Η μπαλάντα της ταξιθέτριας

όλο σιωπή, μαύρο σκοτάδι

κάτι ποιήματα με ακόντια και περικεφαλαίες

κάθε κορμί έχει τη μήτρα του

μα εγώ είμαι έρμο κι ορφανό

σαν στόρι παραθύρου

σαν βιολοντσέλο αρχαϊκό

ένα ιλαρό κόκκινο χρώμα.

Τι σκοτεινό το στήθος σου

γλυκιά μου ταξιθέτρια

που εμούδιασαν

όλα τα υπερώα

τι αντίχειρ εραστής

τι Δέλτα ανάμεσα μηρών

στέμμα των δεσποτάδων

για να διαβεί όσο πάει το μάτι

ο φαλλός

για να δοξάσει τα λιοστάσια

ο μαύρος τράγος

βαρώντας μ’ άγριες χτυπιές

το τρυφερό το άπειρο της νύχτας

βαρώντας με γαμήλιες αστραπές

τ’ απέραντο σκοτάδι.

Ω! ταξιθέτρια γλυκιά

πως μας καταβροχθίζεις

Ω! το εξπρές του οργασμού

καθώς γλιστρά στο τούνελ σου

μας ρίχνει στο βαθύ φαράγγι του θανάτου

μας βγάζει ως κάτω εκεί που γεννηθήκαμε.

Η αγία συρταριέρα

φέρτε μου τα σκυλιά, φέρτε μου τους αγγέλους

όλα βυθίζονται, όλα καρατομούνται

καθώς τα έλκει ο γκρεμός, καθώς σα το κογχύλι

στάζουνε τα χείλη της Αβύσσου

όπως δοξαστικά χτυπούνε τις φτερούγες τους

όπως σφαδάζουν τα κορμιά

όπως του Σαλβαδόρ η Αφροδίτη

της ηδονής η αγία συρταριέρα

χωρά πετσιά και τάματα

και τα λυγρά ψηφιδωτά, τις αστραπές

τη φούγκα του θανάτου

χωρά το σπέρμα την κραυγή

τις αφρισμένες χαίτες

τις μυρουδιές απ’ τα χαμάμ

τις μύγες, τις πεινασμένες τις γραφές

που τις βυζαίνουν χείλη τρυφερά

τα φλογερά βυζιά που στρογγυλέψαν

ωσάν χελιδονοφωλιές

σαν Ήπειρος περίλαμπρη με ζοφερό κλαρίνο

Ω! έθνος σπάσε τους ανδριάντες σου

γκρέμισε τις αψίδες

μονάχα Θερμοπύλες των μηρών

μονάχα χνούδι

Αντώνης Αντωνάκος

Επιστολή στα κορίτσια που γράφουνε ποιήματα

πιαστείτε από μια λέξη, από ένα βλέμμα

πιαστείτε απ’ τις θηλές σας

τραβήξτε τις σα λάστιχο

κι αφήστε τις λίγο πριν εκραγούν

λίγο πριν σας τυφλώσουν τα κομμάτια τους

ράψτε κορίτσια στο τομάρι σας τους στίχους

σαν τα σκληρά ναρκωτικά

ανάμεσα σε σιωπηλά σκουλήκια κοιμηθείτε

συνδράμετε το χάος με χώμα της πατρίδας

ώσπου ν’ ανάψουν τα αίματα κορίτσια

ώσπου να τηγανίσετε τ’ αυγό

κι αφήστε το

το λάδι να τσιρίζει

στο τέλος του ποιήματος το μήνυμα θα λάμψει

το πάθος σας σα τον αφρό της μπύρας θα γλιστρήσει

μεσ’ το λαρύγγι του θεατή

σαν το αίμα που ανεβαίνει στο κεφάλι

σαν την ψωλή που ως ρομφαία αρχαγγέλου

με φοβερό αλαλαγμό

που ως ποτάμιο ρεύμα θα εισέλθει

τραγουδιστά στη θάλασσα

εις το Αιγαίο αιδοίον σας.

Αντώνης Αντωνάκος

Ο ήλιος

ο ήλιος μόλις πέρασε ανάμεσα απ’ τα πυκνά σφεντάμια

άρχοντας που αναρριχιέται τις πλαγιές

σαλπίζει τους σπασμούς των κοριτσιών

κι ο φαροφύλακας έχει μια παιδική καρδιά

έχει ένα πρόσωπο γυμνό στα ακρωτήρια

παραμονεύει τα πουλιά με τη σφεντόνα του

αλείφει το ψωμί με βούτυρο και μέλι

μετράει στα δάχτυλά του τις σκιές

ανοίγει με τα δόντια του κονσέρβες

και μεσ’ τη μνήμη του σαλεύει μια γυμνή

κι ο ήλιος από πάνω του να καίει.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

Τα άγρια συμπόσια

πεθύμησα τα άγρια συμπόσια

τις απολαύσεις που είχαν

φαί, κρασί, κουλτούρα, σεξ

πεθύμησα τα πλούσια εδέσματα

τα αλμυρά ορεκτικά τα νώγαλα

σταφύλι, ρόδια, κούμαρα

μούρα της Αλεξάνδρειας

σύκα ξερά, σταφίδες

που φέρνουν όνειρα γλυκά

πεθύμησα τις δυναμωτικές τροφές

για το αφροδίσιο σφρίγος

χταπόδια, σαλιγκάρια, αυγά

σούπα από πέρδικα

αυγοτάραχο και εξαίσιο ταραμά

ψητό κρεμμύδι και θυμάρι Υμηττού

ρίγανη της Τενέδου

ρεπάνι της Μαντίνειας

χέλια της Κωπαίδας ερίφια της Μήλου

κάρδαμο της Μιλήτου

της Σκιάθου κέφαλο και σμέρνα του Σικελικού

ψάρια από τον Ελλήσποντο και τεύτλα των Θηβών

στρείδια και γουρουνόπουλα από τις Συρακούσες

ροφό αιολικό δοντά σερβιρισμένο ολόκληρο

στα κάρβουνα ψημένο και Χιώτικο κρασί γλυκό

απ’ τους νοτιάδες που φυσούν την εποχή του τρύγου

πεθύμησα την υγρασία των λουτρών

τα δάφνινα στεφάνια

τις κούπες που υψώναμε κάνοντας ιερές σπονδές

στον Διόνυσο, στον Πάνα
πεθύμησα τους στίχους του Αρχίλοχου

μέσα σε κείνη την αχλή του μεθυσιού

τη λύρα τη λυτρωτική τ’ αθώα κροταλίσματα

του μυστικού τυμπάνου

πεθύμησα τα υγρά αγριομούνια

που για τα όργια των θνητών

μονάχα ήταν πλασμένα.

Αντώνης Αντωνάκος

Τα κουκούλια

Ανέβαινα στο φυλάκιο 178 στο ύψωμα Προφήτη Ηλία πάνω απ’ το Σουφλί. Ηταν μεσημέρι, κατακαλόκαιρο. Με είχαν στείλει κακήν κακώς στο χωριό για κούρεμα. Το απόγευμα είχαμε επιθεώρηση από τον διευθυντή του θρησκευτικού επιτελείου και κάποιος καραβανάς του πυροβολικού διαπίστωσε πως ήμουν ακούρευτος. Ο σβέρκος μου ήταν ιδρωμένος. Τρίχες είχαν κολλήσει σε όλο μου το κορμί. Δεν ήξερα τι μου έφταιγε. Αρχισα να ξύνομαι με μανία. Ο ανηφορικός δρόμος ήταν ένα μαρτύριο. Μεταφορικό μέσο δεν υπήρχε κι έτσι ανέβαινα με τα πόδια ασθμαίνοντας.

Στα τελευταία σπίτια υπήρχε ένα χαμηλό σπίτι. Τον πρώτο καιρό που είχα ανέβει με μετάθεση και ήμουν εξοδούχος είδα στο παράθυρο μια γριά. Στεκόταν η μισή πίσω απ’ το παντζούρι. Στο πρόσωπό της διαγράφονταν λουρίδες απ’ τις γρίλιες. Η γριά πρόσεξε τα τσιγάρα που κρατούσα και καθώς πλησίαζα, άπλωσε το χέρι. Με φωνή ξεψυχισμένη μου είπε: «Δώσε μου ένα τσιγάρο, έχω μέρες να καπνίσω».

Απέναντι υπήρχε ένα μικρό καφενείο. Ημουν σίγουρος ότι μας παρακολουθούσαν. Με κοιτούσαν με μισό μάτι, έτσι καθώς είχα σταθεί κάτω απ’ το παράθυρο κοιτάζοντας αποσβολωμένος τα κοκαλιάρικα χέρια της γριάς. Δεν ξέρω ακόμα τι φοβήθηκα, αλλά δεν της έδωσα τσιγάρο. Της χαμογέλασα μάλλον αμήχανα και συγκαταβατικά, όπως χαμογελάνε στα επισκεπτήρια στους αρρώστους. Από τότε, όταν περνούσα μπροστά από κείνο το σπίτι, έβλεπα πίσω απ’ τις γρίλιες τις κόρες των ματιών της να γυαλίζουν και τα χείλη της να τρεμοπαίζουν. Ημουν σίγουρος πως μ’ έβριζε. Περνούσα πάντα απ’ αυτό το σπίτι αρκετά φοβισμένος, γεμάτος ενοχές για τη συμπεριφορά μου.

Τη μέρα της επιθεώρησης όμως δε σκεφτόμουν τίποτε απ’ όλα αυτά. Ανέβαινα βαριανασαίνοντας, περισσότερο πικραμένος για τα καψώνια που μας κάνανε, βλέποντάς τα όλα τόσα μάταια και θλιβερά. Ξεχάστηκα κι έκατσα στο πεζούλι κάτω απ’ το παράθυρο της γριάς. Είχα λαχανιάσει τόσο που με πονούσαν τα πνευμόνια μου. Προσπαθούσα να φανταστώ κάτι ευχάριστο, μα οι κακές σκέψεις έρχονταν με περισσότερο ζήλο. Τα πόδια μου πονούσαν και το στόμα μου είχε στεγνώσει. Ούτε σάλιο δεν είχα για να βλαστημήσω την τύχη μου. Κάποια στιγμή βλέπω τη γριά να βγαίνει από την πίσω πόρτα του σπιτιού. Μέσα φαινόταν το κουζινάκι. Στα χέρια της κρατούσε ένα ποτήρι με νερό. Πλησίασε και μου το πρόσφερε δίχως να πει κουβέντα. Οση ώρα έπινα το νερό κοιτούσα χαμηλά. Δεν ήθελα να την κοιτάξω στα μάτια. Αυτή από πάνω μου κρατώντας τη μέση της, κοιτάζοντας με κάθε λεπτομέρεια τις κινήσεις μου. Καθώς τελείωσα το νερό, κάτι ψιθύρισε κάνοντάς μου νόημα να την ακολουθήσω στο εσωτερικό του σπιτιού. Δίστασα αλλά από ντροπή και μόνο τη συνόδευσα μες στο σπίτι. Θα ήταν ασυγχώρητο να κάνω την ίδια γκάφα για δεύτερη φορά. Στο κάτω κάτω μπορεί να χρειάζεται κάτι, σκέφτηκα. Γριά γυναίκα είναι. Ισως θέλει να τη βοηθήσω να σηκώσει κάτι βαρύ. Ισως να τις κάνω τίποτε ψώνια.

Προχωρήσαμε αρκετά αργά προς το εσωτερικό του σπιτιού. Διασχίσαμε την κουζίνα με το αναμμένο πετρογκάζ. Σ’ έναν τοίχο απέναντι υπήρχε φωτογραφία της Βουγιουκλάκη, μικρό κοριτσάκι διαφήμιζε τις πορτοκαλάδες ΕΨΑ. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε ένα βαζάκι ρίγανη. Το ανθοδοχείο ήταν γεμάτο μουχλιασμένο νερό μ’ ένα μπλε λουλούδι στην επιφάνεια. Το σπίτι είχε μια περίεργη βαριά αποφορά.

Γύρισε προς το μέρος μου και μου είπε: «θέλω να σου δείξω τα κουκούλια μου, γι’ αυτό σ’ έφερα μέχρι εδώ». Μιλούσε αργά, με μεγάλη δυσκολία. Ο λαιμός της ακουγόταν γδαρμένος.

Σ’ ένα δωμάτιο του σπιτιού υπήρχαν μαζεμένα κλαδιά λυγαριάς. Το πάτωμα ήταν γεμάτο αυτοσχέδιες ψάθες από κομμένα καλάμια. Οι ψάθες ήταν καλυμμένες με φύλλα μουριάς. Αρχισε να μου λέει τότε πώς βγαίνουν οι κάμπιες απ’ τα αυγά, με τι λαιμαργία τρώνε τα φύλλα της μουριάς, πώς ακούγονται τα βράδια να μασουλάνε. Επειτα μου είπε πώς σκαρφαλώνουν πάνω στα κλαδάκια κι εκεί υφαίνουν το κουκούλι γύρω τους. Κλείνονται εκεί μέσα, ώσπου να μεταμορφωθούν από κάμπια σε χρυσαλλίδα κι από χρυσαλλίδα σε έντομο. Μετά από είκοσι μέρες ανοίγει το κουκούλι και βγαίνει η πεταλούδα. Είναι βαριά και δεν μπορεί να πετάξει. Ζει μερικές μέρες μονάχα. Γεννάει τα αυγά της και πεθαίνει.

Περιέγραψε τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια. Βρήκε έπειτα ένα κομμένο τσιγάρο, το άναψε κι άρχισε να καπνίζει. Επιασε κουβέντα με τα φρέσκα κουκούλια. Γύρισε τότε προς το μέρος μου και μου είπε: «έχω παλιαρρώστια στο φάρυγγα, αλλά τι τα θες, έτσι και οι δικές μας ψυχές γίνονται πεταλούδες και θέλουν να πετάξουν, μα είναι τόσο φορτωμένες, τόσο τυραννισμένες που βαραίνουν απότομα και γκρεμίζονται». Εσκισε ένα χαρτί από εφημερίδα και μου τύλιξε μερικά άδεια κουκούλια. «Να τα πάρεις σπίτι σου για ενθύμιο», μου είπε.

Βγήκα απ’ το δωμάτιο κρατώντας στα χέρια μου τα τυλιγμένα κουκούλια. Εβγαλα απ’ την τσέπη το πακέτο με τα τσιγάρα και το απίθωσα στο μάρμαρο της κουζίνας. Δεν το πρόσεξε. Οταν απομακρύνθηκα αρκετά, γύρισα πίσω και την είδα στο παράθυρο να φουμάρει.

Εφτασα στο φυλάκιο χωρίς να το καταλάβω. Η ώρα είχε περάσει. Τα …καντήλια και οι βρισιές έδιναν κι έπαιρναν. Ετρεξα να βάλω τη φόρμα παραλλαγής, αφού πρώτα τοποθέτησα τα κουκούλια μέσα στον πολιτικό μου σάκο.

Ημασταν όλοι τόσο ιδρωμένοι που νόμιζες ότι βρωμάει ολόκληρη η περιοχή. Μας έστησαν για αρκετή ώρα μες στον ήλιο, κάνοντας οπλασκήσεις μέχρι την άφιξη του στρατηγού. Καθώς χτυπούσα την κάννη του όπλου στον ώμο μου, πονούσα φρικτά.

Ο στρατηγός ανέβαινε στο φυλάκιο εν πομπή συνοδευόμενος από δύο στρατιωτικά τζιπ.

Μόλις κατέβηκε διαπίστωσα με έκπληξη ότι φορούσε ράσα. Μου ήρθε περίεργο, στρατηγός με ράσα. Πλησίασε προς το μέρος μας. Ο αξιωματικός που έδινε τα παραγγέλματα μας έκανε νόημα να του φιλήσουμε το χέρι. Σκύψαμε και του φιλήσαμε το χέρι. Είχα να κάνω κάτι τέτοιο απ’ το Δημοτικό, όταν μας στριμώχνανε κάθε Παρασκευή πρωί στην εκκλησία. Ο στρατηγός μας χαιρέτησε εγκάρδια. Μας ρώτησε αν είμαστε ευχαριστημένοι, τον τόπο καταγωγής κι άλλα τέτοια. Φυσικά, όλοι βρεθήκαμε ευχαριστημένοι.

Κάποια στιγμή έστρεψε το βλέμμα του απέναντι στα βάθη της Τουρκίας. Βαριαναστέναξε και γυρίζοντας συγκινημένος προς το μέρος μας, είπε «έχουμε κι ένα καμπαναριό απέναντι μην το ξεχνάτε».

Τα χρώματα στα βάθη της Τουρκίας ήταν πορφυρά. Ο ήλιος άρχισε να δύει. Τα πρώτα χωριά απέναντι άναβαν τα φωτάκια τους. Εγώ σκεφτόμουν τη γριά πάνω απ’ τα κουκούλια της να καπνίζει και να τους μιλά. Στην πίσω ακριβώς σειρά ακούστηκε ένας εθελοντής απ’ την Κατερίνη να ψιθυρίζει «να πας στο διάολο τραγόπαπα και συ και το καμπαναριό σου».

Του Αντώνη ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ

Εφημερίδα Ριζοσπάστης

Γλώσσα και εξέγερση

 
Το ζήτημα της γλώσσας βρίσκεται στην καρδιά όλων των αγώνων μεταξύ των δυνάμεων που μάχονται να καταργήσουν την παρούσα αλλοτρίωση κι αυτών που προσπαθούν να την διατηρήσουν· είναι αδιαχώριστο από το συνολικό πεδίο αυτών των αγώνων. Ζούμε μέσα στη γλώσσα όπως μέσα στον μολυσμένο αέρα. Αντίθετα με ό,τι νομίζουν οι ευφυολόγοι, οι λέξεις δεν παίζουν. Κι ούτε κάνουν έρωτα, όπως νόμιζε ο Μπρετόν, παρά μόνο στα όνειρα. Οι λέξεις εργάζονται – για λογαριασμό της κυρίαρχης οργάνωσης της ζωής. Και παρ’ όλα αυτά δεν έχουν πλήρως αυτοματοποιηθεί· δυστυχώς για τους θεωρητικούς της πληροφορίας, οι λέξεις δεν είναι καθ’ εαυτές “πληροφοριακές”· ενσαρκώνουν δυνάμεις που μπορούν να αναστατώσουν τους πλέον προσεκτικούς υπολογισμούς. Οι λέξεις συνυπάρχουν με την εξουσία, κι έχουν μια σχέση ανάλογη μ’ αυτήν που έχουν οι προλετάριοι (είτε με τη σύγχρονη είτε με την κλασική έννοια του όρου) με την εξουσία. Τις βάζουν να δουλεύουν σχεδόν συνεχώς, τις εκμεταλλεύονται όλη την ώρα προσπαθώντας να ξεζουμίσουν απ’ αυτές οποιοδήποτε νόημα ή ανοησία, κι όμως παραμένουν ακόμη κατά μία έννοια ουσιαστικά ξένες κι άγνωστες.Η εξουσία παρουσιάζει μόνο το διαστρεβλωμένο, επίσημο νόημα των λέξεων· τις εξαναγκάζει, τρόπος του λέγειν, να χτυπάνε κάρτα, ορίζει τη θέση τους στην παραγωγική διαδικασία (όπου ορισμένες εμφανώς δουλεύουν υπερωρίες) και τις πληρώνει μεροκάματο. Σε σχέση με τη χρήση των λέξεων, ο Χάμπτυ Ντάμπτυ του Λιούις Κάρολ παρατηρεί σωστά ότι «Το ζήτημα είναι ποιος θα ’ναι ο κύριός τους – και τίποτ’ άλλο». Και δηλώνει, ως κοινωνικά υπεύθυνος εργοδότης, ότι πληρώνει υπερωριακά αυτές που απασχολεί υπερβολικά. Χρειάζεται επίσης να κατανοήσουμε την ανυπακοή των λέξεων, τη λιποταξία τους, την ξεκάθαρη αντίστασή τους – φαινόμενα που εκδηλώνονται σ’ όλη τη μοντέρνα γραφή (από τον Μπωντλαίρ μέχρι τους ντανταϊστές και τον Τζόις) ως συμπτώματα της γενικότερης επαναστατικής κρίσης της κοινωνίας.

Υπό τον έλεγχο της εξουσίας, η γλώσσα κατονομάζει πάντοτε κάτι διαφορετικό από την αυθεντική εμπειρία. Και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο η συνολική της αμφισβήτηση είναι εφικτή. Η οργάνωση της γλώσσας έχει περιπέσει σε τέτοια σύγχυση ώστε η επιβαλλόμενη από την εξουσία επικοινωνία αποκαλύπτεται ως εξαπάτηση και κοροϊδία. Μία, σε εμβρυακό ακόμη επίπεδο, εξουσία της κυβερνητικής πασχίζει μάταια να υποτάξει τη γλώσσα στον έλεγχο των μηχανών που ελέγχει, κατά τρόπον ώστε η πληροφορία να καταστεί η μόνη δυνατή επικοινωνία. Όμως ακόμη και σ’ αυτό το πεδίο εκδηλώνονται αντιστάσεις· η ηλεκτρονική μουσική μπορεί να θεωρηθεί ως προσπάθεια (προφανώς περιορισμένη και συγκεχυμένη) να αντιστραφεί η σχέση κυριαρχίας, μεταστρέφοντας τις μηχανές προς όφελος της γλώσσας. Όμως η πραγματική αντιπαράθεση είναι πολύ πιο γενική και πολύ πιο ριζοσπαστική. Καταγγέλλει κάθε μονόπλευρη “επικοινωνία”, είτε αυτή έχει την παλιά μορφή της τέχνης είτε τη σύγχρονη μορφή της ιδεολογίας της πληροφορικής. Αναγγέλλει μια επικοινωνία που υπονομεύει κάθε διαχωρισμένη εξουσία. Εκεί όπου υπάρχει επικοινωνία δεν υπάρχει κράτος.

Η εξουσία ζει χάρη σε κλεμμένα αγαθά. Δεν δημιουργεί τίποτε, επαναφομοιώνει. Αν δημιουργούσε το νόημα των λέξεων, δεν θα υπήρχε ποίηση – μόνο χρήσιμες “πληροφορίες”. Οι αντίπαλοί της δεν θα μπορούσαν να εκφραστούν με τη γλώσσα· οι αρνήσεις θα βρίσκονταν εκτός γλώσσας, θα ήταν καθαρά λεττριστικές. Τι άλλο είναι η ποίηση παρά η επαναστατική στιγμή της γλώσσας, αδιαχώριστη από τις επαναστατικές στιγμές της ιστορίας και από την ιστορία της προσωπικής ζωής;

Ο ασφυκτικός έλεγχος της εξουσίας επί της γλώσσας είναι παρόμοιος με τον ασφυκτικό έλεγχο που ασκεί στην ολότητα. Μόνο μια γλώσσα που έχει στερηθεί κάθε άμεση αναφορά στην ολότητα μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση της πληροφορίας. Η πληροφορία είναι η ποίηση της εξουσίας, η αντι-ποίηση του νόμου και της τάξης, η διαμεσολαβημένη πλαστοποίηση του υπάρχοντος. Αντιθέτως, η ποίηση πρέπει να νοηθεί ως αδιαμεσολάβητη επικοινωνία εντός της πραγματικότητας και ως πραγματική μετατροπή αυτής της πραγματικότητας. Δεν είναι παρά η απελευθερωμένη γλώσσα, η γλώσσα που ανακτά τον πλούτο της, η γλώσσα που σπάει τις άκαμπτες σημασιοδοτήσεις της και συγχρόνως ενστερνίζεται λέξεις, μουσικές, κραυγές, χειρονομίες, ζωγραφική, μαθηματικά, γεγονότα, πράξεις. Και μ’ αυτόν τον τρόπο η ποίηση στηρίζεται στον πλούτο των δυνατοτήτων να ζήσει κανείς και ν’ αλλάξει τη ζωή του σε μια δεδομένη κοινωνικοοικονομική δομή. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι αυτή η σχέση της ποίησης με την υλική της βάση δεν είναι σχέση μονόπλευρης υποτέλειας αλλά αλληλεπίδρασης.

Η επανανακάλυψη της ποίησης μπορεί να γίνει αδιαχώριστη από την επανεφεύρεση της επανάστασης, όπως έχει φανεί σε συγκεκριμένες φάσεις της μεξικάνικης, της κουβανέζικης και της κονγκολέζικης επανάστασης. Εκτός όμως των επαναστατικών περιόδων, οπότε οι μάζες γίνονται ποιητές εν δράσει, οι μικροί κύκλοι της ποιητικής περιπέτειας μπορούν να θεωρηθούν τα μόνα μέρη όπου ζει ακόμα η επαναστατική ολότητα – μη συνειδητή αλλά τόσο κοντινή δυνατότητα, σαν τη σκιά ενός απόντος προσώπου. Αυτό που ονομάζουμε ποιητική περιπέτεια είναι κάτι δύσκολο, επικίνδυνο και ουδέποτε εγγυημένο (είναι, στην πραγματικότητα, το σύνολο των συμπεριφορών που είναι σχεδόν αδύνατες σε μια δεδομένη εποχή). Μπορούμε να είμαστε σίγουροι μόνο για το τι δεν είναι πλέον η ποιητική περιπέτεια: η ψευδής, επίσημα ανεκτή ποίηση. Έτσι, ενώ ο σουρεαλισμός στο αποκορύφωμα της επίθεσής του ενάντια στην καταπιεστική τάξη της κουλτούρας και της καθημερινής ζωής μπορούσε σωστά να ορίσει το οπλοστάσιό του ως «ποίηση χωρίς ποιήματα εάν είναι αναγκαίο», το ζήτημα σήμερα για την Καταστασιακή Διεθνή είναι μια ποίηση αναγκαστικά χωρίς ποιήματα. Όσα λέμε για την ποίηση δεν έχουν καμιά σχέση με τους διανοητικά καθυστερημένους αντιδραστικούς οποιασδήποτε νεοστιχοπλοκής, ακόμα κι αν αυτή ακολουθεί τον λιγότερο απαρχαιωμένο μορφικό μοντερνισμό. Να πραγματώσουμε την ποίηση δεν σημαίνει παρά συγχρόνως κι αδιαχώριστα να δημιουργήσουμε τόσο γεγονότα όσο και τη γλώσσα τους.

Οι γλώσσες οποιασδήποτε κοινωνικής υποομάδας –είτε πρόκειται γι’ αυτές των άτυπων ομαδοποιήσεων της νεολαίας είτε για τις γλώσσες που αναπτύσσουν τα σημερινά πρωτοποριακά ρεύματα για εσωτερική τους χρήση καθώς αναζητούν την ταυτότητά τους είτε για εκείνες που σε προηγούμενες εποχές μεταφέρθηκαν μέσω της υπάρχουσας ποιητικής παραγωγής, όπως το trobar clus και το dolce stil nuovo– όλες αυτές στοχεύουν και επιτυγχάνουν μια ορισμένη άμεση, διαφανή επικοινωνία, αμοιβαία αναγνώριση, συμφωνία. Όμως αυτές οι απόπειρες υπήρξαν το έργο μικρών, ποικιλοτρόπως απομονωμένων ομάδων. Οι γιορτές και τα γεγονότα που δημιούργησαν παρέμεναν υποχρεωτικά οριοθετημένα. Ένα από τα προβλήματα της επανάστασης είναι πώς θα ομοσπονδιοποιηθούν αυτού του είδους τα σοβιέτ, αυτά τα επικοινωνιακά συμβούλια, έτσι ώστε να διαχυθεί παντού μια άμεση επικοινωνία που δεν θα χρειάζεται πλέον να καταφεύγει στα δίκτυα επικοινωνίας του εχθρού (δηλαδή στη γλώσσα της εξουσίας) και θα ’ναι ικανή να μεταμορφώσει τον κόσμο σύμφωνα με τις επιθυμίες της.

Το ζήτημα δεν είναι να βάλουμε την ποίηση στην υπηρεσία της επανάστασης, αλλά μάλλον να βάλουμε την επανάσταση στην υπηρεσία της ποίησης. Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο η επανάσταση δεν προδίδει το ίδιο της το εγχείρημα. Δεν θα επαναλάβουμε το λάθος των σουρεαλιστών, οι οποίοι τέθηκαν στην υπηρεσία της επανάστασης τη στιγμή ακριβώς που αυτή είχε πάψει να υπάρχει. Συνδεδεμένος με την ανάμνηση μιας μερικής επανάστασης που συνετρίβη ταχύτατα, ο σουρεαλισμός ταχύτατα μετεβλήθη σε έναν ρεφορμισμό του θεάματος, σε μια κριτική συγκεκριμένων μορφών του κυρίαρχου θεάματος η οποία εκπορευόταν από την δεσπόζουσα οργάνωση του θεάματος. Οι σουρεαλιστές φαίνεται ότι παρέβλεψαν το γεγονός ότι κάθε εσωτερική βελτίωση ή εκσυγχρονισμός του θεάματος μεταφράζεται από την εξουσία στη δική της κωδικοποιημένη γλώσσα, της οποίας το κλειδί κατέχει αποκλειστικά.

Όλες οι επαναστάσεις γεννήθηκαν μέσα στην ποίηση, δημιουργήθηκαν πρώτ’ απ’ όλα χάρη στη δύναμη της ποίησης. Είναι ένα φαινόμενο που εξακολουθεί να διαφεύγει από τους θεωρητικούς της επανάστασης –και πράγματι δεν μπορεί να γίνει κατανοητό αν κανείς εξακολουθεί να μένει προσκολλημένος στην παλιά αντίληψη για την επανάσταση ή για την ποίηση–, το οποίο όμως γενικώς έχει γίνει αντιληπτό από τους αντεπαναστάτες. Η ποίηση όποτε εμφανίζεται τους φοβίζει· κάνουν ό,τι μπορούν για να απαλλαγούν απ’ αυτήν, χρησιμοποιώντας κάθε είδους εξορκισμό, από την καταδίκη στην πυρά μέχρι τις καθαρές στιλιστικές μελέτες. Η κάθε στιγμή αληθινής ποίησης, η οποία έχει «όλο το χρόνο του κόσμου πίσω της», ζητάει σταθερά να αναπροσανατολίσει όλο τον κόσμο κι ολόκληρο το μέλλον προς τον δικό της σκοπό. Κι όσο διαρκεί, απαιτεί την εξάλειψη των συμβιβασμών. Επαναφέρει στο προσκήνιο όλες τις εκκρεμότητες του παρελθόντος. Ο Φουριέ και ο Πάντσο Βίγια, ο Λωτρεαμόν και οι dinamiteros των Αστούριας –που οι επίγονοί τους εφευρίσκουν σήμερα νέες μορφές απεργιών–, οι ναύτες της Κρονστάνδης και του Κιέλου, κι όλοι αυτοί σ’ ολόκληρο τον κόσμο, μαζί μας ή χωρίς εμάς, που προετοιμάζονται για την μακρά επανάσταση, είναι οι αγγελιοφόροι της νέας ποίησης.

Η ποίηση γίνεται ολοένα και πιο ξεκάθαρα ο κενός χώρος, η αντιύλη της καταναλωτικής κοινωνίας, αφού δεν είναι καταναλώσιμη (σύμφωνα με τα σύγχρονα κριτήρια του καταναλώσιμου αντικειμένου: ένα αντικείμενο που έχει ισότιμη αξία για καθέναν από τη μάζα των απομονωμένων παθητικών καταναλωτών). Η ποίηση δεν είναι τίποτα όταν τσιτάρεται, μπορεί μόνο να μεταστρέφεται, να επανενεργοποιείται. Διαφορετικά, η μελέτη της ποίησης του παρελθόντος καταντάει ακαδημαϊκή άσκηση. Η ιστορία της ποίησης γίνεται απλώς τρόπος διαφυγής από την ποίηση της ιστορίας – αν ως ιστορία δεν αντιλαμβανόμαστε τη θεαματική ιστορία των κυρίαρχων, αλλά την ιστορία της καθημερινής ζωής και τις δυνατότητες απελευθέρωσής της, την ιστορία κάθε προσωπικής ζωής και την πραγματοποίησή της.

Δεν πρέπει να αφήσουμε αμφιβολίες για το ρόλο των “συντηρητών” της παλιάς ποίησης, αυτών που συντελούν στη διάδοσή της, τη στιγμή που το κράτος, γι’ αρκετά διαφορετικούς λόγους, εξαλείφει τον αναλφαβητισμό. Αυτοί οι άνθρωποι αποτελούν απλώς ένα ιδιαίτερο είδος διοργανωτών εκθέσεων σε μουσεία. Ένας μεγάλος αριθμός ποιητικών έργων διατηρείται με φυσικό τρόπο σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αλλά δεν υπάρχουν πουθενά οι τόποι, οι στιγμές ή οι άνθρωποι που θα τα αναζωογονήσουν, θα τα επικοινωνήσουν, θα τα χρησιμοποιήσουν. Και δεν θα μπορούσαν ποτέ να υπάρξουν παρά μόνο με τον τρόπο της μεταστροφής, αφού η κατανόηση της ποίησης του παρελθόντος έχει αλλάξει, εξαιτίας τόσο της απώλειας όσο και της απόκτησης γνώσεων· κι ακόμη, επειδή κάθε φορά που παλαιότερη ποίηση μπορεί να επανανακαλύπτεται με δραστικό τρόπο, αποκτά σε μεγάλο βαθμό νέο νόημα, αφού τοποθετείται στο πλαίσιο διαφορετικών γεγονότων. Πάνω απ’ όλα όμως, μια κατάσταση όπου η ποίηση μπορεί να υπάρξει δεν πρέπει να επαναλάβει τις αποτυχίες του παρελθόντος (τα ανεστραμμένα ερείπια της ιστορίας της ποίησης που παρουσιάζονται ως λαμπρά ποιητικά μνημεία). Μια τέτοια κατάσταση τείνει προς την επικοινωνία –και την πιθανή επικράτηση– της δικιάς της ποίησης.

Τη στιγμή που η ποιητική αρχαιολογία αποκαθιστά συλλογές παλαιότερης ποίησης, και μάλιστα με απαγγελίες ειδικών σε δίσκους βινυλίου για το νεοαναλφάβητο κοινό που δημιουργεί το σύγχρονο θέαμα, όσοι ασχολούνται με την πληροφορία προσπαθούν να απαλλαγούν απ’ όλα τα “πλεονάσματα” ελευθερίας, έτσι ώστε απλώς να μεταδίδουν διαταγές. Οι θεωρητικοί της αυτοματοποίησης στοχεύουν σαφώς στην παραγωγή μιας αυτόματης θεωρητικής σκέψης, περιορίζοντας και εξαλείφοντας τις ποικιλίες τόσο στη ζωή όσο και στη γλώσσα. Όμως αυτές εξακολουθούν να τους κάθονται στο λαιμό! Οι μεταφραστικές μηχανές, για παράδειγμα, που αρχίζουν να εξασφαλίζουν την πλανητική τυποποίηση της πληροφορίας συγχρόνως με την πληροφοριακή αναθεώρηση του πολιτισμού που προηγήθηκε, πέφτουν θύματα του ίδιου τους του προγραμματισμού, από τον οποίο αναπόφευκτα διαφεύγουν τα νέα νοήματα που μπορεί να αποκτήσει μία λέξη καθώς και οι προηγούμενες διαλεκτικά αντιφατικές της σημασίες. Έτσι η ζωή της γλώσσας –η οποία συνδέεται με τις εξελίξεις στη θεωρητική κατανόηση («Οι ιδέες βελτιώνονται· το νόημα των λέξεων συμμετέχει σ’ αυτή τη βελτίωση»)– εξορίζεται από το μηχανιστικό πεδίο του επίσημου λόγου. Αλλά αυτό σημαίνει επίσης ότι η ελεύθερη σκέψη μπορεί να οργανώνεται κρυφά, απρόσιτη από τις τεχνικές της πληροφοριακής αστυνομίας. Η αναζήτηση ευκρινών σημάτων και στιγμιαίας δυαδικής ταξινόμησης συνδέεται τόσο ξεκάθαρα με την υπάρχουσα εξουσία που απαιτεί μια αντίστοιχη κριτική. Ακόμη και με τις πλέον παραληρηματικές διατυπώσεις τους, οι θεωρητικοί της πληροφορίας δεν είναι παρά αδέξιοι προάγγελοι του μέλλοντος που έχουν επιλέξει, του ίδιου αυτού θαυμαστού καινούριου κόσμου για τον οποίο εργάζονται οι κυρίαρχες δυνάμεις της παρούσας κοινωνίας – την ενίσχυση του κράτους της κυβερνητικής. Είναι οι υποτελείς των αρχόντων του τεχνοκρατικού φεουδαλισμού που συγκροτείται σήμερα. Δεν υπάρχει αθωότητα στα καραγκιοζιλίκια τους· είναι οι γελωτοποιοί του βασιλιά.

Η επιλογή μεταξύ της ιδεολογίας της πληροφορίας από τη μια και της ποίησης από την άλλη δεν έχει πλέον να κάνει με την ποίηση του παρελθόντος, όπως ακριβώς και οι διάφορες παραλλαγές που προέκυψαν από το κλασικό επαναστατικό κίνημα δεν μπορούν πλέον, οπουδήποτε στον κόσμο, να θεωρηθούν μέρος μιας πραγματικά εναλλακτικής λύσης στην επικρατούσα οργάνωση της ζωής. Η καταδίκη τους μας ωθεί να αναγγείλουμε την ολική εξαφάνιση της ποίησης με τις παλιές μορφές παραγωγής και κατανάλωσής της, και συγχρόνως την επιστροφή της με μορφές δραστικές κι αιφνίδιες. Η εποχή μας δεν χρειάζεται πια να εξαντλεί την έμπνευσή της σε ποιητικούς ρυθμούς· πρέπει να τους θέτει σ’ εφαρμογή.