ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Hot Spot

hot

Η κακή υγεία και τα κακά θεάματα και η κακή εκπαίδευση και η κακογαμία είναι τα πρώτα φαρμάκια για να δηλητηριάσεις ένα λαό. Και ο λαός συνηθίζει τα δηλητήρια. Τα παίρνει για βιταμίνες.

Κάθε φορά ο Κύριος μας ιδρύει μια νέα θρησκεία στα ερείπια της παλιάς. Τη στήνει απ’ την αρχή. Με τελετουργίες εχθρούς και λοιπά. Διότι καμιά πίστη δεν μπορεί να τα καταφέρει χωρίς εχθρούς. Γι’ αυτό άλλωστε στήνεται ολόκληρη η θρησκευτική αγάπη.

Πως θα ήταν άραγε ο χριστιανισμός χωρίς τη σταύρωση και οι χριστιανοί δίχως το σταυρό στο λαιμό τους!

Χρειαζόμαστε πάντα έναν εχθρό και οι σπουδαγμένοι αδερφοί μας που σπουδάζουν πολιτισμό στην Ευρώπη, μαζί με τον αμερικάνο φίλο, φτιάχνουν κάθε φορά ένα σπέσιαλ εχθρό αποκλειστικά για μας. Φτιάχνουν το μοντέλο του τέλειου εχθρού.

Μελετούν με άκρα προσήλωση ότι απεχθανόμαστε, ανθρώπους που ντύνονται αλλιώς και χτενίζονται αλλιώς και σκουπίζουν τον κώλο τους αλλιώς. Μελετούν εμβριθώς όλες τις μικρές τους ιδιομορφίες, ότι μας τη σπάει, και, μέσα απ’ το κομπιούτερ και την οθόνη μας τους σερβίρουν.

Έτοιμους και αιμοσταγείς. Με χατζάρα ή με περίστροφο. Με σαρίκι η με τουρμπάνι. Με κελεμπία ή με μάσκα του Ζορό.

Η μέδουσα της καταστολής έχει μάτια παντού. Στην κρεβατοκάμαρα, στην κουζίνα, στον καμπινέ. Βολβώδεις κόκκινες αστυνομικές μύτες σαρώνουν τη βασιλεύουσα για να εντοπίσουν τους κακούς.

Χιλιάδες αδερφοί της θρησκευτικής αστυνομίας ψάχνουν, χώνουν τη μύτη τους στον κώλο μας, μας μυρίζουν, μας ακούν, μας βλέπουν, εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο.

Ο αξιοσέβαστος αρχιερέας θυσιάζει ένα ανθρώπινο βρέφος πάνω στην ιερά Τράπεζα με ένα αλυσοπρίονο και κατεβάζει μονορούφι ένα δισκοπότηρο αίμα μπροστά στο ποίμνιό του.

Μια ολόκληρη γενιά, άγευστη ακόμα στο θάνατο και στον πόνο, παρακολουθεί την αποταμίευση των απολεσθεισών ζωών μέσα στον ευσπλαχνικό κουμπαρά της καλοζωίας της.

Εθελοντές για να μαζέψουν τα πτώματα, σωροί από σωσίβια κι αδειανά μάτια. Πλιατσικολόγοι που ταξινομούν τις σκιές στο στοιχειωμένο κουρνιαχτό των απειράριθμων ίσκιων.

Εγώ ειμί η οδός. Ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα εί μη δι’ εμού.

Εκατοντάδες χιλιάδες προφήτες και γραμματικοί ερμηνεύουν κατά γράμμα τις γραφές. Αφήνουν την αγάπη τους να ξεπηδήσει σαν από οχετό, χώνουν τη γλώσσα τους μέσα στο λαιμό των ανθρώπων και τους γεύονται, γλιστρούν απαλά μέσα στα έντερά τους.

Εργασία και Χαρά

ergasiakai

Η εργασία στον ελεύθερο ανταγωνισμό είναι η πιο σκληρή μορφή πορνείας. Εργάζομαι ως ελεύθερος επαγγελματίας σημαίνει εκπορνεύομαι και αλλοτριώνομαι. Πολλές φορές βεβαίως το ευχαριστιέμαι το γαμήσι αλλά δεν είναι παρά ένα γαμήσι για να βγάλω λεφτά.

Φράγκα απ’ τα οποία ένα μέρος θα πάει στα προσωπικά μου έξοδα κι ένα άλλο το μεγαλύτερο θα πάει στους νταβατζήδες μου. Κράτος, τράπεζες, αφεντικό και λοιπά.

Ανέκαθεν το θέμα εξέλιξης της δουλείας ήτο ακανθώδες και ζοφερό. Η κατάσταση του εργαζόμενου σύγχρονου δούλου μπορεί ασφαλώς να χαρακτηριστεί πορνική. Το γεγονός ότι ένα ανθρώπινο ον μπορεί να πουληθεί και να χρησιμοποιηθεί ως αντικείμενο, σαν πράγμα, παραδομένο απολύτως στο έλεος του άλλου, του ιδιοκτήτη του ή του αφέντη του, μας παρέχει το δικαίωμα να μιλάμε για οντολογική πορνογραφία.

Ο σύγχρονος ανταγωνισμός και ο καπιταλισμός της συνεχούς επέκτασης πήγε ένα βήμα πιο μπροστά. Τη μεγάλη και κρίσιμη μάζα του πληθυσμού την έκανε αφεντικό του εαυτού της.

Εσύ θα πουλάς την εργατική σου δύναμη, εσύ είσαι το αφεντικό σου. Εσύ θα βρεις τους καλύτερους τρόπους να πουληθείς. Ο ανταγωνισμός θα σε κάνει καλύτερο. Θα σε πάει ένα βήμα πιο μπροστά. Θα σε κάνει πλούσιο. Θα σου προσφέρει χαρά και εξουσία.

Κανένα χάπατο σπουδαγμένο με τη δεξιόστροφη ρητορική της ευτυχίας μέσω της εργασίας, δεν μπορεί να διανοηθεί το υπαρξιακό ξεκόλιασμα που του προξενεί ο καπιταλισμός.

Όπως η αρχετυπική πορνική εικόνα στηρίζεται βεβαίως, στο προφανές του σώματος αλλά, ταυτόχρονα το σχετικοποιεί και το περιπλέκει. Δεν αρκεί η συνουσία. Δηλαδή το κέρδος και η υπεραξία. Μένει ακόμα να δείξουμε ότι συνουσιαζόμαστε, πράγμα που προϋποθέτει ότι πρέπει να δείξουμε ότι ξέρουμε να δείχνουμε.

Με άλλα λόγια όταν εργάζομαι παράγω εικόνα. Αξιολογούμαι μέσω της εικόνας που παράγω. Σκηνοθετώ τον ίδιο τον εαυτό μου, γίνομαι κάποιος άλλος για να αρέσω και να μπορώ και αύριο να έχω εργασία και χαρά στα σκέλια μου, συσκευές, δάνεια και δροσερά αγγούρια.

Μέσω ενός ιδιότυπου στριπτήζ προσφέρω θέαμα, δηλαδή κέρδος, φράγκα και τρελές καύλες στον επενδυτή που επένδυσε στο βυζάκι μου και στο δουλευταράδικο αποψιλωμένο ψωλάκι μου. Όπως και το αθώο στριπτήζ, δεν συνίσταται μόνο στο απλό γδύσιμο αλλά στη σκηνοθεσία του γυμνού. Ένα ντύσιμο της γυμνότητας, μια αλλοίωση των σχέσεων ανάμεσα στο γδυτό και το ντυμένο.

Οι επιστήμονες ελεύθεροι επαγγελματίες όταν διαμαρτύρονται βγάζουν συμβολικά τη λαιμαριά τους, δηλαδή τη γραβάτα τους. Είναι οι πιο θλιβερές πουτάνες της εργασίας. Οι πιο δυστυχισμένοι άνθρωποι. Είναι οι λεγόμενες σκύλες του συστήματος. Αυτές που θα λυσσάξουν πρώτες και θα κρεμαστούν απ’ τις λαιμαριές τους όταν το δουν να γκρεμίζεται.

Βογκάω άρα υπάρχω

breast2

Δεν έχω φοβίες αλλά βογκητά.
Βογκάω άρα υπάρχω.
Βογκάω εντελώς τρελά και παθιάρικα.
Είμαι το μέγα βογκητό της κλειτορίδος
είμαι το βογκητό του οργασμού
το βογκητό της κατσαρίδας
είμαι το βογκητό της Τίνα Τάρνερ
το βογκητό του Χότζα στο τζαμί
είμαι το λαχανιασμένο βογκητό του σκύλου μου
το αμφισεξουαλικό βογκητό της καρδιάς μου
το βογκητό του πυροβόλου όπλου
το βογκητό της ντίβας
το βογκητό του τριπλού οργασμού
το βογκητό του ποιητή ουρανού και γης
το πιο δυνατό βογκητό του σύμπαντος..

Γιατί ο Βασιλιάς Ήλιος λάτρευε το κλύσμα

klis

Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι η ιστορία των βασιλιάδων. Οι Εγγλέζοι αποικιοκράτες έχουν ακόμα το μουνί της βασίλισσας κορόνα στο κεφάλι τους. Οι πονηροί Γάλλοι κωλοτρίβονται περιστασιακώς στους Λουδοβίκους και στις Βερσαλίες. Ανάκτορα, παλάτια και χλιδή.

Ο Λουδοβίκος 14ος υποδέχτηκε κάποτε τους πρεσβευτές του Σιάμ στις Βερσαλίες, φορώντας ένα κοστούμι γεμάτο από διαμάντια, το οποίο ζύγιζε πάνω από 20 κιλά. Ο βασιλιάς ήλιος έπρεπε να δείχνει λαμπερός και αθάνατος, κι αυτό απαιτούσε θυσίες. Σήμερα τα διαμάντια του Λουδοβίκου τα φοράνε πλούσιες κυρίες όταν διακονούν τις αγαθοεργίες τους.

Ο βασιλιάς ήλιος αρεσκόταν τα μάλα να του πλένουν τον πάτο. Ελέγετο πως είχε υποβληθεί αυτοπροσώπως σε πάνω από χίλια κλύσματα. Ο Λουδοβίκος ευχαριστιόταν τη ζωή του μέσα στις καθημερινές γιορτές και τη χλιδή.

Είμαι σίγουρος πως διέθετε μια ομάδα από σπεσιαλίστες του κλύσματος. Αφού το κλύσμα έχει αυστηρούς κανόνες μιας και η συχνότατη χρήση του μπορεί να αποβεί μοιραία. Βεβαίως, το κλύσμα δεν ήταν για το Γάλλο βασιλιά μόνο μια τεχνική προετοιμασίας για σοδομισμό ή διείσδυση γροθιάς, αλλά μια ξεχωριστή σεξουαλική πρακτική.

Οι άνθρωποι της εξουσίας ερωτεύονται αργά η γρήγορα τον εαυτό τους. Κι ο μόνος που μπορεί να τους χαρίσει ηδονή είναι ο ίδιος ο εαυτός τους. Ο έξυπνος και παντοδύναμος βασιλιάς γνώριζε πως η αφόδευση η ίδια παράγει ενδορφίνες, τουτέστιν ορμόνες ηδονής. Και έκανε το χέσιμό του πηγή χαράς και ευχαρίστησης.

Φυσικά το χέσιμο του βασιλιά το μάθαινε ολόκληρο το παλάτι. Διότι ο βασιλιάς δεν έχυνε στα μουγκά. Ούρλιαζε και σφάδαζε σαν γουρούνα που ξεγεννά. Όλη του η ζωή πέρασε ψάχνοντας τρόπους να ευχαριστήσει την κωλοτρυπίδα του, σε αντίθεση με τους υποτελείς του που είχαν καταδικάσει τη δική τους στην ψώρα.

Σε μια εποχή όπου η Γαλλία δεν διέθετε υπονόμους, πετώντας οι άνθρωποι τα σκατά τους στο δρόμο, ο βασιλιάς ασχολούνταν αποκλειστικά και μόνο με τον πρωκτό του και τους κήπους των Βερσαλλιών τους οποίους λάτρευε, αφιερώνοντας σ’ αυτούς ένα ολόκληρο σύγγραμμα.

Η μεγάλη γαλλική επανάσταση ήταν το πέρασμα απ’ την μοναρχία του πρωκτού του βασιλιά ήλιου στη Δυτική Κυριαρχία. Ο Λουδοβίκος άρχισε να χάνει μια μια τις ακτίνες του και τα αχλαδωτά του κλύσματα.

Η γερασμένη και ξεπεσμένη αριστοκρατία των βασιλιάδων έκρυβε τη βαρβαρότητά της με αρώματα και καλούς τρόπους. Με χαμομήλι απ’ τις αποικίες και συσκευασμένο νωτιαίο μυελό εξωτικών όντων.

Τι ώρα είναι; Ώρα για κλύσμα.

Καθίκια

pisssss

Είμαστε άραγε μοντέρνοι ή αλλαζονικοί, μέσα στις ξεθυμασμένες πρωτοπορίες που μας έθρεψαν; Τι είναι άραγε αυτός ο πολυπλόκαμος μοντερνισμός που μας πήρε τα μυαλά;

Ο Φράνσις Μπέικον που λέτρευε τα ανδρικά κωλομέρια είναι μοντέρνος ή παραδοσιακός; Ο Αργεντινός καλλιτέχνης Λουτσιάνο Νάβας που ζωγράφιζε μόνο γυναίκες να κατουράνε στο μπιντέ, στον αγρό ή στο στόμα του αγαπημένου τους είναι μοντέρνος ή παραδοσιακός;

Μήπως υπάρχουν τόσοι μοντερνισμοί όσοι οι καλλιτέχνες και οι κοινωνίες;

Μα ο μοντερνισμός είναι μια λέξη που αναζητά τη σημασία της. Μια λέξη που γεννά άλλες λέξεις όταν πνίγεται και μπουκώνει.

Τώρα οι λογιστικές φυλλάδες των καλλιτεχνών έχουν καταπιαστεί με τη λέξη μεταμοντερνισμός. Μα τι άλλο είναι όμως αυτός ο μεταμοντερνισμός παρά ένα μοντερνισμός ακόμα πιο μοντέρνος;

Και βεβαίως μέσα σ’ αυτό το συνεχές χάος διάλυσης των εννοιών, η ταπετσαρία με την οποία οι καλλιτέχνες έχουν καλύψει τον κόσμο της πραγματικότητας γίνεται πια κομμάτια.

Το μεγάλο κωλοχανείο που οι έγκριτοι διανοούμενοι ονομάζουν πλανητικό χωριό δεν απαιτεί διάκοσμο αλλά απαιτεί να λειτουργούν αποτελεσματικά οι οχετοί και οι βόθροι.

Απο τη στιγμή που θα μάθει κάποιος να πατάει κουμπιά έχει μάθει τον κόσμο. Μέσα απ’ τη δόλια και δηλητηριώδη σαγήνη της πληροφορίας ο χρήστης διασπάται σε μικροσκοπικά σωματίδια και χύνεται στο μεγάλο υπόνομο της εικονικής ζωής.

Είναι ο μεταμοντέρνος καλλιτέχνης που δεν ανακαλύπτει και δεν αναλύει, αλλά ακολουθεί. Είναι ο παρορμητικός της παρόρμησης των ακροδαχτύλων που παρακολουθεί τους βουλωμένους οχετούς απ’ τα στραγγαλισμένα έμβρυα.

Τη βαρβαρότητα που ως ύστατη καλλιτεχνική πράξη του καπιταλιστή καταργεί τους λαμπρούς και χαρωπούς λαχανισμένους οργασμούς των ανθρώπων που εγίναν με τη δική τους υπογραφή υποτελείς και κομπάρσοι. Καλλιτέχνες βίου ανθόσπαρτου απο αυταπάτες.

Μακριά απο κάθε ποιητική περιπέτεια, αφού δεν καταφέρνει ο σύγχρονος άνθρωπος της σκατούπολης, ως ποιητής, να φυτέψει ένα διαφορετικό δέντρο σ’ αυτό το λάλον δάσος των θαυμάτων.

Αν υπάρχει κάτι που ενώνει όλους εμάς τους κοινούς θνητούς αυτό είναι η αναζήτηση. Και η αναζήτηση είναι ρήξη με το φάντασμα ενός κόσμου που ρεύεται και ξερνά. Ενός μεταμοντέρνου σκατοπωλείου που μας θέλει πελάτες του. Φάτε σκατά κερνάει η εξουσία. Και λοιπά και λοιπά..

Κολατσιό στην Ελασσόνα

mageir

Να τηγανίζεις κεφτέδες στο κουζινάκι.
Ως το ταβάνι γυμνή.
Ω! τι έξαψη, να τσιρίζει το λάδι.
Χαίρε! να λέει σε σένα τη δούλη των ατμών.
Χαίρε! να λέει ο κομισάριος της σάρκας.
Αυτός που περιμένει να σε καταπιεί ωσάν κεφτέ
αυτός ο Ιμπεράτωρ
αυτός ο Εγώ
αυτός της βουλιμίας ο μπολιάρης.
Παντού κυρτός κι αλίμενος.
Παντού υγρός.
Παντού στομάχι έτοιμο
να καταπιεί την πείνα μιας γυμνής
να καταπιεί το Σύμπαν.
Ω! ναι
Να τηγανίζεις κεφτέδες στο κουζινάκι.
Ως το ταβάνι γυμνή.
Να μαγειρεύεις το φαΐ με το γαμήσι
βαθιά στο βουβαμένο χωροχρόνο
ν’ αφήνεις τη μονάδα, εμέ,
να διεισδύω στο απειράριθμο μηδέν.
Να κολατσίζω τους κεφτέδες και τα στήθια σου
να γλείφω δάχτυλα που τρύπωσαν στο μέλι
πόδια πλοκάμια λυρισμό
να με χορτάσεις ποιήματα
να με χορτάσεις οίστρο
Αγία των κουζινικών
Αμνάδα εσύ των οργασμών
Μάρτυς μου η σχισμή και το λοφίο της
Μάρτυς μου η λέξη δαγκωνιά
Η λέξη Ελασσόνα

Ρομάντζο

SONY DSC

Είναι σπουδαίο πράγμα να μπορεί ο καλλιτέχνης να σου μεταδώσει τη θλίψη του ή τη χαρά του. Να σε βάλει μέσα στις φλέβες του για ν’ ακούσεις το μουρμουρητό ενός άλλου κόσμου. Να αποθέσει πάνω σου ένα σωματίδιο ανθρώπινης σάρκας, σα να αφήνει σπόρια και μικροοργανισμούς να γονιμοποιήσουν τη γη.

Είναι σπουδαίο πράγμα αυτός ο βάνδαλος αλχημιστής των νοημάτων να σε τραβήξει για λίγο μέσα στο φετιχιστικό του σύμπαν. Διότι ο καλλιτέχνης είναι πρωτίστως φετιχιστής. Υπογραμμίζει την ερωτοποίηση του σώματος χωρίς το σώμα, υποσκάπτοντας τις κατεστημένες αξίες της σεξουαλικότητας και της κανονικότητας.

Είναι ο εραστής που περιφέρεται φορώντας στο κεφάλι του την κιλότα της αγαπημένης του. Είναι αυτός που θα σε μυήσει, αυτός που θα σε εκπαιδεύσει. Αυτός που θα σε οδηγήσει στη ρίζα κάθε πράγματος μέσω μιας διαρκούς μαθητείας.

Είναι ο δάσκαλος που δεν έχεις δει ούτε έχεις αγγίξει αλλά έχεις πλαγιάσει μαζί του με τον πιο γόνιμο και ερωτοποιό τρόπο.

Ο καλλιτέχνης είναι μεγάλος από τη στιγμή που κάνει το θεατή του καλλιτέχνη, διαρρηγνύοντας τα ιμάτια των βεβαιοτήτων του, παρουσιάζοντας τα πράγματα ως είναι και ως έχουν μέσα στην εσχατιά της γυμνότητας που ένα χιλιοστό πιο πέρα γίνεται πράξη και επανάσταση και αλλαγή, ξεφεύγοντας απ’ τα δεσμά της κατεστημένης τέχνης.

Είναι η στιγμή που το πρόσωπο ξαναβρίσκει το σώμα του και λειτουργεί μαζί του ως φυσική ενότητα, ως Ένα. Είναι η στιγμή που η τέχνη και τα πράγματα κυλούν πλέον στο ίδιο φυσικό ρυάκι και η καλλιτεχνική πράξη έχει σαρκωθεί ονομάζοντας, ορίζοντας και κινώντας τα ζωντανά όντα.

Είναι η στιγμή που η τέχνη αξιοποιείται ως δυνατότητα απελευθέρωσης του σώματος από την κοινωνική τάξη και την τυραννία του λόγου. Απ’ τις σφαγές, τον εξανδραποδισμό και τη βαρβαρότητα.

Είναι η στιγμή χαρτογράφησης της ανδρόγυνης αγωνίας. Τα δυο όντα που για να ευτυχήσουν γίνονται ένα. Τα δυο όντα που γνωρίζονται με τον πλέον συνουσιακό τρόπο.

Με τον καλλιτέχνη πρώτα ερωτοτροπείς και ξεσχίζεσαι και κατόπιν αρχίζεις γνωριμία και συνύπαρξη. Εδώ η σχέση είναι ανάποδη. Δηλαδή ορθή και ζωοποιός. Εδώ δεν υπάρχει επιτήδευση και διαμεσολάβηση. Συντάγματα και κανόνες και ηθικές επιταγές.

Εδώ υπάρχει το Αιώνιο Θηλυκό, ο δημιουργός του κόσμου. Εδώ βλέπω κάθε πόρο της σαρκώδους μάζας των γλουτών της. Βλέπω τα νεύρα της και τα αγγεία της μέχρι το κόκκαλο. Εκείνο το απίθανο σημείο όπου ενώνονται τα μπούτια σαν γαλαξίες περιμένοντας τον αρσενικό κανίβαλο σπασμό. Εκείνο το ιερό χύσιμο. Εκείνο το ξαλάφρωμα της μιας και μοναδικής ζωής.

Εισάγω Στην Ποίηση Τη Λέξη Διάρροια

4410565_001_anton_solomoukha____E_O___E__E___A___________P

Στην Ελλαδίτσα μας οι φιλόλογοι στέκονται σαν τις μύγες πάνω στα σκατά του Σεφέρη. Μέσα στην ασφάλεια του νοήματος που έχει σκανάρει η Κακαδημία και ο κατεστημένος εκδοτικός συρφετός η λογοτεχνία μοιάζει με παλούκι στον κώλο της μαθητιώσας νεολαίας.

Με προσοχή χειρούργου, οι ανθολόγοι, φορώντας το φωτοστέφανο της κυρίαρχης ιδεολογίας, θα αφήσουν τα ανεξίτηλα στίγματα της χρηστής ηθικότητας που επιτάσσει η εξουσία. Ολίγη σχολική κουλτούρα και μετά βουρ στον σκυλάδικο πατσά. Στον αχταρμά του καθημερινού βίου που έχει ενσωματώσει όλα τα πορνογραφικά συμφραζόμενα του αστικού πολιτικού αμοραλισμού.

Χρειαζόμαστε τόσα ώστε να πουλήσουμε ακριβά το τομάρι μας. Και μας φτάνουν οι νομπελίστες και οι αυλικοί τους και μερικά σακιά βαρετής μυθιστορίας του άστεως για να περάσουμε τις εξετάσεις. Μέχρι εδώ. Δεν ψάχνουμε για τίποτε άλλο και δεν πειραματιζόμαστε και δεν ανοίγουμε δρόμους.

Βολεμένοι και άβουλοι αντάμα, σνομπάρουμε το μέσα μας δαίμονα που δε βολεύεται με τσάι, και, κακής ποιότητας αλκοόλ, για να το παίξουμε καταραμένοι, προωθώντας τη σαβούρα μας, πουλώντας αλητεία και κατάθλιψη στη Μύκονο με τα λεφτά του μπαμπά.

Στη λογοτεχνία που γράφεται σήμερα και αναπνέει απ’ την κωλοτρυπίδα της ζωής κι όχι απ’ το γυάλινο ρουθούνι του εκδότη-νταβατζή δεν συνιστούν κριτήρια καθ’ εαυτά ούτε το ωραίο ούτε το άσχημο, ούτε το καλό ούτε το κακό. Δεν έχουν αξία παρά βιωμένα μέσα σ’ ένα «δι’ εαυτόν» στα πλαίσια μιας αέναης εσωτερίκευσης της αισθητικής.

Γι’ αυτό η λογοτεχνία αυτή ενοχλεί. Αρνείται την εκ των προτέρων ισχύ των απόλυτων, ελεγχόμενων κριτηρίων, υποσκάπτοντας τις σίγουρες αξίες που ορίζονται άπαξ δια παντός από τους θιασώτες μιας συγκεκριμένης ηθικής τάξης.

Μπορούν λοιπόν, οι νέες και οι νέοι να αναφωνήσουν πια, «Γαμώ τη λογοτεχνία σας», και μπορούν να το γράψουν στους τοίχους του σχολείου τους, όπως έκανε ο Ουκρανός καλλιτέχνης Άντον Σολομούκα δίνοντας σε μιαν έκθεσή του τον τίτλο «Γαμώ την τηλεόρασή σας», όπου τη θέση της μικρής οθόνης καταλάμβαναν οι γλουτοί της Ίρμα Μπολκόφ, αξιοποιώντας το διαβρωτικό και διεκδικητικό δυναμικό του «υπογείου» και του «κάτω» που υπενθύμιζε ο ποιητής Φερέιρα Γκουλάρ για να καταγγείλει την πείνα στο Νορντέστε της Βραζιλίας: «Εισάγω στην ποίηση/Τη λέξη διάρροια./Όποιος δεν μιλάει παρά για λουλούδια δεν τα λέει όλα».

Αθλοπαιδιές

atlo

Το ποίημα μου είναι προϊόν εγκατάλειψης. Ποτέ δεν τελειώνουμε τα ποιήματά μας, απλώς τα εγκαταλείπουμε. Κι αυτή τη μέγιστη συνουσιακή πράξη της γραφής την οφείλουμε στην καχυποψία μας για τον κόσμο. Ο κόσμος αμφιβάλει για μας κι εμείς γι’ αυτόν.

Το ποίημα σφετερίζεται το μέλλον. Γράφεται σαν διάλογος με κάποιον απόντα που καιροφυλακτεί για να τρυπώσει κι αυτός μέσα στο λεξιακό κυκεώνα. Γράφεται απορυθμίζοντας τον φόβο, καταγράφοντας αλλιώς τη στιγμή που πέρασε μέσα στη μνήμη των ανθρώπων.

Γράφεται με την ηλιόλουστη διάθεση της χαράς αλλά και του αιώνιου πένθους. Πάντα μέσα στην επισφάλεια που ο χρόνος φευγατίζει στα βάθη της λήθης.

Το ποιηματάκι μας διαθέτει τη ρέμπελη ασέβεια κάθε δημιουργικής αυταπάτης. Μοναχικό και δύσβατο, ποτισμένο με το πατρογονικό αίμα κάθε υπαρξιακής φάρσας που έστησε εμπρός μας η ιστορία.

Διαθέτουμε γονίδια που θρησκεύονται στα σεπτά δώματα της ηδονής. Της ηδονής που γίνεται και οδύνη απειράριθμη και απόκριμα της δημιουργικής μας φύσης εν κραταιά φωτοστασία.

Γράφω και ανταμώνω με στερεά και υγρά, με αερικά και πετούμενα. Ίπταμαι ή τρώω τα μούτρα μου. Μεγαλουργώ και μεγαλοπιάνομαι μέσα στο μονοπάτι της μοναχικότητας.

Πότε αυτιστικός βρεφογέροντας εκτοξεύοντας πορδοσοφίες και πότε γυμνασμένος ουροβόρος όφις δαγκώνοντας την ουρά μου ή γλείφοντας το πέος μου σαν τον τρομερό και φοβερό Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο εξασκημένος απ’ την αδιάκοπη ποιητική γιόγκα και τον αποσυνάγωγο οίστρο των ορμών.

Δεν έχω ηθικούς σκοπούς γι’ αυτό ασκώ τη δημοσιογραφία των μηδαμινών. Τα ποιήματα μου στάζουν, τα ποιήματά μου μυρίζουν μουνί, τα ποιήματά μου πεινάνε, γι’ αυτό κατασπαράσσουν τους φτωχούληδες του θεού που τους μαγάρισε ο θαυματοποιός μύθος που έγινε μάγος, παπάς, γκουρού, ηγέτης, διαφωτιστής και βγάζει φράγκα.

Το ποίημά μου βγαίνει πολλές φορές λίγο πιο έξυπνο από μένα, γι’ αυτό προτιμώ τα χαζά ποιήματα και τα ποιήματα που μου υπαγορεύει ο παμφάγος αγριόχοιρος της στιγμής, αυτός που αδιαφορεί για τα σκάγια των αδιάκριτων βλεμμάτων και τα δηλητηριώδη σχόλια. Αυτός που διακονεί την υπεροψία της ορμής του. Την μέσα μύχια καύλα που απαιτεί την πιο βαθιά ακοή.

Εδώ σας μιλάει η σάρκα, καταβάλλοντας τα υψηλά λύτρα της ηδονής και της οδύνης. Από εδώ σας ομιλούν οι ελεύθεροι αγωνιζόμενοι μοναχικοί, οι βροτοί και κατατεθνηότες.

Το Μέγα Αφροδίσιον

megafro

Ζούμε την απόλαυση του ξεβρακώματος. Ξεβρακώνουμε κάθε ιδιωτική μας στιγμή. Έχοντας εσωτερικεύσει πλήρως τον πανοπτισμό που μετατρέπει την κακούργα κοινωνία σε μιαν απέραντη φυλακή. Απ’ το μαντρί έχεις μια ελπίδα να το σκάσεις, απ’ την φυλακή όμως καμιά.

Η ολοκληρωτική άλωση του ιδιωτικού χώρου βγάζει στο σφυρί κάθε στιγμή χαράς ή πόνου. Οι έφηβοι, που, παλαιόθεν ήτο τραγιά καυλωμένα, τώρα μοντάρουν το ναρκισσισμό των στιγμών τους για να τον ποστάρουν στο υπερπέραν. Για να σαλέψουν μέσα στη ζεστή ψηφιακή μασχάλη της φιλίας εξ αποστάσεως και του θυμού εξ αποστάσεως και της καύλας εξ αποστάσεως.

Ακόμα και την πιο μηδαμινή μυστική κόχη τους την έχει βγάλει απ’ τη σκιά ένα σκληρό φως. Απ’ τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των σχολείων θα μεταφερθούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της εργασίας, της καριέρας ή της ανεργίας. Θα αναγκαστούν να υπακούσουν σε νόμους για τους οποίους δε συναίνεσαν ποτέ, πληρώντας υπέρογκους φόρους για τη συντήρηση των φυλακών μέσα στις οποίες είναι κλεισμένοι.

Εδώ λαμβάνει χώρα η σύγκρουση ανάμεσα στην αυτό-περιγραφή ή την αυτό-αναπαράσταση του ξεβρακωμένου και της προσπάθειας του διαφημιστή να διαρρήξει τον εξωτερικό πέπλο αξιοπρέπειας του, ώστε να τον αποκαλύψει κοινωνικά, ηθικά, σεξουαλικά και να τον κατακτήσει πουλώντας του μια μαλακία ή έναν τρόπο ζωής.

Για να τον κάνει ένα δραστήριο κουράδα που θα ανταλλάσει ανενόχλητα ιδιωτικές στιγμές. Για να προσπορίσει κάθε επιθυμία εις τον αγοραίο φουτουρισμό της παρακμής.

Κομμένα κεφάλια, πνιγμένα παιδιά, βόμβες και πτώματα προελαύνουν εις τον εθισμένο λοβό. Θα σε σκοτώσω για να μη με σκοτώσεις, θα σε γαμήσω για να μη με γαμήσεις. Και το φάρμακο για την αποκατάσταση του ψυχισμού μου είναι το ξεβράκωμα.

Μέσα στις χαοτικές εικόνες βίας και βλακείας των ειδήσεων εγώ προτάσσω το ξυρισμένο μου κεφάλι, το τατουάζ στον αφαλό, την κωλοχαράδρα της συμμαθήτριας που απαθανάτισα εν κρυπτώ και παραβύστω. Εγώ προτάσσω το Εγώ. Ξεβρακώνομαι χωρίς να μου το ζητήσεις.

Αν κάποτε υπήρχε μια βαθειά διαβολικά θεϊκή ανάγκη για το κουτσομπολιό της γειτονιάς σήμερα η μόνη ανάγκη για το διαρκές ψηφιακό κουτσομπολιό είναι τα φλόκια. Τα χύσια. Το ξέσπασμα. Μπουκωμένοι και καταπιεσμένοι προσπαθούν να ξεσπάσουν υποβιβάζοντας την ύπαρξή τους στην εικόνα τους και το φύλλο τους στο γεννητικό τους όργανο, εκφράζοντας μια χασάπικη αντίληψη για την ανθρώπινη σάρκα.

Προωθώντας μιαν άχαρη μηχανική της επικοινωνίας των σωμάτων που βρίσκεται στον αντίποδα των ελεύθερων ηδονών, ευθυγραμμίζοντας τις ανάγκες τους με το σεξουαλικό ψεύδος της κοινωνίας της ακραίας βίας και της ακραίας εκμετάλλευσης.

Ας ξεβρακωθούμε λοιπόν όλοι μαζί στο μεγάλο ψηφιακό παχνί. Εξ αποστάσεως πάντα και εξ αντανακλάσεως. Δια να μην κολλήσουμε το Μέγα Αφροδίσιον.

Φίλτατοι έφηβοι και μη έφηβοι, αλιείς δόξης και αποδοχής και αλοξοκωλιάς, αγρευτές φίλων που δεν κοινώνησαν το ζουμάκι σας, αδέρφια ποιητές που σας ξέγραψε το συγκρότημα Λαμπράκη και το κανάλι της βουλής και η κακαδημία σας άφησε χωρίς βραβείο εις το απατηλόν μασκαρεμένο γήρας σας, σας πληροφορώ πως η απόσταση είναι η μεγαλύτερη καπότα. Δεν πρόκειται να κολλήσετε Τίποτε και Ποτέ.

Food For Thought

food-for-thought-oil-2022-x-3022

στην Καναδή Καλλιτέχνιδα Circe  

Ο έρωτας είναι μια λιχουδιά. Δίπλα στην κλίνη των περιπτύξεων υπάρχουν φρούτα, παγωτά και εκλεκτά γλυκίσματα. Τα χαϊδολογήματα συνοδεύονται με λικέρ και κρέμα βανίλιας. Κάθε πράγμα σε τούτο το μικρό μας κόσμο θέλει να σερβιριστεί, θέλει να το δρέψουμε και να το καταβροχθίσουμε στην ώρα του.

Οι εραστές σιγοψήνονται μέχρι να καταβροχθίσουν ο ένας τον άλλο. Μέχρι να δαγκώσει ο ένας τον άλλο. Μέχρι να ξελιγώσει ο ένας τον άλλο. Μια κοπέλα με όλη τη φρεσκάδα της και την ομορφιά πάλλεται και σπαρταρά σαν ομελέτα, έτοιμη να την καταβροχθίσουμε μόλις βγαίνει απ’ το τηγάνι της παρθενίας.

Το ερωτικό γλέντι είναι ένα σαρκικό φαγοπότι. Γαστρονομική ηδονή και ερωτική ηδονή ανταμώνουν υπό την αιγίδα του στόματος. Χείλη και γλώσσα φέρνουν στον ουρανίσκο το ζουμερό δέλεαρ προσκρούοντας στους θύλακες της απροσπέλαστης και ποθούμενης παρειάς. Οι ερωτευμένοι ζουν μέσα στα μέλια. Ζουν το μήνα του μέλιτος.

Κάποιοι προσπαθούν να ψήσουν το αντικείμενο του πόθου τους κι αρχίζουν το ψηστήρι. Τα βυζιά, ποιητική αδεία, είναι μήλα, αχλάδια, πεπόνια, πορτοκάλια. Οι όρχεις καρύδια, ο φαλλός μπανάνα, αγγούρι, μελιτζάνα. Μια γυναίκα έχει μάτια αμυγδαλωτά, σαρκώδη χείλη, μάγουλο βερίκοκο, χειλάκι πετροκέρασο. Ένας κήπος από ώριμους καρπούς για το λαίμαργο στόμα του εραστή.

Αγαπώ τον άλλο σημαίνει ότι τρέφομαι απ’ αυτόν, τον γεύομαι, ότι ξελιγώνομαι γι’ αυτόν. Το σεξ είναι ένα μεταφορικό σχήμα του γεύματος. Ο έρωτας είναι το φαγητό του μυαλού και της καρδιάς. Η έλλειψή του οδηγεί στην τρέλα και στην κακή παλαβομάρα. Ο στερημένος από φαΐ θα κλέψει και θα σκοτώσει για να φάει. Ο στερημένος από σεξ θα βιάσει έως θανάτου για να θρέψει τη στέρησή του που έγινε τέρας και θέλει αίμα.

Οι αχόρταγοι άνθρωποι θέλουν όλο το φαΐ και όλο το σεξ μόνο γι’ αυτούς. Έχουν φτιάξει στρατούς και αστυνομίες, κόμματα και εκκλησιές, μαντριά και σχολεία, για να μην τους πάρουν το σεξ και το φαΐ. Ολόκληρη η ανθρωπότητα δουλεύει για το καλό φαΐ και το ακόμα καλύτερο σεξ του καπιταλιστή.

Απ’ την ρομαντική ερωτογραφία μέχρι την οργανική γκουρμέ μηχανική της μαγειρικής υπάρχουν εργάτες που δε χαίρονται το δικό τους φαΐ και το δικό τους σεξ. Διότι μονίμως ετοιμάζουν το φαΐ και το σεξ των άλλων.

Συγγραφείς που πέθαναν φθισικοί σε υπόγεια τραγούδησαν μέσα στη δική τους σεξουαλική ένδεια τον ερωτικό οίστρο και τον λιμπιντικό πληθωρισμό του ιππότη και του βασιλιά. Η ευχαρίστηση των βασιλιάδων έγινε το αγαπημένο ανάγνωσμα των φτωχών. Χλιδάτοι και παθιασμένοι έρωτες και φαγιά. Φαγοπότια και ποτά για του ανδρείους της ηδονής. Αυτά που παίρνουν μάτι οι φτωχοί στις εικόνες και στις λογοτεχνίες ως σεξουαλικά συμπληρώματα διατροφής.

Ο τηλεοπτικός μαγειρικός πανζουρλισμός με τα εξωτικά φαγιά. Αυτά που δεν θα τα δοκιμάσουν ποτέ οι τηλεπότες υπήκοοι αλλά θα ερεθίσουν τα γαστρικά τους υγρά για να τρέξουν και να καταβροχθίσουν ένα χάμπουργκερ από αρουραίο.

Για να τρέξουν στο ψηφιακό πλανητικό πορνείο να ξελαμπικάρουν. Να μαλακιστούν, να χύσουν, να ξεδώσουν στα γρήγορα, να κρατήσουν δυνάμεις για τη δουλειά και την καριέρα. Να δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό ετοιμάζοντας το σούπερ φαί και το σούπερ σεξ του κυρίου ημών καπιταλιστή.

Light My Fire

light

στη Χαρά Πελεκάνου και στον Τέο Ρόμβο

Λατρεύουμε τη φωτιά, αυτή που εξανεμίζει την πνοή της μέσα στο χωροχρονικό συνεχές του σύμπαντος κόσμου. Λατρεύουμε αυτό το στοιχείο του πάθους. Τη γλώσσα της αγάπης και του πόθου. Τους ερωτοχτυπημένους που φλέγονται. Τους ποιητές που βάζουν φωτιά στον εαυτό τους και οι άνθρωποι τους βλέπουν να καίγονται μες στα ποιήματά τους.

Οι αρχαίοι άνθρωποι κατάφεραν να κλέψουν τη φωτιά απ’ τους θεούς. Κατάφεραν δηλαδή να ξεφύγουν απ’ την κατάσταση της μακαρίου άγνοιας.

Μια πονηρή αλεπού έκλεψε τη φωτιά απ’ το χωριό των πυγολαμπίδων και τη σκόρπισε στη γη. Ένας κάστορας έκλεψε τη φωτιά απ’ τα πεύκα κι ένας κόρακας έκαψε τα φτερά του κρύβοντάς τη. Μα ο πιο διάσημος κλέφτης φωτιάς υπήρξε ο Προμηθέας τον οποίο ο Δίας αλυσόδεσε σ’ ένα βράχο στον Καύκασο, όπου καθημερινά ένας αετός του έτρωγε το συκώτι.

Η φωτιά έδωσε τη γλώσσα και την ομιλία στους ανθρώπους. Γύρω απ’ τη φωτιά, πίνοντας τα πρώτα φτηνά ποτά άρχισαν οι μυθολογίες και οι θρύλοι, το μοίρασμα της εμπειρίας, το τραγούδι και το καλό φαγητό. Γύρω απ’ τη φωτιά άρχιζε το τρελό γαμήσι και τα μεγαλειώδη ηρωικά έπη.

Η φωτιά έκλωθε τις ιστορίες και ζωντάνευε την ανθρώπινη περιέργεια. Εκεί γύρω απ’ τη φωτιά οι πρώτοι άνθρωποι του πλανήτη επιχείρησαν να εξηγήσουν τον ήλιο και τ’ αστέρια, τον άνεμο και τη βροχή και συνάμα ολόκληρο τον θαυμαστό και ακατάληπτο κόσμο.

Μα στη φωτιά καίνε τους επαναστάτες και τους επιστήμονες. Τους φιλοσόφους και τους συγγραφείς κάθε ερωτογραφίας. Ο Τζιορντάνο Μπρούνο καίγεται επειδή υποστήριξε ότι το σύμπαν είναι αιώνιο και άπειρο. Ο Βανίνι καίγεται δεμένος σ’ έναν πάσαλο στην Τουλούζη αφού προηγουμένως του έχουν κόψει τη γλώσσα. Ο Κλώντ Λε Πετί έχει την ίδια τύχη επειδή ένα άσεμνο σονέτο του, που ο αέρας σήκωσε από το γραφείο του, βρέθηκε στο δρόμο.

Η πυρά περιμένει όποιον δεν βγάζει το καπέλο του στο πέρασμα μιας λιτανείας.

Η ανάγνωση του Επίκουρου θεωρείται διαστροφή και απιστία. Οι χριστιανοί και οι φασίστες καίνε βιβλία και ανθρώπους. Μέσα στη φωτιά που τα γέννησε εκεί όπου το άυλο και το ρευστό ζύμωσαν τις πιο επικίνδυνες ιδέες για την εξουσία και τον κλήρο.

Όμως ακόμα και η απειροελάχιστη στάχτη θεραπεύει τους μώλωπες των μονομάχων και το ξυλοκάρβουνο με το μέλι επουλώνει τις πληγές. Μέσα απ’ αυτές τις στάχτες του πολέμου και της ιεράς εξέτασης εμφανίζεται ξανά και ξανά ο υπερμεγέθης φαλλός των νέων ιδεών, γονιμοποιώντας την καυλωμένη νεότητα.

Η αριστοκρατία και η αστική τάξη βούλιαξαν στην κενοδοξία, τη φιλαυτία και την επίδειξη. Ο κόσμος θα διχαστεί ευτυχώς ξανά, για να αλλάξει, και πάλι πρωταγωνίστρια θα είναι η φωτιά. Η ηδονή γίνεται το όπλο των μηδαμινών και των καταφρονεμένων. Οι κολασμένοι της γης θέλουν να φάνε και να γαμήσουν σαν άνθρωποι. Αποκηρύσσουν τη δουλεία και σφάζουν τους πατρόνους της.

Ο νέος κόσμος, αυτό το μεγαλειώδες δημιούργημα της φωτιάς, θα διχαστεί σε λαμπρούς κατεργάρηδες και ενάρετα χούφταλα, τους οποίους αποπλανά όλους η μαντάμ Ακολασία, αυτή η αιωνίως άκαυστη φωτιά.

Κύκνειο Άσμα

francois

Υπάρχει ένα κομμάτι του εαυτού μας που ξέρει καλά πως το παρόν είναι ο Παράδεισος, αλλά, υπάρχει κι ένα άλλο που μας απαγορεύει να περνάμε πολύ καιρό στον Παράδεισο του παρόντος. Ίσως γιατί παρελθόν και μέλλον συνωμοτούν και μας κατατρώνε. Κι ο κακός δαίμονας ακολουθεί με τα αδύναμα παπαγαλίστικα βογκητά του.

Πολεμάει την πρωτόγονη καταγωγή μου σαν τον ωροσκόπο που δένει πισθάγκωνα τα θύματά του μέσα στο ζωδιακό μπέρδεμα της έσχατης απορύθμισης των αισθήσεων. Πολεμάει τη ράτσα που θέλω να γίνω κι όχι τη ράτσα που καταγράφει ο ληξίαρχος στα μουχλιασμένα κιτάπια.

Μέσα στη φαντασμαγορική απανθρωπιά, εκεί που ο κόσμος ξεχείλισε πέρα απ’ τα ανθρώπινα σύνορά του σιγοβράζουν όλες οι αντιφάσεις.

Εδώ πολλοί πνίγονται μέσα στα καζάνια των μύθων και των θρύλων. Μέσα στη σκόνη του παρελθόντος και στις μούμιες των μεγαλείων που πέρασαν. Όμως εδώ πάλι υπάρχουν και οι ανδρόγυνες δυναμομηχανές που δημιουργούν νέες τοπογραφίες και αλλόκοτες ηπείρους. Νέους ξεσηκωμούς προς νέους ορίζοντες και νέες ανακαλύψεις.

Είναι οι καλόγεροι και οι καλόγριες της ουράνιας ερωτικής μηχανικής που σηκώνουν το ράσο τους ρίχνοντας ένα γενναίο χέσιμο στο παρελθόν. Στους θρήνους και στα μοιρολόγια, στις μνήμες και στα μουσεία, στους βρικόλακες που κρύβουν το παρόν, δηλαδή τον Παράδεισο.

Είναι όσοι αγαπούν τις ρέουσες εκκρίσεις και τους ρέοντες φαλλικούς λόγους. Είναι όσοι αγαπούν τα ιερά έμμηνα και το ατελεύτητο σπέρμα. Είναι όσοι αγαπούν την κίνηση και την αλλαγή. Την αισχρολογία και την έκσταση, το γάλα απ’ το βυζί και το μέλι της μήτρας, όλα τα έκλυτα και διαλυτά, όλα τα θνητά υγρά που λιπαίνουν τις χαρές του μεγάλου κύκλου που οδηγεί στο θάνατο και στην αποσύνθεση.

Όλο το ζωντανό παρόν της αιμομικτικής μας επιθυμίας που σμίγει με το Εδώ και το Τώρα. Χωρίς την πεισιθάνατη βιασύνη του καθήκοντος και χωρίς της φαύλες ιδιοτροπίες των ανθρωποβοσκών και των διορισμένων αγίων.

Ω ναι! αυτή είναι που μου θυμίζει συνεχώς, πως, σαρκική συνεύρεση σημαίνει πληθώρα βλέννας στην αποχέτευση. Πληθωρισμός χαράς και μέθης εν αχρηστία. Αυτή είναι που την ακούω να κατουράει τραβώντας ανελέητα το χαρτί τουαλέτας με όλη τη γαλήνια αγνότητα μπροστά στο φλύαρο νεράκι του μπιντέ.

Αυτή είναι η θηλυκή πεταλούδα που ξέρει ότι είμαστε όλοι λοξοί και διεστραμμένοι, αφού μονίμως κυνηγάμε την ομορφιά με την απόχη μας. Αυτή είναι η Ζωή με τις μεμβρανώδεις οπές της, που μας ξεφεύγει διαρκώς με τα άφθονα βογκητά της, αφήνοντάς μας έρμαια μέσα στον αυτισμό του ποιητικού μας οργασμού.

Η διακόρευσις των παίδων

diak

Αν η καρδιά σου δε ραγίσει νωρίς τότε θα πετρώσει πολύ σύντομα. Κι όλες οι γούρνες των πειρασμών και της ερωτογόνου βαθύτητας θα γεμίσουν λάσπες και ιδιότροπα άρθρα για τη στέρηση. Η στέρηση στερεί απ’ το ευσεβές συναίσθημα την ανάγκη για δημιουργία.

Κι όταν το καύκαλο δεν δημιουργεί οι αδένες γίνονται κουβάρια που τα μοσχοπουλάνε οι έμποροι των εθνών για να πλέξουν το πουλόβερ της λήθης. Το πιο ζεστό ένδυμα του καπιταλιστή. Την πανοπλία του που τη σφυρηλατούν καθημερνώς και δουλικώς αγαθοί γίγαντες και ευαίσθητοι μαχαιροβγάλτες.

Αν η κοινωνία δεν σου απαγορεύει να είσαι πλούσιος τότε σε καταδικάζει να είσαι φτωχός. Σε ποτίζει λίγη αγιότητα και μπόλικο πένθος. Με χειρουργικό ζήλο σου περνά στις φλέβες αυτό το συρίγγιο της αγωνίας για το αύριο ενώ σου έχει καταστρέψει νοικοκυρεμένα και παστρικά το σήμερα.

Τελετουργικά σκοπεύει με τα βελούδινα υπερόπλα του τους θύλακες της φιμωμένης αγχίνοιας καταναλωτών και όχι ανθρώπων. Φιλάθλων και όχι εραστών.

Αν οι απαιτήσεις δεν είναι επιθετικές απέναντι στην αθανασία και την τρυφή του πλούτου, η γκρίνια, η διαμαρτυρία και η αγανάκτηση είναι κούφιες βρομερές πορδές.

Μέσα σ’ αυτή την ατελεύτητη ομοιομορφία των απόψεων και τον εγγαστρίμυθο διαλογισμό του ανταγωνισμού οι δούλοι απαιτούν νέα μνημόνια και λιγότερο Κράτος. Στενό παπούτσι ανήφορο και λοιπά εδέσματα της ανηφόρας.

Δεν τα βάζουμε με τον πλούτο, την κατεξοχήν έκφραση της αισχρότητας επί γης αλλά τα βάζουμε με το μαλάκα της διπλανής πόρτας, με τον φίλο, τον αδερφό και το ξάδερφο και τον ξένο βομβαρδισμένο και χαροκαμένο, τα βάζουμε με τη ζωή και τη λιγόπνοη καλοπέραση των φτωχών Άλλων, γιατί έτσι γουστάρει η εταιρία.

Έτσι θέλει το άριστον ανθρωποειδές που προώθησαν όλα τα καθαγιασμένα από ανθρωπισμό και αισθήματα λόμπι και όλα τα γραμματιζούμενα μορμολύκεια που μ’ ένα ξεροκόμματο μισθό παίρνουν αμπάριζα όλο το κολποπρωκτικό σύστημα της μητρός τους.

Ιδιωτία μασκαρεμένη αλληλεγγύη μέσα στον κοινοβουλευτικό στάβλο. Παπάδες μαστουρωμένοι με λιβάνια και μετρητά, μέσα στο λήθαργο της χρυσής αυτοκρατορικής μήτρας, δάσκαλοι δασκαλεμένοι να μη μιλάν, κρατούν τα πόδια της νέας γενιάς ανοιχτά για να έρθει ο γυναικολόγος βρικόλαξ, ο υιός της ιστορίας κάθε παρελθούσης αποστασίας και κάθε μασκαρεμένης χούντας, ο νεογαμιάς του νεοθατσερικού μεσαίωνα για να τελέσει την πιο ταπεινωτική επέμβαση.

Την πιο ατιμωτική έκτρωση. Κραδαίνοντας το αμβλύρυγχο δόρυ του καλού νοικοκύρη ετοιμάζεται να καρφώσει το έμβρυο στην κοιλιά. Να το λιώσει. Να του θρυμματίσει την καρδιά Να ψεκάσει με δηλητήριο κάθε απειροελάχιστο σπόρο ελευθερίας και αξιοπρέπειας.

Ελάτε νέες και νέοι, κοπιάστε στο νέο μεγάλο κεντροδεξιό μαντρί, ο υιός Βρικόλαξ ο πορθητής είναι έτοιμος από καιρό και περιμένει με το νεοφιλελεύθερο καβλί του.

Έρως Ανίκατε Μάχαν

erosanikate

Υπάρχει μια θυσία που χλευάζει υλικούς και ηθικούς σκοπούς. Ο άνθρωπος που γιορτάζει τη ζωή του θυσιάζει τελετουργικά ότι του έμαθαν στα σχολεία και στις εκκλησίες. Στα κόμματα και στις αγορές. Θυσιάζει την κούφια καλοζωία που του προσφέρει ο πολιτισμός και τις έτοιμες γνώσεις, τις καθαρισμένες και ξεφλουδισμένες από ηδονισμό και δυσνόητα φιλοσοφικά δηλητήρια.

Ο άνθρωπος για να επικοινωνήσει ουσιαστικά πρέπει να θυσιαστεί. Η επικοινωνία είναι η πιο ιερή θυσία. Ένα πλήρες και άθικτο ον, τουτέστιν ένα καλοθρεμμένο Εγώ που κραδαίνει το φάσγανο της πολεμοχαρούς του φύσης, δεν επικοινωνεί αλλά αγορεύει και άρχει μέσω του πανδαιμόνιου και σχιζοφρενικού εαυτού.

Η επικοινωνία είναι το όριο κάθε ανθρώπινης πράξης. Όντα που κρέμονται πάνω απ’ τα πηγάδια τους προσδοκώντας με το ροδάνι της σαρκικής επαφής να ξεδιψάσουν τα σπλάχνα τους. Να δροσίσουν το λαρύγγι τους με όλο τον ερωτικό οίστρο της μετέωρης γνωριμίας, να εκμηδενιστούν τόσο για να συναντήσουν τον άλλο.

Να αποσπάσουν απ’ το αλλότριο σώμα λυγμούς και υγρά με γεύση αιωνιότητας, ανακουφίζοντας την ύπουλη ορθοφροσύνη του πεπερασμένου βίου. Προσβλέποντας σε μια κάθαρση άκρως υλική, μακριά από λογής λογής καρκίνους και σαράκια.

Η χαρά και το γέλιο απαιτούν θυσίες. Πρέπει να βρεις το Θεό στην Ερωμένη σου. Σ’ αυτήν απευθύνεις το Ερώτημα της ζωής και του θανάτου, σ’ αυτήν γελάς όπως γελά το μωρό στη μάνα αντικατοπτρίζοντας τον ευλογημένο παγανισμό της χαράς. Του βίου που συναρτάται από στιγμές χαράς από οργασμούς. Εθισμούς εν χωρώ και εν χρόνω.

Βίος διττός ηλιόλουστος συντονίζοντας το αναιμικό Εγώ με το Όλον. Εγώ τώρα που γράφω εδώ και παίζω με σένα. Εσύ που με διαβάζεις και παίζεις με μένα. Οι μικροί θάνατοι χαράς που προσφέρει ο ένας στον άλλο παίζοντας με τα ένστικτα, ξέροντας πως το μεγάλο αναπόδραστο χαντάκι είναι μπροστά.

Εδώ ο ερωτισμός μας δεν είναι αναψυχή και ανώδυνη τέρψη αλλά θυσία και κατάλυση όλων των κατεστημένων μορφών υποταγής. Θυσιάζομαι και σου γράφω παραβιάζοντας τις απαγορεύσεις, έχοντας έτσι πλήρη πρόσβαση στη διακεκριμένη σφαίρα του ιερού. Δηλαδή στο κορμί σου.

Επισκέπτομαι το Σώμα σου όχι με την ιεροσυλία του τραμπούκου που κάνει εισβολή, αλλά με την αυθάδεια του ηδονιστή που θέλει να κοινωνήσει και να μεταλάβει την κοινή χαρά.

Πλάθω τον κόσμο με την αδέσμευτη ελευθερία που ξεδιπλώνουν οι ποιητικές συμβάσεις. Δεν είμαι ιερέας, μύστης, προφήτης, ιδρυτής θρησκείας ή κόμματος. Αναζητώ στη συνάντηση με τον Άλλο μια στάση ζωής που να μην εμπλέκεται με το δογματισμό κάποιου ιερατείου. Κι ας ξέρω πως προ του θανάτου θα μ’ εγκαταλείψουν όλοι αβοήθητο.

Αναλυτικός κατάλογος των κερατάδων

keratad

Ο Σάρλ Φουριέ απάντησε νωρίς στο ψευτοδίλημμα της Σορβόννης, πολιτισμός ή βαρβαρότητα. Για τον Φουριέ, ο πολιτισμός και η βαρβαρότητα είναι συνώνυμες έννοιες. Διαπίστωσε αυτός ο πιστός άπιστος, ότι στην κοινωνία της εποχής του κυριαρχούσε η αισχρή υποκρισία που εξευτέλιζε και διέσυρε τα ανθρώπινα αισθήματα, χωρίς να τιμά όπως της αξίζει, την αναγκαιότητα μιας σεξουαλικής υγιεινής.

Κατά τη γνώμη του ο ερωτισμός αλλά και τα λεγόμενα αγνά αισθήματα δεν είναι ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά.

Υποστηρίζει μέσα στο ουτοπικό του Σύμπαν ότι οι ηδονές είναι κρατική υπόθεση και ειδικό μέλημα της κοινωνικής πολιτικής. Κατά κάποιο τρόπο το κράτος του Φουριέ διακηρύσσει πως η σεξουαλική απελευθέρωση του κάθε ατόμου είναι απαραίτητη προϋπόθεση μιας καλύτερης συλλογικής και ατομικής πρακτικής του Έρωτα με την πνευματική έννοια του όρου.

Εδώ δεν υπάρχει αντίθεση αλλά συνέργια των ενστίκτων με τα αισθήματα. Ο θεός του Φουριέ απεχθάνεται την κάλπικη μονογαμία και την μίζερη συζυγική πίστη που περιχαρακώνουν εγωιστικά τον πόθο ανάμεσα σε δυο άτομα προτιμώντας ένα γενναιόδωρο μηχανισμό που διανέμει και πληθαίνει τις ηδονές μεταξύ των μελών του κοινοβίου.

Ο Σαρλ Φουριέ είχε τη φήμη αγαθού ονειροπόλου, αλλά οι ονειροπολήσεις του δεν είχαν τη μαγαρισμένη από δόγματα αθωότητα των θρησκειών. Έτσι η ουσία των γραπτών του έφερε σε αμηχανία τους μαθητές του σε τέτοιο βαθμό ώστε να προτιμήσουν από ντροπή να λογοκρίνουν τα έργα του δασκάλου τους.

Ο Προυντόν τον χαρακτήρισε θεοσεβούμενο πορνοκράτη, εκφράζοντας το σαρκασμό του, βλέποντας το θεμελιακό ρόλο που απέδιδε ο Φουριέ στις πιο αχαλίνωτες σχέσεις για την ευημερία της ανθρωπότητας.

Ο Φουριέ εφιστά την προσοχή μας σχετικά με τις ολέθριες συνέπειες αυτού που αποκαλεί παρεμπόδιση των παθών. Αρκετά πριν το Φρόιντ λοιπόν μιλά για απώθηση της λίμπιντο. Οι θέσεις του τον καθιστούν ιδιόμορφα περιθωριακό αλλά και επικίνδυνο για τα βρικολακιασμένες κοινωνικές νόρμες.

Ακόμα και σήμερα τα γραπτά του μυρίζουν μπαρούτι και σπέρμα. Ο Φουριέ έβαλε ένα μεγαλοπρεπέστατο κωλοδάχτυλο στους μπατάλικους βλοσυρούς φασίστες που επιβάλουν στους ανθρώπους φωτοστέφανα αγνότητας για να τους φορέσουν έπειτα τις χρυσοποίκιλτες αλυσίδες.

Ο Φουριέ έγραψε τον αναλυτικό κατάλογο των Κερατάδων. Των Κερατάδων που έχουν την εξουσία πετώντας ανθρώπους στον Καιάδα με τον πιο άκαρδο κυνισμό.

Ευλογίες

eylogies

Η εκκλησία διαθέτει έναν τσελεμεντέ διαστροφών προς χρήση του κατώτατου κλήρου και των εξομολογητών. Η εξομολόγηση είναι η πορνογραφία της εκκλησίας. Ο εξομολόγος εκτελεί χρέη πορνογράφου δια της μαιευτικής μεθόδου. Ο πιστός τα ξερνά όλα. Τα βγάζει από πάνω του για να μπορεί έπειτα καθαρότατος και αμόλυντος να τα επαναλάβει.

Ο κοινός παρανομαστής όλων των εξομολογήσεων είναι το ξαλάφρωμα. Ο εξομολογητής είναι ο ευσπλαχνικός απόπατος της ανθρώπινης ψυχής. Η εκκλησία κατάφερε να τρυπώσει στη σεξουαλική ζωή της καθολικής και ορθόδοξης χριστιανικής Δύσης, επιχειρώντας να μάθει όλα τα μυστικά της καθημερινής ιδιωτικής ζωής, προβάλλοντας αριστοτεχνικά την ιδέα του σαρκικού αμαρτήματος και το φόβο της αιώνιας καταδίκης.

Η ενοχοποίηση της ηδονής υπήρξε το πιο σπουδαίο όπλο της εξουσίας. Οι σύγχρονοι ψυχολόγοι που αντικατέστησαν τους εξομολόγους παπάδες στηρίχθηκαν στην τεράστια κληρονομία των συγγραμμάτων της εκκλησίας.

Ανδρόγυνα, που θέλουν να σώσουν το συζυγικό σκήνος από τη σκωληκόβρωτη μοίρα του, συνωστίζονται στο σαλονάκι του ψυχολόγου. Γονείς με παιδιά, που, τις ιδιαίτερες ικανότητές τους το συστημικό κατεστημένο της νέο-παιδαγωγικής ονόμασε μαθησιακές δυσκολίες.

Ομαδικές εξομολογήσεις όχι πλέον υπό τον πέλεκα της τιμωρίας αλλά υπό την σκέπη της συμβουλής και της καθοδήγησης το κόστος της οποίας είναι τσουχτερό.

Τον πορνογράφο εξομολογητή ιερέα αντικατέστησε ο σπουδαγμένος ψυχολόγος ασκώντας μιαν άκρως λογιστική διαχείριση του πόθου. Σε μια ακραία κοινωνική πραγματικότητα εκπόρνευσης της ίδιας της εργατικής δύναμης ο ψυχολόγος προσφέρει μια συναισθηματική ασπιρίνη για τον καρκίνο απ’ την κακοζωία, τουτέστιν την κακογαμία και τον στρατωνισμό της γνώσης, της εργασίας και της χαράς.

Ο άνθρωπος από ελεύθερο αναρχικό ον που γαμούσε από ευχαρίστηση και μόνο, κατάντησε μια μηχανή εκσπερμάτωσης όπου προγραμματικά με χάπια και ζήλο ιησουίτη κάνει το καθήκον του.

Βαλσαμωμένες ανάγκες αρματωμένες με την ψυχοσωτήρια λαχτάρα που προβάλει ο διαφημιστής. Άνθρωποι που εγκαταλείπουν λάθρα την κοινωνία δηλαδή τον εαυτό τους για να τρυπώσουν στο υπερφίαλο Εγώ. Άνθρωποι που ανά πάσα στιγμή επικοινωνούν με όλους αλλά χωρίς τους Άλλους. Χωρίς την παρουσία του Άλλου.

Απλωμένοι και δικτυωμένοι μέσα στο φετιχισμό της συνεχούς εξομολόγησης, προσπαθώντας να απαλύνουν το φιδοδαγκωμένο βίο. Σας δείχνω πως τρώω, πως κοιμάμαι, πως ξύνομαι. Σας επισυνάπτω κάθε στιγμή του βίου μου. Σας δείχνω το Εγώ μου. Θέλω να πουληθώ και θέλω να με αγοράστε. Θέλω να σας αρέσω. Θέλω μόνο να αρέσω σε πιο πολλούς.

Περί Αυνανισμού και Χειραντλήσεως

abnan

στον Κυριάκο

Στη Βίβλο ο ίδιος ο Θεός καταδικάζει τον αυνανισμό. Βεβαίως ο αυνανισμός έχει κάποιες ομοιότητες με την αυτοϊκανοποίηση δηλαδή με την απώλεια σπέρματος. Η ιστορία όμως του δημοφιλούς Αυνάν είναι κάθε άλλο παρά μια ιστορία μαλακίας.

Ο Αυνάν, παιδί του Ιούδα είχε την υποχρέωση μετά το θάνατο του μεγάλου του αδερφού να αποκαταστήσει και να γονιμοποιήσει την κουνιάδα του. Πρόκειται για τον νόμο της ανδραδελφογαμίας, λίαν δεδομένο στη λεκάνη της Μεσογείου. Αφού καλαφατίσει την κουνιάδα και τη γονιμοποιήσει ο καρπός της σχέσης θεωρείται παιδί του αποθανόντος αδερφού.

Ο Αυνάν γνωρίζοντας το νόμο και προσπαθώντας να τη σκαπουλάρει, αφού δεν έχει διάθεση να κάνει παιδί που δεν του ανήκει, αποσύρεται τη στιγμή της κορύφωσης, κατά τα σημερινά λεγόμενα δηλαδή πράττει διακοπή συνουσίας. Γεγονός που δυσαρέστησε το θεό ο οποίος φιλεύσπλαχνος τον τιμώρησε με θάνατο.

Γνωρίζοντας αυτή τη δραματική αφήγηση και το τι έχει τραβήξει η οικογένεια του Ιούδα από την οικογένεια του θεού μπορεί κάποιος να καταλάβει την τεράστια διαφορά ανάμεσα στον αυνανισμό και στη μαλακία.

Η δίωξη της μαλακίας άρχισε περί τα τέλη του 18ου αιώνα με πρωτοστάτες τους θρησκόληπτους γιατρούς, οι οποίοι κατέστειλαν τον πόθο, κατέπνιξαν την ηδονή και σκότωσαν τον έρωτα. Η καταστολή υπήρξε ανελέητη αφού ο βραχίονας του θεού όπλιζε τότε τους πρόθυμους παιδαγωγούς να ξεδιπλώσουν τα ταλέντα τους.

Οι μέθοδοι θεραπείας του μοναχικού αυτού αμαρτήματος υπήρξαν θρυλικές. Ηρεμιστική, ψυκτικά, αντισπασμωδικά, βδέλλες στα γεννητικά όργανα, φάσκιωμα σφιχτό, κρίκος με αντι-στυτικά καρφιά στο πέος, ηλεκτροθεραπεία, χειρουργική επέμβαση, ευνουχισμός, κλειτοριδεκτομή, καυτηριασμός με πυρωμένο σίδερο, τομή γεννητικών νεύρων.

Όσο όμως πολεμούσαν τη μαλακία αυτή ανακτούσε καθημερινά νέες δυνάμεις. Οι σαδιστές κληρικοί, δάσκαλοι και γονείς πήραν κάποια στιγμή χαμπάρι πως η μαλακία δεν κόβεται και πως ακόμα και ο ίδιος ο θεός δεν την καταδικάζει αφού άλλο ο αυνανισμός και άλλο η μαλακία.

Ο Ντιντερό μίλησε γι’ αυτό το γλυκό και ευχάριστο πράγμα και βεβαίως οι συνειδήσεις των ανθρώπων παλεύουν ακόμα να απαλλαγούν από το αίσθημα ενοχής, αφού η μαλακία είναι φυσική, υγιής, χρήσιμη, ευεργετική, τονωτική.

Οι επαναστάσεις εναντίον της εξουσίας αποκατέστησαν τη μαλακία και της έδωσαν ξανά τους τίτλους ευγενείας της και το χαμένο της γόητρο. Βεβαίως στις θεοκρατικές κοινωνίες της Δύσης η μαλακία είναι βρισιά και παρότι ολόκληρος ο πληθυσμός μαλακίζεται, με πρωτοστάτες τους κληρικούς, ο μαλάκας θεωρείται κατάπτυστο ον. Και μάλιστα πολλοί ξεστομίζουν την αφελή κουβέντα: Μα καλά μας περνάνε για μαλάκες; Φυσικά καλοί μου άνθρωποι, αφού είμαστε μαλάκες εκ γενετής και ουχί εκ πεποιθήσεως.

boz

Δόντια Χρυσά

dontia

Οι τσιγγάνοι πιστεύουν πως έχει κανείς την υποχρέωση να λέει την αλήθεια μόνο στη γλώσσα του. Στη γλώσσα του εχθρού, το ψέμα είναι υπεραρκετό. Στον δικό μας εχθρικό πολιτισμό το ψέμα είναι αναγκαία συνθήκη επιβίωσης. Λέμε ψέματα στον εχθρό μας για να γλιστρήσουμε και να του ξεφύγουμε.

Ένας κακοποιός λέει ψέματα στην γλώσσα της αστυνομίας, δηλαδή στον εχθρό του για να πέσει στα μαλακά. Ένας μαθητής λέει ψέματα στη γλώσσα του δασκάλου του για να μην τιμωρηθεί.

Ο εχθρός μας είναι πάντα πιο δυνατός από μας. Ο εχθρός μας κρατάει όπλα, βέργες, τουφέκια. Λέμε ψέματα στον δυνατό εχθρό μας. Εμείς είμαστε οι αδύναμοι και γι’ αυτό οι ψεύτες. Ο δυνατός εχθρός μας όμως δεν έχει ανάγκη τα ψέματα. Λέει μόνο αλήθειες. Και η μεγαλύτερη απαίτησή του είναι πως θέλει να κάνουμε κι εμείς το ίδιο. Και γι’ αυτό μας αλυσοδένει με μνημόνια και συνθήκες και συμβόλαια και υπογραφές.

Ο δυνατός δεν υπεκφεύγει, σου λέει στα ίσα πως πιστεύει στην εκμετάλλευση και στον ανταγωνισμό. Δηλαδή στην ελεύθερη αγορά και στη λύσσα. Ο δυνατός εχθρός μου μού λέει κάθε μέρα πόσο πρέπει να δουλεύω για να φάω και πόσο πρέπει να σκέφτομαι και τι πρέπει να σκέφτομαι για να είμαι ασφαλής και ασφαλισμένος. Αυτός μού επιβάλει ανάγκες και ωράρια. Εγώ δεν έχω επιλογή. Πρέπει να φέρω εις πέρας την οχτάωρη μισθωτή σκλαβιά μου για να του προσφέρω υπεραξία.

Η λούφα τιμωρείται. Η ανάγκη μου για τεμπελιά και για ξύσιμο με οδηγεί στην απόλυση και στην ένδεια. Στην πείνα και τη φτώχια. Οι ανυπάκουοι πληθυσμοί πρέπει να εξοντωθούν κι αυτό ο εχθρός μου το διαλαλεί καθημερινώς από παντού.

Ο εχθρός μου μιλάει στη γλώσσα μου λέγοντας την αλήθεια. Ο εχθρός μου κάνει τη δουλειά του κι εγώ τη δική μου. Επινοώ ψέματα για να επιβιώσω και να περάσω καλά. Το ψέμα είναι ιερό όταν αγαπάει τη ζωή και τις χαρές της. Όμως το ψέμα μεταξύ φίλων είναι κακή πουστιά. Και οι τσιγγάνοι δεν συγχωρούν κακές πουστιές μεταξύ τους.

Γι’ αυτό οι πλάνητες και τα ρεμάλια αυτού του κόσμου έχουν μεταξύ τους μιαν απίστευτη αλληλεγγύη βασισμένη στην κοινή ζωή. Γι’ αυτό οι τσιγγάνοι είναι τρισευτυχισμένοι. Διότι ο μόνος ηθικός τους σκοπός είναι πρώτα η επιβίωση και μετά η χαρά της ζωής.

Στ’ αρχίδια τους το πλάνο της εταιρίας και οι σπουδές των παιδιών. Στα παπάρια τους η ιδιοκτησία και οι καλοί τρόποι. Αυτοί ξέρουν χωρίς να έχουν διαβάσει τα τσιτάτα του Μαρξ, πως η ιδιοκτησία είναι κλοπή. Και πως η μόνη ιδιοκτησία τους είναι το κορμί τους. Και πως έχει κανείς την υποχρέωση να λέει την αλήθεια μόνο στη γλώσσα του. Στη γλώσσα του εχθρού, το ψέμα είναι υπεραρκετό.

Ιδεοληπτικές νεοπλασίες

ideol

Μέσα στο ποίημα δεν υπάρχουν ιδέες, μα όταν αυτές βιαίως εμφιλοχωρούν είναι τόσο εχθρικές μεταξύ τους που μέχρι το τέλος του ποιήματος η μια θα σκοτώσει την άλλη κι αυτή που θα καταφέρει να βγει ζωντανή θα βρεθεί κάποια στιγμή δολοφονημένη σε κάποιο χαντάκι απ’ τον πατήρ της.

Οι ποιητές που δεν διαθέτουν εργαλεία μετρήσεως για την ισορροπία των ιδεών και των συνειρμών μέσα στο παραλήρημα θα γίνουν κριτικοί ή λογοτέχνες β διαλογής της εταιρίας λογοτεχνών. Θα χρησιμοποιούν άνω τελείες και υπογεγραμμένες επιτρεπτές ασέλγειες κάτω απ’ τον σφριγηλό κώλο του ωμέγα, δείχνοντας ότι έχουν πάει πανεπιστήμιο ή ότι έχουν μεταπτυχιακό στη δημιουργική γραφή.

Μέσα στο ποίημα υπάρχει ο πανταχού παρόν σεξουαλικός πίθηκος, αυτός ο πρόγονος κάθε ανάγκης για εκμυστηρεύσεις. Αυτός ο ευφυής μάστορας της προπατορικής Αρετής κι όχι της προπατορικής Αμαρτίας. Αυτός που με όλη του τη Δαρβινική αυθάδεια κομπορρημονεί και πλασάρει τον οίστρο του εις φιλήδονες παρειές για να συνευρεθεί και να ξεθεωθεί και να πέσει να κοιμηθεί ευχαριστημένος και χορτασμένος.

Όσοι ποιητές ανακαλύπτουν τον πρόγονο σεξουαλικό τους πίθηκο νωρίς γράφουν ποιήματα που διαβάζονται και ποιήματα που αναστατώνουν. Εάν δεν προκαλείς αναστάτωση να ανησυχείς. Εάν δεν προκαλείς αντιδράσεις να στενοχωριέσαι και να κλαίς και να οδύρεσαι και να ψάχνεσαι. Εάν το όποιο γραπτούλι σου δεν είναι το αντίπαλον δέος της ιστορίας, που, ως επί το πλείστων είναι η ιστορία των εγκλημάτων και των παραλογισμών και των συμφορών της ανθρωπότητας τότε ασχολήσου με τη μπάλα.

Και να ξέρεις πως η ποίηση είναι λαϊκή τέχνη. Φτηνή. Όχι φτηνιάρικη. Θέλει μόνο χαρτί και μολύβι ή οθόνη και πληκτρολόγιο. Κι όχι εκδότες και Νόμπελ και ένα τσούρμο αφηνιασμένους αγριόχοιρους της πόζας.

Και να λες Ζήτω για την υπέρλαμπρη Γιουγκοσλάβα οσία Μαρίνα Αμπράμοβιτς η οποία χάραξε με ξυράφι την κοιλιά της γράφοντας το ποίημα της. Διανθίζοντας τα πανανθρώπινα κανιβαλικά επιτεύγματα με το ματωμένο άστρο της θηλυκής κοιλιάς. Με τη μήτρα που γεννά αιωνίως το καλό και το κακό, μέσα στην άρρητη ανοιχτοσύνη που γονιμοποίησαν οι θύελλες της προϊστορίας.

Γράψτε το ποίημα σας τώρα δυτικοί γορίλες, γνωσιοθεωρητικοί και γνωσιοκεντρικοί, να το διαβάσουν τα εναργή σαρκοβόρα, που κρύβουν το φαλλό τους κάτω απ’ το χαλάκι του νοικοκυριού, χοροστατούντος του αρχιεπισκόπου πολιτικής ορθότητας και του συμβούλου ωφελίμων αναγνωσμάτων και του κολποφύλακα δημοδιδάσκαλου του Κράτους.

Ραγκουτσάρια και ψωλές

org

Γιορτάζω και ξεφαντώνω. Κάθε εορταστικό ξεφάντωμα είναι ένα εν δυνάμει όργιο. Αυτή η περισσή εκ φύσεως οργιαστική πλευρά του εαυτού μας κι αυτή η ενέργεια που απαραίτητα πρέπει να δαπανηθεί. Στη βάση κάθε συλλογικότητας υπάρχει ένας σαρκικός ιστός ως αποτέλεσμα της διαρκούς αναρχικής αύξησης της όρεξης των αισθήσεων, των πόθων και των φαντασιώσεων.

Πρέπει να κάψουμε το ενεργειακό πλεόνασμα. Κι εκεί είναι η μαγκιά, καίγοντας το πλεόνασμα να μην καούμε. Να μην μας μείνουν κουσούρια και αναπηρίες. Μη μας πλακώσει ο μαύρος ουρανός και ο δηλητηριώδης ίλιγγος. Πρέπει στο όργιο οι αισθήσεις να αγρυπνούν και να μην πασαλείβονται με ευσπλαχνική μέθη και ασύστολο ξεκώλιασμα.

Δυστυχώς τα όργια του σήμερα βρίσκονται μακριά απ’ το πνεύμα των διονυσιακών, ινδουιστικών και ταντρικών οργίων. Περνώντας απ’ τον αρχαίο χαρωπό και ζωτικό πληθυντικό στον σημερινό ξενέρωτο και καταθλιπτικό ενικό η έννοια του οργίου έχει καταρρακωθεί και παρεξηγηθεί έως παρεξηγήσεως.

Από την ανοδική τείνουσα προς μια απελευθερωτική υπέρβαση η έννοια του οργίου έχει διολισθήσει προς τη διαφθορά. Ο εφοπλιστής κάνει όργια με κόκα και ρωσίδες συνοδεία πολιτικών και δημοσιογράφων πραιτόρων. Η κοσμική ζωή και ο πλούτος απαιτεί το όργιο που υπαγορεύει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Η υπεραξία θέλει την παρτούζα της κι ο δημιουργικός επιχειρηματίας το πληρωμένο μουνί.

Εδώ η φθορά γίνεται κατακλυσμός και έρεβος. Οι κατώτερες τάξεις μέσα στο όργιο της βιοπάλης και στα κρεματόρια της ανάπτυξης του κεφαλαίου σφιχτοδεμένοι στη μονογαμία τους από τη μια κι απ’ την άλλη οι κύριοι καπιταλιστές στα χρυσοποίκιλτα κότερα να παίζουν μακριά γαϊδούρα σαν καυλωμένοι δεσποτάδες.

Όλες οι μονοθεϊστικές θρησκείες κήρυξαν μιαν αντίληψη περί πνευματικότητας θεμελιωμένη στην καταστολή κάθε φιληδονίας, ενοχοποιώντας τη σάρκα, την πρώτη ύλη του προπατορικού αμαρτήματος. Ο προφήτης Ηλίας και ο Μωυσής έσφαξαν τους ιερείς του Βαάλ και εξόντωσαν τους λάτρεις του Χρυσού Μόσχου.

Σήμερα ο τακτοποιημένος αστός θα ξεπέσει στο όργιο για να απαλύνει τις στερήσεις του. Και βεβαίως ο λαός έχει επινοήσει τις μασκαρεμένες γιορτές για να γιορτάζει το Βάκχο. Δηλαδή την ψυχή του και την ψίχα του. Τις γιορτές των γαιδάρων και τις γιορτές των τρελών, περιφέροντας αντί για επιτάφιο μια τεράστια ψωλή.

Εκδιωγμένοι από τις πολιτισμικές πρακτικές της υποκρισίας και της ψευτοκουλτούρας οι Σάτυροι, οι Βάκχες και άλλα αφροδισιακά πλάσματα της ειδωλολατρικής αρχαιότητας δεν σταμάτησαν ποτέ να επισκέπτονται τη φαντασία της χριστιανικής Δύσης. Να γίνονται κακοί λογισμοί και δαίμονες, χορευτές μέσα στον αιώνιο κύκλο του οργίου και μέσα στο ανθισμένο σύμπαν του οργασμού.

Γλέντια

Art-Ft

Η αγάπη φυτρώνει πάνω στις πληγές κι εξανεμίζει τότε στις πέντε άκρες του σύμπαντος αυτό το πανίσχυρο «φύσημα» που καιροφυλαχτεί σαν κακός αέρας μέσα σε κάθε ζωή.

Χωρίς πληγές και χωρίς βαρβάρους είμαστε πάντα λειψοί. Είμαστε λίγοι. Τόσο λίγοι που δεν υπάρχουμε. Οι πληγές και οι βαρβαρότητες είναι έργα ανθρώπων. Δηλαδή δικά μας. Πληγώσαμε κάποτε και υπήρξαμε βάρβαροι για λίγο ή για πολύ. Με ένταση και σθένος ή ξέπνοα και γραφειοκρατικά για τις ανάγκες της υπηρεσίας.

Είμαστε όντα της βίας αλλά και όντα της αγάπης. Ζούμε απ’ τις συγκρούσεις και μας ζουν οι συγκρούσεις. Ερχόμαστε μέσα στα αίματα και φεύγουμε καθαροί και αμόλυντοι. Άδειοι. Είμαστε τα μαμόθρεφτα αρχιδοπιάσματα του μπαμπά μας. Είμαστε το φως που καταλάμπει πάνω απ’ τους νεκρούς προγόνους αρμαθιάζοντας μνήμες αγαπημένων που πέρασαν κι έλιωσαν στην παγερή αιωνιότητα.

Αγαπημένοι νεκροί που θα πλυθούν τα κόκαλά τους με κρασί και θα φυλαχτούν στο κυβισμένο οστεοφυλάκιο του Κράτους. Στο χώρο με τους σταυρούς και τα κυπαρίσσια. Εκεί που η αγάπη είναι άδολη και οι πληγές θερισμένες απ’ την κόσα της φθοράς.

Χαίρομαι που θα πεθάνω, τόσο που θέλω να ζήσω. Χαίρομαι που θα με φάνε τα σκουλήκια, τόσο που θέλω να ζήσω. Καυλώνω όταν σκέφτομαι πως σε εκατό χρόνια από τώρα δεν θα υπάρχει τίποτε από μένα, τόσο που θέλω να ζήσω. Και θέλω να αγαπώ περισσότερο, πάντα σεσημασμένος και ύποπτος, γιατί η αγάπη δίχως κανόνες και όρια, εκκλησίες και έθνη, είναι ύποπτη και επικίνδυνη.

Και θέλω να ξύνω λίγο λίγο απ’ το πετσί μου τη βάρβαρη Φύση μου. Δε θέλω να πολεμήσω αν με καλέσουν να πολεμήσω και δε θέλω να βιάσω αν με κεράσουν οι φίλοι μου βιασμό. Τίποτε δεν θέλω να αφήσω όπως το βρήκα. Θέλω να διαπράξω τη μεγαλύτερη ασέβεια. Να αγαπήσω δίχως όρους και ψιλά γράμματα. Δίχως αποκλειστικότητες και συμβόλαια.

Γιατί η αγάπη είναι η ασέβεια των μηδαμινών απέναντι στη βαρβαρότητα των ισχυρών. Όλοι αυτοί οι αντιήρωες που ασεβούν αγαπώντας ουσιαστικά και παθιασμένα μέσα στο νοσηρό βόθρο της δυτικής κυριαρχίας χαρακτηρίζονται από αγνότητα κινήτρων και περιβάλλονται από ένα φωτοστέφανο εκτυφλωτικής και κυνικής αθωότητας.

Είναι προικισμένοι με την αρχέγονη σοφία των παιδιών και των ζώων. Είναι οι τρελοί του χωριού της παγκοσμιοποιημένης μαλακίας και του σκουπιδαριού. Είναι οι αποσυνάγωγοι αυτού του κόσμου που κάποια στιγμή θα χέσουν στα σαλόνια της πρώτης θέσης και θα σκουπίσουν τον κώλο τους με τις δοξασμένες σημαίες των κρατών. Εδώ αρχίζουν τα έργα της Αγάπης. Τα όργια. Ο οργασμός. Εδώ αρχίζουν τα γλέντια μαγαρισμένε κόσμε.

Love Poems

love poems

Όλες οι γλώσσες είναι μια γλώσσα. Κι ας μην ξέρω όλες τις γλώσσες του κόσμου μπορώ να επικοινωνήσω και να καταλάβω. Μπορώ να νιώσω και μπορώ να θυμώσω. Μπορώ να καυλώσω στα γερμανικά, στα γαλλικά ή στα δανέζικα. Δεν μπορώ να γράψω όμως σε άλλη γλώσσα. Δεν μπορώ να γράψω ένα ποίημα στα ισπανικά ή ένα σονέτο στα τούρκικα.

Το μυαλό σκέφτεται πάντα σε μια γλώσσα όταν θέλει να σωματοποιήσει το Λόγο και να κάνει Τέχνη, δηλαδή μια μουτζούρα στην επικοινωνία και στην πολιτική ορθότητα των καλών τρόπων της κυρίαρχης ιδεολογίας, που είναι μόνο κέρδος και ζουμί απ’ την κότα και ζουμί απ’ τον εργάτη και ζουμί απ’ τον πρόσφυγα και ζουμί απ’ την κακοποιημένη γυναίκα που τη γαμεί ο αρχοντοχωριάτης αστός με τα λεφτά του.

Τα παιδάκια που μαθαίνουν γλώσσες για να κάνουν σπουδές στα οικονομικά και στο ξεπάστρεμα πληθυσμών δεν μπορούν να γράψουν ένα ποίημα της προκοπής. Θα μυρίζει το ποίημα τους μούχλα και εταιρία και αποσμητικό χώρου και σάλια για βραβείο.

Πολλοί καλοί ποιητές προσπάθησαν να γράψουν στα αγγλικά γιατί γνώριζαν καλά αγγλικά μα δεν τα κατάφεραν. Σκάλωσαν και στο ρυθμό και στην ένταση και στις λέξεις που δεν υπήρχαν στις πρώτες μνήμες της παιδικής τους ηλικίας και στον κόρφο της μάνας τους. Η γραφή της ποίησης είναι παρέκκλιση και κατάπτωση του Λόγου. Η γραφή της ποίησης είναι αμάρτημα και αμαρτάνουμε πάντα στη μητρική μας γλώσσα. Γράφουμε πάνω στην άμμο με τη βακτηρία της μαμάς. Με τη βέργα που μας έδειξε τον κόσμο και τη βέργα που μας μάτωσε τα κωλομέρια.

Όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς αυτοί δηλαδή που δεν καταλαβαίνουν Χριστό και τα ξερνάνε όλα, γράφουν στη μητρική τους γλώσσα. Αυτό που το Λακανικό αξίωμα λέει πως το υποσυνείδητο είναι καμωμένο σαν μια γλώσσα. Κι η γλώσσα είναι πρωτίστως ιδέες και μνήμες και όχι λέξεις στη σειρά. Στρατιωτάκια για τον πόλεμο ρητορικών αγώνων και πολιτικής σαγήνης.

Οι σαγηνευτές ομιλούν. Μπορούν να μάθουν πολλές γλώσσες και να σαγηνεύσουν πολλούς που το έχουν ανάγκη. Οι ποιητές όμως αγαπούν και η αγάπη είναι η πιο ιερή τέχνη. Θέλει τους μαστόρους της. Θέλει το καρδιοχτύπι της μανούλας και τις σατανικές λεπτομέρειες της περασμένης ζωής. Του περιβάλλοντος των ανθρώπων και των ζώων. Θέλει την εξοχή και την πόλη που μεγάλωσες. Θέλει τις πληγές και τα λουλούδια που μύρισες.

Η ποίηση είναι παγκόσμια γιατί πρωτίστως είναι τοπική. Δεν γράφεται για να καταναλωθεί αλλά γράφεται για να γίνει ζωή και βίωμα. Κι ίσως ο πιο σπουδαίος λόγος που αντέχουν τόσες γλώσσες μέσα σ’ αυτό το πολυφωνικό ανθρώπινο συνεχές είναι η Ποίηση. Κι αν πάψει η Ποίηση είναι σίγουρο πως θα υπάρξει μόνο μια γλώσσα. Κανονιστική και ποιμενική μέσα στο παγκοσμιοποιημένο μαντρί. Εργαλειακή φτηνή εύκολη στεγνή. Δίχως τα υγρά της ανθρώπινης περιπέτειας.

Ακαταπαύστως

tarand

Δεν υπάρχει φύση νεκρή και νεκρές φύσεις. Η φύση είναι πάντα ζωντανή, ολοζώντανη. Ο άνθρωπος δεν είναι φύση. Είναι κομματάκι φύσης. Απειροελάχιστο τεμάχιο μασκαρεμένο φύση. Όλοι οι μύθοι περί νεκρής φύσης είναι κατασκευάσματα της συντεχνίας των θεολόγων.

Κανένα ξεφτέρι των κατηχητικών δεν μπορεί να καταλάβει και δεν μπορεί να νιώσει αυτό που υποψιθυρίζει η νύχτα με όλα της τα άστρα. Με όλους τους άπειρους ήλιους της και τα απολέμητα σκοτάδια της.

Ο άνθρωπος πεθαίνει και ο άνθρωπος κάποτε θα πεθάνει δια παντός. Η φύση όμως δεν πεθαίνει ποτέ. Ο Χρόνος δεν σταματά ποτέ. Ο Χρόνος θα υπάρχει και μετά τα ρολόγια. Αλλά ο άνθρωπος, αυτό το συνονθύλευμα αστρικής ύλης δεν λέει να το καταλάβει.

Ο άνθρωπος σκέφτεται το θάνατο. Είμαι άνθρωπος. Σκέφτομαι το θάνατο άρα υπάρχω. Είμαι ον τραγικό διότι η φύση μου έδωσε την αίσθηση του χρόνου και της φθοράς. Μετράω τη φθορά μου, την πολεμάω αλλά η φθορά είναι πιο δυνατή, γιατί η φθορά μου είναι το δυνάμωμα της φύσης και η φύση είναι αιώνια δηλαδή παντοδύναμη.

Η φύση δεν περνάει κρίση ταυτότητας ούτε μπορεί να της φορέσει ζουρλομανδύα ο παπάς και χειροπέδες ο χωροφύλακας. Νομίζω δηλαδή παραμυθιάζομαι, πως, πολεμάω τη φθορά λύνοντας τα αινίγματα της φύσης, δημιουργώντας απ’ τις πέτρες τσιμέντο κι απ’ την άμμο πυρέξ. Φτιάχνοντας πυραύλους, αυτοκίνητα και ποιήματα. Φτιάχνοντας στρατούς και πορνοταινίες. Σνιφάροντας κόκα και ρουφώντας αλκοόλ.

Εγώ ο άνθρωπος για να βγάλω απ’ το μυαλό μου το θάνατο χτίζω πολιτισμό, ναούς και νεκροταφεία. Σκοτώνω καίω μισώ. Αγαπάω και ξανά αγαπάω. Κάθομαι στ’ αυγά μου ή τα κάνω επάνω μου. Φοβάμαι διαρκώς. Ο φόβος είναι η Αχίλλειος πτέρνα μου.

Όταν ο Αχιλλέας θυμίζει στη μάνα του ότι τον γέννησε μινυνθάδιο και παραπονιέται σα γαλιάντρα, αυτό δε δηλώνει μετάνοια για το δώρο της ζωής αλλά απελπισία μαύρη και άραχλη για το τέλος. Το οριστικό τέλος.

Σκέπτομαι το φόβο άρα υπάρχω και ζω και καβλώνω. Γιατί η ζωή είναι η μόνη καύλα που απομένει στο θνητό. Σ’ εμένα το θνητό που βγάζω ξύγκι απ’ τις λέξεις γιατί δε μπορώ να νικήσω τα θάνατο. Γιατί βλέπω να πεθαίνουν και να λιώνουν γύρω μου αλλά η Φύση να μην παίρνει χαμπάρι.

Η Φύση δεν πονά για το χαμό μας. Η φύση βρίσκεται διαρκώς σε μιαν άφθαρτη πληρότητα. Αγνοεί τι σημαίνει πάροδος και διαδοχή. Πόνος και νομικές υποθέσεις. Χηρεία ή αυτοχειρία. Η φύση είναι αγράμματη και αμόρφωτη, μακριά από νόστο ή ελπίδα, διάγει βίο αιώνιας ισχύος. Και ζει απ’ τη φθορά των κομματιών της. Από σάρκες και μαύρες τρύπες και λευκούς νάνους και ερυθρούς γίγαντες.

Πρωινός εκκλησιασμός

proinek

έρχομαι πρωί και σου φορώ τα κόκκινα αθλητικά παπούτσια
καπελάκι φορεμένο ανάποδα
σε κοιτώ και σε χαίρομαι
μου μιλάς και μου λες
λέξεις που αρχίζουν από Ε και Δ
Έρωτας Δέρμα Δάχτυλα Ελάφι
όμορφο σκουρόχρωμο ροδάκινο
διαμάντι από θησαυρό που βρήκα και τώρα είν’ δικός μου
που ξόδεψα για σένα μια ζωή να σε μυρίζω
να ψάχνω επίθετα
σηκώνοντας τη μουσκεμένη φούστα
κοιτάζοντας το θόλο τ’ ουρανού
ο πιο βυζαντινός εγώ
ο πιο εσπερινός
πρώτο στασίδι η γύμνια μου
αλητήρια
έτοιμη για μεταλαβιά
ο αναβάτης ο φαλλός ο φρενιασμένος
ρίγος ολόκληρος
ν’ αναρουφάει τη λαλιά του εις τα έγκατα
να περιμένει να εισβάλει στον αγύριστο χαμό
κάπου βαθιά εκεί στο μέσα σου
στα κέλευθα υγρά
ξέροντας πως υπάρχει ένα μυαλό ξυράφι εκεί
έτοιμο για σφαγή
για μιαν ολοαίματη στυγνή Ορθοδοξία
όλο σπασμούς και εν υψίστοις
και μπρούμυτη και παρά θιν’ αλός
όλο της Κίρκης τα γουρούνια
να ξεμπουκάρουνε νυμφομανή δια παντός
τρέχοντας για αντίδωρο στη ζοφερή κανίστρα

Γράμμα στα κορίτσια

gramma

στον Σταύρο Τσιώλη 

Είναι 12 τα μεσάνυχτα, κορίτσια. Ξέρετε που βρίσκεται η κλειτορίδα σας; Ξέρετε πως εσείς και μόνον εσείς διαθέτετε το μόνο όργανο στο ανθρώπινο σώμα που η αποκλειστική του λειτουργία είναι η ηδονή; Ξέρετε ή δεν ξέρετε; Πιστεύετε τα κατηχητικά και τους γιατρούς ή τη Φύση; Ψάχνετε γαμπρό και νοικοκύρη για αναπαραγωγή και συντροφιά στα αστικά βοσκοτόπια ή ψάχνεται εραστές; Ψάχνεται τον πρίγκιπα ή ψάχνεται τον ιπποκόμο των οργασμών σας;

Κορίτσια που περάσατε από δω οι καθηγητές μου έλεγαν πάντα πως αν βγάλω το σχολείο θα είναι θαύμα! Ήμουν ένας αμελής και θρασύς μαθητής. Στα βιβλία μου σχεδίαζα γυναίκες με φτερά και πουλιά αιχμάλωτα που ροκάνιζαν αργά τα χάλκινα κάγκελα του κλουβιού τους. Κι εγώ ροκάνιζα αργά τα κάγκελα του κλουβιού μου.

Κορόιδευα το δάσκαλο των θρησκευτικών που τον θεωρούσα τον πιο μαλάκα δυστυχισμένο άνθρωπο του κόσμου. Του έλεγα πως είμαι εγώ ο θεός και πως τα ξέρω όλα και πως μπορώ να κάνω τους ανθρώπους να μιλάνε απ’ τον κώλο τους και τα πουλιά να βλαστημάνε.

Κορίτσια που περάσατε από εδώ, σας λέω πως εγώ υπήρχα από πάντα μες στο απέραντο κενό. Μόνος και μικροσκοπικός σαν τη μύγα μες στο γάλα. Σαν την καλαμιά στον κάμπο.

Κορίτσια που περάσατε από δω εγώ έφτιαξα τη θάλασσα για να κάνω μπάνιο, τον ήλιο για να μαυρίζω και το σούρουπο για να μελαγχολώ. Εγώ έφτιαξα τα δάση και τα βουνά, τις αρκούδες και τους λύκους, τις αλεπούδες και τα κουνάβια. Το φεγγάρι για να ρεμβάζω και τη νύχτα για να ονειρεύομαι.

Όμως κορίτσια όλα αυτά χωρίς εσάς είναι θάμνοι και τσουκνίδες κι εφιάλτες. Είναι νιφάδες στα ερείπια και θλίψη. Κορίτσια που περάσατε από δω κι άγνωστες ωραίες γυναίκες στα μεταμεσονύχτια όνειρά μας, εσείς υπήρξατε το πιο σπουδαίο μου δημιούργημα.

Εσάς έπλαθα πόρο με πόρο στο βαρετό σχολείο της παιδικής μου ηλικίας. Εσάς λατρεύω τώρα εδώ, που περνάτε μέσα απ’ την παλίρροια της μοναχικής μου μέρας. Μάγισσες που γιατρεύετε τα κορμάκια με τη μαγική λέξη «σ’ αγαπώ». Εσάς πλάθω ακόμα με την ηδονική αυθάδεια του δημιουργού και τον άδολο λυρισμό του τελευταίου κατοίκου της γης.

Κορίτσια που περάσατε από δω, Αγίες στο μεγάλο εικονοστάσι των ποιητών που υπήρξαν όλοι καυλωμένοι θεοί, που σας τραγούδησαν και σας γράψαν επιστολές και σας άφησαν σημειώματα αυτοχειρίας στους καθρέφτες.

Κορίτσια αγαπήστε το Σώμα σας, δείξτε στοργή στην κλειτορίδα σας. Εσείς είστε το κέντρο του κόσμου που έχει χάσει το κέντρο του. Που έχει χάσει εσάς. Τα ζουμιά του.

Βιβλιοφιλίες

bibl

Ο λόγος είναι αυτός που μπορεί να μας οδηγήσει σαν πυξίδα πιο κοντά στις επιθυμίες μας. Ο λόγος είναι η αργή και βασανιστική μεταμόρφωση της μοίρας σε πεπρωμένο. Είναι μιαν επανάσταση σχεδόν βιολογική, έξω απ’ την αστική εγωτική κοινωνία και τη δραματικότητά της.

Ο φυλακισμένος έχει το λόγο μέχρι να του κόψουν τη γλώσσα. Ο ερωτευμένος έχει το λόγο μέχρι να χώσει τη γλώσσα του στο μουνί της αγαπημένης του. Η καυλωμένη γυναίκα έχει το λόγο που φτάνει στον σπαραγμό και στον εύχαρι πόνο. Ο επαναστάτης έχει για όπλο το λόγο αντλώντας απ’ τις πληγές και τις καμπούρες του κόσμου το δυναμίτη που θα βάλει στα θεμέλια της συνήθειας και της υποταγής.

Ο άνθρωπος είναι ένα μοναδικό μυθολογικό ζώο. Κάθε άνθρωπος όμως γίνεται άνθρωπος αποκτώντας καρδιά, φύλο και φαντασία, χάρη στο θρόισμα του λόγου, στο καλειδοσκόπιο των εικόνων του λόγου που τον περιβάλουν από μικρό παιδί στην κούνια και τον συνοδεύουν μέχρι το υγρό παραπέτασμα.

Ο λόγος είναι μυθικός. Κι εδώ είναι η μαγεία του. Να στήνει μύθους. Ένα οικοδόμημα με πολλά πατώματα όπου παιδιά και γέροντες, άντρες και γυναίκες, σκαρφαλώνουν για να συναντήσουν τον Άλλον. Ο λόγος είναι αυτός που μέσω του μύθου θα ενώσει δυο εραστές θα χτίσει φιλίες και θα γονιμοποιήσει καταστροφές.

Ο λόγος είναι πέρα απ’ το καλό και το κακό. Το όμορφο και το άσχημο. Τους πονηρούς λογοτέχνες και τους φθονερούς σαγηνευτές. Ο λόγος είναι ο αρχαίος μυστικός μοχλός που κατεβάζει την ξύλινη πόρτα γεφυρώνοντας την τάφρο και το χάσμα, ανοίγοντας συγχρόνως την πύλη του κάστρου και του κόσμου.

Εν αρχή δεν είναι ο λόγος, αλλά η ανάγκη για κοινή ζωή. Κοινή ζωή δια του λόγου. Κοινότητα ένωσης και αγάπης. Κοινότητα καύλας και ηδονής. Γράφω ποιήματα και γράφω λίβελους. Περιγράφω πειράματα στο εργαστήριο και ερωτικές σκηνές στο κρεβάτι. Πολεμάω με τ’ ακροδάχτυλα απ’ το γραφείο μου ή γράφω με το στυλό στο χαρτί, αυτά τα πανάρχαια φονικά όπλα.

Γράφω για να μπουσουλήσω στον κόσμο. Για να χωθώ κάτω από τραπέζια και να κρυφακούσω την ώρα του φαγητού. Για να χωθώ κάτω από κρεβάτια και να κρυφακούσω την ώρα του οργασμού. Για να μυρίσω τον ιδρώτα του πλησίον και να σαρκώσω το μέγα θαύμα της ζωής. Σαν την κοπέλα που εξερευνά με το καθρεφτάκι το αιδοίο της. Στρώσεις μέσα σε στρώσεις που ανοίγουν σε άλλες στρώσεις. Ένα μυστηριώδες συμβάν του οποίου οι πτυχές αρχίζουν να ξεδιπλώνονται. Πανάρχαιο και σαγηνευτικό, σαν ανθόκηπος. Λόγος, λόγια, λογάκια, λαλιά.

Άσμα του Ουρανού

hester scheurwater bl&wh (36)

χαρισμένο εις Hester Scheurwater

Χαϊδευτικά με λεν πουτίγκα
και μου χαϊδεύουν το πουτί.
Με λεν ιερόδουλη Κιμώλου
με λεν Μαρία Μαγδαληνή.

Σπάω στις πέτρες μύγδαλα
προσεύχομαι γυμνή. Ξέρω
πως βγάζουν το ψωμί τους
οι διαβόλοι. Ξέρω οι Φράγκοι

πως, με γδύνουν με τα μάτια
πως με γαμούν γλυκά οι
Οθωμανοί. Πως γράφουνε οι
Έλληνες ποιήματα για μένα.

Ωδές. Λάφυρες λέξεις πως
γαυγίζουν τ’ αγριόσκυλα
στα σκέλια μου. Πολιορκίες
παρθενιές και χωροφύλακες.

Πάντα υπερφίαλη και πάντα
Αθηναία. Μια λύκαινα της Αττικής
από αφρό και ξύγκι. Εταίρα
πουτανάκι των σοφών. Δασιά

μελαχρινή, όλο φυσίγγια
οργασμούς. Υγρότατη πάντα
αχνιστή, καθώς οσμίζομαι
μυαλά και όρχεις Αθηναίων.

Καθώς οσμίζομαι μυδράλιο
φαλλό. Λύσσα ιερομόναχη
μπρούμυτα ανεμίζοντας το
όμικρον. Τον ανοιγμένο μου

αχινό, μπρούμυτα περιμένοντας
τη λέξη Μυρμιδόνες. Μια στρατιά
αρσενικών για να μπουκάρουνε
στο σχήμα μου. Εκεί που ορθάνοιχτη

αιμοβόρα, περιμένω το ουρλιαχτό
της ηδονής. Το αλφάδι του θανάτου.

Οι γυναίκες που αγαπιούνται

gunio

Η λογοτεχνία διαβάζεται με τα μάτια. Όλα τα υπέροχα πράγματα τα διαβάζω με τα μάτια. Οι εραστές διαβάζουν την ομορφιά με τα μάτια κι έπειτα κλείνουν τα μάτια για να την αποστηθίσουν. Θέλουν σιωπή για να παραδοθούν στις τρέχουσες μέριμνες του έρωτα.

Κοιτώ σημαίνει χαίρομαι και καυλώνω. Κι ο χαρούμενος καυλωμένος άνθρωπος έχει μια δικαιολογημένη προπέτεια. Είναι αυθάδης, ηδονίζεται με τον εαυτό του. Όταν διαβάζω το βιβλίο που μου αρέσει ηδονίζομαι. Όταν βλέπω να ξεδιπλώνεται το ποίημα που γράφω ηδονίζομαι δυο φορές. Όταν σε βλέπω να αγριεύεις αναγνώστη απ’ το ποίημα μου χύνω. Τα κάνω πάνω μου. Γεμίζω υγρά και ζουμιά. Μέλια.

Όποιος δεν έχει μάτια να δει αγρεύει μονίμως μνήμη και μνήμες. Τελεί μνημόσυνα και κηδείες. Και ξανά μνημόσυνα και ξανά κηδείες. Λυπάται πάντα, βραδυβάμων και απρόθυμος, χωρίς αναζήτηση και χωρίς περιέργεια. Η λύπη μας βουλιάζει ενώ η χαρά τα βρίσκει όλα γύρω της και στην ανάγκη τα μεταμορφώνει και τα χαροποιεί.

Πάντα κοντά μας υπάρχει ένα αθέατο πλάσμα που κρατάει την κοιλιά του από τα γέλια βλέποντας τα καμώματά μας. Είμαστε όντα γελοία και τραγικά. Όντα που πιστεύουν σε ηλίθια θαύματα και βλοσυρούς θεούς χωρίς να βλέπουν το μέγα θαύμα που διαδραματίζεται αδιάκοπα γύρω μας. Είμαστε άνθρωποι κι αυτό είναι όλο.

Διαβάζουμε με τα μάτια τη θεία ιλαρότητα των πραγμάτων και των προσώπων. Χαιρόμαστε και προχωράμε. Η χαρά είναι μεταβολή, ωρίμανση, αλλαγή. Η χαρά είναι η κλειτορίδα της γονιμοποιού φθοράς. Θέλει γλείψιμο και αφοσίωση. Δεν θέλει πιστούς και στρατιώτες.

Χαίρομαι τώρα και γελάω με τον εαυτό μου. Μυθολογώ ακαταπαύστως το πεπρωμένο μου. Ξηλώνω τους παλιούς μύθους που εγίναν ψαλίδια για τσουτσούνες και φτιάχνω καινούργιους. Γράφω το ποίημα μου και το διαβάζω και το διαβάζεις και το σαρκώνω ώστε να μυρίζει ιδρώτα ή αέρα του βουνού, αφήνοντάς το έκθετο στην εσχατιά της πιο αδιάκριτης αναγνωστικής γυμνότητας.

Μυρίζω την αγαπημένη μου και τις αγαπημένες μου. Διαβάζω τις μυρουδιές τους και σκύβω ανάμεσα στα μπούτια τους. Μυρίζω ακτινίδιο και ψαρίλα. Πρωινή δροσιά και υγρή μούχλα. Μυρίζω σπράιτ και άρωμα Παλόμα Πικάσσο. Μυρίζω ξύδι και νερό και μεταλαβιά. Μυρίζω παράδεισο και βρεγμένα σκουπίδια. Μυρίζω ροδάκινο και χώμα.

Σκύβω ανάμεσα στα μπούτια σου και μυρίζω τον κόσμο. Σε διαβάζω πατόκορφα Ζωή. Θηλυκή ύπαρξη. Χώνω τη μουσούδα μου στα σκέλια σου. Εγώ ο Σκύλος ο θνητός. Ο εν γένει αδύναμος και ο εν δυνάμει θεϊκός.

Κουραδοκόφτες

kompio

Αν θες να αποφύγεις τη γελιοποίηση θα πρέπει πρώτα να την ασπασθείς. Το χιούμορ υπήρξε πάντα η κατάρα των λεγόμενων και φερόμενων ως σοβαρών δημιουργών, που, μονοσήμαντα και ερασμιακά αποθέωσαν το ψυχοπλάκωμα. Ο πόνος αρκετών καλλιτεχνών υπήρξε πλαστός και δυσκοίλιος. Πόνος που πουλήθηκε ακριβά στους ευσπλαχνικούς και φιλότεχνους πλουτοκράτες.

Πόνος και κραυγές και επιθανάτια τραγουδάκια ενός πληγωμένου κύκνου που σπαρταρούσε ανάμεσα στους λατρευτούς μηρούς μιας πλουσίας κυρίας, συζύγου εφοπλιστού ή βιομηχάνου, η οποία φιλότεχνος ούσα, αγόραζε μαζί με τα τελάρα και την ψυχή του δημιουργού.

Ακροκέραμα, μπεκάτσες και τσουτσούνες από αγγελάκια στόλισαν τα βελούδινα και πλουμιστά σαλονάκια, σιγοντάροντας το άσεμνο μουρμουρητό του πλούτου που δεν έχει τι να κάνει τα πλούτη του. Του πλούτου που γαμεί και δέρνει επί οχταώρου το ηρωικό προλεταριάτο για να βγάλει απ’ τη μύγα ζεστό ξύγκι.

Νεόπλουτοι που με την πρώτη ηλιαχτίδα καλοζωίας αγόρασαν Μυταρά και Φασιανό. Πέντε εκατομμύρια δολάρια για την κουρούνα που ξεσπυρίζει ένα καλαμπόκι βγαλμένο απ’ το μουνί της Μαρίας Αντουανέτας. Σαράντα εκατομμύρια ευρώ για τη μάχη στο Βατερλό και τη μάχη στα Γαυγάμηλα, εκεί όπου η βροντή των πυροβολαρχιών με το άσεμνο σχήμα των κανονιών τους στεφάνωνε τα κορμάκια των λαών στα λασπερά χαρακώματα.

Μαικήνες και χρηματιστήρια. Βιομηχανία του θεάματος και ουράνιος μηχανική των σαστισμένων ψυχών. Το νικηφόρο τραγούδι του Μαικήνα. Μακριά από εκεί όπου εγώ βρίσκω ζωτικότητα και χυμούς. Μακριά απ’ τις λέξεις και τα βογγητά, αλλά εκεί στα υπερώα όπου ανθεί η σοβαροφάνεια και τα φουλάρια.

Η τέχνη δεν πουλιέται και δεν αγοράζεται. Ένα παιδί που ζωγραφίζει δεν κάνει τέχνη για να την πουλήσει. Ένας ποιητής δε γράφει ποιήματα για να βγάλει λεφτά. Ένας αληθινός άνθρωπος δεν είναι καλός και δεν κάνει καλές πράξεις για να πάει στον παράδεισο των παπάδων. Δυο κορμιά που αγκαλιάζονται δεν αγκαλιάζονται για να τα κονομήσουν.

Ο κόσμος είναι αυτός που είναι και δεν χρειάζεται απ’ την κορφή ως τα νύχια να μυρίζει ροδοπέταλα. Μην προσπαθείτε να διακοσμήσετε τον κόσμο. Μην πιστεύετε τη γλυκερή ποίηση που θέλει το μουνί να μυρίζει ροδοπέταλα. Το μουνί μυρίζει μουνί, σύντροφοι και συντρόφισσες, γραφειοκράτες της καπιταλιστικής μηχανής και δάσκαλοι του μεταμοντέρνου μεσαίωνα.

Μην προσπαθείτε να κάνετε όλο τον κόσμο να μυρίζει αποσμητικό τουαλέτας και εξωτικό κήπο. Μην κάνετε κολπικά ντους στα δημιουργήματά σας με άρωμα βροχής, λουλουδιών ή βατόμουρου. Αμήν.

Θείον Βρέφος

virgin

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι δεν έγιναν δάσκαλοι ποτέ. Δεν δίδαξαν ούτε μιαν αράδα και δεν κράτησαν λογιστικά βιβλία σε φροντιστήρια. Δεν ύψωσαν το δάχτυλο για να τρυπώσουν τη φωνή τους στο μη κυρίαρχο εγκεφαλικό ημισφαίριο των υποψήφιων αφοσιωμένων οπαδών τους.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι έγιναν ψαράδες και βοσκοί. Μελισσοκόμοι και αγρότες.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι δεν είναι χωμένοι ως το μουνί μέσα στα σκατά. Δεν γλείφουν το αμερικάνικο όνειρο και τον ευρωπαϊκό κλιματιζόμενο εφιάλτη. Δεν είναι παιδιά του φασίστα και του κεφαλαιοκράτη. Δεν είναι τέκνα του Αδόλφου και του Ροκφέλερ. Δεν είναι όλα αυτά τα ψυχρά και ύπουλα φανταράκια που ψηφίζουν νόμους.

Δεν κλείστηκαν σε υπόγεια για να μαραζώσουν και να γράψουν καταθλιπτικά σονέτα. Δεν έγιναν αντικομουνιστές απ’ το υπερώο ρετιρέ τους και περιστασιακοί αριστεροί για να βγάλουν φράγκα. Οι σπουδαίοι δάσκαλοι δεν έγιναν τσιράκια της πολιτικής ορθότητας. Δεν χάρισαν την κωλοτρυπίδα τους στο Κράτος.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι δεν άφησαν την μπουρζουαζία να τους γαργαλάει τ’ αρχίδια αλλά τα χαμομηλάκια του αγρού. Οι σπουδαίοι δάσκαλοι δεν είχαν ποτέ μαθητές και στρατιώτες. Δεν έβαλαν ποτέ στο βρακί τους παπάδες και παρδαλούς διαφωτιστές της μιας και μοναδικής άποψης.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι πολεμούν το Θείον Βρέφος που ξεγέννησε ο Χίτλερ, αυτό που έγινε μάνατζερ και ανθρωποδιορθωτής και μελιστάλαχτος υπερασπιστής δικαιωμάτων. Αυτό που έγινε ηγέτης και αρχηγός. Αυτό το υπερκόσμιο βρέφος που μπουσουλάει ανάμεσά μας, κυριευμένο από ένα τόσο τερατώδες και βαθύ μίσος για το ανθρώπινο είδος που ποθεί να το εκφυλίσει και να το διαφθείρει σε τέτοιο βαθμό ώστε να το καταστήσει αγνώριστο.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι πολεμούν την εξουσία μαζεύοντας χόρτα και ζυμώνοντας ψωμί. Δεν χρειάζονται στέφανα και σύμφωνα συμβίωσης για να αγκαλιάσουν και ν’ αγκαλιαστούν.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι πολεμούν το Θείον Βρέφος που γέννησε ο πόλεμος και τρύπωσε μέσα στα θλιβερά κοινοβούλια της Ευρώπης. Οι σπουδαίοι δάσκαλοι πολεμούν τη λαιμαργία και τις σημαίες των Κρατών. Τα διαβατήρια και τα ανήλιαγα διαμερίσματα. Τα κελιά των μικροαστών και τα ενδιαιτήματα της ματαιοδοξίας.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι που ξέρω δεν πάνε εκδρομές και δε χαρίζουν δώρα. Αγκαλιάζουν τον εραστή τους σ’ ένα ντιβάνι. Αγαπούν μόνο.

Victoria Secret

apollonia

Μυρουδιές από εχθρούς και φίλους. Μυρουδιές από ποιήματα και παιδική ηλικία. Σκυλιά και γάτες που οριοθετούν την κυριότητα της κτήσης τους κατουρώντας. Θαμμένες τρούφες που μυρίζουν σαν ξαναμμένοι χοίροι προσκαλώντας τα θηλυκά γουρούνια για ζευγάρωμα. Χημικά ερεθίσματα, οσμές απ’ τους αστρικούς βάλτους της προϊστορίας.

Αρσενικά και θηλυκά, μέσα στην ανεπαίσθητη και αφροδισιακή κοσμογονία, περιμένουν το ζευγάρωμα. Τον αλληλοσπαραγμό. Μυρμήγκια που βρίσκουν το δρόμο τους για τα ψίχουλα. Μέλισσες εργάτριες, χρήσιμες αποδοτικές υπηρέτριες. Σφήκες και τερμίτες δεμένα από έναν αόρατο σπάγκο οσμών στρατευμένα στη συλλογική εργασία και την άμυνα. Ορμόνες των θηλυκών.

Σωματικές διακηρύξεις. Έτοιμες δεσιές για τα φαλλικά μελτέμια. Μιαν αυτοκρατορία επιθυμιών και πόθων. Καλέσματα για γάμους μέσα στον πελώριο ερωτικό αντιδραστήρα του σύμπαντος. Ένα κύκλοτρο που το γυρνά η απαράγραπτη νύξη της χαράς.

Με τις μυρουδιές σου χαίρομαι και καυλώνω. Με πολιορκείς και σε πολιορκώ. Σε μυρίζω και με μυρίζεις εκεί στο δέλτα της ποιητικής κοίτης και της θάλασσας του οργασμού. Ακατάσχετοι και οι δύο προκαλώντας χτυποκάρδια και υγρά. Μια ζέστα απ’ τα έγκατα, μια σπερματική πλημμυρίδα παραδομένη στην ενεδρεύουσα τυχαιότητα.

Εντομολόγοι και στοργικοί πατεράδες που έχουν κλεισμένα θηλυκά στο κλουβί. Αρσενικά που χτυπιούνται πάνω στα κάγκελα του κλουβιού και πάνω στα παραθυρόφυλλα, παρασυρμένα από μυρουδιές και ορμονικά σήματα. Πλάσματα μαγεμένα απ’ το φλάουτο κάποιου αόρατου αυλητή.

Οι ξελογιάστρες του Μεσαίωνα που έβαζαν καθαρισμένα μήλα στις μασχάλες τους μέχρι να ποτιστεί απ’ τον ιδρώτα τους, για να το προσφέρουν στους εραστές τους. Αγόρια και κορίτσια που χαϊδεύουν τα τρυφερά τους αιδοία πλησιάζοντας τα δάχτυλα στα ρουθούνια.

Παράγοντας καύσιμη ύλη και σπινθήρες χαράς μέσα στο καζάνι του κορμιού. Εκεί που βράζουν όλα τα εκρηκτικά και αρχέγονα αισθήματα. Η οργή, ο πόθος, ο φόβος. Πρόγονοι και απόγονοι εις σάρκαν μία. Μέσα στα δίχτυα των οσμών. Έτοιμοι για μετάληψη μετά τις υπερούσιες μάχες και τον υπαρξιακό σπασμό.

Ο Ναπολέων μετά τη μάχη στο Μαρένγκο που στέλνει μήνυμα στην καυλωμένη Ιωσηφίνα: «Επιστρέφω σε τρεις μέρες. Μην πλυθείς»

Jouir son entraves

amor-amo

Περάστε, περάστε κυρίες και κύριοι.
Φέρτε τα παιδιά σας τα σκυλιά και
τις γάτες σας. Φέρτε τις γίδες και τις
μαλλιαρές σας μαϊμούδες. Φέρτε
την ηδονή, τη βαρβαρότητα και τη
μελαγχολία. Φέρτε τη σάρκα και τα
οστά των προγόνων σας. Την ερωτική
ανεμελιά και τη σαγήνη. Τον Καλιγούλα
και τη Μεσσαλίνα. Φέρτε τη Λυσιστράτη
του Αριστοφάνη και την Αφροδίτη
του Πιέρ Λουίς. Ουρλιάξτε εκείνο το
jouir son entraves εκείνο το ηδονίζεσθαι
ανεμπόδιστα. Εγγραφείτε συνδρομητές
σε δρομολόγια γλώσσας, σε ίσκιους
και μασχάλες ανηφορικές. Εγγραφείτε
συνδρομητές γλουτών. Επισκεφτείτε
το σύνορο της σπονδυλικής στήλης
με το υπερπέραν. Του λυρισμού το
τριφύλλι που το βοσκάν μονόφθαλμες
ψυχούλες. Τον άγουρο επεκτατισμό
του πρώτου φιλιού. Περάστε να σφαδάξετε.
Να χορτάσετε ήττα και παράσιτα. Ζουμιά
να στραγγίξετε από εσώρουχα λάβαρα.
Ελάτε να φάτε να πιείτε και να χορέψετε.
Αξίζει τον κόπο να γεννηθείτε. Να γίνεται
αγρίμια ληστές κακοποιοί. Αξίζει να
δοκιμάσετε ζεστό ζυμωτό ψωμί. Αξίζει
να κλέψετε ζεστό ζυμωτό ψωμί. Να
κλέψετε ελιές ξιδάτες. Να κλέψετε
βυζάκια κοριτσιών απ’ τις αφίσες.
Ελάτε να μαζέψετε μαργαρίτες και
φαλλικά λουλουδάκια. Ελάτε να διαβάσετε
τα ερωτικά της Mansour την επηρμένη
κλητική του θηλυκού. Τα δάχτυλα
περίστροφα στον κόλπο της. Ελάτε να
διαβάσετε εφημερίδες και να λύσετε
σταυρόλεξα. Ελάτε να λυσσάξετε
και να ξεβρακωθείτε. Ελάτε να
περπατήσετε στο χιόνι και να
βουλιάξετε στη μούτελι. Ελάτε
να αλείψετε το κορμί σας λάσπη.
Ελάτε στα ιαματικά λουτρά του Καϊάφα
και στα λουτρά της Ωραίας Ελένης.
Στην Αγία Τριάδα Μεσολογγίου, ελάτε
στην Αιδηψό και στην Υπάτη. Ελάτε
να γίνεται γριές και γέροι. Παλαβοί
ποιητές, οσποδάροι, μαχαιρωμένες
καρδούλες. Ελάτε να βγάλετε το άχτι σας
και μετά ψοφήστε δια παντός και
αμετάκλητα. Περάστε κυρίες και κύριοι,
εσείς, βρέφη ματωμένα απ’ τα σπλάχνα της μαμάς.

Γεωμετρικός Τόπος

geomtop

Ο δάσκαλος μού μιλάει. Ο δάσκαλος ξύνει τη μύτη του. Είμαι αφηρημένος. Ο δάσκαλος μου απευθύνει το λόγο. Χαμογελάει σαρκαστικά. Είναι ο δεσμοφύλακας υπηρεσίας. Βαριέμαι όπως βαριέται και ο δάσκαλος. Βαριέμαι όπως βαριούνται κι αυτά τα θλιβερά μαθητούδια δίπλα μου. Νυσταγμένοι και φοβισμένοι καλπάζουμε ο καθένας για το δικό του πρωινό Σύμπαν.

Ο δάσκαλος κάνει το χρέος του. Τον θαυμάζω και τον μισώ. Έξω βλέπω τον ήλιο σε παροξυσμό. Θέλω να βγω στον ήλιο μα δεν επιτρέπεται. Σχεδόν με παίρνει ο ύπνος και σχεδόν ο δάσκαλος ουρλιάζει μες στ’ αυτιά μου. Τι εστί γεωμετρικός τόπος.

Νιώθω το χέρι του να μ’ ακουμπάει στον ώμο. Γυρίζω και τον κοιτώ στραβά. Ο δάσκαλος στέκεται εκεί, δίπλα μου, μ’ εκείνη την αταραξία της εξουσίας. Εγώ μάλλον του φαίνομαι κατσούφικος και μακρινός, σα να ξαναβρίσκω τις αισθήσεις μου ύστερα από ένα γερό χτύπημα στο κεφάλι. Τι εστί γεωμετρικός τόπος.

Ο δάσκαλος ρωτά ξανά και ξανά. Θέλει να μάθει από μένα. Θέλει να μου αποσπάσει μια λέξη. Μιαν ομολογία. Μα όλα όσο διδάχτηκα τα έχω ξεχάσει. Ο δάσκαλος ουρλιάζει δυνατά. Οι συμμαθητές μου ουρλιάζουν σιωπηλά. Με κοιτούν σα να με λυπούνται. Στον αέρα σβησμένοι ήχοι μακρινής πόλης κι έξω ο ήλιος.

Ο δάσκαλος προχωρά προς την έδρα. Ανεβαίνει στο βάθρο του εκεί όπου βουτάνε όλοι και χάνονται. Μέσα στα σύννεφα από ασβέστη και μαύρο ουρανό. Γραμμές από κιμωλία λευκές κι ένας θεός που φτιάχνει με τα δάχτυλα τον κόσμο. Ένας βαριεστημένος θεός. Ένας θεατρίνος. Ένας παντογνώστης με αλευρωμένα δάχτυλα που βγάζει απ’ το καπέλο του κύκλους και τετράγωνα και αριθμούς.

Homo Sapiens όλοι, κι εγώ ένας απ’ αυτούς. Με τη σπουδαία φήμη του καθυστερημένου που υφαίνω υπογείως και κοπιαστικά. Μέρα με την ημέρα κοιτάζοντας τον ήλιο και τα δέντρα. Κοιτάζοντας τους περαστικούς που γλίτωσαν απ’ τα δόντια του δασκάλου. Κοιτάζοντας τη μάγισσα που, οπλισμένη με τη σκούπα της, έξω στην ελευθερία, μας καθαρίζει τις βρομιές.

Κοιτάζω απ’ το παράθυρο πάντα, μα το βλέμμα του δασκάλου με καταδιώκει. Τι εστί γεωμετρικός τόπος. Ξανά και ξανά, βασανιστικά. Δεν απαντώ. Πεινάω. Νυστάζω. Θέλω να φύγω, να βγω έξω. Η κλίκα των συμμαθητών μου γελάει το ίδιο σαρκαστικά με το δάσκαλο, πιο σκληρή και πιο περιφρονητική απ’ αυτόν. Αγριεμένοι και νευριασμένοι μουρμουρίζουν πικρόχολα μες απ’ τα δόντια τους.

Με το ένα μάτι μου ονειρεύομαι. Βουτώ ολόκληρος μες στο μελάνι και γράφω ανούσια πράγματα. Η φαντασία μου μόνο. Ξέφρενη και τρελή. Τεθλασμένη. Τι εστί γεωμετρικός τόπος; Εγώ, φωνάζω. Εγώ είμαι ο γεωμετρικός τόπος. Εγώ! Ο δάσκαλος τώρα με κοιτά συνοφρυωμένος. Αποφασίζει να με αφήσει στην τεμπελιά μου, την πλήξη μου και τα βουλιμικά μου όνειρα.

Φίλιον Σκότος

skotos

Όταν δυο σώματα μένουν γυμνά και τα δάχτυλα και οι γλώσσες και οι σχισμές και τα μπούτια γίνονται Ένα, όλο οσμές, σάλια και λαιμαργία, τότε βροντοφωνάζουν ένα Όχι στην υποτιθέμενη αγνότητα. Όχι στο γάμο και στο βιασμό. Όχι στον ψεύτικο έρωτα και στο θεό που τιμωρεί. Όχι στην αστυνομία, όχι στα γεράματα που έρχονται, όχι στις παλιές ελπίδες και στους επερχόμενους πόθους, όχι σε ότι είναι μπλε μωρουδίστικο και τρυφερό πλαστικό όνειρο και φόβος αμπαρωμένος σε χρυσοποίκιλτες σκλαβιές.

Όταν δυο σώματα μένουν γυμνά και κλείνουν τα μάτια αγκαλιασμένα, αποκτούν την πιο δυνατή όραση. Σ’ έναν κόσμο τυφλών που ξοδεύει την τυφλή του ζωή μέσα στην τύφλωση είναι οι καταραμένοι οραματιστές που βλέπουν με τα μάτια των αγγέλων και των διαβόλων. Είναι οι εραστές που βλέπουν τη χαρά και τη φρίκη της ζωής ως την πιο απόκρυφη λεπτομέρεια.

Είναι οι ποιητές που έχουν βρει το ρυθμό, τυλιγμένοι μες την λαχτάρα για Αθανασία, έχοντας τον πιο βαθύρριζο πόθο. Να ξεφύγουν απ’ το Χρόνο. Δηλαδή απ’ τη φθορά και το θάνατο. Απ’ το λιώσιμο και τις στάχτες.

Είναι οι ποιητές που έχουν συνδέσει το Είναι τους, μαγικά και αλαφροΐσκιωτα, με το φάσμα της αιώνιας νιότης. Είναι οι αρχαίοι κλέφτες και οι πρωτόπλαστοι κακοποιοί που κατακτούν την ελευθερία τους μέσα από πολύτιμες και ποικίλες παραβάσεις. Είναι υλιστές συνεπαρμένοι από μεταφυσικό οίστρο. Μαγειρεύουν μέσα στα καζάνια τους σπέρμα. Το πιο δαιμονικό υλικό του σύμπαντος, έχοντας στα βυζιά και στα αιδοία τους τον αβυσσαλέο ίλιγγο της παρουσίας του Άλλου.

Είναι τα κορμιά που αναζητούν το Παν, που αποφεύγουν τις αναμνήσεις και προτιμούν τη νιότη. Είναι τα κορμιά που θα χαρούν την πιο θριαμβευτική μουσική κι έπειτα θα σπάσουν το βιολί του έρωτα πάνω στα βράχια. Είναι τα κορμιά που θα κυλίσουν με όλη την τολμηρή τους αυθάδεια στους νέους έρωτες. Στα νέα περιβόλια. Που θα ρουφήξουν τις μυρουδιές της νύχτας άπληστα. Που θα διάγουν ερωτικό βίο θεσπέσιας ισχύος και ομορφιάς.

Κοκόρια αποκεφαλισμένα μέσα στο παραλήρημα, τρέχοντας και αλαλάζοντας, όλο άγαρμπες δυνατές ανάσες, χύνοντας μέλλον και παρελθόν μέσα στο αιώνιο εκστατικό παρόν. Πάνω στον αφαλό ή μέσα στο μελιχρό σκοτάδι της μήτρας. Στα ριζώματα και στους μοχλούς του σύμπαντος. Αβέρτα χύνοντας. Αβέρτα, δίνοντας πνοή και πνεύμα ηλιόλουστο που δε γνωρίζει θάνατο και σήψη.

Σχετικά με τον Φραντς

kafka-art-of-bug

μίλησε για αρπαχτικά ζώα
κυρίως για τον αρπαχτικό Εαυτό
μασούσε τα ψωμάκια του κάθε πρωί
κι έτρωγε τη σαλάτα του σε ξύλινο πιάτο
μπερδεύοντας τους βιογράφους του
σαν ένας όμορφος νεαρός πρίγκιπας
αυτός ο υπάλληλος στην αυστριακή εταιρία υδάτων
ονόματι Κάφκα

I see you

iseeyou

Το Σώμα μας παρακολουθεί και παρακολουθείται. Τόσο ηγεμονικά αινιγματικό και τόσο μοναχικά φιλήδονο επιδιώκει τη συνάντηση με το άλλο Σώμα. Την αγκαλιά και τα παθιασμένα φιλιά. Τα γλωσσόφιλα και τις δαγκωματιές. Προσμετρώντας σε κάθε δευτερόλεπτο πάθους την αδηφάγο δαπάνη των εκκρίσεων.

Κάθε επαφή παράγει υγρά. Χημικές διεργασίες και πρόσφορα λογάκια. Το δέρμα έχει τον πρώτο λόγο. Η εξωτερική μας στοιβάδα. Αυτή η ύλη που περιβάλει το υποκείμενο. Που χωρίζει το εντός και το εκτός με τρόπο ζωντανό και πορώδη. Αυτό το περιτύλιγμα που ενσαρκώνει το ξεχωριστό άτομο. Ένα τοπίο μοναδικό. Ένα παλίμψηστο από όλα τα ίχνη της προσωπικής διαδρομής.

Σημάδια από καψίματα, ουλές και τραύματα, ενθύμια εγχειρίσεων και εμβολιασμών, κατάγματα και χαραγμένα σημάδια. Η αληθινή μας ταυτότητα. Το διαβατήριό μας. Το δέρμα μας. Ο σεισμογράφος της προσωπικής μας ιστορίας.

Αγγίζω την επιδερμίδα σου και σε διαβάζω. Σε στιγμές μοναξιάς και μόνωσης χαϊδεύομαι. Πάλι στο δέρμα καταφεύγω. Στην επιφάνεια που είναι συνάμα και βάθος εαυτού. Η πρώτη ύλη που ενσαρκώνει την εσωτερικότητα. Η επιφάνεια εγγραφής κάθε αίσθησης και κάθε επαφής.

Το δέρμα μας είναι το ναρκισσιστικό περίβλημα που μας προστατεύει απ’ την ενδεχόμενη διατάραξη της σχέσης μας με τον κόσμο. Η σχέση μας με τον κόσμο είναι ζήτημα δέρματος. Εδώ θα εγγραφεί το ερωτικό κάλεσμα. Πάνω σ’ αυτό τον καμβά θα προσθέσουμε μακιγιάζ, κοσμήματα, τατουάζ.

Εδώ πάνω στο δέρμα μας θα ξεσπάσουν οι εξουσίες και η εφαρμοσμένη διαστροφή της θεοκρατίας. Περιτομή, εκτομή, ακρωτηριασμός, τρυπήματα. Εδώ μονίμως εκτεθειμένα στα βλέμματα των άλλων, τα σημάδια όλων των αρετών και όλων των εγκλημάτων. Μια γυναίκα που ο νταβατζής της, της κεντά τα αρχικά του επάνω στο δέρμα. Ο γάμος που απαιτεί σημάδεμα, αλλοτρίωση και οικειοποίηση από τον Άλλο.

Η εικαστική χειρουργική που μοσχεύει τέχνη στο ανθρώπινο σώμα. Ερωτικές αφιερώσεις, εκφράσεις στοργής, δηλώσεις ανυπακοής, εσταυρωμένοι και γυμνές κοπέλες, στιλέτα, πέταλα, σταυροί. Πόνος απ’ τη βελόνα και το υποδόριο φαρμάκι που μεταποιεί το δέρμα. Σημάδι εκκεντρικότητας. Ένας τρόπος δήλωσης μιας κάποιας ζαβολιάρικης κοινωνικότητας. Ένα αριστείο αντοχής στον πόνο, που επιδεικνύουμε στους άλλους.

Το δέρμα εδώ, περιγράφει μια ρομαντική ιστορία έρωτα και πίστης, που η ζωή αναλαμβάνει να διαψεύσει οδυνηρά.

Εγώ ο Μινώταυρος

Pablo-Picasso-Minotauro

Όταν ανακαλύπτω όλο αυτό το ακαθοδήγητο αντάρτικο μέσα μου και κοντοστέκομαι με όψη απόλυτης συντριβής και σύγχυσης, μπροστά στις στροφές στροφάλων τόσης ποιητικής ύλης, νιώθω το γαργάλημα στις πατούσες και το γουργουρητό στα σπλάχνα. Ολόκληρη η μηχανή από φλέβες, αιμοσφαίρια και συκώτια μένει άγρυπνη και μετράει με τα δάχτυλα ανάγκες, απολαύσεις, αδυναμίες.

Και βεβαίως δε νιώθω λογοτέχνης, άκαυλος σαν το μαρούλι και ευνούχος μολυσμένος απ’ το φτηνό ιδεαλισμό της ακαδημαϊκής γραφειοκρατίας, απ’ την ανακατωσούρα και τη βιασύνη. Θέλω να ζω αργά τη γιορτή της σποράς και τη γιορτή του θερισμού και τη γιορτή της τεμπελιάς.

Είμαι κάτοικος των ζεστών και αρχαίων Μεσογειακών χωρών, που είναι γεμάτες ελαιώνες, αμπέλια και κυπαρίσσια. Πετρώδεις χώρες του ήλιου, παραθαλάσσιες και τραγικές. Χώρες με αρνιά και πρόβατα και λαμπρότατα θανατικά.

Είμαι ο αρχαίος άνθρωπος και ο καυλωμένος βοσκός σμιλεμένος από λόγια, ιστορίες και παραμύθια. Με την ψυχοσωτήρια λαχτάρα μου πλάθω κούκλες και σκιάχτρα και ήρωες ενώ σκέπτομαι την Αθανασία. Έχω τη βαθειά ανάγκη να μεταμορφώσω και να μεταμορφωθώ. Να γίνω ο Μινώταυρος.

Να γίνω τρυφερός, άγριος και φιλήδονος. Γεμάτος ανθρώπινα συναισθήματα αλλά και κτηνώδεις παρορμήσεις. Να βγάλω τον ποιητικό σπασμό της Φύσης που ζευγαρώνει. Όταν είμαι τυφλωμένος ή πληγωμένος. Όταν νιώθω οίκτο ή όταν πονώ. Όταν ξεκοιλιάζω ένα άλογο ή όταν νιώθω φρίκη. Όταν σκύβω πάνω απ’ το κορμί της κοιμισμένης κοπέλας χαϊδεύοντάς τη χωρίς να την ξυπνώ, νιώθοντας εκείνο το σκίρτημα της παροδικής αρχέγονης τρυφερότητας.

Όταν φυλακισμένος πια στο λαβύρινθό μου δεν είμαι ούτε ζωντανός, ούτε νεκρός, αλλά οδηγημένος στο αιώνιο και οριστικό μου κατάλυμα. Σκορπισμένος σε όλα τα πλάσματα. Μέσα στις νεότευκτες τρυφερές σάρκες που καταβρόχθισε το πάθος μου για ζωή, περιφέροντας την αθέατη πανταχού παρουσία μου. Πανάρχαιος και προομηρικός, σώζοντας το ανθρώπινο σκήνος απ’ τη σκωληκόβρωτη μοίρα του.

Εγώ ο Μινώταυρος, το εμφύλιο λάφυρο, πρόσφορος πάντα στην εγκαρδιότητα και στην ευσπλαχνία των ανθρώπων του μέλλοντος. Στα ρητά χάδια που προσφέρουν οι όμορφοι δυνατοί εραστές στα χαμένα κορμιά. Σώματα του μέλλοντος, θα με βρείτε μέσα στα ποιήματα που έγραψα. Στο κοινό αιώνιο παρόν αγάπης εν ηδονή και ηδονής εν ζωή.

Κρυφό Σχολειό

kri

Είμαι τυχερός που μαγειρεύω και ονειρεύομαι. Η μαγειρική μου είναι ονειρική και τα όνειρά μου μαγειρεμένα στο τσουκάλι του Δημιουργού που δε δημιούργησε τίποτε, αλλά ζει αυτό τον οργασμό που άλλοι από παραξενιά και άλλοι από ανοησία ονομάζουν Δημιουργία. Δεν αφήνω στην τύχη το οχτάωρο του ύπνου. Εξοικονομώ τελετουργικά μορφές Αγίων Θηλυκών που φευγατίζουν το Είναι τους απ’ τις νοικοκυρεμένες καταστάσεις και έρχονται μαζί μου να κοιμηθούν.

Γυμνές και αραχνοΰφαντες, χωρίς τα πένθη και τα θρηνητικά νάματα της ψευτοζωής. Μορφές που περιθάλπουν την ασέβειά μου για τα πράγματα που ορίζουν οι διορθωτές και οι κριτικοί και οι θεματοφύλακες της καύλας μου. Ο ύπνος μου διαθέτει μιαν αόριστη αγνωσία. Έναν κατάδικό μου κόσμο εφιαλτικό και παρδαλό, χαρούμενο και χρωματιστό. Αχόρταγο βαθιά και φευγάτο. Έναν κόσμο του ύπνου μακριά απ’ την αδιαφορία των ζωντανών και μακριά απ’ τα εργοστάσια όπλων της καθημερινής επαφής.

Ο ύπνος μου είναι τόσο υλιστικά εκμηδενισμένος που με συμφιλιώνει με τα εγκόσμια μαυσωλεία των ηδονών. Λυγμικά σκιρτήματα μέσα στην προστατευτική κατάνυξη της ονείρωξης και της ονειροκαύλας και της ονειρογαμίας και της ονειροδασύτριχης ηγουμένης που γίνεται μπαλαρίνα των υγρών ενός κόσμου με υγρά.

Ανεπαισθήτως αυτό το μικρό τρισάγιο των Ηδονών την ώρα του ύπνου ξεθάβει απ’ το μυαλό τις ενδόμυχες και άρρητες σκέψεις. Είναι η ώρα και ο Χρόνος που δεόμεθα υπέρ μιας άνευ όρων και εξηγήσεων Αθανασίας. Υπέρ μιας αφθαρσίας του ηδονισμού που χαρίστηκε απ’ τη Φύση στους κολίγους ερανιστές του γονιμοποιού Όλου.

Μακριά από θαύματα της γενετικής και δημόσια αυνανιστήρια. Μακριά απ’ τα οργασμογόνα ναρκωτικά και τους οδηγούς επιβίωσης ενός βίου αβίωτου. Αλλά κοντά στον τελευταίο Φυσικό Άνθρωπο που ακόμα και η ασχήμια του αποδεικνύεται διεγερτική μέσα στον ερωτικό βυθό του ύπνου.

Στον ύπνο μου ανταμώνει ο καλλιτέχνης τον εγκληματία και ο επιβήτορας το λευκό λουλουδάκι με το μαύρο μίσχο. Αιματηρές βακχείες πάνω στο σεξουαλικό καμβά και αθώοι εραστές σε όλα τα ερωτικά παρακλάδια δια παντός γυμνοί και δια παντός λιμασμένοι ο ένας για τον άλλο.

Στον ύπνο μου ο Έρωτας είναι η μανία μου και η βουερή τρέλα να γνωρίσω τον άλλο. Διότι γνωριμία σημαίνει διείσδυση. Χείλη μικρά και χείλη μεγάλα στο χείλος της αβύσσου. Αντιποιήματα σπαρμένα στο νυφικό κοιτώνα των αθώων.

Ιδιώτες

idiotes

Νομίζουν πως είναι αφέντες αλλά είναι γιοί του κερατά που ονειρεύεται ζεστό φαΐ και παντούφλες απ’ τις αποικίες. Έτοιμη ύλη καλοζωίας από ξένους. Είναι στα τελευταία τους, μες το φαρμάκι. Θατσερικοί αλλά όχι με τη Θάτσερ. Οσμίζονται μυαλά και όρχεις της τάξης που την ξεζούμισαν οι φωνακλάδες πολυεδρικοί καθοδηγητές. Μια μασονία των λεωφόρων του καθήκοντος. Η ηδονή στην κρεβατοκάμαρα ομοιοκατάληκτη με συγκινήσεις και τέκνα στρατευμένα στο θυμό και την παρακμή. Μανούλα που δεν έχει τελειωμό μέσα τους. Μπρούμυτη και ολοτσίτσιδη προστατεύει με προσευχές τη διακόρευση του τέκνου απ’ την αγορά. Την αγορά που αγοράζει μόνο κέντρα και ημιαξόνια και μνήμη απ’ τις τσέπες και ζουμί απ’ τα καύκαλα. Τον αυτοματισμό που ο δυτικός άνεμος τον πάει στο τέρμα. Νομίζουν πως οτι κοσκινίζουν απ’ τις χούφτες τους είναι χρυσός, αλλά είναι μολύβι για τα πολυβόλα. Είναι δηλητήρια για να μην ξαναφυτρώσουν χορτάρια και για να μην ξαναπιάσουν παιδί οι αθώες οχιές των αγρών. Είναι υπηρεσιακά περίστροφα δάκτυλα της δακτυλογράφου της έξαψης των γραφείων, μέσα στο άβατο των δράκων που πολεμάνε τις οξιές και τις ποταμίσιες πέστροφες. Που πολεμούν τον Άγιο Σκύλο και την Άγια Σκύλα μήνα Ιούλιο ζευγαρώματος, καύλας και τεμπελιάς. Είναι τα παιδιά που ασκητεύουν στην εταιρία κατά των πεύκων και στην εταιρία πλαστικών δονητών για παιδιά. Που φτιάχνουν χαπάκια για τη σηκωμάρα και συνθετικά μουνιά για τις γραικίας τους αλιτήριους φαλλοκράτες. Που φτιάχνουν σύρμα για κλουβιά Εαυτών και λινάτσες για τις ψόφιες επιθυμίες εραστών που τους καταχώνιασε ο φουστανελάς μπαμπάς στο βρακί του. Που φτιάχνουν σεξοτουρισμό για νηφάλιους κοσμοπολίτες, κοντέινερ χρωματιστά για γκαρσόνια στη Μύκονο, γήπεδα γκόλφ για να χώνουν τις τσουτσούνες τους οι εφοπλιστές, να γαμούνε γη ουρανό και θάλασσα. Ελληνική λεβεντιά επενδύσεις θεός αφέντης ιδιώτες. Και Αιγαίον πέλαγος, με τις αποχρώσεις της σφαγής της Ανατολής.

Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο ποίημα

kantin

Φτάνω ως το τέλος μονορούφι το ποίημα
Σχεδόν ξεχνώ την τελεία
Κι άλλοτε πάλι δεν την ξεχνώ
Και καθώς παίρνω τον ανήφορο σταματώ για ν’ αναπνεύσω
Σταματώ για να διεισδύσω στην Αγαπημένη
Δέντρα πανάρχαια κι έρημα κιόσκια
Καντίνες στο δρόμο για τη Ρώμη
Φορτηγά με δαμάσκηνα και ρουλεμάν
Όχι χάπι εντ
Αλλά καφές ελληνικός σε πλαστικό ποτήρι
Φρέσκο βαμβάκι στα μουστάκια του θεού
Κορφούλες δυόσμου
Μπούτια
Ασβεστωμένος νους υγρός
Το φαλλικό Μετέωρο αφίσα στο αρχαίο καφενείο
Λίπος και κόκκαλα βραστά στο δρόμο για το ποίημα
Και σταματώ στη Θεοτόκο ατενίζοντας το Γράμμο
Τη στύση μου που τη γαβγίζουν τα σκυλιά
Αυτό το χούι ν’ απολαμβάνω το κάτουρό μου τ’ αχνιστό
στα μονοπάτια δίπλα που διαβαίνουν
χαιρέκακοι αστοί με τα μπιστόλια τους
κοπέλες που λοξοδρομούν στα ερεβικά θαμνάκια για να χέσουν
αγριογούρουνα όλο μύγες
μύγες που πιάνουν το σφυγμό μέσα στις φλέβες
αραχνοΰφαντο έναστρο
αποκαΐδι κεραυνού
ο λυρισμός
το ποίημα μου σαν το χαμένο ελάφι
ψάχνει το βλέμμα κυνηγού

Το βυζάκι της Αλίκης

kataskopos_neli_01

Όταν στη δεκαετία του πενήντα το φιλοθεάμον κοινό βυθιζόταν μέσα στη ρομαντική ηδονοβλεψία του ευρωπαϊκού σινεμά, ο Ζαν Ζενέ γύριζε τη μικρού μήκους ταινία Ένα ερωτικό Τραγούδι. Σε μια εποχή που απαγόρευε κάθε κινηματογραφική σεξουαλική αναπαράσταση ο Ζενέ έστησε μια τριαδική παρτούζα ανάμεσα σ’ ένα δεσμοφύλακα και δυο κρατούμενους. Τρία κτήνη με όψη αγγέλων.

Ένα ασπρόμαυρο εργόχειρο όπου η ηδονοβλεψία συναγωνίζεται τον σεξουαλικό πόθο με όλη του τη βία και τη λεπτότητα. Μια τρύπα ανοιγμένη όπως-όπως ανάμεσα σε δυο κελιά, μέσω της οποίας οι δυο εραστές μοιράζονται διαδοχικά το κάπνισμα ενός τσιγάρου. Τρυφερότητα και ξέσπασμα. Ένα πορνογραφικό σχόλιο πάνω στον εγκλεισμό. Τον εγκλεισμό των ανδρών. Των πολεμιστών. Των αθώων και των ενόχων. Των πολεμοχαρών και των αγαθών.

Όλη η σχιζοφρένια της ανδρικής σεξουαλικότητας. Ο άντρας διχασμένος ανάμεσα στον ανδρισμό του και τη θηλυκότητά του. Ανάμεσα στη βία του και το φαλλοκρατικό δεσποτισμό. Ανάμεσα στην αβρότητα και τη γενναιοδωρία. Ουδέν κρυπτό υπό το βλέμμα του συγγραφέως. Οι σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης, τα ίχνη από σκατά πανω στην ψωλή μετά το σοδομισμό, οι οσμές, τα αφροδίσια, οι μουνόψειρες.

Ένας άνθρωπος που χτυπάει τις καμπάνες μέσα στο λήθαργο της αστικής προσαρμογής ενός κόσμου που βίωσε τον πιο ακραίο εφιάλτη και την πιο ταπεινωτική τερατωδία. Ένας Γάλλος πούστης διανοούμενος που έχει το περίσσιο θράσος να χρωματίσει με τη δική του ηθική την αντίστιξη ανάμεσα στους φούρνους του Άουσβιτς και στον πορνογραφικό οίστρο, αγγίζοντας τα όρια της αυνανιστικής εκτόνωσης.

Όχι εξιδανίκευση και φτιασίδωμα αλλά πρόκληση και στράτευση. Ο Ζενέ ήταν με τους Μαύρους Πάνθηρες και τους Παλαιστίνιους διότι εκτός των άλλων διέθεταν και σεξουαλική ευρωστία. Υγεία ερωτική και αθωότητα κουρδισμένη στον αγώνα κατά της εξουσίας. Μια βίαιη αθωότητα άκρως καυλωτική, με όλη τη ζωική ορμή του ανθρώπου που δεν ελπίζει στη βασιλεία των Ουρανών αλλά στη βασιλεία των Οργασμών.

Όταν ο ελληνικός μετεμφυλιακός πολιτισμός φυλλορροούσε ανάμεσα στο βυζάκι της Αλίκης και στις Δοκιμές του Σεφέρη στήνοντας Νόμπελ, αντιπαροχές και χριστιανοχουντικά μεγαλεία, ο Ζενέ σύχναζε στα δημόσια ουρητήρια της πατρίδας του, φωλιάζοντας στις πιο αποσυνάγωγες οσμές της ανθρώπινης ύπαρξης.

Δακρυγόνα

katu

Μια τιμωρία ή ένα βασανιστήριο που παραμένει κρυφό δεν έχει κανένα νόημα. Το βασανισμένο σαρκίο και το τιμωρημένο κορμί είναι εσαεί πειστήρια της δύναμης της εξουσίας. Οι βομβαρδισμοί, οι πολιτικές δολοφονίες, οι βιασμοί, φωτογραφίζονται και κινηματογραφούνται για να εκτεθούν σε μια απέραντη παγκόσμια οθόνη.

Ο παραδειγματισμός αποτελεί μια λαμπρή πολιτική ιεροτελεστία. Τελετές εκτέλεσης και τελετές αποκεφαλισμού. Θεατές που γίνονται εν δυνάμει δρώντα πρόσωπα, καθώς βάζουν τους εαυτούς τους στην κατάσταση του θύματος. Ένας παγκόσμιος κανόνας προληπτικής πειθαρχίας λειτουργεί υπόγεια μέσω ενός ακραίου ψυχολογικού σωφρονισμού της εικόνας. Όλα φανερώνονται σαν μια πλημύρα, σαν μια φυσική καταστροφή.

Ο πόλεμος και οι σφαγές σπάνε τα φράγματα των κοινωνιών. Οι σκαλωσιές που κρατούν την ανθρώπινη ύπαρξη καταρρέουν. Το ίδιο κτηνώδες και μαχητικό σύστημα σε αφοπλίζει και σε απελπίζει. Δεν υπάρχουν πανανθρώπινα αιτήματα. Μόνο παραφθαρμένες και φάλτσες ανοργάνωτες εξεγέρσεις. Ο αγώνας σου λέει είναι μάταιος.

Κι όλες αυτές οι σκιώδεις στρατιές της νεοσύλλεκτης γενιάς θα γαργαλήσουν τα αιδοία τους με τον ψηφιακό αλγόριθμο της καταστολής. Η δόνηση του κινητού θα δίνει νόημα στον αδόνητο και ατάραχο λιτό βίο. Η φωσφορίζουσα ματαιοδοξία του επιληπτικού βίου θα λαμπρύνει τα διαστήματα φθοράς. Η δράση που σου απομένει είναι ο εθελοντισμός και η καρναβαλική ελεημοσύνη.

Οι μάζες που κινούν την ιστορία απ’ το καθιστικό τους στη Δύση ή απ’ το καταφύγιό τους στην Ανατολή. Οι έγκλειστοι ευρωπαίοι που προαυλίζουν τις τύψεις τους φυτεύοντας δεντράκια την Κυριακή το πρωί, παρακολουθώντας την μεγάλη πομπή των φτωχών που ψάχνουν στα σκουπίδια τους, αυτά που πετούν με οικολογική σωφροσύνη στις τριτοκοσμικές μπανανίες τους. Μέσα στον παρασιτικό οργασμό της η κερδοσκοπική μηχανή που ζει από τη ζωή που καταπιέζει απαιτεί από όλους πειθαρχία και υπακοή.

Μέσα στις μολυσμένες πόλεις οι άνθρωποι τρέχουν και μόνο τρέχουν. Φοράνε μάσκες και βάζουν τσιρότα. Βιαστικοί υπάλληλοι και τηλέφωνα που συνεχώς κουδουνίζουν. Όλοι προσπαθούν να εισβάλουν στο χρυσό κλουβί του καπιταλιστικού παραδείσου. Με καπότες και χάπια. Με ψήφο, δημοκρατία και εκλογές. Με δημιουργική γκρίνια και ευτράπελο παροξυσμό μέσα στο ντελίριο της μικροαστικής ονείρωξης.

Αστικό δίκαιο

diki

   Βλέπω τις καρέκλες. Σκληρές και άκαμπτες. Εδώ μέσα όλα είναι καρφωμένα στο πάτωμα. Στέρεα. Ξύλο απ’ τα δάση του Βορρά και άσπρο μάρμαρο απ’ τον ήλιο του Νότου. Ψηλά μέσα στη μαύρη τήβεννο ο δικαστής. Στα δεξιά ο δικηγόρος. Στα αριστερά ο εισαγγελέας. Μερικά σκαλιά πιο κάτω το εδώλιο. Άδειο και κρύο. Ένα ημικύκλιο από ξύλινα κάγκελα. Και μια κόγχη για το ευαγγέλιο.
Μια νέα δίκη πρόκειται ν’ αρχίσει. Ο δικαστής απευθύνεται στον κλητήρα και προστάζει: Να περάσει ο καταδικασμένος.

Προφητείες Αγίου Παϊσίου

foot

Ο φετιχισμός του ποδιού, που δεν πρέπει να συγχέεται με άλλους παρεμφερείς φετιχισμούς, όπως ο φετιχισμός της κάλτσας ή του παπουτσιού ή ακόμα το φετιχισμό του καλτσόν και της γόβας, θα πάρει απίστευτα πολλαπλές μορφές που θα κινητοποιήσουν όλες τις αισθήσεις. Την όραση, την όσφρηση, τη γεύση, το πάθος για τα βρώμικα πόδια, το βρέξιμο και το κατάβρεγμα, την ουροφιλία, το γλείψιμο, το θηλασμό.

Ο άνθρωπος θα καταντήσει ένα σταυροδρόμι διαστροφών. Η κόκκινη αρκούδα θα κατέβει να τρυγήσει μέλι στα υψίπεδα του Γκολάν, το Ισλάμ θα κάνει παρθενορραφή στην Ορθοδοξία, το καλό θα γίνει κακό και το κακό θα φυτρώσει στις κατσαρόλες. Οι καθολικοί θα παίζουν μακριά γαϊδούρα στο Βατικανό και οι καλόγεροι θα μαθαίνουν σκάκι τρυφερά αγοράκια στο Άγιον Όρος.

Βαμπιρισμός, ανθρωποφαγία, κοπροφιλία, φετιχισμός, νεκροφιλία, κτηνοφιλία. Ο διεστραμμένος θα βρίσκει την ενοχή και την τιμωρία του στη φτώχεια της μοναδικής και τυραννικά στερεότυπης πράξης που είναι υποχρεωμένος να κάνει.

Όμως θα έρθει η στιγμή που ο βασιλιάς, ο τσάρος, ο Μεγαλέξανδρος, θα βγουν απ’ τους τάφους και τα μαυσωλεία. Θα αναστηθούν για να σώσουν την ανθρωπότητα. Η Κωνσταντινούπολη θα ξαναγίνει ελληνική και η Τζαβέλενα θα κάνει πόμολα τ’ αρχίδια του Κιουταχί στην Αγιά Σοφιά. Η νηστεία θα γίνει νόμος του Κράτους και ο Πατριάρχης γυναικολόγος του Έθνους.

Η επιστήμη που έσπειρε τόσα κακά θα καταργηθεί. Η ζωή θα ξαναγίνει αυτοδίδακτη. Θα τρώμε χωρίς να ξέρουμε τι είναι το στομάχι. Θα πονάμε χωρίς να ξέρουμε τι εστί πόνος. Στα σχολεία θα διδάσκουμε μόνο θεολογία και εγκράτεια. Προσευχή και ταπείνωση. Στα ραδιόφωνα θα παιανίζει ο εθνικός ύμνος και το κήρυγμα. Θα πατάξομε τις διαστροφές και τις ονειρώξεις. Αμόλυντοι θα περιμένουνε την Μεγάλη Μέρα. Την Ημέρα της Αναστάσεως.

Μιαν ημέρα όχι θαυμασμού και πηγαίας χαράς. Όχι μιαν αιωνιότητα τρελής ευτυχίας όπου η μάνα θα μπορεί να συναντήσει το δολοφονημένο της παιδί και ο ερωμένος την ερωμένη που έχασε. Όχι μια μέρα δια παντός ηλιόλουστη όπου η ανθρωπότητα θα βγαίνει απ’ την εκμηδένιση και τα σαπρότατα μνήματα.

Αλλά μιαν μέρα έλευσης της κρίσεως, όπου οι νεκροί θα σηκωθούν απ’ τους τάφους όχι για να τους χαριστεί η ζωή αλλά για να τους καθίσει ο Δημιουργός στο εδώλιο. Για να πάρει θέση ο απαραλόγιστος κριτής μπροστά στο ανυπάκουο δημιούργημά του, απορρίπτοντάς το εις το αιώνιο πυρ, εις τον ατελεύτητον σκώληκα, εις το σκότος το αφεγγές.

Bataclan

mpatak

Ο θάνατος περιμένει όποιον δε βγάλει το καπέλο του στο πέρασμα μιας λιτανείας. Στο πέρασμα του Έρωτα και στο πέρασμα της Ομορφιάς. Ο θάνατος περιμένει στη γωνία αυτή τη σκοταδερή και άφυλη σεξουαλικότητα του πολιτισμού. Εδώ η πορνογραφία είναι η μαγειρική στα μάτια των πεινασμένων. Εδώ ο διακονιάρης ηδονοβλεψίας μαζεύει ταληράκια χαράς απ’ τα χέρια των κερατάδων.

Άρτος και θέαμα για να μπουκώσει αυτές τις βαθιές φρικιαστικές ρυτίδες της αγαμίας. Μέσα στην απολύμανση και την πολιτική ορθότητα των αρίστων περιφέρει την αγνότητά του χωρίς να ξέρει πως μόνο το ακάθαρτο με την τραχύτητά του, τις ανωμαλίες του, την ανομοιογένειά του και τα μείγματά του, αποτελεί εφαλτήριο για τη γνώση.

Μα αυτός ο δηλητηριασμένος από αυταπάτες δεν παράγει γνώση αλλά καταναλώνει γνώση. Μέσα σε μια αποστειρωμένη φύση που κατασκεύασε για να ζει και να δουλεύει προσφέροντας υπεραξία, χρησιμοποιεί εργαλεία σεξουαλικών πρώτων βοηθειών ώστε να μπορεί να κορέσει την ανάγκη του για οργασμό. Την ανάγκη του για ξεκάβλωμα.

Μέσα στον άπειρο πορνογραφικό πολιτισμό της σφαγής και του φόβου ψάχνει μια ψεύτική εικόνα για να διεγερθεί απ’ το ενθαρρυντικό θέαμα ενός υποτιθέμενου βιώματος. Το θέαμα των ηδονών των άλλων μας κάνει να νιώθουμε ότι έχουμε μέσα μας τη δυνατότητα να είμαστε εξ ίσου ευτυχισμένοι.

Όμως οι αλλότριες εικόνες που μαγειρεύονται στα εργαστήρια μιας σκοτεινής βιομηχανίας με τους πούτσους και τα μουνιά των εργατών να δουλεύουν στο φουλ, καίγονται μπροστά στην εμβληματική επέλαση του Έρωτα. Μπροστά στο μεγάλο εχθρό που είναι ο ίδιος Ηδονή και όχι πρόσβαση επί χρήμασι στην ηδονή. Διότι ο Έρωτας-πολεμιστής δεν επιδιώκει να νικήσει το άγχος του θανάτου αλλά να μυήσει στη χαρά. Στην ουτοπία της επαφής και στην τρέλα των σωμάτων να γνωριστούν με τον πιο ανεπιτήδευτο τρόπο.

Εδώ η ανατομική αλήθεια υπερισχύει της διάνοιας και την κατακρημνίζει μέσα στο φυσικά μοιραίο, εκθειάζοντας τη διαφάνειά της αλλά κυρίως την οκνηρία της. Εδώ δε χάνεις τη φωνής σου παραδίδοντας αυτιστικά μαθήματα σεξουαλικού βίου αλλά εισβάλεις δια παντός μέσα στον Άλλο. Κι αυτό είναι ποίηση ζωσμένη με εκρηκτικά μπροστά στις κατουρόκαυλες της ακαδημίας. Μπροστά στις ρομαντικές μπαρούφες που στολίζουν την βαρεμάρα των ποιητικών βραδιών και των ανέραστων πρωινών, όσων χύνουν με βοηθήματα κι όσων γαμούν με οικογενειακό σύμβουλο.

Animal spirit

nifikon

Ένας απίθανος ταξιδιώτης περιεργάζεται το τοπίο του ψηφιακού κόσμου, συνεπαρμένος από την αίσθηση του θαύματος και ταυτόχρονα του τερατώδους. Αυτή τη μεγιστοποίηση του εφήμερου. Σαν πένθος που ξεθωριάζει καθώς το παρελθόν αρχίζει να μην ανταποκρίνεται στις εκκλήσεις.

Με μιαν ανεξήγητη απάθεια είμαστε μαγκωμένοι σε συγκινήσεις που δεν έχουν σωματικό αντίκρισμα. Ρίχνουμε μέσα στον κουβά της δημοσιότητας τη μασκαρεμένη μας ιδιοτροπία να υπάρχουμε σ’ έναν κόσμο που βασιλεύουν οι πρίζες και τα καλώδια.

Εδώ θα βρεις τον κώλο της μαϊμούς να καταβροχθίζει δαμάσκηνα, το γέρο να καμώνεται το νέο παριστάνοντας τον υπερούσιο γαμιά, άεργους εισοδηματίες να κάνουν τέχνη τη βαρεμάρα, μωρούδες να ξεροκαυλώνουν λιανισμένα παλληκάρια από πρόωρο γήρας, δαιμόνιες νοικοκυρές να τα κάνουν μουνί καπέλο, ποιηματάκια καβάλα σε μουλάρια, δεσποινίδες ωχρές αξιοσέβαστες βαλκυρίες με τα μικρά και μεγάλα τους χείλη να ρίχνουν στην άβυσσο της τρέλας νοικοκυραίους μετά τη δουλειά.

Αλλαντικά καμωμένα από άγιους και αμαρτωλούς εαυτούς, έτοιμα για το στομάχι της κατσαρίδας με τα ηλεκτρικά μουστάκια. Ένας απόλυτος συμπαντικός κουβάς δεδομένων, ένας συλλέκτης πολλαπλών σκέψεων και πληθυντικών λόγων, ένας επιταχυντής απαντήσεων που επαληθεύει σχολαστικά το ναρκισσισμό μας. Βάλσαμο στην οδύνη της ανωνυμίας.

Εδώ μέσα ο απίθανος ταξιδιώτης θα βρει τη μεγάλη βίβλο των εικόνων και των παραμυθιών που συνοψίζει την ιστορία των αναπαραστάσεων του σώματος. Μια καθησυχαστική και συνάμα βίαιη κοσμογονία, όπως στις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου, ένα βιβλίο που μπορούμε να το ανοίξουμε σε περίπτωση αϋπνίας ή πλήξης, αυτού του βιτριολικού αισθήματος που κάνει συχνά άνω κάτω, τις βεβαιότητές μας και τους ατέλειωτους μονολόγους μας.

Εικονικός πνιγμός

ikon o

Ο θεός δεν ασχολείται πια με μας. Δεν στέλνει πια συγγενείς του να σταυρωθούν και να μαρτυρήσουν. Μας παράτησε αποχαυνωμένους μέσα στη γραφειοκρατία και τη βία. Μας γαλούχησε με τον αφηγηματικό λόγο του κατακτητή, που κυμαίνεται ανάμεσα στην πλήρως ελεγχόμενη αντικειμενικότητα, τη μαλθακή παθητικότητα και την εμμονική ακατανοησία. Υπό μια έννοια οι καλοζωισμένοι αλλά καταθλιπτικοί άνθρωποι της Δύσης είναι άνθρωποι χωρίς τραγωδία. Μοιάζει να μην έχουν κανένα λόγο να ζουν και, συνεπώς, καμιά αιτία για την οποία θα μπορούσαν να πεθάνουν, γεγονός που σημαίνει ότι τους λείπει το στοιχειώδες και κεντρικό δράμα που συνιστά την ανθρώπινη μοίρα. Τούτο εξηγεί το γεγονός ότι θυσιάζονται στη σκακιέρα του ανταγωνισμού, μέσα σε συχνά βίαιες και θανάσιμες σχέσεις, που συνιστούν την τελευταία και μοναδική πράξη ηρωισμού για την οποία είναι ικανά. Μέσα στις ερήμους από τσιμέντα, εφημερίδες και ματωμένες σημαίες φωσφορίζει η απελπισία και η κατοικίδια απόγνωση. Η λεγεώνα των ξένων κάνει τη δουλειά της στην υποσαχάρια Αφρική, οι αμερικανοί πεζοναύτες παίζουν την κοκκινοσκουφίτσα με τους νεκροζώντανους άραβες. Οι αμερικανοί ψηφοφόροι λένε ναι στον εικονικό πνιγμό. Ο Μεγάλος Αδερφός, η άσεμνη απομίμηση κάθε αδελφοσύνης, είναι πηγή και ηδονοβλεπτική εικόνα ενός καθολικού τρόμου, τον οποίο προκαλεί και συντηρεί το ένα και μοναδικό κόμμα. Το κόμμα της μόνιμης παραποίησης της πραγματικότητας. Ένα κόμμα που κηδεμονεύει την ανθρώπινη οντότητα. Σεξουαλικότητα, ατομική ζωή, πολιτική εξουσία, θεώρηση του κόσμου. Ύστατη και φριχτή η σκηνή αποκορύφωμα του Όργουελ που δείχνει τον ήρωά του τσαλακωμένο και αποβλακωμένο απ’ τα βασανιστήρια, ράκος μπροστά σ’ ένα ποτήρι απαίσιου οινοπνευματώδους ποτού, προσθέτοντας εν είδει λεζάντας στην εικόνα τη φράση: Αγαπούσε τον Μεγάλο Αδερφό.

Μemorandum

1280x720-tPh

Είναι αδύνατο να κλείσουμε την πόρτα στις λέξεις που λερώνουν τη φαντασία. Η κοσμιότης είναι η ζελατίνα της κοινωνικής συνθήκης που μας θέλει τόσο σιδερωμένους και ηθικούς όσο επιτάσσει το συμφέρον μας. Έξω μεταμορφώνομαι σε κάτι άλλο από αυτό που είμαι μέσα. Έξω βιώνω το τραύμα της συνύπαρξης με τον Άλλο ενώ μέσα ακονίζω τις μύχιες απολήξεις της ατομικότητάς μου.

Εδώ εξουσία και πάλι, σημείο τομής όλων των δυνατών δρόμων, η Εκκλησία. Η Εκκλησία του Χριστού, η Εκκλησία του Ισλάμ, η Εκκλησία του προτεστάντη και όλες οι σκεπασμένες με χρυσόσκονη αγιοσύνης αγριότητες. Εδώ η επιχείρηση υποταγής περνάει από τη συστηματική καταπίεση του σώματος, του πόθου και της ηδονής, καθιστώντας την απονέκρωση της σάρκας τον κανόνα της θεοκρατικής διαστροφής.

Η Εκκλησία καθιστώντας κάθε άντρα αμαρτωλό και κάθε γυναίκα αμαρτωλή, αφήνοντάς τους παραδομένους στο έλεός της, παρέχει στον εαυτό της μόνο το απόλυτο δικαίωμα να τους συγχωρήσει. Αυτή τη συνθήκη σήμερα την επικαλύπτει επαξίως στη Δύση ο οικονομικός ολοκληρωτισμός που βιώνουν οι κοινωνίες πάντα με το πρόσχημα της δημοκρατικής θείας χάρης.

Η πλαστή δημοκρατία μας ανέχεται και συγχωρεί, αλλά είναι το τελευταίο στάδιο αποκτήνωσης και υποταγής. Το ισοδύναμο της πορνοκρατικής μανίας του μουλά και του ιεροκήρυκα είναι ο ηγέτης-ανθρωποβοσκός που με πρόσχημα την οικονομία λιανίζει τις ζωές των υποτελών στον πάγκο του παγκόσμιου χασάπη.

Κι όπως ο θρησκευτικός ποινικός κώδικας της σάρκας, τον οποίο συνοδεύουν οδηγίες προς τους εξομολογητές, σχετικά με τον τρόπο που θα μπορούσαν να ξετρυπώσουν από τη συνείδηση του εξομολογούμενου την παραμικρή ένδειξη φιληδονίας, παρακινώντας τον να την ομολογήσει, οδηγώντας τον έτσι στη μετάνοια, με τον ίδιο τρόπο ο πολιτικός ποινικός κώδικας οδηγεί τον καταπιεσμένο στη μετάνοια.

Που να λερώνεσαι τώρα με σπέρματα και υγρά, τι τα θες τα γαμήσια και τις μαλακίες, εμείς θα σε μαλακίσουμε καθαρά και παστρικά. Ο πνευματικός σου θα σε φτάσει στην κορύφωση, στην ευχαρίστηση. Ο ηγέτης σου θα κάνει ανώδυνα την επανάσταση για σένα. Η μαμά, ο μπαμπάς, ο εργοδότης, η ορθοδοξία, το Ισλάμ, το κράτος. Μη λερώνεις εσύ παιδί μου τη φαντασία σου με κακές λέξεις. Ακόνισε τ’ ακροδάχτυλά σου στην οθόνη αφής του ευνουχισμένου εαυτού σου. Στείλε sms στο μουνί, στο φαλλό, στη γιούνισεφ, στο θεό. Μ’ ένα sms γαμάς, σώζεις παιδιά απ’ την πείνα, κερδίζεις τη βασιλεία των ουρανών.

Γεύμα με την Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ

Khaled-Akil-4

Πάντα η θηριωδία και ο θάνατος χρησιμεύουν ως εικόνες για να δαιμονοποιήσουν τον εχθρό. Τον Άλλο. Μέσα απ’ αυτές τις εικόνες διακυβεύεται η πεμπτουσία του ανταγωνισμού. Οι κανόνες της σύγχρονης ανθρωποφαγίας είναι επιμελώς σπαρμένοι μέσα στα συντάγματα των λαών.

Εδώ η επιστήμη της ανακωχής του ταξικού πολέμου έχει προσφέρει όλο το σάλιο της στα γεννητικά όργανα του Κυρίου ημών καπιταλιστή για να πετύχει μιαν ανώδυνη διείσδυση. Για να μοιάζει με ατέλειωτη ευχαρίστηση αυτή η συνθήκη του ανταγωνισμού στις ανθρώπινες κοινωνίες.

Για να έχουν λόγο αυτές οι καμπανάτες ανδροπρεπείς απειλές που εκτοξεύουν οι βαρβάτοι άντρες στο κυνήγι της επιτυχίας και στο μίζερο αγώνα του βιοπορισμού. Θα σου γαμήσω την Παναγία, το σπίτι, την αδερφή. Θα σου σκίσω τον κώλο. Εδώ το γαμήσι είναι φονικό όπλο και ο πούτσος το καλογυαλισμένο μπαζούκας που θα πολεμήσει τους κακούς. Ή θα με γαμήσουν ή θα τους γαμήσω. Ιδού ο νεοφιλελευθερισμός, ιδού η Αρβελέρ, ιδού το οίδημα.

Μέσα στη φαντασιακή πομφόλυγα του λεγόμενου αγωνιστή της ζωής, δηλαδή του τύπου που τρέχει νυχθημερόν για να εξασφαλίσει ευημερία στον εαυτούλη του ποδοπατώντας τους άλλους ή γράφοντάς τους στην καλύτερη περίπτωση στ’ αρχίδια του, υπάρχει μόνο μαύρο σαπισμένο πύον που κάποια στιγμή θα σκάσει στα μούτρα μας. Μόνο ανταγωνισμός και μόνο μάχες.

Μια ζωή παγιδευμένη σε απειράριθμες τάσεις αυτοκαταστροφής και φθοράς. Μια ζωή μάχες. Κι ίσως ακόμη και στην καρδιά του δολοφόνου να ξεχνιέται πάντα λίγη αγιότητα και στο μυαλό του ηλίθιου ακόμη να υπάρχει κάποιος θύλακας φιμωμένης ευφυΐας, αλλά στην κοιλάδα του ανταγωνισμού υπάρχει μόνο λιώσιμο και υποκρισία. Εκμετάλλευση. Μάχες. Η αγαπημένη λέξη των μικροαστών.

Τι κάνεις; Δίνω μάχες. Παλεύω. Ποιόν μάχεσαι και με ποιόν παλεύεις χριστιανέ άνθρωπε της εκκλησίας και του θεού; Σε ποιόν επιδιώκεις να χώσεις το πενεμένο σου εργαλείο πουτσαρά μου; Πόσους θα σκοτώσεις σήμερα στο βίντεο γκέιμ;

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 321 ακόμα followers