ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Φεβρουαρίου, 2013

Μεταξύ σφύρας και άκμονος

met a

Δεν μας πτοούν οι δυσκολίες. Οι τοίχοι
της τάξης, οι φυλακές, τα στρατόπεδα,
τα σιντριβάνια που μαγάρισαν τα περιστέρια.
Δεν μας πτοούν οι παλιανθρωπιές και
οι δυστυχίες. Είμαστε σε κρίσιμο σημείο
σε μια γη με θαμμένους θησαυρούς και
σπουδαία αιματόβρεχτη ιστορία. Είμαστε
μεταξύ σφύρας και άκμονος. Γράφουμε
και μαδάμε. Ορμητικά βίαια ποιήματα.
Καταφεύγουμε στην πρόζα. Στις διαμάχες.
Προμηνύουμε το μέλλον. Το προβλέπουμε
μ’ έναν παράλογο τρόπο. Το παράγουμε
στο εργαστήρι της συνουσίας. Περιμένοντας
να πέσει πάνω μας ο ουράνιος θόλος.
Περιμένοντας στον ύπνο μας μια γυμνή.
Μιαν αμείλιχτη αλχημεία σκληροτράχηλου
σεξ κάτω απ’ το σεβάσμιο φεγγαράκι.

Ο σωτήρ, ή ο από μηχανής φαλλός

ο σωτηρ

Κατέχω μόνο το σώμα των άλλων.
Το δικό μου με κατέχει.
Ο έρως δεν ταΐζει τα σώματα παρά οξύνει την πείνα τους.
Οι διαφημιστές εβάλαν τον ερωτισμό σε ναφθαλίνη.
Το σώμα κάποτε ξενυχτούσε το φεγγάρι και πρόσμενε την αυγή.
Άνθιζε στους αγρούς με τα μαύρα κοτσύφια και το στιλπνό αεράκι.
Κι οι μοιχαλίδες ξυπνούσαν με τη γεύση του θυμού.
Όμορφες αρχαίες θεές πριν τον έμπορα.
Εδώ σταματούν οι εικόνες του παλιού καιρού.
Εδώ σκοντάφτει η γλώσσα στο βυζί.
Εδώ οι τρομερές νύχτες.
Εδώ τα σάπια κρέατα του καιρού.
Αλεπούδες σκοτωμένες από γιωταχή.
Κι η τσεκουριά του λύκου.

Στην Ελλάδα γράφτηκε φοβερή ποίηση.
Και τσιμπούσια εγίνανε φοβερά.
Αρχαία ένδοξη σπορά καλοζωίας.
Εδώ σφάχτηκαν οι καπνεργάτες απ’ τους χωροφύλακες.
Εδώ στα ωραία λευκά νησιά με τους γαλανούς αιθέρες η πατρίδα
δηλητηρίασε το τελευταίο τους γεύμα.
Εδώ τους έριξαν το βιτριόλι.
Εδώ κρύφτηκε το καράβι τους.
Στ’ ανεπαίσθητα ριπιδίσματα των σκελιών μιας κυράς.

Ο έρως ένα τετελεσμένο γεγονός.
Αν δεν είσαι σεξουαλικά πεινασμένος είσαι κουτάβι.
Να κατασκοπεύεις την αγαπημένη σου.
Και να στέκεσαι κάτω απ’ το ομορφότερο δέντρο όταν κατουρά.
Και να της χαμογελάς καταμεσής του δρόμου.
Τα ελληνικά μου στους δυο μηρούς της κυλούν.
Ο έρως αντιστέκεται στην πανούκλα του εθνικισμού.
Οι ψυχαναλυτές μαγάρισαν τον έρωτα.
Μα το γαμήσι ξεκινά όταν ο κατηχητής το τερματίζει.
Ας μας κάνουν επιτέλους σεξουαλική διαπαιδαγώγηση τα πλάσματα της φύσης.

Οι καυλωμένοι αμαρτάνουν. Οι εγκρατείς εκδικούνται.
Και το ιδεώδες της παρθενίας είναι
το ιδεώδες εκείνων που θέλουν να ξεπαρθενεύουν.
Η ανθρωπότητα παραμένει ζωντανή με κτηνώδεις πράξεις.
Ο Αδάμ και η Εύα ήσαν άοπλοι.
Χορτοφάγοι, λάγνοι και αμαρτωλοί.

Πάρε τη μορφή του εραστή σου.
Το σπέρμα σου σκούπισε με τη γαλανόλευκη.
Η ώρα του αποχαιρετισμού είναι ιερή.
Γονάτισε στο πάτωμα και φίλησέ της τα πόδια.
Σε όλες τις υποθέσεις της ζωής η γυναίκα συμμετέχει με το σώμα της.
Η ψυχή δεν είναι μετρίσιμο μέγεθος.
Η ψυχή δεν έχει κλειτορίδα.

Φωνές

φωνες

Φωνές από κάποιον που προσπαθεί
να τα πει όλα. Φωνές από παπάδες
από πολιτικούς από ανθρωπιστές
από οικονομολόγους από διαχειριστές

από καλλιτέχνες. Φωνές παρηγορώντας
την ανθρωπότητα που βαδίζει στην αγχόνη.
Φωνές για να σιχαθεί η ανθρωπότητα
τη ζωή της. Φωνές δηλητηριάζοντας

το τελευταίο γεύμα. Εμπιστεύσου την εκκλησία.
Εμπιστεύσου τον αρχηγό. Εμπιστεύσου τη μίρλα.
Τις φωνές. Εμπιστεύσου τη γαργαλίστρα σου.
Την τσαπερδώνα σου. Εμπιστεύσου τις απόψεις

των άλλων. Τις κατσαρόλες των άλλων.
Τη Δευτέρα παρουσία. Τα μούσια. Τις Μούσες.
Εμπιστεύσου τη λίμπιντο του πνεύματος.
Όσους διαθέτουν πνεύμα. Όσους γράφουν

άρθρα. Όσους πουλάνε κι όσους αγοράζουν.
Όσους γαμάνε με το βιογραφικό τους. Όσους
ηδονίζονται χωρίς ηδονή. Όσους λένε τις ειδήσεις.
Όσους παράγουν τις ειδήσεις. Όσους απ’ τον

άνθρωπο φτιάχνουν σκόνη. Κι απ΄ τη σκόνη έπος.
Εμπιστεύσου τις φωνές των σοφών. Τα σάλια τους
τα υγρά τους. Οι φωνές χρησιμεύουν για να
βουλώνουν τ’ αφτιά. Βούλωσε τ’ αυτιά σου

με φωνές. Τις φωνές των άλλων. Τις φωνές
που σε οδηγούν στη δουλειά και στα πεδία μάχης.
Στο νοικοκυριό σου, στον οίκο του θεού,
στο γήπεδο. Στη φύση χωρίς τον έρωτα και

στη γυναίκα χωρίς τη φύση. Στη ζωή χωρίς
καύλα και στην καύλα χωρίς ζωή. Εμπιστεύσου
τη ζωή σου στις φωνές των άλλων. Στα ηχεία,
στα μεγάφωνα, στις μικροφωνικές.

Στο βαγόνι

a1

Θα ψηλαφίσουμε τις ερωτογενείς σας
ζώνες. Κόρες δακρυσμένες δίχως εραστή.
Διψασμένες κόρες που μαζεύεται υπογραφές
και κάνετε δεντροφυτέψεις και κάνετε έρωτα
με το μυαλό και τα νύχια πάνω στον καμβά
της μελαγχολίας σας. Μερικά εκατοστά
απ’ τις παρορμήσεις και μερικές χιλιάδες
χιλιόμετρα απ’ το φεγγαράκι, το κρησφύγετό σας.
Στο βαγόνι με τις αναμνήσεις και στο διαμέρισμα
με τα βιβλία και στην κουζίνα με τις βιβλικές καταστροφές.

Απορίες, ή ο κόσμος ανάποδα

pios

Ποιος θα εγγυηθεί τα ιδανικά μας;
Ποιος νυμφομανής θα μας διαβάσει;
Ποιος θα αγοράσει για μας πατάτες;
Ποιος θα μαζέψει χόρτα για να φάμε;
Ποιος θα ελευθερώσει τους σκλάβους;
Ποιος θα ελευθερώσει τα γονίδια;
Ποιος θα στειρώσει τον ευφυή που πουλάει την ευφυΐα του;
Ποιος θα αντικρίσει πρώτος το θείο στητό βυζί σου;
Ποιος θα γράψει την ιστορία;
Ποιός θα μπλοκάρει τη μηχανή αναζήτησης;
Ποιος θα ζευγαρώσει το σάλιο του με τα υγρά σου;
Ποιος θα κάνει λούνα πάρκ το Άουσβιτς;
Ποιος θα διδάξει τον Ντοστογιέφσκι;
Ποιος θα διδάξει τον Καρυωτάκη;
Ποιος θα γκρεμίσει πόλεις για να χτίσει κάμπους;
Ποιος θα κατοχυρώσει στο σύνταγμα το γυμνισμό;
Ποιος θα ξεβρομίσει το δέλτα του Νίγηρα;
Ποιος θα ξεβρομίσει την Ευρώπη;
Ποιος θα ξεβρομίσει την Αμερική;
Ποιος θα κάνει εκατό ζωγραφιές σε μια μέρα;
Ποιος θα φτιάχνει κολάζ;
Ποιος θα γράφει λυρικά;
Ποιος θα μας καταργήσει;

Ποιήματα, εγκλήματα και κολπικά υγρά

PUSSY-RIOT-570-ukraine

Πόσοι νέοι και νέες και πόσες γραίες πλουμιστές και συνταξιούχοι κι αξιωματούχοι και λοιποί, δεν κάνανε το λάθος να πιστέψουν πως είναι προικισμένοι ποιητές! Μπορώ να πω με άκρα βεβαιότητα πως η ποίηση τους πήρε στο λαιμό τους κι αυτό διότι χαροπαλεύουν για να αρέσουν σε συγγενείς και φίλους, σε κριτικούς και κόφτες αθώου απροσδιόριστου κενού. Μόλις καταφέρανε να στήσουνε ορθό ένα στίχο χλεχλέ ή μια ιδέα ανακατώστρα και να στριμώξουν σε μια φράση κάποια λεπτεπίλεπτη χαριτωμενιά, τα μυαλά τους πήραν αμέσως αέρα και νόμισαν πως έφτασαν πια στην κορυφή του Ελικώνα. Δεν είναι λίγοι οι δικηγόροι που θέλουν να ξεκουραστούν απ’ το χαμαλίκι της δικονομίας, καταφεύγοντας στο ήσυχο άσυλο της ποίησης. Οι φιλόλογοι που σαν πλασιέ καραδοκούν για να πουλήσουν ένα κακέκτυπο ανθολογημένης αποδεκτής ποίησης λυκείου. Οι σύμβουλοι υπουργείων, οι στρατηγοί και οι δημοσιογραφικές τσουτσούνες που αλλόφρονες κάνανε την ψυχοθεραπεία τους ιδιώνυμο ήθος γραφής. Η αληθινή έμπνευση που σημαίνει αμηχανία μπροστά σε κάθε αποδεχτή ερμηνεία και σημαίνει άντε γαμηθείτε πια με τις εξηγήσεις και τα λυσάρια και τις χαρτορίχτρες νοήματος, δεν καταδέχεται πια μάταια στολίδια και μάταιες καταθλίψεις σε μπαρ μέγαρα και βουλεβάρτα εκδοτών. Η αληθινή έμπνευση δεν ανέχεται άλλα μεθύσια και στιχάκια σε χαρτοπετσέτες. Καταραμένους και θειάδες. Ξέκωλα ρητά και σπιτίσιο σεξισμό. Όλη η πνευματική σαβούρα της μεσαίας τάξης -που διατηρεί ακόμα κάποιο λίπος από πατρική κληρονομιά ή εφάπαξ- θησαυρίζει τους μάγκες που επινόησαν το Μπουρνάζι της λογοτεχνίας, με το κατάλληλο γλείψιμο, κάνοντας το ψώνιο ποιητή, δημιουργώντας του ακαριαία άπειρους κολπικούς οργασμούς στο άκουσμα και μόνο της λέξης ποιητής. Άπειρο πόνο και λογοτεχνικά μαλλιοτραβήγματα. Δυστυχίες και αγένειες. Συνεντεύξεις του κώλου και δασιά σκέλια.

Γεωμετρική ερμηνεία της κρίσης

arbeit

1
Διακόσιες πενήντα χιλιάδες γερμανοί στειρώθηκαν απ’ το 35 ως το 39. Οι διανοητικά ανάπηροι και οι τρελοί εγκαινίασαν τους θαλάμους αερίων του Χίτλερ. Εβδομήντα χιλιάδες ασθενείς των ψυχιατρείων δολοφονήθηκαν μεταξύ 40 και 41. Η έσχατη λύση βεβαίως, εφαρμόστηκε αμέσως μετά για τους εβραίους, τους κομουνιστές, τους τσιγγάνους και τους ομοφυλόφιλους.

2
Ένας παπάς περιφέρεται στην ενορία του μοιράζοντας φαί, πάνω σ’ ένα μηχανοκίνητο όχημα σαν αυτό του πάπα. Διασταυρώνεται μ’ έναν ταλαιπωρημένο κουρελή. Δίχως να κατέβει απ’ το όχημα, ο παπάς τον φωνάζει και του προσφέρει με το ένα χέρι ψωμί και με το άλλο την αγία γραφή. Ο κουρελής πετάει το ψωμί και την αγία γραφή στο δρόμο και του φωνάζει: στην πείνα μου κάνω εγώ κουμάντο ρε πούστη.

3
Στα πρώτα χρόνια του πολέμου του οπίου, η βρετανική αυτοκρατορία κατέλαβε το νησί Χόνγκ Κόνγκ. Ο νέος κυβερνήτης, ο σερ Τζον Μπόουρινγκ, διεκήρυξε: το ελεύθερο εμπόριο είναι ο Χριστός, και ο Χριστός είναι το ελεύθερο εμπόριο.

4
Ήτο ασεβής, βλάσφημος, ιερόσυλος, απεχθής, μιαρός. Ο δήμιος του ξερίζωσε τη γλώσσα, του έκοψε το κεφάλι, τον διαμέλισε και πέταξε τα κομμάτια του στη φωτιά. Κι έριξε στη φωτιά και τα βιβλία του Βολταίρου, ώστε να καούν μαζί συγγραφέας και αναγνώστης.

5
Οι αρχιεπίσκοποι έχουν χωρίσει ιεροκρυφίως την ανθρωπότητα στα δύο. Οι μισοί είναι ηλίθιοι κι οι άλλοι μισοί υποκριτές. Ένας μπάρμπας μου έχει διευρύνει τις κατηγορίες. Στους καπνίζοντες, στους μη καπνίζοντες και στους ναρκομανείς.

6
Λίγο πριν εκτελέσουν μια ομάδα νεαρών επαναστατών ρώτησαν οι εκτελεστές αν υπάρχει κάποια τελευταία επιθυμία. Αποκρίθηκε μονάχα ένας νέος. Εγώ, τους είπε, έχω μια τελευταία επιθυμία. Προχώρησε μερικά βήματα μπροστά, ανάμεσα στους εκτελεστές και τους συντρόφους του και κατέβασε τα βρακιά του, ρίχνοντας ένα γερό χέσιμο. Ύστερα μάζεψε τα παντελόνια του και ξαναγύρισε στη σειρά. Τώρα εντάξει, τους είπε.

7
Παρακολουθώ με άκρα προσοχή την πολιτική του διεθνούς νομισματικού ταμείου. Υπερμεγέθης, απειλητική. Μπροστά μας ορθώνεται η αυθεντία της τιμωρίας. Η εμπεριστατωμένη αίγλη του ευλογημένου κέρδους. Συνέπεια, οργάνωση, θεολογική πληρότητα. Προσεκτική ανάγνωση του τρόμου στα μάτια των λαών. Στα μάτια των σκύλων. Στα μάτια. Η ιστορία του ματιού. Πρωτοπορία και πάλι.

8
Η εργασία απελευθερώνει.

Δια παντός

kinisi

Θα πρέπει να ξαναβάλω τον κόσμο
σε κίνηση. Να βοτανίσω λέξεις και
να χτίσω βιβλία σφοδρά. Να κάνω
κίνημα και να κάτσω στ’ αυγά μου.
Όπως κάθονται οι μύγες στα σκατά
κι οι απεργοσπάστες στα γραφεία
τους. Να διαβάσω το Βιργίλιο ξανά
να κάνω αυτόματες γραφές να γράψω
ηλεκτρικά ποιήματα και να κάνω
ηλεκτροσόκ. Να εισβάλω σα χείμαρρος
στα δικαστήρια και στις σχολές
καλών τεχνών. Να γίνω Γιούρι Ιβάνοβιτς
και Βουλγάρα βακέτα. Να σου πετάξω
τα μάτια έξω πάνω στο σεξ. Δια παντός
θα πρέπει να ξαναβάλω τον κόσμο
σε κίνηση. Να κάνω τ’ αστέρια
χαλίκια στους δρόμους του σύμπαντος.

Εραστού και εταίρου

man-woman

Παρότι δεν υπάρχει αντρική
και γυναικεία λογοτεχνία
καλό είναι
οι άντρες να γράφουν σαν άντρες
κι οι γυναίκες σα γυναίκες.
Κάθε εξίσωση είναι ερμαφρόδιτη.
Κατασκευή για εκπαιδευτικούς σκοπούς.
Και για γαλιάντρες της ακαδημίας.
Που όλο βλέπουν φαλλοκρατίες και τέτοια.

Σημείωμα

kids-art-1

Αντιλαμβάνομαι την ποίηση ως παιχνίδι. Παιχνίδι όμως μέσ’ απ’ τα μάτια των παιδιών, κοιταγμένο με αμείλιχτη σοβαρότητα. Η ποίηση σού δίνει τη χαρά τού να παίζεις με τους δικούς σου κανόνες, κάνοντας θεαματικές ζαβολιές. Είναι συνουσιακή τέχνη. Απόλυτα στρατευμένη στην υπόθεση της ζωής. Είναι μια παλαβή τέχνη που απευθύνεται σε παλαβούς. Γιατί η πιο βαρβάτη παλαβομάρα σήμερα είναι να παίρνεις το μέρος της ζωής. Να υπερασπίζεσαι με τον πιο ζαβό τρόπο την εξώλης και προώλης πάλλουσα φύση.

Δεν

dev

Δεν έχω ψυχή και
δεν έχω πνεύμα.
Κι είναι μια προσβολή
να έχεις ψυχή και πνεύμα.
Να διαφημίζεις
δεξιότητες επίκουρες.
Το νάρκισσο ήθος
του σωτήρα βγαλμένο
στα υπερπέραντα μυαλά.
Μιαν ευφυΐα πωρωμένη
με τα δεινά. Για να γίνεις
μπόγιας αύριο του είδους
και να ζητάς εκεχειρία
περίλυπη απ’ το μαινόμενο
καιρό κι απ’ τη ζέστα
του ερέβους κάποιας
που έλαχε ανυπάκουη
στα φαρμάκια του διχτάτορα λαού.

Του νερού το κελάρυσμα

art1

Αντίδοτο στα γεγονότα και
στις κούφιες εφεδρείες που
μας ρημάζουν, του νερού
το κελάρυσμα κι η φαρδιά-
πλατιά γύμνια κάποιας κυράς
που σχολιάζει την τουρλωτή μας
φύση με Πολύφημη υγράδα.
Κι αβγατίζει προς τα έγκατα
τη σφοδρή μας καύλα. Κι όλο
μας κάνει δώρο ένα χύσιμο
μέσα της. Βαθειά.

Θεοί και θεές

Thorma_Janos-Lovers_in_the_Field

Με την απεγνωσμένη τους λαγνεία
θεοί και θεές λύσσαξαν κάποτε.
Μα τώρα ζούμε σε χαλεπούς καιρούς.
Και μια σταλίτσα γαμήσι ακόμα
το ρουφάει ο καιροσκόπος
βίος των θνητών.

Αναφορά στο Γαλιλαίο

Galileo-Galilei -439

Σαν σήμερα
και σαν αύριο
και σαν χτες
και σαν πάντοτε
κάποιοι
θα οδηγούν
το Γαλιλαίο
προς τη Ρώμη.
Μπροστά
στην ιερά εξέταση αυτός
μαστούρης της αλήθειας
πλούσιος και περιούσιος
θα λέει και θα ομολογεί.
Ω! Ναι η γη σφυρίζει
η γη μυρίζει
η γη τσιρίζει
η γη γαυγίζει.
Κι ο ήλιος ανατέλλει λάθρα
απ’ τη μεριά της Δύσης.
Ανάποδα σαν πετροκάβουρας.
Κι αν θέλετε εσείς
αρχιεπίσκοποι
καρδινάλιοι
παππάδες
εγώ θα τον πλανέψω
τον ήλιο
θα του αλλάξω τροχιά
στα χαρτιά σας.
Μα αυτό το πυρωμένο χτήνος
δεν ξέρει από ιερές γραφές
κονκλάβια, πιετά, εσταυρωμένους
δεν ξέρει πως ο κώλος σας
διψά για διαστροφές
κι η μπάκα σας η βουβαλίσια
για κραιπάλες. Κι όλο πλανεύει
αυτή τη μειδιούσα γη
αυτή τη μέδουσα
που περιστρέφεται
ξετρελαμένη
στο κοσμικό παχνί.

Η συμφωνία

Death_and_the_Standing_Nude

Ήταν κάποτε στην αρχή του κόσμου δυο αδέρφια. Ο θάνατος κι ο Δημιουργός. Ο Θάνατος ήταν μονόχνοτος και φαντασμένος. Καλλιεργούσε τα χωράφια του και πετούσε μετεωρίτες στους πλανήτες που εκάνανε ζημιές. Ο Δημιουργός πολυμήχανος κι εφευρετικός. Κατάφερε μάλιστα κάποια στιγμή κι έφτιαξε τους ανθρώπους με φοβερές δυσκολίες και ελάχιστα υλικά που βρήκε σκόρπια στο σύμπαν. Σπουδαίος μερακλής, δεν άφησε τίποτε στην τύχη. Έφτιαξε τον άντρα και τη γυναίκα και τα υπέροχα πρόσωπά τους. Αιώνες σμίλευε τα κορμιά τους και τελειοποιούσε τα αιδοία τους. Επινόησε έναν δαιμονισμένο μηχανισμό για να ευχαριστιούνται και να αναπαράγονται.

Ο Δημιουργός λάτρευε τα δημιουργήματά του και κατοικούσε τόσο κοντά στη γη που οι άνθρωποι μπορούσαν ν’ αγγίξουν το σπίτι του στον ουρανό. Εκείνες τις πρώτες μέρες της δημιουργίας οι άνθρωποι δεν είχαν ανάγκη να καλλιεργούν. Έφτανε μονάχα να βάζουν καθαρά φλασκιά από κολοκύθες έξω απ’ την καλύβα τους το βράδυ κι ο Δημιουργός έστελνε τα παιδιά του να τις γεμίσουν με φαγητό. Οι άνθρωποι έμοιαζαν με θεούς. Ζούσαν κι αυτοί για πάντα κι ήταν αθάνατοι. Φχαριστιόταν το τρέξιμο και το παιχνίδι και τη γύμνια τους. Δεν είχαν καμιά σκοτούρα για βιοπορισμούς και τέτοια. Όμως η ευτυχία τους δεν κράτησε για πολύ.

Μια γυναίκα της φυλής των ανθρώπων έβγαλε ένα βράδυ έξω απ’ το καλύβι της ένα βρώμικο σπασμένο φλασκί. Ένα απ’ τα παιδιά του Δημιουργού το πήρε να το γεμίσει με φαγητό. Όμως κόπηκε στο δάχτυλό του και πρήστηκε πολύ άσχημα. Ο Δημιουργός θύμωσε άγρια και αποτραβήχτηκε απ’ τους ανθρώπους αφήνοντάς τους χωρίς τροφή. Απ’ τη μέρα εκείνη οι άνθρωποι άρχισαν να κάνουν επιδρομές στα χωράφια του θανάτου για να ζήσουν.

Ο θάνατος τότε πήγε και παραπονέθηκε στον αδερφό του τον Δημιουργό για τη συμπεριφορά των ανθρώπων κι έκανε μαζί του μια συμφωνία. Θα επέτρεπε στους ανθρώπους να παίρνουν σπόρους καλαμποκιού και σιτάρι απ’ τα χωράφια του αλλά θα είχε την άδεια να παίρνει κι αυτός τις ζωές μερικών ανθρώπων κάθε χρόνο. Ο Δημιουργός έκανε αυτή τη συμφωνία γιατί πίστευε ότι μπορεί να τους ξαναφέρει στη ζωή. Έτσι οι άνθρωποι απόκτησαν το καλαμπόκι και το σιτάρι κι ο θάνατος μπήκε στη ζωή τους.

Όταν ήρθε η ώρα ο θάνατος να πάρει τον πρώτο άνθρωπο που ήταν άντρας, η γυναίκα του τον είδε και τον ακολούθησε. Τον πρόλαβε μάλιστα και τον είδε να κολυμπάει σε μια στέρνα που την τύλιγαν οι φλόγες. Αφού μέτρησε τις δυνάμεις της και σκέφτηκε πως χωρίς τον άντρα είναι χαμένη κι η ζωή της άσκοπη, αποφάσισε να τα βάλει μαζί του και να τον σκοτώσει μια για πάντα.

Πήγε λοιπόν και τον βρήκε στο χωράφι του. Παραφύλαξε και τον είδε να κολυμπάει στη φωτιά του που έκαιγε από τόπο σε τόπο. Σε μια στιγμή που ο θάνατος είχε γυρισμένη την πλάτη περπάτησε χωρίς να φοβάται ανάμεσα στη φωτιά και μ’ ένα σπαθί του ’κοψε το ένα του πόδι. Ο θάνατος ούρλιαξε απ’ τον πόνο και η φωνή του σκέπασε όλους τους γαλαξίες και τον κόσμο απ’ άκρη σε άκρη. Από τότε ο θάνατος κυκλοφορεί κουτσός και πληγωμένος κι απαρηγόρητος.

Όταν είδε ο Δημιουργός πως οι άνθρωποι πήραν το νόμο στα χέρια τους και κάνουν ανταρσία θύμωσε πάρα πολύ. Πήρε τότε μαύρο χώμα απ’ το χωράφι του θανάτου και άλειψε τα μάτια τους. Κι από τότε ο θάνατος έγινε στα μάτια των ανθρώπων αόρατος. Κι οι άνθρωποι δε μπορούν να δουν πια το θάνατο όταν έρχεται να τους πάρει….

Οι σχισμές των ονείρων

sxismes

Έχουν και τα όνειρα σχισμές.
Έκλυτες και μνησίκακες.
Πότε πότε χτικιάρες γριές
πρώην ερωμένες, τις στουπώνουν
με πάχνη εκθαμβωτική αναμνήσεων.
Και πότε πότε με τις μισοσχισμένες τους κιλότες
οι τρέχουσες θνητές. Σα να μπουκώνουν
το στόμα του χρόνου για λίγο.

Το παράνομο ποίημα

Image2

Θα γράψω τώρα το παράνομο
ποίημα μου κάτω απ’ τη λάμπα
δίπλα απ’ τη βασιλική οδό μιας
ερωμένης και δίπλα απ’ το σατανά
που λατρεύω. Θα το γράψω και θα
χαθώ από προσώπου γης.
Θα τρυπώσω σε νεκροταφείο
του Έβρου και σε κρυφό σχολειό
του Αφγανιστάν. Θα βοηθήσω
τους ταλιμπάν να φυτέψουν
οφθαλμούς κοινών θνητών
στην έρημο. Θα φορέσω εκείνες
τις φοβερές κελεμπίες που
κατευνάζουν τη στύση εδώ
και τρείς χιλιάδες χρόνια. Θα
περιμένω να ξαναχτιστούν οι
δίδυμοι πύργοι για να τους
γκρεμίσω ξανά. Θα περιμένω εκεί
στον άλλο κόσμο τη σειρά μου.
Ένα αθώο παιδί που παίζει
πεσσούς με το χρόνο. Ένας διάβολος
που παίζει ζάρια με το θεό
τις ματαιότητες. Πάνω στης νυφούλας
μεταφυσικής τη μυθική παστάδα.

Ψυχία οργασμού

derma

Έγκαυλοι ήλιοι
θα διαρρήξουν τον υμένα σου.
Τα πέπλα σου.
Ψυχία οργασμού
μέσα σε θάμνα συνειρμών.
Πυκνόμαλλα, σεσημασμένα.
Ενέδρες στήνοντας
στον ανορθόγραφο φαλλό.
Ασύστολα υπογράφοντας
η θεία βοή στο δέρμα.

Kρησφύγετο

kris

Έχτισα το κρησφύγετο δύο εραστών.
Έβαλα μέσα το γαλανό ουρανό του
έρωτα και τη φριχτή απειλή του χωρισμού.
Πήρα τη θέση τους και τα χαμόγελά τους
κι έσπειρα τον πόθο όπως η βροχούλα
στον ξερακιανό αγρό. Βλαστήμησα την
άσχημη ζωή που μας τραβάει σα μαγνήτης.
Έκανα ληστείες, έγραψα προκηρύξεις.
Έφαγα ρεβίθια σε αφώτιστα γιαπιά και
ξάπλωσα σ’ ερημικές ακτές δίπλα
σε θαλασσοπούλια και δίπλα σε ναυάγια,
φόνους, σφαγές και προδοσίες. Έζησα
τη ζωή του άντρα και της γυναίκας.
Έζησα την ειρήνη και τον πόλεμο.
Διάβασα βαρύγδουπα ποιήματα
κι άκουσα ξεφτισμένα μαντάτα.
Σκόρπισα στάχτες αδέσποτες κι έκανα
σκέψεις απέραντες. Φασκιωμένος
σε κάποια καλύβα χάλασα τον κόσμο
για ένα φιλί. Για ένα τρομερό φιλί
σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη του κορμιού.
Ένα φιλί να φιμώσει κάθε
ανήσυχη τρύπα που φυλλοροεί.

Βόρειοι και Νότιοι

bor

Ζούμε στη χώρα όπου τα φτωχόπαιδα ερωτοτροπούν με τους σιδηρολοστούς της χρυσαυγής ενώ τα πλουσιόπαιδα οργανώνουν αντάρτικα πόλεων και χωριών, εν τω μέσω της νυκτός και της κρίσεως. Βεβαίως αυτή είναι μια απλοϊκή εξήγηση του συγκροτήματος Λαμπράκη-Μπόμπολα-Αλαφούζου και λοιπών φωτισμένων Ελλήνων που κάνουν πολιτική στο κορμί μας.

Η πρώτη σκατούλα όμως που πετιέται με σφεντόνα στη μούρη μας είναι φυσικά η υποκρισία περί βίας. Η βία είναι κάτι κακό που κυνηγάει η καλή αστυνομία και καταδικάζεται από διανοούμενους γραφείου που δεν έβγαλαν ακόμη απʼ το στόμα τους το μπιμπερό της εξουσίας. Παραπαίοντας ανάμεσα στον ασφαλίτικο δυισμό περί καλών και κακών, περί άκρων και μέσων, ξεπέφτουμε στον παραλογισμό τού να καταδικάζουμε αυτό που δημιουργήσαμε εμείς με την ανοχή μας κι αυτοί με τη σπουδή τους. Μια κοινωνία αντιφάσεων και συγκρούσεων με τόση ημερήσια βία όσο το άθροισμα όλων των τρομοκρατιών από καταβολής κόσμου.

Η εύκολη λεία βεβαίως τέτοιων επιλογών είναι οι νέοι. Όχι οι νέοι γενικώς αλλά οι νέοι ειδικώς. Οι Βόρειοι και οι Νότιοι. Αυτά τα παιδιά που έχουν όμως κάτι κοινό. Αυτές οι δυο χοντροκομμένες κατηγορίες Βορείων και Νοτίων που βρέθηκαν πολλές ώρες μαζί σε δημόσιους χώρους. Κάθισαν στα ίδια θρανία το πρωί και περπάτησαν στους ίδιους δρόμους το βράδυ κι αυτό για να δικαιώσουν τις ρητορείες της σοσιαλδημοκρατίας περί ισότητας, δικαιοσύνης, δωρεάν παιδείας και λοιπών άλλων μεταπολιτευτικών κατακτήσεων.

Κατακτήσεων που πετάχτηκαν σαν ξεροκόμματα στα πεινασμένα ταξικά σκυλιά απʼ τʼ αφεντικά τους κι όσους διαχειρίζονται την εργατική τους δύναμη με μια πιο μοντέρνα αταβιστική πολιτική, απόρροια πολέμων και άγριων εμφυλίων καταναγκασμών. Είναι παιδιά που χαϊδεύτηκαν και αντάλλαξαν ενδεχομένως τηλέφωνα και εμπειρίες. Το απόγευμα όμως δούλευε το ταξικό σχολείο και η ταξική εκπαίδευση.

Οι Βόρειοι στα καλά τους ιδιαίτερα και στις δυνατές τους βιβλιοθήκες, οι νότιοι στις στάνες ομαδικών φροντιστηρίων και στις αθλητικές τους φυλλάδες(οι πιο τυχεροί!). Οι Βόρειοι στα θέατρα και στην κουλτούρα τους, οι Νότιοι στην αλητεία και στην τηλεόραση. Οι Βόρειοι διακοπεύοντας στο εξωτερικό, παίρνοντας σβάρνα τα μουσεία και τις καλοζωίες ενώ οι Νότιοι αρμαθιάζοντας καπνά ή γλείφοντας κάνα ξεροκόμματο Σαββατοκύριακου στην κοντινή λασπουριά της γενέτειρας(βλέπε μπάνια του λαού).

Βεβαίως όμως κάποιοι Βόρειοι, αιώνες τώρα, παίρνουν μάτι και τη ζωή των δίπλα και των από κάτω. Αρχίζουν να ρωτάνε κι αρχίζουν να καταλαβαίνουν κι όταν διαβάσουν και τον Ντοστογιέφσκι στα δεκαπέντε τους οι αρετές πάνε περίπατο. Και τότε αρχίζει μια μοναχική ηρωική πορεία προς το τίποτε. Όχι γιατί η πράξη τους είναι ασήμαντη αλλά γιατί δεν έχει ηθικό έρεισμα σʼ εκείνα τα κοινωνικά υποκείμενα για τα οποία υποτίθεται πως δρα. Κι εδώ έρχεται ο σοφός μύλος της αγοράς που όλα τα αλέθει κι όλα τα μαχαιρώνει, με τους ψυχιάτρους του και τους αναλυτές του και με τους ιδεολόγους του, που βεβαίως τα παιδιά αυτά τα έχει χεσμένα. Έτοιμα για θυσία ή για άλλοθι στις όποιες επιλογές της.

Προσέτι, υπάρχουν κι οι άλλοι Βόρειοι, που θα πάνε στα ναρκωτικά στα βίτσια ή στα αχαλίνωτα πάρτι. Ετούτοι είναι εκτός ανταγωνισμού. Άλλωστε πολλοί Βόρειοι επαναστάτες στα νιάτα τους κάποια στιγμή θα γίνουν κατεστημένο και εξουσία με τις φιλελεύθερες καταβολές του οικογενειακού ποιμνίου.

Απʼ την άλλη οι Νότιοι στέκονται συνήθως θεατές στις πολιτικές εξελίξεις ακολουθώντας το σπουδαίο ρητό που τους πέρασε η εκπαίδευση, έτσι τα βρήκαμε έτσι θα τʼ αφήσουμε, ενώ κάποιοι άλλοι προχωρούν κι ένα βήμα παραπέρα. Αφού έχουν αφομοιώσει τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό και έχουν ταυτιστεί με τα μεγαλεία, θεωρώντας πως είναι μόνο Έλληνες γνησιότατοι απόγονοι του Μεγαλέξανδρου και της Μπουμπουλίνας και τίποτε άλλο, αρχίζουν να πολεμούν κάτω από παντιέρες με αγκυλωτούς σταυρούς τους ξένους και τους διαφορετικούς. Τα μιάσματα που παίρνουν τις δουλειές και κλέβουν τις τσάντες κάθε ανυπεράσπιστης γραίας και κάθε ανυποψίαστου νοικοκύρη.

Ο ιδεολογικός μηχανισμός που προσπαθεί με νύχια και με δόντια να φορτώσει τους νεκρούς της Marfin στα κινήματα που διεκδικούν έναν καλλίτερο κόσμο, αλλά και αξιοπρέπεια στην εργασία τους και στην καθημερινότητά τους είναι ο ίδιος που υποδαυλίζει τη νεανική ορμή θυμωμένων παιδιών. Είναι ο μηχανισμός που στήνει το σκηνικό των άκρων και σκηνοθετεί στα μάτια της αποβλακωμένης κοινωνίας ένα έργο με πρωταγωνιστές τα παιδιά της. Ένα έργο που στο τέλος πρέπει να καταδικάσεις τη βία με sms και το βίο με μαστίγωμα και βουρδουλιές.

Την τεχνητή βία ως αντιπερισπασμό στη βία μιας απάνθρωπης καθημερινότητας. Στη βία της ανεργίας και στη βία των συσσιτίων. Στη βία της στερημένης ζωής και στη βία της πείνας. Στη βία της ελπίδας κάποιων που πιστεύουν πως μπορεί αυτό το σύστημα εκμετάλλευσης της ανθρώπινης ικμάδας να αποκτήσει ανθρώπινο πρόσωπο.

Στη βία του ανορθολογισμού κάθε αριστερού μορφονιού που κωλοτρίβεται με τους διαβόλους και τους σατανάδες και τους δαίμονες αυτού του κόσμου για να εκπληρώσει το εφηβικό του τάμα για εξουσία. Στη βία κάθε παπαδίστικου αμοραλισμού και κάθε κηρύγματος μισαλλοδοξίας. Στη βία του χοντρού αντιπροέδρου που αφού ξεπάτωσε το λαό στη συνέχεια τον κατέστησε συνένοχο και τώρα τον κατηγορεί ως θύτη. Και τον δικάζει και τον φτύνει. Και του γεμίζει το πρόσωπο μώλωπες και τον διαπομπεύει. Στο CNN στο BBC στο al tzazira. Που του στέλνει τα ματ για να του σπάσει την απεργία και να του σπάσει το στομάχι και να του συντρίψει το ηθικό.

Στη βία ενός τηλεοπτικού αχταρμά που μαγειρεύει νυχθημερόν ίντριγκες και γκουρμέ εφιάλτες μπροστά στα μάτια του φαρμακωμένου λαού. Ενός λαού μοιραίου κι άβουλου αντάμα που προσμένει ίσως κάποιο θάμα. Ένα καθώς πρέπει θάμα απʼ τους ειδικούς σπουδαγμένους κι εκλεγμένους θαυματοποιούς κι όχι μπόμπες και ληστείες και τέτοια από κωλόπαιδα των Βορείων προαστίων.

Πενθήμερη

pen

Γλυκά κορίτσια
λίγο πριν κλείσουν τα δεκαοχτώ.
Πιάνουν παράθυρο στο πούλμαν
και κοιτάζουν το κενό. Αναπολούν
τον μέθυσο έφηβο σπασμό.
Την παρθενιά τους που άφησαν πίσω στη Σαλονίκη.

Aιδοίων και δρόμων

ayto

Αυτό το φως που μου δίνει ζωή
και με τροφοδοτεί ποιήματα και
φωτόνια και σπουδαίες λύσεις για
να βρω χαρά και γαλήνη και να
βρω μια κυρά που θα σηκώσει
το φουστανάκι της σαν αλεξίπτωτο
για να χωθώ από κάτω και να
διαβάσω την ωραία παλαιά διαθήκη
στο παλίμψηστο των μηρών της και
να μυρίσω αίμα από εμφύλια
μεγαλεία και την οριστική άποψη
για το μεσόκοπο θεσμό του εραστή
αιδοίων και δρόμων που βγάζουν
μονάχα εκεί όπου ξεκίνησες κι εκεί
που δε φτάνεις ποτέ.

Πορτραίτο

the-last-nude-cover-image

Τώρα δεν κλαίς και δεν υποφέρεις.
Τώρα βρίσκεσαι σε πόλεμο.
Τώρα ποζάρεις και σε ζωγραφίζω.
Μα είσαι μια γυναίκα που κλαίει.
Που δέχεται επίθεση. Και μια
γυναίκα που γελάει. Σχεδόν
κυβιστική. Μιαν ερωμένη
σε κοινή θεά. Μια σπείρα.
Ένας κοχλίας. Ένας αστεροειδής.
Σε τεμαχίζω στα τέσσερα αγάπη μου.
Σε αποσυνθέτω. Σου δαγκώνω
τα δάχτυλα και σου ρουφάω τα βυζιά.
Και καταλήγω στο ένα σου μάτι.
Και καταλήγω στα χείλη σου
που με κοιτούν και γουστάρουν
να τα θηλάσω και να τους δώσω
αυτό το πορφυρό κόκκινο του έρωτα
αυτό το πορφυρό κόκκινο του θανάτου.

Στη μακρινή όχθη του ύπνου

gip

Είναι αυτό το άπληστο χέρι
που θέλει να γράφει για τον
Διόνυσο και τον Πενθέα και
τα πένθη της παντρειάς
απ’ το άγνωστο μέλλον
μιας ερωμένης. Να γράφει
και να παρηγορεί τους
αφροδίσιους καημούς.
Να δημοσιεύει μυρουδιά
σταρένιου ψωμιού και
δρολάπια στα μαγεμένα
κορμάκια που περιμένουν
τον κουρνιαχτό τους, που
περιμένουν να κουρνιάξουν
στην αγκαλιά του ποιητή
ή του διαβόλου. Είναι
αυτό το άπληστο χέρι που
σπέρνει τους ανέμους και
τις θύελλες και θερίζει
γεγονότα φρέσκα και
θερίζει όμορφες γύφτισσες
που μπανιαρίζονται
στη μακρινή όχθη του ύπνου.

Σχεδόν λυρικό

pre

Έδωσες αγρίμι τις μάχες σου.
Σκαρφάλωσες στην ανατολή.
Πέρασες τη λογοκρισία
αβρόχοις ποσί. Ενίοτε βόλεψες
τον έρωτά σου στους νεροχύτες
και τον έρωτα με τον εαυτό σου
σε άγραφτες σελίδες χωρίς
μια στάλα αίμα να χυθεί
μεσ’ τα εντόσθια της αγάπης
και χωρίς να σταματήσει ο χρόνος
τις υποσχέσεις του, αφού πάντα
θα υπάρχει κάποιο γυναικείο κορμί
σε κάθε Πρέβεζα ετούτου εδώ
του κόσμου, να το χαϊδολογούν
και να το βατεύουν όσοι δε γράψαν
το τελευταίο τους ποίημα με μια σφαίρα.

Φως ιλαρό

ηλιος

Οδύρεσαι ήλιε στα χέρσα κορμάκια.
Ήλιε γαμιά μεθυσμένε στη μπλούζα της.
Ήλιε μεγάφωνο και οθόνη του σύμπαντος.
Ήλιε της Ρωσίας και των σοβιέτ
όλο κορσέδες μηδενιστών και φονιάδων.
Ήλιε του κόσμου ξέξασπρε που ενδίδεις σε
χολερικούς ρομαντικούς και σε ρουφήχτρες
που μαγαρίζουν κορμάκια και ξεφλουδίζουν
χείλη και πετσοκόβουν κεφάλια και
πετσοκόβουν μυαλά και πούτσους για
να χορτάσουν τις αχόρταστες πουτάνες
του Σόρος και του νεκρού Ωνάση τα σφαγεία.
Ήλιε στο δέρμα κοριτσιών που τα γδύνεις
ανελέητα και ήλιε αργόσυρτε χειμωνιάτικε
λίγο πριν τη νυχτερινή τρέλα και το φοβερό
σκοτάδι. Ήλιε, όλο ξεπέφτω σε σένα και
σου γράφω, αφού έχεις μπλέξει
πολύ άσχημα με μας και τις στύσεις μας
και τα ουρλιαχτά μας και τις πείνες μας
και μάλλον θα σου πάρει κάμποσους
αιώνες μέχρι να ξεμπλέξεις και να γίνεις
ένας κόκκινος γίγαντας, ένα κάρβουνο
που θα ψηλαφίσει τις λαγόνες της γης
μιας κρύας πια κι ανέραστης γης.

Ευτυχώς

toi

Διατείνομαι τώρα, εγώ ο βωμολόχος
πως τόσες θήλεες καμπύλες
περιμένουν τον καιάδα τους
και τόσες επιθυμίες
τη μάταιη εκπλήρωσή τους
επιστήθιες πάντα
αγιογραφώντας κάποιο Σαββατόβραδο
ανελέητο μέχρι πρωίας
και μέχρις εξαντλήσεως υγρών
άσεμνες φύσεις ασυναίρετες
αύτανδρες σε κάποιες τουαλέτες
ή σε κάποιο ενυδρείο οργασμού.

Διηγήσεις

φεφ

Όλες τις εποχούμενες
διηγήσεις μου μπολιάζω
με πολυήμερη άσκηση σιωπής.
Απέχω απ’ τα δελτία καιρού
και τις εν μια νυκτί συγκινήσεις
σαν αιδοίο ανοιχτό και δίκαιο
φερέφωνο της διείσδυσης των
νυμφομανών ποιημάτων στα
χρηστά ήθη των πολιτών.

Αυτή

τρε

Απ’ έξω τρέντυ και αρχέγονη
θεά ματαιοτήτων.
Όλο σπασμούς δρομαίους
ένα θάμπος σεληνόφωτος.
Τα στόματα των πλάνων
εκμεταλλεύεται σοφά.
Συγκατανεύει στα ιδρωμένα αρσενικά και
το φαρμάκι στον καβάλο λίγο λίγο υποθηκεύει.
Υγρή την ώρα της ωμής σφαγής
πιότερο ακόμα Κλυταιμνήστρα
ελλοχεύοντας, εν μέσω ατμών
για να’ χει η ανθρωπότητα
μιαν ερεβώδη καταχθόνια ιστορία
να διδάσκει στα παιδιά της.

Μνημείο

mikr

Όσοι εξορία γνωρίσανε
γεμισμένη με παραμύθια
και χορικά συντελούμενα
στη γραμμή Γιάλτα –Πότσνταμ
με οξειδωμένη αναπνοή
και τον έρωτα συντελούμενο
μυστικά στις ανταποκρίσεις
ξέρουν για τα ωρολόγια που
νικήσαν το χρόνο. Τα περάσματα
στα πολύτροπα γούστα ενός
μικρομεσαίωνα κατανάλωσης
που άφησε πίσω του ταγισμένα εγώ
κι ένα μεταμοντέρνο σούρουπο
μέσα απ’ τα τζάμια γιωταχή.
Ένα μνημείο της ενδόξου εποχής
βλοσυρών μικρομεσαίων που κάποτε
επολεμήσαν τον κατακτητή.

Το κόλπο

kolpo

Το κόλπο ελέγετο δημιουργική γραφή. Να σκεπάζεις την αγραμματοσύνη τόσων και τόσων που προτάσσουν μαυροζούμι ερμηνείας κάθε που απαιτούν να κλονιστεί ο κόσμος απ’ το νόημα και την κεντρική ιδέα κι απ’ το τι ήθελε να πει ο ποιητής, ο πεζογράφος ή ο σαμάνος τάδε. Οι κολπαδόροι είναι κατηραμένοι τύποι που επάθαν κάποτε συντριβή και επιάσαν έκτοτε πνευματικό ρετιρέ. Άλλοι πόστο σε εφήμερη γραφή αρκούντως μνησίκακοι και ριψοκίνδυνα ενδοσκοπικοί κι άλλοι πρώην μπετατζήδες της εκπαίδευσης που οπισθοχώρησαν ως σύμβουλοι ή εταίρες στα σκαμπό του μπαρ ενός αεί με λάμπες γάλακτος και μουνάκια εργόχειρα. Θίασοι του πάλαι ποτέ εκεβί που όργωσαν την επαρχία και τα θανατάδικα με ράφια βιβλία και περισυλλογή. Καπάτσοι κονκισταδόροι, πρώην πολλά υποσχόμενοι που τώρα χορεύουν το βαλς της αρπαχτής μπροστά στους χάνους που μαζεύουν τραγωδίες της φτώχιας για να τις κάνουν βιβλίο. Που θέλουν να μάθουν να γράφουν αστραφτερά και ξάστερα με τους χυμούς απ’ τα σκοτεινά φεγγάρια της σαλέμπριτι διανόησης και της αποδεκτής κοινωνικής γραμματικής. Με ολίγον κουλτούρα από μικρή Αθηναία έμπειρη και παστρικιά που ρούφηξε τις κακοτοπιές και τις έκανε τέχνη λαγαρή και ανθηρή για ανθολογίες ατέλειωτης σχολικής βαρεμάρας. Όταν διαμορφώνεις ορίζοντα χρηματοδοτούμενο απ’ την επιχώρια θεότητα του Κράτους που υπήρξε και υπάρχει ως προνύμφη-λιμπελούλα χορηγών και μη κυβερνητικών τότε πουλιέσαι σωστά και φτερουγίζεις πρίμα. Εδώ δυο καλά. Το ένα είναι η δημιουργία στάνης και πιστών που σε θαυμάζουν και βάζουν το χέρι τους για σένα στη φωτιά της φωτιάς και το άλλο είναι η ακαδημαϊκή γραμμή, ο κόμπος του σκεπτικιστή που ηδονικά διάγει κουλτουριάρικο βίο εκτός πλέμπας. Διότι στη δημιουργική γραφή δε σε μαθαίνουνε πως βία είναι η ανεργία και άγρια πολιτική βία είναι το συσσίτιο και πως θα πέθαιναν από πείνα οι παπάδες κι οι θρησκείες και οι πρόεδροι των κρατών αν δε δούλευε ο εργάτης τη μηχανή του κι ο ποιητής τη ροκάνα του κι οι πουτάνες της οικουμένης αν δε ρουφούσαν τον τυμπανιαίο ανδρισμό ενός στερημένου κόσμου.