ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Ιουλίου, 2014

Γύρω γύρω όλοι

 

body_painting_flower_3

Μύρισε ο κήπος σου κόκκινο.
Λαιμαργία γύρης.
Γύρω γύρω όλοι.
Άντρες εν πλω
φορώντας μέθη ανάσκελη
το οικείο λάγνο σου δασάκι.
Το έδεσμα.
Θήρα τω όντι, έφηβη εσύ.
Τι εποιήσάς μοι
χειροπιαστό μουνί
ολισθηρόν
που ανέτειλες λάθρα
πλούσιο, περιούσιο
χωρίς το μάτι του Μπατάϊγ
θεότυφλο
αλλά με κείνο το γέλιο το έξαλλο
τα χάχανα
τα αχαμνά ευμενώς λακτίζοντας
στη γενέτειρα του καβάλου μου
λίγο πριν τρυπώσει το ερπετό των οργασμών
ο τρελός ποιητής Αντρέας Εμπειρίκος
καυλιάρης και ασθμαίνων
εις τον τάφο του άπειρος
με βιολιτζήδες κοριτσάκια και οράματα.

Θάνατος πολύς στις πλατείες

uana

Θάνατος πολύς στις πλατείες
Ορίζοντας άυπνος ξινισμένος
Το αεράκι χλωμό
Κόσμος από βάσανα ραγισμένος
Πίνει καφέδες κάτω από δέντρα και ουρανούς
Βγάζει το μαντηλάκι του και σκουπίζει τη λέξη φως
Τη λέξη σκοτάδι τη λέξη έρωτας
Βγάζει τα μυστικά της ψυχής του στο ραδιόφωνο
Στην τηλεόραση στο φέισμπουκ στα μπλόγκς
Κάνει την τέχνη χαρακιά στο μέτωπο
Κάνει χαρακίρι στον κώλο του
Βάζει φωτιά στα λεφτά του κάτω απ’ τα κλαρίνα
Λέει ωραία ανέκδοτα τη νύχτα στην κυρά του
Επικήδεια
Προσεύχεται βουβά
Μπροστά στο ορμητικό ποτάμι του καιρού

Ω φύλαγέ μας, βίαιε βίε
Του έρποντα χαμού

Ω φύλαγέ μας απ’ το θεό, το Ισραήλ, το Μαμωνά
Τα σάπια κλαδιά που πέφτουν στα κεφάλια μας

Ω φύλαγέ μας απ’ των ανθρώπων την εξουσία στα κορμάκια μας

Γράμμα σε νέο καπνιστή

sakagian1

Λένε οι σοφοί
πως για να γίνεις σοφός πρέπει
να εγκαταλείψεις κάθε φιλοδοξία.
Ακόμη και τη φιλοδοξία τού να θέλεις να γίνεις σοφός.
Γίνε λοιπόν ένας περίτεχνος πρωτόγονος.
Κατασκεύασε κάθε ποίημα όπως έρχεται
βάζοντας τα πράγματα εκεί
που πηγαίνουν από μόνα τους.
Οι επιδράσεις σου να είναι φανερές
να τις βάζεις κι αυτές μες στο ποίημα
όπως ακριβώς βάζεις τη γλώσσα σου
στο στόμα της κυράς που αγαπάς.

Ύδρα

ydra

Ύδρα ιδρωμένη, όλο ασφάκες
μάλλινες κουβέρτες ξινισμένα
τσίπουρα. Ύδρα με τις παχιές
κουράδες των αλόγων. Λιοπύρι
γαϊδουράκια ξερολιθιές. Ύδρα
μπουκάλες υγραερίου στο λιμάνι
τα χαράματα. Καμένο λάδι.
Πηγάδια στεγνά. Το πρωί τα
σκουπίδια φορτωμένα στην
καρότσα. Τα μονοπάτια μελαμψά
δάχτυλα. Ύδρα χορτασμένη
τέμπερες λόγια και βιβλία. Ζέστα.
Ένα γιγάντιο φεγγάρι μες στις
λεπτές σχισμές της πέτρας.
Σαύρες και σμήνη από μύγες.
Αμερικάνες σαν άγρια λυκόπουλα
μέσα στο δάσος της πρέζας.
Εβραίοι τρώνε ντομάτα με χοντρό
αλάτι στα πεζούλια σου. Νέοι ποιητές
αγέννητοι, γράφουν βαρβάτους
στίχους κάτω απ’ τις σκληρές
λόχμες του τοπίου. Γέροι της
γενιάς του εβδομήντα, γράφουν
για το βορινό χορτάρι τα κρύα
βουνά τις παλιές ηδονές. Ζέστα.
Ύδρα κόκαλα ψαριών στο στόμα
του ήλιου. Σκοτεινά ενοικιαζόμενα.
Το ρέμα κοντά στις μικρές εκκλησιές.
Ύδρα ηλεκτρικό πεδίο. Ύδρα
καλλιτεχνών και κολομπαράδων.
Υγρασία και σπέρμα εξπρεσιονιστών.
Ύδρα ραγισμένη απ’ το κροτάλισμα
του κεραυνού. Ύδρα καταγαμημένη
απ’ τους εφοπλιστές σου. Απ’ τα
νυμφίδια που αφήσαν την τελευταία
τους ερωτική πνοή κοντά στις καλαμιές.
Ύδρα που σε κατούρησαν όμορφες
σκανδιναβές και λυσσασμένες γαλλίδες.
Φιλόσοφοι οξειδωμένοι απ’ το διαφωτισμό.
Νύφες αγορασμένες απ’ τη Λακωνία
που γέρασαν προώρως πλένοντας πιάτα.
Δαιμόνιοι αρτίστες που αγόρασαν
δώμα με τη χορηγία Φόρντ
κι ατενίζουν τη θάλασσα. Το Αιγαίο.
Τα λευκά ωραία βαπόρια με τους
μαύρους καπνούς. Ύδρα πριν δέκα
χρόνια με την Κατερίνα αγκαλιά.
Στο καμαράκι με τα μαλλιά της
πλοκάμια στο λαιμό μου και το
χέρι μου στο λευκό της στήθος.
Στις μύτες των ποδιών μας
περάσαμε αχαρτογράφητα
μπακάλικα χαμαιτυπεία εξαίσια
καλών τεχνών τον έμπορο που
μας πούλησε ακουαρέλες μαγικών
υπαινιγμών τον τρελό μπουρλοτιέρη
που ζωγράφιζε σκαλισμένα κόκαλα
και πέτρες. Κι είχε μια κόρη εκθέτη
στη Γερμανία. Και το ατελιέ του
στη μπούκα του λιμανιού. Και
το συκώτι πεταμένο στη θάλασσα.
Στο βυθό.

Τη αγνώστω γκαρσόνα

zinn october 13 2007

Άνθησες, αθρόα κι ανοιχτή, γκαρσόνα
σε μια Πτολεμαΐδα του μεσαίωνα.
Στύσεις Βαβελικές αποθέτοντας
μαζί με το γλυκό, μαζί με την απόδειξη
για το ανεξόφλητο αντίτιμο της καύλας
εκπέμποντας συθέμελα πρελούδια οργασμού
έχοντας την επικαρπία τόσων στιγμών
ακόμα κι όταν ξευτιλίζεις ανδρόγυνες υπάρξεις
λίγο πριν φουντάρουνε αξέσχιστες
στα πατρικά τους καταλύματα
οδηγώντας τόσα άρματα τυφλά εις το χαμό
τόσες υπάρξεις στον αχό της ανορθογραφίας
στον παστρικό αυνανισμό, στο άμεμπτο
δια χειρός ξεκαύλωμα, στην πιο ακραία
εκδοχή αυτοχειρίας.

Σκατά και Ισραήλ

kino

Δεν ξέρω να ψελλίσω πολλά περί θρησκευτικής ποίησης. Ούτε νιώθω κατάνυξη με τους θρησκευτικούς ποιητές και τις λαμπρές θεούσες της εκλογικής μου περιφερείας. Ο πάπας ομολόγησε πως δύο στους εκατό καθολικούς παπάδες είναι παιδεραστές. Ο πάπας είναι πανέξυπνος άνθρωπος και παίζει με τα ποσοστά για να μην εξαγριώσει το χριστεπώνυμο πλήθος. Υπάρχει μια φιλελεύθερη άποψη που λέει πως ο καθένας είναι ελεύθερος να πιστεύει σε όποιον θεό γουστάρει. Αφού βεβαίως πρώτα έχεις υποστεί κλύσμα απ’ τα γεννοφάσκια σου μικρέ μου ελεύθερε μαλάκα, έ, μετά μπορείς να πιστεύεις σε όποιον θεό επιθυμείς. Μπορείς να βλέπεις το χριστούλι να σου κάνει κωλοδάχτυλο πάνω απ’ το κεφάλι του κυρίου καθηγητή ή να τσουβαλιάζεσαι απ’ τους δασκάλους σου για να φιλήσεις το χέρι του επισκόπου. Είσαι ένα ελεύθερο πουλί που μπορεί να επιλέξει ελεύθερα ποιός χρυσαυγήτης γυμναστής καραβανάς θα σε χουφτώσει και ποιος σεβάσμιος παππούλης θα σου χαϊδέψει τ’ αρχίδια για να πάρεις ευλογία. Σ’ αυτό το φιλελεύθερο γαμάτο σύστημα που τα επιτρέπει όλα στην πραγματικότητα επιτρέπεται μόνον ένα. Αυτός που έχει την εξουσία, τη δύναμη, τις πλάτες, τον πλούτο, τα καράβια, τα λιμάνια, τις σιδηροτροχιές, να σε μαρκαλεύει με έναν εξόχως επιστημονικό τρόπο και με μια νομιμοφροσύνη τέτοια που να μη χωρά αμφισβήτηση από αναρχικά κομπλεξικά όντα που βλέπουν παντού εκμετάλλευση, σκατά και Ισραήλ. Παρεμπίπτοντος οι δουλικοί νεοέλληνες που έχουν φορέσει σαμάρι την εβραϊκή μυθολογία κωλοτρίβονται ως αντισημίτες και σερφάρουν σ’ ένα πατριωτισμό που ζέχνει Άουσβιτς και βαλκανική αμερικανιά. Η θρησκεία χωνεμένη μέσα στον πολιτικό οραματισμό των νέων μάγων του αίματος, αποδίδει τιμές στο κουφάρι ενός πολιτισμού που χτίζεται πάνω σε ευλογημένες σφαγές, έτοιμη να γεμίσει τη μπάκα της με νέους ρομαντικούς προλετάριους που θέλουν μια ειρήνη με πολυβόλα, τανκς και μεσσίες.

Ο εικονιζόμενος άγιος είναι ο άγιος Χριστόφορος ο Κυνοκέφαλος, σωσίας του θεού Άνουβι, προστάτης των αυτοκινητιστών και του Σώματος Εφοδιασμού-Μεταφορών του φιλοχρίστου μας Στρατού, πολιούχος του Αγρινίου, επειδή έχει την ιδιότητα να διώχνει το χαλάζι από τα χωράφια γαυγιζοντας.

Η πλατυτέρα των οργασμών

i pla

Ρίγη κραιπάλης
βολοδέρνουν στο μαγιό σου.
Λιοπύρι εγώ, ατίθασο.
Βαρόνος των οσμών σου.
Ερπετολόγος σάρκας, ρίγος.
Λιπαντής ανεμιστήρων.
Σακάτης θερινών ανασκαφών
κάποιου υπνοβάτη αφαλού.
Μαμούνι στο μουνί μιας ταξιθέτριας.
Πλήρης ευχύμου στύσεως.
Ένας κακόφημος αλγόριθμος υγρών
μπρος στην ψυχούλα της σχισμής σου.
Μπρος στην σχισμούλα της ψυχής σου.
Ορθόδοξη ανελέητη θεούσα
πλατυτέρα οργασμών
με σαλιωμένο δάχτυλο σπιρτάδα. Εσύ.
Τώρα τα έπαθλα βυζιά σου θα προσφέρω
βορά στους αναγνώστες μου.
Στους κάφρους λίγης θαλπωρής ποιητικής.
Στους ιεχωβάδες της θηλής σου.
Που όλο ξαμώνει η γλώσσα τους γλειψιές.
Που όλο ονειρεύονται οι πρίαποι
να εισχωρήσουν με το δούρειο φαλλό τους
στο σφαγείο σου.

Φύλλο πορείας θέρους εν εξάψει

fyllo

Ποιητικό άπειρο της καρδιάς μου
φίδι κουλουριασμένο στο καυτό
ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο,
κοκαλάκια λιγνά σαν πάλλευκη
σκοτοδίνη. Φεύγω κι έρχομαι
κι αδυνατίζω και χάνομαι σαν
ξελιγωμένη μπαταρία. Βλέπω πως
πετυχαίνει η ποίηση να γειώσει
τα υγρά φανατικών δεσποινίδων
του ήλιου. Βλέπω τη χόβολη της
άμμου να σιγοκαίει τον πόθο
μισθωτών. Τη θάλασσα γύρω
αχνιστή. Βλέπω σχισμές που
ζεματάν. Παλίμψηστα στοχαστικά
λιθάρια πυρωμένα. Κάτι ανήμερα
θηρία κορμιά που όλο βυζαίνουν
χώμα. Μπρούμυτα με τα μαύρα
τους γυαλιά, το μελαμψό χαμόγελο
της λήθης, το αχόρταγο μαγνητικό
πεδίο των σκελιών. Δίνοντας το
ρυθμό ιεροκρυφίως, στα πεινασμένα
βλέμματα αντρών, να παίξουν
στο σεξουαλικό ακορντεόν τους
το ηρωικό πρελούδιο της στύσης.

Αγιογραφία για τον διάβολο Pablo Picasso

xin_090602201029992120138

(απόσπασμα)

Φόρεσε
το
καπέλο
του
ο ρεαλιστής
ζωγράφος
Άλειψε
το κορμί
της αγαπημένης του
με
τα
τρομαχτικά
χρώματα
της αγάπης
Ζωγράφισε
στους
γοφούς
της
μαύρα
πουλιά
Φωταγώγησε
το
κεφάλι
ενός
αλόγου
Έκανε
μάγια
στις
μπαλαρίνες
Με
την
κραυγή
του
από
τέμπερα
Έλιωσε
το
σκοτάδι
και
τα
ξέφωτα
Κι
Άρχισε
να
αιμοραγεί
με
κοριτσίστικες
φωνές
Με
τα
νύχια
του
να
ξεκοιλιάζει
τους
μουσαμάδες
Με
τη
μαύρη
του
σκιά
λεπίδι
Με
τη
λάμπα
στο
χέρι
και
τις
φτερούγες
του
ανοιχτές
στον
πόθο
Κοιτάζεται
στον
καθρέφτη
της
λύσσας
Πυρωμένος
απ’ το
δαυλί
της
σιωπής
Θέλει
να
ξέρει
όλα
τα
κόκκαλα
της
ράχης
Όλους
τους
πόρους
απ’ το
δέρμα
Ελπίζοντας
στο
βέβαιο
θάνατο
του
έρωτα

Νέοι και νέες καυλώστε. Είναι μεταδοτικό. Ανησυχεί την εξουσία.

aeroplane

Αν μπορούσα σήμερα να διακηρύξω μιαν άποψη στα παιδιά, αυτή θα ήταν να μην πουλάνε τον εαυτό τους. Νομίζω πως είναι μέγιστη επαναστατική πράξη σήμερα να μάθεις σε κάποιον να μην πουλάει το τομάρι του. Ανάμεσα από σχολικούς τοίχους βεβαίως και χρυσοποίκιλτα μαντριά που σου μαθαίνουν πώς να πουλάς τον εαυτό σου. Πώς να ξεπουλάς και την τελευταία ικμάδα αξιοπρέπειας για να ζήσεις με το μίζερο βοήθημα που λέγεται μισθός. Πώς να μηχανεύεσαι του κόσμου τις ανοησίες και πώς να επινοείς τεχνάσματα για να γράψεις δυο παραπάνω άχρηστες αράδες στο σχολείο του ανταγωνισμού ώστε να προαχθείς σε άλλη βαθμίδα εκπαίδευσης και σε άλλο αστρικό σύστημα.

Πέρα απ’ τη γκρίνια υπάρχει ένας άλλος κόσμος, που δεν έχει βέβαια τόσο μπετό για να κάνει πλούσιους μηχανικούς και εργολάβους και δεν έχει τόσα εγκλήματα για να χρυσώσει δικηγόρους και δικαστές. Πέρα απ’ το βόθρο της εικονικής αυνανιστικής δικτύωσης υπάρχει ένας σπουδαίος ήλιος. Κι αυτό δεν είναι ουτοπία, αλλά καθημερινή άσκηση στο σχολείο των ηδονών. Στο σχολείο που δεν κυριαρχούν οι φλύκταινες εγγράφων που μυρίζουν αγαμησιά και κυρίαρχη ιδεολογία. Στο σχολείο που δεν έχει ωράρια και καγκελόπορτες αλλά είναι ανοιχτό για να διδάξει τη ζωή και να ξεκλειδώσει τις αντιφάσεις.

Οι αληθινοί δάσκαλοι μαθαίνουν στα παιδιά αυτό. Τη χαρά και το παιχνίδι. Τη δημιουργία μέσα στις συλλογικότητες κι όχι την άσκηση στην επιτήρηση απ’ το βλοσυρό μάτι του πατερούλη της εξουσίας.

Ο δάσκαλος που προετοιμάζει τα παιδιά για τα δόντια τού εργοδότη είναι ένα πληρωμένο κάθαρμα. Ο δάσκαλος που σε κάθε κουβέντα του δίνει πατρικές συμβουλές στο μαθητή του για το πώς θα σκύβει το κεφάλι στον εργοδότη του είναι ένας ξεσχισμένος πούστης. Είναι ο γλείφτης που εξαγοράζεται με τριάντα αργύρια σιωπής. Είναι ο καραβανάς που στοιχίζει τα κορμάκια για να τα καταγαμήσει ο καπιταλιστής. Είναι ο τύπος που τα κρατά για να μη δυσκολευτεί ο βιαστής. Είναι ο λογοκριτής που μπουκώνει τα στόματα με παπαγαλία, εθνικισμό, μεταφυσική.

Ο δάσκαλος που μεταμορφώθηκε σε μαθητευόμενο μάγο είναι ο σιτιστής του κοινωνικού κανιβαλισμού. Είναι αυτός που αντί για νερό χρησιμοποιεί αίμα.

Επειγόντως θα πρέπει να συμβιβαστούμε με την ομορφιά. Έχουμε υποχρέωση να μάθουμε να ζούμε σωστά. Να μην ταΐζουμε χολή τα μελισσάκια.

Επειγόντως θα πρέπει να συγκρουστούμε με κάθε υπερφίαλο πολιτικάντη που μας θέλει ήρωες, εργασιομανείς και κουτάβια που αβγαταίνουν τα λεφτά του Συγγρού.

Αγαπητοί μαθητές και μαθήτριες, νέοι και νέες, μην πουλάτε τον εαυτό σας στον έμπορα. Μην κολυμπάτε στα τοξικά ποτάμια που σας θέλουν τρέντι δουλοπάροικους. Μάθετε τη ζωή σωστά. Συγκρουστείτε. Ανακαλύψτε. Καυλώστε.

Νέοι και νέες καυλώστε. Είναι μεταδοτικό. Ανησυχεί την εξουσία.

Φυγόδικος στους Εγκρεμνούς

egkr (1)

Ήλιος στρογγυλεμένος
Κι έξω απ’ το φως ο θάνατος
Αρουραίος καιρός στα λαγούμια του
Βγάζω το άχτι μου ως Κανένας
Ως κάποιος
Ως εκείνος με τις πληγές
Ως ο γυμνιστής στις συμπληγάδες του
Φυγόδικος στους Εγκρεμνούς
Εδώ στη θάλασσα κανείς δε θα με βρει
Το τέλειο καταφύγιο εδώ
Εδώ στο ταψί της άμμου
Κλεπταποδόχος των πάντων

Εφτά Λογάκια Για Τη Μουσική Των Αγρών

Page_1-620x933

1

Αυτή τη στιγμή ακούω τζιτζίκια. Γράφω απ’ τους αγρούς. Ο αγρός μου δεν μπορεί να χωρέσει στο φέισμπουκ. Εδώ μέσα έχει σοδειές ποιημάτων και τεκμήρια ζευγαρώματος. Έχει φίδια, αρουραίους, υγρασία, λάσπη, σκουλήκια. Έχει τη μάνα και την ερωμένη. Έχει ζεματιστά μουνάκια πλήρους αθωότητος. Περιέχει εμένα που δεν έχω φιλοδοξίες να γίνω σατράπης γραφείου ή γραφειοκράτης σατραπείας. Αυτός ο αγρός παλεύει να μη γίνει τσιμέντο ή ακαδημία. Έχει θηλαστικά που δεν καταδικάζουν τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται. Αυτός ο αγρός έχει λαμπερή γύμνια. Είναι μαυσωλείο εξέγερσης και αλλαγής. Είναι η μήτρα μας που δε θέλει σοβάτισμα αλλά αγάπη.

2

Εμείς που αγαπάμε τα άστρα, το φεγγάρι, τη συντροφιά των γυναικών που δε τις μαγάρισε η υστερία, κατοικούμε στους αγρούς. Είμαστε άγριοι. Εξ’ Αγρινίου ορμώμενοι. Αγαπούμε τα κορίτσια, αυτά τα αγγεία των μυστηρίων. Αγκαλιάζουμε τα δέντρα κι ακούμε τη δυνατή βροχή να ξεχώνει τις αδύναμες ρίζες.

3

Εδώ λαμβάνουν χώρα περιστατικά ουτοπίας. Εδώ το αιώνιο κάλεσμα επιστροφής. Ω Αθηναίε και ω πρωτευουσιάνε τόσων κακών γιατί φοράς κλουβί; Χρόνια σου το γράφω στους τοίχους μα εσύ κοιτάς αλλού.

4

Όσοι δεν έχουμε ιερά και όσια και ξέρουμε τι μας περιμένει μας τρέχουν τα σάλια για έρωτες και φυσικές καταστροφές. Περιφέρουμε αυτό το πάθος για ζωή υπάρξεων που δεν έχουν ταυτότητα και λογαριασμό τραπέζης. Βγάζουμε έξω απ’ το κορμάκι τη ζούρλια μας. Την καύλα μας αντί ευτελούς αμοιβής. Κι ας μας λυπούνται φίλοι, συγγενείς και δημογέροντες.

5

Εμείς δεν έχουμε αφεντικά και δεν θέλουμε αφεντικά για κανένα. Η αναρχία μας είναι ο έρωτας για τη μουσική των αγρών. Για τα μυστικά περάσματα στον ζεστό κόρφο της κυράς μας. Εκεί που δεν έχει μεγαλόσχημους κριτικούς λογοτεχνίας ,πόζα, στρουκτουραλισμό, υπεραξία, αλλά υγρασία ερωτικών βοσκοτόπων. Εκεί που τα παράθυρα είναι μονίμως ανοιχτά στις δροσερές ψιθυρίζουσες καμπάνες. Σε φοβερά γέλια χαράς. Σ’ αυτό το κυκλικό σκίρτημα της αιώνιας στιγμής.

6

Αν ξύσεις κάτω απ’ το τσιμέντο, κάτω απ’ τους ανθρώπους που κοιμούνται σε κοντέινερς, κουβάδες, καρότσια, παγκάκια, θα βρεις τους αγρούς. Κάτω απ’ το σφαγείο της εθνικής τράπεζας θα βρεις αμμουδιές και χώμα γόνιμο. Θα βρεις ευτυχισμένα στομάχια όχι απ’ τη βαρβαρότητα της κοιλιοδουλείας αλλά απ’ την πληρότητα της γευστικής ευδαιμονίας των καρπών.

7

Ιδού η λύση εδώ. Βγάλτε τα ρούχα σας, τις πανοπλίες σας, τις αυταπάτες σας, τις αλυσίδες σας και βουτήξτε σ’ αυτό το απέραντο γαλάζιο της μίας και μοναδικής ζωής. Λέω, ποτέ δε θα περάσουν δίπλα σου ξανά ετούτα τα κορμάκια κι ετούτη εδώ η απλόχερη ομορφιά, μικροαστέ μου εαυτέ. Και γράφω. Ιδού:

unnamed-620x469

*
Ακούω τη μουσική των αγρών.
Το τσέμπαλο των μυστικών περασμάτων.
Στα σχολεία των αρουραίων
και στις σωλήνες του νερού. Ακούω
να ροκανίζουν διαφημιστικά φυλλάδια υπνωτισμένες νοικοκυρές.
Όμορφες πάντα στο βαθύσκιωτο κουζινάκι τους.
Μαγειρεύοντας γλυκόλογα με νερό βροχής.

*
Εδώ βυθίζονται τ’ άστρα.
Εδώ συγκλίνουν τα θηλυκά.
Θυμάμαι τον χάρτη στον τοίχο της τάξης.
Τον αλαφροΐσκιωτο Ιησού να κοιτάζει απ’ το παράθυρο
τα λιοστάσια. Να βάζει λατινικούς αριθμούς η δασκάλα
μπροστά στα γεγονότα.
Να βάζει τις σφαγές στη σωστή σειρά.
Να ισιώνει σκύβοντας τις κάλτσες της.
Να βαθμολογεί τα νυμφομανή μας μάτια.

*
Αράχνες μαζεύονται στα μαγαζιά των μυρμηγκιών.
Κι έτσι ανεξήγητα και αναίτια τα καταβροχθίζουν.
Κι όταν έχει φεγγάρι γεμάτο μαζεύονται οι ληστές
και μοιράζουν τον κλεμμένο κόσμο. Μαζεύονται
οι εφτάψυχες μαύρες γάτες στους λειμώνες των άστρων.
Μαζεύονται οι κλέφτες των ψυχών
για να ζυγίσουν την πραμάτεια τους. Εμείς όλοι
που αντιγράφουμε την ομορφιά στα χαρτιά μας.
Τα άπιστα σκυλιά. Εμείς.

*
Μια πλάκα σαπούνι στο νεροχύτη δίπλα στη λιάστρα.
Το πουκάμισο του φιδιού σχεδόν τριμμένο απ’ τον ήλιο.
Σ’ έπαιρνα μάτι ο διάβολος στο ντούζ
το σώμα σου φολιδωτό οχτώ
και να βακχεύεται
χάλκινος αφαλός τουρκόσπορος
κατά Αχερουσία
το μέγα δάχτυλο
τραβούσε την περόνη
πιο κάτω άφηνα την τελευταία μου πνοή.

*
Την ξάπλωσα στον αγρό, στα λουλούδια.
Στο υπερπέραν της νοθείας των ονείρων.
Τη γύμνια της κατάσαρκα φορούσε.
Το περιφραστικό σουτιέν ως πανοπλία.
Σφάδαζε ανακούρκουδη, χτυπιόταν.
Μηροί, λευκά φτερά που ανοιγοκλείνουν.
Δείχνοντας κάθε τόσο αυτό που κρύβουν.

*
Η μούσα μου ψόφησε.
Όπως θα ψοφήσω κι εγώ.
Όμως πρόλαβα να της φτιάξω στο καμινέτο ένα φαγάκι.
Να της πω δυο λόγια αγάπης.
Να της κρατήσω το χέρι.
Εγώ ο νυμφομανής.
Εγώ ο χιλίαρχος φαλλοκράτης.
Εγώ ο εκατόνταρχος μουνάκιας.
Ο παρείσακτος της ελληνικής γραμματείας.
Εγώ.

 

 

[Η συλλογή «Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΓΡΩΝ»
μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Bibliotheque
και μπορείτε να το προμηθευτείτε εδώ]

Καρπούζι με τυρί

karpouzi

Δοκιμάζω καρπούζι με τυρί
σε κάποιαν κρυφή σπηλιά
της Πελοποννήσου και είσαι
όμορφη σιωπηλή και μοιραία
και χορταστική με τη σχισμή
σου στο κέντρο του κόσμου
να βράζει στο ζουμί της
τρυφερή παράδοξη όλο
ειρωνεία σαρκώδη έτοιμη για
τις μάχες με το λαίμαργο
ερασιτέχνη ποιητή με τα
μάτια σου σαν από δάγκωμα
φιδιού λαμπαδιασμένα με τα
χείλη γύρω τον ιδρώτα σα
βούτυρο πάνω στη γύμνια
μες στο λαγούμι του κεραυνού
δίπλα στο τάπερ με το φαγάκι
της πεδινής Λακωνίας ελιές και
ζυμωτό ψωμί και σύκα με κομμένη
την ανάσα μας απ’ το τόσο
αχόρταγο σεξ το αλατάκι στη σχισμή
υποχείριο των εκκρίσεων τα φύκια
στο δέρμα σαν σφραγίδες του θεού
που δε βγάζει κέρδος απ’ το στύψιμο
των κορμιών που δε βγάζει λεφτά
απ’ τον κισσό που αγκαλιάζει την πέτρα.