Εργένης

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

ergenis

Είναι ένα διαβολεμένο θηλυκό. Είναι πωρωμένη. Είναι άγρυπνη. Ανυπόμονη. Καμιά φορά όταν μεθάω, νομίζω πως θέλω να εμφανιστώ μπροστά της ντυμένος μελισσοκόμος. Μ’ αυτή τη στολή αστροναύτη των αγρών και μ’ αυτό το καπέλο που είναι σαν κράνος, με το πλέγμα που σκεπάζει ως κάτω το πρόσωπο και τα μακριά χοντρά γάντια. Θα ’θελα να της χτυπήσω την πόρτα και μόλις ανοίξει να της αμολήσω μια κυψέλη μέλισσες μέσα στο σπίτι. Ένα τσούρμο αχόρταγες υπάρξεις. Λόχμες, κεντριά, υπεροψία. Να τη ρουφήξουν. Τη γύρη της, τους ψίθυρους της και τις κραυγές της. Άλλοτε πάλι κάθομαι ήσυχος στ’ αυγά μου και δε σκέφτομαι τίποτε. Κατεβάζω τα πόδια μου απ’ το τραπέζι στο πάτωμα και ετοιμάζω το φαγητό. Η κυριότερη αντίρρηση για τον τρόπο που ζει ο εργένης είναι που τρώει μόνος του. Τρώγοντας μόνος σου γίνεσαι εύκολα σκληρός και ωμός. Γράφεις τα πιο άγρια ποιήματα και βλέπεις τα πιο παράδοξα όνειρα. Χθες το βράδυ είδα στ’ όνειρό μου πως αυτοκτόνησα μ’ ένα τουφέκι. Σαν έπεσε η τουφεκιά δεν ξύπνησα, παρά μόνον είδα τον εαυτό μου χάμω στο πάτωμα, μόνο κι απαρηγόρητο χωρίς αυτήν. Τότε μόνο ξύπνησα.