ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Πορτραίτο του θέρους που έρχεται

dark

Μας άνοιξε η Άνοιξη την πόρτα
να εισβάλουμε στο θειάφι και τη
γύρη. Εμείς οι Δυτικοί σκυλόφραγκοι
να πάμε κατά πάνω εκεί στον τράχηλο
της Πίνδου, να πάμε στα νησιά και
στους Μολάους, εκεί στη λάμψη
και τον κρότο των εφήβων. Ν’ αφήσει
η γύφτισα στις σερνικές παλάμες μας
ζουμί απ’ τα εσώψυχα, βυζάκι τυλιγμένο
σε πολύχρωμο υφαντό, να κολατσίσει
ο γλωσσοπλάστης εαυτός τη μέγγενη
της μέσα αναρχίας. Να μαγαρίσει η ωχρά
σπειροχαίτη των ανέμων τις σαρακοστές
ν’ αρχίσει γλυκασμούς ο ασίκης των
αγρών με το υπερπέραν. Να ασελγήσει
ο αλέγρος αγριόχοιρος σε μια κουφάλα
δέντρου. Γδυτός να βγει από τα τέμπλα
ο Δαρείος, τ’ αδέρφι μας ο Πέρσης με
τις τσούπες του να βγει απ’ το βρακί του.
Τα εντόσθια του Μάρτη να τα φάνε τα
σκυλιά, να βρέξει χώμα κόκκινο της
Δαμασκού επάνω στα βυζιά της Παναγίας.
Να πεταχτούν τα κοριτσάκια σαν
χρυσόψαρα από τις κολυμπήθρες.
Να ουρλιάξει Απεταξάμην ο ανάδοχος
σπασμός. Να βγει απ’ το βαθύ Απριλιάτικο
ρουθούνι της Γραικίας το Μαγιάτικο σκουλήκι
ο δικαιούχος όλων των νεκρών.

Κόφτης

koftis

Της κυβερνήσεως οι προεστοί έχουν αναλάβει την γκομενοβοσκή βουλευτών ακτημόνων της περεστρόικα του ευρωπαϊκού οράματος.

Οι μανούλες που κλαίνε και οδύρονται, κάθε που, τα ψηφίσματα λειτουργούν ως μαντολάτα και πιπίλες εις το έρεβος της λαϊκής καταβόθρας, ξέρουν πως ξηλώνεται η φόδρα του κοινωνικού κράτους που φεύγει.

Ξέρουν πως ο μπουρζουάς χωνεύει και ρεύεται με πάθος ότι του χάρισε η εργατική χήνα με το συκώτι της.

Ξέρουν οι μανούλες της ευρωπαϊκής οικοδόμησης την ανατομία του μικροαστού και τις ντρόγκες του.

Ξέρουν πως ο περήφανος ελληνικός φαλλός του Πανός που εθριάμβευσε στις ραχούλες και τα βουκώλια, μεταλάχθη εις μπάμια Μπογιατίου με λιλά και κρόταλα δια να κάνει κονέ στις αγορές.

Ακαδημαϊκοί σπουδαγμένα παιδιά με γιλέκο και κόνιδα, εβάλαν σκαρπίνι και υποκάμισο δια να γίνουν διαπραγματευταί, πιστεύοντας πως θα στολίσουν με κρόσσια δόξης λαμπρής τον καθιστικόν τους οντά.

Πως θα προσφέρουν εις τον κομματικό τους στρατώνα νταμίρα Ολλανδίας και ο οπιοσυνταξιούχος κύριος Γιάγκος θα μπορεί να παίρνει φάρμακα και ζαρζαβατικά για τα γηρατειά του.

Πως απ’ την κρατική κυλίστρα τους θα προσφέρουν άρτο και θεάματα εις τα πλήθη, χαρτοπόλεμο μνημονίων, αγνό ορθόδοξο Πούτιν και σπάλα Αγίου Χαραλάμπη δια προσκύνημα.

Μα κατά βάθος εκρέμετο ο κόφτης πάνω απ’ την κιναιδοαριστερή ρητορεία. Την αριστεροδεξιά που έχει θυρεό το φόβο του μικροϊδιοκτήτη μη γίνει προλετάριος και ντροπιαστεί εις τα πέρατα της υφαλοκρυπίδος.

Διότι ο τρόμος του μικροαστού είναι η επιστροφή στο χωρίον, εκεί όπου ο πάππος έβγαζε ψωμί, τυρί κι ελιές και είχεν πολιτισμό δηλαδή ανθρωπιά, παρόλες τις δυσεντερίες, τα εμφύλια χούγια και τις ορφικές του αιμομιξίες.

Ο μικροαστός φοβάται να γυρίσει πίσω να ξαναχτίσει τον πολιτισμό. Να ξαναγίνει κοινότητα και συνεταιρισμός. Να ξαναγίνει καυλωμένος τράγος μες στη βουκολική σοβιετία της υπαίθρου.

Μα προτιμά ο κακομοίρης ανήλιαγο μαγαζάκι σε λεωφόρο να πουλά κινέζικη παλτουδιά, προτιμά ανεργία και τζόκερ, λίγη οικοδομή, λίγη θάλασσα και τη μπύρα μου.

Κι αυτά τα γνωρίζει ο ινστρούχτορας των καταλήψεων και τα μετρά σωστά. Τα γνωρίζει διότι ξεσκόλισε σε παλαιούς των ημερών που την τέχνη της ανθρωποβοσκής την εκάναν νόμο του κράτους των Αθηνών.

Μέσα στον υπερούσιο μπιντέ του λεκανοπεδίου που τόσο προφητικά προφήτεψε ο Χάκκας και τόσο ηδονικά ξεπλένει ο Έλλην καπιταλιστής τις αιμορροΐδες του.

Μνήμη του λαού μου που σε λένε Σκάι

Rubens

Μια νέα και σπουδαία κοινότητα παραφιλικών ατόμων σχηματίζεται στην ένδοξη και ευλογημένη χώρα μας παίρνοντας σάρκα και οστά.

Οι λεγόμενοι συμφορόφιλοι αποτελούν πλέον μετρήσιμο μέγεθος και υπολογίσιμο σώμα ψηφοφόρων.

Οι συμφορόφιλοι αντλούν ηδονή από τα ατυχήματα, τις εκρήξεις, τους πολέμους, τους βιασμούς, τα δελτία ειδήσεων, το άμπερ αλέρτ και το σίλβερ αλέρτ.

Μόλις δουν τροχαίο σταματούν και περιεργάζονται το ερωτικό αντικείμενο του πάθους τους. Κομμένα κεφάλια, χέρια, πόδια, μαλλιά και γάγγλια κολλημένα σε λαμαρίνες τους προσφέρουν κρυφή και φανερή ευχαρίστηση.

Οι συμφορόφιλοι δεν θα ερεθιστούν μ’ ένα γυμνό ανθρώπινο σώμα αλλά με τη συμφορά που το βρήκε.

Οι συμφορόφιλοι δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τη διαστροφή τους χωρίς την τηλεόραση. Η τηλεόραση είναι ο διανοητικός τους δονητής που υποβοηθά τη φαντασία τους.

Η τηλεόραση μονίμως ανοιχτή μέσα σ’ ένα σπίτι ή ένα μαγαζί παιανίζει συμφορές που ήρθανε και συμφορές που έρχονται.

Είναι ο δούρειος ίππος που έχει στην κοιλιά του δημοσιογράφους και αναλυτές. Σήριαλ με νευρωτικούς ηθοποιούς που απ’ τον Άμλετ ξέπεσαν στα δίδυμα παπάρια.

Διαφημίσεις για κινητά και αναψυκτικά που σε κάνουν κούλ. Τηλεπαρουσιάστριες που κλαίνε και οδύρονται για τις συμφορές που μας βρήκαν.

Το κέντρο της ζωής είναι πλέον η συμφορά, το τερατώδες. Αν η είδηση δεν κρύβει τερατωδία δεν είναι είδηση.

Το τερατώδες έχει πάντα μια εντυπωσιακή, για να μην πούμε μυθική πλευρά. Προσφέρεται τόσο για θέαμα όσο και για περιγραφή.

Αναλυτές αναλύουν αναλύσεις. Διαρρηγνύουν τις σωβρακοφανέλες τους και τα στρίγκ τους για το καλό του λαού. Πλακώνονται και βρίζονται προσφέροντας θέαμα στο συμφορόφιλο τηλεθεατή που για να ικανοποιήσει τη διαστροφή του μένει άυπνος.

Πατρικές φιγούρες, παιδόφιλοι μεταμφιεσμένοι σε παραμυθάδες, μας απαγγέλουν τη μεγάλη βίβλο των συμφορών.

Το μεσημεριανό μας γεύμα έχει ξύλο σε διαδηλωτές, καρκίνο της μήτρας, ένφια, γριά που έπαθε ηλεκτροπληξία, ποδοπατημένους σε συσσίτιο.

Το βραδινό μας γεύμα έχει πουτάνες και ναρκωτικά σε καταυλισμό, Αθηνά Ωνάση και στυτική δυσλειτουργία αλόγων, Ζάχο Χατζηφωτίου και καρκίνο του προστάτη. Και φυσικά φρέσκα αμερικάνικα σήριαλ με αντεριές και χυμένα μυαλά, σκέτη καύλα.

Ποίημα γλαφυρό για το επερχόμενο θέρος

glaf

Κάτω στο γιαλό κάτω στο περιγιάλι
βρήκαμε τον έλληνα Ήλιο κατακόκκινο
περιστρεφόμενο μεταμφιεσμένο σε
ηδονοβλεψία να κοιτάζει βυζιά μελάτα
όμορφες σκιές στην κάψα του μεσημεριού
χωρίς αδιαφιλονίκητο μίσος για τους
γερμανούς και τους ευρωπαίους χωρίς
έπαρση σωβινισμό και ύφος ινδιάνου
απ’ την Καρδίτσα και χωρίς χαρτί και
μολύβι και χωρίς κινητό πάντα παρανοϊκός
και αγαπησιάρης ξεψειρίζοντας μπρούτζινες
προτομές σε σαράντα πέντε βαθμούς
υπό σκιάν σε κάμα ανείπωτο ελληνικό
που οι αγγελιοφόροι των αγορών αγνοούν
και οι γλαφυρές ξανθές διαιωνίζουν.

Λόγια για την Εκλεκτική Κληρονομιά

Λαζαρίδου

Χαιρετισμός στη Δήμητρα Λαζαρίδου
(λίγα λόγια για την Εκλεκτική Κληρονομιά)

Κλειστοί τόποι. Μια δυναμοσειρά εικόνων δωματίου που διαβάζονται μέσα σ’ ένα φιλμικό περιβάλλον αναφορών σε καλλιτέχνες.

Προοπτική σκηνοθετημένη πάνω στις λεπτομέρειες, πάνω στη σάρκα της υφής των πραγμάτων, εκεί που αναδύεται μιαν άψογη αυστηρότητα, κλασικοί όγκοι κι ένα ωμό, αλλά ανθρώπινο κάλλος.

Οικίες ορισμένες απ’ το ακυβέρνητο ανακάτωμα του βλέμματος.

Διαμερίσματα εντρυφήσεων σε ονειροπολήσεις, άδειες ντουλάπες, ανοιχτές, έτοιμες να υποδεχτούν το νέο ξετύλιγμα της ιστορίας. Χώροι που η φυσιογνωμία τους καθρεφτίζει το είδωλο της ζωής που τους γέννησε.

Φως, σκοτάδι και πάλι φως χωνεμένο σε όλο το φάσμα της γνωστικής προέλασης που μας υποβάλει η αναπαράσταση.

Ένα βασίλειο θαλπωρής και συνουσίας που το πλησιάζεις με ζωτική ορμή για να το κατανοήσεις.

Σφραγίδες και χαρτιά απλωμένα πάνω σ’ ένα επιτραπέζιο πεδίο μάχης, ένα τόπος που δεν ανήκει σε κανέναν, εδώ όπου οι πάντες συναντιούνται για να κηρύξουν ανακωχή.

Η Δήμητρα Λαζαρίδου βάζει λίγο απ’ το χτυποκάρδι της μες στην ακινησία.

Ατενίζει κτερίσματα του παρελθόντος μες στο εικονοστάσι των αναμνήσεων. Το μικρό οικόσιτο μουσείο που λειτουργεί ως αναφορά δακρύων και φθοράς.
Όλο το φάσμα της ερωτικής μυθολογίας και του νοικοκυριού που ορίζουν τα λευκά στέφανα μέσα στους γκρίζους όγκους του μοναχικού βίου.

Δείχνει, πως, αυτό που έχει κάποια διάρκεια είναι η ιδέα της ενδιάμεσης ζωής.
Ένας ορίζοντας αναμονής πραγμάτων που δεν τα καταπίνει η εσχατολογία και ο δογματισμός.

Ζεύγη που καθρεφτίζονται στο χώρο, αφήνοντας στους τοίχους τα αμυδρά αποτυπώματα της κοινής τους ζωής. Πότε κρατώντας ένα δίσκο ακτίνας ως τεκμήριο ανταμώσεων και ενατενίσεων μελωδικών οραμάτων και πότε ένα τσαλακωμένο χαρτί ως αφήγημα ψυχής και σώματος παραδομένο στο φως της ελευθερίας που σου προσφέρει η κάθε στιγμή.

Η Λαζαρίδου επισκέπτεται καλλιτέχνες αγαπημένους, που λειτουργούν ως γεννήτριες συνειρμών, ξεφεύγοντας απ’ τη στυγνή δικτατορία της εικόνας, για να γλιστρήσει στο λαγαρό μόρφωμα της εικαστικής πνοής.

Να εγγράψει ξανά με το δικό της μέτρο τον ανθρώπινο ορίζοντα πάνω στη φαντασμαγορία της λειτουργικής απάτης των πραγμάτων.

Μέσα στις υπέροχα φωταγωγημένες νεκρές φύσεις της, τόσο απόκοσμες αλλά και τόσο οικείες, που περιμένουν τους νέους ενοίκους να τις στολίσουν και να τις αρματώσουν με ζωή. Με πάθη και ξεροκόμματα ψωμιού. Να γεμίσουν τον κενό χώρο με σιωπηλά ρολόγια, μετρώντας τις φλούδες του άμετρου και αμέτρητου χρόνου.

Με τη συνεχή αίσθηση της συνουσίας, της ιλιγγιώδους φυγής, του εφιάλτη και του ονείρου, που καπνίζουν αμφότεροι το αθόρυβο πούρο τους.

Η Λαζαρίδου τοποθετεί ένα γυναικείο πρόσωπο στο παράθυρο της ποιητικής τού φυσικού φωτός. Δίνοντας το στίγμα της ομφαλοσκοπεί την αίσθηση της προσδοκίας. Κοιτάζουμε και δεν κοιτάζουμε. Βλέπουμε και δεν βλέπουμε. Δεν ζούμε σ’ ένα σύμπαν αλλά σε εκατομμύρια και δισεκατομμύρια που συνενωμένα δεν είναι μεγαλύτερα απ’ το κεφάλι μιας καρφίτσας.

Έχουμε για κατοικία μας τα κουφάρια των ενστίχτων και των αναμνήσεων. Περιστρεφόμαστε μέσα στο γλυκόπικρο κενό που ορίζει τις αποστάσεις και τα εφήμερα μεγέθη.

Οι άνθρωποι πιστεύουν πως το κενό σημαίνει ανυπαρξία. Αλλά δεν είναι καθόλου έτσι. Το κενό είναι μια άτακτη πληρότητα, ένας κόσμος πυκνοκατοικημένος από φαντάσματα, όπου η ψυχή περιπλανιέται ψαχουλεύοντας.

Η όμορφη κόρη έχει βγάλει τα γυαλιά της μπροστά στον καθρέφτη. Δεν κοιτά το είδωλό της και δεν φλυαρεί το βλέμμα της με το ναρκισσισμό της ομορφιάς και της νεότητας.

Μονάχα πιάνεται σε μιαν απόχη όπου ο αισθησιασμός της εσωτερικής ανησυχίας κυβερνά.

Δεν πουδράρετε, δεν χτενίζετε, δεν βάζει τα σκαρπίνια του χορού, δεν ξεγλιστρά ως νύμφη απ’ τα εσώρουχά της για την ερωτική κλίνη, αλλά αποχτά τον ανθρώπινο ρυθμό του βάρους και της ύπαρξης της σάρκας.

Μέσα στο άδειο επίσης και το κενό που ορίζεται απ’ το σώμα της και μόνο. Μες στο απίθανα πειραγμένο φως του δωματίου που δίνει ψυχή στα πράγματα.

Το ταξίδι εδώ είναι απ’ την αρχή ταξίδι γυρισμού.

Μια λυρική ενδοσκόπηση που η Λαζαρίδου την κρατά στο κάδρο της με ποιητικό τρόπο, αφήνοντας πάντα να διεισδύουν λωρίδες φωτός απ’ τον έξω κόσμο, προβάλλοντας στους τοίχους και στο ανθρώπινο βλέμμα τη γεωμετρική αστάθεια των σκιών.

Την Εκλεκτική Κληρονομιά ανθρώπων και πραγμάτων, χώρου και χρόνου, φύσης νεκρής και ζωντανής ανθρώπινης σάρκας, ύλης και πνεύματος, ανάγκης και ιδιοτροπίας.

Πάντα αφήνοντας το δραματικό στοιχείο να τρυπώσει σαν πολεμιστής σε γυναικωνίτη και να κάνει ελκυστικό και συναρπαστικό το φωτογραφικό της σύμπαν.

Ευλογήσω τον κύριον εν παντί καιρώ

eylog

Όσο καθαρότερα βλέπουμε τόσο πιο αγνότερα ζούμε. Η όραση είναι περίπλοκη υπόθεση.

Μες στην κοινή ψηφιακή λούμπα αδυνατούμε να δούμε όσους εκφράζουν τη συνείδηση των καιρών. Όσους βάζουν το μέσο να δουλέψει αλλιώς.

Μες στα ποικίλα ερεθίσματα και την προγραμματική δυστοπία, οι εχθροί του Κράτους είναι τα γεννητικά μας όργανα, διότι πλέον κράτος δεν είναι το μόρφωμα γραφειοκρατίας και σκοτοδίνης που ξέραμε.

Το Κράτος είναι σήμερα ο τοποτηρητής της πληροφορίας και ο διαχειριστής του κοινού τόπου διήθησής της στις συλλογικές αυταπάτες.

Αυτό που φαίνεται να είναι τζάμπα είναι πανάκριβο. Ο διαφημιστής έχει τρυπώσει πίσω από κάθε οικογενειακή σέλφι, εκεί όπου ο μπαμπάς και η μαμά με όλο τον παιδεραστικό τους οίστρο φωτογραφίζουν τα παιδάκια τους για να τα δει ο γείτονας και ο καμαρότος σχολιογράφος της ψηφιακής ζωής.

Η υποκρισία είναι η μετρική του κυβερνοχώρου. Χωρίς υποκρισία δεν υπάρχει επικοινωνία εξ’ αποστάσεως. Μέσα στο έρεβος του ναρκισσισμού ίπτανται ποικιλοτρόπως η ιερή βλαχιά και η αγία μαλακία.

Κανένα Κράτος δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς χαφιέδες. Έτσι κι αυτό το ασύνορο ψηφιακό Κράτος από φάτσες και κωμικοτραγικά βιογραφικά όπου ο καθένας μπορεί να πουλήσει τη μάπα του, χρειάζεται χαφιέδες.

Μόνο που οι χαφιέδες εδώ δεν είναι στρατολογημένοι υπάλληλοι ή πράκτορες αλλά οι ίδιοι οι χρήστες του μέσου. Κι αυτό είναι το μεγαλείο του, μπορεί να κάνει τον καθένα χαφιέ.

Μέσα στην ιριδίζουσα λεωφόρο γνήσιας και απόλυτης αχρειότητας πριμοδοτείται ο καλοθελητής. Ο ερωτισμός πρέπει να είναι κυβισμένος στην πλήρως ελεγχόμενη τηλεοπτική αισθητική και οι ιδέες θα πρέπει να ανήκουν στο κλειστό διάστημα μεταξύ αριστεράς και δεξιάς για να είναι αποδεκτές.

Ο αστράγαλος του Αγίου Πολυκάρπου και η κλείδα της αγίας Βαρβάρας δεν είναι πορνογραφία και κακή αισθητική, σε αντίθεση με το μουνί που μας γέννησε και το οποίο κάθε φορά που εμφανίζεται σ’ έναν μη ευλογημένο ψηφιακό τοίχο το κατασπαράσσει ο αλγόριθμος της λογοκρισίας.

Οι διαφημιστές απευθύνονται σε νοικοκυραίους μικροαστούς. Κι οι νοικοκυραίοι μικροαστοί θέλουν μόνο την οικογένεια και το τομάρι τους σε πρώτο πλάνο. Τη σκατόφατσά τους σε άπειρες εκδοχές. Το κόμμα, την εκκλησία, τις καλές δήθεν πράξεις και τον ξεθυμασμένο ρομαντισμό. Τα άλλα τα κρύβουν κάτω απ’ το χαλάκι.

Κάθε αξιοπρεπής νοικοκύρης δεν ανέχεται στον τοίχο του αιδοία και ψωλές, μα κυρίως δεν ανέχεται τις ιδέες των άλλων, αλλά στο διπλανό παράθυρο της ψευτοζωής του μπορεί να τον παίζει βλέποντας ένα βιασμό ή μια ευλογημένη τσόντα απ’ τον κύριο ημών καπιταλιστή.

Ζούμε σε καιρό πολέμου. Όλοι οι καιροί είναι καιροί πολέμου. Πολεμάμε τους πολέμους κάθε είδους.

Όταν ο Νικόλαος Κάλας ρώτησε τον Αντρέ Μπρετόν τι θα πρέπει να κάνει ένας ποιητής σε καιρό πολέμου:«να γράφει ερωτικά ποιήματα» του απάντησε.

Οι συγγραφείς γνωρίζουν κάλλιστα πως θεωρούνται περιττοί απ’ το χριστεπώνυμο πλήθος και τους ανθρωποδιορθωτές. Ακριβώς γι’ αυτό ταυτίζουν τα ιδεώδη με τα πεπρωμένα τους, γράφοντας τους ηθικολόγους στα παπάρια τους.

Περί Λογοκρισίας

mpat

στο Θανάση Μπάθα 

Η ζωγραφική θα μπορούσε να είναι άσκηση ταχύτητας μες στο σκοτάδι. Εκεί που οι ξεχασμένες μελωδίες και τα ευκίνητα πυροτεχνήματα της φαντασίας στροβιλίζονται για να βγάλουν φως απ’ τα σπλάχνα του κόσμου.

Εκεί όπου ο καλλιτέχνης ως ιδεατός ηδονοβλεψίας της ιδιωτικής ζωής όλων μας αποθέτει τον εικαστικό του χαρακτήρα. Ανάμεσα στους στείρους δογματισμούς των θεωρητικών και στους επισκόπους της διακοσμητικής τέχνης. Ανάμεσα στη βαρβαρότητα ενός κόσμου που έχασε το κέντρο του και στον σπαραγμό ενός παρά φύσιν νόμου που επιβάλει η εξουσία.

Τι είναι άραγε σήμερα η λογοκρισία και πως μπορεί κάποιος να την εικονογραφήσει! Είναι ένα απομεινάρι του παρελθόντος ή είναι μια συνθήκη του παρόντος!

Πίσω απ’ το φιλελεύθερο προσωπείο ενός κόσμου που διακηρύσσει συνεχώς την ελευθερία υπάρχει ένας απίθανος μηχανισμός που καταβροχθίζει την ανθρώπινη ύπαρξη και την υποβιβάζει στην πιο υποταγμένη παθητικότητα.

Ένα παιδί μπουκωμένο από γλειφιτζούρια, αποδιωγμένο στην ακόρεστη φιληδονία της ανθρώπινης φύσης. Με το βλέμμα του προσηλωμένο στο μέγα κοσμοκράτορα που του προσφέρει αυτή την θανατερή ευχαρίστηση.

Μέσα στο στόμα του παιδιού, δηλαδή μέσα στο στόμα της αθωότητας, ο Μπάθας έχει αποθέσει την φονική ποσότητα, τις λόχμες του δυτικού πολιτισμού που είναι στρογγυλεμένες και ζαχαρωμένες.

Κλείνει τα στόματα όχι με βία, ξύλο και απειλές αλλά με γλυκιά σχεδόν πατρική αγάπη. Παιδιά τόσο μπουκωμένα από αγάπη και υλικά αγαθά που δεν μπορούν να μιλήσουν αλλά και να αναπνεύσουν σωστά. Να φωνάξουν, να ουρλιάξουν, να παίξουν.

Ένα πρόσωπο μπουκωμένο δεν βγάζει συναισθήματα. Δεν φαίνεται ούτε χαρούμενο ούτε λυπημένο, αλλά στρατολογημένο σ’ ένα βίο που δεν θα ρωτά και δεν θα συνθέτει, αλλά θα κατευθύνεται στην ενήλικη ζωή μπουκώνοντας καριέρα, σεξ, θέαμα και όποια άλλη υπερούσια θεολογία.

Μια γενιά ολοκληρωτικά σκλαβωμένη στην υπερσυσσώρευση καλοζωίας.

Ένας κόσμος ορισμένος απόλυτα απ’ τον καλλιτέχνη που βάζει τα χρώματα να μιλήσουν αλλιώς. Να φανερώσουν την λογοκριμένη επιθυμία που γίνεται κόλαση και παχυσαρκία. Που γίνεται ο αυτισμός ενός καταναλωτικού ολοκληρωτισμού μέσα στο λούνα πάρκ των ρυπαρών θεαμάτων.

Εδώ ο Μπάθας καλλιεργεί τις εικαστικές αρετές μιας πρωτοπορίας που δεν αγωνιά για τα εννοιολογικά νοήματα αλλά για την ουσία, βάζοντας μέσα στο έργο τη σωστή δόση παραφροσύνης που την εμπλουτίζει με οξύτητα.

Κάνοντας μια μαθηματικά υπολογισμένη εκτόξευση κριτικής του πολιτισμού μπροστά στο βλέμμα του θεατή. Υπογραμμίζοντας, πως, αυτή η χαρά της ζωής, επειδή έχει επιτευχθεί με αφύσικο τρόπο, είναι ένα δηλητήριο που καταλήγει να φαρμακώσει ολόκληρο τον κόσμο.

Αφήνοντας να φανεί μέσα στη χρωματική χύτρα των χρωμάτων που σιγοβράζουν μέσα στο συμπαντικό χάος, ένα μικροσκοπικό μόριο του σώματος που παραμένει ζωντανό και ακμαίο.

Ένα κομματάκι της συνείδησης που εξακολουθεί ν’ αντιστέκεται, ένα τρεμούλιασμα ζωής ολοένα εντονότερο που λάμπει σαν την ψυχρή φλόγα ενός διαμαντιού. Ένα τοπογραφικό της ανθρώπινης ψυχής.

Έναν άφθαρτο και λαμπερό σπόρο χρωμάτων κρυμμένο στην καρδιά της φθοράς και του θανάτου.

Προσφυγή στις καύλες

prosfigi

Διάφοροι σύγχρονοι σοφοί και σοφολογιότατοι της πούτσας μας ταλαιπωρούν με ιστορικές αναλύσεις και γνώμες για το Μεγαλέξανδρο το μέγα Κωνσταντίνο και το σόι τους.

Αν είμαστε γραικοί φαντάροι ή Έλληνες κηροπλάστες. Με πατριωτικό οίστρο και λόγιο βλέμμα κουρδισμένο σε γαλανόλευκο φόντο αναλύουν τα ζοφερά καθέκαστα.

Οι σπλήνες των θνητών που βρέθηκαν μπροστά στις χατζάρες αρμαθιάζονται στη στατιστική μεροληψία του ερασιτέχνη ιστορικού που ανάμεσα σε καφέ και μπουγάτσα λαγάρισε ντοκουμέντα και πηγές άνυδρες με σφήκες και αναιμικά κορίτσια.

Ορθόδοξοι και ανορθόδοξοι χομπίστες των τεχνών και των γραμμάτων προαυλίζουν το ναρκισσισμό τους με ύφος δημογέροντος ιστοριοδίφη απλώνοντάς μας κόκκινες μπογιές και πατριωτικές βελατούρες εις τα μήκη και τα πλάτη της νοημοσύνης μας.

Ποιος έσφαξε, πόσους έσφαξε ο πάκμαν της ιστορίας στα πεδία των μαχών, εκεί που έπαιζαν φλιπεράκι οι κονκισταδόροι και οι ιμπεράτωρες.

Τουτέστιν το χωριό εκαίγετο και οι πουτανείς ελούζουν το διανοητικό τους αιδοίο.

Σβόλοι βλακείας παραγεμισμένοι ψείρες αρχιεπισκόπων που αγίασαν αναμίξ με εθνικόφρονες μπροσούρες λογίων της ημεδαπής αυταπάτης που εδόξασαν τη μπομπότα και το ζόφο εκτοξεύονται στα κεφάλια μας.

Ο καθείς σύγχρονος που έμαθε γραφή και ανάγνωση αλλά και την τεχνική του γούγλ, κάνοντας τη μηχανή αναζήτησης να πετάει σπίθες, όταν δεν κωλοβαράει ανάμεσα στα τηλεοπτικά κολλαγόνα και στο ξεπάστρεμα πληθυσμών δια απευθείας μεταδόσεως, ανακυκλώνει μισανθρωπία, ρατσισμό, κακεντρέχεια, βλακεία, θερμοδυναμική και πανάγιο τάφο, παναγία και Ήφαιστο, Μεγαλέξανδρο και Παπαφλέσσα.

Ένα πάρτι μαλακίας και εξυπνάδας από δωδεκαθεϊστές και αρχαιολάτρες ζευγαρωμένους με απόστολο Παύλο και Μιχαήλ Ψελλό μας σκοτίζουν τ’ αρχίδια καθημερινώς.

Κάθε νεοφιλελεύθερη ψωλή που της φταίνε οι κνίτες και κάθε πρώην συριζαίος της μεγάλης μικροαστικής παράταξης Όπου Φυσάει Ο Άνεμος-που αν τους ξύσεις αμφοτέρων το πετσί θα βρεις Μιχαλολιάκο και Τζήμερο-μας κουνάν το πατριωτικό τους δάχτυλο. Πότε μας προτρέπουν να πάρουμε τα όπλα και πότε να καθίσουμε στ’ αυγά μας.

Άλλοι έχοντας καβάτζα προίκα κόρης αρβανίτισας εκ Περγάμου, σύνταξη πεθεράς, επίδομα παιδοτρίβη, ταυτότητα ποιητού, άλλοι μεγαλοδικηγόροι και μεγαλομηχανικοί και φαρμακέμποροι, που τους σακάτεψε τους καημένους η κρίση κι όχι ο καπιταλισμός, λάβροι θέλουν να σκοτώσουν το δράκο του δημοσίου.

Ιδιώτες που άρμεγαν χρόνια το δημόσιο και τώρα που του στέγνωσαν τα βυζιά θέλουν να το αποκεφαλίσουν.

Διάφοροι τύποι με άποψη και λεφτά του μπαμπά, που αφήναν χρόνια την κουράδα τους στο δημόσιο χώρο πάντα επί χρήμασι τώρα εγίναν ιστοριοδίφες και αναλυτές.

Γι’ αυτό αδέρφια μου εσείς, που δεν σας ενδιαφέρει ο γκόμενος της Αγίας Αικατερίνης και οι αιμορροΐδες του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου αλλά πως θα ζήσετε σήμερα σαν άνθρωποι κι όχι σαν δουλοπρεπείς μαλάκες, φτύστε τ’ αρχίδια σας και μην ξεχνάτε. Η μόνη λύσις είναι η προσφυγή στις καύλες.

Προσευχή για σκύλους

pros

Η ζωή περνά έξω απ’ το παράθυρό μου. Ο κόσμος περιστρέφεται γύρω απ’ το σπίτι μου.

Κοιτάζω τη λεμονιά μες στο χορευτικό της οίστρο και το διακονιάρη δερβίση που με τον εκλεπτυσμένο του βρυχηθμό την συντονίζει με την ποιητική μου συνείδηση.

Αυτή την μη ακαδημαϊκή ψυχούλα του σκύλου, που ξέρει από βογκητά και δαγκωματιές και χαϊδέματα στο μέτωπο, στην κοιλιά, στους γοφούς.

Ζωή γελοία και απέραντη μέσα σε σιωπές και άλγη αλλά και θεία νοσταλγία μιας γυμνής και μιας τουρλωμένης κόρης.

Ποιος άραγε μπορεί να καταλάβει τον πρωτάνθρωπο εμένα και ποιος μέσα στη γαλαξιακή ελαφράδα της αστρικής πάχνης μπορεί να με συναντήσει;

Και ποιος, αφού, γάτες και σκύλοι, μερμήγκια, εργάτες, άντρες, γυναίκες και παιδιά θα γίνουμε ένα! Ένας νεκρός, ένας θάνατος, ένας βασιλιάς σ’ αυτό το θηρίο παλάτι του διαστήματος.

Μα πριν φτάσεις εκεί στις μαύρες πέτρες που δε νιώθεται τίποτε, ούτε η οργή ούτε η καύλα, τίμησε στον πλανήτη αυτό και στη ζωή αυτή, τον πούτσο σου και το μουνί σου. Με παρέα ή κατά μόνας στήσε το ερωτικό σου τσαντίρι.

Και πιο κει ένα παράπηγμα, μια παράγκα ένα καμπινέ πάνω απ’ το βόθρο των εθνικών συμβόλων. Απ’ τις πατρίδες και τις σημαίες των κρατών. Χέσε τη δημοκρατία τους που είναι ποδοπάτημα του δυνατού στον αδύνατο μασκαρεμένο και γίνε ρατσιστής με τους ρατσιστές και μισαλλόδοξος με τους μισαλλόδοξους.

Γράψε το ποίημα σου όχι για την κυρία Κατεστημένου και τον κύριο ρυπαρό περιοδικάριο που θέλει τρύπα και Κυριαρχία.

Βλέπω στις αγρυπνίες μου το βλέμμα των ανθρώπων μπροστά στον κατακλυσμό, πριν αρχίσει να ρέει ο Λόγος κι η λογοδιάρροια κι ο εραστής γίνει κλαψομούνης και θρήσκος κι η σύντροφος γίνει βακέτα του διαφημιστή.

Βλέπω το όνειρο των ανθρώπων των σπηλαίων και των ανθρωποφάγων, εκείνων με το διπλό φύλλο και τις κοντές ουρές, εκείνων που τους λεν τρελούς και διεστραμμένους γιατί ζούσαν φυσικά, μακριά απ’ την κακεντρέχεια της μεγαλοφυΐας του πολιτισμού που κτίστηκε πάνω σε στρώματα σφαγής.

Με όλους τους ένστολους φασιστάκους που την αγνή πρωτόγονη ανθρωποφαγία την κάνανε πολιτική επιστήμη.

Που όλη την ποίηση της ζωής που ήταν επιβίωση και ηδονή την κάνανε πλούτο και θεωρία. Βιομηχανία όπλων και διδακτισμό. Αριστεία και λοιμό. Αντισηπτικά, εγωισμό, αγαμία.

Σοφούς που σου κουνάν το δάχτυλο και παπάδες παντός μαντριού που σε γαμούν ασάλιωτα, πότε με ψαλμούς και πότε με σταυροφορίες.

Η ζωή περνά έξω απ’ το παράθυρό μου. Κι είναι η ώρα να βγω να της δαγκώσω τη ρόγα. Να της χαρίσω το ποίημα μου και τη σάρκα μου ως τα τρίσβαθα.

Ύλη αναρχίας ως που να μελανιάσουν οι όρχεις μου.

Μαζί σου τη νύχτα

toys

Αγαπούμε τις φάρσες που λειτουργούν ως ίχνη παραμόρφωσης του καθημερινού και δια βίου ρομαντισμού.

Αγαπούμε τις παγανιστικές ιδέες και το κέφι της ζωτικής ορμής που στοιχειώνουν την ομορφιά.

Με όση λογαριθμική πανουργία διαθέτουμε βάζουμε αφαλούς κοριτσιών να μιλήσουν για τα μελλούμενα, φτάνοντας ως το τελευταίο δεκαδικό ψηφίο του σεξουαλικού λογισμού.

Στο γυναικείο βραχίονα και στα δυο σταυρωμένα γόνατα.

Με όλα τα θρησκευτικά και μυθολογικά προσχήματα αγγίζουμε τη θέρμη που αναδίδουν τα στήθη και τον αντίλαλο απ’ τους βαθύς αναστεναγμούς.

Ερωτευμένες θεότητες, χυδαίες για τον μέσο φορολογούμενο, πραγματοποιούν σπουδές ηδυπάθειας στις σαρκικές ποιητικές γιορτές.

Γιατί κάθε ποίημα που γράφουμε έχει σάρκα και μυρίζει χωματάκι και βροχούλα απ’ τη χώρα της συνουσίας.

Τρελές ιδέες από τρυφερή νόστιμη ανθρώπινη σάρκα.

Δόλο λυρικό που κατατρώγει χωρίς να χορταίνει. Το λουλουδάκι που ανοίγει και το κορίτσι που λούζεται. Και το κορίτσι που ανοίγει σαν λουλουδάκι.

Και φυσικά το κόλπο είναι να μάθεις να πετάς, αφήνοντας πίσω τα κόκαλα, τα εντόσθια, το αίμα και τους χόνδρους, χρησιμοποιώντας μόνο το αμετάβλητο εγώ σου, που είναι πάντα εφοδιασμένο με φτερά.

Τουτέστιν να σου φτάνει να ζεις μες στον ηρωισμό που προϋποθέτει η κάθε αλήθεια και η κάθε ομορφιά και η καύλα της στιγμής.

Εμβαδομετρία Υγρών Γάμου

embado

Κρατώ σημειώσεις στο πετσί μου.
Είναι η ώρα των ασμάτων για τη
νύχτα του αγίου Βαρθολομαίου
και είναι τα σκυλιά τα αδέσποτα
που με φρουρούν και δεν χρειάζομαι
θεούς και δράκους και είναι τέσσερις
η ώρα τα ξημερώματα ως το μεδούλι.
Περνά το ζοφερό μηχανάκι με τη
Γκόμενα. Πάνε στο μέλι και το γάλα
της μαμάς οι εραστές. Πάνε στα
προξενεία για να προξενήσουν ρωγμές.
Πάνε στα βαλανεία για να βαλαντώσουν
με ρωμαίους εκατόνταρχους και
λιπαρούς ξηρομερίτες πάνε στους
τοπογράφους για να εμβαδομετρήσουν
επιφάνειες υγρά γάμου υγρού γαμήσια
φτερουγίσματα στα χθαμαλά χαντάκια
πάνε εκεί που η νύχτα δεν έχει λέξεις
συνδιαλέξεις κατεβατά περονόσπορο
διανοητές κι ετοιμοθάνατους ήλιους
πάνω πατώντας στη διπλή γραμμή
Αγρινίου-Θέρμου στον άξονα ειδωλολατρών
των λεσβιών Ακαρνανίας Αιτωλίας
τα καθαρά μαθηματικά απογειώνοντας
με αγκομαχητά κραυγές και γέλια
να μάθει ο κοιμισμένος ο ντουνιάς
πως σοδομίζει ένας χωριάταρος μια Λίτσα

Αγάπη μόνο

tremi-klei

Μυρίζω αυτό το λεπτό πυώδες λουλούδι της προσφυγιάς.

Οι τηλεοράσεις έχουν πάρει φωτιά. Τα συνεργεία και οι συνεργοί τους πλάθουν κουλουράκια ηθικής για τους ηλίθιους τηλεπότες.

Οι νεκροβάτες θεατές ανησυχούν για τα παιδιά τους και την ιδιοκτησία τους. Οι πρόσφυγες μπήκαν στα νεκροταφεία και ξηλώνουν μάρμαρα και τάφους. Οι πρόσφυγες έχουν ανοίξει μπουρδέλο στον καταυλισμό, ωρύονται οι καλοί και αξιοπρεπείς δημοσιογράφοι που ζουν στον πολιτισμένο μας κόσμο που δεν έχει μπουρδέλα και πουτάνες.

Οι πρόσφυγες διακινούν ναρκωτικά, κάνουν λαθρεμπόριο, τρώνε, πίνουν, αναπνέουν.

Μα, άθλιοι και κρυφοί κωλομπαράδες του Σκάι και των άλλων ευυπόληπτων καναλιών, οι πρόσφυγες είναι άνθρωποι όπως κι εμείς. Μιαν ολόκληρη πόλη αν την ξηλώσεις και την μεταφέρεις αλλού, πάλι η ίδια πόλη θα είναι. Με τους υπαλλήλους της και τους εργάτες της. Με τους μπράβους της και με τους εμπόρους της. Με τους καλούς και τους κακούς.

Σκεφτείτε ανθρώπους στερημένους νέους που τα έχασαν όλα για να καταλήξουν δούλοι στην Ευρώπη των λαών.

Σκεφτείτε καυλωμένα παιδιά που θέλουν να γαμήσουν και σακατεμένα νιάτα που θέλουν πρέζα για να ξεχάσουν και να ξεχαστούν.

Σκεφτείτε τον εαυτό σας πεταμένο στις λάσπες και τους αγαπημένους σας διαμελισμένους σε φωτογραφίες καλλιτεχνικές.

Σκεφτείτε την ελεημοσύνη των καθαρμάτων της εκκλησίας και του ιερατείου που με μια σακούλα σαβουροτροφής έχουν εκπληρώσει το τάμα της καλής πράξης και τώρα σας κουνάν το δάχτυλο γιατί θέλετε να γαμήσετε και να γαμηθείτε.

Γιατί θέλετε ναρκωτικά για να αντέξετε το άλγος και τον κακό μαύρο αφρό της πίκρας.

Σκεφτείτε μια μικρογραφία αυτού του βρωμερού συστήματος που εσείς υπηρετείτε με πάθος και πυγμή.

Σκεφτείτε πως αξιοπρεπή μουνόπανα και διαπλεκόμενα αρχίδια με την εξουσία, σαν κι εσάς, δουλεύουν για νταβατζήδες, εφοπλιστές, βιομήχανους που όχι μόνο δεν καταλαβαίνουν κρίση αλλά βγάζουν λεφτά απ’ αυτή.

Αξιότιμοι ξεκωλιάρηδες δημοσιογράφοι και δημοσιολόγοι των καναλιών, που διαμορφώνετε τη σκατένια κοινή γνώμη, κωλόπαιδα σπουδαγμένα σφαγή και κυριαρχία, εσείς, υπεράνω κάθε υποψίας νοικοκύρηδες με ονοματεπώνυμα και διευθύνσεις, οι άνθρωποι έχουν ανάγκες. Κι όταν τους ανθρώπους τους πετάμε σ’ ένα λάκκο σαν τα σκυλιά κάποιοι θα εκμεταλλευτούν τις ανάγκες τους.

Μάθετε γαμημένα όντα με γραβάτα ή χωρίς γραβάτα, πως παντού είναι τα ίδια, η πείνα, η ταπείνωση, η αμάθεια, η διαστροφή, το μαρτύριο, ο δεσποτισμός, η απληστία, ο εκβιασμός, η στρεψοδικία, το μαρτύριο, η απανθρωπιά του ανθρώπου για τον άνθρωπο.

Άθλιοι εσείς ανάμεσα στους αθλίους, στολισμένοι με όλα αυτά τα εξευτελιστικά διακριτικά της κυριαρχίας, σοφές φώκιες και βόδια με γυαλιά και κακία, υπομονετικά γαϊδούρια και μπούφοι , ευνουχισμένοι τρελοί γορίλες και υπάκουοι μανιακοί, που δεν σας ενοχλεί η εκμετάλλευση του αφεντικού σας και το ξεπάστρεμα των ανθρώπων το ονομάζετε γεωπολιτική, βάλτε το χοντρό σας δάχτυλο στον χοντρό σας κώλο. Και γλείψτε το. Με όσο πάθος εκστομίζετε τον μισανθρωπισμό σας.

Φρουτοπία

froyt

Κάθε λέξη περιέχει όλες τις λέξεις γι’ αυτούς που εξέπεσαν στις ποιητικές ωοθήκες του γραπτού λόγου.

Εν αρχή ην η αρρώστια ή η δημιουργία. Μετά έρχεται ο Λόγος και τα λόγια.

Μες στο βολβό του ματιού υπάρχει απιθωμένος όλος ο μόχθος της μελέτης του κόσμου. Μελετάμε όλα τα μη αριθμήσιμα ανθρωποσύνολα εξερευνώντας την ακριβή τους κυοφορία.

Μελετάμε το χωροχρόνο της ερωτικής πράξης και τη μυρουδιά της μοναξιάς. Μελετάμε τη φλεβίτιδα και τον πόνο της καθαρίστριας που ξεσκατίζει τον καλό και πολιτισμένο κόσμο.

Μελετάμε τη ραγισμένη ουροδόχο κύστη των παραμυθάδων που γεφυρώνουν το βαθιά τραγικό με το γελοίο. Τις τρίχες και τα νύχια που μεγαλώνουν μες στη γλαυκή πάχνη ακατανοησίας της φθοράς.

Δεν ερμηνεύουμε την έρημο αλλά τη διασχίζουμε με όση αξιοθρήνητη άγνοια μας χαρίζει το όπιο της ομορφιάς και η λίστα με τα μικροπράγματα.

Ζούμε τις περισσότερες νύχτες μας βουλιαγμένοι μέσα στις περιγραφές και τις μαγγανείες, με τον έσχατο και μικρό εαυτό μας, αλέθοντας τις μαγικές στιγμές της αλητείας και της περιπλάνησης.

Ζούμε ανήσυχοι και απόβλητοι μέσα στα φλογερά εναύσματα του πυρετού της εποχής μας. Ανησυχία νομαδική που αναταράσσει όλες τις πηγές και τη λάσπη τους και τα ανθισμένα φύκια τους και τις μεταξωτές κορδέλες τους.

Ένας χορός της νόησης που αναζητεί πρωτάκουστες ισορροπίες έξω απ’ τη δογματοκρατία και το συμφωνημένο ιμπεριαλισμό.

Αντιηρωικοί τύποι, πρώην ένστολοι κάποιου μικρού ή μεγάλου φασισμού, άθεοι και αποσυνάγωγοι αλλά με μιαν αθεΐα σαρκική και γόνιμη που διακηρύσσει τον πρωτογονισμό της από αντίδραση στην οικουμενική επιδεξιότητα της κυριαρχίας.

Ανοίγουμε το μεγάλο λεξικό της φύσης για να βρούμε το αληθινό νόημα των λέξεων. Καυλώνουμε και πεθαίνουμε διηνεκώς, συμφιλιώνοντας στο χώρο και τη διάρκεια, τους πιο απόμακρους και τους πιο ανταγωνιστικούς κόσμους.

Βιώνουμε μιαν Άνοιξη τραγική, όπως όλες οι ανοίξεις, τότε που ενεργούν ο φόνος και ο οργασμός για να αυξήσουν και να πολλαπλασιάσουν την ενέργεια για γονιμοποίηση.

Τις καύλες του αρσενικού και του θηλυκού, τον ανδαλουσιανό σκύλο της αταξίας, τα πλοκάμια της πιο γόνιμης αναστάτωσης, ρίχνοντας χαστούκια στους εαυτούς μας και στο γούστο του κοινού που το συνθλίβει ο διδακτισμός και η κακογαμία. Οι φόροι και τα σφιχτά σουτιέν.

Περιμένοντας τον Γκοντό

perim

Εμείς, οι οπαδοί της ενδομητρίου ονειροπολήσεως ξέρομε πως οι ανάγκες του ματιού μπορούν να γεννήσουν ανάγκες της νόησης.

Εμείς που μπαινοβγαίνουμε στον ύπνο και τις τέσσερις εποχές κλάνουμε χαρωπά-όπως τα βρέφη τη μαμά τους-τον ακαδημαϊσμό και τους επαρχιώτες μιμητές του, αυτούς που ζουν σε πρωτεύουσες χωρών με νεοναζί και κολοκυθάκια από θερμοκήπια πρώην κονκισταδόρων.

Εμείς, που λίγο θέλομε να γείρουμε δια παντός στα καψοκαλυβάκια θηλυκών που διενεργούν ελέγχους ποιότητας σπέρματος με το βλέμμα, γράφουμε τώρα ποιηματάκια για σαλιγκάρια και Αγίους που αγάπησαν μαύρες τρύπες και ζωή δίχως λεφτά.

Εμείς, που λίγο θέλουμε ακόμα για να γίνουμε βιολιτζήδες σε τσιγγάνικη κομπανία αγαπούμε αληθινά όσους πάλεψαν μόνοι κι αβοήθητοι να τετραγωνίσουν τον κύκλο και τον αφαλό ξανθιάς που επήρε το τιμόνι της ανεκπλήρωτης επιθυμίας.

Μέσα σε κωλάδικα αφθονίας γνωριμιών που επιταχύνουν τις σκοτεινές ζυμώσεις, εκεί όπου αβάδιστα και αβασάνιστα ισχύει το Ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος, διάσπαρτα λουλουδάκια λικνίζουν τη λαμπρή γύρη τους στο μουρμουρητό των αντρών.

Μέσα σε χώρους στάθμευσης αδήλωτου σπαραγμού και πόθου που δεν μπορεί να ξεσκολίσει ο συζυγικός φανός, κοπέλες με όλο τον ιμπρεσιονισμό της πουτανιάς περιστρέφονται γύρω απ’ τον άξονα ενός κόσμου που έχει χάσει το κέντρο του.

Η πιο θαυμάσια ευκαιρία που σου προσφέρει η ζωή είναι να γίνεις άνθρωπος. Να αποσυνθέσεις τη γκρίζα ατμόσφαιρα ως γραμματικός των σκελιών μιανής που σε χλεύασε και σε λάτρεψε ποικιλοδώς.

Σάρκες λαμπρές και τεφροί ουρανοί με οδηγούν. Ο άνθρωπος που είμαι τώρα γεννήθηκε απ’ ένα τραύμα. Δεν συνθέτω, δεν μεταθέτω. Χτίζω μ’ ένα μυστρί το μαύρο και το άσπρο. Το αίμα που παραφυλά πίσω απ’ τη σάρκα έτοιμο να ξεχυθεί στο μεγαλειώδες εύρος της σφαγής.

Εκεί όπου οι κοπέλες απ’ τη Γκάνα δεν έχουν άλλη παρθενιά για να προσφέρουν στους φαντάρους και τους αποσυνάγωγους επαίτες της ηδονής. Στα σκοτεινά παρκινγκ που μυρίζουν μουνίλα και κωλοδάχτυλο και νεκρική πίπα, μες στη μουντή ερεβώδη σύναξη των ερωτοφυλάκων, αντιγράφοντας τις πιο πένθιμες γιορτές του έρωτα στην αιωνίως σκοτεινή ληθαργική ζωή.

Εκεί όπου ένα βράδυ θα φτάσει ξανά ο Ιωσήφ με τους μπολσεβίκους του μοιράζοντας την αγάπη, αυτό το κρεμμύδι που έχει ένα εκατομμύριο φλοιούς. Το σοσιαλισμό σε μια μόνο χώρα υγρή προσκυνήτρια στην επικράτεια των χαδιών. Τα κολχόζ από χώμα και σάρκα, χτυπώντας αλύπητα τον υλιστικό και χριστιανικό πεσιμισμό που συναντιούνται κάθε φορά στα μισά του δρόμου για να μας διδάξουν την απελπισία.

Απ’ τις αναθυμιάσεις της καθημερινής ζωής θα πατάξουμε με τα φτερά του διαβόλου στην ευφρόσυνη νύχτα της αγάπης.

Ιερά και Όσια ή ο Βλοσυρός παππούς

iera

Να τα λέω τάχα όλα αυτά και να τα γράφω και να τα σκέφτομαι από μνησικακία, από φθόνο, από κατεργαριά; Ίσως. Ίσως να λυπάμαι που δεν μπορώ να γίνω καλός πατριώτης. Καλός Έλληνας, καλός Ευρωπαίος.

Καλός νεωτερικός αριστερός του τίποτα. Με Χατζιδάκι, Τσαρούχη και Νάνα Μούσχουρη. Ίσως. Ίσως τώρα μέσα στο ζήλο τού να είμαι ολοκληρωτικά ανθρώπινος, είμαι έτοιμος να γεννήσω ένα τερατώδες οικοδόμημα, έναν Παρθενώνα, που ασφαλώς θα ζήσει πολύ καιρό αφού χαθούν οι άλλοι Παρθενώνες, αλλά που κι αυτός θα χαθεί όταν εξαφανιστεί εκείνο που τον δημιούργησε.

Πρέπει να μάθεις να ζεις με τη βρωμιά, να μάθεις να επιπλέεις σαν τα ποντίκια των υπονόμων, διαφορετικά θα πνιγείς, μου λέει ο βλοσυρός παππούς όταν διαβάζω ποιήματά του.

Μου βγάζει ακτινογραφίες για να δει τον καρκίνο μου, τις αυταπάτες που μου κληροδότησε η γενιά του.

Σοφοί άνθρωποι του καιρού που έγιναν κατεστημένο μοιράζοντας συμβουλές και μπομπότα με χαβιάρι. Γέροι με χοντρούς μυωπικούς φακούς που όταν αποφάσισαν να παν με το κοπάδι έπαθαν ανοσία. Και τώρα κουνάν το δάχτυλο απ’ τους τάφους.

Για να σε δέχονται και να σε εκτιμούν πρέπει να εκμηδενιστείς, να μην ξεχωρίζεις απ’ το κοπάδι.

Απ’ την ενορία με τους καρναβαλιστές παπάδες της εκλογικής σου περιφέρειας, απ’ τους καλλιτέχνες βίου ανθόσπαρτου που ψάχνουν δημοσιότητα στα ψηφιακά μαγαζιά. Απ’ τους παχύσαρκους δεξιούς της συμμαζεμένης αριστεροσύνης και κουλτούρας που αυτομόλησαν στην καλοζωία του σαββατοκύριακου διαβάζοντας Αναγνωστάκη και Μιχάλη Κατσαρό σε νοικιασμένα δωμάτια στο Πήλιο.

Ευαίσθητες ψυχούλες που ο ποιητής τους θυμίζει πως κάτω απ’ τα κρεβάτια τους υπάρχει ένα ουροδοχείο.

Γηρατειά και φθορά ανακατεμένα με του τσαρλατάνου αγκιτάτορα τα παστέλια που έχουν κολλήσει στα γελαστά μουστάκια.

Παχύσαρκοι διασκέδασες, μια ράτσα προγενέστερη απ’ τα βουβάλια, κραδαίνουν την κουράδα τους πάνω απ’ την άβυσσο της κοινής γνώμης.

Κρίνε για να κριθείς, γουργούρισε όπως οι μπάκες των επισκόπων πάνω απ’ το τίμιο ξύλο. Η λογοκρισία είναι η πιο ευγενής αλαξοκωλιά λίγο πριν τις βόμβες και τα τανκς, τώρα, που, αποταμιεύουμε πατροκτονίες στα δόλια ποιηματάκια μας.

Τώρα που περνάμε κάτω απ’ τα πυρακτωμένα αγκάθια των επιταφίων, τα ιερά και τα όσια της φυλής που μηρυκάζουν αποτυχημένοι δάσκαλοι και τσαλακωμένοι εγωισμοί που τρύπωσαν στο χαβαλέ της νοικοκυροσύνης πουλώντας λήθη με τη σέσουλα και ναρκισσισμό από φίνο κοφτερό ατσάλι.

Τώρα που τα ντελικάτα τέκνα που έθρεψε το ίδρυμα Φορντ και οι χορηγίες ανάβουν στον τάφο του πολιτισμού που ψόφησε το κεράκι τους.

Όλο και κάποιος βρίσκεται να φροντίσει το πτώμα.

Να συντηρήσει δάκρυα και συμφιλίωση πάνω στα τηλεοπτικά αστραφτερά βυζιά ξανθιάς κόρης που θέλει λιγότερο κράτος, ιδιωτική πρωτοβουλία και γαύρο παστό με σαμπάνια στης μισθωτής σκλαβιάς το διάλειμμα. Στο κολατσιό με φίλους που δεν θ’ αγγίξει ποτέ μες στο δικτυωμένο υπερπέραν.

Ωοθήκες

vou

χαιρετισμός στον Nicolas Gavino

Αληθινός συγγραφέας είναι αυτός που ψάχνοντάς τον στη θέση του θα βρεις έναν άνθρωπο. Έναν ζωντανό άνθρωπο που μπορεί να φλυαρεί ακατάσχετα, πληροφοριακά ή ανόητα.

Ένας βασικός κανόνας είναι να μην υπακούει σε κανένα κανόνα, άρα και σ’ αυτόν το βασικό κανόνα. Να μην υπάρχει χαρακτηρισμένο συγκεκριμένο είδος αλλά να εμπεριέχει κάθε γραφτό του όλα τα είδη. Καμιά συμβατική φόρμα, παρά η δημιουργία μιας ολότητας που αντιστέκεται σε οποιαδήποτε ανάλυση.

Οι αληθινοί συγγραφείς στον καιρό τους ήταν αποδιοπομπαίοι τράγοι. Κυνηγημένοι απ’ την κακαδημία και τα περισπούδαστα κυκλώματα. Πολεμιστές και εξομολόγοι της ανθρώπινης ψυχής ψελλίζοντας καυλοπυρέσουσες ωδές στους φλογερούς δρόμους, τσαλακώνοντας τη γλώσσα για να αντλήσουν απ’ αυτή και την τελευταία σταγόνα έκφρασης.

Έννοιες παράλογες και υψηλές, ευπρεπείς και χυδαίες, πνευματικές και απρεπείς, σκληρές και γυμνές, επιθετικές και ηχηρές, κοινότυπες και φανταχτερές, υποταγμένες στη ζωτική ορμή και τη βία της αλήθειας.

Πάντα προσπαθώντας να ξεδιαλύνουν το μηχανισμό των συγκρούσεων που φέρνουν τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τον εαυτό του και το σύμπαν.

Ένας δραματικός λυρισμός που εκφράζεται με λέξεις προσπαθώντας να συλλάβει το νόημα της ανθρώπινης μοίρας στη σύγκρουσή της με τους αιώνιους εχθρούς. Τον χρόνο, τον πόνο, τον θάνατο.

Ένας λυρισμός γέννημα θρέμμα μιας δυσαρμονίας που ξεσπά με τους λογοτεχνικούς θρήνους και τις απροσδόκητες κατάρες.

Γράφω σημαίνει θριαμβικά και μεγαλοφώνως διακηρύσσω τη συνειδητοποίηση της πτώσης μου. Εκφράζω τον εσωτερικό μου θρίαμβο επί του εκμηδενισμού.

Μέσα στις καταπιεστικές, καταθλιπτικές και εξευτελιστικές δυσχέρειες που ορθώνει η σύγχρονη ζωή γράφω επιστολές στους συνδαιτυμόνες που καίγονται κι αυτοί όπως κι εγώ.

Οράματα, πεδία μαχών, βομβαρδισμένες πόλεις, στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μέσα στον παγερό τρόμο των σωρών των σκοτεινών πτωμάτων, εκεί στις ακρώρειες της φωσφορίζουσας δυστυχίας σκάει ένα γέλιο χαράς κι ένας αέρας απελευθέρωσης του ανθρώπου με όλα του τα πνευματικά όπλα, που ακόμα κι αν συντριβούν προσωρινά, στο τέλος νικούν πάντα θριαμβεύοντας πάνω στην ήττα και το χρόνο.

Η συγγραφή είναι η τρελή ελπίδα ενός ανθρώπου αποφασισμένου να ζήσει, για τον οποίο η λεκτική γραπτή έκφραση είναι ένα είδος προσωρινής σωτηρίας. Το θάρρος εδώ είναι απαραίτητο όσο και η σκληρότητα.

Δεν γράφουμε για να αρέσουμε αλλά για να επιβιώσουμε μέσα στην παράδοξη ποικιλία ενός κόσμου που στροβιλίζεται χαμένος μες στις έμμονες ιδέες και τα πάθη του.

Η σπουδαία τέχνη υπήρξε στο πέρασμα των αιώνων το κορυφαίο αμυντικό όπλο των ανθρώπων που δεν ήθελαν να σφάξουν και να ξεσκίσουν σάρκες αλλά να προετοιμάσουν τις μελλοντικές νίκες με τον πιο ύπουλο τρόπο. Με τον πιο επιθετικό λυρισμό. Με τον πιο αχόρταγο ποιητικό οίστρο.

Το Μηδέν Και Το Άπειρο

mhden

Είμαστε σπρωγμένοι μες στη φυλλωσιά ενός νυχτερινού θρήνου. Λίγοι μπορούν να μας καταλάβουν και λίγους μπορούμε να καταλάβουμε. Απέναντι σε κάθε συγγραφική ασέβεια η σάρκα κοσμογραφεί το ανθρώπινο πνεύμα που βρωμίζει και σήπεται.

Η σάρκα, θλιβερή στη λογοτεχνία, ασθενής για τη θρησκεία είναι πρωτίστως εύθραυστη. Οι ιμπεράτωρες του θρησκευτικού αλφάβητου μεθόδευσαν το σχίσμα του ανθρώπου από τη φύση. Μνημόνευσαν δολίως κάθε φαντασιακό απόκριμα της επιθυμίας.

Ο Άγιος Αντώνιος σπάραζε απ’ τις γυμνές και τα θηρία που αποχαλινωμένα τάρασσαν τα όνειρά του. Κάθυγρος πεταγόταν απ’ τον ύπνο του γιατί ζητούσε το θηλυκό.

Ακόμα και στην πιο ανυπόληπτη ερημιά και στην πιο μακάβρια απομόνωση ο ερημίτης έμενε απροστάτευτος απ’ τον πειρασμό και τις εφόδους του διαβόλου. Ούτε η σοφία που θα ανέμενε κανείς από ένα θεοσεβές γερόντιο ήταν ικανή τον προστατέψει.

Η φαντασίωση της γυναίκας-θηρίο μαζί με τους θηλυκούς δαίμονες και τις μάγισσες υπήρξε ο κορυφαίος παροξυσμός της χριστιανικής μυθογραφίας.

Η θυγατέρα της Εύας με τις δυο τρύπες ανάμεσα στα σκέλη υπήρξε ο οχετός όλων των διαστροφών. Μόνο ο ρόλος της ως μητέρας, υπό την προϋπόθεση ότι θα τον υποδυθεί με γενναιότητα υπό το βλέμμα της υποδειγματικής παρθένου, της επιτρέπει να εξαγοράσει την αμαρτία της και να σωθεί.

Η εξευτελιστική εικόνα του οχετού, υγρού και βρόμικου τόπου κάθε ακαθαρσίας, αποκαλύπτει το μίσος αλλά και τον καταπιεσμένο πόθο για το άλλο φύλλο, ενός κλήρου καταδικασμένου στην αγνότητα.

Μέσα σ’ ένα αμιγώς κανιβαλικό τελετουργικό το: Λάβετε φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και τούτο εστί το αίμα μου, πίετε εξ αυτού πάντες…, λειτουργούσε ως θεώρημα πάνω στη σάρκα του αφοσιωμένου στο θεό αρσενικού που υπέφερε το μαρτύριο μιας παρά φύσιν εγκράτειας.

Η παρότρυνση προς το θεοφαγικό όργιο ήταν ο δρόμος που οδηγούσε εκτός ερωτισμού.

Μόνο μια θρησκεία βασανιστών και ιεροεξεταστών μπορούσε να στρεβλώσει τόσο την ερωτική πρακτική μετατρέποντάς την σε κάτι τερατωδώς άσεμνο.

Η θρησκεία εμφανίζεται ως μανιακή παραμόρφωση του έρωτα, σε βαθμό που να μετατρέπεται σε καταπιεσμένη πορνογραφία. Εγκράτεια και πνευματική χωροφυλακή.

Απ’ τον πορνογράφο εξομολογητή περάσαμε αισίως στον πορνογράφο ψυχολόγο. Ο μοντέρνος ιμπεριαλισμός της ομοιομορφίας απαιτεί ανανέωση της εξατομικευμένης κατανάλωσης θείας πορνογραφίας.

Απ’ τα ράσα που δεν διαθέτουν την απαραίτητη σχισμή για να ξεσπαθώσει η σκληρή στύση του τράγου που είναι κρυμμένος πίσω απ’ τις τρίχες του, περνάμε στον αποστειρωμένο γιάπη που δίνει συμβουλές με όλη την υπεροψία του ιεροφάντη της κακογαμίας.

Πάντα με το αζημίωτο και πάντα με μετρητά οι πιστοί λαδώνουν το εντεράκι των υπαλλήλων του θεού, βάζοντας μέσο για να πιάσουν μια καλή θέση στον παράδεισο.

Ευχές Και Άλλες Ωμότητες

eyxew

Εύχομαι συνήθως, στις φίλες και στους φίλους μου καλό Πεθαμό και στους θεούς Καλή Ανάσταση. Οι άνθρωποι είναι ζωντανοί ενώ οι θεοί πεθαμένοι και δια παντός ανύπαρκτοι.

Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη έναν αξιοπρεπή θάνατο, δηλαδή μιαν ουσιαστική και αληθινή ζωή. Τη συνένωση του γίγνεσθαι με το Είναι, διότι ο άνθρωπος ζει μια και μοναδική φορά αλλά αν το κάνει σωστά μια φορά είναι αρκετή.

Ξέρουμε πως η ζωή είναι τέχνη κι εμείς οι καλλιτέχνες του βίου μας. Και ξέρουμε πως δεν πρέπει να παίρνουμε τη ζωή στα σοβαρά αφού έτσι κι αλλιώς κανείς δεν βγαίνει απ’ αυτήν ζωντανός.

Το να μην παίρνουμε όμως τη ζωή στα σοβαρά δεν σημαίνει ελαφρότητα, αλλά πάθος. Δεν σημαίνει βόλεμα και κωλοτρίψιμο με την εξουσία, αλλά άρνηση της εξουσίας και του βλοσυρού ιερατείου που την διακονεί.

Κοιτάξτε αυτούς που εγκαταλείπουν την οδό της Αρετής και μπήγουν τα γέλια σαν κοκόρια. Και μιλάω για κοκόρια γιατί αυτά τα όντα δεν βγαίνουν με κανέναν τρόπο απ’ τη φύση τους, όχι τόσο από αδυναμία όσο από περηφάνια.

Και μιλάω για κοκόρια αφού δεν μπορώ να φανταστώ αυτά τα πλάσματα να εκστασιάζονται μπροστά στην ίδια τους την αδυναμία και την αμάθεια όπως ο άνθρωπος, ο ευλογημένος και θεϊκά παραμυθιασμένος από κάθε μισαλλόδοξη σκατούλα.

Μες στο φριχτό και απαίσιο ασκήμισμά του απ’ τις πατρίδες και τις θρησκείες ο ανθρωπάκος κάθεται δυστυχισμένος και καταθλιπτικός πίνοντας καφέδες και κλαίγοντας τη μοίρα του. Αλλά κυρίως μοιράζοντας ευχές.

Οι ευχές είναι τζάμπα και ξεστομίζονται εύκολα. Οι άνθρωποι εύχονται βλακωδώς και συνεχώς. Ευχές όλο ευχές. Μαλακισμένες ευχές. Χαζοχαρούμενες ευχές. Ευχές τηλεφωνικές, ομαδικές, διαφημιστικές. Ευχές του κώλου, άσχετες και ψεύτικες. Υποκριτικές.

Σας εύχομαι χρόνια πολλά, υγεία με την οικογένειά σας μου λένε και μου γράφουν. Μα εγώ θέλω να τους ευχηθώ την πιο αληθινή και ουσιαστική ευχή. Σας εύχομαι καλά γαμήσια. Ουσιαστικά και φυσικά και αβίαστα. Και σε σας και στην οικογένειά σας.

Ενυδρείο

prog-4

εικαστική αφιέρωσις στον Harry Holland

Η τόση αναρχία της μυρουδιάς σου αμυδρώς διακρινόμενη απ’ τους νοικοκυραίους.
Δονούμε απ’ τις γυμνές που με κυνηγούν.
Μέσον διαφυγής οι τέχνες που αυθαδιάζουν.
Πολίτες μικροπαντρεμένοι και άλλοι ισοβίως πολιορκημένοι ανατριχιάστε. Αφεθείτε στην αφή. Στον αφαλό που ο κύκλος του αποκρύπτει τα μύρια.
Ο έρως που φωλιάζει στην σύγχρονη τέχνη είναι ιδεοληπτικός.
Και οι όμορφες ξανθές μας χαρίζουν τη χαζομάρα τους από άμβωνος.
Τον τενεκέ με τα λουλουδάκια δεν μπορεί να τον χωρέσει ο ρομαντισμός.
Αμύνομαι στην πλοκή που με σμπαραλιάζει.
Χνώτο σύντομο μέλλον μου, όσοι με νιώθουν είναι μακριά.
Ο λυρισμός ιδιοτρόπως υποτονθορύζει την αγάπη μου για τα απλά και τα κοινά.
Αυθαιρέτως αναποδογυρίζω απόψεις συμπολιτών.
Αρκετοί συμπολίτες μου ψάχνουν αρχηγό.
Οι άνθρωποι επιδιώκουν να αλλάξουν τη ζωή τους αλλάζοντας αρχηγό.
Μα ξέρουμε πως όσους βοσκούς κι αν αλλάξουν τα πρόβατα πάλι θα οδηγηθούν στα σφαγεία.
Βγαίνω απ’ την ήττα μου νικητής.
Ματαιοπονώ, δηλαδή γράφω για να γλιτώσω απ’ την ασφυξία της ερμηνείας.
Ο λαός επίορκος των σκοτεινών φόβων.
Ο λαός θεατής που σκεπάζει τα μάτια του για να μην τον προδώσουν.
Το κοινοβούλιο ένα θέατρο που επιχορηγεί αδρά ο λαός γνωρίζοντας πως οι βρομοδουλειές κλείνονται στο παρασκήνιο και υπογράφονται στο προσκήνιο.
Ο λαός ποτίζει γαλατάκι τις Τραγωδίες όπως ένα υπέροχο σιωπηλό κορίτσι κατουράει στον αγρό.
Όλοι οι ποιητές είναι μαθητές του διαβόλου.
Αλλά μόνο οι αληθινοί ποιητές είναι διαβολικοί.
Ο άνθρωπος οφείλει να είναι τόσο αφελής όσο του επιτρέπει η περιουσία του.
Για να ευτυχήσεις πρέπει να πάρεις ρίσκο ποντάροντας στην ευτυχία των άλλων γύρω σου. Για να δυστυχήσεις τα πράγματα είναι πιο απλά.
Τώρα καπνίζω τα δήθεν συναισθήματα.
Οι ζωγράφοι είναι πλασμένοι δια να αποκρύπτουν.
Δια της απόκρυψης φανερώνεις.
Και βεβαίως η προσπάθεια να τακτοποιήσεις την πολυπλοκότητα σε οδηγεί στην πιο απλή ποιητική πράξη. Το σεξ.
Δανειζόμαστε απ’ τη μνήμη ότι έχει αποξηράνει ο Χρόνος.
Την κυνική πανοπλία συμμαθητών που διέπρεψαν στις επιχειρήσεις.
Σημειωτέον αρκετοί συμμαθητές μου τους οποίους θεωρούσα ηλίθιους δεν με διέψευσαν.
Οπίσω έχει η αχλάδα την ουρά κι ο χοίρος του όρχεις μού είπε ο μοναχός Ησύχιος που δεν βρήκε ησυχία ποτέ.
Αφού λοξοδρομούσε, αφού, στην ασάφεια των ενστίχτων που διακλαδίζονται και ανθούν.
Κοιμηθείτε τώρα για να μην αμαρτάνετε.
Όποιος κοιμάται δεν αμαρτάνει ακόμα κι αν σκέφτεται αμαρτωλά πράγματα.
Δεν κινδυνεύει να φορτωθεί ποινές από τον ψυχολόγο ή τον παπά.
Αφροδίσια και άλλες αντινομίες.
Κοιμηθείτε.
Ελπίζω πάντα σ’ έναν καλόν ύπνο.
Ο ύπνος σε ξεγελά.
Αποξεραίνει τη σκέψη και σε οδηγεί στα γλυκάδια.
Στο σκότος κάτω απ’ τα φουστανάκια.
Στο λαμπρότατο έρεβος.
Εκεί που θριαμβευτικώς ασελγείς.
Τα πιο σπουδαία ιστορικά πρόσωπα της ζωής μου υπήρξαν η μαμά και ο μπαμπάς.
Ο πάτερ μου ιεροκρυφίως μου εδιάβαζε Εμπειρίκο και η μήτηρ μου Τζόυς Μανσούρ.
Οι γονείς μου με οδήγησαν στους ποιητές.
Ο πατέρας μου αποδείχτηκε πιο πονηρός απ’ τον Ιωσήφ κι η μάνα μου πιο καπάτσα απ’ την παναγία.
Μα μόλις έμαθα πως ο πατέρας μου γάμησε τη μάννα μου για να κάνουν εμένα, έχασα κάθε πίστη στην αγνότητα.

Σκύψε Ευλογημένη

skice

Πολλές φορές η σκέψη κείτεται επίπεδη, απαρηγόρητη κι ανίσκιωτη, μπροστά στην ειρκτή των γεγονότων που σμιλεύουν την εικόνα του μέλλοντος.

Απ’ τις πολιτικές φαρμακείες και τα ιστορήματα του παρελθόντος βλέπουμε πως, όταν νίπτει κανείς τας χείρας του σε μια σύγκρουση μεταξύ ισχυρών και αδυνάτων, δεν σημαίνει ότι μένει ουδέτερος, σημαίνει ότι παίρνει το μέρος των ισχυρών.

Κι αυτό είναι το αξίωμα πληρότητας της δυτικής κυριαρχίας. Όταν δεν συμμετέχεις στις συγκρούσεις είσαι με το μέρος του ισχυρού. Ο ισχυρός δεν έχει ανάγκη τη δύναμή σου για να νικήσει τον αδύναμο, αλλά τη συναίνεσή σου πως δεν θα βοηθήσεις τον αδύναμο να νικήσει τον ισχυρό.

Αυτή η μακάβρια αντιθετοαντιστροφή των συσχετισμών είναι φορεμένη σ’ όλα τα αρκουδοτόμαρα του φιλελεύθερου ιδεαλισμού που εκκλησιάζεται στις ακαδημίες. Σε όλα τα συναξάρια αποδεκτής ποίησης και σε όλα τα ελαφρόμυαλα κουβεντολόγια του καθημερινού βίου.

Ο σίγουρος πελάτης της ονειροπαγίδας του κλιματιζόμενου εφιάλτη λογαριάζει στον ιδιωτικό του νυμφώνα τα πράματα με τη μεζούρα του πλούσιου και ισχυρού που κάνει τις δεσιές και τα αρχιδοπιάσματα.

Ας σκεφτούμε μια κόρη επαρχιακής πολίχνης που νοικοκύρεψε τον ερωτικό της οίστρο στριμώχνοντας στον οργασμικό της λειμώνα τον πλούσιο σύζυγο βιομήχανο καπιταλιστή και τον στρατηλάτη δήμαρχο πολιτευτή.

Αυτή που αγοράστηκε για να έχει καθαρίστρια και διακοσμητή, τέχνη αλυσωμένη με το φαλλικό πανδαιμόνιο του καταραμένου καλλιτέχνη, εικαστική μαγγανεία περασμένη στους τοίχους της έπαυλης, τεκμήρια ισχύος και καρτεσιανής καλοζωίας.

Ας σκεφτούμε πως είμαστε αυτά τα ασπόνδυλα ανδρόγυνα που αγοράστηκαν για να διαχειρίζονται τη διακονιά και την οργή των κάτω.

Μέσα στον ανθρώπινο ζωολογικό κύκλο, τα σώματα, θηλυκά και αρσενικά, διαχωρίζονται σύμφωνα με την οικονομία της φαντασιακής ανατομίας.

Ο καπιταλιστής θέλει και μουνί και κώλο, αφού, ως διαχειριστής της αισχρότητας μπορεί να πετάγεται απ’ τη μετάληψη της θείας κοινωνίας στην παρτούζα κι απ’ την παρτούζα στην φιλανθρωπία.

Αφού έχει κατασκευάσει μια τάξη που νίπτει τας χείρας της απογειώνοντας τον ηδονοβλεπτικό της κυνισμό. Μια τάξη Πόντιων Πιλάτων που έχει υιοθετήσει την καθεστωτική βαρβαρότητα της μη θέσης.

Βολεμένοι εκατόνταρχοι και ευτραφείς πατριάρχες σκηνοθετούν τους κομπάρσους του θείου δράματος, μοιράζοντας κατουρημένα πρόσφορα στους πιστούς, σαλεύοντας με κηρύγματα μες στα μηλίγγια τους, εκεί όπου ασφαλίζουν οι κόρακες τα λεφτά τους.

Παρθενορραφή

paru

Ο σύγχρονος δούλος έχει ενσωματώσει στο εκφραστικό του λογισμικό ολόκληρη τη φρασεολογία της Κυριαρχίας. Οι απόψεις του είναι το δέρμα με το οποίο βγαίνει στην αγορά κι όχι το σώμα που ιερουργεί τις επιθυμίες του.

Ο ελάχιστος χώρος εξουσίας που του παραχωρείται είναι ο μηχανισμός αποξένωσης με το ανθρώπινο περιβάλλον γύρω του.

Η καθετοποιημένη κατοικία ζέχνει πατερναλισμό κι όχι συντροφικότητα. Η εργασία ανακουφίζει απ’ την αρρώστια του ελεύθερου χρόνου και οι κακόβουλοι θεοί των επιδοτούμενων αναγκών γίνονται σύζυγοι και θεραπαινίδες κάθε υπαρξιακής αγωνίας.

Ο έρωτας που γιατρεύει γίνεται θρύμμα και οι εραστές ενδιαφέρονται πιο πολύ για τα αντίγραφα παρά για τα πρωτότυπα.

Ο καλλιτέχνης της εικαστικής μαγγανείας που διαμορφώνει το κοινό γούστο και την κοινή ζωή αναφωνεί: Ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

Ζωγραφίζει ή καλλιτεχνεί για να πάρει εκδίκηση. Ξοδεύει το πολυπλόκαμο τάλαντο για να αγοράσει επαίνους και να συντηρήσει το ματαιόδοξο αρχιτεκτόνημα της ιδιοκτησίας.

Ποζάρει για να αγοραστεί. Με τα πολύχρωμα φτερά της ελευθερίας που τού χάρισε η γνώση πετά προς τις χρυσές καρφίτσες. Εκεί όπου συντελείται η εξόδιος ακολουθία των συνειρμών προς το μέγα Τίποτε.

Στο απέραντο μουσείο όπου όλα τοποθετούνται για να θεαθούν απ’ τον περιορισμένο κοινωνικό κύκλο όσων έπιασαν την καλή. Όσων μπορούν να αγοράζουν καλοζωία και ελεγχόμενη θέα προς το επέκεινα.

Τον Νυμφώνα Σου βλέπω

palaistine

Η ηδονοβλεψία του πιστού δεν είναι μια ηδονοβλεψία του λεγόμενου θείου δράματος, αλλά μια ηδονοβλεψία της αναπαράστασης και της απώλειας της αληθινής ζωής.

Το μυστήριο καθίσταται κεντρικό σημείο του βλέμματος σε μια εικόνα βαθύτατα διχασμένη, όπου διαπλέκονται το αληθινό και το προσποιητό, η πραγματικότητα και το φαινομενικό, το αυθεντικό και ο μύθος, το ορατό και το μη αναπαραστάσιμο.

Ο θεατής του θρησκευτικού δρώμενου όπως και ο θεατής της πορνογραφικής ταινίας γνωρίζει σε πια απογοήτευση τον οδηγεί το υπερβολικό πάθος του να δει, τυφλωμένος που τα είδε όλα και δεν είδε τίποτε.

Σπρωγμένος στην προκαθορισμένη αποχαύνωση ακούει και δεν ακούει. Βλέπει και δε βλέπει. Αφήνει τον πνευματικό οβελίσκο να ρυθμίσει την πνευματική του κυκλοφορία.

Ακούει τον παπά να κουρδίζει με ποιητικά ξόρκια τον παράλογο λογισμό της θεολογικής μηχανικής.

Η παράσταση ερεθίζει το θεατή. Ο πιο λεπτός ρυθμιστής της πίστης είναι τώρα η ανάσα. Καθώς ακούγονται τα κέρματα στο δαιμονικό παγκάρι. Ταΐζοντας τους Αγίους με μετρητά. Λίγο πριν ξαναβγούν οι πιστοί απ’ το ισχνό φως των κεριών στο σκληρό φως της μέρας, τρέχοντας πάλι ξανά στο οπλοστάσιο των προσωπείων για να γίνουν αυτό που δεν είναι.

Για να αφεθούν με τόση οικειότητα στον αντίδωρο κόσμο της βίας.

Στα βιβλία εσόδων και εξόδων μιας ζωής σκορπισμένης στο ευφυές σχέδιο του καπιταλιστή.

Εκεί όπου όλα τα κηρύγματα βρέχονται απ’ το χρήμα. Και το σπίτι του γάμου είναι στολισμένο με τα υφαντά της μισαλλοδοξίας. Και ο οίκος του θεού δεν θα γίνει ποτέ σπίτι του ζητιάνου και του πρόσφυγα. Καταφύγιο των σκιαγμένων απ’ τ’ αρπαχτικά.

Ωσαννά εν τοις υψίστοις

BodyArt

Από την συνθλιμμένη, διακορευμένη, λιανισμένη σάρκα κυλάει από αρχαιοτάτων χρόνων το αίμα της ανθρώπινης μοίρας. Χωρίς το μεταφυσικό οίστρο της ερμηνείας κάθε σωματικός πόρος αντιλαλεί μια κραυγή μάχης.

Αυτή η χιλιόπνοη σάρκα είναι η μοίρα μας. Είμαστε ενσαρκωμένοι άρα είμαστε ζωή και ηδονή, σήψη και θάνατος. Μονολογούμε, δηλαδή μονολογεί η σάρκα. Διαμορφώνει τον δικό της κόσμο των πραγμάτων, μικρόν μες στον μεγάλο.

Επισκεπτόμαστε εύθυμα τις πιο καταχωνιασμένες φαντασιώσεις μας. Χαρωπά λειαίνουμε τις μη αρμονικές ταλαντώσεις της κοινωνίας με τα πάθη μας. Τα φλογερά ή τα ξενέρωτα. Τα αδυσώπητα ή τα μουγκά.

Η σάρκα είναι περιτύλιγμα και συνάμα μάζα, μύες και υγρά, με πρώτο το αίμα που τραβάει το βλέμμα και ερεθίζει την όσφρηση.

Ο έρωτας ζητάει το σώμα, τη σάρκα του σώματος την οποία αποκαλύπτει γδύνοντάς το, αναζητώντας πυρετωδώς το πιο σαρκώδες σημείο.

Μικρές δαγκωματιές αντί της μεγαλοπρεπούς χαψιάς του σαρκοβόρου ζώου. Γεύση ζωικής τρέλας απ’ το σαρκώδες επίκεντρο του πόθου που φέρει σχισμάδα στη μέση, εγγράφοντας έτσι στην καθαρή ανατομική γεωγραφία την πορνογραφική του αναγνωσιμότητα.

Δεν υπάρχει ήρεμος, νηφάλιος διαχωρισμός ανάμεσα στις σάρκες στην άκρα συνουσία. Την ώρα που το μοίρασμα φτάνει στις ακρότατες επάλξεις.

Η σάρκα είναι πάντα στο χείλος του βιασμού. Γρατσουνίσματα, δαγκώματα, ξυλιές στα βιβλικά κωλομέρια στίλβοντας την πλατιά χειρονομία υποδοχής του φαλλού πάνω στους γλουτούς.

Ο κανιβαλισμός γυροφέρνει νοερά ή φανερά, σπάζοντας το τσόφλι κάθε αρχέγονης μνήμης που οδηγεί στην τρυφερή βρώση του άλλου.

Όλοι οι εραστές του κόσμου ακόμη κι οι πιο εγκρατείς, γνωρίζουν ότι το όριο ανάμεσα στο αγαπώ και στο τρώγω τον Άλλο είναι δυσδιάκριτο και σκοτεινό.

Η σάρκα είναι πρωτίστως εύθραυστη. Αιχμές και λάμες και χατζάρες την απειλούν. Σφαίρες με μπαρούτι από βιασμό, βασανιστήρια και φόνο. Κλουβιά και κηρύγματα. Πολιτισμός διαστρεβλωμένος, κανοναρχούμενος απ’ τους φανατικούς ανθρωποβοσκούς.

Με τη σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα. Με σκυλιά και χωροφύλακες. Με καταδρομείς και ιερωμένους. Συμβόλαια παρθενίας ή διακόρευσης.

Λάζαρε Δεύρο Έξω

prince

εικαστική απεικόνισις του Πρίγκηπος Prince  

στο Γιάννη Ζελιαναίο και στο Βάσο Γεώργα 

Παραδόξως διαισθάνομαι την απειλητική μαγγανεία του Πρίγκηπος. Τα βόλια απ’ την αφόρητη διαφάνεια της περιστρεφόμενης διάθεσης του που αυτομόλησε στο λυγμό και στην απαλή λάβρα.

Η παρακμή, διατυμπάνιζε ποιητικο-σπασμωδικώς, δεν είναι διόλου πιο ασταθής και διόλου πιο παράδοξη από την άνοδο.

Το μαζικό λοξοδρόμισμα στη χαρά και τη μουσική που απογειώνει τα πάθη.

Η θλίψη της φτώχειας μες στο φόντο της γενικής τύφλωσης παίρνει θέση πάνω στη σκηνή βγάζοντας απ’ τη λιχούδικη φωνή του Πρίγκηπος ζεστό χνώτο αγριάδας κι ευγνωμοσύνης.

Μόνο χορός και ρυθμός που κροταλίζει και μόνο σκυθρωπή και επίμονη σοβαρότητα για να καρναβαλίσει κάθε μουσικό σπασμό της επιληπτικής του ιδιοφυΐας.

Και μόνο συναίσθημα δρόμου και περιπλάνησης όταν καθόταν έξω από τα McDonald’s, μόνο και μόνο για να μυρίζει, επειδή δεν είχε λεφτά για να αγοράσει φαγητό.

Και μόνο αυτός, ο προβοκάτορας της καλοζωίας, γλίστρησε στο: Δεν πιστεύω στον χρόνο. Δεν μετράω. Όταν μετράς, γερνάς.

Πρίγκιπας όλων των εθισμών και χρυσόψαρο μαγκωμένο στις κοριτσίστικες λούπες χαράς και οδύνης του ψυχωτικού βυθού του θεάματος.

Ανδρόγυνος έως λειψάνου. Παράλυτο εμπόρευμα της Αμερικής. Μαύρος, φρικιό, που η γάγγραινά του άνθισε σε κομμωτήρια ρουχάδικα και φαστφούντ.

Καψομένος, καταμόναχος και για πάντα φτωχός, μες στη χλιδή που ευωδά το ματαιόδοξο πλοκάμι της στ’ αυτί του θανάτου.

Τραγούδα τώρα γκεσέμι και ρουφήχτρα που εξόκειλες στον Ιεχωβά. Τραγούδα αλειμμένε λάδι και βλαμμένε αβυσσάρχη, ο ήλιος θα σε σπείρει στην αμφίστομη κόγχη Της. Στη σχισμή της.

Λάζαρε δεύρο έξω.

You don’t have to be rich/to be my girl/You don’t have to be cool/to rule my world.

Ελεγείο για τον Κάτω Κόσμο της

mlghhoc

Έχω μαύρη διάθεση, αθώα και
σκέφτομαι την αγάπη μου για
σένα και τα μαλλιά σου. Το αίμα
σου πάνω στο σάλιο μου
αποχαιρετιστήρια περιφρόνηση
των σπλάχνων την ώρα της
συγκομιδής λυγμού. Την ώρα
που σε βάφτισα πλαγγόνα στο
βασίλειο των αφρών και σε είπα
Αφρόεσσα μπρούμυτη όλων των
Καθεστώτων, όλων, που, ανασκολόπισε
η χαρά, η δίνη απ’ τις χλιαρές μωρούδες.
Ψιχαλισμένα τσίνορα στα μπούτια
πάνω στην υγρή χλόη των νταντάδων.

Πως να μαγειρέψεις τη ζωή σου

viks13 (1)

στο Λιθουανό φωτογράφο Rimaldas Viksraitis

Διαβάζω και μυρίζω τα πράγματα γύρω μου σαν σκύλος ως γνωστόν. Καταστρέφω χαρωπά τις ψευδαισθήσεις μου με τη μη δημιουργική μου γραφή και τις βαθιές λαχτάρες μου.

Πιστός στην τέχνη της ατέλειας και στην εικονογράφηση του μη ορατού που είναι τόσο πραγματικό και υλικό που βγάζει μάτι.

Δεν ακούμε μόνο με τ’ αυτιά και δεν βλέπουμε μόνο με τα μάτια. Βλέπουμε ακούγοντας και ακούμε βλέποντας. Κι αυτή η συνθήκη της φύσης είναι η αρχή κάθε καλλιτεχνικής πράξης. Είναι ο ζωτικός διακανονισμός του κορμιού μας με το άπειρο διάστημα χαράς και πόνου που ξεδιπλώνεται γύρω μας.

Ο άνθρωπος γίνεται καλλιτέχνης εκεί που ζει και αναπνέει. Δεν χρειάζεται να πάει στο Βερολίνο ή στο Παρίσι. Η ποίηση είναι παντού. Στο χωριό και στην πόλη. Στην εξοχή και τις απρόσιτες ραχούλες.

Ένα Λιθουανός φωτογράφος τριγυρίζει με το ποδήλατό του στα χωριά και φωτογραφίζει. Οι αναζητήσεις του τον οδηγούν σε έναν άγνωστο κόσμο ο οποίος εκ πρώτης όψεως φοβίζει, μοιάζει λίγο τρομακτικός έως καταθλιπτικός και μίζερος.

Παρατηρώντας όμως καλύτερα θα διαπιστώσει κανείς ανθρώπινη χαρά και δημιουργική αναρχία. Αφήγηση μέσα από στιβαρές συνθέσεις. Η ομορφιά και το συναίσθημα υπάρχουν ακόμη και σε εικόνες παρακμής και ανέχειας.

Αυτοσαρκασμός, χιούμορ και τρέλα. Κάθε εικόνα μοναδική και αυτόνομη μικρή ιστορία. Τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα και τα επιμέρους στοιχεία, κοινά σε κάθε φωτογραφία, είναι αυτά που συνθέτουν την τελική μεγάλη εικόνα του κόσμου.

Είναι ένας κόσμος λίγο τρελός και υπέροχα σουρεαλιστικός. Ένας κόσμος έξω απ’ τα ρούχα του, με τον πιο φυσικό τρόπο, με τα οικόσιτα ζώα του να συμμετέχουν κι αυτά στο πανηγύρι.

Εκεί όπου αργοπεθαίνουν όλοι μαζί, ναρκοθετώντας τα κηρύγματα των βλοσυρών επισκόπων.

Αγκαλιασμένοι, γεμάτοι χαρά και καύλα, με του ευσπλαχνικού αλκοολισμού τη συντροφιά, παίρνοντας χαιρέκακα εκδίκηση για τις μέρες της οδύνης.

Έξω

viks18

Είμαι σε θέση να αφυπνίσω κορμάρες που με οδήγησαν στα αντιβιοτικά της χαράς. Στο πανδαιμόνιο από μανίες που μουτζουρώνουν παλαιούς χάρτες, κάνοντας την ιερή μουτζούρα δώρο σε καθυστερημένα παιδιά σαν εμένα.

Σε μια ζαλιστική αιώνια μελαγχολία της ταχύτητας προτιμώ τις διαδρομές με τα πόδια που δεν έχουν καβγάδες και ανταγωνισμούς εσωτερικών χώρων. Θέλω να είμαι ο καθυστερημένος που περπατά κι όχι ο γρήγορος που παραμένει ακίνητος μέσα στο σχετικιστικό λούνα παρκ της τεχνολογικής εκκλησίας.

Τα κλειστά μέσα μεταφοράς και μετακίνησης πάσχουν απ’ τους πιο απίθανους συνδυασμούς κλειστοφοβίας. Ο χωροχρόνος τους είναι στατιστικά παθητικός παρά την άγρια δυναμική τους.

Όσοι όμως περπατούν συνθέτουν έναν εαυτό που ρέει μες τη δεμένη με αξιώσεις μη ισχύος, χαοτική διεργασία του σύμπαντος κόσμου. Δηλαδή μέσα στη χαρά που μας περπατάει σε όλες τις εποχές του χρόνου.

Και επιστρέφουμε απ’ τις εξοχές και τον έξοχο βίο της υπαίθρου. Εισβάλουμε στα βιβλία μας ξανά ψάχνοντας να βρούμε αυτό που μας ξέφυγε στην εξοχή. Έξω.

Πατρίς, θρησκεία, στρατός και μαλακία

parti

Κάθε φορά που εμφανίζεται η λέξη στύση, η δικαιοσύνη και η σεμνότητα χτυπάνε κόκκινο, έγραφε ο Αραγκόν στην εισαγωγή του στο βλάσφημο βιβλιαράκι του Απολλιναίρ, Έντεκα Χιλιάδες Βέργες.

Σαδομαζοχιστικές αποχρώσεις. Ποίηση και άσεμνη βουλιμία. Ένας πόλεμος εναντίον των πολέμων. Οι ετοιμοθάνατοι και καταρρέοντες δυτικοί ξαναγεννιούνται.

Μια γενιά που λησμονεί το θάνατο προβάλλοντας τον έρωτα. Τέχνη, λογοτεχνία και σινεμά συνδυάζονται μέσα σ’ ένα ανήσυχο παιδιάστικο βλέμμα, πετώντας πέτρες στη σεμνοτυφία, τη σεξουαλική καταπίεση και τα θρησκευτικά ταμπού.

Η σεξουαλικότητα και ο αντικληρικαλισμός είναι τα δύο μέσα για την εκρίζωση των συμβάσεων. Σφοδρά αντιχριστιανικός ο Λουίς Μπουνιουέλ σκανδαλίζει γελοιοποιώντας τις ηθικές αξίες και προκαλεί το μένος της λογοκρισίας.

Η σκηνή του ματιού που χαράζεται από ξυράφι στον Ανδαλουσιανό Σκύλο αλλά και η φετιχιστική λειχία του μεγάλου δακτύλου ενός ποδιού αγάλματος στη Χρυσή Εποχή βγάζουν μάτι.

Οι πρωτοπόροι Μπρετόν, Ελυάρ και Μαξ Ερνστ ρίχνουν ένα σουρεαλιστικό βλαστήμι στη θρησκεία με το έργο τους: Η Παρθένα τιμωρός του τέκνου Ιησού μπροστά σε τρεις μάρτυρες, αποδίδοντας μια αρχή ηδονής στο ράπισμα στους γλουτούς ως τιμωρία.

Στις μέρες μας ο αντικληρικαλισμός δεν βρίσκεται στο προσκήνιο ελείψει μαχητών. Μάλιστα σε μιαν άνευ όρων παράδοση της επαναστατικής σκέψης στο κατεστημένο, έχουν απονεκρώσει όλες οι φωνές που κάποτε λιβελογραφούσαν εναντίον της αντιδραστικής και εγκληματικής θρησκείας.

Ο περίφημος ιστορικός συμβιβασμός της λεγόμενης αριστεράς πασάλειψε το προλεταριάτο με σκατά.

Οι αριστεροί επαναστάτες του κώλου έγιναν αστέρες που αφομοιώθηκαν απ’ το κατεστημένο. Έβγαλαν λεφτά και απέκτησαν εξουσία. Αρκεί η φωτογραφία του Τσε Γκεβάρα για να καλύψεις την καλοκεντημένη σου πουστιά.

Η κόκκινη μικροαστική γλίτσα του συμβιβασμένου αριστερούλη.

Αν κατάφεραν κάτι σπουδαίο οι σουρεαλιστές αυτό ήταν η τέχνη της πρόκλησης και της εκκεντρικότητας. Η Κικί λοιπόν, ιέρεια του Μονπαρνάς σερβίρει το βυζί της με ένα δίσκο, δείχνοντας τα μπούτια της στον αστό περιπατητή της Κυριακής.

Αυτό λοιπόν μαθαίνουμε άριστα στα παιδάκια μας. Να δείχνουν τα χαρίσματά τους στον Κύριο Ισχυρό της κυριαρχίας, για να τα αγοράσει κοψοχρονιά και να τα βάλει στην εταιρία. Να βρουν δουλειά.

Παρακαλέστε τον Κύριο να σας πάρει στη δουλειά.

Μη παρακαλώ σας μη λησμονάτε τη χώρα μου, τραγουδήστε στα τσακάλια.

Πάρτε Κύριε λαχεία.

Πάρτε κώλο τρυφερό.

Είμαστε γκαρσόνια φίνα.

Πατρίς, θρησκεία, στρατός και μαλακία.

Απλή μέθοδος των φαλλών

apli

Κι απ’ το βυθό Αντιπαξών
πιο φαλλικοί οι Πρίαποι.
Οι σαύρες ανάμεσα στο νηστικό λιθάρι.
Η θάλασσα
που γδύνεται το αλάτι και φορά
το σάλιο μιας παιδούλας
ολόισια ανεβαίνοντας το δάχτυλο
να ισιώσει
το μονοπάτι που οδηγεί την ηδονή στη διαπασών
χαστούκι δίνοντας στο γούστο του κοινού
η ξαφνική καλοκαιριά
φωνάζοντας
Απεταξάμην το μαγιό
Τα ρούχα
Τη σαβούρα
Το θεό
Απεταξάμην

Βαπτιστήριον

vaptist

Συμπονώ τους ανθρώπους που αυτοφωτογραφίζονται. Και αυτολιβανίζονται και αυτοδείχνονται και αυτοπαρουσιάζονται.

Η μεγαλοσύνη τους είναι γεμάτη στεναγμούς και αναστεναγμούς και φωτογραφίες του παρελθόντος απ’ τη Λόντρα ή το Λιανοκλάδι. Αγκαλιά με τον Έλιοτ ή τη Ντίνα Σπάθη.

Συλλογίζομαι, λέει, πως είμαι στων ποντικών το μονοπάτι, εκεί που οι πεθαμένοι χάσανε τα κόκκαλά τους. Εκεί που το υπαρκτό και το ανύπαρκτο σέρνει το άρμα της ματαιοδοξίας.

Απ’ τις μωρούδες που αφήνουν τον ίσκιο τους στο ανήλιαγο Βασίλειο του κινητού, που κινείται με ταχύτητα θανάτου, μέχρι τα σκύβαλα και τα γερόντια που βγάζουν τη μοναδική τους περίπτωση στο σφυρί, μεσολαβεί ο παράδεισος των αργόσχολων περιπατητών του διαδικτύου.

Ο ποιητής απαγγέλλει ή ο ποιητής χαϊδεύει τη γάτα του, φωτογραφίζει τη φίλη του για να τη δείχνει στους φίλους του. Μια κοπελίτσα δείχνει το καλτσόν που αγόρασε. Φρέσκο φασκιωμένο μπούτι. Δίπλα ένα βουνό από σωσίβια προσφύγων και νεολαίοι που πίνουν φραπέ, με τον οίστρο κομισάριου που στέλνει μηνύματα στο υπερπέραν.

Ένας Αχέροντας του πάνω Κόσμου μέσα στην ψηφιακή καταβόθρα. Μέσα στο καζάνι που εξαντλούνται όλα τα όνειρα. Εκεί που σιγοβράζουν οι αυτόκλητοι εραστές κάθε ανεκπλήρωτης επιθυμίας με τα τρυφερά τους γλυκόλογα, τις υψηλές πιέσεις και τους ατμούς απ’ τον ζεστό βουλκανισμό τους.

Όντα που μεταβάλουν βαθμηδόν την καθημερινή τους ζωή σε αυτοαφήγηση με ελεγχόμενα γεγονότα.

Καιρός για φλερτ και αποταμίευση. Αφήστε την κατάχρηση εξουσίας σε άλλους.

Εσείς που βρήκατε τον ομφαλό της γης και το καζάνι της ερωτικής ανωνυμίας. Μια φαντασμαγορία συρμών και τάσεων. Ένα μείγμα συντέλειας και γοητείας.

Γοητεία που διαθέτει το κάθε τι παραπεταμένο και ξεπερασμένο, το κάθε υπόλειμμα πάνω στο οποίο ο πολιτισμός χαράσσει και αποτυπώνει τα βαθύτερα μυστικά του.

Κι εσείς αυτόφωτοι ποιητές με τις χίλιες συνεντεύξεις σας και τις χίλιες δυο φωτογραφίες σας ψάχνω να βρω ποιήματά σας να διαβάσω μα δε βρίσκω. Μονάχα συνεντεύξεις συμβουλές πόζα ακαδημαϊκή.

Μονάχα εσείς δικαιούστε να μιλάτε στο νεωτερικό παχνί.

Άγαμοι κληρικοί που δίνουν συμβουλές γάμου.

Mη βάζετε ποτέ τελεία στα ποιήματα

mhn

μη βάζετε ποτέ τελεία στα ποιήματα
να μοιάζουν με καπνισμένες κάνες
να μοιάζουν με βόμβες σε προξενεία
θεόπνευστοι έρωτες να τα ευλογούν
ο αφαλός τους να λάμπει σαν το πρώτο βιολί
να το λαχταράνε οι μύγες στα σφαγεία
να μαρσάρει σα γιαμάχα ο στίχος
σε όλες τις μαύρες γειτονιές του κόσμου
μη βάζετε ποτέ τελεία στις συγκινήσεις
κι ας μη νοιάζεται κανείς στη μαραμένη χώρα για ποιήματα

Σπουδή

aleph1

Αντισταθείτε στη φθορά της φθοράς.
Φιλήστε ένα βιβλίο στο στόμα. Γράψτε
τη λέξη πολυπλόκαμος εφτά φορές με
εφτά στυλό εφτά μέρες επί εφτά χρόνια.
Συχνά απ’ τις θύελλες της αγάπης πάρτε
κουράγιο. Χωρίς εσένα είμαι νεκρός πείτε
στην υποψήφια αγαπημένη σας. Στην
υποψήφια νύφη. Στη γυμνή ύπαρξη που
θα βγάλει τις μεταξωτές της κάλτσες και
τη στολή μπαλαρίνας και το τιγρέ καπέλο
και τις καταδρομικές μπότες και τη στολή
της νοικοκυράς και τα ψηλά τακούνια και
τα μοβ φτερά και την αποκριάτικη μάσκα.

Make Love

Kissing-Coppers

Περιγράφω την αστυνομία της Ελλάδος όπως και την αστυνομία του Βελγίου ή την αστυνομία της Αμερικής. Απομεινάρια της χούντας και των πολέμων. Απομεινάρι της τρομάρας του καπιταλιστή απ’ τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο όταν αναθάρρησαν οι καταφρονεμένοι.

Η εξουσία που δε στηρίζεται στα ρόπαλα των μπάτσων δεν είναι εξουσία. Η ελεύθερη αγορά διαθέτει σκλάβους. Δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς σκλαβιά. Οι σκλαβωμένοι κοσκινίζουν το αμμοχάλικο και βγάζουν απ’ το καμίνι με γυμνά χέρια το πυρωμένο κεραμίδι που θα στεγάσει τα ελεύθερα κεφάλια μας.

Ξεσκατίζουν βρέφη και γέρους. Αβγαταίνουν με το αίμα τους τη φράουλα στη Μανωλάδα.

Η ουρά του μπασκίνα είναι ο εθνοφύλακας πατριώτης και ο ψυχαναγκασμός της δύναμης.

Η θηριωδία είναι κανόνας που ζωντανεύει μ’ εκείνο το θολό ζωώδη τρόπο της βίας.

Απ’ τους άμβωνες οι παπάδες συνεργούν στη βία. Η θεοκρατία είναι η πιο αποτελεσματική μορφή βίας.

Ο χαφιές αλλάζει μορφή. Τα υπέροχα πανεπιστήμια της Αμερικής σκόρπισαν για λίπασμα τους ψυχολόγους στις κοινωνίες που άφησαν πίσω τα ράσα και τις τελετές. Κάθε άνθρωπος μετατρέπεται αυτοβούλως σε χαφιέ του εαυτού του.

Η νέα αμαρτία είναι να έχεις μυστικά και προσωπική ζωή. Να είσαι μύστης των θαυμάτων της φύσης και των ηδονών της. Η νέα αμαρτία είναι να ροκανίζεις το σύστημα κρυφά. Να βοηθάς τις ταραχές των νέων που δεν θα καλμάρουν. Όσων δε θα γίνουν στελέχη επιχειρήσεων ή πολιτικοί υπάλληλοι της αριστεροδεξιάς κωλομπαρίας.

Οι χωροφύλακες μας κυνηγούν ακόμα κι όταν δεν βγαίνουμε στους δρόμους. Οι μπάτσοι των δρόμων θα σακατέψουν όσους γλύτωσαν απ’ τους μπάτσους της εκκλησίας, της εκπαίδευσης και της οικογενειακής θαλπωρής.

Το ρόπαλο του μπάτσου είναι ο έσχατος σωφρονισμός. Αν καταφέρεις να περάσεις τις προηγούμενες πίστες θα σε βρει ο σιδερολοστός του παρακρατικού μπάτσου.

Μετά την υποκρισία ο φιλελεύθερος γίνεται φασίστας.

Ο Ζαν Ζενέ που είχε μεγάλη πείρα απ’ τους μπάτσους έλεγε πως δεν έχει ξαναδεί τέτοια έκφραση σε ανθρώπινα πρόσωπα. Και τι ουρλιάζουν τα στοιχειά οι μπασκίνες απ’ το Σικάγο ως το Βερολίνο κι απ’ την πόλη του Μεξικού ως το Παρίσι; Είμαστε Πραγματικοί! Πραγματικοί! Πραγματικοί! Όπως και τα ρόπαλά μας.

Σπλάχνα

splaxna

Τα δυνατά ερωτικά ποιήματα είναι η τριχοφυΐα στ’ απόκρυφα της κοινωνίας. Αυτά τα ποιήματα που δεν τα αντέχει η πολιτική ορθότητα της κακής εκπαίδευσης.

Κρυμμένα επιμελώς κάτω από ρούχα και πλουμιστά βρακιά. Κάτω από ράσα και πειθαρχίες που μυρίζουν ανθρώπινο κρέας. Μα όταν έρθει η ώρα να γίνει η αποκάλυψη μπροστά στον εραστή, αυτή είναι η μεγαλύτερη ομορφιά του κόσμου.

Δεν υπάρχει ομορφιά χωρίς ανυπακοή. Η ομορφιά είναι η μεγαλύτερη αισχρότητα στα χρόνια της παρακμής. Στις μέρες και τις νύχτες που πορεύονται με τα συντάγματα της ασχήμιας κι όχι με τα συντάγματα της ηδονής. Στις μέρες και τις νύχτες που κατηγορούν όσους ποιητές λένε τα πράγματα με το όνομά τους.

Στους καιρούς που δεν είναι μόδα ο αντικληρικαλισμός και η σάτιρα των τράγων. Στους καιρούς που οι πιστοί όλων των αποχρώσεων θίγονται απ’ τα ποιήματα και τις λέξεις αλλά δεν θίγονται απ’ τους εκμεταλλευτές και τα ιερατεία τους. Απ’ τις πούστικες ελεημοσύνες τους και τις θλιμμένες πόζες τους μπροστά στο φακό της ιστορίας.

Ο ποιητής δεν μπορεί να είναι θυμωμένος ή καυλωμένος. Θα πρέπει να του γίνει σύσταση, να γαμεί ορθώς και να χύνει ορθώς. Να μιλά ορθώς και να γράφει ορθώς. Να μην πλησιάζει στα ρουθούνια του τη φύση αλλά το υποκατάστατο φύσης που φτιάξανε οι ατσίδες στα εργαστήρια.

Όμως ο ποιητής σκύβει και προσκυνά την ομορφιά. Εκεί όπου μέσα στην πλήρη ατημελησία αποκαλύπτεται το κρυφό και γίνεται φανερό. Το σκεπασμένο που γίνεται μεταλαβιά.

Μέσα στην παγκόσμια τάξη που είναι χάος κατεργασμένο, καταργούμε τους σοφούς και τους αγίους που είναι η άλλη όψη της βαρβαρότητας και γινόμαστε εραστές. Πλοκάμια.

Φωνάζουμε αυτό που φώναξε ο Ηράκλειτος για τον αιώνιο κυματισμό και τον ρυθμό των πραγμάτων. Εδώ δεν υπάρχει τιμωρία των γενομένων, αλλά δικαίωση του γίγνεσθαι. Καμιά θεία δίκη και καμιά ψειριασμένη θεολογία της μεταφυσικής. Μόνο γίγνεσθαι. Προχώρημα. Πράξη.

Φτωχέ λαέ και φτωχή μου μανούλα! Φτωχές μου γυναίκες και φτωχές μου ερωμένες! Φτωχά μου αδέρφια και φτωχοί μου φίλοι! Άραγε εγώ φταίω αν περιφέρομαι στον κόσμο μου σαν Σίβυλλα, και πρέπει να κρύβομαι και να δικαιολογούμαι, σαν να είμαι εγώ ο ένοχος κι εσείς οι δικαστές μου;

Να, ρίξτε μια ματιά στη ζωή δίπλα σας. Στους σφαγμένους και στους διωγμένους. Στους βομβαρδισμένους που εξασφαλίζουν ράκη καλοζωίας στο ετοιμοθάνατο σύστημα, στις γυναίκες που τους βάζει την κλειτορίδα στον τόρνο ο διαφημιστής. Στους άστεγους και τους μισοπεθαμένους της ένδοξης πατρίδας που περιμένουν το συσσίτιο απ’ τα χέρια των επισκόπων που γουργουρίζουν απ’ το λίπος.

Να, ρίξτε μια ματιά, και σ’ αυτούς το ίδιο συνέβη. Πέσαμε σε χέρια βαρβάρων και δεν ξέρουμε πια πώς να σωθούμε.

Έρως Δαίμων Μέγας

erdem

Τα γεράματα έρχονται νωρίς μα η σοφία αργεί βασανιστικά. Και βεβαίως η σοφία των γέρων φτιάχνει νόμους και συντάγματα. Οι νέοι πάντα ζητούσαν εξαιρέσεις ενώ οι γέροι κανόνες.

Η νεότητα είναι αλαζονική διότι παλινδρομεί ασυνείδητα μεταξύ του Έρωτα και του θανάτου. Το δίπολο κάθε ποιητικού σπασμού ανάμεσα στο μελαγχολικό διάστημα της λίγδας και της ομίχλης του δύσκολου βίου.

Οι νέοι διαβιούν ως ερωτευμένοι κανίβαλοι που αγαπούν το σύντροφό τους σε σημείο που θέλουν να τον καταβροχθίσουν. Η φύση κοχλάζει μες στο κεφάλι τους. Μέσα στο κεφάλι μας όταν είμαστε νέοι και ασυνάρτητοι, όταν γινόμαστε νέοι και ασυνάρτητοι, δηλαδή ποιητές.

Λαγνεία και αγιότητα και έκσταση. Το ποίημα είναι γραμμένο με σάρκα πάνω στη χλόη που βλασταίνει στην απεραντοσύνη των ερωτικών στιγμών. Πολλές φορές με αταξία και βία και καυχησιά και βαρεμάρα. Μα μέσα στο χάος και τη σύγχυση που κυλιούνται, και παρά τα εμπόδια που στοιβάζονται γύρω τους, αισθάνονται αγαλλίαση και έκσταση.

Γράφουν την εξουσία στ’ αρχίδια τους αφού η εξουσία είναι βίτσιο των γέρων ή των νέων που γέρασαν πρόωρα.

Είναι καλλιτέχνες που θέλουν ν’ αποτινάξουν τις υπάρχουσες αξίες και να δημιουργήσουν μια τάξη αποκλειστικά δική τους.

Όλοι οι νέοι είναι εν δυνάμει ποιητές. Αφού ποίηση σημαίνει ηδονή και ευχαρίστηση χωρίς τον ηθικό λογισμό των κανόνων που φτιάχνουν οι γέροι. Η ποιητική της νεότητας είναι η ποιητική της ηδονής που τρέφεται από τα πιο παράξενα ευρήματα του καθενός, απ’ την απελευθερωμένη ισχύ του σώματος που φτάνει ως την παιδική ηλικία με τα παιχνίδια της και της τούμπες της στους αγρούς, μέχρι τις πιο απρόοπτες φαντασιώσεις.

Ηδονίζομαι σημαίνει ποιώ, ποιώ ηδονή, ποιώ το ανείπωτο. Η ηδονή και η δημιουργία δεν έχει αποκλειστικότητες και στέφανα στο μουχλιασμένο εικονοστάσι του νοικοκυριού.

Ηδονίζομαι με πολλές και διαφορετικές υπάρξεις, όπως κι αυτές με εμένα. Αυτή είναι η κορυφαία συνθήκη της νεότητας. Η νεότητα ζητωκραυγάζει την πολυγαμία της. Κι αυτή η ηδονή δεν είναι απλώς αυτό που λέμε γαμήσι. Είναι κάτι από το όλον ενός όντος που δίνεται, εκχέεται, ρέει, και αναρρέει σε μέθεξη με ένα άλλο.

Οι μορφές και οι εκπλήξεις της ηδονής που προσφέρει η νεότητα είναι άπειρες. Πεθαίνω, λέει η κοπέλα στην αγκαλιά του εραστή της, γιατί, σ’ αυτό το θάνατο βρίσκει τη ζωή.

Ο νεανικός έρωτας είναι πάντα παράφορος έρωτας αλλιώς δεν είναι έρωτας. Είναι συνοικέσιο γέρων με σφριγηλό δέρμα.

Οι νέοι γαμούν, οι γέροι νομοθετούν.

Ηδονή και νεότητα σημαίνει να περνάμε απ’ την άλλη πλευρά του καθρέφτη του Εαυτού μας και να αφήνουμε να ξεχυθεί το πλεόνασμα ζωής που μας κατοικεί. Η διαρκής νεότητα απαιτεί δια βίου ηδονισμό. Μια λατρεία για τα σώματα και τις ζωές των ανθρώπων. Κοινοκτημοσύνη κορμιών και αγαθών. Αγρύπνια για τον κομουνισμό της αιώνιας νεότητας. Της ποίησης που θέλει την ηδονή και το ψωμί για όλους.

Ηδονίζομαι δεν σημαίνει καλύπτω ένα έλλειμμα αλλά καίω ένα πλεόνασμα.

Δεύτε Λάβετε Μπουφάν

baroyf

Ομιλία του Άγγλου ελληνικής καταγωγής που κέρδισε το Μπουφάν του Γιάνης Βαρουφάκης στο Λονδρέζικο βιβλιοπωλείο Foyle

Νιώθω τυχερός και ευτυχής. Είμαι αυτός που κέρδισε το δερμάτινο μπουφάν του Γιάνης Βαρουφάκης. Ομολογώ πως κοιμάμαι και ξυπνάω με τα βιβλία του. Έχω ξεκοκαλίσει ολόκληρη τη θεωρία Παιγνίων. Βλέπω καθημερινώς σε βίντεο το κωλοδάχτυλο του Γιάνης προς τους ξένους δανειστές και παίρνω θάρρος και κουράγιο.

Και να, τώρα, ήρθε αυτό το ανέλπιστο δώρο, το δερμάτινο μπουφάν του Γιάνης. Ως γνήσιος φετιχιστής περίμενα μήνες αυτή την ιερή στιγμή. Και να που υπάρχει θεός, αδερφοί. Και ο θεός μου έστειλε το μπουφάν του Γιάνης. Βεβαίως έχω σταθεί τυχερός και σε προηγούμενες κληρώσεις. Στο Λονδίνο πριν μερικά χρόνια είχα κερδίσει μια μεταχειρισμένη σερβιέτα της Μάργκαρετ Θάτσερ και βεβαίως σε μιαν ολονυχτία του Αγίου Όρους κέρδισα το μοναδικό και ανεκτίμητης αξίας σώβρακο του Αγίου Παϊσίου το οποίο κληρώθηκε μαζί με το νυχοκόπτη του.

Όπως καταλαβαίνετε διαθέτω έναν ολόκληρο θησαυρό με πολύτιμα αντικείμενα σπουδαίων ανθρώπων. Ζω και αναπνέω συλλέγοντας προσωπικά είδη ανθρώπων της κουλτούρας, της θρησκείας και της πολιτικής. Αυτή την αγάπη μου για τα φετίχ των διασήμων τη μοιράστηκα ένα διάστημα με έναν εξάδελφό μου ονόματι Βίκτωρ απ’ τη Θεσσαλονίκη.

Ο εξάδερφός μου δικηγόρος στο επάγγελμα και άνθρωπος των γραμμάτων, λογοτέχνης και διανοούμενος μου εκμυστηρεύτηκε την λατρεία του για το κοινό μας βίτσιο. Ερχόταν σπίτι μου και απολαμβάναμε μαζί όλα τα φετίχ της συλλογής μου. Ο Βίκτωρ όμως ήτο και επαγγελματίας κλέφτης και μεγάλη σουπιά, αφού μιαν ωραία πρωία διαπίστωσα πως το έσκασε έχοντας κλέψει απ’ την ειδική γυάλαν το ταμπόν της Κριστίν Λαγκάρντ που είχα κερδίσει σε λοταρία του ΔΝΤ στο Σουδάν. Από τότε οι οικογένειές μας δεν ομιλούν ούτε στο τηλέφωνο.

Τώρα όμως, σήμερα, εδώ, εγώ κρατώ στα χέρια μου το μπουφάν του Γιάνης και ερεθίζομαι τα μάλα. Η συγκίνησίς μου όταν παρελάμβανα απ’ τα ίδια του τα χέρια το φετίχ μου ήτο μεγίστη.

Ο Γιάνης που κατάλαβε αμέσως τον πόθο μου για τα φετίχ-όπως ο κυρίαρχος λαός μας που ποθεί διακαώς να γλείψει τα πασούμια της Αγίας Βαρβάρας ή το κομβίον της σκελέας του Αγίου Θεράπων, βοήθειά μας- μου ψιθύρισε πως όταν βρεθούμε στην Ελλάδα στο επόμενο εκδοτικό γκαλά για να ξεστοκάρει λίγη θεωρία παιγνίων ακόμη, θα μου χαρίσει μια συλλεκτική κομπινεζόν της θείας του που τη φορούσε αποκλειστικά και μόνο στην Αιδηψό στα ιαματικά μπάνια αλλά κι ένα προφυλακτικό που χρησιμοποίησε ο βιομήχανος πεθερός του όταν έκανε δουλειές στο Κατάρ με Σαουδάραβες μεγιστάνες.

Η χαρά μου ήτο βεβαίως απερίγραπτη. Αμέσως τηλεφώνησα στο φίλο μου Δεσπότη Κολοράντο και Μέσης Αμερικής για να του ειπώ τα σπουδαία νέα καθότι υπήρξε ο άγρυπνος καθοδηγητής μου στο φετιχισμό.

Ο Δεσπότης Μπιλ Σπαλιάρας διαθέτει μια απ’ τις σπουδαιότερες συλλογές φετιχιστικών αντικειμένων. Απ’ το γιαπωνέζικο δονητή της πρώτης γυναίκας του αυτοκράτορα Χιροχίτο μέχρι την οδοντογλυφίδα που καθάρισε τα δόντια του ο Λένιν την ημέρα της εξέγερσης της Κρονστάνδης.

Μα το πιο σπουδαίο κομμάτι της συλλογής του είναι τα εξώφυλλα της Αυριανής με το γυμνό κορμί της Δήμητρας Λιάνη Παπανδρέου.

Είχε δημιουργήσει μάλιστα στο Κολοράντο ειδικό Μουσείο, του οποίου οι προθήκες διέθεταν όλα τα εξώφυλλα του λαϊκού αυτού εντύπου με το μουνί της τότε πρώτης κυρίας σε πρώτο πλάνο. Μάλιστα ο αγαπητός Δεσπότης διοργανώνει κάθε χρόνο φιλανθρωπική εκδήλωση καλώντας φετιχιστές απ’ όλο τον κόσμο στα Δημήτρια, όπου πάνω απ’ τις προθήκες με τα καλλιτεχνικά εξώφυλλα της Αυριανής δίδεται κοντσέρτο μαλακίας δωματίου. Φυσικά επίτιμοι προσκεκλημένοι είναι τα αδέρφια Κουρή. Τα έσοδα διετίθεντο στο ίδρυμα Κοσκωτά δια την αγορά πάμπερς.

Μόλις ο φίλτατος Μπιλ ήκουσε το χαρμόσυνο νέο της απόκτησης του δερμάτινου μπουφάν του Γιάνης έκλαψε από συγκίνηση και με παρακάλεσε μια εβδομάδα το χρόνο να μεταφέρεται το ιερό μπουφάν του Γιάνης στο Κολοράντο για προσκύνημα.

Μάλιστα μου υποσχέθηκε πως θα παράγγελνε στο φίλο του ποιητή Ιωάννη Παριζάκι μιαν ωδή για το μπουφάν του Γιάνης. Ο ποιητής Παριζάκης έχει γράψει πάμπολλα ποιήματα για σόμπες, χάπια, βρακιά, μπουφάν, κάλτσες και άλλα είδη ένδυσης και αυνανισμού. Μια κάλτσα, μια ζαρτιέρα, ένα σουτιέν είναι πηγή έμπνευσης γι’ αυτόν. Ελέγετο πως ο ποιητής διαθέτει μονίμως εις την άνω τσέπη του σακακίου του αντίς για μαντήλι μια συλλεκτικήν κιλότα της θρυλικής Μαρίας Ρεζάν.

Και βεβαίως οποία η ευχαρίστησις του ποιητού να συγγράψει ωδή δια το μπουφάν του αγαπημένου σούπερ ήρωα Γιάνης.

Ίσως κάποιοι σκεφτούν πως είμαι διεστραμμένος, αλλά ουχί. Είναι διαστροφή αδελφοί μου να λατρεύεις το καλτσόν του εθνικού ήρωος Καραϊσκάκη, είναι διαστροφή να προσκυνάς τις ολίγες τριχομονάδες του μάρτυρος Νεκταρίου που διεσώθησαν απ’ τη μανία του σκύλου νεκροθάπτου;

Είναι διαστροφή λέγω να διαθέτεις το υπόθετον του ποδοσφαιριστού Μέσιν που κατά λάθος το έκλασε σε φιλικό αγώνα με τη Δυναμό Μόσχας; Είναι διαστροφή αδερφοί να σκύβεις ευλαβικώς πάνω στον ουρητήρα του Ζεύγους Σεφέρη όπου η αγαπητή Μάρω έκανε τον μπιντέ της;

Ω αδερφοί, εσείς που καταλαβαίνετε τη φοβερή σωματική τέχνη του φετίχ, εσείς μόνο μπορείτε να καταλάβετε το σπουδαίο μου απόκτημα. Το μπουφάν του Γιάνης. Αυτό που έχει αποφορά από ολονύχτιο κλανίδι στο γιουρογκρούπ και ολίγον αιματάκι από σφράγισμα του δόκτορ Σόιμπλε. Αυτό το μπουφάν που έκανε το Ντάνιελ Ντάισενμπλουμ αμετανόητο ομοφυλόφιλο. Αυτό το μπουφάν που η ευωδία του ανασταίνει και νεκρούς φετιχιστές.

Σας εκμυστηρεύομαι αδερφοί μου, πως το μπουφάν του Γιάνης το έσωσα τελευταία στιγμή από τα νύχια του κοπρόφιλου Βέλγου καλλιτέχνη Γιαν Φάμπρ, ο οποίος ήθελε να το χρησιμοποιήσει στον ιερό χώρο της Επιδαύρου δια να χέζουν επάνω του κακαράντζες οι κορυφαίες κατσίκες του χορού κι έπειτα με μιαν αυτοσχέδια σφενδόνα από στρίνγκ της Έλλης Στάη και της Όλγας Τρέμη να τις εκτοξεύει στους συριζαίους θεατές που με ανοιχτό το στόμα θα προσπαθούσαν να πιάσουν ως άλλοι μυγοχάφτες το καλλιτεχνικό σκατούλη του Γιάν.

Όμως, ω αδερφοί! ο καλός θεούλης των φετιχιστών όπου γης βοήθησε το τέκνο του. Μου εχάρισε το μπουφάν του Γιάνης. Και από ευτυχία σας γράφω ετούτα εδώ τα λίγα λόγια.

Εσκέφτην μάλιστα κάποια στιγμή, όταν θα είμαι σε βαθιά γεράματα, να κόψω σε κομματάκια το μπουφάν του Γιάνης, αφού δεν θα μπορώ πια να το χαρώ, και να το μοιράσω όπως οι ιερείς το τίμιο ξύλο στους πιστούς.

Ας είναι ευλογημένο το Λονδίνο που μου χάρισε τέτοιες στιγμές. Το Άγιον Σόχο αυτό το αγλαϊσμένο παρεκκλήσι του καπιταλισμού, όπου οι ανά τον κόσμο φετιχιστές αποτίουν φόρο τιμής στη θεωρία Παιγνίων και στον προφήτη της, χαϊδεύοντάς του τα υπέροχα άμφια. Το κόκκινο πουκάμισο με το γκρι κολάρο, τη μπλε γραβάτα με τις μαύρες βούλες, μα κυρίως το δερμάτινο μπουφάν. Το σύμβολο της σύγχρονης ελληνικής παλιγγενεσίας.

Underground

undergra

Η παναγία πατά με το πόδι της το φίδι μα ο Ιπποκράτης το έχει τυλιγμένο στη βακτηρία του.

Ζούμε στον αγρό δίπλα στα φίδια, μες στον αιώνιο ερωτικό κύκλο των ερπετών. Δίπλα στα πιο αρχαία πλάσματα αυτού του πλανήτη, στις καλαμιές στις λίμνες και στα χωράφια του κάμπου, στις αυλές και στα κεραμίδια των σπιτιών, στους κόρφους των γυναικών που ο δαίμονας τις οδήγησε στην οιστρηλασία.

Μα ο ίδιος ο θεός των χριστιανών καταράστηκε το φίδι και το καταδίκασε να σέρνεται πάνω στη γη, βάζοντας τους πιστούς του να το κυνηγούν για να το σκοτώσουν.

Η παλαιά Διαθήκη λέει, πως, το φίδι παρέσυρε την Εύα κι αυτή τον Αδάμ και το ζεύγος έχασε τον παράδεισο για πάντα. Ο Γιαχβέ, ο Κύριος δηλαδή, έδωσε εντολή στο δημιούργημά του. «Από κάθε δέντρο του κήπου μπορείς να φας, αλλά δεν πρέπει να φας από το δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού, αν φας απ αυτό θα πεθάνεις!».

Το κακό φίδι όμως ψιθύρισε στην γυναίκα: «στα σίγουρα δεν θα πεθάνετε. Το γνωρίζει και ο Κύριος πως όταν φάτε απ αυτό, θα γίνετε σαν κι αυτόν, θα γνωρίζετε το καλό και το κακό.»

Μα το κακό φίδι παραπλανά την Εύα, αυτή τον Αδάμ, και ο θεός τους τιμωρεί όλους και τους ρίχνει κατάρες και χριστοπαναγίες.

Λέει στο φίδι ο Κύριος: «θα είσαι το πιο καταραμένο ζώο, θα σέρνεσαι, θα τρως χώμα». Λέει στην Εύα ο Κύριος: «θα σου αυξήσω πολύ τους πόνους της γέννας, και θα σε εξουσιάζει ο άντρας σου». Λέει στον Αδάμ ο Κύριος: «θα κοπιάζεις σε όλη τη ζωή σου, θα καλλιεργείς με δυσκολία τη γη, αυτή θα βγάζει αγκάθια και τριβόλια, θα βγάζεις το ψωμί σου με πολύ ιδρώτα». Και τους πήρε όλους ο διάολος.

Όμως το φίδι που σέρνεται στη γη, εν Χριστώ αδερφοί και θύματα του όφεως, είναι ο παλλόμενος φαλλός. Ο πούτσος σας δηλαδή. Αυτός που δείχνουν οι δεσποτάδες στα μικρά αγοράκια.

Ο θεός λοιπόν, άφησε τον Αδάμ και την Εύα να τρώνε και να πίνουν δωρεάν αλλά να μην έχουν κρίση. Στην ουσία τους είπε να κόψουν αυτό το παιχνιδάκι που το λένε σεξ, διότι τα όργανα είναι αυστηρώς γεννητικά και οποιαδήποτε άλλη χρήση τους διώκεται από το νόμο αφού οι ιερείς πουτσοφύλακες καραδοκούν με το μπαλτά.

Όλο το μενού των αμαρτιών περιλαμβάνει μόνο σεξ, διότι ο έρωτας μας κάνει ξύπνιους, μας κάνει να αμφιβάλλουμε για το καλό και το κακό, μας κάνει απείθαρχους στις εντολές ενός αυστηρού Θεού, όπως είναι ο Γιαχβέ.

Μα το φίδι, δηλαδή ο απείθαρχος και δηλητηριώδης πούτσος, στη συνέχεια παραπλανά τη γυναίκα που –ως γνωστόν- δεν μπορεί να αντισταθεί στον πειρασμό της θέας του.

Πλησιάζει τον άντρα, σηκώνεται το φίδι του, κάνουν σεξερωτογαμήσι και τα μυαλά και τα κορμιά τους γίνονται θεϊκά, υπομένοντας τις κατάρες που ρίχνει ο ανέραστος Γιαχβέ. Δηλαδή το ιερατείο του. Δηλαδή οι βλοσυροί σάτυροι που έκρυψαν τη στύση τους κάτω απ’ το μαύρο πέπλο του πένθους.

Και τότε οι γυναίκες κοιλοπονούν, κι οι άντρες πάνε για δουλειά.

Γλειψιές

kalts

Είμαι διαβολικός, γι’ αυτό τα όνειρά μου είναι αισχρά. Μα ως διαβολικός είμαι απόλυτα αγνός αφού δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο εκτός από αισχρά όνειρα.

Γράφω το ποίημα σα να πατώ τη σκανδάλη. Αν το ποίημα μου δεν είναι ληστρικό όπλο σαν τη φωτογραφική μηχανή ή το αυτοκίνητο δεν είναι δικό μου.

Η αισχρότητα εδώ είναι το να γράφεις την κατάλληλη λέξη, όπως γυρίζεις το κλειδί στη μηχανή του αυτοκινήτου ή όπως πατάς τη σκανδάλη. Όπλα, ποιήματα, αυτοκίνητα, μηχανές φαντασιώσεων που η χρήση τους προκαλεί εθισμό.

Πίσω από κάθε θάμνο καραδοκεί κι ένας ποιητής, που τριγυρίζει σαν λιοντάρι που βρυχάται και ψάχνει να βρει κάποιον για να τον καταβροχθίσει. Δηλαδή να τον καταγράψει. Όχι φτιάχνοντάς του το πορτραίτο ή το κλανιάρικο βιογραφικό αλλά τρυπώντας τον, φτάνοντας ανάμεσα στα σκέλια του και μέσα στην καρδιά του. Στο στομάχι του και στ’ αρχίδια του. Στην μήτρα του και στην αιμάσουσα τοιχοδομή των σπλάχνων του.

Εκεί που φυτρώνει το πρώτο βλασταράκι του πόθου. Διότι ο πόθος μας κρατάει στη ζωή. Διότι ο πόθος δεν έχει ιστορία και κάθε φορά τον αισθανόμαστε σε πρώτο πλάνο. Τον διεγείρουν αρχέτυπα και γι’ αυτό είναι πάντα αφηρημένος, δηλαδή ποιητικός. Πότε ξυπνάει τη συνείδηση και πότε τα πάθη.

Όταν γράφεις για τους ανθρώπους παραβιάζεις την προσωπικότητά τους, επειδή τους βλέπεις όπως ποτέ οι ίδιοι δεν βλέπουν τον εαυτό τους. Κι αυτό είναι απόλυτα διαβολικό, είναι εξιδανίκευση του πυροβόλου όπλου, ένας απαλός ένδοξος φόνος, ο πιο κατάλληλος για μια λυπημένη και τρομαγμένη εποχή.

Μα αυτό το διαβολικό όπλο που λέγεται ποίημα εκτονώνει την επιθετικότητά μας. Αντί για σφαίρες λέξεις. Αντί για οβίδες χοντρά μυθιστορήματα κι αντί για δολιοφθορές λιβελογραφήματα. Κι αντί για μολότοφ, ποιήματα.

Ιδού η μέγιστη αισχρότητα. Η αποδυνάμωση των όπλων του εχθρού. Ιδού η πρόστυχη ελεγειακή τέχνη του μοιράσματος. Η τέχνη του σπαραγμού και του λυκόφωτος. Η εντροπία των μοναχικών πλασμάτων μέσα σε μιαν ελεεινή και θεοκρατική πραγματικότητα.

Η πιο ακραία πολιτική πράξη, η αντίστιξη των σφαγείων της ιστορίας και του μη αριθμήσιμου χαλασμού. Το παλούκωμα της κωλοτρυπίδας των εθνών και το πέταμα στον κουβά της ιστορίας κάθε μεταφυσικής χλαπάτσας.

Το Κοράνι λέει πως υπάρχει κι ένας διάβολος μέσα σε κάθε ρόγα σταφυλιού. Κι αυτή είναι η μέγιστη ευλογία. Η γλύκα του διαβόλου της ζωής που καταπίνουμε. Το κάθε ποιηματάκι μας που κρύβει ένα διάβολο.

Τίποτε εδώ δεν εξηγείται. Μονάχα ανεξάντλητες προσκλήσεις για σκέψεις και φαντασιώσεις. Εδώ είναι το αντίθετο της κατανόησης, που ξεκινά απ’ τη μη αποδοχή του κόσμου όπως φαίνεται κι όπως επιβάλλεται απ’ τις ποικιλώνυμες εξουσίες.

Όλες οι δυνατότητες κατανόησης του ποιήματος πηγάζουν απ’ την ικανότητα να λες όχι. Εδώ ο κόσμος γίνεται μια σειρά από ασύνδετα, ελεύθερα μόρια, κάνοντας την πραγματικότητα ατομική, εύχρηστη και διάφανη. Μέσα στο αιώνιο κοσμογονικό συνεχές ένα λεπτό στρώμα χωροχρόνου οργωμένο με γλώσσες, εκκρίσεις και αθώα νυμφομανή αιδοία.

Αυτός, Αυτή και τα μυστήρια

aft

Όταν βλέπουμε το γυμνό μας σώμα βλέπουμε το δέρμα μας. Το δέρμα είναι το πεδίο συναλλαγής των βλεμμάτων. Όλα διαδραματίζονται σε επίπεδο δέρματος.

Το δέρμα του γυμνού εκτίθεται στο βλέμμα, το αγγίζει και εισδύει σ’ αυτό. Δεν υπάρχει γυμνό που γδύνεται χωρίς να γδύνει. Το γυμνό σώμα γδύνει τον εαυτό του αλλά κι εκείνον που το βλέπει.

Υπάρχει πάντα μιαν αδιόρατη αστάθεια ανάμεσα στο γυμνό και το πορνό, ανάμεσα στην έκθεση και την επίδειξη, ανάμεσα στο βλέμμα και την ηδονοβλεψία.

Το σώμα που δείχνεται στο πορνό δεν δείχνεται για τη γυμνότητα. Εδώ πλέον τίθεται ζήτημα χρήσης και κατάχρησης του σώματος, όχι για κοίταγμα, αλλά για πάρσιμο, για άγγιγμα, για ξέσχισμα, για μαλακία.

Εδώ το μάτι διεγείρεται και λειτουργεί ως διαφανοσκόπιο, ως πρίσμα που αποσυνθέτει το φάσμα του ηδονίζεσθαι. Επίδειξη μέσα στην επίδειξη και βλέπειν εν τω βλέπειν.

Το γυμνό καθώς γίνεται αναπαράσταση και εικόνα, ωθεί το βλέμμα πέρα απ’ το ίδιο, προς τις συγκινήσεις του ερωτισμού και την απέραντη επικράτεια της σεξουαλικότητας.

Το μάτι τίθεται σε κίνηση μέσω της προσφοράς της εικόνας. Το γυμνό δεν είναι πλέον ούτε πρώτη ύλη, ούτε απλή σάρκα, ούτε ιδεώδης μορφή, αλλά αναπαριστάμενη ύλη, εικονική ύλη, ύλη ρυθμιζόμενη από τις κινήσεις του ποθούντος βλέμματος.

Δεν είναι τίποτε άλλο από ένα επιδεικνυόμενο Είναι.

Ο θεατής ηδονίζεται που βλέπει και που ξέρει ότι αυτό το γυμνό δείχνεται ως τέτοιο, δηλαδή ως γυμνό αλλά και συνάμα ως γυμνό που δείχνεται.

Η κοινωνία του θεάματος, μέσω της τηλεοπτικής μαγειρικής των εικόνων, προβάλει τη γυμνότητα με τέτοιο τρόπο ώστε να διατηρεί έντονα τα ίχνη των ταραχών της σάρκας.

Όλοι οι διακόπτες είναι ανοιχτοί στην ηδονοβλεψία. Δηλαδή στη μη συμμετοχή.

Το θέαμα αλλοιώνει την εικόνα της ζωής. Ψηλαφίζει τις εσωτερικές νεκρές φύσεις μας μέσα απ’ τον εξορκισμό του αγγίγματος.

Μπορείς να κοιτάς, αλλά δεν θα φας. Μπορείς να κοιτάς, αλλά δεν θα γαμήσεις.

Ολόκληρη η σύγχρονη πολιτική θεωρία είναι βασισμένη πάνω σ’ αυτό τον φραξιονισμό. Μέσα απ’ την αλχημεία του ήχου και της αίσθησης των εικόνων πουλάμε τους πόρους της σάρκας της ομορφιάς σε πεινασμένα στόματα οράσεως.

Γουρουνοκεφαλές

goyr

Κοινοί θνητοί, τώρα βρίσκεστε εδώ, μέσα στον κόσμο. Κάποια λιγδιάρα μαμή χασάπησα σας έκοψε τον ομφάλιο λώρο και σας έδωσε μια κλωτσιά και σας πέταξε μέσα στον κόσμο.

Σας έβγαλε σαν ταχυδακτυλουργός απ’ τη μήτρα. Μέσα απ’ τα σπλάχνα της μαμάς, εκεί που νιώθατε τρόμο και λαχτάρα μαζί. Εκεί που το πρώτο σκίρτημα του φόβου περίμενε το αναποδογύρισμα των πάντων.

Μέσα στα υγρά ενός κόσμου που δεν μολύνθηκε απ’ τους βλοσυρούς θεούς των ανθρώπων. Κοινοί θνητοί, που ήρθατε τόσο βίαια σ’ αυτόν τον μη μάταιο κόσμο, η πρώτη κίνηση ευχαρίστησης και χαράς ήταν το χέσιμο και το κατούρημα. Το ξαλάφρωμα και το χάιδεμα.

Κι αυτό δεν είναι έργο του διαβόλου ή ενός παράφρονα, ούτε εκδήλωση μοχθηρίας ή κακόβουλης πράξης. Αλλά ένα λαμπρό και σπαραχτικό σκίρτημα του απροστάτευτου όντος, μπροστά στο μεγαλείο της βαναυσότητας της πιο ιερής έκφρασης της φύσης.

Κοινοί θνητοί, εσείς είστε η συνέχεια του έρωτα και της ερωτικής ζωής. Η συνέχεια της ερωτικής τέχνης που όταν σβήσει θα σβήσει και η ίδια η ζωή.

Οι Ιάπωνες, οι Κινέζοι, οι Ινδοί, οι Άραβες λάτρεψαν αυτή την τέχνη και κατάλαβαν την ιερότητά της σε όλο το μεγαλείο της.

Είναι αυτοί που αναζήτησαν την αλήθεια στην ίδια την ηδονή. Είναι αυτοί που δεν ξέπεσαν στο μονοθεϊσμό και τη σεξουαλική επιστήμη όπως ο δυτικός σκεπτικισμός της πολιτικής ορθότητας.

Όταν οι Γάλλοι μαλακιζόταν με τους Λουδοβίκους και τις ψεύτικες περούκες οι Ανατολίτες επινοούσαν και χαρτογραφούσαν την τέχνη του γαμησιού. Όταν οι χριστιανοί κάνανε μετάνοιες ή ξερίζωναν με μανία τις ψωλές των αγαλμάτων της αρχαιότητας οι λαοί της Ανατολής ερωτοτροπούσαν με τον πιο φυσικό τρόπο.

Καθώς η σεξουαλική επιστήμη, μετά τη βαρβαρότητα των διεστραμμένων παπάδων, κατέλαβε τη θέση της ερωτικής τέχνης, λειτούργησε κάτω απ’ τη βλοσυρή μάσκα του ευπρεπούς θετικισμού.

Έφερε το ξεκόλιασμα και τη διάρροια και την κακογαμία. Τους ψυχολόγους και τους νευρολόγους. Τα φάρμακα και τα φαρμάκια. Τους νοσηρούς ιεροκήρυκες ενός αέναου καπιταλιστικού παραδείσου που γράδωσε το γαμήσι στην κατανάλωση.

Κοινοί θνητοί ξύστε τον κώλο σας όταν σας τρώει και κλάστε όταν θέλετε να κλάσετε. Δεν είστε ένα κομμάτι κρέας τυλιγμένο με ρούχα και καλούς τρόπους.

Δεν είστε οι σπερματοσυλλέκτες του αμερικάνικου κλιματιζόμενου εφιάλτη ούτε τα περιελισσόμενα μαλακηστήρια του ψυχαναγκαστικού ευρωπαϊκού νοικοκυριού.

Είστε οι μοναδικοί ιδιοκτήτες των αιδοίων σας, είστε οι κάτοχοι του κλειδαρίθμου των ηδονών.

Κοινοί θνητοί αν δε διώξετε απ’ το κρεβάτι σας το κράτος και την εκκλησία η ανθρωπότητα θα φάει κι άλλα σκατά. Κι άλλες έξυπνες μπόμπες. Κι άλλα Hot Spot. Κι άλλους σκατόψυχους. Κι άλλες γουρουνοκεφαλές στερημένων πεταμένες εκεί που πάει να φυτρώσει το λουλουδάκι της ζωής.

Μικρό ελεγείο κάψας

xal

Ω να ‘ξερες! τι αποικίες κοσμοχαλασιάς
Τι υδράργυρος ζεστός για σένα γίνομαι
Καθώς εισβάλω στη μασχάλη σου
Καθώς πορθμεύω κάψες
Ω να ‘ξερες! πως καταλάμπουν τα τηλέτυπα στον Έβρο
Στην Κίμωλο πόσο θερμός υπήρξε ο Ιούλης
Πως πέρασε η λέξη πύρκαυλος ξυστά απ’ τα Εκβάτανα
Ρόγχος εραλδικός
Το θείο μπανιστήρι πως
μας ετρόχισε επάνω στα φραγκόσυκα
Πως ούρλιαξα, Μανούλα μου, αχ!
καθώς μου ξέσκιζαν τ’ απόκρυφα οι λύσσες
κι η φλέβα έσπαζε τον άξονα
εμού του ελάσσονος
που δεν εγεύτηκα
αρραβώνα με το δάχτυλο
χαλβά Φαρσάλων
στύση σπλαχνική

Σκυλοστέκι

kaf

στον Τεό Μπασιάκο

Οι γνώμες μας αρέσουν, φίλε
Κι απ’ αυτό το σκυλοστέκι μας περνούν πολλοί
Οι γνώμες μας αρέσουν, αλλά
Ούτε μια δεκάρα δεν αφήνουν
στους κύνες
τους μη θηρευτικούς του Διογένους
οι χθαμαλοί αστοί
Καθότι βεβαίως
χατίρια εμείς δεν κάνομεν
Καρδούλες όμως δεν χαλάμε
Κι όμως αφού
Ο μυστικός μας δείπνος είναι φανερός
Το ντίνερ μας ηλίου φαεινότερο
Θα φέρει ο Ριτσώνης Ρεβερντύ από τον κάτω κόσμο
Θα φέρει ο Λάγιος λίγο ρεβανί απ’ το Μενίδι του
Ηλιοτρόπια για τον κόρφο της Μαριάννας
Κι όταν αδειάσουν τα ποτήρια θα μας μείνει η σβουρού

Ιστορικό σημείωμα

istoriko

Μετά τη δολοφονία του Τσαουσέσκου
στη Ρουμανία
αρκετοί Έλληνες, στουρνάρια στην πλειοψηφία
(που δεν κάνανε ούτε για νεκροθάφτες)
πήγαν να σπουδάσουνε γιατροί.
Κι όπως ήταν καυλωμένοι
και καταπιεσμένοι απ’ τα σπίτια τους
γαμούσαν ότι έβρισκαν μπροστά τους.
Κοπελίτσες που βγήκαν στο κλαρί
για ένα εβαπορέ. Γριές γυναίκες
για ένα κουτί Marlboro.
Κόλλησαν αρκετές μουνόψειρες.
Έπαιρναν τότε τηλέφωνο τους δικούς τους.
Στείλτε μας ψειρόσκονη, λέγανε
μας κολλήσαν ψείρες, τα παλιοκουμμούνια.

Allahu Akbar

kantaf

Αιμόφυρτος σε μια καρότσα φορτηγού, μαζεύει τα μαδημένα μαλλιά του απ’ όλα τα πλάτη της γης. Κοριτσάκια μικρά σε άλλες χώρες ζωγραφίζουν πάνω στη φωτογραφία του παράξενα χρυσόψαρα.

Στη γλώσσα των κατακτητών μέσα στη στάχτη των βιασμών και των θανάτων αυτό ονομάζεται πρότζεκτ. Ο Αλλάχ-τιμωρός είναι το νέο χτικιό που προορίζει ο Αμερικάνος φίλος για να σαπίσει τα νεφρά της ανατολής.

Όσο θα υπάρχει πρωινή προσευχή στα σχολεία των δυτικών τα παιδιά του θεού θα σκορπίζουν εντόσθια στους ανέμους του μέλλοντος με τα δόντια λυσσασμένου σκύλου που τους χαρίζουν οι καπιταλιστές.

Όπλα και φυσεκλίκια και δυναμίτης και υδράργυρος δυνατός, όλες οι ευσπλαχνικές χημείες της γάγγραινας κυματίζουν μεσίστιες πάνω απ’ τη γηραιά μας ήπειρο.

Άνθρωποι παράλυτα εμπορεύματα, λαοί για το βάραθρο του Ζαλόγγου. Έτσι προστάζει η τοκογλυφία, η βιομηχανία όπλων και η αρπαχτική κενότητα όλων των ανταγωνισμών.

Έτσι προστάζει η αγορά του παγκόσμιου σφαγείου. Πιστοί και άπιστοι ανήμερα των συντελείων, πετροβολάει ο ένας τη φτώχεια του άλλου. Γαμάει ο ένας τα παιδιά του άλλου, μέσα στην εντροπία της παγκόσμιας αγοράς. Του συμπαντικού χασάπικου και του θεόπνευστου σφαγείου.

Αν τα τζαμιά και οι εκκλησίες δεν γίνουν χώροι συνουσίας το ανθρώπινο γένος την πούτσισε. Ούτε θεοί ούτε πελάτες, μονάχα ετοιμάστε την ψεκαστήρα για τους κοριούς και τα εντομοκτόνα για τις κατσαρίδες.

Αφήστε τα τέμπλα και τις ζωγραφιές των αγίων να παρακολουθούν το μέγα θαύμα της ζωής. Γαμηθείτε πάνω στην άγια τράπεζα και ψηλά εκεί στο μιναρέ χύστε αβέρτα αδέρφια.

Δεν χρειάζεστε υγειονομική υπηρεσία και βιβλιάρια και στέφανα και φερετζέ και εξομολόγηση και άφεση αμαρτιών και σαβούρα αιώνων που πρέπει επιτέλους κάποιος διάολος να πετάξει στον καιάδα.

Αναθρέψτε τη γενιά που θα μολύνει τους καταναγκασμούς με τα χύσια της. Τη γενιά χωρίς πιστούς και απίστους. Τη γενιά που θα σταματήσει τη διαιώνιση του ψεύδους.

Διότι, μεταξύ πιστών και απίστων υπάρχει μόνο μια κόψη του ξυραφιού, και από τις δυο πλευρές του ξυραφιού, η άβυσσος της ηθελημένης άγνοιας. Κανένας τόσο τυφλός όσο εκείνος που δεν κοιτάζει. Και κανένας τόσο νεκρός όσο εκείνος που ψευτοζεί.

Ξαστεριά των δαιμόνων

jast

Θα σου βγει το όνομα ξαστεριά.
Οι γραφειοκράτες θα σε πούνε ξετσίπωτη
Οι καπιταλιστές θα σε διασύρουν έως θανάτου
θα σε πούνε σπάταλη έκφυλη παλαβή.
Όμως χαρταετοί μισθοφόροι
θα έρθουν να σε συντρέξουνε
νυχτόβια θεριά που όλο γλείφουν κερήθρες
άυπνα χερουβίμ
μια Λίτσα απ’ τα Τρίκαλα, έκπτωτη
των κοριτσιών οι αγίες μασχάλες
τα γαρούφαλα, οι σχισμές αρχαγγέλων
κόρες του Ισλάμ που αυτομόλησαν στον Βλαδίμηρο Ίλιτς
καλογριές που εγίναν εργάτριες του σεξ
καλογέροι που εφόρεσαν πετραχήλι τη στύση τους
το Άγιο Όρος των ηδονών σκαρφαλώνοντας
για να έρθουν ξαστεριά πιο κοντά το κορμί σου.

Ω, πρώτη, της Ανοίξεως μέρα!

afalos

Σε κάθε ποίημα της Άνοιξης ενυπάρχει η ιστορίας ενός σωματιδίου ανθρώπινης σάρκας που αρνήθηκε την ανάλωση του θανάτου. Η Άνοιξη δεν είναι παρά ένα όνομα που δίνεις σε μιαν αφηρημένη ιδέα.

Είναι η εποχή που ο άνθρωπος αρχίζει να θρησκεύεται με τα στοιχεία της φύσης. Που μπορεί να ξαπλώσει πάνω στ’ αγριόχορτα παρακινώντας ανθρωποειδείς ολετήρες να επιστρέψουν στην αμοιβάδα και την ανθρωποφαγία. Παρακινώντας βυζάκια στη βουλιμία.

Είναι όλα τα όπια που ζυμώνει ο ήλιος, το χνουδάκι του αφαλού προς τις νέες εβρίδες, οι μασχάλες που γαργαλιούνται συλλαμβάνοντας το βαθύτατο νόημα εκείνων των εσωτερικών νεκρών φύσεων που εκδηλώνουν την παρουσία τους μέσα απ’ τον εξορκισμό του αγγίγματος.

Η σκουριά της λαμαρίνας που τρίβεται μετά το έλκος του χειμώνα. Η αμαρτία στα δάχτυλα που θρέφει το ζεστό ζύθο απ’ τα έγκατα.

Το μαύρο μηλίγγι του δαίμονα που βράζει μέσα στη συκιά τους χυμούς. Για να φτάσει στο θαύμα του Αυγούστου. Στο σύκο και την οχιά. Στους μηρούς και την ανύμφευτη γύμνια.

Εκεί που σκάει ο λυρισμός μες στο αιδοίο και γίνεται παρανάλωμα απ’ το λιοπύρι. Γελοίος πιερότος που καπνίζει χόρτο αλβανικό στο διάλειμμα της παράστασης. Απαγγέλλοντας σκυλόσοφα ποιηματάκια σε πλουμιστές γριές που πλήττουν και λιμπίζονται γκαρσονιέρες με μικρά ξεβράκωτα λυκόπουλα.

Έτσι μπορώ να φανταστώ πως η Άνοιξη είναι πάντα εκεί και μας περιμένει. Θηλυκιά, αμάχητη, αμόλυντη, μια μεγάλη πατριωτική γη με γελάδια και πρόβατα, σπαραχτικά κοτέτσια και άντρες έτοιμους να γαμήσουν ότι κινείται, γυναίκες, παιδιά ή ζώα. Να τραντάξουν τα σπλάχνα της Δαμασκού με σκληρά ναρκωτικά και φαρμάκια.

This is a pipe

pipe

στον Δημήτρη Πουλικάκο 

Είθισται στο τέλος της σχολικής χρονιάς οι μαθητές να καίνε τα βιβλία τους. Αυτή την όμορφη Νερώνεια κατανυκτική συνήθεια την απολαμβάνει με γάργαρη χαρά το σύστημα. Αντί να καψαλίσει τ’ αρχίδια του καπιταλιστή με τον αναπτήρα του, ο νεολαίος καίει το Δαρβίνο και τον Καρτέσιο.

Και βεβαίως ο ίδιος νεολαίος θα στήσει κώλο αύριο περνώντας απ’ τη μέγγενη των άθλιων εξετάσεων για μια θέση στον ήλιο του συστήματος. Θα γίνει σπουδαίος και τρανός μισώντας το βιβλίο και την ανάγνωση. Θα του εργαλειοποιήσει τον εγκέφαλο ο καλός φροντιστής για να μπορεί να τον αρμέγει ο εργοδότης.

Τι μου χρειάζονται όλες αυτές οι μαλακίες; αναφωνεί ο νεολαίος. Φιλοσοφία, χημεία, μαθηματικά, λογοτεχνία. Εγώ θέλω να κάνω πίπες. Μάθε με να κάνω πίπες. Τα’ χω χεσμένα δάσκαλε τα γράμματα και τις τέχνες. Εγώ θέλω να κάνω καλές πίπες.

Αν αύριο ο πελάτης δεν ευχαριστηθεί από την πίπα που θα του κάνω τι θα του πω εγώ; θα του διαβάσω Βάρναλη ή θα του εξηγήσω την οικονομική πολιτική της οθωμανικής αυτοκρατορίας στα χρόνια της παρακμής;

Γι’ αυτό εμείς θα καίμε τα βιβλία μέχρι να μας μάθετε δάσκαλε να κάνουμε καλές πίπες. Μόνο πίπες. Ο προορισμός του ανθρώπου είναι να μάθει να κάνει πίπες. Και να τις κάνει σωστά.

Είμαστε χώρα τουριστική και πρέπει να μάθουμε να κάνουμε καλές πίπες. Γλώσσες και πίπες. Αγγλικά και πίπες. Γαλλικά και πίπες. Γερμανικά και πίπες. Πρέπει να γίνουμε ο πιο ανταγωνιστικός λαός στις πίπες. Οι καλές πίπες θα φέρουν νέους επενδύσεις και νέα κεφάλαια. Αυτό είναι το αίτημα της κοινωνίας απ’ το σχολείο.

Μόνο το σχολείο μπορεί να μας βγάλει απ’ την κρίση εισάγοντας στην εκπαίδευση το ένα και μοναδικό εγχειρίδιο της πίπας. Οι δάσκαλοι πρέπει να μάθουν τα παιδιά να κάνουν καλές πίπες. Χεστήκαμε για τη μεσότητα του Αριστοτέλη και την ευθεία ελαχίστων τετραγώνων.

Εμείς θέλουμε βαθμό καλό για να μπούμε στο πανεπιστήμιο, να τελειοποιήσουμε της εκμάθηση της πίπας. Θέλουμε σεμινάρια πίπας απ’ τον ΟΑΕΔ.

Αυτό είναι το αίτημα γενεών επί γενεών. Να ξεφύγουμε απ’ τον φριχτό κίνδυνο της ανάγνωσης. Απ’ τα βιβλία που μπορούν να άρουν την άγνοια, αυτόν το σπουδαίο κηδεμόνα και θεματοφύλακα ενός καλά αστυνομευόμενου κράτους. Και τι θ’ απογίνουμε άραγε χωρίς αστυνομία και παπά; Τι θα είναι το κράτος μας;

Ω, ναι θέλουμε την άγνοια. Η άγνοια μας προστατεύει απ’ τους κινδύνους. Το να κοιτάμε τη δουλειά μας. Το να κάνουμε καλά τη δουλειά μας. Τις πίπες μας. Να βελτιώνουμε την τεχνική. Να προσφέρουμε στον Κύριό μας τη μέγιστη ευχαρίστηση. Πίπες ολημερίς κι ολονυχτίς. Πίπες στις αργίες. Πίπες τις Κυριακές. Η μόνη λύση για την κρίση. Πρωινή προσευχή και πίπες.

Οδηγίες Χύσεως

odigies

Ο ποιητής δεν είναι καπιταλιστής, δεν εκμεταλλεύεται την εργατική δύναμη κανενός. Για τον καπιταλιστή, ο φετιχισμός του εμπορεύματος παίρνει τη μορφή της ιεροποίησης του κοινού αγοραίου παρανομαστή όλων των εμπορευμάτων. Δηλαδή του χρήματος.

Το χρήμα αποκτά για τον καπιταλιστή μια υψηλή, μυστικιστική, πνευματική αξία. Ο ποιητής έχει το χρήμα γραμμένο στα παπάρια του. Βρίσκεται στον αντίποδα του καπιταλιστή. Ο καπιταλιστής φετιχοποιεί το εμπόρευμα ενώ ο ποιητής φετιχοποιεί την ηδονή και την ευχαρίστηση. Την καύλα της στιγμής που θα αποκτήσει γλωσσική υπεραξία.

Ο δυναμικός ποιητής της ηδονής κι όχι ο αναιμικός στιχάκιας της αναγούλας προτιμά να γράψει για τον εαυτό του και να χάσει τον αναγνώστη παρά να γράψει για τον αναγνώστη και να χάσει τον εαυτό του.

Οι λέξεις και τα πράγματα και οι άνθρωποι είναι μακριά απ’ το κακό και το καλό. Μακριά απ’ τη χολέρα της υποκριτικής χριστιανικής ηθικής.

Για να έχεις πρόσβαση στην ηδονή απαιτείται παράβαση. Ο καπιταλιστής έχει ειδικό προσωπικό, υπαλλήλους, για να του τραβάνε μαλακία. Ο ποιητής μαλακίζεται κατά μόνας ή με φίλους.

Ο ποιητής μαλακίζεται μεγαλειωδώς όταν γράφει ή όταν απαγγέλει το ποίημα του. Η ποίηση είναι η πιο γλυκιά μαλακία. Ο ποιητής και η ποιήτρια διαθέτουν έναν ανεξάντλητο ποιητικό οργασμό έκθετο σε ερμηνείες. Ο ποιητής μπορεί να τον παίξει εκεί μπροστά σας. Το μελάνι είναι το σπέρμα του ποιητή. Με μια χαρτοπετσέτα κι ένα στυλό μπορεί να ξαλαφρώσει.

Ο ποιητής δεν αρκεί να πει μια εξυπνάδα ή ένα δόκιμο στιχάκι. Πρέπει να το καταγράψει. Δεν αρκεί το ροδάνι της ποιητικής του γλώσσας.

Ένστιχτο και συνείδηση βράζουν στο μεγάλο καζάνι της καρδιάς. Παραγωγικές δυνάμεις και παραγωγικές σχέσεις συγκρούονται πάνω στη σάρκα του ποιητή.

Στην αγάπη για τον πλησίον ο ποιητής αντιπαραθέτει την απώλειά της.

Εσείς καλοί μου άνθρωποι που μοιράζεστε από αγάπη το χιτώνα σας με το φτωχό, μήπως τον θέλετε αιωνίως φτωχό το φτωχό για να τον γαμάτε και να του πίνεται το αίμα; Μήπως το γαμήσι για σας είναι στυγνή κυριαρχία με κάθε μέσο, κι ένα σπουδαίο τέτοιο μέσο είναι η δολερή σας αγάπη;

Μήπως καλοί μου άνθρωποι το πραγματικό πρόβλημα της αγάπης είναι η ηδονή του πλησίον, η βλαβερή και κακοήθης ηδονή του, η μαγαρισμένη απ’ τον ιερό ανταγωνισμό;

Μήπως στη θέση της ομορφιάς και του πέπλου και της ελεημοσύνης σας αναδύεται η εχθρότητα και η καταστροφή; Μήπως το δικό σας ωραίο βρίσκεται πιο κοντά στα κακό παρά στο καλό;

Καλοί μου άνθρωποι στρωθείτε και γράψτε ένα ποίημα. Τραβήξτε μια δημιουργική μαλακία. Έτσι θα καταλάβετε τους ποιητές και τα καψόνια της γλώσσας στο χείλος της κοσμικής αβύσσου.

Καλοί μου άνθρωποι δεν θα βρείτε την ποίηση πουθενά αν δεν κουβαλάτε λίγη μαζί σας.

Καλή Σαρακοστή

clitoridectomy

Το μουνί μου μυρίζει θάλασσα
Το μουνί μου μυρίζει γη
Το μουνί μου μυρίζει χνώτο
Σπράιτ ιδρώτα μασχάλη
Το μουνί μου μυρίζει υγρή μούχλα
Το μουνί μου μυρίζει τραγανό καλαμαράκι
Νεολιθική νυχτωδία στην Κρονστάνδη
Το μουνί μου μυρίζει προσφυγιά και χάπια για τη σηκωμάρα
Το μουνί μου μυρίζει πολιορκημένη Δαμασκό
Μυρωδάτο δάσος απάτητο
Το μουνί μου μυρίζει θεό
Ψαρίλα βρεγμένα σκουπίδια καμένα λάστιχα
Το μουνί μου μυρίζει ρέγγα
Ορμονοθεραπεία οικειότητα
Καψαλισμένη φτερούγα
Το μουνί μου είναι κακό
Απ’ δω ξεφύτρωσε ο Χίτλερ
Ο Ντόναλντ Τραμπ
Ο Άντερς Μπέρινγκ Μπρέιβικ
Το μουνί μου είναι πηγή πόνου και βιαιότητας
Εισβολών και αίματος
Πηγή συμφορών και γρουσουζιάς
Θα ήταν ωραία να υπήρχε ένας δρόμος
ανάμεσα στα πόδια μου
να τον πάρω και να φύγω μακριά απ’ το μουνί μου

Της Τυρινής ή Τέλη Σταλόνε και ξερό ψωμί

ÌÐÏÕÑÁÍÉ ÓÔÏÍ ÔÕÑÍÁÂÏ (EUROKINISSI/ÊÙÓÔÁÓ ÌÁÍÔÆÉÁÑÇÓ)

Τις πόρτες των αστών θα κατουρήσουμε νυχτιάτικα
Τα ψυχοφθόρα γύρω μας σιφόνια
Της ηγουμένης θλίψης ο λαιμός, ολημερίς διώκτης
Απόκρεω, δοξάρι αγριεμένο
Ω! γύφτισσες, πληγή της ειμαρμένης
Παίζετε τα βραχιόλια σας μα εδώ βροντούν πιστόλια
Ηλιοστάσιο του Κάλβου αγκαθερό
Και με φως και με θάνατον ακαταπαύστως
ακαταπαύστως γύμνια
ακαταπαύστως τούρλα φαλλική
Της Τυρινής, ουρλιάζουν οι παπάδες στο Βραχώρι
Μετανοείτε αντίχριστοι, μετανοείτε φλώροι
Κι εσείς φρικιά απ’ το Περγαντί, μπούλες απ’ το Δοκίμι
Τέλη Σταλόνε, σκούξτε, και ξερό ψωμί
Διακόσια βολτ στ’ αρχίδια του να σπάσει το τσιμέντο
Ο καταρροϊκός γαμιάς, ο Αιτωλός επόπτης των αιδοίων
Μες στου φασματικού Τριχώνιου τις πάχνες
Όργια φθισικά
Τσέπες γεμάτες στύσεις
Εξανθήματα
Σπέρματα κομφετί να ραίνουν
Τα ξεβράκωτα πρυμναία κοριτσάκια
Το βασιλιά καρνάβαλο
Το βασιλιά πολιτισμό της άσπλαχνης γραικίας

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 331 ακόμα followers