρυφεροί φασίστες που αγαπούν μόνο
την κωλοτρυπίδα τους
Βασανισμένοι, μπερδεμένοι
απ’ το ναυάγιο του να είναι μοναδικοί
Αξιολύπητα αξιοθαύμαστοι
Ένα άλλοθι στη φαυλότητα των φιλήσυχων πολιτων

gay

Δυο γκραβούρες αυνανισμού

klimt_gustav_8

Αν μπορούσα να σας αγκαλιάσω
-Όπως πέπλα από διαστημικές ομίχλες αγκαλιάζουν το χαμό-
Θα χόρταινα απ’ την αφρώδη λίμπιντο των σάλιων σας
Σαλεμένες γύρω απ’ τις σουπιέρες και τα βεγγαλικά
Παρθένες μικρούλες νότες των συνειρμών
Στη δυσώδη ρομάντζα από αντρικές ψωλές και γέλια

Ω! μη χρησιμοποιείτε το δάχτυλο σαν δόλωμα κορίτσια
Θα λέτε μόνο για τους οργασμούς
Έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα
Θα λέτε για το λαρύγγι σας
Πως το ξεχαρβάλωσε με ζήλο η προστυχιά
Θα λέτε για μένα και τη γλώσσα μου στ’ ανατριχιασμένα σας σπλάχνα
Πέρασε Λύκε καλέ στης Κοκκινοσκουφίτσας τους μύκητες
Στα φρεσκοθρεμμένα μουσκίδια
Στο Πάντα Βρέχει που κουρνιάζουν τσαλαπετεινοί
Στο Πάντα Χύνει που μαλακίζονται οι γκιόσες
Έφηβες πυκνόμαλλες του ενός σπασμού
Ηγερίες με μαδημένο μουνί
Και τη χούφτα απόχη για ζαλισμένες πεταλούδες
Στο χείλος του γκρεμού
Απ’ τις τόσες νικηφόρες πανωλεθρίες με το δάχτυλο

klimt-studie-zu-danae-1907.thumb.333x0x0x0x100x0x0x0

Ορισμός

polem1

Ο πόλεμος είναι μια σπουδαία περιπέτεια που παραμορφώνει το ανθρώπινο είδος και οι φαντάροι ανοίγουν τα κεφάλια τους μέσα στη νύχτα. Βομβαρδιστικά βομβαρδίζουν με σπέρμα τα κλειστά στόματα των ανθρώπων. Ένα πρόβατο είναι η έναρξη της αιωνιότητας. Η αιωνιότητα είναι η έναρξη της νύχτας. Τόσο ο πόλεμος είναι ατέλειωτος.

Μια παλαβή Κυριακή

kin

Οι τάφοι ανοιχτοί στην Κινεζία, τα εμπορικά
μαγαζιά με τα έμβρυα και τα λουκάνικα ανοιχτά
το σεξ παντού πλαδαρό γλυκό και καταδικασμένο.
Είδα βιοτεχνίες υπόγειες που φτιάχνουν
αλοιφές για σπυριασμένους ραβίνους. Είδα
τις τρίχες σου κάτω απ’ την κίτρινη πληγή
του φεγγαριού. Γρήγορα φιλιά από αίμα. Είδα
να ψυχοπλακώνουν τους ματάκηδες στηθάκια
κουλουριασμένα σαν ψόφια ποντίκια μες στη
λαίμαργη ακινησία τους. Είδα έναν δαίμονα
αόμματο να χώνει το δάχτυλο του στο τρυφερό σου
χαμόγελο και να γίνεται ο φτωχός πίθηκος
ο δούλος της μητρότητας στην ανατολή που
μασουλάει λιωμένα χείλη και ξεφλουδισμένα
γόνατα με την τόσο ωραία κυρτωμένη ράχη του
ακουμπισμένη στον εχθρικό τοίχο της σιωπής.

Liberte

stasi liberte

Κατεβήκαμε στη στάση Liberte
Σε πήρα ολόκληρη στο στόμα και με είπες
αχαλίνωτο καταπιόνα
και σε είπα αλατισμένη με φεγγάρι
Αχ! μόνο οι τρελοί ξέρουν να γαμάνε
χωρίς να πουλιούνται
Κλάψε τώρα ανελέητε θεέ
που δεν έχεις αυτό που έχω στο στόμα
Κλάψε τώρα θεέ δίχως γλώσσα
καμωμένε από ποταμούς αίματος
Εσύ αθάνατος κι αγάμητος
κι εγώ θνητός γλωσσοπλάστης

Σύντομη ιστορία του ματιού

sintomi

Όσα λουλουδάκια φύτρωσαν γύρω σου
είναι σκέψεις δικές μου και σκευωρίες
από σάλιο είναι το καλωσόρισμα στα
ομόκεντρα μπούτια είναι του φιλαναγνώστη

ο ρόγχος τα δέκα δάχτυλα που θα βοσκήσουν
την ευτυχία και τις κλωστές απ’ τα χιτώνια
των χωροφυλάκων. Όσα λουλουδάκια φύτρωσαν
γύρω σου είναι ποιητικές ιδέες από ρώσικο

ατσάλι και λέπια από χοντρόκωλες νεράιδες.
Τα μαδάν στις συνουσίες οι εραστές σου
άλλοι άχαρα κι άλλοι με τα παλαβά γαμψά τους
νύχια σε γδέρνουν για να φτάσουν στο μεδούλι

να τυφλώσουν το ζηλιάρη ήλιο μες στα μάτια σου.

Κύκνειο χάσμα

lida

Να χρησιμοποιείτε μόνο λέξεις κλειδιά
και αντικλείδια για τον κόρφο της Λήδας
αφού είστε κύκνοι υπεράνω κάθε υποψίας
και τα δόντια σας γεύονται σφάγια από

Τραγανές Αγίες και τα δάχτυλα των ποδιών
σας μελετούν την ωμοπλάτη μιας Μαρίας
φαγωμένης απ’ τη λέρα των αιώνων και μιας
αχόρταγης κυρίας με ανθισμένα έντερα

που κεντά το εργόχειρο των ηδονών και
τη γαλατένια της μελαγχολία όταν
ξεσπά σε γλειψιές πάνω στο πέος και
στην τριχωτή κοιλιά του Εωσφόρου

που γαντζώνεται στο λαιμό του κύκνου
σαν μικρό ευαίσθητο θηρίο νυμφευμένο
με τον απαλό πάτο της Λήδας και το
αφελές της αιδοίο και τις πασαλειμμένες

κορφές από σπερματόσπορο στα γλυπτά
κωλομέρια που θα τα πάρει μαζί της
στον τάφο

Έχουμε νέα απ’ τον Ρεμπώ και τον Πάνα

rempo

Έχουμε νέα απ’ τον Ρεμπώ και τον Πάνα
αι βάται αι φλεγόμεναι που διαολίζουν
τους φιλολόγους του πανεπιστημίου Αθηνών
και τους ψάλτες με τα χάλκινα λαρύγγια

και ως μεγαλόσωμοι κυρίαρχοι του κόσμου
των ποιητών αφηγούνται τις σκοτεινές
συνουσίες κάτω απ’ τις κουνουπιέρες
της Αφρικής και κάτω απ’ τα πουκάμισα

της Εσπερίας αφήνοντάς μας χρησμούς
για να κοιμηθούμε ανήσυχοι με το πουλί
στο χέρι σκεπτόμενοι πάντα τις αναξιόπιστες
δηλώσεις των εραστών για τον έρωτα και

των τρελών για την τρέλα τις χώρες που
περπάτησαν με τη γλώσσα και τους πνίχτες
στους λαιμούς απ’ τη χρυσοθηρία βυζαίνοντας
πάντα απ’ τη συκιά του σύμπαντος γάλα

ρεύσις της φύσεως γάλα του γαλαξία γάλα
κατσικίσιο απ’ τη ρόγα γάλα του μύθου της
φλεγομένης Αιθιοπίας που εκέρδισε το
παγκόσμιο πρωτάθλημα οργασμού και πείνας

και το παγκόσμιο πρωτάθλημα αλητείας
όσων άφησαν εκεί τα κόκαλά τους και μια
φράση που άνθισε στην έρημο σαν το πρώτο
άγριο φύσημα του αγέρα που τύφλωσε τα

καραβάνια και τα πήγε ντουγρού στην
έκσταση του απέραντου άγνωστου κόσμου

Πνεύμα

pnema

Με φώτισε το Άγιον πνεύμα
και μου άλλαξε τα φώτα. Ένα
μεγάφωνο φύτρωσε στον
κώλο της Αγίας Τριάδας με τον

τριαδικό θεό να ζαλίζεται απ’ τα
κοριτσόπουλα που δε φοράν
βρακί σαν ώριμες λέξεις που
ξέρουν τη θέλουν στο δέρμα τους

σαν μιαν ανεπανόρθωτη βλάβη
σαν μια ζαρκάδα Αφροδίτη
χορευταρού με αφρούς και
κύματα σαν κάτι θηλυκό με θηλές

και στήθια σαν αυτά που ψιθύριζε
ο Απολλινέρ στη Μουσα του Λουίζα
εν μέσω καύσωνος και κάψας
9 πόρτες έχει το κορμί σου Λουίζα

κι εγώ κατάφερα όλες να τις ανοίξω.

Όχι κι ένα τόσο ένδοξο ποίημα

LA-REGINA-DELLE-BANANE-BANANAS-QUEEN-2

Κανένας θεατής δεν μετανοεί ούτε
οι σκυλόφραγκοι που χορεύουν γύρω
απ’ τα φοβερά κουνούπια ούτε οι
Τάταροι που θεραπεύουν το χτικιό

του έρωτα στα πεδία των μαχών
σκεπτόμενοι αιδοία της γαλλικής
σχολής των αποδομιστών αποδομώντας
τις κουτσουλιές των πουλιών και

το λυσσασμένο Μαρξισμό εως εσχάτων.
Έως να ψηθεί καλά το συκώτι του
αρχιμάστορα και η γυναίκα του να
δραπετεύσει απ’ το καταραμένο γεφύρι

γυμνή όπως θάφτηκε και γυμνή όπως
γεννήθηκε για να μας αλλάζει τα φώτα
στη φαντεζί μυθολογία πέριξ του
Αμβρακικού με τις σκληρές πέτρες

και τις αστραπές με τα ψόφια ψάρια
απ’ τους κολπικούς σπασμούς του
ηφαιστείου που κοιμάται στην κοιλιά
της αρβανιτιάς περιμένοντας τους

εξωμότες και τα χασίσια του Ελμπασάν
για να δουν άσπρη μέρα και να ζαλιστούν
αγναντεύοντας το γεφύρι της Άρτας και
μια νοικοκυρά στο παράθυρο όλο ερωτισμό

μικροαστικής φύσεως με τα ένδοξα
μπικουτί και τη μπανάνα να γλιστρά
στον καλό μύλο που τα αλέθει όλα
τα πάθη και τις βιταμίνες και τα

υγρά που στάζουν στα αρειμάνια
χείλη εκεί που δεν πιάνει το
μελάνι και το κραγιόν αλλά το
σπέρμα των αποδομιστών και των

ελασσόνων.

Ημιπορτραίτο λαμπυριζούσης νοικοκυράς

ημιπορτραιτο

Οι δρόμοι γέμισαν δάκρυα Κύριε σκοτεινέ συνωμότη
που συναρμολογείς με τέχνη τα κομμάτια του παζλ

υλικά του υψίστου νου των καλλιγράφων που γδύνουν
όλα τα εκτροχιασμένα συναισθήματα στις κουζίνες εκεί

που θρυμματίζονται οι αφανέρωτες τάσεις των γυναικών
για έρωτες και αύτανδρους οργασμούς τρικούβερτους

και πολλαπλούς με σκόρδα κατσαρόλες και περίοδο
μουνίλα αρχαγγελική εξεγερμένες ωοθήκες πρόστυχες

σμιλευμένες στα αιωνίως αμαρτωλά παραστρατήματα
του μυαλού με το γέλιο να ανθίζει στον αφαλό και τα

δόντια να δαγκώνουν αυτό το σφιχτό αυγό της ψυχούλας
τα ματιασμένα ένστιχτα των φαλακροκοράκων εντός κι

εκτός αντρών τυφλών μπανιστηρτζίδων σαλεμένων τόσο
όσο ένα ανώμαλο αγοράκι που καρτερεί τον ίσκιο του

θανάτου κάτω απ’ τις φούστες γλειφιτζούρι μαντολάτο
και μαλλί της γριάς μαδημένο απ’ τα γενναιόδωρα όνειρα

της φθοράς

Σημειώσεις πάνω στο δέρμα της

drawing-nude-in-summerquot-by-loui-jover-redbubble-1359748376_b

Όλες οι μεγάλες πόλεις σού ανήκουν.
Γνωρίζουν οι μεταφραστές της εποχής
την ένρινη λαχτάρα σου για σεξοσέξ
μέσα στη λαύρα του μεσημεριού και

το αρχαϊκό σου χαμόγελο στους δρόμους
απολαμβάνουν. Σε μυρίζουν βαθιά
χαμομήλια μελίγγια της απατηλής
Πεντέλης και του Υμηττού τα δάχτυλα

τα πετρωμένα. Οικογενειάρχες και
μαρμαρωμένοι βασιλιάδες Νεαροί
που κατουράνε σπέρμα. Κύκλωπες
αυτοκράτορες και ναρκαλιευτές

Πατατοφάγοι εραστές πριν απ’ το
γύρο του θανάτου. Λεσβίες στα υπερώα
δώματα γλιστρώντας στου ευσπλαχνικού
αλκοολισμού το μουδιασμένο λαρύγγι.

Ματιασμένοι ματάκηδες απ’ της μαμάς
την πρωτόγονη γύμνια όλο στέφανα
και κουφέτα. Κακούργοι σκύλοι ποιητές
δημοσία δαπάνη σκοτωμένοι με την

καψούρα δαφνοστεφούς εν ατελεία
και καύλα χτίζοντας τον αλαφροΐσκιωτο
πανύψηλο πύργο τους σαλεμένο
γερτό όλο λόξα και λοξούς σπόρους

φυτεύοντας στα κεσεδάκια με τη φακή
σάλια απο εφηβικές γλυψιές τρίχες
της νιότης σελιδοδείκτες της ηδονής
χασίσια από μνήμης και νυχτέρια

Όλες οι μεγάλες πόλεις σου ανήκουν
όλες οι φυλακισμένες θηλές και το χνούδι
όλο το λίπος της καρδιάς και τα γαμψά
πλήκτρα που βγάζουν μια μελωδία απο

οικείους σπασμούς και γκριμάτσες
πολέμου. Βροχή που στραγγαλίζει
ένα λουλούδι. Κολασμένοι που
κακολογούν τον παράδεισο τρώγοντας

μορταδέλα και κοριτσάκια που
φύτρωσαν σαν τσουκνίδες στη χλόη
σε αχόρταγα σφιξίματα και σε
τρομαγμένα φιλιά στολισμένα

μπιμπίκια της νεότητας πύον γλυκό
και πορδούλα αστείρευτη γενναία
διθυραμβική στου εραστή τα ρουθούνια

 

Νυμφαλίδαι

bat

Τα φτερά τους στοχάζονται πολύχρωμα φιλιά
Αγρίως φιλονικούν με το φευγάτο φεγγάρι
Άγουροι ινδιάνοι τις έχουν για παράσημα
Στα ξεχαρβαλωμένα τους σαγόνια
Πέφτουν μέσα στις σούπες
και τις τρώνε οι πατεράδες με τις τσούπες τους
Τις παίρνει ο άνεμος στην ουρά του
Σαν σκοτεινές σερπαντίνες
Όλο νέκταρ και ακαθαρσίες αποθέτοντας
Στη σχισμή των κολπικών σου γέλιων

Ιερουσαλήμ Ή Περί Τομής

περιτομη

Θα μιλήσω πάλι για το βυζί σου Ιερουσαλήμ
Και το χτικιάρικο εβραϊκό σου Σάββατο
Που έμεινε πασαλειμμένο στους παρθενικούς υμένες της Ανατολής
Θα μιλήσω για τις κνήμες σου
Για τα συνέδρια τρελογιατρών στα κατεχόμενα
Που έρχονται ν’ αφήσουν το κλαψιάρικο σπέρμα τους
Στην κοιλιά σου
Θα μιλήσω για τα ζουλάπια
Και τα ανδραγαθήματα του ήλιου στο βρακί σου
Τα άσματα των ποιητών σου
Και τις νύφες σου
Που τις σακάτεψαν τα κουνούπια στην έρημο
Θα έρθω να κατουρήσω στον κήπο σου Γεσθημανή
Στους πρόποδες του όρους των ελαιών
Βουτώντας την ψίχα μου στο πρώτο σου λαδάκι
Και στον αδέσποτο θείο οργασμό της προδοσίας
Την ώρα που θα κάνουνε περιτομή στο αδερφάκι μου
Γέροι ραβίνοι υπάλληλοι του αιμοβόρου θεού
Σύζυγοι άσπιλοι που ξεπαστρεύουν την ηδονή με ξυράφι

Όλες οι λέξεις δουλεύουν για να πλέξουν ένα στεφάνι στην ομορφιά

dipno

Όλες οι λέξεις δουλεύουν για να πλέξουν
ένα στεφάνι στην ομορφιά, στο χάος μέσα
μας, πριν καταποντιστούμε στις ουτοπίες
πριν λαλήσει ο πετεινός πριν βουρκώσουν
οι φτωχοί στη στάση του λεωφορείου
μετρώντας προβατάκια για να τους πάρει
ο ύπνος και η λήθη. Kαι η όμορφη κοπέλα
μια πατρίδα για τους εργάτες και ο όμορφος
νεαρός πιερότος με τα χοντρά δάχτυλα και
την κομμένη γλώσσα ένας φτωχός άμυαλος
πίθηκος που έχασε τη θηλυκιά του για πάντα.
Όλες οι λέξεις μου έχουν μπήξει τα δόντια
τους στον κώλο του θεού για λίγη φρικαλέα
αθανασία, πριν τελειώσει η νύχτα που κρύβεται
στο μαλλιαρό σου μουνί αιωνιότητα, πριν μας
παραχώσουν οι αλλόφρονες νεκροθάφτες
μεσ’ στη λάσπη και τα σκατά

Βροχή βροχούλα βρόγχος

vroxi

Βροχή βροχούλα βρόγχος
Νεράκι ανεξήγητα μετέωρο
Φτασμένο εκεί
Στο έκπαγλο κέντρο των σπασμών
Οι ψύλλοι στο χώμα
Με τους σπόρους χορτασμένους
Ναυαγισμένο υλικό
Αναζητώ στο λαρύγγι μου
Ονόματα εσταυρωμένων γυναικών
Ουράνια άμμο της Αφρικής
Με σύφιλη και χολέρα
Όλο στιλπνές ψυχούλες σκόρπιες
Σ’ ένα ακρογιάλι από οστά
Κι εκεί να πλαγιάσω σα ναμαι
Γαλάζια μύγα στην πανωλεθρία
Να απολάψω το σκόρπισμα
Των σπόρων της τρέλας στα μελίγγια μου

Ποίημα για το πρόβλημα του ύπνου σας και μια πίτσα στο μέγεθος του ήλιου

poim

Μερικές φορές το ποίημα
δεν θέλει να έρθει
κρύβεται
σαν μια παιχνιδιάρικη γάτα
που έχει τρυπώσει
κάτω απ’ τον ουρανό

κρύβεται ανάμεσα σε γυμνοσάλιαγκες,
ρίζες, βολβούς, μάτια αράχνης,
τόσο μακριά απ΄ τον ήλιο

Μερικές φορές το ποίημα
τρέχει ακόμα πιο μακριά
σαν έναν εραστή
που φοβάται να χάσει την ουσία του
να μαγειρέψει τη μοναξιά του
σε μια κατσαρόλα
φτιάχνοντας μακαρονάδα για δυο
ή μια πίστα στο μέγεθος του ήλιου

Μερικές φορές το ποίημα
δεν μπορεί να αντικαταστήσει
το πάθος του ποιητή

Η ζωή είναι ένας χορός
ανάμεσα στον ποιητή και το ποίημα
αλλά μερικές φορές το ποίημα
απλά δεν θέλει να χορέψει
και παραμονεύει στο περιθώριο
χτυπώντας τα πόδια του

Εάν το ποίημα δεν έρχεται
Λέω: γλιστρήστε πάνω σε αυτό
Κάντε πως δεν σας ενδιαφέρει
Καθίστε στην καρέκλα σας
διαβάζοντας τον Σαίξπηρ, τον Νερούδα,
την αθάνατη Emily
τους Ρουμάνους του μεσοπολέμου
το Βάσκο Πόπα
το Νίκο Εγγονόπουλο
και αφήστε τον εαυτό σας να τρέξει
στη μουσική τους

Πηγαίντε στην κουζίνα
και ξεκινήστε να ξεφλουδίζετε τα κρεμμύδια
για την κόκκινη σάλτσα

Πριν το νιώσετε
το ποίημα θα κλάψει για σας
πάνω απ’ τις ώριμες ντομάτες
θα βυθίσει η έμπνευση
τους σπόρους της στο κορμί σας

Κι όταν ολόκληρο το σπίτι θα είναι γεμάτο
με το άρωμα της ντομάτας
αρχίστε να βράζετε τα ζυμαρικά

Σιγοβράστε κι εσείς
πάνω από την υγρή αισθησιακή ζύμη
κάνοντας το ποίημα να λυγίσει στη θέλησή σας

Αγαπήστε αυτό το ποίημα
από αλεύρι και νερό
την ουσία απ’ το δέσιμο των υλικών
τον έρωτα που κοχλάζει στις κατσαρόλες
για να ταΐσει τα αχόρταγα στομάχια

Ρέκβιεμ για τον κόκκινο Ντάνι

daniel_cohn_bendit_273544602

Ο κόκκινος Ντάνι έχει τιμητική θέση στην τροφική αλυσίδα του καπιταλισμού. Πέρασε νύχτες σε καφενεία και οριακές τελετές. Δοκίμασε με την άκρη της γλώσσας μούστο πατημένο, ύμνησε το μεσογειακό ταπεραμέντο και την οικολογία, έγινε ο ένας και μοναδικός ανάμεσα σε πολλούς που ξεκίνησαν να δώσουν μιαν απάντηση στο θάνατο και την ανυπαρξία.

Ο κόκκινος Ντάνι φυτεύτηκε από μια παμπόνηρη αστική τάξη που είχε βρει τρόπο νʼ ανοίγει τα παράθυρα για να ξεβρομίζει το σύστημα.

Μια αστική τάξη που πουλούσε αριστερισμό και επανάσταση με το τσουβάλι.

Ο κόκκινος Ντάνι τα κινήματα της πατάτας και της διαχείρισης των κρίσεων τα σπούδασε στη Σορβόννη ακούγοντας γαλλοελληνικά της Αρβελέρ και φλύκταινες του Ζουράρι.

Ο κόκκινος Ντάνι κρύβει ένα βαθύτατο εθνικισμό για τη μητέρα πατρίδα και την ακμή της αφού ως άλκιμη οδαλίσκη της διανόησης μάζεψε τις φίρμες και τα λαμπρά αστέρια της ψωροκώσταινας που ξεψυχούσαν γαλλιστί στην Μονμάρτη.

Ο κόκκινος Ντάνι που ξέβαψε είναι η κουράδα της γαλλικής επανάστασης. Καλωσόρισε πρώτος τις παγωμένες ριπές του πολέμου στο Σαράγιεβο. Δεκαετίες τώρα σαπουνίζει τʼ αρχίδια των αξιωματούχων των Βρυξελών.

Οραματιστής και φιλάνθρωπος της Ευρώπης της παρακμής που δεν στέγνωσε στα χέρια της ακόμα το αίμα απʼ τις αποικίες.

Είναι η φίρμα που βγαίνει μπροστά στα δύσκολα. Χειροτονεί χρηματιστές και μάνατζερ εκπαιδευμένους να στεγνώσουν τα ζουλάπια που διεκδίκησαν κάποτε ψιχία καλοζωίας αλλά εισέπραξαν φάπες και ενοχές.

Ο κόκκινος Ντάνι έγινε ο Ντεγκόλ του ευρωπαϊκού έρωτα για τις αγορές. Από ΣΥΡΙΖΑ του Μάη του 68 έγινε χρυσαυγίτης της περεστρόικα του κεφαλαίου. Με το άλλοθι του μοναχικού καβαλάρη και του πολυμήχανου πράττει τα δέοντα για τη μπουρζουαζία που έγραψε ύμνους για τους εργάτες κάποτε αλλά λυσσάει σήμερα όταν ο εργάτης μορφώνεται και διεκδικεί.

Ο κόκκινος Ντάνι εξαργυρώνει τη λάμψη της χθεσινής μέρας. Συγκινεί ακόμα τους μαλάκες που τον πίστεψαν. Μικροαστούς, γεροντοκόρες, εκθεσάδες της γειτονιάς και τσουραπάτες φίρμες της δημοσιογραφίας.

Ο κόκκινος Ντάνι πέρασε κι αυτός να ρίξει ένα γερό χέσιμο στο Μέγαρο Μαξίμου. Να περάσει ένα χεράκι πράσινη μπογιά απʼ αυτή που σκεπάζει τη μπόχα μιας χώρας με μισό εκατομμύριο πεινασμένους.

Της χώρας του εθελοντισμού που το γύρισε στα συσσίτια και τις ελεημοσύνες. Της χώρας, τού Ελλάς ελλήνων χριστιανών που επαναστατεί με τη μούντζα και το κωλοδάχτυλο.

Της χώρας, τού πατρίς θρησκεία οικογένεια που έβαλε τον παπά στο κρεβάτι της φορώντας τη χλαμύδα του αρχαίου μεγαλείου επιδιδόμενη σʼ ένα νέο-ανθρωποφαγικό κίτς όργιο.

Ο κόκκινος Ντάνι θα φάει μουζάκα κάτω απʼ την ακρόπολη, θα φιλήσει τον ιερό βράχο και θα δώσει συνέντευξη τύπου για τις μπιγκόνιες, τα φωτοβολταϊκά και την ανάπτυξη.

Ο κόκκινος Ντάνι θα ρεκάξει κι αυτός με τη σειρά του την καταστροφή που θα συμβεί έξω απʼ το ευρώ. Με ολίγον μελιστάλακτο ύφος θα μαλώσει πατρικά την αριστερά και τους άλλους ντόπιους αγριάνθρωπους και το κακό συναπάντημα, αγράμματους, πλιατσικολόγους και τοπικιστές που δεν αφήνουν τη φωτισμένη τρόικα που ήρθε απʼ έξω να μας σώσει μαζί με τον Μαυροκορδάτο-Παπαδήμο και την παρέα του.

Ο κόκκινος Ντάνι που θα χειροκροτήσει τα νατοϊκά βομβαρδιστικά ακόμα και αν κατευθυνθούν αύριο στους Δελφούς είναι ένας απʼ τους πράσινους προθιερείς της ιστορικής αποδόμησης, που κουνάει πατερναλιστικά το δάχτυλο μέσα στον ευρωπαϊκό ιστορικό αχταρμά.

Λαοί αλλάξτε συνείδηση, νοοτροπία και συμπεριφορές. Η αγορά δε σηκώνει καψόνια. Μονάχα τα πράσινα άλογα της πράσινης ανάπτυξης. Ο κόκκινος Ντάνι με τους δικούς μας φεντεραλιστές παραπέμπουν στην περίπτωση της Φρειδερίκης που παρακαλούσε τον Μάρσαλ νʼ αρχίσει τον τρίτο παγκόσμιο απʼ την Ελλάδα.

Μάης του 68 Ή ευλόγησον δέσποτα το Noor One

ΚΗΔΕΙΑ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ Κ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ

Συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό φίλων και γνωστών για το Μάη του 68, μα εκείνη την εποχή χρειαζόσουν τουλάχιστον ένα αεροπορικό εισιτήριο για να πας στο Παρίσι και να κάνεις εξέγερση.

Τον καιρό εκείνο οι εξεγέρσεις γινόταν απ’ τους μπουρζουάδες που ήταν έτοιμοι να πεθάνουν από ανία.

Διάφοροι πλιατσικολόγοι, τα κονομάνε χοντρά πενήντα χρόνια μετά, πατώντας πάνω στην αγάπη των ψευτοκουλτουριάρηδων δήθεν για την αυτονομία, την ελευθερία και τα άλλα κλασμένα μαρούλια.

Η ίδια εξουσία, ενσωμάτωσε μετά την εξέγερση τους εξεγερμένους αλλά και τις ιδέες τους, σε τέτοιο βαθμό που απορείς πραγματικά με όσους δεν βλέπουν ή κάνουν πως δεν βλέπουν τον αναχρονισμό και την αντίδραση.

Ο Πουλαντζάς μιλάει ανοιχτά για τον πράκτορα Καστοριάδη που το πρωί εργάζεται στον Ο.Ο.Σ.Α και το βράδυ γράφει δοκίμια για λοβοτομημένους αναρχικούς που έγιναν αναρχικοί για να αντιδράσουν στον δεξιό μπαμπά.

Δεν μιλάμε φυσικά για τους λίγους ρομαντικούς που το σκασαν νύχτα για την Προβηγκία ή την Τεργέστη αλλά για τα πολλά και αμέτρητα κοράκια που διοικούν σήμερα την Ευρώπη.

Ολόκληρη η μεσήλικη παρέα που διοικεί σήμερα την Ευρώπη είναι σπουδαγμένη στο Μάη του 68.

Οι Έλληνες διανοούμενοι του αθηνοκεντρικού ελληνοχριστιανικού μας πολιτισμού, μεταξύ τυρού και αχλαδιού αρέσκονται να κωλοτρίβονται στα πόδια των μπουρζουάδων.

Ο Ωνάσης, ο Λάτσης και τα άλλα νεόκοπα φυντανάκια που με χουντικά δάνεια αγόρασαν όλα τα σαπιοκάραβα τού πλανήτη για να κατακτήσουν τις αγορές κάθε ηπείρου τώρα στα ιδρύματά τους χαϊδεύουν τ’ αρχιδάκια διανοούμενων και καλλιτεχνών κάνοντας εκδηλώσεις για τον Μάη ή τον Οχτώβρη, θάβοντας την εργατική τάξη στα ερείπια των κατακτήσεών της.

Σήμερα στην ψωροκώσταινα όπου οι σεβαστοί-απ’ τη συμμορία της εκκλησίας και του κράτους-πρεζέμπεροι αγοράζουν τρυφερό άγουρο κρέας απ’ την Ταϊλάνδη για να περάσουν καλά, οι φιλομάηδεςτου 68 κρύβονται πίσω απ’ το ένδοξο κωλοδάχτυλό τους.

Εκεί που πίνεις το καφεδάκι σου με το ένα ευρώ διαβάζεις στη φρι πρες και μια σπουδαία μαλακία.

Το ξέσπασμα-λέει-του Μάη άνοιξε δρόμους, πρότεινε νέες συμπεριφορές, ήταν ένας εκθειασμός της ροής και των πυκνώσεων του χρόνου, μια κολοσσιαία επιμήκυνση των δευτερολέπτων, το προοίμιο σε έναν άλλον πολιτισμό, σε μιαν άλλη αντιμετώπιση της καθημερινότητας. Ήταν τα πρώτα εκρηκτικά βήματα προς ένα άλλο σχέδιο ζωής.

Ένα σχέδιο ζωής που όπως μεγαλοφώνως αποδείχθηκε λέει: ας περνάμε εμείς καλά κι άλλοι στ’ αρχίδια μας.

Τα πλοκάμια της πλοκής

solt

Δεν με χωρά ο χώρος και η χώρα
Προτιμώ να κάνω σκέψεις μόνος μου
Ο άνεμος με βελόνα και κλωστή
Μπαλώνει την αγάπη
Και των κοριτσιών το τραύλισμα
Αν ήμουν λυρικός όλα θα ήταν αλλιώς
Η μαμά θα με αγαπούσε σαν κουταβάκι
Ο μπαμπάς θα με πρόσεχε απ’ τον τάφο του
Μα γράφω τώρα ένα ποίημα για τη δυσεντερία
Μυρίζω σβουνιές από μαντριά
Κοιτάζω την κουλουριασμένη στύση μου
Τον κουραδοκόφτη σου να νιώθει κανονικός βασιλιάς
Ω παπαρούνα κόκκινη σα βάλανος
Είμαι μεσσίας, προφήτης, θυμωμένος πατέρας
Ένας ξεπεσμένος γαμιάς
Που προσπαθεί να τον χώσει στο στόμα της
Είναι άρρωστη από καρκίνο η χώρα μου
Φυτεμένη μέσα σ’ ένα κονσερβοκούτι
Με χώμα και φακές
Σάπιοι μπουρζουάδες με τα σάπια δόντια τους
Σχεδιάζουν δοξασμένους λοιμούς
Πατατοφαγία εκσπερμάτωση
Ω παπαρούνα σου γράφω ωδές
Κάτω απ’ τα γαλάζια σύννεφα της Βαβυλώνας
Σε ξεριζώνω αφού διαθέτω εξουσία
Σε μυρίζω τώρα
Όλο θειάφι και μαγγάνιο πετρέλαιο και πληγές
Σειρά σου τώρα νε με μυρίσεις
Να μου διαβάσεις ποιητικές συλλογές
Για πούτσους και μουνιά
Σοσιαλισμό του αγρού
Να μου μάθεις πως ψαρεύουν πέστροφες
Με τρύπιο σακί στον Αχέροντα
Πασπαλισμένη με αλεύρι
Τηγανισμένη σε βούτυρο
Μια γλυκιά γεύση αφήνοντας
Όπως τα φιλιά της Εσμεράλδας

Τάδε έφη Ζαρατούστρα

Lou Andreas-Salomé, Paul Ree and Friedrich Nietzsche in Jules Bonnet studio, Lucerne 1882

Lou Andreas-Salomé, Paul Ree and Friedrich Nietzsche in Jules Bonnet studio, Lucerne 1882

 

Οι μεγάλοι παλαβοί του ερωτισμού τού εικοστού αιώνα ανακοίνωσαν γραπτώς και προφορικώς πως είναι απαράδεκτο η κοινωνία να περιορίζει τη σεξουαλική απόλαυση εντός νομικών μορφών εν είδει συμβολαίου.

Ζωγράφοι, ποιητές, φιλόσοφοι, θηριοδαμαστές-ως εργατικοί και ακαταπόνητοι στοχαστές-άρχισαν να καταγράφουν την ιστορία των πραγμάτων που δίνουν χρώμα στην ύπαρξη.

Τι μπορούμε να μάθουμε για τον κόσμο; Από τη γέννηση ως το θάνατό μας πόσες σάρκες μπορεί να ελπίζει το βλέμμα μας ότι θα σαρώσει; Πόσα τετραγωνικά εκατοστά Γης θα έχουν αγγίξει οι πατούσες μας; Πόσες μικροεπιδρομές σε εξαϋλωμένα ερείπια και πόσα ρίγη περιπέτειας θα μας συντρέξουν;

Οι μεγάλοι ερωτικοί είδαν τη ζωή όχι σαν το πρόσχημα μιας απεγνωσμένης συσσώρευσης, ούτε σαν ψευδαίσθηση κατάκτησης, αλλά σαν επανεύρεση ενός νοήματος που χάθηκε μέσα στις πληροφορίες και στους οδηγούς επιβίωσης.

Όλοι τους συνέταξαν ιδιοχείρως – με τον ένα ή τον άλλο τρόπο – το πολυτάραχο, ανατρεπτικό, σκοτεινό, πένθιμο ή και μακάβριο σενάριο της ζωής τους.

Όλοι τους βρέθηκαν στο πλευρό των ανθρώπων που δεν είχαν να χάσουν τίποτε εκτός απ’ τις αλυσίδες τους.

Ο ναζισμός αλλά και ο ύστατος νεοφιλελευθερισμός ως δυναμική της εξέλιξής του, δεν εφευρέθηκε απ’ τους μεγάλους τρελούς του ερωτισμού αλλά απ’ τους πλέον απεχθείς, ανιαρούς, απωθητικούς μικροαστούς που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί.

Ο Himmler ήταν ένας φιλήσυχος αγρονόμος που παντρεύτηκε μια νοσοκόμα. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης γεννήθηκαν μέσα απ’ τη μικροαστική συζυγική φαντασίωση μιας νοσοκόμας κι ενός αρχιτέκτονα ορνιθοτροφείων. Στην κλίνη όπου η συμβολαιογραφική πράξη της μονογαμίας γεννάει τέρατα.

Απ’ την άλλη, οι ερωτικοί ποιητές άρχισαν να ορίζουν τον έρωτα με υγρές λέξεις και σημεία χαραγμένα στη λευκή σελίδα.

Να τον ονοματίζουν και να τον χαράσσουν όπως εκείνοι οι παλιοί χαρτογράφοι που γέμιζαν τις ακτές με ονόματα λιμένων, με ονόματα ακρωτηρίων και όρμων ώσπου στο τέλος η ξηρά να χωρίζεται απ’ τη θάλασσα με μια ανάσα.

Βλέπω τώρα την ποιήτρια της ζωής και του αλιτήριου βίου Lou Andreas-Salomé να μαλακίζει τις ψωλές δυο φιλοσόφων. Μόνο η ποίηση και η γυναίκα μπορούν να καταλαγιάσουν την αντρική ορμή για κυριαρχία και σφαγή. Να γίνουν αυτό το ερωτικό άλεφ, ο τόπος όπου είναι ταυτόχρονα ολόκληρος ο κόσμος ένα ερωτικό αλφάβητο που συνομιλεί με την αιωνιότητα.

Βλέπω τώρα το λιμάνι και το φάρο. Το οροπέδιο πέρα και το λόφο.

Εδώ στη Santa Mavra βλέπω μια μαούνα φορτωμένη χαλίκι να οργώνει το κανάλι. Παιδιά παίζουν μπάλα στην παραλία. Άντρες και γυναίκες χαίρονται τη γύμνια τους και τις ζεστές δαγκωνιές του ήλιου.

Ο αρχαίος μελισσοκόμος και μπανιστηρτζής Σπύρος Σταματέλος κατεβαίνει απ’ το χωριό Τσουκαλάδες καβάλα στο γάιδαρό του, διασχίζοντας τις σκιερές δεντροστοιχίες της ερωτικής όασης του μέλλοντος.

Ήταν χθες, ήταν αύριο

eklici

Ταξιδεύω πάνω σ’ ένα πλοίο για τη νήσο της Ηδονής. Τη νήσο Νυχτέρι των χαροκαμένων και τη νήσο Σπλάχνα μιας Σούλας κομμώτριας πεταμένα σε κάδο. Κι εσείς φαρμακόγλωσσοι, να ξέρετε, μόλις που ανασαίνω. Μόλις που ψιθυρίζω στα κορίτσια λαδερά φαγητά και λαδερά λόγια. Ταξιδεύω πάνω σ’ ένα πλοίο. Το πλοίο είναι η κατεξοχήν ετεροτοπία. Στους πολιτισμούς δίχως πλοία στερεύουν τα όνειρα. Η κατασκοπεία αντικαθιστά την περιπέτεια και ο καταναλωτισμός αντικαθιστά την ηδονοβλεψία. Η αστυνομία αντικαθιστά τους πειρατές και ο στρατός τους ιχνηλάτες. Βρίσκομαι στο χωριό Χελιδώνα, εδώ που προσάραξε το πλοίο μου την εποχή του κατακλυσμού. Ακροκέραμα στη βαθιά κρήνη λιωμένα απ’ τα άλατα των βουνών. Σπαθιά γυαλισμένα με λάδι κρεμασμένα στην ψησταριά του χωριού. Γυαλισμένα κορμιά. Εις έσχατον όριο. Διψασμένα για αίμα. Λάμες. Ζόφος των νικητών. Συνουσία. Αγάπη. Μέτρον άριστον. Καραβάνια τρελών πιερότων με αφράτα σαρίκια μες στο πένθος της σκόνης ενός χαμού δίχως τέλος. Μαύρη σελήνη ξανά και τοπία θολά με διαβάτες. Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος τρόπαιο Φλωρινιώτη ζωγράφου. Αγαπούμε δια τού βλέμματος τις ολόγυμνες που δεν έχουν ονόματα. Οι χλοερές μασχάλες μάς συγκινούν. Κι η σωτηρία παραμένει πάντα μια σκοτεινή πόρτα, αφού η ελπίδα κατέστη το δέλεαρ της αδράνειας.

 

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ Β.Μ

lastlet
Έχασα τους καλλίτερους φίλους μου
Τον Οκτώβρη του 17
Την ώρα που άστραψαν όλα τα δρεπάνια
Αποκεφαλίζοντας τα πορφυρά στάχυα της Σιβηρίας
Και μοσχοβόλησε ο αέρας πιστόλια και μαχαίρια
Κι ακουστήκανε οι ένδοξες τρουμπέτες
Κι ακούστηκε το αίμα να κυλά
Σαν λύκος μες’ τη νύχτα
Κι άρχισαν να ξεπηδούν απ’ την καινούργια μήτρα
Ο άνεμος κι η θύελλα
Γλείφοντας του κόσμου το κορμί
Αφήνοντας της ηδονής τα χνάρια πάνω του
Σπέρνοντας της εξέγερσης το πάθος
Ίδιο με το αγκάλιασμα του δρεπανιού
Ίδιο με του σφυριού τη δύναμη
Εκείνη την τραχιά κι ωραία στιγμή της πράξης.
Φεύγω λοιπόν κι εγώ όπως μου πρέπει
Νέος ακόμα στο κορμί
Με του τελευταίου μου έρωτα το δέρμα
Σαν κάποιος που έκανε το χρέος του
Φεύγω και
Χαιρετίζω τις γυναίκες
που μέλλονται να γεννηθούν
για να στοιχειώσουνε
τον ύπνο των αρσενικών.
Χαιρετίζω τις τρομοκρατικές οργανώσεις
του μέλλοντος
την κατάργηση των τάξεων, των θρησκειών,
των στρατών, των σωμάτων ασφαλείας.
Χαιρετίζω το θάνατο των εθνών.

Ω! θάψτε με
με τη γλώσσα έξω απ’ το χώμα.

1992

Ελαιώνες

Αγριοπερίστερα νεκρά που τα γλύφουν ποντίκια.
Αυτή είναι η πόλη μας.
Με τα μπαρ και τα εγκλωβισμένα της θηρία.
Και τα θερινά της σινεμά
που ξεφυτρώνουν σαν επιληπτικά πεδία
μέσα στο αχόρταγο καλοκαίρι.

 

Ποίηση-Αντώνης Αντωνάκος.
Μουσική, παραγωγή, κοντραμπάσο-Ηρακλής Ιωσηφίδης.
Mastering: Απόστολος Σιώπης.
Το εξώφυλλο είναι ένα κολάζ του Γιώργου Μπογιατζίδη.
Στην ηχογράφηση χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά κοντραμπάσο, ηλεκτρικό και ακουστικό.
Από το άλμπουμ του 2018 «Ελαιώνες».
Download στο http://www.xeilialouloudia.gr/

 

Μεγάλη Παρασκευή Ή Μουνί με ακάνθινο στεφάνι

moniaknthod

Μη διστάζεις να αντιμετωπίσεις τα υγρά σου σαν μια αγέλη ζώα.

Ζούνε εντός σου σε άγρια κατάσταση.

Αλληλοσπαράσσονται, αυτοακρωτηριάζονται, πολλαπλασιάζονται στην τύχη.

Ποίμαινε το κοπάδι των υγρών σου.

Γίνε ποιμένας σ’ ένα κοπάδι ζώα που ζούσαν άσκοπα ως τώρα, σε αταξία.

Χάρη στα μάγια σου κάντα να υποταχθούν στην ερωτική γνώση.

Χάρη στα μάγια σου κάντα να συνειδητοποιήσουν ότι υπάρχουν, υπάρχουν σαν καθρέφτες τού εαυτού σου.

Κάθε ερωτική μπουκιά έχει τη γεύση των προγόνων μας.

Μουνί ονειροπόλο, αναρτημένο απ’ τα τσίνορα του ήλιου, με τα υγρά σου χείλη και τα τονωτικά σου χαμόγελα, γονιμοποίησε με το σπέρμα μου τη μήτρα του πυραχτωμένου σου μυαλού.

Ξεγέννα ένα βρέφος με τη μυρουδιά της ελευθερίας που είναι από αίμα και τη μυρουδιά της δικαιοσύνης που είναι από φρέσκο χώμα.

Ξεγέννα ένα βρέφος που θα είναι ο γιός και η κόρη μου, ευτυχισμένο μες στην απανθρωπιά των παιδιών.

Ξεγέννα ένα βρέφος απληροφόρητο από θάνατο και φρίκη, ωστόσο ζωντανό.

Ένα βρέφος που θα λαχταράει να ξαναγίνει άστρο και ασφόδελος.

Ηλίθιο χαμομήλι που κοιτάζει τον ήλιο καθώς ξεμπουκάρει μες απ’ τα κρανία όσων σακάτεψε η γλυκιά οιμωγή της φθοράς.

Αγκαλιά κάτω απ’ το ντουζ

ntoyz

Η φιλία και ο έρωτας είναι ετεροθαλή αδερφάκια. Όταν κάποτε ρώτησαν τον Breton και τους υπερρεαλιστές γιατί γράφουν, αυτοί απάντησαν «Γράφουμε για να βρούμε φίλους».

Το βέβαιο είναι πως όταν γράφεις βρίσκεις καινούργιους φίλους, μα αρκετές φορές χάνεις τους παλιούς.

Και είναι συνήθως αυτό το μέλημα για την ύπαρξη, που πολλές φορές γίνεται καθαρός πόνος και ζουλάπι που ενδίδει στην παράβαση για να βρει τη λύτρωση που δεν υπάρχει.

Αυτά τα μυστηριώδη υποκείμενα που τριγυρνούν ασκόπως στα θολά κοσμικά νερά της λαγνείας έχουν έναν κρυφό σκοπό. Να εξαπολύσουν τον έρωτα εκεί που καταπιέζεται, παραμερίζεται ή απλώς ετοιμάζεται να εκραγεί σ’ όλη του τη δόξα.

Η φιλία και ο έρωτας είναι το αντίβαρο της πραγματικότητας που οι ρομαντικοί το βάφτισαν ουτοπία.

Η φιλία και ο έρωτας για να βγάλουν ρίζα πρέπει να ποτιστούν απ’ τις ποιητικές ιδέες που ποτέ δεν ολοκληρώνονται και μένουν ανοιχτές, μετέωρες, όπως η αρχέτυπη σπηλιά που η πόρτα της είναι μια μαύρη τρύπα, ένα αόρατο παραπέτασμα όπου όποιος μπαίνει πρέπει να γδυθεί από τις έτοιμες ιδέες και τις προκαταλήψεις και να οδεύσει γυμνός προς το σατανά, που όλα τα θέλει αλλιώτικα, στρεβλά, αλλαγμένα, υποψιασμένα και καταδιωγμένα.

Η φιλία και ο έρωτας σε οδηγούν από μια βαρετή καθημερινότητα σ’ έναν κόσμο θαυμάτων.

Μα είναι φορές που αυτός ο κόσμος των θαυμάτων κατρακυλά στην απόλυτη αποξένωση και στην αποστέρηση κάθε φυσικής ωραιότητας.

Αν δεις βαθιά το μεδούλι, κάτω απ’ το σπλάχνο της γραμματοσειράς, θα βρεις έναν εαυτό ψυχολογικά κλονισμένο, συναισθηματικά και πνευματικά ασταθή, που σχεδόν πάντα ταλαιπωρείται από υπαρξιακές και καλλιτεχνικές αγωνίες.

Θέλουμε να γίνουμε θεοί-γαμώ την παναγία σας- δηλαδή παντοδύναμοι σκύλοι.

Οι μυθικές φιγούρες των αρχαίων κυνικών που σουλατσάραν και πηδούσαν εδώ κι εκεί όπως τους έσκαγε στην κούτρα επιζητώντας τη συνουσία και το σκάνδαλο.

Ο σκύλος κοροϊδεύει τον πολιτισμό, αυτόν τον πολιτισμό που σκέφτεται με τα λεφτά του και γαμάει με τα λεφτά του κι απ’ την ευωδιά της ερωτικής κλίνης ξεπέφτει στο γρασάρισμα των μεντεσέδων του μπουρδέλου.

Όμως αυτός ο σκύλος, ο ανυπόταχτος, είναι επίσης και ένα ζώο που υποτάσσεται, εκγυμνάζεται, μαθαίνει να δίνει το χέρι.

Είναι το ζώο που κυρίως αγαπούν και κυρίως φοβούνται οι άνθρωποι, ταυτόχρονα.

Ο ποιητής είναι ο σκύλος που πότε δίνει το χέρι του και πότε δαγκώνει.

Υπάρχουν ποιητές σκυλάκια του καναπέ που πιπιλίζουν με τη γλωσσίτσα τους την ανία της άρχουσας τάξης και το τσουτσούνι του μεγάλου Ποσάδα των ποιητικών επετηρίδων περιμένοντας μιαν ανταμοιβή, ένα κόκκαλο με φιόγκο ή μιαν επιδότηση για να ανοίξουν μαγαζί πουλώντας τα πνευματικά περιττώματα των φίλων και των εραστών τους που αύριο θα είναι εχθροί τους.

Υπάρχουν ποιητές που ουρλιάζουν κλαίγοντας με αναφιλητά, που μέσα στον παροξυσμό τους ξεσπά πολλές φορές ένα γέλιο ασυγκράτητο.

Κι αυτό είναι που μας κάνει να ξαναβρίσκουμε το θάρρος μας.

Εραστές και φίλους, πληγωμένα πουλιά που ψάχνουν την αγκαλιά μας σ’ αυτόν τον αεροκρέμαστο κόσμο.