Πιστόλια

πιστολια

Υπάρχει ευλάβεια και στα πιο σιχαμένα όντα. Μια ευλάβεια αναπνοής. Ένας μονίμως άγρυπνος καλλιτέχνης μέσα σε κάθε σάρκα. Ένας άγρυπνος ατομισμός που περιφρουρεί το μέγα Tίποτε του βίου και το μέγα Ποτέ Ξανά της αιωνιότητας.

Εύρος πεδίου

popart1pic

Η ποίηση ορίζει ένα πεδίο γοητείας. Εκεί όπου τα πράγματα μοιάζουν ζωντανά αλλά δεν κινούνται. Μια σπορά από ατελείς παρουσίες και ατελείς θανάτους. Λόγος θρυμματισμένος, μυστικός, δια παντός στρατευμένος σ’ έναν συμπαντικό ερωτισμό. Δια παντός άσπιλος, αφού σπιλώνει βεβαιότητες. Αφού ιδρύει κατηχητικά ανυπακοής κι εξασφαλίζει την παντοδυναμία του ως που να σβήσει κι ο τελευταίος ήλιος.

Οι κίνδυνοι με την ποίηση

oi kindinoi

Είμαι μόνος εγώ και τα χάδια μου
όχι τόσο εκκεντρικός όσο καυλωμένος
όχι τόσο μάστορας όσο ζοφερός.
Ψαχουλεύω το ψηφιακό μουνί της ανθρωπότητας
τη νύχτα τον ήλιο και το φεγγάρι.
Δεν αγοράζω και δεν πουλάω. Ψάχνω
αντίστροφα μηνύματα στην ποίηση. Σμίγω
τους άγρυπνους φαλλούς, τη δροσιά
στο πάνω χείλος της, τον πικρό βάλτο
της μασχάλης της, την ολισθηρή λίμνη
της κοιλιάς της, τον ιδρώτα των ποδιών της.
Μέσα στο κυβιστικό μείγμα από σκοτάδι και φως,
η ποίηση με περιμένει, σχεδόν κατουρημένη
και σχεδόν υγρή. Περιμένει να χύσω
κάτι σαν ποτάμι στα καυτά σωθικά της.
Χωρίς προφυλαχτικά και χωρίς φόβο για μικρόβια.
Αφού, οι κίνδυνοι με την ποίηση, είναι πάντα
μακροσκοπικοί, ακαθόριστοι και τεράστιοι.

Ζήτω το έθνος!

eunow

Το έθνος είναι το μαξιλαράκι του ατροφικού ψυχισμού ενός λαού που σιτίζεται με αυταπάτες. Το έθνος περιβάλλεται από άλλα έθνη που βιώνονται κι αυτά ως μοναδικά. Το εθνικό κράτος έρχεται να υπερασπιστεί αυτό τον έρωτα του έθνους για τον εαυτό του. Συνθέτει ένα πλαστό αταξικό συναίσθημα και το προβάλει στην προοπτική της αιωνιότητας. Ο φουκαράς ως που να πεθάνει θα υπηρετεί με ζήλο αυτή την πλήρως αποκομμένη απ’ τα συμφέροντά του ιδέα. Μια ιδέα ληθαργική που απορρέει από έναν ευτράπελο καταναγκασμό. Από μιαν αισθητική φουστανέλας και τσαντόρ. Από ύμνους και σπαραξικάρδια γλυκόλογα. Από μια μέριμνα περιφρούρησης κάθε προγονικής μαλακίας. Από ραψωδούς, ιστορικούς και τελώνες που διαχειρίζονται τη μυθική διήγηση κάθε προοπτικής. Ένα καζάνι συλλογικών μύθων που χοχλάζει μπροστά στο Φαντασιακό θεό. Μπροστά στα αφόρητα μεγαλεία που καταλύουν βιαίως κάθε απόπειρα συνύπαρξης. Όσο θα υπάρχουν έθνη θα υπάρχει και βαθύς ρατσισμός. Μοιραία, η πλαστή ιστορικότητα που καθορίζεται πάντα απ’ τους νικητές, θα οδηγεί τους νικημένους στον πάτο του πηγαδιού. Απ’ τις αποικίες των ευρωπαίων που καταγάμησαν φιλήσυχους λαούς μέχρι τις αγορές της πλαστικής αποκοίμισης, το έθνος είναι το κυρίαρχο διακύβευμα. Ο πλάστης κάθε αντίφασης που συναιρείται στα πεδία των μαχών. Ο λειτουργός που προσδοκά μέσα απ’ όλους τους μαιάνδρους της ανθρώπινης ιστορίας, την κυριαρχία. Το ισχυρό έθνος είναι η ισχυρή άρχουσα τάξη ενός λαού που θυσιάστηκε γυρεύοντας πεισματικά αρχηγικό ρόλο μέσα στην αρένα των εθνών. Ενός λαού που μαγαρίστηκε απ’ τον πλούτο και τα λάφυρα. Όλα τα βιβλία ιστορίας όλων των εθνών είναι μπουκωμένα με ένδοξες σελίδες και μακρόσυρτες ηρωικές κραυγές. Τα ολοκαυτώματα, τα κομμένα κεφάλια, οι διαμελισμένοι και οι τρελοί είναι περασμένοι στα περιθώρια, παρατημένοι εκεί σαν τα απόβλητα της υγιεινής του πολέμου. Αμέτρητοι στρατιώτες μέσα στην περιοχή των σκιών. Χωνεμένοι για πάντα στη χαβούζα της λαιμαργίας του Κυρίου. Πρωταγωνιστές στην ηδονική κορύφωση της σφαγής. Με πρόσχημα ασυνάρτητες άυλες μπούρδες, ο κυρίαρχος στέλνει τα πρόβατα στα τσιγκέλια. Για το Χριστό, το Μωάμεθ και την τιμή της αδερφής. Για τον ένδοξο αρχαίο σαματά, σημαιοστολισμένο από προγονικές μπαρούφες. Μια στρατιά τραμπούκων, ξαφρισμένη απ’ όλες τις τάξεις περιφρουρεί μεγαλοπρεπώς την ιδέα του έθνους. Στα σχολικά βιβλία, στις τράπεζες, στην οικονομία. Ακόμα και στον έρωτα. Ένας ακραίος φυλετικός παροξυσμός τροφοδοτεί αδιάλειπτα τα μειράκια του έθνους. Μια σκοτεινή νύχτα φωτίζει την επόμενη νύχτα. Ένας επονείδιστος εκβιασμός. Άνθρωποι καλοταϊσμένοι φόβο, αυτοαναιρούνται. Καυλωμένα σαρκία που γίνονται πεζοναύτες. Υπάρξεις αποκομμένες από οποιαδήποτε υγιή κοινωνικότατα. Πιστοί, χωνεμένοι μέσα στον κυκεώνα της εθνικής φυλλωσιάς, προορισμένοι για αναπαραγωγή άλλων πιστών που θα εκπληρώσουν τις ίδιες θλιβερές αξίες. Το έθνος παιανίζει τη μουσική των μαζών και των πληβείων. Είναι η τέλεια ευτέλεια της ανθρώπινης ύπαρξης προστατευμένη από ηθικολογία. Ένας μηχανισμός ανοιχτός σε όλα τα ξεσπάσματα των ομαδικών υποκειμενικοτήτων. Όταν ο ένας επιβουλεύεται την ελευθερία του άλλου, όταν ο εργοδότης ρουφά το ζωτικό μεδούλι του εργάτη, τότε παράγεται μια αισχρότητα εξίσου σημαντική μ’ αυτήν που έχουμε στο Σάντ, τη στιγμή που ο παπάς σοδομίζει έναν διάνο. Έχουμε τη δημιουργία ενός πεδίου που περιφρουρεί αυτή την αισχρότητα και την διαχειρίζεται με όρους κοινωνικής ειρήνης και εθνικού συμφέροντος. Το έθνος έχει δυο πόλους. Ο ένας είναι στραμμένος στο εσωτερικό και περιφρουρεί το μαρμαρωμένο, βαλσαμωμένο και ασάλευτο παρελθόν και ο άλλος είναι στραμμένος στο εξωτερικό, ανασκολοπίζοντας άλλα έθνη και εκμηδενίζοντας άλλους λαούς, προετοιμάζοντας το μέλλον του και το μέλλον τους. Το έθνος είναι η δεξαμενή της απόλυτης εγωιστικής ηχηρότητας. Είναι το κουβούκλιο της μέγιστης ναρκισσιστικής αντήχησης. Είναι η βουβή μήτρα μέσα στην οποία ταλαντεύονται οδυνηρά τα ανθρώπινα όντα, αποκομμένα απ’ τον ουσιαστικό προορισμό τους. Κλειδωμένα έξω απ’ το πετσί τους. Μαντρωμένα σε ράσα και στολές. Σε ντροπές και σε ντροπιαστικές θεωρίες. Μεταλλαγμένα απ’ τις κάθε λογής εξουσίες και χωνεμένα μέσα στην κοπριά της υπεραξίας που θα βλαστήσει αύριο τα νέα ζοφερά φυντάνια.  Το έθνος είναι η γελιοποίηση της ανθρώπινης ύπαρξης. Ένα βραχυκύκλωμα μεταξύ της ανάγκης και του καταναγκασμού. Ένα ατέλειωτο συρματόπλεγμα μπλεγμένο στις καρδούλες και στα κορμάκια. Μια συνταγματικά κατοχυρωμένη διαστροφή. Μιαν υπαρξιακή απρέπεια.  

Άνθρωποι με μαύρα ρούχα

mayra

Δεν υπάρχει πλέον μόδα. Μόδα σήμερα είναι η έλλειψη στυλ. Αν διαθέτεις κάποιο στυλ είσαι αναχρονιστικός και παλαιομοδίτικης. Όπως εγώ για παράδειγμα, που φοράω χρόνια τώρα μαύρα ρούχα. Από ευκολία ή από κάτι απροσδιόριστο, ίσως και ανερμήνευτο παιδικό τραύμα. Βεβαίως η πρώτη αντίδραση όσων συνειδητοποιούν γύρω μου πως φοράω διαρκώς μαύρα, είναι να με ρωτήσουν αν έχω πένθος. Η δεύτερη αντίδραση είναι συνήθως μια επαναλαμβανόμενη νουθεσία. Ρωτούν και ξαναρωτούν γιατί φορώ μόνο μαύρα ενώ υπάρχουν τόσα χρώματα και τόσα σχέδια. Στο τέλος συμβιβάζονται με την εικόνα μου και τα μαύρα μου ρούχα. Κι όταν τυχαίνει κάπου κάπου να φορώ μιαν απόχρωση του μαύρου ή ένα πιο ανοιχτό χρώμα, αμέσως το σχολιάζουν και το παρατηρούν. Και μάλιστα με ψέγουν για την ενδυματολογική μου παρέκκλιση. Και φαίνεται κάπως σα να τους έχω προδώσει. Σα να βάζω νερό στο κρασί μου. Και σα να γλιστρά λίγο λίγο ο χαρακτήρας μου σε κακοτοπιές και συμβιβασμούς. Σα να μουτζουρώνω την πρώτη εικόνα που είχαν για μένα και σαν να μπασταρδεύω κάπως ύπουλα το παλιομοδίτικο και αναχρονιστικό μου στυλ, που με χαρακτηρίζει και με ταξινομεί στο αρχείο: Άνθρωποι με μαύρα ρούχα.

Διαλεκτική του πυρός

diale

Η φωτιά έφτασε στα σπίτια μας.
Κι όταν η φωτιά θα κάψει τα σπίτια μας
εμείς θα τα χτίσουμε ξανά.
Αλλά τα νέα σπίτια που θα χτίσουμε
θα είναι φτιαγμένα από φωτιά.
Για να μη μπορεί πια να τα κάψει
καμιά φωτιά. Για να μη χρειαστεί
να χτίσουμε ξανά τα καμένα μας σπίτια.
Για να νικήσουμε τη φωτιά με φωτιά
θα πρέπει να μάθουμε τη γλώσσα της.
Να γίνουμε φωτιά.

Κέτσαπ

ketsap

Η κατανάλωση έφερε μια ποίηση της διακόσμησης σε όλες τις τέχνες και σε όλα τα στερνά παραληρήματα κάθε πονεμένης τρέλας. Ο αχός της ζωής και η παρατήρηση δέθηκαν στο άρμα μιας αστικής φαντασίωσης που κυλίστηκε στον άγριο βούρκο του οικονομισμού. Η τέχνη έγινε στυγνή διακόσμηση ίσα ίσα για να ανακουφίσει την επική ανθρώπινη αποτυχία. Για να παρηγορήσει ξενέρωτες υπάρξεις που αγοράζουν τη σοφία με λεφτά και τη μεταποιούν σε δεξιότητες που θα μεσιτεύσουν καλλίτερα την εργατική τους δύναμη. Ένα παζάρι δεξιοτήτων έρχεται να σκεπάσει την επαφή με τη φύση και τα πράγματα, τη λοξή ματιά και το αναρχικό κέφι της ύπαρξης που χώρεσε δουλικά στο διαμέρισμα, στο μαγαζί, στο γραφείο. Πλάσματα ανάμεσα σε οδοντόπαστες και υπερβόμβες βυθού. Μοιρασμένα ανάμεσα στη χαζοχαρούμενη έκσταση και στην παρδαλή κατάθλιψη, χαμένα ανάμεσα σε ψηφιακά μπάζα και σε μεταφυσικούς ερωτιδείς που ψάχνουν έρωτα χωρίς άγγιγμα και χάδι μέσω μιας αυνανιστικής οικόσιτης δικτύωσης. Το πάλεμα στα μαρμαρένια αλώνια έγινε κωλοτρίψιμο σχολίων στο φέισμπουκ και η καυλωτική Υψικάμινος του Εμπειρίκου έγινε υπόθεση ραχιτικών γραφειοκρατών της ποίησης. Φαντάσματα, καρκίνοι, ανεργίες ήρθαν και μαγάρισαν το αεράκι που φυσούσε στα μυθικά λιβάδια. Οι κότες, τα γουρούνια, οι κατσίκες μπήκαν στον κύκλο της παραγωγής και οι σπόροι απέκτησαν προστάτες και χορηγούς. Όταν η τέχνη παύει να είναι επαναστατική είναι σαν ξαναζεσταμένο φαγητό. Πουλιέται κι αγοράζεται κι αυτή όπως ο παραγωγός της. Αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία με όρους μέλλοντος και στηρίζει τους κατσαπλιάδες ειδικούς που μηχανεύονται κάθε απίθανη αυταπάτη για να πείσουν τους υποτελείς πως η υποτέλειά τους είναι φυσικό φαινόμενο. Και πως πρέπει να τη διαχειριστείς συστημικά. Με παπά και κουμπάρο, με ραμαζάνια, ορθοδοξίες και γλείψιμο.