ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Για του Χριστού την πίστη την αγία θα σας γαμήσουμε ξανά την Παναγία

Αποτέλεσμα εικόνας για slave art photo

Οι σκλάβοι ανέβαιναν έντρομοι πάνω στα πλοία των Ευρωπαίων. Πίστευαν πως θα τους φάνε ζωντανούς, αφού έβλεπαν πως το δουλεμπόριο καταβρόχθιζε μέρα με τη μέρα την Αφρική.

Ένας χάρτης που εκδόθηκε στο Παρίσι αποκάλυπτε στους ενάρετους Ευρωπαίους τις αιτίες της αφρικανικής φρίκης.

Τα άγρια ζώα να τρέχουν πανικόβλητα και διψασμένα για να πιουν το λιγοστό νερό απ’ τις πηγές της ερήμου.

Ζώα κάθε λογής ποδοπατώντας το ένα το άλλο μέσα στη ζέστη και στη δίψα.

Ζώα που ζευγάρωναν, παλαβά και διεστραμμένα, χωρίς να βλέπουν τι κάνουν διασταυρώθηκαν και δημιούργησαν τα πιο φριχτά τέρατα του κόσμου.

Οι δουλέμποροι είχαν αναλάβει το θεάρεστο έργο να σώσουν τους σκλάβους από εκείνη την κόλαση. Και το βάπτισμα ήταν το κλειδί που άνοιγε όλες τις πύλες του παραδείσου.

Ο ποντίφικας είχε επιτρέψει στο βασιλιά της Πορτογαλίας το δουλεμπόριο με προϋπόθεση τον εκχριστιανισμό των αραπάδων.

Την εξομάλυνση της άγριας φύσης και των ενστίκτων. Τον κατευνασμό της ηλιακής στύσης τους και το φάσκιωμα της γύμνιας τους, εκείνα τα χρόνια που τα πλοία πλησίαζαν με δυσκολία στις αφρικανικές ακτές, αφού, τα νερά κόχλαζαν και στη θάλασσα παραμόνευαν φίδια που ορμούσαν στα πλοία και ο μαύρος σατανάς έκανε τους λευκούς ναυτικούς μαύρους με το που πατούσαν το πόδι τους στη μαύρη γη.

Στην Αφρική γινόταν η πιο σπουδαία σταυροφορία της Χριστιανοσύνης. Στα συμβόλαια και τα λογιστικά βιβλία οι σκλάβοι ήταν περασμένοι ως κομμάτια ή εμπορεύματα, παρότι το βάπτισμα και το αγιασμένο ύδωρ με βασιλικό διάταγμα έδινε ψυχή στα άδεια εκείνα κορμιά.

Στο τραπέζι η φωτισμένη αριστοκρατία μιλούσε για γάμους, κληρονομιές και σκυλιά που κυνηγούν σκλάβους.

Τα πλοία των δουλεμπόρων που αγαπούσαν την ελευθερία ονομάζονταν Βολτέρος και Ρουσό.

Τα πλοία που είχε μετοχές η εκκλησία διακονώντας το φιλανθρωπικό της έργο είχαν ευλαβικά ονόματα όπως Ψυχή, Ευσπλαχνία, Προφήτης Δαυίδ, Ιησούς, Άμωμος Σύλληψη.

Οι πιο λεπτεπίλεπτοι δουλέμποροι εκδήλωναν την αγάπη τους για την ανθρωπότητα, τη φύση και τη γυναίκα, δίνοντας στα πλοία τους ονόματα όπως Ελπίδα, Ισότητα, Περιστέρι, Ουράνιο Τόξο, Μικρή Πόλυ, Αγαπημένη Σεσίλια, Φρόνιμη Χάνα.

Όταν τα πλοία φτάναν στα ευρωπαϊκά λιμάνια όλοι καταλάβαιναν το εμπόρευμα απ’ τη μπόχα.

Οι σκλάβοι, αλυσοδεμένοι μέσα στα κάτουρα και στα σκατά, περίμεναν τον αγοραστή τους.

Σήμερα οι σκλάβοι μετακινούνται με δικά τους έξοδα. Έχουν την ίδια ελευθερία που είχαν οι πρόγονοί τους, όταν οι ευσεβείς Ευρωπαίοι τους χτυπούσαν με το μαστίγιο και τους πετούσαν στις φυτείες.

Προσπαθούν να γλιτώσουν απ’ τον πόλεμο, την ξηρασία, τα μολυσμένα ποτάμια και την άδεια τους κοιλιά.

Σήμερα όμως ο χριστιανικός καπιταλιστικός παράδεισος είναι περιφραγμένος με ηλεκτρικά καλώδια και οι άθλιες βάρκες με τους μετανάστες που καταποντίζονται στη θάλασσα είναι τα ένδοξα δισέγγονα εκείνων των δουλεμπορικών.

Οι παπάδες και οι μη κυβερνητικές οργανώνουν τον καταμερισμό της δουλείας, όπως δυο αιώνες πριν, οι επίσκοποι και οι αυτοκράτορες αποφάσιζαν πως πρέπει να υπάρχει η Τζαμάικα για να γλυκαίνει το τραπέζι των Ευρωπαίων.

Μα τι θα ήταν η Ευρώπη δίχως το ασήμι της Βολιβίας και του Μεξικού;

Θα είχε γίνει άραγε η βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία δίχως τη χρυσή γέφυρα πάνω απ’ τη θάλασσα φτιαγμένη απ’ το χρυσάφι της Βραζιλίας;

Δίχως το δουλεμπόριο ποιος θα είχε χρηματοδοτήσει τη μηχανή του Τζέιμς Βατ; Και σε τι χυτήρια θα είχαν γίνει τα κανόνια του Τζωρτζ Ουάσινγκτον μαζί με τα μπαζούκας για τον πόλεμο του Βιετνάμ;

Πως θα ήταν η Ελλάδα μας χωρίς τους Αλβανούς σκλάβους και η δυτική Γερμανία χωρίς τους ανατολικογερμανούς είλωτες;

Ποιος θα ξεσκάτιζε τα παιδιά των αστών αν δεν υπήρχαν δούλες Φιλιππινέζες;

Που θα γαμούσαν οι εκσυγχρονισμένοι νεοέλληνες αν δεν υπήρχαν πεινασμένες Βουλγάρες;

Και τι θα έτρωγαν οι καρχαρίες της μεσογείου και οι κοριοί της Ευρώπης αν δεν υπήρχε αυτή η νόστιμη εισαγόμενη ανθρώπινη σάρκα που μασκαρεύει τον όλεθρο με χριστιανική κατάνυξη και ηρωικές πράξεις;

Αποτέλεσμα εικόνας για δημοσιογραφοσ τρικλοποδια σε μεταναστεσ

 

Η διαθήκη

Σχετική εικόνα

Ο διάβολος άφησε διαθήκη-σε μας τα παιδιά του-τον κατατρεγμό του Οιδίποδα. Μια πληγή πάνω απ’ τον κρατήρα της βόμβας του σεξ, για να μην ξεχάσουμε ποτέ την γαλάζια κλειτορίδα της αιωνιότητας κι αυτό το σαρκοβόρο λουλούδι της ζωής, που, σκορπά το άρωμά του πάνω απ’ τις ερωτικές μας γενοκτονίες, όπως τα παιδιά του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας έσφαξαν τη μητέρα και τον εραστή της, δίνοντας έμπνευση στον ποιητή Αισχύλο και στον δόκτορα Φρόιντ.

Αφήστε τα ποιήματα να αμυνθούν

Σχετική εικόνα

Αφήστε τα ποιήματα να αμυνθούν. Οι καλλιτέχνες
διαπράττουν θανάσιμα ειδωλολατρικά αμαρτήματα.
Οι έφηβοι συνωμοτούν κάτω απ’ τη θηλιά του
οργασμού που θα τους οδηγήσει στο γάμο και
στην ήπια προσαρμογή. Ιατροδικαστές της ποίησης
ξεθάβουν κάθε τόσο το πτώμα του Καρυωτάκη
απ’ την Πρέβεζα. Οι σουρεαλιστές βγήκαν στη
σύνταξη νωρίς, αφού κατάφεραν να χώσουν έναν
κάκτο στον κώλο της ακαδημίας, μιλώντας για τον
αντιθάνατο και τη μαστροπεία των ιδεών. Τα
αφροδίσια και την κορτιζόνη. Τις ξιδάτες ελιές
και τις μουνότριχες που ξεθωριάζουν πάνω στην
πετσοκομμένη αιωνιότητα που μας αναλογεί.
Αφήστε τα ποιήματα να αμυνθούν με όλο το
λάγνο τους θράσος. Μοναδικό τους όπλο
η ανεξέλεγκτη λεηλασία μας.

Οι φωτογραφίες ανήκουν στο μέλλον

Αποτέλεσμα εικόνας για pop art revelation

Οι φωτογραφίες ανήκουν στο μέλλον. Αφού
το μέλλον που θέλει κανείς να διασώσει
είναι το παρελθόν όπου ένιωσε χαρά. Όλα
τα μυστήρια που χάθηκαν και σου τρύπησαν
την καρδιά. Ένα ζεστό φαγητό που σε έκανε
να σκέφτεσαι λιγότερο το θάνατο. Χάδια
στο λαιμό και στις ρίζες που άπλωσαν
σαν χειροπέδες πάνω στο κορμί που
αναμετρήθηκε με τον κόσμο. Τα συνδικάτα
με τις όμορφες και το βρεγμένο χαρτί
τουαλέτας στα κλαμπ, το ξεραμένο αίμα
στα δάχτυλα και το εορταστικό χέσιμο
μιαν αποκριά στο πατρινό καρναβάλι.
Τα γουρούνια της Κίρκης που εμμηνορροούσαν
κοιτάζοντας τα ξημερώματα μέσα απ’ το
μεθυσμένο στιλπνό τους βλέμμα Κούρδους να
κοιμούνται δίπλα σε θάμνους, παρατηρώντας
το έκπληκτο μάτι του άστρου που τους
άφησε ορφανούς και στείρους, γυμνούς
πάνω στο ικρίωμα της λυρικής ποίησης
που θα απαγγείλουν ζόρικες σκύλες στα
μπαρ κοντά στην αμερικάνικη πρεσβεία
πάντα με γαλλική προφορά, βγάζοντας
δηλητήριο για τον Λένιν, κάνοντας πρόβα
την πλήξη των αστών και το φόβο για τα
περίστροφα που έρχονται.

 

Τι θέλει να πει ο ποιητής;

Αποτέλεσμα εικόνας για collage erotica priest

Για πολλούς αιώνες η ερωτική απόλαυση ήταν υποβαθμισμένη στην κατηγορία του βίτσιου. Οι νόμοι της οικονομίας και της αγοράς διαφέντευαν και την παρθενία των ερωτικών οργάνων.

Ο Σαρλ Φουριέ κατήγγειλε πρώτος την εμπορευματική οικονομία και τον φιλελευθερισμό.

Ξεσηκώθηκε σθεναρά ενάντια στην υποδούλωση των γυναικών αντιπαραθέτοντας στον λεγόμενο Πολιτισμό το ιδεώδες της οικουμενικής αρμονίας.

Μέσα στην αξιοθρήνητη βαρβαρότητα που έχει διαμορφώσει ο Πολιτισμός, στηρίζοντας την παντοδυναμία του στην εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης και στην καταπίεση των ενστίκτων, έρχονται να βουλιάξουν οι καταπιεσμένες υπάρξεις κλειδώνοντας το σώμα τους στο πιο σκοτεινό ερμάρι.

Τα πάθη εκφυλίστηκαν απ’ τον τιμωρητικό χαρακτήρα της εργασίας και η ομορφιά έγινε μετοχή στο χρηματιστήριο της απόλαυσης.

Για τον Φουριέ ο έρωτας είναι το μόνο πάθος που μπορεί να δημιουργήσει δεσμούς ανάμεσα στους ανθρώπους.

Η ερωτική μανία ανήκει στα δικαιώματα του πολίτη, διότι ο έρωτας είναι ουσιαστικά το πάθος του παραλογισμού, αφού, η ίδια η φύση επιφυλάσσει στις ηδονές μιαν απέραντη ποικιλία.

Η αρμονική κοινωνία του Φουριέ αξιοποιεί μέσα στο κοινόβιο τον όποιο κοινωνικό πλούτο, προστατεύοντας τα μέλη του από την απληστία, τη φτώχεια και την εκμετάλλευση.

Στο Φουριέ υπάρχει το νόημα της παιχνιδιάρικης δωρεάν συναλλαγής. Το δόσιμο ως αξία ευτυχίας και η συνεταιριστική πρακτική ως κοινωνική συνθήκη.

Ο Φουριέ κατάλαβε νωρίς τι σημαίνει για την ερωτική φαντασία η αποφασιστική πράξη του να πουλιέται κανείς και αντιλήφθηκε την άδικη και απεχθή απήχησή της.

Γι’ αυτό μίλησε για μοιρασιά και για καθολικότητα του ηδονικού αισθήματος.

Γι’ αυτό έγινε εχθρός των παπάδων και των μουλάδων που μισθοδοτούνται απ’ το περίσσευμα της ταξικής εκμετάλλευσης και της καθολικής εκπόρνευσης του συναισθήματος.

Γι’ αυτό μίλησε για τον άξονα μιας συλλογικής φιλίας που θα είναι η οικογένεια και το σχολείο του ατόμου. Μακριά απ’ τις ατιμίες της αυθεντίας που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μασκαρεμένη καταστολή.

Judas Priest

Σχετική εικόνα

Τα τριάντα αργύρια οι παπάδες τα καταχώρησαν στη στήλη των δαπανών.

Το αιωνίως άλυτο πρόβλημα ανάμεσα στην ηθική και στα διπλά λογιστικά βιβλία, ανάμεσα στην επανάσταση και στη γραφειοκρατία, ανάμεσα στην ουσία και στη γλοιώδη άχρηστη μεμβράνη της, έμεινε μετέωρο πάνω απ’ τα κεφάλια των αμνών.

Στο ιερό αποχωρητήριο των πιστών όπου η Μητέρα του θεανθρώπου αποθεώνεται μες στη θρηνωδία της ακινησίας της, οι άγρυπνοι υπάλληλοι του θεού αναρωτιούνται τι να κάνουν με τα αργύρια που πέταξε στα πόδια τους ο Ιούδας.

Τα νομίσματα που τροφοδοτούν τις απαραίτητες προδοσίες για να λάμψει κάτω απ’ το ανασηκωμένο πέπλο τού θρύλου ο αιωνίως νεκρός θεός μες στη σκιά των δημιουργημάτων του.

Δεν αρμόζει να αγοράσουν μ’ αυτά κερί για το ναό ή άρτο και δεν αρμόζει να τα μοιράσουν στους φτωχούς ως το άγιο περίσσευμα της αφθονίας.

Γι’ αυτό πάντα αποφασίζουν στις δύσκολες κρίσεις και στις δύσκολες στιγμές να ενοικιάσουν το μεγάλο χωράφι του δυνάστη, το πεδίο όπου οι πιστοί συμμερίζονται τον ανταγωνισμό επιστρέφοντας κατά κάποιο τρόπο τα αργύρια του θανάτου στο θάνατο.

Στα πεδία των μαχών, εκεί όπου διαμελίζονται οι αυταπάτες και σήπονται τα αμαρτωλά μας σαρκία υπό το άγρυπνο βλέμμα του θεού, ανάμεσα στα συννεφένια περιδέραια και στους μαγαρισμένους αγγέλους απ’ τον ευσπλαχνικό διονυσιασμό της άφεσης αμαρτιών και της υπόσχεσης για ευδαιμονία μες στο χειροπόδαρο σκοτάδι της μετά θάνατον ζωής.

Φαινομενολογία Του Γυμνού Πνεύματος

LOPO

Πατήστε εδώ: ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΥΜΝΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Περί της χρήσης της βαζελίνης και των ποιητικών συνειρμών

Σχετική εικόνα

Αγγίζεις αναμφίβολα τη βαζελίνη στο κομοδίνο. Ξανά κάν’ το μου.
Είπες. Κι ύστερα κάνε μου το άλλο. Σκαρφαλώνω
στους θάμνους σου. Στο θέαμα της βουκολικής μου ποίησης.
Και πόσο με συγκινεί να είμαι ένα φτωχό κι αξιολύπητο ζώο.

Μα σίγουρα ένας θαυμαστός οργανισμός. Καμιά θριαμβική παραφορά.
Και κρίσεις μεγαλείου. Μονάχα το άνθισμα της καρδιάς.
Μονάχα δάκρυα πάνω στην οκνηρία.
Και πληκτικά ποιήματα που τα διαβάζω με τρόμο.

Μες στο μυαλό μονότονες τετριμμένες φράσεις. Αβάσταχτες
εξυπνάδες αλκοολικών. Προκομμένες νταρντάνες. Που
μου σκάβουν το λάκκο γιατί μ’ αγαπούν. Γιατί
το ξέρουν πως αυτοβασανίζομαι απ’ την άγρια στύση μου.

Από εδώ ως την αιωνιότητα το ίδιο παντοτινό παιχνίδι του πολέμου.
Για όλη την οικογένεια.

Ο μπαμπάς ρυθμίζει τον ανιχνευτή ψεύδους. Η μαμά
ρίχνει φαρμακερή ματιά στο μπαμπά. Το παιδάκι παίζει με γεροδεμένα αγόρια.
Ο πρόεδρος Τραμπ αλείφει βαζελίνη το πουλί του.
Για να γαμήσει τα τελευταία ερείπια του πλανήτη. Με
τη συνδρομή της Αγίας οικογένειας.

Δεν τους διαβάζει κανείς τους λόγιους

Σχετική εικόνα

Δεν τους διαβάζει κανείς τους λόγιους. Τους απεγνωσμένους
καθεστωτικούς θρήνους. Στη Γερμανία διαβάζουν ποιήματα καθαρόαιμοι
οπορτουνιστές. Ο Τίτος ριγεί τα πλήθη που πλήρωσαν
ένα ολόκληρο εισιτήριο για να τον ακούσουν.
Η Κική ξυρίζει το μουστάκι της
λίγο πριν παραλάβει βραβείο στο εξωτερικό

Δεν τους διαβάζει κανείς τους λόγιους
μα αυτοί αλληλοσυγχαίρονται για το σμίξιμό τους. Είναι
για να τρομάζουν μόνο και να παρηγορούν. Με όλη τη θεία πρόνοια
του σύμπαντος

προτιμώ να επιστρέφω σπίτι μου λασπωμένος παρά μαλάκας.

Ο Τίτος και η Κική και τα παραπαίδια τους
διαβάζουν στους Γερμανούς ποιήματα
για τους φράχτες που πλήρωσαν οι Γερμανοί φορολογούμενοι
και τα ηλεκτροφόρα σύρματα που χρυσοπλήρωσαν οι Γάλλοι
για να κρατήσουν μακριά πούστηδες μουσουλμάνους
γαμημένα μούλικα απ’ το Πακιστάν και Σύριες καργιόλες

που αναζητούν με πείσμα αγριόπαπιας κάποιο πέρασμα

Αχ! σου δίνω αυτό το χαρτομάντιλο αναγνώστη
να σκουπίσεις τα σάλια απ’ τις μορφονιές

Παυσίπονο Όραμα

Σχετική εικόνα

Έχω γράψει πολλά ποιήματα για τη νύχτα. Για να μην ξεχνιόμαστε.
Ποιήματα για τους αλλοδαπούς και την Άνοιξη. Τους αστερισμούς.
Και το γαλαξία.
Που σαν μια νιφάδα χιονιού πέφτει στην ανωνυμία και τη μοναξιά.
Έδωσα ονόματα στα πράγματα. Αφέθηκα στο καλοκαίρι και στον ήλιο.
Να διατάζουν το σπέρμα μου.
Αφέθηκα στους πολιτικούς σεισμούς. Στην αδιαθεσία.
Κελάηδησα όλο τον πόνο μου
μαγκωμένος στο γαλλικό μηχάνημα λιθοτριψίας.
Κι έπειτα φαντασμένος ή ξεροκέφαλος
αποθέωσα το επιβλητικό και σαρκώδες όργανό μου.
Όπως πάντα

Ζώνη Γαβρόγλου Ή Φάτε Σκατά Κερνάει Η Κοινωνία

Σχετική εικόνα

Διαχρονικά οι υπουργοί παιδείας υπήρξαν διαιτητές συμφερόντων κάθε θρησκευτικής συμμορίας, που, με αδίστακτο και ανήθικο τρόπο διεκδικούσε και διεκδικεί εξουσία, εφαρμόζοντας τον πιο κτηνώδη προσηλυτισμό πάνω στα κορμιά και στα μυαλά των μαθητών.

Επαΐοντες και σοφοί δημογέροντες αποφασίζουν για όλους εμάς, εμβαπτιζόμενοι πάντα, μέσα στην κολυμπήθρα του κοινοβουλευτισμού, του πιο ακραίου στρατωνισμού της αστικής πολιτικής πορνείας.

Όσο η κοινωνία θα κρέμεται απ’ τα αρχίδια της θρησκείας, ανακατεύοντας το ξινισμένο γάλα της μεταφυσικής-που έχει γίνει δηλητήριο-με τον ακαδημαϊκό ορθολογισμό της συνεχούς προσαρμογής στις επιταγές της αγοράς, θα διαδίδει στους μαθητές το ανταγωνιστικό της πνεύμα, καταστρέφοντας μια για πάντα τη δημιουργική τους αντίληψη, φτιάχνοντας ακόμα πιο βελτιωμένους μαλάκες και πιστούς δούλους.

Αν κάποιος πιστεύει ότι μπορεί ένας υπουργός παιδείας να φτιάξει την παιδεία είναι βλαξ και αν κάποιος πιστεύει πως αυτά τα φιλόδοξα ρεμάλια που δίνουν τον κώλο τους για την καρέκλα θα τον σώσουν είναι δυο φορές βλαξ.

Κι εσείς, ρωμαλέοι μαθητές φοιτητές σπουδαστές, μην νομίζετε πως αν ξεμπήξετε τον κώλο του κυρίου Γαβρόγλου απ’ την υπουργική του καρέκλα και τοποθετήσετε το δικό σας θα αλλάξουν τα πράγματα.

Πρέπει πρώτα να ξεμπήξετε τη μαμά σας και το μπαμπά σας, τους προγόνους σας και το ένδοξο παρελθόν, την πρωινή προσευχή δίκην πρωινής μαλακίας, τα βαρίδια της βρικολακιασμένης παράδοσης που τα κουβαλάτε σαν πιθηκάκια, τις ντροπιαστικές για το ανθρώπινο είδος παρελάσεις, τα όνειρά σας για τον κλιματιζόμενο καπιταλιστικό εφιάλτη, τον τρόπο που κοιτάτε εσείς τα χριστιανόπουλα τον Άλλο και τον Ξένο και τον διαφορετικό, τον ανταγωνισμό με τον φίλο σας και τον διπλανό σας για μια θέση στον ήλιο της εργασιακής ζούγκλας.

Ο Ζαν Ζενέ έλεγε πως είναι καιρός πια να στηρίξουν οι συγγραφείς την εξέγερση της νεολαίας, όχι μόνο με τα λόγια αλλά και με τη συμμετοχή τους.

Είναι καιρός πια κάθε συγγραφέας να κρατάει το λόγο του.

Σχετική εικόνα

[Όμως Εγώ Δεν Θα Τρελαθώ Για Να Σας Κάνω Το Χατίρι] Του Έζρα Πάουντ

ezra

Ώ λαμπρέ Απόλλωνα
τιν’ άνδρα, τιν’ ήρωα, τίνα θεόν,

Σε ποιον θεό, ήρωα ή άνδρα
τσίγκινο ένα στεφάνι να φορέσω;
« Είναι συνήθεια παλιά, δικιά σας, να ξεκάνετε
τους συγγραφείς που ενοχλούν
εσείς ή τους τρελαίνετε με δόλο
ή κλείνετε τα μάτια σαν αυτοκτονούν
ή βρίσκετε δικαιολογίες φαιδρές για τα ναρκωτικά τους
μιλώντας για παραφροσύνη και μεγαλοφυΐα.

Όμως εγώ δεν θα τρελαθώ για να σας κάνω το χατίρι
δεν θα σας κολακέψω με έναν πρόωρο θάνατο
Ώ όχι, εγώ θα αντέξω ως το τέλος
θα νιώσω τα μίση σας να γλιστρούν στα πόδια μου
σαν χαρμόσυνο γαργάλημα
να τα κοιτάζουν κοροϊδευτικά
όσοι απ’ τους πολλούς κινούνται ύποπτα
και φοβούνται να πουν πως σας μισούν.
Κι όσο για τη γεύση της αρβύλας μου…
Ορίστε η γεύση της αρβύλας μου
χαϊδέψτε την
βγάλτε και το βερνίκι με την γλώσσα σας»

[Απόδοση στα ελληνικά: Αντώνης Αντωνάκος]

Αναφορά στον Αντρέ Μπρετόν

andrc3a9-breton-by-man-ray-1930

ένας φλεγόμενος ουρανός δεν είναι ένας φλεγόμενος κώλος
παρά η μανιέρα του φόβου του θανάτου και του σεξ
η έρημη χώρα από κραυγές ηδονής

μες στις πυκνές τρίχες του εφηβαίου
δίνει ο Κύριος των Δυνάμεων τα ηλεκτρικά του φιλιά

το Ισλάμ και η Χριστιανοσύνη κίτρινα χλωμά καναρίνια
που βγάζουν απ’ το στόμα φλουριά

συνωμοτούν οι πρόστυχοι συγγραφείς με φόντο τον φωτεινό άδειο ουρανό
διάγουν βίο χαρισάμενο οι ψυχολόγοι
οι γαστρεντερολόγοι οι ερπετολόγοι οι απεραντολόγοι
οι αναλυτές

ω! Αντρέ Μπρετόν, θαμμένε στης Σορβόνης το μπετόν
τα πάντα οιακοίζει ο κεραυνός

Η εντελέχεια του μη όντος

321daedfb0a17076556932931851d403--art-collages-collage-art

σ’ ένα καφενείο που βρωμάει ούζο και σκατομεζέ
οι καταποντισμένοι άντρες κάνουν μια χαψιά
τους γίγαντες και τα ρεβίθια
βγάζουν φύκια φρύγανα και λέπια
έχουν κωμικοτραγικό καυλί πρησμένα μάτια
στραμμένα προς το χάλκινο ταβάνι
κοιτούν το κήτος του αλκοόλ κοιτούν τη νύχτα που έρχεται
τακτοποιούν τα ζαρωμένα τους αρχίδια
τα γυμνά τους δόντια μες στα ντουμάνια
τη μυρουδιά του ζώου έχοντας στο χνώτο τους
και στα σαλεμένα τους μυαλά εκκλησιαστικούς ύμνους
πατριωτικά τραγούδια μπαλάντες καουμπόικες μελωδίες
και γνωστές μαλακίες όπως
απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των πιοτήδων τα ιερά
η μαϊμού η καυλωμένη όλο πίνει και μεθά
ξέρει την καταγωγή της κι όλο τρίβει το κορμί της
θύμα θύτης όλα ένα στο δασύτριχο μουνί της

Η μπαλάντα των χαρούμενων μπουρζουάδων

604915-ITTYULDF-6

αφαιρούνται οι όμορφες όταν κοιτάζουν
τη δύναμη εκτροπής της ερωτικής μανίας
τα γνωστά βελούδινα σπήλαια και τα
γκαρσόνια που βλέπουν το θάνατο να
κατουράει με σάπια μαραμένα δάχτυλα
χωρίς αρμονία αφύσικα στα περίχωρα
της Νέας Υόρκης του Νικόλαου Κάλλας
με τα μεθυσμένα κωλόπαιδα του Γέιλ
να φοράνε τις πανοπλίες τους και να
συντάσσονται με τους ματοβαμμένους
φονιάδες της Κου Κλουξ Κλαν ξεκινώντας
απ’ τα βάθη του Νότου σαν τεράστια
σμάρια ακρίδες σαρώνοντας τα πάντα
κρεμώντας όλα τα ζωντανά στο πέρασμά
τους ακόμα και τ’ άλογα που τινάζονται
ψηλά στον αέρα κλωτσώντας και κλάνοντας

Ω! γιατροί

χειρουργ.

Ω! γιατροί, ανακουφίστε λίγο τα πονεμένα μου αρχίδια
τους νεφρούς μου, που γέμισαν μικρές άχρηστες πέτρες
αφού, δεν μπορώ καν μ’ αυτές να πετροβολήσω έναν
χωροφύλακα ή να σπάσω μια βιτρίνα την ώρα της
επανάστασης Ω! γιατροί, εμείς τα πιόνια από κρέας
-που σας παραδόθηκαν-με τα αλατισμένα σώματα και
τα ζεστά πόδια, χορτασμένοι πόνο ως το πικραμύγδαλο
του ματιού, αφήνουμε στα χέρια σας τα εκζέματα και
τις πληγές, τα ναρκοθετημένα χρόνια και την τρέλα
Ω! γιατροί, περάστε τα σωληνάκια σας από σιλικόνη
και θρυματισμένες κάμπιες μες στην ουρήθρα μου, με
όσο λυρισμό επιτρέπει η ξυλοκαΐνη στους απροστάτευτους
σκλάβους της, βγάλτε από μέσα μου τον κακό ασβέστη
που έβαλα ενέχυρο για να πληρώσω το νοίκι της ποίησης

Το ντιβάνι Ή λίμπιντο εκτεθειμένη στις πνευματικές ιώσεις

 

Art_Annalynn_Hammond_Collages_15-360x240

Οι αντικατοπτρισμοί της προσωπικής ομολογίας και του προφανούς, μέσω της ψυχανάλυσης, οδηγούν σε μια κωμική ψυχασθένεια, αφού, καμώνονται ως θεραπεία την αλόγιστη αιμομιξία της επιστημονικής συγκατάβασης και της θεολογικής εξομολόγησης.

Μόνο όταν έχεις βαθιά καταχωνιασμένες αλήθειες είσαι άνθρωπος. Όταν δηλαδή καλλιεργείς μέσα σου έναν κήπο ζωτικών μυστικών, φροντίζοντάς τον ως επίμονος κηπουρός, για να τον βλέπεις κάθε τόσο να καρπίζει τη φαντασμαγορία των πλέον θεαματικών βεγγαλικών της μοναδικότητάς σου.

Οι κενοί άνθρωποι εξομολογούνται για να περιφρουρήσουν την κενότητά τους, σπρωγμένοι απ’ το φόβο τού να μην μπορούν να διαχειριστούν τα μυστικά τους. Δηλαδή τον ίδιο τους τον εαυτό.

Όταν ολότελα δεν έχεις να μοιραστείς κάτι με τον εαυτό σου ξεπέφτεις στη μελαγχολία.

Απ’ τη βαριά κατάθλιψη του μαγκωμένου εαυτού στις κοινωνικές βάρβαρες νόρμες, ξεπέφτεις στη μελαγχολία της κενότητας.

Ενσωματωμένος, συμφιλιωμένος και ακίνδυνος.

Βουτιές

vouties

το έχω να ζήσω χίλια πεντακόσια χρόνια, αδέρφια
να εμβολιάσω τον σεξουαλικό μου εγκέφαλο
με επιγράμματα
για να αντέξω τόση φλυαρία
τόσο πολιτισμό
μακρόστενα ποιήματα θα γράφω
για γυναίκες
που ταξιδεύουν εις την Νήσο Ηδονή
επάνω σε σκουπόξυλα
ερεθισμένες μάγισσες και καυλιάρες νοικοκυρές
ω! ναι, το έχω να ζήσω χίλια πεντακόσια χρόνια
και βάλε
αν χρειαστεί
θα σας εξηγήσω εμβριθώς το Ντε Σάντ
λαογραφία Οθωμανικό δίκαιο
σουηδική γυμναστική αιμομιξία
ευρωπαϊκό πολιτισμό χασίσια εφηβεία
στης Έμιλυ Μπροντέ θα σκαρφαλώσω
τα Ανεμοδαρμένα ύψη
ω! ναι, μα την Παναγία Ελεούσα
θα βγω εκτός εαυτού
θα ανδραγαθήσω
παταγωδώς θα αποτύχω
και χίλια πεντακόσια χρόνια θα κοιτώ
το σκυθρωπό φεγγάρι
ντόπια κορίτσια
ροδοδάχτυλες σχισμές
τις Μολδαβές αθλήτριες να κατουράνε το τερέν
τη μισθωτή σκλαβιά τόσων θνητών
που δε γευτήκαν
λιοπύρια αθώα υγρά
λιωμένο σύκο και σκατούλια κατσικιών
φραγκοσυκιές κατσάβραχα
λεωφορεία της γραμμής που παν στο ηλιοβασίλεμα
και σας το λέω αδέρφια
το έχω να ζήσω χίλια πεντακόσια χρόνια
να σβήσω χίλια πεντακόσια κεριά
να ζήσω χίλιους πεντακόσιους έρωτες
να πιώ μονορούφι το ζουμάκι σας
τσούπες γδυτές και έξαλλες
να πάθω ηλίαση ανεμοβλογιά ταφοφοβία
ξανά και ξανά
τη μιαν μονότονη ημέρα μετά την άλλη
ξανά και ξανά
όλο βουτιές στη θάλασσα
μόνο βουτιές
κι όταν ρωτά το Έρεβος την ώρα
εγώ θα λέω πως είναι ώρα για βουτιές

Η ωραία μπεκατσοκυνηγός Ή Η σκανδάλη ως κλειτορίδα των αγάμητων

KYNHGI-763

Δεν θεωρώ το κυνήγι κάτι νόμιμο ή κάτι παράνομο. Θεωρώ το κυνήγι χρήσιμο ή άχρηστο. Όταν πεινάς πρέπει να κυνηγήσεις για να γεμίσεις το στομάχι σου και να ζήσεις.

Όταν πεινάς, πρέπει, με σφεντόνα ή καραμπίνα, να κυνηγήσεις για να κρατηθείς ζωντανός. Η επιβίωση είναι η πιο βαθιά ανάγκη.

Όμως το κυνήγι σήμερα είναι δολοφονική οργανωμένη πράξη με τις ευλογίες του κράτους που στηρίζει την εξουσία του αποκλειστικά και μόνο στα κουμπούρια και στη βία.

Το κυνήγι σήμερα κατέστη μια βιομηχανία της δύναμης των λούμπεν λεφτάδων αφού για να ξεκαυλώσεις χρειάζεσαι φράγκα, κυνηγετικούς συλλόγους, εταιρίες, περιοδικά με ντροπιαστικά εξώφυλλα σορών δολοφονημένων πλασμάτων, που, θα νομιμοποιούν τα ένστικτα ανθρωπόμορφων γορίλων, ποινικοποιώντας ακόμα και την αθώα διαμαρτυρία όσων δεν συμμερίζονται το νοικοκυραίικο έγκλημα.

Γνωρίζοντας πως το καπιταλιστικό δικαστικό σύστημα είναι μια φάρσα και ότι δεν υπάρχει καμιά πρόθεση να εφαρμόζονται οι νόμοι υπέρ του αδυνάτου, παρά μόνο σποραδικά και τυχαία, δεν επιθυμώ να μηνύσω κανένα καριόλη δολοφόνο κυνηγό-νόμιμο δήθεν ή παράνομο-για να δώσω το δικαίωμα σε κάποιο εισαγγελικό εκδικητικό τσόλι να με φτύνει στα μούτρα με τα σάλια του κουνώντας μου το χοντρό του δάχτυλο υπερασπιζόμενος την δήθεν νόμιμη έξη κάποιων συμπολιτών μας προς το φόνο.

Ο πόλεμος ανάμεσα στους κουμπουροφόρους και τη ζωή ήταν είναι και θα είναι κοινωνικό ζήτημα.

………………………………

 

Κυνήγια

https://dromos.wordpress.com/2015/01/15/%CE%BA%CF%85%CE%BD%CE%AE%CE%B3%CE%B9%CE%B1/

Ο ποιητής Γιάννης Υφαντής δικάζεται επειδή τα έβαλε με παρανομούντες κυνηγούς στη Λευκάδα 

https://www.lifo.gr/articles/greece_articles/208729/o-poiitis-giannis-yfantis-dikazetai-epeidi-ta-evale-me-paranomoyntes-kynigoys-sti-leykada

ΝΤΡΑΠΗΚΑ ΟΤΑΝ ΔΙΑΒΑΣΑ ΟΤΙ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, του πολιτισμού, της ποιήσεως, ένας εισαγγελεύς κατηγορεί έναν ποιητή για ψευδή καταγγελία

https://eyploia.gr/

Επιθυμώ, άρα υπάρχω

11b20871

Απέναντι στην απέραντη ηθικολογία της ποίησης τα τραγούδια των μυρουδιών.

Οι λειψές αισθήσεις μας, είτε από μεγαλοπρέπεια, είτε από ασέβεια, περιτυλίγουν τη συνείδηση με τους ερωτικούς σπασμούς που μας χιλιοκομματιάζουν μες στην ταριχευμένη πραγματικότητα των κανόνων και των δουλικών της θεραπαινίδων.

Μιλώντας οι ποιητές για ιδανικές αρετές, τις καθρεφτίζουν στη λάμψη της φαντασίωσής τους.

Όσες οι φιλίες και οι αγάπες τόσες οι αποτυχίες και τα γκρεμοτσακίσματα. Έτσι ονειρεύονται να θεραπεύσουν το Είναι που αιμορραγεί έξω απ’ το σώμα των κοινωνικών δεσμών.

Όμως τα φαινόμενα επιστρέφουν και οι ποιητές γίνονται αγύρτες στροβιλιζόμενοι μέσα στη διανοητική τους ορμή.

Ο έρωτας διατάσσει τη λαγνεία. Η λαγνεία διατάσσει το διανοητικό αίμα για να γεμίσει το ποτήρι της ακινησίας. Αυτό που θα κατεβάσουν μονοκοπανιά οι επίδοξοι ονειροπόλοι, σαγηνεμένοι απ’ το λόγο που είναι σκληρός και ανέγγιχτος μες στα απλωμένα δίχτυα της μνήμης.

Όλες οι ποιητικές μας προφητείες, όσο ανόητες κι αν είναι, σμιλεύτηκαν απ’ τη λίμπιντο της συναναστροφής και της περίσσειας του νοήματος που εξακοντίζει κάθε πολιτισμός στο κενό της αιωνίου άγνοιας και της ευσπλαχνικής αγρύπνιας.

Η ποίηση επιβιώνει πάντα ως αντίστιξη της θεολογίας του βιοπορισμού.

Παρηγορεί την ανθρωπότητα που βαδίζει στην αγχόνη την ώρα που οι παπάδες και οι οικονομολόγοι δηλητηριάζουν τη σεξουαλικότητά της και το τελευταίο της γεύμα.

Η ποίηση απελευθερώνει μια για πάντα τις λέξεις που στριμώχθηκαν στην κυριαρχία του νοήματος.

Είναι μια εκ προμελέτης ατιμία ή μια χαζοχαρούμενη κραυγή. Το στιγμιαίο λαχάνιασμα στην τόσο κουτά μονόχνοτη ζωή. Το καρδιοχτύπι που φτάνει στους όρχις. Το καρδιοχτύπι που συνταράσσει το αρχέγονο δασύτριχο μουνί της επιθυμίας.

Προσευχή δόκιμης μοναχής

prose

Κουρνιάζω μέσα στις μάταιες πράξεις και στα μάταια λόγια
Ο Κύριος θάνατος είναι λογιστής που ξεμυτίζει απ’ τη σάρκα του στήθους μου
Λογαριάζει τα πολύχρωμα φτερά του λαιμού μου
Κάνει τα κύτταρά μου φονιάδες
Διαφθείρει κοριτσάκια στου χασάπη το κούτσουρο
Του χαμογελούν τα γλυκά ευωδιαστά αιδοία
Του γλείφει το μπούτι τη γάμπα και το γόνατο ο λαός
Είναι πεινασμένο το μουνί μου, Κύριε Θάνατε, πρέπει να το ταΐσει κάποιος
ο προηγούμενος εραστής μου δεν μπόρεσε, εσύ μπορείς;

Ζακ

zak

Σε καιρό ειρήνης τα παιδιά παίζουν τους στρατιώτες. Σε καιρό πολέμου οι στρατιώτες σκοτώνουν τα παιδιά που σε καιρό ειρήνης παίζουν τους στρατιώτες. Και τα παιδιά εξαφανίζονται απ’ τον κόσμο και μένουν οι στρατιώτες ταΐζοντας τα κοράκια τα τσακάλια και τις ύαινες. Μέχρι να σκοτώσουν όλα τα παιδιά καρφώνοντάς τα στη γελοία τριχωτή πούτσα του νεκρόφιλου παιδεραστή θεούλη.

Σπάργανα

clic_nickturner_collage_2_master

Η λέξη σπάργανα μας φέρνει πιο κοντά, κορίτσια
όπως η λέξη θάλασσα φέρνει τα ψάρια πιο κοντά στον ήλιο
Αχ κορίτσια, που όλες οι διαστροφές μας φύτρωσαν ανάμεσα
στα δάχτυλα των ποδιών σας τη νύχτα
κατηφορίζοντας στις ερήμους της Αμερικής
με τους ποιητές της που ξεψύχησαν στα πευκόκλαδα
ψάχνοντας Ινδιάνες από ατσάλι
με τα μικρά πικρά ελαφίσια κέρατα
και τους ήχους από χιλιάδες φτερούγες
Κι εκείνη την ανοχύρωτη γύμνια τους
των ανοιχτών αγρών το ακρωτηριασμένο σώμα
το χρήμα για τις νέες λογοτεχνίες
και το κάτουρο απ’ τα θαλασσοδάνεια του έρωτα
Αχ κορίτσια, οι κάμποι ετούτοι θα γίνουν κάποτε θάλασσες
η άγρια αγωνία και το τρεμούλιασμα του πέπλου σας
θα γίνουν ποντικοφάρμακα και σερβιέτες
μα εσείς δοκιμάζοντας ξανά και ξανά το κλειδί για το σύμπαν
σαν να ναι σπέρμα ή δάκρυα
θα έρχεστε στον αιώνιο ύπνο μου
όχι για να ξυπνήσετε τον πεθαμένο Λάζαρο
αλλά να ζητιανέψετε φαλλό

Silicon Valley

Lolw

Στον κόσμο αυτό υπάρχουν αμπερόμετρα
ρινίσματα σιδήρου, πλανήτες και φωτεινές ακτίνες
σπλάχνα μαϊμούς στα χασάπικα του Μανχάταν
Αλλά δεν υπάρχουν ηλεκτρόνια
μαγνητικά πεδία
πτολεμαϊκοί επίκυκλοι
και ο αιθέρας της ηδονής

The distance between two bodies Ή Πάρε με αγκαλιά να μη πατήσω τα γυαλιά

dist

Ακούω τα δάκρυά της. Μπορώ να φανταστώ τα χείλη της να τρεμοπαίζουν. Ο χρόνος έχει γίνει μπίλια μες στο φλιπεράκι της καρδιάς.

Κάθε συναίσθημα έχει ένα συγκεκριμένο ρυθμό, μια βασική συγχορδία που μπορεί να καταγραφεί με τη μορφή μουσικής παρτιτούρας.

Ωστόσο, ένα είδος βαθιάς ερωτικής ένωσης έρχεται να δέσει με το νήμα του δυο κορμιά πάνω απ’ τις ρομαντικά χυδαίες μαγειρικές των οργασμών.

Όλες οι αξιοθρήνητες δημιουργίες μας διασχίζουν την ανθρώπινη έρημο για να χαθούν στην άμμο της λησμονιάς.

Μα, οι ερωτικές μας δημιουργίες, αυτές που καταπίνουν κεφάλια, χέρια, πόδια μένουν σαν πανάρχαιο αίμα πάνω στις πέτρες και πάνω στα δόντια της μυλόπετρας που συνθλίβει ένα ένα τα δέντρα της παιδικής μας ηλικίας αφήνοντάς μας ολομόναχους σ’ αυτό το δάσος δίχως εκλογή, σ’ ένα απόκρημνο ατέλειωτο μονοπάτι.

Ο έρωτας αυτό το αγγελόθρεφτο ανθρωπάκι έριξε το βέλος του, τότε, στον παγκόσμιο πόλεμο της ηδονής κι αυτό έκανε τον κύκλο γύρω απ’ τη γη και τον χτύπησε στην πλάτη.

Ο έρωτας, ως δαίμων που υπάρχει μέσα μας, τόσο αλαφροΐσκιωτος όσο η βιοχημεία των σεξουαλικών μας οργάνων, κάθεται τώρα μονάχος πάνω σ’ έναν κορμό πεσμένου δέντρου ακριβώς στο κέντρο της ξεχασμένης μάχης, υφαίνοντας, τους πικρούς διαλογισμούς του.

Κι όμως, κάποια στιγμή στριφογυρίζει στις φτέρνες του και κράζει σαν κόκορας πανευτυχής, αυτοκράτορας της ίδιας της λαλιάς του, κυβερνήτης της δικής του αναπνοής, αδάμαστος πάνω στον τραχύ λαιμό του πολιτισμού της υποκρισίας.

Ο έρωτας που μ’ αυτόν βάφουν τους τοίχους οι δογματικοί αιθέριοι προλετάριοι, μες στις πολιορκίες και τους λοιμούς της πόλης, δεν ξεχωρίζει την ψυχή απ’ το σώμα και τα δάχτυλα απ’ τις σχισμές.

Πότε χορτασμένος κραταιός μονάρχης και πότε χλωμός και λυπημένος όταν τον ανταμείβουν με δηλητήρια και κουφέτα.

Μα, ξαφνικά, πάντα, βγάζει μιαν υπόκωφη βοή τη στιγμή που ο ψίθυρος της παρακμής κυκλώνει τα κορμιά, λες και η ιστορία ξεθεμελιώνεται κι ένα τεράστιο μανιτάρι ξεπροβάλει πελώριο σαν την ίδια τη ζωή, γεμάτο με εκατομμύρια κύτταρα, αιώνιο και χυμώδες, σαν να εμφανίζεται στον κόσμο αυτό για πρώτη και στερνή φορά.

Μανολάδα μπλουζ Ή Μείζων δε πάντων η αγάπη

manol

Να τρώτε άψητες μασχάλες και σκεφτικούς λευκούς μαστούς
βατράχια της παραδοσιακής μας ποίησης
Να τρώτε τον ορθολογισμό με το κουτάλι
τα κβάντα και τη λάσπη της δημιουργίας
Αγαπήστε τις αλυσίδες σας
έλεγε στους σκλάβους ο απόστολος Παύλος
ενώ έπλεε προς Κορινθίους
κατάσκοπος πια, καλοπληρωμένος, των Ρωμαίων

Όταν έκλασε ο Νίτσε

mixal_xairetismos_765246067

Απ’ την παλιά γκραβούρα ξεπετάχτηκε ένας ψυχοπλακωτικός και καταπιεστικός τύπος.

Φαινόταν γκριζομάλλης άντρας σαν παλαιός δάσκαλος γεμάτος καταπιεσμένα βίτσια, σαν εθνικόφρων αριστερός, λίγο ντροπαλός αλλά έτοιμος να διαβεί της λησμονιάς το γάργαρο ποτάμι.

Ήξερε καράτε, κινέζικο μποξ, τζούντο. Στεκόταν όμως εκεί κρατώντας την κυνηγετική του καραμπίνα.

Του άρεσε να επιδεικνύει τα ύποπτης προέλευσης παράσημα απ’ την εποχή του Βιετνάμ.

Με το πρώτο φυσίγγι σκότωσε τη μάνα του που τη θεωρούσε υπεύθυνη για την κατάντια του να τον χωρέσει σε μια γκραβούρα με ομίχλες και Ευζώνους και άλλα όμορφα ψηλά παλικάρια που φαινομενικά ήταν πατριώτες, μα, αν τους έξυνες λίγο την ανδρική πέτσα έβρισκες ένα σωρό πούστηδες, ωραίους σαν Έλληνες της αρχαιότητος.

Με το δεύτερο φυσίγγι πυροβόλησε τον πατέρα του στο λαρύγγι, θέλοντας να εκδικηθεί έναν θείο του απ’ την Αμερική, που τον γάμησε στα έξι κι έπειτα τον ξεκώλιαζε διαδοχικά και επαναληπτικά την ημέρα των ευχαριστιών, βάζοντας μετά το πουλί του στον κώλο της γαλοπούλας που περίμενε υπομονετικά να τη φάνε τα εκπαιδευμένα αμερικάνικα στομάχια.

Μετά το φονικό ξαναγύρισε στην παλιά γκραβούρα χαμογελώντας μ’ εκείνο το γλοιώδες χαμόγελο του ανθρώπου που ξέρει πολλά και μπορεί να κάνει ακόμα περισσότερα.

Αριστερός δανδισμός Ή Οι λεκανατζούδες της Ευρώπης

tsipras-oikogeneiaki-foto-8-708

Η λέξη Δανδής μου προκαλούσε πάντα ένα γελοίο συναίσθημα.

Οι ξεπεσμένοι αριστοκράτες έβρισκαν διάφορες χυμώδεις λέξεις για να καλύψουν τον ξεπεσμό τους.

Ύστερα οι λέξεις αυτές πέρασαν στα βιογραφικά καλλιτεχνών και πολιτικών, που, αντί να γράψουν πως υπήρξαν μεγάλα ρεμάλια, φορούσαν τη γούνα του δανδισμού χοροπηδώντας φασαριόζικα γύρω απ’ τον εκδότη τους, τουτέστιν τον προαγωγό τους.

Ο δανδισμός συνίσταται στο να γίνεται κανείς ωραίος, με το να αποκτά ένα καινούργιο σώμα μέσω του ντυσίματος, μέσω της εξωτερικής εμφάνισης, μέσω της φτιαχτής εικόνας, μέσω του απατηλού περιβλήματος.

Από την ακόρεστη βιομηχανία δανδήδων περάσαμε στην βιομηχανία καταραμένων.

Τα παιδάκια των μικροαστών ήπιαν μπόλικο αψέντι και κουβάδες μαλακίας νομίζοντας πως με τα αδερφίστικα καμώματά τους θα διαβούν τον Ελικώνα της κουλτούρας ξεφεύγοντας απ’ τη θηλιά της χαζοχαρούμενης τάξης τους.

Το πονηρό κατεστημένο έκανε λίφτινγκ στους λεγόμενους αριστερούς του εσωτερικού πατώντας πάνω στην ματαιοδοξία τους να κυβερνήσουν τους άλλους.

Απ’ τη διεφθαρμένη δεξιά με το γουργουριστό της λίπος, που έκανε το σκυλάδικο συνθήκη ζωής, περάσαμε σε μια πονηρή κλίκα που κουβαλά την ταμπέλα του αριστερού στα ευρωπαϊκά πολιτικά κωλάδικα.

Καλλιτέχνες πουτανίτσες και πολιτικοί εργολάβοι της αριστερής μικροαστικής φαντασίωσης  έγιναν λεκανατζούδες* της αστικής τάξης.

Τα βραβεία και η κακαδημία αντί να σαπίσουν μέσα στη μούχλα τους αποκτούν περισσότερη εξουσία και περισσότερο κύρος απ’ τους κομπλεξικούς μικροαστούς αριστερούς που διαθέτουν νταντά για τα παιδάκια τους αλλά και αλλοδαπό δούλο για να ξύσει απ’ τη χέστρα το σκατούλι τους.

———-

 

*Οι πάλαι ποτέ εργαζόμενοι εις οίκους ανοχής, οι οποίοι ήτο επιφορτισμένοι με το καθήκον της πλύσης των γεννητικών οργάνων εκάστοτε πελάτου προ, και, ενίοτε μετά της  συνουσίας. Οι λεκανατζίδαι έφεραν την χαρακτηριστικήν μικρή λεκάνην, σάπων και μάκτρο (πετσέτα), και ήτο συνήθως ξεπεσμένοι ομοφυλόφιλοι. 

Paris – Επιστολή Στον Ηλία Πετρόπουλο

16

 

Ως και τα αισθήματα, τα θαμμένα στα ερείπια ξυπνούν
οι γυναίκες που αγαπούν πολύ 
αυτές που αφηρημένα σ’ αιχμαλωτίζουν
για να φονεύσουν την καρδιά σου.
Όταν είσαι με την αγαπημένη σου 
είσαι με όλες τις γυναίκες του κόσμου.
Κι αν φύγει αυτή θα’ ρθει πάλι η ίδια.

Τις γυναίκες πρέπει να τις αγαπάς
απ’ τα νύχια ως το κεφάλι
όταν τρώνε, όταν πίνουν, όταν κατουρούν, 
οι γυναίκες έχουν ψυχή σαν τόξο
σκληρή χορδή 
τα μάτια τους είναι ρεμπέτικα τραγούδια σκοτωμένα.

Ένα υγρό μουνί είναι ένας φρεσκοσκαμμένος τάφος.

 

 

10

 

Οι άσχημες γυναίκες είναι η απόδειξη 
πως δεν υπάρχει θεός.
Μόνες πάντα μέσα τους βαθιά, 
γιατί η ομορφιά είναι συντροφιά 
είναι το βλέμμα των άλλων. Με κοιτούν σημαίνει υπάρχω.
Ο Φασμπίντερ στις ταινίες του αγάπησε τις άσχημες γυναίκες.
Φύλλα ριγμένα πάνω στα χαλίκια. 
Η θλίψη μου ανεμόμυλος. 
Βλέπω τώρα στην τηλεόραση
πως κάνουν στα παιδιά σεξουαλική διαπαιδαγώγηση 
χαλιναγώγηση και λοιπά. Σα να’ ναι κρέατα.
Είναι αδιανόητο να μιλάς για τέτοια θέματα και να μην καυλώνεις.

Πρέπει να βρέξεις τον κώλο σου για να μάθεις κολύμπι. 
Κι αυτή τη νύχτα για να την περάσεις μόνος 
Θα πρέπει κάτι.

Τώρα θα γράψω σκληρά 
Τώρα θα γράψω βίαια 
Τώρα θα σκάψω βαθιά με τα νύχια
Τώρα θα φάω τις σάρκες μου

 

1

 
Τα δροσερά τριαντάφυλλα μέσα στα ποιήματα
μου φέρνουν αναγούλα 
όπως το ζεστό φρεσκοζυμωμένο ψωμί στους πεινασμένους.
Προτιμώ τη λογοτεχνία των καμπινέδων απ ’τη λογοτεχνία
δυστυχισμένων γυναικών ή πούστηδων 
που τρώμε σωρηδόν στη μάπα.
Κάθομαι τώρα λυπημένος ως το μεδούλι. 
-Η ζωή στην επαρχία είναι θλιβερή. 
-Μα έχουμε τον καθαρό αέρα.
Κυρίες που κλέβουν πορτοφόλια σε κηδείες αστυφυλάκων. 
Κοριτσάκια που τρίβονται σε κορμούς δέντρων, όπως 
στα ποιήματα του Εμπειρίκου. 
Εδώ στην επαρχία ο φίλος μου, 
ο φίλος μου ο Βαγγέλης γράφει ερωτικά ποιήματα
όταν η καύλα τον χτυπάει στα μελίγγια 
βγάζει τη γλώσσα του και γλείφει τις πληγές του 
κι ας μην είναι σκύλος.

Καλλίτερα μουνόπλακα παρά ταφόπλακα.

 

2

 
Τα παιδιά σήμερα 
ακούνε σκωπτικά τραγούδια για τον έρωτα.
Γράφουνε στα τετράδια στιχάκια
για προδοσίες που δε γνώρισαν.
Κι εγώ τόση μοναξιά δεν την αντέχω.
Άστεγος να γυρνώ μέσα στο σπίτι
μόνος και πάλι μόνος. 
Ψυχή πεταμένη μες στο χαντάκι του κορμιού.
Βλέπω τώρα τη φωτογραφία μιας πεθαμένης φίλης 
(ο θάνατος όπως πάντα γαμεί και δέρνει).

Ε ρε πούστη, να ήμασταν λέει σε μια εξοχή, σ’ έναν κήπο
κι εγώ να πήδαγα το φράχτη να σου κόψω λίγα σύκα!

 

4

 
Βλέπω τώρα έναν πίνακα του Σακαγιάν. 
Στολίζει μια κριτική ζωγραφικής στο Τραμ.
Η μητέρα ως καθαρίστρια του σταθμού Λαρίσης.
Οι ζωγράφοι πάντοτε στιλβώνουν την παιδική μου ηλικία.
Γράφω για να κάνω τους άλλους να μην ξεχνούν.
Γράφω για να κάνω τον εαυτό μου να ξεχνά.

Η αγαπημένη με περιμένει γυμνή πάνω στο χαλί
ενισχύει την αγάπη μου για τα απλά και τα κοινά. 
Γαμιόμαστε, γνωρίζοντας πως θα μας φάει κάποτε το χώμα.
Μα δεν το σκεφτόμαστε.

 

 

5

 
Ζούμε μέσα στην αντίφαση. Κι όποιος πει το αντίθετο
είναι ψεύτης. Ολόκληρη η ιστορία είναι 
είναι η ιστορία του εγκλήματος. Στοίβες πτώματα. 
Κόκαλα και πέτρες απ’ του Δευκαλίωνα το τσουβάλι. 
Πέταξα όλα τα ιστορικά βιβλία.
Με τι ευκολία οι δάσκαλοι μας βάζαν
τρυφερά παιδιά και παπαγαλίζαμε.
Τόσες χιλιάδες νεκροί, τόσες χιλιάδες 
κομμένα κεφάλια, ακρωτηριασμένοι 
ανάπηροι, άστεγοι, πεινασμένοι.
Βρήκαν τη μέθοδο να μας κάνουν συνενόχους.
Γι’ αυτό τα ιστορικά βιβλία
μου μυρίζουν πάντα ανθρώπινο κρέας.

Μα οι παπάδες είναι πούστικη φάρα παγκοσμίως 
άλλο τόσο οι δάσκαλοι κι οι χωροφύλακες.
Οι πνευματικοί άνθρωποι τα μεγαλύτερα παχύδερμα.
Δουλεύουν αμισθί για το γαμημένο έθνος.
Γι αυτό πιάνω τη λέξη απ τα μαλλιά και τη βάζω μες στο ποίημα.
Γι’ αυτό γράφω καυλιάρικα ποιήματα. Γι’ αυτό
δεν έχω να δώσω λόγο σε κανένα.
Τόσο αίμα έχει κυλήσει κάτω απ’ τις γέφυρες.

 

3

 

 

Είμαστε μόνοι 
ξεβράκωτοι σε τούτο το κρεβάτι. 
Τι όμορφα αποκομμένοι απ΄ όλους
στη φοβερή εξορία του έρωτα!
Τα βλέφαρά σου μου κόβουν άγριες μαχαιριές.
Με ταΐζουνε μελαγχολία τα μάτια σου. Διασχίζω το κορμάκι σου 
σα να’ ναι δρόμος.
Είσαι ανεξάρτητη χώρα. 
Σκύβω και ψιθυρίζω στο αυτάκι σου 
τη μαγική λέξη. 
-Έχω περίοδο, μου λες. 
Μα όταν έχεις περίοδο σε θέλω πιο πολύ
μέσα σου να γλιστρώ
να σε μυρίζω ολόκληρη
να χύνω ο σφαγμένος 
βαθιά μες στα ωραία σου μάτια.

 

6

 
Λέξεις δηλαδή πόνος που παραληρεί εντός μου.
Είναι πράξη επαναστατική να γράφεις ποιήματα
να κατουράς τους γαμιόλιδες με τα Best-seller
να φτύνεις στα μούτρα την αμερικάνικη υποκουλτούρα
(που σου πασάρει κάθε πουλημένο τσόλι).
Ο αντικομουνισμός του εξήντα έβγαλε ρίζες. Κι άλλο δεν πάει.
Αυτούς που σφάξαν οι δικοί μας και οι ξένοι,
αυτούς που σφάζουν οι δικοί μας και οι ξένοι σήμερα. 

-Γέμισε πτώματα η Γιουγκοσλαβία -.
Κι η τέχνη κάποτε τα ξερνά όλα αυτά. Γιατί κι η τέχνη κάποτε 
γίνεται λεπίδι που κόβει.
Γίνεται λεπίδι που κόβει τ’ αρχίδια κάθε κερατά.

 

 

7

 

 

Το παντελόνι κρύβει τη σάρκα της γυναίκας
μα το φουστάνι την αναδεικνύει. 
Το σκοτάδι κάτω απ’ τις φούστες είναι το πιο γλυκό σκοτάδι.

Είμαι διαβολικός γι’ αυτό τα όνειρά μου είναι αισχρά. 
Μια τρίχα μας χωρίζει από την άβυσσο. Συγκεκριμένα 
μια μουνότριχα. 
Όλοι οι σπουδαίοι ποιητές μονάχα ένα ποίημα έχουν γράψει
καθώς λένε. Έτσι κι εγώ την ανεξάντλητη ωδή μου στη γυναίκα.

Από ένα δαιμόνιο κυριαρχείται η ποίηση.
Βλέπω τώρα στην τηλεόραση τους πνιγμένους μετανάστες 
στη θάλασσα του Μαρμαρά.
Με το χέρι τους γράφω
αυτά τα κωλοποιήματα.

Πρέπει να’ σαι προικισμένος για τη μοναξιά.
Μια γυναίκα γυμνή είναι η φωτεινή πλευρά του θανάτου. 
Ο μοναδικός θάνατος που μέσα του θες να τρυπώσεις. Και τα άνθη 
αυτού του τάφου είναι πάντα τρυφερά. 
Τη γυμνή κοπέλα που χτενίζει το μουνάκι της μπροστά στον
καθρέφτη συντετριμμένος την περιγράφει ο ποιητής 
σ’ αυτό το μάταιο κόσμο.
Μα η δυστυχία μιας γυμνής κοπέλας είναι δυστυχία όλων.

 

 

8

 

Είδαμε στο Βατικανό τα ελληνικά αγγεία, τις πομπές 
με τους τουρλωμένους πούτσους, τα ένδοξα γαμήσια της αρχαιότητας
που ταξίδευσαν σ’ όλο τον κόσμο μεταφέροντας λάδι και κρασί. 

Διασχίσαμε την αίθουσα με τα αγάλματα. Μας βγάλανε φωτογραφία
έπειτα σ’ ένα μπαλκόνι με φόντο τη Ρώμη. 
Ακούσαμε μια Αμερικάνα ξεναγό να λέει
πως η ελληνική κλασσική αρχαιότητα είναι αξεπέραστη. 
Λίγο πολύ ετούτοι εδώ ήσαν αντιγραφείς. 
Επίσης δεν ανεβήκαμε στον τρούλο του Αγίου Πέτρου. 
Δεν χρειάζεται να δεις τη Ρώμη από ψηλά.

Τα συγκινητικά ποιήματα είναι τα σύντομα ποιήματα. 
Αυτά που γράφονται μέσα σε τραίνο.
Τέτοια δεν έγραψε ο Έζρα Πάουντ στη Ρώμη. 
Αυτός έγραψε επικά ποιήματα. 
Και το Κολοσσαίο είναι ένα επικό ποίημα. Δεν καταλήγει πουθενά.
Συνεχίζεται πέρα απ’ την ελπίδα μιας κατάληξης.

Στη Ρώμη είδα πάλι τον Αττικό ουρανό Κυριακή μεσημέρι.
Οι ιταλίδες έχουν παρόμοιο κώλο με τις ελληνίδες. 
Η καύλα είναι παντού ίδια, δεν έχει διαβατήριο.

Σε ποιες γειτονιές να βρίσκονται άραγε κρυμμένα τα μπουρδέλα!

 

9

 

Στα ελληνικά σπίτια και ιδιαιτέρως στα παλαιά φτωχόσπιτα 
το ζευγάρι κάνει έρωτα κάτω απ’ το εικονοστάσι. 
Η Παναγία και οι Άγιοι γίνονται μάρτυρες της ερωτικής πράξης.
Όσο πιο πονεμένος είναι κάποιος τόσο αγαπά τον έρωτα.
Ο βολεμένος είναι μπουχέσας, πλαδαρός. Δε φχαριστιέται.

Κάποτε θα γράψω για τις νοικοκυρές που απλώνουν 
ρούχα στα μπαλκόνια. Για τις σερβιτόρες των McDonald’s
που δε σε κοιτούν στα μάτια. 
Για τις κομμώτριες, για τις μοδίστρες του παλιού καιρού. 
Φανατικός του καθημερινού έπους.

Πρέπει να γυρίσουμε πάλι την ποίηση
στην επικοινωνία.
Να γυρίσουμε την ποίηση στην αγορά.
Γιατί η ποίηση είναι ένα φρενιασμένο κάλεσμα.
Ένα καυλωμένο κορίτσι.

 

11

 

[Η παρούσα επιστολή-ποίημα
γράφτηκε το Μάρτη του 2000
και αποτελεί κομμάτι
της αλληλογραφίας μου
με τον Ηλία Πετρόπουλο.

Αρκετές τέτοιες επιστολές
βρίσκονται
στη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη
μαζί με το υπόλοιπο
αρχείο Πετρόπουλου].

 

 

 

Μη Γράφετε Άλλα Τραγούδια Για Τον Έρωτα

kolaz

Μη γράφετε άλλα τραγούδια για τον έρωτα
και την καταχνιά. Εδώ δεν είναι Οξφόρδη
αλλά χώρα με καημούς και γάγγραινα. Εδώ
οι όψιμοι πλατωνιστές σπαράσσουν
ψαλιδίζοντας σεντόνια. Λεηλατούν αλάλητες
παρθένες, ρυθμίζουν υποθέσεις του κράτους
πληρώνουν δόσεις, καιροφυλακτούν. Προτιμούν
να περάσουν καλά στο μέλλον και στον κάτω κόσμο.
Οργίζονται θερίζουν γεννάνε ήρωες και δασκάλους,
στεντόρεια λογοπαίγνια. Κι εκεί κατά το ξημέρωμα
υποκύπτουν στα τραύματά τους και στην ανίατη
αρρώστια της ζωής. Μη γράφεται άλλα τραγούδια
για τον Έρωτα, ο Έρωτας θα σας φάει θα σας
δαγκώσει το σβέρκο ο Έρωτας δουλεύει από ήλιο
σε ήλιο σπέρνει δαιμόνια σας θέλει εκεί ενορίτες του
σας θέλει εκεί αγνούς ανθρωποφάγους του πλησίον

Goodbye Dubai

Na08-Weather

Με ξύπνησαν σαουδάραβες καρκίνοι και μεγαλέξανδροι
-μύριζε δίπλα ο πυρήνας της αφρό-
Φορούσε τήβεννο η μαντάμ Αδολεσχία
Εδώ είναι Ντουμπάι δεν είναι παίξε γέλασε, ασπόνδυλε παρία
Χρυσάφι ξύγκι και βλεννόρροια
Μουνί πυρέξ
Μουνί λυθρίνι κατακόκκινο
Σπέρμα αλκοόλ γαλαζοαίματοι
Οι παρτιζάνοι στα κοντέινερ δεμένοι με αλυσίδες
Εδώ
οι σφήκες γλείφουνε τον πεθαμένο άνεμο της στέπας
Εδώ
έρχεται σε οργασμό η Παναγία της Τήνου
Εδώ
ξεπλένουνε οι αγιοταφίτες τα παγκάρια
Εδώ
βγάζουν τις πρώτες τρίχες στ’ αρχιδάκια τους
τα πιο μαμόθρεφτα της αυτοκρατορίας
τα πιο αιμοβόρα στήθη που μοιράζουνε το κώνειο

Νόρα

picasso_bird1938

Η γάτα μου έχει μιαν ανθρώπινη ωραία καρδιά
έναν περήφανο βηματισμό προς την αιωνιότητα που πλησιάζει
Όταν κοιταζόμαστε ο ένας καταβροχθίζει τον άλλο
Στα δόντια της έχει φτερά από σπουργίτια
ζυμωμένα με τη γλύκα του βραδινού ουρανού
Τίποτε δεν ταράζει το βασιλικό της ύπνο
ούτε η γη που γουργουρίζει μες στην κοιλιά της

Facebook, Μαλακία, Αντεπανάσταση

samaras

[το κείμενο αυτό αποτελεί απόσπασμα της εισαγωγής στο βιβλίο:
Facebook, Μαλακία, Αντεπανάσταση]

Η στέρηση και η ηθική αναστάτωση που προκαλεί η καύλα που δεν βρίσκει ανταπόκριση, μας οδηγεί όλους, τρελούς και λογικούς, στην αγκαλιά της πορνογραφίας.

Η πορνογραφία υπήρξε ένα σοβαρό κομμάτι της εκπαίδευσής μας.

Μέσα στην υπνωτιστική της αθωότητα μας προσφέρει με καρτεσιανή ψυχραιμία ένα κακέκτυπο ευχαρίστησης και ηδονής, που, συνήθως, ως ντοπαρισμένοι μικροαστοί το χρυσοπληρώνουμε.

Η ερωτική αποχαύνωση της μονογαμίας και της αγαμίας, που δεν είναι παρά δίδυμες αδερφούλες, οδηγεί κατευθείαν στη δημιουργική θλίψη της πορνογραφίας.

Λόγια, φωτογραφίες, ζωγραφιές πεταμένα μέσα στο παγκόσμιο ψηφιακό τσουβάλι, γίνονται τα μαλακιστήρια που θα δώσουν στον καταπιεσμένο ερωτικό μας οίστρο το φιλί της ζωής.

Άντρες και γυναίκες, κυρίως της μεσαίας παρδαλής τάξης, βουτηγμένοι μέσα στις φοβίες τους, όταν δεν βαριούνται οικτρά και θανατηφόρα, τρέμουν μπροστά στη σκέψη να αγγίξουν τον άλλο, βάζοντας σε κίνδυνο την αποστειρωμένη τους κωλοτρυπίδα.

Η σύγχρονη δημόσια πορνογραφία, που μετά τα όπλα, είναι η δεύτερη κραταιά βιομηχανία, οδήγησε στην λατρεία και αποθέωση του εαυτού.

Τα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με την υποκριτική σεμνοτυφία τους είναι σήμερα το πορνογραφικό έμπλαστρο κάθε πονεμένου ημι-μπουρζουά.

Ένα χιλιοφωτογραφημένο πρόσωπο διαθέσιμο όλες τις ώρες. Ο αφαλός, οι γάμπες, τα χείλη, οι ώμοι, ο λαιμός παντού. Άπειρες φωτογραφίες με άπειρες σκατόφατσες, μα τα ερωτικά όργανα ανύπαρχτα και καταχωνιασμένα σε υπονοούμενα.

Οι καθώς πρέπει τίμιοι άνθρωποι, νέοι, μεσήλικες, γέροι δείχνουν αυτο-φωτογραφιζόμενοι πως περνούν καλά.

Οι κοπέλες και οι μεγαλοκοπέλες κάνουν χαρούλες και φιλάκια στο φακό παίρνοντας πόζα αρχοντοπουτάνας γερμανικού μπουρδέλου του μεσοπολέμου, εκεί όπου ο κόσμος καιγόταν μα το μουνί χτενιζόταν για να υποδεχθεί τους οικογενειάρχες πελάτες του.

Το περίφημο facebook ξεκίνησε ως δίκτυο γνωριμιών για να μπορούν να γαμάνε οι Αμερικάνοι φοιτητές κρυφά απ’ τη μαμά τους, χωρίς να χάνουν το χρόνο τους σε σαλιαρίσματα και περιπάτους.

Οι σύγχρονοι μάνατζερ της παγκόσμιας πορνογραφίας γνωρίζοντας πως ο χρόνος είναι χρήμα για τα κωθώνια των μεγαλουπόλεων που παλεύουν να πιάσουν την καλή, έστησε αυτό το σπουδαίο δίκτυο πορνογραφίας όπου μπορείς να δεις και να σε δούνε τζάμπα και παστρικά.

Μέσα σ’ αυτό τον παγκόσμιο πορνογραφικό ιστό ο καθένας προβάλει τον εαυτό του και τις δεξιότητές του. Κοινώς ψάχνει να γαμηθεί αλλά με τον σεμνοκαυλωμένο τρόπο της γαληνοτάτης ηθικής που υπαγορεύει το πνεύμα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και της θεοκρατικής υποκρισίας.

Μαμάδες που θα γούσταραν να γαμηθούν έως θανάτου γράφουν σχόλια για παστίτσια κάτω απ’ το βαθύ ντεκολτέ της κόρης τους που κολυμπά ως μινωικό χρυσόψαρο μέσα στη γυάλα του ξεθυμασμένου ερωτικού ανταγωνισμού, που προσφέρει η ταχύτητα ενός ηλεκτρο-κολοβακτηριδίου μέσα στο λεπτεπίλεπτο αντεράκι της ψηφιακής ίνας.

Μια νέα κοσμική δύναμη διαβρώνει τον ερωτισμό. Είναι η ίδια δύναμη που διαβρώνει τα μυαλά των ανθρώπων.

Καμία μαζική διαμαρτυρία δεν θα δούμε για την ασύλληπτη σύγχρονη δουλεία στα κάτεργα της κοσμοπολίτικης πουτανόγριας Μυκόνου. Τους εργαζόμενους είλωτες που δουλεύουν χωρίς ωράριο και κοιμούνται σε κοντέινερ παίρνοντας για μηνιάτικο τόσο όσο κοστίζει μια ξαπλώστρα για μια ώρα στην Ψαρού.

Οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως δημοκράτες πολιτικοί, ανέκαθεν κωλοτρίβονταν με τους εκμεταλλευτές, εξομοιώνοντας τον θύτη με το θύμα, έχοντας ως άλλοθι τη νομική τους σαβούρα και τα ξενόφερτα δουλικά μνημόνια.

Κάθε πρόσωπο, σήμερα, που αυτοφωτογραφίζεται και αυτοπροβάλλεται, είναι ένα άρρωστο τραυματισμένο εγώ.

Όλες αυτές οι αραχνοΰφαντες φάτσες, παραμορφωμένες απ’ τα φίλτρα του κινητού, διαμορφώνουν το νέο πορνογραφικό προϊόν, όχι ως εργαζόμενοι επαγγελματίες, αλλά ως ερασιτέχνες και εθελοντές μαρκαλεμένοι από τη μεγάλη φόλα της ψυχανάλυσης που λέει: Γίνε ο Εαυτός. Δηλαδή Γίνε ο απόλυτος Μαλάκας.

Ο ψυχαναλυτής, ψυχίατρος, ψυχολόγος, φιλόσοφος και θεολόγος πατήρ Λουδοβίκος φρονώ πως μπορεί να κάνει μια πιο εμπεριστατωμένη μελέτη επί του θέματος: Μαλακία και Facebook, αφού, είναι σπεσιαλίστας του είδους και διαθέτει μάλιστα την πιο σπουδαία συλλογή από μουνότριχες καλογριών (ορθοδόξων φυσικά).

Επί δύο

Ξόνογλου

μέχρι τους ώμους και μέχρι το στόμα
μέχρι τα δάχτυλα και μέχρι την καρδιά
φτάνω ως εκεί που δεν είναι το χάος
αλλά η τρυφερή δανεισμένη ωμότητα

όπως στη Βίβλο οι γλυκιές συμμορίες
μουλαράδες τοκογλύφοι προφήτες
λάσπη της δημιουργίας από
μουτζούρες αίμα και προσβολές

εξόριστοι, όλων των καιρών, οι εραστές
ξέρουν τι τίμημα είναι αυτό
τόσο αθώα να ξεσχίζεσαι
η μούσα να λύνει τη γαλάζια της ποδιά
ν’ απλώνει τους αγκώνες
να τεντώνει το λαιμό
να καρτερά το χωροφύλακά της

Αναφορά στον Mihály Zichy

Mihály-Zichy-Liebe-09-960x714

Πίσω από κάθε παραβάν γεννά τ’ αυγά της μια γυμνή
Οι τοίχοι είναι τ’ αυτιά της
Οι κλειδαρότρυπες τα μάτια της
Τα ποιήματά της πάντοτε με ρίμα
Το πινέλο της βουτηγμένο στο μέλι

Πόδια και χέρια σμιλεύουν το κορμάκι του δύστροπου έρωτα

Αρχίζει να γεννά τ’ αυγά της μέσα στο μάτι του βασιλιά
Ο Βασιλιάς κι αυτός γυμνός
παρακολουθεί τις μάχες
τις κραυγές
τα βογγητά και τα ποδοπατήματα
Κατά την δωδεκάτην επίθεση σμίγει κι αυτός
με μια καστανομάτα αρσενική μύγα

Ένας κώλος γυμνός σαν φεγγάρι του Αυγούστου ξέζεψε εδώ
και μόνο ο ψίθυρος της παρακμής κυκλώνει τα κορμιά
απαλά
μες στο αιώνιο χυμώδες τίποτα
λες και η Ιστορία ξεθεμελιώνεται
και οι πληγές γιατρεύονται μπροστά στα μάτια της ηδονής
κι ας είναι αυτή
ολότελα τυφλή

Mihály_Zichy7-960x640

Mihály_Zichy5-960x640

Ο Mihály Zichy γεννήθηκε στην Ουγγαρία το 1827. Παράλληλα με τις σπουδές του στη Νομική φοίτησε στη σχολή του επίσης Ούγγρου ζωγράφου Jakab Marastoni. Το 1844 βρέθηκε στη Βιέννη όπου υπήρξε μαθητής του Ferdinand Georg Waldmüller, ενός από τους σημαντικότερους Αυστριακούς καλλιτέχνες της εποχής του. Το 1871 ξεκινάει τα ταξίδια του σητν Ευρώπη και το 1874 εγκαθίσταται στο Παρίσι. Δημιουργεί τον πίνακα “The Triumph of the Genius of Destruction” για την Έκθεση του Παρισιού αλλά οι αρχές απαγορεύουν την συμμετοχή του λόγω του ισχυρού αντιπολεμικού μηνύματος του έργου. Εκείνη την περίοδο δημιουργεί και μια σειρά ερωτικών σκίτσων υπό τον τίτλο “Love”. Σε αυτά αποτυπώνεται με τόλμη η ερωτική πράξη, το γυμνό ανδρικό και το γυναικείο σώμα, η ηδονή και η έκσταση.

Περί απόλαυσης

periapol

Η απόλαυση, παραμένει φευγάτη μες στα κοιτάσματα και τους ιριδισμούς του πολιτισμού που μας εκμαυλίζει.

Η απόλαυση, αν θα υπήρχε, θα αντιστοιχούσε σε μια πληρότητα ικανοποίησης των ενορμήσεών μας, αφήνοντάς μας ξέπνοους και αποσβολωμένους σε μια πρωταρχική μυθική ικανοποίηση.

Μα η απόλαυση, σήμερα, είναι ένα κακέκτυπο του ψηφιακού καλπασμού προς το άγνωστο, έχοντας καλά κρυμμένο τον ευνουχιστικό της ρόλο στις σύγχρονες χαίνουσες πληγές.

Η ικανοποίησή μας, το να ζούμε δηλαδή όπως θέλουμε εμείς, είναι ουσιαστικά απαγορευμένη απ’ το πνεύμα της καπιταλιστικής πολιτικής, και η απαγόρευσή της γεννά το επινόημα μιας απόλαυσης που προσδοκούμε να ξεπεράσει τα όρια της ευχαρίστησης.

Εξαιτίας του αιτήματος για αληθινή ζωή και πραγματική ευχαρίστηση ο καθένας από μας μιλά, κι απ’ τη στιγμή που μιλά, έχει τουλάχιστον την ικανοποίηση της ομιλίας, βρίσκοντας εκεί ένα υποκατάστατο απόλαυσης.

Απ’ την άλλη η λογοτεχνία και οι τέχνες, οι καλές και οι κακές, χρησιμεύουν προφανώς ως μέσα στην απόλαυση. Τις περισσότερες φορές στην απόλαυση νοήματος, ειδικά αν πρόκειται για τέχνες που χρησιμοποιούν τη φαντασία ή αλλιώς το φαντασιακό.

Άραγε δεν υπάρχει εδώ κάποια κραυγαλέα αντίφαση;

Μα φυσικά, αφού η τέχνη δεν είναι απλώς το μέσον για ένα μήνυμα, αλλά και ένα αντικείμενο εκτός νοήματος.

Εξωθώντας λοιπόν τις γραπτές κατασκευές μας-και τους φόβους μας και τα μυαλά μας που είναι σαλαμένα απ’ την αιτιότητα- στην αμφισημία, η οποία αποτελεί το κατεξοχήν εργαλείο της ποίησης, εξωθούμε και τη σκέψη μας άρα και τη διάθεσή μας εις την νιοστή μιας δύναμης που αποκλείει τον επικαθορισμό του νοήματος.

Κάνουμε μια τομή στην επιθυμία με το νυστέρι της γλώσσας απελευθερώνοντάς τη απ’ το νοηματικό ιξό. Κι έτσι αφήνουμε την επιθυμία μετέωρη, χωρίς τα συμφραζόμενά της, που έτσι κι αλλιώς μετατρέπονται σε δουλικές εντολές και σε παραφροσύνη σκληρού ανταγωνισμού.

Ξαφνικό ξέσπασμα Ή συντριπτικό κάταγμα όρχεων από καρπούζι

Daniel-Lannes

Η όψη σου θεώρημα για κοριτσάκια
προχριστιανικέ φουστανελά
ηδονιστή των βουβαμένων ουρανών
γάμα το δροσερό καρπούζι σου
όπως κάτι ρεμάλια στη Νεμπράσκα
Ανώμαλοι αθεραπεύτως κι αμερικάνοι
λίγο πριν πιούν το σπίρτο της κολάσεως
Ω ναι, να αλείβεις την ψωλή σου άβυσσο
όπως η υπνοφόρος παπαρούνα τα μηλίγγια
Να φτύνεις τα κουκούτσια
όπως φτύνει ο διάολος τις λαγνείες
Ασάλιωτος να τρυπάς την καρδούλα
αφήνοντας τις φλούδες για τα ράμφη των κοράκων

tots

Σημειώσεις:

Το παραπάνω ποίημα έλαβε το πρώτο βραβείο στον πανελλήνιο ποιητικό διαγωνισμό με θέμα: Τι απέγινε το καρπούζι που γάμησε ο Τότσικας;

Στην τιμητική εκδήλωση παρευρέθησαν η Κική Δημουλά, η Τσιτσιολίνα, Ο Παντελής Θαλασσινός, η Μελάνια Τραμπ, απόγονοι μακεδονομάχων, η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, ο Τέλυ Σταλόνε, ο Κώστα Βουτσάς, η Μαριάννα Βαρδινογιάννη, ο Ησαΐας Ματιάμπα και πλήθος κόσμου, λάτρεις της ποίησης και της καρπουζογαμίας.

 

Υ.Γ: Την άλλη Κυριακή, στον τόπο της θυσίας, θα ψαλεί τρισάγιο απ’ τον Μητροπολίτη Περγάμου και Κατακώλου, πατήρ Λουδοβίκο, και, θα διαβαστεί το εν λόγω βραβευθέν ποίημα απ’ τον ειδικό σύμβουλο του πρωθυπουργού σε θέματα διατροφής και σεξ,  κύριον Καρανίκα.    

Για άλλη μια φορά

outop

Πες μου, μανούλα Oυτοπία, μήνιγγα του νεωκόρου
που του πετιέται η φλέβα στο λαιμό
τι Αύγουστος, υπερόπτης και αγέλαστος
μας έκανε ρεζίλι στα κορίτσια!
Πες μου πως πήγε στράφι η τόση επανάσταση
για να γυαλοκοπάν τα χρυσολάβαρα των Φράγκων!
Πες μου, εσύ πολυεδρική νταντά της αναρχίας
τι ποίημα γοερό να γράψω τώρα
για τα άλλα σαρκοβόρα
τους λουόμενους
Τι κορνιζάρισμα να κάνω στο έκζεμά τους!
Πες μου, μανούλα Oυτοπία
πόσες θυσίες θα κάνουν τα εσώψυχα
για να γιατρέψουνε τον τέτανο της καύλας!

Υπόμνημα για τα καφενεία της ενδοχώρας Ή διέγερσις καβάλου και περιχώρων

kafen

Όταν μιαν όμορφη γυναίκα, μοιράζει σαν αντίδωρο την ομορφιά της, εισβάλλοντας Κυριακή πρωί σε καφενείο παλαιό της ενδοχώρας, υιοθετεί, με πολύ έξυπνο τρόπο, μια στάση χαρούμενη και παιχνιδιάρικη.

Κάτω από τόσα βλέμματα αφημένη, γύρω από μιαν ατμόσφαιρα παιδικής αθωότητας επιδεικνύει τα κατάρτια της και όλες τις πολύχρωμες σημαίες της.

Κι έτσι αυτοί οι λαβωμένοι σπίνοι γύρω της, αυτές οι μάζες αρσενικών από ατσάλι και θάνατο, μετατρέπονται σε συγκινητικό και ευγενές θέαμα.

Οι άντρες αυτοί, δείχνουν την παιδική τους καρδιά με μιαν αφέλεια που προδίδει την έπαρση της σημαίας, στο κοντάρι τους, που, αρχίζει να υψώνεται απ’ τον καβάλο, στοχεύοντας τα υγρά ερωτικά πολυβολεία.

Στα βάθη τού κάθε αρσενικού κύτους κρύβονται πυρομαχικά σε τεράστιες ποσότητες, έτοιμα ν’ ανατιναχτούν προκαλώντας την καταστροφή μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

Οι θαμώνες όμως το ξέρουν και νιώθουν ευχαριστημένοι απ’ το συμπτωματικό ξεφάντωμα.

Νιώθουν όλοι το στομάχι τους να ανακατεύεται, αλλά χαμογελούν συνεσταλμένα ανεμίζοντας τις πολύχρωμες σημαιούλες τους.

Τα λόγια, οι φράσεις, οι λέξεις αποτελούν όλη την απαραίτητη πρώτη ύλη για το μεταβολισμό της λαγνείας.

Αναφορά στον κήπο της Εδέμ

proi

Πρόστυχη μύγα
-κύτταρο Ινδής στα ζυγωματικά μου-
χαιρέκακα, όπως τα χέρια σε βραδυνή προσευχή
θα σε λιώσω
Τώρα μ’ αρέσει να κατοικώ στη ζούγκλα σου
Να φεύγεις και να’ ρχεσαι και να μ’ αφήνεις ζωντανό
κι ακάθαρτο στο συμπαγή μου ύπνο
σκεπτόμενο πάντα
μια παιδική παντόφλα
να αιωρείται στη χλωμή ατέλειωτη νύχτα
Μια μασημένη καρδούλα
ανάμεσα στα κοπάδια των ψαριών
Τη γλώσσα μου αιωνίως
να ψάχνει σάλιο θηλυκιάς
και τα δάχτυλα
να φτερουγίζουν
στην πρώτη θρασιά βροχούλα της σάρκας

Mες στον ύπνο μου

ipnos

μετά που ήρθες στο κρεβάτι και γυμνώθηκες
-μες στον ύπνο μου-
η ζάχαρη απ’ το λουλούδι σου με λίγωσε
έξω έριχνε βροχούλα αντιποιητική
ο Σεφέρης διάβαζε Σεφέρη στο Σεφέρη
οι μασόνοι χάιδευαν τον πηχτό υδράργυρο της νύχτας
την τελευταία στιγμή έσωσα τα βυζιά σου απ’ τα δόντια του σκύλου
-μες στον ύπνο μου-

Εγώ, ο Κλαύδιος

klav

Σου σήκωσε το φουστανάκι σου, πατρίδα μου
της ιστορίας -ας πούμε- το αεράκι
Έψαχνα εγώ Βυζάντια, ξερολιθιές
Μες στο άρβυλο η ψείρα
Ο νυν τέττιγας φορούσε σπλάχνο μοναχής
Θυμήθηκα τότε
-φαντάρος- που εκσπερμάτωνα επάνω στα τηλέτυπα
Θυμήθηκα τη στραβοτιμονιά του οργασμού
πριν πέσω ολοταχώς στις κλειτορίδες
Κι ήταν στα βράχια επάνω ο Κλαύδιος
Μονολογούσε το Εγώ του, όργια ρωμαϊκά
Αλαζονεία διχάλας
Το κλέος των επίδοξων ιμπερατόρων
Πέτρες πετώντας στον ορίζοντα απ’ τα νεφρά της Δαμασκού

Ποτέ η γραμμή δεν είναι ευθεία

Γυμνό-Γεύμα-4

Ποτέ η γραμμή δεν είναι ευθεία. Εν τέλει, η απόλαυση του καλλιτέχνη συγγενεύει περισσότερο με την απόλαυση του μαθηματικού παρά με εκείνη του μυθιστοριογράφου, διότι ο μαθηματικός όπως και ο καλλιτέχνης, βραχυκυκλώνει το νόημα με τον τρόπο του.

Και λες, πως, βγαίνει από τούτες τις τελετές ιερό μεδούλι απ’ τα κόκαλα του ονείρου που το λιάνισαν οι ερμηνείες.

Η ακαδημία ψάχνει το νόημα, μα ποτέ η γραμμή δεν είναι ευθεία.

Και οι εχθροί δεν είναι εχθροί και η μάνα των ανοιχτών αγρών έχει μια ποδιά γεμάτη γρύλους και μια παγερή μοναξιά για να ακονίζουν οι αρουραίοι τα ατσάλινα δόντια τους.

Ορμάμε πάνω στους εμπόρους της απόλαυσης. Είναι οι ψύλλοι που κουβαλάνε μια σακούλα αρρώστιες.

Και μετά ξανά οι λόφοι που πλάθονται από σκοτάδια της μνήμης και το μάτι σηκώνεται απ’ τον τάφο του και τρυπώνει στις ζητιάνικες σχισμές, στην πληγή που ποτέ δεν κλείνει, αλλά είναι πάντα η πύλη απ’ όπου το ακατονόμαστο κραυγάζει ως το τέλος της νύχτας, γιομάτο αλαζονεία και έπαρση απ’ την τόσο κουτή χρησιμότητά του.

Τη διαιώνιση της ζωής και του πόνου.

Το σχοινί που τεντώνει ο χρόνος ανάμεσα σε δυο πρόκες.

Μα ποτέ η γραμμή δεν είναι ευθεία. Και το ποιητικό ένστιχτο των πλασμάτων που νιώθουν τις βαθιές ερωτικές δονήσεις καταφρονεί το ψεύδος που φέρουν από τη φύση τους τα προσχήματα.

Ωδή στις γίδες

germany-goats-in-a-tree

Ω! γίδες ζώα άγρια από πείσμα
θα συναντηθούμε καθ’ οδόν για τον παράδεισο
αφού είμαι οπαδός σας
ο πρώτος διδάξας των σπλάχνων σας
όλο ποδοβολητό και ανταρσία

Ω! γίδες σκαρφαλωμένες στα χείλη της ανίας
που δεν σκέφτεστε το μισθό σας
αλλά ένα πραξικόπημα με κακαράνζες
μες στο γάλα μας

Να και οι μουνότριχες

akritha

Ο Ακριθάκης έκανε τέχνη το να υποφέρεις σ’ αυτή την παρανοϊκή χώρα
Αγκάλιασε την τρέλα του και τη φίλησε στα μάτια
Έτρεξε σε γιατρούς στο Βερολίνο
Γέμισε τις τσέπες του με πέτρες
Έβλεπε αφρισμένα μουνιά με γυαλιστερές μουνότριχες
Μπορούσε να ζωγραφίσει πάνω στον πούτσο του ένα ακάνθινιο στεφάνι
Το χνώτο του μύριζε μπύρα και γερμανική άσφαλτο
Υπήρξε βασιλιάς των αδέσποτων σκύλων
αφού δεν πέθαινε απ’ την επιθυμία να είναι ευτυχισμένος
κι απ’ την επιθυμία να είναι καλλιτέχνης
κι απ’ την επιθυμία να δαγκώσει τον άλλον στο σβέρκο

Περί Θανάτου Ή Το σώμα μου είναι ο νικητής

Collage 1 George H

Το σώμα μου είναι ο νικητής
Αναπαύεται, τώρα, στιλπνό στον πάτο της απελπισίας του
Κοιτάζει γύρω και ακούει
Ξαπλωμένο
γυμνό στο χορτάρι
Νιώθει στην πλάτη του τη ζέστα της κρύας γης
Ψάχνει στα τυφλά
το καλάθι με τις αχνιστές λέξεις
τους γυαλιστερούς ώμους απ’ την κρέμα του ήλιου
και τα κοπάδια από ζεματιστά στήθη
που ζητούν τη χούφτα της αγάπης

Το σώμα μου είναι ο νικητής
πλάι σ’ αυτό, εδώ, το μονοπάτι των μυρμηγκιών
πλάι στη γελοιότητά του
και πλάι στο μεγαλείο του να τρομάζει
όχι απ’ τη ζωή
αλλά απ’ την παράλογη μεταμφίεσή της

Η τρίτη διάσταση Ή Μερικές ξυλιές στα κωλομέρια του πνεύματος

trit

στον Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη

 

Σήμερα, δηλαδή τώρα, θα σου μιλήσω για την αποτυχία μου αλλά και τη μεγάλη μου επιτυχία να μπορώ να αναγνωρίζω την αποτυχία.

Ναι, απέτυχα να πω τα πάντα για τα πάντα χωρίς ψεγάδι, ελάττωμα ή αδυναμία. Άλλες τόσες φορές πρόκειται να αποτύχω ξανά.

Απέτυχα να πω εκείνο για το οποίο υπήρξα έγκλειστος σ΄ ένα δωμάτιο με ένα γραφείο και μια βιβλιοθήκη, νομίζοντας πως βρίσκομαι στο γυάλινο κουβούκλιο της πληθωρικής διανόησης που παρατηρεί τα πάντα.

Ίσως, πάλι, αυτό το λογοτεχνικό ικρίωμα πάνω απ’ το γραφειοκρατικό χαρτοβασίλειο της ανθρώπινης σκέψης να είναι και το μοναδικό καταφύγιο μέσα στην εμπειρία του τραγικού.

Πίστευα και πιστεύω πως ο έρωτας, για παράδειγμα, δεν μπορεί να είναι μια χαλκομανία πάνω σ’ ένα φλιτζάνι τσαγιού και πως κανένα αριστούργημα ή μη, δεν μπορεί να είναι αποστειρωμένο, όλως παραδόξως, χωρίς ίχνος από ανθρώπινα πάθη, ερωτισμό, θέρμη συναισθημάτων, αγώνα και ιδρώτα.

Ο έρωτας δεν μπορεί να είναι συμπλήρωμα αναγνωστικής διατροφής ανθρώπων παροπλισμένων στην ηθική μέγγενη ενός δόγματος ή μιας κοινωνικής συνθήκης που εδράζεται πάνω στην υποκρισία.

Και φυσικά δεν μπορεί να είναι προνόμιο μιας ισχυρής και άρχουσας τάξης που με τα φράγκα της και μόνο απενοχοποίησε την κωλοτρυπίδα της.

Μέσα στην αλλόκοτη διάθλαση των εικόνων που χειρίζονται οι λέξεις με τον δικό τους αχαλίνωτο ολοκληρωτισμό, η λογοτεχνία προσφέρει κάθε φορά στην ανθρωπότητα το παραλυτικό γεννοβόλημα των νέων ιδεών.

Όμοια με τον ιστό που ξεμπουκάρει απ’ την κοιλιά της αράχνης, το καλλιτεχνικό έργο, γίνεται η εστία απ’ την οποία εκπέμπει την ακτινοβολία του ο πολυμορφισμός της ανθρώπινης κατάστασης.

Μπορεί εύκολα ο καθένας από εμάς, σήμερα, να διαπιστώσει πως η διανόηση που δεν είναι τίποτε άλλο παρά το βυζί που τροφοδοτεί με γάλα τον καλλιτέχνη που φτιάχνει πολιτισμό, κινείται σ’ έναν κόσμο φαντασμάτων απ’ όπου εκστομίζει παράξενες προφητείες περί του τέλους του κόσμου.

Ο ανθρώπινος μόχθος, τα κοινά πάθη, η φλόγα του ερωτισμού έχουν αποπεμφθεί απ’ τις εκδοτικές καλένδες δίνοντας τη θέση τους στα κλανιάρικα γατάκια μιας δημιουργικής γραφής τόσο πολυκαιρισμένης που δεν φοριέται με τίποτε.

Βεβαίως μπουχτίσαμε κι από καταραμένους της μιας σεζόν, δεξιο-αναρχικούς που μπέρδεψαν τη βούρτσα με τον αλγεβρικό λογισμό και την πούτσα με το αλκοολίκι, ψευτο-παγανιστές της οκάς που αγαπούν σφόδρα την παπαρούνα και τα παπάρια τους, ομολογώντας άλλωστε, ότι τα μόνα τους πρόβατα είναι οι σκέψεις τους, καλλιεργώντας μέσα τους τον κατά φύση εγωισμό των λουλουδιών και των κοπράνων.

Η ύπαρξή μας, αρχίζει πλέον, να χάνει την τρίτη της ζωογόνα διάσταση. Τη σαρκική. Αφήνοντας έτσι, μιαν επιφάνεια δύο διαστάσεων πάνω στην οποία διαγράφονται οι καταθλιπτικές σύγχρονες σιλουέτες μας.

Η ηθική τού να μην κάνουμε σε κανέναν ούτε καλό ούτε κακό, έχοντας μεταξύ μας την ευγενή επιτηδευμένη καλοσύνη που παρουσιάζουν οι συνεπιβάτες ενός πλοίου μας κάνει να νιώθουμε για όσα υπάρχουν και όσα συμβαίνουν μία δι’ οράσεως στοργή, μια τρυφερότητα της νοημοσύνης αλλά τίποτε μέσα στην καρδιά.

Αν υπάρχει κάποιος ζόρικος συγγραφέας ως παράδειγμα εκείνου που ο Λακάν ονόμασε ασθένεια της διανόησης αυτός είναι ο Φερνάντο Πεσσόα.

Είναι εμφανές ότι η απονέκρωση του κοινωνικού δεσμού προέρχεται απ’ το ίδιο λαίμαργο στομάχι της ανεξέλεγκτης περίσσειας του φαντασιακού, μη μπορώντας να διασώσει κάτι από την τρίτη διάσταση των πραγμάτων και των όντων.

Μια διανόηση αποτραβηγμένη από τις ενορμήσεις, ένα φαντασιακό χωρίς Εγώ, μετέωρο στις αναρίθμητες μεταμορφώσεις, διαιωνίζοντας το αινιγματικό κενό που έχει εγκατασταθεί στην καρδιά του Είναι.

Ο Μπερνάντο Σουάρες που έχει χάσει τον κόσμο διατυμπανίζοντας την περιφρόνησή του για τη σάρκα, την αηδία του για την αγάπη και την απέχθειά του για τις πραγματικές γυναίκες, που γράφει εις δόξαν των στείρων γυναικών, λέει, στη Δέσποινα των ονείρων του: Ας μείνουμε αιώνια έτσι, μια ανδρική σιλουέτα πάνω σε ένα τζάμι, απέναντι σε μια γυναικεία σιλουέτα πάνω σε ένα άλλο τζάμι. Οι αιώνες θα κρατήσουν ακέραια τη γυάλινη σιωπή μας.

Όσο για τον Άλλον, τη γυναίκα δηλαδή, μας λέει: Ποτέ μην την αγγίξεις, διότι, το να βλέπουμε και να ακούμε είναι τα μόνα πράγματα που μας προσφέρει η ζωή. Οι υπόλοιπες αισθήσεις είναι πληβείες και σαρκικές.

Αυτές τις πληβείες, λοιπόν, και σαρκικές αισθήσεις, που, ο ετερώνυμος του Πεσσόα καταδίκαζε, δεν μπορούμε να τις ξεριζώσουμε, αφήνοντας την απόλαυση ορφανή και δυσανάγνωστη στο μανιχαϊσμό ενός απογοητευμένου σκεπτόμενου.

Οι σύγχρονοι καταθλιπτικοί είναι παιδιά του Πεσσόα και μιας προγραμματικά απολίτικης ανάγνωσης του κόσμου, που έχει τοποθετήσει το διανόημα έξω απ’ την πραγματικότητα, μη μπορώντας να διαχειριστεί τη στύση του που είναι πραγματική και τη φύση του που είναι πολυδιάστατη.

Ο Άρχων φασισμός, που σήμερα ξεγλιστρά σαν ζεστό σπέρμα απ’ τη νεοφιλελεύθερη καπότα, έκανε τις μάζες μπέιμπι-σίτερ της ιστορίας, στηρίζοντας τα δοκάρια στα χαρακώματα, εκεί όπου, οι πληβείες και σαρκικές αισθήσεις τρίβονται σαν τη ρίγανη για να νοστιμίσουν τις απολαύσεις της άρχουσας τάξης.

Ο Άγιος Και Ο Ποιητής

agios

Βλασταίνει ο ποιητής μέσα στο ποίημα, δηλώνοντας πρεζάκιας της απόλαυσης, ενώ ο άγιος απέναντι δεν τολμά να χαϊδέψει τα παπάρια του μυρίζοντάς τα.

Ο άγιος είναι το λείψανο της απόλαυσης, αυτό που απέβαλε η ζωή αφού το ευνούχισαν οι περιστάσεις.

Η αγιοσύνη είναι μια τραγική περίσταση. Ο άγιος βρίσκει το ναρκισσιστικό του έρεισμα μέσα στη σχέση επιθυμίας των προγόνων, δηλαδή μέσα στη γενεαλογία του.

Το σώμα είναι γι’  αυτόν όχημα που θα τον πάει στον θεό. Μα ο ποιητής δηλώνει κάλλιστα την αγάπη του για το σώμα.

Ξέρει πως μόνο το σώμα μπορεί να σε σώσει απ’ το πνεύμα κι απ’ τη χίμαιρα του θρυμματισμένου λόγου κάθε ψυχαναγκαστικού δόγματος.

Διακηρύσσει το μίσος του για τις συμβατικές αρετές και τις παπαδίστικες ιστοριούλες και τα πεζά φληναφήματα της γραμμικής αφήγησης.

Ο άγιος, ερμηνεύοντας συνεχώς, καθηλώνει τα πρόβατα σε μιαν ερημιά αναμονής, αφού, δεν υπάρχει το παρόν αλλά ο συννεφιασμένος βλοσυρός καιρός και το κακό μάτι, από εκεί δηλαδή που τρυπώνει ο διάολος της επιθυμίας μέσα στο σώμα.

Οι κοινοί θνητοί -αγωνιωδώς- πότε τρέχουν στον άγιο και πότε στον ποιητή. Κι έτσι βραχυκυκλωμένοι και απογοητευμένοι δεν καταφέρνουν να θεραπεύσουν την παράνοιά τους, η οποία θεραπεύεται μόνο εάν ο κοινός θνητός γίνει αθάνατος, δηλαδή γίνει ο ίδιος άγιος και ποιητής. Πολέμιος κάθε εξουσίας που χρησιμοποιεί το εμπορικό τέχνασμα της σαγήνης και της καθήλωσης.

 

Νυφιάτικο

nifi

Καλύτερα να ήσουν σερπαντίνα
-να σε φυσήξω σαν ηλίθιος εραστής-
παρά ανάσκελη γεμάτη χαμομήλια
εις τους γκρεμούς. Καλύτερα να ήσουνα
Βουλγάρα πεταλούδα λίγο πριν βγεις
αλκαλική απ’ το αλαβάστρινο λουτρό σου
Καλύτερα να ήσουν έγχορδο αλητείας
πιο κουρδισμένο κι από αδέσποτο σκυλί
Αχ! καλύτερα να ήσουν πέστροφα γλυκιά μου
να σε φάω με όλα τα ωμέγα τρία λιπαρά
τις βλεφαρίδες σου κριτσανιστές
λιωμένες μες στο βούτυρο της λήθης

Σαλιγκάρια

salig2.jpg

Φάγαμε σαλιγκάρια που τα λένε και κοχλίες
Κι έπειτα πετάξαμε τα κουφάρια τους
στις αρσενικές μας γάτες να τα γλείψουν
Κι έτσι όπως απαιτεί μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα
γαμηθήκαμε
και δεν ήταν η πρώτη φορά
που οι πιπιλιές στα πρησμένα μου αρχίδια
σκαρφάλωναν στην καρδιά