ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Ιουλίου, 2010

ανελέητα λιοπύρια

Να κηρύξουμε ανελέητα λιοπύρια
στις μούχλες, δασκαλεύω τα βλαστάρια μου
που δαγκώνουν την κόρα του ψωμιού
και πιπιλίζουν το ζυμαράκι της ψύχας
αφού ο πατέρας τους κατάφερε
με τις ποιητικές του γκάφες
να τραβήξει την παγκόσμια προσοχή
ώσπου να μην τον συγχέουν επιτέλους
μ’ αυτό που είναι.


χαρμoλύπες και άλλα δεινά

Τα βουλεβάρτα που έστησαν οι καμπόσοι εκλεγμένοι για να μοιράζουν άξιους μισθούς και επιδοτήσεις στο εκλογικό σώμα εγίναν παρακράτος που λικνίζεται ως μαστοφόρο ξέχειλο που θα πάρει τη ρεβάνς. Οι κοπέλες στα διόδια και τα κεπ που κρατάν απο σκούφια πατερφαμίλια της δεκαετίας ογδόντα λούμπεν ημιαγρότη που έγινε αστός απο τροφοδότη λογαριασμό και δάκρυσε όταν ο αντρέας έκανε νόημα στη μιμή δαμάζοντας το εξήντα τοις εκατό του λαού που ο γαμίκος ηγέτης σαγήνεψε τόσο που ν’ αφήσει κουτάβια γιούς ανεψιούς προικιό στη διοίκηση του κράτους με παρακαταθήκη σωματοφύλακες υπέρβαρους απο κάθε άποψη ετοιμοπόλεμους απέναντι στα μανιφέστα και τα φαντάσματα του παρελθόντος. Στη σαλεμένη αίσθηση του πολίτη που είναι μάνταλο της υποχοντρίας του κράτους αθροίζονται τα μεγάλα έργα οι ζεύξεις το λαύκα και η ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Οι αρχηγοί των αριστερών συνασπισμών που παίξαν απταίστως το ανάχωμα γίνονται χαφιέδες σε μη κυβερνητικές ή πρόεδροι της πανάθας. Το βασικό μάθημα του πρώτου έτους στα οικονομικά της αμερικής είναι το κερδίζεις πιο πολλά απ’ τους φτωχούς παρά απ’ τους πλουσίους. Αφού οι ομάδες και τα κομματικά μαντριά είναι ένα και το αυτό δε χρειάζεται παρά ένα χιλιοστό ρητορείας για να απογειωθούν. Ο ηγέτης με το κουστούμι ή το ζιβάγκο τη χλαμύδα ή το φεσάκι είναι ο επώνυμος της ιστορίας που’ χει μούρη δουλεμένη στο φωτοσόπ και παίρνει αποφάσεις περί ζωής ή θανάτου με την ευκολία που ρεύεται ή αφοδεύει τα όποια βιολογικά.Eπιπλέον οι σπόνσορες ανταλάχτηκαν με νομάρχες και βουλευτές. Τα σουραύλια της διανόησης πιάσαν σκοπό ιδιωτικής πρωτοβουλίας φινίροντας με αλαξοκολιές τα λάιφ στάιλ έντυπα που εγίναν φρί πρές και δε χρειάζονται μανταλάκια και περίπτερα παρά μονάχα το γυφταριό της μασαίας τάξης που ανάλογα το διαφημιστή καταναλώνει και ιδέες. Οι ιδέες βαβαίως είναι τζάμπα παρόλο που διαφεντεύουν ολόκληρο τον υλικό πολιτισμό και στα καμίνια τους πέρνουν αξία τα όποια επιτεύγματα. Απο την πλαστική στήθους μέχρι την ανοιχτής καρδιάς κι απ’ τα δέντρα του τσόκλη μέχρι την περίοδο της αννίτας πάνια τα διαχειρίζονται λέξεις δηλαδή ιδέες δηλαδή ακαδημίες και διδακτορικά. Η σύγχρονη εργατιά καλουπώνει οικοδομές γνωρίζει δυο γλώσσες κυνηγά πιστοποίηση άιζο και συστατικές επιστολές για να δελεάσει αφεντικά κι εταιρίες. Η νεολαία με τη γνωστή τάση προς τα γεράματα θα ψηφίσει επίσης πατριωτικά και άδολα θα βγάλει το τεί της και θα ψάξει να βρεί δουλειά με γνωστούς και αγίους και μπαρμπάδες θεωρητικούς και πρακτικούς που πρωτάσουν την πτωλίεθρη ατάκα του δεξιού μονάχα οι τεμπέληδες δε βρίσουν δουλειά κι άλλα νόστικα και αιθέρια. Αφου οι εβραίοι αγόρασαν κοψοχρονιά το σοσιαλισμό και βρήκαν δουλειά στο σκιάχτρο που ‘χε πατέρα πρωθυπουργό πρωτοκλασάτο λαοπλάνο κάνοντας τους κατάκοπους μεσαίους καταθλιπτικούς κι όλες τις εργάσιμες ίδιες αφού δε μένει τίποτε άλλο τώρα που το σύστημα ξεχείλωσε τις κοιλιές και πλαδάρεψε τα μυαλά όπου και να σας βρίσκει το κακό αδερφοί μνημονεύετε σωτηρία μπέλου που λίγο πριν ξεψυχήσει εφώναζε σε γιατρούς και νοσοκόμους << γαμιέστε; να γαμιέστε παιδιά όσο μπορείτε. Αυτό είναι η ζωή>>.

γιδοβοσκός γραφείου

προικισμένος βεβαιότητες και δυσπιστίες
γιδοβοσκός γραφείου διορισμένος
από αχαϊκό ρεμάλι σε υπηρεσία
που εντόπιζε την ασπράδα του περιστεριού
και τα βογκητά μακρινού πράγματος
που έκανε δική του γραμματική
και κουλτούρα λυκίσια
για να’ χει καίριο ρόλο
στις ζωές των άλλων
και να βγάζει δάνειο στο πι και φι
έτοιμος ν’ απογραφεί και
να ψηφίσει στρατευμένος
στην άποψη της κοινής λογικής
πως όλοι ίδιοι είναι κι αφού
ο Αδάμ βάφτισε ζώα πετεινά
και αγριοθηρία γάμησέ τα

κομήτες

τόσοι κομήτες με διαβολικά ονόματα
μας λιβανίζουν
κυνηγώντας την ουρά τους
σα λυσσασμένα σκυλιά
περνούν ξυστά
πάνω απ’ την πορεία των γεγονότων
πανέξυπνα λαγωνικά
σπρωγμένα από αστρική πείνα
σκάβουν υπέροχες μαύρες τρύπες στο σύμπαν

το στόκ

αδιάβαστα κι αχρονολόγητα θα πάνε
τόσα ποιήματα
μες την αχλύ της κραιπάλης που τα ζέστανε
βορά στη σαλεμένη διανόηση της δεξιοτεχνίας
για να’ χουν στο προσκέφαλο το απόσταγμα της καύλας
ποιητού ανερχόμενου που τον βαραίνουν οι αγαπητικές
και τα διαβάσματα

ω! συνάδελφοι που δίνετε μάχες μοιράζοντας το στόκ
κοπιάροντας εκείνο το στυφό
μ’ εκτίμηση βαθειά
θα τα φάει η μαρμάγκα τόσα γραπτά

νεοελληνικά

θα εφεύρω ειδικήν άγλωσσον γλώσσα
για να μην καταλαβαίνουν οι παπάρες
κι οι γερμανοτσολιάδες την τόση
αδιάκριτη ποίηση που γράφω. Θα
ξεζουμίσω τη συντήρηση και τα
προσπέκτους της ΜΑΚΙ. Τα ζόρια
απ’ τις πρώιμες χαιρετούρες και
τα ζουμιά που αφήσαν στάμπες
στα βυζιά, τον γαλάζιο πυρσό της
δεξιάς, σε κάτι ανάφτρες της κλαδικής
που μουσκέψαν μπόλικους καβάλους
που διορίσαν μελαχροινά μελανούρια
στο ΙΚΑ, ραντεβού για να κλείνουν
σε πρώην μπολσεβίκους παπούδες
που ‘χουν κονκάρδα τον πράσινο ήλιο
και τον προστάτη θρεφτάρη μιάμιση
ίντσα χορτασμένο πασόκο που
γάμησε κι έδειρε

το επέκεινα των ντελικάτων ντελιβεράδων

Φακίρης λάγνος, στυγνός ντελιβεράς
σαλταρισμένος. Μου παραγγέλνει ωδή
πιασάρικη, για μια σκελίδα σκόρδο
φυλαχτό, που’ χει ποτίσει
τη λευκή βαμβακερή μινέρβα του.
Κι εγώ ως μάστορας στυγνός
που’ χει τον πρώτο λόγο στα κοινά
ρωτώ τι θα την κάνει, κι αυτός:
να τηνε ψάλω θέλω στη μαγείρισσα
που όταν της βάζω χέρι στα κρυφά όλο μου λέει,
βρωμάς σκορδίλα διάολε κι αν σ’αγγαλιάσω θα πάρω αποφορά

και τότες αιφνιδίως σκέφτομαι συμπολίτες ποιητές
που ντουμανιάζουν τα στιχάκια λυρισμό
και μου πλασάρουν κάθε τόσο
χάρβαλα και παρλαπίπες
μια γνώμη να τους φιλέψω
εγώ η  φιλόπονη μαγείρισσα των στίχων
λέγοντάς τους,

βρωμάς ποιητίλα διάολε κι αν σε διαβάσω θα πάρω αποφορά.