Το κομμένο αυτί

vangogh

Οι μεγαλοφυΐες ακμάζουν μέσα στη βρώμα. Μιλούν μια νέα θεόπνευστη γλώσσα που ακούγεται διαβολικιά, ψιθυρίζοντας πάνω απ’ το κούφιο ροχαλητό του κόσμου όλη τη βουλιμία του πτωχού αθροίσματος των ηδονών.

Όλα τα έργα τέχνης εμπλέκονται στα γρανάζια της συγκινήσεως συγκλίνοντας στη μεγάλη πριαπική παλαίστρα των σεσημασμένων ονειρώξεων.

Οι μεγαλοφυείς μπλέκουν τα μπούτια τους εξ’ αρχής με ιδρώτες και κορμιά, ιδέες και αρχαγγελικά μανιφέστα. Ανακαλύπτουν ότι ανακαλύπτουν γιατί αφήνονται στα κακόφημα άστρα.

Είναι οι πιο ανήσυχοι γυρολόγοι του χάους και ξέρουν πως επιστήμη και τέχνη είναι ένα και το αυτό. Και ξέρουν πως κάθε Σκυλόσοφος παραμιλά ως τα τρίσβαθα και πρέπει ν’ ακούσεις μέσα σ’ αυτή τη χρονοτριβή τα γρανάζια και τα πρωτόνια και την κάθε μήτρα που πρωτοστατεί από πείσμα στα ερωτικά οδοφράγματα.

Άλλος αφήνοντας το δαγκωμένο μήλο στο κομοδίνο του κι άλλος κλεισμένος στο τρελάδικο των μαθηματικών εξισώσεων.

Όλοι σκόρπιοι στη μοιχεία που οι Σκύλες και οι Χάρυβδες ορίζουν, φιλεύοντας την αθωότητά τους λίγα δράμια αλήθειας απ’ τα χούγια του σύμπαντος.

Αυτός με το κομμένο αυτί, ο εκλαμπρότατος, που μαγειρεύει πάνω από γρανιτένια πετρώματα και πάνω από ξερατό ηφαιστείων και πάνω από τέφρα αυτό που η φύση απίθωσε στις ρωγμές και τις κρύπτες του μυαλού. Αυτό που ο κβαντικός λήθαργος καταδικάζει σε φιλονικία με τον εαυτό του. Αυτό το Αυτό.

Μερικά ποντίκια πειραματόζωα και μερικά νταμάρια από γαλαξίες κανίβαλους.

Μερικά σκοτεινά σινεμά από τρικυμισμένα όνειρα και μερικά αποδέλοιπα δαιμόνια του αρπαχτικού εαυτού. Και η τραγική γνώση πως δεν απέχουν αρκετά από το έργο τα ερείπιά του.

Η ποίηση δεν κινδυνεύει

trikolo

Μπορώ να σου προσφέρω πολλές συμβουλές
μα θα σου προσφέρω λίγη ποίηση
η ποίηση είναι η συκοφαντία της ενάρετης ζωής
και η συκοφαντία είναι το μικρό ψάρι που τρώει το μεγάλο
τινάζω τώρα από πάνω μου τις ποιητικές εικόνες μια για πάντα
το ποιητικό τριφύλλι
το ποιητικό πουλάρι
την ποιητική φοράδα
και τρέχω στο ψητό και στα αιδοία

Πράσινες άγουρες ελιές

elies

Μαζεύω πράσινες ελιές
σαν χάλκινα οξυδωμένα νομίσματα
σκέφτομαι την ιστορία του πολιτισμού
πως είμαι αγρίμι που γύρισε σ’ αυτό τον τόπο
όπως γυρίζει το λαγωνικό
αναζητώντας το μέρος όπου το κατατρόμαξαν
Μαζεύω πράσινες άγουρες ελιές
θα τις χαρακώσω με το ξυράφι
θα τις βάλω στο βάζο με το αλάτι και το νερό
πράσινο αίμα έτσι στάζοντας απ’ την καρδιά μου
για να κεράσω τα σπλάχνα των φίλων μου
σκέψεις βγαλμένες απ’ τα λιοστάσια
ζωηρά χτυπήματα φτερών κάποιου νυχτόβιου που σκιάχτηκε
απ’ το καλάμι που χτυπάει τα κλαδιά

C’est la vie

kolo

Χίλιες και μια στα οπίσθια δαγκωνιές
ω! ναι στα κωλιά
στα ωραία κωλιά
που κάτι μάγκες της γαλλικής επαναστάσεως
φαιδρά τα ελατρέψαν και τα κορνιζάραν
και τα προσκυνήσαν
πάντα ερωτικώς ωσάν σκορπιοί γέρνοντας
στην ιερή κουφάλα
σπλαχνογητευτές από κούνια
από καταβολής Κολόμβου Μαγγελάνου και λοιπών

Μοναχού Ησύχιου βιογραφία

monax

Πεύκα κατάπιε και θάλασσα
ο Μοναχός Ησύχιος
έφαγε φρέσκες αγκινάρες
φλέρταρε ένα δασάκι αιμοβόρες νοσοκόμες
κατά συρροή καταφερτζής
ηγεμών περίεργων φράσεων όπως
σκοτάδι λέπια εξάσφαιρο
γλώσσα με γλώσσα μπικουτί Μητέρα Τερέζα
Ακροναυπλία Νίκος Καρούζος μπούτια
λευκά κατάλευκα. Ο Μοναχός Ησύχιος
ανήσυχος μπερμπάντης
πάντα εραστής μιας κινεζούλας Ουρανούπολης
και βεβαίως γνωστός κάποιου Αρθούρου
κάποιου εμποράκου με μυδράλιο
κάποιου αστού που ελέγετο Ευκάλυπτος
ή Δουλτσινέα μ’ ένα ρήγμα ανεμόμυλου
ή κάποιου που ελέγετο Iggy Pop
και ως θεό τον λάτρεψαν
στου Πύργου της Βαβέλ τον οισοφάγο

Ερωτεύω

erotevo

Ερωτεύω σημαίνει αιχμαλωτίζω. Ο έρως είναι ερώτηση που την απευθύνεις στη διαφιλονικούμενη λεπτή φλούδα της ζωτικής ορμής των σπλάχνων του άλλου.

Η γενεσιουργός πρωταρχή του είναι η ανάγκη για δημιουργία. Για σπασμό και λυγμό.

Πάνω εκεί που τα χείλη θέλουν να σφραγίσουν τα τρυφερά βλαστάρια των αδένων.

Πάνω εκεί που οι γλώσσες τρυφερά ακραγγίζουν την ενότητα του κόσμου και πάνω εκεί που η εποχή μας, η χορτασμένη αψηφισιά και θάνατο, ξεχνιέται μες στον ίλιγγο της ερωτικής ακαταληψίας.

Κανείς δεν μου επιβάλει τον έρωτα. Ερωτεύω από μόνος μου. Ερωτώ, ψηλαφίζω με το μάτι τη σάρκα και περιμένω να τη γευτώ μουσκεύοντας σιωπηλά την ψύχα της.

Προσπαθώ να τη σαγηνεύσω, ωστόσο η μόνη σαγήνη την οποία μπορώ να εμπιστευτώ είναι η σαγήνη της τελεσφορούσης σιωπής.

Έστω κι αν κανείς δεν τολμά να προεικάσει την ανθοφορία του πόθου, το ρίγος του μας συνέχει. Ένα ρίγος που δεν προέρχεται απ’ την εδραίωση της φωνασκίας του αλλά από την εγκαθίδρυση της σιωπηλής του αφής.

Παραδείσια τριπάκια

trea

Οι δυο φίλες διαφωνούσαν περί του πρωκτικού έρωτος. Η μία αγέρωχη και με έντονη προσωπικότητα, ίσως στον αστερισμό της παρθένου. Η άλλη αγανακτισμένη κλειτοριδική, με μιαν επιθυμία για οργασμό έως κοπώσεως. Φαινόταν όμως πως και οι δύο αγνοούσαν τη φροϋδική κριτική της παρουσίας εις εαυτόν, δηλαδή της συνείδησης, του υποκειμένου, της ταυτότητας προς εαυτόν, της εγγύτητας προς εαυτόν, της κατοχής του εαυτού, και, ριζοσπαστικότερα ακόμη, τη Χαϊντεγκεριανή αποδιάρθρωση της μεταφυσικής, της οντοθεολογίας, του προσδιορισμού τού είναι ως παρουσίας. Δηλαδή σκατά.