ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Τζόυς και Μπέκετ

Wisława

Γελούμε με τις ιρλανδικές αποκλίσεις.

Με τους βόρειους εκείνους που διαβάζονται ως ποιητές, αποσπασματικοί και ανολοκλήρωτοι, σκόρπιοι και γραφομανείς.

Όντα που αστράφτουν καταιγιστικά ανθρωπίλα και σκατά.

Βράγχια που στραφταλίζουν στη νωπογραφία της σεξουαλικής αυγής.

Μάτια διαυγή σαν ζελατίνες χαράς και θανάτου.

Αυτό που ξεχωρίζει τον Τζόυς από τον Μπέκετ είναι το γεγονός πως ο πρώτος θέλησε να συμπεριλάβει όλο τον κόσμο στο έργο του, ενώ ο δεύτερος προσπάθησε ν’ αδειάσει το έργο του από ολόκληρο τον κόσμο.

Οι κριτικοί τα βλέπουν αυτά και σιχτιρίζουν. Διότι όταν το έργο περιέχει την κριτική του τι να μας πει ο μαλάκας!

Οι άθλοι του Ηρακλέους

viol

στον Ηρακλή Ιωσηφίδη

 

Τα ρόπαλα του Ηρακλή είν’ τα βιολιά
οι κιθάρες οι γκρανκάσες.
Αμήν, ψιθυρίζει.
Τρίβει τα χέρια του με ταλκ
σαν αθλητής βαρέων βαρών
σηκώνοντας ποιήματα
τον ήλιο μπαγλαρώνοντας
τον ήχο της βουβής αχτίδος
τον ήχο τού έρωτος
τεντώνοντας στη διαπασών
το τόξο της χορδής της ειμαρμένης.

Όλο εκφωνώντας μπάσα
κρύο ιδρώτα καρδιοχτύπι
το χάρο τιμονιέρη της ζωής ντυμένο σερβιτόρα
ρεμάλι του Θερμαϊκού που κατουράει τη θάλασσα
παιδί για τα θελήματα
που όλο κοιτά κλεφτά αν έβρασε το κόλλυβο
ντελιβερά αθίγγανο και μπήχτη.

Πως θησαυρίζει ο διάολος κοιτά ο Ηρακλής
μετρά, πως, τσίφτικο περνά την κουνουπιέρα το αεράκι
χαϊδεύοντας μια γυμνούλα που αγαπά
παντού στα χείλη και στα πέλματα
στον αφαλό και στο μουνί
στις ρόγες και στα δάχτυλα.

Στα δάχτυλα που όλο ξαμώνουν στη σχισμή.

Άνθη ευλαβείας

anuoyla

Όλο αγκαλίτσες και φιλάκια. Μα
εγώ θέλω να κάνουμε σεξ καυτό
όπως στις ταινίες όπως στις χίλιες
και μια νύχτες όπως οι δράκοι στα
δρακόσπιτα της Εύβοιας όπως οι
σοπράνο στη σκάλα του Μιλάνο
όπως οι μπολσεβίκοι στην τσαρίνα
όπως η χελώνα στην πλάτη μιας
χελώνας όπως ο Γαργαντούας στα
κεφτεδάκια όπως γριά οχιά κουρνιάζει
στην άμμο και ξεχωρίζουν αμυδρά
οι λέξεις δάγκωσέ με και οι λέξεις
σκίσε με κι άλλο πουτσαρά. Όχι
άλλες αγκαλίτσες φιλάκια μουρμούρες
και πονόψυχα λογάκια. Αχ! συγχυσμένος
να εισβάλω θέλω στα σκέλια σου
να σπαταλήσω τα σπάταλα σάλια

Εις τα τερέν τού έρωτος

teren

Εσύ, κοπέλα μου, που έπιασες
το ρεκόρ στο μυστικό σου
μαραθώνιο, βράδυ Κυριακής
προς Κυριακή, άψυχη χωρίς
ψυχή, που παίρνεις τις ψυχές
και φεύγεις, τα κορδόνια σου
πρόσεχε, του ψυχοβγάλτη
οργασμού το θέλημα μην
πατήσεις, που σε θέλει όργανο
του σατανά, πρωταθλήτρια
σπασμών εις τα τερέν του έρωτος
που σε θέλει με τα φτεράκια σου
να φτερουγίζεις αλύπητα να
τανιέσαι χνούδι, η σάρκα φορτσάτη
τιμονιέρης ο θολός αρσενικός,
ο μαουνιέρης, ο τιμουνιέρης,
ο άτιμος που χασμουριέται μετά
και αποκοιμιέται δίπλα στα
πολλαπλά σου ρεκόρ, σβησμένος
άνεμος ξέπνοος, όλο εντερο-
σπασμούς και κάτι σαχλά όνειρα
με ελεγχόμενα κέφια ωσάν
μπάρμαν νηφάλιος ξημερώματα
που κατουρά λεμονίτα ηδύποτα
και κουβέντες του μπαρ

Βγάλτε γλώσσα

gloassa

Ένα σπουδαίο όπλο των ανθρώπων που δεν διαθέτουν όπλα είναι η ειρωνεία. Η δεινότητα να αντιμετωπίζεις αυτούς που διαθέτουν αληθινά φονικά όπλα με υπεροψία.

Η ειρωνεία είναι το όπλο τού κυνικού που είναι αποφασισμένος να χτυπήσει την υποκρισία και την κοινωνική γλίτσα.

Ο κυνικός είναι ο αποχαλινωμένος γυρολόγος, ένα τραγόμορφο είδος που ξέφυγε από κάποια βακχική πομπή.

Διαθέτει μια ικανότητα παρουσίας και απουσίας. Είναι εδώ και αυτόχρημα αλλού.

Είναι, κάποιος, κυνικός από δύναμη ή αδυναμία, από πολύ μυαλό αλλά και από λίγο μυαλό, από κακεντρέχεια αλλά και από καλοσύνη.

Ο κυνικός ξεπέφτει σ’ έναν ατελεύτητο τεμαχισμό διαθέσεων. Αφήνει την καρδιά έξω από τις υποθέσεις τού σώματος προτιμώντας την ψευδο-αριστοκρατική αδράνεια.

Αντί να παθιαστεί φιλολογήζει, καταφεύγοντας σε περίτεχνες περιφράσεις και ρητορικά σχήματα της ατάκας.

Ο κυνικός έχει μεγάλο εχθρό του το χρόνο. Τη βαρεμάρα. Βαριέται και πλήττει αφόρητα. Το διάστημα ανάμεσα στη σπορά και τον καρπό τον απελπίζει.

Ο κυνικός είναι ένας μελαγχολικός ηδονιστής που οι καταστάσεις τον οδήγησαν στο φρόνημα τού είρωνα. Αποφασίζει να είναι είρων, δηλαδή μια μηχανή που καταστρέφει αισθήσεις. Που σκίζει βίαια το περιτύλιγμα της τακτοποιημένης ζωής των άλλων.

Ο κυνικός διαθέτει μια σοφία υψηλού διαμετρήματος. Ξέρει πως η άμεση πραγματικότητα είναι ένας μάταιος πλούτος, ότι όσο τρώει τόσο περισσότερο πεινάει.

Ο κυνικός φυτρώνει ως ζιζάνιο σε κοινωνίες που διαθέτουν πλούτο και αλαζονεία. Ο Διογένης φύτρωσε στην υπερφίαλη αθηναϊκή δημοκρατία των κτήσεων και των κατακτήσεων. Ήταν αγκαθάκι στο μάτι του αποικιοκράτη. Δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει ένας τέτοιος τύπος σε μια φυλή της Αφρικής ή σε μια ινδιάνικη κοινότητα στις Άνδεις.

Ο κυνικός υπάρχει εκεί που δεν υπάρχει χιούμορ. Κι είναι σκληρός σαν πέτρα. Αδυσώπητος.

Ανάμεσα στο ασύλληπτα μικρό και στο ασύλληπτα μεγάλο ο κυνικός προτιμά να είναι διαφθορέας. Είτε στην αγορά και στα καφενεία ως τρελός τού χωριού, είτε ως γραφιάς, ως τρελός δηλαδή τού χωριού της λογοτεχνίας που απεχθάνεται τις συμβάσεις και την καλολογία μαζί με όλο τον οχετό του ρομαντισμού.

Ο κυνικός διακηρύσσει: Ματαιότης ματαιοτήτων! Κι η ματαιότης μαζί.

Ποιος ευθύνεται για τον γερμανικό πεσιμισμό; Οι σόμπες εμαγιέ, αποκρίνεται ο Νίτσε.

Ποια είναι η ουσία του έρωτα; Η αναπαραγωγή αποφαίνεται ο Σοπενάουερ.

Και φυσικά προεκτείνοντας την τεθλασμένη σκέψη του κυνικού απαντάμε στα πάντα.

Τι είναι η εργασιομανία; Εφαρμοσμένος μισογυνισμός. Τι είναι η βιβλιοφιλία; Ηλιθιότητα και φετιχισμός τρυπωμένα μέσα στη διάνοια άλλων. Τι είναι η λογοτεχνία; Ο μάταιος κόπος των τεμπέληδων να αποδείξουν πως δεν είναι ματαιόδοξοι.

Vive la France. Χέστηκα, μα είμαι πρωταθλητής

gal

Γυρίζοντας προς τα πίσω, αρκετούς αιώνες πριν, θα βρούμε έναν άνθρωπο που μπορούσε να θρέψει μόνο τον εαυτό του.

Σιγά-σιγά όμως με την εξέλιξη των μέσων παραγωγής, δηλαδή του πολιτισμού και της οργάνωσης, ένας άνθρωπος μπορούσε να θρέψει δέκα, εκατό, χίλιους, δέκα χιλιάδες συνανθρώπους του.

Σήμερα μπορούμε να πούμε πως ένας άνθρωπος μπορεί να θρέψει ένα εκατομμύριο συνανθρώπους του!

Και φυσικά αιώνες πριν αυτός που μπορούσε να θρέψει έναν άνθρωπο μπορούσε να σκοτώσει έναν άνθρωπο, μα σήμερα αυτός που μπορεί να θρέψει ένα εκατομμύριο ανθρώπους μπορεί να σκοτώσει πολλαπλάσιους.

Αυτά τα περίεργα μαθηματικά της εξέλιξης και της ελεγχόμενης βαρβαρότητας δημιούργησαν την έννοια της ελεύθερης ώρας, ήτοι δεν είναι ανάγκη όλοι οι άνθρωποι να δουλεύουν.

Συνεπώς κάποιοι σταμάτησαν τη χειρονακτική δουλειά και τη δουλειά γενικώς.

Τι κάναν και τι κάνουν όμως οι άνθρωποι που δεν δουλεύουν; Γιατί οι άλλοι τους ταΐζουν και τους φροντίζουν;

Μα φυσικά για να τους διασκεδάζουν. Για να σπάνε πλάκα μαζί τους. Για τις ώρες της πλήξης και της ανίας. Διότι ο άρτος δεν χωνεύεται άνευ θεάματος.

Οι μονομάχοι που διασκέδαζαν τους κατοίκους της Ρώμης ήταν το θέαμα μετά τη δουλειά.

Οι ολυμπιονίκες και οι πρωταθλητές που σπάνε τα ρεκόρ μέσα στην αρένα. Ο σκοπός είναι ένας και μοναδικός. Με μώλωπες, με λυγισμένους αστραγάλους, με στραμπουλιγμένα χέρια, να γρονθοκοπήσουν τον αντίπαλο για να ζητωκραυγάσει το πλήθος.

Να τερματίσουν με κάθε τίμημα. Να τα δώσουν όλα. Να χεστούν απάνω τους ή να λιποθυμήσουν. Να πάθουν ανακοπή ή να σπάσουν τα κεφάλια τους. Να δείξουν πως είναι πρωταθλητές, δηλαδή δυνατοί. Πάνω απ’ το μέσο όρο που τους παρακολουθεί και τους παίρνει μάτι. Που τους σέβεται και τους στεφανώνει και τους προσκυνά μόνο ως πρωταθλητές, αλλά ως ανθρώπους τους γράφει στ’ αρχίδια του.

Παρακολουθεί τις αδυναμίες τους μόνο, δηλαδή την ανθρώπινη φύση. Τη φύση του όταν την τεντώνει και τη φτάνει στα άκρα.

Η περίσσεια πλούτου και ανθρώπων δημιουργεί την δυνατότητα διασκέδασης της κοινωνίας με ανθρώπους.

Μα η περίσσεια πλούτου των πλουσίων δεν πάει στους φτωχούς. Επενδύεται ξανά και ξανά για να παράγει θέαμα και μονομάχους. Κατανάλωση. Από αναβολικά μέχρι αθλητικά παπούτσια. Από καπότες μέχρι σταυρουδάκι και φυλαχτά.

Κάθε χωριό έχει τον παλαβό του. Κι αν δεν τον έχει τον φτιάχνει για να περνά την ώρα του.

Ο πρωταθλητής και ο ολυμπιονίκης είναι ένας εκ των παλαβών για να περνά την ώρα της η κοινωνία.

Μόνο ένας παλαβός θα μπορούσε να τρέχει χεσμένος ανάμεσα στο πλήθος. Μα ο παλαβός τρέχει χεσμένος γιατί στο νήμα υπάρχει το τυράκι του χορηγού και το κλαδί ελιάς, τα πλούτη και η δόξα, που, για να τα κατακτήσεις πρέπει να θυσιάσεις τις ανθρώπινες δυνατότητες, δηλαδή την αξιοπρέπειά σου.

Πρέπει να δώσεις ακόμη κι αυτό το απειροελάχιστο λίγο παρά πάνω για να μπεις στο πάνθεο των μαγαρισμένων ηρώων απ’ την ανθρώπινη ματαιοδοξία.

Η αρχιδοθήκη τού Γκαμπριέλε

gkampri

Ο Πλάτωνας ήταν ο πρώτος που ανέλαβε το τραγελαφικό εγχείρημα να κυβερνήσει ως φιλόσοφος μιαν ελληνική πόλη.

Δημιουργώντας σχέσεις έντασης ως προς την ολότητα, διακηρύσσοντας πως η αυθεντία είναι έκφραση της συλλογικής συνείδησης. Δηλαδή συνείδηση κατά οργανωμένο και συγκεκριμένο τρόπο, με την αυθεντία να την εκπροσωπεί δημιουργώντας εμπειρίες ευτυχίας και απόλαυσης.

Μα στην πραγματικότητα συνθήκες άγριας εκμετάλλευσης για τους πολλούς δηλαδή καταστάσεις απελπισίας και αθλιότητας.

Ο Γκαμπριέλε ντ’ Ανούντσιο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κατευθείαν απόγονος του αρχαίου φιλοσόφου προσπάθησε κι αυτός να στήσει την ιδιότυπη πολιτεία του αναλαμβάνοντας την εκκεντρική δεκαεπτάμηνη διακυβέρνηση του Φιούμε, που κατέλαβε ο ίδιος ως επικεφαλής ενός εκστρατευτικού σώματος εθελοντών οργισμένων από τη συνδιάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού του 1919.

Μα απ’ αυτή την πράξη δεν απέμεινε παρά το γελοιογραφικό salute romano.

Βεβαίως ο στρατηλάτης-ποιητής μετά την εκδίωξή του δεν ασχολήθηκε ξανά με την πολιτική, όμως οι λέξεις του, πομπώδεις, γεμάτες μανδαρινικό κλέος έμελε να ταλαιπωρούν για πολλά χρόνια την Ιταλία, καθώς αποτέλεσαν τα πιο θεατρινίστικα εξαρτήματα της φασιστικής αρματωσιάς.

Μέγας πρόδρομος όχι μόνο του ιταλικού φασισμού, αλλά και της μοντέρνας κουλτούρας της διασημότητας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, καθώς είχε κατανοήσει σε βάθος το ρόλο, τη σημασία και τη δύναμη της φήμης, ως έφηβος ακόμη είχε γράψει και εκδώσει έναν τόμο με ποιήματά του, ενημερώνοντας εν συνεχεία τον εκδότη μιας μεγάλης εφημερίδας ότι ο νεαρός ποιητής, δημιουργός του τόμου, είχε πεθάνει αμέσως μετά την έκδοση, εξασφαλίζοντας έτσι δημοσιότητα σε εθνικό επίπεδο και επιτυχία.

Στην εποχή του οργίαζαν οι φήμες πως είχε αφαιρέσει τα πλευρά του για να μπορεί να κάνει πίπες στον εαυτό του, πως είχε γευτεί ανθρώπινη παιδική σάρκα, καθώς και πως προς το τέλος της ζωής του, επιβαρυμένος από μία διαρκώς επιδεινούμενη υγεία, επιδιδόταν σε ακατάσχετη λήψη ναρκωτικών.

Η ζωή του έλαβε τέλος στην έπαυλή του στη λίμνη Γκάρντα, την οποία είχε μετατρέψει σε ναό λατρείας του εαυτού του.

Ο βίος και η πολιτεία του δείχνουν με αδιάψευστα αιματηρά ίχνη, ότι τα φιλολογικά και φιλοσοφικά δάνεια της πολιτικής εκτρέπουν την άσκησή της σε μεγαλύτερες βαρβαρότητες από εκείνες που μας έχει ήδη συνηθίσει.

Κι όταν ποζάρει ο ναρκισσισμός της αυθεντίας και ο ποιητής θέλει να γίνει στρατηγός στη θέση του στρατηγού, η φύση ξεσπά σε τρανταχτά γέλια.

The Phantom Of Liberty

Phantom_of_Liberty_0003

Στο Φάντασμα της Ελευθερίας, ένα απ’ τα τελευταία φίλμ τού Μπουνιουέλ οι κοινωνικές λειτουργίες της τουαλέτας και της τραπεζαρίας έχουν υποκατασταθεί αμοιβαία.

Η μεγάλη δημοκρατία είναι ένας χοντρός κώλος με στέμμα.

Francisco-de-Goya-3-Μαίου-1808

Η ταινία ξεκινά με την «ανατροπή» της, με μια ζωντανή αναπαράσταση του αντιπολεμικού πίνακα του Γκόγια «Η 3η Μαΐου 1808», όπου οι Ισπανοί πατριώτες, πριν εκτελεστούν από τους στρατιώτες του Ναπολέοντα, κραύγαζαν: «Κάτω η ελευθερία». Και καταλήγει στη σημερινή εποχή, σε μια παραλλαγή του πίνακα του Γκόγια, με τους διαδηλωτές να ανταποκρίνονται με το ίδιο σλόγκαν στα πυρά της γαλλικής αστυνομίας -μαζί και στις μικροαστικές, κατασταλτικές στην πραγματικότητα απόψεις της περί ελευθερίας.

Ένας άντρας, που αρχικά πιστεύεις ότι πουλάει πορνογραφικά καρτ-ποστάλ σε κοριτσάκια, αποδεικνύεται πως στην πραγματικότητα δεν πουλά παρά αθώες φωτογραφίες τοπίων.

Στρατιώτες επιδίδονται στο κυνήγι μιας αλεπούς (αναφορά στον «Κανόνα του παιχνιδιού» του Ρενουάρ).

Μια νοσοκόμα παίζει χαρτιά με καλόγερους (η εκκλησία είναι πάντα στο στόχαστρο του σκηνοθέτη), που χρησιμοποιούν εκκλησιαστικά αντικείμενα για χαρτοπαιχτικές μάρκες.

phantom1

Οι καλεσμένοι σ’ ένα δείπνο κάθονται σε λεκάνες τουαλέτας.

Ένα πρόσωπο, που ετοιμάζεται να μαστιγωθεί από μια ντυμένη με δερμάτινα ρούχα γυναίκα, παρακαλεί εκείνους που τρέχουν έντρομοι (μαζί και μερικοί καλόγεροι) να βγουν από το δωμάτιο, «δεν μπορούν τουλάχιστο να παραμείνουν οι καλόγεροι;».

Ενώ πελάτες ενός επαρχιακού ξενοδοχείου αποδεικνύονται αιμομίκτες και σαδιστές, κι ένας ελεύθερος σκοπευτής, που σκοτώνει περαστικούς, αθωώνεται από το δικαστήριο και αρχίζει να υπογράφει αυτόγραφα.

Όλο αυτό το σουρεαλιστικό πανδαιμόνιο είναι η χημική ανάλυση που κάνει ο σκηνοθέτης στην κοινωνία.

Με εκπληκτική ηρεμία και απόλυτη λογική, από τις οποίες δεν λείπει το σαρδόνιο, σουρεαλιστικό του χιούμορ, για να μας αποκαλύψει τι κρύβεται κάτω από την επιφάνεια, εκεί που χώνει, χωρίς όμως να μπορεί να φτάσει, το στρουθοκαμηλικό κεφάλι της η αστική κοινωνία μας.

Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης

amines

Ο μόνος στον οποίο επιτρέπουμε να κουμαντάρει την ασημαντότητά μας είναι ο έρωτας. Όχι το πρόσωπο αλλά το συμβάν.

Όχι το ευλογημένο αιδοίο της κοπέλας, το πανάρχαιο και σαγηνευτικό, αλλά αυτό που αφήνει πάνω στο σώμα, μέσα στο σώμα και γύρω από αυτό.

Η λεσβία φύση μου οδηγείται μοιραία στις γυναίκες όπως η ανδρική φύση της γυναίκας οδηγείται μοιραία στον άντρα.

Κι εδώ αρχίζει ο έρωτας, στα μπερδέματα των ρόλων. Τη στιγμή που ο ένας προσφέρει στον άλλο αυτό που δεν έχει. Το κενό του. Την έλλειψή του. Το μισό φύλλο του που είναι ο Άλλος. Διότι είμαστε μισά φύλλα και γινόμαστε ένα φύλλο δια του έρωτος και της πορνικής του συνεκδοχής.

Όλη η συμπαντική ιστορία πάλλεται μεταξύ ένωσης και χωρισμού. Μα η δική μας ένωση, η ανθρώπινη ένωση είναι η στιγμή που βρίσκεις την πατρίδα σου πάνω σ’ ένα κρεβάτι ή σ’ έναν καταπράσινο αγρό.

Διότι πατρίδα μας είναι ο σεξουαλικός Άλλος. Πατρίδα μου είναι η κλειτορίδα της  και πατρίδα της ο φαλλός μου.

Ονειροκρίτες κοριτσιών

loner

Το ναρκοθετημένο πεδίο της αποδοχής είναι η έσχατη παγίδα για την ερωτική λογοτεχνία.

Την επαναστατική ερωτική λογοτεχνία. Αυτή τη λογοτεχνία της οποίας οι τίτλοι ευγενείας έχουν ζυμωθεί στο κρύο και στο σκοτάδι.

Στο φούρνο μικροκυμάτων της μήτρας που γεννά την προμηθεϊκή ουσία του ερωτισμού και στον κολοσσιαίο μικρογραφικό λαβύρινθο της γλώσσας που δημιουργεί ένα προσωπικό είδος φωνητικής γραφής.

Διότι η ερωτική λογοτεχνία διαθέτει κλειδιά και κώδικες κι ένα ιδιαίτερο φωνορυθμικό σύμπαν.

Δεν μιλάμε για μια ιερόκρυφη σκοτεινή κώχη αλλά για ένα πολυσύνθετο ιστό απλωμένο πάνω στη σάρκα που θέλει να ακούει.

Γιατί έρωτας σημαίνει ανάγνωση και επιθυμία. Όταν σωπαίνουμε ο έρωτας μιλάει και όταν μιλάμε ο έρωτας ουρλιάζει.

Είναι η συναίρεση τού Είναι της και του Εγώ μου.

Είναι οι υπεροπτικές γεωμετρίες του άσπιλου κοχυλιού που ζητά τη σπίλωσή του.

Το σώμα μου της ανήκει.

Τα ανοιχτά της πόδια προεικονίζουν την παγίδευσή μου.

Γίνομαι ο φύλακας ενός σκοτεινού μητρώου μέσα στο κρυπτικό και αλλόκοτο σύμπαν που γεννούν οι λέξεις, τυλίγοντας στο πέπλο της λησμονιάς αυτό που γέννησε η γυμνότητα. Τα χύσια. Διότι περί αυτού πρόκειται.

Την ένωση που θα γίνει εκμηδενισμός των Εγώ και μετά χωρισμός και φθορά.

Στιγμιότυπο

perist

Μου χαμογέλασε. Με το κοφτερό χαμόγελο των πλασμάτων του αγρού. Υπολόγισε το βάρος των αισθημάτων μου χωρίς μαθηματικούς υπολογισμούς. Ακριβώς με όση δύναμη χρειάζεται η ελαφρότητα για να ποδοπατήσει τη μοναξιά. Έβαλε όση ακριβώς δύναμη χρειάζεται για να καταλάβει αν πιάστηκα στο αγκίστρι της. Οι άνθρωποι της πόλης όμως δεν καταλαβαίνουν απ’ αυτά. Ακουμπούν πάνω σου τα κτητικά τους δάχτυλα σαν ήρεμοι γερο-μπάτσοι που συλλαμβάνουν ένα αγαθό κλεφτρόνι. Σου χαμογελούν παγωμένα ή ψεύτικα, γρήγορα και βιαστικά. Μα αυτή μου χαμογέλασε κι ένιωσα πως θα μπορούσα να κουβαλήσω το χαμόγελό της στο σπίτι μου. Να το ακουμπήσω δίπλα μου το βράδυ στο μαξιλάρι, να το αγκαλιάσω σφιχτά και μια για πάντα. Μου χαμογέλασε. Κι αυτό το χαμόγελο, αυτό το πρόσωπο βρισκόταν στην κορυφή ενός λευκού γεροδεμένου κύκνειου λαιμού, τού λαιμού της κατάρας και της απώλειας.

Pokemon Go

selfie_girl_arrested600x400

Ότι δεν προχωράει μπροστά πεθαίνει. Και οι πεθαμένοι γύρω μας είναι πολλοί.

Πτώματα παντού περιφέρουν την πτωματίλα τους.

Φάτσες ξυρισμένες ή με μούσι αντί για πρόσωπα, φωτογραφίες θαρρείς σαν διαφημιστικά μπουρδέλου.

Είστε παντού πρίγκιπά μου, νοστιμούλη σιτεμένε εραστή, τυλιγμένοι εσείς με περγαμηνές βακχείας ψηφιακών φίλων, είστε παντού κυρία μου κι εσύ μυστικιστή ποιητή που εργάζεσαι την εταιρία Ποιητής και ψάχνεις πελάτες κι εσύ θεά γκόμενα που θες άρμεγμα.

Είστε παντού όντα που θέλετε να γαμηθείτε σε ετούτη εδώ την ετοιμόρροπη μπαρουταποθήκη με τη σκοροφαγωμένη σας ηθική και την ασταθή σας υπόληψη.

Είστε παντού όντα με καπέλο ή με βέλο, όχι σε δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας στραγγισμένα αλλά σε αιώνιο ντεζαβού εξυπνάδος και ομορφιάς, ατάκας και καλοπέρασης, είστε παντού άτομα που κρύβετε δύναμη, φόβο, μίσος, πόνο, θάνατο, σεξ.

Είστε ένας φονικός ιός, ένα πετυχημένο σήριαλ της μικροαστικής μοναρχίας, κάνετε ανταρσία με τα φαρμακερά σας σχόλια και τη γαλανόλευκη ματιά σας.

Σας θέλουν όλοι γιατί έχετε ωραία παιδιά, ωραία βυζιά, τρώτε καλό πρωινό και μετά γαμάτε ή μάλλον δεν γαμάτε ή μάλλον υποθέτουμε πως γαμάτε αφού φωτογραφίζεστε μόνοι και μόνες κι ο πάπας ακόμα σας ζηλεύει κι οι δεσποτάδες που ξεζουμίσουν κορόιδα, με οικογένεια ή χωρίς, με σκύλο ή με γάτα, με το μουνί της μαμάς σας ή το μουνί της αδερφής σας ή τού μπαγάσα του μπαμπά σας την ψωλή, είστε ωραίοι και όμορφοι.

Αρεστοί. Αρεστές. Αδερφοί. Αδερφές. Κρυφοί και κρυφές.

Είστε παντού, όντα κάτοχοι πτυχίου δακτυλοσκοπήσεως φίλων και εχθρών, κάτοχοι μάστερ ανασκολοπίσεως ποιημάτων, ερωτημάτων, τραυμάτων, διδάκτορες της απολυμάνσεως και της στειρώσεως.

Είστε παντού Πόκεμον, ωραία γαμημένα Πόκεμον, με τις ανθρωπίσιες φάτσες σας και την υγρή μούχλα στα ρουθούνια σας, που παραφυλάνε για μια τζούρα αποδοχής.

Αντί προλόγου

anti

Αυτός ο τύπος, ο ρυπαρός και εξωλέστατος στέκεται στη μέση τού στίχου μου βάζοντας τρικλοποδιά στην έμπνευσή μου και σαν νταρντανογύναικα που σου τσιμπάει το μαγουλάκι χαμογελά πονηρά εν τω μέσω της φράσεως και εν τω μέσω της συγγραφικής νυκτός.

Διότι όποια ώρα κι αν γράφω έξω είναι πηχτό σκοτάδι. Νύχτα. Νύχτα του κερατά.

Κι αυτός ο τύπος, ο ρυπαρός και εξωλέστατος με παρακολουθεί, εμένα και τις πλάνες μου, τις πιο λατρευτές ερωμένες μου, λίγο πριν τις οδηγήσω στο λιβάδι των αποπλανήσεων και στον ανιχνευτή ψεύδους της σάρκας όταν αγκαλιάζει άλλη σάρκα.

Είναι αυτός που με οδηγεί στη λογική και στη συστηματική τρέλα δείχνοντας πίσω απ’ τις φράσεις ιδέες και σχήματα, σαρκωμένα όλα με τέτοιο τρόπο που να μυρίζουν ιδρώτα ή αέρα του βουνού.

Σε λίγο θα ανατείλει ο ήλιος, κι η γη θ’ αρχίσει να ζεσταίνεται με τον άσφαλτο τρόπο της αιωνιότητας και τα κορίτσια θα επιστρέψουν στους δρόμους, κάνοντας βόλτες στα μαγαζιά, αγοράζοντας σπίρτα για να κάψουν όλα τα ξενέρωτα ερωτικά ποιήματα, όλα τα άρθρα και τις αναλύσεις πονηρών γέρων που πίνουν τσάι με συνοφρυωμένες γριές αλλά ονειρεύονται όμορφες νεαρές μαθητευόμενες νοσοκόμες.

Κι αυτός ο ρυπαρός και εξωλέστατος τύπος που στέκεται στη μέση τού στίχου μου, βάζοντας τρικλοποδιά στην έμπνευσή μου, θα επιστρέψει στο άσυλο τρελών για να περάσει το χειμώνα αφήνοντάς με μόνο να ανακαλύψω τον εαυτό μου.

Ωδή στην πανσέληνο

moon

Aχ! πανσέληνος σε ξέρασα μέσα στο γιαούρτι
με το μέλι και τα καρύδια. Σε έβγαλα στα
κακά και σε κοίταξα με καμάρι όπως κοιτάζουν
την κουράδα τους οι στρατηλάτες. Αχ! πανσέληνος
είσαι απλωμένη σα γροθιά στα ερείπια, σαν
τροχός στα αναπηρικά καροτσάκια των ρομαντικών.
Αχ! πανσέληνος αλοιφή του δρόμου με τα
σκουπίδια, πασαλειμένη οσμές από σκατά νυφίτσας
λευκή και κρύα σαν γύψινος επίδεσμος γύρω
απ’ το σπασμένο χέρι της πίστης. Αχ! πανσέληνος
στα ματοτσίνοτρα γύρω απ’ τις κουμπότρυπες
στροβιλιζόμενη στους γκρεμούς και τους καθρέφτες
αναβράζον δισκίο ερωτικών υγρών μύξα του ήλιου
βλενόρια ρεύσις βλαμμένων υπό το φως σου.
Αχ! πανσέληνος μνήμη από αρχαία κοριτσάκια
χνούδια λυρισμού που τα σκόρπισε στη σουηδική
ακαδημία ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης. Αχ! πανσέληνος
που θα σε τραγουδήσουνε τα ψώνια και θα σε
αλείψουν στο μουνί τους μαύρες πουτάνες λίγο
πριν βγουν παγανιά. Αχ! πανσέληνος πλύστρα
που κύρτωσες τη ράχη σου σαν λουλούδι απ’ τη
ζέστη της μέρας τρίβοντας τα κορμιά μας από
τόσες βρωμιές, εσύ φώτισες όλες τις μανιασμένες
μου μάχες με τις λέξεις και τα κορμιά

Αυτά

afta

Αγαπάς κάποιον ερωτικά όταν το πρόσωπό του σου εμπνέει μεγαλύτερη φυσική επιθυμία από οποιοδήποτε άλλο μέρος τού κορμιού του.

Μα όλες αυτές οι εξυπνάδες είναι σαν φαλλικές σκιές σε μακρινό τοίχο.

Ω! συνεργαστείτε με το αιδοίο μου κύριε, οδηγείστε το όπως τού πρέπει στην ευτυχία, ο έρωτας δεν είναι κολπική εξέταση, ο έρωτας είναι Αγάμη, αγάπη και γαμήσι μαζί.

Λέξεις βιταμίνες έρωτος

bitamin

Θα σας ξεγελάσω χειλάκια ένθερμα
νησάκια όρη και χωριά αμπέλια με
τα σκιάχτρα σας που βγάζετε σε
χθαμαλούς θάμνους στους μηρούς
τού Αιγαίου στη γεύση αλμύρας και
στη μισόγυμνη Ελένη της Τροίας
στα μαγειριά των ωραίων νησιών
στη φλεβίτιδα στην υγρασία θα σας
ξεγελάσω με στίχους απ’ την Ιλιάδα
κασέρι απ’ το μπακάλικο του Κύκλωπα
με τις πρώτες αχτίδες τού ήλιου θα
σας ταΐσω έπος πρωινό ελπίζοντας
στον πιο σφοδρό αναγραμματισμό
κι αντί για πόλεμος πατήρ πάντων
χειλάκια ένθερμα εσείς και ποντοπόρα
να δείξετε στους Φράγκους και στα
φράγκα τους πως γαμήσι πατήρ
πάντων και πως γαμήσι μήτηρ πάντων
ορατών τε και αοράτων πάντα παιχνίδια
κάνοντας η γλώσσα με τη γλώσσα

Περί της διαδικασίας ούρησης και αφόδευσης στο ύπαιθρο

kol1

είναι κεφάτη γυρίζει απ’ το σκατόλακκο 

Συμφωνήσαμε χέζοντας αντικριστά ο ένας με τον άλλον, πως, ο Χίτλερ υπήρξε ο πρώτος συνεπής νεοφιλελεύθερος.

Είναι αυτός που διατύπωσε τη φράση: Η επιτυχία είναι το μόνο γήινο κριτήριο για το τι είναι καλό και κακό.

Και φυσικά, αφού τα κακά κόποις κτώνται, εν αναμονή και προσδοκία, και τα καλά είναι απαραίτητα για να δημιουργήσουν τα κακά, η επιτυχία είναι πάντα εξασφαλισμένη.

Οι Χιτλερικοί, συμφωνήσαμε επίσης, πως είναι εμβολισμένοι μεταξύ πρωκτικού σταδίου και νεύρωσης.

Οι σύγχρονοι εξουσιαστές εμπέδωσαν αυτό το σπουδαίο μάθημα του Χίτλερ, πως η επιτυχία είναι το μόνο γήινο κριτήριο για το τι είναι καλό και τι είναι κακό.

Οι εξουσιαστές είναι επιτυχημένοι μόνο και μόνο επειδή έγιναν εξουσιαστές, άρα ως επιτυχημένοι κάνουν το καλό. Αυτό θα σας το πει ο παπάς και ο δάσκαλος, ο δικαστής και ο αστυνόμος, ο ακαδημαϊκός και ο μαγαζάτορας, ο εφοπλιστής και ο έμπορος όπλων.

Όλοι οι επιτυχημένοι άνθρωποι κάνουν το καλό. Αυτό μας έμαθε ο Χίτλερ και αυτό διακηρύσσουν σήμερα οι κληρονόμοι της βασιλείας του. Οι Χιτλερικοί χωρίς τον αγκυλωτό σταυρό. Οι άριστοι που επιδεικνύουν την αριστεία τους είναι χιτλερικοί χωρίς αγκυλωτό σταυρό. Η αριστερά, η δεξιά και το κέντρο είναι χιτλερικοί χωρίς αγκυλωτό σταυρό.

Οι Χιτλερικοί με τον αγκυλωτό σταυρό είναι ο στρατός σωτηρίας τους όταν δεν θα μπορούν πια να έχουν εξουσία, δηλαδή όταν δεν θα μπορούν να φαίνονται επιτυχημένοι από τις μάζες και το εκλογικό σώμα.

Τα πρόβατα που χέζουν στο μαντρί τους.

Στις πολυκατοικίες τους και στα σπιρτόκουτά τους.

Στη μεγάλη βαβελική οικοδομή που είναι περιτυλιγμένη από νευρώνες αποχέτευσης.

Εκεί που ακούς τις κουράδες να γλιστρούν απ’ τα ρετιρέ διατρέχοντας ολόκληρη την κοινωνική πυραμίδα πριν φτάσουν στην αποχέτευση.

Εμείς εδώ παρ’ όλα αυτά χέζουμε ως λάγνοι κατασκηνωτές, μιλώντας για εκκενώσεις και κοινωνική ανθρωπολογία δηλαδή εφαρμοσμένη σκατολογία, δείχνοντας τον ατέλειωτο θαυμασμό που τρέφουμε για το χέσιμο στην κατασκήνωση.

Το χέσιμο στη φύση είναι πολιτισμός. Δηλαδή ελευθερία.

Η φύση δεν είναι αποχωρητήριο, ένα μικρό στενό δωματιάκι που ακούγονται ντροπαλές ψεύτικες κλανιές για να μην τις ακούσουν οι καλεσμένοι μας και παρεξηγήσουν τον κώλο μας.

Στη φύση τα σκατά γίνονται κοπριά και τρέφουν λουλουδάκια και γλυκούς καρπούς.

Στην πόλη της Κυριαρχίας εκεί που τρύπωσαν όλοι για να γίνουν επιτυχημένοι και να κάνουν το καλό κατά τη Χιτλερική μαύρη ουτοπία τα σκατά είναι κάτω απ’ τα πόδια μας.

Γλιστρούν μέσα σε τεράστιους σωλήνες σουλατσάροντας νυχθημερόν σε μια αέναη σκατοπομπή, αφήνοντας αυτό το προϊόν εκατομμυρίων κώλων στο βασίλειο της υπόγειας κυριαρχίας του.

Την επόμενη φορά θα μπω σε λεπτομέρειες. Χέσιμο σε ατομικές λακκούβες, άδειασμα, εκσφενδόνιση από μακριά, βροντερές εκκενώσεις, ειδικές τρύπες με άμμο θαλάσσης και λοιπά.

Τώρα ο ήλιος κρύβεται πίσω από ένα σύννεφο και οι οσμές ελαττώνονται.

Μα όταν o ήλιος εμφανίζεται και πάλι οι μυρουδιές είναι δυνατές όπως ο ήχος της πορδής τού διαβόλου στον τρούλο της μητρόπολης των Αθηνών.

Οι χαρές δεν γελούν. Οι λύπες δεν κλαίνε.

moketa

Στο τέρμα υπάρχει πάντα η άρνηση του καλού και του κακού. Στο τέρμα αναλαμβάνει η φύση να τερματίσει τον ατερμάτιστο και ασύστολο οίστρο του πιστού.

Η όποια αναπηρία μου αποτελεί την ατελεύτητη κένωση της ύπαρξής μου και ο πόνος μου παρατείνει ατέρμονα κάθε στιγμή του βίου μου.

Θέλω να πιστέψω στο θαύμα για να γιατρέψω τον πόνο. Μα ξέρω πως ο πόνος δε γιατρεύεται.

Ξέρω πως ο πόνος εγκαθιδρύει το βασίλειό του στις ενώσεις των οργάνων μας και των υγρών μας.

Για εμάς τους βετεράνους του πόνου απομένουν μονάχα τεχνικές μιθριδατισμού και ομοιοπαθητικής.

Για να γλιτώσεις απ’ τον πόνο δεν πρέπει να επιχειρείς να γλιτώσεις απ’ αυτόν, αλλά ακριβώς το αντίθετο, να καταγίνεσαι μαζί του, με τη μεγαλύτερη προσοχή και όσο πιο κοντά γίνεται.

Τα όργανά μας μεγαλουργούν μέσα στη βία τους. Ο πόνος γίνεται ρυθμιστής του λογχισμού και της εισδοχής, του ξεχειλισμού και της κατάποσης. Ο άρχων του ερωτικού σφαγείου.

Ο πόνος παίρνει εξουσία μες στα κορμιά εμάς των αρρώστων, που οι καρδιές μας έχουν δεχτεί κατά τη διάρκεια της ζωής τους τόσες μαχαιριές που έχουν μεταμορφωθεί σε επουλωμένο ιστό.

Αναίσθητες στο κρύο, στον πόνο, στη ζέστη. Μα ακόμα πιο αναίσθητες στην υδαρή μεμβράνη της μεταφυσικής.

Στους θαυματοποιούς και τους κομπογιαννίτες, στους χοντρούς υπερφίαλους παπάδες και τους βλοσυρούς θεολόγους. Στους απατεώνες και τους ταματοφόρους.

Στις βιτρίνες που φέρουν πίστη και αγνότητα για να αποθέσουμε τα θηλαστικά μας χνώτα κι από μέσα ζυγίζουν το χρυσό.

Κι από μέσα οργανώνουν ληστείες και γιουρούσια στα καταγαμημένα σαρκία από δουλική πίστη και ψυχαναγκασμό. Οργανώνουν ψεύτικα θαύματα και παραφροσύνες.

Με το καμουτσίκι της αγάπης του θεού βάζουν τους ανθρώπους να σέρνονται στα τέσσερα ανεβαίνοντας τους γολγοθάδες ενός υπερβατικού νοήματος μέσα στον πιο ακραίο και χυδαίο σαδισμό.

Εκεί που τα προγούλια των δεσποτάδων του αιγαίου και της ενδοχώρας πάλλονται απ’ το λίπος που έχει αφήσει στα παγκάρια τους ο ανθρώπινος πόνος. Ο πόνος μας. Ο πόνος όλων μας.

Θυμήσου αδερφέ μου και εχθρέ μου, ξόανο ντόπιας ή αλλοδαπής πίστης πως καθένας μας γεννιέται κατέχοντας διπλή υπηκοότητα, μια στο βασίλειο των υγιών και μια στο βασίλειο των αρρώστων.

Και θυμήσου πως αν μπεις στον ίσιο δρόμο της υποταγής που σου προσφέρει η τρομερή εξουσία της υπόσχεσης για μετά θάνατον ζωή θα καταλήξεις αιωνίως να ποδοπατάς τον εαυτό σου.

Γιατί η αιωνιότητα είναι αυτές οι στιγμές της υγείας και της αρρώστιας, της ευχαρίστησης και του πόνου, του έρωτα και του θανάτου, της καύλας και της φθοράς, της δημιουργίας και της αποσύνθεσης.

Γιατί θα σε κομματιάσει και θα σε θρυμματίσει το σύμπαν και θα σε επανασυνθέσει με τον πιο γαμησιουργικό τρόπο.

Γιατί είσαι δεκατριών και βάλε δισεκατομμυρίων ετών. Υπερκόσμια αστρικά γαυγίσματα υδρογόνου. Βογγητά, αγκομαχητά, μουγκρητά. Μηδέν αγνότητα.

Τα πάντα

ta panta

Σκέφτομαι πως άλλαξε η σάρκα μου όταν με ρώτησες αν ήθελα να σε δω γυμνή. Η ώρα ήταν περασμένες δώδεκα τη νύχτα, καθίσαμε ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλους που βρισκόταν εκεί, και, μου ψιθύρισες στο αυτί πως όταν βρισκόμασταν μόνοι μας θα μου έδειχνες τα πάντα. Το σκέφτομαι τώρα που είμαι μόνος, τώρα που πάω για ύπνο, όπου θα δείξω εγώ σε μένα αντί για σένα, μέσα στον ύπνο μου, τα πάντα που θα μου έδειχνες εσύ στον ξύπνο μου.

Self portrait

mesel

Νιώθω πως ο εαυτός μου με φοβάται, γιατί οι κινήσεις του ήταν τόσο ασυνάρτητες όταν τού ζήτησα λίγη συντροφιά. Κοκάλωσε. Κι εγώ το ίδιο.

Ξεμάτιασμα

aftom

Το αμάρτημα των πρωτοπλάστων έχει παραγραφεί. Μετά το τέλος του σήματος αφήστε το μήνυμά σας.

***

Κλείσε το θάνατο στο κλουβί και καν’ τον ηδονοβλεψία των μηρών σου, της είπε ο πωλητής ελπίδων.

***

Ήμουν έτοιμος να φύγω για τη δουλειά. Ξεκίνησα να πάω προς την πόρτα, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν το αφεντικό. Μου ανακοίνωσε πως απολύομαι, αφήνοντάς με μόνο μαζί σου στον παράδεισο.

***

Ο κύριος Γ.Κ παραφυλάει τις αδυναμίες των άλλων. Αυτή είναι η δουλειά του.

***

Ήταν ζεστές κοπέλες. Διέθεταν για θερμομόνωση τα συσσωρευμένα επιφωνήματα των αντρών.

***

Ένας φίλος μου που επισκέφτηκε κάποτε το Άγιον όρος κατά τη διάρκεια μιας αγρυπνίας άρχισε να ανυψώνεται στον αέρα μπροστά στα έκπληκτα μάτια προσκυνητών και καλογέρων, ώσπου θυμήθηκε πως είναι άθεος και επέστρεψε στο έδαφος.

***

Ανακάλυψα πως ο πατέρας μου στην προηγούμενη ζωή του ήταν ο γιός ενός Βασιλιά. Εγώ ήμουν ο βοσκός που τον βρήκε στον Κιθαιρώνα και τον μετέφερε στην Κόρινθο.

***

Όλοι μας έχουμε μια έφεση για συνωμοσία, υπογράμμισε ο πρόεδρος στο διάγγελμά του προς το λαό.

***

Δυο παιδιά φιλιούνται μπρός την πόρτα μας. Μόλις που αργοσαλεύουν το κεφάλι τους ακούγοντας τη νύχτα. Κάποτε ήμασταν εμείς.

***

Όταν γδύνεται είναι σαν όλος ο μαγικός ρεαλισμός του κόσμου να παθαίνει συμφόρηση. Είναι σαν ο ωμός ρεαλισμός να ξεσπαθώνει. Σα να καθαρίζει λιγάκι η σεξουαλική ατμόσφαιρα του πλανήτη.

***

Της υποσχέθηκα πως θα ξανάρθω. Αποχαιρετιστήκαμε δίνοντας τα χέρια. Έσφιγγα το χέρι με σάρκα και οστά της φανταστικής μου ερωμένης.

***

Ξέχασα αν γράφω για να θυμάμαι ή αν γράφω για να ξεχνώ. θυμήθηκα όμως πως αν δε γράψω δεν πρόκειται να θυμηθώ ποτέ αυτό που ξέχασα να γράψω.

***

Ο στρατηγός πούλησε όλα τα παράσημά του για να ξεχάσει τον πόλεμο. Το αίμα πάνω στο χιόνι. Τα δόντια της παγίδας του εχθρού. Τη μέρα, που ενώ ο ήλιος άρχισε να βασιλεύει αυτός ήταν ακόμα ζωντανός. Μα ο στρατηγός δε μπορεί να ξεχάσει τον πόλεμο όσο είναι ζωντανός.

Χτύπα, χτύπα σαν άντρας

olimp

Οι ζωντανοί άνθρωποι είναι άδειοι. Ανεξάντλητα άδειοι. Δεν τους νοιάζει αν τους κοροϊδεύεις ή αν τους κλέβεις τα ελάχιστα υπάρχοντά τους.

Είναι όντα που έχουν γερά τα πόδια τους στερεωμένα στη γη σαν την παχιά χήνα που κάθε μέρα γεννά κι από ένα χρυσό αυγό.

Οι ζωντανοί άνθρωποι ξέρουν καλά αυτή την τέχνη του αδειάσματος.

Δεν είναι καλλιτέχνες ή επιστήμονες ή αθλητές-πειραματόζωα, δηλαδή ανταγωνιστικά πρόσωπα και φιλόδοξα άτομα παραγεμισμένα ακαθαρσίες ιερών πνευμάτων.

Δεν καμώνονται τους σώφρονες αλλά ξεσπούν σε τρανταχτά γέλια, γνωρίζοντας πως αυτή η απερίγραπτη ευφροσύνη ακόμα και μέσα στην καταστροφή και το λιώσιμο είναι ζωή.

Το άδειασμα είναι ζωή.

Το ξαλάφρωμα είναι ευλογία.

Μέσα στο μικρό ή το μεγάλο άπειρο, μέσα στα έθνη και τις φανέλες και μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης παραμένουν ζωντανοί και ανθρώπινοι.

Οι ζωντανοί άνθρωποι μπορεί να είναι κακοποιοί ή ποιητές, έξυπνοι ή χαζοί. Μπορεί να είναι τα πιο ασήμαντα όντα για τον πολιτισμό της σύγχυσης που την εφεύραμε για να χαρακτηρίσουμε την τάξη όταν δεν μπορούμε να την ερμηνεύσουμε.

Οι ζωντανοί άνθρωποι δεν συγκινούνται με τις σημαίες και τους νικητές. Τα βάθρα και τα βάραθρα. Τους προγραμματισμένους πρωταθλητές και τους υπερφίαλους άθλους.

Καπνίζουν ένα δυο τσιγάρα και τσιτσιδώνονται και σφιχταγκαλιάζονται σαν τα φίδια.

Είναι εκ γενετής φυτρωμένοι εκεί που δεν τους έσπειραν, ξέροντας πως έχουν όλο το θάνατο μπροστά τους.

Ανθρωποφάγοι που όταν πεινάνε μασούν λουλούδια, ακούγοντας την αρπαχτική μουσική των πεθαμένων συνανθρώπων τους, τους εθνικούς ύμνους φρέσκους απ’ τα κρεματόρια της αριστείας και του ανταγωνισμού λίγο πριν ξεχυθούν ξανά τα αιχμάλωτα κουτάβια στο κοτέτσι.

Στο παγκόσμιο σφαγείο απ’ τον Αρκτικό ως τον Ινδικό ωκεανό. Απ’ τον κόλπο του Μεξικού ως την Ανδρομέδα και τη Μέδουσα.

Απ’ τη Δαμασκό έως το Άλφα του Κενταύρου.

Αιώνια καθηλωμένοι νεκροί καταμεσής της εφήμερης αστρικής σκόνης, παραγεμισμένοι με καθήκοντα και συγκινήσεις της μιας πορδής και της μιας εύστοχης σφαίρας στην καρδιά της αληθινής ζωής.

Ολυμπιακά αθλήματα

boris art boris art

Βγάζω τις λέξεις απ’ τις θέσεις τους. Ή μάλλον αλλάζω θέσεις στις λέξεις.

Οι λέξεις είναι μαχαίρια. Και θέλει μαεστρία και θράσος για να τις καρφώσεις στην κλειστή προσωπικότητα του αναγνώστη.

Πρέπει να ξυπνήσεις νωρίς το πρωί. Χαράματα απροχώρητα. Πελώριος, άγριος.

Να δεις τις λέξεις ως κορμιά που βγαίνουν απ’ τα ρούχα τους και εσυνουσιάζοντο.

Να δεις τις λέξεις ως αθλητές που επιδίδονται σε όργια εις τις παρυφές των αποδυτηρίων. Ως υποψήφιους ολυμπιονίκες που δεν επιζητούν τον έπαινο αλλά τον οργασμό.

Να δεις τις λέξεις όχι ως δοκιμαστές αναβολικών τού Κυρίαρχου Λόγου αλλά ως ανυπάκουους οργανισμούς, παραδομένους στη συνουσία και τις μνήμες του αρχέγονου μονοκύτταρου παρελθόντος.

Να γίνεις μία απ’ αυτές, με το χέρι, με το πόδι, με τα δάχτυλα, με την καρδιά.

Να είσαι θηλυκό και αρσενικό μαζί, έξω απ’ τη νεκροποιό φωνή των ρόλων.

Να γίνεσαι μάζα και βρυχώμενη θύελλα. Πολύβουος ωκεανός που όλες οι άπειρες ζωντανές σταγόνες του να λαχταρούν το ίδιο πράγμα.

Και πάλι να διαλύεσαι πάνω στα βράχια και να ξαναγίνεσαι φτωχός και λεηλατημένος.

Να περιγράφεις περιστατικά μοναξιάς άλλων, που τους βλέπεις μέσα στο θολό καθρέφτη.

Να οπλίζεσαι για μια νέα επίθεση εναντίον του Εαυτού.

Οι λέξεις είναι ικανές να καταστρέψουν και τον καλύτερο χαρακτήρα. Σου μαθαίνουν να συμπάσχεις με κάθε καρυδιάς καρύδι.

Να έχεις πάρε δώσε με παράξενες ιδέες και να διαλύεσαι μέσα στον ηρωισμό άλλων, άλλης επικράτειας και άλλου μεσημβρινού.

Κορμάκια που δεν θα γνωρίσεις και κορμάκια που δεν θα αγκαλιάσεις για να νιώσεις το χτυποκάρδι τους, παρά, θα τα διαβάζεις αναβαπτίζοντας διαρκώς στη μήτρα της εξιλέωσής τους το σπαραχτικό και μονήρες νόημα.

Πως ο άνθρωπος γράφει και εγγράφει μνήμες, ιστοριογραφεί τα αδιέξοδά του και τις ατέλειές του αφού είναι ον με σάρκα και οστά.

Πως καθηλώνει τις λέξεις στη βία της γραφής, δηλαδή στην πιο αδρανή κακότητα, εκθέτοντας τη φύση του σε άνισες καταστάσεις τραγωδίας και μεγαλείου, γελοιότητας και βλακείας, πάθους και σοφίας, παραφροσύνης και αθλιότητας.

Love me tender

love me

Να με θάψετε εδώ εις το κρέας αυτής.
Στην Ιρλανδία.
Στο Γαϊδουρονήσι.
Στην Κρονστάνδη.
Στον Αετό Ξηρομέρου και στη νήσο Σκρόφα.
Κι αντί στεφάνου
να εκδώσετε μια ποιητική συλλογή.
Έναν κατάλογο εδεσμάτων από λέξεις.

Υπέρ της αφθονίας εργάστηκα
αδόκιμος υπαινικτικός αιδοιολάτρης

να με παραχώσετε στο κορμί της
που υπήρξε πατρίδα μου παρακαλώ

να με βάλετε στο πιάτο της να με φάει
μαζί με λαχανικά και τυριά
με χόρτα και αλλαντικά
με σύκα και σταφύλια και βατόμουρα

υπήρξα ποιητής φαγώσιμος
ερωτικό έδεσμα του πλανητικού χωριού
και τώρα θέλω να με φάει αυτή
να γίνουμε ένα
το κρέας μου να γίνει κρέας της
να μας σερβίρουν οι Ακαρνάνες στα παράλια
ως σπέσιαλ μεζέ
ερωτικό κεμπάπ
να μας δαγκώνουν
να μας καταπίνουν
τουρίστες πεινασμένοι
να νιώσουν λίγο τι εστί ελληνική κουζίνα
τι εστί σεξ έρως και γαμήσι
στις αμμουδιές του Ομήρου
στις αμμουδιές του Σύμπαντος
τι εστί αθώα ωμοφαγία εραστών
τι εστί εις σάρκαν μια
τι εστί φθορά αιωνιότης
και τι εστί βερίκοκο

Έρωτας στη Χουρμαδιά

klit

Τι να σου πω εγώ που είμαι
φαλός και αφαλός και της
συνευρέσεως ανατινάζω την
ιδιωτεία! Όλα τα πάθη δημόσια
είναι. Πράξεις κοινωνικές.
Λιωμένα σύκα κοπριές εδώ
στον μικρό παράδεισο.
Ζαργάνες και λυθρίνια και
ποιήματα κιτς. Υπομονετικά
περιμένουμε το δόλο ραψωδών
τις ρωγμές και τις κρύπτες και
το σκληρό καθήκον της ηδονής.
Συνουσιάκηδες εικονοκλαστικοί
με ποιητική ηλίαση και ρήγματα
ορίζουμε τόπους και τοπία για
να βρει γαλήνη κάποτε
η ορθωμένη κλειτορίς

Εγγραφείτε στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της μελαγχολίας

skalo

Εγγραφείτε στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της μελαγχολίας

Δεχόμαστε καθημερινά
συγκινήσεις και επιστολές με κραγιόν.
Κιλοτάκια που άφησαν ξεσχισμένα οι νευρικοί εραστές
στην πλατεία Κλαυθμώνος ενός γυναικείου κορμιού.
Πολλών διαστάσεων φιλιά
εις τα μήκη και πλάτη της επικράτειας.
Γυμνές ωμοπλάτες στολισμένες με κομφετί.
Κοπέλες χοντρές πανέμορφες
που απαγγέλουν
της ροδοδάχτυλης σχισμής το απαράμιλλο έπος.
Κλοπιμαία αρχαγγέλων
από κοινές θνητές και τα βάθη τους.

Δεχόμαστε παραγγελίες για επιγράμματα,
Αγκαλιές, φιλιά, αναφιλητά.
Παρηγορούμε νυμφίδια, νοικοκυρές,
νοικιασμένες κοπέλες,
ποιήτριες βομβαρδισμένων εκδόσεων, έφηβες
που άφησαν την τελευταία τους πνοή στην πενταήμερη
και παρθένες που ξεπαρθενεύτηκαν
χίλιες και μια νύχτες μες στον ύπνο τους.

Εγγραφείτε τώρα
στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της μελαγχολίας
θα κερδίσετε πλούσια δώρα,
λογοπαίγνια, φθορά,
λέξεις απ’ το νυχτέρι του Φίννεγκαν,
ωραία φαλλικά τραγουδάκια της μαμάς
που μου ‘λεγε πριν κοιμηθώ
πριν πάρω το στραβό το δρόμο της ποιήσεως.

Bροχούλα αυγουστιάτικη κάτω από τσίγκο

rain

Περιμένω βροχούλα αυγουστιάτικη κάτω από τσίγκο
Ακούω να βαρά και να συσπάται σαν κορμάκι
Σαν ταμπούρλο
Από ήλιο σε βροχή
Και με διάθεση καύσωνος
Του ύστερου καπιταλισμού τις αντιφάσεις
Του νευρωτικού τα γογγυτά
Σήμερα ο καιρός είναι άστατος
Υγρασία υγράδα υγρότοπος
Πάλι τα σκέλια μιανής ονειρεύομαι
Όχι το φόρο ακινήτων και το μυελό των οστών
Όχι τους καρκίνους και τους τελώνες
Κορμάκια με βουλγάρικες πινακίδες
Σλάβες με λαιμοδέτη
Ρουμάνες που γλείφουν παγωτό χωνάκι
Περιμένοντας όπως κι εγώ
την αυγουστιάτικη βροχούλα κάτω από τσίγκο

Η ποίηση τρώγεται

loloa

Η ποίηση τρώγεται κυρία μου.
Η ποίηση καταβροχθίζεται.
Σηκώνει νεκρούς απ’ τον τάφο
και τους βυθίζει σε μαλλιαρά σκέλια.

Είναι αρκετά σαφές πως η ποίηση τρώγεται.
Αν θέλετε κι εσείς να φάτε ποίηση
περάστε απ’ το ποίημα μας.

Περιμένει το ανοιχτό σας στόμα.
Περιμένει τα γαστρικά σας υγρά.
Περιμένει να τρυπώσει στα νυκτικά σας έντερα.
Περιμένει να το αφοδεύσετε εν τιμή.

Το ποίημα βρίσκεται εδώ! Βρίσκεται πάντα εδώ.

Σας προειδοποιώ κυρά μου!

Υπάρχουν ποιήματα
που μαγειρεύτηκαν χίλια χρόνια πριν
φρεσκότατα και ζουμερά
κι υπάρχουν ποιήματα χθεσινά και χθεσινοβραδινά
και τωρινά
μουχλιασμένα σάπια ακαδημαϊκά

Σας προειδοποιώ κυρία μου!

Προσέξτε τη διατροφή σας.

Mείζων δε τούτων η αγάπη

kris

Οι χριστιανοί και οι μουσουλμάνοι κάνουν τον αγώνα τους εναντίον των πειρασμών. Εναντίον των δαιμονίων και των δαιμόνων.

Προσεύχονται ως καταπεπονημένα σώματα, ως σεσηπότα σαρκία.

Ανάμεσα στην ακολασία που κουβαλούν στα κεφάλια τους και τη μελαγχολική ενοχή που τους κληροδότησε η γενειοφόρος πατριαρχία υπάρχει η υποκρισία της προσευχής και της μετάνοιας.

Πειρασμοί που πιπιλίζουν στο στόμα τους ως κουφέτα και προκαλούν σεξουαλικές δυσεντερίες και στύσεις που με σχολαστική εμβρίθεια οδηγούνται στον καμπινέ.

Οι θεοσεβούμενοι άνθρωποι αγωνίζονται εναντίον της μαλακιάς και τού γαμησιού. Βεβαίως μαλακίζονται και γαμούν αλλά μετά το μετανιώνουν πηγαίνοντας στον οίκο του θεού, ζητώντας συγχώρεση απ’ την παναγία, τους αγγέλους, τον μωάμεθ, την αγία θηρεσία και άλλες αγίες που μετανόησαν και από βιτσιόζες αφέντρες εγίναν ενάρετες χριστιανές.

Οι ορθόδοξοι και οι ανορθόδοξοι, οι καθολικοί και οι προτεστάντες, οι σέχτες και οι σεχταρισμοί τού θρησκόληπτου ποιμνίου λειτουργούν όπως το οργανωμένο έγκλημα.

Οι αλαφροΐσκιωτοι πειραγμένοι ισλαμιστές σκοτώνουν με τα όπλα που φτιάχνει αυτή τη στιγμή ένας προτεστάντης στο Μπέλφαστ, ή ένας καθολικός στη Λυών, ή ένας ορθόδοξος στο Αίγιο.

Η πίστη ανά τους αιώνες καταλήγει στα χαρακώματα, διότι ο πιο ακραιφνής ριζοσπαστισμός της είναι η υπεράσπισή της.

Απ’ τους αρχαίους μαλάκες της Σπάρτης που πετούσαν τα παιδιά τους στις ιερές χωματερές μέχρι τις σταυροφορίες και το ισλαμικό κράτος οι πιστοί ξεκοιλιάζουν τους απίστους.

Αυτούς που δεν δέχονται συνιδιοκτήτη στο μουνί και στον πούτσο τους.

Αυτούς που θεωρούν θεϊκό και θαυμάσιο το ίδιο το γεγονός της ζωής.

Αυτούς που δεν μαγαρίζουν τον έρωτα με εντολές και απαγορεύσεις που οδηγούν στο έγκλημα και στα σκατά.

Όλοι οι θρησκευόμενοι είναι ταλιμπάν εν υπνώσει που κάποια στιγμή θα ξυπνήσουν παίρνοντας το νόμο στα χέρια τους για να κατασφάξουν όλους εμάς που από ενάρετοι παλεύουμε μια ζωή να γίνουμε αμαρτωλοί.

Να ξύσουμε απ’ το πετσί μας δυο χιλιάδες χρόνια Κυριαρχίας και Θεοκρατίας. Παπαδίστικης πουστιάς και υποκρισίας. Αριστείας και ταπείνωσης. Πλούτου και φτώχιας. Χλιδής και εξαθλίωσης.

Γι’ αυτό δηλώνουμε ευθαρσώς και μετά πλήρους γνώσεως πως οι λεγόμενοι λατρευτικοί χώροι είναι στρατηγία μισαλλοδοξίας που αφιονίζουν πονεμένους και διανοητικά καθυστερημένους ανθρώπους.

Ξέρουμε καλά πως όταν το υπουργείο παιδείας και το κράτος θρησκεύεται η κοινωνία γεννά τέρατα.

Ξέρουμε πως η σύγχρονη θεοκρατία πάει αγκαζέ με τον καπιταλιστή και τις φοράδες τού φασισμού που χέζουν πλέον τις ναζιστικές τους ιαχές μέσα στον κοινοβουλευτικό στάβλο.

Ξέρουμε το δηλητήριο που οδηγεί στην παράλυση της σκέψης, μεταξύ φόβου και παράβασης. Τις βόμβες, τα μπαζούκας, την αγριότητα. Τα πατριαρχεία και τους μουφτήδες.

Ιέρειες τού Ιερολιμένος

skin

Είναι οι τρεις χάριτες και ομιλούν τη γλώσσα της χάριτος.

Μαζί κολυμπήσαμε στη ζεστή θάλασσα, κοντά σε αρχαιοελληνικά πηγάδια.

Ο σφυγμός τους από αίμα και ζουμιά έφτανε στ’ αυτιά και στα μηλίγγια μου. Η όψη μου έμοιαζε αρνίον τελόν εν διακορεύσει υπό τους αστρολάβους των θήλεων καμπυλών τους.

Κι αυτές αμφίδρομες και αμφίστομες, όλο βουτιές απ’ ανατολήν εις εσπέρα, κυματιστές και τραγανές έως εκπορνεύσεως.

Τρόπον τινά η ποίησίς μου εκρύγνητο εις το άβατο των υποβρύχιων ασπασμών με τα χαρίεντα αιδοία, εις την έκρηξη των γενετήσιων φυσαλίδων απ’ τα σπάργανα τού σύμπαντος.

Μέσα στον άπειρο εορτασμό διακορεύσεως των όντων, τελεσφορώντας Πριαπικά επιγράμματα στο χείλος κοχυλιών, χυδαία λογοπαίγνια ανδρών επιφανών που έσκαγαν σαν κροτίδες.

Μαγείρισσες ιέρειες τού ιερολιμένος απόθεταν μυρωδικά και βόλια και τιμαλφή ονείρωξης πάνω στην κλίνη των ερώτων, στα ρουμς του λετ της απολήξεως της Πίνδου, το δείπνο ετοιμάζοντας των τριών Χαρίτων με τον πανάχραντο φαλλό.

Ω! σ’ έναν μέλλοντα καιρό με κοριτσάκια ποντοπόρα και λαγνείες, μανιάτισσες και εθνικές θα αποθέτουν εις το Ταίναρο το φλούδι τους.

Με δάχτυλα μετάνοιας οργασμού θα συντονίζουνε τον Άδη με το σπέρμα μου.

Ακούγοντας της Αφρικής ψαλμούς, ανίερα εγκώμια που φέρνει ο άνεμος στ’ αυτιά μοιρολογίστρας, κάψες και αγκομαχητά, όργια και ταμπούρλα.

Τις μυρουδιές γυμνού κορμιού μαύρου και καυλωμένου.

Ω! σ’ έναν μέλλοντα καιρό που θα νικήσουμε το χρόνο και οι αποικιοκράτες θα λιώνουν αβοήθητοι στους βόθρους του Μελιγαλά και στις πηγάδες, θα είναι η Μεσσηνία με τα σύκα της βασίλισσα οργασμών και περιχώρων και θα είναι οι γκρεμοί με τα φραγκόσυκα πρίγκιπες και τρυφεροί γαμιάδες.

Ω! σ’ έναν τέτοιο μέλλοντα καιρό θα ξαναγεννηθούμε. Οι τρεις χάριτες κι εγώ, οι κονκισταδόροι τέρψεων, οι αθώοι.

Δόλωμα για νυφίτσες

doloma

Ο Δον Κιχώτης έχωσε το κεφάλι στη μασχάλη κι άρχισε να τρίβει τα ρουθούνια του.

Ανέμελος στην ησυχία της νύχτας, σχεδόν υπνωτισμένος και ελεύθερος σαν μεθυσμένος νεκροθάφτης, ξαπλωμένος στην ταφόπλακα δίπλα στην υγρασία και τη μούχλα, κοντά στους ποντικούς που ροκανίζουν τα κιβούρια, μύριζε πάνω του το άρωμα της Δουλσινέας.

Ερεθισμένος απ’ την αψιά μυρουδιά που έμοιαζε με άρωμα αγριόχηνας γαρνιρισμένης με ελιές και κρεμμύδια.

Μύριζε την μεθυστική μασχάλη της.

Μύριζε τον ιδρώτα όλων των γυναικών και όλων των ανθρώπων απ’ την παιδική ηλικία ως τα γεράματα, ακολουθώντας την διαδρομή που τον οδηγούσε απ’ την ξινίλα του χυμένου γάλακτος στο δέρμα του βρέφους στη λιγότερο στυφή και πιο γλυκανάλατη ξινίλα των γηρατειών.

Μονάχα ο Σάντσο Πάντσα θα μπορούσε να τον ξυπνήσει απ’ το λήθαργο.

Μα ο Σάντσο Πάντσα ήταν ήδη νεκρός και μόνος κάτω απ’ την κρύα γη, κρατώντας σφιχτά το σπάγκο με το κεφάλι του πετεινού.

Photodynamic Portrait of a Woman

phot

Μνήμη Anton Giulio Bragaglia

Ξυπνώντας απ’ τη χιμαιρική εμπειρία τού πάνω και τού κάτω, αφού δεν ανεβαίνω αλλά ούτε κατεβαίνω, παρά μονάχα προχωρώ, εισβάλλοντας στις γεωμετρίες της άλλης ζωής που απαιτούν την ετυμολογία τους.

Πρόκειται για το μύθο της σαρδόνιας ανθρωποποίησης του βαρυτικού πεδίου.

Η κλίμακα με οδηγεί αλλού, με οδηγεί εκεί στην τύχη που αναβάλλεται και στην ποίηση που επικρέμεται ως επιθυμία.

Αχνοχαμογελώ δίπλα στον μίτο της αράχνης και στον λαβυρινθώδη ιστό που μεθοδικά εξαργυρώνει στα σκέλια κάποιας τα εύσημα της μηχανικής του τελειότητας.

Βάζω το νόημα απέναντι απ’ την ορατή τάξη των πραγμάτων.

Όσο φουντώνουν οι επιθανάτιοι σπασμοί της τυφλής ορθολογικότητας, τόσο η λογοτεχνία τραβιέται μακριά απ’ την έλλογη γνώση, σ’ ένα πεδίο χωρίς επιβεβλημένη μορφή, όπου δεσπόζουν συγγένειες εκλεκτικές αλλά όχι ιεραρχίες, διαμορφώνονται υπάρξεις αλλά όχι εγωισμοί, αναπηδούν σχήματα αλλά όχι ερμηνείες.

Αυτή τη σκάλα ούτε την ανεβαίνω, ούτε την κατεβαίνω, παρά μονάχα τη διασχίζω.

Όλη η δολιοφθορά τού πάνω και τού κάτω διυλίζεται στη λήθη των αρχέγονων ονομάτων, ακραγγίζοντας την ενότητα τού κόσμου.

Διασχίζω, λοιπόν, αυτή τη σκάλα της γραφής ανάμεσα στην ανθοφορία τόσων πόθων και τόσων λυρισμών, συνδυάζοντας τ’ ανθρώπινα φωνήματα ως την επιθανάτια διάτασή τους.

Ώσπου οι ουρανοί να χηρέψουν από νοήματα αφήνοντας τον μαύρο πέπλο τους να καλύψει δια παντός το ανήσυχο κορμάκι ενός φαρσέρ.

Οι Φάρσες

oi farsew

Ω αναγνώστη και ω αναγνώστες! υπάρχετε ο ένας και οι πολλοί. Μέσα στους πολλούς βρίσκεται ο ένας και μέσα στον έναν οι πολλοί.

Διαβάστε ότι χρυσοπληρωμένο δώρο σας προσφέρει η κυριακάτικη εφημερίδα σας.

Μελέτες για την οικονομία, δοκίμια για το θέατρο, καμασούτρα της ιεράς μητροπόλεως, προφητείες γερόντων, αφροδίσιες μαλαγανιές, πολιτικές διακηρύξεις, διαφημιστικά φυλλάδια, απομνημονεύματα χασάπηδων, οδηγούς για το χρηματιστήριο, εκκλήσεις για τη σωτηρία της ανθρωπότητας, κλασικά μυθιστορήματα και αποφθέγματα σοφών, τσελεμεντέδες για οικόσιτους μερακλήδες, βιογραφίες πλουσίων και νεκρολογίες.

Διαβάστε τα όλα επί τροχάδην, λες και το εσπευσμένο της ανάγνωσης πρόκειται να είναι το βασικό ελαφρυντικό σε κάποιο δικαστήριο που θα σας δικάσει ως χασομέρηδες.

Θεατές μέσα στο θέαμα της ανάγνωσης, αγκαλιά με την παρακμή των επετηρίδων, των ακαδημιών και των βραβείων.

Σήμερα που η δόξα έχει κάψει τα φτερά της, ω αναγνώστη και ω αναγνώστες! τρέξτε να προλάβετε την άμετρη ασυδοσία των διαστημικών αποστάσεων, τώρα που η γήινη σφαίρα μίκρυνε δραματικά και ξέρουμε πια πως δεν είμαστε παρά ένα περιθωριακό αστεράκι στην άκρη του γαλαξία.

Τώρα που ξέρουμε, πως, ο χρόνος που τόσο μοχθήσαμε να δαμάσουμε έγινε δύναμη περισσότερο επίβουλη και μυστηριώδης από ποτέ.

Και ο αρχαίος απέραντος πλανήτης έγινε πεδίο βολής των εμπόρων και της συναλλαγής.

Τώρα που ξέρουμε πως μόνον ο έρωτας και το παιχνίδι των καταστάσεων της καθημερινής ζωής είναι η μόνη και μοναδική τέχνη αλλά και η κατάργησή της μαζί.

Ω αναγνώστη και ω αναγνώστες! κανένα ρίγος δεν πρέπει να σου είναι ξένο και κανένας πανικός δεν πρέπει να μείνει ανέκφραστος.

Αναμνηστικό Υπάτης

Jenny Saville

Αρχίζω με το γράμμα ξ σήμερα
και ξύνομαι στη γκλίτσα τού
ποιήματος και στις γάμπες της
αιωνιότητος και κάτω απ’ την
μασχάλη της τρυπώνω ως χειρό-
θλιψ και προχωρώ εις τα ενδότερα
και της γονιμεύω τα σπλάχνα και
περιμένω το μεσημεριανό φαγάκι
και την έμπνευση, τα φωνήεντα
απ’ το στόμα της, το σάλιο της
δίκην εκφυλισμού τού αστερισμού
των οδόντων, δίκην Γουτεμβέργιας
ιδιοτροπίας, δίκην αστοχίας υγρών,
δίκην στιγμιαίας διακόρευσης
παρθενικού υμένος εις την λουτρόπολη
Υπάτη, δίκην ανασκολοπίσεως μιανής
που κάλπασε δολώνοντας με δάχτυλο
γυμνό βυθούς και κρακεράκια
πορτοκαλάδες και χυμούς, να καταπιεί
το ακανθώδες πυρ της καύλας
να ρευτεί, όπως το έρεβος ενδίδει
μες στα σπλάχνα, κομίζοντας εις τα
σεπτά τα δώματα αντήχηση ηδονών
και προανάκρουσμα νιφάδων οργασμού
και σπλάχνων τετμημένων, κομίζοντας
εις την τέχνη της ποιήσεως
παράσημα ευσπλαχνικής μουνίλας

Το Γραφείο μου

to grafio

Το γραφείο μου με τις όποιες προεκτάσεις του, θεολογικές ή δαιμονολογικές, τις διαστάσεις του και την αυτοαναφορικότητά του, την φρενιτιώδη ιδιοσυγκρασία του, τους λεκέδες από καφέ και σπέρμα, τα τρίματα καπνού και στάχτης.

Το γραφείο μου ως μνημείο διανοητικού εκφυλισμού. Ως ένα ερωτικό τετράποδο ζώο, ως μια καλύβα μεταφυσική αποκομμένη από τον διαρκή και επίμονο θάνατο.

Άλλοι διαβάζουν στο κρεβάτι, εγώ κοιμάμαι στο γραφείο. Εδώ μου έχουν συμβεί τα πιο παράλογα ατυχήματα και η έμπνευση εδώ πάτησε για να ανέβει σε μένα.

Εδώ πολλές φορές η ακραία διάταση της γλωσσικής αίσθησης πήρε τη μορφή ατυχήματος και εκδηλώθηκε σαν υστερική αφωνία.

Στο γραφείο μου παρότι άφωνος κραυγάζω.

Ζώντας στον αγριότοπο τού γραφείου καλωσορίζω νωρίς το πρωί έναν άντρα με πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο και κάνα δυο καλές κουβέντες.

Στο γραφείο μου επάνω υπάρχει πάντα το νέο βλασφημητάρι, απαραίτητο εργαλείο για φιλολογικές επωδούς και ποιήματα τού νέου αιώνα που η γλώσσα βρήκε το θάρρος να επαναστατήσει.

Θα στεγνώσει κάποτε το αίμα; αναρωτιέται ο Χόρχε Σεμπρούν, στην τελευταία σελίδα, στην τελευταία γραμμή του μυθιστορήματός του κι εγώ αναρωτιέμαι αν θα στεγνώσει κάποτε το μελάνι και ο γραφίτης και οι κρύσταλλοι στην οθόνη κι εάν ετούτη εδώ η εμμονή στο σκάνδαλο, στη βεβήλωση, τη σκατολογία και την σπίλωση θα βρει ποτέ δικαίωση εκτός γραφείου. Εκτός συνόρων τού εαυτού. Εκτός τού δούρειου ίππου.

Και τι θ’ απογίνουν όλα αυτά; θα μετατραπούν σε επιτάφια κτερίσματα, παίγνια αγνώστων σκυλευτών και τυμβωρύχων και νεκρόσυλων;

Θα καταλήξουν γάτες σε τσουβάλια και σακιά ή θα σφιχτούν σα βρόγχος γύρω απ’ τον ανθρωπολογικό ύπνο;

Το γραφείο μου που αγαπώ και με αγαπά, το αμόνι μου πάνω στο οποίο ως σφετεριστής συντρίβω με αμβλύ όργανο όσα κάποτε αγάπησα.

Το γραφείο μου ως βάραθρο πάνω στο οποίο υψώνω το δικό μου εκφοβιστικό μνημείο γύρω απ’ τα συντρίμμια τού φριχτά παραμορφωμένου κόσμου.

Το γραφείο μου θα γίνει κάποτε ένα σπουδαίο κοτέτσι με λεπτό σύρμα και καταχθόνια μυρουδιά από κοτσουλιές και βρεγμένο χώμα. Θα το κάψουν για να ζεσταθούν τα παιδιά μου. Θα το βαλσαμώσουν οι επίδοξοι εραστές και θα το αφιερώσουν στη διαβολική λατρεία τού μηδενός που ήθελε ν’ αποκαλείται πνεύμα.

Κυβέρνηση της Αμμουδιάς

kib

Γιορτάζουμε σήμερα το σχηματισμό
κυβέρνησης της Αμμουδιάς, τη ροδαλή
αυγή στα χωράφια, τα κεφτεδάκια στα
τάπερ και τις μασημένες ξανθιές, λόγια
γραμμένα σε κονσέρβες, ανοιχτήρια,
ρακέτες, κινητά, σλάβες που κούρνιασαν
με τα περιστέρια, τσαλαπετεινούς που
τσαλαπατήθηκαν από παραθεριστές,
θεριστές που θάφτηκαν στη σχισμή
της αφθονίας μιας πλούσιας Σκανδιναβής
και μιας φτωχιάς ξηρομερήτησας,
μαστόρια απ’ την Ανδαλουσία,
οξυγονοκολλητές απ’ την Κουάλα
Λουμπούρ, χασικλήδες απ’ την Άρτα,
νύφες απ’ το Σαν Ντιέγκο, πλούσια
μπούστα, Αρθούρους πωλητές πάγου,
μια χαρτορίχτρα από ποίημα τού Έλιοτ,
βαλέδες και ανδρόγυνα. Γιορτάζουμε
βολβούς οφθαλμούς χείλη δέρμα
ρόγες νύχια υγρά μέλη τού σώματος,
μέλη της κυβερνήσεως της Αμμουδιάς,
μέλη τού κογκρέσου τού βυθού, μέλη
της γερουσίας των μπανιστιρτζήδων,
μέλη της εσωτερικής εκσπερμάτωσης
και του υποθαλάσσιου αυνανισμού, μέλη
των νοικοκυραίων και της ρεύσης,
μέλη των κοριτσιών χωρίς σουτιέν και
μέλη των αποτριχωμένων ηγεμόνων,
μέλη των φρεσκογεννημένων και μέλη
των υποψήφιων νεκρών, μέλη κυλιόμενων
προσκυνητών εις τους πόδας μιας Ελένης,
μιας Μαρίας, μιας Ιστάρ, μιας λευίτισας των
αποδυτηρίων, μέλη της μεγάλης σχολής
τού γένους των γυμνών, μέλη της
κυβερνήσεως των ακτογραμμών, μέλη τού
πανερωτισμού και της προώρου χύσεως,
μέλη που εστριμώχνοντο εις τα κάτεργα
της κάψας πέριξ του υπουργικού συμβουλίου
των οσμών, πέριξ της υφαλοκρηπίδος
τού πλανήτη Γή, πέριξ των ηδονών της
βραδινής σιγής, πέριξ της αστρικής νυκτός
και πέριξ του καπνού των καυσοξύλων.

Σάντα Μαύρα ή Η σούπα της πορνείας

soupa

Πως το θρεφτάρι μάτι μου
εισβάλει ξαφνικά στη Βαβυλών!
μητέρα όλων των πορνών της γης
μητέρα της αναπνοής των εραστών
μητέρα της νυχτιάς του τελευταίου άστρου!

Κλείσε τα μάτια κοίταξέ με.

Της μούσας το φερέφωνο ιδού.

Και είδα μια γυναίκα
καθισμένη σε ένα κόκκινο θηρίο
-γεμάτο ονόματα βλαστήμιας-
στο χέρι της κρατούσε μια κουτάλα
κι ανακάτευε βδελύγματα
και βρώμες της πορνείας
μες στο μαύρο της τσουκάλι
εις την νήσο Σάντα Μαύρα
με τα πολλά τσουκάλια
και τους μαύρους Τσουκαλάδες
κοιτάζοντας την πλώρη καραβιού
σαν παγωτό που έλιωνε
στον κόρφο μιας παιδούλας,
τις στάχτες αναδεύοντας, τα κάρβουνα,
να πάρει βράση η κρυψίνοη συνουσία
να χυλώσει η σούπα της πορνείας
η σούπα των αγκομαχητών και των αιδοίων
η σούπα μου πες όμορφα λόγια χθες
ωδές νυχτόβια νυμφίδια
πως βγάζουν το βρακί
και ξεγλιστρούν στο πέλαγος
στην παραλία Καμίνια
πως σκαρφαλώνουν οι ακρίδες
στο λαιμό μιας ζωντοχήρας
πως χαίρονται τον καύσωνα
οι ωραίοι χασικλήδες.

Αχ! ωραία σούπα, πράσινη και πλούσια
Που περιμένεις στη σουπιέρα υπερούσια
Και τι δε θάδινα μια κουταλιά σου νάχα αυτούσια!

Σούπα του βραδιού, ωραία σούπα
Σούπα του γαμησιού με το ζεστό ζουμάκι
Και ποιος δε θάδινε στο διάολο την ψυχή του
Να’ χει ένα πιάτο σούπα ακόμα
πριν τον σουτάρουνε στο χώμα!

Να μας βρει ο θάνατος τρώγοντας σύκα

na maw

Ήλιε μαράθηκαν τα κορίτσια
οι λογοτεχνίες η φιλία. Το
ουρλιαχτό του Γκίνσμπεργκ
έγινε η Βίβλος του πράκτικερ.
Οι ξανθές τώρα ποντάρουν
στο λύκο κι οι μελαχρινές
στο θεό. Πρόστυχα τραγουδάκια,
καφές ένα ευρώ. Ο αφαλός κόρης
που λιγώθηκε. Γύρω ο θάνατος,
τα ταξί. Μυρίζω ο ευφυής τη
θεά χοληστερίνη. Ψησταριές
που εκβάλουν σε φουστανάκια.
Κατσικάκια που πήγαν άκλαφτα.
Προλετάριοι που χάθηκαν στον
ουρανό. Γραφειοκράτες που
σκόρπισαν την τέφρα τους στο
Αιγαίο. Ανώμαλοι που τρύπωσαν
στον Άθω. Ήλιε σκοτάδι απ’ την
ανάποδη, ματάκι της έναστρης
νύχτας, φιλοπαίγμον ήλιε των
γκρεμών, ήλιε χαδιάρη πρόστυχε
που μας τυφλώνεις απ’ τον
καθρέφτη του γιοταχί και μας
καις τα κορμάκια ιδού τα κορίτσια
οι λογοτεχνίες η φιλία. Εμείς τα
τομάρια στους φράχτες της αυγής.
Εμάς που σου γράφουμε τόσα
και τόσα κρυφά γλυκομίλητα
σπέσιαλ, κράτησέ μας φρέσκους
υγιείς καυλωμένους να μας βρει
ο θάνατος τρώγοντας σύκα

Ερωτική αυτοδιοίκηση

erot

1
Στριφογυρίζω
ανάμεσα στα μπούτια σου.
Είμαι κυνηγημένος
απ’ όλες τις στιγμές
που θα ζήσω χωρίς εσένα.

2
Έλα! Καύλωσε!
Καύλωσε! Καύλωσε σαν ελάφι!
Καύλωσε σαν άγριος τράγος!
Έτσι θέλει η Αστάρτη.
Έτσι θέλει το καυλωμένο κορίτσι.

3
Συλλαβίζω τις ηχητικές δονήσεις σου
σαν πρωτόγονος μουσικός.
Ιδρύω την ερωτική αυτοδιοίκηση
γιατί δεν έχω χρόνο.

4
Τα πολιτικά συστήματα είναι βαρετά.
Οι μισάνθρωποι πολιτικολογούν
με όλο τον απελπισμένο αντιερωτικό τους οίστρο.

5
Γράψτε τώρα το ερωτικό σας ποίημα
και στείλτε το στο δήμαρχο.
Μαζί με τα δημοτικά σας τέλη
πληρώστε και τα καυλωτικά σας τέλη.

6
Ακόμα κι απ’ τα φθαρμένα καπέλα
ξεπετιούνται κάποτε
ολόφρεσκα λαγουδάκια.

7
Αποδυναμωμένες
από την ευτελή τους πολυχρησία
οι λέξεις προσπέφτουν ικέτισες
στο βωμό τού αντίπαλου δέους.

8
Η κλειδωνιά του μυστικού δεν ανοίγει
αν οι λέξεις δεν προφερθούν σωστά.
Οι πύλες τού παραδείσου δεν ανοίγουν
αν οι γλώσσες δεν λαδώσουν τα μάνταλα.
Η αφωνία της καρδιάς αποτρέπει τους τυχάρπαστους.
Απογοητεύει τους βιαστικούς.
Παραπλανεί τους θρησκόληπτους.
9
Μα, η φωνή της καρδιάς
είναι η ποιητική επέλαση της ηδονής.
Θα πρέπει πρώτα με την καρδιά σου
να τραντάξεις το καυλωμένο κορίτσι.

10
Και να ξέρεις πως,
το βαθύ δάσος της ερωτικής στιγμής
έχει διαφορετικής ποιότητας απεραντοσύνη
από κείνη του σύμπαντος.

Life Is Life

life

Όλες οι φιλήδονες σκέψεις είναι τοποθετημένες κάτω από την προστασία του θανάτου.

Οι εραστές συνομολογούν καλές σχέσεις με τον θάνατο. Διότι γνωρίζουν πως ο θάνατος δεν είναι απειλή αλλά βεβαιότητα.

Δεν είναι ούτε φάντασμα, ούτε μυστήριο, αλλά ένα απλό φυσικό φαινόμενο, λογικό, ψυχολογικά αναγκαίο και επιθυμητό.

Μα η εμμονή στη θεώρηση του θανάτου αποτελεί λεηλασία της ζωής.

Η θανατοφοβία των ποιητών πυροδοτούσε πάντα υπόγειες αλυσιδωτές αντιδράσεις ανατινάζοντας όλα τα νοήματα.

Ο συλλογικός φθόνος για την αιώνια φθορά και η άχρηστη μα αληθινή γνώση πως η γη θα γίνει παρανάλωμα του ηλιακού πυρός, βάζει τους ποιητές να ανακατεύουν στο αφηγηματικό τους τσουκάλι κάθε ποιητική προφητεία.

Ο Έλιοτ, στο ποίημά του Οι Ασήμαντοι Άνθρωποι, θεωρεί δεδομένο πως ο κόσμος θα σβήσει σαν ελαττωματική κροτίδα, με ένα απογοητευτικό σύριγμα, όχι με κρότο αλλά με λυγμό.

Ο Ρόμπερτ Φροστ στο ποίημά του Φωτιά Και Πάγος έχει κάπως καλύτερη γνώμη για το ανθρώπινο είδος, αμφιταλαντευόμενος μεταξύ ενός κόσμου που θα καταστραφεί από φωτιά ή από πάγο. Τελικά προτιμάει τη φωτιά όπως οι περισσότερες μυθολογίες τού κόσμου.

Κανείς δεν φαντάζεται την ανθρωπότητα να σβήνει σιγά σιγά μέσα στην όμορφη νυχτιά. Φανταζόμαστε ένα ένδοξο φλογερό τέλος.

Μα όποιο τέλος κι αν φανταζόμαστε εμείς δεν πρόκειται να το ζήσουμε ποτέ, αφήνουμε όμως πίσω μας, όπως τα σαλιγκάρια, την λογοτεχνική μας μύξα, αυτό το έκκριμα που προέκυψε αναδεύοντας τους μυστικούς κύκλους τού έρωτα και τού θανάτου ίσα ίσα για να ξεραθεί κι αυτό στον ήλιο της ζωής ή να θρέψει καχύποπτα φιλολογικά ζωύφια.

Θηλυκού εγκώμιον ανεξιχνίαστο

klio

Μα, είσαι ολόκληρη από σάρκα
και τα κλαδιά σου και τα χάδια
σου από σάρκα. Είσαι θυμάρι και
λεβάντα, μισθωτή σκλαβιά και
γιασεμί. Εμπόλεμη ζώνη μαντζουράνα
παράκτιο οικοσύστημα ασβός
νερόκοτα αλεπού. Είσαι χώμα και
τσιγκέλια αρχαίο πνεύμα αθάνατο
είσαι πλαστικό ποτηράκι ντιρλαντά
ντιρλανταντά είσαι εσπερόβιο έντομο
ξερολιθιά μεσαιωνικός τροχός
λεφτουδάκια γύφτος και γύφτισσα
μαζί είσαι της στύσης μου ο άμβωνας
είσαι το κόμμα του λαού η λύσσα
είσαι προσφυγικός καταυλισμός
πολιτικός κρατούμενος είσαι χώμα
και υγρά και σπόροι. Κι ότι υπόσχεται
ο έρωτάς σου το εξασφαλίζει η λεηλασία.

Ιχθύων και έρωτος

karabi

Το καλοκαίρι
θα εξαλείψει
το χλωμό χρώμα σας, κορίτσια.
Χαϊδέψτε τα μαλλιά σας
που φτάνουν στα χέρια μου από μακριά
αφήνοντάς σας
εντελώς γυμνές.
Αφήστε τα χείλη σας
στην αλμυρή λίγδα του ανέμου.
Τ’ αυτιά σας
στον ψίθυρο της πολυμήχανης λέξης.
Τη μύτη σας έκθετη
μεταξύ ιχθύων και έρωτος.
Αφήστε στο δέρμα μου έστω μια δαγκωνιά
απ’ όλα αυτά τα ατίθασα δοντάκια
που μασήσανε τους έρωτες.

Νωχελικοί αρουραίοι με παιδικά μάτια

noxel

Ο αγώνας ενάντια στις ιδεολογίες έγινε καινούργια ιδεολογία και το πάθος για ζωή έγινε λίστα με μικροπράγματα και κατάστιχα με λογαριασμούς.

Απ’ τους πειθαρχικούς μαθητές της παλιάς εποχής περάσαμε στους κλέφτες των ιδιοτροπιών του δασκάλου.

Σε μια μίμηση άνευ ορίων και όρων που δημιουργεί τέλεια αντίγραφα ενός και μόνο πράγματος. Μιαν ομοιομορφία που τρέφει τον πιο έντονο ατομικισμό κι απ’ την οποία δεν ξεπηδά παρά η μοναξιά.

Άνθρωποι που μοιράζονται το ίδιο πνευματικό κελί και το ίδιο υπαρξιακό ορυχείο.

Άνθρωποι που βιάζονται και δεν περιμένουν την εποχή να γεννήσει τους καρπούς στην ώρα τους. Άνθρωποι που βιάζονται να μεγαλώσουν.

Άνθρωποι που θέλουν σύκα το καταχείμωνο και φτιάχνουν σύκα το καταχείμωνο. Μα σ’ αυτή την πράξη δεν υπάρχει σοφία αλλά κυριαρχία και απόγνωση.

Η αλαζονεία του παντοδύναμου όντος που βομβαρδίζει σύννεφα για να βρέξει και λιπαίνει τη γη με δηλητήρια για να βλαστήσει πρόωρα και γρήγορα.

Μα η αλαζονεία είναι η πιο προδοτική αδυναμία. Διαπερνά τη συνείδησή μας σαν τον πανικό. Γρήγορη, ρευστή σαν τον υδράργυρο, πλημμυρισμένη ως τα μύχια από τον ανείπωτο τρόπο της μετάδοσής της.

Γλωσσικό ζήτημα

tad

Της δόθηκα και μου δόθηκε
αφού και οι δύο υπήρξαμε
ερπετά. Θέαμα στα μάτια
ανεπιθύμητων αστών και

βεβαίως σουλατσάραμε τις
νύχτες στην πόλη των ιδεών
και ψάχναμε κάτω απ’ τις
πέτρες και τις φούστες των

κοριτσιών, αθέατοι σαν τον
άνεμο, αισθησιακοί, γυμνοί
μάθαμε τα χιλιάδες ανθρωπάκια
πως διαβιούν απ’ τον καιρό

της μεγάλης έκρηξης, μάθαμε
για κυρίους που ταξιδεύουν
στην Ταϋλάνδη για να γνωρίσουν
μιαν ήρεμη τίγρησα, μια παιδούλα

στις ακρογιαλιές της παιδεραστίας.
Μάθαμε κουτσά στραβά αγγλικά
γλώσσες του εμπορίου ανθρωπίνων
οργάνων, γλώσσες του θεού και

του διαβόλου, γλώσσες των
γραναζιών του ρολογιού που
κρατάει το σύμπαν ζεστό ψυχρό
υγρό, γλώσσες με σπυρί και

μόλυνση, γλώσσες κομμένες
και πεταμένες σε κουβάδες
γλώσσες που γλείφουν με
πυγμή την ποιητική μας ιλαροτραγωδία.

Αμανές

baret

Η ζωή είναι τόσο βαρετή
που κάποιοι γράφουν ποιήματα
για τη βαρετή ζωή!
Mα είναι βαρετά ποιήματα
κι όταν τα διαβάζεις
βαριέσαι τόσο που σκέφτεσαι
πως η βαρετή ζωή
είναι προτιμότερη
απ’ τα βαρετά ποιήματα
που μιλούν για τη βαρετή ζωή.

Φαινομενολογία τού πνεύματος των τζιτζικιών

τζιτζι

Εδώ ο θάνατος και η ζωή είναι ένα. Ενσωματωμένα. Εδώ ο πυρήνας κάθε ποιητικής, βουλιμικά μεταμορφώνεται σε ομορφιά που βγάζει φτερά και τραγουδά σκωπτικά την επανάληψη της ευχαρίστησης και την ευχαρίστηση της επανάληψης.

Διότι ο τζίτζικας δραπετεύει απ’ το αρχικό σχήμα. Αλλάζει περιβάλλον. Εισβάλει στον πραγματικό κόσμο για να φάει, να τραγουδήσει και να γαμήσει. Και μετά πεθαίνει δια παντός.

Αφήνει τους σπόρους του μονάχα και τα απολιθώματα τού έρωτά του μέσα σε τρύπες που κάνει πάνω στους μαλακούς βλαστούς.

Αυτό συμβαίνει τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο, μέσα στην τραγάνα και την κάψα. Από τα αυγά βγαίνουν οι προνύμφες, περίπου κατά το τέλος του καλοκαιριού, οι οποίες κατεβαίνουν από τα δέντρα, κάνουν τρύπες μέσα στη γη, κοντά στις ρίζες κι εκεί μπορούν να ζήσουν και τέσσερα χρόνια (αλλού 17 ή 13 χρόνια) μέχρι που να μετατραπούν σε κανονικές νύμφες.

Ένας αέναος κύκλος ζωής και θανάτου. Ένα συσσωμάτωμα παροξυσμικού ερωτισμού που διαρκεί έξι βδομάδες.

Εδώ, ο χρόνος δεν είναι λίγος ή πολύς. Είναι απλώς ένα κομμάτι του κύκλου και της σπειροειδούς διάρκειας.

Ο τζίτζικας δεν θα γνωρίσει τα παιδιά του. Δεν θα τα αναθρέψει και δεν θα τα στείλει σχολείο. Δεν θα τα οδηγήσει στο γάμο ή στα ναρκωτικά. Δεν θα χρειαστεί να τους μάθει τη ζωή.

Διότι εδώ λειτουργεί ο χρόνος της αναδημιουργίας του. Γιατί τίποτε δεν χάνεται και καμιά απώλεια δεν είναι ανεπανόρθωτη.

Μελετώ αυτό τον κύκλο μέσα στον οποίο έχει αφεθεί ο Τέττιγας, γράφοντας και γυρίζοντας αργά τα ροδάνια των αναμνήσεων.

Τη γλώσσα που δεν είναι γλώσσα και το πνεύμα που δεν είναι πνεύμα.

Μελετώ αυτό το ηχόπλασμα για να εξηγήσω καλύτερα τη σάρκα μου, αγλαΐζοντας τις όμορφες φράσεις σαν κυδώνια που σκάνε τα αρώματά τους μέσα στο στόμα.

Σαν τις ερωτικές φράσεις που σφηνώνουν στα δόντια των κοριτσιών. Στο στόμα. Στο στόμα που συντελείται ο έρωτας. Γιατί κάνουμε έρωτα μόνο με το στόμα.

Από εκεί ξεκινά και εκεί καταλήγει ο έρωτας, λούζοντας την αρρώστια και το θάνατο μ’ ένα καινούργιο φως, γλαυκό, στο κέντρο μιας απερίγραπτης υπαρξιακής ομίχλης, η οποία ενώ σκεπάζει τα περασμένα όπως τα κουκούλια μέσα στην κρύα γη, αποκαλύπτει τις λεπτομέρειές τους, αφανίζοντας το φόντο.

Μελετώ την υπέρβαση των ορίων απ’ αυτό που βλέπω και παρατηρώ και μετά το κάνω σκέψη, δηλαδή το ενσαρκώνω με ατομικούς όρους.

Καμία φαντασία εκεί που υπάρχει η φύση και η μια και μοναδική μας ζωή.

Εκεί, που ο τζίτζικας αφήνει πίσω του αυτό που τον καθηλώνει και γεννιέται ξανά, σαν έτοιμος από καιρό να βιώσει την βραχύβια ελευθερία του. Να φάει, να τραγουδήσει και να εκσπερματώσει μέσα στο ψυχεδελικό του παραλήρημα.

Με όλο τον ποιητικό οίστρο που επιτάσσει το οντολογικό προνόμιο της εξόδου του από την πρωταρχική μορφή.

Από τα δεσμά του παιδικού σώματος στην ευφρόσυνη ελευθερία τού παιχνιδιού και της επανάληψής του.

Devil Got My Woman

eikonisma

Ερχόμαστε κατεβαίνοντας από τη Σκλάβαινα και από τα Ακαρνανικά όρη.

Σταματήσαμε στο δρόμο μας για να πιούμε λίγο νερό.

Υπήρχε ένα μικρό λευκό μνημείο δίπλα στη βρύση στην άκρη του δρόμου. Πάνω στη στροφή. Προχώρησα προς το εικόνισμα για να δω.

Το τζαμένιο πορτάκι του ήταν μισάνοιχτο και τα καντήλι φρεσκοαναμμένο. Ακουγόταν το λάδι που τσιτσίριζε. Στο κέντρο υπήρχε πάνω στο μάρμαρο μια φωτογραφία.

Ήταν η κλασική φωτογραφία ενός ζευγαριού μπροστά στο κατώφλι ενός σπιτιού της Αμερικής.

Ο άντρας έμοιαζε με κάποιον αμερικάνο εφευρέτη και η γυναίκα που στεκόταν δίπλα του ήταν κουλουριασμένη πάνω του, αφοσιωμένη σ’ αυτόν, με λευκό δέρμα και πλατύ χαμόγελο.

Ήταν μια από κείνες τις μεγαλόσωμες χαδιάρες γυναίκες του παρελθόντος που φορούσαν αυτές τις μεγάλες φούστες κι αυτές τις ψηλές, γεμάτες σιρίτια μπότες.

Πάνω στο μνημείο υπήρχαν μερικά λόγια και ένα ποίημα στα αγγλικά.

I’d rather be the devil, to be that woman man
I’d rather be the devil, to be that woman man
Aw, nothin’ but the devil, changed my baby’s mind
Was nothin’ but the devil, changed my baby’s mind

I laid down last night, laid down last night
I laid down last night, tried to take my rest
My mind got to ramblin’, like a wild geese
From the west, from the west

The woman I love, woman that I loved
Woman I loved, took her from my best friend
But he got lucky, stoled her back again
And he got lucky, stoled her back again

Έρως, θέρος, κόκαλα

kokala

Πως μπορείς να στήσεις το χαρακτήρα ενός ήρωα που δεν μιλά;

Να διασταυρώσεις κάθε υποψία του με την ανάγκη της ανθρωπότητας να μπορεί να ονειρευτεί συλλογικά. Κι απ’ το αβάσταχτο φορτίο των σιωπηλών ηρώων να βγάλεις λογοτεχνικό ζουμί.

Να βγάλεις αυτή τη διάθεση συνουσίας με τα πάντα και τους πάντες όχι ως ιδιωτική πράξη αλλά ως κοινωνική ανάγκη.

Να μπολιάσεις το σεξουαλικά αρπαχτικό άντρα με τη σεξουαλικά πειθήνια γυναίκα.

Να διδάξεις χωρίς διδακτισμό το αρπαγησόμεθα εις σάρκαν μία. Τους χυμούς της σάρκας δίπλα στις φραγκοσυκιές και την κοπριά.

Να λιώσεις μες στην πρωτόγονη φιλοξενία της γραφής τον τουριστικό πατριωτισμό των ρουμτζήδων της παραλιακής ζώνης.

Με όση κανιβαλική αναρχία επιτάσσει ο μέσα εαυτός.

Ο παντού και πάντα μόνος με την κοινωνία να κρυφοκοιτά και την οσία Μαρίνα Αμπράμοβιτς να τραγουδά νανουρίσματα μπροστά σ’ ένα βουνό από κόκαλα βοδιών, που πλένει και ξεπλένει ρυθμικά.

Υπογραμμίζοντας με σιωπή τη συναισθηματική δολιοφθορά της τέχνης κατά της θεσμοθετημένης βαρβαρότητας.

Sunset ή Περί έλξεων

paralp

Αποδείχθηκε, η εν ψυχρώ
ομαδική δολοφονία αρσενικών στην παραλία.
Αποδείχθηκε, κράτος εν κράτει γύμνια.
Μονόφθαλμη οδός της μαγγανείας.
Όλη η εγκόλπια ομορφιά της
να κοιτά το ηλιοβασίλεμα.
Απόγνωση της Αδριατικής
καθώς ο δαίμων ήλιος δεν μπορούσε πια
να γλείψει το κορμί της.
Καθώς φακίρηδες περνούσαμε
κάθυγροι,
με τα μαγιό μας φουσκωμένα σαν αντίσκηνα.
Δήθεν κοιτώντας θάλασσα
δήθεν κοιτώντας ουρανό
δήθεν κοιτώντας σούρουπο.
Μα εμείς
αναζητούσαμε κυκλώπειες ακροπόλεις ηδονής.
Τα βλέμματά μας σαν ψωριάρικα αδέσποτα
αναζητούσαν κλειτορίδα να ξυθούν.
Ματάκηδες, κανίβαλοι,
κομματικοί της γενετήσιας πείνας
στο πιάτο μας, εδώ,
η ομορφιά με τις σχισμές της.
Εδώ, η ανάσκελη ευθύτητα ψιθύρων βογγητών
απ’ το υπερπέραν.
Εδώ η πιο γυμνή απ’ όλες τις γυμνές
η πιο αυτόφωτη Αφροδίτη συνειρμών.
Εδώ η ανίερη υπερορία γλώσσας.
Εδώ οι τρύπες έκθετες στην πιο αθώα ερωτική ωμοφαγία.

Λογοδιάρροια

Lisa Levy.jpg

Λόγος σημαίνει παγίδα που οδηγεί τη σκέψη στην ελευθερία.

Ένα οξύμωρο σχήμα που διακονεί τον πνευματικό παρά όταν το βίωμα πεθαίνει και σήπεται αβοήθητο και αποκαθίσταται σαν βιογραφία ή σαν ανταλλαγή υγρών μεταξύ γοερών ματάκηδων του βίου.

Ο λόγος είναι ο ρυπαρός αποστάτης κάθε προγραμματικής συναναστροφής.

Ο Βάκχος που πλανάται οικτρά αλλά οι πλάνες του είναι οι πιο λατρευτές ανάμεσα στις ερωμένες του.

Εμβλήματα σαρκασμού μιας λαλιάς που θα ξεπέσει αργά ή γρήγορα στην πιο σκοτεινή μήτρα του θανάτου. Στη σιωπή. Στον τόπο που ορίζει η αφωνία και η αγλωσσία.

Γι’ αυτό ο άνθρωπος παράγει λόγο. Από αγωνία να προλάβει πριν φτάσει στη σιωπή, εκεί όπου η υπερφίαλη δεσποτεία της φθοράς θα μας τσιμπήσει για να μας ρίξει στον αιώνιο λάκκο.

Η θανατοφοβία μας είναι το καύσιμο που τροφοδοτεί την ποιητική μηχανή και το βιοπορισμό των ερωτικών θαυμάτων από τα μοσχεύματα της καρδιάς. Την ιερή λογοδιάρροια έως τάφου.

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 353 ακόμα followers