Οι γυναίκες που αγαπιούνται

gunio

Η λογοτεχνία διαβάζεται με τα μάτια. Όλα τα υπέροχα πράγματα τα διαβάζω με τα μάτια. Οι εραστές διαβάζουν την ομορφιά με τα μάτια κι έπειτα κλείνουν τα μάτια για να την αποστηθίσουν. Θέλουν σιωπή για να παραδοθούν στις τρέχουσες μέριμνες του έρωτα.

Κοιτώ σημαίνει χαίρομαι και καυλώνω. Κι ο χαρούμενος καυλωμένος άνθρωπος έχει μια δικαιολογημένη προπέτεια. Είναι αυθάδης, ηδονίζεται με τον εαυτό του. Όταν διαβάζω το βιβλίο που μου αρέσει ηδονίζομαι. Όταν βλέπω να ξεδιπλώνεται το ποίημα που γράφω ηδονίζομαι δυο φορές. Όταν σε βλέπω να αγριεύεις αναγνώστη απ’ το ποίημα μου χύνω. Τα κάνω πάνω μου. Γεμίζω υγρά και ζουμιά. Μέλια.

Όποιος δεν έχει μάτια να δει αγρεύει μονίμως μνήμη και μνήμες. Τελεί μνημόσυνα και κηδείες. Και ξανά μνημόσυνα και ξανά κηδείες. Λυπάται πάντα, βραδυβάμων και απρόθυμος, χωρίς αναζήτηση και χωρίς περιέργεια. Η λύπη μας βουλιάζει ενώ η χαρά τα βρίσκει όλα γύρω της και στην ανάγκη τα μεταμορφώνει και τα χαροποιεί.

Πάντα κοντά μας υπάρχει ένα αθέατο πλάσμα που κρατάει την κοιλιά του από τα γέλια βλέποντας τα καμώματά μας. Είμαστε όντα γελοία και τραγικά. Όντα που πιστεύουν σε ηλίθια θαύματα και βλοσυρούς θεούς χωρίς να βλέπουν το μέγα θαύμα που διαδραματίζεται αδιάκοπα γύρω μας. Είμαστε άνθρωποι κι αυτό είναι όλο.

Διαβάζουμε με τα μάτια τη θεία ιλαρότητα των πραγμάτων και των προσώπων. Χαιρόμαστε και προχωράμε. Η χαρά είναι μεταβολή, ωρίμανση, αλλαγή. Η χαρά είναι η κλειτορίδα της γονιμοποιού φθοράς. Θέλει γλείψιμο και αφοσίωση. Δεν θέλει πιστούς και στρατιώτες.

Χαίρομαι τώρα και γελάω με τον εαυτό μου. Μυθολογώ ακαταπαύστως το πεπρωμένο μου. Ξηλώνω τους παλιούς μύθους που εγίναν ψαλίδια για τσουτσούνες και φτιάχνω καινούργιους. Γράφω το ποίημα μου και το διαβάζω και το διαβάζεις και το σαρκώνω ώστε να μυρίζει ιδρώτα ή αέρα του βουνού, αφήνοντάς το έκθετο στην εσχατιά της πιο αδιάκριτης αναγνωστικής γυμνότητας.

Μυρίζω την αγαπημένη μου και τις αγαπημένες μου. Διαβάζω τις μυρουδιές τους και σκύβω ανάμεσα στα μπούτια τους. Μυρίζω ακτινίδιο και ψαρίλα. Πρωινή δροσιά και υγρή μούχλα. Μυρίζω σπράιτ και άρωμα Παλόμα Πικάσσο. Μυρίζω ξύδι και νερό και μεταλαβιά. Μυρίζω παράδεισο και βρεγμένα σκουπίδια. Μυρίζω ροδάκινο και χώμα.

Σκύβω ανάμεσα στα μπούτια σου και μυρίζω τον κόσμο. Σε διαβάζω πατόκορφα Ζωή. Θηλυκή ύπαρξη. Χώνω τη μουσούδα μου στα σκέλια σου. Εγώ ο Σκύλος ο θνητός. Ο εν γένει αδύναμος και ο εν δυνάμει θεϊκός.

Κουραδοκόφτες

kompio

Αν θες να αποφύγεις τη γελιοποίηση θα πρέπει πρώτα να την ασπασθείς. Το χιούμορ υπήρξε πάντα η κατάρα των λεγόμενων και φερόμενων ως σοβαρών δημιουργών, που, μονοσήμαντα και ερασμιακά αποθέωσαν το ψυχοπλάκωμα. Ο πόνος αρκετών καλλιτεχνών υπήρξε πλαστός και δυσκοίλιος. Πόνος που πουλήθηκε ακριβά στους ευσπλαχνικούς και φιλότεχνους πλουτοκράτες.

Πόνος και κραυγές και επιθανάτια τραγουδάκια ενός πληγωμένου κύκνου που σπαρταρούσε ανάμεσα στους λατρευτούς μηρούς μιας πλουσίας κυρίας, συζύγου εφοπλιστού ή βιομηχάνου, η οποία φιλότεχνος ούσα, αγόραζε μαζί με τα τελάρα και την ψυχή του δημιουργού.

Ακροκέραμα, μπεκάτσες και τσουτσούνες από αγγελάκια στόλισαν τα βελούδινα και πλουμιστά σαλονάκια, σιγοντάροντας το άσεμνο μουρμουρητό του πλούτου που δεν έχει τι να κάνει τα πλούτη του. Του πλούτου που γαμεί και δέρνει επί οχταώρου το ηρωικό προλεταριάτο για να βγάλει απ’ τη μύγα ζεστό ξύγκι.

Νεόπλουτοι που με την πρώτη ηλιαχτίδα καλοζωίας αγόρασαν Μυταρά και Φασιανό. Πέντε εκατομμύρια δολάρια για την κουρούνα που ξεσπυρίζει ένα καλαμπόκι βγαλμένο απ’ το μουνί της Μαρίας Αντουανέτας. Σαράντα εκατομμύρια ευρώ για τη μάχη στο Βατερλό και τη μάχη στα Γαυγάμηλα, εκεί όπου η βροντή των πυροβολαρχιών με το άσεμνο σχήμα των κανονιών τους στεφάνωνε τα κορμάκια των λαών στα λασπερά χαρακώματα.

Μαικήνες και χρηματιστήρια. Βιομηχανία του θεάματος και ουράνιος μηχανική των σαστισμένων ψυχών. Το νικηφόρο τραγούδι του Μαικήνα. Μακριά από εκεί όπου εγώ βρίσκω ζωτικότητα και χυμούς. Μακριά απ’ τις λέξεις και τα βογγητά, αλλά εκεί στα υπερώα όπου ανθεί η σοβαροφάνεια και τα φουλάρια.

Η τέχνη δεν πουλιέται και δεν αγοράζεται. Ένα παιδί που ζωγραφίζει δεν κάνει τέχνη για να την πουλήσει. Ένας ποιητής δε γράφει ποιήματα για να βγάλει λεφτά. Ένας αληθινός άνθρωπος δεν είναι καλός και δεν κάνει καλές πράξεις για να πάει στον παράδεισο των παπάδων. Δυο κορμιά που αγκαλιάζονται δεν αγκαλιάζονται για να τα κονομήσουν.

Ο κόσμος είναι αυτός που είναι και δεν χρειάζεται απ’ την κορφή ως τα νύχια να μυρίζει ροδοπέταλα. Μην προσπαθείτε να διακοσμήσετε τον κόσμο. Μην πιστεύετε τη γλυκερή ποίηση που θέλει το μουνί να μυρίζει ροδοπέταλα. Το μουνί μυρίζει μουνί, σύντροφοι και συντρόφισσες, γραφειοκράτες της καπιταλιστικής μηχανής και δάσκαλοι του μεταμοντέρνου μεσαίωνα.

Μην προσπαθείτε να κάνετε όλο τον κόσμο να μυρίζει αποσμητικό τουαλέτας και εξωτικό κήπο. Μην κάνετε κολπικά ντους στα δημιουργήματά σας με άρωμα βροχής, λουλουδιών ή βατόμουρου. Αμήν.

Θείον Βρέφος

virgin

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι δεν έγιναν δάσκαλοι ποτέ. Δεν δίδαξαν ούτε μιαν αράδα και δεν κράτησαν λογιστικά βιβλία σε φροντιστήρια. Δεν ύψωσαν το δάχτυλο για να τρυπώσουν τη φωνή τους στο μη κυρίαρχο εγκεφαλικό ημισφαίριο των υποψήφιων αφοσιωμένων οπαδών τους.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι έγιναν ψαράδες και βοσκοί. Μελισσοκόμοι και αγρότες.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι δεν είναι χωμένοι ως το μουνί μέσα στα σκατά. Δεν γλείφουν το αμερικάνικο όνειρο και τον ευρωπαϊκό κλιματιζόμενο εφιάλτη. Δεν είναι παιδιά του φασίστα και του κεφαλαιοκράτη. Δεν είναι τέκνα του Αδόλφου και του Ροκφέλερ. Δεν είναι όλα αυτά τα ψυχρά και ύπουλα φανταράκια που ψηφίζουν νόμους.

Δεν κλείστηκαν σε υπόγεια για να μαραζώσουν και να γράψουν καταθλιπτικά σονέτα. Δεν έγιναν αντικομουνιστές απ’ το υπερώο ρετιρέ τους και περιστασιακοί αριστεροί για να βγάλουν φράγκα. Οι σπουδαίοι δάσκαλοι δεν έγιναν τσιράκια της πολιτικής ορθότητας. Δεν χάρισαν την κωλοτρυπίδα τους στο Κράτος.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι δεν άφησαν την μπουρζουαζία να τους γαργαλάει τ’ αρχίδια αλλά τα χαμομηλάκια του αγρού. Οι σπουδαίοι δάσκαλοι δεν είχαν ποτέ μαθητές και στρατιώτες. Δεν έβαλαν ποτέ στο βρακί τους παπάδες και παρδαλούς διαφωτιστές της μιας και μοναδικής άποψης.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι πολεμούν το Θείον Βρέφος που ξεγέννησε ο Χίτλερ, αυτό που έγινε μάνατζερ και ανθρωποδιορθωτής και μελιστάλαχτος υπερασπιστής δικαιωμάτων. Αυτό που έγινε ηγέτης και αρχηγός. Αυτό το υπερκόσμιο βρέφος που μπουσουλάει ανάμεσά μας, κυριευμένο από ένα τόσο τερατώδες και βαθύ μίσος για το ανθρώπινο είδος που ποθεί να το εκφυλίσει και να το διαφθείρει σε τέτοιο βαθμό ώστε να το καταστήσει αγνώριστο.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι πολεμούν την εξουσία μαζεύοντας χόρτα και ζυμώνοντας ψωμί. Δεν χρειάζονται στέφανα και σύμφωνα συμβίωσης για να αγκαλιάσουν και ν’ αγκαλιαστούν.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι πολεμούν το Θείον Βρέφος που γέννησε ο πόλεμος και τρύπωσε μέσα στα θλιβερά κοινοβούλια της Ευρώπης. Οι σπουδαίοι δάσκαλοι πολεμούν τη λαιμαργία και τις σημαίες των Κρατών. Τα διαβατήρια και τα ανήλιαγα διαμερίσματα. Τα κελιά των μικροαστών και τα ενδιαιτήματα της ματαιοδοξίας.

Οι σπουδαίοι δάσκαλοι που ξέρω δεν πάνε εκδρομές και δε χαρίζουν δώρα. Αγκαλιάζουν τον εραστή τους σ’ ένα ντιβάνι. Αγαπούν μόνο.

Victoria Secret

apollonia

Μυρουδιές από εχθρούς και φίλους. Μυρουδιές από ποιήματα και παιδική ηλικία. Σκυλιά και γάτες που οριοθετούν την κυριότητα της κτήσης τους κατουρώντας. Θαμμένες τρούφες που μυρίζουν σαν ξαναμμένοι χοίροι προσκαλώντας τα θηλυκά γουρούνια για ζευγάρωμα. Χημικά ερεθίσματα, οσμές απ’ τους αστρικούς βάλτους της προϊστορίας.

Αρσενικά και θηλυκά, μέσα στην ανεπαίσθητη και αφροδισιακή κοσμογονία, περιμένουν το ζευγάρωμα. Τον αλληλοσπαραγμό. Μυρμήγκια που βρίσκουν το δρόμο τους για τα ψίχουλα. Μέλισσες εργάτριες, χρήσιμες αποδοτικές υπηρέτριες. Σφήκες και τερμίτες δεμένα από έναν αόρατο σπάγκο οσμών στρατευμένα στη συλλογική εργασία και την άμυνα. Ορμόνες των θηλυκών.

Σωματικές διακηρύξεις. Έτοιμες δεσιές για τα φαλλικά μελτέμια. Μιαν αυτοκρατορία επιθυμιών και πόθων. Καλέσματα για γάμους μέσα στον πελώριο ερωτικό αντιδραστήρα του σύμπαντος. Ένα κύκλοτρο που το γυρνά η απαράγραπτη νύξη της χαράς.

Με τις μυρουδιές σου χαίρομαι και καυλώνω. Με πολιορκείς και σε πολιορκώ. Σε μυρίζω και με μυρίζεις εκεί στο δέλτα της ποιητικής κοίτης και της θάλασσας του οργασμού. Ακατάσχετοι και οι δύο προκαλώντας χτυποκάρδια και υγρά. Μια ζέστα απ’ τα έγκατα, μια σπερματική πλημμυρίδα παραδομένη στην ενεδρεύουσα τυχαιότητα.

Εντομολόγοι και στοργικοί πατεράδες που έχουν κλεισμένα θηλυκά στο κλουβί. Αρσενικά που χτυπιούνται πάνω στα κάγκελα του κλουβιού και πάνω στα παραθυρόφυλλα, παρασυρμένα από μυρουδιές και ορμονικά σήματα. Πλάσματα μαγεμένα απ’ το φλάουτο κάποιου αόρατου αυλητή.

Οι ξελογιάστρες του Μεσαίωνα που έβαζαν καθαρισμένα μήλα στις μασχάλες τους μέχρι να ποτιστεί απ’ τον ιδρώτα τους, για να το προσφέρουν στους εραστές τους. Αγόρια και κορίτσια που χαϊδεύουν τα τρυφερά τους αιδοία πλησιάζοντας τα δάχτυλα στα ρουθούνια.

Παράγοντας καύσιμη ύλη και σπινθήρες χαράς μέσα στο καζάνι του κορμιού. Εκεί που βράζουν όλα τα εκρηκτικά και αρχέγονα αισθήματα. Η οργή, ο πόθος, ο φόβος. Πρόγονοι και απόγονοι εις σάρκαν μία. Μέσα στα δίχτυα των οσμών. Έτοιμοι για μετάληψη μετά τις υπερούσιες μάχες και τον υπαρξιακό σπασμό.

Ο Ναπολέων μετά τη μάχη στο Μαρένγκο που στέλνει μήνυμα στην καυλωμένη Ιωσηφίνα: «Επιστρέφω σε τρεις μέρες. Μην πλυθείς»

Jouir son entraves

amor-amo

Περάστε, περάστε κυρίες και κύριοι.
Φέρτε τα παιδιά σας τα σκυλιά και
τις γάτες σας. Φέρτε τις γίδες και τις
μαλλιαρές σας μαϊμούδες. Φέρτε
την ηδονή, τη βαρβαρότητα και τη
μελαγχολία. Φέρτε τη σάρκα και τα
οστά των προγόνων σας. Την ερωτική
ανεμελιά και τη σαγήνη. Τον Καλιγούλα
και τη Μεσσαλίνα. Φέρτε τη Λυσιστράτη
του Αριστοφάνη και την Αφροδίτη
του Πιέρ Λουίς. Ουρλιάξτε εκείνο το
jouir son entraves εκείνο το ηδονίζεσθαι
ανεμπόδιστα. Εγγραφείτε συνδρομητές
σε δρομολόγια γλώσσας, σε ίσκιους
και μασχάλες ανηφορικές. Εγγραφείτε
συνδρομητές γλουτών. Επισκεφτείτε
το σύνορο της σπονδυλικής στήλης
με το υπερπέραν. Του λυρισμού το
τριφύλλι που το βοσκάν μονόφθαλμες
ψυχούλες. Τον άγουρο επεκτατισμό
του πρώτου φιλιού. Περάστε να σφαδάξετε.
Να χορτάσετε ήττα και παράσιτα. Ζουμιά
να στραγγίξετε από εσώρουχα λάβαρα.
Ελάτε να φάτε να πιείτε και να χορέψετε.
Αξίζει τον κόπο να γεννηθείτε. Να γίνεται
αγρίμια ληστές κακοποιοί. Αξίζει να
δοκιμάσετε ζεστό ζυμωτό ψωμί. Αξίζει
να κλέψετε ζεστό ζυμωτό ψωμί. Να
κλέψετε ελιές ξιδάτες. Να κλέψετε
βυζάκια κοριτσιών απ’ τις αφίσες.
Ελάτε να μαζέψετε μαργαρίτες και
φαλλικά λουλουδάκια. Ελάτε να διαβάσετε
τα ερωτικά της Mansour την επηρμένη
κλητική του θηλυκού. Τα δάχτυλα
περίστροφα στον κόλπο της. Ελάτε να
διαβάσετε εφημερίδες και να λύσετε
σταυρόλεξα. Ελάτε να λυσσάξετε
και να ξεβρακωθείτε. Ελάτε να
περπατήσετε στο χιόνι και να
βουλιάξετε στη μούτελι. Ελάτε
να αλείψετε το κορμί σας λάσπη.
Ελάτε στα ιαματικά λουτρά του Καϊάφα
και στα λουτρά της Ωραίας Ελένης.
Στην Αγία Τριάδα Μεσολογγίου, ελάτε
στην Αιδηψό και στην Υπάτη. Ελάτε
να γίνεται γριές και γέροι. Παλαβοί
ποιητές, οσποδάροι, μαχαιρωμένες
καρδούλες. Ελάτε να βγάλετε το άχτι σας
και μετά ψοφήστε δια παντός και
αμετάκλητα. Περάστε κυρίες και κύριοι,
εσείς, βρέφη ματωμένα απ’ τα σπλάχνα της μαμάς.

Γεωμετρικός Τόπος

geomtop

Ο δάσκαλος μού μιλάει. Ο δάσκαλος ξύνει τη μύτη του. Είμαι αφηρημένος. Ο δάσκαλος μου απευθύνει το λόγο. Χαμογελάει σαρκαστικά. Είναι ο δεσμοφύλακας υπηρεσίας. Βαριέμαι όπως βαριέται και ο δάσκαλος. Βαριέμαι όπως βαριούνται κι αυτά τα θλιβερά μαθητούδια δίπλα μου. Νυσταγμένοι και φοβισμένοι καλπάζουμε ο καθένας για το δικό του πρωινό Σύμπαν.

Ο δάσκαλος κάνει το χρέος του. Τον θαυμάζω και τον μισώ. Έξω βλέπω τον ήλιο σε παροξυσμό. Θέλω να βγω στον ήλιο μα δεν επιτρέπεται. Σχεδόν με παίρνει ο ύπνος και σχεδόν ο δάσκαλος ουρλιάζει μες στ’ αυτιά μου. Τι εστί γεωμετρικός τόπος.

Νιώθω το χέρι του να μ’ ακουμπάει στον ώμο. Γυρίζω και τον κοιτώ στραβά. Ο δάσκαλος στέκεται εκεί, δίπλα μου, μ’ εκείνη την αταραξία της εξουσίας. Εγώ μάλλον του φαίνομαι κατσούφικος και μακρινός, σα να ξαναβρίσκω τις αισθήσεις μου ύστερα από ένα γερό χτύπημα στο κεφάλι. Τι εστί γεωμετρικός τόπος.

Ο δάσκαλος ρωτά ξανά και ξανά. Θέλει να μάθει από μένα. Θέλει να μου αποσπάσει μια λέξη. Μιαν ομολογία. Μα όλα όσο διδάχτηκα τα έχω ξεχάσει. Ο δάσκαλος ουρλιάζει δυνατά. Οι συμμαθητές μου ουρλιάζουν σιωπηλά. Με κοιτούν σα να με λυπούνται. Στον αέρα σβησμένοι ήχοι μακρινής πόλης κι έξω ο ήλιος.

Ο δάσκαλος προχωρά προς την έδρα. Ανεβαίνει στο βάθρο του εκεί όπου βουτάνε όλοι και χάνονται. Μέσα στα σύννεφα από ασβέστη και μαύρο ουρανό. Γραμμές από κιμωλία λευκές κι ένας θεός που φτιάχνει με τα δάχτυλα τον κόσμο. Ένας βαριεστημένος θεός. Ένας θεατρίνος. Ένας παντογνώστης με αλευρωμένα δάχτυλα που βγάζει απ’ το καπέλο του κύκλους και τετράγωνα και αριθμούς.

Homo Sapiens όλοι, κι εγώ ένας απ’ αυτούς. Με τη σπουδαία φήμη του καθυστερημένου που υφαίνω υπογείως και κοπιαστικά. Μέρα με την ημέρα κοιτάζοντας τον ήλιο και τα δέντρα. Κοιτάζοντας τους περαστικούς που γλίτωσαν απ’ τα δόντια του δασκάλου. Κοιτάζοντας τη μάγισσα που, οπλισμένη με τη σκούπα της, έξω στην ελευθερία, μας καθαρίζει τις βρομιές.

Κοιτάζω απ’ το παράθυρο πάντα, μα το βλέμμα του δασκάλου με καταδιώκει. Τι εστί γεωμετρικός τόπος. Ξανά και ξανά, βασανιστικά. Δεν απαντώ. Πεινάω. Νυστάζω. Θέλω να φύγω, να βγω έξω. Η κλίκα των συμμαθητών μου γελάει το ίδιο σαρκαστικά με το δάσκαλο, πιο σκληρή και πιο περιφρονητική απ’ αυτόν. Αγριεμένοι και νευριασμένοι μουρμουρίζουν πικρόχολα μες απ’ τα δόντια τους.

Με το ένα μάτι μου ονειρεύομαι. Βουτώ ολόκληρος μες στο μελάνι και γράφω ανούσια πράγματα. Η φαντασία μου μόνο. Ξέφρενη και τρελή. Τεθλασμένη. Τι εστί γεωμετρικός τόπος; Εγώ, φωνάζω. Εγώ είμαι ο γεωμετρικός τόπος. Εγώ! Ο δάσκαλος τώρα με κοιτά συνοφρυωμένος. Αποφασίζει να με αφήσει στην τεμπελιά μου, την πλήξη μου και τα βουλιμικά μου όνειρα.

Φίλιον Σκότος

skotos

Όταν δυο σώματα μένουν γυμνά και τα δάχτυλα και οι γλώσσες και οι σχισμές και τα μπούτια γίνονται Ένα, όλο οσμές, σάλια και λαιμαργία, τότε βροντοφωνάζουν ένα Όχι στην υποτιθέμενη αγνότητα. Όχι στο γάμο και στο βιασμό. Όχι στον ψεύτικο έρωτα και στο θεό που τιμωρεί. Όχι στην αστυνομία, όχι στα γεράματα που έρχονται, όχι στις παλιές ελπίδες και στους επερχόμενους πόθους, όχι σε ότι είναι μπλε μωρουδίστικο και τρυφερό πλαστικό όνειρο και φόβος αμπαρωμένος σε χρυσοποίκιλτες σκλαβιές.

Όταν δυο σώματα μένουν γυμνά και κλείνουν τα μάτια αγκαλιασμένα, αποκτούν την πιο δυνατή όραση. Σ’ έναν κόσμο τυφλών που ξοδεύει την τυφλή του ζωή μέσα στην τύφλωση είναι οι καταραμένοι οραματιστές που βλέπουν με τα μάτια των αγγέλων και των διαβόλων. Είναι οι εραστές που βλέπουν τη χαρά και τη φρίκη της ζωής ως την πιο απόκρυφη λεπτομέρεια.

Είναι οι ποιητές που έχουν βρει το ρυθμό, τυλιγμένοι μες την λαχτάρα για Αθανασία, έχοντας τον πιο βαθύρριζο πόθο. Να ξεφύγουν απ’ το Χρόνο. Δηλαδή απ’ τη φθορά και το θάνατο. Απ’ το λιώσιμο και τις στάχτες.

Είναι οι ποιητές που έχουν συνδέσει το Είναι τους, μαγικά και αλαφροΐσκιωτα, με το φάσμα της αιώνιας νιότης. Είναι οι αρχαίοι κλέφτες και οι πρωτόπλαστοι κακοποιοί που κατακτούν την ελευθερία τους μέσα από πολύτιμες και ποικίλες παραβάσεις. Είναι υλιστές συνεπαρμένοι από μεταφυσικό οίστρο. Μαγειρεύουν μέσα στα καζάνια τους σπέρμα. Το πιο δαιμονικό υλικό του σύμπαντος, έχοντας στα βυζιά και στα αιδοία τους τον αβυσσαλέο ίλιγγο της παρουσίας του Άλλου.

Είναι τα κορμιά που αναζητούν το Παν, που αποφεύγουν τις αναμνήσεις και προτιμούν τη νιότη. Είναι τα κορμιά που θα χαρούν την πιο θριαμβευτική μουσική κι έπειτα θα σπάσουν το βιολί του έρωτα πάνω στα βράχια. Είναι τα κορμιά που θα κυλίσουν με όλη την τολμηρή τους αυθάδεια στους νέους έρωτες. Στα νέα περιβόλια. Που θα ρουφήξουν τις μυρουδιές της νύχτας άπληστα. Που θα διάγουν ερωτικό βίο θεσπέσιας ισχύος και ομορφιάς.

Κοκόρια αποκεφαλισμένα μέσα στο παραλήρημα, τρέχοντας και αλαλάζοντας, όλο άγαρμπες δυνατές ανάσες, χύνοντας μέλλον και παρελθόν μέσα στο αιώνιο εκστατικό παρόν. Πάνω στον αφαλό ή μέσα στο μελιχρό σκοτάδι της μήτρας. Στα ριζώματα και στους μοχλούς του σύμπαντος. Αβέρτα χύνοντας. Αβέρτα, δίνοντας πνοή και πνεύμα ηλιόλουστο που δε γνωρίζει θάνατο και σήψη.