ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Δεκέμβριος, 2015

Οι γυναίκες που αγαπιούνται

gunio

Η λογοτεχνία διαβάζεται με τα μάτια. Όλα τα υπέροχα πράγματα τα διαβάζω με τα μάτια. Οι εραστές διαβάζουν την ομορφιά με τα μάτια κι έπειτα κλείνουν τα μάτια για να την αποστηθίσουν. Θέλουν σιωπή για να παραδοθούν στις τρέχουσες μέριμνες του έρωτα.

Κοιτώ σημαίνει χαίρομαι και καυλώνω. Κι ο χαρούμενος καυλωμένος άνθρωπος έχει μια δικαιολογημένη προπέτεια. Είναι αυθάδης, ηδονίζεται με τον εαυτό του. Όταν διαβάζω το βιβλίο που μου αρέσει ηδονίζομαι. Όταν βλέπω να ξεδιπλώνεται το ποίημα που γράφω ηδονίζομαι δυο φορές. Όταν σε βλέπω να αγριεύεις αναγνώστη απ’ το ποίημα μου χύνω. Τα κάνω πάνω μου. Γεμίζω υγρά και ζουμιά. Μέλια.

Όποιος δεν έχει μάτια να δει αγρεύει μονίμως μνήμη και μνήμες. Τελεί μνημόσυνα και κηδείες. Και ξανά μνημόσυνα και ξανά κηδείες. Λυπάται πάντα, βραδυβάμων και απρόθυμος, χωρίς αναζήτηση και χωρίς περιέργεια. Η λύπη μας βουλιάζει ενώ η χαρά τα βρίσκει όλα γύρω της και στην ανάγκη τα μεταμορφώνει και τα χαροποιεί.

Πάντα κοντά μας υπάρχει ένα αθέατο πλάσμα που κρατάει την κοιλιά του από τα γέλια βλέποντας τα καμώματά μας. Είμαστε όντα γελοία και τραγικά. Όντα που πιστεύουν σε ηλίθια θαύματα και βλοσυρούς θεούς χωρίς να βλέπουν το μέγα θαύμα που διαδραματίζεται αδιάκοπα γύρω μας. Είμαστε άνθρωποι κι αυτό είναι όλο.

Διαβάζουμε με τα μάτια τη θεία ιλαρότητα των πραγμάτων και των προσώπων. Χαιρόμαστε και προχωράμε. Η χαρά είναι μεταβολή, ωρίμανση, αλλαγή. Η χαρά είναι η κλειτορίδα της γονιμοποιού φθοράς. Θέλει γλείψιμο και αφοσίωση. Δεν θέλει πιστούς και στρατιώτες.

Χαίρομαι τώρα και γελάω με τον εαυτό μου. Μυθολογώ ακαταπαύστως το πεπρωμένο μου. Ξηλώνω τους παλιούς μύθους που εγίναν ψαλίδια για τσουτσούνες και φτιάχνω καινούργιους. Γράφω το ποίημα μου και το διαβάζω και το διαβάζεις και το σαρκώνω ώστε να μυρίζει ιδρώτα ή αέρα του βουνού, αφήνοντάς το έκθετο στην εσχατιά της πιο αδιάκριτης αναγνωστικής γυμνότητας.

Μυρίζω την αγαπημένη μου και τις αγαπημένες μου. Διαβάζω τις μυρουδιές τους και σκύβω ανάμεσα στα μπούτια τους. Μυρίζω ακτινίδιο και ψαρίλα. Πρωινή δροσιά και υγρή μούχλα. Μυρίζω σπράιτ και άρωμα Παλόμα Πικάσσο. Μυρίζω ξύδι και νερό και μεταλαβιά. Μυρίζω παράδεισο και βρεγμένα σκουπίδια. Μυρίζω ροδάκινο και χώμα.

Σκύβω ανάμεσα στα μπούτια σου και μυρίζω τον κόσμο. Σε διαβάζω πατόκορφα Ζωή. Θηλυκή ύπαρξη. Χώνω τη μουσούδα μου στα σκέλια σου. Εγώ ο Σκύλος ο θνητός. Ο εν γένει αδύναμος και ο εν δυνάμει θεϊκός.

Κουραδοκόφτες

kompio

Αν θες να αποφύγεις τη γελιοποίηση θα πρέπει πρώτα να την ασπασθείς. Το χιούμορ υπήρξε πάντα η κατάρα των λεγόμενων και φερόμενων ως σοβαρών δημιουργών, που, μονοσήμαντα και ερασμιακά αποθέωσαν το ψυχοπλάκωμα. Ο πόνος αρκετών καλλιτεχνών υπήρξε πλαστός και δυσκοίλιος. Πόνος που πουλήθηκε ακριβά στους ευσπλαχνικούς και φιλότεχνους πλουτοκράτες.

Πόνος και κραυγές και επιθανάτια τραγουδάκια ενός πληγωμένου κύκνου που σπαρταρούσε ανάμεσα στους λατρευτούς μηρούς μιας πλουσίας κυρίας, συζύγου εφοπλιστού ή βιομηχάνου, η οποία φιλότεχνος ούσα, αγόραζε μαζί με τα τελάρα και την ψυχή του δημιουργού.

Ακροκέραμα, μπεκάτσες και τσουτσούνες από αγγελάκια στόλισαν τα βελούδινα και πλουμιστά σαλονάκια, σιγοντάροντας το άσεμνο μουρμουρητό του πλούτου που δεν έχει τι να κάνει τα πλούτη του. Του πλούτου που γαμεί και δέρνει επί οχταώρου το ηρωικό προλεταριάτο για να βγάλει απ’ τη μύγα ζεστό ξύγκι.

Νεόπλουτοι που με την πρώτη ηλιαχτίδα καλοζωίας αγόρασαν Μυταρά και Φασιανό. Πέντε εκατομμύρια δολάρια για την κουρούνα που ξεσπυρίζει ένα καλαμπόκι βγαλμένο απ’ το μουνί της Μαρίας Αντουανέτας. Σαράντα εκατομμύρια ευρώ για τη μάχη στο Βατερλό και τη μάχη στα Γαυγάμηλα, εκεί όπου η βροντή των πυροβολαρχιών με το άσεμνο σχήμα των κανονιών τους στεφάνωνε τα κορμάκια των λαών στα λασπερά χαρακώματα.

Μαικήνες και χρηματιστήρια. Βιομηχανία του θεάματος και ουράνιος μηχανική των σαστισμένων ψυχών. Το νικηφόρο τραγούδι του Μαικήνα. Μακριά από εκεί όπου εγώ βρίσκω ζωτικότητα και χυμούς. Μακριά απ’ τις λέξεις και τα βογγητά, αλλά εκεί στα υπερώα όπου ανθεί η σοβαροφάνεια και τα φουλάρια.

Η τέχνη δεν πουλιέται και δεν αγοράζεται. Ένα παιδί που ζωγραφίζει δεν κάνει τέχνη για να την πουλήσει. Ένας ποιητής δε γράφει ποιήματα για να βγάλει λεφτά. Ένας αληθινός άνθρωπος δεν είναι καλός και δεν κάνει καλές πράξεις για να πάει στον παράδεισο των παπάδων. Δυο κορμιά που αγκαλιάζονται δεν αγκαλιάζονται για να τα κονομήσουν.

Ο κόσμος είναι αυτός που είναι και δεν χρειάζεται απ’ την κορφή ως τα νύχια να μυρίζει ροδοπέταλα. Μην προσπαθείτε να διακοσμήσετε τον κόσμο. Μην πιστεύετε τη γλυκερή ποίηση που θέλει το μουνί να μυρίζει ροδοπέταλα. Το μουνί μυρίζει μουνί, σύντροφοι και συντρόφισσες, γραφειοκράτες της καπιταλιστικής μηχανής και δάσκαλοι του μεταμοντέρνου μεσαίωνα.

Μην προσπαθείτε να κάνετε όλο τον κόσμο να μυρίζει αποσμητικό τουαλέτας και εξωτικό κήπο. Μην κάνετε κολπικά ντους στα δημιουργήματά σας με άρωμα βροχής, λουλουδιών ή βατόμουρου. Αμήν.

Θείον Βρέφος

virgin

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι δεν έγιναν δάσκαλοι ποτέ. Δεν δίδαξαν ούτε μιαν αράδα και δεν κράτησαν λογιστικά βιβλία σε φροντιστήρια. Δεν ύψωσαν το δάχτυλο για να τρυπώσουν τη φωνή τους στο μη κυρίαρχο εγκεφαλικό ημισφαίριο των υποψήφιων αφοσιωμένων οπαδών τους.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι έγιναν ψαράδες και βοσκοί. Μελισσοκόμοι και αγρότες.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι δεν είναι χωμένοι ως το μουνί μέσα στα σκατά. Δεν γλείφουν το αμερικάνικο όνειρο και τον ευρωπαϊκό κλιματιζόμενο εφιάλτη. Δεν είναι παιδιά του φασίστα και του κεφαλαιοκράτη. Δεν είναι τέκνα του Αδόλφου και του Ροκφέλερ. Δεν είναι όλα αυτά τα ψυχρά και ύπουλα φανταράκια που ψηφίζουν νόμους.

Δεν κλείστηκαν σε υπόγεια για να μαραζώσουν και να γράψουν καταθλιπτικά σονέτα. Δεν έγιναν αντικομουνιστές απ’ το υπερώο ρετιρέ τους και περιστασιακοί αριστεροί για να βγάλουν φράγκα. Οι σπουδαίοι δάσκαλοι δεν έγιναν τσιράκια της πολιτικής ορθότητας. Δεν χάρισαν την κωλοτρυπίδα τους στο Κράτος.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι δεν άφησαν την μπουρζουαζία να τους γαργαλάει τ’ αρχίδια αλλά τα χαμομηλάκια του αγρού. Οι σπουδαίοι δάσκαλοι δεν είχαν ποτέ μαθητές και στρατιώτες. Δεν έβαλαν ποτέ στο βρακί τους παπάδες και παρδαλούς διαφωτιστές της μιας και μοναδικής άποψης.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι πολεμούν το Θείον Βρέφος που ξεγέννησε ο Χίτλερ, αυτό που έγινε μάνατζερ και ανθρωποδιορθωτής και μελιστάλαχτος υπερασπιστής δικαιωμάτων. Αυτό που έγινε ηγέτης και αρχηγός. Αυτό το υπερκόσμιο βρέφος που μπουσουλάει ανάμεσά μας, κυριευμένο από ένα τόσο τερατώδες και βαθύ μίσος για το ανθρώπινο είδος που ποθεί να το εκφυλίσει και να το διαφθείρει σε τέτοιο βαθμό ώστε να το καταστήσει αγνώριστο.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι πολεμούν την εξουσία μαζεύοντας χόρτα και ζυμώνοντας ψωμί. Δεν χρειάζονται στέφανα και σύμφωνα συμβίωσης για να αγκαλιάσουν και ν’ αγκαλιαστούν.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι πολεμούν το Θείον Βρέφος που γέννησε ο πόλεμος και τρύπωσε μέσα στα θλιβερά κοινοβούλια της Ευρώπης. Οι σπουδαίοι δάσκαλοι πολεμούν τη λαιμαργία και τις σημαίες των Κρατών. Τα διαβατήρια και τα ανήλιαγα διαμερίσματα. Τα κελιά των μικροαστών και τα ενδιαιτήματα της ματαιοδοξίας.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι που ξέρω δεν πάνε εκδρομές και δε χαρίζουν δώρα. Αγκαλιάζουν τον εραστή τους σ’ ένα ντιβάνι. Αγαπούν μόνο.

Victoria Secret

apollonia

Μυρουδιές από εχθρούς και φίλους. Μυρουδιές από ποιήματα και παιδική ηλικία. Σκυλιά και γάτες που οριοθετούν την κυριότητα της κτήσης τους κατουρώντας. Θαμμένες τρούφες που μυρίζουν σαν ξαναμμένοι χοίροι προσκαλώντας τα θηλυκά γουρούνια για ζευγάρωμα. Χημικά ερεθίσματα, οσμές απ’ τους αστρικούς βάλτους της προϊστορίας.

Αρσενικά και θηλυκά, μέσα στην ανεπαίσθητη και αφροδισιακή κοσμογονία, περιμένουν το ζευγάρωμα. Τον αλληλοσπαραγμό. Μυρμήγκια που βρίσκουν το δρόμο τους για τα ψίχουλα. Μέλισσες εργάτριες, χρήσιμες αποδοτικές υπηρέτριες. Σφήκες και τερμίτες δεμένα από έναν αόρατο σπάγκο οσμών στρατευμένα στη συλλογική εργασία και την άμυνα. Ορμόνες των θηλυκών.

Σωματικές διακηρύξεις. Έτοιμες δεσιές για τα φαλλικά μελτέμια. Μιαν αυτοκρατορία επιθυμιών και πόθων. Καλέσματα για γάμους μέσα στον πελώριο ερωτικό αντιδραστήρα του σύμπαντος. Ένα κύκλοτρο που το γυρνά η απαράγραπτη νύξη της χαράς.

Με τις μυρουδιές σου χαίρομαι και καυλώνω. Με πολιορκείς και σε πολιορκώ. Σε μυρίζω και με μυρίζεις εκεί στο δέλτα της ποιητικής κοίτης και της θάλασσας του οργασμού. Ακατάσχετοι και οι δύο προκαλώντας χτυποκάρδια και υγρά. Μια ζέστα απ’ τα έγκατα, μια σπερματική πλημμυρίδα παραδομένη στην ενεδρεύουσα τυχαιότητα.

Εντομολόγοι και στοργικοί πατεράδες που έχουν κλεισμένα θηλυκά στο κλουβί. Αρσενικά που χτυπιούνται πάνω στα κάγκελα του κλουβιού και πάνω στα παραθυρόφυλλα, παρασυρμένα από μυρουδιές και ορμονικά σήματα. Πλάσματα μαγεμένα απ’ το φλάουτο κάποιου αόρατου αυλητή.

Οι ξελογιάστρες του Μεσαίωνα που έβαζαν καθαρισμένα μήλα στις μασχάλες τους μέχρι να ποτιστεί απ’ τον ιδρώτα τους, για να το προσφέρουν στους εραστές τους. Αγόρια και κορίτσια που χαϊδεύουν τα τρυφερά τους αιδοία πλησιάζοντας τα δάχτυλα στα ρουθούνια.

Παράγοντας καύσιμη ύλη και σπινθήρες χαράς μέσα στο καζάνι του κορμιού. Εκεί που βράζουν όλα τα εκρηκτικά και αρχέγονα αισθήματα. Η οργή, ο πόθος, ο φόβος. Πρόγονοι και απόγονοι εις σάρκαν μία. Μέσα στα δίχτυα των οσμών. Έτοιμοι για μετάληψη μετά τις υπερούσιες μάχες και τον υπαρξιακό σπασμό.

Ο Ναπολέων μετά τη μάχη στο Μαρένγκο που στέλνει μήνυμα στην καυλωμένη Ιωσηφίνα: «Επιστρέφω σε τρεις μέρες. Μην πλυθείς»

Jouir son entraves

amor-amo

Περάστε, περάστε κυρίες και κύριοι.
Φέρτε τα παιδιά σας τα σκυλιά και
τις γάτες σας. Φέρτε τις γίδες και τις
μαλλιαρές σας μαϊμούδες. Φέρτε
την ηδονή, τη βαρβαρότητα και τη
μελαγχολία. Φέρτε τη σάρκα και τα
οστά των προγόνων σας. Την ερωτική
ανεμελιά και τη σαγήνη. Τον Καλιγούλα
και τη Μεσσαλίνα. Φέρτε τη Λυσιστράτη
του Αριστοφάνη και την Αφροδίτη
του Πιέρ Λουίς. Ουρλιάξτε εκείνο το
jouir son entraves εκείνο το ηδονίζεσθαι
ανεμπόδιστα. Εγγραφείτε συνδρομητές
σε δρομολόγια γλώσσας, σε ίσκιους
και μασχάλες ανηφορικές. Εγγραφείτε
συνδρομητές γλουτών. Επισκεφτείτε
το σύνορο της σπονδυλικής στήλης
με το υπερπέραν. Του λυρισμού το
τριφύλλι που το βοσκάν μονόφθαλμες
ψυχούλες. Τον άγουρο επεκτατισμό
του πρώτου φιλιού. Περάστε να σφαδάξετε.
Να χορτάσετε ήττα και παράσιτα. Ζουμιά
να στραγγίξετε από εσώρουχα λάβαρα.
Ελάτε να φάτε να πιείτε και να χορέψετε.
Αξίζει τον κόπο να γεννηθείτε. Να γίνεται
αγρίμια ληστές κακοποιοί. Αξίζει να
δοκιμάσετε ζεστό ζυμωτό ψωμί. Αξίζει
να κλέψετε ζεστό ζυμωτό ψωμί. Να
κλέψετε ελιές ξιδάτες. Να κλέψετε
βυζάκια κοριτσιών απ’ τις αφίσες.
Ελάτε να μαζέψετε μαργαρίτες και
φαλλικά λουλουδάκια. Ελάτε να διαβάσετε
τα ερωτικά της Mansour την επηρμένη
κλητική του θηλυκού. Τα δάχτυλα
περίστροφα στον κόλπο της. Ελάτε να
διαβάσετε εφημερίδες και να λύσετε
σταυρόλεξα. Ελάτε να λυσσάξετε
και να ξεβρακωθείτε. Ελάτε να
περπατήσετε στο χιόνι και να
βουλιάξετε στη μούτελι. Ελάτε
να αλείψετε το κορμί σας λάσπη.
Ελάτε στα ιαματικά λουτρά του Καϊάφα
και στα λουτρά της Ωραίας Ελένης.
Στην Αγία Τριάδα Μεσολογγίου, ελάτε
στην Αιδηψό και στην Υπάτη. Ελάτε
να γίνεται γριές και γέροι. Παλαβοί
ποιητές, οσποδάροι, μαχαιρωμένες
καρδούλες. Ελάτε να βγάλετε το άχτι σας
και μετά ψοφήστε δια παντός και
αμετάκλητα. Περάστε κυρίες και κύριοι,
εσείς, βρέφη ματωμένα απ’ τα σπλάχνα της μαμάς.

Γεωμετρικός Τόπος

geomtop

Ο δάσκαλος μού μιλάει. Ο δάσκαλος ξύνει τη μύτη του. Είμαι αφηρημένος. Ο δάσκαλος μου απευθύνει το λόγο. Χαμογελάει σαρκαστικά. Είναι ο δεσμοφύλακας υπηρεσίας. Βαριέμαι όπως βαριέται και ο δάσκαλος. Βαριέμαι όπως βαριούνται κι αυτά τα θλιβερά μαθητούδια δίπλα μου. Νυσταγμένοι και φοβισμένοι καλπάζουμε ο καθένας για το δικό του πρωινό Σύμπαν.

Ο δάσκαλος κάνει το χρέος του. Τον θαυμάζω και τον μισώ. Έξω βλέπω τον ήλιο σε παροξυσμό. Θέλω να βγω στον ήλιο μα δεν επιτρέπεται. Σχεδόν με παίρνει ο ύπνος και σχεδόν ο δάσκαλος ουρλιάζει μες στ’ αυτιά μου. Τι εστί γεωμετρικός τόπος.

Νιώθω το χέρι του να μ’ ακουμπάει στον ώμο. Γυρίζω και τον κοιτώ στραβά. Ο δάσκαλος στέκεται εκεί, δίπλα μου, μ’ εκείνη την αταραξία της εξουσίας. Εγώ μάλλον του φαίνομαι κατσούφικος και μακρινός, σα να ξαναβρίσκω τις αισθήσεις μου ύστερα από ένα γερό χτύπημα στο κεφάλι. Τι εστί γεωμετρικός τόπος.

Ο δάσκαλος ρωτά ξανά και ξανά. Θέλει να μάθει από μένα. Θέλει να μου αποσπάσει μια λέξη. Μιαν ομολογία. Μα όλα όσο διδάχτηκα τα έχω ξεχάσει. Ο δάσκαλος ουρλιάζει δυνατά. Οι συμμαθητές μου ουρλιάζουν σιωπηλά. Με κοιτούν σα να με λυπούνται. Στον αέρα σβησμένοι ήχοι μακρινής πόλης κι έξω ο ήλιος.

Ο δάσκαλος προχωρά προς την έδρα. Ανεβαίνει στο βάθρο του εκεί όπου βουτάνε όλοι και χάνονται. Μέσα στα σύννεφα από ασβέστη και μαύρο ουρανό. Γραμμές από κιμωλία λευκές κι ένας θεός που φτιάχνει με τα δάχτυλα τον κόσμο. Ένας βαριεστημένος θεός. Ένας θεατρίνος. Ένας παντογνώστης με αλευρωμένα δάχτυλα που βγάζει απ’ το καπέλο του κύκλους και τετράγωνα και αριθμούς.

Homo Sapiens όλοι, κι εγώ ένας απ’ αυτούς. Με τη σπουδαία φήμη του καθυστερημένου που υφαίνω υπογείως και κοπιαστικά. Μέρα με την ημέρα κοιτάζοντας τον ήλιο και τα δέντρα. Κοιτάζοντας τους περαστικούς που γλίτωσαν απ’ τα δόντια του δασκάλου. Κοιτάζοντας τη μάγισσα που, οπλισμένη με τη σκούπα της, έξω στην ελευθερία, μας καθαρίζει τις βρομιές.

Κοιτάζω απ’ το παράθυρο πάντα, μα το βλέμμα του δασκάλου με καταδιώκει. Τι εστί γεωμετρικός τόπος. Ξανά και ξανά, βασανιστικά. Δεν απαντώ. Πεινάω. Νυστάζω. Θέλω να φύγω, να βγω έξω. Η κλίκα των συμμαθητών μου γελάει το ίδιο σαρκαστικά με το δάσκαλο, πιο σκληρή και πιο περιφρονητική απ’ αυτόν. Αγριεμένοι και νευριασμένοι μουρμουρίζουν πικρόχολα μες απ’ τα δόντια τους.

Με το ένα μάτι μου ονειρεύομαι. Βουτώ ολόκληρος μες στο μελάνι και γράφω ανούσια πράγματα. Η φαντασία μου μόνο. Ξέφρενη και τρελή. Τεθλασμένη. Τι εστί γεωμετρικός τόπος; Εγώ, φωνάζω. Εγώ είμαι ο γεωμετρικός τόπος. Εγώ! Ο δάσκαλος τώρα με κοιτά συνοφρυωμένος. Αποφασίζει να με αφήσει στην τεμπελιά μου, την πλήξη μου και τα βουλιμικά μου όνειρα.

Φίλιον Σκότος

skotos

Όταν δυο σώματα μένουν γυμνά και τα δάχτυλα και οι γλώσσες και οι σχισμές και τα μπούτια γίνονται Ένα, όλο οσμές, σάλια και λαιμαργία, τότε βροντοφωνάζουν ένα Όχι στην υποτιθέμενη αγνότητα. Όχι στο γάμο και στο βιασμό. Όχι στον ψεύτικο έρωτα και στο θεό που τιμωρεί. Όχι στην αστυνομία, όχι στα γεράματα που έρχονται, όχι στις παλιές ελπίδες και στους επερχόμενους πόθους, όχι σε ότι είναι μπλε μωρουδίστικο και τρυφερό πλαστικό όνειρο και φόβος αμπαρωμένος σε χρυσοποίκιλτες σκλαβιές.

Όταν δυο σώματα μένουν γυμνά και κλείνουν τα μάτια αγκαλιασμένα, αποκτούν την πιο δυνατή όραση. Σ’ έναν κόσμο τυφλών που ξοδεύει την τυφλή του ζωή μέσα στην τύφλωση είναι οι καταραμένοι οραματιστές που βλέπουν με τα μάτια των αγγέλων και των διαβόλων. Είναι οι εραστές που βλέπουν τη χαρά και τη φρίκη της ζωής ως την πιο απόκρυφη λεπτομέρεια.

Είναι οι ποιητές που έχουν βρει το ρυθμό, τυλιγμένοι μες την λαχτάρα για Αθανασία, έχοντας τον πιο βαθύρριζο πόθο. Να ξεφύγουν απ’ το Χρόνο. Δηλαδή απ’ τη φθορά και το θάνατο. Απ’ το λιώσιμο και τις στάχτες.

Είναι οι ποιητές που έχουν συνδέσει το Είναι τους, μαγικά και αλαφροΐσκιωτα, με το φάσμα της αιώνιας νιότης. Είναι οι αρχαίοι κλέφτες και οι πρωτόπλαστοι κακοποιοί που κατακτούν την ελευθερία τους μέσα από πολύτιμες και ποικίλες παραβάσεις. Είναι υλιστές συνεπαρμένοι από μεταφυσικό οίστρο. Μαγειρεύουν μέσα στα καζάνια τους σπέρμα. Το πιο δαιμονικό υλικό του σύμπαντος, έχοντας στα βυζιά και στα αιδοία τους τον αβυσσαλέο ίλιγγο της παρουσίας του Άλλου.

Είναι τα κορμιά που αναζητούν το Παν, που αποφεύγουν τις αναμνήσεις και προτιμούν τη νιότη. Είναι τα κορμιά που θα χαρούν την πιο θριαμβευτική μουσική κι έπειτα θα σπάσουν το βιολί του έρωτα πάνω στα βράχια. Είναι τα κορμιά που θα κυλίσουν με όλη την τολμηρή τους αυθάδεια στους νέους έρωτες. Στα νέα περιβόλια. Που θα ρουφήξουν τις μυρουδιές της νύχτας άπληστα. Που θα διάγουν ερωτικό βίο θεσπέσιας ισχύος και ομορφιάς.

Κοκόρια αποκεφαλισμένα μέσα στο παραλήρημα, τρέχοντας και αλαλάζοντας, όλο άγαρμπες δυνατές ανάσες, χύνοντας μέλλον και παρελθόν μέσα στο αιώνιο εκστατικό παρόν. Πάνω στον αφαλό ή μέσα στο μελιχρό σκοτάδι της μήτρας. Στα ριζώματα και στους μοχλούς του σύμπαντος. Αβέρτα χύνοντας. Αβέρτα, δίνοντας πνοή και πνεύμα ηλιόλουστο που δε γνωρίζει θάνατο και σήψη.

Σχετικά με τον Φραντς

kafka-art-of-bug

μίλησε για αρπαχτικά ζώα
κυρίως για τον αρπαχτικό Εαυτό
μασούσε τα ψωμάκια του κάθε πρωί
κι έτρωγε τη σαλάτα του σε ξύλινο πιάτο
μπερδεύοντας τους βιογράφους του
σαν ένας όμορφος νεαρός πρίγκιπας
αυτός ο υπάλληλος στην αυστριακή εταιρία υδάτων
ονόματι Κάφκα

I see you

iseeyou

Το Σώμα μας παρακολουθεί και παρακολουθείται. Τόσο ηγεμονικά αινιγματικό και τόσο μοναχικά φιλήδονο επιδιώκει τη συνάντηση με το άλλο Σώμα. Την αγκαλιά και τα παθιασμένα φιλιά. Τα γλωσσόφιλα και τις δαγκωματιές. Προσμετρώντας σε κάθε δευτερόλεπτο πάθους την αδηφάγο δαπάνη των εκκρίσεων.

Κάθε επαφή παράγει υγρά. Χημικές διεργασίες και πρόσφορα λογάκια. Το δέρμα έχει τον πρώτο λόγο. Η εξωτερική μας στοιβάδα. Αυτή η ύλη που περιβάλει το υποκείμενο. Που χωρίζει το εντός και το εκτός με τρόπο ζωντανό και πορώδη. Αυτό το περιτύλιγμα που ενσαρκώνει το ξεχωριστό άτομο. Ένα τοπίο μοναδικό. Ένα παλίμψηστο από όλα τα ίχνη της προσωπικής διαδρομής.

Σημάδια από καψίματα, ουλές και τραύματα, ενθύμια εγχειρίσεων και εμβολιασμών, κατάγματα και χαραγμένα σημάδια. Η αληθινή μας ταυτότητα. Το διαβατήριό μας. Το δέρμα μας. Ο σεισμογράφος της προσωπικής μας ιστορίας.

Αγγίζω την επιδερμίδα σου και σε διαβάζω. Σε στιγμές μοναξιάς και μόνωσης χαϊδεύομαι. Πάλι στο δέρμα καταφεύγω. Στην επιφάνεια που είναι συνάμα και βάθος εαυτού. Η πρώτη ύλη που ενσαρκώνει την εσωτερικότητα. Η επιφάνεια εγγραφής κάθε αίσθησης και κάθε επαφής.

Το δέρμα μας είναι το ναρκισσιστικό περίβλημα που μας προστατεύει απ’ την ενδεχόμενη διατάραξη της σχέσης μας με τον κόσμο. Η σχέση μας με τον κόσμο είναι ζήτημα δέρματος. Εδώ θα εγγραφεί το ερωτικό κάλεσμα. Πάνω σ’ αυτό τον καμβά θα προσθέσουμε μακιγιάζ, κοσμήματα, τατουάζ.

Εδώ πάνω στο δέρμα μας θα ξεσπάσουν οι εξουσίες και η εφαρμοσμένη διαστροφή της θεοκρατίας. Περιτομή, εκτομή, ακρωτηριασμός, τρυπήματα. Εδώ μονίμως εκτεθειμένα στα βλέμματα των άλλων, τα σημάδια όλων των αρετών και όλων των εγκλημάτων. Μια γυναίκα που ο νταβατζής της, της κεντά τα αρχικά του επάνω στο δέρμα. Ο γάμος που απαιτεί σημάδεμα, αλλοτρίωση και οικειοποίηση από τον Άλλο.

Η εικαστική χειρουργική που μοσχεύει τέχνη στο ανθρώπινο σώμα. Ερωτικές αφιερώσεις, εκφράσεις στοργής, δηλώσεις ανυπακοής, εσταυρωμένοι και γυμνές κοπέλες, στιλέτα, πέταλα, σταυροί. Πόνος απ’ τη βελόνα και το υποδόριο φαρμάκι που μεταποιεί το δέρμα. Σημάδι εκκεντρικότητας. Ένας τρόπος δήλωσης μιας κάποιας ζαβολιάρικης κοινωνικότητας. Ένα αριστείο αντοχής στον πόνο, που επιδεικνύουμε στους άλλους.

Το δέρμα εδώ, περιγράφει μια ρομαντική ιστορία έρωτα και πίστης, που η ζωή αναλαμβάνει να διαψεύσει οδυνηρά.

Εγώ ο Μινώταυρος

Pablo-Picasso-Minotauro

Όταν ανακαλύπτω όλο αυτό το ακαθοδήγητο αντάρτικο μέσα μου και κοντοστέκομαι με όψη απόλυτης συντριβής και σύγχυσης, μπροστά στις στροφές στροφάλων τόσης ποιητικής ύλης, νιώθω το γαργάλημα στις πατούσες και το γουργουρητό στα σπλάχνα. Ολόκληρη η μηχανή από φλέβες, αιμοσφαίρια και συκώτια μένει άγρυπνη και μετράει με τα δάχτυλα ανάγκες, απολαύσεις, αδυναμίες.

Και βεβαίως δε νιώθω λογοτέχνης, άκαυλος σαν το μαρούλι και ευνούχος μολυσμένος απ’ το φτηνό ιδεαλισμό της ακαδημαϊκής γραφειοκρατίας, απ’ την ανακατωσούρα και τη βιασύνη. Θέλω να ζω αργά τη γιορτή της σποράς και τη γιορτή του θερισμού και τη γιορτή της τεμπελιάς.

Είμαι κάτοικος των ζεστών και αρχαίων Μεσογειακών χωρών, που είναι γεμάτες ελαιώνες, αμπέλια και κυπαρίσσια. Πετρώδεις χώρες του ήλιου, παραθαλάσσιες και τραγικές. Χώρες με αρνιά και πρόβατα και λαμπρότατα θανατικά.

Είμαι ο αρχαίος άνθρωπος και ο καυλωμένος βοσκός σμιλεμένος από λόγια, ιστορίες και παραμύθια. Με την ψυχοσωτήρια λαχτάρα μου πλάθω κούκλες και σκιάχτρα και ήρωες ενώ σκέπτομαι την Αθανασία. Έχω τη βαθειά ανάγκη να μεταμορφώσω και να μεταμορφωθώ. Να γίνω ο Μινώταυρος.

Να γίνω τρυφερός, άγριος και φιλήδονος. Γεμάτος ανθρώπινα συναισθήματα αλλά και κτηνώδεις παρορμήσεις. Να βγάλω τον ποιητικό σπασμό της Φύσης που ζευγαρώνει. Όταν είμαι τυφλωμένος ή πληγωμένος. Όταν νιώθω οίκτο ή όταν πονώ. Όταν ξεκοιλιάζω ένα άλογο ή όταν νιώθω φρίκη. Όταν σκύβω πάνω απ’ το κορμί της κοιμισμένης κοπέλας χαϊδεύοντάς τη χωρίς να την ξυπνώ, νιώθοντας εκείνο το σκίρτημα της παροδικής αρχέγονης τρυφερότητας.

Όταν φυλακισμένος πια στο λαβύρινθό μου δεν είμαι ούτε ζωντανός, ούτε νεκρός, αλλά οδηγημένος στο αιώνιο και οριστικό μου κατάλυμα. Σκορπισμένος σε όλα τα πλάσματα. Μέσα στις νεότευκτες τρυφερές σάρκες που καταβρόχθισε το πάθος μου για ζωή, περιφέροντας την αθέατη πανταχού παρουσία μου. Πανάρχαιος και προομηρικός, σώζοντας το ανθρώπινο σκήνος απ’ τη σκωληκόβρωτη μοίρα του.

Εγώ ο Μινώταυρος, το εμφύλιο λάφυρο, πρόσφορος πάντα στην εγκαρδιότητα και στην ευσπλαχνία των ανθρώπων του μέλλοντος. Στα ρητά χάδια που προσφέρουν οι όμορφοι δυνατοί εραστές στα χαμένα κορμιά. Σώματα του μέλλοντος, θα με βρείτε μέσα στα ποιήματα που έγραψα. Στο κοινό αιώνιο παρόν αγάπης εν ηδονή και ηδονής εν ζωή.

Κρυφό Σχολειό

kri

Είμαι τυχερός που μαγειρεύω και ονειρεύομαι. Η μαγειρική μου είναι ονειρική και τα όνειρά μου μαγειρεμένα στο τσουκάλι του Δημιουργού που δε δημιούργησε τίποτε, αλλά ζει αυτό τον οργασμό που άλλοι από παραξενιά και άλλοι από ανοησία ονομάζουν Δημιουργία. Δεν αφήνω στην τύχη το οχτάωρο του ύπνου. Εξοικονομώ τελετουργικά μορφές Αγίων Θηλυκών που φευγατίζουν το Είναι τους απ’ τις νοικοκυρεμένες καταστάσεις και έρχονται μαζί μου να κοιμηθούν.

Γυμνές και αραχνοΰφαντες, χωρίς τα πένθη και τα θρηνητικά νάματα της ψευτοζωής. Μορφές που περιθάλπουν την ασέβειά μου για τα πράγματα που ορίζουν οι διορθωτές και οι κριτικοί και οι θεματοφύλακες της καύλας μου. Ο ύπνος μου διαθέτει μιαν αόριστη αγνωσία. Έναν κατάδικό μου κόσμο εφιαλτικό και παρδαλό, χαρούμενο και χρωματιστό. Αχόρταγο βαθιά και φευγάτο. Έναν κόσμο του ύπνου μακριά απ’ την αδιαφορία των ζωντανών και μακριά απ’ τα εργοστάσια όπλων της καθημερινής επαφής.

Ο ύπνος μου είναι τόσο υλιστικά εκμηδενισμένος που με συμφιλιώνει με τα εγκόσμια μαυσωλεία των ηδονών. Λυγμικά σκιρτήματα μέσα στην προστατευτική κατάνυξη της ονείρωξης και της ονειροκαύλας και της ονειρογαμίας και της ονειροδασύτριχης ηγουμένης που γίνεται μπαλαρίνα των υγρών ενός κόσμου με υγρά.

Ανεπαισθήτως αυτό το μικρό τρισάγιο των Ηδονών την ώρα του ύπνου ξεθάβει απ’ το μυαλό τις ενδόμυχες και άρρητες σκέψεις. Είναι η ώρα και ο Χρόνος που δεόμεθα υπέρ μιας άνευ όρων και εξηγήσεων Αθανασίας. Υπέρ μιας αφθαρσίας του ηδονισμού που χαρίστηκε απ’ τη Φύση στους κολίγους ερανιστές του γονιμοποιού Όλου.

Μακριά από θαύματα της γενετικής και δημόσια αυνανιστήρια. Μακριά απ’ τα οργασμογόνα ναρκωτικά και τους οδηγούς επιβίωσης ενός βίου αβίωτου. Αλλά κοντά στον τελευταίο Φυσικό Άνθρωπο που ακόμα και η ασχήμια του αποδεικνύεται διεγερτική μέσα στον ερωτικό βυθό του ύπνου.

Στον ύπνο μου ανταμώνει ο καλλιτέχνης τον εγκληματία και ο επιβήτορας το λευκό λουλουδάκι με το μαύρο μίσχο. Αιματηρές βακχείες πάνω στο σεξουαλικό καμβά και αθώοι εραστές σε όλα τα ερωτικά παρακλάδια δια παντός γυμνοί και δια παντός λιμασμένοι ο ένας για τον άλλο.

Στον ύπνο μου ο Έρωτας είναι η μανία μου και η βουερή τρέλα να γνωρίσω τον άλλο. Διότι γνωριμία σημαίνει διείσδυση. Χείλη μικρά και χείλη μεγάλα στο χείλος της αβύσσου. Αντιποιήματα σπαρμένα στο νυφικό κοιτώνα των αθώων.

Ιδιώτες

idiotes

Νομίζουν πως είναι αφέντες αλλά είναι γιοί του κερατά που ονειρεύεται ζεστό φαΐ και παντούφλες απ’ τις αποικίες. Έτοιμη ύλη καλοζωίας από ξένους. Είναι στα τελευταία τους, μες το φαρμάκι. Θατσερικοί αλλά όχι με τη Θάτσερ. Οσμίζονται μυαλά και όρχεις της τάξης που την ξεζούμισαν οι φωνακλάδες πολυεδρικοί καθοδηγητές. Μια μασονία των λεωφόρων του καθήκοντος. Η ηδονή στην κρεβατοκάμαρα ομοιοκατάληκτη με συγκινήσεις και τέκνα στρατευμένα στο θυμό και την παρακμή. Μανούλα που δεν έχει τελειωμό μέσα τους. Μπρούμυτη και ολοτσίτσιδη προστατεύει με προσευχές τη διακόρευση του τέκνου απ’ την αγορά. Την αγορά που αγοράζει μόνο κέντρα και ημιαξόνια και μνήμη απ’ τις τσέπες και ζουμί απ’ τα καύκαλα. Τον αυτοματισμό που ο δυτικός άνεμος τον πάει στο τέρμα. Νομίζουν πως οτι κοσκινίζουν απ’ τις χούφτες τους είναι χρυσός, αλλά είναι μολύβι για τα πολυβόλα. Είναι δηλητήρια για να μην ξαναφυτρώσουν χορτάρια και για να μην ξαναπιάσουν παιδί οι αθώες οχιές των αγρών. Είναι υπηρεσιακά περίστροφα δάκτυλα της δακτυλογράφου της έξαψης των γραφείων, μέσα στο άβατο των δράκων που πολεμάνε τις οξιές και τις ποταμίσιες πέστροφες. Που πολεμούν τον Άγιο Σκύλο και την Άγια Σκύλα μήνα Ιούλιο ζευγαρώματος, καύλας και τεμπελιάς. Είναι τα παιδιά που ασκητεύουν στην εταιρία κατά των πεύκων και στην εταιρία πλαστικών δονητών για παιδιά. Που φτιάχνουν χαπάκια για τη σηκωμάρα και συνθετικά μουνιά για τις γραικίας τους αλιτήριους φαλλοκράτες. Που φτιάχνουν σύρμα για κλουβιά Εαυτών και λινάτσες για τις ψόφιες επιθυμίες εραστών που τους καταχώνιασε ο φουστανελάς μπαμπάς στο βρακί του. Που φτιάχνουν σεξοτουρισμό για νηφάλιους κοσμοπολίτες, κοντέινερ χρωματιστά για γκαρσόνια στη Μύκονο, γήπεδα γκόλφ για να χώνουν τις τσουτσούνες τους οι εφοπλιστές, να γαμούνε γη ουρανό και θάλασσα. Ελληνική λεβεντιά επενδύσεις θεός αφέντης ιδιώτες. Και Αιγαίον πέλαγος, με τις αποχρώσεις της σφαγής της Ανατολής.

Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο ποίημα

kantin

Φτάνω ως το τέλος μονορούφι το ποίημα
Σχεδόν ξεχνώ την τελεία
Κι άλλοτε πάλι δεν την ξεχνώ
Και καθώς παίρνω τον ανήφορο σταματώ για ν’ αναπνεύσω
Σταματώ για να διεισδύσω στην Αγαπημένη
Δέντρα πανάρχαια κι έρημα κιόσκια
Καντίνες στο δρόμο για τη Ρώμη
Φορτηγά με δαμάσκηνα και ρουλεμάν
Όχι χάπι εντ
Αλλά καφές ελληνικός σε πλαστικό ποτήρι
Φρέσκο βαμβάκι στα μουστάκια του θεού
Κορφούλες δυόσμου
Μπούτια
Ασβεστωμένος νους υγρός
Το φαλλικό Μετέωρο αφίσα στο αρχαίο καφενείο
Λίπος και κόκκαλα βραστά στο δρόμο για το ποίημα
Και σταματώ στη Θεοτόκο ατενίζοντας το Γράμμο
Τη στύση μου που τη γαβγίζουν τα σκυλιά
Αυτό το χούι ν’ απολαμβάνω το κάτουρό μου τ’ αχνιστό
στα μονοπάτια δίπλα που διαβαίνουν
χαιρέκακοι αστοί με τα μπιστόλια τους
κοπέλες που λοξοδρομούν στα ερεβικά θαμνάκια για να χέσουν
αγριογούρουνα όλο μύγες
μύγες που πιάνουν το σφυγμό μέσα στις φλέβες
αραχνοΰφαντο έναστρο
αποκαΐδι κεραυνού
ο λυρισμός
το ποίημα μου σαν το χαμένο ελάφι
ψάχνει το βλέμμα κυνηγού

Το βυζάκι της Αλίκης

kataskopos_neli_01

Όταν στη δεκαετία του πενήντα το φιλοθεάμον κοινό βυθιζόταν μέσα στη ρομαντική ηδονοβλεψία του ευρωπαϊκού σινεμά, ο Ζαν Ζενέ γύριζε τη μικρού μήκους ταινία Ένα ερωτικό Τραγούδι. Σε μια εποχή που απαγόρευε κάθε κινηματογραφική σεξουαλική αναπαράσταση ο Ζενέ έστησε μια τριαδική παρτούζα ανάμεσα σ’ ένα δεσμοφύλακα και δυο κρατούμενους. Τρία κτήνη με όψη αγγέλων.

Ένα ασπρόμαυρο εργόχειρο όπου η ηδονοβλεψία συναγωνίζεται τον σεξουαλικό πόθο με όλη του τη βία και τη λεπτότητα. Μια τρύπα ανοιγμένη όπως-όπως ανάμεσα σε δυο κελιά, μέσω της οποίας οι δυο εραστές μοιράζονται διαδοχικά το κάπνισμα ενός τσιγάρου. Τρυφερότητα και ξέσπασμα. Ένα πορνογραφικό σχόλιο πάνω στον εγκλεισμό. Τον εγκλεισμό των ανδρών. Των πολεμιστών. Των αθώων και των ενόχων. Των πολεμοχαρών και των αγαθών.

Όλη η σχιζοφρένια της ανδρικής σεξουαλικότητας. Ο άντρας διχασμένος ανάμεσα στον ανδρισμό του και τη θηλυκότητά του. Ανάμεσα στη βία του και το φαλλοκρατικό δεσποτισμό. Ανάμεσα στην αβρότητα και τη γενναιοδωρία. Ουδέν κρυπτό υπό το βλέμμα του συγγραφέως. Οι σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης, τα ίχνη από σκατά πανω στην ψωλή μετά το σοδομισμό, οι οσμές, τα αφροδίσια, οι μουνόψειρες.

Ένας άνθρωπος που χτυπάει τις καμπάνες μέσα στο λήθαργο της αστικής προσαρμογής ενός κόσμου που βίωσε τον πιο ακραίο εφιάλτη και την πιο ταπεινωτική τερατωδία. Ένας Γάλλος πούστης διανοούμενος που έχει το περίσσιο θράσος να χρωματίσει με τη δική του ηθική την αντίστιξη ανάμεσα στους φούρνους του Άουσβιτς και στον πορνογραφικό οίστρο, αγγίζοντας τα όρια της αυνανιστικής εκτόνωσης.

Όχι εξιδανίκευση και φτιασίδωμα αλλά πρόκληση και στράτευση. Ο Ζενέ ήταν με τους Μαύρους Πάνθηρες και τους Παλαιστίνιους διότι εκτός των άλλων διέθεταν και σεξουαλική ευρωστία. Υγεία ερωτική και αθωότητα κουρδισμένη στον αγώνα κατά της εξουσίας. Μια βίαιη αθωότητα άκρως καυλωτική, με όλη τη ζωική ορμή του ανθρώπου που δεν ελπίζει στη βασιλεία των Ουρανών αλλά στη βασιλεία των Οργασμών.

Όταν ο ελληνικός μετεμφυλιακός πολιτισμός φυλλορροούσε ανάμεσα στο βυζάκι της Αλίκης και στις Δοκιμές του Σεφέρη στήνοντας Νόμπελ, αντιπαροχές και χριστιανοχουντικά μεγαλεία, ο Ζενέ σύχναζε στα δημόσια ουρητήρια της πατρίδας του, φωλιάζοντας στις πιο αποσυνάγωγες οσμές της ανθρώπινης ύπαρξης.

Δακρυγόνα

katu

Μια τιμωρία ή ένα βασανιστήριο που παραμένει κρυφό δεν έχει κανένα νόημα. Το βασανισμένο σαρκίο και το τιμωρημένο κορμί είναι εσαεί πειστήρια της δύναμης της εξουσίας. Οι βομβαρδισμοί, οι πολιτικές δολοφονίες, οι βιασμοί, φωτογραφίζονται και κινηματογραφούνται για να εκτεθούν σε μια απέραντη παγκόσμια οθόνη.

Ο παραδειγματισμός αποτελεί μια λαμπρή πολιτική ιεροτελεστία. Τελετές εκτέλεσης και τελετές αποκεφαλισμού. Θεατές που γίνονται εν δυνάμει δρώντα πρόσωπα, καθώς βάζουν τους εαυτούς τους στην κατάσταση του θύματος. Ένας παγκόσμιος κανόνας προληπτικής πειθαρχίας λειτουργεί υπόγεια μέσω ενός ακραίου ψυχολογικού σωφρονισμού της εικόνας. Όλα φανερώνονται σαν μια πλημύρα, σαν μια φυσική καταστροφή.

Ο πόλεμος και οι σφαγές σπάνε τα φράγματα των κοινωνιών. Οι σκαλωσιές που κρατούν την ανθρώπινη ύπαρξη καταρρέουν. Το ίδιο κτηνώδες και μαχητικό σύστημα σε αφοπλίζει και σε απελπίζει. Δεν υπάρχουν πανανθρώπινα αιτήματα. Μόνο παραφθαρμένες και φάλτσες ανοργάνωτες εξεγέρσεις. Ο αγώνας σου λέει είναι μάταιος.

Κι όλες αυτές οι σκιώδεις στρατιές της νεοσύλλεκτης γενιάς θα γαργαλήσουν τα αιδοία τους με τον ψηφιακό αλγόριθμο της καταστολής. Η δόνηση του κινητού θα δίνει νόημα στον αδόνητο και ατάραχο λιτό βίο. Η φωσφορίζουσα ματαιοδοξία του επιληπτικού βίου θα λαμπρύνει τα διαστήματα φθοράς. Η δράση που σου απομένει είναι ο εθελοντισμός και η καρναβαλική ελεημοσύνη.

Οι μάζες που κινούν την ιστορία απ’ το καθιστικό τους στη Δύση ή απ’ το καταφύγιό τους στην Ανατολή. Οι έγκλειστοι ευρωπαίοι που προαυλίζουν τις τύψεις τους φυτεύοντας δεντράκια την Κυριακή το πρωί, παρακολουθώντας την μεγάλη πομπή των φτωχών που ψάχνουν στα σκουπίδια τους, αυτά που πετούν με οικολογική σωφροσύνη στις τριτοκοσμικές μπανανίες τους. Μέσα στον παρασιτικό οργασμό της η κερδοσκοπική μηχανή που ζει από τη ζωή που καταπιέζει απαιτεί από όλους πειθαρχία και υπακοή.

Μέσα στις μολυσμένες πόλεις οι άνθρωποι τρέχουν και μόνο τρέχουν. Φοράνε μάσκες και βάζουν τσιρότα. Βιαστικοί υπάλληλοι και τηλέφωνα που συνεχώς κουδουνίζουν. Όλοι προσπαθούν να εισβάλουν στο χρυσό κλουβί του καπιταλιστικού παραδείσου. Με καπότες και χάπια. Με ψήφο, δημοκρατία και εκλογές. Με δημιουργική γκρίνια και ευτράπελο παροξυσμό μέσα στο ντελίριο της μικροαστικής ονείρωξης.