Γλέντια

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

Art-Ft

Η αγάπη φυτρώνει πάνω στις πληγές κι εξανεμίζει τότε στις πέντε άκρες του σύμπαντος αυτό το πανίσχυρο «φύσημα» που καιροφυλαχτεί σαν κακός αέρας μέσα σε κάθε ζωή.

Χωρίς πληγές και χωρίς βαρβάρους είμαστε πάντα λειψοί. Είμαστε λίγοι. Τόσο λίγοι που δεν υπάρχουμε. Οι πληγές και οι βαρβαρότητες είναι έργα ανθρώπων. Δηλαδή δικά μας. Πληγώσαμε κάποτε και υπήρξαμε βάρβαροι για λίγο ή για πολύ. Με ένταση και σθένος ή ξέπνοα και γραφειοκρατικά για τις ανάγκες της υπηρεσίας.

Είμαστε όντα της βίας αλλά και όντα της αγάπης. Ζούμε απ’ τις συγκρούσεις και μας ζουν οι συγκρούσεις. Ερχόμαστε μέσα στα αίματα και φεύγουμε καθαροί και αμόλυντοι. Άδειοι. Είμαστε τα μαμόθρεφτα αρχιδοπιάσματα του μπαμπά μας. Είμαστε το φως που καταλάμπει πάνω απ’ τους νεκρούς προγόνους αρμαθιάζοντας μνήμες αγαπημένων που πέρασαν κι έλιωσαν στην παγερή αιωνιότητα.

Αγαπημένοι νεκροί που θα πλυθούν τα κόκαλά τους με κρασί και θα φυλαχτούν στο κυβισμένο οστεοφυλάκιο του Κράτους. Στο χώρο με τους σταυρούς και τα κυπαρίσσια. Εκεί που η αγάπη είναι άδολη και οι πληγές θερισμένες απ’ την κόσα της φθοράς.

Χαίρομαι που θα πεθάνω, τόσο που θέλω να ζήσω. Χαίρομαι που θα με φάνε τα σκουλήκια, τόσο που θέλω να ζήσω. Καυλώνω όταν σκέφτομαι πως σε εκατό χρόνια από τώρα δεν θα υπάρχει τίποτε από μένα, τόσο που θέλω να ζήσω. Και θέλω να αγαπώ περισσότερο, πάντα σεσημασμένος και ύποπτος, γιατί η αγάπη δίχως κανόνες και όρια, εκκλησίες και έθνη, είναι ύποπτη και επικίνδυνη.

Και θέλω να ξύνω λίγο λίγο απ’ το πετσί μου τη βάρβαρη Φύση μου. Δε θέλω να πολεμήσω αν με καλέσουν να πολεμήσω και δε θέλω να βιάσω αν με κεράσουν οι φίλοι μου βιασμό. Τίποτε δεν θέλω να αφήσω όπως το βρήκα. Θέλω να διαπράξω τη μεγαλύτερη ασέβεια. Να αγαπήσω δίχως όρους και ψιλά γράμματα. Δίχως αποκλειστικότητες και συμβόλαια.

Γιατί η αγάπη είναι η ασέβεια των μηδαμινών απέναντι στη βαρβαρότητα των ισχυρών. Όλοι αυτοί οι αντιήρωες που ασεβούν αγαπώντας ουσιαστικά και παθιασμένα μέσα στο νοσηρό βόθρο της δυτικής κυριαρχίας χαρακτηρίζονται από αγνότητα κινήτρων και περιβάλλονται από ένα φωτοστέφανο εκτυφλωτικής και κυνικής αθωότητας.

Είναι προικισμένοι με την αρχέγονη σοφία των παιδιών και των ζώων. Είναι οι τρελοί του χωριού της παγκοσμιοποιημένης μαλακίας και του σκουπιδαριού. Είναι οι αποσυνάγωγοι αυτού του κόσμου που κάποια στιγμή θα χέσουν στα σαλόνια της πρώτης θέσης και θα σκουπίσουν τον κώλο τους με τις δοξασμένες σημαίες των κρατών. Εδώ αρχίζουν τα έργα της Αγάπης. Τα όργια. Ο οργασμός. Εδώ αρχίζουν τα γλέντια μαγαρισμένε κόσμε.