ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Μαΐου, 2014

Εκτός θέματος

alt1

Πτυχία.Τι’ναι τα πτυχία?
Παραφορά του επιτυχία?
του ευτυχία?
σύντμηση του πτυελοδοχεία?
Πανεπιστήμιο Αθηνών κρεματόριο του πνεύματος!
εφτά χρόνια να κατεβώ τριανταεφτά σκαλιά.
Τι κάθεστε εκεί μέσα αριβίστες πασοκάκια
φιλόσοφοι του μεσονυκτίου
κυρίες με διπλά επίθετα?
Κι έχετε και τον Ηράκλειτο
στα ράφια σας
να σας κοιτάει!

Γ. Π

Την ώρα που ένας δεκαοχτάχρονος μαθητής στα Γιαννιτσά, βουτούσε στο κενό, ίσως πεθαίνοντας από αηδία ή από υπέρμετρο ζήλο για αληθινή ζωή, οι ορδές των υποψηφίων έσπαγαν τα μολύβια τους, συμφωνώντας με κοπιώδη επιχειρήματα, με ένα μουχλιασμένο κείμενο του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, που γράφτηκε μισόν αιώνα πριν.

Βεβαίως η ειρωνεία της τύχης, που τίποτε δεν αφήνει να πέσει στο πηγάδι, χρέωσε στους μαθητές ένα θέμα για την ανθρωπιά και τον ανθρωπισμό. Μια ανθρωπιά κι έναν ανθρωπισμό των εκθεσάδων και των γραφειοκρατών του ρομαντισμού, που δυσκολεύονται να πάρουν χαμπάρι πως οι εποχές άλλαξαν και ο άλλοτε σκληρός αλλά βιώσιμος καπιταλισμός έγινε βαρβαρότητα και σβάστικες. Εργασιακός μεσαίωνας και μισαλλοδοξία.

Θέματα που αντικατοπτρίζουν την ακραία συντηρητική εκπαίδευση που έχει κολλήσει στη λάσπη της μετεμφυλιακής διανόησης. Ω νεολαίοι, φάτε αμάσητο Παπανούτσο και Ι.Μ Παναγιωτόπουλο. Φάτε κοψοχρονιά ακίνδυνα δοκίμια που δίνουν συγχωροχάρτι σ’ εκείνο το μακρινό ειδυλλιακό παρελθόν, που ω του θαύματος, είχε μόνο αγνότητα και ευγενικά αισθήματα. Κι όσοι από εσάς φουντάρετε στο κενό θα καταγραφείτε στις ακραίες τιμές της κατανομής. Στο ελάχιστο στατιστικό δείγμα που δεν άντεξε την πίεση και τον έντονο αφροδισιακό ανταγωνισμό για μια θέση στον καυτό ήλιο της ανεργίας και της μισής ζωής.

Η γενιά του ΔΝΤ παίρνει και επισήμως το βάπτισμα του πυρός. Το επιστημονικό προλεταριάτο του νέου εργασιακού μεσαίωνα διαβαίνει το Ρουβίκωνα των πανελληνίων. Των πανελληνίων που υπήρξαν το ψυχότροπο της γενιάς της μεταπολίτευσης, που πίστεψε πως, ευτυχία είναι να κερδίζεις δέκα ευρώ περισσότερα απ’ τον κουνιάδο σου. Της γενιάς που γαλουχήθηκε με το οιδιπόδειο της σοσιαλδημοκρατίας και του παπανδρεισμού καταλήγοντας στη φούσκα του εκσυγχρονισμού και της επανίδρυσης του κράτους. Στο, μαζί τα φάγαμε ,της γενιάς που έχτισε τις νέες υπερούσιες θεολογίες καλλιεργώντας το δικό της αστικό μύθο. Της γενιάς που μεγάλωσε τα τέκνα της ανάμεσα σε απολιθωμένες εθνικές γιορτές και αιματόβρεχτα βιντεογκέιμ.

Εικονικά άρθρα σε σχολικές δήθεν εφημερίδες, πρόβες νυφικού για τους μελλοντικούς μνηστήρες-αφεντικά που θα συνεκτιμήσουν την πορεία της υποψήφιας νύφης στη αγορά των αγαπητικών. Ντιρεκτίβες στρατολογημένες στο υπερούσιο αγαθό που λέγεται κέρδος. Υποψήφιοι που μπολιάζονται με την κοινωνική νόρμα, σύμφωνα με την οποία άλλες ζωές είναι εγγενώς καλές και άλλες όχι.

Παιδιά που σκόρπισαν την τρυφερότητά τους και τον δημιουργικό οίστρο της εφηβείας τους παπαγαλίζοντας τα λυσάρια του Πατάκη, κυνηγώντας το γραμμάριο αξιολόγησης που θα τους οδηγήσει στην αγκαλιά των υπερούσιων σχολών. Παιδιά εκπαιδευμένα με το τηλεσυναίσθημα που στοχοποιεί και ισοπεδώνει τα πάντα και τους πάντες καλλιεργώντας έναν συνεχή καταγγελτικό λόγο που θεωρεί ότι, τα άτομα, δεν είναι τα θύματα ενός συνολικού συστήματος κυριαρχίας και των στρεβλώσεων που προκύπτουν απ’ τα αντικρουόμενα συμφέροντα και τις ανισότητες που παράγει η εξουσία, αλλά ότι το ίδιο το σύστημα είναι αποτέλεσμα της φαυλότητας των πολιτών του.

Μετατρέποντας στα μάτια τους, εν πολλοίς, την πολιτική σε μια συνεχή και ατέρμονη ηθικολογία. Παρουσιάζοντάς τη ως ένα κουβούκλιο νομιμοποίησης και επιβεβαίωσης της μιας και μοναδικής άποψης. Ανοίγοντας το δρόμο στους επίδοξους Ροβεσπιέρους να στήνουν τις γκιλοτίνες του αποκλεισμού για όλους εμάς τους κακούς και απεχθείς που πολεμάμε το σύστημα που παράγει με γεωμετρική πρόοδο τη δυστυχία.

Οι αυτόκλητοι ταγοί υποβάλουν την κοινωνία σε υποκριτικές ασκήσεις συλλογικής αυτοκριτικής μ’ έναν απίστευτα μονότονο και ρηχό αντιλαϊκισμό επιδιώκοντας μια νέα μεταπολίτευση στην οποία τα εξόχως ανορθολογικά κριτήρια των καπιταλιστικών μηχανισμών θα αποφασίζουν για τον ορθολογισμό στην πολιτική, την εκπαίδευση και την έρευνα. Προσβλέποντας κυρίως σε μια φωτισμένη απολυταρχία με την πλήρη μετατροπή του λαού σε ένα μωσαϊκό εξατομικευμένων κοινών με ενισχυμένο τον ηγεμονικό ρόλο των ειδικών σωμάτων της νέας τεχνοκρατίας.

Ολιγαρχία της <<κοινωνίας της γνώσης>>, της καινοτομίας, των δράσεων, της αυτομόρφωσης, της e-governance και πάει λέγοντας. Χαπάκια που προωθούνται παντοιοτρόπως στο κοινωνικό σώμα. Χαπάκια και υπόθετα που διακονούν προς τη βάση κυριούλες του Παντείου μετεκπαιδευθείσες εις την αλλοδαπή με τα λιπώδη τους αρθράκια περί αυτομόρφωσης, αυτολύπησης και αυτοϊκανοποίησης. Σχολικοί σύμβουλοι ντίλερς που προσπαθούν με τα ξεροκόμματα του ΕΣΠΑ να δελεάσουν εκπαιδευτικούς που αφαιμάχθησαν και αφαιμάσσονται-λοιδορούμενοι απ’ το πρετεντέριο περί δικαίου τηλεαίσθημα -να κατεβάσουν οικειοθελώς τα παντελόνια τους στο όνομα μιας μεσσιανικής αξιολόγησης.

Ένας στρατός υπηκόων που ακούσια ή εκούσια έχει στρατευτεί με το συλλογισμό του Φουκουγιάμα για το τέλος της Ιστορίας την ιδέα δηλαδή ότι η δυτικοποίηση του κόσμου είναι εγγύηση ειρήνης και ευημερίας. Μια ιδέα που σκορπά την τέφρα των δύο παγκοσμίων πολέμων στο κορμάκι της σφαδάζουσας ανθρωπότητας μπολιάζοντας τις αδρές δανειοδοτήσεις του εβραίου Ροκφέλερ προς τον Αδόλφο Χίτλερ και τα κουτάβια του, με την παγκόσμια κυριαρχία του κεφαλαίου.

Το κεφάλαιο ζητά νέο αίμα, νέους καταναλωτές, νέους πολέμους. Όπως το Ισραήλ αποκεφάλισε τα λιοστάσια των παλαιστινίων κόβοντας τον ομφάλιο λώρο τους με την πρωτογενή παραγωγή, όπως η ευρωπαϊκή συμμορία χρηματοδότησε γενναιόδωρα την αγρανάπαυση της ελληνικής γης έτσι τώρα η εκπαίδευση θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με το λούκι της αγοράς και τις καύλες του επιχειρηματία. Τα σχολεία θα ψάχνουν για χορηγούς και μάνατζερ κάνοντας κονσομασιόν μπρός στον επίδοξο ευεργέτη χορεύοντας στο ρυθμό της αγοράς όπως η αρκούδα με την κρικέλα μπρός στο ντέφι του αρκουδιάρη.

Η εκπαίδευση είναι το πρόσφορο έδαφος που ο ιδρυματικός καπιταλισμός προετοιμάζει για να απορροφήσει τους κραδασμούς των μελλοντικών του κρίσεων. Η κρεατομηχανή που θέλει τους νέους να αλλάζουν τις δουλειές σαν τα πουκάμισα προσαρμόζοντας την υπόστασή τους αποκλειστικά στον εργασιακό βίο βαφτίζοντας την μπολιάρικη λογική απόκτησης πιστοποιητικών δια βίου μάθηση, διαστρεβλώνοντας με άκρατη βαρβαρότητα, την ζωτική ανάγκη του ανθρώπου για αληθινή δια βιου μάθηση, που σχετίζεται με την υπαρξιακή του αγωνία και την οραματική νομοτέλεια για μια αταξική κοινωνία.

Μεγαλόσχημοι καθηγητές, διανοούμενοι, μητροπολίτες, παπαγαλάκια κλαψουρίζουν για τις δύσκολες εποχές που περνάει ο τόπος καταπραΰνοντας την οργή και το θυμό. Στρέφοντας τα όπλα κάθε φορά σε λάθος κατεύθυνση επικαλούμενοι την αμπελοσοφική νότα μιας κούφιας νεοτερικότητας ή δρώντας καθ’ υπαγόρευση του αφεντικού που προσφέρει τα γρόσια για να μπαλσαμώσουν κάθε φορά τις εξεγέρσεις και τη συλλογική μνήμη.

Για να κάνουν τους νέους μαϊμούδες των συμφερόντων τους. Μηχανάκια και βίδες. Ερωτογενείς αδένες σαν βραχυκυκλωμένα καλώδια.

alt2

Εμείς οι άνθρωποι των αγρών

emeiw

Εμείς οι άνθρωποι των αγρών
Θα καταβροχθίσουμε τους ανθρώπους των πόλεων
Εμείς οι άνθρωποι των κήπων
Θα κατατροπώσουμε τα υπερώα
Εμείς οι άνθρωποι της ποίησης
Θα καταβαραθρώσουμε την πεζογραφία
Την πεζολογία
Την πεζολαγνεία
Θα γράφουμε στρυφνά και άσεμνα
Με φρόνημα αργόσχολης καλλονής
Που πάσχει από διάσπαση προσοχής
Και ευωδιάζει η γύμνια της το σύμπαν

Προφητικό

prof

Θα έρθει μια εποχή που όλοι
θα γράφουν και δε θα διαβάζει
κανείς. Θα ονειρεύονται άντρες
οι γυναίκες και οι άντρες θα
ετοιμάζουν φυσικές καταστροφές.
Τ’ αρνάκια θα πλαγιάζουν με
λύκους και τα έργα τέχνης θα
βγάλουν φτερά. Και τα θεία
στητά βυζιά θα στάζουν όλη
τη γλύκα τους πάνω στα πικρά
αρσενικά και πάνω στους
κακεντρεχείς αιώνες.

Κοιτάζοντας τα σκατά που αφήνουμε πίσω μας

koitontaw

Είναι η ώρα που οι παραμορφωμένες επιθυμίες των συνανθρώπων μας παίρνουν σάρκα και οστά. Και όλη η σκατολογική άβυσσος της κάλπης, ρυθμίζει την πνευματική κυκλοφορία των συστημικών ιδεών και προτύπων. Αυτή η σχισμή της δημοκρατίας, που εκβάλει στον ερμητικά κλειστό χώρο της αποχαύνωσης. Εκεί που ο παραλογισμός της ποσότητας κάνει την ποιότητα δούλα και ντροπαλή νοικοκυρά. Εκεί που η γκρίνια του απολίτικου ακτιβισμού χτυπάει κόκκινο. Εκεί που τα θεριά παρασύρουν τους πρόθυμους αμνούς και οι δράκοι με την πύρινη ευγλωττία τους παρασύρουν τις πολιτικές παρθένες στο δάσος του ομαδικού συμβιβασμού. Εκεί που το δίλημμα αγάπη ή έρως, είναι ψευδεπίγραφο και κουλό. Λέξεις και συνθήματα δουλεμένα στο αμόνι του διαφημιστή, παλεύουν να συγκινήσουν με γελοία διλήμματα τον κακόμοιρο δουλοπάροικο της σκατένιας πόλης και του μεταλλαγμένου χωριού. Ο δυσκοίλιος ψηφοφόρος μετά το πρωινό του χέσιμο θα οδηγηθεί στην κάλπη και με τη δυσκοίλια αποφασιστικότητά του θα αποφασίσει αυτό που είναι ήδη αποφασισμένο. Διότι η ενοχή για την απόλαυση και την επιθυμία τον οδήγησαν στα σκατά. Διότι αυτή η διευρυμένη προκτολογική συνάφεια της χέστρας και της κάλπης είναι η ουσία. Διότι ο αγαπητός νοικοκύρης όταν σηκώνεται απ’ τον εμαγιέ θρόνο του κοιτάζει πάντα τα σκατά του. Αυτό το κομμάτι του εαυτού του που πέρασε αισίως τα διόδια της κωλοτριπίδας. Αυτό το απόρριμμα της ύπαρξης που θα γίνει κοπριά, λίπασμα ή χάμπουργκερ. Εδώ λοιπόν ο υποψήφιος λογίζεται ως κουράδα με δεξιότητες. Ένας λαμπρός μίσχος σκατού που θέλει πάση θυσία να μας εκπροσωπήσει. Να παλέψει για μας με άλλες κουράδες. Να παλέψει για τα συμφέροντά μας. Κι όλα αυτά όχι σε μαρμαρένια αλώνια αλλά σε χρυσοποίκιλτους βόθρους. Μια κουράδα έτοιμη να θυσιαστεί για μας, για τα παιδιά μας και τα σκυλιά μας. Μια ηρωική κουράδα με όραμα. Με όρεξη για δουλειά. Φυσικά για δουλειά. Πάντα για δουλειά. Διότι όλα γίνονται για τη δουλειά. Διότι η κουράδα φτιάχνει τους όρους δουλειάς των Άλλων, η κουράδα κάνει τον κοινωνικό έλεγχο πράξη. Διότι η κουράδα διαμορφώνει τα μεροκάματα και τις σχέσεις. Και άλλα πολλά. Μέσα στη διάφανη κυβισμένη κάλπη σταυρώνονται και επιλέγονται οι καλύτερες και πιο λαχταριστές μας κουράδες. Αυτές που πέρασαν με άριστα όλους τους δείκτες αξιολόγησης και βγήκαν αστραφτερές και ρωμαλέες στην αγορά. Αυτές που θα έχουν λόγο από δω και μπρός για μας και για τις επιθυμίες μας και θα μας εκπροσωπήσουν μπροστά στον ύψιστο Ευρωπαίο σκατιάρη. Αυτές που μας εκκλησιάζουν διηνεκώς από τηλεοράσεως στειρώνοντάς μας γλυκά, διότι που να τρέχουμε τώρα να γαμάμε και να αποφασίζουμε για μας. Διότι ο εκκλησιασμός στη μια και μοναδική άποψη, έκανε κομπόστα τα γεννητικά όργανα, αυτά που λατρεύονταν σε κάποια μακρινή παγανιστική αρχαιότητα και ήταν ξόρκια του κακού και των κακών. Αυτά που γιάτρευαν τις αρρώστιες του μυαλού και της σάρκας και είχαν τη θέση τους στο εικονοστάσι του ανδρόγυνου ερωτισμού. Αυτά που οδηγούσαν στον Άλλο. Αυτά που δε φορούσαν ράσα και πετραχήλια. Αυτά που δεν κυκλοφορούσαν παράνομα σε κινητά και σκληρούς δίσκους αλλά συνομιλούσαν στην αγορά πριν την κατακλύσουν οι κουράδες. Στην αγορά πριν την αγοράσουν οι τραπεζίτες. Στην αγορά πριν την μαγαρίσει το κέρδος, ο ανταγωνισμός και ο τεχνοκράτης. Στην αγορά που η διαφωνία είχε ερωτισμό και δε μύριζε καμένη σάρκα και κρεματόρια. Στην αγορά που είχε όλα τα χρώματα κι όλες τις ποικιλίες έτοιμα να ανθίσουν. Στην αγορά που δεν είχε σιδερολοστούς και γομάρια που προσβάλουν χυδαία τα ποτάμια, τις ελιές και τους ανθρώπους. Στην αγορά, που δεν εμπορεύονταν τον ανθρώπινο πόνο και την πείνα το μισαλλόδοξο ιερατείο. Στην αγορά που η ανάπτυξη δεν ήταν μπετόν και σιδερόβεργες και ξαπλώστρες στην παραλία. Στην αγορά που δεν είχε ευνουχισμένους ονειροπόλους νέους, που το μόνο τους βασικό πτυχίο είναι το φευγιό απ’ το πατρικό και το μόνο τους φρικαλέο όνειρο είναι να περνάν αυτοί καλά και οι άλλοι στ’ αρχίδια τους. Αυτούς τους νέους που παραμένουν άπραγοι, σε μιαν υστερική χαβαλέδικη παράλυση, μέσα στην πολιτική αμηχανία του δωματίου τους, μετρώντας τα πάντα με το χρήμα, αυτό το απόρριμμα της συσσωρευμένης αποχής απ’ την επιθυμία. Αυτό το χρήμα που διαχειρίζεται ο κοινοβουλευτικός στάβλος και οι εκλεγμένες κουράδες του. Αυτό το χρήμα που αλέθουν τα στομάχια των αρχιεπισκόπων και το ξερνάνε ως ελεημοσύνη στα πιάτα των φτωχών. Αυτό το χρήμα που ναυλώνει τα δουλεμπορικά στο Αιγαίο για να έρθουν στη Δύση ακόμα πιο φτηνά χέρια κι ακόμα πιο φτηνό κρέας για τα σκυλόψαρα της πολιτισμένης Ευρώπης που εκλέγει με άκρως δημοκρατικό τρόπο τις σπουδαίες κουράδες της. Αυτό το χρήμα που κομματιάζει τις πάλλουσες καρδούλες και ασχημονεί εν λόγω, εν έργω και εν διανοία. Αυτό το χρήμα που όσο πολλαπλασιάζεται τόσο διαιρεί τους ανθρώπους. Αυτό το χρήμα που χρησιμεύει ως κωλόχαρτο των πλουσίων και ως αγχόνη των φτωχών. Αυτό το χρήμα που προστατεύουν τα καθεστώτα και οι κουράδες τους. Διότι για να φτάσεις στο χρήμα πρέπει να περάσεις μέσα απ’ τα σκατά. Να γίνεις σκατό στη θέση του σκατού και να βλέπεις όνειρα με σκατά. Γιατί ως γνωστόν όταν βλέπεις στον ύπνο σου σκατά παίρνεις λεφτά. Πολλά λεφτά.

Το πιο σύντομο ποίημα

to pio sintomo

Το πιο σύντομο ποίημα είναι
απροσδιόριστο και απροσπέλαστο.
Είναι μονόφθαλμο και χνουδωτό.
Τα λέει έξω απ’ τα δόντια σαν τα
άπειρα μικρά σοφά μερμήγκια.
Δεν παραδίδεται ολότελα όπως
οι όμορφες στο κρεβάτι αλλά
αφήνει πίσω υποψίες για τα
ντροπαλά βλέμματα της αγάπης.
Αφήνει πίσω λίγο αίμα σαν
χτυπημένο ελάφι. Και συγκινεί
ίσως κάποιους πληγωμένους
θανάσιμα που έχουν όλη τη θλίψη
της γης μεσ’ τα μάτια τους. Και το
ζεστό χτυποκάρδι της καύλας
στα υγρά τους καλούπια.

Από μηχανής μωρό

moro

Ο συγγραφέας πρέπει να είναι μάστορας στην προπαγάνδα. Να εφευρίσκει εξωφρενικές καταστάσεις. Πρέπει να είναι κοφτός και αιχμηρός και διεισδυτικός σαν ακτίνες Χ. Πρέπει να έχει κατά νου μια κοροϊδευτική γκριμάτσα. Και κάπως θα πρέπει να δρα, σαν το χέρι επιτήδειου λωποδύτη στην τσέπη του πορτοφολιού. Να έχει κατά νου κάθε μικροαστική αφέλεια και μεμψιμοιρία και κυριολεκτικώς να ξαμώνει, ως μια μυστηριώδη και κρυμμένη ερωτική δύναμη, που στοχεύει οριστικά και αμετάκλητα σε μιαν όχι υλική, αλλά σε μια σεξουαλική ανταμοιβή. Χωρίς καμιά επίδειξη δεξιοτεχνίας και χωρίς καμιά λιγούρικη μεταμφίεση, που οδηγεί σε κρατικό βραβείο ή σε μικροεξουσία σοφού δημογέροντα. Ο συγγραφέας όταν δεν είναι πλασμένος απ’ τους εχθρούς των θεών είναι μαγαρισμένος απ’ την κακομοιριά των ανθρώπων.

Το εκλογικό σώμα

eklogiko soma

Το εκλογικό σώμα πάει στις κάλπες.
Σπέρνει και θερίζει μορφονιούς και
μουνάρες. Παστωμένες γριές με πτυχία
και γέρους πλήρους απασχόλησης στα
θανατικά. Το εκλογικό σώμα λοξοδρομεί
και ερωτεύεται. Δείχνει με το δάχτυλο
τους κακούς. Ζητά εκπαίδευση, στείρωση
και σεξοτουρισμό. Στις ραχούλες καλπάζει
με την κάλπη του. Κάλπικο βίο διεκδικώντας.
Αφοσιωμένη κυρά στα κοινά να σχεδιάζει
μάχες στα ουρητήρια, βιολογικό καθαρισμό,
επιτροπές για το κλίμα. Το εκλογικό σώμα
τρώει παγωτό και περιμένει το Χριστόφορο
Κολόμβο να το πάει στο Αμέρικα. Περιμένει
το δήμαρχο να του αγοράσει στραγάλια. Το
θεό να του πάρει κινητό. Τη Τζούλια να του
κάνει μια πίπα. Περιμένει προσπέκτους με
φτηνό σανό. Ω, το σώμα το εκλογικό, το
μαστοφόρο. Καυλώνει και πεθαίνει και
χαίρεται. Ιδιοτελώς εκπροσωπεί το κενό
στα ζοφερά ληξιαρχεία. Βγάζει την ψυχή
του απ’ το πορτοφόλι. Βγάζει την ταυτότητα
και το περίστροφο του θυμού. Εκτελεί τις
επιθυμίες του και παραδίνεται. Εφ’ όρου
ζωής. Εφ’ όρου βίου ανέραστου.

Σπουδή

spoydi

Αυτός ο θάνατος έχει μεγάλα
χρυσά δόντια και μακριά μαύρα
μαλλιά. Είναι πάνω σε μια βάρκα
και περιμένει. Είναι μέσα στους
υπολογιστές και στα χοιροστάσια.
Είναι μέσα στα ορυχεία και μέσα
στα στομάχια των φτωχών. Αυτός
ο θάνατος είναι μεσαίου ύψους,
με μύτη γαμψή και κόκκινα χείλη.
Δίνει διαλέξεις. Είναι αυστηρός
χωρίς φωνή και χωρίς καπέλο.
Δεν περιμένει το θάνατο όπως
οι άλλοι. Δεν περιμένει τίποτε
απ’ τη ζωή. Ούτε καν ένα χέρι
να του κλείσει τα μάτια. Ούτε
την ηλεκτρική καρέκλα. Ούτε
τον άνεμο. Ούτε καν ένα τελευταίο
τσιγάρο την τελευταία νύχτα δίπλα
στον τελευταίο του έρωτα.

Μαθήματα στοιχειώδους ταξικής συνείδησης

mauhma

Όταν εμείς, τα ποιητικά βρέφη, πήραμε χαμπάρι την φιλοσοφική αποστροφή του Φουριέ, πως οι έλξεις, δηλαδή, εναρμονίζονται με τα πεπρωμένα τους, γυρίσαμε σελίδα ή αλλιώς το σκάσαμε νύχτα απ’ το βρεφοκομείο. Κι αφού αναπολήσαμε την φτώχεια μας και ψηλαφήσαμε τις παράφωνες κραυγές των πατεράδων μας, αρχίσαμε αυτό το γράψιμο, που εδώ σ’ αυτό το μικροαστικό σύμπαν λογίζεται ως προϊόν νωθρότητας και δειλίας. Θιασώτες εμείς, μιας εκρηκτικής αρμονίας που πλησιάζει, μιας σκληρής και άγριας νύχτας με φόνους και σάπια δόγματα, μιας λατρείας σκοτεινών άστρων και προκαταλήψεων. Πιστοί, γδαρμένοι απ’ το σουγιά του θαυματοποιού, γονατισμένοι και φοβικοί, μαγαρισμένοι από το όπιο της μεταφυσικής, χωνεμένοι μέσα στις δροσερές ψιθυρίζουσες καμπάνες του ιεροκήρυκα. Ομοιόμορφα πατικωμένοι από μικροιδιοκτησία και μικροπάθη. Ένα είδος υπαρξιακού τζόγου. Μια νοοτροπία στρατηγού οικογενειάρχη, που η εξουσία τού χάρισε αυτό το πεδίο επιρροής. Αυτό το φασματικό μαστίγιο της τακτοποιημένης ζωής και της κοινωνικής ειρήνης. Μιας ειρήνης άκρως πολεμικής και άκρως νεκρικής. Ένα αδιάκοπο μουρμουρητό κοινωνικού σεισμού κάτω απ’ το σπίτι του οικοδόμου και του μικροπωλητή. Κάτω απ’ τα οικιακά Κινέζικα σπήλαια και τα μαγαζιά που μυρίζουν υγραέριο και βραστό κρέας. Που μυρίζουν δυστυχισμένα παιδιά και μισοπεθαμένα ζώα. Ανασφάλιστη εργασία. Μαθητεία. Κακομοιριά. Συντρίμμια. Ξεσχισμένες ψυχές και τσακισμένες σάρκες. Αυτός ο φοβερός ζυγός της πλουτοκρατίας έχει αληθινά επιστημονικές αρχές. Έχει γαλουχήσει τον προλετάριο με αυταπάτες. Έχει κάνει κλύσμα στο νεόπτωχο άνεργο και στην καταθλιπτική νοικοκυρά. Έχει κάνει ανεκτή στα μάτια του μικροαστικού όχλου, αυτή τη συνθήκη της εκμετάλλευσης κι αυτή τη θεσμική ελεημοσύνη προς τους απόβλητους πληθυσμούς. Εκείνα τα όντα που μπορούν να το βουλώσουν με ένα πιάτο φαί, συνεπικουρούμενα απ’ τη χριστιανική ρουφήχτρα που με προφητική υποκρισία μιλάει για υπακοή και μετάνοια. Εκείνα τα όντα που δεν διαβάζουν, δεν ακούν και δε μιλάνε. Εκείνα τα όντα που οι σάτυροι του τηλεοπτικού αισθησιασμού τα σέρνουν απ’ τη μύτη κι απ’ το βυζί κι απ’ το λοβοτομημένο τσουτσούνι της επιθυμίας. Ένα βλαμμένο κοινό που σταυροκοπιέται γελοιωδώς σα να ξύνει το στέρνο του, περνώντας κάτω απ’ το θεόρατο σταυρό της υποταγής με το γιωταχή του. Βρίζοντας, κραυγάζοντας, γκρινιάζοντας, χορεύει και κλαίει πάνω απ’ τα συντρίμμια του. Πάνω απ’ το πηγάδι με το μαγαρισμένο νερό. Εκεί όπου οι μεγαλοφυΐες αποτεφρώνονται πριν ανθίσουν κι απομένει μονάχα ο δικός μας χορός σπινθήρων στο σκοτάδι.

Προεκλογικό ρέκβιεμ για τη μεσαία τάξη

proeklo

Ο εξαθλιωμένος προλετάριος, στο σύγχρονο κόσμο, βρίσκει μια θέση κάτω απ’ τη φτερούγα της θρησκείας κι ένα πιάτο φαί απ’ τις ελεημοσύνες. Κατά μια έννοια είναι ελεύθερος γιατί δεν έχει να φοβηθεί τίποτε αφού είναι ήδη εξαθλιωμένος. Αν δεχτούμε όμως, πως ελευθερία είναι να κάνουμε ηθικές επιλογές χωρίς κάποιον εξαναγκασμό και να ζούμε την ιδιωτική μας ζωή ελεύθεροι μέσα στα όρια που επιβάλλονται απ’ τα δικαιώματα των άλλων θα δούμε πως αυτές οι ηθικές επιλογές είναι κατευθυνόμενες απ’ τις μεγάλες επιχειρήσεις. Από ιδιώτες δηλαδή που διαχειρίζονται τις πληροφορίες. Μιαν απρόσωπη εξουσία φαίνεται πως ίπταται πάνω απ’ τις ζωές μας. Στην πραγματικότητα όμως είναι ο ιδιωτικός τομέας αυτός που ελέγχει τις ανάγκες, τη μόδα, το έγκλημα ή τις ορμές. Ο φορέας δηλαδή της υπεραξίας. Ο διαχειριστής του χρήματος αλλά κι ο αρχιερέας της αλλοτρίωσης και της αποξένωσης. Ο προαγωγός των ανθρώπων και των λαών. Ο μεταμορφωτής όλων των ανθρώπινων και φυσικών ιδιοτήτων στα αντίθετά τους. Το καπιταλιστικό κράτος είναι ιδιοκτησία των μεγάλων επιχειρήσεων, δια μέσω του οποίου εισπράττουν παράλογους κεφαλικούς φόρους και χαράτσια απ’ τις κατώτερες τάξεις. Η εφορία για να ελέγξει τη φοροδιαφυγή ελέγχει την ιδιωτική ζωή. Ενδιαφέρεται δηλαδή να μάθει εάν ο πολίτης ζει αμαρτωλά ή όχι. Βεβαίως δεν είναι η αμαρτία αυτό που μετρά, αλλά ο πολίτης νιώθει ότι η ιδιωτική του ζωή απειλείται χωρίς να μπορεί να παραπονεθεί για ολοκληρωτική βαναυσότητα. Κάποιος μας υποβάλει στην ταπείνωση της σωματικής έρευνας στο αεροδρόμιο αφού θεωρούμαστε εν δυνάμει τρομοκράτες ή μας υποβάλει σε προσβλητικές ερωτήσεις αφού μας θεωρεί εν δυνάμει εμπόρους ναρκωτικών. Φυσικά το αν θα υπάρχουν τρομοκράτες ή ναρκωτικά δεν είναι θέμα έλεγχου αλλά θέμα κοινωνικής οργάνωσης. Οι μεγάλες επιχειρήσεις στηρίζουν την παντοδυναμία τους στο γενιτσαρισμό της μεσαίας τάξης. Η μεσαία τάξη ζει μιαν ανιαρή ζωή κάνοντας συνήθως μιαν ανιαρή δουλειά, απολαμβάνοντας το ίδιο ανιαρά την ηδονή. Παρότι φαινομενικά ελεύθερη αφού μπορεί λόγου χάρη να διαβάσει Σαίξπηρ, ν’ ακούσει Σοστακόβιτς ή να κατανοήσει τους νόμους του Κέπλερ, αυτή διαβάζει Εσπρέσο, ακούει Καρά ή δακρύζει με τούρκικες σαπουνόπερες. Η μεσαία τάξη είναι αδρανής και αμετάβλητη, ικανοποιημένη με τη φτηνή πατάτα, την δικτυακή πορνογραφία και τις λοταρίες του κράτους. Η μεσαία τάξη παρ’ όλα αυτά πιπιλίζει τη λέξη δημοκρατία, έχει φοβικά σύνδρομα και κοιμάται με το ένα μάτι ανοιχτό, φοβούμενη μην έρθει ο κομουνισμός. Η μεσαία τάξη αγανακτεί δεν εξεγείρεται. Ελπίζει πάντα μ’ έναν μεταφυσικό τρόπο πως θα καλυτερέψουν τα πράγματα. Η μεσαία τάξη έχει ταυτιστεί με το προϊόν που καταναλώνει. Οι νέοι της μεσαίας τάξης έχουν μειωμένη την ικανότητα να σκέπτονται με ειρμό, να χρησιμοποιούν τις λέξεις έλλογα και να εκμεταλλεύονται τον πλούτο της γλώσσας. Απ’ την άλλη έχουν μιαν αυνανιστική εξάρτηση απ’ την τεχνολογία και διαβιούν ως θύματα μιας μυστικής λογοκρισίας που θεωρεί τον Δαρβίνο ή το Βολταίρο ανατρεπτικούς επιτρέποντας μόνο κινηματογραφικά έργα και βιντεάκια εμετικής βίας και καρναβαλικής σεξιστικής σάτιρας. Ο μεσαίος είναι τυλιγμένος με τη σημαία της χώρας του σαν φασκιωμένο βρέφος που το νανουρίζει ο μεγαλοϊδεατισμός του αστού. Ο μεσαίος μιλά για λαθρομετανάστες κι όχι για ανθρώπινες υπάρξεις. Αυτό που τον νοιάζει είναι αν θα χέσουν στην πόρτα του ή αν θα του κλέψουν ένα καρβέλι ψωμί. Ο μεσαίος είναι το ιερό πτολίεθρο του σύγχρονου καθεστώτος. Ετεροπροσδιορίζεται συνεχώς μέσα σ’ ένα ρευστό σύστημα που σήμερα τον θέλει γλείφτη στου Ισραήλ και αύριο σύμμαχο του Ιράν. Ο μεσαίος ζει τις μεγάλες αφηγήσεις από τηλεοράσεως ως φίλαθλος ή ως πανηγυριστής μιας αλλότριας κουλτούρας φορώντας ένα ξένο δανεικό ρούχο. Η μεσαία τάξη δεν βλέπει, δεν ξέρει, δεν ακούει. Κοιτά τη δουλειά της. Ζει την ιστορία χωρίς αυτήν. Η μεσαία τάξη δολοπλοκεί εναντίον της μεσαίας τάξης. Μεθοδικά τρώει τις σάρκες της και αφομοιώνει τις φλυαρίες της άρχουσας τάξης. Θαυμάζει τις νεορθόδοξες πιρουέτες του κυρίου Γιανναρά ή τις κρυπτοχουντικές μισάνθρωπες σκατούλες του κυρίου Ράμφου. Ο μεσαίος είναι η λεγόμενη κοινή γνώμη που εμφανίζεται στα ρεπορτάζ -γκρινιάζοντας- ως το άλλοθι της δημοκρατικής νομιμότητας και του πλουραλισμού. Ο μεσαίος λοιδορεί τους ναυτεργάτες που κλείνουν τα λιμάνια, τους αγρότες που κλείνουν τους δρόμους και πάει λέγοντας. Ο μεσαίος δεν έχει ταξική συνείδηση, είναι μονάχα ο περήφανος έλληνας. Η μεταφυσική βάση του πολιτικού του πιστεύω διατυπώνεται ευθαρσώς απ’ τον Καψή και την Έλλη Στάη. Η έκφραση σοσιαλιστικό κίνημα έχει ξεπέσει στη χλευαστική διαστροφή του. Το κέντρο, ο κατεξοχήν πολιτικός χώρος του μεσαίου είναι πάντοτε έτοιμο να προσφέρει μια νέα εκδοχή της ιστορίας για να υπηρετηθεί, καλύτερα ίσως, το παρόν απ’ το παρελθόν. Οτιδήποτε είναι αληθινό για το παρόν είναι αιώνια αλήθεια, και, το παρελθόν πρέπει να διασκευασθεί, ώστε οι παλαιές διαδικασίες να ταιριάξουν στα σημερινά γεγονότα. Η μεσαία απατημένη τάξη, σε καιρούς φυματίωσης του συστήματος, απ’ το κέντρο ξεπέφτει στη χαβούζα της ακροδεξιάς πολεμώντας ακόμα πιο λυσσασμένα τους κομουνιστές. Η μεσαία τάξη πίστεψε κάποια στιγμή πως μπορεί να γίνει άρχουσα και κολακεύτηκε όταν ο μηδαμινός Σημίτης της πέταξε στα μούτρα το ευρώ αφού πρώτα την πέρασε απ’ το μπιντέ του χρηματιστηρίου. Μόνο που όπως αποδείχθηκε γι’ αυτήν, ο μπιντές δεν ανάβλυζε ζεστό ιαματικό νεράκι αλλά ρετσινόλαδο.

Εν μέσω λαίλαπας

ayti

Γνώρισα αυτή που έχει πάντα
ανοιχτό τον ονειροκρίτη. Που
το στόμα της είναι άνθος και
τα χείλη της ερπύστριες. Αυτή
που αγαπά τον αλγεβρικό λογισμό
με πάθος και μπαίνει για μένα στη
φωτιά. Αυτή που είναι σκοτεινή και
δριμεία και βγάζει τα σκουλαρίκια
της και το βρακί της εν μέσω
καταστροφών. Εν μέσω λαίλαπας.
Αυτή που βάζει μπροστά στις μάχες
τα πέλματα, τα πόδια και τις γάμπες.
Αυτή με τους άπτερους ώμους που
είναι γυμνή 24 ώρες και θεόγυμνη
αιωνίως. Αυτή που έχει μια τρελή
καρδιά και σκούρο δέρμα στο χρώμα
της ελιάς. Αυτή που δεν έχει κανόνες
αλλά ζεστή αγκαλιά. Αυτή που θροΐζει
και εξανεμίζεται μεσ’ το ποίημα. Αυτή
που παντρεύεται εμένα το Βασιλιά.

Ενθάδε κείται

mousa

Η μούσα μου ψόφησε.
Όπως θα ψοφήσω κι εγώ.
Όμως πρόλαβα να της φτιάξω στο καμινέτο ένα φαγάκι.
Να της πω δυο λόγια αγάπης.
Να της κρατήσω το χέρι.
Εγώ ο νυμφομανής.
Εγώ ο χιλίαρχος φαλλοκράτης.
Εγώ ο εκατόνταρχος μουνάκιας.
Ο παρείσακτος της ελληνικής γραμματείας.

Ανάμνηση δοκιμής αιδοίου

anam

Πέρασα τα γεράματα σε νεαρή ηλικία, ως παιδική αρρώστια κι οι ιδιοτροπίες μου άφησαν μεταθανάτια κουσούρια. Δεν είναι της παρούσης αλλά μια αξιοπρεπής εξομολόγηση περιέχει μπόλικα προσωπικά, μαγειρεμένα σε ιδανικές συνθήκες υγρασίας, όπου το νυχτέρι συνεπικουρούμενο απ’ την ασθενική βροχούλα φτιάχνει καρποφόρο έργο για φρικώδεις αναγνώσεις. Όταν πάρεις μαθήματα ιδιαίτερα απ’ το χάροντα γίνεσαι κακόφημο δαμάλι στην πολιτεία. Γίνεσαι το τέκνο που νιώθεται περισσότερο απ’ τις σιωπές του. Βουρκώνεις όταν βλέπεις οδόφραγμα και πυρωμένη κυρά με ακάλυπτο μηρό για να βοσκήσουν τα πετεινά του ουρανού ουσία συμπαντική κι εσοχές απόστακτες άπληστου βουβώνα. Γίνεσαι ο ψιθυριστής ωραίας κοιμωμένης που της έταξαν ανορθόδοξο έρωτα τα μανιφέστα κάποιου αυτόχειρα. Διηγήσε το δράμα της αγάπης, πληγές, χαρές, ερμηνείες. Στεγνώνεις τον εαυτό σου πάνω στο χαρτί με γλώσσα αρχέγονη παραδεισιακή. Ένα αδαμικό καθρεφτάκι για να συνομιλήσεις με το βυθό σου. Οι πράξεις σου δεν ανιχνεύονται κι είσαι εκ των προτέρων ένοχος κοινωφελούς συγκίνησης. Είσαι ο αρχιερέας πάθους κι ο αγιάτρευτα μπολσεβίκος που ’χει στη γλώσσα ανάμνηση δοκιμής αιδοίου.

ΒΙΒΛΙΑ

Στρατιώτες στον κόρφο της αγάπης

trela

Είναι η τρέλα μας γι’ αυτό τον κόσμο
βαθειά. Κι όσοι γράφουμε είμαστε
στρατηγοί στα χαρακώματα. Στρατιώτες
στον κόρφο της αγάπης. Πετάμε τις
βόμβες μας από χαρτί και ψηφία πάνω
απ’ τις πόλεις του εχθρού. Κάνουμε
πάταγο στο σύμπαν. Κι ας μη μας
παίρνει χαμπάρι κανείς. Μονάχα ο
ήλιος και μερικά θηλυκά. Κι οι σφήκες
που επιπλέουν στη λεμονάδα μας.
Παγιδευμένες στη γλύκα.

γερατιό

Τέχνη είναι να κρατάς τη γιορτή όχι των αισθήσεων αλλά του νοήματος. Τέχνη είναι μια φευγαλέα επαφή με το σώμα του πλάσματος που ποθούμε. Να ζητάς απ’ το δέρμα να δώσει μιαν απάντηση. Τέχνη είναι το αίτημα της ανταπόκρισης. Η παραδείσια περιοχή των λεπτών και λαθραίων σημείων. Τέχνη είναι τα ασήμαντα θέματα που ξεφτίζουν. Το φιτίλι που καπνίζει τη σπιρτάδα στην ατμόσφαιρα. Τέχνη είναι η ζούρλια ν’ αγαπήσεις τη γριά που θα γίνεις κάποτε. Το ανάερο σφυράκι που θα σου καρφώσει στο γόνατο την εμμονή του θανάτου. Τ’ ακροαστικά, οι γρίπες που θα αθροίσουν τις δύσκολες εποχές. Τέχνη είναι η ανθρωπίλα που φινίρει τις αντιφάσεις. Οι άνθρωποι που θα περιθάλψεις με τις πιο γενναίες μεταφορές. Τέχνη είναι να στεγάζεις τους απόντες μέσα στη γραφή.

ΒΙΒΛΙΑ

Στο βρακί της

braki

Μικρός, κάποτε, άκουγα την έκφραση τον έβαλε στο βρακί της και λυπόμουν που δεν ήμουν εγώ το θύμα. Το βρακί της γυναίκας είναι θηκάρι κυνισμού. Επωάζει στο υγρό σκοτάδι ταλέντο εκκαθαριστή υποθέσεων κι όποιος πιάσει το νόημα αφήνει ενέχυρο τη λαλιά του παίρνοντας μόσχευμα για εκκόλαψη γραπτής ποίησης δια βίου. Στο βρακί, αν καταφέρεις να μπεις, είσαι ο άγιος ισχυρός και δεν ξεκολλάς απ’ τα χάχανα και τις σπονδές του, όταν έχει κέφια και ροδίζει σαν φωλιά πετροχελίδονου το σούρουπο. Είσαι ο άγιος αθάνατος κι ο εκλεχτός που γλείφει το ζύθο του καθώς αναθρώσκει. Είσαι ο έκπτωτος που δε θέλει αξιώματα, δόξα, τιμές, λεφτά, παρά μονάχα την άψα που αφήνει ο βυρσοδέψης οργασμός. Είσαι ο ιχθύς που σπαρταρά πιασμένος στο δίχτυ της μήτρας, που σε θέλει αιωνίως σακάτη, να πουλάς λαμπάδες θύραθεν ναού. Είσαι ταμένος στα καρτέρια και τις οχτωβριανές που κάνουν τον κύκλο τους και σε ποδοπατούν τα αθώα αίματα κι οι ονειρώξεις-μέδουσες στη βαθιά νύχτα. Όταν σε βάλει στο βρακί της η γυναίκα, διαπρέπεις ως ξεφτίλας στα μάτια όσων δεν ένιωσαν από τη μπούκα αιδοίου αεράκι χάους και πνοή ζωής. Όσων είναι στρατιώτες κάποιου Φράγκου αγοραστή κορμιών ή κάποιου παπά που επιδαψιλεύει ψυχούλες στους λάκκους.

ΒΙΒΛΙΑ

Γράμματα

grammat

Γράφουμε διαρκώς την ιστορία
του θυμού και την ιστορία του
πόνου, όσων καβάλησαν το καλάμι
ή την πανσέληνο. Όσων σεληνιάστηκαν
και ήπιαν φαρμάκια. Και δεν πρόλαβαν
να ιστορήσουν τίποτε. Παρά μονάχα
πέρασαν μακριά στον ορίζοντα.
Μπροστά στα μάτια μας. Και μέσα
στο χαμό της βιοπάλης άφησαν
λίγο ουρλιαχτό και λίγη ζούρλια
απ’ αυτή που δεν αγοράζεται με τίποτε.