ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Άγρια είναι η ύπαρξη

kooning

Τόση φύση απονενοημένη
όλο ψύχρα και εκατόμβες
Μύγες και χωράφια και θάλασσα
Κι ο ουρανούλης ουραγός της μήτρας
Ανέσπερος από ηλικία
Το υψηλό και οργίλο μέτωπό μου εκεί
γιατί επί τέλους είμαι ένα βρέφος εν στύση
Κι η νυχτερινή μου προσευχή περίστροφο

Γράφω απ’ το καλύβι μου πάλι
κι ούτε που ακούω τα καμώματα της ψωλής μου-απόψε-
μόνο της πεινασμένης μοναξιάς μου
το ιερό γουργουρητό

Έργα και ημέρες των ατίθασων κοριτσιών

erga

Όλα τα περιστατικά εναντίον μας
Κάτω απ’ τη νυχτικιά σου διακρίνω
το βλέμμα των δεκαέξι χρόνων σου
σφιχτό και στρογγυλεμένο
Παλεύω την εκφυλισμένη ζέβρα του νόμου
Κόλλες άδειες ριγωτές και τεθωρακισμένα
Της καμπούρας γριάς υπεραξίας τη φρεσκάδα
Τη μάχη της ηδονής με την κοιλιά
Το χλομό λογχισμένο αστεράκι
Ω Μάτι του προσκυνητή που το μασουλά ο ήλιος
Αιδοίο λιωμένο στα νυχτερινά του σάλια
Να, παραμονεύει η ομορφούλα το ψωλόχυμα
Τόση στύση αρσενικοθήλυκη
Λίγο άγουρη οργή γεμάτη χύσι και αίμα
Να, παραμονεύει το άδειο φωτισμένο παράθυρο
Μια τετράγωνη τρύπα που διαπερνά τη θεοσκότεινη νύχτα
Ξανοίγοντας στα ρημαγμένα μάτια μας
ένα κόσμο πλασμένο από κεραυνό και λυκαυγές

Anatomy of love Ή πρόχειρο σχεδίασμα θανατογραφίας

anatomy of love

Την τριχωτή τους τρυφερότητα
απολαμβάνουν απόψε οι γραφειοκράτες
Η γλώσσα τους πάντα στα δόντια του θηρίου
-Γαϊδουράκια αλλήθωρα από μανιώδη γαλήνη-
Στη θέση της καρδιάς φύση παχύδερμη παραχαϊδεμένη
Λόξυγκες από βυζάκια αέρας κοπανιστός
Ξαπλώνω μπρούμυτα και χαϊδολογιέμαι
Ότι γράφεται, λέει, κοιτάξτε με μονάχα απ’ την κλειδαρότρυπα
Λίγδα γλυκιά στων ετοιμοθάνατων τον ιδρώτα
Και τα πουλιά στα δόντια της γάτας
Στην καρδιά χτυπημένα και στις σάπιες φτερούγες
Ξυλιασμένα απ’ το κρύο σπέρμα της χαοσύνης
κι απ’ τον αφρώδη φόβο της πτώσης
Παχύ καθρεφτισμένο κήτος στα μεγάλα δάχτυλα της σιωπής
Μετρώντας νεκρούς στα ανάπηρα ροχαλητά τους
Μαύρες πουτάνες του πυρακτωμένου μυαλού
Μουνιά που τηγανίζουν τη φαλακρή θλίψη
Σβησμένα σε γαλλική σαμπάνια και παστρικό κλύσμα
Τις μωρουδίσιες μέλισσες με το θολωμένο μάτι
Σωριάζοντας δαντελωτή γύρη στον ερημότοπο
Κάτουρα του θεού στη σιωπή της νύχτας με τις ανοιχτές γάμπες
Αγάπη στα μπούτια
Πριν το φεγγάρι σκίσει τη φούστα του ουρανού
Ξηλώνοντας την ατέλειωτη νύχτα απ’ το γέλιο του τρελού
Τους άντρες αφήνοντας στο κλουβί τους
Νευρικούς λόγιους με ξιπασμένα χείλη
Αίμα των γάμων στα κρυφά νυφικά της νύχτας
Κοιτάζοντας πως ροκανίζουν ευπρέπεια
Σύζυγοι που εξαγοράζουν τις πενιχρές τους ατασθαλίες με υποταγή
Θάνατοι και μύγες που ξαλαφρώνουν
μες στο μαύρο ρουθούνι του δαίμονα

Voyage Privé

boyagiaz

Δουλεύουμε ή εργαζόμαστε για να καταφέρουμε να αποκτήσουμε μονάδες εξαργύρωσης κόπου και μόχθου ώστε να χαρούμε τον αχαρτογράφητο χωροχρόνο της τεμπελιάς.

Για να κατακτήσουμε όλο και περισσότερο χρόνο ελευθερίας, δηλαδή μια πιο ερωτική ζωή, αφού εμείς θα είμαστε οι κύριοί της και όχι το ωράριο, η κοινωνία, ο καπιταλιστής, το καθήκον.

Η έκφραση Εργασία και Χαρά είναι επιλεγμένη με άκρα δολιότητα και υστεροβουλία με σκοπό να μας οδηγεί κάθε φορά ανώδυνα σ’ έναν απογοητευτικό βίο. Σ’ έναν βίο δίχως τεμπελιά.

Διότι, αν χαθεί η χαρά απ’ την αγκαλιά της τεμπελιάς και τρυπώσει στην αγκαλιά της εργασίας το εκφυλισμένο νέο είδος θα κάνει στο μέλλον τα γενέθλιά του σε ψυχιατρικές κλινικές.

Η ταλαιπωρία του σώματος και του μυαλού επί οχταώρου και βάλε, είχε πάντοτε κάτι το άσεμνο και το προγραμματικά δουλικό.

Η προγραμματισμένη δουλεία της εργασίας είναι έξω απ’ την ανθρώπινη φύση που αν καταντήσει να ψάχνει το νόημα αποκλειστικά και μόνο στην εργασία θα χάσει το νόημα της ζωής.

Η τεμπελιά δεν αναγνωρίζει αποστάσεις από την ευχαρίστηση της ζωής αλλά προικίζει την έλκουσα μάζα των νέων στιγμών με δύναμη και ομορφιά.

Φανερώνει την βουβή κλεψύδρα του χρόνου και μαζί της την έσχατη ωχρότητα των διωγμένων εικόνων που ανακαλεί η μνήμη.

Το χρήμα δεν είναι παρά μια επιταγή εξαργύρωσης στιγμών τεμπελιάς. Όσο περισσότερο χρήμα διαθέτεις τόσο περισσότερο χαίρεσαι την ευδαιμονία της χαλαρής ζωής.

Οι πόλεμοι, οι συγκρούσεις, οι τάξεις, είναι αποτέλεσμα της σφοδρής ανάγκης της ανθρώπινης φύσης για τεμπελιά. Μα πάντα κάποιοι απαιτούσαν το δικαίωμα στην τεμπελιά αποκλειστικά και μόνο γι’ αυτούς.

Το κατώτερο είδος-δηλαδή οι άνθρωποι της δουλειάς και της εργασίας-δεν έχει δικαιώματα πάνω στην τεμπελιά. Η τεμπελιά του είναι ανάλογη της περίσσιας που επιτρέπει η μισθωτή σκλαβιά ή το κρατικό επίδομα ελεημοσύνης.

Η συσσώρευση πλούτου ως εγγύηση τεμπελιάς για το μέλλον πέρασε από τα παλάτια στις φτωχές κάμαρες και στα κουζινάκια που παλεύουν μέρα παρά μέρα με την πείνα.

Ο φτωχός αποταμιεύει για να τεμπελιάσει κάποτε στο μέλλον. Ο πλούσιος ζει απ’ τη σπατάλη και τις αποταμιεύσεις των φτωχών, ο πλούσιος έχει κάνει σπουδή την τεμπελιά.

Ο πλούσιος δεν τρώει σε φαστ φούντ και δεν γαμεί αγχωμένος και δεν στριμώχνεται ιδρωμένος σε άθλια ρούμς του λετ εκτίοντας την ποινή των διακοπών.

Η μεγάλη επανάσταση των φτωχών ήταν πάντα η κλοπή της τεμπελιάς απ’ τα κορμιά των πλουσίων.

Η κλοπή όλων όσων οφείλει να δώσει στον εαυτό του ένα ανθρώπινο πλάσμα που πατάει το χώμα αυτού του πλανήτη. Διότι μόνο η κλοπή της τεμπελιάς απ’ τα σεντούκια όσων την κατέχουν θα ενορχηστρώσει τους κραδασμούς της ανθρώπινης ύπαρξης με το σύμπαν, κάνοντας εμάς, τα πλάσματα από εκκρίσεις αστρικής ύλης, να εργαζόμαστε πυρετωδώς πάνω σε μια παρτιτούρα αποσιωπημένης αρμονίας.

Η Οδός Καρυωτάκη Στην Πρέβεζα

kariot

Κάθετη στο λιμάνι εκεί που έδενε η γραμμή
Πρέβεζα-Άκτιο. Κι ο Κώστας δεν ήτο Ζορμπάς
αλλά υπάλληλος. Εφέγγριζε εκεί γυρνώντας
απ’ τις βόλτες. Έχοντας υπό μάλης αλληλογραφία
σκότους. Λαμπρά στοχαστικός και αμφίρροπος.
Να ασκητέψει πήγαινε. Είρων, χλευαστικός
όχι σεμνός και φαύλος νοικοκύρης. Ηδονιστής
της παρακμής. Όχι ακροκέραμο, τέκνο της
παλιγγενεσίας, μα μπουρδελιάρης, πετεινός
ακροτελεύτιος του Αμβρακικού. Εκδότης κάποιας
Γάμπας. Τέτοιος που έβγαζε θειάφι απ’ τα χάδια του.
Τέτοιος που αχόρταγος υπήρξε με τις λέξεις. Πάντα
απ’ τη χλομάδα μιας Μαρίας νικημένος. Πάντα
κομούνι αγύριστο σ’ αιώνιους άμμους ψηλαφώντας
άνθη λευκά του πρωινού και συριγμό αβύσσου.

Φυσιολατρικόν

fisiola

Τρέχει ποτάμι ο ιδρώτας μου
Η νύχτα υγρή κι απληροφόρητη
Αγαπητή μου ο λαός κλούβιασε
Κουβάρια βιασμών στις γωνιές της τρέλας
Κοριτσάκια μαλλιαρά κι ανύποπτα
Υμνούν τα γερασμένα σπλάχνα των γονιών τους
Μου γράφουν πώς να τις βοσκήσω
Ο κώλος τους πεινασμένος και στοχαστικός
Μάτια αυτιά δόντια μηνίγγια
Όλα τραγανά και ξεχαρβαλωμένα
Θέλουν να δοκιμάσουν το μέλι του γάμου
Τα ερωτικά σκαθάρια τους στη σκιερή ωχράδα του φιλιού
Όλο σάλια και νοστιμιές
Της παρθενίας τον υμέναιο να κάψουν
μαζί με φούστες κάλτσες και σουτιέν
Βρακάκια δίχτυα έσχατα φρύγανα ονειρώξεων
Αυτά τα κομματάκια ευσπλαχνικού χυμού
Αυτά της νεροφίδας τα καμώματα καθώς γλιστρά
σ’ ένα λιμνίσιο ύπνο
γεμάτο ατέλειωτους οργασμούς

Δαγκωνιές και λέξεις μάγου

odini

Αφού σε προκαλούν τα μυστικά μου
και το άρωμα ετούτο της ψυχής που λυσσομανάει
Αφού το κλαψιάρικο δάχτυλό σου με σκλάβωσε
Παραμύθια αχνίζοντας ανάσας δίχως ρούχα
Δίχως σπίτι και δίχως σκυλί ξεμωραμένο από αλητεία
Αγκάλιασε την ανώμαλη ελαφίνα μου
Κι εγώ θα φωτίσω τις γάμπες σου με αναπτήρα
Σου υπόσχομαι ξιπασμένα δαγκώματα στις ρόγες
Θα σε λέω κήτος από σάρκες που οργάζονται
Δαγκωνιές και λέξεις μάγου
Θα σε λέω κάτω απ’ τη φούστα σου θρήσκα τρυφερή καρδιά
Άφησε τις χοντροκώλες τύψεις στα κρυφά παιχνίδια τους
Άφησε τα μερμηγκάκια να ξεχαρβαλώνουν τη ρουτίνα σου
Άφησε το στόμα τσίτσιδο εκεί κάτω να με νταντέψει
Να πεις στο θάνατο
Κοιμήσου μες στο στόμα μου πρίγκιπα της στύσης

Σημείωμα για τον Άσγκερ Γιόρν

γιορν

Η απροσδόκητη, άγρια έλευση της διάθεσης για τέχνη συμβαίνει πάντα με όρους καταστροφής.

Υπάρχει ένα αξίωμα ανθρωπολογικής κοπής που λέει, πως, δεν θα σκοτωθούμε πριν δοκιμάσουμε τα πάντα.

Ο Γκυ Ντεμπόρ κραυγάζει με τον πιο ψιθυριστό τρόπο: Όμορφα παιδιά, η περιπέτεια πέθανε, καταγγέλλοντας τη γλώσσα σαν ερμαφρόδιτη χώρα του ανθρώπινου Είναι.

Ότι νομίζαμε αινιγματικό αποκάλυψε μια πλαστή ταυτότητα. Ακολούθησε η αγιοποίηση των καταραμένων. Κανείς δεν βρέθηκε να ανατινάξει τον Παρθενώνα, μόνο ίσως να χαράξει με μια πρόκα τ’ όνομά του πάνω στο μάρμαρο.

Ένα παιδί που η αθωότητά του γίνεται βεβήλωση της τερατόμορφης ιερότητας ενός παρελθόντος που έπνιξε την ανάσα του μέσα στους ψυχεδελικούς μας κήπους.

Η σχέση της τέχνης με τα προβλήματα του ανθρώπου είναι σχέση τρόμου, την οποία δεχόμαστε με αγαλλίαση και βουλιμική αγωνία, αφού κατά βάθος είναι σχέση ποιητική.

Η ποιητική της καταστροφής του παρελθόντος για να βιώσουμε το παρόν με όρους χαράς και ελευθερίας.

Ολικοί αρνητές στράτευσης σε αυταπάτες και αιματόβρεχτες θεολογίες.

Ηριάννα σ’ αγαπώ, φιλάω σταυρό

tsip

Την εποχή που το κυνήγι των μαγισσών βρισκόταν στο αποκορύφωμά του, από τα τέλη του 16ου μέχρι και τον 17ο αιώνα, δεκάδες χιλιάδες θύματα οδηγήθηκαν στην πυρά, ως επί το πλείστον γυναίκες.

Το ένα διάταγμα τυπωνόταν μετά το άλλο και οι καρδινάλιοι με τους πάπες έβγαζαν τις ψείρες απ’ τα φτερά των αγγέλων με τη χριστιανική λαβίδα τους.

Οι επίδοξοι κυνηγοί μαγισσών είχαν στα χέρια τους σπουδαία εγχειρίδια, θεωρημένα απ’ τους επιθεωρητές της ηθικής, που ήξεραν καλά από μαγείες και διαβόλους.

Η καύση των ασεβών έγινε παράδοση και ο λαός απολάμβανε το θέαμα με την ήσυχη κοιλιά του και τον ήσυχο κώλο του.

Ο παραδειγματισμός-αυτό το αρχαίο εφεύρημα-λειτουργούσε ως καταπέλτης κάθε αντίστασης, ορθώνοντας μπροστά στα μάτια των νοικοκυραίων την αγωνία των βασανισμένων ανθρώπων που σπρώχνονταν σωρηδόν στις μεγαλόπρεπες πύλες της νοσηρότητας που η θρησκευτική και πολιτική συμμορία είχαν θεσμοθετήσει.

Ανατριχιαστικές και ρεαλιστικές λεπτομέρειες των διαταγμάτων περιγράφαν όλη τη διαδικασία έκδυσης και εξευτελισμού.

Την εξέταση, την ανάκριση, το βασανισμό και την εκτέλεση, μαζί με βοηθητικά σχόλια για τους δικαστές ως προς τον τρόπο που θα απευθύνονται στους φυλακισμένους.

Οι δικαστές ήταν πάντα ακριβοπληρωμένοι υπηρέτες της εξουσίας που έκαναν το καθήκον τους. Ψυχροί και αμερόληπτοι, στηριγμένοι πάνω στα νομικά δεκανίκια, ουραγοί της διαφθοράς των αρχόντων που κατοικοέδρευαν στο μέγαρο Μαξίμου και το προεδρικό μέγαρο της εποχής.

Μια μέρα, ο πάπας Ιννοκέντιος μάζεψε απ’ τους δρόμους μια μικρή και τρισχαριτωμένη πεταλουδίτσα, κόρη μιας μάγισσας που κάηκε στην πυρά γιατί δεν πίστευε στο θεό.

Την κλείδωσε σ’ ένα πολύ στενό και τυφλό χοιροστάσιο, όπου αυτή κυλίστηκε με το βρακί σ’ ένα βούρκο από κατρουλιά αφού σύρθηκε κάτω απ’ τις κοιλιές των γουρουνιών που γρύλιζαν. Μόλις η πόρτα έκλεισε ένας καθολικός καυλωμένος διάκος, την άρπαξε και την έστησε μπροστά στην πόρτα, και τη γάμησε πολλές φορές, ενώ έπεφτε μια ψιλή βροχή κι ο Ιννοκέντιος τραβούσε μαλακία.

Ο ανθρωπολόγος Μάρβιν Χάρις στο βιβλίο του Αγελάδες, γουρούνια, πόλεμοι και μάγισσες, γράφει πως, η εκκλησία και το κράτος ενθάρρυναν με ορμητική χαρά και πάθος την ευρωπαϊκή μανία κατά των λεγόμενων μαγισσών, με σκοπό να αποσπάσουν την προσοχή της τάξης των χωρικών από την πραγματικότητα της μεσαιωνικής πολιτικής.

Καλύτερα ο κόσμος να ρίχνει το φταίξιμο σε κακόβουλες μάγισσες και έφηβους ερασιτέχνες τρομοκράτες για τα κοινωνικά και οικονομικά του προβλήματα, αντί να στρέψει την προσοχή του σε διεφθαρμένους επισκόπους και ανίκανους πρίγκιπες.

Στην τάξη που νυχθημερόν ξεσκατίζει δουλικά, με σέβας και υποταγή.

Καλοκαίρι με τη Μάτση

empeirikos-matsh-3

Εκείνη όμως
κατουρούσε σ’ ένα αρχαίο πήλινο ουροδοχείο
Σωριάζονταν στο πάτωμα και το κατάβρεχε ακατάσχετα
με τα ούρα της
Ύστερα ο ανήρ της ακολασίας τη φωτογράφιζε στο κρεβάτι
Μέρα και νύχτα αλαφιασμένες κόνιδες παραφύλαγαν
Το αιδοίο της ξεμωραμένο τόσο
Ο Αντρέας άνοιγε το φακό για να βρει το υγρό χνούδι
Δυνατοί λυγμοί και μια συστάδα τσουκνίδες
σ’ αυτόν τον πένθιμο πύργο της ηδονής
Η νήσος Άνδρος φαλλική και σκανδαλώδης
Σπυράκια στην ωμοπλάτη
Ο εραστής κανίβαλος έδιωχνε τα κακά όνειρα και τις μύγες
Τριχωτή αλλόκοτη στύση
Ονόματα νυμφών που τα χάρισε όλα στους ανέμους
Άνθιζαν τ’ αχαμνά του στα χείλη της
Ο φωτοφράχτης ύφαινε βολβούς
Το αρρωστημένο μάτι του θεού έφτανε στο μεδούλι της
Μετά λίγοι στίχοι, πλήξη και απεριτίφ
και πράσινο σαπούνι για τις μασχάλες

Δέησις Αγίου Φανουρίου

picaso

Επλατάγιζαν τα ρουθούνια σου πάνω στην Άγια Τράπεζα
Ο άγιος Φανούριος μάς έραινε με ιερό ηλεκτρισμό
Ο κόλπος σου από χείλη κόκκινα και υγρά οικεία
Η καρδιά σου από χαλίκια και πυρίτιδα
Η γλώσσα
ευλογούσε του εσταυρωμένου αλαζόνα το ατάραχο βλέμμα
Ήτο δέηση ενός καταπιόνα και μιας βουνοκορφής
Ήτο φυσίγγια σπερματόζωα της εφηβείας
Λίπος λιωμένο χνούδι και νύχια που γδέρνουν
Μέσα εκεί στο ιερό αγκαλιασμένα
τα μέλλοντα κουφάρια μας
Ένα πηχτός ζελές από αρετές αηδιασμένων αγγέλων
Βάραθρα κορδωμένα
Τα χέρια γαντζωμένα στα καπούλια
που θα φιλονικήσουν κάποτε με τη σήψη
Τα πόδια σταθερά πάνω στο καυτό τσιμέντο της πατρίδας
Άγρια σκυλιά ιδρωμένα
Ανάψαμε δυο κεράκια στον Άγιο
Στην αιώνια ερημιά του αποθέσαμε σπέρμα ζεστό
Μακριά απ’ το θριαμβευτικό σάλιο του νεωκόρου
Μακριά απ’ τις σαγιονάρες του καλοκαιριού
Ο χυμός μας μόνο εκσφενδονίσθη
Μπροστά στων αόρατων πιστών τα κομμένα λαρύγγια
Και τα ανάπηρα καυλιά από ατελείωτη ταπείνωση
Μόνο οι λόξυγκες του οργασμού
Μόνο το αλογάκι της Παναγίας ξαπλωμένο στο άσπιλο μπορντέλο του
Καρβουνάκια και χαρτοπετσέτες με σπέρμα

έως λίκνου

Σύνδρομο Susac Ή Αναφορά στο Γκόγια

gogia

ω! ευτυχία
το μπουρζουάδικο χαμόγελό σου
θα το συντρίψει κάποτε η τερηδόνα

Η προσευχή του απίστου

gonatis

δεν έχω σε τι να γονατίσω
μα σκέφτομαι πόσες φορές γονάτισα
μπροστά σε κάτι κυρίες που το εκτίμησαν δεόντως
αφήνοντάς με να προβώ σε ερωτικές ωμότητες
με ότι πρόχειρο διαθέτει το κορμάκι ενός απίστου
χείλη γλώσσα δάχτυλα
καυλοπυρέσσων πύον απ’ τα έγκατα

Αχινούλα

axinoyla

Την είδα την Αχινούλα, την είδα ψες αργά
στον ύπνο μου να έρχεται με αγκαθάκια υγρά.
Είχε σχισμούλα κόκκινη ωσάν τυφώνας
τρυφηλός, χειλάκια ριψοκίνδυνα, είχε κι
ο τράχηλος παραφορά και ίλιγγο. Αχ! η Αγία
μοίραζε κινίνα ερωτικά, ο νεωκόρος σάλια.
Εξ’ ευωνύμων χώνευε μια πέρδικα τη γύμνια
των ανέμων, αλλά, όλα ήσαν του ιδρώτος και
του καύσωνος, οι ανεμιστήρες εδούλευαν στο
φουλ, εδώδιμη αγεωμέτρητη ηδονή, οι
έλικες αποκεφάλιζαν τα φλάουτα του ύπνου.
Τα δάχτυλα ντουφέκια στους κροτάφους μου.
Μα έβγαλα το σλιπ τόσο ευέλικτα κι ο αχινός της
άνοιξε ως είθιστε. Περίμεν’ ο κοσμάκης ελελεύ
και στύσεις θρησκευόμενου αρτίστα. Λυγμούς
και νοσταλγίες, κολάσεις, παραδείσους και
καθρέφτες. Μα αλύχτησα ξανά ξανά ξανά
όπως αλυχτά το άπειρο στα σπλάχνα μιας
παιδούλας. Σου γράφω τώρα απ’ την καλύβα μου
Αχινούλα, χαϊδεύοντας τα τρυφερά σου αγκαθάκια.
Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης.
Κι η ματαιότης μαζί.

Απαγορεύεται στους ποιητές ο θάνατος

apago

Αναζητούμε το αναπόδεικτο και το σκοτεινό. Γι’ αυτό βουτάμε μέσα στην ασυνέχεια της ερωτικής νύχτας, στα δώματα όπου εξαγνίζεται η ακροβασία και ο αγγελικός οίστρος των αιμοβόρων νοσοκόμων που περιθάλπουν τα σεξουαλικά μας οράματα.

Απ’ τους βακχεμένους σπηλαιώνες της Ελλάδας μέχρι τα ρήγματα και τις πλάνες της ερμηνείας ορμούν οι πράξεις που διαλαλούν μια ποίηση εξόχως καταστασιακή.

Μια ποίηση όπου η περηφάνια ταυτίζεται με τη δόξα, την πιο συναρπαστική από τις ψυχικές μας λειτουργίες, την πιο μυστηριώδη ακόμα κι απ’ τη μνήμη, την ηθική, την λήθη και οποιοδήποτε μηχανισμό άμυνας ή καταστροφής.

Αγαπώ τα λυμένα χείλη και τους λυμένους αφαλούς και τους αφρούς από τις λέξεις που στάζουν στ’ αυτιά μας καθώς καταργούμε τις διαστάσεις δίνοντας νόημα στις μορφές που τις κατοικούν.

Απαγορεύεται στους ποιητές ο θάνατος, καθώς η γραφή αναδεύει όλες τις επιθυμίες και πρώτα απ’ όλα την άρνησή τους.

Τα ζεματιστά κορμάκια παραδίδουν τους αδένες τους σ’ αυτό το εικονογραφικό μακελειό μιας τέλειας οιδιπόδειας διευθέτησης.

Αγροί και κρεβάτια πέρα απ’ την καταγωγή του αισθήματος του Κακού.

Λαγνεία εξορισμένη απ’ τις σκαμμένες κοιλιές της δυσπιστίας για τη σαρκική επαφή.

Το ερωτικό ποιηματάκι αν δεν είναι τροφοδότης της ερωτικής πράξης τότε είναι αέρας κοπανιστός και οι ποιητές καταλήγουν ακριβοπουλημένα τομάρια και αποθηκάριοι συναισθημάτων.

Ω! καύσωνα δίπλα σε άδεια τσόφλια καρύδας, τράπουλα του καλοκαιριού και γάμπες κοριτσιών, περιοχές πλημυρισμένες απ’ το διαβολικό ζουμάκι που ποτίζει την κρύα γη, όλο ρωτώ τους απυρόβλητους αμάχους γύρω μου.

Εγώ είμαι που συντηρώ τα φίλτρα του εγκεφάλου σας, αυτά που περιέχουν πολύ σεξ και παράγωγα της πυράς και της βίας.

Εγώ είμαι και ομολογώ πόσο αγαπώ τα στήθη και την αγκαλιά.

Γράφω καυλιάρικα ποιήματα, εξελίσσω τις ερωτογενείς μου ζώνες.

Στοματική, πρωκτική, γενετική. Όλες αυτές τις νοστιμιές και τις άδολες μιζέριες του παιδικού ερωτισμού.

Κάθομαι στα κλαδάκια των ερωτικών συνειρμών κι αγναντεύω τον πληθυντικό οργασμό της ομορφιάς ώσπου ν’ αρχίσει η μεγάλη τραγωδία, όπου εγώ ο μικρός Οιδίπους, θα πάω να συναντήσω τη μοίρα μου.

Εις μνήμη λογίαν

daxt

Θυμήσου μνήμη πως σκορπίστηκες εκεί
που ίδρωνε αγίασμα η οσία Αμαρτία, σαν
φανελάκι που ελλοχεύει στο βρεγμένο
της κορμί και σαν βυθός που περιμένει
τα σκυλόψαρα να τα καταβροχθίσει.

Αχ! νυχτόβια πουλιά περαστικές κοπέλες
οι ονειροκρίτες όλοι της γραικίας δεν
σας αναφέρουν πουθενά, μα εγώ που
τόσο αλιτήριος υπήρξα σας κρύβω μες
στο ποιηματάκι μου όπως κρυβόμουνα
μικρός κάτω απ’ τη φούστα της μαμάς.

Ανατομία ερωτικού συμφέροντος

anatomia

Κοίτα πως σε σημαδεύω στο μεσόφρυδο
ξόβεργες στήνοντας
στον ποταμό που κατεβαίνει ετοιμοπόλεμος
στα αιδοία των Βακχών.
Αχ! το δάχτυλο απρεπώς πετροβολά τη λέξη υγρασία.
Υπήρξα κάποτε ηλεκτρικός ποιητής
Μάζεψα τσάι και ρίγανη σε φονικούς γκρεμούς
Πέρασα όλα τα χαντάκια σου με άριστα
Στο δρόμο για τη Δαμασκό
Σπούδασα
Ερωτική ανατομία και έρεβος
Όλα τα αχανή γλυκάδια της καρδιάς σου

Σκέψεις πάνω στην αισιόδοξη ανθρωπολογία

skefis

Ξορκίζουμε τον έρωτα που μας παραφυλά.
Απάτη είναι η ποίησις και αναφυλαξία.
Ρωτήστε τους παλιούς καλούς μαστόρους
τον έκφυλο σπασμό που μας ορίζει, καθώς
περνά η σιωπή με το μαχαίρι και θερίζει.

Γιατί η σιωπή και γιατί ο χρυσός

giati

Κρύφτηκα για με βρίσκουν εύκολα τ’ αδέρφια μου
Ακούω τις νότες του θεού που με ονειρεύεται
Ο αφαλός μου σε κανένα ουρανό δεν είδε φως
Το χωριό που δεν υπάρχει στο χάρτη ψάχνω
Τη μάνα μου, που άφησε το χέρι μου και χάθηκα
Εδώ όπου σμίγουν όλες οι σιωπές
μόνο ο δικός μου θόρυβος ακούγεται

2 ευρώ την ώρα, το ξεσκάτισμα στις αμμουδιές του Ομήρου

2eyr

Υπάρχει μιαν αισχρότητα στο να δουλεύεις για κάποιον άλλο. Το υπαλληλίκι στον ιδιώτη, που πλέον είναι δουλεία νόμιμη και παστρική, άπτεται του ψυχαναλυτικού διαφορισμού.

Οι καθαρίστριες στα ξενοδοχεία του Αγρινίου, της Καλαμάτας, της Λευκάδας, του Πλαταμώνα αλλά και κάθε φανταχτερής πλαστικοποιημένης λουτρόπολης, πληρώνονται με δυο ευρώ την ώρα, άνευ συμβάσεως και γραπτής συμφωνίας.

Το να ξεσκατίζεις τους κυρίους στις μέρες μας για δυο ευρώ είναι κοινωνική κατάκτηση μιας αριστεράς που αναθεώρησε την επιστημονική επαναστατική σκέψη κρατώντας μόνο στο προσκήνιο τον υποχθόνιο ναρκισσισμό της.

Τη θέση του Εμείς καταλαμβάνει μια τερατώδη αντίληψη του Εγώ, ενός ατομικού Εγώ χωρίς Κόσμο και χωρίς Έρωτα, δηλαδή χωρίς ερώτηση και ερώτημα για την πορεία της κοινής μας μοίρας.

Τα δυο πρόσωπα του διαλόγου διαφοροποιούνται. Αντί για πρόσωπα έχουμε απρόσωπες φιγούρες, εκπροσώπους και διαπραγματευτές, αρνούμαστε δηλαδή τη συνταύτιση του διαλόγου και της αγάπης. Κατάσταση που έχει δημιουργήσει η δύναμη και η ισχύς.

Ο ισχυρός όταν μιλάμε μαζί στο ίδιο τραπέζι ξέρει πως η ισχύς του είναι ο λόγος του και ο λόγος αυτός κηδεμονεύει την κοινωνία που συγκεντρώνει όλες τις δυνατότητες του άγχους και της εμπιστοσύνης, σε μια δύναμη του ξυπνήματος και της αγρύπνιας, δηλαδή στη φροντίδα που θεμελιώνει την Αγορά όλων των συναντήσεών μας.

Οι άνθρωποι αναγκάζονται να ξαναγίνουν σκλάβοι γιατί έπαψαν να συναντιούνται ουσιαστικά.

Οι συναντήσεις των ανθρώπων συμβαίνουν στον Οργουελικό κόσμο όπου λειτουργεί η παλιμπαιδική εικονογράφηση της πραγματικότητας και η αντιστροφή της σημασίας των λέξεων και των φράσεων.

Αν οι σύγχρονοι δούλοι δεν συναντηθούν κάτω απ’ τον ουρανό της κοινής τους γλώσσας, δηλαδή των συμφερόντων τους, είναι ήδη αμετάκλητα καταδικασμένοι.

Αν οι σύγχρονοι δούλοι δεν κατανοήσουν πως η ιστορία τους δεν είναι η ιστορία των κυρίων τους αλλά η δικής τους και πως δεν θεωρείται εργασία το να ξεσκατίζεις μεσοαστούς που απολαμβάνουν τη μίζερη καλοζωία τους ή να μεταφέρεις με το μηχανάκι-κινδυνεύοντας να σκοτωθείς- σουβλάκια και καφέδες σε δίποδα γουρούνια, τότε είναι ήδη αργά.

Περικοπές ερωτικού ευαγγελίου

TTT

Σου έδωσα το κορμί μου, επανάσταση
Και τώρα μου έμεινε αυτό το μουδιασμένο στόμα
Μετέωρο
Παίρνω τους δρόμους που είναι πάντα ένας δρόμος
Αυτός που βγάζει ξανά και ξανά εδώ στο μηδέν
Με κερνάνε γλυκόπιοτο θάνατο οι ποιητές της γενιάς μου
Ακούω συλλαβιστά τραπεζώματα στην εξουσία
Ακούω γουργουριστούς επαίνους των σοφιστών
Άνεμοι και χίμαιρες
Γραφεία καταδόσεως ερωτικής επαφής
Γραφεία καταγγελίας λαγνείας
Με τα χίλια μάτια του αίματος η ανθρωπότητα με κοιτά
Μαύρο μεθυσμένο ζουζούνι εγώ κάτω απ’ τη φούστα σου

Είσαι η άβυσσός μου
Η θαυμάσια όψη της σάρκας που γλεντάει την πληγή της
Είσαι η χαρά της ζωής που φωτογραφίζεται για να με καυλώσει
Είσαι εσύ που μούσκεψες το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο
Ζουμιά και αίματα
Βυζάκια και σχισμές για τις ερωτικές μου ιώσεις

Κορίτσι του κόκκινου στρατού των οργασμών
Που είσαι ολόκληρη ένα σφυροδρέπανο
Από την ήβη ως τις μασχάλες

Σ’ αγαπώ τόσο που ξέρω πως δεν υπάρχει ελπίδα
Σ’ αγαπώ τόσο που δεν έχω διάθεση να σου πω σ’ αγαπώ
Σ’ αγαπώ τόσο που δεν θέλω να πεθάνω για σένα
Σ’ αγαπώ τόσο νηστικός που είμαι για αγάπη
Μα η αγάπη ήταν πάντα ένας αδέσποτος σκύλος
στο κατώφλι ενός κόσμου που θα χαθεί στους αφρούς και τα νέφη
Η αγάπη σμιλεύει με τα δάκρυά της την ηδονή
Η αγάπη πυρπολεί την αγάπη
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ
Μέχρι να μάθω να ’μαι η αγάπη

Όταν ένας πολιτισμός βρίσκεται στα τελευταία του, φωνάζουν τους παπάδες.

paterypoyrgos

Οι άγιοι πατέρες μοιράζονται στα κρυφά τα δώρα της φύσης. Τις υγρασίες που λυμαίνονται τους ιερούς τόπους κάτω απ’ τα ράσα και τις τούρλες που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια της φαρσοκωμωδίας των μυστηρίων.

Η αχίλλειος πτέρνα των δεσποτάδων ήταν και είναι ο κρυφός έρωτας για τα αγοράκια. Απ’ τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα οι ιερείς έκρυβαν κάτω από κελεμπίες και ράσα την τραγίσια τους στύση.

Απ’ την παιδεραστία και το βιασμό της αρχαίας Ελλάδας που αποτελούσαν πολιτισμικές σταθερές περάσαμε στη βυζαντινή λατρεία της παράβασης που ελάμβανε χώρα στις αυτοκρατορικές αυλές.

Το όργιο ήταν κλειδωμένο στα βασιλικά πάνσεπτα δώματα.

Περνώντας απ’ τον αρχαίο πληθυντικό στον σημερινό ενικό η έννοια του οργίου γνώρισε μεγάλες δόξες στους δεσποτικούς καθεδρικούς ναούς της Ευρώπης των καθολικών και τα μοναστήρια.

Από μιαν ανοδική πορεία, τείνουσα προς μια απελευθερωτική υπέρβαση, στα διονυσιακά ή ταντρικά τελετουργικά, η έννοια του οργίου διολισθαίνει προς τη διαφθορά.

Δηλητηριώδης ίλιγγος που συνδυάζει όλες τις ακρότητες της ακολασίας. Προϊόν της ιστορίας των μονοθεϊστικών θρησκειών και του εβραϊκού χριστιανισμού που λειτούργησε ως ιστορικό αφήγημα του περιούσιου λαού.

Οι εκκλησίες των θρησκειών αυτών πολέμησαν με σφοδρότητα την ιαματική πρακτική των ειδωλολατρικών οργίων που ψυχορραγούν μέχρι σήμερα σε διάφορα μέρη του κόσμου, κηρύσσοντας μιαν αντίληψη περί πνευματικότητας θεμελιωμένη στην καταστολή κάθε φιληδονίας, ενοχοποιώντας τη σάρκα και κατ’ εξακολούθηση την ηδονή.

Τα κορμιά των ανθρώπων αγοράστηκαν για να σκλαβωθούν και να παράγουν υπεραξία γι’ αυτούς που κράτησαν το όργιο αποκλειστικά και μόνο για την παρέα τους και το πνευματικό τους κονκλάβιο.

Οι ανθρωποβοσκοί του θεού σε αγαστή συνεργασία με τα αδίστακτα γρεντάλια της εξουσίας έβαλαν τις τσουτσούνες και τα μουνάκια σε κουτάκια, πουλώντας θεολογικό σανό και μετάνοια.

Με τον οβολό των σκλάβων, που με σπουδή κατάφεραν να δημιουργήσουν, έφτιαξαν τους δικούς τους απόρθητους γαμηστρώνες και τα δικά τους ενδιαιτήματα όπου η νηστεία κι η προσευχή πάνε σύννεφο.

Μητροπολίτες που εντύνοντο σαδομαζό σκλάβες χτυπούν τα μαστίγιά τους πάνω στα κρατικά κωλομέρια που μοιράζουν τον πλούτο και κόβουν την ματωμένη πίτα της εργασίας.

Έχουν λόγο για τα κύτταρα της κατσαρίδας και τη στύση των γαϊδουριών.

Με γλυκό χριστιανικό τρόπο κηδεμονεύουν τους σάπιους πολιτικάντηδες για να μπορεί η κάστα τους να έχει αφθονία εις το διηνεκές, αλλά κυρίως να φτάνει τους υποτελείς στη σεξουαλική απελπισία, την ώρα που το αχαλίνωτο ιερό αδερφάτο χτυπάει δυνατά τις καμπάνες, για να μην ακούγονται τα ουρλιαχτά απ’ τους πνευματικούς και μη βιασμούς.

Ένας πολιτισμός που φτάνει στο τέλος του, θαυμάζοντας την αχαλίνωτη ανάπτυξη, δηλαδή την άνευ όρων και ορίων καταστροφή της φύσης άρα και τού ζωτικού μας χώρου, μαγαρίζει πρώτα τον ερωτισμό και τη σεξουαλικότητα.

Στερεί απ’ τους ανθρώπους τον ελεύθερο χρόνο και τον ελεύθερο χώρο και την ελεύθερη ανάπτυξη.

Για την πλειοψηφία των ανθρώπων η στάνη της εκκλησίας κρύβει τα όργια των υπαλλήλων του θεού της αρπαγής του πλούτου.

Διότι οι ιερείς υπήρξαν πάντα οι εγγυητές της ανακωχής του κοινωνικού πολέμου που είναι δίκαιος και ταξικός και αυτονόητος πόλεμος.

Οι ιερείς συντηρούνται μισθολογικά απ’ τη διατήρηση της κυριαρχίας των πλουσίων.

Περιμένουν κάθε εποχή τους πλούσιους κυρίους να τους φωνάξουν για να αναλάβουν δράση.

Ο Karl Kraus έγραψε κάποτε πως: Όταν ένας πολιτισμός βρίσκεται στα τελευταία του, φωνάζουν τους παπάδες.

Η συνήθεια είναι αιτία πολέμου

iepanali

Ποντάρουμε στις ιδιοτροπίες μας. Έρπει απαλά
ο τραγικός καιρός. Χειροπέδες κομποσκοίνια και
κορσέδες. Η συνήθεια είναι αιτία πολέμου.
Το φλογερό μάτι τρυπώνει στο φλογερό μουνί.
Μια χυδαιότητα ειρήνης μας τρέφει. Λυρικά
κτερίσματα άλλων. Η αγάπη θα χιμήξει κάποτε
να μας βγάλει τα μάτια. Κι ο κόκορας θα παραφυλάει
πότε θα κατεβάσεις το βρακί σου, για να χώσει τα νύχια του
στους πρωτόπλαστους οργασμούς του μέλλοντος.

Μπαλάντα για μια σχισμένη αφίσα

old-and-new

Κορίτσι που ζεις στις αφίσες
Μονάχα οι αμφίθυμοι ποιητές σε συντηρούν
Όλο γενναιόδωρα λογάκια και πετριές
Κάτω από στυγερούς υποτίτλους

Το κορμάκι σου ξεφλουδίζουν
Τη χάρτινη πέτσα των συνειρμών

Ωμές προσταγές για σεξ εξ αποστάσεως
Πακέτα διακοπών για σκλάβους
Χίλια φιλιά κι άλλα χίλια

Ευρισκόμεθα εδώ
στον παραθαλάσσιο ελαιώνα της πατρίδας

γύρω η θάλασσα

ματαιωμένοι αρραβώνες
χαπακωμένοι συγγενείς

Ελλάς Ελλήνων Εραστών και κουβαδάκια

Αχ! κορίτσι που ζεις στις αφίσες
Τις νύχτες
Τι όμορφα που ξεγλιστράς απ’ τα ταμπλό
Κι έρχεσαι στην άμμο και κατουράς
Τι θαμμένη μας καρδούλα

Διαθέτουμε μέλι παραγωγής μας

Manara Mania 01

Διαθέτουμε μέλι παραγωγής μας.
Δάχτυλο για να δοκιμάσετε τη φύση
που βουίζει αδέσποτη στους πέρα κάμπους.
Γύρη απ’ τ’ ανθάκια της ύστατης αγνότητας.
Διαθέτουμε κατάλοιπα της καρδιάς.
Βασιλικό πολτό από αυτοσχέδιες αιμομιξίες.
Χυμό των αγκαθιών και των φονιάδων.

Η πιο ολέθρια φτώχεια είναι να μη ζεις.

Τι άλλο υπάρχει στη ζωή εκτός απ’ τον ήλιο;

glif

Μας φωνάζουν τα πράγματα να πάμε κοντά τους
Μπάνια της Κυριακής και αναρχία
Σύζυγοι τρυφηλοί και μαργαριταρένιοι
Γίνεται πολύς λόγος για το καινούργιο μα το παλιό βγάζει μάτι
Ούτε αφρώδη σύννεφα ούτε αφρισμένα κύματα
Ζέστη μελωδική και γλειφιτζούρια
Σα να μοιραζόμαστε τον ίδιο σπασμό
Τα ίδια φαγωμένα χείλη
Καθώς διαλύουμε την ασπιρίνη στο κουταλάκι
Μουρμουρίζοντας μια φούγκα χαράς και κάψας
Μια σύνθεση για χορωδίες χειλιών
Που ασπάστηκαν τις ωχρές φωταψίες και το λιοπύρι

Πλεκτάνες της αράχνης μεταξύ δυο κορμιών και βάλε……..

Εικαστική απεικόνιση ερωτοχτυπημένης νοικοκυράς

oporofora

Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια, φωνάζει
ο ανατόμος της ψυχής. Άντρες και
αντράκια και ποιήματα σε πλήρη στύση.
Ω ξειν΄ αγγέλειν Λακεδαιμονίοις κάποια
νωχελικά απογεύματα που σε θέλω και
μετρώ τους δείκτες υγρασίας της ψυχο
ψωλής μου, τα δάκρυα απ’ την υπερ
δοσολογία αναμνήσεων. Το μουνί σέρνει
καράβι λένε οι σοφοί μπαμπάδες στους
γιούς τους. Οι έρωτες λιώνουν σαν το
χιόνι αλλά ποτίζουν την κρύα γη,
βλαμμένα φιλιά στα πάρκα και φιλήδονα
καλοκαίρια, σάρκα πεταλουδίτσα στην
απόχη του χρόνου, δικόγραφα και χαφιέδες
κι οι αμνάδες πάνω απ’ τη χύτρα τους. Δια
παντός μανούλες. Στον πάγκο της κουζίνας
σε στάση υγρής αναμονής ακούν τον Εθνικό
ύμνο, γουργουριστό σκυλάδικο. Τη δεκαετία
απ’ τα είκοσι στα είκοσι δύο τους που τη
ρούφηξε ο νεροχύτης. Παντζάρια μαϊντανοί
και καλαμάρια. Υπάρχω λες κι ύστερα πάλι
υπάρχω. Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια
μπάτσοι κλάστε μας τ’ αρχίδια.

Βίπερ

two_prostitutes_by_cellar_fcp

Οι δυο κοπέλες ήτο όμορφες και αγουροξυπνημένες.

Με μια μυρωδάτη λάμψη και με ακατάστατα μαλλιά, έμοιαζαν με πρόσωπα γκραβούρας του δεκάτου ογδόου αιώνος κι έμοιαζαν έτσι με τη γύμνια τους φρέσκια σαν να περιμένουν τον επόπτη παγοδρόμων ή σαν να περιμένουν έναν εραστή μεταξοσκώληκα στις γάμπες τους.

Ξαφνικά χωρίς προειδοποίηση ένας άντρας ολόγυμνος μπήκε απ’ το παράθυρο κι έτρεξε να κρυφτεί πίσω απ’ την κουρτίνα.

Οι δυο κοπέλες ήτο όμορφες και αγουροξυπνημένες. Άκουγαν τα Αχ! και τα Ωχ! του άντρα να πέφτουν στο πάτωμα και να σπάνε, άκουγαν από μέσα του λέξεις και ακατάσχετη σπερματορροία.

Άκουγαν το σαλεμένο μυαλό και το αίμα της ψωλής του, τα «σώστε με, σώστε με».

Σαν σκύλες τότε άρχισαν να του γαυγίζουν. Τράβηξαν την κουρτίνα κι άρχισαν τα κρυφομιλήματα και τα ξόρκια. Δούναι και λαβείν. Οι ασέλγειες με τη γλώσσα.

Νυφούλες αυτές, μάχιμες κι αθάνατες, που και που γονάτιζαν σαν να προσεύχονταν, και έσμιγαν και οι τρεις, ο εισβολέας μέσα τους σκόρπιζε σπερματόσπορο και τρυφερά λογάκια.

Έξω η πλάσις ήτο μιαρή, οι παπάδες πριόνιζαν δέντρα και τσουτσουνάκια, οι δάσκαλοι θυροκολλούσαν κούφιους οργασμούς στις πόρτες των εφήβων, η πατρίς αναιμική κατουρούσε γάλα, φίδια μαζεύονταν, μέρες της κρίσης.

Και το στοίχημα ήταν ποιος θα χάσει τον ήλιο.

Nocturne

charles-nc3a8gre-leda-1850-via-moma

Επιβιώνω λανθάνοντας. Ο Σοπέν παντού
γύρω στους ελαιώνες. Σώγαμπροι τζίτζικες
όλο εξάψεις και αγχωμένη ακοή.
Στατιστικές και τσίπουρα που πατικώθηκαν
στην πλατφόρμα. Όλο κάμπος και μπροστά
το αταρίχευτο βουνό. Ο ιθαγενής αγρότης
που είμαι εγώ, κοιλοπονάει, γεννάει βροχούλες.
Κι οι βροχούλες πετραχήλι κοριτσιών εγίνοντο,
continuo τρυφερό για το νυχτόλακκο. Ήλιος
που δάγκωσε η οχιά της συνουσίας
κι αιμορραγεί φωτιά και σπερματόσπορο αρχαγγέλων
πουτσαράδων. Ήλιος Βλαντίμιρ Ίλιτς ευδαίμων.
Ήλιος έκζεμα του καπιταλιστή. Ήλιος ξεγυρισμένος
εκπεσών στις υποθέσεις των πληβείων. Ήλιος
κλητήρ της ηδονής στο μεταμεσονύχτιο
κουκούλι του ύπνου. Ήλιος τιμονιέρης του θριάμβου
όπως το δάχτυλο έφηβης γαλιάντρας
τραβά το λάβαρο βρακί και φαίνεται
ο φευγάτος λογισμός της ιερής σχισμής
σκοτάδια βαθειά που ξέρουνε καλά
πόσο εξέχει από το χρόνο ο θάνατος
πόσο οι φλέβες ξεψυχούν στα τέμπλα της λαγνείας.
Ορθία κλειτορίς ξενύχτι ταύρων. Χαράζει
αρραβώνας αθεράπευτος . Χρυσόψαρο
στα σκέλια σπαρταράει το απεταξάμην.
Γύρω απ’ τα κορίτσια του Ισλάμ με τις τριχούλες οι Μυκήνες,
μιαν αποθήκη χαρτικών, οίνος ευφράνει καρδίαν ανθρώπου,
η σιωπή αγιάζει τα μέσα, χώμα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω,
το μεδούλι ρουφώ απ’ της παρτίδας τα κόκκαλα και λοιπά και λοιπά

Το πορτραίτο του καλλιτέχνη

ampempa

Μας αιχμαλώτισε το κορίτσι αυτό, πεισματικά.
Όμορφη, με τους πόθους στα χέρια της.
Ορέχτηκε αντιεμπορικά φιλιά, έβγαλε γλώσσα.
Το κουτοπόνηρο ένστιχτο του θανάτου άφησε
στην εγγαστρίμυθη επαρχία. Από τη μπλούζα
μέσα αξιοθέατοι σπασμοί. Έβγαλε πέρα
μπόλικη κομματική δουλειά. Κλεψιμαίικη ηδονή
και τίποτε άλλο. Πρότασσε το στήθος της
ως ελαφρύτερον του αέρος. Τα προτερήματα
της διαλεκτικής. Το α μπε μπα μπλομ της καύλας.

Το τέλος της ιστορίας

ladi

Η τέχνη γύρω μας έχει το σχήμα γωνίας. Εγκλωβισμένη στη γωνία της προοπτικής, κόσμος ειδωμένος από μια και μοναδική οπτική γωνία.

Η γωνία είναι ο πρωταγωνιστής. Αυτό που σπάει όμως τη γωνία και την ακινησία είναι η αλληλεπίδραση των σωμάτων που για να ισορροπήσουν και να βρούνε το κέντρο τους πρέπει να γίνουν ένα.

Να χαθεί το στερεομετρικό αντίβαρο μέσα στο φουτουρισμό και την ανταρσία, κατακτώντας τον κόσμο τού απείρου, δηλαδή την επιστροφή στο μηδέν.

Από τις γωνίες των ιδεατών πραγμάτων και τη σταθερότητα ο τρόπος παραγωγής μας οδηγεί στην ψυχεδελικά καθησυχαστική εικονολατρία.

Η κοινωνική μας πραγματικότητα γίνεται δημιούργημα της σκέψης των άλλων, καθρεφτίζοντας εκδοχές της κόλασης και του παραδείσου, θεσπίζοντας μεταφορικά την ζωώδη μας βουλιμία.

Η κατανάλωση μας ερεθίζει ενισχύοντας την αυταρέσκεια της ισχύος που μας δόθηκε απ’ το περίσσευμα της υπεραξίας μιας κάποιας εργατικής δύναμης.

Όλα μετατρέπονται σε σκουπίδια. Τα χωνεύει ο χρόνος όσα χωνεύονται και τα άλλα τα μνημειώνει ανταποκρινόμενος στην εσπευσμένη τους ανάγκη να επιβάλουν σιωπή.

Φθορά και φθορά και μπόχα. Τα γάγγλια νεύρα ενός δυναμικού συστήματος εκκαθάρισης του περιττού.

Μιαν άκαμπτη ιεραρχία κραδάνει ράβδους νουθεσίας στην ανορθοδοξία της νεότητας, που είναι η μόνη επαναστατική ορδή. Μιαν ιεραρχία του κρατικού συρφετού, δηλαδή του Κράτος που ορίζεται ως Ωμή Βία.

Μιαν ιεραρχία που διατηρεί δυναμικά την αβάσταχτη ταλάντωση από την ευτυχία στην απάρνηση και από την απάρνηση στην ευτυχία. Στα κενά βίου ανθόσπαρτου από συσκευασμένα προϊόντα και πλαστικά κτερίσματα χαράς.

Ξέρουμε πως εμείς είμαστε τα σκουπίδια, οι ποιητές της επιθυμίας που λιποτακτήσαμε στα απορρίμματα.

Ο τρελός τρεχάτος κόσμος δεν μας έχει ανάγκη. Θα ψοφήσει αβοήθητος κάποτε χωρίς να νιώσει τη βαθύτατη ηδονή της βραδύτητας που επιτάσσει ο λαθραίος λυρισμός τού αλλήθωρου ποιητικού βλέμματος πλασμάτων εξωστέων απ’ την πλατωνική πολιτεία.

Οι διωγμένοι εμείς, κρατάμε για τον εαυτό μας το ρόλο του αυτοεξόριστου από μια τέτοια πολιτεία, όπου οι ζωές μας αποτιμώνται λιγότερο από κείνες των εμπόρων.

Η επιτάχυνση της βραδύτητας

manouali

Θα σε φιλήσω, λαέ μου, στο στόμα.
Να δούνε οι μεταφραστές σε τι απόκρημνη πατρίδα ζω.
Τι δώμα νοίκιασα για να βγάλω πέρα το λιοπύρι .
Προπάντων να σκάει σάρκα από παντού.
Εσύ το μανουάλι κι εγώ ο νεωκόρος.
Ρυθμολογώντας την ιστορία του χαμού.
Θυγατέρες υγρές και μπάμπουσκες των Ουραλίων.
Δυόμιση χιλιάδες χρόνια σας βοσκάν ακρίδες στη μεσόγειο.
Τώρα με βλέπεται εδώ, κουκουλοφόρο ηδονιστή.
Να λεσβιάζω εκ παραδρομής στις λουτροπόλεις.
Πεύκα, κυπαρίσσια και ασβέστες.
Οργανωμένος τουρισμός, φραπέ και μοναξιά.

Λαγνεία εν χορδαίς και οργάνοις

piano-690380_960_720

Σε πέρασαν-κορίτσι μου-τα έγχορδα
για πιάνο με ουρά. Κάτι στριφτές
αργόσυρτες τσιμπιές σου δώσαν στα καπούλια.
Είπαν τα πλήκτρα σου έκφυλα ερπετά.
Τα δάχτυλα τού εραστή σου είπαν μαρκησίες.
Όλη από ξύλο η σάρκα σου σαν φέρετρο.
Με ανοιχτό το ντεκολτέ.
Να φαίνονται οι άβυσσοι.
Τα αιδοία των Βακχών να ευωδούν
στ’ αυτάκια του θανάτου.

Ουράνιος Μηχανική

orga

Ο ήλιος μας φωτίζει ή ιδέα του ήλιου;
Άρχισα έφηβος να συλλαμβάνω τη λαμπρή διαφάνεια.
Να γίνομαι πρωτόγονος με απαίδευτο μάτι.
Στον κεραυνό έκρυψα τον πόνο μου σαν ένας τιποτένιος βασιλιάς.
Κι έτρεξα να πάω εκεί που μ’ αγαπούν, μακριά απ’ τις μονομαχίες
και τα ελέησόν με Δέσποινα των πονηρών λογισμών,
σώμα και αίμα κυρίας γεύτηκα ,
μιαν αρμαθιά έγινα με τους ηδονιστές της υπαίθρου,
λιώμα διάφοροι ερωτοχτυπημένοι με υιοθέτησαν,
οπωροφόρες γκόμενες, κάποια χαρτάκια
στη μεσημεριανή ζαλάδα με ποιήματα,
κάποιοι πάσχοντες από υπερβολική υγεία,
κοφτερές μαμάδες με το φιλοπρόοδο δεσποτισμό τους με αγκάλιασαν,
νυχάκια μιανής μετέωρης εκλιπαρούσαν τη σάρκα μου
ζητιανεύοντας ένα καινούργιο μάτι για τον Πολύφημο οργασμό.

Αναπνοές και βογγητά

anapnoew

Το ποίημα γράφεται με παρδαλό τρόπο. Λειτουργεί ως εκκρεμές της ανέκφραστης προσέγγισης της ερμηνείας. Ερμηνεύω το ποίημα σημαίνει καταδυναστεύω το εύρος των νοηματικών του αποθεμάτων.

Τα ίχνη χιούμορ αυτής της λαϊκής τέχνης κι αυτής της φόρμας που διαθέτει απειρία στάσεων και υπαρξιακών χειρονομιών πρέπει να καταλήγουν στο στομάχι του ανυποψίαστου εραστή-αναγνώστη.

Στην αρχαία αυτή τέχνη έχουν την τιμητική τους οι θάνατοι και οι καταστροφές.

Τα ερωτικά ποιήματα έρχονται δεύτερα και πολλές φορές οδηγούνται στην εξορία από μια κοινωνική ρητορική που μας θέλει άριστους, αποτελεσματικούς, μα κυρίως ανταγωνιστικούς.

Η σεξουαλική χροιά των ποιητικών γραφών έχει ρητορική μη βίας, δηλαδή τεμπελιά και μεταερωτικό ραχάτι σε κάποια αμμουδερή κλίνη ηλιότροπη και γουργουριστή.

Οι αισθήσεις μας είναι τόσο βομβαρδισμένες με τεχνητές και ψεύτικες συγκινήσεις από πολιτικούς λόγους και σαπουνόπερες που δύσκολα αντέχουν την αλήθεια του σωματικού ερωτισμού μετά το συναισθηματικό μας ξυλοδαρμό.

Η αγωνία μας επιδρά στις αόρατες σμικρύνσεις κάθε στοιχείου εμπλοκής των πραγμάτων που μας ερεθίζουν.

Αν δεν ερεθιστείς δεν παράγεις το υπονοούμενο και την αντιλογία, δεν δημιουργείς σπινθήρες και συγκρούσεις.

Δεν βάζεις τα δάχτυλα των χεριών σου πάνω στην τραμπάλα των αγκομαχητών απ’ το αναβρυτό παράδομα της σάρκας στην ταραχή και τη λιποθυμία.

Εγκώμιο για μια σπηλιά

mikro egomio

Μετά, που γδύθηκε απ’ τις μασχάλες
μέχρι κάτω στους θόλους και φάνηκε
το μεσονύχτι κι οι μικρές αράχνες
να βάζουν φουρνέλο στο λυρισμό.
Μετά, που το ουρλιαχτό της χτυπημένο ορτύκι
λίγο κάτω απ’ τις χαράδρες και τα Βελούχια.
Μετά που εδιάβαινε ο τζίτζικας Διόνυσος
στο ανοιγμένο του έρωτα μηλίγγι. Μετά
που ήρθε ο θρίαμβος. Ένα φωνήεν πρωτόπλαστο
μαζί με ένα σύμφωνο ασώματο και χθαμαλό.
Αχ! Αχ! Αχ! και μύρισ’ ο αέρας αρραβώνα
χύσια δάχτυλα γλώσσες αστόχαστα ερπετά
να μπαινοβγαίνουν στα νυφιάτικά της.

Προσευχή για τον Fazil Say

Βρίσκω ένα ένα τα χαμένα μου αδέρφια.
Τον Fazil Say και τους τούρκους ποιητές
να χαζεύουν την πανσέληνο
και να ονειρεύονται βίσωνες.
Λάμψεις του θανάτου και της δόξας.
Νεογέννητα μουλάρια της ανατολής.
Ναι, έτσι έγιναν τα πράγματα.
Ο αδερφός μου ανέβηκε στο πιάνο.
Τα δάχτυλά του ένας σωρός θρυμματισμένοι καθρέφτες.
Χορδιστής των λαβυρίνθων.
Πρίγκιπας όσων ανήκουν ήδη στο βασίλειο του έρωτα και της φωτιάς.
Στους δικαστές του είπε πως ο παράδεισος είναι ένα μπορντέλο.

Το αίμα του θεού

to aima

Η αληθινή φύση της ηθικής δεν είναι παρά ένα σύμπλεγμα δονήσεων των νευρικών μας χορδών.

Από την άκρα ευαισθησία έως την πιο αδιαπέραστη απάθεια, εν μέσω ενός παιγνίου αφαιρέσεων, κυριαρχεί το «σκέπτομαι, άρα απολαμβάνω». Η αναγνώριση και η σημασία του ηθικού κραδασμού που είναι απόλυτα υποταγμένος σ’ εκείνον των αισθήσεων.

Οι ανθρώπινες αρετές που συσσωματώνουν την καρδιά και το πνεύμα, δίνουν το ρυθμό μες στο κοχύλι της υπαρξιακής μας σιωπής. Μας επιτρέπουν να ζούμε λιγότερο χιμαιρικά, συνθέτοντας την αταξία και τον παραλογισμό, κάνοντάς μας δημιουργούς δηλαδή ολοκληρωτικά εγωιστές.

Η φύση μας γίνεται θεϊκή, δηλαδή δημιουργική, μέσω της γνώσης και της έρευνας. Η φιλοδοξία της δικαιώνει τον εγωισμό μας που θέλει να μεταστρέψει τα πάντα και να μεταβάλει τις απέχθειες σε ηδονές και τις δυστυχίες σ’ ευτυχίες.

Ο προσδιορισμός όμως αυτός της ανθρώπινης φύσεως οδηγεί στην άρνηση των νόμων, στην άρνηση του θεού και στην άρνηση της ηθικής.

Οι νόμοι, ο θεός και η ηθική είναι τα αποτελέσματα ταξικών συμφερόντων και ταξικών συγκρούσεων που διαμορφώθηκαν μες στη ροή του ιστορικού χρόνου.

Τα άτομα χάνονται. Εγκαταλείπονται στον καρτεσιανό αγνωστικισμό τους, επιδιώκοντας εξουσίες και προνόμια. Όταν στο δρόμο τους βρίσκουν το παραμικρό υπόλειμμα του θεού τότε ξυπνάει άμεσα η βία και η περιφρόνηση και η ένταση της υπερηφάνειας, όπως και ο ίλιγγος της δύναμης και της άνευ όρων αρπαχτικής επιθυμίας.

Οι νόμοι, ο θεός και η ηθική ενσαρκώνουν σε κάθε κοινωνία το όχημα του μίσους. Κατασκευάσματα που πλήττουν αιώνες τώρα την οικουμενική ζωή. Μιαν οικουμενική ζωή που σήμερα θα γιόρταζε τον πανσεξουαλισμό της ψυχορραγεί τώρα αποσυρμένη στα εθνικά της διαμερίσματα και στις φαντασιώσεις που έπλασε μέσα στον ιστορικό χωροχρόνο.

Δυστυχείς γυρνούμε έξω απ’ τη Φύση μας. Έξω απ’ τη μήτρα της μητέρας. Έκθετοι στην καταστροφή και τον εκμηδενισμό.

Γινόμαστε στρατιώτες δηλαδή εγκληματίες. Γινόμαστε κατηχητές δηλαδή διαστροφείς της ελεύθερης βούλησης.

Μέσα στο κοιμισμένο κουκούλι των παθών μας φυτρώνουν όμως οι σπόροι της εξέγερσης.

Η νοημοσύνη μας εξελίσσεται και τα ερωτικά μας όργανα, εσαεί εύθραυστα και θνητά, υπακούουν στην άπειρη μουσικότητα των κυμάτων του νευρικού μας συστήματος.

Σε μια βιολογία ανασυγκρότησης των ευάλωτων κυττάρων της παιδικότητάς μας. Εκεί όπου ο θάνατος εμφανιζόταν ως αστέρευτο ανάβρυσμα αναστάτωσης, οδηγώντας μας στην ενότητα της ζωής που ήταν σφόδρα εμποτισμένη από μια τέλια καρποφόρα αιώνια γνώση της εμπειρίας και του παιχνιδιού.

Ο νέος άμβωνας Ή Όταν η επιστήμη ανασταίνει τη θεοκρατία

daskalakis

Ως παιδιά της ψωροκώσταινας αγαπάμε τους μύθους και το παραμύθιασμα. Ο ίδιος ο άνθρωπος που κατασκεύασε τους θεούς, τους έχρισε τελικά κατασκευαστές του και αφέντες της ζωής του.

Η επιστήμη ενώ χρησιμοποιήθηκε από την αστική τάξη για την εκθρόνιση της φεουδαρχίας και της θρησκείας που τη στήριζε, όταν ανέβηκε στη θέση της μετατράπηκε η ίδια σε θρησκεία και ιδεολογία της αστικής τάξης, κάνοντας αυτή τη συγκεκριμένη τάξη να αποκτήσει μια ψευδή άρα ευάλωτη συνείδηση.

Η τεχνολογία από την άλλη, υποταγμένη στις επιταγές του θετικισμού και της καπιταλιστικής λογικής της «απόδοσης» και της «αποτελεσματικότητας», δε θα μπορούσε παρά να αντανακλά αυτή την ιδεολογία.

Αφήνοντας τη σημασία των οικονομικών αιτιών του πολέμου, μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος καθορίζεται στον πιο σκληρό και ολέθριο πυρήνα του από το χάσμα ανάμεσα στα γιγαντιαία μέσα τεχνολογίας από τη μια μεριά και την ελάχιστα ηθική ανταύγειά τους από την άλλη.

Η αστική τάξη απομονώνει οτιδήποτε τεχνολογικό απ’ το επονομαζόμενο πνευματικό, αποκλείοντας αποφασιστικά την τεχνολογική σκέψη από τη δυνατότητα να συνδιαμορφώνει την κοινωνική οργάνωση.

Κάθε μελλοντικός πόλεμος θα είναι ταυτόχρονα μια εξέγερση των σκλάβων της τεχνολογίας.

Πάνω στα «ερείπια» των παλιών μεταφυσικών πεποιθήσεων ανεγέρθηκε ο «άυλος» άμβωνας της μαζικής κουλτούρας ως ένας προνομιακός χώρος έκφρασης κηρυγματικού λόγου σχετικά με τα επιτεύγματα της τεχνολογίας ή με τα δεινά που η εξέλιξή της μπορεί να επιφέρει.

Το πρότυπο για το Εγώ του αστού πολίτη και επιστήμονα διαμορφώθηκε πάνω στη βάση ενός εσωτερικού χάσματος ανάμεσα σε ανώτερες πνευματικές-δηλαδή μαθηματικές-και νομοκανονιστικές λειτουργίες και σε κατώτερες σωματικές.

Είναι αυτός ο διανοητικά υπερτροφικός κι εσώτερος «Θεός» που καλείται τώρα να καθυποτάξει τόσο τη Φύση-δηλαδή να την ανακρίνει, όπως σημειώνει ο Kant-όσο και την Ιστορία, σε μια πορεία τελείωσης του ανθρώπου.

Ο επιστημονικός ναρκισσισμός γίνεται εταίρος της θεοκρατίας χαράσσοντας τις συντεταγμένες της νέας μεταφυσικής.

Δίπλα στον παπά στέκεται πλέον ο νέος επιστήμων, μεταγράφοντας στις αόρατες γωνίτσες της επιστημολογικής πρόζας-του νέου δηλαδή υπερούσιου αφηγήματος-την απαίτηση για τον έλεγχο της παρέκκλισης. Του επαναστατικού και του διαφορετικού, που δεν διαμορφώνεται μέσα σ’ αυτούς τους ταξικά αποστειρωμένους χώρους.

Εδώ λαμβάνει χώρα η αναλγητική εσωτερίκευση των όρων Κυριαρχίας του δυνατού και συνακόλουθα η παραγωγή μιας ρητορικής που απειλώντας και καθησυχάζοντας ταυτόχρονα, θα στηρίξει το κοινωνικό σώμα στη βουλητική του απάθεια.

Οι συναντήσεις και οι συνυπάρξεις αυτές, συνιστούν τις καθόλου αθώες όψεις ενός εκλεπτυσμένου όσο και βορβορώδους πνεύματος καθυπόταξης.

Μια νέα πατρωνία βασιλεύει στο δημόσιο χώρο, απορφανισμένη πια, απ’ τις αληθινές ανθρώπινες ανάγκες,

Πρώτη Γραφή

proti

Το ξέρω αυτό το αεράκι της Κυριακής
από παιδί. Ζηλόφθονες δίποδες ώρες.
Απόγευμα, λέπι κολλημένο
κάτω απ’ το νύχι της μαμάς.
Ο καφές ελληνικός και το δάκρυ τούρκικο.
Ένα κρασοπότηρο με κραγιόν από χείλη
έξω απ’ το παράθυρο. Στη βροχή.
Λάσπες της επαρχίας και τριχούλες.
Σαν χορταράκια μες από καυτά σορτς.

Ω! θεοσεβούμενη νύχτα που έρχεσαι.
Με όψη νηπίου θα πιπιλίσω απ’ το μπιμπερό σου
αλκοόλ κουβέντες τα κορίτσια που πέφτουν
στα γνωστά τάρταρα του γάμου
μετά τους πρώτους οργασμούς.

Ηρωικές πένθιμες ψυχούλες, χάριν ειρωνείας
σας διεκδικώ. Εγκώμια γράφω για να σκάνε
στα γέλια οι τρυφηλές αγρότισσες των Αθηνών.
Οι χυμώδεις χορεύτριες των μπαλέτων Μπολσόι.

Μακροπρόθεσμα η αλήθεια δεν έχει καμιά
σημασία. Το γνωρίζουν όλοι αυτό.

Η μεγαλύτερη φιλοδοξία μου είναι να ζήσω τη ζωή μου

imegaliteri

Η μεγαλύτερη φιλοδοξία μου είναι να ζήσω τη ζωή μου. Εδώ αρχίζουν όμως οι συμφορές. Γιατί το να θες να ζήσεις τη ζωή σου είναι μια προκλητική φιλοδοξία.

Πρέπει να διαθέτεις ένα πνεύμα τέλεια διαυγές, το οποίο όμως να στερείται του ενστίκτου της κυριαρχίας.

Αν δεν πολεμήσουμε οργανωμένα την ανάγκη του άρχειν δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ζήσουμε τη ζωή μας.

Εφτά αιώνες πριν ένας διάβολος ονόματι Τζελαλουντίν Ρουμί άφησε το χνάρι της φωνής του απευθυνόμενος στ’ αδέρφια του, δείχνοντάς τους την αληθινή του ταυτότητα.

Την ταυτότητα του πλάσματος που η μόνη του φιλοδοξία είναι να ζήσει τη ζωή του, αφήνοντας πίσω ολίγα σκύβαλα κάτω απ’ τ’ αγριολούλουδα και τις μαργαρίτες:

Aδέρφια Μουσουλμάνοι δεν ξέρω τι να κάνω.
Δεν ξέρω τι να πω.
Δεν είμαι Χριστιανός ούτε Εβραίος.
Δεν είμαι Μουσουλμάνος ούτε και Ινδουιστής.
Δεν είμαι Βουδιστής ούτε και Σούφι.
Δεν είμαι και διόλου Ζεν.
Δεν έχω μια θρησκεία ή παράδοση.
Δεν είμαι απ’ την ανατολή μήτε τη δύση
ούτε από θάλασσα ούτε κι απ’ τα βουνά.
Δεν είμαι στοιχειωμένος ή αιθέριος
αλλά δεν είμαι ούτε και φυσικός.
Δεν είμαι οντότητα και δεν υπάρχω
ούτε σ’ αυτόν μηδέ στον κόσμο τον επόμενο.
Δεν έρχομαι από την Εύα τον Αδάμ
ή κάποιαν άλλην ιστορία.
Ο τόπος μου είναι άτοπος
χνάρι δεν έχει το χνάρι μου.
Ούτε σώμα ούτε ψυχή.
Ανήκω στον Αγαπημένο.
Είδα τους δύο κόσμους σ’ έναν και γνωρίζω
τον πρώτο και τον τελευταίο
που αναπνέει μ’ ανθρώπινη αναπνοή.

Πάτερ ημών

vagia

Ο πατέρας μού χάρισε έναν ελαιώνα.
Τον ήλιο με τα λέπια του σε στάση ακροβυστίας.
Κλαδευτήρια οχτωβριανής μη αριθμήσιμα.
Ήτο πηδαλιούχος ραπτομηχανής και κόμης.
Στα κατηχητικά και τους προσκόπους
δεν με χάρισε ποτέ. Είχε μόλις πιεί καφέ.
Είναι η ώρα μου να κολατσίσω, είπε.
Ήρθε το ρίγος του τότε. Θυμήθηκε τον Βαγιαζήτ.
Το νεφρό που του κλέψαν οι γερμανοί.
Χορτασμένος σκύλος από δρόμο.
Η νοσοκόμα τον έκρυψε με το σεντόνι.
Να τον γυμνώσουν πρόσταξε, ο αρσενοκοίτης
ιατρός του κάτω κόσμου. Γλίστρησε τότε από τα χέρια μου
όπως γλιστράνε τα λιθάρια στις αβύσσους.

Μνήμη γυμνή

abe_kobo_07

Μνήμη γυμνή, που με κουρσεύεις.
Ιδού η λάμα μου. Θα ζήσει περισσότερο
απ’ το λαιμό σου, έρωτα αμνέ του θεού.
Ιδού ο θάνατος, ο πλάστης κάθε ομορφιάς.
Κι εμείς οι συνεργοί του. Όλα τα μανιφέστα
λίπους που συνέγραψα για χορτάτους.
Όλα τα στιχάκια για τον έρωτα
που θα τα ρημάξουν οι καρακάξες. Έδωσα
μεγάλη σημασία στη ζωή. Την κατέγραψα
σε κιτάπια, την παράχωσα σε συρτάρια
για να μη τη βρει η μάνα μου και θρηνήσει
για το χαμένο της γιο.

Ένα ημερολόγιο ζωής
σπανίως είναι ημερολόγιο ευτυχίας.

Ο εναργής έρως

orgasmo

Αυτός ο δικός μας πάνω κόσμος, ο αιώνια κακόγλωσσος
που συνομιλεί με αβύσσους. Με τις απίθανες ομίχλες του
και τους απαρχαιωμένους του ποιητές, που ψάχνουν με τη
γλώσσα το πεπρωμένο και τη δεσποινίς κλειτορίδα
που ξέρει πολλά.

Ταΐζω τώρα τ’ αδέσποτα που διαβαίνουν το κατώφλι μου
όπως με ταΐζουν οι όμορφες γλυκάδια λύσσας και ταΐζω
το πυρετικό μου βλέμμα στάχτες, αλησμόνητα πλάνα
με σλάβικα γυμνά κορμιά. Ταΐζω το στομάχι μου
αρχαία ντομάτα με χοντρό αλάτι και ρίγανη. Χαϊδεύω
και ψιθυρίζω.

Την κεφαλή της Σαλώμης αποθέτω
μες στα φιλήδονα σκοτάδια του έρωτα.

Η άγνοιά μου είναι το κύριο προσόν μου. Λέω, στις κυρίες
όταν έρχονται να μου μάθουν τον οργασμό.

Κλινοπάλη

klinopali

Πολλές φορές δεν μπορούμε να συμφιλιωθούμε με την ιδέα ενός χωροχρόνου που εξουσιάζει τις σωματικές μας ανάγκες.

Η σχέση μας με τα γεγονότα γίνεται ποίηση, πολλές φορές τραχιά και μονοσήμαντη, αλλά εξόχως εικαστική, φανερώνοντας τις διαθέσεις μιας παρορμητικής ενόρασης.

Μας περιβάλει το ίδιο εκτεθειμένο κενό ανάμεσα στα πράγματα. Σώματα και πρόσωπα που τα παρακολουθούμε ως τοπία, ντυμένα με τις ιδιότροπες έγνοιες ενός πολιτισμού των ανταγωνισμών και των τύψεων.

Όλα τα σαλιγκάρια του πνεύματος που τα προγυμνάζουν οι αυταπάτες της συνεχούς ροής ερεθισμάτων και πληροφοριών.

Η συνήθεια καταβροχθίζει σχέσεις, ανθρώπους, ρούχα, έπιπλα, τόπους. Μα υπάρχει πάντα η τέχνη γύρω μας για να μπορούμε να ανακτήσουμε την αίσθηση της ζωής. Να βιώσουμε την καλλιτεχνικότατα μιας κατάστασης, ακόμα κι αν η κατάσταση αυτή είναι ασήμαντη και μηδαμινή.

Χαίρομαι και αγαπώ τη ζωή γύρω μου. Όχι απαραίτητα τη δική μου ζωή. Χαίρομαι την πραγματικότητα που αποτελεί το ουσιαστικό στοιχείο κάθε μεταφοράς.

Ο υπερτροφικός ναρκισσισμός της σύγχρονης επιστήμης μας θέλει παράγωγα παράλληλων κόσμων και κβαντικά απολειφάδια της συμπαντικής διάνοιας.

Μα όλα αυτά τα περίφημα και θαυμαστά, χάνουν την ουσία τους χωρίς την καρδιά που χτυπά εκεί, που βρίσκει κανείς την αλήθεια της ευχαρίστησης.

Όλες οι χημικές ουσίες μες στα κορμιά μας ζυμώνονται πάνω στον πάγκο των αισθήσεων με τα υλικά της φερτής ύλης απ’ τα βάθη των προγονικών αιώνων.

Ένας έφηβος που παίζει το πουλί του για να ευχαριστηθεί, μας θυμίζει πως η ποίηση είναι ένα είδος υγείας.

Ακούω το κορμί μου, κι όταν το ακούω σωστά ακούω και το κορμί του άλλου. Συνομιλούμε ερωτικά, δηλαδή ερωτάμε για να φτάσουμε κάποτε στο σημείο εκείνο που δεν θα είναι πλέον αναγκαίο το να ρωτάμε.

Οι επιπόλαιες ερωτήσεις δέχονται επιπόλαιες απαντήσεις. Μόνο ένας ευγενής έρως καλλιεργεί έναν ευγενή λόγο. Και μόνο ένας ευγενής λόγος χαίρεται την ουσία των πραγμάτων.

Η αληθινή ευγένεια στον έρωτα είναι η ισχύς των μηδαμινών έναντι του θανάτου που πλασάρουν όσοι ξεχαρβαλώνουν την ύπαρξη. Προφήτες και αρχηγοί και οδηγοί προβάτων. Κερδοσκόποι της ανάγκης των πλασμάτων για ψωμί και ελευθερία.

Μα κάθε φορά η απώλεια πίστης στις ανθρωποκτόνες αξίες συνεπάγεται εξέλιξη.

Μοιραζόμαστε την κραυγή απ’ τα βάθη των επαναστάσεων και των καταιγίδων.

Ξέρουμε πως η παρουσία του έρωτα μας προσφέρει τόση αγωνία όση και η στέρησή του.

Είμαστε πλάσματα που αλλάζουμε συνεχώς απ’ τις θανάσιμες μάχες γύρω μας.

Αυτό, στο οποίο πολλές φορές δεν συμμετέχουμε μας επηρεάζει βασανιστικά. Κάνει την αδαμική μας αθωότητα ευάλωτη στο ζόφο που έσπειρε η ηθική ελονοσία του κερδώου εγωισμού ενός κόσμου εμπόρων και στρατηγών.

Ενός κόσμου που θεσμοθέτησε την κοινωνική λιποταξία εκφυλίζοντας το λόγο σε φλυαρία και τον έρωτα σε νερόβραστο θέαμα καλωδιωμένων ευνούχων.

Γλώσσα

glosa

Συντονίζω την καρδιά μου
με τις πολύ τρυφερές καταστάσεις.
Εργάζομαι ψηλαφώντας.
Για κάθε πράγμα ξέρω πως υπάρχει και μια λέξη.
Το σύμπαν είναι ρευστό και ατέρμονο.

Η γλώσσα όμως
στερεοποιεί το ρευστό και ατέρμονο σύμπαν.

Κάποτε θα δραπετεύσω απ’ την ύλη
για να φτάσω ξανά σ’ αυτήν.

Σπουδαγμένος θα φύγω
από ένδοξους γερόντους
και γλυκοαίματα κορίτσια.

Αριστοτελικός ή Πλατωνικός;

aristo

Ζούμε μέσα στην επανάληψη των κύκλων της φύσης. Δεν είμαστε τα έξοχα τέρατα της φαντασίας μας, αλλά οι αυθεντίες της επανάληψης.

Στρατευμένοι στην απογύμνωση παθών και προαιρέσεων, στην εύθραυστη σχέση μεταξύ του ανθρώπου και του κόσμου.

Στρατευμένοι στη θεραπευτική ενέργεια της ερωτικής επαφής. Μια επαφής που γυρεύει τα αγαθά της αγιότητας. Μιας επαφής που δίνει έναν πνευματικά καινούργιο ορισμό στην έννοια της επανάληψης.

Η σάρκα και η φαντασία δηλαδή, σε μια σχέση αμοιβαιότητας και χαράς.

Κάθε ποιητική σκέψη είναι σαν αιμορραγία του νευρικού συστήματος. Ένα φυσικό φαινόμενο μέσα μας που υπογραμμίζει την άστατη φύση μας. Που ξυπνά το ίδιο μας το σώμα με ολόκληρο τον συμπαντικό υλισμό που κουβαλά.

Ως βασιλιάς στα νησιά της Βαβυλωνίας και στα όρη των Αιτωλών, μαζεύω κάθε τόσο τους αρχιτέκτονες και τους μάγους μου παραγγέλνοντας να μου χτίσουν έναν λαβύρινθο, τόσο περίπλοκο και τόσο αριστοτεχνικό, ώστε κανένας γνωστικός να μην μπορεί να διασχίσει το κατώφλι του.

Ώστε μονάχα οι τρελοί, δηλαδή οι ελεύθεροι άνθρωποι και τα παιδιά, να μπορούν να τον διαβούν. Αυτοί που δεν ντρέπονται για το κορμί τους και για τις ιδέες τους.

Αυτοί που περνούν μέσα απ’ τους ατρύγητους αμπελώνες του ερωτισμού και της ομορφιάς σαν διψασμένες σφήκες, για να τρυπώσουν έπειτα στις στέρνες της λογοτεχνίας.

Μιας λογοτεχνίας που αν δεν μυρίζει εξέγερση ζέχνει ματαιοδοξία και ποιητικό μνημόσυνο θλιβερών υπάρξεων, που, επειδή δεν βρίσκουν να γαμήσουν μας σκοτίζουν τ’ αρχίδια επανειλημμένως και επαναληπτικώς.

Ηθικόν Ακμαιότατον

iuikon

Η διαφορά μου με τους ατάλαντους, είναι πως, εγώ δεν πιστεύω στο ταλέντο που έχω, ενώ αυτοί πιστεύουν στο ταλέντο που δεν έχουν.

Αφού η ατέλεια τόσο κυριαρχεί μέσα μας δεν μπορεί να αναγνωρίζουμε εμείς στον εαυτό μας τελειότητες.

Όσοι παρακολουθούμε την αντιπαλότητα μεταξύ των φυσικών πραγμάτων και του ανθρώπου, σκεπάζουμε το διαβολικό ζωηρό Εγώ μας με σημαίες ευκαιρίας γραπτής ύλης, που στρίφωσε πάνω στα πλοκάμια της φαντασίας η επιθυμία για αληθινή ζωή.

Αρωματικές νιφάδες ιδεών πάνω στο δέρμα αυτού του κόσμου της αιώνιας αλλαγής και της άπειρης άφθαρτης φθοράς.

Αν απογυμνωθείς από κάθε προκατάληψη, συντάσσοντας τα ποιηματάκια και τις βιογραφίες παράξενων πλασμάτων, υπό το μάτι του ήλιου που ερευνά και φωτίζει και επιδρά πάνω στα πράγματα, τότε θα έχεις κερδίσει τα ζουμιά μιας κυράς που ελέγετο δικαιοσύνη, που ελέγετο αφέντρα της όρασης των ανθρώπων που θέλουν να βλέπουν και όχι να νομίζουν πως βλέπουν.

Όταν ξέρεις, πως, το ψεύτικο και το αληθινό είναι ένα, ξέρεις πως, ο ήλιος είναι ποιητής τεράτων. Και ξέρεις πως η πραγματικότητα, ακόμα και στις πιο όμορφες και ευνοϊκές της εκφάνσεις, δεν ικανοποιεί στο βάθος την ανήσυχη φύση μας.

Και τότε ξεσπά η βία της γραφής για να περιγράψει την ποίηση που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αθωότητα της φύσης, άδολη και ιαματικά πανούργα μέσα μας. Δουλεύοντας για το καλό και το κακό που είναι Ένα. Βοηθώντας μας να βρούμε τη δική μας φωνή και να εφεύρουμε τα δικά μας άσματα σωτηρίας.

Αν υπάρχει ταλέντο αυτό είναι μόνο ο διάβολος που φέρουμε μέσα μας.

Αν καταφέρεις λοιπόν να ξυπνήσεις το διάβολο που κοιμάται μέσα σου, θα έχεις καταφέρει να ξυπνήσεις το διάβολο που κοιμάται μέσα σου. Κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο κατόρθωμα. Να ξυπνήσεις το διάβολο που κοιμάται μέσα σου.

Ξανά και ξανά να ανατινάξεις τις γέφυρες της παρηγοριάς και να σπάσεις τα δεσμά της συνήθειας.

Ξανά και ξανά να ανακαλύψεις τους πιο παράφορους εαυτούς σου, περπατώντας σαν βασιλιάς ανάμεσα σε μια προβλέψιμη και κουρδισμένη ανθρωπότητα. Αφήνοντας το ισχνό σου ίχνος. Το σάλιο και το σπέρμα σου που μπόλιασαν την ερωτική αναρχία του μέλλοντος, δηλαδή του άπειρου παρόντος.

Να λένε οι άνθρωποι, πως, εδώ ζούσε κάποτε ένας βασιλιάς. Ένας βασιλιάς όμως αληθινός, που διάβαινε στο δρόμο του μονάχος, δίχως ακολουθίες και τούμπανα, όχι σαν αυτούς που φοράνε στο κεφάλι τους κορώνες και βαστάνε στα χέρια πατερίτσες και ορίζουν τους λαούς σαν κοπάδια.

Γη, χωρίς ψωμί

Luis Bunuel shooting Robinson Crusoe

Έχουμε μια δυσκολία σήμερα να κοιτάξουμε όπως πρέπει το παρελθόν για να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και πως φτάσαμε μέχρι εδώ.

Ξεχνάμε πως το λίγο ή το πολύ που μας δόθηκε το οφείλουμε σε κάποιους διαβόλους που δεν συμβιβάστηκαν με τη μιζέρια, την αθλιότητα και την αδικία. Ένας τέτοιος διάβολος υπήρξε ο Ισπανός σκηνοθέτης Λουί Μπουνιουέλ.

Ο παραβατικός αυτός κινηματογραφιστής έφτιαξε την ταινία «Γη, χωρίς ψωμί» δείχνοντας με την οξυμένη καλλιτεχνική του όραση τις άθλιες συνθήκες στις οποίες ζούσαν οι άνθρωποι σε μια περιοχή της Ισπανίας κοντά στη Salamanca.

Μια περιοχή που είχε μείνει μακριά από κάθε έννοια προόδου και ευημερίας.

Ο Bunuel άκουσε και διάβασε γι’ αυτήν και όταν την επισκέφθηκε αποφάσισε να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ.

Το Las Hurdes είναι μια κοιλάδα με πενήντα χωριά που δεν ξέρουν τι θα πει ψωμί, που ζουν σε σπίτια χωρίς καμινάδες, που το καλοκαίρι τρέφονται μόνο με άγουρα κεράσια, που μετακινούνται χιλιόμετρα για να βρουν μια δουλειά ή για να θάψουν τους νεκρούς τους, που δεν τραγουδάνε ποτέ, που πεθαίνουν από δυσεντερίες ή από ελονοσία, που μαθαίνουν στο σχολείο ότι πρέπει να σέβονται την ιδιοκτησία, όταν οι ίδιοι δεν έχουν ιδιοκτησία και ζουν στην πιο έσχατη εξαθλίωση.

Ο λόγος ο οποίος εκφέρεται από αόρατο ομιλητή είναι στεγνός και περιγραφικός, όπως θα συνέβαινε σε ένα επιστημονικό ντοκιμαντέρ.

Η ταινία συνοδεύεται από την 4η συμφωνία του Brahms, μουσική ρομαντική, σε προφανή αντίθεση με το περιεχόμενο και την εικόνα.

Η Ισπανική κυβέρνηση απαγόρευσε την ταινία ως προσβλητική για την χώρα.

Χρηματοδότης του εγχειρήματος ήταν ένας φίλος του Bunuel, καθηγητής σχεδίου, ο οποίος του είχε πει πως αν κερδίσει το λαχείο, θα του δώσει χρήματα να κάνει μια ταινία. Όταν το κέρδισε, κράτησε το λόγο του, δίνοντας την ευκαιρία στον Bunuel να γυρίσει την τρίτη μόλις ταινία του (μετά τον Ανδαλουσιανό σκύλο και τη Χρυσή εποχή), αποτυπώνοντας πάνω στο φιλμ πάνω από 27 λεπτά ανθρωπογεωγραφίας του απόλυτου περιθωρίου.

Αιμομιξία, δυστυχία, χάσμα ανάμεσα στην εκκλησία και την εκπαίδευση από τη μία και τον κόσμο από την άλλη. Τα όσα μαθαίνουν τα παιδιά στο σχολείο έρχονται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα γύρω τους.

Η ταινία δημιουργεί τριπλό σοκ: με την εικόνα της φτώχειας, ασιτίας, αρρώστιας, με το ξερό ρεαλιστικό σχόλιο της (ο ήχος γράφτηκε το 1937) και με τη μουσική του Brahms.

Δυο χρόνια πριν το θάνατό του ο Μπουνιουέλ κυκλοφόρησε ένα είδος αποκαλυπτικών απομνημονευμάτων με τίτλο «Η τελευταία μου πνοή». Εκεί αναφέρει τα εξής:

«Ο δάσκαλος Ραμόν Αθίν που ήταν αναρχικός χρηματοδότησε το γύρισμα της ταινίας, αφού είχε κερδίσει χρήματα από ένα λαχείο. Είχε μαζευτεί ένα γκρουπ γύρω από τον ποιητή Πιέρ Υνίκ και τον οπερατέρ Ελί Λοτάρ και πήγαμε στον καταραμένο τόπο Λας Χούρντες όπου είδαμε την ανικανότητα της Δυτικής Χριστιανικής Παιδείας και του αστικού ανθρωπισμού μεσ’ απ’ την αιμομιξία. Δυστυχία, χάσμα ανάμεσα στην εκπαίδευση και την εκκλησία από τη μια μεριά και τoν κόσμο από την άλλη. Τα γυρίσματα έγιναν βουβά και ο ήχος μπήκε το 1937 ενώ η μουσική ήταν από την Τέταρτη Συμφωνία του Μπραμς. Όταν τέλειωσα την κόπια εργασίας την έδειξα στο Παρίσι σε μερικούς φίλους, που ανάμεσά τους ήταν και ο Ζαν Κοκτώ, που με συμβούλεψε να την ¨μαζέψω¨. Τέλειωσα την κόπια όταν τέλειωσε και ο Εμφύλιος στην Ισπανία.»

Άγιον Πνεύμα Ή Η μαλακία ως συμπλήρωμα διαστροφής

malakantreas

Θυμάμαι τον πατέρα μου, παλαιόθεν, να με συμβουλεύει να μην παίζω συχνά το πετσάκι μου. Καταλάβαινα τότε πως η συχνότις της πράξεως ταύτης είναι που την καθιστά κατάπτυστη και διαστροφική.

Πολλοί συμμαθητές μου κρατούσαν το ημερήσιο σκορ σε χαρτάκια ή σε λευκώματα, αντίστοιχα με κείνα των κοριτσιών που επιδαψίλευαν καρδούλες και φωτογραφίες από μπογιατισμένους ηθοποιούς που το πρόσωπό τους προσομοίαζε με γυαλισμένο κώλο γουρουνόπουλου.

Όταν η φύσις μού χτυπούσε το καμπανάκι και οι όρχεις εγίνοντο σκληροί σαν φρεσκοκομμένα καρύδια και στο μυαλό μου εβούιζαν μελισσούλες απ’ τα βάθη και τα λαγκάδια της θηλυκής επικράτειας, η δεξιά ευλογημένη χειρ επλησίαζε στα σκέλια σχεδόν αυτόματα και σχεδόν απειλητικά.

Έκλεινα τα μάτια τότε για να ακούσω τα γλαφυρά μηνύματα απ’ το ερωτικό υπερπέραν και να αφουγκραστώ τους χυμούς του σεξουαλικού όρθρου μιας Δήμητρας τότε, που ανάμεσα στα ανθισμένα σκέλια της φαντασιωνόμουν πως θρόιζαν μαύρες Κίχλες.

Μειράκιον βεβαίως εγώ, αλλά και ποιητής απ’ τα γεννοφάσκια, προσέφερα ανεκτίμητες υπηρεσίες εις την τέχνη της μαλακίας, βάζοντας το όνομά μου δίπλα στους σημαντικότερους σκαπανείς και καινοτόμους συναθλητές αυτού του συμπαντικού ολυμπιακού αθλήματος.

Σκεφτείτε όλα αυτά τα σπουδαία πρόσωπα του τηλεοπτικού άμβωνος να επιστρέφουν στην αθωότητα της πρώτης χυσιάς.

Σκεφτείτε τον καθηγητή κύριο Θάνο Βερέμη να τον παίζει στους μετανεωτερικούς καμπινέδες του Σκάι, σκεπτόμενος την κωλοχαράδρα της θεσπεσίας αφέντρας, δημοσιογράφου και ψυχαναλύτριας Σίας Κοσιώνη ή τον εθνικιστή ναζί και μπουρδελομαγαζάτορα Νικόλαο Μιχαλολιάκο να εκσπερματώνει πάνω στα μούτρα του πνευματικού του μπαμπά Αδόλφου Χίτλερ.

Σκεφτείτε πως η αλήθεια και η πραγματικότητα των ανθρώπων είναι η ευχαρίστησις και πως όλα αυτά τα ανθρώπινα σκατολοΐδια της ανθρωποβοσκής, αυτό που κατά βάθος θέλουν είναι να τον παίξουν.

Αν σας πει κάποιος ανήρ, φιλεύσπλαχνες αγαπημένες μου ερωτικές μαινάδες, ότι έκοψε τη μαλακία θα σας πει ένα οικτρό ψέμα.

Ναι! ο Αλέξης Τσίπρας βαράει μαλακία. Ο Σόιμπλε βαράει μαλακία. Ακόμα και ο Σταύρος Θεοδωράκης βαράει μαλακία έστω με το γαλλικό μαλακιστήρι petit tsoutsoun.

Ω ναι! αυτή τη στιγμή ο Θάνος Τζήμερος τον παίζει στο εξοχικό του στο Πικέρμι και ο Κώστας Σημίτης σφουγγίζει με εκσυγχρονιστική δεξιοτεχνία τις ρανίδες άνυδρου σπόρου που εκτόξευσε εις τα σοκολατάκια τζιοκόντα.

Η μαλακία είναι υγεία, υποστηρίζουν σήμερις αρκετοί απενοχοποιημένοι επιστήμονες, αλλά και πολλοί άγιοι αγιορείτες μοναχοί έχουν αναθεωρήσει τις ποινές του θεού όταν δικάζουν την αθώα μαλακία.

Σπεύδω εδώ να σημειώσω και να αναφέρω αρκετές σπουδαίες πληροφορίες που αρκετοί δάσκαλοί μας και χωροφύλακες των σωματικών μας υγρών είχαν αντλήσει από το ευσεβές πόνημα που έφερε τον ερωτόστροφο τίτλο: Πηδάλιον.

Μιαν ανεκτίμητη συλλογή ιερών κανόνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Συγγραφείς του αναφέρονται οι μοναχοί Νικόδημος Αγιορείτης και Αγάπιος, το κείμενο είναι σε δημώδη γλώσσα και υποτίθεται πως περιέχει μια συνοπτική συλλογή των κανόνων των αποστόλων, των πατέρων, των οικουμενικών και τοπικών συνόδων, προς χρήση για όλους τους, κληρικούς και λαϊκούς, χριστιανούς ορθόδοξους.

Το βιβλίο συντάχθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα και τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1800 στη Λειψία.

Αναφέρει για τα είδη που υπάρχουν: «Η μαλακία γίνεται τριών λογιών, ή με το χέρι το ίδιον του ανθρώπου, ή με το χέρι άλλου, ή με το κοπάνισμα και κτύπημα εις τα μηρία.»

Και βεβαίως τεκμηριώνει με ακράδαντα θεολογικά επιχειρήματα τα παρακάτω αληθή που έφεραν την ανθρωπότητα στο χείλος της παρακμής.

«Καθώς όλοι κοινώς λέγουσιν, οι τε παλαιοί και νεώτεροι ιατροί, οι μαλακοί (οι μαλάκες δηλαδής) είναι άθλιοι και ελεεινοί, διατί:
Α΄ κιτρινίζουσι,
Β΄ αδυνατεί ο στόμαχός των και να χωνεύσουν δεν ημπορούν,
Γ΄ ασθενεί η όρασις των οφθαλμών τους,
Δ΄ χάνουσι την φωνήν,
Ε΄ χάνουσι την ευφυΐαν και οξύτητα του νοός,
ΣΤ΄ χάνουσι την μνήμην,
Ζ΄ χάνουσι τον ύπνον, με κάποια ταραχώδη ενύπνια,
Η΄ τρέμει το σώμα των,
Θ΄ χάνουσιν όλην την ανδρείαν του σώματος και της ψυχής και γίνονται άνανδροι ωσάν γυναίκες,
Ι΄ ακολουθεί εις αυτούς η αποπληξία, ήτοι ο ταμπλάς,
ΙΑ΄ ακολουθεί εις αυτούς συχνάκις η καθ’ ύπνους ρεύσις, πολλάκις δε και όταν είναι έξυπνοι διά το πολύ άνοιγμα των σπερματικών τους πόρων, και
ΙΒ΄ τέλος πάντων γηράσκουσιν ογλίγωρα και αποθνήσκουσι κακώς.»

Βεβαίως η αρχιεπισκοπή Αθηνών έχει αναθεωρήσει τα άνωθι επιτρέποντας στους ιεράρχες μας την αποσυμπίεσιν μετά το θεάρεστο έργο κατάποσης αστακομακαρονάδων, σπληνάντερων και μπακλαβάδων απ’ την Κωνσταντινούπολη.

Η ακαδημία Αθηνών έχει θεσπίσει ειδικό κονδύλι για τη μαλακία με διαχειριστή τον Λουκά Παπαδήμο.

Οι έλληνες εκδότες υποστηρίζουν εμπράκτως τη μαλακία εκδίδοντάς τη.

Οι έλληνες ιατροί συνταγογραφούν τη μαλακία.

Οι έλληνες βουλευταί τον παίζουν κάτω απ’ τα έδρανα της βουλής, άλλοι διαβάζοντας Τεν Τεν και Τιραμόλα κι άλλοι ξεφυλλίζοντας το τελευταίο τεύχος της επιθεώρησης για τα μπαζούκας και τα περίστροφα.

Η μαλακία πλέον είναι από όλους σεβαστή.

Σήμερις που η ελληνική διανόησις γιορτάζει το ιερόν Άγιον Πνεύμα ας τιμήσουμε τη θεία φώτιση με μιαν ομαδική μαλακία.

Ας κατεβούμε στις πλατείες συντονισμένοι μες sms. Ας φαντασιωθούμε την Ζαν ντ’ Αρκ, τη Μπουμπουλίνα, τη Μιμή Ντενίση, τα μάτια της Έλλης Στάη, τη Μελίνα Μερκούρη και τη Σοφία Βέμπο, την Αγία Τερέζα και τη δούκισσα του Ουίνδσορ.

Ας φαντασιωθούμε όλα αυτά τα θεσπέσια θηλυκά, που ως παρηγορήτρες γαλούχησαν τόσους σπερματοφόρους αδένες ανδρών με τη συνδρομή του αγίου πνεύματος και του γιουπόρν.

Ω! μαλακία ανδρών επιφανών και μη, ας είναι ελαφρύ το σιφόνι που σε σκεπάζει.