ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Ιουλίου, 2013

Πιστόλια

πιστολια

Υπάρχει ευλάβεια και στα πιο σιχαμένα όντα. Μια ευλάβεια αναπνοής. Ένας μονίμως άγρυπνος καλλιτέχνης μέσα σε κάθε σάρκα. Ένας άγρυπνος ατομισμός που περιφρουρεί το μέγα Tίποτε του βίου και το μέγα Ποτέ Ξανά της αιωνιότητας.

Εύρος πεδίου

popart1pic

Η ποίηση ορίζει ένα πεδίο γοητείας. Εκεί όπου τα πράγματα μοιάζουν ζωντανά αλλά δεν κινούνται. Μια σπορά από ατελείς παρουσίες και ατελείς θανάτους. Λόγος θρυμματισμένος, μυστικός, δια παντός στρατευμένος σ’ έναν συμπαντικό ερωτισμό. Δια παντός άσπιλος, αφού σπιλώνει βεβαιότητες. Αφού ιδρύει κατηχητικά ανυπακοής κι εξασφαλίζει την παντοδυναμία του ως που να σβήσει κι ο τελευταίος ήλιος.

Οι κίνδυνοι με την ποίηση

oi kindinoi

Είμαι μόνος εγώ και τα χάδια μου
όχι τόσο εκκεντρικός όσο καυλωμένος
όχι τόσο μάστορας όσο ζοφερός.
Ψαχουλεύω το ψηφιακό μουνί της ανθρωπότητας
τη νύχτα τον ήλιο και το φεγγάρι.
Δεν αγοράζω και δεν πουλάω. Ψάχνω
αντίστροφα μηνύματα στην ποίηση. Σμίγω
τους άγρυπνους φαλλούς, τη δροσιά
στο πάνω χείλος της, τον πικρό βάλτο
της μασχάλης της, την ολισθηρή λίμνη
της κοιλιάς της, τον ιδρώτα των ποδιών της.
Μέσα στο κυβιστικό μείγμα από σκοτάδι και φως,
η ποίηση με περιμένει, σχεδόν κατουρημένη
και σχεδόν υγρή. Περιμένει να χύσω
κάτι σαν ποτάμι στα καυτά σωθικά της.
Χωρίς προφυλαχτικά και χωρίς φόβο για μικρόβια.
Αφού, οι κίνδυνοι με την ποίηση, είναι πάντα
μακροσκοπικοί, ακαθόριστοι και τεράστιοι.

Ζήτω το έθνος!

eunow

Το έθνος είναι το μαξιλαράκι του ατροφικού ψυχισμού ενός λαού που σιτίζεται με αυταπάτες. Το έθνος περιβάλλεται από άλλα έθνη που βιώνονται κι αυτά ως μοναδικά. Το εθνικό κράτος έρχεται να υπερασπιστεί αυτό τον έρωτα του έθνους για τον εαυτό του. Συνθέτει ένα πλαστό αταξικό συναίσθημα και το προβάλει στην προοπτική της αιωνιότητας. Ο φουκαράς ως που να πεθάνει θα υπηρετεί με ζήλο αυτή την πλήρως αποκομμένη απ’ τα συμφέροντά του ιδέα. Μια ιδέα ληθαργική που απορρέει από έναν ευτράπελο καταναγκασμό. Από μιαν αισθητική φουστανέλας και τσαντόρ. Από ύμνους και σπαραξικάρδια γλυκόλογα. Από μια μέριμνα περιφρούρησης κάθε προγονικής μαλακίας. Από ραψωδούς, ιστορικούς και τελώνες που διαχειρίζονται τη μυθική διήγηση κάθε προοπτικής. Ένα καζάνι συλλογικών μύθων που χοχλάζει μπροστά στο Φαντασιακό θεό. Μπροστά στα αφόρητα μεγαλεία που καταλύουν βιαίως κάθε απόπειρα συνύπαρξης. Όσο θα υπάρχουν έθνη θα υπάρχει και βαθύς ρατσισμός. Μοιραία, η πλαστή ιστορικότητα που καθορίζεται πάντα απ’ τους νικητές, θα οδηγεί τους νικημένους στον πάτο του πηγαδιού. Απ’ τις αποικίες των ευρωπαίων που καταγάμησαν φιλήσυχους λαούς μέχρι τις αγορές της πλαστικής αποκοίμισης, το έθνος είναι το κυρίαρχο διακύβευμα. Ο πλάστης κάθε αντίφασης που συναιρείται στα πεδία των μαχών. Ο λειτουργός που προσδοκά μέσα απ’ όλους τους μαιάνδρους της ανθρώπινης ιστορίας, την κυριαρχία. Το ισχυρό έθνος είναι η ισχυρή άρχουσα τάξη ενός λαού που θυσιάστηκε γυρεύοντας πεισματικά αρχηγικό ρόλο μέσα στην αρένα των εθνών. Ενός λαού που μαγαρίστηκε απ’ τον πλούτο και τα λάφυρα. Όλα τα βιβλία ιστορίας όλων των εθνών είναι μπουκωμένα με ένδοξες σελίδες και μακρόσυρτες ηρωικές κραυγές. Τα ολοκαυτώματα, τα κομμένα κεφάλια, οι διαμελισμένοι και οι τρελοί είναι περασμένοι στα περιθώρια, παρατημένοι εκεί σαν τα απόβλητα της υγιεινής του πολέμου. Αμέτρητοι στρατιώτες μέσα στην περιοχή των σκιών. Χωνεμένοι για πάντα στη χαβούζα της λαιμαργίας του Κυρίου. Πρωταγωνιστές στην ηδονική κορύφωση της σφαγής. Με πρόσχημα ασυνάρτητες άυλες μπούρδες, ο κυρίαρχος στέλνει τα πρόβατα στα τσιγκέλια. Για το Χριστό, το Μωάμεθ και την τιμή της αδερφής. Για τον ένδοξο αρχαίο σαματά, σημαιοστολισμένο από προγονικές μπαρούφες. Μια στρατιά τραμπούκων, ξαφρισμένη απ’ όλες τις τάξεις περιφρουρεί μεγαλοπρεπώς την ιδέα του έθνους. Στα σχολικά βιβλία, στις τράπεζες, στην οικονομία. Ακόμα και στον έρωτα. Ένας ακραίος φυλετικός παροξυσμός τροφοδοτεί αδιάλειπτα τα μειράκια του έθνους. Μια σκοτεινή νύχτα φωτίζει την επόμενη νύχτα. Ένας επονείδιστος εκβιασμός. Άνθρωποι καλοταϊσμένοι φόβο, αυτοαναιρούνται. Καυλωμένα σαρκία που γίνονται πεζοναύτες. Υπάρξεις αποκομμένες από οποιαδήποτε υγιή κοινωνικότατα. Πιστοί, χωνεμένοι μέσα στον κυκεώνα της εθνικής φυλλωσιάς, προορισμένοι για αναπαραγωγή άλλων πιστών που θα εκπληρώσουν τις ίδιες θλιβερές αξίες. Το έθνος παιανίζει τη μουσική των μαζών και των πληβείων. Είναι η τέλεια ευτέλεια της ανθρώπινης ύπαρξης προστατευμένη από ηθικολογία. Ένας μηχανισμός ανοιχτός σε όλα τα ξεσπάσματα των ομαδικών υποκειμενικοτήτων. Όταν ο ένας επιβουλεύεται την ελευθερία του άλλου, όταν ο εργοδότης ρουφά το ζωτικό μεδούλι του εργάτη, τότε παράγεται μια αισχρότητα εξίσου σημαντική μ’ αυτήν που έχουμε στο Σάντ, τη στιγμή που ο παπάς σοδομίζει έναν διάνο. Έχουμε τη δημιουργία ενός πεδίου που περιφρουρεί αυτή την αισχρότητα και την διαχειρίζεται με όρους κοινωνικής ειρήνης και εθνικού συμφέροντος. Το έθνος έχει δυο πόλους. Ο ένας είναι στραμμένος στο εσωτερικό και περιφρουρεί το μαρμαρωμένο, βαλσαμωμένο και ασάλευτο παρελθόν και ο άλλος είναι στραμμένος στο εξωτερικό, ανασκολοπίζοντας άλλα έθνη και εκμηδενίζοντας άλλους λαούς, προετοιμάζοντας το μέλλον του και το μέλλον τους. Το έθνος είναι η δεξαμενή της απόλυτης εγωιστικής ηχηρότητας. Είναι το κουβούκλιο της μέγιστης ναρκισσιστικής αντήχησης. Είναι η βουβή μήτρα μέσα στην οποία ταλαντεύονται οδυνηρά τα ανθρώπινα όντα, αποκομμένα απ’ τον ουσιαστικό προορισμό τους. Κλειδωμένα έξω απ’ το πετσί τους. Μαντρωμένα σε ράσα και στολές. Σε ντροπές και σε ντροπιαστικές θεωρίες. Μεταλλαγμένα απ’ τις κάθε λογής εξουσίες και χωνεμένα μέσα στην κοπριά της υπεραξίας που θα βλαστήσει αύριο τα νέα ζοφερά φυντάνια.  Το έθνος είναι η γελιοποίηση της ανθρώπινης ύπαρξης. Ένα βραχυκύκλωμα μεταξύ της ανάγκης και του καταναγκασμού. Ένα ατέλειωτο συρματόπλεγμα μπλεγμένο στις καρδούλες και στα κορμάκια. Μια συνταγματικά κατοχυρωμένη διαστροφή. Μιαν υπαρξιακή απρέπεια.  

Άνθρωποι με μαύρα ρούχα

mayra

Δεν υπάρχει πλέον μόδα. Μόδα σήμερα είναι η έλλειψη στυλ. Αν διαθέτεις κάποιο στυλ είσαι αναχρονιστικός και παλαιομοδίτικης. Όπως εγώ για παράδειγμα, που φοράω χρόνια τώρα μαύρα ρούχα. Από ευκολία ή από κάτι απροσδιόριστο, ίσως και ανερμήνευτο παιδικό τραύμα. Βεβαίως η πρώτη αντίδραση όσων συνειδητοποιούν γύρω μου πως φοράω διαρκώς μαύρα, είναι να με ρωτήσουν αν έχω πένθος. Η δεύτερη αντίδραση είναι συνήθως μια επαναλαμβανόμενη νουθεσία. Ρωτούν και ξαναρωτούν γιατί φορώ μόνο μαύρα ενώ υπάρχουν τόσα χρώματα και τόσα σχέδια. Στο τέλος συμβιβάζονται με την εικόνα μου και τα μαύρα μου ρούχα. Κι όταν τυχαίνει κάπου κάπου να φορώ μιαν απόχρωση του μαύρου ή ένα πιο ανοιχτό χρώμα, αμέσως το σχολιάζουν και το παρατηρούν. Και μάλιστα με ψέγουν για την ενδυματολογική μου παρέκκλιση. Και φαίνεται κάπως σα να τους έχω προδώσει. Σα να βάζω νερό στο κρασί μου. Και σα να γλιστρά λίγο λίγο ο χαρακτήρας μου σε κακοτοπιές και συμβιβασμούς. Σα να μουτζουρώνω την πρώτη εικόνα που είχαν για μένα και σαν να μπασταρδεύω κάπως ύπουλα το παλιομοδίτικο και αναχρονιστικό μου στυλ, που με χαρακτηρίζει και με ταξινομεί στο αρχείο: Άνθρωποι με μαύρα ρούχα.

Διαλεκτική του πυρός

diale

Η φωτιά έφτασε στα σπίτια μας.
Κι όταν η φωτιά θα κάψει τα σπίτια μας
εμείς θα τα χτίσουμε ξανά.
Αλλά τα νέα σπίτια που θα χτίσουμε
θα είναι φτιαγμένα από φωτιά.
Για να μη μπορεί πια να τα κάψει
καμιά φωτιά. Για να μη χρειαστεί
να χτίσουμε ξανά τα καμένα μας σπίτια.
Για να νικήσουμε τη φωτιά με φωτιά
θα πρέπει να μάθουμε τη γλώσσα της.
Να γίνουμε φωτιά.

Κέτσαπ

ketsap

Η κατανάλωση έφερε μια ποίηση της διακόσμησης σε όλες τις τέχνες και σε όλα τα στερνά παραληρήματα κάθε πονεμένης τρέλας. Ο αχός της ζωής και η παρατήρηση δέθηκαν στο άρμα μιας αστικής φαντασίωσης που κυλίστηκε στον άγριο βούρκο του οικονομισμού. Η τέχνη έγινε στυγνή διακόσμηση ίσα ίσα για να ανακουφίσει την επική ανθρώπινη αποτυχία. Για να παρηγορήσει ξενέρωτες υπάρξεις που αγοράζουν τη σοφία με λεφτά και τη μεταποιούν σε δεξιότητες που θα μεσιτεύσουν καλλίτερα την εργατική τους δύναμη. Ένα παζάρι δεξιοτήτων έρχεται να σκεπάσει την επαφή με τη φύση και τα πράγματα, τη λοξή ματιά και το αναρχικό κέφι της ύπαρξης που χώρεσε δουλικά στο διαμέρισμα, στο μαγαζί, στο γραφείο. Πλάσματα ανάμεσα σε οδοντόπαστες και υπερβόμβες βυθού. Μοιρασμένα ανάμεσα στη χαζοχαρούμενη έκσταση και στην παρδαλή κατάθλιψη, χαμένα ανάμεσα σε ψηφιακά μπάζα και σε μεταφυσικούς ερωτιδείς που ψάχνουν έρωτα χωρίς άγγιγμα και χάδι μέσω μιας αυνανιστικής οικόσιτης δικτύωσης. Το πάλεμα στα μαρμαρένια αλώνια έγινε κωλοτρίψιμο σχολίων στο φέισμπουκ και η καυλωτική Υψικάμινος του Εμπειρίκου έγινε υπόθεση ραχιτικών γραφειοκρατών της ποίησης. Φαντάσματα, καρκίνοι, ανεργίες ήρθαν και μαγάρισαν το αεράκι που φυσούσε στα μυθικά λιβάδια. Οι κότες, τα γουρούνια, οι κατσίκες μπήκαν στον κύκλο της παραγωγής και οι σπόροι απέκτησαν προστάτες και χορηγούς. Όταν η τέχνη παύει να είναι επαναστατική είναι σαν ξαναζεσταμένο φαγητό. Πουλιέται κι αγοράζεται κι αυτή όπως ο παραγωγός της. Αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία με όρους μέλλοντος και στηρίζει τους κατσαπλιάδες ειδικούς που μηχανεύονται κάθε απίθανη αυταπάτη για να πείσουν τους υποτελείς πως η υποτέλειά τους είναι φυσικό φαινόμενο. Και πως πρέπει να τη διαχειριστείς συστημικά. Με παπά και κουμπάρο, με ραμαζάνια, ορθοδοξίες και γλείψιμο.

Περίπτωση Κώστα Σακκά: μια υποσημείωση στα περιθώρια της ιστορίας

ypo

Η περίπτωση Σακκά είναι μια ακόμα ηθική μπλόφα του μηχανισμού καταστολής. Μια βουβή υπόθεση χρόνων μνημονίου και κοινωνικού αυτοματισμού. Ο Σακκάς είναι καταχωνιασμένος εδώ και τριάντα μήνες σ’ ένα μπουντρούμι και περιμένει να δικαστεί. Περιμένει έστω μια στημένη δίκη στην οποία θα μπορέσει να αρθρώσει το λόγο του και να παρουσιάσει τις απόψεις του. Περιμένει να βρει το δίκιο του ή να μάθει πως το δίκιο που περιμένει, εδώ, βαφτίζεται άδικο και πληρώνεται ακριβά. Ο Σακκάς οδηγήθηκε εσχάτως στην απεργία πείνας και στο ψυχορράγημα γιατί δεν είχε άλλη επιλογή. Γιατί πρέπει να ακουστεί και να διαλαλήσει τα τρία χρόνια του εγκλεισμού του χωρίς δίκη, αλλά και την πρόθεσή του να υπερασπιστεί τις όποιες επιλογές του, μπροστά στον κρατικό Ιαβέρη που τον χρησιμοποιεί ως πιόνι στην κοινωνική σκακιέρα των συγκρούσεων. Ο Σακκάς δήλωσε και δηλώνει αναρχικός. Πολέμιος του Κράτους και της τάξης που διαχειρίζεται κομβικά τις ζωές μας. Την εργασία, την υγεία, την εκπαίδευση, το δημόσιο χώρο, τον πολιτισμό. Ο Σακκάς αντιπροσωπεύει για τους κρατούντες την πάλλουσα νεανική ορμή που δεν δέχεται την εκμετάλλευση και δεν συμβιβάζεται με το υποκατάστατο ζωής που πλασάρει ο σπαρακτικά ανθρωποφαγικός ιμπεριαλισμός. Έχει το δέρμα, τα χείλη και τα μάτια των νεολαίων που πατικώνει ο ανταγωνισμός και ο κερδοσκοπικός οίστρος του κεφαλαίου. Έχει την καύλα να αλλάξει τον κόσμο, όχι από παραξενιά και υπερβάλλον ακτιβισμό, αλλά ως χρέος στον εαυτό του, στους συντρόφους του, αλλά και στους αδύναμους που περιφέρονται δίπλα του και δίπλα μας σα σκιές, παραδομένοι στα χέρια του ευσπλαχνικού παπαδαριού και των μη κυβερνητικών του οργανισμών. Ο Σακκάς είναι η εύκολη λεία αφού δεν κρύφτηκε στο Σύριζα αμολώντας επαναστατικές πορδές μέσα στο κοινοβουλευτικό σελοφάν. Ο Σακκάς είναι προορισμένος απ’ το σύστημα να λειτουργεί εκφοβιστικά για όσους σκέφτονται σαν κι αυτόν. Να ντροπιάζεται και να εξευτελίζεται απ’ τα καθεστωτικά μέσα που χορδίζουν τις μικροαστικές αυταπάτες και λοιδορούν κάθε ζωτική ικμάδα. Το αλυσόδεμα της ζωής του Σακκά και ο εγκλεισμός του είναι το αλυσόδεμα χιλιάδων υπάρξεων στο κατάρτι της ανάπτυξης και της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Είναι το προανάκρουσμα της βίαιης καταστολής κάθε επαναστατικής πράξης, που έχει στο κέντρο της την ανατροπή της οικονομίας της αγοράς και την ανάδειξη του ιστορικού ρόλου της τάξης που υφίσταται σήμερα την πιο βάρβαρη εκμετάλλευση. Ο Σακκάς δεν σπούδασε στο Γέιλ οικονομικά και ξεπάστρεμα λαών. Δεν λογαριάζει με λογιστικό μολύβι τις ανθρώπινες ανάγκες, πετώντας όσους περισσεύουν απ’ την ανθρωποφαγική ανάπτυξη στον καιάδα του κοινωνικού περιθωρίου. Ο Σακκάς δεν υπήρξε πορτιέρης κάποιας αστικής ιδεολογίας, ούτε γορίλας της Χρυσαυγής με επιτελικό ρόλο εκκαθάρισης ανθρώπινων υπάρξεων που ο πολιτικός ορθός αμοραλισμός βάφτισε λαθραίες. Ο Σακκάς δεν βούλιαξε στην κόκα χορεύοντας τράνς στη Μύκονο η στο Κωσταλέξη της μικροαστικής ενδοχώρας, αλλά, κάθε φορά που έβλεπε στα παράλια της Εύβοιας πνιγμένα γυναικόπαιδα που ξέβραζαν τα δουλεμπορικά, έβγαζε και μια κραυγή, έριχνε και μια χριστοπαναγία, έγραφε κι ένα σύνθημα, αφύπνιζε συνειδήσεις. Ο Σακκάς δεν είναι ούτε ήρωας, ούτε οσιομάρτυρας. Είναι ένας αιχμάλωτος που του αρνούνται τη δίκη. Είναι ένας πολιτικός κρατούμενος στα κελιά που χτίστηκαν με δημοκρατικά φράγκα. Είναι ένα παιδί που θέλει να ζήσει, να φάει, να ερωτευτεί και να κοιμηθεί χωρίς το δεσμοφύλακα στο προσκεφάλι του και χωρίς τη μπότα του πονηρού γραφειοκράτη και του στρατηγού της καταστολής, που τον πατάει στο λαιμό, στερώντας του τον αέρα της ελευθερίας και το νεράκι μιας δροσερής πηγής.

Ακμή

akmi

Διαβάζω εντιτόριαλ από νέα, πολλά υποσχόμενα, περιοδικά και παθαίνω κάτι γλωσσικές κράμπες και με πιάνει ένας ίλιγγος αγγλοσαξονικός και προβληματίζομαι σφόδρα απ’ την κρίση που πιπιλίζεται ως καραμελίτσα γίγας. Διαβάζω δοκίμια και κόντρα κριτικές απόκρυφων χρυσοπληρωμένων συλλογών που τυπώνονται περισσότερο ως διαβατήρια για να μπει ο φιλομαθής νέος κάτοχός τους στην χώρα των ποιητών και να ροβολήσει εις τις βαθύσκιωτες ακρώρειες του Παρνασσού . Στα συμπόσια και στους Ιανούς και στες στοές του βιβλίου και στα μπαράκια όπου απαγγέλλεται ιεραποστολικά ο αφροδίσιος λόγος του κάθε πικραμένου ποιητού και υποψήφιου νομπελίστα ή γκόμενου γηραιάς ποιήτριας που είναι στα μέσα και στα έξω. Η ποίηση μοιάζει με ημερολόγιο ανθρώπων κάποιου ασύλου που βγήκαν με τριήμερη για ν’ απαγγείλουν στα απαγγελτήρια και να φιληθούν από χείλη μουδιασμένα από βότκα και νερό της φωτιάς. Μιαν αυτιστική στιχοποιία με ακαριαίες λογοκλοπές ώστε να καλυφτεί η κακογραφία. Ποιητικές φιοριτούρες με μια παλαιάς κοπής εξυπναδίστικη συντηρητική σοφία. Και μια μιλιά ξένη, αλλότρια, ρούχο άλλης περιφέρειας και αλλουνού καθολικού παπά ευαγγέλιο. Παίδες που διεκδικούν εξουσία στο απειροελάχιστο κομμάτι της εκδοτικής πίττας. Νεοσσοί με βαρβάτα βιογραφικά και κατάρτιση συναγελάζονται με παλαιές φίρμες της ποίησης της ήττας. Μια τρέντι κοσμιότητα που αντιμετωπίζει τα κοινωνικά ερείπια ως φυσική καταστροφή. Που διακοσμεί το χαρτοπολτό με βαρεμάρα.   

Αλήθεια, θηλυκή θηλιά

ali

Θα χρειαστεί πολλά φιλιά
η αλήθεια για να την κάνεις
δικιά σου και τα χείλη της
θα’ ναι πικρά όταν θα βγαίνει
απ’ το σκληρό όνειρο και θα
ρεμβάζει δύσκαμπτη στριφνή
περίπλοκη τεθλασμένη όλο
αγκαλιές ονειροκρίτες ωσαννά
πολεμόχαρη στο κομοδίνο στο
τηλέφωνο γυμνόστηθη μπροστά
στο σερβιτόρο οργασμό μπροστά
στην πρόωρη εκσπερμάτωση της
αυτόματης γραφής κλειδωμένη
σε τουαλέτες σε πίσω καθίσματα
αυτοκινήτου ξεχασμένη στα
συρτάρια μπερδεμένη στα δάχτυλα
καμουφλαρισμένη δίπλα στις
οδοντόβουρτσες δίπλα στο ιώδιο
και στα τσιρότα και στο κονιάκ
η αλήθεια με τα πέλματα τα πόδια
και τις γάμπες της η αλήθεια με τα
κωλομέρια της και τα ζουμιά της
και το αίμα στις φλέβες της και το
μελωμένο της αιδοίο η αλήθεια που
περνάει στο δρόμο που κάθεται στο
παγκάκι και διαβάζει που κολυμπά
στη θάλασσα που κάνει προσθέσεις
αφαιρέσεις πράξεις ερωτικές με το
μυαλό η αλήθεια που ιδρώνει
τη φανέλα της που βγάζει το βρακί της
που ξυρίζει τη μασχάλη της η αλήθεια
που οργιάζει που βγάζει γλώσσα
που δίνει γλωσσόφιλα η αλήθεια
των σκεπτικιστών η αλήθεια των
μυστικιστών η αλήθεια των φορμαλιστών
και η αλήθεια των κάμπων και η αλήθεια
της γύμνιας σου που με κακόμαθε
και φλυαρώ και δαψιλεύω λυρισμό
στους έρωτες που πέρασαν και
στους έρωτες που φτάνουν στους έρωτες
που θα με βρουν μέσα στις λέξεις και
στους έρωτες που θα με βρουν στο χάρτη
σκορπισμένο σε λίμνες θάλασσες ποτάμια
ρεματιές μακριά από λύπες τύχες και
φτυαριές του νεκροθάφτη.

Sweet movie

SweetMovie06Choco

Αγαπούλα που κολυμπάς στη ζεστή
σοκολάτα του Μακαβέγιεφ αφού, οι
εταίρες δε φορούν ποτέ νυχτικό
αλλά ίπτανται ολέθρια γυμνές σε
θέλω όπως όλες τις εποχές γδυτή
και ρωμαλέα πρακτικά έτοιμη για
λυρικό ξέσπασμα. Μην ανακατεύεσαι
με την επιστήμη. Ο ελεύθερος στίχος
που σου γράφω είναι εύκολος και
δηλωτικός της γεύσης σου που την
κρατώ στη μνήμη ως φυλαχτό και
ο ελεύθερός μου στίχος είναι δευτέρας
διαλογής σαν ιταλικό πλακάκι κι είναι
το προσχέδιο του μεγάλου ποιήματος
που δεν έχει γραφτεί ακόμα αφού, δεν
έχει πέσει πλήρης φαιά καταχνιά.

Κατηχητικό

katixiti

Κορίτσια ανακαλύψτε την κλειτορίδα σας
κι εσείς αγόρια ανακαλύψτε την κλειτορίδα
των κοριτσιών. Ανακαλύψτε την Αμερική
όπως ο Χριστόφορος Κολόμβος. Ανακαλύψτε
την τυπογραφία όπως ο Γουτεμβέργιος.
Ανακαλύψτε τη σωτηρία της ανθρωπότητας.
Για να διάγετε βίον χαρισάμενον θα πρέπει
να ψάξετε, να χαϊδευτείτε. Να χιμήξετε και
να κατασπαράξετε. Με τη γλώσσα και τα
δάχτυλα και το μυαλό. Με το σάλιο τον
ιδρώτα την ανυπακοή. Θα πρέπει να σβήσετε
ότι έχει γραφτεί. Φαρμακώστε την εγκράτεια.
Μη στέκεστε στην ουρά. Μην κάθεστε προσοχή.
Μην κάνετε τετράδες. Ανακαλύψτε τον κούκο.
Τις νυχτερίδες. Το αηδόνι. Ανακαλύψτε τα
εγκόσμια. Είστε οι πρωτόπλαστοι. Αμαρτήστε.
Είστε η αναπνοή του ενός πάνω στον άλλο.
Είστε το όλον. Ανακαλύψτε τον ουρανό και τη
γλύκα. Ηδονικά ξεσχίζοντας ο ένας τον άλλον.
Σκάψτε στα αδαμαντωρυχεία της νεότητας.
Τους πονηρούς ωρολογοποιούς απορυθμίστε.

Ερωτήματα

 gim

Τι δουλειά έχουν οι σοφοί πάνω απ’ τη γύμνια; Ποιο κατεστημένο της προσφέρει τα χάπια του και πια λουλουδού υπεραξία το άρωμά της; Ποια ωροσκόπια τη μπολιάζουν με προφητείες και ποιοι διαφημιστές τη γδύνουν και της κάνουν ηλεκτροσόκ και τη μαγαρίζουν με σταυρουδάκια και χρυσάφι; Ποια παπαδίστικη αλαζονεία τη συμπονεί και της περνάει χαλκά στο μουνί και της φυτεύει κότσο και καταστολή υγρών; Ποιοι μάγκες τη διεκδικούν επί πληρωμή και τη γαμούν με τα λεφτά τους; Ποιοι της ρίχνουν χώμα και θάνατο στα μάτια; Ποιοι την ηλεκτρίζουν και τη ρουφάνε και της βάζουν δάχτυλο; Ποιοι την στουμπώνουν  στα νοικοκυριά και ποιοι την οδηγούν στον ευυπόληπτο γυναικολόγο για έκτρωση; Ποιοι τη λογοκρίνουν και ποιοι την απαγορεύουν; Ποιοι την ανθολογούν με πληρωμένες καταχωρήσεις και της ρετουσάρουν το τρίχωμα και τις ρυτίδες; Ποιοι τη φοβούνται και ποιοι την ασπάζονται; Ποιοι της ξυρίζουν το κεφάλι και την χουφτώνουν στα ψυχιατρεία; Ποιοι της μαγειρεύουν αμαρτίες και αφροδίσια; Ποιους εμπνέει και ποιους ανατριχιάζει; Ποιος Κύριος την κυριεύει και ποια αμηχανία την παζαρεύει; Ποιος πονηρός την ξηλώνει απ’ το δέρμα του και ποιος στρατηγός την καρφιτσώνει στα σιρίτια του; Ποιος διάολος διαολίζεται με τους γρίφους της και ποια γέφυρα καταρρέει απ’ τους στεναγμούς της; Ποια χέρια την περιθάλπουν και ποιός ήλιος τη βατεύει; Ποια θάλασσα τη στολίζει αλατάκι και φύκια; Ποια γλώσσα της παραστέκεται και ποιο λαθραίο λάλον ύδωρ της τραγουδά τον ήδη σεσημασμένο ερωτισμό της; Ποιός την κυβερνά και ποιός της γράφει ποιήματα και ποιος της δίνει δαιμονισμένα φιλιά και ποιος την έχει στο κρεβάτι του εικόνισμα και τη βλέπει στον ύπνο και στον ξύπνο του να φαρμακώνει την εγκόσμια λήθη των θνητών;