ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Ιανουαρίου, 2010

τα μπιχλιμπίδια της αθωότητος

τω καιρώ που οι βλάβες της παιδικής μου ηλικίας
ήτο σε πλήρη εξέλιξη και ο μουντρούχος δασκαλάκος
που με χύτευε στη ζωή και τον βίο μεγαλουργούσε
τα ηθικά του διδάγματα και την αξία χρήσης
εσταμάτησα τα παραμύθια και τις μυθολογίες
και άρχισα τις εφημερίδες.
Να ξεπατικώνω τα ευσπλαχνικά ρωμαλέα άρθρα
γνωστών και αγνώστωνπου γράφαν με faber δίπλα σε
αμοντάριστα πληκτρολόγια και παρδαλά μάκινθος
άδολα και θνησιγενή δημόσια για τις εξελίξεις
κατσιάζωντας τη ζώσα πραγματικότητα
απλουστεύοντας τις μάχες και της σφαγές στα μάτια
του παιδιού εμένα, που με ζούρλενε ακόμα και
το πάνω γυναικείο χείλος του εγκρεμνού της κοπέλας
που μας μοίραζε στο γυμνάσιο τα διορθωμένα tests
κι εγώ την κάρφωνα στα μάτια
έναντι των μεταγενέστερων στιγμών.
Ατόφιο συναίσθημα που το ζούσα με τα μάτια
αντικειμενικά χωρίς αναγνώσματα και τηλεθέαση.
Τα χνώτα της δεν είχαν διαθέσιμες λέξεις και
κουβεντολόι αλλά ήταν σπορά για την μετέπειτα
ποιητική του φιλόπονου καυλιάρη
που δεν εδιάβασε νωρίς την ανθολογία Αποστολίδη
και απέφυγε επιμελώς τις ρίμες και τα τσιρότα.
Του μέλλοντος οι σκαπανείς βεβαιότατα
θα βλαστημήσουν το γάλα της μάνας τους
ψάχνοντας για επιροές και πιλάλες
απ΄τα ποιητικά μου γενοφάσκια
που έτσι κι αλλοιώς είναι καταχωνιασμένα
στον βλοσυρό φρουδισμό της εφηβίας μου.
Ναί αναγνώστη! αν δε ξεχαρβαλωθείς δε γράφεις
αν δε ρεζιλευθείς δε θα μάθεις την αλήθεια ποτέ.
Κι οταν οι χλομάδες του γραπτού
χαρίσουν ένα νόημα στην ύπαρξή σου
όπως το να φχαριστηθείς το γαμήσι με την κυρά
ή τη βουτιά στη θάλαττα είναι περιττόν
το αντιβιοτικό της στιχουργίας.
Να σε κρατά αγέραστο ο βαθύς ανθρωπισμός απο τη μιά
κι απ’ την άλλη να θαυμάζεις
το στητό βυζί στις διαφημίσεις.
Αν δείς τον κόσμο μέσα απ’ το κουφάρι σου
θα σε πιάσει η μπόχα. Τα μελούμενα
και τα παρελθούμενα είναι ένα.
Στο μπλοκάκι με τα ψώνια βρίσκετ’ ο έρως
και τα σωκρατικά εν οιδα οτι ουδεν οιδα είναι πούστικα
της γενιάς του εβδομήντα που κάνει κονσομασιόν
στα περιοδικά και τα ιδρύματα φόρντ
αφού το πρώτο μάθημα που πήρε
έλεε αν δουλέψεις σκληρά και δω αμερική είναι
και κοίτα την πάρτη σου και την ακαδημία
να δίνεις συνεντεύξεις στα ένθετα και στα
φανζίν των νεοσών να το παίζεις ήρεμος γίγαντας
που ξέρει απο κόλπα και ποιητικές.
Ω! αναγνώστη ποτέ δεν είν’ αργά,
ο συκοφάντης της ζωής που έλκεται
απο θανατικά και υπόγεια και μια Αθήνα
που λειτουργεί ως άσυλο μεταμοντέρνας δυστυχίας αφού

στριμώχνεται ο καθείς άμοιρος
στο κλουβί του και κελαηδά
γλειψιές στη νικοτίνη και το αλκοόλ
και τον κύριο διορθωτή αρχιερέα που θα μιλήσει
για το έργο του και τη μεγαλοσήνη της απλής
ποιητικής αδείας του φινίροντας διδακτορικά
που χρηματοδοτεί ο μπαμπάς απόστρατος
και η μαμά βυζιτού της υπεραξίας.
Ω! ναι γράφω για να περνάει ο καιρός.
Κι είναι πολλά στον ύπνο και τον ξύπνο
που θέλουν ξεστόμισμα
με τον βαρβάτο ορθολογισμό του ποιητού
αφού το μέγα εργαστήριον της ποιήσεως
είναι το ίδιο το κορμί μας.
ω! ναί

τα μπιχλιμπίδια της αθωότητος τα κουβανείς εως λάκου!!

Λίγο πριν τη γέννα

Όλο και πυκνώνουν οι εξεγέρσεις
σαν διαστολές της μήτρας, λίγο
πριν τη γέννα.

Όλο και στέλνουν επιστολές
οι διανοούμενοι στον τύπο.
Διαμαρτύρονται για τη ροή

του ποταμού. Τα ορμητικά νερά
που θα τους παρασύρουν.


Ο στρατηγός

Ο στρατηγός μάζεψε εκτάκτως τους αξιωματικούς του για ν’ αποφασίσουν πως θα καταστείλουν τα μπλόκα των απείθαρχων κολίγων. Ξεκίνησε το λόγο του ρίχνοντας χριστοπαναγίες στους ανίκανους ασφαλίτες που βγαίνουν στα κανάλια κάνοντας μισή δουλειά. Ανίκανοι μαλάκες, άρχισε, ξοδεύουμε τόσα χρήματα, έχουμε στρατολογήσει τόσους γραφιάδες, τόσες ξανθιές, τόσους παπάδες, ξοδεύουμε μια ολόκληρη περιουσία για τους μισθούς των συνδικαλιστών, καταφέραμε να ευνουχίσουμε υπαλλήλους, διανοούμενους, μισθωτούς και μας κλείνουν τους δρόμους οι αμόρφωτοι κολίγοι! Γαμώ τα πτυχία σας και τα μάστερ σας. θέλω τα κεφάλια τους!

Τότε πήρε το λόγο ο πιο λαμπρός αξιωματικός, ο εκπρόσωπος του επιχειρηματικού κόσμου και δήλωσε: Στρατηγέ μου είναι θέμα χρόνου η επιθυμία σας, είπε, γέμισα τα κανάλια και τις εφημερίδες με δηλώσεις. Οι αγρότες είναι εχθροί του έθνους και της πατρίδας. Εχθροί του λαού και της ανάπτυξης αφού εμποδίζουν την κατανάλωση και το κέρδος. Είναι αλήτες σεσημασμένοι και αργόσχολοι. Όταν τελειώνουν τη σπορά μαζεύονται μπεκροπίνουν και χαρτοπαίζουν κλείνοντας τους δρόμους. Απαιτούν απ’ την υπόλοιπη κοινωνία να τους τρέφει. Αυτοί είναι οι αγρότες αγαπητέ λαέ, κύριε πλήθος.

Ο στρατηγός έστριψε το μουστάκι του ανακουφισμένος και ευχαρίστησε τον αφοσιωμένο αξιωματικό όπως και τότε με τον Οτσαλάν, με το Βατοπέδι, με τη Ζήμενς, με το Μάαστριχτ, με τη Σένγκεν, τη Λισσαβώνα, ………………

Λέσχη ανάγνωσης

Τα γυαλιά τα βάζουν οι βυζαρούδες στη διανόηση
αφού οι ρόγες τους παραγεμίζουν τη βιοπάλη του θεατή
και μαλακώνουν τις σκληρές συνθήκες της αγοράς
ψηλές ξανθές με υγρά υπονοούμενα
χωρίς γκρίνιες, λύπες και ξεφτίλες μεταφορές
μαστόρισσες στη δοτική
χωρίς μελαγχολίες
χωρίς χτικιάρες απαγγελίες
αδιάβαστες από Ηράκλειτο, κατοχή, συγκυβέρνηση
με διαθέσιμες λέξεις λιγοστές
ίσα ίσα για να μεγαλουργούν στον οργασμό
και τα σταυρόλεξα.

ερωτόλογα

ερωτόλογα πατικωμένα στο κορμί της βαθιά
τον ποιητή περιμένουν με την χρυσή πετονιά
τη γλώσσα του να τριφτεί στο γυμνό της λαιμό
τα χείλη να γαντζωθούνε στις ρόγες σφιχτά

να κρατούν το ρυθμό τα τσίπουρα στα σπλάχνα
το κορμάκι να σφίγγει αγαπητικούς να χνωτίζει
τις λέξεις και τ’ ακροδάχτυλα γλείφοντας
χνάρια ν’ αφήνει στον κόρφο της καθώς

γλιστρά προς τον Άδη

Ρεπορτάζ για τον Κάτω Κόσμο

1
όποιος θέλει να καταπατήσει γη χτίζει στο οικοπεδάκι του εκκλησάκι με υλικά απτο ποτάμι για να κάνουν το σταυρό τους οι στρατοκόποι κι οι ταξιτζίδες πουλεγε κι ο ρίτσος. η βάβω μου σταυροκοπιότανε και στα εικονίσματα των σκοτωμένων κάθε πενήντα μέτρα. αν της λέγαμε τίποτες κούναγε το κεφάλι σαναλεγε θα δείτε τι θα πάθαιτε μαλάκες. ένα καλοκαίρι που την πήγαμε διακοπες στο καναλάκι πρεβέζης σε ενοικιαζόμενα της εποχής σαν στρατώνες, αρχες ογδόντα, όταν μεσουρανούσε στον ελληνικόν σινεμάν ο στάθης ψάλτης και τα καμάκια, μας ρουφήξανε τα κουνούπια. άλλοι λουφάξανε στις μπανιέρες και στα πατάρια κι άλλοι κλεβανε τούλια απ τ αμπέλια και σκεπάζότανε σα νύφες πατόκορφα για να σώσουν ένα χιλιοστό πέτσας απτην επίθεση. η γραία έκανε υπομονή ως το πρωί κι οταν ξημέρωσε τη ρωτήσαμε πως τα πέρασε κι αυτή κούνησε πάλι το κεφάλι σα ναλεγε να τις χέσω τις διακοπές σας ρε μαλάκες παλιοερπετά. όταν έβριζα μου βαζε πιπέρι με το δάχτυλο στη γλώσσα και μου λεγε μη βρίζεις διάολε τους αποθαμένους αστους στον τόπο τους. όταν απόθανε η ίδια πήγα στο λάκο της κι έριξα μια χούφτα πιπέρι μπας και πετύχω τη γλώσσα του χάρου και πικραθεί ο πούστης που μου κατάπιε τη βάβω.

2
τα βάτα θα σκεπάσουνε ακομα και τον κυριο γιαναρά με τις σοβαρές ιδέες τις σοβαρές απόψεις και το τελευταίο δείπνο στο στομάχι του αφού η ανταμοιβή για τις ενάρετες πράξεις είναι η πραγματοποίησή τους. οι ορθοδοξίες έχουν άσχημη κατάληξη. μου το σφυρίξαν τα σκουλήκια που ξετινάζουν το γονιδίομα στο πι και φι. που αποδομούν αβέρτα.

3
τη φίλησε στο μάγουλο και της ψιθύρισε στο αυτί το βράδυ μωρό μου θα σου σκίσω την κλάνα. η καβασάκι του χαιρέτησε δαιμονισμένα όπως στο δρόμο του κέρουακ η απαστράπτουσα μάσταγκ με τα νίκελ. η μυρουδιά απ το καμμένο λάστιχο και η κόμη του πολεμιστή την ερέθισαν σφόδρα κι ήρχισεν να μαλακίζεται περιπαθώς όπως η θέκλα στο μέγα ανατολικό όπως η γιωργίτσα στο διακοφτό. την έκτην όμως απογευματινήν ο εραστής της εσφηνώθει εις νταλίκα έχοντας στον αριστερό του λοβό την εικόνα της την ώρα που ο χάρος του έσκιζε την γκλάβα.

4
τι να καταλάβουν οι αγγλοσάξονες
απτα βαθιά ελληνικά
και το γερόντιον της βοβούσας
που φορεί την καπόταν του για το κρύο
και γαμεί ξέσκεπος
κι όταν αποθαίνει στον ύπνον του
τρίβει σκόρδο στην κάσα
να ζουρλάνει τον άδη
σα θα του βγαίνει η ψυχή και το πνέμα.

5
τα σταφυλια του χειμωνα ωραίος τιτλος για παραπονιαρικο ποιμα
και τα δηλητηριωδη τα πικρα που δεν ετυχε να τα σπαραξει ο παγος
την εποχη που οι κρητικοί μαζεουνε μουναγκαθα για να γλυκάνουνε τα σπλάχνα τους και νιωθεις τους σπορους
απο χωμα σε χωμα να σκανε σαν κροτιδες απτην υγρασια
στις παλαμες καποιου γιουρι που γνωριζει ο πονηρος
πως ητεχνη ειναι η δουλα της πλανης
κι αυτο είναι να αυτοκαθαρίζεσαι δημοσια προσδοκωντας απτους αλλους να σε παρουνε στα σοβαρα λιγο πριν σε σπρωξουν στο χαντακι
λιγο πριν γινεις μεταλαβια

μόνο τ’ απαραίτητα

ξεφυλλίζω βαρετά
λογοτεχνικά περιοδικά
που δε διαβάζονται ούτε με σφαίρες

ονόματα εξωτικά με κατεβατά
που λιβανίζουνε πεθαμένους
και λεπτομέρειες
που σου σπάνε τ’ αρχίδια

προτιμώ βαθιές σκέψεις
με ρηχή φρασεολογία
και γιουχάισμα μπόλικο ποιητικό

ε! ναι
προτιμώ να με καυλώνει το πράμα
κι οχι αποκυήματα και στιχομυθίες
αβρότητες κι αξιοπρόσεκτα γραπτά
μόνο τ’ απαραίτητα