Κωλογραφία σε κυρτό κάτοπτρο

Captured 2/17/2015. UNVARNISHED. For press ONLY, not for catalog.

Κοιταζόμαστε γυμνοί στον καθρέφτη. Κοιταζόμαστε γυμνοί στον καθρέφτη τού κόσμου. Κοιτάζουμε αυτούς που μας κοιτάζουν. Κοιτάζουμε τα μάτια και τα αιδοία μας.

Είμαστε το θαύμα που βγαίνει από το θέαμα και είμαστε το θέαμα που θαυμάζουμε και είμαστε το θέαμα που γίνεται θαύμα κατ’ αναφοράν.

Είμαστε η εικόνα της εικόνας μας και ο καθρέφτης είναι ο μοχλός της συνείδησης της γύμνιας μας.

Μες στις διάχυτες αντανακλάσεις τού καθρέφτη, μεγαλουργεί η ολότητα της γυμνότητάς μας. Εκεί όπου δεν βλέπεις καθαρτήρια και μετενσαρκώσεις, τυλιγμένος άμφια και λιβανισμένους παραδείσους, εκεί που βλέπεις μόνο αυτό που βλέπουν τα μάτια.

Η ορατή αλήθεια είναι η πιο βαθειά Ποιητική που αγκομαχεί ξέφρενα με περισσό ζήλο σε κάθε σεξουαλικό γαργαλητό.

Όταν πάψουμε να καθρεφτιζόμαστε στα χαρτιά των λογαριασμών και στα σκουπίδια μας θα επιστρέψουμε στον κοινό παρανομαστή του ερωτικού μας καθρέφτη.

Θα περάσουμε ξανά αυτό το θαύμα τού καθρεφτίσματος, όπου το σώμα μας γίνεται μια οντότητα διαφορετική από τα άλλα σχήματα που μας περιτριγυρίζουν, βλέποντας τα πόδια και τα χέρια μας, ανακαλύπτοντας τους λαιμούς και τις κοιλιές μας μες στις πτυχές τού σαρκικού χωροχρόνου.

Ανακαλύπτοντας τον Άλλον σχεδόν ταυτόχρονα με τον εαυτό μας. Και πρώτα απ’ όλα ανακαλύπτοντας ξανά την αρχέγονη μήτρα που μας γέννησε, την μανούλα αυτή που ικανοποιούσε τις ανάγκες μας με το στήθος της, την αγκαλιά της και την ανάσα της.

Το φλούδι αυτό που μας προστάτεψε όταν ήμασταν απροστάτευτοι κι αδιαμόρφωτοι και λιγότερο φοβισμένοι όσο ποτέ, άρα κι επικίνδυνα έκθετοι στους κινδύνους.

Και βεβαίως ανακαλύπτοντας τα υποκατάστατα της μανούλας, αυτά που διαισθανόμασταν στην ατμόσφαιρα ενώ εξελίσσονταν οι ερωτογενείς μας ζώνες.

Όλα τα σκιρτήματα της αρχέγονης βίας και όλες τις ανεξιχνίαστες τρέλες τού γενετήσιου οίστρου και της μνήμης.

Στοματική, πρωκτική, γεννητική, όλες αυτές τις νοστιμιές και τις μιζέριες του παιδικού ερωτισμού, ώσπου να αρχίσει τέλος η μεγάλη τραγωδία, εκεί όπου εμείς οι μικροί Οιδίποδες θα τρέξουμε να συναντήσουμε τη μοίρα μας.

Ποθοφορείον

pothoforion

Ω! δεσποσύνη, εσείς
με κάματε οδηγό Ποθοφορείου
και ιδού
φαντασιώνομαι πως οδηγώ το όχημά μου
εις την ερωτική σας τη γαστέρα
με τους συνεπιβάτες σπερματόζωα
να χύνονται εις τις οδούς των παρειών σας
από στύση σε στύση και τούμπαλιν.
Ω! δεσποσύνη, εσείς
είστε το γάντι
του μουνοδαχτύλου μου τού μουνογενούς
είστε η αρτοκλασία των όρχεών μου
η καπουλοφόρος κόρη των λογισμών μου
η γκέισα των αλύτρωτων οργασμών
η ζαχαρότευτλη Αρθούρα μου
η λιοπύρεια σκοτοδίνη μου
η θηλύτητα τού λεσβιασμού μου
η ιέρεια του οδοντωρύχου μου σπασμού.
Ω! εσείς
είστε η Χαρμίδεια μουνίτσα μου
η Καρχιδόνεια ευχαριστία τού πρωινού μου ψαλμού
η ζυθοφόρος στύσις μου
η αηδόνα τού ουρλιαχτού μου
η οσία Γαμησία μου
το έτερον κοψίδι της ψωλής μου.
Όλο για σας, το ποίημα το αθώο
που το νείρονται οι γεναριάτικοι οίστροι.
Ω! δεσποσύνη, εσείς
είστε η απόκρημνη φρακταλιανή μου κορασίς
καταμεσής εις τα τενάγη της διακορεύσεως.
Είστε ο Κώλος Όλος.
Ω! ρίξτε την αναστάσιμη πορδούλα σας Κυρά μου,
διότι πως αλλιώς
θενά ‘χει κλέος η Αττική και τα υπόλοιπά της!
Διότι πως θα αρχηγέψωμεν εμείς οι ηδονοθήρες
Διότι πως, η άνω τελεία τού ήλιου θα μας κάψει
Διότι πως, θα μας εχθρεύσουν οι αστερόεσσες
και πως θα μας μουσκέψουν οι ονειρώξεις!

Ραντεβού στο νεροχύτη

rantebou

Ο κοινωνικός παρατηρητής πρέπει να είναι ξεροκέφαλος και τραχύς, να τα βλέπει όλα και να τα κρίνει όλα. Αρκεί να μην είναι μπίλια σε κομματικό φλιπεράκι ή μέλος σέχτας συναξαριστών ορθοδόξων ή μη.

Αν μάλιστα η γλώσσα του συνιστά απόσταση από τα αφηγούμενα δεν παύει να συνεπάγεται μια πολύεδρη ειρωνεία.

Χωρίς την ειρωνεία ο κοινωνικός παρατηρητής είναι λευίτης οίκτου και συμπαθείας, ένα παπαγαλάκι που αντιγράφει όλα τα ευνόητα ελαττώματα που παρατηρεί, προβάλλοντάς τα στο καθρεφτάκι που ορθώνεται δίπλα στον πρόσφορο κρόκο του αφεντικού του.

Μέσα στο πλήθος των σκυφτοκέφαλων ανθρώπων, που νηστεύουν τη χαρά και την απόλαυση για να συμμορφωθούν με την προειλημμένη απόφαση του δυνάστη τους, ο κοινωνικός παρατηρητής πλάθει εκατοντάδες παραλλαγές τού εαυτού του.

Κάνει τέχνη την εκλεπτυσμένη πουστιά της σαγήνης για να προκαλέσει πάνω απ’ τις αράδες του το ιλαροπαθές ξέσπασμα.

Για να βαθύνει μέσα στην ψυχική του κηδεμονία το ιδεολογικό υπόβαθρο των λόγων του.

Κατ’ ουσίαν ακολουθεί αναλυτική μέθοδο και όχι σώρευση συμπεριφορών. Και ίσως με άκρα σοβαρότατα πολλές φορές μελετά τη γελοιότητα των κοινωνικών θεμάτων. Μια γελοιότητα που η ανθρωπότητα κουβαλά στην αυτοκρατορική μήτρα τού δεσπότη ή στις γκέτες των ηλίθιων δικαστών.

Μια γελοιότητα σπαρμένη σε κάθε οργανωμένη κοινωνία που καταδυναστεύει ο κρατικός συγκεντρωτισμός και οι παράγωγες δομές τού κεφαλαιοκράτη.

Ο κοινωνικός παρατηρητής τρέφεται κυρίως απ’ το λογοτεχνικό ψωμάκι που φουρνίζει καθημερινώς μέσα στη νεωτερική καρναβαλική πραγματικότητα.

Βλέπει την κακία που χαιρεκακεί, την αδικημένη ψυχή που μάχεται τους άλλους, όλες τις αποχρώσεις της μνησικακίας που κυκλοφορούν μέσα στις νεοφιλελεύθερες δυτικές κοινωνίες.

Δείχνει με το δάχτυλο ένα πιο ανθρώπινο και πιο φυσικό τρόπο ζωής σε όσους αναμένουν πάνω στις αποσκευές τους το φτερωτό λεωφορείο που θα τους οδηγήσει στον πληρέστερο όλων των παραδείσων.

Δείχνει πως ο παράδεισος είναι έξω απ’ το παράθυρο, εκεί όπου η λαγνεία και ο λιτός βίος είναι φυσική ροπή και όχι διαστροφή του γραφειοκράτη.

Εκεί όπου αποφασίζεις την ανυπακοή και την απελευθέρωση, παύοντας να ξεσκατίζεις τα παιδάκια των εφοπλιστών και να σενιάρεις την κόκα στα καθρεφτάκια τού συνδέσμου βιομηχάνων και του συνδέσμου Σας γαμώ όλους με τα λεφτά μου.

Η καυλωμένη Λεμονιά

lemon

Στο λογοτεχνικό καμβά πλανάται σχεδόν κελαριστά μια σχάση μεταξύ λέξης και σκέψης.

Στα δύσκολα έργα που παράγονται απ’ την αξιοθαύμαστη ανθρώπινη μηχανή της παρατήρησης, η λέξη και η σκέψη συγκρούονται σε βαθμό που η γραφή να λειτουργεί ως πριονοκορδέλα από ατσάλι.

Μέσα σε κάθε νοσηρή και αφιλόξενη πατρίδα, ένα μαγικό ραβδί καμωμένο από λέξεις, τρεμοπαίζει στο χέρι όσων δεν αγαπούν τα περίστροφα και τις ξιφολόγχες.

Πάνω από μνημεία και τάφους έως εκεί όπου η τρέλα παραληρεί, προχωρεί ατρόμητος μπροστά σε κάθε εφιάλτη ο καυλιάρης ποιητής.

Διότι ο καυλιάρης ποιητής είναι αυτός που ανοίγει δρόμους, για να έρθουν έπειτα με τα παλιά βαφτιστικά τους κουτάλια και το ψαλίδι των δημοσίων σχέσεων, να κόψουν την κορδέλα και να περπατήσουν σ’ αυτούς τους δρόμους που αυτός άνοιξε.

Δεν χρειάζεται ν’ αυτοκτονήσεις για να γίνεις Καρυωτάκης γιατί απλά ο Καρυωτάκης δεν αυτοκτόνησε αλλά τον αυτοκτόνησαν. Κι αν πράγματι είχε να διαλέξει ο Καρυωτάκης μεταξύ ζωής και θανάτου να είναι σίγουροι όσοι κονόμησαν απ’ τη θανατολαγνεία που πούλησαν για λογαριασμό του, πως αυτός θα διάλεγε τη ζωή.

Ένα απλό βήμα πολλές φορές αρκεί για να ξεκινήσει η χιονοστιβάδα και για να γίνεις χιονοστιβάδα πρέπει να τολμήσεις αυτό το απλό βήμα.

Ένας φλώρος που παραδίδει οικιοθελώς μαθήματα δημιουργικού ευνουχισμού της φαντασίας δεν μπορεί να κάνει ετούτο το απλό βήμα.

Ετούτο το απλό βήμα το επιχειρούν οι καυλωμένοι άνθρωποι γιατί γνωρίζουν πως το να συντηρείς την καύλα σου σημαίνει πως η ζωή προχωρά ακόμα και μες στα ερείπια.

Σημαίνει πως η ζωή θαμμένη ακόμα και κάτω απ’ τα φθαρμένα παραπήγματα κάθε αυταπάτης, παίρνει την εκδίκησή της και ακτινοβολεί και αμύνεται και προχωρά. Διότι κατά βάθος το θέμα είναι ένα. Να προχωρήσουμε τη ζωή ένα βήμα πιο κάτω. Γιατί η ζωή δε σταματά στο λάκκο που θα θάψουν το Εγώ μας.

Γιατί η ζωή είναι μια καυλωμένη λεμονιά που μαζί με τους χυμούς έχει και δολοφονικά αγκάθια, έτοιμα να τρυπήσουν την αλαζονεία της σάρκας, ματώνοντας τα δάχτυλα, κάνοντας το ανθρώπινο πνεύμα να αφήσει τις ματωμένες του δαχτυλιές πάνω στα καπούλια της πραγματικότητας, της πιο δύστροπης ερωμένης.

Λουκάνικα Φρανκφούρτης

stomas

Αν δεν καταλύσεις τη λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, ανάμεσα στη λαγνεία και την αγνότητα, ανάμεσα στην κόλαση και την αγιότητα, δεν θα δεις το φως το αληθινό και δεν θα γευτείς τις οδύνες της ανθρώπινης φύσης και τις παραφυάδες των αισθησιακών της εκβλαστήσεων.

Αν δεν αποτυπώσεις στο βλέμμα σου την ανταρσία των πλασμάτων που ζουν στο υπόγειο είναι σα να πέρασες απ’ τον μισό κόσμο, μισός κι εσύ και διαμελισμένος.

Αληθινή πατρίδα μας είναι η γήινη περιοχή μεταξύ πνεύματος και σώματος, εκεί όπου εμείς οι άνθρωποι μανιωδώς εγγράφουμε τις μικρές και ασήμαντες ιστορίες μας.

Όντα με σάρκα και οστά και φλεβώδεις σκέψεις που με μια συγκινητική αδημονία υπογραμμίζουμε τα πρωτόλεια αισθήματά μας. Άνθρωποι όλοι μας εκτεθειμένοι σε άνισες καταστάσεις τραγωδίας και μεγαλείου, πάθους και σοφίας, παραφροσύνης και αθλιότητας.

Αναβαπτιζόμαστε διαρκώς και αδιαλείπτως στην ποθητή μήτρα της εξιλέωσης που προσφέρει ο λόγος και τα λόγια.

Μέσα μας παφλάζει ένα πελώριο άγριο ζώο που ξεχειλίζει από χυμούς και συστρέφεται κάνοντας τις θύελλες της καρδιά μας να κατεβαίνουν στα δάχτυλά μας. Και τότε ξεσχίζουμε άλλα κορμιά και άλλες σάρκες με τη μέθοδο τού πολέμου ή τη μέθοδο τού έρωτα.

Ζούμε τον ακρωτηριασμό τού μνημονικού μας Είναι. Η μνήμη μας αδυνατεί να συλλάβει πως υπήρξαμε κάποτε αδιαχώριστοι, τόσο πολύ, τόσο Ένας. Η μνήμη μας επανέρχεται στιγμιαία πάνω στο γαμήσι, εκεί όπου, θέλοντας ή μη, γινόμαστε ο Ένας, εκπληρώνοντας τόσο τραγικά τον ισόβιο πόθο μας για αθανασία.

Μα η μνήμη ετούτη πολλές φορές χάνεται μέσα στις πυρετικές κραυγές μιας ψεύτικης απόγνωσης, δημιουργώντας ένα παραπέτασμα πλουμιστής απελπισίας που γίνεται ρομαντισμός των καλοθρεμμένων.

Πολλές φορές η μνήμη τού έρωτα όταν ο έρωτας έχει αποδημήσει και τα αιδοία έχουν στεγνώσει σαν γύφτικοι τεντζερέδες μένει μια κοπρόλαλη βαναυσότητα που θέλει να περάσει για αγέρωχη στάση ή για λυγμός, πάντα στολισμένη με ποιητικούς φραμπαλάδες.

Αλλά στον υπόνομο της μνήμης που έγινε ανάμνηση ισχύσει ο ρεαλισμός των αρουραίων. Ο άνθρωπος γίνεται ανθρωπάκι υπονομεύοντας τη λαλιά του, χάνοντας δια παντός τον έρωτα, στήνοντας ταυτόχρονα το μνημειακό του κενοτάφιο υποταγμένο στη θλιβερή υπεροψία του.

Γίνεται ένα χοντρό πλάσμα που κάθεται σε μια καρέκλα νυχθημερόν γράφοντας τον πόνο του. Ένα πλάσμα επικίνδυνο και βίαιο. Επικίνδυνο γιατί είναι τυφλό και βίαιο γιατί παθαίνει.

Γεια σου Amedeo Modigliani

montiliani

Μια λεπτή και παλλόμενη μεμβράνη χωρίζει τον ζωγράφο από τον κόσμο του. Το δώμα του, μέσα απ’ το οποίο ασκεί την τέχνη του, έχει την εξώκοσμη υφή των πραγμάτων που τα φθείρει το άγχος, το πένθος, η ζήλεια, η κατάθλιψη.

Η μοναδική άμυνα της μεμβράνης τού καλλιτέχνη είναι η διαφάνειά της. Ο Μοντιλιάνι γνώριζε-πληρώνοντας ακριβά αυτή τη γνώση-πως η ραφιναρισμένη ομορφιά τού ανθρώπινου πυρήνα είναι ευάλωτη σαν χάρτινο παραπέτασμα.

Μεταξύ θυμού και απελπισίας δείχνει πως μπορεί να στρέφει κανείς τα μάτια του στην ομορφιά. Δείχνει πως η γύμνια των κορμιών δεν έχει κανένα φόβο, σα να ξέρουν αυτά τα ίδια πως θα έρχονται στον κόσμο ξανά και ξανά.

Αυτός ο ένθερμος ποιητής των χεριών και των σωμάτων, των γυναικείων προσώπων και των γυμνών θηλυκών κορμιών, που τα έχει γραπώσει σε φλογερές πόζες, θαρρείς μέσα σε ονειρώδεις παραμορφώσεις και συστροφές, με τα παραισθησιακά τους βλέμματα, με όλη τη δραστήρια ιταλική χάρη που αναδίδει η σάρκα τους.

Αυτός, ο Μοντιλιάνι, που άρχισε να ανασταίνει σε μακρόστενες μορφές και ποιητικές χλομές αρμονίες την σπουδαία ιταλική τέχνη, που την είχε αποσυνθέσει το σημιτικό φύραμα έπειτα από δυο αιώνων καλλιτεχνικό ύπνο, πέθανε νωρίς.

Μέσα σ’ αυτό το γαλλικό περιβάλλον, που συντηρούσε μόνο ατομικές εκδηλώσεις, αντανακλώντας την τέλεια αναρχία των πνευμάτων.

Σε μια εποχή όπου η κατεξοχήν ατομικιστική έκφραση της ζωγραφικής επανακινούσε την ευαισθησία της πάνω σε καινούργιες βάσεις, στην οποία το άτομο εμφάνιζε την τάση να υποταχθεί στο γενικό συμφέρον, περιμένοντας τον ριζικό μετασχηματισμό της οικονομικής τάξης πραγμάτων.

Ο Μοντιλιάνι ως ηρωικός πολεμιστής εναντίον ενός βάρβαρου ακαδημαϊσμού, πετάει την περικεφαλαία για να αδράξει σοβαρός το ταμ ταμ.

Κομίζει στην τέχνη αυτό το διαλυτικό πνεύμα, μεταφέροντας σ’ ένα άλλο επίπεδο τις ανάμεικτες εικόνες της διάρκειας και τού χώρου.

Οι γυναίκες του τόσο γήινα διαβολικές και τόσο γεωμετρικά απόκοσμες, στολισμένες με τις πυρόξανθες μουνότριχες και τα νεανικά βυζιά τους, αποτυπώνονται ως ειδώλια ενός αρχέγονου ερωτισμού, θαρρείς φρεσκοβγαλμένου απ’ την υγρασία των σπηλαίων στα βρώμικα αλλά ζεστά καλλιτεχνικά δώματα των επαναστατών της ζωής που με βιτριολικό βρόντο ξεσπά από μέσα τους η καύλα για ζωή.

Κι αν ο Μοντιλιάνι κατάφερε κάτι σπουδαίο αυτό είναι να μείνει στα μάτια μας ως εραστής και όχι ως έμπορος. Ως ποιητής που τού άρεσε ο καπνός και η παρέα χωρίς καπεταναίους και μάχες. Πάντα φυτεύοντας ένα μικρό σκάνδαλο στον κόρφο της ερωμένης του και στον κόρφο αυτού του μάταιου αλλά συναρπαστικού Κόσμου.

Τα δύο όλα

ta-dio-ola

Ο μαρξισμός προσπάθησε αγωνιωδώς να δώσει μιαν ανθρωπολογική έμφαση στο εξωτερικό εργαλείο και κατά συνέπεια στην εξέλιξη και τις προεκτάσεις του χεριού, υπογραμμίζοντας την αλλοτριωτική μηχανοποίηση του ανθρώπου, συγκεντρωμένη στα χέρια του Κυρίαρχου της υπεραξίας.

Ο φροϋδισμός έδωσε έμφαση στη νατουραλιστική προπέτεια του φαλλού, σαν σύμβολο παντοκρατορικό και κυρίαρχο, σημαίνον τού ασυνειδήτου, άρα και του Λόγου, ταυτίζοντας έτσι τη γνώση άρα και τη γλώσσα με την επιχείρηση αλλοτρίωσης και εκμετάλλευσης τού Κυρίαρχου της υπεραξίας κάτω από οποιεσδήποτε κοινωνικές συνθήκες.

Η ποιητική γλώσσα απ’ την άλλη, συνιστά τον βαθμό μηδέν της γλώσσας που αμφισβητεί κάθε κυρίαρχη ομιλία, αφού στην πραγματικότητα εισάγει τον αναλυτή απ’ την κρυφή πύλη των δομών ως εντεταλμένο του Κυρίαρχου της υπεραξίας και μάλιστα ως ένα πρότυπο κεκαθαρμένου όντος που ανεξάρτητα απ’ τις κοινωνικές δομές μπορεί να παίξει το ρόλο του απελευθερωτή. Κατά βάθος όμως παραμένει ο κληρικός των υφιστάμενων ιεραρχήσεων.